greek poetry

2,904 views

Published on

Published in: Education
  • Presentación de poemas bilingües de Seferis, Ritsos y Elitis.
    Excelentes fotografías.
       Reply 
    Are you sure you want to  Yes  No
    Your message goes here

greek poetry

  1. 2. Οδυσσέας Ελύτης
  2. 3. Άξιον εστί Axion Esti Od. Elytis
  3. 4. Αλλά πριν ακούσω αγέρα ή μουσική που κινούσα σε ξάγναντο να βγω (μια απέραντη κόκκινη άμμο ανέβαινα με τη φτέρνα μου σβήνοντας την Ιστορία) Fwnh Aigaiou.mp3 Pero antes de oir viento o musica cuando partia hacia una elevacion (un inmenso y rojo medano ascendia con mi talon borrando la Historia
  4. 5. πάλευα τα σεντόνια Ήταν αυτό που γύρευα και αθώο και ριγηλό σαν αμπελώνας και βαθύ και αχάραγο σαν η άλλη όψη τ’ ουρανού Κάτι λίγο ψυχής μέσα στην άργιλλο τότε είπε και γεννήθηκεν η θάλασσα και είδα και θαύμασα luchaba con las sabanas Era lo que buscaba inocente y tembloroso como una vina profundo y sin un trazo como la otra cara del cielo Un poco de alma en la arcilla Dijo entonces y naio la mar y vi y me maraville
  5. 6. Και στη μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς κατ’ εικόνα και ομοίωσή μου: ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή και γαλήνιοι αμφορείς και λοξές δελφινιών ράχες η Ίος η Σίκινος η Σέριφος η Μήλος «Κάθε λέξη κι από ‘να χελιδόνι για να σου φέρνει την άνοιξη μέσα στο θέρος» είπε Y en medio de ella sembro pequenosmundos a mi imagen y semejanza: caballos de pledra con la crin erecta y placidas anforas y curvados dorsos de delfines Ios Sikinos Serifos Milos “Por cada palabra una golondrina para que te traiga la primavera en el verano, dijo
  6. 7. Και πολλά τα λιόδεντρα που να κρησάρουν στα χέρια τους το φως κι ελαφρό ν’ απλώνεται στον ύπνο σου και πολλά τα τζιτζίκια που να μην τα νιώθεις όπως δε νιώθεις το σφυγμό στο χέρι σου Y en gran numero los olivos para que ciernan en sus manos la luz y que leve se extienda en tu sueno y en gran numero las chicharras que no has de sentir como no sientes el pulso en tu mano
  7. 8. Αλλά λίγο το νερό για να το ‘χεις θεό και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του Pero escasa el agua para que la tengas como Dios y poseas el significado de su discurse
  8. 9. Και το δέντρο μονάχο του χωρίς κοπάδι για να το κάνεις φίλο σου και να γνωρίσεις τ’ ακριβό του τ’ όνομα Y solitario el arbol sin rebano para que lo hagas tu amigo y conozcas su nombre exacto
  9. 10. Φτενό στα πόδια σου το χώμα για να μην έχεις πού ν’ απλώσεις ρίζα και να τραβάς του βάθους ολοένα Estrecha a tus pies la terra para que no tengas hacia donde extrender raices y te dirijas mas y mas a lo profundo
  10. 11. Και πλατύς επάνου ο ουρανός για να διαβάζεις μόνος σου την απεραντοσύνη ΑΥΤΟΣ Ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας! Y arriba ancho el cielo para que leas por ti solo la inmensidad
  11. 12. Ένα το χελιδόνι κι η Άνοιξη ακριβή Για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή Θέλει νεκροί χιλιάδες νά ‘ναι στους τροχούς Θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους. Θέ μου Πρωτομάστορα μ’ έχτισες μέσα στα βουνά Θέ μου Πρωτομάστορα μ’ έκλεισες μες στη θάλασσα! Πάρθηκεν απ’ο τους Μάγους το σώμα του Μαγιού Τό ‘χουνε θάψει σ’ένα μνήμα του πέλαγου Σ’ ένα βαθύ πηγάδι το ‘χουνε κλειστό Μύρισε το σκοτάδι κι όλη η Άβυσσο. Θέ μου Πρωτομάστορα μ’ έχτισες μέσα στα βουνά Θέ μου Πρωτομάστορα μ’ έκλεισες μες στη θάλασσα! Σάλεψε σαν το σπέρμα σε μήτρα σκοτεινή Το φοβερό της μνήμης έντομο μες στη γη Κι όπως δαγκώνει αράχνη δάγκωσε το φως Έλαμψαν οι γιαλοί κι όλο το πέλαγος.
  12. 13. Ωδή στη Σαντορίνη Βγήκες από τα σωθικά βροντής Ανατριχιάζοντας μεσ’ στα μετανιωμένα σύννεφα Πέτρα πικρή, δοκιμασμένη, αγέρωχη Ζήτησες πρωτομάστορα τον ήλιο Για ν’ αντικρύσετε μαζί τη ριψοκίνδυνη αίγλη Ν΄ανοιχτείτε με μια σταυροφόρο ηχώ στο πέλαγος Θαλασσοξυπνημένη, αγέρωχη Όρθωσες ένα στήθος βράχου Κατάστιχτου απ’ την έμπνευση της όστριας, Για να χαράξει εκεί τα σπλάχνα της η οδύνη Για να χαράξει εκεί τα σπλάχνα της η ελπίδα Με φωτιά με λάβα με καπνούς Με λόγια που προσηλυτίζουν το άπειρο Γέννησες τη φωνή της μέρας Έστησες ψηλα Στην πράσινη και ρόδινη αιθεροβασία Τις καμπάνες που χτυπάει ο ψηλορείτης νους Δοξολογώντας τα πουλιά στο φως του μεσαυγούστου
  13. 14. <ul><li>Η Μαρίνα των βράχων </li></ul><ul><li>Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη – Μα πού γύριζες Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο Κι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χίμαιρας Ριγώντας μ’ αφρό τη θύμηση! ... </li></ul><ul><li>Μα πού γύριζες Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας Σου ‘λεγα να μετράς μεσ’ στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων Ή πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους Μ’ ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου. </li></ul><ul><li>Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα βαθιά μεσ’ στο χρυσάφι του καλοκαιριού </li></ul><ul><li>Και τ’ άρωμα των γυακίνθων - Μα πού γύριζες </li></ul><ul><li>Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα ... </li></ul>
  14. 15. Η πεντάμορφη στον κήπο Ξύπνησες τη σταλαγματιά της μέρας Επάνω στην αρχή του τραγουδιού των δέντρων Ω τι ωραία που είσαι Με τα χαρούμενα μαλλιά σου ξέπλεκα Και με τη βρύση που ήρθες ανοιχτή Για να σ΄ακούσω που ζεις και που διαβαίνεις! ... Ω τι ωραία που είσαι Καθώς ξυπνάς το μύλο των ανέμων Και γέρνεις τη φωλιά σου αριστερά Για να μην πάει χαμένος τόσος έρωτας Για να μην παραπονεθεί ούτε μια σκιά Στην ελληνίδα πεταλούσα που άναψες Ψηλά με την αυγερινή ευφροσύνη σου Γεμάτη από τη χλόη της ανατολής Γεμάτη απ’ τα πρωτάκουστα πουλιά Ω τι ωραία που είσαι Ρίχνοντας τη σταλαγματιά της μέρας Επάνω στην αρχή του τραγουδιού των δέντρων!
  15. 16. ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ Ο έρωτας Το αρχιπέλαγος Κι η πρώρα των αφρών του Κι οι γλάροι των ονείρων του Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει Ένα τραγούδι Ο έρωτας Το τραγούδι του Κι οι ορίζοντες του ταξιδιού του Κι η ηχώ της νοσταλγίας του Στον πιο βρεμένο βράχο της η αρραβωνιαστικιά προσμένει Ένα καράβι ...
  16. 17. Μονόγραμμα Έτσι μιλώ για σένα και για μένα Επειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω Να μπαίνω σαν πανσέληνος Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ' αχανή σεντόνια Να μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω Μεσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε Monogramma Asi hablo de ti y de mi puesto que te amo y en el amor se entrar como el Plenilunio por todas partes, por tu pie pequeno en las inmensas sabanas Deshojar jazmines – y tengo el poder de soplar y llevarte adormecida a traves de pasajes luminosos y secretas galerias del mar Hipnotizados arboles con aranas que argentan μονόγραμμα
  17. 18. Ακουστά σ' έχουν τα κύματα Πως χαϊδεύεις, πως φιλάς Πως λες ψιθυριστά το &quot;τι&quot; και το &quot;ε&quot; Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο Πάντα εμείς το φως κι η σκιά... Han oido hablar de ti las olas como acaricias, como besas como dices susurrando el “que” y el “eh” En torno al cuello en la bahia siemre nosotros la luz y la sombra…
  18. 19. Η ΤΡΕΛΛΗ ΡΟΔΙΑ Σ’ αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς Σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελλή ροδιά Που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της Με ανέμου πείσματα και ψιθυρίσματα, πέστε μου είναι η τρελλή ροδιά Που σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο Ανοίγοντας όλα τα χρώματα ψηλά με ρίγος θριάμβου; ...
  19. 20. Γιώργος Σεφέρης G. Seferis
  20. 21. Κοιτάζω τα μάτια, μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά Μιλώ στο στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει Κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα. Δεν έχω άλλη δύναμη Τα χέρια μου χάνουνται και με πλησιάζουν ακρωτηριασμένα. MithistorimaΓ-2.5.mp3 ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Γ΄ Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια Που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να τ’ ακουμπήσω. Έπεφτε στο όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο Έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να ξαναχωρίσει.
  21. 22. Ι΄ Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα. Δεν έχουμε ποτάμια δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές, μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές που ηχούν και που τις προσκυνούμε. Ήχος στεκάμενος κούφιος, ίδιος με τη μοναξιά μας ίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας. Μας φαίνεται παράξενο που κάποτε μπορέσαμε να χτίσουμε τα σπίτια τα καλύβια και τις στάνες μας. Κι οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας. Πώς γεννηθήκαν πως δυναμώσανε τα παιδιά μας; Ο τόπος μας είναι κλειστός. Τον κλείνουν οι δυο μαύρες Συμπληγάδες. Στα λιμάνια την Κυριακή σαν κατεβούμε ν’ ανασάνουμε βλέπουμε να φωτίζουνται στο ηλιόγερμα σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν σώματα που δεν ξέρουν που δεν ξέρουν πια πώς ν’ αγαπήσουν.
  22. 23. Γιάννης Ρίτσος G. Ritsos
  23. 24. ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό, αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα, αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο, αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο. Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή, σφίγγει στον κόρφο του τα πυτωμένα του λιθάρια, σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τ’ αμπέλια του, σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως. Ο δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο. Μαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ’ οι φωνές μες στον ασβέστη του ήλιου. Η ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Τα σκονισμένα σκοίνα. Το μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό. Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό πάνου απ’ την πίκρα τους. ... Ritsos

×