Ένα πρόσωπο – μία εποχή
Τριανταφύλλου ήταν το όνομά του,
όμως επειδή ήταν πανύψηλος τον
φώναζαν Μακρυγιάννη!
Η πορεία της ζωής του στρατηγού Μακρυγιάννη, η δράση, οι ιδέες και οι σκέψεις του για
την Επανάσταση και την πολιτική κατάσταση των πρώτων χρόνων του ανεξάρτητου
ελληνικού κράτους, έτσι όπως σκιαγραφούνται μέσα από τα Απομνημονεύματά του,
αποτελούν μία από τις πηγές που μας βοηθούν να δούμε όψεις εκείνης της εποχής.
Το άγαλματου Μακρυγιάννη -Διονυσίου Αρεοπαγίτου καιΒύρωνος
Όταν ο Μακρυγιάννης έγραψε τα
Απομνημονεύματα, ήταν πολύ κοντά
στα γεγονότα του πολέμου και
φορτισμένος ακόμα από την εμπλοκή
του στον αγώνα, παρουσιάζει την
προσωπική του άποψη γι’ αυτά. Δεν
κάνει Ιστορία ούτε είναι αντικειμενικός.
Τα Απομνημονεύματά του είναι μια
προσωπική μαρτυρία που έχει την αξία
της, όπως και άλλες μαρτυρίες
αγωνιστών, στρατιωτικών και
πολιτικών, που πήραν μέρος στον
αγώνα για την ανεξαρτησία.
Εκείνο που κάνει τα
Απομνημονεύματα του
Μακρυγιάννη να ξεχωρίζουν είναι
η γλώσσα. Γράφει σε μια γλώσσα
ανορθόγραφη, παραστατική και
απίστευτα ζωντανή, γεμάτη
πάθος. Γράφει πυρετικά, θέλει να
τα χωρέσει όλα στο γραπτό:
γεγονότα, εκτιμήσεις, απόψεις,
σκέψεις, κομμάτια ζωής.
Γεννήθηκε στα 1797 στο
Αβορίτι της Δωρίδας από
φτωχούς γονείς. Τα παιδικά του
χρόνια τα πέρασε με στερήσεις
και κακουχίες. Το 1804 κατά το
διωγμό των κλεφτών από τον
Αλή Πασά ο πατέρας του
Δημήτρης Τριανταφύλλου
σκοτώθηκε και η οικογένεια
κατέφυγε στη Λιβαδειά.
Η πατρίς γεννήσεώς μου είναι από το Λιδορίκι, χωριό του
Λιδορικιού ονομαζόμενον Αβορίτη, τρεις ώρες είναι από
το Λιδορίκι μακρυά το άλλο το χωριό, πέντε καλύβια. Οι
γοναίγοι μου πολύ φτωχοί και η φτώχεια αυτείνη ήρθε
από την αρπαγή των ντόπιων Tούρκων και των
Αρβανίτων του Αλήπασσα… όταν ήμουνε ακόμα εις την
κοιλιά της μητρός μου, μίαν ημέρα πήγε δια ξύλα εις τον
λόγκον. Φορτώνοντας τα ξύλα ’στο νώμο της, φορτωμένη
εις τον δρόμον, εις την ερημιά, την έπιασαν οι πόνοι και
γέννησε εμένα ... Ξελεχώνεψε μόνη της και συγυρίστη,
φορτώθη ολίγα ξύλα και έβαλε και χόρτα απάνου εις τα
ξύλα και από πάνου εμένα και πήγε εις το χωριόν... Οι
Tούρκοι του Αλήπασσα θέλαν να μας σκλαβώσουνε. Τότε
δια νυχτός όλη η φαμελιά και όλο μας το σόι σηκώθηκαν
και έφυγαν και ήθα παγαίνουν εις την Λιβαδειά να
ζήσουνε εκεί.
Σε ένα σημείοτης διαδρομής προς τη Λιβαδειάέπρεπενα περάσουν από ένα γεφύρι που το φύλαγαν οι Τούρκοι. Οι
συγχωριανοί του, φοβούμενοι μήπως κλάψει και τους προδώσει αποφάσισαν να τον παρατήσουν στοδάσος.
Θα πέρναγαν από ’να γιοφύρι... Εκεί φύλαγαν οι
Tούρκοι … να τους πιάσουνε, και δεκοχτώ ημέρες
γκιζερούσαν εις τα δάση όλοι κ’ έτρωγαν
αγριοβέλανα ... Μην υποφέρνοντας πλέον την
πείνα, αποφάσισαν να περάσουνε από το γιοφύρι,
και ως βρέφος εγώ μικρό, να μην κλάψω και
χαθούνε όλοι, αποφάσισαν και με πέταξαν εις το
δάσος... Τότε μετανογάει η μητέρα μου και τους
λέγει, «Η αμαρτία του βρέφους θα μας χάση …
περνάτε εσείς … το παίρνω κι’ αν έχω τύχη και δεν
κλάψη, διαβαίνομεν»...ο Θεός μας έσωσε... και
πήγαμε εις Λιβαδειά.
Δουλεύει υπηρέτης από εφτά χρονών μέχρι τα δεκατέσσερα για να συντηρήσει τον εαυτό του. Τα
αφεντικά του τον έδερναν. Έβλεπε του μεγάλους να έχουν όπλα και ήθελε να έχει κι αυτός τα δικά του.
Μια μέρα θα έχω δικά
μου άρματα και πολλά
πουγκιά χρήματα.
Έγινα ως δεκατέσσερων χρονών και πήγα εις έναν
πατριώτη μου… Πήγαμεν εις το παγγύρι, μόδωσε το
ντουφέκι του να το βαστώ. Εγώ θέλησα να το ρίξω,
ετζακίστη. Τότε μ’ έπιασε σε όλον τον κόσμον ομπρός
και με πέθανε εις το ξύλο. Δεν μ’ έβλαβε το ξύλο
τόσο, περισσότερον η ντροπή του κόσμου. Τότε όλοι
τρώγαν και πίναν και εγώ έκλαιγα… προστρέχω εις
τον Αϊγιάννη... Μπαίνω την νύχτα μέσα εις την
εκκλησιά του και κλειω την πόρτα κι’ αρχινώ τα
κλάματα με μεγάλες φωνές και μετάνοιες, τ’ είναι
αυτό οπού ’γινε ’σ εμέναν, γομάρι είμαι να με δέρνουν;
Και τον περικαλώ να μου δώση άρματα καλά κι’
ασημένια και δεκαπέντε πουγγιά χρήματα και εγώ θα
του φκιάσω ένα μεγάλο καντήλι ασημένιον. Με τις
πολλές φωνές κάμαμεν τις συμφωνίες με τον άγιον.
Στα 1811 πάει στην Άρταόπουκαι προσλαμβάνεται στη δούλεψητου προύχοντα Αθανάσιου Λιδωρίκη. Το 1817
επιδόθηκε στοεμπόριοκαι χάρη στο ζήλο και την εργατικότητά του κατάφερε να αποκτήσει σημαντικάκέρδη και να
καλυτερεύσει τη ζωή του. Η εμπορική του δραστηριότητα στην Άρτα κράτησε ως το 1820.Τότε όμως τα σουλτανικά
στρατεύματατον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν επειδή τάχαήταν όργανο τουΑλή Πασά. Βασανίζεται επί 75 ημέρες.
Ωστόσο, κατόρθωσε να δραπετεύσει, κατέφυγε σταβουνά και ακολούθησε τον αρματολό ΓώγοΜπακόλα
Στο μεταξύ είχε ήδη (1820) μυηθεί
στη Φιλική Εταιρεία και είχε
αποφασίσει με καρδιά και νου να
παλέψει για την ανάσταση της
φυλής του. Να πώς περιγράφει
την ορκωμοσία του από έναν
Αρτινό πατριώτη:
Κατεβάζει τις εικόνες όλες και μ’ ορκίζει και
αρχινάγει να με βάλη εις το μυστήριον. Αφού
προχώρεσε, τότε τ’ ορκίστηκα ότι δεν θα το
μαρτυρήσω κανενού, όμως να μου δώση
καιρόν οχτώ ημέρες να συλλογιστώ αν είμαι
άξιος δι’ αυτό το μυστήριον και αν μπορώ να
ωφελήσω, να το λάβω... στοχάστηκα και
τάβαλα όλα ομπρός και σκοτωμόν και
κιντύνους και αγώνες – θα τα πάθω δια την
λευτερίαν της πατρίδος μου και της
θρησκείας μου. Πήγα και του είπα: «Είμαι
άξιος». Του φίλησα το χέρι, ορκίστηκα.
Το 1821 οπλίζει άντρες κι ενώνεται με τους επαναστάτες υπό την αρχηγία του Γιώργου Μπακόλα.
Συμμετέχει σε όλες τις επιχειρήσεις της Ηπείρου και την πολιορκία της Άρτας. Τραυματίζεται στη
μάχη του Πέτα. Αλωνίζει όλη την Ελλάδα πολεμώντας όπου υπάρχει ανάγκη.
Το 1822 διορίστηκε υποδιοικητής του
Κάστρου (της Ακρόπολης) με διοικητήτον
Ιωάννη Γκούρακαι αρχηγό της Ανατολικής
Ελλάδας τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Ένα
χρόνο αργότερα διορίστηκε από τον Άρειο
Πάγο Πολιτάρχης (αστυνόμος) των Αθηνών.
1822-1824: Οι αποφάσεις της Α΄ Εθνοσυνέλευσης για τη μορφή του νέου κράτους, τον τρόπο
εκλογής της ηγεσίας και το ποιος θα αναλάβει τη διοίκηση δεν ικανοποίησαν όλες τις
πολιτικές και στρατιωτικές παρατάξεις των επαναστατημένων Ελλήνων.
Ο Μακρυγιάννης τάσσεται με την Κυβέρνηση και εισβάλει
με τους Ρουμελιώτες στη Βόρεια Πελοπόννησο.
Η πολιτική ένταση δεν άργησε να οδηγήσει σε εμφύλια σύρραξη
…Άφηναν τα σπίτια τους στην διάκρισίν μας
και πήραν τα χιόνια και τα βουνά. Μία
γυναίκα είχε το παιδί μισογεννημένον και
τόβγαλαν παράωρα και η λεχώνα πήρε τα
βουνά με τους άλλους και τελείωσε εις το
χιόνι...
1824. Προάγεται σε χιλίαρχο και
αργότερα σε στρατηγό. Καταστέλλει
ανταρσία στο Ναύπλιο.
1825. Ο Μακρυγιάννης παντρεύτηκε
την Αικατερίνη, κόρη του Γεωργαντά
Σκουζέ.
1825. Ο Μακρυγιάννης νιόπαντρος πολεμά στους
Μύλους του Άργους. Ο Ιμπραήμ είχε αποβιβαστεί
στην Πελοπόννησο, προέλαυνε ακάθεκτος και
πήγαινε για την Τρίπολη με στρατό πολύ.
Τραυματίζεται σοβαρά.
Εκεί οπούφκιαχνα τις θέσες εις τους Μύλους
(Κοντά στο Ναύπλιο) ήρθε ο Ντερνυς (Γάλλος
Στρατιωτικός) να με ιδή. Μου λέγει. Τι κάνεις
αυτού; Αυτές οι θέσεις είναι αδύνατες. Τι
πόλεμον θα κάνετε με τον Μπραΐμη αυτού; –
Του λέγω, είναι αδύνατες οι θέσεις κι’ εμείς,
όμως είναι δυνατός ο θεός όπου μας
προστατεύει. Και θα δείξωμεν την τύχη μας σ’
αυτές τις θέσεις τις αδύνατες. Κι αν είμαστε
ολίγοι εις το πλήθος του Μπραΐμη,
παρηγοριόμαστε μ’ ένα τρόπον, ότι η τύχη μας
έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή
και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα
θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν
μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά.
Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν. Κι
όταν κάνουν αυτήνη την απόφασιν, λίγες
φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν.
1826. Ο Κιουταχής πολιορκεί την
Αθήνα. Με τον Γκούρα κι άλλους
αγωνιστές πολεμούν στην
Ακρόπολη τριάντα τέσσερις ημέρες.
Μετά το θάνατο του Γκούρα γίνεται
ο φρούραρχος της Ακρόπολης.
Τραυματίζεται τρεις φορές.
Κατόρθωσε να αποκρούσει τους
επιτιθέμενους και να σώσει την
Ακρόπολη.
Ο καθημερινός Μακρυγιάννης
Ο Μακρυγιάννης είχε ωραία φωνή κι έπαιζε ταμπουρά.
Μια φορά στην Αθήνα, σ’ ένα γλέντι μετά τη νίκη των
Ελλήνων στην Ακρόπολη, θυμάται ότι τραγούδησε
στους συναγωνιστές του.
Νησιώτης παίζοντας ταμπουρά
Τσόκος Διονύσιος (1820 - 1862). Γέρος αγωνιστής
που παίζει λύρα, 1858. Συλλογή Ιδρύματος Ε.
Κουτλίδη , Εθνική Πινακοθήκη.
Τότε έκατζε ο Γκούρας και οι άλλοι και φάγαμεν ψωμί·
τραγουδήσαμεν κ’ εγλεντήσαμεν. Με περικάλεσε ο Γκούρας κι’
ο Παπακώστας να τραγουδήσω· ότ’ είχαμεν τόσον καιρόν οπού
δεν είχαμεν τραγουδήση – τόσον καιρόν, οπού μας έβαλαν οι
’διοτελείς και γγιχτήκαμεν διά να κάνουν τους κακούς τους
σκοπούς. Τραγουδούσα καλά. Τότε λέγω ένα τραγούδι·
Ο Ήλιος εβασίλεψε,
Έλληνά μου, βασίλεψε
και το Φεγγάρι εχάθη
κι’ ο καθαρός Αυγερινός που πάει κοντά την Πούλια,
τα τέσσερα κουβέντιαζαν και κρυφοκουβεντιάζουν.
Γυρίζει ο Ήλιος και τους λέει, γυρίζει και τους κρένει·
«Εψές οπού βασίλεψα πίσου από μια ραχούλα,
άκ’σα γυναίκεια κλάματα κι’ αντρών τα μυργιολόγια
γι’ αυτά τα ’ρωικά κορμιά ’στον κάμπο ξαπλωμένα,
και μέσ’ το αίμα το πολύ είν’ όλα βουτημένα.
Για την πατρίδα πήγανε ’στον Άδη, τα καϊμένα.
Ο μαύρος ο Γκούρας αναστέναξε και μου λέγει: «Αδελφέ Μακρυγιάννη, σε
καλό να το κάμη ο Θεός, άλλη φορά δεν τραγούδησες τόσο παραπονεμένα.
Αυτό το τραγούδι σε καλό να μας βγη. – Είχα κέφι, του είπα, οπού δεν
τραγουδήσαμεν τόσον καιρόν». Ότι εις ταρδιά πάντοτες γλεντούσαμεν.
https://www.youtube.com/watch?v=gPExRXX89sc
Άρχισε ο πόλεμος κι’ άναψε ο ντουφεκισμός πολύ. Πήρα τους
ανθρώπους μου, πήγα εκεί, καθώς ήμουν διορισμένος· και στάθηκα
καμπόσο και πολεμήσαμεν. Ήφερα απόξω γύρα τα πόστα. Πήγα εις το
κονάκι μου ό,τι έπαιρνε να βασιλέψη το φεγγάρι, να βγάλω τον πεζό
διά την Κυβέρνησιν. Έρχονται μου λένε· «Τρέξε, σκοτώθη ο Γκούρας
εις το πόστο του. Έρριξε αναντίον των Τούρκων· απάνου εις την φωτιά
τον βάρεσαν εις τον αμήλιγγα και δεν μίλησε τελείως’. Πήγα, τον
πήραμεν εις το νώμο και τον βάλαμε ’σ ένα μπουντρούμι. Τον συγύρισε
η φαμελιά του και τον χώσαμεν.
Ο καπετάν Γκούρας, μετά το 1843 Λάδι σε μουσαμά , 98 x
80 εκ. Εθνική Πινακοθήκη, Συλλογή Ιδρύματος Ε.
Κουτλίδη, Αρ. έργου: Κ.854
Ο θάνατος του Γκούρα
1827. Πολέμησε κατόπιν στην εκστρατεία της Αττικής, μαζί
με τον Καραϊσκάκη, στις επιθέσεις της Καστέλας και του
Πειραιά που είχαν ως τελικό αποτέλεσμα την ήττα των
Ελλήνων(Απρίλιος 1827) και το θάνατο του Καραϊσκάκη.
1827
1827. Ο Ιωάννης Καποδίστριας αναλαμβάνει τη θέση του
κυβερνήτη του νέου ελληνικού κράτους.
1828. Διορίζεται από τον Καποδίστρια Γενικός Αρχηγός της
Εκτελεστικής Δυνάμεως της Πελοποννήσου θέση που του
αφαιρέθηκε, όταν παρασυρμένος από τον Ιωάννη Κωλέττη
χρησιμοποίησε τη στρατιωτική δύναμη που διέθετε για να
επιβάλει συνταγματικό πολίτευμα στον Καποδίστρια,
πράγμα που δυσαρέστησε τον κυβερνήτη.
Το χειρόγραφο και η έκδοσή του
Ο Μακρυγιάννης αρχίζει να γράφει τα Απομνημονεύματάτου
το 1829, τριάντα δύο περίπου χρονών, στο Άργος. Τα συνεχίζει
στο Ναύπλιοκαι στην Αθήνα, ως τα 1840, οπότε και κλείνει
βιαστικά το χειρόγραφο για να το κρύψει. Η εξουσία έχει
υποψίες εναντίον του. “Είχαν μεγάλην υποψίαν από μένα”
σημειώνει “και γύρευαν να μου ψάξουν το σπίτι μου να μου
βρούνε γράμματα”. Το εμπιστεύεται λοιπόν σ’ ένα κουμπάρο,
που το παίρνει στην Τήνο. Στα 1844, ύστερα δηλαδή από τη
συνωμοσία για το Σύνταγμα, όπου παίζει μεγάλο ρόλο,
πηγαίνει και το παίρνει πίσω για να το συνεχίσει … «είχα έναν
τενεκέ κι έχωνα μέσα τα γράμματα …» γράφει. Οι τενεκέδες
κρύφτηκαν στο υπόγειο του σπιτιού και βρέθηκαν από το γιο
του, Κίτσο Μακρυγιάννη, μετά από προτροπή του μελετητή
Γιάννη Βλαχογιάννη. Το χειρόγραφο εκδόθηκε το 1907.
… ήτανε μουχλιασμένο από την υγρασία …
Η οικογένεια Μακρυγιάννη δεν ήξερε την ύπαρξη των Απομνημονευμάτων. Ο
Βλαχογιάννης, οδηγημένος από κάποια πληροφορία που είχε βρει σε κάποιο παλιό
βιβλίο ή χειρόγραφο (δε θυμάται πια) αποτάθηκε στο συνταγματάρχη Κίτσο
Μακρυγιάννη, γιο του Στρατηγού, και τον παρακίνησε να ψάξει. Σε καμιά
δεκαπενταριά μέρες ο Κίτσος τον ειδοποίησε πως είχε βρει ένα χειρόγραφο,
χωμένο σ’ ένα τενεκέ παραριγμένο σε μια απόμερη γωνιά του σπιτιού. Το
χειρόγραφο ήτανε μουχλιασμένο από την υγρασία, μα δεν είχε ακόμα αποσυντεθεί.
Υπό τις συνθήκες αυτές είναι θαύμα πως διατηρήθηκε απάνω από πενήντα χρόνια.
Πηγή: Γιώργος Θεοτοκάς, “Τετράδια Ημερολογίου”, Αθήνα Εστία , 1987.
Το χειρόγραφο
Δεκαεπτά μήνες δούλεψε ο
Βλαχογιάννης για να το
αποκρυπτογραφήσει και να το
αντιγράψει, γιατί ο Μακρυγιάννης
έγραφε φωνητικά, δηλαδή απέδιδε
αυτά που πρόφερε με γράμματα
χωρίς να ακολουθεί γραμματικούς
κανόνες και κανόνες στίξης.
Στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 ο Κωνσταντίνος
και ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης δολοφόνησαν
τον Καποδίστρια στο Ναύπλιο.
Peter von Hess, 1839, ο βασιλιάς Όθων αφικνείται στην Αθήνα, [λεπτομέρεια].
Επιτέλους ελεύθεροι!
Ζήτω οι βασιλιάδεςτων
Μεγάλων Δυνάμεων!
Σαν πολύ νέος μουφαίνεται ο δικός
μας!Δεν πολεμήσαμεμε νύχιακαιμε
δόντια γιανα μας κυβερνούνοι ξένοι!
Ο Όθων εισέρχεται στο Ναύπλιο, συνοδευόμενος από Βαυαρούς αξιωματικούς. Ο λαός τον
υποδέχεται με ακράτητο ενθουσιασμό.
1833. Ο Μακρυγιάννης χαιρετίζει την άφιξη του Όθωνα.
Θεία χάρη θέλησε να μας δυναμώσει και να μας σώσει από την τυραγνία του Σουλτάνου …
Εμείς έχομεν χρέος να σε ακούμεν και να σε φυλάμεν με την ζωή μας, και η Μεγαλειότη σου
βάλε την δικαιοσύνη σου εις τα δεινά μας. Ζήτω ο Βασιλέας και οι ευεργέτες μας Δύναμες!
Ζήτωτο Σύνταγμα!
Θέλουμε Σύνταγμα! Έξω οι Βαυαροί!
Κατά την περίοδο της αντιβασιλείας του Όθωνα ο Μακρυγιάννης κατηγορούσε την κυβέρνηση ως απολυταρχική και
ζητούσε Σύνταγμα, μ’ όλο που τον περιβάλλαν με ιδιαίτερη εκτίμηση και του απένειμαν το βαθμό του
συνταγματάρχη. Στέλνει τα χειρόγραφά του στην Τήνο, γιατί υποπτεύονται ότι συνωμοτεί εναντίον του βασιλιά.
Η άποψη του Μακρυγιάννη, αντιπάλου της
Αντιβασιλείας
Ότι οι Μπαυαρέζοι και οι οπαδοί τους Έλληνες
θέλαν να μας φάνε κι’ ο Θεός μας γλύτωσε από τους
κακούς τους σκοπούς. Και πασκίζαμεν έξω και μέσα
με τρόπον και κατηχούσαμεν τους ανθρώπους ίσως
και κινηθούμεν διά τα έξω και λευτερωθούμεν κ’
εμείς εδώ μέσα και κάμωμεν νόμους στέρεους και
διοικηθούμεν ως άνθρωποι˙ ότι μας κυβερνούν οι
ανθρωποφάγοι με το «έτζι θέλω» και κρίμα ’στα
αίματα και θυσίες οπού κάμαμεν.
Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, επιμ. Ι. Βλαχογιάννη (1907), Γιοβάνης, Αθήνα 1968, τόμ. 2, σ. 109.
Karl Haupt, δεκαετία
1900, «Η 3 Σεπτεμβρίου
1843 ή η ανακήρυξις του
Συντάγματος».
Να φύγουν οι Μπαυαρέζοι, να γένει Συνέλεψη,
να ψηφιστεί Σύνταγμα, να γένουν νόμοι εθνικοί…
Θα βάλωτην υπογραφή μου!
Δεν έχωάλλη επιλογή!
Το 1840 άρχισε να οργανώνει τον αγώνα υπέρ της επιβολής του Συντάγματος και πρωτοστάτησε στην
επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843 για την παραχώρησή του από τη βαυαρική δυναστεία.
1843. Πληρεξούσιος των Αθηνών στην Εθνική Συνέλευση για την
κατάρτιση του νέου Συντάγματος.
1844. Ψηφίζεται το Σύνταγμα. Πεθαίνει ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
1845. Διαφωνεί με τον πρωθυπουργό Ιωάννη Κωλέττη. Απόπειρα
δολοφονίας του. Ιδιωτεύει.
1851. Κυκλοφορούν έντονες φήμες ότι προετοιμάζει κίνηση κατά του
Όθωνα.
1852. Κατηγορείται για συνωμοσία εναντίον του Όθωνα. Τίθεται υπό
περιορισμό στην οικία του και στη συνέχεια προφυλακίζεται.
1853. Στις 18 Μαρτίου το Δικαστήριο, με πρόεδρο τον Κίτσο Τζαβέλλα,
τον καταδικάζει σε θάνατο. Με διαταγή του Όθωνα η ποινή
μετατρέπεται σε ισόβια και αργότερα σε κάθειρξη δέκα ετών.
1854. Αποφυλακίζεται στις 2 Σεπτεμβρίου, ύστερα από μεσολάβηση του
Καλλέργη. Είναι βαριά άρρωστος.
Καλές και κακές μέρες
Ο στρατηγός Μακρυγιάννηςσε μεγάληηλικία.Ελαιογραφία
του Σ. Προσαλέντη.(ΕθνικόΙστορικόΜουσείο).
1862 Επανάσταση στην Αθήνα.
Έξωση Όθωνα. Εθνοσυνέλευση.
1862. Στις πανηγυρικές εκδηλώσεις για την έξωση του
Όθωνα ο γιος του Μακρυγιάννη του προσφέρει το χρυσό
στέμμα του θρυμματισμένου θρόνου ενώ ο Μακρυγιάννης
μεταφέρεται θριαμβευτικά στους ώμους των διαδηλωτών.
Με διάταγμα παίρνει το βαθμό του υποστράτηγου.
ΧαλκογραφίατουΜακρυγιάννη,έργοτουΠαναγιώτη
Γράββαλου,1996.
1863. Άφιξη Βασιλέως Γεωργίου Α΄.
1863. Η Εθνική Φρουρά δίνει όρκο πίστης στον βασιλέα Γεώργιο Α΄.
1864. Προάγεται σε αντιστράτηγο και εκλέγεται
πληρεξούσιος Αττικής στην Εθνική Συνέλευση. Επτά
ημέρες αργότερα, στις 27 Απριλίου, αφήνει την τελευταία
του πνοή από υπερβολική εξάντληση. Την κηδεία του
ακολούθησε όλος ο λαός της πρωτεύουσας.
Ο Μακρυγιάννηςνεκρός,1864.
Ο Χρήστος Καλαβρούζος σε αποσπάσματα από τα
Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη.
ΗΡΩΔΕΙΟ. ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΗΘΟΠΟΙΟΥ 20/9/2010
https://www.youtube.com/watch?v=EOVBO1agRNE
Καημένε ΜακρυγιάννηΜουσική: Σταύρος Κουγιουμτζής
Ποίηση: Ντίνος Χριστιανόπουλος
Ερμηνεία: Γιάννης Κούτρας & χορωδία
[Από τον δίσκο «Μικραίνει ο κόσμος» (1982)]
Καημένε Μακρυγιάννη, να 'ξερες
γιατίτο τσάκισες το χέρι σου.
Το τσάκισες για να χορεύουν σέικ
τα παιδιά μας.
https://www.youtube.com/watch?v=kIPWZaCTeB0

Γιάννης Μακρυγιάννης. Ένα πρόσωπο - μία εποχή.

  • 1.
    Ένα πρόσωπο –μία εποχή
  • 2.
    Τριανταφύλλου ήταν τοόνομά του, όμως επειδή ήταν πανύψηλος τον φώναζαν Μακρυγιάννη! Η πορεία της ζωής του στρατηγού Μακρυγιάννη, η δράση, οι ιδέες και οι σκέψεις του για την Επανάσταση και την πολιτική κατάσταση των πρώτων χρόνων του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, έτσι όπως σκιαγραφούνται μέσα από τα Απομνημονεύματά του, αποτελούν μία από τις πηγές που μας βοηθούν να δούμε όψεις εκείνης της εποχής.
  • 3.
    Το άγαλματου Μακρυγιάννη-Διονυσίου Αρεοπαγίτου καιΒύρωνος Όταν ο Μακρυγιάννης έγραψε τα Απομνημονεύματα, ήταν πολύ κοντά στα γεγονότα του πολέμου και φορτισμένος ακόμα από την εμπλοκή του στον αγώνα, παρουσιάζει την προσωπική του άποψη γι’ αυτά. Δεν κάνει Ιστορία ούτε είναι αντικειμενικός. Τα Απομνημονεύματά του είναι μια προσωπική μαρτυρία που έχει την αξία της, όπως και άλλες μαρτυρίες αγωνιστών, στρατιωτικών και πολιτικών, που πήραν μέρος στον αγώνα για την ανεξαρτησία.
  • 4.
    Εκείνο που κάνειτα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη να ξεχωρίζουν είναι η γλώσσα. Γράφει σε μια γλώσσα ανορθόγραφη, παραστατική και απίστευτα ζωντανή, γεμάτη πάθος. Γράφει πυρετικά, θέλει να τα χωρέσει όλα στο γραπτό: γεγονότα, εκτιμήσεις, απόψεις, σκέψεις, κομμάτια ζωής.
  • 5.
    Γεννήθηκε στα 1797στο Αβορίτι της Δωρίδας από φτωχούς γονείς. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε με στερήσεις και κακουχίες. Το 1804 κατά το διωγμό των κλεφτών από τον Αλή Πασά ο πατέρας του Δημήτρης Τριανταφύλλου σκοτώθηκε και η οικογένεια κατέφυγε στη Λιβαδειά.
  • 6.
    Η πατρίς γεννήσεώςμου είναι από το Λιδορίκι, χωριό του Λιδορικιού ονομαζόμενον Αβορίτη, τρεις ώρες είναι από το Λιδορίκι μακρυά το άλλο το χωριό, πέντε καλύβια. Οι γοναίγοι μου πολύ φτωχοί και η φτώχεια αυτείνη ήρθε από την αρπαγή των ντόπιων Tούρκων και των Αρβανίτων του Αλήπασσα… όταν ήμουνε ακόμα εις την κοιλιά της μητρός μου, μίαν ημέρα πήγε δια ξύλα εις τον λόγκον. Φορτώνοντας τα ξύλα ’στο νώμο της, φορτωμένη εις τον δρόμον, εις την ερημιά, την έπιασαν οι πόνοι και γέννησε εμένα ... Ξελεχώνεψε μόνη της και συγυρίστη, φορτώθη ολίγα ξύλα και έβαλε και χόρτα απάνου εις τα ξύλα και από πάνου εμένα και πήγε εις το χωριόν... Οι Tούρκοι του Αλήπασσα θέλαν να μας σκλαβώσουνε. Τότε δια νυχτός όλη η φαμελιά και όλο μας το σόι σηκώθηκαν και έφυγαν και ήθα παγαίνουν εις την Λιβαδειά να ζήσουνε εκεί.
  • 7.
    Σε ένα σημείοτηςδιαδρομής προς τη Λιβαδειάέπρεπενα περάσουν από ένα γεφύρι που το φύλαγαν οι Τούρκοι. Οι συγχωριανοί του, φοβούμενοι μήπως κλάψει και τους προδώσει αποφάσισαν να τον παρατήσουν στοδάσος.
  • 8.
    Θα πέρναγαν από’να γιοφύρι... Εκεί φύλαγαν οι Tούρκοι … να τους πιάσουνε, και δεκοχτώ ημέρες γκιζερούσαν εις τα δάση όλοι κ’ έτρωγαν αγριοβέλανα ... Μην υποφέρνοντας πλέον την πείνα, αποφάσισαν να περάσουνε από το γιοφύρι, και ως βρέφος εγώ μικρό, να μην κλάψω και χαθούνε όλοι, αποφάσισαν και με πέταξαν εις το δάσος... Τότε μετανογάει η μητέρα μου και τους λέγει, «Η αμαρτία του βρέφους θα μας χάση … περνάτε εσείς … το παίρνω κι’ αν έχω τύχη και δεν κλάψη, διαβαίνομεν»...ο Θεός μας έσωσε... και πήγαμε εις Λιβαδειά.
  • 9.
    Δουλεύει υπηρέτης απόεφτά χρονών μέχρι τα δεκατέσσερα για να συντηρήσει τον εαυτό του. Τα αφεντικά του τον έδερναν. Έβλεπε του μεγάλους να έχουν όπλα και ήθελε να έχει κι αυτός τα δικά του. Μια μέρα θα έχω δικά μου άρματα και πολλά πουγκιά χρήματα.
  • 10.
    Έγινα ως δεκατέσσερωνχρονών και πήγα εις έναν πατριώτη μου… Πήγαμεν εις το παγγύρι, μόδωσε το ντουφέκι του να το βαστώ. Εγώ θέλησα να το ρίξω, ετζακίστη. Τότε μ’ έπιασε σε όλον τον κόσμον ομπρός και με πέθανε εις το ξύλο. Δεν μ’ έβλαβε το ξύλο τόσο, περισσότερον η ντροπή του κόσμου. Τότε όλοι τρώγαν και πίναν και εγώ έκλαιγα… προστρέχω εις τον Αϊγιάννη... Μπαίνω την νύχτα μέσα εις την εκκλησιά του και κλειω την πόρτα κι’ αρχινώ τα κλάματα με μεγάλες φωνές και μετάνοιες, τ’ είναι αυτό οπού ’γινε ’σ εμέναν, γομάρι είμαι να με δέρνουν; Και τον περικαλώ να μου δώση άρματα καλά κι’ ασημένια και δεκαπέντε πουγγιά χρήματα και εγώ θα του φκιάσω ένα μεγάλο καντήλι ασημένιον. Με τις πολλές φωνές κάμαμεν τις συμφωνίες με τον άγιον.
  • 11.
    Στα 1811 πάειστην Άρταόπουκαι προσλαμβάνεται στη δούλεψητου προύχοντα Αθανάσιου Λιδωρίκη. Το 1817 επιδόθηκε στοεμπόριοκαι χάρη στο ζήλο και την εργατικότητά του κατάφερε να αποκτήσει σημαντικάκέρδη και να καλυτερεύσει τη ζωή του. Η εμπορική του δραστηριότητα στην Άρτα κράτησε ως το 1820.Τότε όμως τα σουλτανικά στρατεύματατον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν επειδή τάχαήταν όργανο τουΑλή Πασά. Βασανίζεται επί 75 ημέρες. Ωστόσο, κατόρθωσε να δραπετεύσει, κατέφυγε σταβουνά και ακολούθησε τον αρματολό ΓώγοΜπακόλα
  • 12.
    Στο μεταξύ είχεήδη (1820) μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία και είχε αποφασίσει με καρδιά και νου να παλέψει για την ανάσταση της φυλής του. Να πώς περιγράφει την ορκωμοσία του από έναν Αρτινό πατριώτη:
  • 13.
    Κατεβάζει τις εικόνεςόλες και μ’ ορκίζει και αρχινάγει να με βάλη εις το μυστήριον. Αφού προχώρεσε, τότε τ’ ορκίστηκα ότι δεν θα το μαρτυρήσω κανενού, όμως να μου δώση καιρόν οχτώ ημέρες να συλλογιστώ αν είμαι άξιος δι’ αυτό το μυστήριον και αν μπορώ να ωφελήσω, να το λάβω... στοχάστηκα και τάβαλα όλα ομπρός και σκοτωμόν και κιντύνους και αγώνες – θα τα πάθω δια την λευτερίαν της πατρίδος μου και της θρησκείας μου. Πήγα και του είπα: «Είμαι άξιος». Του φίλησα το χέρι, ορκίστηκα.
  • 14.
    Το 1821 οπλίζειάντρες κι ενώνεται με τους επαναστάτες υπό την αρχηγία του Γιώργου Μπακόλα. Συμμετέχει σε όλες τις επιχειρήσεις της Ηπείρου και την πολιορκία της Άρτας. Τραυματίζεται στη μάχη του Πέτα. Αλωνίζει όλη την Ελλάδα πολεμώντας όπου υπάρχει ανάγκη.
  • 15.
    Το 1822 διορίστηκευποδιοικητής του Κάστρου (της Ακρόπολης) με διοικητήτον Ιωάννη Γκούρακαι αρχηγό της Ανατολικής Ελλάδας τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Ένα χρόνο αργότερα διορίστηκε από τον Άρειο Πάγο Πολιτάρχης (αστυνόμος) των Αθηνών.
  • 16.
    1822-1824: Οι αποφάσειςτης Α΄ Εθνοσυνέλευσης για τη μορφή του νέου κράτους, τον τρόπο εκλογής της ηγεσίας και το ποιος θα αναλάβει τη διοίκηση δεν ικανοποίησαν όλες τις πολιτικές και στρατιωτικές παρατάξεις των επαναστατημένων Ελλήνων.
  • 17.
    Ο Μακρυγιάννης τάσσεταιμε την Κυβέρνηση και εισβάλει με τους Ρουμελιώτες στη Βόρεια Πελοπόννησο. Η πολιτική ένταση δεν άργησε να οδηγήσει σε εμφύλια σύρραξη
  • 18.
    …Άφηναν τα σπίτιατους στην διάκρισίν μας και πήραν τα χιόνια και τα βουνά. Μία γυναίκα είχε το παιδί μισογεννημένον και τόβγαλαν παράωρα και η λεχώνα πήρε τα βουνά με τους άλλους και τελείωσε εις το χιόνι...
  • 19.
    1824. Προάγεται σεχιλίαρχο και αργότερα σε στρατηγό. Καταστέλλει ανταρσία στο Ναύπλιο.
  • 20.
    1825. Ο Μακρυγιάννηςπαντρεύτηκε την Αικατερίνη, κόρη του Γεωργαντά Σκουζέ.
  • 21.
    1825. Ο Μακρυγιάννηςνιόπαντρος πολεμά στους Μύλους του Άργους. Ο Ιμπραήμ είχε αποβιβαστεί στην Πελοπόννησο, προέλαυνε ακάθεκτος και πήγαινε για την Τρίπολη με στρατό πολύ. Τραυματίζεται σοβαρά.
  • 22.
    Εκεί οπούφκιαχνα τιςθέσες εις τους Μύλους (Κοντά στο Ναύπλιο) ήρθε ο Ντερνυς (Γάλλος Στρατιωτικός) να με ιδή. Μου λέγει. Τι κάνεις αυτού; Αυτές οι θέσεις είναι αδύνατες. Τι πόλεμον θα κάνετε με τον Μπραΐμη αυτού; – Του λέγω, είναι αδύνατες οι θέσεις κι’ εμείς, όμως είναι δυνατός ο θεός όπου μας προστατεύει. Και θα δείξωμεν την τύχη μας σ’ αυτές τις θέσεις τις αδύνατες. Κι αν είμαστε ολίγοι εις το πλήθος του Μπραΐμη, παρηγοριόμαστε μ’ ένα τρόπον, ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά. Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν. Κι όταν κάνουν αυτήνη την απόφασιν, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν.
  • 23.
    1826. Ο Κιουταχήςπολιορκεί την Αθήνα. Με τον Γκούρα κι άλλους αγωνιστές πολεμούν στην Ακρόπολη τριάντα τέσσερις ημέρες. Μετά το θάνατο του Γκούρα γίνεται ο φρούραρχος της Ακρόπολης. Τραυματίζεται τρεις φορές. Κατόρθωσε να αποκρούσει τους επιτιθέμενους και να σώσει την Ακρόπολη.
  • 24.
    Ο καθημερινός Μακρυγιάννης ΟΜακρυγιάννης είχε ωραία φωνή κι έπαιζε ταμπουρά. Μια φορά στην Αθήνα, σ’ ένα γλέντι μετά τη νίκη των Ελλήνων στην Ακρόπολη, θυμάται ότι τραγούδησε στους συναγωνιστές του. Νησιώτης παίζοντας ταμπουρά Τσόκος Διονύσιος (1820 - 1862). Γέρος αγωνιστής που παίζει λύρα, 1858. Συλλογή Ιδρύματος Ε. Κουτλίδη , Εθνική Πινακοθήκη. Τότε έκατζε ο Γκούρας και οι άλλοι και φάγαμεν ψωμί· τραγουδήσαμεν κ’ εγλεντήσαμεν. Με περικάλεσε ο Γκούρας κι’ ο Παπακώστας να τραγουδήσω· ότ’ είχαμεν τόσον καιρόν οπού δεν είχαμεν τραγουδήση – τόσον καιρόν, οπού μας έβαλαν οι ’διοτελείς και γγιχτήκαμεν διά να κάνουν τους κακούς τους σκοπούς. Τραγουδούσα καλά. Τότε λέγω ένα τραγούδι·
  • 25.
    Ο Ήλιος εβασίλεψε, Έλληνάμου, βασίλεψε και το Φεγγάρι εχάθη κι’ ο καθαρός Αυγερινός που πάει κοντά την Πούλια, τα τέσσερα κουβέντιαζαν και κρυφοκουβεντιάζουν. Γυρίζει ο Ήλιος και τους λέει, γυρίζει και τους κρένει· «Εψές οπού βασίλεψα πίσου από μια ραχούλα, άκ’σα γυναίκεια κλάματα κι’ αντρών τα μυργιολόγια γι’ αυτά τα ’ρωικά κορμιά ’στον κάμπο ξαπλωμένα, και μέσ’ το αίμα το πολύ είν’ όλα βουτημένα. Για την πατρίδα πήγανε ’στον Άδη, τα καϊμένα. Ο μαύρος ο Γκούρας αναστέναξε και μου λέγει: «Αδελφέ Μακρυγιάννη, σε καλό να το κάμη ο Θεός, άλλη φορά δεν τραγούδησες τόσο παραπονεμένα. Αυτό το τραγούδι σε καλό να μας βγη. – Είχα κέφι, του είπα, οπού δεν τραγουδήσαμεν τόσον καιρόν». Ότι εις ταρδιά πάντοτες γλεντούσαμεν. https://www.youtube.com/watch?v=gPExRXX89sc
  • 26.
    Άρχισε ο πόλεμοςκι’ άναψε ο ντουφεκισμός πολύ. Πήρα τους ανθρώπους μου, πήγα εκεί, καθώς ήμουν διορισμένος· και στάθηκα καμπόσο και πολεμήσαμεν. Ήφερα απόξω γύρα τα πόστα. Πήγα εις το κονάκι μου ό,τι έπαιρνε να βασιλέψη το φεγγάρι, να βγάλω τον πεζό διά την Κυβέρνησιν. Έρχονται μου λένε· «Τρέξε, σκοτώθη ο Γκούρας εις το πόστο του. Έρριξε αναντίον των Τούρκων· απάνου εις την φωτιά τον βάρεσαν εις τον αμήλιγγα και δεν μίλησε τελείως’. Πήγα, τον πήραμεν εις το νώμο και τον βάλαμε ’σ ένα μπουντρούμι. Τον συγύρισε η φαμελιά του και τον χώσαμεν. Ο καπετάν Γκούρας, μετά το 1843 Λάδι σε μουσαμά , 98 x 80 εκ. Εθνική Πινακοθήκη, Συλλογή Ιδρύματος Ε. Κουτλίδη, Αρ. έργου: Κ.854 Ο θάνατος του Γκούρα
  • 27.
    1827. Πολέμησε κατόπινστην εκστρατεία της Αττικής, μαζί με τον Καραϊσκάκη, στις επιθέσεις της Καστέλας και του Πειραιά που είχαν ως τελικό αποτέλεσμα την ήττα των Ελλήνων(Απρίλιος 1827) και το θάνατο του Καραϊσκάκη.
  • 28.
  • 29.
    1827. Ο ΙωάννηςΚαποδίστριας αναλαμβάνει τη θέση του κυβερνήτη του νέου ελληνικού κράτους. 1828. Διορίζεται από τον Καποδίστρια Γενικός Αρχηγός της Εκτελεστικής Δυνάμεως της Πελοποννήσου θέση που του αφαιρέθηκε, όταν παρασυρμένος από τον Ιωάννη Κωλέττη χρησιμοποίησε τη στρατιωτική δύναμη που διέθετε για να επιβάλει συνταγματικό πολίτευμα στον Καποδίστρια, πράγμα που δυσαρέστησε τον κυβερνήτη.
  • 30.
    Το χειρόγραφο καιη έκδοσή του Ο Μακρυγιάννης αρχίζει να γράφει τα Απομνημονεύματάτου το 1829, τριάντα δύο περίπου χρονών, στο Άργος. Τα συνεχίζει στο Ναύπλιοκαι στην Αθήνα, ως τα 1840, οπότε και κλείνει βιαστικά το χειρόγραφο για να το κρύψει. Η εξουσία έχει υποψίες εναντίον του. “Είχαν μεγάλην υποψίαν από μένα” σημειώνει “και γύρευαν να μου ψάξουν το σπίτι μου να μου βρούνε γράμματα”. Το εμπιστεύεται λοιπόν σ’ ένα κουμπάρο, που το παίρνει στην Τήνο. Στα 1844, ύστερα δηλαδή από τη συνωμοσία για το Σύνταγμα, όπου παίζει μεγάλο ρόλο, πηγαίνει και το παίρνει πίσω για να το συνεχίσει … «είχα έναν τενεκέ κι έχωνα μέσα τα γράμματα …» γράφει. Οι τενεκέδες κρύφτηκαν στο υπόγειο του σπιτιού και βρέθηκαν από το γιο του, Κίτσο Μακρυγιάννη, μετά από προτροπή του μελετητή Γιάννη Βλαχογιάννη. Το χειρόγραφο εκδόθηκε το 1907.
  • 31.
    … ήτανε μουχλιασμένοαπό την υγρασία … Η οικογένεια Μακρυγιάννη δεν ήξερε την ύπαρξη των Απομνημονευμάτων. Ο Βλαχογιάννης, οδηγημένος από κάποια πληροφορία που είχε βρει σε κάποιο παλιό βιβλίο ή χειρόγραφο (δε θυμάται πια) αποτάθηκε στο συνταγματάρχη Κίτσο Μακρυγιάννη, γιο του Στρατηγού, και τον παρακίνησε να ψάξει. Σε καμιά δεκαπενταριά μέρες ο Κίτσος τον ειδοποίησε πως είχε βρει ένα χειρόγραφο, χωμένο σ’ ένα τενεκέ παραριγμένο σε μια απόμερη γωνιά του σπιτιού. Το χειρόγραφο ήτανε μουχλιασμένο από την υγρασία, μα δεν είχε ακόμα αποσυντεθεί. Υπό τις συνθήκες αυτές είναι θαύμα πως διατηρήθηκε απάνω από πενήντα χρόνια. Πηγή: Γιώργος Θεοτοκάς, “Τετράδια Ημερολογίου”, Αθήνα Εστία , 1987.
  • 32.
    Το χειρόγραφο Δεκαεπτά μήνεςδούλεψε ο Βλαχογιάννης για να το αποκρυπτογραφήσει και να το αντιγράψει, γιατί ο Μακρυγιάννης έγραφε φωνητικά, δηλαδή απέδιδε αυτά που πρόφερε με γράμματα χωρίς να ακολουθεί γραμματικούς κανόνες και κανόνες στίξης.
  • 33.
    Στις 27 Σεπτεμβρίου1831 ο Κωνσταντίνος και ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης δολοφόνησαν τον Καποδίστρια στο Ναύπλιο.
  • 34.
    Peter von Hess,1839, ο βασιλιάς Όθων αφικνείται στην Αθήνα, [λεπτομέρεια].
  • 35.
    Επιτέλους ελεύθεροι! Ζήτω οιβασιλιάδεςτων Μεγάλων Δυνάμεων! Σαν πολύ νέος μουφαίνεται ο δικός μας!Δεν πολεμήσαμεμε νύχιακαιμε δόντια γιανα μας κυβερνούνοι ξένοι! Ο Όθων εισέρχεται στο Ναύπλιο, συνοδευόμενος από Βαυαρούς αξιωματικούς. Ο λαός τον υποδέχεται με ακράτητο ενθουσιασμό.
  • 36.
    1833. Ο Μακρυγιάννηςχαιρετίζει την άφιξη του Όθωνα. Θεία χάρη θέλησε να μας δυναμώσει και να μας σώσει από την τυραγνία του Σουλτάνου … Εμείς έχομεν χρέος να σε ακούμεν και να σε φυλάμεν με την ζωή μας, και η Μεγαλειότη σου βάλε την δικαιοσύνη σου εις τα δεινά μας. Ζήτω ο Βασιλέας και οι ευεργέτες μας Δύναμες!
  • 37.
    Ζήτωτο Σύνταγμα! Θέλουμε Σύνταγμα!Έξω οι Βαυαροί! Κατά την περίοδο της αντιβασιλείας του Όθωνα ο Μακρυγιάννης κατηγορούσε την κυβέρνηση ως απολυταρχική και ζητούσε Σύνταγμα, μ’ όλο που τον περιβάλλαν με ιδιαίτερη εκτίμηση και του απένειμαν το βαθμό του συνταγματάρχη. Στέλνει τα χειρόγραφά του στην Τήνο, γιατί υποπτεύονται ότι συνωμοτεί εναντίον του βασιλιά.
  • 38.
    Η άποψη τουΜακρυγιάννη, αντιπάλου της Αντιβασιλείας Ότι οι Μπαυαρέζοι και οι οπαδοί τους Έλληνες θέλαν να μας φάνε κι’ ο Θεός μας γλύτωσε από τους κακούς τους σκοπούς. Και πασκίζαμεν έξω και μέσα με τρόπον και κατηχούσαμεν τους ανθρώπους ίσως και κινηθούμεν διά τα έξω και λευτερωθούμεν κ’ εμείς εδώ μέσα και κάμωμεν νόμους στέρεους και διοικηθούμεν ως άνθρωποι˙ ότι μας κυβερνούν οι ανθρωποφάγοι με το «έτζι θέλω» και κρίμα ’στα αίματα και θυσίες οπού κάμαμεν. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, επιμ. Ι. Βλαχογιάννη (1907), Γιοβάνης, Αθήνα 1968, τόμ. 2, σ. 109.
  • 39.
    Karl Haupt, δεκαετία 1900,«Η 3 Σεπτεμβρίου 1843 ή η ανακήρυξις του Συντάγματος». Να φύγουν οι Μπαυαρέζοι, να γένει Συνέλεψη, να ψηφιστεί Σύνταγμα, να γένουν νόμοι εθνικοί… Θα βάλωτην υπογραφή μου! Δεν έχωάλλη επιλογή! Το 1840 άρχισε να οργανώνει τον αγώνα υπέρ της επιβολής του Συντάγματος και πρωτοστάτησε στην επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843 για την παραχώρησή του από τη βαυαρική δυναστεία.
  • 40.
    1843. Πληρεξούσιος τωνΑθηνών στην Εθνική Συνέλευση για την κατάρτιση του νέου Συντάγματος. 1844. Ψηφίζεται το Σύνταγμα. Πεθαίνει ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. 1845. Διαφωνεί με τον πρωθυπουργό Ιωάννη Κωλέττη. Απόπειρα δολοφονίας του. Ιδιωτεύει. 1851. Κυκλοφορούν έντονες φήμες ότι προετοιμάζει κίνηση κατά του Όθωνα. 1852. Κατηγορείται για συνωμοσία εναντίον του Όθωνα. Τίθεται υπό περιορισμό στην οικία του και στη συνέχεια προφυλακίζεται. 1853. Στις 18 Μαρτίου το Δικαστήριο, με πρόεδρο τον Κίτσο Τζαβέλλα, τον καταδικάζει σε θάνατο. Με διαταγή του Όθωνα η ποινή μετατρέπεται σε ισόβια και αργότερα σε κάθειρξη δέκα ετών. 1854. Αποφυλακίζεται στις 2 Σεπτεμβρίου, ύστερα από μεσολάβηση του Καλλέργη. Είναι βαριά άρρωστος. Καλές και κακές μέρες Ο στρατηγός Μακρυγιάννηςσε μεγάληηλικία.Ελαιογραφία του Σ. Προσαλέντη.(ΕθνικόΙστορικόΜουσείο).
  • 41.
    1862 Επανάσταση στηνΑθήνα. Έξωση Όθωνα. Εθνοσυνέλευση.
  • 42.
    1862. Στις πανηγυρικέςεκδηλώσεις για την έξωση του Όθωνα ο γιος του Μακρυγιάννη του προσφέρει το χρυσό στέμμα του θρυμματισμένου θρόνου ενώ ο Μακρυγιάννης μεταφέρεται θριαμβευτικά στους ώμους των διαδηλωτών. Με διάταγμα παίρνει το βαθμό του υποστράτηγου. ΧαλκογραφίατουΜακρυγιάννη,έργοτουΠαναγιώτη Γράββαλου,1996.
  • 43.
    1863. Άφιξη ΒασιλέωςΓεωργίου Α΄.
  • 44.
    1863. Η ΕθνικήΦρουρά δίνει όρκο πίστης στον βασιλέα Γεώργιο Α΄.
  • 45.
    1864. Προάγεται σεαντιστράτηγο και εκλέγεται πληρεξούσιος Αττικής στην Εθνική Συνέλευση. Επτά ημέρες αργότερα, στις 27 Απριλίου, αφήνει την τελευταία του πνοή από υπερβολική εξάντληση. Την κηδεία του ακολούθησε όλος ο λαός της πρωτεύουσας. Ο Μακρυγιάννηςνεκρός,1864.
  • 46.
    Ο Χρήστος Καλαβρούζοςσε αποσπάσματα από τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη. ΗΡΩΔΕΙΟ. ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΗΘΟΠΟΙΟΥ 20/9/2010 https://www.youtube.com/watch?v=EOVBO1agRNE
  • 47.
    Καημένε ΜακρυγιάννηΜουσική: ΣταύροςΚουγιουμτζής Ποίηση: Ντίνος Χριστιανόπουλος Ερμηνεία: Γιάννης Κούτρας & χορωδία [Από τον δίσκο «Μικραίνει ο κόσμος» (1982)] Καημένε Μακρυγιάννη, να 'ξερες γιατίτο τσάκισες το χέρι σου. Το τσάκισες για να χορεύουν σέικ τα παιδιά μας. https://www.youtube.com/watch?v=kIPWZaCTeB0