Σαατσόγλου Ελένη
1
1. Πολυπολιτισμικές Κοινωνίες και Μοντέλα
Εκπαίδευσης
Η προσαρμογή των μειονοτικών ομάδων στην χώρα υποδοχής, όσον αφορά την
εκπαίδευση, την γλώσσα, την κοινωνική αποδοχή και ενσωμάτωση στο υπάρχον
εκπαιδευτικό σύστημα έγινε ανάλογα με το πολιτισμικό, πολιτικό και ιστορικό
υπόβαθρο της κάθε χώρας. Ως εκ τούτου διαμορφώθηκαν πέντε μοντέλα εκπαίδευσης
στις πολυπολιτισμικές χώρες υποδοχής.
1.1 Αφομοιωτικό Μοντέλο
Η πολιτική της αφομοίωσης αναπτύχθηκε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και
βασίζεται στην αρχή της πλήρους κοινωνικής ένταξης για τον λόγο ότι η εκμάθηση
των εθνικών γλωσσών και των πολιτισμών των μειονοτικών μαθητών παρατείνει τη
χαμηλή κοινωνική τους θέση και ταυτόχρονα θέτει σε κίνδυνο το εθνικό κράτος.
Οπότε το σχολικό πρόγραμμα διατηρεί την παράδοση και τον πολιτισμό της χώρας
υποδοχής, καλλιεργεί την πίστη στην αξία του εθνικού κράτους και φυσικά οι
διαφορετικοί μαθητές χάνουν την εθνική τους ταυτότητα.
Παράλληλα οι όποιες πολιτισμικά και εθνικά διαφορετικές ομάδες θα πρέπει να
αποροφηθούν από τον γηγενή ομοιογενή πληθυσμό ώστε να μπορέσουν να
συμμετέχουν ισοδύναμα στη διαμόρφωση και διατήρηση της κοινωνίας
(Γεωργογιάννης, 1999). Επομένως η διδασκαλία της μητρικής γλώσσας και του
πολιτισμού της χώρας καταγωγής των αλλοδαπών μαθητών αποτελεί ιδιωτική
υπόθεση των ίδιων των μεταναστευτικών ομάδων και όχι του δημόσιου
εκπαιδευτικού συστήματος (Νικολάου, 2000).
Στην πραγματικότητα η εκπαιδευτική αυτή πολιτική υπήρξε ανεπιτυχής καθώς
οδήγησε μεγάλο αριθμό μαθητών στη σχολική αποτυχία και τον κοινωνικό
αποκλεισμό εφόσον στερεί από τους μαθητές που ανήκουν σε μια διαφορετική
πολιτισμική ομάδα να αξιοποιήσουν το γλωσσικό και πολιτισμικό τους κεφάλαιο.
Δεδομένου μάλιστα ότι οι πληθυσμοί αυτοί ζουν στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής
Σαατσόγλου Ελένη
2
και δε μετέχουν στα κοινωνικά δρώμενα, έχουν ελάχιστες πιθανότητες να
αφομοιώσουν τον πολιτισμό της χώρας υποδοχής και να αφομοιωθούν από αυτόν.
(Πυργιωτάκης, 2008, σελ. 429)
Τα αρνητικά σημεία της αφομοιωτικής προσέγγισης οδήγησαν σε μια καινούρια
εκπαιδευτική πολιτική, την ενσωμάτωση των διαφορετικών μαθητών στην κυρίαρχη
ομάδα.
1.2 ΜοντέλοΕνσωμάτωσης
Το μοντέλο της ενσωμάτωσης αναπτύχθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1960 και
στηρίζεται στις αρχές της ισότητας των ευκαιριών. Κατανοεί τους ιδιαίτερους
πολιτισμούς των μεταναστών και στοχεύει στη δημιουργία μιας πολιτισμικά
αρμονικής και ισόνομης κοινωνίας. Θεωρεί ότι οι πολιτισμικές αξίες της χώρας
υποδοχής δεν κινδυνεύουν από την ετερότητα, εφόσον η διαφορετικότητα
οριοθετείται μέχρι εκεί που δεν εμποδίζεται η ενσωμάτωσή της. Επίσης ο σεβασμός
στις θρησκευτικές πεποιθήσεις, στα ήθη και έθιμα, στη μουσική, στις γιορτές και σε
άλλα πολιτιστικά στοιχεία της ετερότητας δεν θέτει σε κίνδυνο τις πολιτικές,
οικονομικές και κοινωνικές αξίες της χώρας υποδοχής.
Παράλληλα η ανεκτικότητα στην πολιτισμική ετερότητα υπαγορεύτηκε από την
αντίληψη ότι ο στόχος της ενσωμάτωσης αρχικά και της αφομοίωσης στη συνέχεια
διευκολύνεται σημαντικά αν επιτραπεί στα μέλη των εθνικών / μεταναστευτικών
ομάδων να διατηρήσουν πλευρές των πολιτισμικών τους παραδόσεων και αν
δημιουργηθούν συνθήκες κοινωνικής ελευθερίας και ασφάλειας (Μάρκου, 1997,
σελ. 223-224). Επομένως το μοντέλο της ενσωμάτωσης προϋποθέτει ένα
εκπαιδευτικό σύστημα που να σέβεται τα πολιτισμικά στοιχεία των ετέρων μαθητών
και ταυτόχρονα να τους μυεί στην υιοθεσία των δικών του πολιτικών, κοινωνικών και
οικονομικών αξιών.
Ακόμα και στην περίπτωση που τα πολιτισμικά στοιχεία των μειονοτικών ομάδων
συμπεριλαμβάνονται στα προγράμματα του επίσημου σχολείου, τυπικά ή άτυπα, δεν
αξιολογούνται σύμφωνα με τα δικά τους πολιτισμικά πρότυπα αλλά σύμφωνα με
Σαατσόγλου Ελένη
3
αυτά του κυρίαρχου πολιτισμού (Μάρκου, 1997, σελ. 227). Στη συνέχεια το μοντέλο
της ενσωμάτωσης διαδέχθηκε το πολυπολιτισμικό μοντέλο.
1.3 ΠολυπολιτισμικόΜοντέλο
Το πολυπολιτισμικό μοντέλο εμφανίστηκε στη δεκαετία του 1970, όταν τα
προηγούμενα μοντέλα, της αφομοίωσης και της ενσωμάτωσης, δεν έλυσαν τα
προβλήματα που αντιμετώπιζαν τα παιδιά διαφορετικής γλωσσικής και πολιτισμικής
προέλευσης στο επίσημο σχολείο της χώρας υποδοχής. Αναγνωρίζει την ύπαρξη
διαφορετικών ομάδων, ενισχύει τη διατήρηση των πολιτισμικών και ιστορικών
στοιχείων τους και προωθεί την ενότητα μέσα από τη διαφορετικότητα. Ως εκ τούτου
διασφαλίζεται μέσα από την αλληλεπίδραση των πολιτισμών των διαφορετικών
ομάδων η αναγνώριση της ισοτιμίας των πολιτισμών, καθώς επίσης η πολιτική
εξουσία της χώρας υποδοχής ενώνει όλες τις ομάδες και απονέμει δικαιοσύνη.
Επιπλέον οι υποστηριχτές του πολυπολιτισμικού μοντέλου, χωρίς να αντιτάσσονται
στη λογική της κοινωνικής ένταξης θεωρούν ότι η κοινωνική συνοχή προωθείται με
την αναγνώριση των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων των μεταναστευτικών ομάδων και
τη διαμόρφωση ενός κοινωνικού πλαισίου μέσα στο οποίο θα μπορούν να
συνυπάρχουν και να αναπτύσσονται όλοι οι πολιτισμοί χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η
ενότητα και η συνοχή του (Νικολάου, 2000, σελ. 125).
Οι βασικοί στόχοι λοιπόν του πολυπολιτισμικού μοντέλου είναι (Μάρκου, 1997, σελ.
230)
 Η παροχή ίσων εκπαιδευτικών ευκαιριών σε όλους τους μαθητές μέσα από τη
μεταρρύθμιση του σχολείου
 Η βελτίωση της σχολικής επίδοσης και η ενίσχυση της αυτοαντίληψης των
μειονοτικών παιδιών
 Η καλλιέργεια του σεβασμού και της ανεκτικότητας καθώς και θετικών
στάσεων απέναντι στα άτομα με διαφορετική πολιτισμική, φυλετική, εθνική ή
θρησκευτική προέλευση
Σαατσόγλου Ελένη
4
 Η ανάπτυξη στους μαθητές της ικανότητας να εξετάζουν εκπαιδευτικά και
κοινωνικά φαινόμενα και γεγονότα μέσα από την οπτική διαφόρων
πολιτισμών και όχι μόνο του κυρίαρχου πολιτισμού
Το πολυπολιτισμκό μοντέλο συμπληρώνεται με το αναδυόμενο αντιρατσιστικό
μοντέλο που επικεντρώνεται στους κοινωνικούς θεσμούς για να μπορέσει να δώσει
στην κυρίαρχη ομάδα, δυνατότητες αποδοχής της διαφορετικότητας.
1.4 Αντιρατσιστικό Μοντέλο
Το αντιρατσιστικό μοντέλο αναπτύχθηκε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980,
κυρίως στην Αγγλία, την Αμερική και την Ολλανδία. Με το μοντέλο αυτό
επιχειρείται μια μετάβαση από τις ατομικές ανάγκες στις θεσμικές και κοινωνικές
δομές, με στόχο την εξάλειψη του ρατσισμού. (Παλαιολόγου και Ευαγγέλου, 2003,
σελ. 88)
Γι’ αυτούς τους λόγους εξετάζεται ο ρατσισμός ως κοινωνικό φαινόμενο,
παρατηρείται η κοινωνία με τους θεσμούς και τις δομές της και οι νόμοι του κράτους
αναδύουν τον θεσμικό ρατσισμό. Εφόσον ο ρατσισμός υπάρχει στους μηχανισμούς
του κράτους, διαπερνά στην κοινωνική ζωή και δημιουργεί διακρίσεις στις
μειονοτικές ομάδες. Παράλληλα οι υποστηρικτές του αντιρατσιστικού μοντέλου
εκπαίδευσης θεωρούν ότι η έμφαση στο άτομο για τη ρατσιστική του συμπεριφορά
και όχι στους θεσμούς της κοινωνίας, τονίζει την διαφορετικότητα των μαθητών. Ως
εκ τούτου από τις ίδιες τις δομές της κοινωνίας, ο θεσμικός ρατσισμός παραμένει
αναλλοίωτος.
Συμπερασματικά ο ατομικός και ο θεσμικός ρατσισμός δεν αποκλείονται αμοιβαία
αλλά βρίσκονται σε διαλεκτική σχέση μεταξύ τους. Τα στερεότυπα, η προκατάληψη
και η κοινωνική διάκριση δεν περιορίζονται σε ατομικό επίπεδο αλλά επεκτείνονται
και σε κοινωνικούς θεσμούς όπως είναι η οικογένεια, το σχολείο και τα μέσα μαζικής
επικοινωνίας. (Γκότοβος, 1996) Τα χαρακτηριστικά αυτά γίνονται δεδομένες
αντιλήψεις από τους διαμορφωτές της πολιτικής, τους υπεύθυνους των θεσμών και
τους φορείς εξουσίας. Πέρα από τις στάσεις των ατόμων επομένως, πρέπει να
αλλάξουν και οι δομές της εκπαίδευσης και της κοινωνίας, ώστε να εξαλειφθούν οι
Σαατσόγλου Ελένη
5
φυλετικές διακρίσεις σε βάρος των παιδιών των μεταναστών. (Γεωργογιάννης, 1999,
σελ. 49)
Παράλληλα σχεδόν με το αντιρατσιστικό μοντέλο εμφανίζεται ευρωπαϊκά το
διαπολιτισμικό μοντέλο, που δίνει βαρύτητα στις ιδιαίτερες κλίσεις του κάθε μαθητή
με στόχο την ομαλή προσαρμογή του στην κοινωνία.
1.5 ΔιαπολιτισμικόΜοντέλο
Στη δεκαετία του 1980 αναδύεται στην Ευρώπη η διαπολιτισμική προσέγγιση
σύμφωνα με την οποία αναπτύσσεται από το εκπαιδευτικό σύστημα η
προσωπικότητα του κάθε μαθητή σε μια πολυπολιτισμική τάξη, είτε είναι γηγενής
είτε διαφορετικός.
Η διαπολιτισμική εκπαίδευση ορίζεται ως αρχή, όπου πρέπει να εξασφαλίζονται ίσες
ευκαιρίες για όλους, ανεξάρτητα της πολιτισμικής τους προέλευσης, ως διαδικασία,
όπου δηλώνει μια συνεχή αλληλεπίδραση και συνεργασία μεταξύ των ατόμων κάθε
κοινωνικής προέλευσης και τέλος, ως κίνημα με στόχο την εκπαιδευτική και
κοινωνική μεταρρύθμιση (Μάρκου, 1997, σελ. 245-246). Με αυτό τον τρόπο
συμβάλλει στην αποδοχή του κάθε ετέρου μαθητή από το σχολικό και ευρύτερο
κοινωνικό πλαίσιο.
Επιχειρείται μια μεταστροφή από τη λογική της υπόθεσης του ελλείμματος, στην
υπόθεση της διαφοράς, βασική αρχή της οποίας είναι η αποδοχή της ετερότητας του
άλλου. Η πρώτη υπόθεση αναφέρεται στο μορφωτικό κεφάλαιο των μη γηγενών
μαθητών το οποίο χαρακτήριζε ως ελλειμματικό. Το γεγονός αυτό καθιστούσε
επιτακτική τη συμπλήρωση του μέσα από μια σειρά αντισταθμιστικών μέτρων,
προκειμένου να εξομοιωθεί με εκείνο των γηγενών μαθητών. Αντίθετα η δεύτερη
υπόθεση θεωρεί ότι το μορφωτικό κεφάλαιο είναι απλώς διαφορετικό, άρα και
ισότιμο, πράγμα που συνεπάγεται το σεβασμό και την αποδοχή της κυρίαρχης
ομάδας. (Δαμανάκης, 2005, σελ. 99)
Οι βασικές αρχές λοιπόν του διαπολιτισμικού μοντέλου είναι (Μάρκου, 1997, σελ.
238)
Σαατσόγλου Ελένη
6
 Εκπαίδευση για ενσυναίσθηση των εκπαιδευτικών προβλημάτων που
αντιμετωπίζουν τα παιδιά διαφορετικής γλωσσικής και πολιτισμικής
προέλευσης
 Εκπαίδευση για αλληλεγγύη, η οποία παραμερίζει την κοινωνική ανισότητα
και αδικία
 Εκπαίδευση για σεβασμό στην πολιτισμική ετερότητα
 Εξάλειψη στερεοτύπων, προκαταλήψεων και εθνοκεντρικών στάσεων και
συμπεριφορών, ώστε να επιτευχθεί η αρμονική συμβίωση μεταξύ
διαφορετικών λαών και πολιτισμών
 Επίγνωση ότι οι πολιτισμικές και γλωσσικές διαφορές δεν αποτελούν
αποδιοργανωτικό παράγοντα, αλλά αντίθετα εκτιμώνται ως εμπλουτισμός και
πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στα περιεχόμενα των εκπαιδευτικών
προγραμμάτων
Επομένως η διαπολιτισμική εκπαίδευση δεν περιορίζεται μόνο στο σχολικό θεσμό
αλλά επιχειρεί να επεκταθεί και στο κοινωνικό και πολιτικό σύστημα, η σύνδεση του
οποίου με την εκπαίδευση στοχεύει στην αποφυγή της περιθωριοποίησης των
αλλοδαπών μαθητών.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Γεωργογιάννης, Π. (1999). Θέματα διαπολιτισμικής εκπαίδευσης. Αθήνα:Gutenberg
Γκότοβος, Α. (1996) Ρατσισμός. Κοινωνικές, ψυχολογικές και παιδαγωγικές όψεις
μιας ιδεολογίας και μιας πρακτικής. Αθήνα: ΥΠΕΠΘ (Γ.Γ.Λ.Ε.)
Μάρκου, Γ. (1997). Εισαγωγή στη διαπολιτισμική εκπαίδευση Ελληνική και Διεθνής
Εμπειρία. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα
Νικολάου, Γ. (2000). Ένταξη και εκπαίδευση των αλλοδαπών μαθητών στο δημοτικό
σχολείο. Από την ομογένεια στην πολυπολιτισμικότητα. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα
Σαατσόγλου Ελένη
7
Παλαιολόγου ,Ν. και Ευαγγέλου, Ο. (2003) .Διαπολιτισμική παιδαγωγική:
εκπαιδευτικές, διδακτικές και ψυχολογικές προσεγγίσεις. Αθήνα: Ατραπός
Πυργιωτάκης, Ι. (2008). Εισαγωγή στην παιδαγωγική Επιστήμη. Αθήνα: Ελληνικά
Γράμματα

πολυπολ κοινωνιες μοντέ εκπαίδ

  • 1.
    Σαατσόγλου Ελένη 1 1. ΠολυπολιτισμικέςΚοινωνίες και Μοντέλα Εκπαίδευσης Η προσαρμογή των μειονοτικών ομάδων στην χώρα υποδοχής, όσον αφορά την εκπαίδευση, την γλώσσα, την κοινωνική αποδοχή και ενσωμάτωση στο υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα έγινε ανάλογα με το πολιτισμικό, πολιτικό και ιστορικό υπόβαθρο της κάθε χώρας. Ως εκ τούτου διαμορφώθηκαν πέντε μοντέλα εκπαίδευσης στις πολυπολιτισμικές χώρες υποδοχής. 1.1 Αφομοιωτικό Μοντέλο Η πολιτική της αφομοίωσης αναπτύχθηκε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και βασίζεται στην αρχή της πλήρους κοινωνικής ένταξης για τον λόγο ότι η εκμάθηση των εθνικών γλωσσών και των πολιτισμών των μειονοτικών μαθητών παρατείνει τη χαμηλή κοινωνική τους θέση και ταυτόχρονα θέτει σε κίνδυνο το εθνικό κράτος. Οπότε το σχολικό πρόγραμμα διατηρεί την παράδοση και τον πολιτισμό της χώρας υποδοχής, καλλιεργεί την πίστη στην αξία του εθνικού κράτους και φυσικά οι διαφορετικοί μαθητές χάνουν την εθνική τους ταυτότητα. Παράλληλα οι όποιες πολιτισμικά και εθνικά διαφορετικές ομάδες θα πρέπει να αποροφηθούν από τον γηγενή ομοιογενή πληθυσμό ώστε να μπορέσουν να συμμετέχουν ισοδύναμα στη διαμόρφωση και διατήρηση της κοινωνίας (Γεωργογιάννης, 1999). Επομένως η διδασκαλία της μητρικής γλώσσας και του πολιτισμού της χώρας καταγωγής των αλλοδαπών μαθητών αποτελεί ιδιωτική υπόθεση των ίδιων των μεταναστευτικών ομάδων και όχι του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος (Νικολάου, 2000). Στην πραγματικότητα η εκπαιδευτική αυτή πολιτική υπήρξε ανεπιτυχής καθώς οδήγησε μεγάλο αριθμό μαθητών στη σχολική αποτυχία και τον κοινωνικό αποκλεισμό εφόσον στερεί από τους μαθητές που ανήκουν σε μια διαφορετική πολιτισμική ομάδα να αξιοποιήσουν το γλωσσικό και πολιτισμικό τους κεφάλαιο. Δεδομένου μάλιστα ότι οι πληθυσμοί αυτοί ζουν στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής
  • 2.
    Σαατσόγλου Ελένη 2 και δεμετέχουν στα κοινωνικά δρώμενα, έχουν ελάχιστες πιθανότητες να αφομοιώσουν τον πολιτισμό της χώρας υποδοχής και να αφομοιωθούν από αυτόν. (Πυργιωτάκης, 2008, σελ. 429) Τα αρνητικά σημεία της αφομοιωτικής προσέγγισης οδήγησαν σε μια καινούρια εκπαιδευτική πολιτική, την ενσωμάτωση των διαφορετικών μαθητών στην κυρίαρχη ομάδα. 1.2 ΜοντέλοΕνσωμάτωσης Το μοντέλο της ενσωμάτωσης αναπτύχθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1960 και στηρίζεται στις αρχές της ισότητας των ευκαιριών. Κατανοεί τους ιδιαίτερους πολιτισμούς των μεταναστών και στοχεύει στη δημιουργία μιας πολιτισμικά αρμονικής και ισόνομης κοινωνίας. Θεωρεί ότι οι πολιτισμικές αξίες της χώρας υποδοχής δεν κινδυνεύουν από την ετερότητα, εφόσον η διαφορετικότητα οριοθετείται μέχρι εκεί που δεν εμποδίζεται η ενσωμάτωσή της. Επίσης ο σεβασμός στις θρησκευτικές πεποιθήσεις, στα ήθη και έθιμα, στη μουσική, στις γιορτές και σε άλλα πολιτιστικά στοιχεία της ετερότητας δεν θέτει σε κίνδυνο τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές αξίες της χώρας υποδοχής. Παράλληλα η ανεκτικότητα στην πολιτισμική ετερότητα υπαγορεύτηκε από την αντίληψη ότι ο στόχος της ενσωμάτωσης αρχικά και της αφομοίωσης στη συνέχεια διευκολύνεται σημαντικά αν επιτραπεί στα μέλη των εθνικών / μεταναστευτικών ομάδων να διατηρήσουν πλευρές των πολιτισμικών τους παραδόσεων και αν δημιουργηθούν συνθήκες κοινωνικής ελευθερίας και ασφάλειας (Μάρκου, 1997, σελ. 223-224). Επομένως το μοντέλο της ενσωμάτωσης προϋποθέτει ένα εκπαιδευτικό σύστημα που να σέβεται τα πολιτισμικά στοιχεία των ετέρων μαθητών και ταυτόχρονα να τους μυεί στην υιοθεσία των δικών του πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών αξιών. Ακόμα και στην περίπτωση που τα πολιτισμικά στοιχεία των μειονοτικών ομάδων συμπεριλαμβάνονται στα προγράμματα του επίσημου σχολείου, τυπικά ή άτυπα, δεν αξιολογούνται σύμφωνα με τα δικά τους πολιτισμικά πρότυπα αλλά σύμφωνα με
  • 3.
    Σαατσόγλου Ελένη 3 αυτά τουκυρίαρχου πολιτισμού (Μάρκου, 1997, σελ. 227). Στη συνέχεια το μοντέλο της ενσωμάτωσης διαδέχθηκε το πολυπολιτισμικό μοντέλο. 1.3 ΠολυπολιτισμικόΜοντέλο Το πολυπολιτισμικό μοντέλο εμφανίστηκε στη δεκαετία του 1970, όταν τα προηγούμενα μοντέλα, της αφομοίωσης και της ενσωμάτωσης, δεν έλυσαν τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν τα παιδιά διαφορετικής γλωσσικής και πολιτισμικής προέλευσης στο επίσημο σχολείο της χώρας υποδοχής. Αναγνωρίζει την ύπαρξη διαφορετικών ομάδων, ενισχύει τη διατήρηση των πολιτισμικών και ιστορικών στοιχείων τους και προωθεί την ενότητα μέσα από τη διαφορετικότητα. Ως εκ τούτου διασφαλίζεται μέσα από την αλληλεπίδραση των πολιτισμών των διαφορετικών ομάδων η αναγνώριση της ισοτιμίας των πολιτισμών, καθώς επίσης η πολιτική εξουσία της χώρας υποδοχής ενώνει όλες τις ομάδες και απονέμει δικαιοσύνη. Επιπλέον οι υποστηριχτές του πολυπολιτισμικού μοντέλου, χωρίς να αντιτάσσονται στη λογική της κοινωνικής ένταξης θεωρούν ότι η κοινωνική συνοχή προωθείται με την αναγνώριση των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων των μεταναστευτικών ομάδων και τη διαμόρφωση ενός κοινωνικού πλαισίου μέσα στο οποίο θα μπορούν να συνυπάρχουν και να αναπτύσσονται όλοι οι πολιτισμοί χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ενότητα και η συνοχή του (Νικολάου, 2000, σελ. 125). Οι βασικοί στόχοι λοιπόν του πολυπολιτισμικού μοντέλου είναι (Μάρκου, 1997, σελ. 230)  Η παροχή ίσων εκπαιδευτικών ευκαιριών σε όλους τους μαθητές μέσα από τη μεταρρύθμιση του σχολείου  Η βελτίωση της σχολικής επίδοσης και η ενίσχυση της αυτοαντίληψης των μειονοτικών παιδιών  Η καλλιέργεια του σεβασμού και της ανεκτικότητας καθώς και θετικών στάσεων απέναντι στα άτομα με διαφορετική πολιτισμική, φυλετική, εθνική ή θρησκευτική προέλευση
  • 4.
    Σαατσόγλου Ελένη 4  Ηανάπτυξη στους μαθητές της ικανότητας να εξετάζουν εκπαιδευτικά και κοινωνικά φαινόμενα και γεγονότα μέσα από την οπτική διαφόρων πολιτισμών και όχι μόνο του κυρίαρχου πολιτισμού Το πολυπολιτισμκό μοντέλο συμπληρώνεται με το αναδυόμενο αντιρατσιστικό μοντέλο που επικεντρώνεται στους κοινωνικούς θεσμούς για να μπορέσει να δώσει στην κυρίαρχη ομάδα, δυνατότητες αποδοχής της διαφορετικότητας. 1.4 Αντιρατσιστικό Μοντέλο Το αντιρατσιστικό μοντέλο αναπτύχθηκε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980, κυρίως στην Αγγλία, την Αμερική και την Ολλανδία. Με το μοντέλο αυτό επιχειρείται μια μετάβαση από τις ατομικές ανάγκες στις θεσμικές και κοινωνικές δομές, με στόχο την εξάλειψη του ρατσισμού. (Παλαιολόγου και Ευαγγέλου, 2003, σελ. 88) Γι’ αυτούς τους λόγους εξετάζεται ο ρατσισμός ως κοινωνικό φαινόμενο, παρατηρείται η κοινωνία με τους θεσμούς και τις δομές της και οι νόμοι του κράτους αναδύουν τον θεσμικό ρατσισμό. Εφόσον ο ρατσισμός υπάρχει στους μηχανισμούς του κράτους, διαπερνά στην κοινωνική ζωή και δημιουργεί διακρίσεις στις μειονοτικές ομάδες. Παράλληλα οι υποστηρικτές του αντιρατσιστικού μοντέλου εκπαίδευσης θεωρούν ότι η έμφαση στο άτομο για τη ρατσιστική του συμπεριφορά και όχι στους θεσμούς της κοινωνίας, τονίζει την διαφορετικότητα των μαθητών. Ως εκ τούτου από τις ίδιες τις δομές της κοινωνίας, ο θεσμικός ρατσισμός παραμένει αναλλοίωτος. Συμπερασματικά ο ατομικός και ο θεσμικός ρατσισμός δεν αποκλείονται αμοιβαία αλλά βρίσκονται σε διαλεκτική σχέση μεταξύ τους. Τα στερεότυπα, η προκατάληψη και η κοινωνική διάκριση δεν περιορίζονται σε ατομικό επίπεδο αλλά επεκτείνονται και σε κοινωνικούς θεσμούς όπως είναι η οικογένεια, το σχολείο και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. (Γκότοβος, 1996) Τα χαρακτηριστικά αυτά γίνονται δεδομένες αντιλήψεις από τους διαμορφωτές της πολιτικής, τους υπεύθυνους των θεσμών και τους φορείς εξουσίας. Πέρα από τις στάσεις των ατόμων επομένως, πρέπει να αλλάξουν και οι δομές της εκπαίδευσης και της κοινωνίας, ώστε να εξαλειφθούν οι
  • 5.
    Σαατσόγλου Ελένη 5 φυλετικές διακρίσειςσε βάρος των παιδιών των μεταναστών. (Γεωργογιάννης, 1999, σελ. 49) Παράλληλα σχεδόν με το αντιρατσιστικό μοντέλο εμφανίζεται ευρωπαϊκά το διαπολιτισμικό μοντέλο, που δίνει βαρύτητα στις ιδιαίτερες κλίσεις του κάθε μαθητή με στόχο την ομαλή προσαρμογή του στην κοινωνία. 1.5 ΔιαπολιτισμικόΜοντέλο Στη δεκαετία του 1980 αναδύεται στην Ευρώπη η διαπολιτισμική προσέγγιση σύμφωνα με την οποία αναπτύσσεται από το εκπαιδευτικό σύστημα η προσωπικότητα του κάθε μαθητή σε μια πολυπολιτισμική τάξη, είτε είναι γηγενής είτε διαφορετικός. Η διαπολιτισμική εκπαίδευση ορίζεται ως αρχή, όπου πρέπει να εξασφαλίζονται ίσες ευκαιρίες για όλους, ανεξάρτητα της πολιτισμικής τους προέλευσης, ως διαδικασία, όπου δηλώνει μια συνεχή αλληλεπίδραση και συνεργασία μεταξύ των ατόμων κάθε κοινωνικής προέλευσης και τέλος, ως κίνημα με στόχο την εκπαιδευτική και κοινωνική μεταρρύθμιση (Μάρκου, 1997, σελ. 245-246). Με αυτό τον τρόπο συμβάλλει στην αποδοχή του κάθε ετέρου μαθητή από το σχολικό και ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο. Επιχειρείται μια μεταστροφή από τη λογική της υπόθεσης του ελλείμματος, στην υπόθεση της διαφοράς, βασική αρχή της οποίας είναι η αποδοχή της ετερότητας του άλλου. Η πρώτη υπόθεση αναφέρεται στο μορφωτικό κεφάλαιο των μη γηγενών μαθητών το οποίο χαρακτήριζε ως ελλειμματικό. Το γεγονός αυτό καθιστούσε επιτακτική τη συμπλήρωση του μέσα από μια σειρά αντισταθμιστικών μέτρων, προκειμένου να εξομοιωθεί με εκείνο των γηγενών μαθητών. Αντίθετα η δεύτερη υπόθεση θεωρεί ότι το μορφωτικό κεφάλαιο είναι απλώς διαφορετικό, άρα και ισότιμο, πράγμα που συνεπάγεται το σεβασμό και την αποδοχή της κυρίαρχης ομάδας. (Δαμανάκης, 2005, σελ. 99) Οι βασικές αρχές λοιπόν του διαπολιτισμικού μοντέλου είναι (Μάρκου, 1997, σελ. 238)
  • 6.
    Σαατσόγλου Ελένη 6  Εκπαίδευσηγια ενσυναίσθηση των εκπαιδευτικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τα παιδιά διαφορετικής γλωσσικής και πολιτισμικής προέλευσης  Εκπαίδευση για αλληλεγγύη, η οποία παραμερίζει την κοινωνική ανισότητα και αδικία  Εκπαίδευση για σεβασμό στην πολιτισμική ετερότητα  Εξάλειψη στερεοτύπων, προκαταλήψεων και εθνοκεντρικών στάσεων και συμπεριφορών, ώστε να επιτευχθεί η αρμονική συμβίωση μεταξύ διαφορετικών λαών και πολιτισμών  Επίγνωση ότι οι πολιτισμικές και γλωσσικές διαφορές δεν αποτελούν αποδιοργανωτικό παράγοντα, αλλά αντίθετα εκτιμώνται ως εμπλουτισμός και πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στα περιεχόμενα των εκπαιδευτικών προγραμμάτων Επομένως η διαπολιτισμική εκπαίδευση δεν περιορίζεται μόνο στο σχολικό θεσμό αλλά επιχειρεί να επεκταθεί και στο κοινωνικό και πολιτικό σύστημα, η σύνδεση του οποίου με την εκπαίδευση στοχεύει στην αποφυγή της περιθωριοποίησης των αλλοδαπών μαθητών. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Γεωργογιάννης, Π. (1999). Θέματα διαπολιτισμικής εκπαίδευσης. Αθήνα:Gutenberg Γκότοβος, Α. (1996) Ρατσισμός. Κοινωνικές, ψυχολογικές και παιδαγωγικές όψεις μιας ιδεολογίας και μιας πρακτικής. Αθήνα: ΥΠΕΠΘ (Γ.Γ.Λ.Ε.) Μάρκου, Γ. (1997). Εισαγωγή στη διαπολιτισμική εκπαίδευση Ελληνική και Διεθνής Εμπειρία. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα Νικολάου, Γ. (2000). Ένταξη και εκπαίδευση των αλλοδαπών μαθητών στο δημοτικό σχολείο. Από την ομογένεια στην πολυπολιτισμικότητα. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα
  • 7.
    Σαατσόγλου Ελένη 7 Παλαιολόγου ,Ν.και Ευαγγέλου, Ο. (2003) .Διαπολιτισμική παιδαγωγική: εκπαιδευτικές, διδακτικές και ψυχολογικές προσεγγίσεις. Αθήνα: Ατραπός Πυργιωτάκης, Ι. (2008). Εισαγωγή στην παιδαγωγική Επιστήμη. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα