Να αντιστοιχίσεις τις λέξεις της στήλης Α με τα πρόσωπα στη στήλη Β.
Να αντιστοιχίσεις τις λέξεις της στήλης Α με τα πρόσωπα στη στήλη Β.
1. η γη των προγόνων, ο τόπος
στον οποίο γεννήθηκε ή από τον
οποίο κατάγεται κάποιος: ~ του είναι
η Ελλάδα. Άφησε την ~ του και
μετανάστευσε στην Aμερική. 2α.
(στενότερα) η περιοχή, η πόλη ή το
χωριό όπου γεννήθηκε κάποιος· η
ιδιαίτερη πατρίδα: ~ του είναι η
Δράμα. β. (ευρύτερα) ο τόπος
γέννησης ή καταγωγής μαζί με τα
άτομα που τον κατοικούν και με τις
παραδόσεις και τις αξίες που τα
συνδέουν: Aγωνίστηκε / πέθανε για
την ~ του. γ. το κράτος, η κρατική
οντότητα στην οποία ανήκει κάποιος:
Οι Iσραηλινοί / οι Παλαιστίνιοι
αγωνίστηκαν για να αποκτήσουν ~.
δ. το έθνος: H ~ τιμάει τους
ήρωές της. ε. ο τόπος, η χώρα
όπου είναι εγκατεστημένος
κάποιος, ο τόπος διαμονής: H
Γερμανία έγινε η δεύτερη ~ του.
3. (οικ.) για πρόσωπο που
κατάγεται από την ίδια χώρα, πόλη
ή χωριό, συμπατριώτης: Γεια σου,
~. 4. ο τόπος της καταγωγής, της
προέλευσης ή της πρώτης
εμφάνισης (ζώων, φυτών,
ανθρώπινων δημιουργημάτων κτλ.):
~ του φοίνικα / του ελέφαντα είναι
η Aφρική. ~ της τυπογραφίας είναι
η Γερμανία.
http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/search.html?lq=%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1&dq=
1α. που ανήκει ή που αναφέρεται
στον πατέρα ή που προέρχεται από
αυτόν: Πατρική περιουσία /
κληρονομιά. Πατρική φροντίδα /
συμβουλή. Πατρικό σπίτι. β. (ως ουσ.) το
πατρικό: β1. το (ιδιόκτητο κυρίως) σπίτι
όπου ζει ή έζησε κάποιος με τους
γονείς του. β2. το οικογενειακό
όνομα μιας παντρεμένης γυναίκας
πριν από το γάμο της, σε αντιδιαστολή
προς το επώνυμο του συζύγου της: Mετά
το γάμο θα κρατήσω το πατρικό μου. 2.
που ανήκει στους προγόνους, που
προέρχεται από αυτούς: Πατρική γη.
1. αυτός που έχει κοινό τόπο
καταγωγής (χώρα, περιοχή, πόλη,
χωριό) με κάποιον·
συμπατριώτης, συμπολίτης,
συγχωριανός: Συνάντησε στη
Γερμανία / στην πόλη έναν
πατριώτη του. Διαπίστωσαν ότι
ήταν πατριώτες. || (οικ., στην
κλητ.) προσφώνηση άγνωστου
συνήθ. προσώπου: Γεια σου /
καλημέρα πατριώτη. 2. αυτός που
αγαπάει την πατρίδα του·
φιλόπατρις: Οι Έλληνες / οι
Aμερικανοί είναι πατριώτες.
που ανήκει ή που
αναφέρεται στον
πατριωτισμό, στην
πατρίδα ή στον πατριώτη:
Πατριωτικά τραγούδια /
εμβατήρια / αισθήματα. ~
λόγος / ενθουσιασμός.
Δημιουργήθηκε κλίμα
πατριωτικής έξαρσης
ονομασία που αποδίδει
τη σχέση του (δεύτερου ή
τρίτου) συζύγου μιας
γυναίκας, με τα παιδιά
που αυτή απέκτησε από
προηγούμενο γάμο: Ο
πατριός φέρθηκε στα παιδιά
σαν πραγματικός πατέρας.
που έχει παραδοθεί, που
έχει μεταβιβαστεί από τους
προγενέστερους, από τους
προγόνους στις επόμενες
γενιές· (πρβ.
παραδοσιακός):
Πατροπαράδοτα ήθη και
έθιμα. Πατροπαράδοτες
συνταγές για φαγητά /
γλυκά.
αυτός που σκότωσε τον
πατέρα του
που προέρχεται, που
σχηματίστηκε από το όνομα του
πατέρα. || πατρωνυμικό όνομα
και συνήθ. ως ουσ. το
πατρωνυμικό, κύριο όνομα που
σχηματίζεται από το όνομα του
πατέρα ή από παράγωγό του.
α. ο ιδρυτής ενός γένους, μιας
φυλής κτλ., ο γενάρχης. β.
(πληθ.) β1. οι πρόγονοι:
Yπερασπίστηκαν τη γη των
προπατόρων τους. β2. (εκκλ.) οι
πρωτόπλαστοι, ο Aδάμ και η
Εύα.
για αδέλφια που έχουν
τον ίδιο πατέρα όχι όμως
και την ίδια μητέρα·
(πρβ. ετεροθαλής).
αυτός που αγαπάει την
πατρίδα, τη χώρα του·
πατριώτης: Σ΄ όλη του τη ζωή
υπήρξε φλογερός πατριώτης.
η αγάπη προς την πατρίδα·
πατριωτισμός: Έδωσε
δείγματα υψηλής φιλοπατρίας.
που δεν έχει πατρίδα, συνήθ. ως
χαρακτηρισμός του ανθρώπου
που δρα αντίθετα στα
συμφέροντα της πατρίδας του.
1. η ιδιότητα του πατέρα: H γέννηση
του παιδιού του του έδωσε τη χαρά της
πατρότητας. 2. (μτφ.) η σχέση κάποιου
προς ό,τι αυτός πρώτος δημιούργησε,
επινόησε: Διεκδικώ την ~ μιας ιδέας / μιας
εφεύρεσης.
που έχει σχέση με τους
πατέρες της εκκλησίας, που
προέρχεται από αυτούς:
Πατερική διδασκαλία.
Πατερικά κείμενα.
Πατερικές μελέτες
Ο συγχωριανός, ο συμπολίτης
1. Με συμπεριφορά πατριώτη 2. (μτφ) με
τρόπο πολύ σοβαρό: έχει πάρει το θέμα
πατριωτικά.
η ανιδιοτελής αγάπη για την
πατρίδα, η φιλοπατρία: Aγνός
/ θερμός ~. Πολέμησε / μίλησε
με πατριωτισμό.
πατριώτης, πατριωτάκι ομοπάτριος
προπάτορας
πατριωτικός
πατριδολατρία, φιλοπατρία
3. Σε ποιες περιπτώσεις και με ποια ειδικότερη σημασία χρησιμοποιούνται οι φράσεις;
3. Σε ποιες περιπτώσεις και με ποια ειδικότερη σημασία χρησιμοποιούνται οι φράσεις;
< λατινική pater familae, κατά λέξη πατήρ οικογενείας,
αυτό που σήμερα θα λέγαμε ο αρχηγός της οικογενείας
3. Σε ποιες περιπτώσεις και με ποια ειδικότερη σημασία χρησιμοποιούνται οι φράσεις;
«Πατέρες της Εκκλησίας»
3. Σε ποιες περιπτώσεις και με ποια ειδικότερη σημασία χρησιμοποιούνται οι φράσεις;
«Πατέρες της Εκκλησίας»
κληρικοί των πρώτων μεταχριστιανικών αιώνων που με τη
διδασκαλία τους και με τα συγγράμματά τους θεμελίωσαν τα δόγματα της
χριστιανικής θρησκείας· εκκλησιαστικοί πατέρες: H διδασκαλία / τα
κείμενα των πατέρων
http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/search.html?lq=%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%82&dq=
3. Σε ποιες περιπτώσεις και με ποια ειδικότερη σημασία χρησιμοποιούνται οι φράσεις;
3. Σε ποιες περιπτώσεις και με ποια ειδικότερη σημασία χρησιμοποιούνται οι φράσεις;
3. Σε ποιες περιπτώσεις και με ποια ειδικότερη σημασία χρησιμοποιούνται οι φράσεις;
3. Σε ποιες περιπτώσεις και με ποια ειδικότερη σημασία χρησιμοποιούνται οι φράσεις;
αυτός που έχει ή που από παράδοση πρέπει να έχει την πνευματική
καθοδήγηση κάποιου: Πνευματικός ~, εξομολογητής ή ανάδοχος
http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/search.html?lq=%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%82&dq=
3. Σε ποιες περιπτώσεις και με ποια ειδικότερη σημασία χρησιμοποιούνται οι φράσεις;
3. Σε ποιες περιπτώσεις και με ποια ειδικότερη σημασία χρησιμοποιούνται οι φράσεις;
http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/search.html?lq=%22%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82+-%CE%AE+-%CF%8C%22&dq=
Λεξιλογικός Πίνακας "ὁ πατήρ", Ένότητα 9 Αρχαίων Α΄ Γυμνασίου
Λεξιλογικός Πίνακας "ὁ πατήρ", Ένότητα 9 Αρχαίων Α΄ Γυμνασίου
Λεξιλογικός Πίνακας "ὁ πατήρ", Ένότητα 9 Αρχαίων Α΄ Γυμνασίου
Λεξιλογικός Πίνακας "ὁ πατήρ", Ένότητα 9 Αρχαίων Α΄ Γυμνασίου
Λεξιλογικός Πίνακας "ὁ πατήρ", Ένότητα 9 Αρχαίων Α΄ Γυμνασίου
Λεξιλογικός Πίνακας "ὁ πατήρ", Ένότητα 9 Αρχαίων Α΄ Γυμνασίου
Λεξιλογικός Πίνακας "ὁ πατήρ", Ένότητα 9 Αρχαίων Α΄ Γυμνασίου
Λεξιλογικός Πίνακας "ὁ πατήρ", Ένότητα 9 Αρχαίων Α΄ Γυμνασίου
Λεξιλογικός Πίνακας "ὁ πατήρ", Ένότητα 9 Αρχαίων Α΄ Γυμνασίου
Λεξιλογικός Πίνακας "ὁ πατήρ", Ένότητα 9 Αρχαίων Α΄ Γυμνασίου
Λεξιλογικός Πίνακας "ὁ πατήρ", Ένότητα 9 Αρχαίων Α΄ Γυμνασίου
Λεξιλογικός Πίνακας "ὁ πατήρ", Ένότητα 9 Αρχαίων Α΄ Γυμνασίου
Λεξιλογικός Πίνακας "ὁ πατήρ", Ένότητα 9 Αρχαίων Α΄ Γυμνασίου
Λεξιλογικός Πίνακας "ὁ πατήρ", Ένότητα 9 Αρχαίων Α΄ Γυμνασίου
Λεξιλογικός Πίνακας "ὁ πατήρ", Ένότητα 9 Αρχαίων Α΄ Γυμνασίου
Λεξιλογικός Πίνακας "ὁ πατήρ", Ένότητα 9 Αρχαίων Α΄ Γυμνασίου
Λεξιλογικός Πίνακας "ὁ πατήρ", Ένότητα 9 Αρχαίων Α΄ Γυμνασίου

Λεξιλογικός Πίνακας "ὁ πατήρ", Ένότητα 9 Αρχαίων Α΄ Γυμνασίου

  • 3.
    Να αντιστοιχίσεις τιςλέξεις της στήλης Α με τα πρόσωπα στη στήλη Β.
  • 4.
    Να αντιστοιχίσεις τιςλέξεις της στήλης Α με τα πρόσωπα στη στήλη Β.
  • 5.
    1. η γητων προγόνων, ο τόπος στον οποίο γεννήθηκε ή από τον οποίο κατάγεται κάποιος: ~ του είναι η Ελλάδα. Άφησε την ~ του και μετανάστευσε στην Aμερική. 2α. (στενότερα) η περιοχή, η πόλη ή το χωριό όπου γεννήθηκε κάποιος· η ιδιαίτερη πατρίδα: ~ του είναι η Δράμα. β. (ευρύτερα) ο τόπος γέννησης ή καταγωγής μαζί με τα άτομα που τον κατοικούν και με τις παραδόσεις και τις αξίες που τα συνδέουν: Aγωνίστηκε / πέθανε για την ~ του. γ. το κράτος, η κρατική οντότητα στην οποία ανήκει κάποιος: Οι Iσραηλινοί / οι Παλαιστίνιοι αγωνίστηκαν για να αποκτήσουν ~. δ. το έθνος: H ~ τιμάει τους ήρωές της. ε. ο τόπος, η χώρα όπου είναι εγκατεστημένος κάποιος, ο τόπος διαμονής: H Γερμανία έγινε η δεύτερη ~ του. 3. (οικ.) για πρόσωπο που κατάγεται από την ίδια χώρα, πόλη ή χωριό, συμπατριώτης: Γεια σου, ~. 4. ο τόπος της καταγωγής, της προέλευσης ή της πρώτης εμφάνισης (ζώων, φυτών, ανθρώπινων δημιουργημάτων κτλ.): ~ του φοίνικα / του ελέφαντα είναι η Aφρική. ~ της τυπογραφίας είναι η Γερμανία. http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/search.html?lq=%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1&dq=
  • 7.
    1α. που ανήκειή που αναφέρεται στον πατέρα ή που προέρχεται από αυτόν: Πατρική περιουσία / κληρονομιά. Πατρική φροντίδα / συμβουλή. Πατρικό σπίτι. β. (ως ουσ.) το πατρικό: β1. το (ιδιόκτητο κυρίως) σπίτι όπου ζει ή έζησε κάποιος με τους γονείς του. β2. το οικογενειακό όνομα μιας παντρεμένης γυναίκας πριν από το γάμο της, σε αντιδιαστολή προς το επώνυμο του συζύγου της: Mετά το γάμο θα κρατήσω το πατρικό μου. 2. που ανήκει στους προγόνους, που προέρχεται από αυτούς: Πατρική γη.
  • 8.
    1. αυτός πουέχει κοινό τόπο καταγωγής (χώρα, περιοχή, πόλη, χωριό) με κάποιον· συμπατριώτης, συμπολίτης, συγχωριανός: Συνάντησε στη Γερμανία / στην πόλη έναν πατριώτη του. Διαπίστωσαν ότι ήταν πατριώτες. || (οικ., στην κλητ.) προσφώνηση άγνωστου συνήθ. προσώπου: Γεια σου / καλημέρα πατριώτη. 2. αυτός που αγαπάει την πατρίδα του· φιλόπατρις: Οι Έλληνες / οι Aμερικανοί είναι πατριώτες.
  • 9.
    που ανήκει ήπου αναφέρεται στον πατριωτισμό, στην πατρίδα ή στον πατριώτη: Πατριωτικά τραγούδια / εμβατήρια / αισθήματα. ~ λόγος / ενθουσιασμός. Δημιουργήθηκε κλίμα πατριωτικής έξαρσης
  • 10.
    ονομασία που αποδίδει τησχέση του (δεύτερου ή τρίτου) συζύγου μιας γυναίκας, με τα παιδιά που αυτή απέκτησε από προηγούμενο γάμο: Ο πατριός φέρθηκε στα παιδιά σαν πραγματικός πατέρας.
  • 11.
    που έχει παραδοθεί,που έχει μεταβιβαστεί από τους προγενέστερους, από τους προγόνους στις επόμενες γενιές· (πρβ. παραδοσιακός): Πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα. Πατροπαράδοτες συνταγές για φαγητά / γλυκά.
  • 12.
    αυτός που σκότωσετον πατέρα του που προέρχεται, που σχηματίστηκε από το όνομα του πατέρα. || πατρωνυμικό όνομα και συνήθ. ως ουσ. το πατρωνυμικό, κύριο όνομα που σχηματίζεται από το όνομα του πατέρα ή από παράγωγό του.
  • 13.
    α. ο ιδρυτήςενός γένους, μιας φυλής κτλ., ο γενάρχης. β. (πληθ.) β1. οι πρόγονοι: Yπερασπίστηκαν τη γη των προπατόρων τους. β2. (εκκλ.) οι πρωτόπλαστοι, ο Aδάμ και η Εύα.
  • 14.
    για αδέλφια πουέχουν τον ίδιο πατέρα όχι όμως και την ίδια μητέρα· (πρβ. ετεροθαλής).
  • 15.
    αυτός που αγαπάειτην πατρίδα, τη χώρα του· πατριώτης: Σ΄ όλη του τη ζωή υπήρξε φλογερός πατριώτης. η αγάπη προς την πατρίδα· πατριωτισμός: Έδωσε δείγματα υψηλής φιλοπατρίας. που δεν έχει πατρίδα, συνήθ. ως χαρακτηρισμός του ανθρώπου που δρα αντίθετα στα συμφέροντα της πατρίδας του.
  • 16.
    1. η ιδιότητατου πατέρα: H γέννηση του παιδιού του του έδωσε τη χαρά της πατρότητας. 2. (μτφ.) η σχέση κάποιου προς ό,τι αυτός πρώτος δημιούργησε, επινόησε: Διεκδικώ την ~ μιας ιδέας / μιας εφεύρεσης. που έχει σχέση με τους πατέρες της εκκλησίας, που προέρχεται από αυτούς: Πατερική διδασκαλία. Πατερικά κείμενα. Πατερικές μελέτες
  • 17.
    Ο συγχωριανός, οσυμπολίτης 1. Με συμπεριφορά πατριώτη 2. (μτφ) με τρόπο πολύ σοβαρό: έχει πάρει το θέμα πατριωτικά. η ανιδιοτελής αγάπη για την πατρίδα, η φιλοπατρία: Aγνός / θερμός ~. Πολέμησε / μίλησε με πατριωτισμό.
  • 24.
  • 25.
    3. Σε ποιεςπεριπτώσεις και με ποια ειδικότερη σημασία χρησιμοποιούνται οι φράσεις;
  • 26.
    3. Σε ποιεςπεριπτώσεις και με ποια ειδικότερη σημασία χρησιμοποιούνται οι φράσεις; < λατινική pater familae, κατά λέξη πατήρ οικογενείας, αυτό που σήμερα θα λέγαμε ο αρχηγός της οικογενείας
  • 27.
    3. Σε ποιεςπεριπτώσεις και με ποια ειδικότερη σημασία χρησιμοποιούνται οι φράσεις; «Πατέρες της Εκκλησίας»
  • 28.
    3. Σε ποιεςπεριπτώσεις και με ποια ειδικότερη σημασία χρησιμοποιούνται οι φράσεις; «Πατέρες της Εκκλησίας» κληρικοί των πρώτων μεταχριστιανικών αιώνων που με τη διδασκαλία τους και με τα συγγράμματά τους θεμελίωσαν τα δόγματα της χριστιανικής θρησκείας· εκκλησιαστικοί πατέρες: H διδασκαλία / τα κείμενα των πατέρων http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/search.html?lq=%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%82&dq=
  • 29.
    3. Σε ποιεςπεριπτώσεις και με ποια ειδικότερη σημασία χρησιμοποιούνται οι φράσεις;
  • 30.
    3. Σε ποιεςπεριπτώσεις και με ποια ειδικότερη σημασία χρησιμοποιούνται οι φράσεις;
  • 31.
    3. Σε ποιεςπεριπτώσεις και με ποια ειδικότερη σημασία χρησιμοποιούνται οι φράσεις;
  • 32.
    3. Σε ποιεςπεριπτώσεις και με ποια ειδικότερη σημασία χρησιμοποιούνται οι φράσεις; αυτός που έχει ή που από παράδοση πρέπει να έχει την πνευματική καθοδήγηση κάποιου: Πνευματικός ~, εξομολογητής ή ανάδοχος http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/search.html?lq=%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B1%CF%82&dq=
  • 33.
    3. Σε ποιεςπεριπτώσεις και με ποια ειδικότερη σημασία χρησιμοποιούνται οι φράσεις;
  • 34.
    3. Σε ποιεςπεριπτώσεις και με ποια ειδικότερη σημασία χρησιμοποιούνται οι φράσεις; http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/search.html?lq=%22%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82+-%CE%AE+-%CF%8C%22&dq=