1329-1253 ΕΞΟΔΟΣ (απόσπασμα)
ΚΡΕΟΝΤΑΣ
Ἴτω, ἴτω, Ας έρθη, ω ας έρθη,
φανήτω μόρων ὁ κάλλιστ’ ἐμῶν ας φανή η πιο καλύτερη μοίρα μου εμένα
στο στερνό να με φέρη
(1330) ἐμοὶ τερμίαν ἄγων ἁμέραν της ζωής μου το τέρμα·
ὕπατος· ἴτω, ἴτω, ω ας έρθη, ω ας έρθη,
να μη ξαναδώ πια άλλη μέρα.
ὅπως μηκέτ’ ἆμαρ ἄλλ’ εἰσίδω.
ΧΟ. Μέλλοντα ταῦτα. Τῶν ΧΟΡΟΣ
προκειμένων τι χρὴ Αυτά μελλούμενα είναι· τωρ' ανάγκη
(1335) πράσσειν· μέλει γὰρ τῶνδ’ κάτι να γίνη για όσα έχομε μπρος μας·
για τ' άλλα έχουν την έγνοια τους εκείνοι
ὅτοισι χρὴ μέλειν. που πρέπει να την έχουν.
ΚΡ. Ἀλλ’ ὧν ἐρῶμεν ταῦτα
συγκατηυξάμην. ΚΡΕΟΝΤΑΣ
Μα εγώ εκείνα
ΧΟ. Μή νυν προσεύχου μηδέν· ὡς ευχήθηκα που λαχταρά η καρδιά μου.
πεπρωμένης
οὐκ ἔστι θνητοῖς συμφορᾶς ἀπαλλαγή. ΧΟΡΟΣ
Καμιάν ευχή μην κάνης και δεν είναι
ΚΡ. Ἄγοιτ’ ἂν μάταιον ἄνδρ’ ἐκποδών, στο χέρι των ανθρώπων ν' αποφύγουν
(1340) ὅς, ὦ παῖ, σέ τ’ οὐχ ἑκὼν τη συφορά που η μοίρα των τους γράφει.
κατέκανον
σέ τ’ αὖ τάνδ’, ὤμοι μέλεος, οὐδ’ ἔχω ΚΡΕΟΝΤΑΣ
Πάρετε τον αχρείαστον
πρὸς πότερον ἴδω, πᾷ κλιθῶ· πάντα εμένα, πάρετ' απ' εδώ,
γὰρ εμένα, που και σε, παιδί μου,
χωρίς να θέλω σκότωσα
(1345) λέχρια τἀν χεροῖν, τὰ δ’ ἐπὶ και σένα τη δυστυχισμένη·
κρατί μοι σε ποιο να στρέψω από τους δυο
πότμος δυσκόμιστος εἰσήλατο. να βρω αποκούμπι; πάνε μου όλα,
που τέτοια πάνω στο κεφάλι μου
ΧΟ. Πολλῷ τὸ φρονεῖν εὐδαιμονίας ασήκωτη πήδησε μοίρα.
πρῶτον ὑπάρχει· χρὴ δὲ τά γ’ εἰς
θεοὺς ΧΟΡΟΣ
Και πολύ πιο πάνω απ' όλα η φρόνηση
(1350) μηδὲν ἀσεπτεῖν; μεγάλοι δὲ είναι της ευδαιμονίας το πρώτο,
λόγοι και στα θεία δεν πρέπει ν' ασεβή κανείς.
Τα μεγάλα τους τα λόγια οι ξυπασμένοι
μεγάλας πληγὰς τῶν ὑπεραύχων με μεγάλα τα πλερώνουνε χτυπήματα
ἀποτείσαντες για να βάλουν στα γεράματά τους γνώση.
γήρᾳ τὸ φρονεῖν ἐδίδαξαν.
Ἃ μὲν τοίνυν, ἦν δ’ ἐγώ, ζῶντι τῷ δικαίῳ παρὰ
θεῶν τε
[614a] καὶ ἀνθρώπων ἆθλά τε καὶ μισθοὶ καὶ δῶρα
γίγνεται πρὸς
ἐκείνοις τοῖς ἀγαθοῖς οἷς αὐτὴ παρείχετο ἡ
δικαιοσύνη, τοιαῦτ’
ἂν εἴη.
Καὶ μάλ’, ἔφη, καλά τε καὶ βέβαια.
Ταῦτα τοίνυν, ἦν δ’ ἐγώ, οὐδέν ἐστι πλήθει οὐδὲ
μεγέθει
πρὸς ἐκεῖνα ἃ τελευτήσαντα ἑκάτερον περιμένει·
χρὴ δ’
αὐτὰ ἀκοῦσαι, ἵνα τελέως ἑκάτερος αὐτῶν
ἀπειλήφῃ τὰ ὑπὸ
Μτφρ. Ι.Ν. Γρυπάρης. χ.χ. Οι τραγωδίες του τοῦ λόγου ὀφειλόμενα ἀκοῦσαι.
Σοφοκλέους. I, Αντιγόνη, Ηλέκτρα, Αίας,
Τραχίνιαι. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας.
οὐκ ἄξια μνήμης.εἰς ἐμπεσούμενοι ἄγοιντο». ἔνθα
δὲ θεοὺς ἀσεβείας τε καὶ εὐσεβείας καὶ δὴ φόβων, ἔφη, πολλῶν καὶ
γονέας καὶ αὐτόχειρος παντοδαπῶν σφίσι γεγονότων,
φόνου μείζους ἔτι τοὺς μισθοὺς τοῦτον ὑπερβάλλειν, μὴ γένοιτο
διηγεῖτο. ἑκάστῳ τὸ φθέγμα ὅτε
ἀναβαίνοι, καὶ ἁσμενέστατα ἕκαστον
Ἔφη γὰρ δὴ παραγενέσθαι σιγήσαντος ἀναβῆναι.
ἐρωτωμένῳ ἑτέρῳ ὑπὸ ἑτέρου καὶ τὰς μὲν δὴ δίκας τε καὶ τιμωρίας
ὅπου εἴη Ἀρδιαῖος ὁ μέγας. ὁ δὲ τοιαύτας τινὰς
Ἀρδιαῖος οὗτος τῆς [616b] εἶναι, καὶ αὖ τὰς εὐεργεσίας
Παμφυλίας ἔν τινι πόλει τύραννος ταύταις ἀντιστρόφους.
ἐγεγόνει, ἤδη χιλιοστὸν
ἔτος εἰς ἐκεῖνον τὸν χρόνον, γέροντά α βραβεία επομένως, είπα εγώ, οι
τε πατέρα ἀποκτείνας ανταμοιβές και τα δώρα που παίρνει
[615d] καὶ πρεσβύτερον ἀδελφόν, καὶ στη διάρκεια της ζωής του ο δίκαιος
ἄλλα δὴ πολλά τε καὶ ἀνόσια από θεούς κι από ανθρώπους, πέρα
εἰργασμένος, ὡς ἐλέγετο. ἔφη οὖν τὸν από τα αγαθά που του πρόσφερε αυτή
ἐρωτώμενον εἰπεῖν, καθεαυτήν η δικαιοσύνη, θα είναι
«Οὐχ ἥκει», φάναι, «οὐδ’ ἂν ἥξει τέτοιου είδους.
δεῦρο. ἐθεασάμεθα γὰρ
Και θα' ναι, είπε, πολύ όμορφα
οὖν δὴ καὶ τοῦτο τῶν δεινῶν
πράγματα και σίγουρα.
θεαμάτων· ἐπειδὴ ἐγγὺς τοῦ
στομίου ἦμεν μέλλοντες ἀνιέναι καὶ Αυτά ωστόσο, είπα εγώ, δεν είναι
τἆλλα πάντα πεπονθότες, τίποτα, ούτε ως προς το πλήθος ούτε
ἐκεῖνόν τε κατείδομεν ἐξαίφνης καὶ ως προς το μέγεθος, μπροστά σ' εκείνα
ἄλλους ―σχεδόν τι αὐτῶν που περιμένουν τον καθένα από τους
τοὺς πλείστους τυράννους· ἦσαν δὲ δύο, όταν πεθάνει. Κι αυτά είναι
καὶ ἰδιῶταί τινες τῶν ανάγκη να τα ακούσουν, ώστε και ο
[615e] μεγάλα ἡμαρτηκότων― οὓς δίκαιος και ο άδικος να πάρουν από τη
οἰομένους ἤδη ἀναβήσεσθαι οὐκ συζήτηση όλα όσα επιβάλλεται να
ἐδέχετο τὸ στόμιον, ἀλλ’ ἐμυκᾶτο ακούσει καθένας τους.
ὁπότε τις τῶν οὕτως
ἀνιάτως ἐχόντων εἰς πονηρίαν ἢ μὴ Λέγε τα, τότε, είπε· γιατί δεν υπάρχουν
ἱκανῶς δεδωκὼς δίκην πολλά άλλα πράγματα που θα τα
ἐπιχειροῖ ἀνιέναι. ἐνταῦθα δὴ ἄνδρες, άκουγα με περισσότερη ευχαρίστηση.
ἔφη, ἄγριοι, διάπυροι
ἰδεῖν, παρεστῶτες καὶ Μην περιμένεις, είπα εγώ, να σου πω
κανένα μακρόσυρτο παραμύθι σαν του
καταμανθάνοντες τὸ φθέγμα, τοὺς μὲν
Αλκίνοου, θα σου πω το παραμύθι
διαλαβόντες ἦγον, τὸν δὲ Ἀρδιαῖον καὶ
ενός γενναίου άνθρωπου, του Ηρός,
ἄλλους συμποδί- του γιου του Αρμένιου, από το γένος
[616a] σαντες χεῖράς τε καὶ πόδας καὶ των Παμφύλων. Ο άνθρωπος αυτός
κεφαλήν, καταβαλόντες καὶ σκοτώθηκε στον πόλεμο, κι όταν τη
ἐκδείραντες, εἷλκον παρὰ τὴν ὁδὸν δέκατη μέρα σήκωσαν τους νεκρούς,
ἐκτὸς ἐπ’ ἀσπαλάθων σε αποσύνθεση πια, αυτόν τον βρήκαν
κνάμπτοντες, καὶ τοῖς ἀεὶ παριοῦσι άθικτο· τον πήγαν στον τόπο του για
σημαίνοντες ὧν ἕνεκά να τον θάψουν, και τη δωδέκατη μέρα
τε καὶ ὅτι εἰς τὸν Τάρταρον από το θάνατο του, εκεί που τον είχαν
4.
επάνω στην πυρά,αυτός κλαίγοντας και οδυρόμενες, καθώς
ξαναζωντάνεψε και, γυρίζοντας πάλι ξαναθυμούνταν όσα είδαν και έπαθαν
στη ζωή, ανιστορούσε όσα είχε δει στην πορεία τους κάτω από τη γη ―κι
εκεί. Είπε ότι σαν βγήκε η ψυχή του, η πορεία αυτή είχε κρατήσει χίλια
πορεύτηκε με άλλους πολλούς κι χρόνια―, κι οι άλλες πάλι που
έφθασαν σ' έναν τόπο δαιμονικό, όπου έφθαναν από τον ουρανό διηγούνταν
υπήρχαν δυο ανοίγματα της γης, όσα ευχάριστα δοκίμασαν εκεί και την
δίπλα–δίπλα το ένα με το άλλο, και άφατη ομορφιά που είχαν αντικρύσει.
απέναντί τους απάνω στον ουρανό Ήταν πολλά πράγματα, Γλαύκων, και
άλλα δύο. Ανάμεσα σ' αυτά κάθονταν θα 'παιρνε χρόνο πολύ να τα διηγηθεί
δικαστές, οι οποίοι κάθε φορά που κανείς· το πιο σπουδαίο όμως που είπε
τελείωναν τη δίκη, τους μεν δίκαιους είναι μ' ένα λόγο τούτο. Για όσες
τους πρόσταζαν να ακολουθήσουν το αδικίες διέπραξαν, καθένας τους, και
δρόμο που έβγαζε προς τα δεξιά και για όσους αδίκησαν πλήρωσαν για όλα
προς τα πάνω μέσα από τον ουρανό, με την τιμωρία που έπρεπε, δέκα φορές
αφού προηγουμένως τους κρεμούσαν για το καθένα ―πάει να πει, για κάθε
στο στήθος σημάδια της απόφασης που εκατό χρόνια, γιατί τόσο είναι το
είχαν βγάλει, ενώ τους άδικους τους διάστημα της ανθρώπινης ζωής―,
έστελναν από το δρόμο που ήταν στα ώστε το τίμημα που κατέβαλαν να
αριστερά και οδηγούσε προς τα κάτω· είναι δεκαπλάσιο από το αδίκημα. Αν
είχαν κι αυτοί, κρεμασμένα πίσω τους, κάποιοι, λ.χ., έγιναν η αιτία για το
σημάδια για όλα όσα έπραξαν. Όταν θάνατο πολλών ανθρώπων, είτε επειδή
παρουσιάστηκε κι αυτός στους πρόδωσαν πολιτείες ή στρατόπεδα είτε
δικαστές, του είπαν ότι έπρεπε να γίνει πάλι επειδή είχαν ρίξει ανθρώπους στη
αγγελιαφόρος και να πει στους σκλαβιά ή ήσαν συνένοχοι για κάποια
ανθρώπους τι συνέβαινε εκεί, και του άλλη δυστυχία, για όλα αυτά, έλεγε,
έδωσαν την εντολή να ακούει και να πλήρωναν με δεκαπλάσια οδύνη το
κοιτάει με προσοχή τα πάντα σ' εκείνο κάθε τους κρίμα, κι από την άλλη, αν
τον τόπο. Είδε έτσι εκεί τις ψυχές που είχαν κάνει κάποιες καλοσύνες κι
έφευγαν μέσα από τα δύο ανοίγματα είχαν φανεί δίκαιοι και γεμάτοι
του ουρανού και της γης, αφού πια σεβασμό απέναντι στους θεούς,
είχαν κριθεί, ενώ στα δύο άλλα έπαιρναν με την ίδια αναλογία την
ανοίγματα έβλεπε άλλες ψυχές, από το ανταμοιβή τους. Έλεγε επίσης κάτι
ένα να ανεβαίνουν, φεύγοντας από τη άλλα για όσους πέθαναν μόλις
γη λερωμένες και βουτηγμένες στη γεννήθηκαν και για όσους έζησαν λίγο,
σκόνη, κι από το άλλο άλλες ψυχές να αλλά δεν αξίζει να αναφερθούμε σ'
κατεβαίνουν από τον ουρανό καθαρές. αυτά. Και για την ασέβεια ή το
Και οι ψυχές που έφθαναν κάθε φορά σεβασμό απέναντι στους θεούς και
έδιναν την εντύπωση πως έρχονταν τους γονείς καθώς και για όσους
από δρόμο μακρινό, και με σκότωσαν με τα ίδια τους τα χέρια οι
ευχαρίστηση τραβούσαν κατά το αντίστοιχες πληρωμές, έλεγε, είναι
λιβάδι κι εκεί κατασκήνωναν, όπως σ' ακόμη πιο μεγάλες.
ένα πανηγύρι, και χαιρετιούνταν η μια
με την άλλη, όσες γνωρίζονταν, κι Έλεγε μάλιστα πως μπροστά του
αυτές που έρχονταν από τη γη κάποιος ρωτούσε κάποιον άλλο πού
ζητούσαν να μάθουν από τις άλλες για ήταν ο πολύς Αρδιαίος. Ο Αρδιαίος
τα πράγματα εκεί, κι εκείνες πάλι που αυτός υπήρξε τύραννος σε μια πόλη
έρχονταν από τον ουρανό ρωτούσαν της Παμφυλίας, πάνε χίλια χρόνια από
τις άλλες για τα δικά τους. Κι τότε· είχε σκοτώσει τον γέροντα
ανιστορούσαν οι μεν στις δε, άλλες πατέρα του και τον μεγαλύτερο
5.
αδελφό του κιείχε διαπράξει, όπως
έλεγαν, και άλλα πολλά
ανοσιουργήματα. Είπε λοιπόν ότι ο
άνθρωπος που ρωτήθηκε απάντησε
πως «Δεν έχει έλθει ο Αρδιαίος κι ούτε
πρόκειται να έλθει. Γιατί πραγματικά
ήταν κι αυτό ένα από τα φοβερά
πράγματα που είδαμε. Εκεί που
είμαστε κοντά στο στόμιο έτοιμοι να
βγούμε απάνω, και τα παθήματα μας
όλα είχαν πάρει τέλος, τον είδαμε
ξαφνικά αυτόν και μερικούς άλλους
που οι περισσότεροί τους υπήρξαν
τύραννοι· ήσαν επίσης μαζί τους και
ορισμένοι ιδιώτες, από αυτούς που
είχαν διαπράξει μεγάλα ανομήματα.
Φαντάζονταν ότι θα ανέβαιναν πια κι
αυτοί, το στόμιο όμως δεν τους
δεχόταν αλλά μούγκριζε κάθε φορά
που κάποιος από 'κείνους τους έτσι
αθεράπευτα αχρείους ή από όσους δεν
είχαν τιμωρηθεί αρκούντως για τα
κρίματά τους επιχειρούσε να βγει
επάνω. Εκεί πια, είπε, άνδρες αγριωποί
που φάνταζαν σαν γλώσσες φωτιάς και
στέκονταν πλάι στο άνοιγμα,
ακούγοντας το μουγκρητό, άλλους μεν
τους έπιαναν και τους τραβούσαν, τον
Αρδιαίο όμως και μερικούς άλλους,
αφού τους έδεσαν χειροπόδαρα, μαζί
και το κεφάλι, τους έβαλαν κατάχαμα
και τους έγδαραν, έπειτα τους
τράβηξαν έξω από το δρόμο, στο πλάι,
σέρνοντάς τους απάνω σε ασπαλάθους,
κι εξηγούσαν κάθε φορά στους
περαστικούς γιατί το έκαναν αυτό και
ότι τους πήγαιναν να τους ρίξουν στον
Τάρταρο». Κι από τους πολλούς και
κάθε λογής φόβους που 'χαν
δοκιμάσει, ο μεγαλύτερος, είπε, ήταν
μήπως κι ακουγόταν εκείνο το
μουγκρητό την ώρα που καθένας τους
θα προσπαθούσε να βγει, κι ήταν
μεγάλη η χαρά να 'ναι το μουγκρητό
σταματημένο καθώς θα ανέβαιναν
επάνω. Αυτές περίπου, είπε, ήσαν οι
ποινές και οι τιμωρίες, κι οι
ανταμοιβές πάλι ανάλογες.
6.
Eλεγειακός καὶ βίου χρήμηι πλανᾶται καὶ νόου
παρήορος.
ποιητής και Για τους θεούς όλα είναι εύκολα:
ιαμβογράφος συχνά ανορθώνουν
τον άνθρωπο που κείτεται στη μαύρη
γη από τα
δεινά· συχνά ξαπλώνουν ανάσκελα
Μεταφόρτωση ως PDF Εκτύπωση έναν άλλο, αν
<^> και προχωρούσε με σταθερό βήμα.
Aυτόν τον βρίσκει
9. Tοῖς θεοῖς (D58, μεγάλη δυστυχία και τριγυρνά φτωχός
και με
130W) το νου του σαλεμένο.
• 1. ἐν δορὶ (D2, 2W) Δ. Iακώβ
• 2. εἰμὶ δ΄ ἐγὼ θεράπων (D1, Σ' όλα στηρίξου στους θεούς· εκείνοι
1W) αναστυλώνουν
όσους στη γη τη μελανή πανάθλιοι
• 3. οὐ φιλέω μέγαν (D60, σέρνονται,
114W) ρίχνουν τ' ανάσκελα τους πριν
καλοστεκάμενους
• 4. ἀσπίδι μὲν (D6, 5W) κι ακολουθούν μύρια δεινά· πλανάται
ο άνθρωπος
• 5. χρημάτων ἄελπτον (D74, ψωμί λιμάζοντας, με τα μυαλά του
122W) αλαλιασμένα.
• 6. θυμέ, θύμ' (D67a, 128W) Γ. Δάλλας
• 7. κήδεα μὲν στονόεντα (D7, Λεξιλόγιο
13W)
1. O στίχος παρουσιάζει προβλήματα,
• 8. οὔ μοι τὰ Γύγεω (D22, 19W) διότι η παράδοση του κειμένου δεν
ικανοποιεί.
• 9. Tοῖς θεοῖς (D58, 130W)
• 10. τοῖος ἀνθρώποισι θυμός 1. ἰθύς (επικός και ιωνικός τύπος)=
(D68, 131-2W) εὐθύς, -εῖα, -ύ= ευθύς, απλός, άμεσος.
Τοῖς θεοῖς† τ΄ εἰθεῖάπάντα†· πολλάκις 2. ὀρθοῦσιν: ὀρθόω= ορθώνω, στήνω,
μὲν ἐκ κακῶν σηκώνω· (εδώ) επαναφέρω στην υγεία,
ἄνδρας ὀρθοῦσιν μελαίνηι κειμένους στην ευτυχία.
ἐπὶ χθονί͵
2. μελαίνηι: μέλας, μέλαινα, μέλαν=
πολλάκις δ΄ ἀνατρέπουσι καὶ μάλ΄ εὖ μαύρος, σκοτεινός.
βεβηκότας
ὑπτίους͵ κείνοις δ΄ ἔπειτα πολλὰ 2. χθονί: χθών, χθονός, ἡ (ποιητικός
γίνεται κακά͵ τύπος)= η γη.
7.
3. ἀνατρέπουσι: ἀνατρέπω= δεις κανέναν να ευτυχεί,
ανατρέπω, (εδώ) καταστρέφω. πόσον καιρό θα κρατήσει αυτό. Γιατί
τόσο γοργό σαν την
4. ὑπτίους: ὕπτιος, -α, -ον= αλλαγή της μοίρας δεν είναι ούτε το
ξαπλωμένος ανάσκελα, πεσμένος με φτερούγισμα
την πλάτη στη γη (αντίθετο: πρηνής). της μακρόπτερης μύγας.
5. βίου: βίος, -ου, ὁ= (εδώ) τα προς το INK
ζην, τα απαραίτητα αγαθά.
Άνθρωπος όντας μην ειπείς ποτέ σου
5. χρήμηι (ιωνικός τύπος)= χρείᾳ· το τι αύριο
χρήμη, ἡ= χρεία= ανάγκη, έλλειψη, Γίνεται, μήτε κι αν ιδείς ευτυχισμένον
φτώχεια. άντρα
Να ειπείς πόσον καιρό θενά 'ναι
5. πλανᾶται: πλανάομαι, -ῶμαι= τέτοιος.
περιφέρομαι, περιπλανιέμαι. Γιατί το άλλαγμα γλήγορο τόσο δεν
είναι μήτε
Tης μύγας της γοργοπετούσας.
5. νόου: νόος, νόου, ὁ= νοῦς (αττικός
τύπος)= μυαλό, πνεύμα, νους, λογική.
H. Bουτιερίδης
5. παρήορος, -ον (επικός και ιωνικός
τύπος, < παραείρω)= παράορος Λεξιλόγιο
(αττικός και δωρικός τύπος)
ενωμένος ή κρεμασμένος στο πλάι, 1. ἐών (επικό)= ὤν.
(μτφ.) παράλογος.
1. ἄνθρωπος ἐών= εσύ που είσαι
5. νόου παρήορος= παραλογισμένος, άνθρωπος.
ανισόρροπος.
2. ὅσσον…ἔσσεται: εξαρτάται από το
μὴ … φάσῃς.
ἄνθρωπος ἐὼν (6D,
355P) 2. ὅσσον: ὅσσος, -η, -ον (επικός και
ιωνικός τύπος)= ὅσος, -η, -ον.
• 29. ἄνθρωπος ἐὼν (6D, 355P)
• 30. ἀνθρώπων ὀλίγον (9D, 2. ἔσσεται (επικός τύπος)= ἔσται.
354P)
3. ὠκεῖα: ὠκύς, ὠκεῖα, ὠκύ= ταχύς,
• 31. ὅτε λάρνακι (13D, 371P) γρήγορος.
ἄνθρωπος ἐὼν μή ποτε φάσηις ὅ τι 3. τανυπτερύγου: τανυπτέρυγος, -ύγου
γίνεται αὔριον͵ (μεταπλαστικός τύπος)= τανυπτέρυξ, -
υγος (ομηρικός τύπος)=
μηδ΄ ἄνδρα ἰδὼν ὄλβιον ὅσσον χρόνον
γοργοφτέρουγος, αυτός που έχει
ἔσσεται· μακριές φτερούγες.
ὠκεῖα γὰρ οὐδὲ τανυπτερύγου μυίας
οὕτως ἁ μετάστασις. Tο επίθετο δηλώνει την ταχύτητα που
δημιουργείται με την κίνηση των
Eίσαι άνθρωπος, και γι' αυτό ποτέ μην φτερών.
πεις τι μέλλει αύριο
να συμβεί, μήτε να προβλέψεις, σαν