ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ
Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά
το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους
όπου δεν ανέπνεε κανείς
πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό
κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους
που τους είχαν ξεχάσει
έπεφτε χιόνι
γυάλινος χαρτοπόλεμος
μάτωνε τις καρδιές
μια γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή
μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν δυο
εν δυο παγωμένα δόντια
Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι
αποκριάτικο
γεμάτο μίσος
το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα
μαχαιρωμένο
Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά.
Α. Γραμματολογική τοποθέτηση του έργου
Το ποίημα ανήκει στην ποιητική συλλογή Με το πρόσωπο στον τοίχο, που κυκλοφόρησε το 1952.
Στα ποιήματα της συλλογής αυτής έχουν περάσει οι εμπειρίες του ποιητή από τη στρατιωτική του
ζωή και την τραγωδία του εμφυλίου πολέμου (1946-1949). Για τον τίτλο της συλλογής ο Αλ.
Αργυρίου σημειώνει: «Η φράση υποδηλώνει αίσθημα τιμωρημένου παιδιού», ενώ ο Γ. Δάλλας
αναφέρει πως «σημαίνει αδιέξοδη κατάσταση από εξωτερική βία, αλλά και προσωπική αποδοχή:
θυμίζει ίσως στάση εκτελέσεων ή, πειστικότερα, αποστροφής στη φρίκη». Το θέμα του ποιήματος
(όπως και της συλλογής) κυμαίνεται ανάμεσα στις εμπειρίες του ποιητή και στα ποιητικά είδωλα
τους. Το ποίημα, δηλαδή, κινείται ανάμεσα σε δύο πραγματικότητες: η μία είναι η πραγματικότητα
Η Αποκριά
3
της αποκριάς. Σ’ αυτήν όμως εμπλέκεται η πραγματικότητα του εμφυλίου πολέμου και, γενικότερα,
της εφιαλτικής εποχής του.
Β. Ο τίτλος του ποιήματος
Μια πρώτη σημασιοδότηση του θέματος γίνεται με τον τίτλο Η Αποκριά. Σε ένα πρώτο επίπεδο, στο
κυριολεκτικό, ο τίτλος παραπέμπει στη διονυσιακή ατμόσφαιρα της γιορτής της Αποκριάς:
ξεφάντωμα, φυγή από τα προβλήματα της καθημερινότητας, μασκάρεμα, μεταμφίεση. Το δεύτερο
επίπεδο, το μεταφορικό, προβάλλει μετά την ανάγνωση ολόκληρου του ποιήματος και μόνο τότε
αναδεικνύεται η διπλή διάσταση του θέματος που είναι: α) η πραγματική αποκριά και β) η ποιητική
αποκριά. Αλλά γιατί ο ποιητής διάλεξε ειδικά τη γιορτή της Αποκριάς; Μια απάντηση είναι ότι όσα
συμβαίνουν στο ποίημα έχουν έναν πραγματικό κι έναν αντίθετο του πραγματικού, ένα
μεταμφιεσμένο χαρακτήρα. Αυτό σημαίνει πως ο Σαχτούρης δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στο
μασκάρεμα, στοιχείο που θα βοηθήσει στην προσέγγιση του ποιήματος.
Γ. Αφόρμηση - Ποιητική Πρόθεση
Βρισκόμαστε σε μια από τις απόκριες των χρόνων 1950-1. Η Ελλάδα έχει πρόσφατα βγει από την
οδύνη του εμφυλίου. Η ζωή μοιάζει να αποκτά ξανά τους κανονικούς της ρυθμούς, οι άνθρωποι με
τη γιορτή της αποκριάς ζητούν να αφεθούν στην ανέμελη χαρά, να παραδοθούν στο ξέφρενο γλέντι.
Ο ποιητής, όμως, υποψιασμένος, με τις ευαίσθητες κεραίες του, βλέπει πίσω από τη μάσκα της
ευφορίας μια αποκριά μίσους και αποσύνθεσης. Δεν αποδέχεται την ευδαιμονιστική φύση της που
καλύπτει έναν κατακρεουργημένο, σακατεμένο κόσμο. Ο διονυσιακός χαρακτήρας της αποκριάς
πυροδοτεί την ποιητική
Δ. Αφηγητής και Οπτική Γωνία
Ο αφηγητής, για να αποφύγει την προσωπική του μέθεξη και την αντίστοιχη συναισθηματική του
εμπλοκή, βάζει το θέμα απέναντι του και το αφηγείται. Το αφηγείται όπως το παρατηρεί η φαντασία
του: μετωπικά. Έτσι, ο μύθος της αφήγησης, ενώ δε χάνει σε ένταση και παραστατικότητα, κερδίζει
σε αντικειμενικότητα και καθαρή περιγραφή.
Ε. Διάρθρωση – Ενότητες
Η υπερρεαλιστική γραφή και η διπλή διάσταση στη θεματική του ποιήματος δεν επιτρέπουν μια
παραδοσιακή αντιμετώπιση όσον αφορά τη σύνθεση του ποιητικού υλικού. Εντούτοις, το ποίημα δε
στερείται αφηγηματικών ενοτήτων. Η ίδια η ποιητική σύνθεση παρουσιάζει τους δικούς της κανόνες
που την καθιστούν μια σύνθεση διπολική. Δεν μένει παρά να τους ανιχνεύσουμε:
Εξωτερικά το ποίημα αποτελείται από τις τρεις στροφές: η πρώτη έχει δεκατρείς (13) στίχους, η
δεύτερη πέντε (5) και η τρίτη δύο (2). Το υλικό δομείται σε δύο αφηγηματικές ενότητες: η πρώτη
εκτείνεται μεταξύ των ορίων μιας αστικής συνοικίας και του ουρανού (στ. 1-13). Τα γεγονότα -
επεισόδια διαδραματίζονται κατά τη διάρκεια μιας αποκριάτικης ημέρας. Η δεύτερη ενότητα
εκτείνεται αντιστρόφως μεταξύ ουρανού και γης (αλλά και θάλασσας). Το επεισόδιο της λαμβάνει
χώρα κατά τη διάρκεια της (αποκριάτικης) νύχτας, (στ. 14 -20 ). Η πρώτη είναι αυτή που συγκρατεί
το βάρος της αφήγησης, η δεύτερη είναι το συμπλήρωμα της: μια μυθιστορηματική προέκταση του
3
θέματος.
ΣΤ.Η διάρθρωση των εικόνων
Στο ποίημα έχουμε έξι διαδοχικές εικόνες, οι οποίες διαρθρώνονται ως εξής:
 Πρώτη: στ. 3-4· κύριο στοιχείο το γαϊδουράκι.
 Δεύτερη: στ. 5-7· κύριο στοιχείο τα πεθαμένα παιδιά.
 Τρίτη: στ. 8-9· κύριο στοιχείο ο γυάλινος χαρτοπόλεμος.
 Τέταρτη: στ. 10-11· κύριο στοιχείο μια γυναίκα γονατισμένη.
 Πέμπτη: στ. 12-13· κύριο στοιχείο οι στρατιώτες.
 Έκτη: στ. 14-18· κύριο στοιχείο το φεγγάρι.
Παρατηρούμε πως η συγκεκριμένη διάρθρωση με τη διαδοχή των εικόνων δίνει μια προοπτική στην
εξέλιξη της δράσης· συνακόλουθα, με τα εξελισσόμενα επεισόδια συνάπτεται και η παράλληλη
ανάπτυξη του χώρου και του χρόνου δράσης: «του χώρου που διαπλατύνεται, από τη συνοικία μιας
γιορτής (στ. 3) και τις υπονοούμενες πλατείες ή τους λόφους των παιδιών με τους χαρταετούς (στ.
6), στα χειμαζόμενα τοπία του χιονιού (στ. 7) και τα περάσματα στο βάθος του αφηγηματικού χώρου
των στρατιωτών (στ. 12) και ως πέρα στο λιμάνι και στη θάλασσα (στ. 17). Παρόμοια κλιμακώνεται
και ο χρόνος σε όλη τη διάρκεια μιας χιονισμένης μέρας (Φεβρουάριος, ο μήνας της Αποκριάς, στ.
3-13) έως τη νύχτα την ανέφελη με το φεγγάρι (στ. 14)».
Ζ. Η κίνηση της αφήγησης
Η κίνηση της αφήγησης είναι αμφίδρομη. Πραγματικά, η αφήγηση ανοίγει με μια κίνηση από κάτω
προς τα πάνω (από τη γη προς την περιοχή του ουρανού, στ. 3-5) και κλείνει με μια κίνηση
αντίστροφη από πάνω προς τα κάτω (από την περιοχή του ουρανού προς τη γη, στ. 14-18). Η
αμφίδρομη αυτή κίνηση συνδηλώνεται ρητά και άμεσα μεένα από τα κεντρικά επεισόδια του μύθου:
πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους
που τους είχαν ξεχάσει και υποδηλώνεται έμμεσα και στην επόμενη εικόνα: μία γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή (σα να προσβλέπει η γυναίκα στην περιοχή του ουρανού).
Η. Η κύκλια σύνθεση
Ταυτόχρονα, η κίνηση της αφήγησης είναι και κυκλική· με την επανάληψη των δύο πρώτων στίχων
στο τέλος του ποιήματος επισφραγίζεται και εξωτερικά από τον ποιητή μια τεχνική ποιητική
πανάρχαια: η κύκλια σύνθεση.
Αλλά ας δούμε ποια είναι η λειτουργία των στίχων αυτών στο ποίημα: Οι δύο πρώτοι στίχοι
συνιστούν ένα είδος εισαγωγής στο ποίημα, αποκαλύπτοντας τη διπλή διάσταση της θεματικής του.
Ο ποιητής μάς προειδοποιεί: Μακριά σ' έναν άλλο κόσμο γίνηκε αυτή η αποκριά. Ποια είναι αυτή η
αποκριά και γιατί γίνηκε μακριά σ' έναν άλλο κόσμο; Η δεικτική αντωνυμία λέγεται με έμφαση και
πιο πολύ με αντιδιαστολή: αυτή εδώ και όχι άλλη, η συγκεκριμένη, η επίκαιρα και ιστορικά
προσδιορισμένη αποκριά. Επίκαιρα, γιατί τη γνωρίζουμε ως έθιμο, ιστορικά γιατί αναφέρεται σε μια
μετεμφυλιακή αποκριά των χρόνων 1950-51. Ταυτόχρονα, με το επίρρημα μακριά και την αόριστη
αντωνυμία άλλο απομακρύνεται από τη γνώριμη και συγκεκριμένη πραγματικότητα, αλλοτριώνεται
ως θέμα από την κοσμική πηγή του. Ο ποιητής, δηλαδή, μας προειδοποιεί ότι οι εικόνες που θα
ακολουθήσουν κυμαίνονται σε δύο πραγματικότητες, μιας πραγματικής αποκριάς και του ποιητικού
3
της ειδώλου. Έτσι, οι δύο πρώτοι στίχοι λειτουργούν ως δείκτες και συγχρόνως ως προάγγελοι μιας
είδησης και του μηνύματος της. Από είδηση πεζής ζωής γίνεται μήνυμα και μύθος της ποιητικής
αφήγησης.
Θ. Οι δυο πραγματικότητες - Μια σύνθεση διπολική
Οι έξι εικόνες - επεισόδια του ποιήματος κυμαίνονται σε δύο πραγματικότητες, αυτή που ορίζεται
από την καθημερινότητα, την ιστορία, τη λογική και αυτή που ορίζεται από τη φαντασία, το ποιητικό
είδωλο, το παράλογο. Έτσι, έχουμε από τη μια:
α) Πραγματική Αποκριά
■ το γαϊδουράκι γύριζε στους δρόμους
■ παιδιά με τους χαρταετούς τους
■ έπεφτε χιόνι - χαρτοπόλεμος
■ το αποκριάτικο φεγγάρι
β) Ιστορικά προσδιορισμένη Αποκριά
■ έρημοι δρόμοι
■ πεθαμένα παιδιά
■ γυναίκα γονατισμένη
■ φάλαγγες στρατιώτες
Στην πραγματικότητα της αποκριάς με τα συστατικά της (γαϊδουράκι, παιδιά με χαρταετούς,
χαρτοπόλεμος) προστίθενται άλλα στοιχεία της πραγματικότητας κι όχι ποιητικά είδωλα (έρημοι
δρόμοι, γυναίκα, στρατιώτες) που έχουν ως αφετηρία τις εμπειρίες του ποιητή. Είναι, λοιπόν, μια,
σφραγισμένη από τις μνήμες του εμφυλίου, πολεμική αποκριά. Και μολαταύτα είναι μεταποιημένη,
ένα ποιητικό είδωλο, σα να συμβαίνει μακριά σ' έν' άλλο κόσμο:
Στο στίχο 13 έχουμε επίσης την εξής αμφισημία: α) Το φεγγάρι είναι γεμάτο μίσος γιατί κι αυτό
ακόμα έχει επηρεαστεί από την ατμόσφαιρα του εμφυλίου, β) Το φεγγάρι, που είναι ψηλά και βλέπει
όπως τα παιδιά τα όσα γίνονται, πρέπει να πάρει μια θέση. Αισθάνεται μίσος για τους αίτιους της
τραγωδίας· θα ήθελε να τους καταγγείλει και να τους τιμωρήσει. Γι' αυτό οι θύτες, οι αίτιοι και
συνάμα τα όργανα του κακού το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα. «Τελικά, το τοτέμ της μαγικής
αποκριάς, το φεγγάρι, γκρεμίζεται και αποκαθηλώνεται. Κι έτσι καταλύεται η ιδέα της χαράς ακόμη
και στην έσχατη καταφυγή της, που είναι ο ουρανός»
Ι. Η ολική μεταφορά της πραγματικότητας
Παρατηρήσαμε ότι στο ποίημα η συμβατική παράσταση της πραγματικότητας ανατρέπεται ή
επικαλύπτεται από μιαν άλλη που αναδύεται από το υποσυνείδητο του ποιητή και αποδίδεται με τους
«καθρέπτες» του νεοϋπερρεαλισμού. Η πραγματικότητα που ανατρέπεται ή επικαλύπτεται δεν
λέγεται, αλλά συμπεραίνεται από τον αναγνώστη. Έτσι έχουμε:
3
Η ειρήνη, η ζωή, η γιορτή βρίσκονται τελικά έξω από το ποίημα. Ο ποιητής τα επικάλυψε με μια
ολική μεταφορά, που παίρνει τη θέση της πραγματικής κατάστασης. Τελικά - και αυτό
επιβεβαιώνει η κύκλια σύνθεση - Μακριά σ' εν' άλλο κόσμο γίνηκε αυτή η αποκριά.
ΙΑ. Ερμηνευτική προσέγγιση
Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά
το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους
όπου δεν ανέπνεε κανείς
πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό
κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους
που τους είχαν ξεχάσει
Ο ποιητής μεταθέτει τοπικά, σ’ έναν άλλο κόσμο, τα γεγονότα που θα περιγράψει, εκφράζοντας έτσι
τη διάθεση απώθησης της φρικτής αυτής εμπειρίας. Τη στιγμή που συνθέτει το ποίημά του τον
χωρίζουν λίγα μόλις χρόνια από τα γεγονότα της αποκριάς αυτής, εντούτοις, τα παρουσιάζει σα να
έχουν συμβεί σε μια άλλη εποχή, σ’ έναν άλλο κόσμο, όπως ακριβώς κάθε άνθρωπος επιχειρεί να
αφήσει στο παρελθόν και να ξεχάσει κάθε δυσάρεστη εμπειρία.
Η πρώτη εικόνα του ποιήματος με το γαϊδουράκι που γυρίζει μέσα στους έρημους δρόμους είναι
ρεαλιστική και αποδίδει το σκηνικό εγκατάλειψης κι ερήμωσης που επικρατούσε σε πόλεις και χωριά
της Ελλάδας. Η χώρα μετρούσε ήδη πολλές απώλειες από τα χρόνια της κατοχής, κατάσταση που
επιδεινώθηκε με τις συγκρούσεις και τις τυφλές δολοφονίες του εμφυλίου. Δεν ήταν, άλλωστε, λίγες
οι φορές που οι κάτοικοι μιας περιοχής την εγκατέλειπαν -προσωρινά έστω- γνωρίζοντας πως
επίκειται εχθρική επιδρομή από την αντίπαλη παράταξη.
Ο τέταρτος στίχος «όπου δεν ανέπνεε κανείς» επιτείνει την αίσθηση του θανάτου και με την
απολυτότητά του, δημιουργεί ένα μακάβριο σκηνικό, όπου ένα γαϊδουράκι, χωρίς κανείς να το
οδηγεί, περπατά σε μια περιοχή, που δε ζει πια κανείς.
Η κυριαρχία του θανάτου επιβεβαιώνεται και με την εικόνα που ολοκληρώνει την πρώτη στροφή.
Παιδιά πεθαμένα ανεβαίνουν στον ουρανό και κατεβαίνουν μόλις για μια στιγμή για να πάρουν τους
αετούς τους, που τους είχαν ξεχάσει.
Η εικόνα των παιδιών που ανεβαίνουν στον ουρανό, αν και δεν αντιστοιχεί προς την πραγματικότητα,
παρουσιάζει ωστόσο την κρυφή επιθυμία του ποιητή πως τα αθώα θύματα του εμφυλίου και της
κατοχής θα διατηρήσουν την παιδική τους ψυχή και τη διάθεσή τους για παιχνίδι, ακόμη και στο
ύστατο ταξίδι τους.
Τα πεθαμένα παιδιά και η πλήρης απουσία ζωής στην περιοχή όπου το γαϊδουράκι τριγυρίζει μόνο
του, μας παραπέμπουν περισσότερο σε αποτρόπαιες εικόνες όπου οι Γερμανοί κατακτητές είχαν
προχωρήσει σε μαζικές εκτελέσεις πληθυσμών, μη εξαιρώντας τα παιδιά και τις γυναίκες.
δρόμους γεμάτους κόσμο VS έρημους δρόμους
Ζωή VS δεν ανέπνεε κανείς
ζωηρά, χαρούμενα παιδιά VS πεθαμένα παιδιά
Χαρτοπόλεμο VS γυάλινο χαρτοπόλεμο
γυναίκα με τρυφερότητα VS γυναίκα σα νεκρή
ελευθερία και ειρήνη VS στρατιώτες με παγωμένα δόντια
φεγγάρι που φωτίζει και ομορφαίνει τη
νύχτα
VS γεμάτο μίσος, μαχαιρωμένο
3
Οι θάνατοι των παιδιών, πάντως, που θα μπορούσαν να είναι αποτέλεσμα της πείνας και του κρύου
-παράπλευρες απώλειες μιας εξαθλιωμένης χώρας- δίνονται από τον ποιητή με τρόπο που να μη
συνδέει τα παιδιά με τη μακάβρια εικόνα του θανάτου. Τα παιδιά πετούν, ανεβαίνουν προς τον
ουρανό, όπως ακριβώς στην ηλικία τους νομίζουν πως συμβαίνει όταν κάποιος πεθαίνει. Ο ποιητής
τα διασώζει έτσι από την πραγματική εικόνα του θανάτου και τους επιτρέπει μιαν υπέρβαση, αντάξια
της αθώας ψυχής τους.
έπεφτε χιόνι
γυάλινος χαρτοπόλεμος
μάτωνε τις καρδιές
μια γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή
μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν δυο
εν δυο παγωμένα δόντια
Το χιόνι είναι σα γυάλινος χαρτοπόλεμος -συνειρμική σύνδεση με την αποκριά- που ματώνει τις
καρδιές. Το κρύο εκείνων των φονικών χειμώνων, παίρνει ζωές και συνάμα αντικατοπτρίζει τη
συναισθηματική κατάσταση των ανθρώπων της εποχής. Η παγωνιά που επικρατεί έξω είναι ίδια με
την παγωνιά που επικρατεί στις ψυχές των ανθρώπων.
Αντιμέτωπη με το φονικό καιρό και με τη φονική δράση των ανθρώπων, μια γυναίκα γονατισμένη
αναστρέφει τα μάτια της σα νεκρή. Ενώ το βλέμμα της θα μπορούσε να υποδηλώνει μιαν ικεσία, μια
παράκληση προς το Θεό, η απουσία ζωής τονίζει την απουσία ελπίδας. Η γυναίκα αυτή που
αντικρίζει παντού το θάνατο γύρω της, δεν έχει πια τη δύναμη να ζητήσει βοήθεια, δεν έχει πια την
πίστη πως μπορεί να λάβει βοήθεια από κάπου. Έτσι, με την απονεκρωμένη ματιά της -όπως
απονεκρωμένη είναι κι η ψυχή της- αντιπροσωπεύει τους περισσότερους ανθρώπους της εποχής, που
ζούσαν τον εφιάλτη του πολέμου, μη έχοντας πια καμία ελπίδα και καμία δύναμη να αντιδράσουν.
Η μόνη κίνηση, που υποδηλώνει την ύπαρξη ζωής, είναι οι στρατιώτες, οι φορείς του θανάτου, που
περνούν συγκροτημένοι σε φάλαγγες με στρατιωτικό βηματισμό, υποφέροντας κι εκείνοι απ’ το
κρύο. Η αναφορά στα «παγωμένα δόντια» λειτουργεί εν μέρει κυριολεκτικά μιας και το σκηνικό στο
οποίο εκτυλίσσονται τα γεγονότα του ποιήματος είναι χειμωνιάτικο, εντούτοις δεν μπορούμε να
παραβλέψουμε και την υπονοούμενη αναφορά στις παγωμένες ψυχές των στρατιωτών, που
σκορπούν το θάνατο, χωρίς συναίσθηση της συμφοράς που προκαλούν.
Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι
αποκριάτικο
γεμάτο μίσος
το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα
μαχαιρωμένο
Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά.
Η τελευταία στροφή του ποιήματος περιλαμβάνει την πιο σημαντική εικόνα του ποιήματος, η οποία
αναδεικνύει με ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο το μίσος που έχει τυφλώσει τους ανθρώπους. Μόλις
βγαίνει στο νυχτερινό ουρανό το αποκριάτικο φεγγάρι, οι άνθρωποι το δένουν και το πετούν στη
θάλασσα μαχαιρωμένο.
3
Το φεγγάρι, που με την επιβλητική παρουσία του στον ουρανό, αποτελεί μια καίρια υπενθύμιση της
μηδαμινότητας των ανθρώπων και συνάμα της κοινής πορείας τους, δεν γίνεται ανεκτό πια. Οι
άνθρωποι αδιαφορούν για όσα τους ενώνουν, αδιαφορούν απέναντι στο γεγονός πως επί της ουσίας
είναι όλοι ίσοι κι εξίσου ασήμαντοι μπροστά στην απεραντοσύνη του σύμπαντος.
Το μίσος που κατακλύζει τις ψυχές τους, τους ωθεί να βλέπουν παντού εχθρούς, γι’ αυτό και
αντικρίζοντας το φεγγάρι θεωρούν πως είναι εχθρικό, πως είναι γεμάτο μίσος γι’ αυτούς και φυσικά
για τις επονείδιστες πράξεις τους. Ό,τι μπορούν μεταξύ τους να το αιτιολογούν και να το
εκλογικεύουν, δε θα μπορούσαν ποτέ να το υποστηρίξουν απέναντι σ’ έναν αντικειμενικό
παρατηρητή, απέναντι σε κάποιον που με φρίκη αντικρίζει τον παραλογισμό του εμφυλίου πολέμου.
Έτσι, μαχαιρώνουν το φεγγάρι και το πετούν στη θάλασσα, μη επιτρέποντας την ύπαρξη κανενός
κριτή και κανενός παρατηρητή για τις πράξεις τους.
Το φεγγάρι, που θα μπορούσε να είναι η έσχατη ευκαιρία για να συνειδητοποιήσουν οι άνθρωποι
πόσο έχουν χάσει τον έλεγχο των πράξεών τους, πόσο έχουν αφήσει το μίσος να θολώσει την κρίση
τους, φονεύεται, καθώς οι άνθρωποι προτιμούν να εθελοτυφλούν μπροστά στις αλήθειες της ζωής.
Το ποίημα κλείνει με σχήμα κύκλου, καθώς ο ποιητής επαναλαμβάνει τους πρώτους στίχους,
τονίζοντας για μιαν ακόμη φορά πως η αποκριά αυτή συνέβη μακριά σ’ έναν άλλο κόσμο.
Σ’ έναν άλλο κόσμο οι Έλληνες μπλέχτηκαν σ’ έναν αδελφοκτόνο και ανελέητο εμφύλιο πόλεμο, σε
μιαν άλλη εποχή οι Έλληνες τυφλώθηκαν τόσο πολύ από το μίσος τους, ώστε να προκαλέσουν έναν
τόσο αιματηρό διχασμό.
ΙΒ. Τελική αποτίμηση
Για την Αποκριά η Νόρα Αναγνωστάκη γράφει: «Όλα έχουν αναποδογυρίσει τα πάνω-κάτω. Η
τάξη των πραγμάτων που ξέραμε έχει ανατραπεί συθέμελα. Μ' όλα αυτά τα παράλογα λόγια, αυτή η
τρομερή αλήθεια λέγεται. Κι η πεμπτουσία αυτής της αλήθειας, όπως δίνεται στο καταπληκτικό
ποίημα Η Αποκριά. Η κατάλυση κάθε εορταστικού χαρακτήρα σ' ό,τι ο άνθρωπος συνήθιζε να
πιστεύει σαν αποκορύφωμα της ανέμελης χαράς: τη γιορτή της Αποκριάς. Σ' αυτή τη γιορτή συνήθως
όλοι μεταμφιέζονται. Ο Σαχτούρης μεταμφιέζει αυτή την ίδια τη γιορτή από εορταστική σε
επικήδεια. Η μεταμφίεση που κάνει ο ποιητής στην Αποκριά είναι παραπλανητική. Η «μάσκα» της
Αποκριάς του είναι η ίδια η ζωή όπως τη βλέπει εκείνος»
373
Η νεοϋπερρεαλιστική ποίηση (ΕΙΣΑΓΩΓΗ)
Οι ποιητές που ανήκουν στην τάση αυτή έμειναν ανεπηρέαστοι από τις ιδεολογικές διαμάχες της
εποχής τους και τους φανατισμούς, όχι όμως και από το δράμα που εκτυλισσόταν γύρω τους.
Υπόστρωμα και αυτής της ποίησης, στους κυριότερους τουλάχιστον εκπροσώπους της, είναι η
κατοχική και η μετακατοχική περίοδος, απαλλαγμένη όμως από καθετί το επικαιρικό. Γενικότερα, η
μεταπολεμική υπερρεαλιστική ποίηση αφομοιώνει, ανανεώνει και προωθεί σημαντικά την
υπερρεαλιστική του μεσοπολέμου. Οι μεταπολεμικοί δηλαδή υπερρεαλιστές είναι στην αρχή
επηρεασμένοι από την ποίηση του Εμπειρίκου, του Εγγονόπουλου και, εν μέρει, του Ελύτη. Βαθμιαία
όμως θα διαμορφώσουν τη δική τους ποιητική και θα διαφοροποιηθούν.
Οι βασικές τους διαφορές εντοπίζονται κυρίως στη γλώσσα και τη θεματογραφία. Ο μεσοπολεμικός
υπερρεαλιστής ρίχνει όλο του το βάρος στη γλώσσα και προσπαθεί, καταφεύγοντας στις γνωστές
μεθόδους του υπερρεαλισμού, να εντυπωσιάσει. Αντίθετα, ο μεταπολεμικός υπερρεαλιστής,
επηρεασμένος και από τη γύρω του πραγματικότητα, δεν θεωρεί τη γλώσσα ως μέσο με το οποίο θα
προκαλέσει έκπληξη, αλλά ως όργανο που θα τον βοηθήσει να συλλάβει και να εκφράσει τη γύρω
του εφιαλτική πραγματικότητα. Η στάση επίσης των μεσοπολεμικώνυπερρεαλιστώνείναι σεγενικές
γραμμές, και στην αρχική φάση της ποίησής τους, αισιόδοξη απέναντι στη ζωή. Οι μεταπολεμικοί
υπερρεαλιστές, αντίθετα, χωρίς να μένουν ανεπηρέαστοι από αυτή τη διάθεση, σιγά σιγά, κάτω από
την επίδραση των δραματικών γεγονότων της εποχής τους, αποκτούν μια τραγική αίσθηση της ζωής,
που στα βαθύτερα συστατικά της θα περάσει στην ποίησή τους. Γενικά, η νεοϋπερρεαλιστική ποίηση
δεν διαφοροποιείται μόνο από την αντίστοιχή της του Μεσοπολέμου,αλλά και από την αντιστασιακή
και την υπαρξιακή. Η αντιστασιακή κινδυνεύει από εξωαισθητικές και ιδεολογικές σκοπιμότητες. Η
υπαρξιακή φαίνεται να χάνει την επαφή της με τα πράγματα και να ρέπει προς μια ιδεαλιστική
διάχυση. Αντίθετα, η νεοϋπερρεαλιστική ποίηση κατόρθωσε να κρατηθεί, απαλλαγμένη από
οποιεσδήποτε προκαταλήψεις ή επιρροές, μέσα στα πράγματα.

μίλτος σαχτούρης η αποκριά

  • 1.
    ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ Μακριά σ’έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή η αποκριά το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους όπου δεν ανέπνεε κανείς πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους που τους είχαν ξεχάσει έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος μάτωνε τις καρδιές μια γυναίκα γονατισμένη ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν δυο εν δυο παγωμένα δόντια Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι αποκριάτικο γεμάτο μίσος το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα μαχαιρωμένο Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή η αποκριά. Α. Γραμματολογική τοποθέτηση του έργου Το ποίημα ανήκει στην ποιητική συλλογή Με το πρόσωπο στον τοίχο, που κυκλοφόρησε το 1952. Στα ποιήματα της συλλογής αυτής έχουν περάσει οι εμπειρίες του ποιητή από τη στρατιωτική του ζωή και την τραγωδία του εμφυλίου πολέμου (1946-1949). Για τον τίτλο της συλλογής ο Αλ. Αργυρίου σημειώνει: «Η φράση υποδηλώνει αίσθημα τιμωρημένου παιδιού», ενώ ο Γ. Δάλλας αναφέρει πως «σημαίνει αδιέξοδη κατάσταση από εξωτερική βία, αλλά και προσωπική αποδοχή: θυμίζει ίσως στάση εκτελέσεων ή, πειστικότερα, αποστροφής στη φρίκη». Το θέμα του ποιήματος (όπως και της συλλογής) κυμαίνεται ανάμεσα στις εμπειρίες του ποιητή και στα ποιητικά είδωλα τους. Το ποίημα, δηλαδή, κινείται ανάμεσα σε δύο πραγματικότητες: η μία είναι η πραγματικότητα Η Αποκριά
  • 2.
    3 της αποκριάς. Σ’αυτήν όμως εμπλέκεται η πραγματικότητα του εμφυλίου πολέμου και, γενικότερα, της εφιαλτικής εποχής του. Β. Ο τίτλος του ποιήματος Μια πρώτη σημασιοδότηση του θέματος γίνεται με τον τίτλο Η Αποκριά. Σε ένα πρώτο επίπεδο, στο κυριολεκτικό, ο τίτλος παραπέμπει στη διονυσιακή ατμόσφαιρα της γιορτής της Αποκριάς: ξεφάντωμα, φυγή από τα προβλήματα της καθημερινότητας, μασκάρεμα, μεταμφίεση. Το δεύτερο επίπεδο, το μεταφορικό, προβάλλει μετά την ανάγνωση ολόκληρου του ποιήματος και μόνο τότε αναδεικνύεται η διπλή διάσταση του θέματος που είναι: α) η πραγματική αποκριά και β) η ποιητική αποκριά. Αλλά γιατί ο ποιητής διάλεξε ειδικά τη γιορτή της Αποκριάς; Μια απάντηση είναι ότι όσα συμβαίνουν στο ποίημα έχουν έναν πραγματικό κι έναν αντίθετο του πραγματικού, ένα μεταμφιεσμένο χαρακτήρα. Αυτό σημαίνει πως ο Σαχτούρης δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στο μασκάρεμα, στοιχείο που θα βοηθήσει στην προσέγγιση του ποιήματος. Γ. Αφόρμηση - Ποιητική Πρόθεση Βρισκόμαστε σε μια από τις απόκριες των χρόνων 1950-1. Η Ελλάδα έχει πρόσφατα βγει από την οδύνη του εμφυλίου. Η ζωή μοιάζει να αποκτά ξανά τους κανονικούς της ρυθμούς, οι άνθρωποι με τη γιορτή της αποκριάς ζητούν να αφεθούν στην ανέμελη χαρά, να παραδοθούν στο ξέφρενο γλέντι. Ο ποιητής, όμως, υποψιασμένος, με τις ευαίσθητες κεραίες του, βλέπει πίσω από τη μάσκα της ευφορίας μια αποκριά μίσους και αποσύνθεσης. Δεν αποδέχεται την ευδαιμονιστική φύση της που καλύπτει έναν κατακρεουργημένο, σακατεμένο κόσμο. Ο διονυσιακός χαρακτήρας της αποκριάς πυροδοτεί την ποιητική Δ. Αφηγητής και Οπτική Γωνία Ο αφηγητής, για να αποφύγει την προσωπική του μέθεξη και την αντίστοιχη συναισθηματική του εμπλοκή, βάζει το θέμα απέναντι του και το αφηγείται. Το αφηγείται όπως το παρατηρεί η φαντασία του: μετωπικά. Έτσι, ο μύθος της αφήγησης, ενώ δε χάνει σε ένταση και παραστατικότητα, κερδίζει σε αντικειμενικότητα και καθαρή περιγραφή. Ε. Διάρθρωση – Ενότητες Η υπερρεαλιστική γραφή και η διπλή διάσταση στη θεματική του ποιήματος δεν επιτρέπουν μια παραδοσιακή αντιμετώπιση όσον αφορά τη σύνθεση του ποιητικού υλικού. Εντούτοις, το ποίημα δε στερείται αφηγηματικών ενοτήτων. Η ίδια η ποιητική σύνθεση παρουσιάζει τους δικούς της κανόνες που την καθιστούν μια σύνθεση διπολική. Δεν μένει παρά να τους ανιχνεύσουμε: Εξωτερικά το ποίημα αποτελείται από τις τρεις στροφές: η πρώτη έχει δεκατρείς (13) στίχους, η δεύτερη πέντε (5) και η τρίτη δύο (2). Το υλικό δομείται σε δύο αφηγηματικές ενότητες: η πρώτη εκτείνεται μεταξύ των ορίων μιας αστικής συνοικίας και του ουρανού (στ. 1-13). Τα γεγονότα - επεισόδια διαδραματίζονται κατά τη διάρκεια μιας αποκριάτικης ημέρας. Η δεύτερη ενότητα εκτείνεται αντιστρόφως μεταξύ ουρανού και γης (αλλά και θάλασσας). Το επεισόδιο της λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια της (αποκριάτικης) νύχτας, (στ. 14 -20 ). Η πρώτη είναι αυτή που συγκρατεί το βάρος της αφήγησης, η δεύτερη είναι το συμπλήρωμα της: μια μυθιστορηματική προέκταση του
  • 3.
    3 θέματος. ΣΤ.Η διάρθρωση τωνεικόνων Στο ποίημα έχουμε έξι διαδοχικές εικόνες, οι οποίες διαρθρώνονται ως εξής:  Πρώτη: στ. 3-4· κύριο στοιχείο το γαϊδουράκι.  Δεύτερη: στ. 5-7· κύριο στοιχείο τα πεθαμένα παιδιά.  Τρίτη: στ. 8-9· κύριο στοιχείο ο γυάλινος χαρτοπόλεμος.  Τέταρτη: στ. 10-11· κύριο στοιχείο μια γυναίκα γονατισμένη.  Πέμπτη: στ. 12-13· κύριο στοιχείο οι στρατιώτες.  Έκτη: στ. 14-18· κύριο στοιχείο το φεγγάρι. Παρατηρούμε πως η συγκεκριμένη διάρθρωση με τη διαδοχή των εικόνων δίνει μια προοπτική στην εξέλιξη της δράσης· συνακόλουθα, με τα εξελισσόμενα επεισόδια συνάπτεται και η παράλληλη ανάπτυξη του χώρου και του χρόνου δράσης: «του χώρου που διαπλατύνεται, από τη συνοικία μιας γιορτής (στ. 3) και τις υπονοούμενες πλατείες ή τους λόφους των παιδιών με τους χαρταετούς (στ. 6), στα χειμαζόμενα τοπία του χιονιού (στ. 7) και τα περάσματα στο βάθος του αφηγηματικού χώρου των στρατιωτών (στ. 12) και ως πέρα στο λιμάνι και στη θάλασσα (στ. 17). Παρόμοια κλιμακώνεται και ο χρόνος σε όλη τη διάρκεια μιας χιονισμένης μέρας (Φεβρουάριος, ο μήνας της Αποκριάς, στ. 3-13) έως τη νύχτα την ανέφελη με το φεγγάρι (στ. 14)». Ζ. Η κίνηση της αφήγησης Η κίνηση της αφήγησης είναι αμφίδρομη. Πραγματικά, η αφήγηση ανοίγει με μια κίνηση από κάτω προς τα πάνω (από τη γη προς την περιοχή του ουρανού, στ. 3-5) και κλείνει με μια κίνηση αντίστροφη από πάνω προς τα κάτω (από την περιοχή του ουρανού προς τη γη, στ. 14-18). Η αμφίδρομη αυτή κίνηση συνδηλώνεται ρητά και άμεσα μεένα από τα κεντρικά επεισόδια του μύθου: πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους που τους είχαν ξεχάσει και υποδηλώνεται έμμεσα και στην επόμενη εικόνα: μία γυναίκα γονατισμένη ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή (σα να προσβλέπει η γυναίκα στην περιοχή του ουρανού). Η. Η κύκλια σύνθεση Ταυτόχρονα, η κίνηση της αφήγησης είναι και κυκλική· με την επανάληψη των δύο πρώτων στίχων στο τέλος του ποιήματος επισφραγίζεται και εξωτερικά από τον ποιητή μια τεχνική ποιητική πανάρχαια: η κύκλια σύνθεση. Αλλά ας δούμε ποια είναι η λειτουργία των στίχων αυτών στο ποίημα: Οι δύο πρώτοι στίχοι συνιστούν ένα είδος εισαγωγής στο ποίημα, αποκαλύπτοντας τη διπλή διάσταση της θεματικής του. Ο ποιητής μάς προειδοποιεί: Μακριά σ' έναν άλλο κόσμο γίνηκε αυτή η αποκριά. Ποια είναι αυτή η αποκριά και γιατί γίνηκε μακριά σ' έναν άλλο κόσμο; Η δεικτική αντωνυμία λέγεται με έμφαση και πιο πολύ με αντιδιαστολή: αυτή εδώ και όχι άλλη, η συγκεκριμένη, η επίκαιρα και ιστορικά προσδιορισμένη αποκριά. Επίκαιρα, γιατί τη γνωρίζουμε ως έθιμο, ιστορικά γιατί αναφέρεται σε μια μετεμφυλιακή αποκριά των χρόνων 1950-51. Ταυτόχρονα, με το επίρρημα μακριά και την αόριστη αντωνυμία άλλο απομακρύνεται από τη γνώριμη και συγκεκριμένη πραγματικότητα, αλλοτριώνεται ως θέμα από την κοσμική πηγή του. Ο ποιητής, δηλαδή, μας προειδοποιεί ότι οι εικόνες που θα ακολουθήσουν κυμαίνονται σε δύο πραγματικότητες, μιας πραγματικής αποκριάς και του ποιητικού
  • 4.
    3 της ειδώλου. Έτσι,οι δύο πρώτοι στίχοι λειτουργούν ως δείκτες και συγχρόνως ως προάγγελοι μιας είδησης και του μηνύματος της. Από είδηση πεζής ζωής γίνεται μήνυμα και μύθος της ποιητικής αφήγησης. Θ. Οι δυο πραγματικότητες - Μια σύνθεση διπολική Οι έξι εικόνες - επεισόδια του ποιήματος κυμαίνονται σε δύο πραγματικότητες, αυτή που ορίζεται από την καθημερινότητα, την ιστορία, τη λογική και αυτή που ορίζεται από τη φαντασία, το ποιητικό είδωλο, το παράλογο. Έτσι, έχουμε από τη μια: α) Πραγματική Αποκριά ■ το γαϊδουράκι γύριζε στους δρόμους ■ παιδιά με τους χαρταετούς τους ■ έπεφτε χιόνι - χαρτοπόλεμος ■ το αποκριάτικο φεγγάρι β) Ιστορικά προσδιορισμένη Αποκριά ■ έρημοι δρόμοι ■ πεθαμένα παιδιά ■ γυναίκα γονατισμένη ■ φάλαγγες στρατιώτες Στην πραγματικότητα της αποκριάς με τα συστατικά της (γαϊδουράκι, παιδιά με χαρταετούς, χαρτοπόλεμος) προστίθενται άλλα στοιχεία της πραγματικότητας κι όχι ποιητικά είδωλα (έρημοι δρόμοι, γυναίκα, στρατιώτες) που έχουν ως αφετηρία τις εμπειρίες του ποιητή. Είναι, λοιπόν, μια, σφραγισμένη από τις μνήμες του εμφυλίου, πολεμική αποκριά. Και μολαταύτα είναι μεταποιημένη, ένα ποιητικό είδωλο, σα να συμβαίνει μακριά σ' έν' άλλο κόσμο: Στο στίχο 13 έχουμε επίσης την εξής αμφισημία: α) Το φεγγάρι είναι γεμάτο μίσος γιατί κι αυτό ακόμα έχει επηρεαστεί από την ατμόσφαιρα του εμφυλίου, β) Το φεγγάρι, που είναι ψηλά και βλέπει όπως τα παιδιά τα όσα γίνονται, πρέπει να πάρει μια θέση. Αισθάνεται μίσος για τους αίτιους της τραγωδίας· θα ήθελε να τους καταγγείλει και να τους τιμωρήσει. Γι' αυτό οι θύτες, οι αίτιοι και συνάμα τα όργανα του κακού το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα. «Τελικά, το τοτέμ της μαγικής αποκριάς, το φεγγάρι, γκρεμίζεται και αποκαθηλώνεται. Κι έτσι καταλύεται η ιδέα της χαράς ακόμη και στην έσχατη καταφυγή της, που είναι ο ουρανός» Ι. Η ολική μεταφορά της πραγματικότητας Παρατηρήσαμε ότι στο ποίημα η συμβατική παράσταση της πραγματικότητας ανατρέπεται ή επικαλύπτεται από μιαν άλλη που αναδύεται από το υποσυνείδητο του ποιητή και αποδίδεται με τους «καθρέπτες» του νεοϋπερρεαλισμού. Η πραγματικότητα που ανατρέπεται ή επικαλύπτεται δεν λέγεται, αλλά συμπεραίνεται από τον αναγνώστη. Έτσι έχουμε:
  • 5.
    3 Η ειρήνη, ηζωή, η γιορτή βρίσκονται τελικά έξω από το ποίημα. Ο ποιητής τα επικάλυψε με μια ολική μεταφορά, που παίρνει τη θέση της πραγματικής κατάστασης. Τελικά - και αυτό επιβεβαιώνει η κύκλια σύνθεση - Μακριά σ' εν' άλλο κόσμο γίνηκε αυτή η αποκριά. ΙΑ. Ερμηνευτική προσέγγιση Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή η αποκριά το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους όπου δεν ανέπνεε κανείς πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους που τους είχαν ξεχάσει Ο ποιητής μεταθέτει τοπικά, σ’ έναν άλλο κόσμο, τα γεγονότα που θα περιγράψει, εκφράζοντας έτσι τη διάθεση απώθησης της φρικτής αυτής εμπειρίας. Τη στιγμή που συνθέτει το ποίημά του τον χωρίζουν λίγα μόλις χρόνια από τα γεγονότα της αποκριάς αυτής, εντούτοις, τα παρουσιάζει σα να έχουν συμβεί σε μια άλλη εποχή, σ’ έναν άλλο κόσμο, όπως ακριβώς κάθε άνθρωπος επιχειρεί να αφήσει στο παρελθόν και να ξεχάσει κάθε δυσάρεστη εμπειρία. Η πρώτη εικόνα του ποιήματος με το γαϊδουράκι που γυρίζει μέσα στους έρημους δρόμους είναι ρεαλιστική και αποδίδει το σκηνικό εγκατάλειψης κι ερήμωσης που επικρατούσε σε πόλεις και χωριά της Ελλάδας. Η χώρα μετρούσε ήδη πολλές απώλειες από τα χρόνια της κατοχής, κατάσταση που επιδεινώθηκε με τις συγκρούσεις και τις τυφλές δολοφονίες του εμφυλίου. Δεν ήταν, άλλωστε, λίγες οι φορές που οι κάτοικοι μιας περιοχής την εγκατέλειπαν -προσωρινά έστω- γνωρίζοντας πως επίκειται εχθρική επιδρομή από την αντίπαλη παράταξη. Ο τέταρτος στίχος «όπου δεν ανέπνεε κανείς» επιτείνει την αίσθηση του θανάτου και με την απολυτότητά του, δημιουργεί ένα μακάβριο σκηνικό, όπου ένα γαϊδουράκι, χωρίς κανείς να το οδηγεί, περπατά σε μια περιοχή, που δε ζει πια κανείς. Η κυριαρχία του θανάτου επιβεβαιώνεται και με την εικόνα που ολοκληρώνει την πρώτη στροφή. Παιδιά πεθαμένα ανεβαίνουν στον ουρανό και κατεβαίνουν μόλις για μια στιγμή για να πάρουν τους αετούς τους, που τους είχαν ξεχάσει. Η εικόνα των παιδιών που ανεβαίνουν στον ουρανό, αν και δεν αντιστοιχεί προς την πραγματικότητα, παρουσιάζει ωστόσο την κρυφή επιθυμία του ποιητή πως τα αθώα θύματα του εμφυλίου και της κατοχής θα διατηρήσουν την παιδική τους ψυχή και τη διάθεσή τους για παιχνίδι, ακόμη και στο ύστατο ταξίδι τους. Τα πεθαμένα παιδιά και η πλήρης απουσία ζωής στην περιοχή όπου το γαϊδουράκι τριγυρίζει μόνο του, μας παραπέμπουν περισσότερο σε αποτρόπαιες εικόνες όπου οι Γερμανοί κατακτητές είχαν προχωρήσει σε μαζικές εκτελέσεις πληθυσμών, μη εξαιρώντας τα παιδιά και τις γυναίκες. δρόμους γεμάτους κόσμο VS έρημους δρόμους Ζωή VS δεν ανέπνεε κανείς ζωηρά, χαρούμενα παιδιά VS πεθαμένα παιδιά Χαρτοπόλεμο VS γυάλινο χαρτοπόλεμο γυναίκα με τρυφερότητα VS γυναίκα σα νεκρή ελευθερία και ειρήνη VS στρατιώτες με παγωμένα δόντια φεγγάρι που φωτίζει και ομορφαίνει τη νύχτα VS γεμάτο μίσος, μαχαιρωμένο
  • 6.
    3 Οι θάνατοι τωνπαιδιών, πάντως, που θα μπορούσαν να είναι αποτέλεσμα της πείνας και του κρύου -παράπλευρες απώλειες μιας εξαθλιωμένης χώρας- δίνονται από τον ποιητή με τρόπο που να μη συνδέει τα παιδιά με τη μακάβρια εικόνα του θανάτου. Τα παιδιά πετούν, ανεβαίνουν προς τον ουρανό, όπως ακριβώς στην ηλικία τους νομίζουν πως συμβαίνει όταν κάποιος πεθαίνει. Ο ποιητής τα διασώζει έτσι από την πραγματική εικόνα του θανάτου και τους επιτρέπει μιαν υπέρβαση, αντάξια της αθώας ψυχής τους. έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος μάτωνε τις καρδιές μια γυναίκα γονατισμένη ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν δυο εν δυο παγωμένα δόντια Το χιόνι είναι σα γυάλινος χαρτοπόλεμος -συνειρμική σύνδεση με την αποκριά- που ματώνει τις καρδιές. Το κρύο εκείνων των φονικών χειμώνων, παίρνει ζωές και συνάμα αντικατοπτρίζει τη συναισθηματική κατάσταση των ανθρώπων της εποχής. Η παγωνιά που επικρατεί έξω είναι ίδια με την παγωνιά που επικρατεί στις ψυχές των ανθρώπων. Αντιμέτωπη με το φονικό καιρό και με τη φονική δράση των ανθρώπων, μια γυναίκα γονατισμένη αναστρέφει τα μάτια της σα νεκρή. Ενώ το βλέμμα της θα μπορούσε να υποδηλώνει μιαν ικεσία, μια παράκληση προς το Θεό, η απουσία ζωής τονίζει την απουσία ελπίδας. Η γυναίκα αυτή που αντικρίζει παντού το θάνατο γύρω της, δεν έχει πια τη δύναμη να ζητήσει βοήθεια, δεν έχει πια την πίστη πως μπορεί να λάβει βοήθεια από κάπου. Έτσι, με την απονεκρωμένη ματιά της -όπως απονεκρωμένη είναι κι η ψυχή της- αντιπροσωπεύει τους περισσότερους ανθρώπους της εποχής, που ζούσαν τον εφιάλτη του πολέμου, μη έχοντας πια καμία ελπίδα και καμία δύναμη να αντιδράσουν. Η μόνη κίνηση, που υποδηλώνει την ύπαρξη ζωής, είναι οι στρατιώτες, οι φορείς του θανάτου, που περνούν συγκροτημένοι σε φάλαγγες με στρατιωτικό βηματισμό, υποφέροντας κι εκείνοι απ’ το κρύο. Η αναφορά στα «παγωμένα δόντια» λειτουργεί εν μέρει κυριολεκτικά μιας και το σκηνικό στο οποίο εκτυλίσσονται τα γεγονότα του ποιήματος είναι χειμωνιάτικο, εντούτοις δεν μπορούμε να παραβλέψουμε και την υπονοούμενη αναφορά στις παγωμένες ψυχές των στρατιωτών, που σκορπούν το θάνατο, χωρίς συναίσθηση της συμφοράς που προκαλούν. Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι αποκριάτικο γεμάτο μίσος το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα μαχαιρωμένο Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή η αποκριά. Η τελευταία στροφή του ποιήματος περιλαμβάνει την πιο σημαντική εικόνα του ποιήματος, η οποία αναδεικνύει με ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο το μίσος που έχει τυφλώσει τους ανθρώπους. Μόλις βγαίνει στο νυχτερινό ουρανό το αποκριάτικο φεγγάρι, οι άνθρωποι το δένουν και το πετούν στη θάλασσα μαχαιρωμένο.
  • 7.
    3 Το φεγγάρι, πουμε την επιβλητική παρουσία του στον ουρανό, αποτελεί μια καίρια υπενθύμιση της μηδαμινότητας των ανθρώπων και συνάμα της κοινής πορείας τους, δεν γίνεται ανεκτό πια. Οι άνθρωποι αδιαφορούν για όσα τους ενώνουν, αδιαφορούν απέναντι στο γεγονός πως επί της ουσίας είναι όλοι ίσοι κι εξίσου ασήμαντοι μπροστά στην απεραντοσύνη του σύμπαντος. Το μίσος που κατακλύζει τις ψυχές τους, τους ωθεί να βλέπουν παντού εχθρούς, γι’ αυτό και αντικρίζοντας το φεγγάρι θεωρούν πως είναι εχθρικό, πως είναι γεμάτο μίσος γι’ αυτούς και φυσικά για τις επονείδιστες πράξεις τους. Ό,τι μπορούν μεταξύ τους να το αιτιολογούν και να το εκλογικεύουν, δε θα μπορούσαν ποτέ να το υποστηρίξουν απέναντι σ’ έναν αντικειμενικό παρατηρητή, απέναντι σε κάποιον που με φρίκη αντικρίζει τον παραλογισμό του εμφυλίου πολέμου. Έτσι, μαχαιρώνουν το φεγγάρι και το πετούν στη θάλασσα, μη επιτρέποντας την ύπαρξη κανενός κριτή και κανενός παρατηρητή για τις πράξεις τους. Το φεγγάρι, που θα μπορούσε να είναι η έσχατη ευκαιρία για να συνειδητοποιήσουν οι άνθρωποι πόσο έχουν χάσει τον έλεγχο των πράξεών τους, πόσο έχουν αφήσει το μίσος να θολώσει την κρίση τους, φονεύεται, καθώς οι άνθρωποι προτιμούν να εθελοτυφλούν μπροστά στις αλήθειες της ζωής. Το ποίημα κλείνει με σχήμα κύκλου, καθώς ο ποιητής επαναλαμβάνει τους πρώτους στίχους, τονίζοντας για μιαν ακόμη φορά πως η αποκριά αυτή συνέβη μακριά σ’ έναν άλλο κόσμο. Σ’ έναν άλλο κόσμο οι Έλληνες μπλέχτηκαν σ’ έναν αδελφοκτόνο και ανελέητο εμφύλιο πόλεμο, σε μιαν άλλη εποχή οι Έλληνες τυφλώθηκαν τόσο πολύ από το μίσος τους, ώστε να προκαλέσουν έναν τόσο αιματηρό διχασμό. ΙΒ. Τελική αποτίμηση Για την Αποκριά η Νόρα Αναγνωστάκη γράφει: «Όλα έχουν αναποδογυρίσει τα πάνω-κάτω. Η τάξη των πραγμάτων που ξέραμε έχει ανατραπεί συθέμελα. Μ' όλα αυτά τα παράλογα λόγια, αυτή η τρομερή αλήθεια λέγεται. Κι η πεμπτουσία αυτής της αλήθειας, όπως δίνεται στο καταπληκτικό ποίημα Η Αποκριά. Η κατάλυση κάθε εορταστικού χαρακτήρα σ' ό,τι ο άνθρωπος συνήθιζε να πιστεύει σαν αποκορύφωμα της ανέμελης χαράς: τη γιορτή της Αποκριάς. Σ' αυτή τη γιορτή συνήθως όλοι μεταμφιέζονται. Ο Σαχτούρης μεταμφιέζει αυτή την ίδια τη γιορτή από εορταστική σε επικήδεια. Η μεταμφίεση που κάνει ο ποιητής στην Αποκριά είναι παραπλανητική. Η «μάσκα» της Αποκριάς του είναι η ίδια η ζωή όπως τη βλέπει εκείνος»
  • 8.
  • 9.
    Η νεοϋπερρεαλιστική ποίηση(ΕΙΣΑΓΩΓΗ) Οι ποιητές που ανήκουν στην τάση αυτή έμειναν ανεπηρέαστοι από τις ιδεολογικές διαμάχες της εποχής τους και τους φανατισμούς, όχι όμως και από το δράμα που εκτυλισσόταν γύρω τους. Υπόστρωμα και αυτής της ποίησης, στους κυριότερους τουλάχιστον εκπροσώπους της, είναι η κατοχική και η μετακατοχική περίοδος, απαλλαγμένη όμως από καθετί το επικαιρικό. Γενικότερα, η μεταπολεμική υπερρεαλιστική ποίηση αφομοιώνει, ανανεώνει και προωθεί σημαντικά την υπερρεαλιστική του μεσοπολέμου. Οι μεταπολεμικοί δηλαδή υπερρεαλιστές είναι στην αρχή επηρεασμένοι από την ποίηση του Εμπειρίκου, του Εγγονόπουλου και, εν μέρει, του Ελύτη. Βαθμιαία όμως θα διαμορφώσουν τη δική τους ποιητική και θα διαφοροποιηθούν. Οι βασικές τους διαφορές εντοπίζονται κυρίως στη γλώσσα και τη θεματογραφία. Ο μεσοπολεμικός υπερρεαλιστής ρίχνει όλο του το βάρος στη γλώσσα και προσπαθεί, καταφεύγοντας στις γνωστές μεθόδους του υπερρεαλισμού, να εντυπωσιάσει. Αντίθετα, ο μεταπολεμικός υπερρεαλιστής, επηρεασμένος και από τη γύρω του πραγματικότητα, δεν θεωρεί τη γλώσσα ως μέσο με το οποίο θα προκαλέσει έκπληξη, αλλά ως όργανο που θα τον βοηθήσει να συλλάβει και να εκφράσει τη γύρω του εφιαλτική πραγματικότητα. Η στάση επίσης των μεσοπολεμικώνυπερρεαλιστώνείναι σεγενικές γραμμές, και στην αρχική φάση της ποίησής τους, αισιόδοξη απέναντι στη ζωή. Οι μεταπολεμικοί υπερρεαλιστές, αντίθετα, χωρίς να μένουν ανεπηρέαστοι από αυτή τη διάθεση, σιγά σιγά, κάτω από την επίδραση των δραματικών γεγονότων της εποχής τους, αποκτούν μια τραγική αίσθηση της ζωής, που στα βαθύτερα συστατικά της θα περάσει στην ποίησή τους. Γενικά, η νεοϋπερρεαλιστική ποίηση δεν διαφοροποιείται μόνο από την αντίστοιχή της του Μεσοπολέμου,αλλά και από την αντιστασιακή και την υπαρξιακή. Η αντιστασιακή κινδυνεύει από εξωαισθητικές και ιδεολογικές σκοπιμότητες. Η υπαρξιακή φαίνεται να χάνει την επαφή της με τα πράγματα και να ρέπει προς μια ιδεαλιστική διάχυση. Αντίθετα, η νεοϋπερρεαλιστική ποίηση κατόρθωσε να κρατηθεί, απαλλαγμένη από οποιεσδήποτε προκαταλήψεις ή επιρροές, μέσα στα πράγματα.