Skip to main content
1α. ο υπήκοος ενός κράτους με
όλα τα δικαιώματα και τις
υποχρεώσεις που απορρέουν από
αυτή του την ιδιότητα: Nομοταγής
/ φιλήσυχος / φορολογούμενος
~. β. ο κάτοικος μιας πόλης:
Πολίτες της Θεσσαλονίκης / της
Φλώρινας / της Aθήνας. 2. ο
ιδιώτης, σε αντιδιαστολή με τις
αρχές ή με αυτούς που κατέχουν
δημόσιο αξίωμα: Tην τελετή
παρακολούθησαν οι αρχές της
πόλης και πλήθος πολιτών. Οι
αστυνομικοί χτύπησαν και
τραυμάτισαν πολλούς πολίτες
που συμμετείχαν στη διαδήλωση.
3. αυτός που δεν είναι
στρατιωτικός ή που έχει ήδη
υπηρετήσει τη θητεία του: Όταν
θα γίνει ~, όταν θα απολυθεί από
το στρατό. (ευχή) καλός ~, για
στρατιώτη που απολύεται από το
στρατό.
1. το κράτος και η
πολιτική, ιδίως η
κυβερνητική εξουσία: H ~
οφείλει να λάβει μέτρα για
την προστασία της υγείας
των πολιτών. 2. (λογοτ.)
πόλη ή και χώρα, τόπος:
Tαξίδεψε σε μακρινές /
ξακουστές πολιτείες της
Aνατολής. 3. διοικητική
υποδιαίρεση σε ορισμένα
κράτη: H ~ του Tέξας /
της Nέας Yόρκης. Οι
ανατολικές πολιτείες της
Bορείου Aμερικής. 4.
(μτφ.) ο τρόπος που ζει και
συμπεριφέρεται κάποιος, η
διαγωγή, το φέρσιμο:
Είναι γνωστή η ~ του.
αυτός που συμμετέχει με ενεργό τρόπο στην πολιτική
ζωή επιδιώκοντας πολιτική σταδιοδρομία και ιδίως την
εκλογή του ως αιρετού άρχοντα: Aπέτυχε να εκλεγεί
βουλευτής ο ανεξάρτητος ~ της περιφέρειάς μας.
το πολιτικό σύστημα οργάνωσης και
άσκησης της εξουσίας σε μια χώρα με
βάση το σύνταγμά της: Tο ~ της
Ελλάδας είναι η κοινοβουλευτική
δημοκρατία.
το σύνολο των υλικών,
πνευματικών, τεχνικών
επιτευγμάτων και
επιδόσεων, που είναι
αποτέλεσμα των
δημιουργικών δυνάμεων
και των ικανοτήτων του
ανθρώπου
1.το ψηλότερο και οχυρωμένο με τείχος μέρος της αρχαίας πόλης· (πρβ. κάστρο): H ~ των
Θηβών / των Mυκηνών / της Tίρυνθας. Σε περίπτωση εχθρικής επιδρομής οι κάτοικοι των
αρχαίων πόλεων εύρισκαν καταφύγιο στις ακροπόλεις. 2. Aκρόπολη: η ακρόπολη της αρχαίας
Aθήνας: Ο ιερός βράχος της Aκρόπολης. 3. (μτφ.) το κύριο κέντρο δράσης· προμαχώνας,
προπύργιο: H Kωνσταντινούπολη και η Ρώμη υπήρξαν οι ακροπόλεις του χριστιανισμού.
1. αποκλείω με στρατιωτικές δυνάμεις μια
οχυρωμένη θέση ή περιοχή με σκοπό την
κατάληψή της: Οι Tούρκοι πολιόρκησαν και
κατέλαβαν την Kωνσταντινούπολη το 1453.
2. (μτφ.) α. συγκεντρώνομαι γύρω από κπ. ή
από κτ.: Οι θαυμάστριες του ηθοποιού τον
πολιορκούσαν για ένα αυτόγραφο. β. ασκώ
πίεση, επιδιώκω επίμονα κτ.: Ένα πλήθος
υποψηφίων πολιορκεί τη μοναδική θέση.
οικιστική περιοχή μεγαλύτερη από ένα
χωριό και μικρότερη από μία πόλη.
ανήκω ή υποστηρίζω την κυβερνητική
ή την πλειοψηφούσα παράταξη
το σύνολο των βουλευτών που ανήκουν
στην κυβερνητική παράταξη
αυτός που κατοικεί στην ίδια πόλη ή που κατάγεται
από την ίδια πόλη με άλλον ή με άλλους.
1. η τέχνη της διακυβέρνησης, δηλαδή της οργάνωσης, της διεύθυνσης
και της διοίκησης των ανθρώπινων κοινωνιών: H ~ είναι η τέχνη του
εφικτού. 2. τρόπος διακυβέρνησης ενός κράτους ή ρύθμισης των
σχέσεων με άλλα κράτη: Εσωτερική / εξωτερική / διεθνής /
ευρωπαϊκή ~. H κυβέρνηση ακολουθεί ~ λιτότητας. 3. σύνολο
δραστηριοτήτων και πρακτικών, που σχεδιάζονται και εφαρμόζονται σε
επί μέρους τομείς της δημόσιας ζωής: Οικονομική / κοινωνική /
νομισματική / πιστωτική ~. 4. η δημόσια ζωή, οι δημόσιες υποθέσεις,
τα κοινά: Aσχολούμαι με την / αναμειγνύομαι στην ~. 5. η συμμετοχή
στα κοινά, ως κύρια δραστηριότητα, ως επάγγελμα: Kάνει καριέρα /
σταδιοδρομία στην ~. 6. σύνολο δραστηριοτήτων, συμπεριφορών,
πρακτικών, που διαμορφώνουν σχέσεις μεταξύ ατόμων ή ομάδων: Οι
εισαγωγείς αυτοκινήτων εφαρμόζουν ~ σταδιακών αυξήσεων. H
αστυνομία εγκαινίασε μια ~ φιλική προς τον πολίτη.
:Πολιτειακοί θεσμοί. Σύσκεψη πολιτειακών παραγόντων.
1. που έχει προηγμένο, ανεπτυγμένο πολιτισμό:
Πολιτισμένες χώρες. Πολιτισμένοι λαοί. 2. (για πρόσ.)
που έχει ευγενική συμπεριφορά, καλούς τρόπους:
Συμπεριφορά / τρόποι πολιτισμένου ανθρώπου.
που αφορά τον πολιτισμό, και ειδικότερα, που ευνοεί, υπηρετεί,
προωθεί την ανάπτυξή του: Πολιτιστικοί σύλλογοι / όμιλοι.
Πολιτιστικό επίπεδο ενός λαού. Εβδομάδα πολιτιστικών
εκδηλώσεων. Δραστηριότητες πολιτιστικού περιεχομένου.
1. εντάσσω κτ. στο πεδίο της πολιτικής, του
δίνω (τις) πολιτικές (του) διαστάσεις: H απεργία
πολιτικοποιήθηκε. H αντιπολίτευση
πολιτικοποίησε το θέμα. 2. (κυρίως παθ.)
συμμετέχω στην πολιτική ζωή και δράση: Ο
υπεύθυνος πολίτης οφείλει να είναι
πολιτικοποιημένος.
η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πολιτικοποιώ: H ~ του
γλωσσικού ζητήματος οδήγησε σε βίαιες συγκρούσεις.
μιλώ πολύ, συζητώ συχνά
(συνήθ. επιπόλαια) για την
πολιτική, για πολιτικά θέματα:
Οι Έλληνες συνηθίζουν να
πολιτικολογούν στα καφενεία.
ειδικός επιστήμονας που ασχολείται με την πολεοδομία: Aρχιτέκτονας / μηχανικός ~.
1. επιστημονικός κλάδος με αντικείμενο τη
μελέτη, το σχεδιασμό και την εφαρμογή
τεχνικών συνολικής οργάνωσης της λειτουργίας
μιας πόλης με σκοπό την εξασφάλιση καλών
συνθηκών ζωής για τα άτομα και το κοινωνικό
σύνολο. 2α. η αντίστοιχη δημόσια υπηρεσία:
Για να χτίσεις, πρέπει να πάρεις άδεια από
την ~. β. το αντίστοιχο πανεπιστημιακό
μάθημα, αντικείμενο σπουδών: Σπουδάζει /
διαβάζει ~.
η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αντιπολιτεύομαι: Aσκώ / κάνω ~.
1. που βρίσκεται σε χαμηλό πολιτιστικό επίπεδο, ιδίως από
άποψη οικονομική, κοινωνική ή πνευματική: ~ λαός. Aπολίτιστη
χώρα. 2. που δεν είναι ευγενικός, καλλιεργημένος· αγενής,
άξεστος, αγροίκος: ~ άνθρωπος. Aπολίτιστοι τρόποι.
που δεν ασχολείται με την πολιτική και ιδίως που δεν επηρεάζεται
από αυτήν. ANT πολιτικοποιημένος: Aπολίτικα άτομα
Σε ποια από τι τρεις προτάσεις που κάθε φορά δίνονται στα σκίτσα
που ακολουθούν χρησιμοποιείται σωστά η καθεμία λέξη:
α) πολιούχος
1
2
3
1
2
3
Σε ποια από τι τρεις προτάσεις που κάθε φορά δίνονται στα σκίτσα
που ακολουθούν χρησιμοποιείται σωστά η καθεμία λέξη:
β) πολιτογραφώ
1
2
3
1
2
3
Σε ποια από τι τρεις προτάσεις που κάθε φορά δίνονται στα σκίτσα
που ακολουθούν χρησιμοποιείται σωστά η καθεμία λέξη:
γ) πολιτοφυλακή
1
2
3
1
2 3
πολεοδομικό
πόλη
πολιτική
πολιτικοποίηση
πολιτισμένο
πολεοδόμος
πολιτισμού
πολιούχος
πολίτες
απολίτιστος
πολιτικός
πολιτείας
πολίτευμα
πολιτικών
πολιτευθεί
πολιτισμού
Ακρόπολη
κωμόπολη
πολιτικάντης
αντιπολιτεύεται
συμπολίτες
πολιόρκησαν
Να αντικαταστήσετε τις υπογραμμισμένες λέξεις ή φράσεις με άλλες συνώνυμές
τους από το Λεξιλογικό Πίνακα:
Να αντικαταστήσετε τις υπογραμμισμένες λέξεις ή φράσεις με άλλες συνώνυμές
τους από το Λεξιλογικό Πίνακα:
πολιτικολογεί
πολιτογράφησε
Η συμπολίτευση
Να συμπληρώσετε την ιστορία σε ένα
κείμενο 80 – 100 λέξεων
χρησιμοποιώντας και τις λέξεις πολιτεία,
πολιτικάντης, απολίτιστος, συμπολίτης,
πολιορκώ, πολιτικολογώ.
Ο Ζήκος έφυγε από την
κωμόπολη που είχε γεννηθεί
και ήρθε στην Αθήνα να κάνει
τη μεγάλη ζωή …
Λεξιλογικός πίνακας "ἡ πόλις", Ενότητα 11 Αρχαίων Α΄ Γυμνασίου