Skip to main content
Γραμματολογική τοποθέτηση του έργου
Η ποίηση του Αναγνωστάκη δεν είναι (τουλάχιστον όσον εκ πρώτης όψεως φαίνεται) απαισιόδοξη.
«Στο βάθος του ορίζοντα της διακρίνεται ένα φως που μοιάζει περισσότερο με την αναλαμπή μιας
αυγής και λιγότερο με το φέγγος ενός λυκόφωτος» και ότι «περισσότερο από ιδεολογικός ποιητής, ο
Αναγνωστάκης είναι υπαρξιακός ποιητής και ο χαρακτήρας του αυτός τον κάνει ν' αποκλίνει ουσιωδώς
από την ομάδα, των πολιτικών ποιητών και να προσεγγίζει τους υπαρξιακούς ποιητές της γενιάς του».
(Απόσπασμα από τις απόψεις του Ν. Βαγενά για τον Αναγνωστάκη)
«Ο τόνος είναι υψωμένος γενικά, σχεδόν οργισμένος, παρόλο που δεν υπερβαίνει το κουβεντιαστό
όριο. Άλλοτε γίνεται δηκτικός και σαρκαστικός, άλλοτε μελαγχολικός και βαθιά πικραμένος, αλλά
πάντα μονότροπος. πεζολογικός, ακόμα αντιποιητικός, προσγειωμένος».
( Κ. Μπαλάσκας)
«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Μανόλης Αναγνωστάκης είναι από τους σημαντικότερους ποιητές της
σύγχρονης Ελλάδος. Η ποίηση του έχει τη σφραγίδα της αυθεντικής καταγραφής και μαρτυρίας των
γεγονότων που συνετάραξαν τη χώρα μας από το 1944 μέχρι και τα δίσεκτα έτη της Απριλιανής
δικτατορίας. Πρόκειται για μια ποίηση βιωματική αλλά και για μια απεγνωσμένη κραυγή
διαμαρτυρίας. Τα ποιήματα του αποπνέουν το εξαίσιο εκείνο μύρο των κοινωνικών αγώνων αλλά
και της αγάπης προς τον καθόλου άνθρωπο, καθώς και το προσωπικό του ύφος και μέσα από τον
ελεύθερο στίχο στοχεύει αφενός σε μιαν επανατοποθέτηση του ιστορικού/πολιτικού γίγνεσθαι και
αφετέρου στην κριτική των πολιτικών και κοινωνικών δομών της μετεμφυλιοπολεμικής Ελλάδος,
μια και οι στίχοι του λειτουργούν σαν μνημόσυνα πεθαμένων πια ιδανικών και συναξάρια
λησμονημένων μαρτύρων».
Ιστορικό πλαίσιο του ποιήματος
Το ποίημα αναφέρεται στις δραματικές εμπειρίες της κατοχής και τις αντιστάσεις όλων των ετών που
ακολούθησαν μετά τον εμφύλιο πόλεμο, τις μετακατοχικές πολιτικές, κοινωνικές συγκρούσεις και
τα προσωπικά βιώματα που έζησε ο ποιητής στα χρόνια της δικτατορίας. Αναφέρεται στη δικτατορία
του 1967 του Ιωαννίδη και των ομοϊδεατών του. Ανήκει στη συλλογή: «Ο Στόχος» (1970). Αυτή
αποτελεί την τελευταία συλλογή του ποιητή και αποτελείται από πολιτικώς τολμηρά ποιήματα, με
στόχο την ανάληψη αντιστασιακής δράσης και την ενεργοποίηση, αφύπνιση του λαού στη διάρκεια
της στρατιωτικής δικτατορίας. Πρωτοδημοσιεύτηκε στα Δεκαοχτώ Κείμενα, που αποτέλεσαν την
πρώτη πράξη αντίστασης των πνευματικών ανθρώπων κατά της δικτατορίας. Το ποίημα είναι μια
κραυγή διαμαρτυρίας εναντίον των δικτατόρων.
Θέμα του ποιήματος: Είναι η κοινωνικοπολιτική εικόνα της Ελλάδας του 1969 σε συσχετισμό
με την Ελλάδα του παρελθόντος και με τη διάψευση των ελπίδων για ένα καλύτερο μέλλον. Το
περιεχόμενο είναι κοινωνικό και πολιτικό. Ο τίτλος του ποιήματος μας θυμίζει τον Καβάφη.
Κεντρικό μήνυμα:Η αποκάλυψη και η καταγγελία της δικτατορίας, ως αιτίας για τις συμφορές
που έπλητταν τον ελληνικό λαό. Η σύγκριση με το παρελθόν αποδεικνύει το τέλμα και την απουσία
ανέλιξης της χώρας.
Ενδεικτικές επισημάνσεις
1. Ο Τίτλος του έργου
Ο τίτλος του ποιήματος άμεσα παραπέμπει στον Καβάφη, ο οποίος χρησιμοποιεί το Μέρες και
κάποια χρονολογία σε πέντε ποιήματα του. Τα ποιήματα αυτά είναι: Μέρες του 1903. Μέρες του
1896. Μέρες του 1901. Μέρες του 1909, 10 και 11, Μέρες του 1908. Σύμφωνα με τον Δ. Μαρωνίτη
η χρησιμοποίηση του Καβαφικού αυτού τίτλου πέρα από το γεγονός ότι δείχνει ότι και στις δύο
περιπτώσεις πρόκειται για ημερολογιακού τύπου εγγραφές, αποτελεί και μια ειρωνική αντίθεση του
πολιτικού ποιήματος του Αναγνωστάκη με τα ερωτικά του Καβάφη, υποβάλλοντας ότι οι Μέρες του
Αναγνωστάκη δεν μπορούν να έχουν και δεν έχουν καμιά ερωτική και ηδονική χροιά.
Η τοπική ένδειξη «Θεσσαλονίκη» επίσης παραπέμπει στον Καβάφη (Μύρης, Αλεξάνδρεια του 340
μ.Χ.). Όμως είναι και ο τόπος όπου γεννήθηκε και έζησε για πολλά χρόνια ο ποιητής.
2. Η Δομή του έργου
Το ποίημα είναι δυνατό να διακριθεί σε τρεις ενότητες:
Α΄ Ενότητα : «Στην οδό Αιγύπτου ... που περνούνε» (στ. 1-4): κυριαρχούν οι προσδιορισμοί του
χώρου και του χρόνου.
Β΄ Ενότητα : «Άλλωστε τα παιδιά ... των παιδιών των παιδιών τους» (στ. 5-12): κυριαρχεί η
αναφορά στα «παιδιά».
Γ΄ Ενότητα : «Προς το παρόν ... των Ελλήνων» (στ. 13-19): λειτουργεί η επαναφορά στο χώρο της
Α΄ Ενότητας, αποκαλύπτοντας ο ποιητής τα αίτια της νέας κατάστασης και καταγγέλλοντας τα.
Ερμηνευτική προσέγγιση
Ο πρώτος στίχος του ποιήματος μας τοποθετεί σ' έναν ακόμα πιο συγκεκριμένο χώρο από τη γενική
ένδειξη του τίτλου «Θεσσαλονίκη».
«Στην οδό Αιγύπτου - πρώτη πάροδος δεξιά». Η οδός Αιγύπτου υπάρχει σε άλλα δύο ποιήματα
του Αναγνωστάκη. Στο ποίημα Ο πόλεμος από τη συλλογή Εποχές, γραμμένη στα 1941-1944,
διαβάζουμε:
Στην οδό Αιγύπτου (πρώτη πάροδος δεξιά)
τα κορίτσια κοκκαλιασμένα περιμένανε απ' ώρα τον
Ισπανό με τα τσιγαρόχαρτα
Επίσης στο ποίημα Όταν αποχαιρέτησα... από τη συλλογή Η συνέχεια 2, διαβάζουμε τους στίχους:
Πώς να εξηγήσω πιο απλά τι ήταν ο Ηλίας
Η Κλαίρη. ο Ραούλ, η οδός Αιγύπτου
Αυτή η επίμονη αναφορά στη συγκεκριμένη οδό σημαίνει πως υπήρξε κάτι ιδιαίτερο για τον
ποιητή. Πιθανόν εκεί να έζησε τα παιδικά του χρόνια. Οπωσδήποτε είναι χώρος πολύ οικείος, από
τον οποίο έχει πολλές αναμνήσεις, αλλά και χώρος γνωστός στο «τώρα», το 1969 που γράφεται το
ποίημα. Η Αίγυπτος συμβολίζει όμως και ολόκληρη την Ελλάδα του 1969.
Ποιες αλλαγές βλέπει ο ποιητής στην οδό Αιγύπτου;
Ο ποιητής στην οδό Αιγύπτου βλέπει τεράστιες κοινωνικές αλλαγές. Οι άνθρωποι αλλοτριώθηκαν,
δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, συναλλάσσονται οι λίγοι και οι πολλοί μεταναστεύουν. Επίσης βλέπει
ότι άλλαξε η όψη του χώρου. Στον οικονομικό τομέα υψώνονται Τράπεζες συναλλαγών και
πρακτορεία μετανάστευσης. Ο τρόπος ζωής των παιδιών έχει αλλάξει. Δεν εμφανίζονται πια και δεν
μπορούν να παίξουν στους δρόμους της γειτονιάς επειδή κινδυνεύουν από τα τροχοφόρα.
Λιγοστεύουν τα παιδιά και γενικά μειώθηκε ο πληθυσμός των ανθρώπων οι οποίοι τώρα είναι
κλεισμένοι στον εαυτό τους. Αυτό οφείλεται σε θεομηνίες και στους θωρακισμένους στρατιώτες.
Τέλος οι άνθρωποι αλλοτριώθηκαν από τις συναλλαγές.
Τα δύο χρονικά επίπεδα του ποιήματος
Το ποίημα κινείται σε δύο χρονικά επίπεδα (το παρόν και το παρελθόν) με επίκεντρο την οδό
Αιγύπτου. Το επίπεδο του παρόντος διαγράφεται πιο ρητά, ενώ το επίπεδο του παρελθόντος
συνάγεται έμμεσα κατά τη διαδρομή του ποιήματος.
Το ποίημα κινείται αρχικά στο παρόν. Τον τοπικό προσδιορισμό ακολουθεί στο δεύτερο στίχο ένας
χρονικός: «Τώρα». Το ίδιο επίρρημα θα επαναληφθεί λίγο πιο κάτω: «Τώρα πια δεν γελούν...» Και
προς το τέλος του ποιήματος θα χρησιμοποιηθεί μια συνώνυμη φράση: «Προς το παρόν». Ο χρόνος
λοιπόν του ποιήματος είναι το «τώρα», το «παρόν», (1969 μ.Χ.- στρατιωτική δικτατορία), όπως
δηλώνει ο τίτλος του ποιήματος με αναφορά στην οδό Αιγύπτου.
Όμως το ποίημα δεν κινείται μόνο στο παρόν. Ξεκινά απ' αυτό αλλά με την τεχνική του flash-back,
με αναδρομές, μας γυρίζει στο παρελθόν. Ούτε και σ' αυτό βέβαια μένει. Υπάρχει μια διαρκής
εναλλαγή ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν. Μετά το «τώρα» του δεύτερου στίχου ακολουθεί
στον τέταρτο η φράση «και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια...»
Ο ίδιος σχεδόν στίχος, όπως και λίγο πριν «η οδός Αιγύπτου», βρίσκεται και σε άλλο ποίημα του
Αναγνωστάκη. Στη συλλογή Εποχές 2 στο ποίημα «VI», διαβάζουμε:
Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε
χωρίς κανένα κίνδυνο από τα τόσα κάρα που περνούνε.
Ο Δ. Μαρωνίτης ονομάζει αυτή τη μέθοδο «διακειμενικές αυτοαναφορές», ενώ τη χρήση στίχων ή
φράσεων άλλων ποιητών, οι οποίες επίσης υπάρχουν στο συγκεκριμένο ποίημα, «διακειμενικές
ετεροαναφορές».
Η μετάβαση από το παρόν στο παρελθόν γίνεται με μια ιδιαίτερη τεχνική: τα στοιχεία που
επισημαίνεται ρητά ότι δεν υπάρχουν πια στο παρόν αφήνεται να νοηθεί ότι κάποτε υπήρχαν στο
παρελθόν, με την αρνητική δηλαδή παρουσίαση του παρόντος νοείται έμμεσα και αντιθετικά η
κατάσταση του παρελθόντος. Το παρελθόν που υπαινίσσεται ο ποιητής είναι μάλλον εκείνο των
παιδικών χρόνων του ποιητή. Τα δύο πια που υπάρχουν μέσα στο ποίημα (στ.4 και 6) υποδηλώνουν
ότι κάποτε συνέβαιναν αυτά που δε συμβαίνουν τώρα.
Όμως το παρελθόν δενείναι μόνο υπονοούμενο. Υπάρχουν και πιο σαφείς δηλώσεις του.Αυτές είναι:
«Ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε», «ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε» , «πλημμύρες,
καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες», «θυμούνται τα λόγια του πατέρα».
Μένει τώρα να προσδιορίσουμε χρονικά αυτό το παρελθόν. Σε ποια εποχή αναφέρεται ο ποιητής;
Ξεκινώντας από το τώρα. το οποίο είναι σαφώς προσδιορισμένο (1969), έχοντας υπόψη ότι τα παιδιά
(εκείνα που έπαιζαν, γελούσαν κ.λπ.) μεγάλωσαν, συμπεραίνουμε ότι πρόκειται για τα ίδια παιδιά
και μάλιστα «όσα επιζήσαν» που θυμούνται τα λόγια του πατέρα και επομένως το παρελθόν, στο
οποίο αναφέρεται ο ποιητής, δεν ξεπερνά τη μια γενιά, δηλαδή τα 20-30 χρόνια. Βρισκόμαστε
επομένως στη δραματική δεκαετία 1940-1950 τη γεμάτη από γεγονότα που σημάδεψαν ανεξίτηλα
την Ελλάδα: ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940, η Γερμανική Κατοχή, με την πείνα και τις
εκτελέσεις, ο αιματηρός Εμφύλιος (1946-1949) και η μετεμφυλιακή περίοδος με τις διώξεις των
αντιφρονούντων, δικτατορία του Μεταξά 1936 και δικτατορία του Ιωαννίδη 1967.
Με την αναφορά του ποιητή στον «πατέρα» που ανήκει στην προηγούμενη γενιά, δηλαδή στη γενιά
των Βαλκανικών πολέμων,του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, της Μικρασιατικής καταστροφής του
1922 και της προσφυγιάς, το παρελθόν προεκτείνεται προς τα πίσω και φαίνεται ότι το παρελθόν
ήταν μια αλυσίδα αλλεπάλληλων εθνικών περιπετειών. Όμως παρά τα δεινά είχε ανθρώπινο
πρόσωπο. Οι άνθρωποι διατηρούσαν δεσμούς οικειότητας και εμπιστοσύνης.
Τα δύο νοηματικά επίπεδα του ποιήματος
Το ποίημα κινείται επίσης σε δύο νοηματικά επίπεδα. Το πρώτο διακρίνεται εύκολα με μια
πρώτη ανάγνωση. Υπάρχει και ένα δεύτερο στο οποίο στοχεύει το ποίημα.
Στο πρώτο νοηματικό επίπεδο ο ποιητής επισημαίνει τις τοπογραφικές αλλαγές που έχουν
συντελεστεί στην οδό Αιγύπτου. Πίσω όμως από αυτό το ορατό νοηματικό επίπεδο, κρύβεται ένα
άλλο:
α) Η Τράπεζα Συναλλαγών αφήνει να νοηθεί ότι κυριαρχούν οι συναλλαγές. Πέρα όμως από το
οικονομικό και εμπορικό της περιεχόμενο, η λέξη δηλώνει και την εμπορευματοποίηση, την
εκμετάλλευση, τη διάβρωση συνειδήσεων, το ξεπούλημα των ιδεών, την πολιτική διαφθορά, γενικά
την αλλοτρίωση των πάντων. Η επανάληψη του ρήματος συναλλάσσομαι και στα τρία ρηματικά
πρόσωπα δείχνει ότι η αλλοτρίωση είναι καθολική.
β) Τα τουριστικά γραφεία δηλώνουν, από τη μια, μια επίπλαστη εικόνα ευημερίας, αφού λόγω της
φτώχειας πολλοί άνθρωποι μεταναστεύουν και από την άλλη, τον κίνδυνο της τουριστικής
αλλοτρίωσης που υφίστανται τα ωραία νησιά, που είναι παράλληλα και τόπος εξορίας των αντιπάλων
του καθεστώτος.
γ) Τα πρακτορεία μεταναστεύσεως δείχνουν ότι πίσω από τη βιτρίνα της ευημερίας και του
εκσυγχρονισμού («υψώνεται η Τράπεζα Συναλλαγών», «τα ωραία γραφεία») κρύβεται η αθλιότητα,
αφού λόγω της οικονομικής κατάστασης πάρα πολλοί άνθρωποι αναγκάζονται να μεταναστεύουν σε
αναζήτηση καλύτερων όρων ζωής. Το φαινόμενο μάλιστα της μετανάστευσης είναι καθολικό, όπως
φαίνεται από την κλίση του ρήματος «μεταναστεύω» στα τρία ρηματικά πρόσωπα.
δ) Τα ωραία γραφεία, πέρα από το φαινομενικό εκσυγχρονισμό, δηλώνουν επίσης την ασχήμια που
υπάρχει, αφού αυτά τα γραφεία είτε είναι χώροι συναλλαγής και εκμετάλλευσης είτε χώροι
ανακρίσεων και βασανιστηρίων δημοκρατικών πολιτών.
ε) Οι ωραίες εκκλησιές δηλώνουν είτε ότι η δικτατορία καπηλεύεται υψηλές αξίες όπως της
θρησκείας (όπως φαίνεται και από το σύνθημα της «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» το οποίο ο ποιητής
στο τέλος του ποιήματος είτε από αυτολογοκρισία είτε απαξιώνοντας να το αναφέρει ολόκληρο, το
αναφέρει λειψό) είτε ότι κάποια όργανα της Εκκλησίας υπηρετούν τη δικτατορία και της παρέχουν
ηθική κάλυψη.
Γενικά πίσω από τη φαινομενική εικόνα της ευημερίας και του εκσυγχρονισμού κρύβεται η
αθλιότητα της αλλοτρίωσης, της συναλλαγής. Με το επίθετο «ωραία» ο ποιητής ειρωνεύεται την
τακτική του δικτατορικού καθεστώτος να υποστηρίζει ότι τα πάντα στη χώρα είναι ωραία, ότι οι
πολίτες ευημερούν.
Τι θυμούνται τα παιδιά
Τα παιδιά θυμούνται τα λόγια του πατέρα τους για το μέλλον, που ήταν γεμάτα αισιοδοξία και ελπίδα
για τη δική τους και την επόμενη τους γενιά. Ο πατέρας άνηκε στην προηγούμενη γενιά, σε εκείνη
που έζησε τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, τους Βαλκανικούς πολέμους και κυρίως την τραγωδία της
Μικρασιατικής καταστροφής του 1922 και δεν φανταζόταν πόσα κακά επρόκειτο να βρουν την
Ελλάδα. Τελικά δεν γνώρισαν καλύτερες μέρες αλλά χειρότερες. Οι ελπίδες τους για ένα καλύτερο
μέλλον διαψεύστηκαν κυρίως στον εμφύλιο και κατά την περίοδο της δικτατορίας του 1967.
Τι πληγώνει τον ποιητή
Το στίχο αυτόν το δανείζεται από το Σεφέρη ο οποίος πληγώθηκε από τη δικτατορία του Μεταξά και
ο Αναγνωστάκης το βρίσκει επίκαιρο. Τον πληγώνει η Ελλάδα με τα ωραία νησιά που έγιναν τόπος
εξορίας των αντιφρονούντων και τόπος αλλοτρίωσης από τους τουρίστες. Τον πληγώνει η Ελλάδα
με τα ωραία γραφεία που έγιναν χώροι συναλλαγής και εκμετάλλευσης. Θεωρεί ότι η θρησκεία
κινδυνεύει από τους κομμουνιστές σύμφωνα με τους δικτάτορες που έλεγαν ότι κινδύνευαν τα ιερά
και τα όσια.
Τα συναισθήματα που διακατέχουν τον ποιητή;
Τον ποιητή διακατέχει η μελαγχολική διάθεση, η θλίψη, ο πόνος, η απογοήτευση, η οργή, η
αγανάκτηση, η ειρωνεία και ο σαρκασμός.
Σχολιασμός του τελευταίου στίχου.
Ο στίχος αυτός αν συμπληρωθεί με τη λέξη Χριστιανών, εκφράζει το σύνθημα των δικτατόρων με
το οποίο καπηλεύονταν τις υψηλές αξίες της πατρίδας και της θρησκείας. Ο ποιητής αφαιρεί τη λέξη
Χριστιανών για να πει ότι η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες και όχι μόνο στους Έλληνες Χριστιανούς.
Βέβαια ήθελε να σαρκάσει το σύνθημα των δικτατόρων που πίστευαν ότι οι Έλληνες Χριστιανοί
κινδύνευαν από τους κομμουνιστές.
Οι Συμβολισμοί του ποιήματος
Η σκηνοθεσία των συμβολισμών στο ποίημα παρουσιάζεται μέσα από τις παρακάτω επιλογές:
 Η «Θεσσαλονίκη» είναι η Ελλάδα.
 «Τράπεζα Συναλλαγών» είναι η συναλλαγή, το ξεπούλημα.
 Οι λέξεις «βαριές αρρώστιες, πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί» αποτελούν τα σύμβολα
της συμφοράς.
 Οι «θωρακισμένοι στρατιώτες» αναφέρονται στη στρατιωτική δικτατορία, που είχε
επιβληθεί στη χώρα (1967-1974).
 Τέλος με τις λέξεις «πρακτορεία μεταναστεύσεως» εννοείται το μεταναστευτικό ρεύμα ως
αποτέλεσμα της ανεργίας.
Η τεχνική του ποιήματος
Στο συγκεκριμένο ποίημα το νόημα και η τεχνική συνδέονται στενά. Κυριαρχεί ο ρυθμός της
καθημερινής κουβέντας, ελάχιστες είναι οι ασυνήθιστες λέξεις, ενώ απουσιάζουν οι παρομοιώσεις ή
άλλα στοιχεία που στολίζουν το λόγο. Κυριαρχούν ο λιτός ελεύθερος στίχος και το ελεύθερο
στροφικό σύστημα. Παρά το ότι υπάρχει στιχουργική αταξία με στίχους ανισοσύλλαβους, εντούτοις
διαπιστώνουμε έναν εσωτερικό ρυθμό και νύξεις ιαμβικού μέτρου. Ο εσωτερικός ρυθμός που
δραματοποιεί ανάγλυφα την κατάσταση στην Ελλάδα του 1969 μ.Χ. Ο ποιητής μιμείται το καβαφικό
ύφος, ενυπάρχει μια διάχυτη ειρωνεία, σαρκασμός, αγανάκτηση και οργή για την κατάσταση που
επικρατεί.
Η γλώσσα του ποιήματος
Η γλώσσα του ποιήματος είναι απλή δημοτική, χωρίς κανένα εξωτερικό διακοσμητικό στοιχείο,
ανταποκρίνεται στα προσωπικά βιώματα του αφηγητή και κατακτά τον αναγνώστη μετη γνησιότητα
και την αλήθεια της, καθώς λέει τα πράγματα με το όνομά τους και έτσι γίνεται αποτελεσματικότερη.
Ο λόγος είναι σαφής, απλός, ειλικρινής και διατυπωμένος με παρρησία. Ανάλογα το ύφος είναι απλό
με λιτά εκφραστικά μέσα και εναρμονίζεται με τον πεζολογικό τόνο της γλώσσας.
Απαντήσεις στις ερωτήσεις του σχολικού βιβλίου
1. Το ποίημα κινείται σε δύο χρονικά επίπεδα (το παρόν και το παρελθόν) με επίκεντρο την οδό
Αιγύπτου. Το επίπεδο νου παρόντος διαγράφεσαι πιο ρητά, ενώ το επίπεδο του παρελθόντος
συνάγεται έμμεσα κατά τη διαδρομή του ποιήματος. Με βάση τους υπαινιγμούς που γίνονται
και τις αναθέσεις προς το παρόν, προσπαθήστε να ανασυνθέσετε την εικόνα νου παρελθόντος.
Απάντηση
Το παρελθόν, στο οποίο έμμεσα αναφέρεται ο ποιητής, σχετίζεται με τη μετακατοχική περίοδο και
τα παιδικά ή εφηβικά του χρόνια. Φανταζόμαστε τα παιδιά να παίζουν στους δρόμους, κάτι που δεν
μπορεί να γίνει πια λόγω των πολλών τροχοφόρων που τους διασχίζουν.
Οι μικρές μονοκατοικίες της γειτονιάς έχουν δώσει τη θέση τους σε μέγαρα πολυώροφα. Υπάρχουν
τράπεζες, τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μετανάστευσης, που δεν υπήρχαν παλιότερα. Τα
παιδιά μπορούσαν να γελάσουν, να ψιθυρίσουν μυστικά, να εμπιστευθούν. Μεγάλωναν με τα
αισιόδοξα λόγια του πατέρα και την ελπίδα ότι θα γνωρίσουν καλύτερες μέρες.
2. Το ποίημα κινείται επίσης σε δύο νοηματικά επίπεδα. Το πρώτο διακρίνεται εύκολα με μια
πρώτη ανάγνωση. Ποιο είναι το δεύτερο στο οποίο στοχεύει το ποίημα;
Απάντηση
Στο ποίημα λειτουργούν δύο χρονικά αλλά και νοηματικά επίπεδα. Συγκρίνεται το παρελθόν με το
παρόν, η Θεσσαλονίκη των παιδικών και εφηβικών χρόνων του ποιητή με τη Θεσσαλονίκη του 1969,
τη Θεσσαλονίκη του παρόντος. Στο επίκεντρο βρίσκεται η οδός Αιγύπτου, η οποία φαίνεται να έχει
αλλάξει ριζικά.
Τα πολυώροφα κτίρια, που σηματοδοτούν ένα απρόσωπο τρόπο ζωής, η συναλλαγή και το
ξεπούλημα για την εξυπηρέτηση συμφερόντων, και ειδικότερα, και ειδικότερα το ξεπούλημα της
χώρας στους ξένους, η θλίψη, η ανελευθερία και η έλλειψη εμπιστοσύνης σε συνδυασμό με τις
συμφορές που έπληξαν στο παρελθόν,αλλά και θα συνεχίσουν να ταλανίζουν το λαό ( μετην επιβολή
δικτατορίας ) , αποτελούν μερικά από τα στοιχεία που συνθέτουν την εικόνα της Θεσσαλονίκης του
1969, της Ελλάδας γενικότερα του 1969. Μα η ελπίδα δε χάνεται, υπάρχει η πεποίθηση ότι στο
μέλλον κάποια στιγμή η αλυσίδα της δυστυχίας θα πάρει τέλος και με αυτή την προοπτική κι αυτά
τα παιδιά θα μεγαλώσουν τα παιδιά τους και τα παιδιά «των παιδιών των παιδιών τους». Άλλωστε
μ’ αυτό το έργο έχουν ανατραφεί γενιές και γενιές. Προς το παρόν, ο ποιητής αρκείται στην
καταγγελία της συναλλαγής, της ανεργίας και της συνεπαγόμενης μετανάστευσης και ελπίζει ότι η
Ελλάδα « με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησίες» θα αντιδράσει σε όλους όσοι
σμιλεύουν το μίζερο παρόν της.
Μ.ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ,Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μ.Χ.