«Τεχνολογία Πολυμέσων στην Εκπαίδευση»

                              ΕΡΓΑΣΙΑ 15.12.2011
                Πολυμεράκη Ελένη, ΑΕΜ 409, epolymer@csd.auth.gr

            Παπαβασιλείου Αναστασία, ΑΕΜ 402, papavasa@csd.auth.gr

                  Βολιώτη Χριστίνα, ΑΕΜ 385, chvoliot@csd.auth.gr



    1. Τι σημαίνει στην πράξη η υπόδειξη να σχεδιάσετε “transfer appropriate
       interactions”; Τι θα κάνατε για να ανταποκριθείτε σ’ αυτή την υπόδειξη;

Σύμφωνα με την πρώτη αρχή, θα πρέπει οι διαδράσεις που σχεδιάζει ο εκπαιδευτικός να
αντικατοπτρίζουν το πραγματικό περιβάλλον εργασίας. Μια ερώτηση που ζητά από τον
μαθητή απλώς να ανακαλέσει πληροφορίες ή να αναγνωρίσει τις γνώσεις που του
παρουσιάστηκαν κατά τη διαδικασία της μάθησης, δεν βοηθά στη βαθύτερη κατανόηση,
ούτε στην ενσωμάτωση της πρότερης με τη νέα γνώση. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν απαιτείται
ιδιαίτερη κατανόηση των αρχών του περιεχομένου για να απαντηθούν. Αντιθέτως, οι
διαδράσεις θα πρέπει να βάζουν τον μαθητή στη διαδικασία να εφαρμόσει τα όσα έμαθε
στην πράξη, όπως ακριβώς θα έκανε αν βρισκόταν αντιμέτωπος με το πραγματικό
περιβάλλον εργασίας.

Αρχικά, θα πρέπει να γίνει ανάλυση της εργασίας ώστε να προσδιοριστούν οι θεωρητικές
πρακτικές που θα πρέπει να ακολουθήσει ο μαθητής για να λύσει ένα πρόβλημα. Και
έπειτα να δημιουργηθούν δραστηριότητες στις οποίες ο μαθητής καλείται να δώσει
απαντήσεις όπως εάν βρισκόταν σε πραγματικές καταστάσεις. Αυτού του τύπου οι
δραστηριότητες ονομάζονται «διαδράσεις κατάλληλης μεταφοράς» (transfer appropriate
interactions), με την έννοια ότι βοηθούν το μαθητή να αποκτήσει, κατά τη διαδικασία της
μάθησης, τις κατάλληλες γνώσεις αλλά και ικανότητες και να τις εφαρμόσει και σε ένα
πραγματικό πρόβλημα.

Ένας ακόμη λόγος για τη δημιουργία τέτοιων διαδράσεων είναι και η ιδιότητα της
κωδικοποίησης (encoding specificity). Σύμφωνα με αυτήν, οι κατευθυντήριες γραμμές που
ακολουθούμε όταν λύνουμε ένα πρόβλημα, έχουν καταχωρηθεί στη μνήμη μας κατά τη
διάρκεια της μάθησης. Επομένως, όσα περισσότερα στοιχεία του πραγματικού χώρου
εργασίας συμπεριλαμβάνονται στις δραστηριότητές μας, τόσο περισσότερο θα πλησιάσουν
σε αυτόν οι γνώσεις και δεξιότητες που θα αποκομίσει ο μαθητής. Έτσι, θα είναι
ευκολότερο να εφαρμόσει αργότερα αυτά τα οποία εξάσκησε κατά τη διάρκεια της
εκπαίδευσής του.

Ανάλογα, λοιπόν, με τον τύπο του περιεχομένου που θέλουμε να παρουσιάσουμε, υπάρχει
και ο αντίστοιχος τρόπος για δημιουργία διαδράσεων κατάλληλης μεταφοράς:

•   Γεγονός (fact): Χρήση του ίδιου του γεγονότος για την ολοκλήρωση μιας εργασίας.
•   Ιδέα/Έννοια (concept): Αναγνώριση μιας νέας περίπτωσης της έννοιας.

•   Διεργασία (process): Επίλυση ενός προβλήματος ή μια απόφαση.

•   Διαδικασία (procedure): Εκτέλεση μιας εργασίας ακολουθώντας συγκεκριμένα βήματα.

•   Αρχή (principle): Εκτέλεση μιας εργασίας εφαρμόζοντας μια μέθοδο.



    2. Σε τι αναφέρεται ο όρος “explanatory feedback»;

Η ανάδραση παρέχει γνώση για τα αποτελέσματα της εξάσκησης πάνω σε κάποιο
συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο. Η επεξηγηματική ανάδραση εξηγεί στους
εκπαιδευομένους εάν απάντησαν σωστά σε κάποια ερώτηση που τους δόθηκε. Εκτός από
το να ενημερώσουμε τους μαθητές για το αν οι απαντήσεις τους είναι σωστές ή
λανθασμένες, είναι ωφέλιμο να παρέχεται στην ανάδραση και μια σύντομη εξήγηση.
Γενικά, η ανάδραση βοηθάει στο να μεγιστοποιηθεί η μάθηση μέσα από αλληλεπιδράσεις.
Αν δεν παρέχεται επεξηγηματική ανάδραση (explanatory feedback), ο μαθητής δεν μπορεί
να καταλάβει γιατί η απάντησή του ήταν λάθος. Αντίθετα μια ανατροφοδότηση που
ενσωματώνει μια επεξήγηση, παρέχει έναν πολύ καλύτερο τρόπο μάθησης. Ο μαθητής
είναι θετικός σε μια σύντομη διδακτική εξήγηση που θα βοηθήσει στην οικοδόμηση του
σωστού νοητικού μοντέλου ή στο να διορθώσει κάποιες πιθανές παρανοήσεις.

    3. Παρατηρείστε το σημαντικό effect size που αναφέρει σχετική έρευνα.
       Χρησιμοποιώντας το γνωστικό μοντέλο εξηγήστε γιατί η επεξηγηματική
       ανάδραση (“explanatory feedback”) από την εφαρμογή μπορεί να έχει
       τόσο σημαντική επίδραση.

Στη συγκεκριμένη έρευνα, ο Moreno σύγκρινε τη μάθηση από δύο πλευρές ενός παιχνιδιού
βοτανικής που ονομάζεται Design-A-Plant. Στο παιχνίδι οι συμμετέχοντες κατασκεύαζαν
φυτά επιλέγοντας τις ρίζες, τα φύλλα και τους μίσχους με σκοπό τα φυτά να μπορούν να
επιβιώσουν σε ένα φανταστικό περιβάλλον. Ο σκοπός του παιχνιδιού είναι να διδάξει τα
προσαρμοστικά πλεονεκτήματα των χαρακτηριστικών των φυτών σε συγκεκριμένα
περιβάλλοντα. Στην έρευνα, προσφέρεται είτε διορθωτική είτε επεξηγηματική ανάδραση
από έναν παιδαγωγικό πράκτορα.

Στην επεξηγηματική ανάδραση, ο πράκτορας έκανε σχόλια είτε στις σωστές είτε στις
λανθασμένες απαντήσεις των μαθητών για να κατανοήσουν καλύτερα οι μαθητές το
αντικείμενο με το οποίο ασχολούνται. Η διορθωτική ανάδραση εξηγεί στους μαθητές αν η
απάντηση τους ήταν σωστή ή λάθος, αλλά δεν προσφέρει καμία εξήγηση.

Όπως διαπιστώνεται, η καλύτερη εκμάθηση προέκυψε από την επεξηγηματική ανάδραση,
με effect size 1.16. Οι μαθητές έκριναν ότι η εκδοχή με την επεξηγηματική
ανατροφοδότηση είναι πολύ πιο χρήσιμη από την εκδοχή με την διορθωτική
ανατροφοδότηση. Το κίνητρο και το ενδιαφέρον ήταν τα ίδια και στις δύο εκδόσεις.
Σύμφωνα με το γνωστικό μοντέλο του Mayer, ένα διδακτικό μήνυμα πολυμέσων περιέχει
κείμενο και εικόνες και έχει σκοπό να ευνοήσει την ουσιαστική μάθηση. Επομένως,
περιλαμβάνει σχετικές με το αντικείμενο μάθησης εξηγήσεις και είναι σχεδιασμένο έτσι
ώστε να συνάδει με το πώς μαθαίνουν οι άνθρωποι. Στην έρευνά μας, κατασκευάζοντας οι
μαθητές το φυτό έβλεπαν την απεικονιστική του μορφή. Με την επεξηγηματική ανάδραση
του πράκτορα δίνονταν πληροφορίες στους μαθητές για το αν απάντησαν σωστά ή λάθος
μέσα από το λεκτικό κανάλι αυτή τη φορά.

Δύο από τις γνωστικές διαδικασίες του μοντέλου της διπλής κωδικοποίησης είναι η
Οργάνωση και η Ολοκλήρωση. Κατά τη διαδικασία της οργάνωσης ο μαθητής χτίζει
συνεκτικές εσωτερικές αναπαραστάσεις από το λεκτικό και εικονικό υλικό που έχει επιλέξει
και στη διαδικασία της ολοκλήρωσης κάνει συσχετισμούς ανάμεσα στις νέες
αναπαραστάσεις και επιπλέον, τις συνδυάζει με τυχόν προϋπάρχουσες. Επομένως, στην
περίπτωσή μας η επεξηγηματική ανάδραση κατά τη διαδικασία της οργάνωσης, βοηθάει
τους μαθητές να κατανοήσουν πλήρως το θέμα και να οικοδομήσουν εσωτερικές
αναπαραστάσεις (έχοντας και την εικονική αναπαράσταση του φυτού, αλλά και τη λεκτική
αναπαράσταση από την επεξήγηση του πράκτορα). Στην διαδικασία της ολοκλήρωσης είναι
πιο εμφανής ο αντίκτυπος της επεξηγηματικής ανάδρασης, καθώς οι περεταίρω
επεξηγήσεις βοηθάνε τον μαθητή να συνδυάσει καλύτερα την προϋπάρχουσα γνώση με
νέα γνώση, την οποία αποκτούν από τις επεξηγήσεις στις απαντήσεις τους.



   4. Εξηγήστε το “spacing effect”; Ποιες οι συνέπειες του για τη σχεδίαση
      εκπαιδευτικών περιβαλλόντων;

Είναι γενικά παραδεκτό πως η διαδράσεις βοηθούν στη μάθηση. Μεγαλύτερη ποσότητα
διαδράσεων αν πρόκειται για ανάπτυξη δεξιοτήτων που απαιτούν αυτοματισμό και
γρήγορη – ακριβή απόκριση, ή μικρότερη ποσότητα αν το ζητούμενο είναι να δοθεί έμφαση
στις αρχές που διέπουν το περιεχόμενο.

Ένα ακόμα αδιαμφισβήτητο στοιχείο, όμως, που συμβάλλει στη βαθύτερη κατανόηση και
στην ανάπτυξη δεξιοτήτων, είναι αυτό της «επίδρασης της κατανομής» (spacing effect).
Σύμφωνα με αυτή την ιδιότητα, οι διαδράσεις που είναι διαμοιρασμένες στο χρόνο
παράδοσης του μαθήματος, οδηγούν σε καλύτερη αποτύπωση της γνώσης στη
μακροπρόθεσμη μνήμη, απ’ ότι αν είναι συγκεντρωμένες όλες μαζί στο ίδιο σημείο (πχ στο
τέλος του μαθήματος). Είναι μια σθεναρή ιδιότητα, που φαίνεται να ισχύει και όταν
διδάσκεται λεκτικό περιεχόμενο, αλλά και για κινητικές δεξιότητες.

Παρόλα αυτά, η επίδραση της κατανομής φαίνεται να δίνει το επιθυμητό αποτέλεσμα όταν
εφαρμοστεί σε βάθος χρόνου. Οι έρευνες που έχουν γίνει, έδειξαν ότι οι συγκεντρωμένες
διαδράσεις είχαν καλύτερα αποτελέσματα όταν οι μαθητές αξιολογήθηκαν αμέσως μετά
την εξάσκηση, αλλά όχι όταν αξιολογήθηκαν αφού πέρασε κάποιο χρονικό διάστημα.
Αντιθέτως, οι κατανεμημένες διαδράσεις υπερτερούν όταν οι μαθητές αξιολογούνται σε
βάθος χρόνου. Εφόσον στις περισσότερες περιπτώσεις ο χρόνος διεξαγωγής της
εκπαίδευσης δεν λαμβάνεται σοβαρά υπόψιν, είναι προτιμότερο να χρησιμοποιούμε
διαμοιρασμένη διάδραση για να έχουμε βαθύτερη κατανόηση, ανάλογα πάντα και με τους
φυσικούς περιορισμούς του περιεχομένου που διδάσκεται. Μια καλή τεχνική για να το
επιτύχουμε αυτό είναι να δίνουμε ασκήσεις επανάληψης σε όλη τη διάρκεια της
εκπαίδευσης, αλλά και σε κάθε διάλεξη ξεχωριστά να βάζουμε ασκήσεις εξάσκησης στους
εκπαιδευόμενους.



    5. Σε τι αναφέρονται οι όροι “Learner Control” & “Program Control”;

Υπάρχει διαφορά όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι εκπαιδευόμενοι μπορούν να
μάθουν είτε μέσα στη τάξη και τη σύγχρονη ηλεκτρονική μάθηση είτε με ασύγχρονη
ηλεκτρονική μάθηση. Έτσι υπάρχουν δύο τύποι:

•   Learner Control: χρησιμοποιείται κυρίως στην ασύγχρονη ηλεκτρονική μάθηση,
    σχεδιάζεται ώστε να επιτρέπει στους εκπαιδευόμενους να επιλέξουν τα θέματα που
    θέλουν, να ελέγχουν τον ρυθμό με τον οποίο προοδεύουν ή να αποφασίσουν κατά
    πόσον θα παρακάμψουν ορισμένα μέρη του μαθήματος, όπως παραδείγματα ή
    ασκήσεις πρακτικής.

•   Program Control: αυτό χρησιμοποιείται όταν η πορεία και το μάθημα προσφέρουν
    λίγες επιλογές στο μαθητή.



    6. Ποιοι παράγοντες λαμβάνονται υπόψην ώστε να δοθεί αυξημένος έλεγχος
       στο μαθητή;

Τρεις παράγοντες λαμβάνονται υπόψην ώστε να δοθεί αυξημένος έλεγχος στο μαθητή:

•   Content Sequencing (Ακολουθία/Αλληλουχία Περιεχομένου): οι μαθητές μπορούν να
    ελέγξουν τη σειρά των μαθημάτων, τα θέματα και τις οθόνες μέσα σε ένα μάθημα, το
    οποίο επιτυγχάνεται μέσα από ένα menu. Ακόμα links μπορούν να τοποθετηθούν σε
    μαθήματα τα οποία να οδηγούν σε επιπλέον σελίδες ή σε εναλλακτικές ιστοσελίδες με
    σχετικές πληροφορίες.

•   Pacing (Το Βήμα): οι μαθητές μπορούν να ελέγχουν το χρόνο που δαπανάται σε κάθε
    σελίδα του μαθήματος. Έτσι τους δίνεται η δυνατότητα να προχωρήσουν με το δικό
    τους ρυθμό, δαπανώντας όσο χρόνο χρειάζεται ο καθένας σε οποιαδήποτε δεδομένη
    οθόνη. Οι επιλογές του «μπροστά», «πίσω», «έξοδος» τοποθετούνται σε κάθε οθόνη
    καθώς και κάποια βοηθητικά κουμπιά, ανάλογα το περιεχόμενο, όπως fast forward,
    rewind, pause, κ.τ.λ..

•   Access to Learning Support (Πρόσβαση σε Εκπαιδευτική Υποστήριξη): οι μαθητές
    μπορούν να ελέγχουν εκπαιδευτικά συστατικά των μαθημάτων, όπως παραδείγματα ή
    ασκήσεις πρακτικής. Αυτό επιτυγχάνεται με αντίστοιχα κουμπιά πλοήγησης, links, ή
    καρτέλες που οδηγούν σε ορισμούς, πρόσθετες αναφορές, παραδείγματα, βοήθεια,
    ασκήσεις πρακτικής, κ.τ.λ.. Αντίθετα, σε ένα Program Control μάθημα, παρέχονται τα
περισσότερα από αυτά τα εκπαιδευτικά συστατικά τα οποία όμως είναι προεπιλεγμένα
   από το ίδιο το πρόγραμμα και οι μαθητές απλά κάνουν κλικ στο κουμπί «μπροστά».



   7. Τι εννοούμε με τον όρο “adaptive control”;

Καταρχήν το adaptive control (προσαρμοστικός έλεγχος), ονομάζεται αλλιώς και
εξατομικευμένη διδασκαλία ή μοντελοποίηση χρήστη. Ουσιαστικά αυτό που κάνει το
πρόγραμμα είναι ότι προσαρμόζει δυναμικά το περιεχόμενο του μαθήματος το οποίο
βασίζεται στην αξιολόγηση των απαντήσεων του μαθητή. Για παράδειγμα, αν οι μαθητές τα
καταφέρνουν καλύτερα σε μια άσκηση, το πρόγραμμα προσφέρει πιο απαιτητικές
ασκήσεις. Σε αντίθετη περίπτωση, το πρόγραμμα προσφέρει περισσότερες οδηγίες ή
ευκολότερες ασκήσεις. Έχει αποδειχθεί ότι το adaptive control παρέχει υψηλότερες
επιδόσεις από το learner control.

Αναφορικά υπάρχουν 4 τύποι προσαρμοστικού ελέγχου: ο static adaptive control (στατικός
προσαρμοστικός έλεγχος), ο dynamic adaptive control (δυναμικός προσαρμοστικός
έλεγχος), ο Advisement (συμβουλευτικός) και ο Shared Control (μοιραζόμενος έλεγχος).

Τεχνολογία Πολυμέσων στην Εκπαίδευση

  • 1.
    «Τεχνολογία Πολυμέσων στηνΕκπαίδευση» ΕΡΓΑΣΙΑ 15.12.2011 Πολυμεράκη Ελένη, ΑΕΜ 409, epolymer@csd.auth.gr Παπαβασιλείου Αναστασία, ΑΕΜ 402, papavasa@csd.auth.gr Βολιώτη Χριστίνα, ΑΕΜ 385, chvoliot@csd.auth.gr 1. Τι σημαίνει στην πράξη η υπόδειξη να σχεδιάσετε “transfer appropriate interactions”; Τι θα κάνατε για να ανταποκριθείτε σ’ αυτή την υπόδειξη; Σύμφωνα με την πρώτη αρχή, θα πρέπει οι διαδράσεις που σχεδιάζει ο εκπαιδευτικός να αντικατοπτρίζουν το πραγματικό περιβάλλον εργασίας. Μια ερώτηση που ζητά από τον μαθητή απλώς να ανακαλέσει πληροφορίες ή να αναγνωρίσει τις γνώσεις που του παρουσιάστηκαν κατά τη διαδικασία της μάθησης, δεν βοηθά στη βαθύτερη κατανόηση, ούτε στην ενσωμάτωση της πρότερης με τη νέα γνώση. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν απαιτείται ιδιαίτερη κατανόηση των αρχών του περιεχομένου για να απαντηθούν. Αντιθέτως, οι διαδράσεις θα πρέπει να βάζουν τον μαθητή στη διαδικασία να εφαρμόσει τα όσα έμαθε στην πράξη, όπως ακριβώς θα έκανε αν βρισκόταν αντιμέτωπος με το πραγματικό περιβάλλον εργασίας. Αρχικά, θα πρέπει να γίνει ανάλυση της εργασίας ώστε να προσδιοριστούν οι θεωρητικές πρακτικές που θα πρέπει να ακολουθήσει ο μαθητής για να λύσει ένα πρόβλημα. Και έπειτα να δημιουργηθούν δραστηριότητες στις οποίες ο μαθητής καλείται να δώσει απαντήσεις όπως εάν βρισκόταν σε πραγματικές καταστάσεις. Αυτού του τύπου οι δραστηριότητες ονομάζονται «διαδράσεις κατάλληλης μεταφοράς» (transfer appropriate interactions), με την έννοια ότι βοηθούν το μαθητή να αποκτήσει, κατά τη διαδικασία της μάθησης, τις κατάλληλες γνώσεις αλλά και ικανότητες και να τις εφαρμόσει και σε ένα πραγματικό πρόβλημα. Ένας ακόμη λόγος για τη δημιουργία τέτοιων διαδράσεων είναι και η ιδιότητα της κωδικοποίησης (encoding specificity). Σύμφωνα με αυτήν, οι κατευθυντήριες γραμμές που ακολουθούμε όταν λύνουμε ένα πρόβλημα, έχουν καταχωρηθεί στη μνήμη μας κατά τη διάρκεια της μάθησης. Επομένως, όσα περισσότερα στοιχεία του πραγματικού χώρου εργασίας συμπεριλαμβάνονται στις δραστηριότητές μας, τόσο περισσότερο θα πλησιάσουν σε αυτόν οι γνώσεις και δεξιότητες που θα αποκομίσει ο μαθητής. Έτσι, θα είναι ευκολότερο να εφαρμόσει αργότερα αυτά τα οποία εξάσκησε κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής του. Ανάλογα, λοιπόν, με τον τύπο του περιεχομένου που θέλουμε να παρουσιάσουμε, υπάρχει και ο αντίστοιχος τρόπος για δημιουργία διαδράσεων κατάλληλης μεταφοράς: • Γεγονός (fact): Χρήση του ίδιου του γεγονότος για την ολοκλήρωση μιας εργασίας.
  • 2.
    Ιδέα/Έννοια (concept): Αναγνώριση μιας νέας περίπτωσης της έννοιας. • Διεργασία (process): Επίλυση ενός προβλήματος ή μια απόφαση. • Διαδικασία (procedure): Εκτέλεση μιας εργασίας ακολουθώντας συγκεκριμένα βήματα. • Αρχή (principle): Εκτέλεση μιας εργασίας εφαρμόζοντας μια μέθοδο. 2. Σε τι αναφέρεται ο όρος “explanatory feedback»; Η ανάδραση παρέχει γνώση για τα αποτελέσματα της εξάσκησης πάνω σε κάποιο συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο. Η επεξηγηματική ανάδραση εξηγεί στους εκπαιδευομένους εάν απάντησαν σωστά σε κάποια ερώτηση που τους δόθηκε. Εκτός από το να ενημερώσουμε τους μαθητές για το αν οι απαντήσεις τους είναι σωστές ή λανθασμένες, είναι ωφέλιμο να παρέχεται στην ανάδραση και μια σύντομη εξήγηση. Γενικά, η ανάδραση βοηθάει στο να μεγιστοποιηθεί η μάθηση μέσα από αλληλεπιδράσεις. Αν δεν παρέχεται επεξηγηματική ανάδραση (explanatory feedback), ο μαθητής δεν μπορεί να καταλάβει γιατί η απάντησή του ήταν λάθος. Αντίθετα μια ανατροφοδότηση που ενσωματώνει μια επεξήγηση, παρέχει έναν πολύ καλύτερο τρόπο μάθησης. Ο μαθητής είναι θετικός σε μια σύντομη διδακτική εξήγηση που θα βοηθήσει στην οικοδόμηση του σωστού νοητικού μοντέλου ή στο να διορθώσει κάποιες πιθανές παρανοήσεις. 3. Παρατηρείστε το σημαντικό effect size που αναφέρει σχετική έρευνα. Χρησιμοποιώντας το γνωστικό μοντέλο εξηγήστε γιατί η επεξηγηματική ανάδραση (“explanatory feedback”) από την εφαρμογή μπορεί να έχει τόσο σημαντική επίδραση. Στη συγκεκριμένη έρευνα, ο Moreno σύγκρινε τη μάθηση από δύο πλευρές ενός παιχνιδιού βοτανικής που ονομάζεται Design-A-Plant. Στο παιχνίδι οι συμμετέχοντες κατασκεύαζαν φυτά επιλέγοντας τις ρίζες, τα φύλλα και τους μίσχους με σκοπό τα φυτά να μπορούν να επιβιώσουν σε ένα φανταστικό περιβάλλον. Ο σκοπός του παιχνιδιού είναι να διδάξει τα προσαρμοστικά πλεονεκτήματα των χαρακτηριστικών των φυτών σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα. Στην έρευνα, προσφέρεται είτε διορθωτική είτε επεξηγηματική ανάδραση από έναν παιδαγωγικό πράκτορα. Στην επεξηγηματική ανάδραση, ο πράκτορας έκανε σχόλια είτε στις σωστές είτε στις λανθασμένες απαντήσεις των μαθητών για να κατανοήσουν καλύτερα οι μαθητές το αντικείμενο με το οποίο ασχολούνται. Η διορθωτική ανάδραση εξηγεί στους μαθητές αν η απάντηση τους ήταν σωστή ή λάθος, αλλά δεν προσφέρει καμία εξήγηση. Όπως διαπιστώνεται, η καλύτερη εκμάθηση προέκυψε από την επεξηγηματική ανάδραση, με effect size 1.16. Οι μαθητές έκριναν ότι η εκδοχή με την επεξηγηματική ανατροφοδότηση είναι πολύ πιο χρήσιμη από την εκδοχή με την διορθωτική ανατροφοδότηση. Το κίνητρο και το ενδιαφέρον ήταν τα ίδια και στις δύο εκδόσεις.
  • 3.
    Σύμφωνα με τογνωστικό μοντέλο του Mayer, ένα διδακτικό μήνυμα πολυμέσων περιέχει κείμενο και εικόνες και έχει σκοπό να ευνοήσει την ουσιαστική μάθηση. Επομένως, περιλαμβάνει σχετικές με το αντικείμενο μάθησης εξηγήσεις και είναι σχεδιασμένο έτσι ώστε να συνάδει με το πώς μαθαίνουν οι άνθρωποι. Στην έρευνά μας, κατασκευάζοντας οι μαθητές το φυτό έβλεπαν την απεικονιστική του μορφή. Με την επεξηγηματική ανάδραση του πράκτορα δίνονταν πληροφορίες στους μαθητές για το αν απάντησαν σωστά ή λάθος μέσα από το λεκτικό κανάλι αυτή τη φορά. Δύο από τις γνωστικές διαδικασίες του μοντέλου της διπλής κωδικοποίησης είναι η Οργάνωση και η Ολοκλήρωση. Κατά τη διαδικασία της οργάνωσης ο μαθητής χτίζει συνεκτικές εσωτερικές αναπαραστάσεις από το λεκτικό και εικονικό υλικό που έχει επιλέξει και στη διαδικασία της ολοκλήρωσης κάνει συσχετισμούς ανάμεσα στις νέες αναπαραστάσεις και επιπλέον, τις συνδυάζει με τυχόν προϋπάρχουσες. Επομένως, στην περίπτωσή μας η επεξηγηματική ανάδραση κατά τη διαδικασία της οργάνωσης, βοηθάει τους μαθητές να κατανοήσουν πλήρως το θέμα και να οικοδομήσουν εσωτερικές αναπαραστάσεις (έχοντας και την εικονική αναπαράσταση του φυτού, αλλά και τη λεκτική αναπαράσταση από την επεξήγηση του πράκτορα). Στην διαδικασία της ολοκλήρωσης είναι πιο εμφανής ο αντίκτυπος της επεξηγηματικής ανάδρασης, καθώς οι περεταίρω επεξηγήσεις βοηθάνε τον μαθητή να συνδυάσει καλύτερα την προϋπάρχουσα γνώση με νέα γνώση, την οποία αποκτούν από τις επεξηγήσεις στις απαντήσεις τους. 4. Εξηγήστε το “spacing effect”; Ποιες οι συνέπειες του για τη σχεδίαση εκπαιδευτικών περιβαλλόντων; Είναι γενικά παραδεκτό πως η διαδράσεις βοηθούν στη μάθηση. Μεγαλύτερη ποσότητα διαδράσεων αν πρόκειται για ανάπτυξη δεξιοτήτων που απαιτούν αυτοματισμό και γρήγορη – ακριβή απόκριση, ή μικρότερη ποσότητα αν το ζητούμενο είναι να δοθεί έμφαση στις αρχές που διέπουν το περιεχόμενο. Ένα ακόμα αδιαμφισβήτητο στοιχείο, όμως, που συμβάλλει στη βαθύτερη κατανόηση και στην ανάπτυξη δεξιοτήτων, είναι αυτό της «επίδρασης της κατανομής» (spacing effect). Σύμφωνα με αυτή την ιδιότητα, οι διαδράσεις που είναι διαμοιρασμένες στο χρόνο παράδοσης του μαθήματος, οδηγούν σε καλύτερη αποτύπωση της γνώσης στη μακροπρόθεσμη μνήμη, απ’ ότι αν είναι συγκεντρωμένες όλες μαζί στο ίδιο σημείο (πχ στο τέλος του μαθήματος). Είναι μια σθεναρή ιδιότητα, που φαίνεται να ισχύει και όταν διδάσκεται λεκτικό περιεχόμενο, αλλά και για κινητικές δεξιότητες. Παρόλα αυτά, η επίδραση της κατανομής φαίνεται να δίνει το επιθυμητό αποτέλεσμα όταν εφαρμοστεί σε βάθος χρόνου. Οι έρευνες που έχουν γίνει, έδειξαν ότι οι συγκεντρωμένες διαδράσεις είχαν καλύτερα αποτελέσματα όταν οι μαθητές αξιολογήθηκαν αμέσως μετά την εξάσκηση, αλλά όχι όταν αξιολογήθηκαν αφού πέρασε κάποιο χρονικό διάστημα. Αντιθέτως, οι κατανεμημένες διαδράσεις υπερτερούν όταν οι μαθητές αξιολογούνται σε βάθος χρόνου. Εφόσον στις περισσότερες περιπτώσεις ο χρόνος διεξαγωγής της εκπαίδευσης δεν λαμβάνεται σοβαρά υπόψιν, είναι προτιμότερο να χρησιμοποιούμε διαμοιρασμένη διάδραση για να έχουμε βαθύτερη κατανόηση, ανάλογα πάντα και με τους
  • 4.
    φυσικούς περιορισμούς τουπεριεχομένου που διδάσκεται. Μια καλή τεχνική για να το επιτύχουμε αυτό είναι να δίνουμε ασκήσεις επανάληψης σε όλη τη διάρκεια της εκπαίδευσης, αλλά και σε κάθε διάλεξη ξεχωριστά να βάζουμε ασκήσεις εξάσκησης στους εκπαιδευόμενους. 5. Σε τι αναφέρονται οι όροι “Learner Control” & “Program Control”; Υπάρχει διαφορά όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι εκπαιδευόμενοι μπορούν να μάθουν είτε μέσα στη τάξη και τη σύγχρονη ηλεκτρονική μάθηση είτε με ασύγχρονη ηλεκτρονική μάθηση. Έτσι υπάρχουν δύο τύποι: • Learner Control: χρησιμοποιείται κυρίως στην ασύγχρονη ηλεκτρονική μάθηση, σχεδιάζεται ώστε να επιτρέπει στους εκπαιδευόμενους να επιλέξουν τα θέματα που θέλουν, να ελέγχουν τον ρυθμό με τον οποίο προοδεύουν ή να αποφασίσουν κατά πόσον θα παρακάμψουν ορισμένα μέρη του μαθήματος, όπως παραδείγματα ή ασκήσεις πρακτικής. • Program Control: αυτό χρησιμοποιείται όταν η πορεία και το μάθημα προσφέρουν λίγες επιλογές στο μαθητή. 6. Ποιοι παράγοντες λαμβάνονται υπόψην ώστε να δοθεί αυξημένος έλεγχος στο μαθητή; Τρεις παράγοντες λαμβάνονται υπόψην ώστε να δοθεί αυξημένος έλεγχος στο μαθητή: • Content Sequencing (Ακολουθία/Αλληλουχία Περιεχομένου): οι μαθητές μπορούν να ελέγξουν τη σειρά των μαθημάτων, τα θέματα και τις οθόνες μέσα σε ένα μάθημα, το οποίο επιτυγχάνεται μέσα από ένα menu. Ακόμα links μπορούν να τοποθετηθούν σε μαθήματα τα οποία να οδηγούν σε επιπλέον σελίδες ή σε εναλλακτικές ιστοσελίδες με σχετικές πληροφορίες. • Pacing (Το Βήμα): οι μαθητές μπορούν να ελέγχουν το χρόνο που δαπανάται σε κάθε σελίδα του μαθήματος. Έτσι τους δίνεται η δυνατότητα να προχωρήσουν με το δικό τους ρυθμό, δαπανώντας όσο χρόνο χρειάζεται ο καθένας σε οποιαδήποτε δεδομένη οθόνη. Οι επιλογές του «μπροστά», «πίσω», «έξοδος» τοποθετούνται σε κάθε οθόνη καθώς και κάποια βοηθητικά κουμπιά, ανάλογα το περιεχόμενο, όπως fast forward, rewind, pause, κ.τ.λ.. • Access to Learning Support (Πρόσβαση σε Εκπαιδευτική Υποστήριξη): οι μαθητές μπορούν να ελέγχουν εκπαιδευτικά συστατικά των μαθημάτων, όπως παραδείγματα ή ασκήσεις πρακτικής. Αυτό επιτυγχάνεται με αντίστοιχα κουμπιά πλοήγησης, links, ή καρτέλες που οδηγούν σε ορισμούς, πρόσθετες αναφορές, παραδείγματα, βοήθεια, ασκήσεις πρακτικής, κ.τ.λ.. Αντίθετα, σε ένα Program Control μάθημα, παρέχονται τα
  • 5.
    περισσότερα από αυτάτα εκπαιδευτικά συστατικά τα οποία όμως είναι προεπιλεγμένα από το ίδιο το πρόγραμμα και οι μαθητές απλά κάνουν κλικ στο κουμπί «μπροστά». 7. Τι εννοούμε με τον όρο “adaptive control”; Καταρχήν το adaptive control (προσαρμοστικός έλεγχος), ονομάζεται αλλιώς και εξατομικευμένη διδασκαλία ή μοντελοποίηση χρήστη. Ουσιαστικά αυτό που κάνει το πρόγραμμα είναι ότι προσαρμόζει δυναμικά το περιεχόμενο του μαθήματος το οποίο βασίζεται στην αξιολόγηση των απαντήσεων του μαθητή. Για παράδειγμα, αν οι μαθητές τα καταφέρνουν καλύτερα σε μια άσκηση, το πρόγραμμα προσφέρει πιο απαιτητικές ασκήσεις. Σε αντίθετη περίπτωση, το πρόγραμμα προσφέρει περισσότερες οδηγίες ή ευκολότερες ασκήσεις. Έχει αποδειχθεί ότι το adaptive control παρέχει υψηλότερες επιδόσεις από το learner control. Αναφορικά υπάρχουν 4 τύποι προσαρμοστικού ελέγχου: ο static adaptive control (στατικός προσαρμοστικός έλεγχος), ο dynamic adaptive control (δυναμικός προσαρμοστικός έλεγχος), ο Advisement (συμβουλευτικός) και ο Shared Control (μοιραζόμενος έλεγχος).