Η ομορφιά
δεν είναι
το παν




 Προκοπίου Κατερίνα
Ἔλαφος διψῶν παραγίγνεται ἐπί πηγήν
καί πιών ὅσον ἤθελεν
προσεῖχεν τῇ ἰδέᾳ
τοῦ σώματος
Ἐπῄνει τήν φύσιν τῶν κεράτων

ὡς κόσμος εἴη τῶ σώματι




  Τα κέρατα εἰσί κόσμος τῷ σώματι
Ἔψεγεν την λεπτότητα τῶν σκελῶν



                     Τά σκέλη εἰσί λεπτά.
                     Οὐ δύνανται φέρειν πᾶν
                     τό βάρος τοῦ σώματος
Αἰφνιδίως ἀκούεται ὑλακή κυνῶν




                                 Γάβ !
κυνηγέται εἰσί πλησίον
Ὁ ἔλαφος ὥρμα προς φυγήν
και ἐσῴζετο ὑπό τῆς ὠκύτητος τῶν σκελῶν
᾽Επεὶ   δὲ εἰς πυκνὴν καὶ δασεῖαν ὕλην ἐνέπεσεν,
ἐμπλακέντων αὐτῷ
        τῶν κεράτων
        ἑάλω.




ἄδικος εἰμί τῶν ἰδίων κριτὴς
ψέγων μὲν τὰ σῴζοντα,
ἐπαινῶν δὲ τὰ προδόντα
ὁ /ἡ ἔ λαφος

τό κέρας
τοῦ κέρατος                                    ὁ, ἡ ἔλαφος
τά κέρατα                       τό σῶμα       τοῦ, τῆς ἐλάφου
τῶν κεράτων                     τοῦ σώματος   τῷ, τῇ ἐλάφῳ
                                τά σώματα     τόν, τὴν ἔλαφον
                                τῶν σωμάτων   (ὦ) ἔλαφε

                                              οἱ, αἱ ἔλαφοι
                                              τῶν ἐλάφων
                                              τοῖς, ταῖς ἐλάφοις
                                              τούς, τὰς ἐλάφους

                                              (ὦ) ἔλαφοι
   τό σκέλος
   τοῦ σκέλους
   τά σκέλη
   τῶν σκελῶν
ἡ ἰ δέα (= η μορφή)
                                        τῆς ἰδέας
                                        τῇ ἰδέᾳ
                                        τήν ἰδέαν
                                        ὦ ἰδέα

                                        αἱ ἰδέαι
                                        τῶν ἰδεῶ ν
                                        ταῖς ἰδέαις
                                        τάς ἰδέας
                                        ὦ ἰδέαι


                                        ἡ πηγή
                                        τῆς πηγῆ ς
                                        τῇ πηγῇ
                                        τήν πηγήν
                                        ὦ πηγή

Ὁ ἔ λαφος παραγίγνεται εἰ ς πηγήν καί   αἱ πηγαί
προσέχει τῇ ἰ δέᾳ τοῦ σώματος           τῶν πηγῶ ν
                                        ταῖς πηγαῖ ς
                                        τάς πηγάς
                                        ὦ πηγαί
Τα κέρατα εἰσί κόσμος παντί τῶ σώματι τοῦ
     ἐλάφου!




 Τά σκέλη τοῦ ἐλάφου εἰσί λεπτά!



    Ψέγω την λεπτότητα τῶν
    σκελῶν


● Ὁ ἔ λαφος ἐ παινεί τά κέρατα καί ψέγει τά σκέλη
● Ὁ ἔ λαφος ἐ στί ἄ δικος κριτής. Ἐ παινεί τά προδόντα α ὐ τόν (τά κέρατα)
  καί ψέγει τά σῴ ζοντα αὐ τόν (τά σκέλη)

● Ὁ ἔ παινος των κεράτων
● Ὁ ψόγος τῶ ν σκελῶ ν

● Τά κέρατα εἰ σί ὁ κόσμος τοῦ σώματος τοῦ ἐ λάφου
ἡ ὕ λη                         Υλοτόμος
= το δάσος                     υλοτομία


 ὁ δασύς, ἡ δασεῖα, το δασύ             δασύτριχος
 = πυκνός

       ● ἡ δασεῖ α ὕ λη
       ● ἡ ὕ λη ἐ στί δασεῖ α
       ● Ὁ ἔ λαφος ἐ νέπεσεν εἰ ς δασεῖ αν ὕ λην
       ● Ὁ ἔ λαφος ἐ μπίπτει εἰ ς δασεῖ αν ὕ λην


                              ἡ δασεῖα        ὕλη
                              τῆς δασείας     ὕλης
                              τῇ δασείᾳ       ὕλῃ
                              τήν δασεῖαν     ὕλην
                              ὦ δασεῖα        ὕλη

                              αἱ δασεῖαι      ὗλαι
                              τῶν δασειῶν      ὑλῶ ν
                              ταῖς δασείαις   ὕλαις
                              τάς δασείας     ὕλας
                              ὦ δασεῖαι       ὗλαι
ὁ κυνηγέτης
                                       τοῦ κυνηγέτου
          ὁ                            τῷ κυνηγέτῃ
          κυνηγέτης                    τόν κυνηγέτην
                                       ὦ κυνηγέτα

                                       οἱ κυνηγέται
                                       τῶν κυνηγετῶ ν
                                       τοῖς κυνηγέταις
                                       τούς κυνηγέτας
                                       ὦ κυνηγέται




● οἱ κυνηγέται εἰ σί πλησίον τοῦ ἐ λάφου
● ὁ ἔ λαφος ἐ άλω ὑ πό τῶ ν κυνηγετῶ ν
ὁ, ἡ                        κυνόδοντας
       κύ ων                                         ὁ, ἡ κύων
                                                     τοῦ,τῆς κυν-ός
                                                     τῷ, τῇ κυν-ί
                                                     τόν, τήν κύν-α
                                                     ὦ κύον

                                                     οἱ, αἱ κύν-ες
                                                     τῶν κυν-ῶν
                                                     τοῖς, ταῖς κυ-σί(ν)
                                                     τούς, τάς κύν-ας
                                                     ὦ κύν-ες


● Ἀ κούεται ὑ λακή κυνός
● Οἱ κύνες εἰ σί πλησίον τοῦ ἐ λάφου
● Ὁ ἔ λαφος ἤ κουε τάς ὑ λακάς τῶ ν κυνῶ ν
● Ὁ κύων ἐ στί φίλος ἀ νθρώπου
● Οἱ κυνηγέται μετά τῶ ν κυνῶ ν εἰ σί πλησίον το ῦ
ἐ λάφου
Λεξιλογικά
http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/index.html
http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CF%80%CF%
ὁ πότης        =
               Πότης, πότρια = αυτός που καταναλίσκει συχνά και σε μεγάλες
               ποσότητες οινοπνευματώδη ποτά.



                      Είναι γερός πότης, κανένας συμπότης του δεν μπορεί να τον
                      παραβγεί μαζί του στο ποτό.




πό σιμος   = αυτός που είναι κατάλληλος, προορισμένος για να πίνεται


                           • Το νερό της βρύσης είναι πόσιμο
                           • Στην Αφρική υπάρχει έλλειψη πόσιμου νερού
πρόποση = σύντομος λόγος σε γιορτές, σε συνεστιάσεις κτλ., στο τέλος του
   οποίου αυτός που τον εκφωνεί σηκώνει ένα ποτήρι και προτρέπει να πιουν
   όλοι μαζί προς τιμή κάποιου προσώπου ή γεγονότος


                     • Σηκωθήκαμε όρθιοι, για να κάνουμε πρόποση προς τιμή των
                       νεόνυμφων
                     • Σηκώσαμε τα ποτήρια και κάναμε πρόποση στην υγειά μας



Κατάποση = η ενέργεια του καταπίνω, το σύνολο των εκούσιων και αντανακλαστικών
κινήσεων με τις οποίες μεταφέρεται κτ., στερεό ή υγρό, από τη στοματική κοιλότητα στο
στομάχι, διά μέσου του οισοφάγου.

                    • Ο ερεθισμός του λάρυγγα προξενεί δυσχέρεια στην κατάποση της
                      τροφής.
                    • Tο παιδί έπαθε δηλητηρίαση από κατάποση τοξικών ουσιών.
                    • H καλή μάσηση διευκολύνει την κατάποση
συμπόσιο = (α) στην αρχαία Ελλάδα, συνεστίαση με οινοποσία που συνοδευόταν από
τραγούδια, χορό και συζήτηση.
 (β) ιδιαίτερα πλούσιο γεύμα ή δείπνο με πολλούς συνδαιτυμόνες, που γίνεται με την
ευκαιρία κάποιου ευχάριστου γεγονότος.
(γ) άτυπη συνάντηση επιστημόνων ή άλλων ειδικών, κατά την οποία γίνονται επιστημονικές
ανακοινώσεις και ακολουθεί η σχετική συζήτηση· (πρβ. Συνέδριο)


                              • Tο Συμπόσιο του Πλάτωνα είναι έργο του Πλάτωνα που
                                αναφέρεται σε διαλόγους κατά τη διάρκεια συμποσίων.
                              • Μετά το γάμο ακολούθησε συμπόσιο
                              • Οι αρχαίοι Έλληνες συζητούσαν διάφορα φιλοσοφικά
                                ζητήματα στα συμπόσιά τους
                              • Η ανακοίνωση του στο διεθνές επιστημονικό συμπόσιο
                                με θέμα την αρχαία ελληνική φιλοσοφία ήταν πολύ
                                ενδιαφέρουσα
ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ
1. αυτός που πίνει κρασί ή άλλα οινοπνευματώδη
ποτά,
   σε συναναστροφή, μαζί με άλλους.
4. κατανάλωση μεγάλης ποσότητας κρασιού από ένα
   άτομο
6. κατάλληλος να τον πιεις
7. η υποχώρηση του νερού της θάλασσας κατά την
   παλίρροια
8. η ενέργεια του καταπίνω
11. η ενέργεια του πίνω
12. αυτός που καταναλίσκει συχνά και σε μεγάλες
    ποσότητες οινοπνευματώδη ποτά.
13. ρίχνω νερό σε φυτά
14. η συνεστίαση

ΚΑΘΕΤΑ
2. η πόση νερού
3. η απαγόρευση παραγωγής, πώλησης και
   κατανάλωσης οινοπνευματωδών ποτών
5. το ποτό
6. σύντομος λόγος σε γιορτές, σε συνεστιάσεις κτλ., στο
   τέλος του οποίου αυτός που τον εκφωνεί σηκώνει
   ένα ποτήρι και προτρέπει να πιουν όλοι μαζί προς
   τιμή κάποιου προσώπου ή γεγονότος:
9. πίνω στην υγεία κάποιου
10. οινοπνευματώδες ποτό με γλυκιά γεύση και άρωμα
   φρούτων, ανθέων κτλ.
12. επιχειρηματίας ή εργαζόμενος στον κλάδο της
    ποτοποιίας
γραφεύς                    γραφίς
          γραφή

                  γράμμα            γραφείο




γράφω
Αρσενικά σε - ας

- ας    ὁ      νεανί- ας    λοχί- ας            τραυματί- ας   μανδύ- ας

- ου    τοῦ νεανί- ου       λοχί                τραυματί       μανδύ

-ᾳ      τῷ     νεανί- ᾳ     λοχί                τραυματί       μανδύ

- αν    τόν    νεανί- αν    λοχί                τραυματί       μανδύ

-α      ὦ      νεανί- α     λοχί                τραυματί       μανδύ




- αι    οἱ     νεανί- αι    λοχί                τραυματί       μανδύ

- ῶν    τ ῶν   νεανι- ῶ ν   λοχί                τραυματί       μανδύ

- αις   τοῖς   νεανί- αις   λοχί                τραυματί       μανδύ

- ας    τοὺς νεανί- ας      λοχί                τραυματί       μανδύ

- αι    ὦ       νεανί- αι   λοχί                τραυματί       μανδύ
Αρσενικά σε - ης

- ης    ὁ      κριτής   στρατιώτ-ης     ποιητ-ὴ ς     ἐργάτ-ης   ἀθλητ-ής   τοξότ-ης

- ου    τοῦ    κριτοῦ   στρατιώτ        ποιητ         ἐργάτ      ἀθλητ      τοξότ

-ῃ      τῷ     κριτῇ    στρατιώτ        ποιητ         ἐργάτ      ἀθλητ      τοξότ

- ην    τὸν    κριτήν   στρατιώτ        ποιητ         ἐργάτ      ἀθλητ      τοξότ

-α      ὦ      κριτά    στρατιώτ        ποιητ         ἐργάτ      ἀθλητ      τοξότ

                              Πληθυντικός αριθμός

- αι    οἱ     κριταί   στρατιώτ        ποιητ         ἐργάτ      ἀθλητ      τοξότ

- ῶν    τ ῶν   κριτῶ ν στρατιώτ         ποιητ         ἐργάτ      ἀθλητ      τοξότ

- αις   τοῖς   κριταῑ ς στρατιώτ        ποιητ         ἐργάτ      ἀθλητ      τοξότ

- ας    τοὺς   κριτάς   στρατιώτ        ποιητ         ἐργάτ      ἀθλητ      τοξότ

- αι    ὦ      κριταί   στρατιώτ        ποιητ         ἐργάτ      ἀθλητ      τοξότ
Θηλυκά σε : φωνήεν, ρ + - α
-α      ἡ      στρατι-ά          πολιτεί-α     ἀλήθει-α    δουλεί-α   ὁμόνοι-α

- ας    τῆς    στρατι-ᾶ ς        πολιτεί      ἀληθει       δουλεί     ὁμονοι

-ᾳ      τῇ     στρατι-ᾷ          πολιτεί      ἀληθει       δουλεί     ὁμονοι

- αν    τὴν    στρατι-άν         πολιτεί      ἀληθει       δουλεί     ὁμονοι

-α      ὦ      στρατι-ά          πολιτεί      ἀληθει       δουλεί     ὁμονοι




- αι    αἱ     στρατι-αί         πολιτεί      ἀληθει       δουλεί     ὁμονοι

- ῶν    τ ῶν   στρατι-ῶ ν        πολιτεί      ἀληθει       δουλεί     ὁμονοι

- αις   ταῖς   στρατι-αῖ ς       πολιτεί      ἀληθει       δουλεί     ὁμονοι

- ας    τάς    στρατι-άς         πολιτεί      ἀληθει       δουλεί     ὁμονοι

- αι    ὦ      στρατι-αί         πολιτεί      ἀληθει       δουλεί     ὁμονοι
Θηλυκά : σύμφωνο (εκτός «ρ») + - α , - ης
-α      ἡ      γλῶσσ-α       τράπεζ-α      θύελλ-α      βασίλισσ-α   μέλισσ-α

- ης    τῆς    γλώσσ-ης      τραπεζ        θυελλ        βασιλισσ     μελισσ

-ῃ      τῇ     γλώσσ-ῃ       τραπεζ        θυελλ        βασιλισσ     μελισσ

- αν    τὴν    γλῶσσ-αν      τραπεζ        θυελλ        βασιλισσ     μελισσ

-α      ὦ      γλῶσσ-α       τραπεζ        θυελλ        βασιλισσ     μελισσ




- αι    αἱ     γλῶσσ-αι      τραπεζ        θυελλ        βασιλισσ     μελισσ

-ῶ ν    τῶν    γλωσσ-ῶν      τραπεζ        θυελλ        βασιλισσ     μελισσ

- αις   ταῖς   γλώσσ-αις     τραπεζ        θυελλ        βασιλισσ     μελισσ

- ας    τὰς    γλώσσ-ας      τραπεζ        θυελλ        βασιλισσ     μελισσ

- αι    ὦ      γλῶσσ-αι      τραπεζ        θυελλ        βασιλισσ     μελισσ
Θηλυκά σε - η

-η     ἡ      κώμ-η         ψυχ-ὴ       τύχ-η   τιμ-ή   δίκ-η

-ης    τῆς    κώμ-ης        ψυχ         τύχ     τιμ     δίκ

-ῃ     τῇ     κώμ-ῃ         ψυχ         τύχ     τιμ     δίκ

-ην    τὴν    κώμ-ην        ψυχ         τύχ     τιμ     δίκ

-η     ὦ      κώμ-η         ψυχ         τύχ     τιμ     δίκ



-αι    αἱ     κῶμ-αι        ψυχ         τύχ     τιμ     δίκ

-ῶ ν   τῶν    κωμ-ῶν        ψυχ         τύχ     τιμ     δίκ

-αις   ταῖς   κώμ-αις       ψυχ         τύχ     τιμ     δίκ

-ας    τὰς    κώμ-ας        ψυχ         τύχ     τιμ     δίκ

-αι    ὦ      κῶμ-αι        ψυχ         τύχ     τιμ     δίκ
Γράφω το σωστό τύπο :

1.Ἱκέτευεν τοῦτο μή εἰπεῖν τῷ …………………….. (δεσπότης, -ου)

2. Οἱ ………………………..……ἐν τῷ σταδίῳ τόν …………………………θαυμάζουσι
      (νεανίας)                       (νικητής)

3. Ἡ θύελλα ἐν τῇ …………………….………φόβον τῷ ἀνθρώπῳ φέρει. (θάλασσα)

4. Αἱ ……..………….πλησίον τῆς ………………………..εἰσί (οἰκία, θάλασσα)

5. Οἱ …………..……….πείθονται τῷ ἄρχοντι τῆς ……………………...( πολίτης, χώρα)

6. Δεῖ τήν …………………….…….μή προτρέχειν τοῦ νοῦ (γλῶττα)

7. Οἱ ………………….………ἄγουσιν τούς …………..………εἰς τό στάδιον ( γυμναστής / νεανίας)

8. Σωκράτης ἐδίδασκε τήν ……………..………αἰτίαν τῆς……………………….……..ε ἶναι
                            (σωφροσύνη/εὐδαιμονία)


                                                              Προκοπίου Κατερίνα

Αρχαία Ελληνική Γλώσσα Α΄ Γυμνασίου, Ενότητα 6 : Η ομορφιά δεν είναι το παν

  • 1.
    Η ομορφιά δεν είναι τοπαν Προκοπίου Κατερίνα
  • 2.
  • 3.
  • 4.
  • 5.
    Ἐπῄνει τήν φύσιντῶν κεράτων ὡς κόσμος εἴη τῶ σώματι Τα κέρατα εἰσί κόσμος τῷ σώματι
  • 6.
    Ἔψεγεν την λεπτότητατῶν σκελῶν Τά σκέλη εἰσί λεπτά. Οὐ δύνανται φέρειν πᾶν τό βάρος τοῦ σώματος
  • 7.
  • 8.
  • 9.
    Ὁ ἔλαφος ὥρμαπρος φυγήν και ἐσῴζετο ὑπό τῆς ὠκύτητος τῶν σκελῶν
  • 10.
    ᾽Επεὶ δὲ εἰς πυκνὴν καὶ δασεῖαν ὕλην ἐνέπεσεν,
  • 11.
    ἐμπλακέντων αὐτῷ τῶν κεράτων ἑάλω. ἄδικος εἰμί τῶν ἰδίων κριτὴς ψέγων μὲν τὰ σῴζοντα, ἐπαινῶν δὲ τὰ προδόντα
  • 12.
    ὁ /ἡ ἔλαφος τό κέρας τοῦ κέρατος ὁ, ἡ ἔλαφος τά κέρατα τό σῶμα τοῦ, τῆς ἐλάφου τῶν κεράτων τοῦ σώματος τῷ, τῇ ἐλάφῳ τά σώματα τόν, τὴν ἔλαφον τῶν σωμάτων (ὦ) ἔλαφε οἱ, αἱ ἔλαφοι τῶν ἐλάφων τοῖς, ταῖς ἐλάφοις τούς, τὰς ἐλάφους (ὦ) ἔλαφοι τό σκέλος τοῦ σκέλους τά σκέλη τῶν σκελῶν
  • 13.
    ἡ ἰ δέα(= η μορφή) τῆς ἰδέας τῇ ἰδέᾳ τήν ἰδέαν ὦ ἰδέα αἱ ἰδέαι τῶν ἰδεῶ ν ταῖς ἰδέαις τάς ἰδέας ὦ ἰδέαι ἡ πηγή τῆς πηγῆ ς τῇ πηγῇ τήν πηγήν ὦ πηγή Ὁ ἔ λαφος παραγίγνεται εἰ ς πηγήν καί αἱ πηγαί προσέχει τῇ ἰ δέᾳ τοῦ σώματος τῶν πηγῶ ν ταῖς πηγαῖ ς τάς πηγάς ὦ πηγαί
  • 14.
    Τα κέρατα εἰσίκόσμος παντί τῶ σώματι τοῦ ἐλάφου! Τά σκέλη τοῦ ἐλάφου εἰσί λεπτά! Ψέγω την λεπτότητα τῶν σκελῶν ● Ὁ ἔ λαφος ἐ παινεί τά κέρατα καί ψέγει τά σκέλη ● Ὁ ἔ λαφος ἐ στί ἄ δικος κριτής. Ἐ παινεί τά προδόντα α ὐ τόν (τά κέρατα) καί ψέγει τά σῴ ζοντα αὐ τόν (τά σκέλη) ● Ὁ ἔ παινος των κεράτων ● Ὁ ψόγος τῶ ν σκελῶ ν ● Τά κέρατα εἰ σί ὁ κόσμος τοῦ σώματος τοῦ ἐ λάφου
  • 15.
    ἡ ὕ λη Υλοτόμος = το δάσος υλοτομία ὁ δασύς, ἡ δασεῖα, το δασύ δασύτριχος = πυκνός ● ἡ δασεῖ α ὕ λη ● ἡ ὕ λη ἐ στί δασεῖ α ● Ὁ ἔ λαφος ἐ νέπεσεν εἰ ς δασεῖ αν ὕ λην ● Ὁ ἔ λαφος ἐ μπίπτει εἰ ς δασεῖ αν ὕ λην ἡ δασεῖα ὕλη τῆς δασείας ὕλης τῇ δασείᾳ ὕλῃ τήν δασεῖαν ὕλην ὦ δασεῖα ὕλη αἱ δασεῖαι ὗλαι τῶν δασειῶν ὑλῶ ν ταῖς δασείαις ὕλαις τάς δασείας ὕλας ὦ δασεῖαι ὗλαι
  • 16.
    ὁ κυνηγέτης τοῦ κυνηγέτου ὁ τῷ κυνηγέτῃ κυνηγέτης τόν κυνηγέτην ὦ κυνηγέτα οἱ κυνηγέται τῶν κυνηγετῶ ν τοῖς κυνηγέταις τούς κυνηγέτας ὦ κυνηγέται ● οἱ κυνηγέται εἰ σί πλησίον τοῦ ἐ λάφου ● ὁ ἔ λαφος ἐ άλω ὑ πό τῶ ν κυνηγετῶ ν
  • 17.
    ὁ, ἡ κυνόδοντας κύ ων ὁ, ἡ κύων τοῦ,τῆς κυν-ός τῷ, τῇ κυν-ί τόν, τήν κύν-α ὦ κύον οἱ, αἱ κύν-ες τῶν κυν-ῶν τοῖς, ταῖς κυ-σί(ν) τούς, τάς κύν-ας ὦ κύν-ες ● Ἀ κούεται ὑ λακή κυνός ● Οἱ κύνες εἰ σί πλησίον τοῦ ἐ λάφου ● Ὁ ἔ λαφος ἤ κουε τάς ὑ λακάς τῶ ν κυνῶ ν ● Ὁ κύων ἐ στί φίλος ἀ νθρώπου ● Οἱ κυνηγέται μετά τῶ ν κυνῶ ν εἰ σί πλησίον το ῦ ἐ λάφου
  • 18.
  • 19.
    http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CF%80%CF% ὁ πότης = Πότης, πότρια = αυτός που καταναλίσκει συχνά και σε μεγάλες ποσότητες οινοπνευματώδη ποτά. Είναι γερός πότης, κανένας συμπότης του δεν μπορεί να τον παραβγεί μαζί του στο ποτό. πό σιμος = αυτός που είναι κατάλληλος, προορισμένος για να πίνεται • Το νερό της βρύσης είναι πόσιμο • Στην Αφρική υπάρχει έλλειψη πόσιμου νερού
  • 20.
    πρόποση = σύντομοςλόγος σε γιορτές, σε συνεστιάσεις κτλ., στο τέλος του οποίου αυτός που τον εκφωνεί σηκώνει ένα ποτήρι και προτρέπει να πιουν όλοι μαζί προς τιμή κάποιου προσώπου ή γεγονότος • Σηκωθήκαμε όρθιοι, για να κάνουμε πρόποση προς τιμή των νεόνυμφων • Σηκώσαμε τα ποτήρια και κάναμε πρόποση στην υγειά μας Κατάποση = η ενέργεια του καταπίνω, το σύνολο των εκούσιων και αντανακλαστικών κινήσεων με τις οποίες μεταφέρεται κτ., στερεό ή υγρό, από τη στοματική κοιλότητα στο στομάχι, διά μέσου του οισοφάγου. • Ο ερεθισμός του λάρυγγα προξενεί δυσχέρεια στην κατάποση της τροφής. • Tο παιδί έπαθε δηλητηρίαση από κατάποση τοξικών ουσιών. • H καλή μάσηση διευκολύνει την κατάποση
  • 21.
    συμπόσιο = (α)στην αρχαία Ελλάδα, συνεστίαση με οινοποσία που συνοδευόταν από τραγούδια, χορό και συζήτηση. (β) ιδιαίτερα πλούσιο γεύμα ή δείπνο με πολλούς συνδαιτυμόνες, που γίνεται με την ευκαιρία κάποιου ευχάριστου γεγονότος. (γ) άτυπη συνάντηση επιστημόνων ή άλλων ειδικών, κατά την οποία γίνονται επιστημονικές ανακοινώσεις και ακολουθεί η σχετική συζήτηση· (πρβ. Συνέδριο) • Tο Συμπόσιο του Πλάτωνα είναι έργο του Πλάτωνα που αναφέρεται σε διαλόγους κατά τη διάρκεια συμποσίων. • Μετά το γάμο ακολούθησε συμπόσιο • Οι αρχαίοι Έλληνες συζητούσαν διάφορα φιλοσοφικά ζητήματα στα συμπόσιά τους • Η ανακοίνωση του στο διεθνές επιστημονικό συμπόσιο με θέμα την αρχαία ελληνική φιλοσοφία ήταν πολύ ενδιαφέρουσα
  • 22.
    ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ 1. αυτός πουπίνει κρασί ή άλλα οινοπνευματώδη ποτά, σε συναναστροφή, μαζί με άλλους. 4. κατανάλωση μεγάλης ποσότητας κρασιού από ένα άτομο 6. κατάλληλος να τον πιεις 7. η υποχώρηση του νερού της θάλασσας κατά την παλίρροια 8. η ενέργεια του καταπίνω 11. η ενέργεια του πίνω 12. αυτός που καταναλίσκει συχνά και σε μεγάλες ποσότητες οινοπνευματώδη ποτά. 13. ρίχνω νερό σε φυτά 14. η συνεστίαση ΚΑΘΕΤΑ 2. η πόση νερού 3. η απαγόρευση παραγωγής, πώλησης και κατανάλωσης οινοπνευματωδών ποτών 5. το ποτό 6. σύντομος λόγος σε γιορτές, σε συνεστιάσεις κτλ., στο τέλος του οποίου αυτός που τον εκφωνεί σηκώνει ένα ποτήρι και προτρέπει να πιουν όλοι μαζί προς τιμή κάποιου προσώπου ή γεγονότος: 9. πίνω στην υγεία κάποιου 10. οινοπνευματώδες ποτό με γλυκιά γεύση και άρωμα φρούτων, ανθέων κτλ. 12. επιχειρηματίας ή εργαζόμενος στον κλάδο της ποτοποιίας
  • 23.
    γραφεύς γραφίς γραφή γράμμα γραφείο γράφω
  • 25.
    Αρσενικά σε -ας - ας ὁ νεανί- ας λοχί- ας τραυματί- ας μανδύ- ας - ου τοῦ νεανί- ου λοχί τραυματί μανδύ -ᾳ τῷ νεανί- ᾳ λοχί τραυματί μανδύ - αν τόν νεανί- αν λοχί τραυματί μανδύ -α ὦ νεανί- α λοχί τραυματί μανδύ - αι οἱ νεανί- αι λοχί τραυματί μανδύ - ῶν τ ῶν νεανι- ῶ ν λοχί τραυματί μανδύ - αις τοῖς νεανί- αις λοχί τραυματί μανδύ - ας τοὺς νεανί- ας λοχί τραυματί μανδύ - αι ὦ νεανί- αι λοχί τραυματί μανδύ
  • 26.
    Αρσενικά σε -ης - ης ὁ κριτής στρατιώτ-ης ποιητ-ὴ ς ἐργάτ-ης ἀθλητ-ής τοξότ-ης - ου τοῦ κριτοῦ στρατιώτ ποιητ ἐργάτ ἀθλητ τοξότ -ῃ τῷ κριτῇ στρατιώτ ποιητ ἐργάτ ἀθλητ τοξότ - ην τὸν κριτήν στρατιώτ ποιητ ἐργάτ ἀθλητ τοξότ -α ὦ κριτά στρατιώτ ποιητ ἐργάτ ἀθλητ τοξότ Πληθυντικός αριθμός - αι οἱ κριταί στρατιώτ ποιητ ἐργάτ ἀθλητ τοξότ - ῶν τ ῶν κριτῶ ν στρατιώτ ποιητ ἐργάτ ἀθλητ τοξότ - αις τοῖς κριταῑ ς στρατιώτ ποιητ ἐργάτ ἀθλητ τοξότ - ας τοὺς κριτάς στρατιώτ ποιητ ἐργάτ ἀθλητ τοξότ - αι ὦ κριταί στρατιώτ ποιητ ἐργάτ ἀθλητ τοξότ
  • 27.
    Θηλυκά σε :φωνήεν, ρ + - α -α ἡ στρατι-ά πολιτεί-α ἀλήθει-α δουλεί-α ὁμόνοι-α - ας τῆς στρατι-ᾶ ς πολιτεί ἀληθει δουλεί ὁμονοι -ᾳ τῇ στρατι-ᾷ πολιτεί ἀληθει δουλεί ὁμονοι - αν τὴν στρατι-άν πολιτεί ἀληθει δουλεί ὁμονοι -α ὦ στρατι-ά πολιτεί ἀληθει δουλεί ὁμονοι - αι αἱ στρατι-αί πολιτεί ἀληθει δουλεί ὁμονοι - ῶν τ ῶν στρατι-ῶ ν πολιτεί ἀληθει δουλεί ὁμονοι - αις ταῖς στρατι-αῖ ς πολιτεί ἀληθει δουλεί ὁμονοι - ας τάς στρατι-άς πολιτεί ἀληθει δουλεί ὁμονοι - αι ὦ στρατι-αί πολιτεί ἀληθει δουλεί ὁμονοι
  • 28.
    Θηλυκά : σύμφωνο(εκτός «ρ») + - α , - ης -α ἡ γλῶσσ-α τράπεζ-α θύελλ-α βασίλισσ-α μέλισσ-α - ης τῆς γλώσσ-ης τραπεζ θυελλ βασιλισσ μελισσ -ῃ τῇ γλώσσ-ῃ τραπεζ θυελλ βασιλισσ μελισσ - αν τὴν γλῶσσ-αν τραπεζ θυελλ βασιλισσ μελισσ -α ὦ γλῶσσ-α τραπεζ θυελλ βασιλισσ μελισσ - αι αἱ γλῶσσ-αι τραπεζ θυελλ βασιλισσ μελισσ -ῶ ν τῶν γλωσσ-ῶν τραπεζ θυελλ βασιλισσ μελισσ - αις ταῖς γλώσσ-αις τραπεζ θυελλ βασιλισσ μελισσ - ας τὰς γλώσσ-ας τραπεζ θυελλ βασιλισσ μελισσ - αι ὦ γλῶσσ-αι τραπεζ θυελλ βασιλισσ μελισσ
  • 29.
    Θηλυκά σε -η -η ἡ κώμ-η ψυχ-ὴ τύχ-η τιμ-ή δίκ-η -ης τῆς κώμ-ης ψυχ τύχ τιμ δίκ -ῃ τῇ κώμ-ῃ ψυχ τύχ τιμ δίκ -ην τὴν κώμ-ην ψυχ τύχ τιμ δίκ -η ὦ κώμ-η ψυχ τύχ τιμ δίκ -αι αἱ κῶμ-αι ψυχ τύχ τιμ δίκ -ῶ ν τῶν κωμ-ῶν ψυχ τύχ τιμ δίκ -αις ταῖς κώμ-αις ψυχ τύχ τιμ δίκ -ας τὰς κώμ-ας ψυχ τύχ τιμ δίκ -αι ὦ κῶμ-αι ψυχ τύχ τιμ δίκ
  • 30.
    Γράφω το σωστότύπο : 1.Ἱκέτευεν τοῦτο μή εἰπεῖν τῷ …………………….. (δεσπότης, -ου) 2. Οἱ ………………………..……ἐν τῷ σταδίῳ τόν …………………………θαυμάζουσι (νεανίας) (νικητής) 3. Ἡ θύελλα ἐν τῇ …………………….………φόβον τῷ ἀνθρώπῳ φέρει. (θάλασσα) 4. Αἱ ……..………….πλησίον τῆς ………………………..εἰσί (οἰκία, θάλασσα) 5. Οἱ …………..……….πείθονται τῷ ἄρχοντι τῆς ……………………...( πολίτης, χώρα) 6. Δεῖ τήν …………………….…….μή προτρέχειν τοῦ νοῦ (γλῶττα) 7. Οἱ ………………….………ἄγουσιν τούς …………..………εἰς τό στάδιον ( γυμναστής / νεανίας) 8. Σωκράτης ἐδίδασκε τήν ……………..………αἰτίαν τῆς……………………….……..ε ἶναι (σωφροσύνη/εὐδαιμονία) Προκοπίου Κατερίνα