Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
Ερευνητική Εργασία (project)
2ου
τετράμηνου 2013-14
Α΄τάξης ΓΕΛ Αξιούπολης
Θέμα: Είδη μουσικής
« Παραδοσιακή Ποντιακή Μουσική και
Τραγούδια»
Ονόματα μαθητών:
Βούρτη Θεανώ
Γρηγοριάδου Γεωργία (Τζέλα)
Καλόνικου Μελπομένη (Μένια)
Καρυπίδου Βασιλική (Βάσω)
Σμυρνάκου Στυλιανή (Στέλλα)
Υπεύθυνη καθηγήτρια:
Κ. Λυκίδου Σοφία
Σχολική χρονιά 2013-2014
Γενικό
Λύκειο Αξιούπολης
1
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Πρόλογος ……………………………………………………………………………………3
Μουσική ………………………………………………………………………………………4
-Η πορεία της μουσικής …………………………………………………… …… 4
Ελληνική Παραδοσιακή Μουσική …………………………………………… 6
-Το Δημοτικό Τραγούδι …………………………………………………………… 6
-Η Κρητική Λαϊκή Μουσική …………………………………………… … 6
-Το Μικρασιάτικο Τραγούδι ………………………………………………… 7
-Τα Ποντιακά Τραγούδια ………………………………………………………… 7
-Το Ρεμπέτικο Τραγούδι ………………………………………………………… 9
-Το Λαϊκό Τραγούδι …………………………………………………………………… 9
Ιστορία Του Εύξεινου Πόντου ……………………………………………… 10
Από Τον Μύθο Στην Ιστορία ………………………………………………… 13
Ποντιακή Διάλεκτος …………………………………………………………………15
Πόλεις Του Εύξεινου Πόντου ………………………………………………… 18
Ονομασίες χορών …………………………………………………………………… 34
Παραδοσιακά Μουσικά Όργανα Του Πόντου ……………………… 38
Παραδοσιακά Ποντιακά Δίστιχα …………………………………………… 43
2
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ξεκινώντας το δεύτερο τετράμηνο κλιθήκαμε στο μάθημα της
ερευνητικής εργασίας (project) να επιλέξουμε το θέμα που θα μας ενδιέφερε
να ερευνήσουμε.
Μετά από πολύωρη συζήτηση και προβληματισμό της ομάδας μας
επιλέξαμε να ασχοληθούμε με το ευρύτερο θέμα της μουσικής και
συγκεκριμένα να αναζητήσουμε πληροφορίες σχετικά με την παραδοσιακή
ποντιακή μουσική.
Πρωταρχικός μας στόχος δεν ήταν τόσο να ενημερωθούμε οι ίδιες για
το συγκεκριμένο θέμα, καθώς είμαστε γνώστες ορισμένων πραγμάτων διότι
συμμετέχουμε ενεργά στην προσπάθεια διάδοσης και διάσωσης του ποντιακού
ελληνισμού και της ποντιακής παράδοσης.
Προσπάθειά μας για αυτήν την εργασία είναι να μάθουν οι συμμαθητές
μας για την Ποντιακή μουσική (καθώς μουσική είναι πολιτισμός, τρόπος
ζωής, σκέψης), για τον Εύξεινο Πόντο ( αρχικά Άξενος λόγω της επικίνδυνης
Μαύρης θάλασσας ή Καραντενίζ, η ονομασία άλλαξε λόγω του κατεφημισμού
που πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες), τις παραδόσεις, κάποια στοιχεία της
διαλέκτου (ομηρικής), τους μύθους που διαδραματίζονταν στην συγκεκριμένη
γεωγραφική περιοχή (π.χ. ο Προμηθέας), καταγραφές και ιστορικά γεγονότα
(π.χ. Αργοναυτική Εκστρατεία, Αμαζόνες που κατοικούσαν στην παλαιά
Θεμίσκυρα, νέα Τσαρτσαμπά του Πόντου).
Μέσα από τα τραγούδια φαίνεται η βαρύτητα που δινόταν στο
θρησκευτικό τομέα. Αναφέρονται στον έρωτα (σεβντά), την αγάπη, τον πόνο,
την ξενιτειά. Η Ποντιακή Γενοκτονία έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τα
τραγούδια, πολλά βουκολικά (μοιρολόγια).
Για την πραγματοποίηση αυτής της εργασίας εργαστήκαμε ομαδικά. Οι
πηγές μας ήταν προφορικές παραδόσεις, βιβλία, εγκυκλοπαίδειες και το
διαδίκτυο. Ελπίζουμε η εργασία μας να είναι ενδιαφέρουσα και να
ευαισθητοποιήσει και τους υπόλοιπους όπως και εμάς.
3
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
Μουσική
Μουσική είναι η τέχνη που βασίζεται στην οργάνωση ήχων με σκοπό την
σύνθεση, εκτέλεση και ακρόαση ή λήψη ενός μουσικού έργου. Επίσης και το
σύνολο ήχων από το οποίο απαρτίζεται ένα μουσικό κομμάτι. Η μουσική
παίρνει το όνομα της από τις εννέα Μούσες της αρχαίας ελληνικής
μυθολογίας. Στην Αρχαία Ελλάδα η μουσική διέφερε σημασιολογικά της
σημερινής χρήσης του όρου και περιλάμβανε το σύνολο των τεχνών που
βρίσκονταν υπό την προστασία των Μουσών(ο όρος εννοούσε την ποίηση, τη
μελωδία και το χορό, ο οποίος καλλιεργήθηκε στο θέατρο).Σήμερα η μουσική
έρχεται να καλύψει την ανάγκη του ανθρώπου να εκφράσει με τους ήχους, τις
σκέψεις, τα συναισθήματα και τις ψυχικές του καταστάσεις. Τόσο η μουσική
όσο και σχετικά με τη μουσική θέματα διαφέρουν από πολιτισμό σε πολιτισμό.
Η μουσική χρονολογεί και εξελίσσει την ιστορία της ως παράλληλη με εκείνη
της γλώσσας, στην ουσία ως παράλληλη με την ανθρώπινη εξέλιξη. Η γλώσσα
χρησιμοποιείται στην έκφραση παραστάσεων και εννοιών, στην ονομασία των
πραγμάτων, έτσι και η μουσική, αποδεικνύεται ως απαραίτητη ανάγκη της
ζωής στη διερμηνεία της ανθρώπινης ύπαρξης στο σύνολο των εκφράσεων
της.
Η πορεία της μουσικής
Προϊστορική εποχή
Πληροφορίες για τη μουσική αυτής της εποχής έχουμε από διάφορα
ευρήματα πού έχουν ανακαλυφθεί όπως οστά με επιμήκεις τρύπες(τα οποία
έχουν θεωρηθεί ως αυλοί).
Αρχαία Ελλάδα
Κατά την αρχαϊκή και κλασσική εποχή, ο όρος μουσική εννοούσε τον μουσικά
προκαθορισμένο στίχο όπως εμφανιζόταν στα διάφορα ποιητικά είδη και
κυρίως στην λυρική ποίηση. Η μουσική της Αρχαίας Ελλάδας ήταν ένα μεγάλο
κομμάτι του αρχαίου ελληνικού θεάτρου(μεικτές χορωδίες τραγουδούσαν για
διασκεδαστικά, εορταστικά και πνευματικά δρώμενα).Επίσης αποτελούσε
σημαντικό κομμάτι της αρχαιοελληνικής παιδείας, όπου τα αγόρια ξεκινούσαν
μουσικές σπουδές από έξι χρονών. Αργότερα, η αρχαιοελληνική μουσική
δέχτηκε επιρροές από τη Ρωμαϊκή και Βυζαντινή αυτοκρατορία, καθώς και
από την μουσική της Ανατολικής Ευρώπης.
4
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
Οι πρώτες μουσικές παραστάσεις που έχουν σωθεί στην Ελλάδα ανήκουν
στον Κυκλαδικό Πολιτισμό και χρονολογούνται από τα τέλη της Γ´ χιλιετίας
π.Χ. και απεικονίζουν δύο μουσικά όργανα: μία άρπα και ένα διπλό αυλό. Λίγο
αργότερα, γύρω στα μέσα της Β´ χιλιετίας π.Χ. , ο Μινωικός Πολιτισμός μας
παρουσιάζει μερικές εικόνες μουσικών σκηνών με λύρες ή διαύλους. Ιδίως
τον 7ο
αι. π.Χ. υπήρξε μία ταχύτατη άνοδος στο ελληνικό μουσικό πολιτισμό.
Στα χρόνια των λυρικών, η ελληνική μουσική είχε φτάσει σε πλήρη ακμή και
τη διατηρεί για 200-250 χρόνια. Από τα μέσα του 5ου αι. π.Χ., αρχίζει η
καθοδική πορεία της ελληνικής μουσικής. Μια άλλη μεγάλη σελίδα της
ελληνικής μουσικής αντιπροσωπεύει η μεσαιωνική, η Βυζαντινή μουσική.
Πρόκειται για φωνητική μουσική, μια και η χρήση μουσικών οργάνων
απαγορευόταν μέσα στην εκκλησία. Κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο και σε όλη
την Τουρκοκρατία η βυζαντινή παράδοση συνεχίστηκε στην εκκλησιαστική
μουσική.
Μεσαίωνας (500-1400)
Το μοναδικό ευρωπαϊκό ρεπερτόριο που διασώζεται και χρονολογείται πριν
τις αρχές του 8ου αιώνα είναι το μονοφωνικό λειτουργικό τραγούδι της
Ρωμαϊκής Καθολικής Εκκλησίας. Παράλληλα με τις εκκλησιαστικές και ιερές
παραδόσεις, υπήρχε μια ζωντανή παράδοση λαϊκών τραγουδιών μη
θρησκευτικού χαρακτήρα.
Αναγέννηση (1400-1600)
Ένα μεγάλο μέρος της διασωθείσας μουσικής της Ευρώπης του 14ου αιώνα
είναι λαϊκά τραγούδια. Από τα μέσα του 15ου αιώνα,
η πολυφωνία χρησιμοποιούνταν από συνθέτες και τραγουδιστές σε
θρησκευτικές συνθέσεις.
Νεώτερη Ελληνική Παράδοση
Βασίζεται σε δύο στοιχειά: τη βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική και τη λαϊκή
μουσική, που πιθανότατα προέρχεται από τη βυζαντινή λαϊκή μουσική,
μολονότι σε ορισμένες από τις πιο απομονωμένες περιοχές έχει διατηρήσει
και ορισμένα αρχαία ελληνικά η άλλης προέλευσης κατάλοιπα. Η λαϊκή μουσική
της Ελλάδας είναι ελάχιστα γνωστή σε σχέση με τη λαϊκή μουσική άλλων
χωρών.
5
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
Ελληνική Παραδοσιακή Μουσική
Η παραδοσιακή μουσική είναι ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια της
ελληνικής μουσικῆς μας παράδοσης και απαρτίζεται από τα εξής κομμάτια: τα
δημοτικά τραγούδια, την κρητική λαϊκή μουσική, το μικρασιάτικο, το ρεμπέτικο
και το λαϊκό τραγούδι.
Το Δημοτικό Τραγούδι
Το Δημοτικό Τραγούδι αποτελεί την έκφραση του συναισθηματικού κόσμου
του λαού. Η μουσική και ο λόγος είναι τα δύο κύρια συστατικά του στοιχεία
και συχνά συνοδεύονται από χορό. Οι ρίζες του είναι πολύ βαθιές αν και
πέρασε από διάφορες φάσεις εξέλιξης της μορφής και του περιεχομένου του.
Το δημοτικό τραγούδι απέκτησε συναισθηματικό χαρακτήρα με την εξέλιξη
του πολιτισμού, χωρίς όμως να πάψει να αποτελεί ομαδική εκδήλωση και να
είναι κτήμα ολόκληρου του λαού, που το θεωρεί δημιούργημά του. Στους
αιώνες που ακολούθησαν, επικράτησαν νέες ιστορικός και κοινωνικές
συνθήκες, που αποτυπώθηκαν κι αυτές σε άλλα δημοτικά τραγούδια, ακριτικά,
ιστορικά, μοιρολόγια, κλέφτικα κ.α. Σήμερα το δημοτικό τραγούδι βρίσκεται σε
φανερή κάμψη και έχει γίνει ένα είδος της παράδοσης.
Η Κρητική Λαϊκή Μουσική
Η Κρητική Λαϊκή Μουσική είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο της ελληνικής
μουσικῆς. Πλούσια σε παράδοση και αισθητικά καταξιωμένη, ἡ κρητική
μουσική είναι ένα μοναδικό μέσο για την έκφραση των συναισθημάτων αυτού
του δημιουργικού και ανήσυχου λαού.
Υπάρχουν δύο μεγάλες κατηγορίες μουσικών ειδών:
α) η μουσική των χορών, που έχει χωρισθεί σε ένα είδος μουσικής που
ονομάζεται «συρτός χορός», το οποίο συνήθως τραγουδιέται και σπανιότερα
χορεύεται, και
β) η μουσική των τραγουδιών, που με διάφορους σκοπούς δημιουργούν
τραγούδια, όπως οι μπαλάντες, τα ερωτικά, τα ιστορικά και τα σατυρικά.
6
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
Το Μικρασιάτικο Τραγούδι
Το Μικρασιάτικο Τραγούδι διαμορφώθηκε στα Δυτικά και Βορειοδυτικά
παράλια, στον Πόντο, την Καππαδοκία και τέλος τη Γαλατία, τη Λυκαονία και
τη Λυκία. Στα Δυτικά και Βορειοδυτικά παράλια το μικρασιάτικο τραγούδι
έχει τις απαρχές του στο ξεκίνημα του Β´ αιώνα, όταν οι Έλληνες από την
Ιωνία, την Αιολία και την Προποντίδα, έφεραν το δικό τους μουσικό υλικό
από τον τόπο καταγωγής τους και το συνταίριασαν με διάφορα νέα υλικά που
βρήκαν στη νέα τους πατρίδα. Το τραγούδι αυτό διαφέρει στον στίχο και τη
μουσική σε αρκετά σημεία από τα αυστηρά παραδοσιακά πλαίσια του
δημοτικού τραγουδιού, παρουσιάζοντας πολλά από τα χαρακτηριστικά, που θα
επενεργήσουν αργότερα στη διάπλαση του ύφους του ρεμπέτικου τραγουδιού.
Το τσιφτετέλι, ὁ χασάπικος και ὁ ζεϊμπέκικος θα μπορούσαν να
χαρακτηριστούν ως μικρασιάτικοι χοροί.
Τα Ποντιακά Τραγούδια
Τα Ποντιακά τραγούδια χωρίζονται σε δύο κατηγορίες ανάλογα με τα
κείμενα και τη μουσική που χρησιμοποιούν:
α) στα έντονα ιδιωματικά, που προέρχονται από τον Ανατολικό Πόντο και
ιδιαίτερα από τη Ριζούντα, Τραπεζούντα, Αργυρούπολη και Νικόπολη, και
β) στα πιο κοινά, δηλαδή πιο προσιτά στο μέσο Έλληνα, που προέρχονται από
το Δυτικό Πόντο και ιδιαίτερα από την Κερασούντα, την Οινόη και την
Ινεάπολη. Τα τραγούδια του Δυτικού Πόντου είναι πιο ήρεμα και πιο
εκλεπτυσμένα από του Ανατολικού και έχουν μεγαλύτερη σχέση με εκείνα της
Δυτικής και Βορειοδυτικής Μικρασίας, των νησιών του Αιγαίου και της
Θράκης.
Στα ποντιακά τραγούδια υμνείται ο έρωτας, ο θρίαμβος της φυλής και οι
συμφορές της.. Επίσης παίζουν και τραγουδούν ενάντια στο θάνατο υμνούν
την ποντιακή γη και τις ομορφιές της εκφράζουν την ομορφιά και την χαρά
της ζωής και τον πόνο. Τραγουδούν επίσης τον ξεριζωμό από την πατρίδα
τους , τραγουδούν την αγάπη τους για το ωραίο, το γνήσιο και το
παραδοσιακό.
Το ποντιακό τραγούδι μένει διαχρονικό. Από γενιά σε γενιά
μεταδίδεται αυτή η παράδοση των προγόνων και μ αυτό τον τρόπο σύγχρονα
7
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
ποντιόπουλα υιοθετούν τα διδάγματα της ομορφιάς των ποντιακών
τραγουδιών.
Η ανάπτυξη των ποντιακών τραγουδιών χωρίζεται σε 3 μεγάλες
περιόδους. 1η περίοδος είναι η βυζαντινή περίοδος από τον 10ο αιώνα μ.Χ
μέχρι την άλωση της Τραπεζούντας από τους Τούρκους το 1461 μ.Χ. Τα
τραγούδια αυτά είναι τα έπη των ακριτών(ακριτικά τραγούδια). 2η περίοδος
είναι η μεταβυζαντινή από τον 15ο αιώνα έως και τον 19ο αιώνα. Τα
τραγούδια αυτά εκφράζουν τον θρήνο για την εθνική συμφορά με την άλωση
της πόλης και από την άλλη την ελπίδα για την αναγέννηση του έθνους. 3η
περίοδος είναι η σύγχρονη. Σε αυτήν είναι όλα τα νεότερα τραγούδια που
ασχολούνται με την κοινωνική ζωή και αποτελούν την συνέχιση της
ποντιακής παράδοσης.
Η γλώσσα που χρησιμοποιείται στα ποντιακά τραγούδια είναι η
ποντιακή διάλεκτος, ελληνικότατη και εκφραστικότατη.
Ο ρόλος των ποντιακών τραγουδιών είναι σημαντικός. Μεταφέρουν
από γενιά σε γενιά την ιστορία των προγόνων, την δυστυχία που υπέστησαν οι
Έλληνες στη γη του Πόντου, την υψηλή ιδέα της ελευθερίας και την
αισιοδοξία ότι :'' η Ρωμανία κι αν επέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο'' που
σημαίνει το έθνος και αν σκλαβώθηκε θα αναστηθεί και πάλι.
8
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
Το Ρεμπέτικο Τραγούδι
Το ρεμπέτικο τραγούδι είναι το ελληνικό αστικό τραγούδι στη απαρχή του.
Εξελίχθηκε μέσα από την ελληνική μουσική παράδοση, του δημοτικού
τραγουδιού και των κλέφτικων από τους κατοίκους των ελληνικών πόλεων.
Τα πρώτα ρεμπέτικα ακούσματα άρχισαν να σημειώνονται στην Αθήνα στις
φυλακές του Μεντρεσέ το 1834 τα λεγόμενα "μουρμούρικα". Την ίδια εκείνη
εποχή οι Βαυαροί προσπαθούσαν να εισάγουν στη τότε αθηναϊκή κοινωνία τις
καντρίλιες και την πόλκα. Αντίθετα στη πλατεία του Ψυρρή τα μουρμούρικα,
και τα σεβνταλίδικα άρχισαν να βρίσκουν ανάπτυξη. Στις αρχές του 1900 τα
ρεμπέτικα αποτελούσαν το λαϊκό τραγούδι των φτωχών συνοικιών των
κυριοτέρων πόλεων. Την ίδια εποχή εμφανίζονται στον Πειραιά ως
πρωτορεμπέτικα τα λεγόμενα "γιαλάδικα", που πήραν τ΄ όνομά τους από τη
συχνά επαναλαμβανόμενη λέξη "γιάλα -γιάλα" ή "αμάν γιάλα" ή "γιαλελέλι".
Μετά το 1922 έγινε μίξη των τραγουδιών μ΄ εκείνα της Μικράς Ασίας και του
Βοσπόρου, με έντονη την εμφάνιση του αμανετζίδικου λαϊκού τραγουδιού.
Τότε εμφανίζονται και τα περισπούδαστα του είδους Καφέ Αμάν όπου το
ρεμπέτικο τραγούδι άρχισε ν΄ αναπτύσσεται ευρύτατα μέχρι το 1936 όταν και
απαγορεύτηκαν θεωρούμενα ως τουρκοειδή. Σημειώνεται πως ένα χρόνο
πριν το 1935, τα αμανετζίδικα είχαν απαγορευτεί στη Τουρκία θεωρούμενα
ως κατάλοιπο ελληνικό μουσικό είδος.
Το Λαϊκό Τραγούδι
Αυτό που στην εποχή μας ονομάζουμε λαϊκό τραγούδι, θα μπορούσαμε να το
προσδιορίσουμε ακριβέστερα ως αστικό λαϊκό τραγούδι των πόλεων. Διότι,
ποιος είναι αυτός που θα μπορούσε να πει πως το λεγόμενο δημοτικό, δεν
είναι λαϊκό τραγούδι; Θα λέγαμε λοιπόν πως από την μία έχουμε το λαϊκό
τραγούδι της υπαίθρου(δημοτικό) και από την άλλη το λαϊκό τραγούδι των
αστικών κέντρων(λαϊκό).Αυτός ο διαχωρισμός είναι απαραίτητος αφενός μεν
διότι το πρώτο το δημοτικό παρουσιάζει ευρεία ποικιλομορφία ακουσμάτων
και οργάνων από τόπο σε τόπο, ενώ το δεύτερο είναι η ζώσα λαϊκή μουσική
μας που αναπτύσσεται και εξελίσσεται συνεχώς. Αφετέρου δε, από τα πρώτα
χρόνια που αρχίζει να διαμορφώνεται, παρουσιάζει μια εκπληκτική
ομοιομορφία σε όλο το γεωγραφικό εύρος της ελληνικής παρουσίας και
δράσης. Λαϊκό λοιπόν είναι εκείνο το τραγούδι που παράγεται κατά βάση από
αυτοδίδακτους, εμπειρικούς καλλιτέχνες και απευθύνεται κυρίως στις
πλατιές λαϊκές μάζες.
9
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
H Ιστορία του Πόντου
Το όνομα Πόντος, ως γεωγραφική ενότητα, στην αρχαιότητα
περιλάμβανε τις παράλιες περιοχές του Ευξείνου Πόντου.
Πόντος, κατά τον Ηρόδοτο, τον Ξενοφώντα και άλλους αρχαίους
ιστοριογράφους ονομάζεται η επιμήκης και ευρεία παραλιακή χώρα του
Ευξείνου Πόντου, η οποία από χωροταξική άποψη περιλαμβάνει τα εδάφη
ανάμεσα στο Φάση ποταμό, κοντά στον οποίο βρίσκεται η σημερινή πόλη
Bατούμ της Γεωργίας, και την Ηράκλεια την Ποντική . Πολλοί γεωγράφοι και
ιστορικοί οριοθετούν τα δυτικά του σύνορα από τις εκβολές του ποταμού Άλυ,
κοντά στην πόλη Σινώπη, την πρώτη ελληνική αποικία στον Εύξεινο Πόντο.
Στο εσωτερικό η περιοχή εκτείνεται σε βάθος 200 έως 300 χιλιομέτρων,
οριοθετημένη από την ίδια τη φύση που τη διαχώρισε από την υπόλοιπη
Mικρά Ασία με τις απροσπέλαστες οροσειρές του Σκυδίση, του Παρυάδρη και
του Αντίταυρου. Το ορεινό και άγονο σε γενικές γραμμές έδαφος του Πόντου
ευτύχησε να διαρρέεται από τους ποταμούς Άλυ, Ίρη, Μελάνθιο,
Θερμώδοντα, Xαρσιώτη, Πρύτανη, Πυξίτη, Kαλοπόταμο και πολλούς
παραποτάμους, που αποτελούν ευλογία και πηγή ζωής του τόπου.
H παρουσία των Ελλήνων στην περιοχή του Πόντου χρονολογείται από
την αρχαιότητα. Οι Έλληνες θαλασσοπόροι, αφού κατέκτησαν από την εποχή
του χαλκού τις ακτές του Aιγαίου Πελάγους, με τα βελτιωμένα ποντοπόρα
πλοία τους, αποτόλμησαν να γνωρίσουν και την αφιλόξενη θάλασσα του
Ευξείνου Πόντου με τις μακρινές και απροσπέλαστες παραλίες και οροσειρές.
Στη βόρεια πλευρά, η γνώση μας είναι τελικά ακόμη πιο περιορισμένη. Η
πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης απέναντι στους εκεί Πόντιους υπήρξε
κυριολεκτικά κυκλοθυμική –από την προσπάθεια κωδικοποίησης της γλώσσας
και αναπροσαρμογής της γραφής της, τη δεκαετία του ’20, ως τους διωγμούς
και τις προσπάθειες βίαιης αφομοίωσης στα τέλη της δεκαετίας του ’30–
πολιτική την οποία, αν και χαλάρωσε, λίγο άλλαξε ως την εποχή του
Γκορμπατσόφ. Μεγάλος αριθμός Ποντίων εκτοπίστηκε στην Κεντρική Ασία
και κάποιοι, όπως ο Λάκι Κασόγλου (γ. 1939), εξακολουθούν σήμερα να
κάνουν καριέρα στο Καζαχστάν. Ανάλογες περιπτώσεις υπήρξαν ο σπουδαίος
Γιώργος Μορφέσσης (1882-1957), ο Γιάννης Βουτυράς (1914-1976) και η
Ξένια Γεωργιάδη (γ. 1949)· κοινό χαρακτηριστικό τους ότι δεν είχαν καμία
σχέση με την ποντιακή παράδοση.
Η περιοχή δυτικά της Κριμαίας, καθώς και η δυτική παραλία της Μαύρης
Θάλασσας τείνουν να μη θεωρούνται Πόντος· αν και υπήρχαν και εδώ
ακμάζουσες ελληνικές κοινότητες, πολλές από τις οποίες εγκαταλείφθηκαν
10
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, όπως λόγου χάριν η Αγχίαλος της
Βουλγαρίας. Οι μουσικές παραδόσεις αυτών των τόπων είναι βέβαια
διαφορετικές, αντικατοπτρίζοντας τους συσχετισμούς με άλλους πληθυσμούς
–Βουλγάρους, Ρουμάνους, Μολδαβούς, Γκαγκαούζους κ.ά.– αλλά και
στενότερους δεσμούς με τις παραδόσεις που αναπτύσσονται στη Βόρεια
Ελλάδα.
Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου
Οι Πόντιοι από το 1461 και έπειτα γνώρισαν διωγμούς και προσπάθειες για
το εξισλαμισμό και εκτουρκισμό. Η απόφαση για την εξόντωση των Ελλήνων
(και Αρμένιων) πάρθηκε από τους Νεότουρκους το 1911, εφαρμόστηκε κατά
τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου και ολοκληρώθηκε από το
Μουσταφά Κεμάλ στην περίοδο 1919 - 1923. Τον Δεκέμβριο του 1916
εκπονήθηκε από τους Εμβέρ και Ταλαάτ, ηγέτες των Νεότουρκων, σχέδιο
εξαφάνισης των Ποντίων που προέβλεπε, «άμεση εξόντωση μόνον των
ανδρών των πόλεων από 16-60 ετών και γενική εξορία όλων των ανδρών και
γυναικόπαιδων των χωριών στα ενδότερα της Ανατολής με πρόγραμμα
σφαγής και εξόντωσης». Η ήττα της Τουρκίας από τις δυνάμεις της Αντάντ
έφερε μια προσωρινή ανάπαυλα στο σχέδιο εξόντωσης των Ελλήνων. Η νέα
τουρκική κυβέρνηση υποχρεώθηκε να δώσει άδειες επιστροφής σε όσους
εξόριστους είχαν επιβιώσει. Η διεθνής τάση μετά την λήξη του Πρώτου
Παγκοσμίου Πολέμου για την αυτοδιάθεση των λαών, δημιούργησε
προσδοκίες και στον Ελληνισμό του Πόντου. Εξέχοντες Πόντιοι συνέλαβαν
την ιδέα της δημιουργίας της Ανεξάρτητης Δημοκρατίας του Πόντου. Με
υπομνήματα και παραστάσεις προς τους εκπροσώπους των Μεγάλων
Δυνάμεων, προτείνουν τη δημιουργία κρατικής οντότητας σχέδιο όμως που
δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Αντίθετα με την αποβίβαση του Μουσταφά
Κεμάλ στη Σαμψούντα την 19 Μαΐου 1919, αρχίζει η δεύτερη και σκληρότερη
φάση της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Ελάχιστο μέτρο αντίδρασης
στην προμελετημένη γενοκτονία υπήρξε το αντάρτικο του Πόντου, όπου οι
Έλληνες στις ορεινές κυρίως περιοχές αντιστάθηκαν στις δολοφονίες.
Η Μαύρη Βίβλος του Κεντρικού Συμβουλίου των Ποντίων αναφέρει
σχετικά με τη γενοκτονία τα εξής: «οι σφαγέντες και οπωσδήποτε
εξολοθρευθέντες Έλληνες του Πόντου από το 1914 μέχρι το 1922
ανέρχονται εις τους εξής αριθμούς»: Περιφέρεια Αμάσειας : 134.078,
Περιφέρεια Ροδοπόλεως :17.479, Περιφέρεια Χαλδείας - Κερασούντας:
64.582, Περιφέρεια Νεοκαισαρείας: 27.216, Περιφέρεια.
Τραπεζούντας:38.435, Περιφέρεια Κολωνίας: 21.448: Σύνολο: 303.238
άτομα». Μέχρι την άνοιξη του 1924 το μαρτυρολόγιο των Ποντίων περιέλαβε
11
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
ακόμα 50.000 θύματα, συνολικά δηλαδή ο αριθμός των Ποντίων που
δολοφονήθηκαν έως το Μάρτιο του 1924 ήταν 353.000, ποσοστό που
ξεπερνάει το 50% του συνολικού πληθυσμού των Ποντίων. Η γενοκτονία
ανάγκασε τους Πόντιους να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να
μετοικήσουν στην Ελλάδα, στην ΕΣΣΔ (εκεί διώχθηκαν από το σταλινικό
καθεστώς την περίοδο του μεσοπολέμου), το Ιράν, στη Συρία, και αλλού
(Αυστραλία, ΗΠΑ).
12
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
13
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Από το μύθο στην ιστορία
Η αφετηρία της ιστορίας του Ποντιακού Ελληνισμού βυθίζεται μέσα στην ομίχλη
του θρύλου της Αργοναυτικής εκστρατείας, και ο θρύλος αυτός έχει την αρχή του στο
μύθο του Φρίξου και της Έλλης. Ο Φρίξος, γιος της Νεφέλης και του Αθάμαντα, βασιλιά
του Ορχομενού στη Βοιωτία, συκοφαντημένος βαριά από τη δεύτερη γυναίκα του πατέρα
του, την Ινώ, οδηγείται στον τόπο της θυσίας. Ξαφνικά όμως, και ενώ η αδελφή του η
Έλλη κλαίει για τον επικείμενο χαμό του, ένα χρυσόμαλλο κριάρι κατεβαίνει από τον
ουρανό και στέκεται μπροστά. Τα δύο παιδιά πηδάνε στη ράχη του και το κριάρι
ξανανεβαίνει στον ουρανό, τραβώντας προς την ανατολή… Όταν περνάνε ωστόσο πάνω
από μια στενή θάλασσα, η Έλλη ζαλίζεται και πέφτει μέσα! Και από τότε η θάλασσα αυτή
λέγεται Ελλήσποντος, γιατί πόντος στα αρχαία σήμαινε θάλασσα.
Μόνος του, λοιπόν, ο Φρίξος συνεχίζει το ταξίδι του, προχωράει στον Εύξεινο
Πόντο, και τερματίζει σε μια παραλιακή πόλη, την Κολχίδα. Εκεί θυσιάζει το κριάρι στο
Δία για να τον ευχαριστήσει που τον έσωσε και χαρίζει το δέρμα του ζώου στον τοπικό
βασιλιά Αιήτη. Το δέρμα αυτό, που είχε χρυσά μαλλιά, ο Αιήτης το κρεμάει σε μια
βελανιδιά και βάζει να το φυλάει ένας ακοίμητος δράκοντας.
Αυτή είναι η πρώτη επαφή του μητροπολιτικού ελληνισμού με τον Πόντο, με τη
μυθική της βέβαια, έκφραση, που κρύβει φιλότιμα τον ιστορικό πυρήνα της. Η δεύτερη
επαφή, πιο δυναμική και προγραμματισμένη, έστω και μυθολογική και όχι τυχαία, όπως η
πρώτη, έγινε με την Αργοναυτική εκστρατεία. Το θρυλικό γεγονός ότι κάπου μακριά στην
Ανατολή, στη χώρα της Κολχίδας, υπήρχε ένα χρυσόμαλλο δέρμα, απομεινάρι του
κριαριού του Φρίξου, αναστάτωνε τη φαντασία και τα όνειρα κάθε χρυσοθήρα της
εποχής.
Και το κοινό μυστικό, ότι στα παράλια της μακρινής Κολχίδας υπάρχει χρυσάφι,
αποκαλύφθηκε, πάλι σαν παραμύθι, από τη θεά Ήρα στον ευνοούμενό της Ιάσονα, γιο
του βασιλιά της Ιωλκού Αίσονα. Τη στιγμή της αποκάλυψης όμως, ο Αίσονας δεν ήταν
βασιλιάς. Προ πολλού τον είχε εκθρονίσει βίαια ο αδελφός του Πελίας. Ο Ιάσονας
παρουσιάστηκε μπροστά στο σφετεριστή θείο και του ζήτησε να φύγει από το θρόνο για
ν' ανέβει σ' αυτόν ο νόμιμος βασιλιάς, ο πατέρας του Αίσονας. Ο Πελίας τον καλόπιασε
και του πρότεινε να κάνει κάποιο κατόρθωμα, με την ελπίδα να τον απομακρύνει από
κοντά του και να τον εξοντώσει. Ο Ιάσονας δέχτηκε την πρόταση και είπε ότι θα πάει να
φέρει από την Κολχίδα το Χρυσόμαλλο δέρας.
Μ' αυτόν τον τρόπο άρχισε η Αργοναυτική εκστρατεία, που ονομάστηκε έτσι από
το πλοίο Αργώ, το οποίο κατασκεύασε ο ξακουστός ναυπηγός Άργος, γιος του Φρίξου, με
τη βοήθεια της θεάς Αθηνάς. Πενήντα μυθικοί ήρωες πήραν μέρος σ' αυτήν την
εκστρατεία που ξεκίνησε από την Ιωλκό, μια πόλη κοντά στο σημερινό Βόλο. Ανάμεσά
τους περιλαμβάνονταν ο πατέρας του Αχιλλέα Πηλέας, ο Ηρακλής, ο Ορφέας, ο Τίφης, ο
Θησέας, ο Εύφημος, ο Μελέαγρος, οι Διόσκουροι Κάστορας και Πολυδεύκης, ο Ζήτης, ο
Καλάης, ο Πειρίθοος, ο πατέρας του Αίαντα Τελαμώνας, ο Αμφίαρχος, ο πατέρας του
Οδυσσέα Λαέρτης, ο Οϊλέας, ο Άδμητος και άλλοι, ανάμεσά στους οποίους και η μοναδική
γυναίκα Αταλάντη.
Πρόκειται για την πρώτη ομαδική συλλογική ενέργεια των Ελλήνων, πριν από την
άλλη αποικιστική εκστρατεία τον Τρωικό πόλεμο και, όπως βλέπουμε, σ' αυτήν εδώ
παίρνουν μέρος οι γονείς των Τρωικών ηρώων, δηλαδή μια γενιά παλαιότερη. Ο στόχος
ήταν ίδιος, η κατάκτηση της Ανατολής και ο αποικισμός της. Η δεύτερη εκστρατεία,
όμως, βρήκε μεγάλη αντίσταση από τις ακμάζουσες πόλεις της Τροίας, ενώ τούτη, η
πρώτη, στάθηκε κάπως πιο εύκολη και πιο παραμυθένια.
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
14
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
Η ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ
Η Ποντιακή διάλεκτος είναι η μία από τις δύο μικρασιατικές
διαλέκτους ( η άλλη είναι η καππαδοκική διάλεκτος, που στις μέρες μας έχει,
σχεδόν ολότελα, εξαφανιστεί ως ομιλούμενη και μόνο ως μουσειακή ή
αρχειακή γλωσσική μορφή είναι πια αντικείμενο μελέτης ). Με την ποντιακή
διάλεκτο συμβαίνει, εδώ και πολλά χρόνια, το εξής παράδοξο: ενώ κάθε
διάλεκτος είναι συνδεδεμένη με μια ορισμένη γεωγραφική περιοχή ( γι’αυτό
και ο όρος γεωγραφικές ποικιλίες ), η ηπειρωτική στην Ήπειρο, η θρακιώτικη
στη Θράκη κ.ο.κ., η ποντιακή διάλεκτος δεν έχει γεωγραφική έννοια σήμερα,
δεν είναι, δηλαδή, συνδεδεμένη με συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Αυτό
συνέβη μετά το 1922, όταν ( με τη συνθήκη της Λωζάννης του 1923 για την
ανταλλαγή των πληθυσμών Ελλάδας και Τουρκίας, που υπέγραψαν ο
Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Κεμάλ Ατατούρκ ), οι Έλληνες του Πόντου ήρθαν
στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν σε όλα, σχεδόν, τα μέρη της, και σε αστικά
κέντρα και, κυρίως, στην ύπαιθρο, σε χωριά και κωμοπόλεις όλης της χώρας.
Βέβαια, ο κύριος όγκος των Ποντίων προσφύγων εγκαταστάθηκε στη
Μακεδονία και τη Θράκη, πολλοί όμως έμειναν στην Αθήνα, τον Πειραιά, τη
Θεσσαλονίκη και άλλες μεγάλες και μικρές πόλεις. Η ποντιακή είναι μία από
τις περισσότερο μελετημένες, αν όχι η πιο μελετημένη, από τις νεοελληνικές
διαλέκτους. Ο λόγος είναι η αρχαϊκή και μεσαιωνική της μορφή που ενωρίς
επέσυρε το ενδιαφέρον μεγάλων γλωσσολόγων.
Η άποψη ότι η ιστορία της γλώσσας ενός λαού είναι και η ιστορία του
λαού αυτού ( και αντίστροφα ) επιβεβαιώνεται και στην περίπτωση της
ποντιακής διαλέκτου. Πράγματι, οι ιστορικές συνθήκες στις οποίες έζησε ο
λαός που κατοίκησε την περιοχή του Πόντου αντικατοπτρίζονται στις
αλλαγές της γλώσσας του. Έτσι μπορούμε, σήμερα, να διαπιστώσουμε στην
ποντιακή διάλεκτο τις αρχικές καταβολές των πρώτων Ελλήνων αποίκων,
των Ιώνων της Μιλήτου, από τις αρχές του 8ου αι. π.Χ. Κατόπιν, τον
μεσαιωνικό χαρακτήρα που προσέδωσε στην ποντιακή ο μακραίωνος
βυζαντινός βίος. Ύστερα, την εκτεταμένη λεξιλογική και συντακτική ( σε
άλλες μικρασιατικές διαλέκτους, και γραμματική) επίδραση της τουρκικής
γλώσσας που επέβαλε η μακρόχρονη τουρκική υποδούλωση. Τέλος, αρκετά
λεξικά και μορφηματικά στοιχεία που δανείστηκε η ποντιακή από διάφορες
γλώσσες με τις οποίες ήρθε σε επαφή στα νεώτερα χρόνια ( γλώσσες ιδίως
καυκασιανές, ρωσική, αρμενική, κ.ά.) όπως πέσκος ( σόμπα ), παμιτόρ
( ντομάτα ) – άβα ( γραμματικό μόρφημα για θηλυκά ονόματα σε διάφορες
σημασίες ), κ.ά. Ένα από τα κύρια πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της
ποντιακής, εκείνο « που κυρίως αποτελεί το θεμελιωδέστερον γνώρισμα της
καταγωγής της διαλέκτου είναι η προφορά ως ε του η » δηλαδή, η διατήρηση
στην ποντιακή της αρχαίας ιωνικής προφοράς του η: άκλερος, νύφε, πεγάδιν,
15
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
κλέφτες, εγάπεσα, ζεμία, έτον, κεπίν (κηπίον, μικρός κήπος ), κλέμαν
(κλήμα), πρέσκουμε (πρήσκομαι, πρήζομαι), σκωλέκιν (σκωλήκιον, σκουλήκι),
συνέλ’κος (συνήλικος), επέρα (επήρα, πήρα), εκοιμέθα (εκοιμήθην,
κοιμήθηκα), χέρος (χήρος), κ.ά. Ένα άλλο χαρακτηριστικό της ποντιακής που
δείχνει την ιωνική καταγωγή της είναι η διατήρηση του ιωνικού συμφωνικού
συμπλέγματος σπ αντί του κοινού σφ: σπάζω (σφάζω), σπίγγω (σφίγγω),
σπιχτός (σφιχτός), ασπαλώ και ασπαλίζω (ασφαλίζω, κλειδώνω), ανασπάλω
(ανα-σφάλω, λησμονώ), κ.ά. Τέλος, διάφορες λέξεις-λείψανα της ιωνικής:
κοσσάρα (κότα, ιων. κόσσα), έγκα (έφερα, ιων. ήνεικα, αττ. ήνεγκα), φορή
(φορά) καθώς και το περίφημο και μοναδικό στην ποντιακή αρνητικό
μόριο κι (δεν) ιωνικό-ομηρικό ουκί.
Μια ανάλυση της ποντιακής μπορεί να αποδείξει ότι η διάλεκτος αυτή
δεν έχει παρά ελάχιστες ιδιαιτερότητες περιθωριακής και όχι δομικής
μορφής, που τη διακρίνουν από τη νεοελληνική κοινή και τις άλλες
νεοελληνικές διαλέκτους. Έτσι: Στη Φωνολογία, και το φωνηεντικό και το
συμφωνικό σύστημα της ποντιακής δεν διαφέρουν από το σύστημα της κοινής
νεοελληνικής και των άλλων διαλέκτων. Η ποντιακή διαθέτει τα φωνήεντα
της κοινής νεοελληνικής a,o,u,e,i: έρχουμαι, ακόμαν, άνθρωπος, αντρίζ’νε,
εκείνος, εκατήβα. Διαθέτει επίσης δύο δίφθογγους a και o, που προήλθαν
από τη συναλοιφή των ia και io: Βασιλaδες, τελoνω. Το συμφωνικό σύστημα
της ποντιακής περιλαμβάνει τα 20 σύμφωνα της κοινής νεοελληνικής και,
επιπλέων, τα παχιά συριστικά, ηχηρά και άηχα, σ, ζ, τς, τζ, ξ, ψ : καμίσα,
ανάσκελα, χαλάζα, τσαίρa, φουρουτζής, δεξός, ανέψα.
Στη Μορφολογία, η κλίση των πτωτικών (ουσιαστικών, επιθέτων,
αντωνυμιών, μετοχών) και των ρημάτων εντάσσεται δομικά στο κλιτικό
σύστημα της νεοελληνικής και στις άλλες νεοελληνικές διαλέκτους.
αναφέρονται παραδειγματικά κλιτικοί τύποι ουσιαστικών:
• Ο αφέντης, τη αφέντη, τον αφέντη, αφέντη (ή αφέντα), οι αφεντάδες(-άδοι),
των αφεντίων, τοι αφεντάδες (-άδους), αφεντάδες.
• Ο πετεινόν, τη πετεινού, τον πετεινόν, πετεινέ, οι πετεινοί, των πετεινών,
τοι πετεινούς, πετεινοί.
• Το παιδίν, τη παιδί (ου), το παιδίν, παιδίν, τα παιδία, των παιδίων, τα
παιδία, παιδία.
Κλιτικοί τύποι ρημάτων:
•Φανερώνω, φανερών(ει)ς, φανερώντς, φανερών(ει), φανερώνομε,
φανερώνετε(ν), φανερών(ου)νε.
Εφανέρωνα, -ες, -ε(ν), -αμε, - ετε(ν), - αν(ε).
Εφανέρωσα, -ες, -ε(ν), -αμε, - ετε(ν), -αν(ε).
Στη Σύνταξη, παρά τις επιμέρους επιδράσεις της τουρκικής, έχουμε σύνταξη
νεοελληνικού λόγου. Προπαντός έχουμε τα ίδια, από δομική άποψη, λεκτικά
16
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
σύνολα. Με άλλα λόγια, τα σύνολα λέξεων λειτουργούν στην ποντιακή κατά
τον ίδιο τρόπο όπως και τα αντίστοιχα σύνολα στην κοινή νεοελληνική.
Τέλος, στο λεξιλόγιο, η επίδραση της τουρκικής υπήρξε αναμφίβολα
εκτεταμένη. Οι λέξεις της τουρκικής στην ποντιακή είναι περισσότερες από
ότι σήμερα στην κοινή ή στα άλλα ελλαδικά ιδιώματα. Ίσως λεξιλογικά θα
μπορούσαμε να συγκρίνουμε την ποντιακή με την ομιλούμενη γλώσσα στην
Ελλάδα μετά την τουρκοκρατία, πριν επιχειρηθεί ο εξελληνισμός του
λεξιλογίου της νέας ελληνικής, ο οποίος, ως γνωστόν, αντικατέστησε πολλές
τουρκικές και άλλες ξένες λέξεις με ελληνικές (παλαιστής αντί πεχλιβάνης,
ζωέμπορος αντί τσαμπάζης, κ.τ.λ.). Οπωσδήποτε οι τουρκικές λέξεις είναι
λιγότερες στην ποντιακή από ότι στις άλλες μικρασιατικές διαλέκτους. Όλα
αυτά όμως αναφέρονται σε ποσοτικές σχέσεις. Γιατί από ποιοτική άποψη η
λεξιλογική επίδραση της τουρκικής στον κύριο κορμό της ποντιακής υπήρξε
ελάχιστη, αν όχι μηδαμινή.
Το συμπέρασμα από τη συνοπτική αυτή πραγμάτευση είναι:
α) ότι η ποντιακή διάλεκτος διατήρησε, σε γενικές γραμμές, τα
χαρακτηριστικά που έχουν η νεοελληνική κοινή και οι νεοελληνικές διάλεκτοι,
και δεν διαφοροποιήθηκε απ’ αυτές στη γραμματική δομή της, δηλαδή τη
φωνολογική, τη μορφολογική, τη συντακτική και τη λεξιλογική, και
β) ότι, συνεπώς, οι ξένες επιδράσεις που δέχτηκε, προπάντων της
τουρκικής, εν μέρει στη σύνταξη και εκτεταμένα στο λεξιλόγιο, δεν αλλοίωσαν
την ελληνική της φυσιογνομία, γιατί διέθετε τους αναγκαίους εσωτερικούς
μηχανισμούς και ισχυρή αφομοιωτική δύναμη για τη μορφολογική ένταξη των
ξένων στοιχείων, και μάλιστα των τουρκικών, στο γραμματικό της σύστημα,
που παρέμεινε αμιγώς ελληνικό.
17
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
ΠΟΛΕΙΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ
ΑΜΙΣΟΣ (SAMSUN)
Η σημερινή Σαμψούντα της Τουρκίας, πόλη του δυτικού Πόντου, στα
παράλια της Μαύρης θάλασσας. Αλλά και η λέξη Σαμψούντα έχει τη ρίζα της
από την Αμισό: εις Αμισόν - σ' Αμισόν - σ' Αμσόν - Σαμψούν
Η Αμισός τον 19ον αιώνα είχε περί τις 1000 οικογένειες. Απ'; αυτές
500 οικογένειες ήσαν Ελληνικές και 150 Αρμενικές. Είχε δυο Ελληνικές
συνοικίες. Η πρώτη συνοικία ονομαζόταν συνοικία Καδίκιογλου και είχε 350
σπίτια. Είχε δυο εκκλησίες και δυο σχολεία. Το ένα σχολείο ήταν καθαρά
Ελληνικό και το άλλο ήταν αλληλοδιδακτικό. Η δεύτερη συνοικία είχε 150
οικογένειες, με ένα Ελληνικό σχολείο και ένα αλληλοδιδακτικό, ως επίσης και
ένα Παρθεναγωγείο. Η γύρω επαρχεία είχε περί τους 8000 κατοίκους, από
τους οποίους ήσαν 2000 Έλληνες Τουρκόφωνοι.
Υπήρχαν, επίσης και τα παρακάτω κοινωνικά ιδρύματα: Η Φιλόπτωχος
Αδελφότης (Ορθοδοξία ), η Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών, ο Πανευξείνιος
Ελληνικός Σύλλογος (Αναγέννησις ), ο Μουσικός Σύλλογος (Ορφεύς ), η
Ελληνική Εμπορική Λέσχη, η Αδελφότης (Πατριάρχης Φώτιος ο
Ομολογητής ), ο Πολιτικός Σύλλογος (Περικλής ), ο Σύλλογος των Οινοέων,
ο Σύλλογος των Σινωπέων και το Σωματείων των καπνεργατών. Στην Αμισό
εκδιδόταν και η εφημερίδα (Φως ), στην αρχή εβδομαδιαία και έπειτα δυο
φορές τη βδομάδα.
Ήταν αποικία των Μιλησίων και έπειτα των Αθηναίων, οι οποίοι της
έδωσαν το όνομα Πειραιάς . Είχε πλήθος ερειπίων. Ο ναός του Αγίου
Θεοδώρου έγινε τζαμί. Η Αμισός ήταν έδρα διοικητού, υπό την γενική
διοίκηση Τραπεζούντας. Μετά το 1914 άρχισε η ραγδαία ελάττωση και ο
πλήρης εξαφανισμός του ελληνικού και Αρμενικού πληθυσμού της Αμισού,
εξαιτίας των διωγμών και της γνωστής οργανωμένης γενοκτονίας, που
άρχισαν με τον πρώτο μεγάλο πόλεμο και τέλειωσαν με τη σύμβαση της
ανταλλαγής, Γενάρη του 1923. Όσοι από τους 20000 Έλληνες κατόρθωσαν
να επιζήσουν, είτε σε εξορίες και φυλακές, είτε στην πόλη (ελάχιστα
18
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
γυναικόπαιδα και γέροι), με την ανταλλαγή ήρθαν στην Ελλάδα και
εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, στον Πειραιά, στη Θεσσαλονίκη και σε άλλα
μέρη.
ΑΜΑΣΕΙΑ (AMASYA)
Πόλη του δυτικού Πόντου κάπου 130 χιλιόμετρα στα νότια της Αμισού
(Σαμψούντας). Περιβάλλεται από απόκρημνα όρη και διασχίζεται από τον
ποταμό Ίρη. Στις πλαγιές του βουνού που ορθώνεται στα βόρεια της πόλης,
σώζονται, μέχρι και σήμερα, οι λαξευτοί τάφοι των βασιλιάδων που
προκαλούν το ενδιαφέρον και την περιέργεια των επισκεπτών. Η πόλη
επικοινωνούσε με δύο γέφυρες, οι οποίες έγιναν αργότερα πέντε, αρκετά
μοντέρνας κατασκευής.
Οι κάτοικοι της Αμάσειας ήταν περίπου 14000 χιλιάδες, πολύ τραχείς
και κατά πλειοψηφία Τούρκοι. Υπήρχαν περίπου 600 οικογένειες Αρμενίων
και 100 οικογένειες Ελλήνων τουρκόφωνων.
Πατρίδα του γεωγράφου Στράβωνα και γνωστή από τα αρχαία χρόνια
η Αμάσεια υπήρξε, στην ελληνιστική περίοδο, πρωτεύουσα του βασιλείου των
Μιθριδατών, στη ρωμαϊκή, πρωτεύουσα ομώνυμης ρωμαϊκής επαρχίας και στα
βυζαντινά χρόνια, έδρα μητροπολιτικής περιφέρειας. Ιδιαίτερα όμως η πόλη
αυτή μας είναι γνωστή για τα φριχτά (δικαστήρια ανεξαρτησίας) του Κεμάλ
Ατατουρκ και τις εξοντωτικές φυλακές που στήθηκαν και χτίστηκαν εκεί
ειδικά για την εξόντωση του ελληνικού στοιχείου. Από το Γενάρη του 1921
μέχρι την ανταλλαγή (1923) πέρασαν από τις υγρές φυλακές της Αμάσειας
όλοι οι Έλληνες που διακρίνονταν στο εμπόριο, στον πλούτο, στις επιστήμες,
στη κοινωνική ζωή και προέρχονταν απ' όλες τις περιοχές του Πόντου. Το
Σεπτέμβρη του 1921 καταδικάστηκαν με σύντομη και συνοπτική διαδικασία,
και εκτελέστηκαν (δι' αγχόνης) στο κέντρο της πόλης: οι Έλληνες καθηγητές
και μαθητές του ελληνοαμερικανικού κολεγίου Μερζουφούντα, 52 χωρικοί
από την Κάβζα, και υπόδικοι από Τοκάτ, Φάτσα, Τσορούμ, Αμισό, Πάφρα και
αλλού. Συνολικά καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν γύρω στα 180 άτομα.
19
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
ΚΕΡΑΣΟΥΝΤΑ (GIRESOUN)
Αρχαιότατη ελληνική πόλη, που ιδρύθηκε το Ζ΄ αιώνα π.Χ., σύμφωνα
με όσα αναφέρει ο Ξενοφών στο έργο του (Κύρου Ανάβασης), από τους
Σινωπείς. Το όνομά της το οφείλει στο σχήμα δύο κεράτων τα οποία
σχηματίζει ή σύμφωνα με άλλη εκδοχή στα δάση των Κερασιών, που αφθονούν
στην περιοχή της. Σήμερα η πόλη αποκαλείται από τους Τούρκους Κιρεσόν.
Λέγετε ότι, τους χρόνους της ρωμαϊκής κατάκτησης, ο Λούκουλλος μετέφερε
από την πόλη το δέντρο κερασιά στην Ιταλία, όπου δεν υπήρχε
προηγουμένως. Στα χρόνια των Μεγάλων Κομνηνών, η Κερασούντα είναι η
δεύτερη σε σημασία πόλη της αυτοκρατορίας τους. Πιθανολογείται ότι
κυριεύτηκε από τους Τούρκους εφτά χρόνια μετά την Τραπεζούντα, το 1468,
αλλά αυτό δεν είναι βέβαιο.
Κατά την απογραφή του 1913, η Κερασούντα είχε 30000 κατοίκους,
από τους οποίους οι Έλληνες ήταν 17000, 3500 οικογένειες, περίπου, οι
Αρμένιοι 3000, οι Τούρκοι 7000 και οι διάφορων άλλων εθνικοτήτων 3000.
Το 1915, στις αρχές του μήνα Μαΐου, οι Τούρκοι έθεσαν σε εφαρμογή
το σχέδιό τους για τον αποδεκατισμό των Αρμενίων. Τα δεινοπαθήματα των
Ελλήνων άρχισαν το 1919, με τη σύλληψη 80 προκρίτων και εξεχόντων μελών
της ελληνικής κοινωνίας της Κερασούντος. Την εντολή για τη σύλληψή τους
έδωσε ο Τοπάλ Οσμάν, ο σφαγιαστής των Κερασουντίων.
Οι Έλληνες αποτελούσαν πάντοτε την πλειοψηφία των κατοίκων της
Κερασούντος. Οι συνοικίες, όπου ζούσαν, ήταν:
• Η συνοικία Κόκκαρη, στον ανατολικό τομέα της πόλης. Εδώ
βρισκόταν η μεγαλύτερη εκκλησία της πόλης, ο Άγιος Νικόλαος.
• Η συνοικία Σάιτας. Σ’αυτήν βρισκόταν ο ναός της Αγίας
τριάδας, η μικρότερη εκκλησία της Κερασούντος που ήταν
παράλληλα και η εκκλησία του χριστιανικού νεκροταφείου.
• Η συνοικία Λιμένη, στο δυτικό τομέα της πόλης, όπου υπήρχε ο
ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος.
• Η συνοικία Τσιναρλάρ, αμιγώς ελληνική.
• Η συνοικία Μπεγιούκ Παχτσέ, με οικογένειες ελληνικές και
τούρκικες.
20
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
• Η συνοικία Τσιρόνι, στην παραλία της πόλης, κατοικούμενη
αποκλειστικά από Έλληνες.
• Η συνοικία Γενί Γκιολ, με πληθυσμό μεικτό (Έλληνες και
Τούρκους).
• Η συνοικία Υψηλόν, αμιγώς ελληνική, στο ανατολικό τμήμα της
πόλης.
• Η συνοικία Φανάρι, στο δυτικό τμήμα της πόλης, αμιγώς
ελληνική.
ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗ (GUMUSHANE)
Πόλη του ν. Τραπεζούντας και έδρα της επαρχίας Χαλδίας, κάπου 100
χιλ. νότια της Τραπεζούντας. Λεγόταν και Κιουμουσχανέ, σαν τόπος αργύρου,
για τα πλούσια μεταλλεία αργύρου που είχε άλλοτε η πόλη και όλη η περιοχή.
Η πόλη λεγόταν επίσης Καν και ο κάτοικος Κανέτες-Κανέτσα.
Οι πρώτοι κάτοικοι της Αργυρούπολης εγκαταστάθηκαν εκεί αμέσως
μετά την άλωση της Τραπεζούντας και γρήγορα έγινε κέντρο μεταλλωρύχων.
Πρώτος ο σουλτάνος Μουράτ ο Γ΄ , ο σύζυγος της Ποντίας Γκιούλ-Μπαχάρ
από τη Λιβερά, έδωσε πολλά προνόμια στους αρχιμεταλλουργούς και η πόλη
είχε αναπτυχθεί σε κέντρο ελληνισμού. Είχε τότε 60000 κατοίκους, το
εμπόριο και οι τέχνες προόδεψαν και η Αργυρούπολη και όλη η Χαλδία
βρισκόταν σε ακμή. Δείγμα της ανάπτυξης ήταν και η κοπή νομισμάτων με το
όνομα Κιουμουσχανέ. Εκεί αναπτύχθηκε άριστα και η χρυσοχοΐα, η αγιογραφία
και άλλες τέχνες. Βέβαια τον πλούτο και την ευμάρεια ακολούθησε η
πνευματική ανάπτυξη. Είχε αλληλοδιδακτικό Σχολείο και Ελληνική Σχολή.
Μετά τα τραγικά γεγονότα του 1914-1922 λίγοι Αργυρουπολίτες
κατέφυγαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν κυρίως στη Μακεδονία. Ένα
μέρος αυτών εγκαταστάθηκαν κυρίως στη Νάουσα όπου μετέφεραν και πολλά
κειμήλια των ιερών ναών της Αργυρούπολης αλλά και την πολύτιμη
βιβλιοθήκη του φροντιστηρίου, με σπάνια χειρόγραφα και βιβλία. Σήμερα
λειτουργεί άριστα αυτή η βιβλιοθήκη και αποτελεί κόσμημα για την πόλη της
Νάουσας.
21
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑ (ΤΡΑΒΖΟΝ)
Η ωραιότερη πόλη του Πόντου, η πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας των
Κομνηνών, το τελευταίο καταφύγιο του Ελληνισμού. Η Τραπεζούντα ιδρύθηκε
το 756 π.χ. για πρώτη φορά από Ίωνες αποίκους. Έζησε δόξες,
καταστροφές, τιμές και θυσίες, αλλά έμεινε και στάθηκε Ελληνική επί 2678
χρόνια μέχρι το 1922 όταν και αναγκάστηκε ο Ελληνισμός της να καταφύγει
στην Ελλάδα. Την πόλη την στόλισαν όλοι και όλες οι εποχές με διαφορετικά
κτίσματα.
Η Τραπεζούντα στην παρακμή της, τον 19ο αιώνα είχε μόνο 4200
οικογένειες. 1200 οικογένειες ήταν Ελληνικές, 500 Αρμενικές και 180
αρμενοκαθολικές, 20 διαμαρτυρόμενες, 2100 Περσικές, Ευρωπαϊκές και
Οθωμανικές. Μαζί με τα προάστιά της είχε περίπου 31000 κατοίκους,
δηλαδή 6500 οικογένειες. Είχε 4 αλληλοδιδακτικά σχολεία Δημόσια, δύο
Παρθεναγωγεία, την Ελληνική Σχολή (Φροντιστήριο) και άλλα ιδιωτικά
Σχολεία. Αρχές του 20ού αιώνα υπήρχαν 700 μαθητές στα αλληλοδιδακτικά,
250 στο Παρθεναγωγείο, 220 στο Φροντιστήριο και 150 στα ιδιωτικά.
Δηλαδή αρχές του 20ού αιώνα υπήρχαν 1250 σπουδαστές στην
Τραπεζούντα. Η διοίκηση των σχολείων γινόταν από το ανώτατο Συμβούλιο.
Το Συμβούλιο άλλαζε κάθε δύο χρόνια και είχε ένα πρόεδρο και Εφορεία με
τρία μέλη. Η ανώτερη Ελληνική κοινωνία της Τραπεζούντας φρόντιζε πάρα
πολύ για τα Σχολεία, τις εκκλησίες και γενικά την κοινωνική ζωή. Ο
Ελληνισμός συντηρούσε την α) Φιλόπτωχο Αδελφότητα, και β) Αδελφότητα
Κυριών η Μέριμνα, η οποία σπούδαζε με έξοδά της άπορα παιδιά και ένα
σπουδαστή στην Θεολογική Σχολή. Ιδιαίτερη κίνηση έδινε η Λέσχη με τις
διαλέξεις που γινόταν εκεί. Ο Σύλλογος (Πρόνοια), στην Κωνσταντινούπολη
ενίσχυε τα Σχολεία της Τραπεζούντας. Από δημόσια υγεία η Τραπεζούντα
ήταν σε καλή κατάσταση, χάρη στα 15 λουτρά που διέθετε. Ιδιαίτερη αξία για
την Τραπεζούντα και ολόκληρο τον Πόντο έχει το όνομα του Φροντιστηρίου,
η Σχολή από την οποία έβγαιναν οι δάσκαλοι του Πόντου. Το Φροντιστήριο
στεγαζόταν σε ένα πολύ μεγάλο κτίριο με τρία πατώματα. Η ίδρυσή του,
χάνεται μέσα στα σκοτεινά χρόνια της Τουρκοκρατίας. Βγήκε ακριβώς μέσα
από το σκοτάδι για να γίνει ο φάρος του απομακρυσμένου Ελληνισμού. Γνωστό
είναι ότι στην εποχή του Γεωργίου Υπομενά, είχε η Σχολή το ίδιο όνομα. Κατ'
22
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
άλλους ιδρύθηκε η Σχολή το 1682 από τον Τραπεζούντιο δάσκαλο Σεβαστό
Κιμινήτη.
Η βιβλιοθήκη είχε βιβλία του Γεωργίου Υπομενά, Σκίβα, Σεβαστού ως
επίσης και χειρόγραφα εκκλησιαστικών κανόνων του Βαλσαμώνος. Η αξία των
χειρογράφων ήταν πολύ μεγάλη λόγω της αρχαίας γραφής. Είχε ακόμα
Ευαγγέλια, εκκλησιαστικά βιβλία και νεώτερα χειρόγραφα, του Σεβαστού
Κυμινήτου, Ηλία Κανδύλη και άλλα. Όλες τις εποχές έβγαιναν από την Σχολή
νέοι που ευδοκιμούσαν στο εμπόριο, τα γράμματα και την εκκλησία.
ΣΑΝΤΑ
Η Σάντα ήταν στην αρχαιότητα γνωστή ως Σίνται. Βρίσκεται σε απόσταση 10
ωρών (με τα πόδια) ΝΑ της Τραπεζούντας. Ήταν μια ομάδα από 7 χωριά
Ελληνικά.
• Πιστοφάντων 300 σπίτια
• Τσακαλάντων 53 σπίτια
• Ισχανάντων 260 σπίτια
• Τερζάντων 200 σπίτια
• Πινατάντων 60 σπίτια
• Κοζλαράντων 60 σπίτια
• Ζουρνατσάντων 120 σπίτια
Οι κάτοικοι ήταν ψηλοί, τολμηροί με ωραίες φυσιογνωμίες. Η μορφωτική
και εκπαιδευτική κίνηση αυξήθηκε πάρα πολύ μετά το 1900 και κατάντησε σε
ένα είδος ευγενούς συναγωνισμού ανάμεσα στα διάφορα χωριά.
Προσπαθούσαν να πάρουν τους καλύτερους απόφοιτους του
Φροντιστηρίου. Οι ενορίες Ισχανάντων και Πιστοφάντων είχαν 3 - 4
δασκάλους. Το 1905 - 06 από τους 121 μαθητές της Α΄ Γυμνασίου ήταν 21
Σανταίοι (στην Τραπεζούντα). Έγινε μεγάλη κίνηση με διαλέξεις και θέατρα.
Υπήρχε και αναγνωστήριο (η Μελέτη), η οποία έγινε το 1908.
Σήμερα, σ' όλη αυτή την έκταση κατοικούν μόνο 150 Τούρκοι, κι αυτοί
ήρθαν από αλλού. Όσο για τις εκκλησίες σχεδόν όλες είναι ερειπωμένες ή
μισοερειπωμένες. Μόνο το παρεκκλήσι της Αγ. Κυριακής, μεταξύ
Πιστοφάντων και Ζουρνατσάντων, διατηρείται, και τούτο, γιατί έγινε τζαμί.
23
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
ΝΙΚΟΠΟΛΗΣ (SEBINKARAHISAR)
Η Νικόπολη ήταν έδρα του υποδιοικητή υπό την διοίκηση της Σεβάστειας.
Εδώ είχε την έδρα του και ο Μητροπολίτης Νεοκαισάρειας. Είχε περίπου
1600 οικογένειες. Από αυτές 500 οικογένειες ήταν Αρμενικές και 100
οικογένειες Ελλήνων Τουρκόφωνων. Η περιοχή είχε όμως πολλά
Ελληνόφωνα χωριά. Οι Αρμένιοι είχαν καλές εκκλησίες και Σχολεία.
ΙΜΕΡΑ
Η Ίμερα ήταν χτισμένη σ' ένα μαγικό και ειδυλλιακό τοπίο, με 2000 μ.
περίπου υψόμετρο και υγιεινότατο κλίμα. Τα βουνά της γειτονεύουν με την
βουνοσειρά Θήχη, απ' όπου οι μύριοι του Ξενοφώντα, αντικρίζοντας τη
θάλασσα της Τραπεζούντας, φώναξαν (θάλαττα, θάλαττα). Στα πολύ παλιά
χρόνια η γύρω περιοχή ήταν κατάφυτη από πυκνά δάση και οργιώδη
βλάστηση.
Ογδόντα περίπου χιλιόμετρα την χωρίζουν από την Τραπεζούντα και
τριάντα από την Αργυρούπολη. Η γλώσσα της Ιμέρας όπως και της Κρώμνης
ήταν η πιο καθαρή αρχαιοπρεπής διάλεκτος του Πόντου. Οι κάτοικοί της
ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Ο πληθυσμός της έφτανε
τις 500 οικογένειες, προτού οι κάτοικοί της αρχίσουν να μεταναστεύουν στη
Ρωσία. Πριν από τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο είχε περίπου 300 οικογένειες,
που περιορίστηκαν όμως σε 120 μόνο, κατά την περίοδο του ξεριζωμού. Στα
μέσα του 19ου αιώνα είχε γύρω στους 750 κατοίκους από τους οποίους οι
690 ήταν χριστιανοί Έλληνες, 50 κρυπτοχριστιανοί και 10 μουσουλμάνοι. Η
Ίμερα είχε πλήρες τετρατάξιο δημοτικό ελληνικό σχολείο.
Πολλές τοποθεσίες είχαν η καθεμιά δικό της χαρακτηριστικό όνομα: Το
Γουρνόπον, το Σκυλοφούρκ, το Τσεφόπον, το Γαζοκόλ, το Βαθύν τ' Ορμίν, το
Τραπεζόλιθον, το Ζούμωτρον, το Λευκέν, το Λιμνίν, ο Καστρόλιθον, η
Αερεμίτσα, τη Ποπά τα Ραχία, τη Καμελή, τα Πεγαδόπα, κ.α. Πάνω από την
24
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
Ίμερα, υπήρχε μοναστήρι γυναικών, του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου με
15 καλογριές.
Ενορίες:
Στο κέντρο του χωριού ήταν η ενορία Ζιτράντων, με καθεδρικό Ναό την
Κοίμηση της Θεοτόκου. Στα Κάτω Ίμερα ήταν η ενορία Καθημερετίων, με
εκκλησία τον Άγιο Γεώργιο. Στα Άνω Ίμερα ήσαν οι ενορίες Τσακαλινάντων
και Χαλτογιαννάντων, με εκκλησία τον Άγιο Δημήτριο. Οι ενορίες
Ζουβακάντων και Γιαννάντων είχαν εκκλησίες τον Άγιο Βασίλειο και τον Άγιο
Γεώργιο. Η ενορία Θωμάντων, που απείχε από το κέντρο του χωριού, νότια,
περίπου 45' λεπτά, είχε εκκλησία τον Άγιο Κωνσταντίνο.
Αμφίεση:
Η καθαριότητα ήταν εμφανής και στο ρουχισμό, είτε στα παλιά χρόνια που
φορούσαν τσαρούχια, παντελόνι από τσόχα, ζουπούναν, κοντές (κοντή
εσθήτα), φοτάν, καμίς, πιστιαμπάλ (ποδιά), σπαλέρ γουτνίν (προστήθιο
μεταξωτό), ζωνάρ, είτε όταν εξευρωπαΐστηκε η φορεσιά.
Παρχάρια:
Τα σπουδαιότερα παρχάρια της Ίμερας ήσαν το Ζούμωτρον, το Λευκέν,
τα Ομάλ', τα Μουζενίτκα, τα Κωλονάτκα και τα Βάζια. Οι Ιμεραίοι, μετά
την καταστροφή, εγκαταστάθηκαν στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης 75 οικ., στη
Νεάπολη Κοζάνης 60 οικ., στη Νέα Ίμερα (Σαλτικλή) Ξάνθης 50 οικ., στον
Κεχρόκαμπο (Τάροβα) Καβάλας 20 οικ., στην Κορομηλιά (Σλίβενι) Καστοριάς
15 οικ., μέσα στην Θεσσαλονίκη 60 οικ. και στον Πειραιά, την Αθήνα και
αλλού.
ΚΡΩΜΝΗ
Κωμόπολη της επαρχίας Χαλδίας στο νομό Τραπεζούντας. Βρίσκεται στο
όρος Παρύαρδη, ανατολικά των Ποντικών ορέων, σε απόσταση 16 ωρών (με
τα πόδια) στα νότια της Τραπεζούντας και 5 ωρών ΒΑ της Αργυρούπολης. Το
υψόμετρο της περιοχής της ανέρχεται σε 2000 μ. Στα βόρεια συνορεύει με το
οροπέδιο της Ματσούκας και το χωριό Λαραχανή, ανατολικά με το οροπέδιο
της Σάντας, στα νότια με τα χωριά Γήμερα, Λιβάδι, Λυκάστι, και δυτικά με τα
χωριά Παρτίν, Βαρενού, Μουσάντων, Πουσίον κ.α.
Ο πληθυσμός της Κρώμνης υπολογίζεται ότι, το β'; μισό του 19ου αιώνα,
ανέρχεται σε 1000 περίπου οικογένειες, δηλ. κάπου 6000 άτομα, ενώ τις
παραμονές της ανταλλαγής κατεβαίνει στις 250.
Ενορίες:
Σιαμανάντων, Μαντζάντων, Φραγκάντων, Γλούβενα, Ζεμπερέκια,
Σιαινάντων, Αληθινός, Μόχωρα, Σαράντων, Κωδωνάντων, Ρακάν,
Τσαχματάντων, Ρουσταμάντων, Νανάκ και Λωρία.
25
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
Είναι αξιοπρόσεχτο ότι η ελληνική (ποντιακή) εξακολουθεί να μιλιέται
μέχρι σήμερα, από λίγους βέβαια, γέρους της περιοχής. Να σημειωθεί, ακόμη,
ότι οι πολλές εκκλησίες της Κρώμνης δεν έχουν βεβηλωθεί εσκεμμένα και
σκόπιμα μετά το 1923, αλλά κατέρρευσαν από έλλειψη, και μόνο, φροντίδας,
ενώ προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι σ' όλη την έκτασή της υπάρχει μόνο
ένα τζαμί.
ΜΟΥΖΕΝΑ
Χωριό της περιοχής Αργυρούπολης. Βρισκόταν στο ψηλότερο σημείο της
περιφέρειας Μούζενας και κατοικούνταν από περίπου 70 οικογένειες. Το
χωριό είχε τους εξής 4 συνοικισμούς: Στεφανάντων με 17 οικ., Λογιζάντων
με 15 οικ., Αδαμάντων με 14 οικ., και Γεράντων με 6 οικ.
Η Μούζενα γειτόνευε με το Σταυρίν και την Άνω Ματσούκα και ήταν από
τα πιο φτωχά χωριά της περιοχής. Το έδαφός της ήταν άγονο, ανώμαλο και
βραχώδες και - το κυριότερο- δεν διέθετε αρκετό νερό, με αποτέλεσμα οι
κάτοικοι να είναι αναγκασμένοι να υδρεύονται, με ανοιχτό αυλάκι, από το
χωριό Σπενταμόνια. Είχε δημοτικό σχολείο και εκκλησία, του ι- Γιάννη. Όσοι
κάτοικοι δεν ξενιτεύονταν ασχολούνταν με την γεωργία.
26
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
ΟΙΝΟΗ (UNYE)
Η Οινόη ήταν η ωραιότερη επαρχεία της Τραπεζουντιακής
Αυτοκρατορίας. Είχε αρκετά προνόμια και χριστιανό Διοικητή. Τον 18ο αιώνα
ήταν διοικητής ο γνωστός Σάββας Πασάς. Είχε 1700 οικογένειες από τις
οποίες 800 ήσαν Ελληνικές, οι υπόλοιπες ήσαν Αρμενικές και Τουρκικές
οικογένειες. Είχε αλληλοδιδακτικό σχολείο με 300 μαθητές και Ελληνικό με
300 μαθητές. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με το εμπόριο και την γεωργία.
ΠΛΑΤΑΝΑ
Τα Πλάτανα ήταν μικρή κωμόπολη με 300 οικογένειες Ελληνικές. Είχαν καλή
οργάνωση με δύο εκκλησίες. Η εκκλησία του Ταξιάρχου, ήταν από την εποχή
των Κομνηνών. Η δεύτερη ήταν του 19ου αιώνα. Είχε δύο αλληλοδιδακτικά
σχολεία και ένα Ελληνικό. Στα οροπέδιά της έμεναν οι Θοανοί (Τόνιαλι).
Αυτοί ήσαν Ελληνικής καταγωγής, αλλά είχαν γίνει Τούρκοι μετά την άλωση.
Ήσαν αρκετά βάρβαροι, αλλά με ωραία φυσιογνωμία Ελληνική και χορούς
Ελληνικούς. Η γλώσσα τους είχε πλήθος Ελληνικών λέξεων
ΠΟΥΛΑΝΤΖΑΚΗ
Η Πουλαντζάκη ίσως να είναι η αρχαία Πολεμωνιάς. Αυτή είχε στην αρχή
του 20ου αιώνα 350 οικογένειες μόνο Ελληνικές. Είχε αλληλοδιδακτικό
σχολείο και ένα καθαρά Ελληνικό σχολείο και μια μεγαλοπρεπή εκκλησία του
Αγίου Γεωργίου. Οι κάτοικοι είχαν γίνει με την βία Μωαμεθανοί, αλλά μετά
τα Κριμαϊκά έγιναν πάλι χριστιανοί. Για την αλλαγή αυτή βασανίστηκαν πολύ
από τους Τούρκους, ώσπου ο Νικόλαος Ταυρόπουλος πήγε στην
Τραπεζούντα και με την βοήθεια των Ευρωπαϊκών Προξενείων τους δόθηκε
το δικαίωμα να είναι χριστιανοί.
27
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
ΣΟΥΡΜΕΝΑ
Τα Σούρμενα ονομάζονται από τον Αρειανό Σουσάρμενα. Ήταν μια σειρά
χωριών με 1600 οικογένειες Χριστιανών στα παράλια, ενώ στα βουνά έμεναν
άγριοι Μωαμεθανοί. Οι Χριστιανοί των Σουρμένων είχαν σχολεία. Η κύρια
ασχολία τους ήταν το εμπόριο.
ΠΑΦΡΑ (BAFRA)
Πόλη κτισμένη πάνω στην οδό Σινώπης-Σαμψούντας, στη δεξιά όχθη του
Άλυος. Οι κάτοικοί της ήταν Τούρκοι (περίπου 7000), Έλληνες (περίπου
3000) και Αρμένιοι (1000-2000). Εκτός από τους ντόπιους υπήρχαν και
οικογένειες καταγόμενες από την Καππαδοκία, όπως και από άλλες πόλεις
του Πόντου. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν τουρκόφωνοι. Στην πόλη πριν
τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, λειτουργούσαν εκπαιδευτήρια διαφόρων
βαθμίδων: νηπιαγωγείο (400 νήπια), οκτατάξια αστική σχολή (160 μαθητές),
πεντατάξιο παρθεναγωγείο (80 μαθήτριες) και τριτάξιο αρρεναγωγείο στη
συνοικία Ισαακλή (40 μαθητές). Υπήρχε, επίσης, θέατρο 400 θέσεων. Ο
μητροπολιτικός ναός της πόλης ήταν αφιερωμένος στην Αγία Μαρίνα. Η
Πάφρα ήταν έδρα επισκοπής (Ζήλων) και ανήκε στη Μητρόπολη Αμάσειας.
Νότια του οικισμού βρίσκεται το βουνό Ντεπιέν Νταγκ στα πυκνά δάση του
οποίου διαδραματίστηκαν στα 1915-1918 σκληρές μάχες των Παφραίων
ανταρτών κατά των αποσπασμάτων της τουρκικής χωροφυλακής. Η ξυλεία
ήταν από τα σημαντικά εξαγωγικά προϊόντα της περιοχής. Η Πάφρα,
εμπορικό κέντρο για τα εκατό και πλέον χωριά της περιοχής της, παρήγαγε
επίσης αρκετά μεγάλες ποσότητες μαύρου χαβιαριού και, βέβαια, τα περίφημα
καπνά που έφεραν το όνομά της.
ΦΑΤΣΑ (FATSA) Η ΒΑΔΙΣΑΝΗ
Παραλιακή πόλη μεταξύ Οινόης και Κοτυώρων. Είχε πληθυσμό 2000-
2500 κατοίκων (Έλληνες και Τούρκοι από 1000 περίπου και 350 Αρμένιοι).
Μεταξύ των Ελλήνων υπήρχαν αρκετοί του ευαγγελικού δόγματος, οι οποίοι
υπάγονταν στην εκκλησιαστική αρχή της Μερζιφούντας. Οι Ορθόδοξοι
ανήκαν στη Μητρόπολη Νεοκαισάρειας και Ινέου, με έδρα τα Κωτύωρα. Τα
μέλη της ελληνικής κοινότητας κατάγονταν από την Αργυρούπολη, την Οινόη,
Τα Κοτύωρα, την Τοκάτη κ.λπ. και ήταν όλοι ελληνόφωνοι. Βρίσκονταν
συγκεντρωμένοι σε δύο συνοικίες στα ΝΔ της πόλης. Διατηρούσαν οκτατάξιο
αρρεναγωγείο και παρθεναγωγείο, ενώ υπήρχε και το εξατάξιο σχολείο των
Διαμαρτυρομένων. Η Φάτσα αποτελούσε αγροτικό κέντρο των χωριών της
ευρύτερης περιοχής, αλλά και κέντρο εξαγωγικού εμπορίου. Ενδεικτική της
φιλοπρόοδης δράσης των κατοίκων ήταν η ίδρυση το 1908 του αναγνωστηρίου
28
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
- Η Ομόνοια -. Οι Έλληνες της Φάτσας από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έως
την Ανταλλαγή υπέστησαν σκληρές δοκιμασίες.
ΟΦΙΣ
Περιοχή, παρά τον Όφιν ποταμόν, ανατολικά της Τραπεζούντας, κύριο
χαρακτηριστικό των κατοίκων ήταν το μουσουλμανικό θρήσκευμα και η
ελληνική (ποντιακή) γλώσσα τους. Οι Οφλήδες παρ'; ότι εξισλαμίστηκαν τον
17ο αιώνα διατηρούσαν όχι μόνο τη γλώσσα, αλλά και τα ελληνικά ονόματα
των χωριών τους. Σύμφωνα με τον Δ.Η. Οικονομίδη, υπήρχαν 54 χωριά στην
περιοχή και κατά τον Π. Τριανταφυλλίδη, το 1886 οι κάτοικοί τους έφθαναν
τις 15000.
ΣΙΝΩΠΗ
Επανιδρύθηκε από τους Ίωνες της Μιλήτου στις αρχές του 8ου αιώνα
π.Χ. και ήταν η πρώτη ελληνική αποικία στον Πόντο. Αργότερα, οι Σινωπείς
ίδρυσαν, κατά τον Ηρόδοτο και τον Ξενοφώντα τις δικές τους αποικίες: την
Τραπεζούντα, την Κερασούντα και τα Κοτύωρα. Ο Αθηναίος πολιτικός
Περικλής επισκέφτηκε την πόλη, εγκαθίδρυσε δημοκρατική κυβέρνηση και
εγκατέστησε εκεί 600 Αθηναίους πολίτες.
Στη Σινώπη γεννήθηκε, τον 4ο αιώνα π.Χ., ο περίφημος κυνικός
φιλόσοφος Διογένης. Το 183 π.Χ. η πόλη έγινε πρωτεύουσα του βασιλείου
του Πόντου, εκεί γεννήθηκε και ο Μιθριδάτης ΣΤ’ ο Ευπάτορας..
ΚΩΤΥΩΡΑ
Ο Ξενοφών αναφέρει την πόλη ως αποικία της Σινώπης, ο δε Όμηρος
στην Ιλιάδα την αποκαλεί Κύτωρο. Οι Τούρκοι της έδωσαν το όνομα Ορδού
που σημαίνει στρατόπεδο, γιατί εκεί συγκεντρωνόταν ο στρατός του Μωάμεθ
Β’ του Πορθητή. Το όνομα Κοτύωρα προέρχεται από το βασιλιά της
Παφλαγονίας Κότυο και την ώρα (φρούριο). Στις αρχές του 20ου αιώνα
λειτουργούσαν εκεί 9τάξιο Γυμνάσιο (Ψωμιάδειος Σχολή), 4τάξιο δημοτικό
σχολείο, νηπιαγωγείο (Καρυπίδειος Σχολή) και παρθεναγωγείο. Ο ελληνισμός
των Κοτυώρων και των 57 γύρω ελληνικών χωριών, όπως άλλωστε και
29
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
ολόκληρος ο ελληνισμός του Πόντου, υπέστη τα πάνδεινα από τους Τούρκους
που είχαν στόχο την ολοσχερή εξαφάνισή του.
ΚΟΜΑΝΑ
Αρχαία πόλη του Πόντου, κοντά στην Τοκάτη. Ο Στράβων την αναφέρει
ως κέντρο λατρείας. Στα Κόμανα πέθανε από τις κακουχίες και τις στερήσεις
ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος το 407.
ΜΑΤΣΟΥΚΑ
Επαρχία του νομού Τραπεζούντας, φημισμένη για τα μοναστήρια της:
Παναγίας Σουμελά, Ιωάννη Προδρόμου του Βαζελώνα και Αγίου Γεωργίου
του Περιστερεώτα. “Θάλαττα, θάλαττα” φώναξαν οι Μύριοι του Ξενοφώντος
από το βουνό Θήχης της Ματσούκας όταν αντίκρισαν τον Εύξεινο Πόντο.
Στη Ματσούκα πολέμησαν οι στρατηγοί του Βυζαντίου οι περίφημοι
Γαβράδες, καθώς και οι Μεγάλοι Κομνηνοί.
ΧΑΛΔΙΑ
Περιοχή του ανατολικού Πόντου, όπου, κατά την αργοναυτική
εκστρατεία, κατοικούσαν οι Χαλδύβες. Ήταν η πρώτη περιοχή της Μικράς
Ασίας που ασπάστηκε τον Χριστιανισμό. Εκεί μόνασαν ο Μέγας Βασίλειος και
ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός. Όταν η Χαλδία πέρασε στην κατοχή των Τούρκων
υπέστη μεγάλες καταστροφές.
30
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
ΑΡΔΑΣΣΑ
Έδρα της υποδιοίκησης Τορούλ που υπαγόταν στη διοίκηση
Αργυρούπολης του νομού Τραπεζούντας. Στην εποχή του Βυζαντίου και μετά
των Μεγαλοκομνηνών ήταν χωριό και αποτελούσε φρούριο στη σειρά των
κάστρων του Μεσοχάλδιου.
Στα χρόνια του μεσαίωνα ήταν μία από τις έξι ισχυρές θέσεις του
θέματος της Χαλδίας με το όνομα Μεσοχάλδιον και υπήρξε έδρα επισκόπου
που υπαγόταν στη μητρόπολη Νεοκαισάρειας.
Μερικές δεκαετίες πριν τον ξεριζωμό ήταν μικρή κωμόπολη με
διοικητήριο, δικαστήριο, σταθμό χωροφυλακής και ταχυδρομείο. Είχε αρκετά
καταστήματα και πανδοχεία. Εκκλησία αφιερωμένη στη αγία Σοφία και στην
κοίμηση της Θεοτόκου. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με τη γεωργία και το
μικρεμπόριο.
31
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
ΑΛΛΕΣ ΠΟΛΕΙΣ
Ξακουστές είναι όλες οι ελληνικές πόλεις του Πόντου – κάθε μία απ’
αυτές συνδέεται με τις εθνικές ιστορικές παραδόσεις και με την
ελληνορθόδοξη χριστιανική πίστη. Και όλες, χωρίς καμία εξαίρεση, δοκίμασαν,
σε διάφορες εποχές, την βαρβαρότητα του Τούρκου δυνάστη.
Ενδεικτικά αναφέρονται, επίσης: Η φιλόξενη Θοανία, (Τόνγια), η πόλη
του Όφη, που από το χωριό της Υψηλή κατάγονταν οι Υψηλάντες, τα Πλάτανα
με το βυζαντινό κάστρο (του Ηλ’ το κάστρο) και το πυρρίχιο χορό τους, τα
Άδρασα που ήταν έδρα της Χαλδίας, η Τρίπολη, γνωστή από τον Όμηρο για τα
πλούσια μεταλλεία της, η Ριζούντα που ταυτίζεται με το νότιο τμήμα της
αρχαίας Κολχίδας, η Πουλαντζάκη, όπου μόνασε ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, η
Πάφρα με τα εκλεκτά καπνά της, η Νικόπολη που οφείλει το όνομα της στη
νίκη του Πομπηίου κατά του Μοθριδάτη ΣΤ’, η Τοκάτη (ή Ευδοκίας) που
ιδρύθηκε επί αυτοκράτορα Ηρακλείου (η κόρη του λεγόταν Ευδοκία), η
Θέρμη, κοντά στην Οινόη που η περιοχή της είχε πρωτεύουσα την
Θεμίσκυρα, πατρίδα των Αμαζόνων, το Μάτεν της Κερασούντας με τα
μεταλλεία του, η Μερζιφούντα, φημισμένη για τα ιαματικά λουτρά της που
αναφέρονται και από τον Στράβωνα, η Φάτσα με τα ερείπια του αρχαίου
πύργου που χτίστηκε το 179π.Χ. από το βασιλιά Φαρνάκη Α’, πόλη από όπου
κατάγομαι και εγώ-από την πλευρά της μητέρας μου-, η Νεοκαισάρεια με
ερείπια από αρχαία οικοδομήματα, το Τσάμπασιπου κάηκε το 1913 με το
32
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
πασίγνωστο τραγούδι (εκάεν και το Τσάμπασιν), το Μεσσουδιέ (αρχαία
Μελίτη), το Τσάλ που χτίστηκε το 18ο αιώνα από τους Αργυρουπολίτες, η
Πράσαρη με το περίφημο ιεροδιδασκαλείο και τη μονή της, η Ηράκλεια, η
πατρίδα του Ηρακλείδη του Ποντικού, η Ίμερα με το γυναικείο μοναστήρι του
Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, η Ζήλα όπου οι ρωμαίοι νίκησαν τον Φαρνάκη,
βασιλιά του Πόντου, η Εσπιά, το ελληνικό χωριό της Τρίπολης, η Ινεπόλη, το
Ακ Νταγ Ματέν με τις τραγικές μνήμες από τα απερίγραπτα μαρτύρια του
Ελληνισμού ανάμεσα στο 1876 και το 1922. Εξέχουσα θέση στην ιστορική
μνήμη κατέχει το χωριό Κοβάκ, 48 χιλιόμετρα από την Αμισό. Τον Ιούνιο
1921 οι Τούρκοι τουφέκισαν εκεί 701 Έλληνες από τους εξόριστους της
πρώτης αποστολής, γιατί θεωρήθηκε ότι συμμετείχαν στην ίδρυση της
ανεξάρτητης δημοκρατίας του Πόντου.
Στο Κόβακ συγκέντρωσαν οι Τούρκοι τους Έλληνες μουσικούς της
Αμισού και τους διέταξαν να παίξουν τον εθνικό ύμνο της Τουρκίας. Όμως, οι
ηρωικοί Πόντιοι έπαιξαν τον ελληνικό εθνικό ύμνο, οπότε οι Τούρκοι τους
σκότωσαν όλους και τους έριξαν σε ξεροπόταμο. Τα βράδια μάζευαν τους
Έλληνες που συνελάμβαναν και αφού τους σκότωναν τους έριχναν τα σώματά
τους στο ποτάμι. Σύμφωνα με την παράδοση στο ποτάμι αυτό αντί για νερό
έτρεχε αίμα.
33
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
Ονομασία(-ίες) Χορών/ Περιοχή /Παρατηρήσεις
1. Ανεφορίτσας: Χορός της Γαλίαινας (ευρύτερη περιοχή Ματσούκας-
Τραπεζούντας) μια μορφή σερανίτσας με μονό τικ
ή Κιζέλα: Πήρε την ονομασία από τους στίχους του τραγουδιού "Κόρη κατήβα σο
μαντρίν ελλύεν η κιζέλα"
2. Από παν και κα: Χορός της περιοχής Ματσούκας Τραπεζούντας που χορευότανε
επιτόπια με μικρά πηδηχτά βήματα με πιάσιμο από τη μέση
ή Καπικεέτκον: Όπως ονομαζόταν ο χορός στην περιοχή της Λιβεράς και χορευόταν
με το σκοπό "εσκέρτε ο Γακούπ Αγάς"
ή Αγκαλιαστόν: Η ονομασία του Χορού στην Γαλίαινα (Ματσούκα)
3. Από πάν και κα Χορός του Αγ-Ταγ-Μαντέν, περιοχή που βρίσκεται κοντά στην
Άγκυρα (εσωτερική μετανάστευση στις αρχές του 1800 από την Αργυρούπολη)
ή τικ: Χορός που πιάνονταν από τους ώμους όπως το κότσαρι. Κάτι ανάμεσα σε
χασαποσέρβικο και τικ.
4. Αλματσούκ Χορός της περιοχής Καρς
ή Αρματσούκ:
5. Ατσιαπάτ: Χορός που χορευότανε στα Πλάτανα κωμόπολη Δυτικά της
Τραπεζούντας (στα τούρκικα ονομάζεται Akcapat) απ’ όπου πήρε και το όνομά του.
Την ίδια ονομασία συναντάμε και στην Ματσούκα, όπου χορευότανε και από
γυναίκες
6. Γέμουρα: Χωριό ανατολικά της Τραπεζούντας. Στην περιοχή Σεβάστειας
χορευόταν σαν μία μορφή Τρυγώνας Στα χωριά μεταξύ Γέμουρας - Τραπεζούντας
χορευόταν σαν παραλλαγή του εταιρέ.
7. Γετίερε: Χορός της Αργυρούπολης του Πόντου
ή Γεντίαρατς: Σημαίνει χορός των 7 διαγωνιζομένων γεντί=εφτά,
αρατς=διαγωνισμός
ή Γαντίαρα: Σημαίνει εφτά μικρά δρομάκια γεντί= εφτά, αρά =μικρός δρόμος
8. Γιουβαρλαντούμ: Σημαίνει κατρακύλισμα. Χορός των περιοχών Αγ-Νταγ-
Μαντέν και Σαμψούντας. Χορεύεται σε παραλλαγές με διαφορετική μουσική και σε
άλλες περιοχές του Πόντου όπως, Αργυρούπολη & Πάφρα Ο πρώτος κρατάει μαντήλι
και κάνει λαβύρινθο
9. Διπάτ: Το όνομα του χορού στην Τραπεζούντα. Πήρε το όνομά του από τα δύο
επιτόπια πατήματα.
ή Γιαβαστόν: Σημαίνει αργός χορός
ή Κοδεσπενιακόν: Χορός της οικοδέσποινας
ή Ομάλ Τραπεζούντας: Το όνομα του χορού στην Ελλάδα
10. Διπλόν Κότς: Λέγεται ότι έχει την προέλευση του από την Αρμενία
ή Τίταρα:
ή Τριπάτ: Η ονομασία πάρθηκε από τρία επιτόπια πατήματα της φτέρνας
11. Διπλόν ομάλ: Χορός της Περιοχής του Κιουμούς Μαντέν (Μεταλλείο Σίμ)
παραλλαγή του Κοτσιχτόν Ομάλ
12. Εταιρέ: Πήρε το όνομά του από τον στίχο του τραγουδιού "πέρνιξον με έταιρε".
Χορευότανε στην Τραπεζούντα.
34
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
13. Θανατί λάγκεμαν: Χορός της περιοχής Πάφρας. Είναι ο χορός με τον οποίο
αυτοκτόνησαν οι κοπέλες που ήταν κλεισμένες στο κάστρο του ποταμού Αλυ για 48
ημέρες.
14. Θύμιγμα: Τελετουργικός χορός του γάμου. Χορεύεται από εφτά ζευγάρια με
πρώτο το ζευγάρι των νεόνυμφων, και ένα μόνο (τέκ), κρατώντας λαμπάδες
ή Εφτά ζευγάρια και το τέκ: Πήρε το όνομά του από τους στίχους του
τραγουδιού "εφτά ζευγάρια και το τέκ κρατούνε τη λαμπάδα"
15. Καλόν κορίτς: Χορός της περιοχής Ματσούκας Τραπεζούντας. Μία μορφή
σερανίτσας που πήρε το όνομα από τον στίχο του τραγουδιού "Καλόν κορίτς, καλόν
κορίτς, καλόν κ’ εβλοημένον"
ή Παπόρ: Πήρε την ονομασία από τον στίχο του τραγουδιού "Μάνα τέρεν το παπόρ
ντ' άσκεμα κουνίεται"
16. Κελ κίτ: Σημαίνει "έλα και φύγε" Κωμόπολη στα όρια Σεβάστειας-Κολωνίας
(Νικόπολις). Ο χορός πάει στα αριστερά
17. Κοριτσί χορόν: (Κισλάρ καϊτεσί) Χορός της περιοχής Πάφρας. Χορεύθηκε το
1680 στο κάστρο του ποταμού Aλυ (Κισλάρ καλέ) και συμβολίζει το δίλημμα
αυτοκτονία ή παράδοσης στους Τούρκους.
18. Κότς: Χορευότανε σχεδόν σε όλο τον Πόντο με παραλλαγές στο κράτημα των
χεριών. Στον Ανατολικό Πόντο κρατιότανε από τις παλάμες ενώ στο δυτικό από τους
ώμους όπως το κότσαρι.
19. Κοτσαγκέλ: Χορευότανε στο τέλος της γαμήλιας διασκέδασης. Μ' αυτόν τον
χορό αποχωρούσαν οι καλεσμένοι για τα σπίτια τους. Ο πρώτος κρατάει το μαντήλι.
20. Κοτσάκι: Αντικριστός ζευγαρωτός χορός της Νικόπολης (καρσιλαμάς)
ή Κετσέκ Κετσέκ: Ο ίδιος χορός με διαφορετική μουσική χορευότανε σε χωριά της
Τραπεζούντας
21. Κότσαρι: Χορός της περιοχής Κάρς, που οι χορευτές πιάνονται από τους ώμους.
22. Κοτσικτόν ομάλ: Χορευότανε σε μικρές παραλλαγές σε όλες σχεδόν τις περιοχές
του Πόντου, όπου του δίνανε και ανάλογη ονομασία
ή Εμπρ οπίς: Σημαίνει μπρος-πίσω
ή Ομάλι: Η ονομασία στην περιοχή της Νικόπολις
ή Τσαραχότ: Το όνομα του χορού στην περιοχή του Αγ-Νταγ-Μαντέν με μικρή
παραλλαγή στα βήματα.
ή Φουλούρ Η ονομασία του χορού σε χωριά της Ματσούκας
ή Αργολαβάς: Η ονομασία του χορού στην Πάφρα
ή Κερασουνταίϊκον: Τα τρία τελευταία ονόματα δόθηκαν στην Ελλάδα
ή Ομάλ Κερασούντας ή Λάχανα Πήρε το όνομα στην Ελλάδα από το τραγούδι
'Λάχανα πουλίμ' λάχανα"
23. Κούσερα: Χωριό κοντά στη Μονή Ιωάννη του Βαζελώνα. Μία μορφή τικ σε
γρήγορο ρυθμό με τα χέρια κάτω.
ή Μοσκώφ: Η ονομασία του χορού στην Ελλάδα, χορευότανε από κάποιον ονόματι
Μοσκοφίδη στην Θεσσαλονίκη, ο οποίος πρόσθεσε κάποιους αυτοσχεδιασμούς στο
χορό. Από αυτόν πήρε και το όνομα.
24. Κωσταντίν Σάββας: (Οσμάν Αγάς) Φρούραρχος στρατηγός της Πάφρας-
Σαμψούντας το 1202. Διαφώνησε με τον Αλέξιο Κομνηνό το 1204 μετά την
κατάληψη της Κων/πολης από τους Φράγκους, θέλοντας να κάνει χωριστό κράτος
35
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
στην περιοχή της Γεζελώνας(Πάφρα-Αμισός-Κάβζα κλπ.). Είναι παραλλαγή του
Γιουβαρλαντούμ.
25. Λέτσι: Χορός της περιοχής Κάρς. Παραλλαγή της λετσίνας σε αργό ρυθμό.
26. Λετσίνα: Χορός της περιοχής Κάρς.
27. Μαντήλια: Χορός του Κιουμούς Μαντέν (Μεταλλείο Σίμ) Χορευότανε και στους
γάμους, στο δρόμο μπροστά από το ζευγάρι.
28. Μαύρον πεγάδ: (Καρά Πουνάρ) Χωριό της Πάφρας
29. Μαχαίρια: Χορός επίδειξης μαχαιριών. Αναφέρεται στην Κύρου Ανάβαση από
τον Ξενοφώντα όταν χορεύθηκε από δύο Θράκες στην Ορντού (Κοτύωρα)
ή Tη μαχαιρί
ή Πιτσάκ οϊνί: Η Τούρκικη ονομασία του χορού
30. Μαχμόρ: Χορός της Νικόπολης (Αξί Κοϊ)
31. Μηλίτσα: Σημαίνει μικρή μηλιά
32. Μητερίτσα: Χορός των παραλίων και των σαλονιών της Τραπεζούντας φερμένος
από την Ευρώπη με τραγούδι στην Νεοελληνική γλώσσα (Καντρίλιες). Πήρε την
ονομασία του από τον στοίχο "Μητερίτσα μου γλυκιά έχω μια αγαπητικιά"
33. Μονόν Χορόν: (Τέκ καϊτέν) Χορός που χορευότανε από τους αντάρτες της
Πάφρας
34. Μουζενίτκον ή Κιμισχαναλίδικον: Η Μούζενα είναι χωριό της Αργυρούπολης.
Κιουμουσχανέ είναι η Τούρκικη ονομασία της Αργυρούπολης
35. Μωμογέρια: Υπάρχουν σε διάφορες παραλλαγές ακόμη και σαν θεατρικές
παραστάσεις με Αριστοφανικό διάλογο (λαϊκά δρώμενα)
36. Ντολμέ ή Τσολμέ: Χορός της περιοχής Όφι (Ανατολικά της Τραπεζούντας)
37. Ομάλ Μονόν: Απλός χορός με έξι βήματα που δεν χρειάζεται ιδιαίτερη
χορευτική ικανότητα και τον συναντάμε στην περιοχή Τσιμεράς στην Αργυρούπολη
και στην Τραπεζούντα.
38. Ομάλ (Κάρς): Ίδιος χορός με τον προηγούμενο με έντονο τρέμουλο στο σώμα.
ή Παϊπούρτ: Πόλη Νοτιοανατολικά της Τραπεζούντας έξω από τα όρια του
διεκδικούμενου Πόντου του 1918-1922.
ή Τιζ: Ο ίδιος χορός σε πιο αργή μορφή στο Αγ Ντάγ Μαντέν
39. Ούτσαϊ: Χορός της Νικόπολης με έντονο τρέμουλο με 10 βήματα. Αλλάζει η
θέση των χεριών ανάλογα με την περιοχή που χορευόταν.
ή Ούτσαλτι: Σημαίνει 3-6 στα Τούρκικα
ή Κουνιχτόν: Η ονομασία στο Αξι Κιοϊ Νικόπολης από το έντονο τρέμουλο στο
σώμα
ή Ομάλ Γαρασάρης Η ονομασία στην Ελλάδα.
40. Πατούλα: Το όνομα του χορού στο Δυτικό Πόντο. Πήρε την ονομασία του από
τον στίχο "Τη Πατούλας η μάνα, τ’ εμόν η Καλομάνα"
ή Πιπιλομάτενα: Το όνομα του χορού στον Ανατολικό Πόντο. Πήρε την ονομασία
του από τον στίχο: "Την Πιπιλομάτεναν, ούϊ ανάθεμά τεναν"
ή Κόρη Κοπέλα: Ο ίδιος χορός σε μικρή παραλλαγή με διαφορετική μουσική όπως
ονομαζόταν στην Γαλίαινα.
41. Σαμσόν Χορός της περιοχής Σαμψούντας
36
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
42. Σαρικούζ Θα πει ξανθό κορίτσι στα Τούρκικα. Λέγεται ότι είναι ο χορός του
θερισμού. Υπάρχει σε διάφορες παραλλαγές, σε πολλές περιοχές του Πόντου.
43. Σέρρα: Ο ωραιότερος και διασημότερος χορός. Πήρε την ονομασία του από τον
ποταμό Σέρρα. Υπάρχει σε διαφορετικές μορφές ανάλογα με την περιοχή.
ή Λάζικον: Το όνομα του χορού στην περιοχή του Όφεως όχι γιατί ήταν χορός των
Λαζών αλλά γατί οι Οφλίδες είναι κάτοικοι της Λαζικής χώρας.
ή Τογιαλίδικον: Το όνομα του χορού στην περιοχή Τόνιας
44. Σερανίτσα ή Χαιρεανίτσα ή Εικοσιένα ή Αρμενίτσα Χορός του
Νοτιοανατολικού Πόντου. Πήρε το όνομά του από την περιοχή Χεροίανα όπου
χορευόταν. Στην περιοχή της Αργυρούπολης.
45. Σιτόν Μία μορφή ανάποδου μονού τικ. Χορευόταν στην Ιμέρα. Ο χορός πάει
προς τα αριστερά.
46. Στενά Δρόμα: (Ταρατσού Σοκακλάρ) Χορός της περιοχής Πάφρας
47. Τάμσαρα Χορός της Νικόπολις. Η μουσική είναι παραλλαγή της
"πιπιλομάτενας". Χορευόταν στην Παλτσάνα-Νικόπολις
48. Ταμσάρα Χορός με βάση το Διπάτ. Χορευόταν στα χωριά της Άνω Ματσούκας
& Αργυρούπολις. Η μουσική είναι παραλλαγή της "πιπιλομάτενας"
49. Τέρς (Αγ Ντάγ Μαντέν) Μία μορφή Τρυγώνας με ανάποδο λαβύρινθο. Ο χορός
πάει προς τ’ αριστερά.
ή Γέμουρα Έτσι ονομάζεται ο ίδιος χορός στην επαρχία Κακάτσης στην
Αργυρούπολη
50. Τέρς (Κιουμούς Ματέν) Η τρυγώνα σε διαφορετική χορευτική και μουσική
παραλλαγή. Ο χορός πάει προς τ’ αριστερά .
51. Τικ (Μονό): Χορός της Ματσούκας με έξι βήματα
ή Διπλόν Ο ίδιος χορός όπως ονομάζεται στην Γαλίαινα.
52. Τικ (Διπλόν) ή Τικ Σο Γόνατον: Χορός που χορευόταν σε όλο σχεδόν τον Πόντο
με δέκα (10) βήματα.
53. Τικ (Τρομαχτόν) ή Λαγγευτόν Χορευόταν ιδιαίτερα στα Κοτύωρα και στο Κάρς.
54. Τίταρα ή Τετέ Αγάτς Παραλλαγή του Γετιέρε σε βήματα και μουσική με βάση το
Διπάτ. Χορός της Αργυρούπολης.
55. Τριπάτ Χορός της Ανω Ματσούκας
56. Τρυγώνα Χορευόταν σε παραλλαγές σε διάφορες περιοχές του Πόντου. Πήρε το
όνομά του από τον στοίχο: "Ακεί πέραν σ’ ορμανόπον η Τρυγώνα η Κορώνα"
57. Τυρφών (Τρύφωνας) Χορός της περιοχής Πάφρας. Ο Τρύφωνας ήταν υπαρκτό
πρόσωπο (αρσούης) ο οποίος χόρευε πάντα ανάποδα.
58. Τσοπανλάρ Χωριό ανατολικά της Σινώπης
59. Τσουρτούγουζους Χορός του Κιουμούς Ματέν. Μια μορφή γρήγορου τικ με τα
χέρια κάτω σε διαρκή κίνηση μπρος-πίσω
60. Φόνα Χορός της Αργυρούπολης. Παραλλαγή του Γιουβαρλαντούμ.
ή Αρμενίτσας Ο ίδιος χορός όπως ονομαζόταν στη Γαλίαινα
61. Χάλα-Χάλα Χορός της περιφέρειας Κακάτσης (Αργυρούπολη)
62. Χαλάϊ Χορός του Αγ Ντάγ Ματέν. Ο πρώτος κρατάει μαντήλι.
37
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΟΥ
ΠΟΝΤΟΥ
Τα μουσικά όργανα που χρησιμοποιεί ο ποντιακός λαός είναι έγχορδα,
όπως η λύρα, πνευστά, το αγγείο ή φλογέρα, και κρουστά, το νταούλι. Είναι
όργανα παραδοσιακά που τα κατασκευάζουν ειδικοί λαϊκοί τεχνίτες. Είναι τα
κυρίως μουσικά όργανα των Ποντίων.
Αποκλειστικός συνοδός του τραγουδιού συχνά είναι η λύρα. Η λύρα, ο
λόγος, και η μελωδία, δεμένα σφιχτά με το ρυθμό, μιλούν με τον πιο πειστικό
τρόπο στην καρδιά του ποντιακού λαού. Δεν έχουν ανάγκη από επιπλέον
καλλιτεχνική κάλυψη.
Σπανιότερη είναι η χρήση άλλων οργάνων, όπως το κλαρίνο, το βιολί.
Είναι προϊόντα της βιομηχανίας και τεχνολογίας και για τον ποντιακό λαό
μουσικά όργανα <<δάνεια>>, που σπάνια τα εισάγει στη μουσική του για να την
ενισχύσει.
Ο κεμεντζές ή η κεμεντζέ
είναι το βασικότερο μουσικό όργανο των
Ποντίων, περισσότερο διαδεδομένο στον Ανατολικό Πόντο και λιγότερο στον
Δυτικό. Σύμφωνα με τον Παύλο Χαιρόπουλο η καταγωγή του κεμεντζέ
ανάγεται στην Μεσοποταμία, στην Αίγυπτο και στην Ελλάδα. Στην Περσία
υπήρχε ένα όργανο με την ονομασία «καμάντσια», όπως και στον Καύκασο με
το όνομα «καμάντσιες». Ίσως από τις ονομασίες αυτές να προέρχεται το
«κεμεντζέ» ή «κεμεντσέ». Σε μια επίσκεψή μου στο μουσείο λαϊκών οργάνων
στο Νέο Δελχί της Ινδίας, είδα τρεις λύρες που έμοιαζαν με την ποντιακή, σε
μεγαλύτερο μέγεθος, με χορδές από έντερα ζώων όπως ήταν αρχικά οι
χορδές στον Πόντο. Φαίνεται ότι το όργανο αυτό ήταν διαδομένο στην
περιοχή .
38
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
To ταούλ
είναι το κυρίαρχο όργανο συνοδείας του ζουρνά, του αγγείου (γκάιντα) και
σπανιότερα του κεμεντζέ (λύρα). Το χρησιμοποιούσαν κυρίως στους
ανοιχτούς χώρους λόγω της μεγάλης του ηχητικής έντασης, λιγότερο δε
στους κλειστούς όπου έπαιζαν πιο μαλακά για να μην σκεπάζει τον ήχο των
άλλων οργάνων, ιδίως του κεμεντζέ.
Η ζουρνά ή ο ζουρνάς
Στις κοινωνικές εκδηλώσεις που γινόταν σε ανοιχτούς χώρους στον Πόντο,
κυρίαρχο ρόλο έπαιζε ο ζουρνάς με τη συνοδεία νταουλιού, και κατά δεύτερο
το αγγείον (τουλούμ’). Λόγω της μεγάλης ηχητικής έντασης ακουγόταν σε
μεγάλη απόσταση και έδινε τη δυνατότητα να χορεύουν πάρα πολλά άτομα
ακούγοντάς το, κάτι που δεν μπορούσε να συμβεί με τον κεμεντζέ (λύρα).
39
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
Χειλιαύρι(ν) ή Χειλιαύλι(ν) - (χιλίαυλος) Γαβάλ
ή γαβαλόπον (φλογέρα)
Με αυτά τα ονόματα συναντάμε το συγκεκριμένο όργανο στον Πόντο. Ήταν
κατεξοχήν ποιμενικό όργανο που το κατασκεύαζαν οι βοσκοί στα βουνά του
Πόντου και παίζοντάς το περνούσαν ευχάριστα τις ατέλειωτες ημέρες της
μοναξιάς τους. Στην περιοχή της Ματσούκας αυτό το όργανο απέδιδε
περίφημα τον ανεπανάληπτο βουκολικό σκοπό "μακρύν καϊτέν" ή "ορμανί
καϊτέν" ή "ομάλια" (μακρόσυρτος σκοπός ή σκοπός του δάσους).
Το κλαρίνο
Ως λαϊκό μουσικό όργανο έρχεται στην Ελλάδα γύρω στα μέσα του 19ου
αιώνα. Στον Πόντο το βρίσκουμε συχνά στην περιοχή του Καρς.
Έχει επίμηκες σωληνωτό σχήμα, ενώ στο σώμα του διακρίνονται έξι βασικές
οπές μπροστά και μία οπή στην πίσω πλευρά, μοιάζοντας οπτικά με φλογέρα
και άλλα αντίστοιχα πνευστά μουσικά όργανα. Επιπλέον όμως, το κλαρίνο έχει
και μια σειρά από μεταλλικά κλειδιά που καλύπτουν ή αποκαλύπτουν άλλες
οπές στο σώμα του. Ο ήχος του κλαρίνου προέρχεται από το παλλόμενο
επιγλωσσίδιο που βρίσκεται τοποθετημένο στο επιστόμιο στην κορυφή του
οργάνου, και στο οποίο στερεώνεται μέσω του σφιγκτήρα.
40
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
Κεμανές
Έχει φιαλόσχημο σχήμα, είναι πιο μεγάλο όμως σε όγκο και σχήμα από τη
λύρα. Στον Πόντο το βρίσκουμε συχνά στην περιοχή του Ακ Νταγ Ματέν.
Κατασκευάζεται από τα ίδια υλικά με τη λύρα. Η προέλευσή του έχει
συγγένεια με τον κεμανέ της Καππαδοκίας, είναι όμως μεγαλύτερος και
διαφέρει στον τρόπο χορδίσματος και κατ’ επέκταση στον τρόπο παιξίματος.
Σε αντίθεση με τη λύρα, στον κεμανέ έχουμε 4η και 5η χορδές, με άλλες 4
συμπαθητικές κάτω από την ταστιέρα (γλώσσα ή σπαλέρ), οι οποίες επίσης
περνάνε κάτω από τον καβαλάρη (γάϊδαρον) και χορδοδέτη (παλληκάρ’).
Αγγείον ή τουλούμ’ ή τουλούμ’ ζουρνά
(τσαμπούνα ή γκάιντα)
Το όργανο αυτό αποτελείται από τα εξής μέρη:
1. Το ποστ’ (δέρμα ζώου, ασκί)
2. Τη στομωτήρα ή φυσερόν (επιστόμιο)
3. Το αγγόξυλον ή ναβ, μέσα στο οποίο είναι τοποθετημένα παράλληλα τα
δύο καλάμια με τα τσιμπόνια (γλωσσίδια) που παράγουν τον ήχο.
41
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
Ούτι
Παίζεται σόλο η με άλλα όργανα στην μουσική παράδοση των Ελλήνων της
Μικράς Ασίας. Στον Πόντο το βρίσκουμε συχνά ως συνοδεία με άλλα μουσικά
όργανα στην περιοχή του Ακ Νταγ Ματέν.
Βιολί
Το βιολί ως λαϊκό μουσικό όργανο, εμφανίζεται στην Ελλάδα από τον 17ο
αιώνα. Στον Πόντο το βρίσκουμε συχνά ως συνοδεία με άλλα μουσικά όργανα
στην περιοχή του Ακ Νταγ Ματέν. Συνήθως παίζεται κάθετα, όπως η
ποντιακή λύρα.
42
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
Παραδοσιακά δίστιχα
Σο μουχαμπέτ' εκάθουμ’νε με κάμποσα παιδία
Κι έσκισεν έρθεν εύρε μεν τ' εγάπ'ς αρροθυμίαν
Το Σταύρωμαν ελίβωσεν και τα Λευκένια κλαίγ’νε
Οι παλαιοί με την σειράν απ’ είνας είνας φεύ’νε
Τα μουχαμπέτα , π’ αγαπά πολλά ΄κί θα κοιμάται
Άμον ντ’ ακούει την κεμεντζέν ο ύπνος ατ’ θα χάταιν
Το σεβταλούκ ΄κί γίνεται μανάχον με λασίον
Γίνεται με το παρακάθ’ και με το καθησίον
Το σεβταλούκ ΄κί γίνεται και με την αμελίαν
Γίνεται με την καλατσήν και με την μασχαρίαν
Ας ετραγώδ’να έμορφα κι άλλο τιδέν κ’ εθέλ’να
Όθεν κορτσόπα έμορφα το νουν ατουν επαίρνα
Ανάθεμα και την ρακήν ας ούλεν το καλλίον
Τ’ εκατόν τράμα , είν’ πολλά, τ’ ημσόν οκάν ολίον
Εσέν ρακόπον πίνωσεν πασκί’ για μεθυσίαν
Πίνω σε για το ντέρτι μου κι ας σην τυρρανισίαν
Γομώστεν ξάν’ και το πουκάλ’ ντο κείται απάν’ σο στόλι
Ευλόγησεν ατο Χριστόν κι δώδεκ’ Αποστόλοι
Το ράκιν όντες πίν’ ατο αλήωρα μεθύνω
Θυμούμαι το μικρόν τ' αρνί μ' και μαύρα δάκρα , ξύνω
Βάλεν κρασίν βάλεν ρακίν γόμωσον το ποτήρι μ’
Φαρμάκ’ να έν’ θα πίν’ ατο για τ’ εσόν το χατήρι
Το ράκιν σίτα, έπινα είπ’ατεν " σην υεία σ’ "
Ατέ εκλώστεν κ’ είπ’ εμεν να τρώγω την καρδία σ’
Μακρύν φοτάν μη ζώσκεσαι αρνόπο μ’ εμποδίεις σε
Τ’ ομματα μ’ να λελεύ’νε σε κι ψή μ’ να ποδεδίεις σε
43
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
Ανάθεμα και την σεβτάν ολίγον πα κανείται
Άμον λαμπάδαν καίγεται καμίαν ΄κί τελείται
Είνας κουτσή χιλέμορφος έκαψεν την καρδία μ’
Και κ’ επορώ να λεγ’ ατεν έλ’ ας φιλώ σε μίαν
Τα στράτας ντ’ επορπάτεσα κι όλα τσαμουρωμένα
Τα κορτσόπα ντ’ εγάπεσα όλα , σουμαδεμένα
Όλα τα δέντρα τη ραχί’ σον ήλον κες τερούνε
Αν λεγ’ ατα τα τερτόπα μ’ τα φύλλα τουν θα ρούζ’νε
Σεράντα ποταμόνερα κ’ εφτά ραχία χιόνα,
Κ’ επόρεσαν να έπλυναν τη κάρδα , σ ιμ τα πόνα ,
Το σεβταλήν πη θα ευτάει θα εν πολλά τεχνίτες
Θα φτάει κάτας πορπάτεμαν λαγεύ’ άμον τσιχρίτες
Έμορφος και παντέμορφος φορείς και τα μαβία
Εβγαίντς απάν’ σ’ εξώπορτον παλαλώντς τα παιδία
Θέκον την τάπλαν ζαρωτά κ’ έβγα απάν’ σο δώμαν
Και πέει με καλως ώρισες με το γλυκύν το στόμαν
Σον ουρανόν πετά πουλίν σην γην ευτάει ευώραν
Κατηγορούν και λένε με και ντ’ αγαπώ την χώραν
Αρνόπο μ’ το φιστάνι σου τέσσερα πέντε πήχεις
Πολλά παραπονίεσαι ας έμ’νε εγώ η τύχης
Το φίλεμα σ’ εν γιατρικόν το δάκ’σιμο σ’ τερμάνι
Κι αγκάλια σ’ παντοβότανον σ’έναν ισίζ’ ορμάνι
Η κεμετζέ κοκκύμελον τα κόρδας μεταξένα
Ολ’ αγαπούν τα συγγενά κι εγώ αγαπώ τα ξένα
Τ’ αρνί’μ’ επήεν σον παρχάρ’ σο τσόλ’ την ερημίαν
Ατσάπ’ς θα ΄ίνεταο χουσμέτ’ να λέπ’ ατο αλλομίαν
Αρνί μ’ έρθεν ο μοθοπώρτς κ’ εγώ θα ξενιτεύω
Παρακάλ’ πολλά τον Θεόν κακόν να μη τσατεύω
Πουλί μ’ σ’ όνειρο μ’ είδα σε και τσίπ’ πολλά εχάρα
Εγνέφ’σα και εχάσα σε καλλίον ν’ επεθάνα
44
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
Εγώ και σύ νε Γιάννικα μ’ οι δυ’ πα χοβαρτάδες
Βοσκίζουμεν τ’ ομμάτα , μουν ση χωρί’ τοι νυφάδες
Βάλλον την τάπλας ζαρωτά κ’ έβγα απάν’ σο δώμαν
Και πέμε καλώς ώρισες με το γλυκίν το στόμαν
Σεβταλίγια τ’ έμορφα τσαλιμορίκ κορτσόπα
Χαϊτέστεν μπαίνουμ’ σον χορόν και σκώνουμ’ τα χερόπα
Καλά ΄ποίκα κ’ εγάπεσα ση μαχαλά μ’ κορτσόπον
Εμπαίν’ κ’ εβγαίν’ κ’ ελέπ’ ατο και χέρεται το ψόπο μ’
Μικρίκον σεβταλίδικον κόκκινον πιπερόπον
Για έλα έμπα σον χορόν σο ζεβρό μ’ το χερόπον
Εγάπη μ' σο παχτσόπο σου κρύον νερόν εβγαίνει
Κλείσκουμαι κα να πίν’ ατο σην ψυμ’ αχάντ’ εμπαίνει
Αβούτ’ αρ’αέτς ΄ ίνεται θα χτίζω δυο οτάδας
Σ’ ένα θα βάλω τα τέρτα , μ’ και σ’ άλλο τα σεβτάδας
Αβούτ’ αρ’αέτς ΄κί ίνεται θα χτίζω μαστορείον
Να πουλώ βέτρα , και πεσκούς αδ’απαν’ σο χωρίον
Ανάθεμάσε νε πουτσή πως είσαι πελαλίσσα
Με τ’ εμέν τον μωμόερον εξέβες πελαλίσσα
Ο ουρανόν ελίβωσεν και συρ’ τα γιουλτουρούμα ,
Τα ποδαρόπα μ’ έφαγα σ’ εσά τα καλτουρούμα ,
Αρνί μ’ την πόδαν το πατείς να έμ’ναι γω το χώμαν
Ν’ ακούω και την καλατσή σ’ ας σο γλυκίν το στόμαν
Ας σο παρχάρ’ κα έρχουμαι χορτάρα , φορτωμένος
Ας σα νύχια ως την κορφήν σεβντάν καπατεμένος
Εσύ είσαι τ’ς ανατολής τ’ άστρον το λαμπερόν-ι
Θα κείμαι σ’ εγκαλιόπο σου, απόψ’ ους να μερώνει
Πη καλατσεύ’ σε ΄κί νυστάζ’ π’ ελέπ’σε ΄κί κοιμάται
Και με τα’ εσέν πη λάσκεται ση χαμονήν πάει χάται
Ανάθεμα την μάνα σου την τσούνα την παλάλαν
Ετσάκωσεν την κεμετζέν και έβραζεν το γάλαν
45
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
Άσπρα φορείς, άσπρα ν’ αλλάεις, άσπρον η φορεσία σ’
Άσπρα τσιτσέκια ξύουνταν, ας ση πορπατησία σ’
Εφίλεσ’ ατεν σο κατσίν κι αφ’κά και σο γανάτ’ν ατς
Φιλέματα δαξίματα, χάθεν πολλά το τάτ’ ν ατς
Εβρόντεξεν και άστραψεν ερχίνεσεν χιονίζει
Τη κάρδα , σ’ιμ το χτύπεμαν εθέρτσεν κι αλωνίζει
Και τα πουλία ντο πετούν απάν’ και σα ταφία
Χωρίζ’νε όντες κάθουνταν, τη λύρας τα παιδία
Ανάθεμα και την ρακίν και την σισάν εντάμαν
Ας’ σο πολλά τσιτσάνινιγμαν ένουμ΄νε βελόν ράμαν
Πέντε ποτήρα , μαναχόν ισάζ’ νε το καρδόπο μ’
Ρακίν πολλά ΄κί θα πίνω πονεί το κιφαλόπο μ’
Απόψ’ ούς να εμέρωσεν φαϊα και ποτία
Εποίκα μ’ τρανόν μουχαμπέτ’ για τ’ εσέν τα παιδία
Τσιγάρον σιτ' ετύλιζα το χαρτί μ' ετσερίεν
Με τ' αρνόπο μ' έπαιζα το σπαρελ' ν ατ’ ελύεν
Το τρία ήμσι τούρκικα λέγν’ατα ούτς πουτσούκι
Αρ’ έπαμεν και την ρακήν που έν’ και το σουντσούκι
Αρνί’ μ' ερούξα σο κρεβάτ’ ας σην σεβντά τεσόν -ι
Έλα και φέρον το βοτάν’ εμέν ντο θα λαρώνει
Εγάπη μ' σο παχτσόπο σου απές εμέναν βάλον
Εσύ να είσαι το τσιτσέκ κ’ εγώ ο παξεβά , νον
Όντες ΄κι άνοιξεν το σπαλέρ να δείχ’μεν τ’ άσπρα ψύ ατς
Ατότε εκατήβασα Χριστόν και Παναϊας
Πάντα να έτον Κερεκή πάντα να έτον Σάββα
Επέγναμε ση Μολυβά έτρωγαμεν κοσσάραν
Κορτσόπα ντο τερείτ’ εμεν και ντο χαμογελάτε
Σεβτάν ντο έν κ’ εξέρετε τσαχά , λκα κ’ εγροικάτε
Εγώ αγαπω σε κ’ έρχουμαι κι εσύ παραμερίεις μεν
Ντοσίλεον καρδόπον εχ΄ς σιτα, γελώ κλαινίεις μεν
46
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
Αγάπα με μικρόν αρνί’ μ’ άμον ντ’ εποίνες πρώτα
Εσύ την χώραν μη τερείς την κάρδα , σ’ ις για ρώτα
Εγώ εσέν εγάπανα εγώ εσέν θα παίρ’να
Σ’ εσέν τρανόν ομούτ’ είχα κι ολόερα κ’ ετέρν’α
Τ’ ομμάτα, σ’ κρούνε με ισμάρ’ τα φρύδα , σ’ χάιτε ας πάμε
Κανείς να μη γροικούν’ ατο το σεβταλούκ ντ’ ευτάμε
Αύριον θα κρεμάν’νε με αρνόπο μ’ έλα κλάψον
Και τ’ άσπρον λευκομάντηλο σ’ σο γαίμα μ’ έλα βάψον
Όταν ποθάνω ξάι μη κλαίς ξάι μη τρώς την καρδίας
Κλάψω με ατώρα ζωντανόν και χτούπ’σον τα μαλλία σ’
Σ’ ουρανόν πετά πουλίν σην ήν ευτάει ευώραν
Κορτσόπον γαντουρεύν’νε σε και δίν’νε σε τη χώραν
Όταν ακούς το λάλοπο μ’ αρνόπο μ’ πως κοιμάσαι
Κι λες γιοργάνι μ’ άκλερον από πάν’ιμ’ να χά’σαι
Τραγούδ’ εσύ το παλληκάρ’ κι εγώ θα αφουκρούμε
Σύρον τα λόια τη σεβτάς κ’ εγώ θα παλαλούμαι
Εμέν η μάνα μ’ είπε με ντο εν ατό το χάλι σ’
Έναν κορίτσ’ εφίλεσα κ’ έσκισαν το κιφάλι μ’
Δύο κορτσόπα έμορφα γεσίλ’ χορτάρ’ θερίζ’νε
Κάθουνταν κι αναπάουνταν και για τ’ εμέν ταβίζ’νε
Κι ας έρθεν η Σαρακοστή κι α τρώουμεν κοχλίδια
Ατού σ’ ασπρα τα δάχτυλα σ’ υεύν’νε δαχτυλίδια
Σεβτάν έχω σεβτάν πουλώ και σεβταλής γυρίζω
Το σεβταλούν το παλληκάρ’ σα χέρα, μ’ θα τυλίζω
Σα μέσα σ’ να τυλίουμε ση ζωναρί’ σ’ το τόπον
Ση γούλα σ’ να τυλίουμε ση φιλιρί’ σ’ τον τόπον
Ας ση σεβτάν επίασα ας ση σεβτάν εκάγα
Αρνόπο μ’ σ’ εγκαλιόπο σου έπεσα κι ενεπάγα
Η Παναϊα λειτουργά κ’ ο ηγούμενον κοιμάται
Τερέστε τα’ ματόπα μου π’ ατέν ‘κί’ αροθυμάται
47
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
Η Ρωμανία κι αν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο
Δύναμιν δόσ’ μ εσύ Θεέ, χαράν δόσ’ σο καρδόπο μ’
εγώ πολλά επόνεσα, μη γονατίεις το ψόπο μ’
Ση τοξαρί μ’ το σύρσιμον άλλ’ κλαί’ν κι’ άλλ’ τραγωδούνε
άλλ’ καταρούνταν την σεβτάν κι’ άλλ’ την αγάπ’ ‘βλογούνε.
Ράσια και ρασοκέφαλα σα λίβα απές κρυμμένα
ανοίξ’τεν σεβταλή ταφίν και θαψέστεν εμέναν
Έλα αρνόπο μ’ με τ’ εμέν ση Σουμελά ας πάμε
μη αφίντς με μόν’ και μοναχόν κι’ απέσ’ σ’ ορμάνια χάμαι.
Άν αποθάνω εσύ, μη κλαϊς και μη μοιρολογάς με
ζωντανόν μόνον τζίξο με και μη κακολογάς με
Βαθύν ποτάμ ομοίασεν αγάπη μ’ για τ εσένα,
ντο κσύεται ση Θάλασσαν με κύματ αφρισμένα.
Γιατί η αγάπη μ’ για τ εσέν να ζή πουλί μ’ ακόμαν
αφού εσέν εσκέπασεν το έρημον το χώμαν;
Δύναμιν δόσ’ μ εσύ Θεέ, χαράν δόσ’ σο καρδόπο μ’
εγώ πολλά επόνεσα, μη γονατίεις το ψόπο μ’
Ζωή όντ’ είχα εδώκ’ άτο σα πόνια σ’ και σά δάκρας
ντό ειν α σην χαράς πολλά και πλέα α σα μουράτα σ’
Ή Θάλασσα όντες βοά και κρούει σα Θαλασσάκρα
σο νού μ’ όνερα έρχουνταν σ’ ομάτια μ’ μαΰρα δάκρα
Θάψον καρδόπο μ’ τη χαρά σ’ και Θάψον τα μουράτα σ’
όνειρον έτον η χαρά σ’ χαρά σαν τα δάκρα σ’
Ισκιά τ εσόν εγώ είμαι, εσύ, τ’ εμόν ο ήλεν
τ’ ομμάτια σ’ τα παντέμορφα τ’ εμόν ο Ταραήλεν
Καρδίαν, ψύν και δύναμιν, ούλια εσέν’ εδώκα
και την χαράν κ επέντεσα σ’ όσα πόρτας εντόκα
Λέγνε σον πόνον γιατρικόν είναι πάντα τα χρόνια
ατό που, λέει κ’ εγάπεσεν και κ’ έσυρεν ξάϊ πόνια
Μη λέτε με να τραγουδώ, τ’ εμόν η τραγωδία
δακρά και πόνος γίνεται ντό κ’ εχ’ παρηγορίαν
48
Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα
Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα

παραδοσιακή ποντιακή μουσική

  • 1.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο Ερευνητική Εργασία (project) 2ου τετράμηνου 2013-14 Α΄τάξης ΓΕΛ Αξιούπολης Θέμα: Είδη μουσικής « Παραδοσιακή Ποντιακή Μουσική και Τραγούδια» Ονόματα μαθητών: Βούρτη Θεανώ Γρηγοριάδου Γεωργία (Τζέλα) Καλόνικου Μελπομένη (Μένια) Καρυπίδου Βασιλική (Βάσω) Σμυρνάκου Στυλιανή (Στέλλα) Υπεύθυνη καθηγήτρια: Κ. Λυκίδου Σοφία Σχολική χρονιά 2013-2014 Γενικό Λύκειο Αξιούπολης 1 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 2.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Πρόλογος ……………………………………………………………………………………3 Μουσική ………………………………………………………………………………………4 -Η πορεία της μουσικής …………………………………………………… …… 4 Ελληνική Παραδοσιακή Μουσική …………………………………………… 6 -Το Δημοτικό Τραγούδι …………………………………………………………… 6 -Η Κρητική Λαϊκή Μουσική …………………………………………… … 6 -Το Μικρασιάτικο Τραγούδι ………………………………………………… 7 -Τα Ποντιακά Τραγούδια ………………………………………………………… 7 -Το Ρεμπέτικο Τραγούδι ………………………………………………………… 9 -Το Λαϊκό Τραγούδι …………………………………………………………………… 9 Ιστορία Του Εύξεινου Πόντου ……………………………………………… 10 Από Τον Μύθο Στην Ιστορία ………………………………………………… 13 Ποντιακή Διάλεκτος …………………………………………………………………15 Πόλεις Του Εύξεινου Πόντου ………………………………………………… 18 Ονομασίες χορών …………………………………………………………………… 34 Παραδοσιακά Μουσικά Όργανα Του Πόντου ……………………… 38 Παραδοσιακά Ποντιακά Δίστιχα …………………………………………… 43 2 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 3.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο ΠΡΟΛΟΓΟΣ Ξεκινώντας το δεύτερο τετράμηνο κλιθήκαμε στο μάθημα της ερευνητικής εργασίας (project) να επιλέξουμε το θέμα που θα μας ενδιέφερε να ερευνήσουμε. Μετά από πολύωρη συζήτηση και προβληματισμό της ομάδας μας επιλέξαμε να ασχοληθούμε με το ευρύτερο θέμα της μουσικής και συγκεκριμένα να αναζητήσουμε πληροφορίες σχετικά με την παραδοσιακή ποντιακή μουσική. Πρωταρχικός μας στόχος δεν ήταν τόσο να ενημερωθούμε οι ίδιες για το συγκεκριμένο θέμα, καθώς είμαστε γνώστες ορισμένων πραγμάτων διότι συμμετέχουμε ενεργά στην προσπάθεια διάδοσης και διάσωσης του ποντιακού ελληνισμού και της ποντιακής παράδοσης. Προσπάθειά μας για αυτήν την εργασία είναι να μάθουν οι συμμαθητές μας για την Ποντιακή μουσική (καθώς μουσική είναι πολιτισμός, τρόπος ζωής, σκέψης), για τον Εύξεινο Πόντο ( αρχικά Άξενος λόγω της επικίνδυνης Μαύρης θάλασσας ή Καραντενίζ, η ονομασία άλλαξε λόγω του κατεφημισμού που πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες), τις παραδόσεις, κάποια στοιχεία της διαλέκτου (ομηρικής), τους μύθους που διαδραματίζονταν στην συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή (π.χ. ο Προμηθέας), καταγραφές και ιστορικά γεγονότα (π.χ. Αργοναυτική Εκστρατεία, Αμαζόνες που κατοικούσαν στην παλαιά Θεμίσκυρα, νέα Τσαρτσαμπά του Πόντου). Μέσα από τα τραγούδια φαίνεται η βαρύτητα που δινόταν στο θρησκευτικό τομέα. Αναφέρονται στον έρωτα (σεβντά), την αγάπη, τον πόνο, την ξενιτειά. Η Ποντιακή Γενοκτονία έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τα τραγούδια, πολλά βουκολικά (μοιρολόγια). Για την πραγματοποίηση αυτής της εργασίας εργαστήκαμε ομαδικά. Οι πηγές μας ήταν προφορικές παραδόσεις, βιβλία, εγκυκλοπαίδειες και το διαδίκτυο. Ελπίζουμε η εργασία μας να είναι ενδιαφέρουσα και να ευαισθητοποιήσει και τους υπόλοιπους όπως και εμάς. 3 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 4.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο Μουσική Μουσική είναι η τέχνη που βασίζεται στην οργάνωση ήχων με σκοπό την σύνθεση, εκτέλεση και ακρόαση ή λήψη ενός μουσικού έργου. Επίσης και το σύνολο ήχων από το οποίο απαρτίζεται ένα μουσικό κομμάτι. Η μουσική παίρνει το όνομα της από τις εννέα Μούσες της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας. Στην Αρχαία Ελλάδα η μουσική διέφερε σημασιολογικά της σημερινής χρήσης του όρου και περιλάμβανε το σύνολο των τεχνών που βρίσκονταν υπό την προστασία των Μουσών(ο όρος εννοούσε την ποίηση, τη μελωδία και το χορό, ο οποίος καλλιεργήθηκε στο θέατρο).Σήμερα η μουσική έρχεται να καλύψει την ανάγκη του ανθρώπου να εκφράσει με τους ήχους, τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις ψυχικές του καταστάσεις. Τόσο η μουσική όσο και σχετικά με τη μουσική θέματα διαφέρουν από πολιτισμό σε πολιτισμό. Η μουσική χρονολογεί και εξελίσσει την ιστορία της ως παράλληλη με εκείνη της γλώσσας, στην ουσία ως παράλληλη με την ανθρώπινη εξέλιξη. Η γλώσσα χρησιμοποιείται στην έκφραση παραστάσεων και εννοιών, στην ονομασία των πραγμάτων, έτσι και η μουσική, αποδεικνύεται ως απαραίτητη ανάγκη της ζωής στη διερμηνεία της ανθρώπινης ύπαρξης στο σύνολο των εκφράσεων της. Η πορεία της μουσικής Προϊστορική εποχή Πληροφορίες για τη μουσική αυτής της εποχής έχουμε από διάφορα ευρήματα πού έχουν ανακαλυφθεί όπως οστά με επιμήκεις τρύπες(τα οποία έχουν θεωρηθεί ως αυλοί). Αρχαία Ελλάδα Κατά την αρχαϊκή και κλασσική εποχή, ο όρος μουσική εννοούσε τον μουσικά προκαθορισμένο στίχο όπως εμφανιζόταν στα διάφορα ποιητικά είδη και κυρίως στην λυρική ποίηση. Η μουσική της Αρχαίας Ελλάδας ήταν ένα μεγάλο κομμάτι του αρχαίου ελληνικού θεάτρου(μεικτές χορωδίες τραγουδούσαν για διασκεδαστικά, εορταστικά και πνευματικά δρώμενα).Επίσης αποτελούσε σημαντικό κομμάτι της αρχαιοελληνικής παιδείας, όπου τα αγόρια ξεκινούσαν μουσικές σπουδές από έξι χρονών. Αργότερα, η αρχαιοελληνική μουσική δέχτηκε επιρροές από τη Ρωμαϊκή και Βυζαντινή αυτοκρατορία, καθώς και από την μουσική της Ανατολικής Ευρώπης. 4 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 5.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο Οι πρώτες μουσικές παραστάσεις που έχουν σωθεί στην Ελλάδα ανήκουν στον Κυκλαδικό Πολιτισμό και χρονολογούνται από τα τέλη της Γ´ χιλιετίας π.Χ. και απεικονίζουν δύο μουσικά όργανα: μία άρπα και ένα διπλό αυλό. Λίγο αργότερα, γύρω στα μέσα της Β´ χιλιετίας π.Χ. , ο Μινωικός Πολιτισμός μας παρουσιάζει μερικές εικόνες μουσικών σκηνών με λύρες ή διαύλους. Ιδίως τον 7ο αι. π.Χ. υπήρξε μία ταχύτατη άνοδος στο ελληνικό μουσικό πολιτισμό. Στα χρόνια των λυρικών, η ελληνική μουσική είχε φτάσει σε πλήρη ακμή και τη διατηρεί για 200-250 χρόνια. Από τα μέσα του 5ου αι. π.Χ., αρχίζει η καθοδική πορεία της ελληνικής μουσικής. Μια άλλη μεγάλη σελίδα της ελληνικής μουσικής αντιπροσωπεύει η μεσαιωνική, η Βυζαντινή μουσική. Πρόκειται για φωνητική μουσική, μια και η χρήση μουσικών οργάνων απαγορευόταν μέσα στην εκκλησία. Κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο και σε όλη την Τουρκοκρατία η βυζαντινή παράδοση συνεχίστηκε στην εκκλησιαστική μουσική. Μεσαίωνας (500-1400) Το μοναδικό ευρωπαϊκό ρεπερτόριο που διασώζεται και χρονολογείται πριν τις αρχές του 8ου αιώνα είναι το μονοφωνικό λειτουργικό τραγούδι της Ρωμαϊκής Καθολικής Εκκλησίας. Παράλληλα με τις εκκλησιαστικές και ιερές παραδόσεις, υπήρχε μια ζωντανή παράδοση λαϊκών τραγουδιών μη θρησκευτικού χαρακτήρα. Αναγέννηση (1400-1600) Ένα μεγάλο μέρος της διασωθείσας μουσικής της Ευρώπης του 14ου αιώνα είναι λαϊκά τραγούδια. Από τα μέσα του 15ου αιώνα, η πολυφωνία χρησιμοποιούνταν από συνθέτες και τραγουδιστές σε θρησκευτικές συνθέσεις. Νεώτερη Ελληνική Παράδοση Βασίζεται σε δύο στοιχειά: τη βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική και τη λαϊκή μουσική, που πιθανότατα προέρχεται από τη βυζαντινή λαϊκή μουσική, μολονότι σε ορισμένες από τις πιο απομονωμένες περιοχές έχει διατηρήσει και ορισμένα αρχαία ελληνικά η άλλης προέλευσης κατάλοιπα. Η λαϊκή μουσική της Ελλάδας είναι ελάχιστα γνωστή σε σχέση με τη λαϊκή μουσική άλλων χωρών. 5 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 6.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο Ελληνική Παραδοσιακή Μουσική Η παραδοσιακή μουσική είναι ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια της ελληνικής μουσικῆς μας παράδοσης και απαρτίζεται από τα εξής κομμάτια: τα δημοτικά τραγούδια, την κρητική λαϊκή μουσική, το μικρασιάτικο, το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι. Το Δημοτικό Τραγούδι Το Δημοτικό Τραγούδι αποτελεί την έκφραση του συναισθηματικού κόσμου του λαού. Η μουσική και ο λόγος είναι τα δύο κύρια συστατικά του στοιχεία και συχνά συνοδεύονται από χορό. Οι ρίζες του είναι πολύ βαθιές αν και πέρασε από διάφορες φάσεις εξέλιξης της μορφής και του περιεχομένου του. Το δημοτικό τραγούδι απέκτησε συναισθηματικό χαρακτήρα με την εξέλιξη του πολιτισμού, χωρίς όμως να πάψει να αποτελεί ομαδική εκδήλωση και να είναι κτήμα ολόκληρου του λαού, που το θεωρεί δημιούργημά του. Στους αιώνες που ακολούθησαν, επικράτησαν νέες ιστορικός και κοινωνικές συνθήκες, που αποτυπώθηκαν κι αυτές σε άλλα δημοτικά τραγούδια, ακριτικά, ιστορικά, μοιρολόγια, κλέφτικα κ.α. Σήμερα το δημοτικό τραγούδι βρίσκεται σε φανερή κάμψη και έχει γίνει ένα είδος της παράδοσης. Η Κρητική Λαϊκή Μουσική Η Κρητική Λαϊκή Μουσική είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο της ελληνικής μουσικῆς. Πλούσια σε παράδοση και αισθητικά καταξιωμένη, ἡ κρητική μουσική είναι ένα μοναδικό μέσο για την έκφραση των συναισθημάτων αυτού του δημιουργικού και ανήσυχου λαού. Υπάρχουν δύο μεγάλες κατηγορίες μουσικών ειδών: α) η μουσική των χορών, που έχει χωρισθεί σε ένα είδος μουσικής που ονομάζεται «συρτός χορός», το οποίο συνήθως τραγουδιέται και σπανιότερα χορεύεται, και β) η μουσική των τραγουδιών, που με διάφορους σκοπούς δημιουργούν τραγούδια, όπως οι μπαλάντες, τα ερωτικά, τα ιστορικά και τα σατυρικά. 6 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 7.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο Το Μικρασιάτικο Τραγούδι Το Μικρασιάτικο Τραγούδι διαμορφώθηκε στα Δυτικά και Βορειοδυτικά παράλια, στον Πόντο, την Καππαδοκία και τέλος τη Γαλατία, τη Λυκαονία και τη Λυκία. Στα Δυτικά και Βορειοδυτικά παράλια το μικρασιάτικο τραγούδι έχει τις απαρχές του στο ξεκίνημα του Β´ αιώνα, όταν οι Έλληνες από την Ιωνία, την Αιολία και την Προποντίδα, έφεραν το δικό τους μουσικό υλικό από τον τόπο καταγωγής τους και το συνταίριασαν με διάφορα νέα υλικά που βρήκαν στη νέα τους πατρίδα. Το τραγούδι αυτό διαφέρει στον στίχο και τη μουσική σε αρκετά σημεία από τα αυστηρά παραδοσιακά πλαίσια του δημοτικού τραγουδιού, παρουσιάζοντας πολλά από τα χαρακτηριστικά, που θα επενεργήσουν αργότερα στη διάπλαση του ύφους του ρεμπέτικου τραγουδιού. Το τσιφτετέλι, ὁ χασάπικος και ὁ ζεϊμπέκικος θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως μικρασιάτικοι χοροί. Τα Ποντιακά Τραγούδια Τα Ποντιακά τραγούδια χωρίζονται σε δύο κατηγορίες ανάλογα με τα κείμενα και τη μουσική που χρησιμοποιούν: α) στα έντονα ιδιωματικά, που προέρχονται από τον Ανατολικό Πόντο και ιδιαίτερα από τη Ριζούντα, Τραπεζούντα, Αργυρούπολη και Νικόπολη, και β) στα πιο κοινά, δηλαδή πιο προσιτά στο μέσο Έλληνα, που προέρχονται από το Δυτικό Πόντο και ιδιαίτερα από την Κερασούντα, την Οινόη και την Ινεάπολη. Τα τραγούδια του Δυτικού Πόντου είναι πιο ήρεμα και πιο εκλεπτυσμένα από του Ανατολικού και έχουν μεγαλύτερη σχέση με εκείνα της Δυτικής και Βορειοδυτικής Μικρασίας, των νησιών του Αιγαίου και της Θράκης. Στα ποντιακά τραγούδια υμνείται ο έρωτας, ο θρίαμβος της φυλής και οι συμφορές της.. Επίσης παίζουν και τραγουδούν ενάντια στο θάνατο υμνούν την ποντιακή γη και τις ομορφιές της εκφράζουν την ομορφιά και την χαρά της ζωής και τον πόνο. Τραγουδούν επίσης τον ξεριζωμό από την πατρίδα τους , τραγουδούν την αγάπη τους για το ωραίο, το γνήσιο και το παραδοσιακό. Το ποντιακό τραγούδι μένει διαχρονικό. Από γενιά σε γενιά μεταδίδεται αυτή η παράδοση των προγόνων και μ αυτό τον τρόπο σύγχρονα 7 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 8.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο ποντιόπουλα υιοθετούν τα διδάγματα της ομορφιάς των ποντιακών τραγουδιών. Η ανάπτυξη των ποντιακών τραγουδιών χωρίζεται σε 3 μεγάλες περιόδους. 1η περίοδος είναι η βυζαντινή περίοδος από τον 10ο αιώνα μ.Χ μέχρι την άλωση της Τραπεζούντας από τους Τούρκους το 1461 μ.Χ. Τα τραγούδια αυτά είναι τα έπη των ακριτών(ακριτικά τραγούδια). 2η περίοδος είναι η μεταβυζαντινή από τον 15ο αιώνα έως και τον 19ο αιώνα. Τα τραγούδια αυτά εκφράζουν τον θρήνο για την εθνική συμφορά με την άλωση της πόλης και από την άλλη την ελπίδα για την αναγέννηση του έθνους. 3η περίοδος είναι η σύγχρονη. Σε αυτήν είναι όλα τα νεότερα τραγούδια που ασχολούνται με την κοινωνική ζωή και αποτελούν την συνέχιση της ποντιακής παράδοσης. Η γλώσσα που χρησιμοποιείται στα ποντιακά τραγούδια είναι η ποντιακή διάλεκτος, ελληνικότατη και εκφραστικότατη. Ο ρόλος των ποντιακών τραγουδιών είναι σημαντικός. Μεταφέρουν από γενιά σε γενιά την ιστορία των προγόνων, την δυστυχία που υπέστησαν οι Έλληνες στη γη του Πόντου, την υψηλή ιδέα της ελευθερίας και την αισιοδοξία ότι :'' η Ρωμανία κι αν επέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο'' που σημαίνει το έθνος και αν σκλαβώθηκε θα αναστηθεί και πάλι. 8 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 9.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο Το Ρεμπέτικο Τραγούδι Το ρεμπέτικο τραγούδι είναι το ελληνικό αστικό τραγούδι στη απαρχή του. Εξελίχθηκε μέσα από την ελληνική μουσική παράδοση, του δημοτικού τραγουδιού και των κλέφτικων από τους κατοίκους των ελληνικών πόλεων. Τα πρώτα ρεμπέτικα ακούσματα άρχισαν να σημειώνονται στην Αθήνα στις φυλακές του Μεντρεσέ το 1834 τα λεγόμενα "μουρμούρικα". Την ίδια εκείνη εποχή οι Βαυαροί προσπαθούσαν να εισάγουν στη τότε αθηναϊκή κοινωνία τις καντρίλιες και την πόλκα. Αντίθετα στη πλατεία του Ψυρρή τα μουρμούρικα, και τα σεβνταλίδικα άρχισαν να βρίσκουν ανάπτυξη. Στις αρχές του 1900 τα ρεμπέτικα αποτελούσαν το λαϊκό τραγούδι των φτωχών συνοικιών των κυριοτέρων πόλεων. Την ίδια εποχή εμφανίζονται στον Πειραιά ως πρωτορεμπέτικα τα λεγόμενα "γιαλάδικα", που πήραν τ΄ όνομά τους από τη συχνά επαναλαμβανόμενη λέξη "γιάλα -γιάλα" ή "αμάν γιάλα" ή "γιαλελέλι". Μετά το 1922 έγινε μίξη των τραγουδιών μ΄ εκείνα της Μικράς Ασίας και του Βοσπόρου, με έντονη την εμφάνιση του αμανετζίδικου λαϊκού τραγουδιού. Τότε εμφανίζονται και τα περισπούδαστα του είδους Καφέ Αμάν όπου το ρεμπέτικο τραγούδι άρχισε ν΄ αναπτύσσεται ευρύτατα μέχρι το 1936 όταν και απαγορεύτηκαν θεωρούμενα ως τουρκοειδή. Σημειώνεται πως ένα χρόνο πριν το 1935, τα αμανετζίδικα είχαν απαγορευτεί στη Τουρκία θεωρούμενα ως κατάλοιπο ελληνικό μουσικό είδος. Το Λαϊκό Τραγούδι Αυτό που στην εποχή μας ονομάζουμε λαϊκό τραγούδι, θα μπορούσαμε να το προσδιορίσουμε ακριβέστερα ως αστικό λαϊκό τραγούδι των πόλεων. Διότι, ποιος είναι αυτός που θα μπορούσε να πει πως το λεγόμενο δημοτικό, δεν είναι λαϊκό τραγούδι; Θα λέγαμε λοιπόν πως από την μία έχουμε το λαϊκό τραγούδι της υπαίθρου(δημοτικό) και από την άλλη το λαϊκό τραγούδι των αστικών κέντρων(λαϊκό).Αυτός ο διαχωρισμός είναι απαραίτητος αφενός μεν διότι το πρώτο το δημοτικό παρουσιάζει ευρεία ποικιλομορφία ακουσμάτων και οργάνων από τόπο σε τόπο, ενώ το δεύτερο είναι η ζώσα λαϊκή μουσική μας που αναπτύσσεται και εξελίσσεται συνεχώς. Αφετέρου δε, από τα πρώτα χρόνια που αρχίζει να διαμορφώνεται, παρουσιάζει μια εκπληκτική ομοιομορφία σε όλο το γεωγραφικό εύρος της ελληνικής παρουσίας και δράσης. Λαϊκό λοιπόν είναι εκείνο το τραγούδι που παράγεται κατά βάση από αυτοδίδακτους, εμπειρικούς καλλιτέχνες και απευθύνεται κυρίως στις πλατιές λαϊκές μάζες. 9 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 10.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο H Ιστορία του Πόντου Το όνομα Πόντος, ως γεωγραφική ενότητα, στην αρχαιότητα περιλάμβανε τις παράλιες περιοχές του Ευξείνου Πόντου. Πόντος, κατά τον Ηρόδοτο, τον Ξενοφώντα και άλλους αρχαίους ιστοριογράφους ονομάζεται η επιμήκης και ευρεία παραλιακή χώρα του Ευξείνου Πόντου, η οποία από χωροταξική άποψη περιλαμβάνει τα εδάφη ανάμεσα στο Φάση ποταμό, κοντά στον οποίο βρίσκεται η σημερινή πόλη Bατούμ της Γεωργίας, και την Ηράκλεια την Ποντική . Πολλοί γεωγράφοι και ιστορικοί οριοθετούν τα δυτικά του σύνορα από τις εκβολές του ποταμού Άλυ, κοντά στην πόλη Σινώπη, την πρώτη ελληνική αποικία στον Εύξεινο Πόντο. Στο εσωτερικό η περιοχή εκτείνεται σε βάθος 200 έως 300 χιλιομέτρων, οριοθετημένη από την ίδια τη φύση που τη διαχώρισε από την υπόλοιπη Mικρά Ασία με τις απροσπέλαστες οροσειρές του Σκυδίση, του Παρυάδρη και του Αντίταυρου. Το ορεινό και άγονο σε γενικές γραμμές έδαφος του Πόντου ευτύχησε να διαρρέεται από τους ποταμούς Άλυ, Ίρη, Μελάνθιο, Θερμώδοντα, Xαρσιώτη, Πρύτανη, Πυξίτη, Kαλοπόταμο και πολλούς παραποτάμους, που αποτελούν ευλογία και πηγή ζωής του τόπου. H παρουσία των Ελλήνων στην περιοχή του Πόντου χρονολογείται από την αρχαιότητα. Οι Έλληνες θαλασσοπόροι, αφού κατέκτησαν από την εποχή του χαλκού τις ακτές του Aιγαίου Πελάγους, με τα βελτιωμένα ποντοπόρα πλοία τους, αποτόλμησαν να γνωρίσουν και την αφιλόξενη θάλασσα του Ευξείνου Πόντου με τις μακρινές και απροσπέλαστες παραλίες και οροσειρές. Στη βόρεια πλευρά, η γνώση μας είναι τελικά ακόμη πιο περιορισμένη. Η πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης απέναντι στους εκεί Πόντιους υπήρξε κυριολεκτικά κυκλοθυμική –από την προσπάθεια κωδικοποίησης της γλώσσας και αναπροσαρμογής της γραφής της, τη δεκαετία του ’20, ως τους διωγμούς και τις προσπάθειες βίαιης αφομοίωσης στα τέλη της δεκαετίας του ’30– πολιτική την οποία, αν και χαλάρωσε, λίγο άλλαξε ως την εποχή του Γκορμπατσόφ. Μεγάλος αριθμός Ποντίων εκτοπίστηκε στην Κεντρική Ασία και κάποιοι, όπως ο Λάκι Κασόγλου (γ. 1939), εξακολουθούν σήμερα να κάνουν καριέρα στο Καζαχστάν. Ανάλογες περιπτώσεις υπήρξαν ο σπουδαίος Γιώργος Μορφέσσης (1882-1957), ο Γιάννης Βουτυράς (1914-1976) και η Ξένια Γεωργιάδη (γ. 1949)· κοινό χαρακτηριστικό τους ότι δεν είχαν καμία σχέση με την ποντιακή παράδοση. Η περιοχή δυτικά της Κριμαίας, καθώς και η δυτική παραλία της Μαύρης Θάλασσας τείνουν να μη θεωρούνται Πόντος· αν και υπήρχαν και εδώ ακμάζουσες ελληνικές κοινότητες, πολλές από τις οποίες εγκαταλείφθηκαν 10 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 11.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, όπως λόγου χάριν η Αγχίαλος της Βουλγαρίας. Οι μουσικές παραδόσεις αυτών των τόπων είναι βέβαια διαφορετικές, αντικατοπτρίζοντας τους συσχετισμούς με άλλους πληθυσμούς –Βουλγάρους, Ρουμάνους, Μολδαβούς, Γκαγκαούζους κ.ά.– αλλά και στενότερους δεσμούς με τις παραδόσεις που αναπτύσσονται στη Βόρεια Ελλάδα. Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου Οι Πόντιοι από το 1461 και έπειτα γνώρισαν διωγμούς και προσπάθειες για το εξισλαμισμό και εκτουρκισμό. Η απόφαση για την εξόντωση των Ελλήνων (και Αρμένιων) πάρθηκε από τους Νεότουρκους το 1911, εφαρμόστηκε κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου και ολοκληρώθηκε από το Μουσταφά Κεμάλ στην περίοδο 1919 - 1923. Τον Δεκέμβριο του 1916 εκπονήθηκε από τους Εμβέρ και Ταλαάτ, ηγέτες των Νεότουρκων, σχέδιο εξαφάνισης των Ποντίων που προέβλεπε, «άμεση εξόντωση μόνον των ανδρών των πόλεων από 16-60 ετών και γενική εξορία όλων των ανδρών και γυναικόπαιδων των χωριών στα ενδότερα της Ανατολής με πρόγραμμα σφαγής και εξόντωσης». Η ήττα της Τουρκίας από τις δυνάμεις της Αντάντ έφερε μια προσωρινή ανάπαυλα στο σχέδιο εξόντωσης των Ελλήνων. Η νέα τουρκική κυβέρνηση υποχρεώθηκε να δώσει άδειες επιστροφής σε όσους εξόριστους είχαν επιβιώσει. Η διεθνής τάση μετά την λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου για την αυτοδιάθεση των λαών, δημιούργησε προσδοκίες και στον Ελληνισμό του Πόντου. Εξέχοντες Πόντιοι συνέλαβαν την ιδέα της δημιουργίας της Ανεξάρτητης Δημοκρατίας του Πόντου. Με υπομνήματα και παραστάσεις προς τους εκπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων, προτείνουν τη δημιουργία κρατικής οντότητας σχέδιο όμως που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Αντίθετα με την αποβίβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα την 19 Μαΐου 1919, αρχίζει η δεύτερη και σκληρότερη φάση της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Ελάχιστο μέτρο αντίδρασης στην προμελετημένη γενοκτονία υπήρξε το αντάρτικο του Πόντου, όπου οι Έλληνες στις ορεινές κυρίως περιοχές αντιστάθηκαν στις δολοφονίες. Η Μαύρη Βίβλος του Κεντρικού Συμβουλίου των Ποντίων αναφέρει σχετικά με τη γενοκτονία τα εξής: «οι σφαγέντες και οπωσδήποτε εξολοθρευθέντες Έλληνες του Πόντου από το 1914 μέχρι το 1922 ανέρχονται εις τους εξής αριθμούς»: Περιφέρεια Αμάσειας : 134.078, Περιφέρεια Ροδοπόλεως :17.479, Περιφέρεια Χαλδείας - Κερασούντας: 64.582, Περιφέρεια Νεοκαισαρείας: 27.216, Περιφέρεια. Τραπεζούντας:38.435, Περιφέρεια Κολωνίας: 21.448: Σύνολο: 303.238 άτομα». Μέχρι την άνοιξη του 1924 το μαρτυρολόγιο των Ποντίων περιέλαβε 11 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 12.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο ακόμα 50.000 θύματα, συνολικά δηλαδή ο αριθμός των Ποντίων που δολοφονήθηκαν έως το Μάρτιο του 1924 ήταν 353.000, ποσοστό που ξεπερνάει το 50% του συνολικού πληθυσμού των Ποντίων. Η γενοκτονία ανάγκασε τους Πόντιους να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να μετοικήσουν στην Ελλάδα, στην ΕΣΣΔ (εκεί διώχθηκαν από το σταλινικό καθεστώς την περίοδο του μεσοπολέμου), το Ιράν, στη Συρία, και αλλού (Αυστραλία, ΗΠΑ). 12 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 13.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο 13 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα Από το μύθο στην ιστορία Η αφετηρία της ιστορίας του Ποντιακού Ελληνισμού βυθίζεται μέσα στην ομίχλη του θρύλου της Αργοναυτικής εκστρατείας, και ο θρύλος αυτός έχει την αρχή του στο μύθο του Φρίξου και της Έλλης. Ο Φρίξος, γιος της Νεφέλης και του Αθάμαντα, βασιλιά του Ορχομενού στη Βοιωτία, συκοφαντημένος βαριά από τη δεύτερη γυναίκα του πατέρα του, την Ινώ, οδηγείται στον τόπο της θυσίας. Ξαφνικά όμως, και ενώ η αδελφή του η Έλλη κλαίει για τον επικείμενο χαμό του, ένα χρυσόμαλλο κριάρι κατεβαίνει από τον ουρανό και στέκεται μπροστά. Τα δύο παιδιά πηδάνε στη ράχη του και το κριάρι ξανανεβαίνει στον ουρανό, τραβώντας προς την ανατολή… Όταν περνάνε ωστόσο πάνω από μια στενή θάλασσα, η Έλλη ζαλίζεται και πέφτει μέσα! Και από τότε η θάλασσα αυτή λέγεται Ελλήσποντος, γιατί πόντος στα αρχαία σήμαινε θάλασσα. Μόνος του, λοιπόν, ο Φρίξος συνεχίζει το ταξίδι του, προχωράει στον Εύξεινο Πόντο, και τερματίζει σε μια παραλιακή πόλη, την Κολχίδα. Εκεί θυσιάζει το κριάρι στο Δία για να τον ευχαριστήσει που τον έσωσε και χαρίζει το δέρμα του ζώου στον τοπικό βασιλιά Αιήτη. Το δέρμα αυτό, που είχε χρυσά μαλλιά, ο Αιήτης το κρεμάει σε μια βελανιδιά και βάζει να το φυλάει ένας ακοίμητος δράκοντας. Αυτή είναι η πρώτη επαφή του μητροπολιτικού ελληνισμού με τον Πόντο, με τη μυθική της βέβαια, έκφραση, που κρύβει φιλότιμα τον ιστορικό πυρήνα της. Η δεύτερη επαφή, πιο δυναμική και προγραμματισμένη, έστω και μυθολογική και όχι τυχαία, όπως η πρώτη, έγινε με την Αργοναυτική εκστρατεία. Το θρυλικό γεγονός ότι κάπου μακριά στην Ανατολή, στη χώρα της Κολχίδας, υπήρχε ένα χρυσόμαλλο δέρμα, απομεινάρι του κριαριού του Φρίξου, αναστάτωνε τη φαντασία και τα όνειρα κάθε χρυσοθήρα της εποχής. Και το κοινό μυστικό, ότι στα παράλια της μακρινής Κολχίδας υπάρχει χρυσάφι, αποκαλύφθηκε, πάλι σαν παραμύθι, από τη θεά Ήρα στον ευνοούμενό της Ιάσονα, γιο του βασιλιά της Ιωλκού Αίσονα. Τη στιγμή της αποκάλυψης όμως, ο Αίσονας δεν ήταν βασιλιάς. Προ πολλού τον είχε εκθρονίσει βίαια ο αδελφός του Πελίας. Ο Ιάσονας παρουσιάστηκε μπροστά στο σφετεριστή θείο και του ζήτησε να φύγει από το θρόνο για ν' ανέβει σ' αυτόν ο νόμιμος βασιλιάς, ο πατέρας του Αίσονας. Ο Πελίας τον καλόπιασε και του πρότεινε να κάνει κάποιο κατόρθωμα, με την ελπίδα να τον απομακρύνει από κοντά του και να τον εξοντώσει. Ο Ιάσονας δέχτηκε την πρόταση και είπε ότι θα πάει να φέρει από την Κολχίδα το Χρυσόμαλλο δέρας. Μ' αυτόν τον τρόπο άρχισε η Αργοναυτική εκστρατεία, που ονομάστηκε έτσι από το πλοίο Αργώ, το οποίο κατασκεύασε ο ξακουστός ναυπηγός Άργος, γιος του Φρίξου, με τη βοήθεια της θεάς Αθηνάς. Πενήντα μυθικοί ήρωες πήραν μέρος σ' αυτήν την εκστρατεία που ξεκίνησε από την Ιωλκό, μια πόλη κοντά στο σημερινό Βόλο. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονταν ο πατέρας του Αχιλλέα Πηλέας, ο Ηρακλής, ο Ορφέας, ο Τίφης, ο Θησέας, ο Εύφημος, ο Μελέαγρος, οι Διόσκουροι Κάστορας και Πολυδεύκης, ο Ζήτης, ο Καλάης, ο Πειρίθοος, ο πατέρας του Αίαντα Τελαμώνας, ο Αμφίαρχος, ο πατέρας του Οδυσσέα Λαέρτης, ο Οϊλέας, ο Άδμητος και άλλοι, ανάμεσά στους οποίους και η μοναδική γυναίκα Αταλάντη. Πρόκειται για την πρώτη ομαδική συλλογική ενέργεια των Ελλήνων, πριν από την άλλη αποικιστική εκστρατεία τον Τρωικό πόλεμο και, όπως βλέπουμε, σ' αυτήν εδώ παίρνουν μέρος οι γονείς των Τρωικών ηρώων, δηλαδή μια γενιά παλαιότερη. Ο στόχος ήταν ίδιος, η κατάκτηση της Ανατολής και ο αποικισμός της. Η δεύτερη εκστρατεία, όμως, βρήκε μεγάλη αντίσταση από τις ακμάζουσες πόλεις της Τροίας, ενώ τούτη, η πρώτη, στάθηκε κάπως πιο εύκολη και πιο παραμυθένια.
  • 14.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο 14 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 15.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο Η ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ Η Ποντιακή διάλεκτος είναι η μία από τις δύο μικρασιατικές διαλέκτους ( η άλλη είναι η καππαδοκική διάλεκτος, που στις μέρες μας έχει, σχεδόν ολότελα, εξαφανιστεί ως ομιλούμενη και μόνο ως μουσειακή ή αρχειακή γλωσσική μορφή είναι πια αντικείμενο μελέτης ). Με την ποντιακή διάλεκτο συμβαίνει, εδώ και πολλά χρόνια, το εξής παράδοξο: ενώ κάθε διάλεκτος είναι συνδεδεμένη με μια ορισμένη γεωγραφική περιοχή ( γι’αυτό και ο όρος γεωγραφικές ποικιλίες ), η ηπειρωτική στην Ήπειρο, η θρακιώτικη στη Θράκη κ.ο.κ., η ποντιακή διάλεκτος δεν έχει γεωγραφική έννοια σήμερα, δεν είναι, δηλαδή, συνδεδεμένη με συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Αυτό συνέβη μετά το 1922, όταν ( με τη συνθήκη της Λωζάννης του 1923 για την ανταλλαγή των πληθυσμών Ελλάδας και Τουρκίας, που υπέγραψαν ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Κεμάλ Ατατούρκ ), οι Έλληνες του Πόντου ήρθαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν σε όλα, σχεδόν, τα μέρη της, και σε αστικά κέντρα και, κυρίως, στην ύπαιθρο, σε χωριά και κωμοπόλεις όλης της χώρας. Βέβαια, ο κύριος όγκος των Ποντίων προσφύγων εγκαταστάθηκε στη Μακεδονία και τη Θράκη, πολλοί όμως έμειναν στην Αθήνα, τον Πειραιά, τη Θεσσαλονίκη και άλλες μεγάλες και μικρές πόλεις. Η ποντιακή είναι μία από τις περισσότερο μελετημένες, αν όχι η πιο μελετημένη, από τις νεοελληνικές διαλέκτους. Ο λόγος είναι η αρχαϊκή και μεσαιωνική της μορφή που ενωρίς επέσυρε το ενδιαφέρον μεγάλων γλωσσολόγων. Η άποψη ότι η ιστορία της γλώσσας ενός λαού είναι και η ιστορία του λαού αυτού ( και αντίστροφα ) επιβεβαιώνεται και στην περίπτωση της ποντιακής διαλέκτου. Πράγματι, οι ιστορικές συνθήκες στις οποίες έζησε ο λαός που κατοίκησε την περιοχή του Πόντου αντικατοπτρίζονται στις αλλαγές της γλώσσας του. Έτσι μπορούμε, σήμερα, να διαπιστώσουμε στην ποντιακή διάλεκτο τις αρχικές καταβολές των πρώτων Ελλήνων αποίκων, των Ιώνων της Μιλήτου, από τις αρχές του 8ου αι. π.Χ. Κατόπιν, τον μεσαιωνικό χαρακτήρα που προσέδωσε στην ποντιακή ο μακραίωνος βυζαντινός βίος. Ύστερα, την εκτεταμένη λεξιλογική και συντακτική ( σε άλλες μικρασιατικές διαλέκτους, και γραμματική) επίδραση της τουρκικής γλώσσας που επέβαλε η μακρόχρονη τουρκική υποδούλωση. Τέλος, αρκετά λεξικά και μορφηματικά στοιχεία που δανείστηκε η ποντιακή από διάφορες γλώσσες με τις οποίες ήρθε σε επαφή στα νεώτερα χρόνια ( γλώσσες ιδίως καυκασιανές, ρωσική, αρμενική, κ.ά.) όπως πέσκος ( σόμπα ), παμιτόρ ( ντομάτα ) – άβα ( γραμματικό μόρφημα για θηλυκά ονόματα σε διάφορες σημασίες ), κ.ά. Ένα από τα κύρια πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της ποντιακής, εκείνο « που κυρίως αποτελεί το θεμελιωδέστερον γνώρισμα της καταγωγής της διαλέκτου είναι η προφορά ως ε του η » δηλαδή, η διατήρηση στην ποντιακή της αρχαίας ιωνικής προφοράς του η: άκλερος, νύφε, πεγάδιν, 15 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 16.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο κλέφτες, εγάπεσα, ζεμία, έτον, κεπίν (κηπίον, μικρός κήπος ), κλέμαν (κλήμα), πρέσκουμε (πρήσκομαι, πρήζομαι), σκωλέκιν (σκωλήκιον, σκουλήκι), συνέλ’κος (συνήλικος), επέρα (επήρα, πήρα), εκοιμέθα (εκοιμήθην, κοιμήθηκα), χέρος (χήρος), κ.ά. Ένα άλλο χαρακτηριστικό της ποντιακής που δείχνει την ιωνική καταγωγή της είναι η διατήρηση του ιωνικού συμφωνικού συμπλέγματος σπ αντί του κοινού σφ: σπάζω (σφάζω), σπίγγω (σφίγγω), σπιχτός (σφιχτός), ασπαλώ και ασπαλίζω (ασφαλίζω, κλειδώνω), ανασπάλω (ανα-σφάλω, λησμονώ), κ.ά. Τέλος, διάφορες λέξεις-λείψανα της ιωνικής: κοσσάρα (κότα, ιων. κόσσα), έγκα (έφερα, ιων. ήνεικα, αττ. ήνεγκα), φορή (φορά) καθώς και το περίφημο και μοναδικό στην ποντιακή αρνητικό μόριο κι (δεν) ιωνικό-ομηρικό ουκί. Μια ανάλυση της ποντιακής μπορεί να αποδείξει ότι η διάλεκτος αυτή δεν έχει παρά ελάχιστες ιδιαιτερότητες περιθωριακής και όχι δομικής μορφής, που τη διακρίνουν από τη νεοελληνική κοινή και τις άλλες νεοελληνικές διαλέκτους. Έτσι: Στη Φωνολογία, και το φωνηεντικό και το συμφωνικό σύστημα της ποντιακής δεν διαφέρουν από το σύστημα της κοινής νεοελληνικής και των άλλων διαλέκτων. Η ποντιακή διαθέτει τα φωνήεντα της κοινής νεοελληνικής a,o,u,e,i: έρχουμαι, ακόμαν, άνθρωπος, αντρίζ’νε, εκείνος, εκατήβα. Διαθέτει επίσης δύο δίφθογγους a και o, που προήλθαν από τη συναλοιφή των ia και io: Βασιλaδες, τελoνω. Το συμφωνικό σύστημα της ποντιακής περιλαμβάνει τα 20 σύμφωνα της κοινής νεοελληνικής και, επιπλέων, τα παχιά συριστικά, ηχηρά και άηχα, σ, ζ, τς, τζ, ξ, ψ : καμίσα, ανάσκελα, χαλάζα, τσαίρa, φουρουτζής, δεξός, ανέψα. Στη Μορφολογία, η κλίση των πτωτικών (ουσιαστικών, επιθέτων, αντωνυμιών, μετοχών) και των ρημάτων εντάσσεται δομικά στο κλιτικό σύστημα της νεοελληνικής και στις άλλες νεοελληνικές διαλέκτους. αναφέρονται παραδειγματικά κλιτικοί τύποι ουσιαστικών: • Ο αφέντης, τη αφέντη, τον αφέντη, αφέντη (ή αφέντα), οι αφεντάδες(-άδοι), των αφεντίων, τοι αφεντάδες (-άδους), αφεντάδες. • Ο πετεινόν, τη πετεινού, τον πετεινόν, πετεινέ, οι πετεινοί, των πετεινών, τοι πετεινούς, πετεινοί. • Το παιδίν, τη παιδί (ου), το παιδίν, παιδίν, τα παιδία, των παιδίων, τα παιδία, παιδία. Κλιτικοί τύποι ρημάτων: •Φανερώνω, φανερών(ει)ς, φανερώντς, φανερών(ει), φανερώνομε, φανερώνετε(ν), φανερών(ου)νε. Εφανέρωνα, -ες, -ε(ν), -αμε, - ετε(ν), - αν(ε). Εφανέρωσα, -ες, -ε(ν), -αμε, - ετε(ν), -αν(ε). Στη Σύνταξη, παρά τις επιμέρους επιδράσεις της τουρκικής, έχουμε σύνταξη νεοελληνικού λόγου. Προπαντός έχουμε τα ίδια, από δομική άποψη, λεκτικά 16 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 17.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο σύνολα. Με άλλα λόγια, τα σύνολα λέξεων λειτουργούν στην ποντιακή κατά τον ίδιο τρόπο όπως και τα αντίστοιχα σύνολα στην κοινή νεοελληνική. Τέλος, στο λεξιλόγιο, η επίδραση της τουρκικής υπήρξε αναμφίβολα εκτεταμένη. Οι λέξεις της τουρκικής στην ποντιακή είναι περισσότερες από ότι σήμερα στην κοινή ή στα άλλα ελλαδικά ιδιώματα. Ίσως λεξιλογικά θα μπορούσαμε να συγκρίνουμε την ποντιακή με την ομιλούμενη γλώσσα στην Ελλάδα μετά την τουρκοκρατία, πριν επιχειρηθεί ο εξελληνισμός του λεξιλογίου της νέας ελληνικής, ο οποίος, ως γνωστόν, αντικατέστησε πολλές τουρκικές και άλλες ξένες λέξεις με ελληνικές (παλαιστής αντί πεχλιβάνης, ζωέμπορος αντί τσαμπάζης, κ.τ.λ.). Οπωσδήποτε οι τουρκικές λέξεις είναι λιγότερες στην ποντιακή από ότι στις άλλες μικρασιατικές διαλέκτους. Όλα αυτά όμως αναφέρονται σε ποσοτικές σχέσεις. Γιατί από ποιοτική άποψη η λεξιλογική επίδραση της τουρκικής στον κύριο κορμό της ποντιακής υπήρξε ελάχιστη, αν όχι μηδαμινή. Το συμπέρασμα από τη συνοπτική αυτή πραγμάτευση είναι: α) ότι η ποντιακή διάλεκτος διατήρησε, σε γενικές γραμμές, τα χαρακτηριστικά που έχουν η νεοελληνική κοινή και οι νεοελληνικές διάλεκτοι, και δεν διαφοροποιήθηκε απ’ αυτές στη γραμματική δομή της, δηλαδή τη φωνολογική, τη μορφολογική, τη συντακτική και τη λεξιλογική, και β) ότι, συνεπώς, οι ξένες επιδράσεις που δέχτηκε, προπάντων της τουρκικής, εν μέρει στη σύνταξη και εκτεταμένα στο λεξιλόγιο, δεν αλλοίωσαν την ελληνική της φυσιογνομία, γιατί διέθετε τους αναγκαίους εσωτερικούς μηχανισμούς και ισχυρή αφομοιωτική δύναμη για τη μορφολογική ένταξη των ξένων στοιχείων, και μάλιστα των τουρκικών, στο γραμματικό της σύστημα, που παρέμεινε αμιγώς ελληνικό. 17 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 18.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο ΠΟΛΕΙΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ ΑΜΙΣΟΣ (SAMSUN) Η σημερινή Σαμψούντα της Τουρκίας, πόλη του δυτικού Πόντου, στα παράλια της Μαύρης θάλασσας. Αλλά και η λέξη Σαμψούντα έχει τη ρίζα της από την Αμισό: εις Αμισόν - σ' Αμισόν - σ' Αμσόν - Σαμψούν Η Αμισός τον 19ον αιώνα είχε περί τις 1000 οικογένειες. Απ'; αυτές 500 οικογένειες ήσαν Ελληνικές και 150 Αρμενικές. Είχε δυο Ελληνικές συνοικίες. Η πρώτη συνοικία ονομαζόταν συνοικία Καδίκιογλου και είχε 350 σπίτια. Είχε δυο εκκλησίες και δυο σχολεία. Το ένα σχολείο ήταν καθαρά Ελληνικό και το άλλο ήταν αλληλοδιδακτικό. Η δεύτερη συνοικία είχε 150 οικογένειες, με ένα Ελληνικό σχολείο και ένα αλληλοδιδακτικό, ως επίσης και ένα Παρθεναγωγείο. Η γύρω επαρχεία είχε περί τους 8000 κατοίκους, από τους οποίους ήσαν 2000 Έλληνες Τουρκόφωνοι. Υπήρχαν, επίσης και τα παρακάτω κοινωνικά ιδρύματα: Η Φιλόπτωχος Αδελφότης (Ορθοδοξία ), η Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών, ο Πανευξείνιος Ελληνικός Σύλλογος (Αναγέννησις ), ο Μουσικός Σύλλογος (Ορφεύς ), η Ελληνική Εμπορική Λέσχη, η Αδελφότης (Πατριάρχης Φώτιος ο Ομολογητής ), ο Πολιτικός Σύλλογος (Περικλής ), ο Σύλλογος των Οινοέων, ο Σύλλογος των Σινωπέων και το Σωματείων των καπνεργατών. Στην Αμισό εκδιδόταν και η εφημερίδα (Φως ), στην αρχή εβδομαδιαία και έπειτα δυο φορές τη βδομάδα. Ήταν αποικία των Μιλησίων και έπειτα των Αθηναίων, οι οποίοι της έδωσαν το όνομα Πειραιάς . Είχε πλήθος ερειπίων. Ο ναός του Αγίου Θεοδώρου έγινε τζαμί. Η Αμισός ήταν έδρα διοικητού, υπό την γενική διοίκηση Τραπεζούντας. Μετά το 1914 άρχισε η ραγδαία ελάττωση και ο πλήρης εξαφανισμός του ελληνικού και Αρμενικού πληθυσμού της Αμισού, εξαιτίας των διωγμών και της γνωστής οργανωμένης γενοκτονίας, που άρχισαν με τον πρώτο μεγάλο πόλεμο και τέλειωσαν με τη σύμβαση της ανταλλαγής, Γενάρη του 1923. Όσοι από τους 20000 Έλληνες κατόρθωσαν να επιζήσουν, είτε σε εξορίες και φυλακές, είτε στην πόλη (ελάχιστα 18 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 19.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο γυναικόπαιδα και γέροι), με την ανταλλαγή ήρθαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, στον Πειραιά, στη Θεσσαλονίκη και σε άλλα μέρη. ΑΜΑΣΕΙΑ (AMASYA) Πόλη του δυτικού Πόντου κάπου 130 χιλιόμετρα στα νότια της Αμισού (Σαμψούντας). Περιβάλλεται από απόκρημνα όρη και διασχίζεται από τον ποταμό Ίρη. Στις πλαγιές του βουνού που ορθώνεται στα βόρεια της πόλης, σώζονται, μέχρι και σήμερα, οι λαξευτοί τάφοι των βασιλιάδων που προκαλούν το ενδιαφέρον και την περιέργεια των επισκεπτών. Η πόλη επικοινωνούσε με δύο γέφυρες, οι οποίες έγιναν αργότερα πέντε, αρκετά μοντέρνας κατασκευής. Οι κάτοικοι της Αμάσειας ήταν περίπου 14000 χιλιάδες, πολύ τραχείς και κατά πλειοψηφία Τούρκοι. Υπήρχαν περίπου 600 οικογένειες Αρμενίων και 100 οικογένειες Ελλήνων τουρκόφωνων. Πατρίδα του γεωγράφου Στράβωνα και γνωστή από τα αρχαία χρόνια η Αμάσεια υπήρξε, στην ελληνιστική περίοδο, πρωτεύουσα του βασιλείου των Μιθριδατών, στη ρωμαϊκή, πρωτεύουσα ομώνυμης ρωμαϊκής επαρχίας και στα βυζαντινά χρόνια, έδρα μητροπολιτικής περιφέρειας. Ιδιαίτερα όμως η πόλη αυτή μας είναι γνωστή για τα φριχτά (δικαστήρια ανεξαρτησίας) του Κεμάλ Ατατουρκ και τις εξοντωτικές φυλακές που στήθηκαν και χτίστηκαν εκεί ειδικά για την εξόντωση του ελληνικού στοιχείου. Από το Γενάρη του 1921 μέχρι την ανταλλαγή (1923) πέρασαν από τις υγρές φυλακές της Αμάσειας όλοι οι Έλληνες που διακρίνονταν στο εμπόριο, στον πλούτο, στις επιστήμες, στη κοινωνική ζωή και προέρχονταν απ' όλες τις περιοχές του Πόντου. Το Σεπτέμβρη του 1921 καταδικάστηκαν με σύντομη και συνοπτική διαδικασία, και εκτελέστηκαν (δι' αγχόνης) στο κέντρο της πόλης: οι Έλληνες καθηγητές και μαθητές του ελληνοαμερικανικού κολεγίου Μερζουφούντα, 52 χωρικοί από την Κάβζα, και υπόδικοι από Τοκάτ, Φάτσα, Τσορούμ, Αμισό, Πάφρα και αλλού. Συνολικά καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν γύρω στα 180 άτομα. 19 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 20.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο ΚΕΡΑΣΟΥΝΤΑ (GIRESOUN) Αρχαιότατη ελληνική πόλη, που ιδρύθηκε το Ζ΄ αιώνα π.Χ., σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Ξενοφών στο έργο του (Κύρου Ανάβασης), από τους Σινωπείς. Το όνομά της το οφείλει στο σχήμα δύο κεράτων τα οποία σχηματίζει ή σύμφωνα με άλλη εκδοχή στα δάση των Κερασιών, που αφθονούν στην περιοχή της. Σήμερα η πόλη αποκαλείται από τους Τούρκους Κιρεσόν. Λέγετε ότι, τους χρόνους της ρωμαϊκής κατάκτησης, ο Λούκουλλος μετέφερε από την πόλη το δέντρο κερασιά στην Ιταλία, όπου δεν υπήρχε προηγουμένως. Στα χρόνια των Μεγάλων Κομνηνών, η Κερασούντα είναι η δεύτερη σε σημασία πόλη της αυτοκρατορίας τους. Πιθανολογείται ότι κυριεύτηκε από τους Τούρκους εφτά χρόνια μετά την Τραπεζούντα, το 1468, αλλά αυτό δεν είναι βέβαιο. Κατά την απογραφή του 1913, η Κερασούντα είχε 30000 κατοίκους, από τους οποίους οι Έλληνες ήταν 17000, 3500 οικογένειες, περίπου, οι Αρμένιοι 3000, οι Τούρκοι 7000 και οι διάφορων άλλων εθνικοτήτων 3000. Το 1915, στις αρχές του μήνα Μαΐου, οι Τούρκοι έθεσαν σε εφαρμογή το σχέδιό τους για τον αποδεκατισμό των Αρμενίων. Τα δεινοπαθήματα των Ελλήνων άρχισαν το 1919, με τη σύλληψη 80 προκρίτων και εξεχόντων μελών της ελληνικής κοινωνίας της Κερασούντος. Την εντολή για τη σύλληψή τους έδωσε ο Τοπάλ Οσμάν, ο σφαγιαστής των Κερασουντίων. Οι Έλληνες αποτελούσαν πάντοτε την πλειοψηφία των κατοίκων της Κερασούντος. Οι συνοικίες, όπου ζούσαν, ήταν: • Η συνοικία Κόκκαρη, στον ανατολικό τομέα της πόλης. Εδώ βρισκόταν η μεγαλύτερη εκκλησία της πόλης, ο Άγιος Νικόλαος. • Η συνοικία Σάιτας. Σ’αυτήν βρισκόταν ο ναός της Αγίας τριάδας, η μικρότερη εκκλησία της Κερασούντος που ήταν παράλληλα και η εκκλησία του χριστιανικού νεκροταφείου. • Η συνοικία Λιμένη, στο δυτικό τομέα της πόλης, όπου υπήρχε ο ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. • Η συνοικία Τσιναρλάρ, αμιγώς ελληνική. • Η συνοικία Μπεγιούκ Παχτσέ, με οικογένειες ελληνικές και τούρκικες. 20 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 21.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο • Η συνοικία Τσιρόνι, στην παραλία της πόλης, κατοικούμενη αποκλειστικά από Έλληνες. • Η συνοικία Γενί Γκιολ, με πληθυσμό μεικτό (Έλληνες και Τούρκους). • Η συνοικία Υψηλόν, αμιγώς ελληνική, στο ανατολικό τμήμα της πόλης. • Η συνοικία Φανάρι, στο δυτικό τμήμα της πόλης, αμιγώς ελληνική. ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗ (GUMUSHANE) Πόλη του ν. Τραπεζούντας και έδρα της επαρχίας Χαλδίας, κάπου 100 χιλ. νότια της Τραπεζούντας. Λεγόταν και Κιουμουσχανέ, σαν τόπος αργύρου, για τα πλούσια μεταλλεία αργύρου που είχε άλλοτε η πόλη και όλη η περιοχή. Η πόλη λεγόταν επίσης Καν και ο κάτοικος Κανέτες-Κανέτσα. Οι πρώτοι κάτοικοι της Αργυρούπολης εγκαταστάθηκαν εκεί αμέσως μετά την άλωση της Τραπεζούντας και γρήγορα έγινε κέντρο μεταλλωρύχων. Πρώτος ο σουλτάνος Μουράτ ο Γ΄ , ο σύζυγος της Ποντίας Γκιούλ-Μπαχάρ από τη Λιβερά, έδωσε πολλά προνόμια στους αρχιμεταλλουργούς και η πόλη είχε αναπτυχθεί σε κέντρο ελληνισμού. Είχε τότε 60000 κατοίκους, το εμπόριο και οι τέχνες προόδεψαν και η Αργυρούπολη και όλη η Χαλδία βρισκόταν σε ακμή. Δείγμα της ανάπτυξης ήταν και η κοπή νομισμάτων με το όνομα Κιουμουσχανέ. Εκεί αναπτύχθηκε άριστα και η χρυσοχοΐα, η αγιογραφία και άλλες τέχνες. Βέβαια τον πλούτο και την ευμάρεια ακολούθησε η πνευματική ανάπτυξη. Είχε αλληλοδιδακτικό Σχολείο και Ελληνική Σχολή. Μετά τα τραγικά γεγονότα του 1914-1922 λίγοι Αργυρουπολίτες κατέφυγαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν κυρίως στη Μακεδονία. Ένα μέρος αυτών εγκαταστάθηκαν κυρίως στη Νάουσα όπου μετέφεραν και πολλά κειμήλια των ιερών ναών της Αργυρούπολης αλλά και την πολύτιμη βιβλιοθήκη του φροντιστηρίου, με σπάνια χειρόγραφα και βιβλία. Σήμερα λειτουργεί άριστα αυτή η βιβλιοθήκη και αποτελεί κόσμημα για την πόλη της Νάουσας. 21 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 22.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑ (ΤΡΑΒΖΟΝ) Η ωραιότερη πόλη του Πόντου, η πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας των Κομνηνών, το τελευταίο καταφύγιο του Ελληνισμού. Η Τραπεζούντα ιδρύθηκε το 756 π.χ. για πρώτη φορά από Ίωνες αποίκους. Έζησε δόξες, καταστροφές, τιμές και θυσίες, αλλά έμεινε και στάθηκε Ελληνική επί 2678 χρόνια μέχρι το 1922 όταν και αναγκάστηκε ο Ελληνισμός της να καταφύγει στην Ελλάδα. Την πόλη την στόλισαν όλοι και όλες οι εποχές με διαφορετικά κτίσματα. Η Τραπεζούντα στην παρακμή της, τον 19ο αιώνα είχε μόνο 4200 οικογένειες. 1200 οικογένειες ήταν Ελληνικές, 500 Αρμενικές και 180 αρμενοκαθολικές, 20 διαμαρτυρόμενες, 2100 Περσικές, Ευρωπαϊκές και Οθωμανικές. Μαζί με τα προάστιά της είχε περίπου 31000 κατοίκους, δηλαδή 6500 οικογένειες. Είχε 4 αλληλοδιδακτικά σχολεία Δημόσια, δύο Παρθεναγωγεία, την Ελληνική Σχολή (Φροντιστήριο) και άλλα ιδιωτικά Σχολεία. Αρχές του 20ού αιώνα υπήρχαν 700 μαθητές στα αλληλοδιδακτικά, 250 στο Παρθεναγωγείο, 220 στο Φροντιστήριο και 150 στα ιδιωτικά. Δηλαδή αρχές του 20ού αιώνα υπήρχαν 1250 σπουδαστές στην Τραπεζούντα. Η διοίκηση των σχολείων γινόταν από το ανώτατο Συμβούλιο. Το Συμβούλιο άλλαζε κάθε δύο χρόνια και είχε ένα πρόεδρο και Εφορεία με τρία μέλη. Η ανώτερη Ελληνική κοινωνία της Τραπεζούντας φρόντιζε πάρα πολύ για τα Σχολεία, τις εκκλησίες και γενικά την κοινωνική ζωή. Ο Ελληνισμός συντηρούσε την α) Φιλόπτωχο Αδελφότητα, και β) Αδελφότητα Κυριών η Μέριμνα, η οποία σπούδαζε με έξοδά της άπορα παιδιά και ένα σπουδαστή στην Θεολογική Σχολή. Ιδιαίτερη κίνηση έδινε η Λέσχη με τις διαλέξεις που γινόταν εκεί. Ο Σύλλογος (Πρόνοια), στην Κωνσταντινούπολη ενίσχυε τα Σχολεία της Τραπεζούντας. Από δημόσια υγεία η Τραπεζούντα ήταν σε καλή κατάσταση, χάρη στα 15 λουτρά που διέθετε. Ιδιαίτερη αξία για την Τραπεζούντα και ολόκληρο τον Πόντο έχει το όνομα του Φροντιστηρίου, η Σχολή από την οποία έβγαιναν οι δάσκαλοι του Πόντου. Το Φροντιστήριο στεγαζόταν σε ένα πολύ μεγάλο κτίριο με τρία πατώματα. Η ίδρυσή του, χάνεται μέσα στα σκοτεινά χρόνια της Τουρκοκρατίας. Βγήκε ακριβώς μέσα από το σκοτάδι για να γίνει ο φάρος του απομακρυσμένου Ελληνισμού. Γνωστό είναι ότι στην εποχή του Γεωργίου Υπομενά, είχε η Σχολή το ίδιο όνομα. Κατ' 22 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 23.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο άλλους ιδρύθηκε η Σχολή το 1682 από τον Τραπεζούντιο δάσκαλο Σεβαστό Κιμινήτη. Η βιβλιοθήκη είχε βιβλία του Γεωργίου Υπομενά, Σκίβα, Σεβαστού ως επίσης και χειρόγραφα εκκλησιαστικών κανόνων του Βαλσαμώνος. Η αξία των χειρογράφων ήταν πολύ μεγάλη λόγω της αρχαίας γραφής. Είχε ακόμα Ευαγγέλια, εκκλησιαστικά βιβλία και νεώτερα χειρόγραφα, του Σεβαστού Κυμινήτου, Ηλία Κανδύλη και άλλα. Όλες τις εποχές έβγαιναν από την Σχολή νέοι που ευδοκιμούσαν στο εμπόριο, τα γράμματα και την εκκλησία. ΣΑΝΤΑ Η Σάντα ήταν στην αρχαιότητα γνωστή ως Σίνται. Βρίσκεται σε απόσταση 10 ωρών (με τα πόδια) ΝΑ της Τραπεζούντας. Ήταν μια ομάδα από 7 χωριά Ελληνικά. • Πιστοφάντων 300 σπίτια • Τσακαλάντων 53 σπίτια • Ισχανάντων 260 σπίτια • Τερζάντων 200 σπίτια • Πινατάντων 60 σπίτια • Κοζλαράντων 60 σπίτια • Ζουρνατσάντων 120 σπίτια Οι κάτοικοι ήταν ψηλοί, τολμηροί με ωραίες φυσιογνωμίες. Η μορφωτική και εκπαιδευτική κίνηση αυξήθηκε πάρα πολύ μετά το 1900 και κατάντησε σε ένα είδος ευγενούς συναγωνισμού ανάμεσα στα διάφορα χωριά. Προσπαθούσαν να πάρουν τους καλύτερους απόφοιτους του Φροντιστηρίου. Οι ενορίες Ισχανάντων και Πιστοφάντων είχαν 3 - 4 δασκάλους. Το 1905 - 06 από τους 121 μαθητές της Α΄ Γυμνασίου ήταν 21 Σανταίοι (στην Τραπεζούντα). Έγινε μεγάλη κίνηση με διαλέξεις και θέατρα. Υπήρχε και αναγνωστήριο (η Μελέτη), η οποία έγινε το 1908. Σήμερα, σ' όλη αυτή την έκταση κατοικούν μόνο 150 Τούρκοι, κι αυτοί ήρθαν από αλλού. Όσο για τις εκκλησίες σχεδόν όλες είναι ερειπωμένες ή μισοερειπωμένες. Μόνο το παρεκκλήσι της Αγ. Κυριακής, μεταξύ Πιστοφάντων και Ζουρνατσάντων, διατηρείται, και τούτο, γιατί έγινε τζαμί. 23 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 24.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο ΝΙΚΟΠΟΛΗΣ (SEBINKARAHISAR) Η Νικόπολη ήταν έδρα του υποδιοικητή υπό την διοίκηση της Σεβάστειας. Εδώ είχε την έδρα του και ο Μητροπολίτης Νεοκαισάρειας. Είχε περίπου 1600 οικογένειες. Από αυτές 500 οικογένειες ήταν Αρμενικές και 100 οικογένειες Ελλήνων Τουρκόφωνων. Η περιοχή είχε όμως πολλά Ελληνόφωνα χωριά. Οι Αρμένιοι είχαν καλές εκκλησίες και Σχολεία. ΙΜΕΡΑ Η Ίμερα ήταν χτισμένη σ' ένα μαγικό και ειδυλλιακό τοπίο, με 2000 μ. περίπου υψόμετρο και υγιεινότατο κλίμα. Τα βουνά της γειτονεύουν με την βουνοσειρά Θήχη, απ' όπου οι μύριοι του Ξενοφώντα, αντικρίζοντας τη θάλασσα της Τραπεζούντας, φώναξαν (θάλαττα, θάλαττα). Στα πολύ παλιά χρόνια η γύρω περιοχή ήταν κατάφυτη από πυκνά δάση και οργιώδη βλάστηση. Ογδόντα περίπου χιλιόμετρα την χωρίζουν από την Τραπεζούντα και τριάντα από την Αργυρούπολη. Η γλώσσα της Ιμέρας όπως και της Κρώμνης ήταν η πιο καθαρή αρχαιοπρεπής διάλεκτος του Πόντου. Οι κάτοικοί της ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Ο πληθυσμός της έφτανε τις 500 οικογένειες, προτού οι κάτοικοί της αρχίσουν να μεταναστεύουν στη Ρωσία. Πριν από τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο είχε περίπου 300 οικογένειες, που περιορίστηκαν όμως σε 120 μόνο, κατά την περίοδο του ξεριζωμού. Στα μέσα του 19ου αιώνα είχε γύρω στους 750 κατοίκους από τους οποίους οι 690 ήταν χριστιανοί Έλληνες, 50 κρυπτοχριστιανοί και 10 μουσουλμάνοι. Η Ίμερα είχε πλήρες τετρατάξιο δημοτικό ελληνικό σχολείο. Πολλές τοποθεσίες είχαν η καθεμιά δικό της χαρακτηριστικό όνομα: Το Γουρνόπον, το Σκυλοφούρκ, το Τσεφόπον, το Γαζοκόλ, το Βαθύν τ' Ορμίν, το Τραπεζόλιθον, το Ζούμωτρον, το Λευκέν, το Λιμνίν, ο Καστρόλιθον, η Αερεμίτσα, τη Ποπά τα Ραχία, τη Καμελή, τα Πεγαδόπα, κ.α. Πάνω από την 24 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 25.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο Ίμερα, υπήρχε μοναστήρι γυναικών, του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου με 15 καλογριές. Ενορίες: Στο κέντρο του χωριού ήταν η ενορία Ζιτράντων, με καθεδρικό Ναό την Κοίμηση της Θεοτόκου. Στα Κάτω Ίμερα ήταν η ενορία Καθημερετίων, με εκκλησία τον Άγιο Γεώργιο. Στα Άνω Ίμερα ήσαν οι ενορίες Τσακαλινάντων και Χαλτογιαννάντων, με εκκλησία τον Άγιο Δημήτριο. Οι ενορίες Ζουβακάντων και Γιαννάντων είχαν εκκλησίες τον Άγιο Βασίλειο και τον Άγιο Γεώργιο. Η ενορία Θωμάντων, που απείχε από το κέντρο του χωριού, νότια, περίπου 45' λεπτά, είχε εκκλησία τον Άγιο Κωνσταντίνο. Αμφίεση: Η καθαριότητα ήταν εμφανής και στο ρουχισμό, είτε στα παλιά χρόνια που φορούσαν τσαρούχια, παντελόνι από τσόχα, ζουπούναν, κοντές (κοντή εσθήτα), φοτάν, καμίς, πιστιαμπάλ (ποδιά), σπαλέρ γουτνίν (προστήθιο μεταξωτό), ζωνάρ, είτε όταν εξευρωπαΐστηκε η φορεσιά. Παρχάρια: Τα σπουδαιότερα παρχάρια της Ίμερας ήσαν το Ζούμωτρον, το Λευκέν, τα Ομάλ', τα Μουζενίτκα, τα Κωλονάτκα και τα Βάζια. Οι Ιμεραίοι, μετά την καταστροφή, εγκαταστάθηκαν στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης 75 οικ., στη Νεάπολη Κοζάνης 60 οικ., στη Νέα Ίμερα (Σαλτικλή) Ξάνθης 50 οικ., στον Κεχρόκαμπο (Τάροβα) Καβάλας 20 οικ., στην Κορομηλιά (Σλίβενι) Καστοριάς 15 οικ., μέσα στην Θεσσαλονίκη 60 οικ. και στον Πειραιά, την Αθήνα και αλλού. ΚΡΩΜΝΗ Κωμόπολη της επαρχίας Χαλδίας στο νομό Τραπεζούντας. Βρίσκεται στο όρος Παρύαρδη, ανατολικά των Ποντικών ορέων, σε απόσταση 16 ωρών (με τα πόδια) στα νότια της Τραπεζούντας και 5 ωρών ΒΑ της Αργυρούπολης. Το υψόμετρο της περιοχής της ανέρχεται σε 2000 μ. Στα βόρεια συνορεύει με το οροπέδιο της Ματσούκας και το χωριό Λαραχανή, ανατολικά με το οροπέδιο της Σάντας, στα νότια με τα χωριά Γήμερα, Λιβάδι, Λυκάστι, και δυτικά με τα χωριά Παρτίν, Βαρενού, Μουσάντων, Πουσίον κ.α. Ο πληθυσμός της Κρώμνης υπολογίζεται ότι, το β'; μισό του 19ου αιώνα, ανέρχεται σε 1000 περίπου οικογένειες, δηλ. κάπου 6000 άτομα, ενώ τις παραμονές της ανταλλαγής κατεβαίνει στις 250. Ενορίες: Σιαμανάντων, Μαντζάντων, Φραγκάντων, Γλούβενα, Ζεμπερέκια, Σιαινάντων, Αληθινός, Μόχωρα, Σαράντων, Κωδωνάντων, Ρακάν, Τσαχματάντων, Ρουσταμάντων, Νανάκ και Λωρία. 25 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 26.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο Είναι αξιοπρόσεχτο ότι η ελληνική (ποντιακή) εξακολουθεί να μιλιέται μέχρι σήμερα, από λίγους βέβαια, γέρους της περιοχής. Να σημειωθεί, ακόμη, ότι οι πολλές εκκλησίες της Κρώμνης δεν έχουν βεβηλωθεί εσκεμμένα και σκόπιμα μετά το 1923, αλλά κατέρρευσαν από έλλειψη, και μόνο, φροντίδας, ενώ προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι σ' όλη την έκτασή της υπάρχει μόνο ένα τζαμί. ΜΟΥΖΕΝΑ Χωριό της περιοχής Αργυρούπολης. Βρισκόταν στο ψηλότερο σημείο της περιφέρειας Μούζενας και κατοικούνταν από περίπου 70 οικογένειες. Το χωριό είχε τους εξής 4 συνοικισμούς: Στεφανάντων με 17 οικ., Λογιζάντων με 15 οικ., Αδαμάντων με 14 οικ., και Γεράντων με 6 οικ. Η Μούζενα γειτόνευε με το Σταυρίν και την Άνω Ματσούκα και ήταν από τα πιο φτωχά χωριά της περιοχής. Το έδαφός της ήταν άγονο, ανώμαλο και βραχώδες και - το κυριότερο- δεν διέθετε αρκετό νερό, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να είναι αναγκασμένοι να υδρεύονται, με ανοιχτό αυλάκι, από το χωριό Σπενταμόνια. Είχε δημοτικό σχολείο και εκκλησία, του ι- Γιάννη. Όσοι κάτοικοι δεν ξενιτεύονταν ασχολούνταν με την γεωργία. 26 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 27.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο ΟΙΝΟΗ (UNYE) Η Οινόη ήταν η ωραιότερη επαρχεία της Τραπεζουντιακής Αυτοκρατορίας. Είχε αρκετά προνόμια και χριστιανό Διοικητή. Τον 18ο αιώνα ήταν διοικητής ο γνωστός Σάββας Πασάς. Είχε 1700 οικογένειες από τις οποίες 800 ήσαν Ελληνικές, οι υπόλοιπες ήσαν Αρμενικές και Τουρκικές οικογένειες. Είχε αλληλοδιδακτικό σχολείο με 300 μαθητές και Ελληνικό με 300 μαθητές. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με το εμπόριο και την γεωργία. ΠΛΑΤΑΝΑ Τα Πλάτανα ήταν μικρή κωμόπολη με 300 οικογένειες Ελληνικές. Είχαν καλή οργάνωση με δύο εκκλησίες. Η εκκλησία του Ταξιάρχου, ήταν από την εποχή των Κομνηνών. Η δεύτερη ήταν του 19ου αιώνα. Είχε δύο αλληλοδιδακτικά σχολεία και ένα Ελληνικό. Στα οροπέδιά της έμεναν οι Θοανοί (Τόνιαλι). Αυτοί ήσαν Ελληνικής καταγωγής, αλλά είχαν γίνει Τούρκοι μετά την άλωση. Ήσαν αρκετά βάρβαροι, αλλά με ωραία φυσιογνωμία Ελληνική και χορούς Ελληνικούς. Η γλώσσα τους είχε πλήθος Ελληνικών λέξεων ΠΟΥΛΑΝΤΖΑΚΗ Η Πουλαντζάκη ίσως να είναι η αρχαία Πολεμωνιάς. Αυτή είχε στην αρχή του 20ου αιώνα 350 οικογένειες μόνο Ελληνικές. Είχε αλληλοδιδακτικό σχολείο και ένα καθαρά Ελληνικό σχολείο και μια μεγαλοπρεπή εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Οι κάτοικοι είχαν γίνει με την βία Μωαμεθανοί, αλλά μετά τα Κριμαϊκά έγιναν πάλι χριστιανοί. Για την αλλαγή αυτή βασανίστηκαν πολύ από τους Τούρκους, ώσπου ο Νικόλαος Ταυρόπουλος πήγε στην Τραπεζούντα και με την βοήθεια των Ευρωπαϊκών Προξενείων τους δόθηκε το δικαίωμα να είναι χριστιανοί. 27 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 28.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο ΣΟΥΡΜΕΝΑ Τα Σούρμενα ονομάζονται από τον Αρειανό Σουσάρμενα. Ήταν μια σειρά χωριών με 1600 οικογένειες Χριστιανών στα παράλια, ενώ στα βουνά έμεναν άγριοι Μωαμεθανοί. Οι Χριστιανοί των Σουρμένων είχαν σχολεία. Η κύρια ασχολία τους ήταν το εμπόριο. ΠΑΦΡΑ (BAFRA) Πόλη κτισμένη πάνω στην οδό Σινώπης-Σαμψούντας, στη δεξιά όχθη του Άλυος. Οι κάτοικοί της ήταν Τούρκοι (περίπου 7000), Έλληνες (περίπου 3000) και Αρμένιοι (1000-2000). Εκτός από τους ντόπιους υπήρχαν και οικογένειες καταγόμενες από την Καππαδοκία, όπως και από άλλες πόλεις του Πόντου. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν τουρκόφωνοι. Στην πόλη πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, λειτουργούσαν εκπαιδευτήρια διαφόρων βαθμίδων: νηπιαγωγείο (400 νήπια), οκτατάξια αστική σχολή (160 μαθητές), πεντατάξιο παρθεναγωγείο (80 μαθήτριες) και τριτάξιο αρρεναγωγείο στη συνοικία Ισαακλή (40 μαθητές). Υπήρχε, επίσης, θέατρο 400 θέσεων. Ο μητροπολιτικός ναός της πόλης ήταν αφιερωμένος στην Αγία Μαρίνα. Η Πάφρα ήταν έδρα επισκοπής (Ζήλων) και ανήκε στη Μητρόπολη Αμάσειας. Νότια του οικισμού βρίσκεται το βουνό Ντεπιέν Νταγκ στα πυκνά δάση του οποίου διαδραματίστηκαν στα 1915-1918 σκληρές μάχες των Παφραίων ανταρτών κατά των αποσπασμάτων της τουρκικής χωροφυλακής. Η ξυλεία ήταν από τα σημαντικά εξαγωγικά προϊόντα της περιοχής. Η Πάφρα, εμπορικό κέντρο για τα εκατό και πλέον χωριά της περιοχής της, παρήγαγε επίσης αρκετά μεγάλες ποσότητες μαύρου χαβιαριού και, βέβαια, τα περίφημα καπνά που έφεραν το όνομά της. ΦΑΤΣΑ (FATSA) Η ΒΑΔΙΣΑΝΗ Παραλιακή πόλη μεταξύ Οινόης και Κοτυώρων. Είχε πληθυσμό 2000- 2500 κατοίκων (Έλληνες και Τούρκοι από 1000 περίπου και 350 Αρμένιοι). Μεταξύ των Ελλήνων υπήρχαν αρκετοί του ευαγγελικού δόγματος, οι οποίοι υπάγονταν στην εκκλησιαστική αρχή της Μερζιφούντας. Οι Ορθόδοξοι ανήκαν στη Μητρόπολη Νεοκαισάρειας και Ινέου, με έδρα τα Κωτύωρα. Τα μέλη της ελληνικής κοινότητας κατάγονταν από την Αργυρούπολη, την Οινόη, Τα Κοτύωρα, την Τοκάτη κ.λπ. και ήταν όλοι ελληνόφωνοι. Βρίσκονταν συγκεντρωμένοι σε δύο συνοικίες στα ΝΔ της πόλης. Διατηρούσαν οκτατάξιο αρρεναγωγείο και παρθεναγωγείο, ενώ υπήρχε και το εξατάξιο σχολείο των Διαμαρτυρομένων. Η Φάτσα αποτελούσε αγροτικό κέντρο των χωριών της ευρύτερης περιοχής, αλλά και κέντρο εξαγωγικού εμπορίου. Ενδεικτική της φιλοπρόοδης δράσης των κατοίκων ήταν η ίδρυση το 1908 του αναγνωστηρίου 28 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 29.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο - Η Ομόνοια -. Οι Έλληνες της Φάτσας από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έως την Ανταλλαγή υπέστησαν σκληρές δοκιμασίες. ΟΦΙΣ Περιοχή, παρά τον Όφιν ποταμόν, ανατολικά της Τραπεζούντας, κύριο χαρακτηριστικό των κατοίκων ήταν το μουσουλμανικό θρήσκευμα και η ελληνική (ποντιακή) γλώσσα τους. Οι Οφλήδες παρ'; ότι εξισλαμίστηκαν τον 17ο αιώνα διατηρούσαν όχι μόνο τη γλώσσα, αλλά και τα ελληνικά ονόματα των χωριών τους. Σύμφωνα με τον Δ.Η. Οικονομίδη, υπήρχαν 54 χωριά στην περιοχή και κατά τον Π. Τριανταφυλλίδη, το 1886 οι κάτοικοί τους έφθαναν τις 15000. ΣΙΝΩΠΗ Επανιδρύθηκε από τους Ίωνες της Μιλήτου στις αρχές του 8ου αιώνα π.Χ. και ήταν η πρώτη ελληνική αποικία στον Πόντο. Αργότερα, οι Σινωπείς ίδρυσαν, κατά τον Ηρόδοτο και τον Ξενοφώντα τις δικές τους αποικίες: την Τραπεζούντα, την Κερασούντα και τα Κοτύωρα. Ο Αθηναίος πολιτικός Περικλής επισκέφτηκε την πόλη, εγκαθίδρυσε δημοκρατική κυβέρνηση και εγκατέστησε εκεί 600 Αθηναίους πολίτες. Στη Σινώπη γεννήθηκε, τον 4ο αιώνα π.Χ., ο περίφημος κυνικός φιλόσοφος Διογένης. Το 183 π.Χ. η πόλη έγινε πρωτεύουσα του βασιλείου του Πόντου, εκεί γεννήθηκε και ο Μιθριδάτης ΣΤ’ ο Ευπάτορας.. ΚΩΤΥΩΡΑ Ο Ξενοφών αναφέρει την πόλη ως αποικία της Σινώπης, ο δε Όμηρος στην Ιλιάδα την αποκαλεί Κύτωρο. Οι Τούρκοι της έδωσαν το όνομα Ορδού που σημαίνει στρατόπεδο, γιατί εκεί συγκεντρωνόταν ο στρατός του Μωάμεθ Β’ του Πορθητή. Το όνομα Κοτύωρα προέρχεται από το βασιλιά της Παφλαγονίας Κότυο και την ώρα (φρούριο). Στις αρχές του 20ου αιώνα λειτουργούσαν εκεί 9τάξιο Γυμνάσιο (Ψωμιάδειος Σχολή), 4τάξιο δημοτικό σχολείο, νηπιαγωγείο (Καρυπίδειος Σχολή) και παρθεναγωγείο. Ο ελληνισμός των Κοτυώρων και των 57 γύρω ελληνικών χωριών, όπως άλλωστε και 29 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 30.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο ολόκληρος ο ελληνισμός του Πόντου, υπέστη τα πάνδεινα από τους Τούρκους που είχαν στόχο την ολοσχερή εξαφάνισή του. ΚΟΜΑΝΑ Αρχαία πόλη του Πόντου, κοντά στην Τοκάτη. Ο Στράβων την αναφέρει ως κέντρο λατρείας. Στα Κόμανα πέθανε από τις κακουχίες και τις στερήσεις ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος το 407. ΜΑΤΣΟΥΚΑ Επαρχία του νομού Τραπεζούντας, φημισμένη για τα μοναστήρια της: Παναγίας Σουμελά, Ιωάννη Προδρόμου του Βαζελώνα και Αγίου Γεωργίου του Περιστερεώτα. “Θάλαττα, θάλαττα” φώναξαν οι Μύριοι του Ξενοφώντος από το βουνό Θήχης της Ματσούκας όταν αντίκρισαν τον Εύξεινο Πόντο. Στη Ματσούκα πολέμησαν οι στρατηγοί του Βυζαντίου οι περίφημοι Γαβράδες, καθώς και οι Μεγάλοι Κομνηνοί. ΧΑΛΔΙΑ Περιοχή του ανατολικού Πόντου, όπου, κατά την αργοναυτική εκστρατεία, κατοικούσαν οι Χαλδύβες. Ήταν η πρώτη περιοχή της Μικράς Ασίας που ασπάστηκε τον Χριστιανισμό. Εκεί μόνασαν ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός. Όταν η Χαλδία πέρασε στην κατοχή των Τούρκων υπέστη μεγάλες καταστροφές. 30 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 31.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο ΑΡΔΑΣΣΑ Έδρα της υποδιοίκησης Τορούλ που υπαγόταν στη διοίκηση Αργυρούπολης του νομού Τραπεζούντας. Στην εποχή του Βυζαντίου και μετά των Μεγαλοκομνηνών ήταν χωριό και αποτελούσε φρούριο στη σειρά των κάστρων του Μεσοχάλδιου. Στα χρόνια του μεσαίωνα ήταν μία από τις έξι ισχυρές θέσεις του θέματος της Χαλδίας με το όνομα Μεσοχάλδιον και υπήρξε έδρα επισκόπου που υπαγόταν στη μητρόπολη Νεοκαισάρειας. Μερικές δεκαετίες πριν τον ξεριζωμό ήταν μικρή κωμόπολη με διοικητήριο, δικαστήριο, σταθμό χωροφυλακής και ταχυδρομείο. Είχε αρκετά καταστήματα και πανδοχεία. Εκκλησία αφιερωμένη στη αγία Σοφία και στην κοίμηση της Θεοτόκου. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με τη γεωργία και το μικρεμπόριο. 31 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 32.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο ΑΛΛΕΣ ΠΟΛΕΙΣ Ξακουστές είναι όλες οι ελληνικές πόλεις του Πόντου – κάθε μία απ’ αυτές συνδέεται με τις εθνικές ιστορικές παραδόσεις και με την ελληνορθόδοξη χριστιανική πίστη. Και όλες, χωρίς καμία εξαίρεση, δοκίμασαν, σε διάφορες εποχές, την βαρβαρότητα του Τούρκου δυνάστη. Ενδεικτικά αναφέρονται, επίσης: Η φιλόξενη Θοανία, (Τόνγια), η πόλη του Όφη, που από το χωριό της Υψηλή κατάγονταν οι Υψηλάντες, τα Πλάτανα με το βυζαντινό κάστρο (του Ηλ’ το κάστρο) και το πυρρίχιο χορό τους, τα Άδρασα που ήταν έδρα της Χαλδίας, η Τρίπολη, γνωστή από τον Όμηρο για τα πλούσια μεταλλεία της, η Ριζούντα που ταυτίζεται με το νότιο τμήμα της αρχαίας Κολχίδας, η Πουλαντζάκη, όπου μόνασε ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, η Πάφρα με τα εκλεκτά καπνά της, η Νικόπολη που οφείλει το όνομα της στη νίκη του Πομπηίου κατά του Μοθριδάτη ΣΤ’, η Τοκάτη (ή Ευδοκίας) που ιδρύθηκε επί αυτοκράτορα Ηρακλείου (η κόρη του λεγόταν Ευδοκία), η Θέρμη, κοντά στην Οινόη που η περιοχή της είχε πρωτεύουσα την Θεμίσκυρα, πατρίδα των Αμαζόνων, το Μάτεν της Κερασούντας με τα μεταλλεία του, η Μερζιφούντα, φημισμένη για τα ιαματικά λουτρά της που αναφέρονται και από τον Στράβωνα, η Φάτσα με τα ερείπια του αρχαίου πύργου που χτίστηκε το 179π.Χ. από το βασιλιά Φαρνάκη Α’, πόλη από όπου κατάγομαι και εγώ-από την πλευρά της μητέρας μου-, η Νεοκαισάρεια με ερείπια από αρχαία οικοδομήματα, το Τσάμπασιπου κάηκε το 1913 με το 32 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 33.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο πασίγνωστο τραγούδι (εκάεν και το Τσάμπασιν), το Μεσσουδιέ (αρχαία Μελίτη), το Τσάλ που χτίστηκε το 18ο αιώνα από τους Αργυρουπολίτες, η Πράσαρη με το περίφημο ιεροδιδασκαλείο και τη μονή της, η Ηράκλεια, η πατρίδα του Ηρακλείδη του Ποντικού, η Ίμερα με το γυναικείο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, η Ζήλα όπου οι ρωμαίοι νίκησαν τον Φαρνάκη, βασιλιά του Πόντου, η Εσπιά, το ελληνικό χωριό της Τρίπολης, η Ινεπόλη, το Ακ Νταγ Ματέν με τις τραγικές μνήμες από τα απερίγραπτα μαρτύρια του Ελληνισμού ανάμεσα στο 1876 και το 1922. Εξέχουσα θέση στην ιστορική μνήμη κατέχει το χωριό Κοβάκ, 48 χιλιόμετρα από την Αμισό. Τον Ιούνιο 1921 οι Τούρκοι τουφέκισαν εκεί 701 Έλληνες από τους εξόριστους της πρώτης αποστολής, γιατί θεωρήθηκε ότι συμμετείχαν στην ίδρυση της ανεξάρτητης δημοκρατίας του Πόντου. Στο Κόβακ συγκέντρωσαν οι Τούρκοι τους Έλληνες μουσικούς της Αμισού και τους διέταξαν να παίξουν τον εθνικό ύμνο της Τουρκίας. Όμως, οι ηρωικοί Πόντιοι έπαιξαν τον ελληνικό εθνικό ύμνο, οπότε οι Τούρκοι τους σκότωσαν όλους και τους έριξαν σε ξεροπόταμο. Τα βράδια μάζευαν τους Έλληνες που συνελάμβαναν και αφού τους σκότωναν τους έριχναν τα σώματά τους στο ποτάμι. Σύμφωνα με την παράδοση στο ποτάμι αυτό αντί για νερό έτρεχε αίμα. 33 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 34.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο Ονομασία(-ίες) Χορών/ Περιοχή /Παρατηρήσεις 1. Ανεφορίτσας: Χορός της Γαλίαινας (ευρύτερη περιοχή Ματσούκας- Τραπεζούντας) μια μορφή σερανίτσας με μονό τικ ή Κιζέλα: Πήρε την ονομασία από τους στίχους του τραγουδιού "Κόρη κατήβα σο μαντρίν ελλύεν η κιζέλα" 2. Από παν και κα: Χορός της περιοχής Ματσούκας Τραπεζούντας που χορευότανε επιτόπια με μικρά πηδηχτά βήματα με πιάσιμο από τη μέση ή Καπικεέτκον: Όπως ονομαζόταν ο χορός στην περιοχή της Λιβεράς και χορευόταν με το σκοπό "εσκέρτε ο Γακούπ Αγάς" ή Αγκαλιαστόν: Η ονομασία του Χορού στην Γαλίαινα (Ματσούκα) 3. Από πάν και κα Χορός του Αγ-Ταγ-Μαντέν, περιοχή που βρίσκεται κοντά στην Άγκυρα (εσωτερική μετανάστευση στις αρχές του 1800 από την Αργυρούπολη) ή τικ: Χορός που πιάνονταν από τους ώμους όπως το κότσαρι. Κάτι ανάμεσα σε χασαποσέρβικο και τικ. 4. Αλματσούκ Χορός της περιοχής Καρς ή Αρματσούκ: 5. Ατσιαπάτ: Χορός που χορευότανε στα Πλάτανα κωμόπολη Δυτικά της Τραπεζούντας (στα τούρκικα ονομάζεται Akcapat) απ’ όπου πήρε και το όνομά του. Την ίδια ονομασία συναντάμε και στην Ματσούκα, όπου χορευότανε και από γυναίκες 6. Γέμουρα: Χωριό ανατολικά της Τραπεζούντας. Στην περιοχή Σεβάστειας χορευόταν σαν μία μορφή Τρυγώνας Στα χωριά μεταξύ Γέμουρας - Τραπεζούντας χορευόταν σαν παραλλαγή του εταιρέ. 7. Γετίερε: Χορός της Αργυρούπολης του Πόντου ή Γεντίαρατς: Σημαίνει χορός των 7 διαγωνιζομένων γεντί=εφτά, αρατς=διαγωνισμός ή Γαντίαρα: Σημαίνει εφτά μικρά δρομάκια γεντί= εφτά, αρά =μικρός δρόμος 8. Γιουβαρλαντούμ: Σημαίνει κατρακύλισμα. Χορός των περιοχών Αγ-Νταγ- Μαντέν και Σαμψούντας. Χορεύεται σε παραλλαγές με διαφορετική μουσική και σε άλλες περιοχές του Πόντου όπως, Αργυρούπολη & Πάφρα Ο πρώτος κρατάει μαντήλι και κάνει λαβύρινθο 9. Διπάτ: Το όνομα του χορού στην Τραπεζούντα. Πήρε το όνομά του από τα δύο επιτόπια πατήματα. ή Γιαβαστόν: Σημαίνει αργός χορός ή Κοδεσπενιακόν: Χορός της οικοδέσποινας ή Ομάλ Τραπεζούντας: Το όνομα του χορού στην Ελλάδα 10. Διπλόν Κότς: Λέγεται ότι έχει την προέλευση του από την Αρμενία ή Τίταρα: ή Τριπάτ: Η ονομασία πάρθηκε από τρία επιτόπια πατήματα της φτέρνας 11. Διπλόν ομάλ: Χορός της Περιοχής του Κιουμούς Μαντέν (Μεταλλείο Σίμ) παραλλαγή του Κοτσιχτόν Ομάλ 12. Εταιρέ: Πήρε το όνομά του από τον στίχο του τραγουδιού "πέρνιξον με έταιρε". Χορευότανε στην Τραπεζούντα. 34 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 35.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο 13. Θανατί λάγκεμαν: Χορός της περιοχής Πάφρας. Είναι ο χορός με τον οποίο αυτοκτόνησαν οι κοπέλες που ήταν κλεισμένες στο κάστρο του ποταμού Αλυ για 48 ημέρες. 14. Θύμιγμα: Τελετουργικός χορός του γάμου. Χορεύεται από εφτά ζευγάρια με πρώτο το ζευγάρι των νεόνυμφων, και ένα μόνο (τέκ), κρατώντας λαμπάδες ή Εφτά ζευγάρια και το τέκ: Πήρε το όνομά του από τους στίχους του τραγουδιού "εφτά ζευγάρια και το τέκ κρατούνε τη λαμπάδα" 15. Καλόν κορίτς: Χορός της περιοχής Ματσούκας Τραπεζούντας. Μία μορφή σερανίτσας που πήρε το όνομα από τον στίχο του τραγουδιού "Καλόν κορίτς, καλόν κορίτς, καλόν κ’ εβλοημένον" ή Παπόρ: Πήρε την ονομασία από τον στίχο του τραγουδιού "Μάνα τέρεν το παπόρ ντ' άσκεμα κουνίεται" 16. Κελ κίτ: Σημαίνει "έλα και φύγε" Κωμόπολη στα όρια Σεβάστειας-Κολωνίας (Νικόπολις). Ο χορός πάει στα αριστερά 17. Κοριτσί χορόν: (Κισλάρ καϊτεσί) Χορός της περιοχής Πάφρας. Χορεύθηκε το 1680 στο κάστρο του ποταμού Aλυ (Κισλάρ καλέ) και συμβολίζει το δίλημμα αυτοκτονία ή παράδοσης στους Τούρκους. 18. Κότς: Χορευότανε σχεδόν σε όλο τον Πόντο με παραλλαγές στο κράτημα των χεριών. Στον Ανατολικό Πόντο κρατιότανε από τις παλάμες ενώ στο δυτικό από τους ώμους όπως το κότσαρι. 19. Κοτσαγκέλ: Χορευότανε στο τέλος της γαμήλιας διασκέδασης. Μ' αυτόν τον χορό αποχωρούσαν οι καλεσμένοι για τα σπίτια τους. Ο πρώτος κρατάει το μαντήλι. 20. Κοτσάκι: Αντικριστός ζευγαρωτός χορός της Νικόπολης (καρσιλαμάς) ή Κετσέκ Κετσέκ: Ο ίδιος χορός με διαφορετική μουσική χορευότανε σε χωριά της Τραπεζούντας 21. Κότσαρι: Χορός της περιοχής Κάρς, που οι χορευτές πιάνονται από τους ώμους. 22. Κοτσικτόν ομάλ: Χορευότανε σε μικρές παραλλαγές σε όλες σχεδόν τις περιοχές του Πόντου, όπου του δίνανε και ανάλογη ονομασία ή Εμπρ οπίς: Σημαίνει μπρος-πίσω ή Ομάλι: Η ονομασία στην περιοχή της Νικόπολις ή Τσαραχότ: Το όνομα του χορού στην περιοχή του Αγ-Νταγ-Μαντέν με μικρή παραλλαγή στα βήματα. ή Φουλούρ Η ονομασία του χορού σε χωριά της Ματσούκας ή Αργολαβάς: Η ονομασία του χορού στην Πάφρα ή Κερασουνταίϊκον: Τα τρία τελευταία ονόματα δόθηκαν στην Ελλάδα ή Ομάλ Κερασούντας ή Λάχανα Πήρε το όνομα στην Ελλάδα από το τραγούδι 'Λάχανα πουλίμ' λάχανα" 23. Κούσερα: Χωριό κοντά στη Μονή Ιωάννη του Βαζελώνα. Μία μορφή τικ σε γρήγορο ρυθμό με τα χέρια κάτω. ή Μοσκώφ: Η ονομασία του χορού στην Ελλάδα, χορευότανε από κάποιον ονόματι Μοσκοφίδη στην Θεσσαλονίκη, ο οποίος πρόσθεσε κάποιους αυτοσχεδιασμούς στο χορό. Από αυτόν πήρε και το όνομα. 24. Κωσταντίν Σάββας: (Οσμάν Αγάς) Φρούραρχος στρατηγός της Πάφρας- Σαμψούντας το 1202. Διαφώνησε με τον Αλέξιο Κομνηνό το 1204 μετά την κατάληψη της Κων/πολης από τους Φράγκους, θέλοντας να κάνει χωριστό κράτος 35 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 36.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο στην περιοχή της Γεζελώνας(Πάφρα-Αμισός-Κάβζα κλπ.). Είναι παραλλαγή του Γιουβαρλαντούμ. 25. Λέτσι: Χορός της περιοχής Κάρς. Παραλλαγή της λετσίνας σε αργό ρυθμό. 26. Λετσίνα: Χορός της περιοχής Κάρς. 27. Μαντήλια: Χορός του Κιουμούς Μαντέν (Μεταλλείο Σίμ) Χορευότανε και στους γάμους, στο δρόμο μπροστά από το ζευγάρι. 28. Μαύρον πεγάδ: (Καρά Πουνάρ) Χωριό της Πάφρας 29. Μαχαίρια: Χορός επίδειξης μαχαιριών. Αναφέρεται στην Κύρου Ανάβαση από τον Ξενοφώντα όταν χορεύθηκε από δύο Θράκες στην Ορντού (Κοτύωρα) ή Tη μαχαιρί ή Πιτσάκ οϊνί: Η Τούρκικη ονομασία του χορού 30. Μαχμόρ: Χορός της Νικόπολης (Αξί Κοϊ) 31. Μηλίτσα: Σημαίνει μικρή μηλιά 32. Μητερίτσα: Χορός των παραλίων και των σαλονιών της Τραπεζούντας φερμένος από την Ευρώπη με τραγούδι στην Νεοελληνική γλώσσα (Καντρίλιες). Πήρε την ονομασία του από τον στοίχο "Μητερίτσα μου γλυκιά έχω μια αγαπητικιά" 33. Μονόν Χορόν: (Τέκ καϊτέν) Χορός που χορευότανε από τους αντάρτες της Πάφρας 34. Μουζενίτκον ή Κιμισχαναλίδικον: Η Μούζενα είναι χωριό της Αργυρούπολης. Κιουμουσχανέ είναι η Τούρκικη ονομασία της Αργυρούπολης 35. Μωμογέρια: Υπάρχουν σε διάφορες παραλλαγές ακόμη και σαν θεατρικές παραστάσεις με Αριστοφανικό διάλογο (λαϊκά δρώμενα) 36. Ντολμέ ή Τσολμέ: Χορός της περιοχής Όφι (Ανατολικά της Τραπεζούντας) 37. Ομάλ Μονόν: Απλός χορός με έξι βήματα που δεν χρειάζεται ιδιαίτερη χορευτική ικανότητα και τον συναντάμε στην περιοχή Τσιμεράς στην Αργυρούπολη και στην Τραπεζούντα. 38. Ομάλ (Κάρς): Ίδιος χορός με τον προηγούμενο με έντονο τρέμουλο στο σώμα. ή Παϊπούρτ: Πόλη Νοτιοανατολικά της Τραπεζούντας έξω από τα όρια του διεκδικούμενου Πόντου του 1918-1922. ή Τιζ: Ο ίδιος χορός σε πιο αργή μορφή στο Αγ Ντάγ Μαντέν 39. Ούτσαϊ: Χορός της Νικόπολης με έντονο τρέμουλο με 10 βήματα. Αλλάζει η θέση των χεριών ανάλογα με την περιοχή που χορευόταν. ή Ούτσαλτι: Σημαίνει 3-6 στα Τούρκικα ή Κουνιχτόν: Η ονομασία στο Αξι Κιοϊ Νικόπολης από το έντονο τρέμουλο στο σώμα ή Ομάλ Γαρασάρης Η ονομασία στην Ελλάδα. 40. Πατούλα: Το όνομα του χορού στο Δυτικό Πόντο. Πήρε την ονομασία του από τον στίχο "Τη Πατούλας η μάνα, τ’ εμόν η Καλομάνα" ή Πιπιλομάτενα: Το όνομα του χορού στον Ανατολικό Πόντο. Πήρε την ονομασία του από τον στίχο: "Την Πιπιλομάτεναν, ούϊ ανάθεμά τεναν" ή Κόρη Κοπέλα: Ο ίδιος χορός σε μικρή παραλλαγή με διαφορετική μουσική όπως ονομαζόταν στην Γαλίαινα. 41. Σαμσόν Χορός της περιοχής Σαμψούντας 36 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 37.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο 42. Σαρικούζ Θα πει ξανθό κορίτσι στα Τούρκικα. Λέγεται ότι είναι ο χορός του θερισμού. Υπάρχει σε διάφορες παραλλαγές, σε πολλές περιοχές του Πόντου. 43. Σέρρα: Ο ωραιότερος και διασημότερος χορός. Πήρε την ονομασία του από τον ποταμό Σέρρα. Υπάρχει σε διαφορετικές μορφές ανάλογα με την περιοχή. ή Λάζικον: Το όνομα του χορού στην περιοχή του Όφεως όχι γιατί ήταν χορός των Λαζών αλλά γατί οι Οφλίδες είναι κάτοικοι της Λαζικής χώρας. ή Τογιαλίδικον: Το όνομα του χορού στην περιοχή Τόνιας 44. Σερανίτσα ή Χαιρεανίτσα ή Εικοσιένα ή Αρμενίτσα Χορός του Νοτιοανατολικού Πόντου. Πήρε το όνομά του από την περιοχή Χεροίανα όπου χορευόταν. Στην περιοχή της Αργυρούπολης. 45. Σιτόν Μία μορφή ανάποδου μονού τικ. Χορευόταν στην Ιμέρα. Ο χορός πάει προς τα αριστερά. 46. Στενά Δρόμα: (Ταρατσού Σοκακλάρ) Χορός της περιοχής Πάφρας 47. Τάμσαρα Χορός της Νικόπολις. Η μουσική είναι παραλλαγή της "πιπιλομάτενας". Χορευόταν στην Παλτσάνα-Νικόπολις 48. Ταμσάρα Χορός με βάση το Διπάτ. Χορευόταν στα χωριά της Άνω Ματσούκας & Αργυρούπολις. Η μουσική είναι παραλλαγή της "πιπιλομάτενας" 49. Τέρς (Αγ Ντάγ Μαντέν) Μία μορφή Τρυγώνας με ανάποδο λαβύρινθο. Ο χορός πάει προς τ’ αριστερά. ή Γέμουρα Έτσι ονομάζεται ο ίδιος χορός στην επαρχία Κακάτσης στην Αργυρούπολη 50. Τέρς (Κιουμούς Ματέν) Η τρυγώνα σε διαφορετική χορευτική και μουσική παραλλαγή. Ο χορός πάει προς τ’ αριστερά . 51. Τικ (Μονό): Χορός της Ματσούκας με έξι βήματα ή Διπλόν Ο ίδιος χορός όπως ονομάζεται στην Γαλίαινα. 52. Τικ (Διπλόν) ή Τικ Σο Γόνατον: Χορός που χορευόταν σε όλο σχεδόν τον Πόντο με δέκα (10) βήματα. 53. Τικ (Τρομαχτόν) ή Λαγγευτόν Χορευόταν ιδιαίτερα στα Κοτύωρα και στο Κάρς. 54. Τίταρα ή Τετέ Αγάτς Παραλλαγή του Γετιέρε σε βήματα και μουσική με βάση το Διπάτ. Χορός της Αργυρούπολης. 55. Τριπάτ Χορός της Ανω Ματσούκας 56. Τρυγώνα Χορευόταν σε παραλλαγές σε διάφορες περιοχές του Πόντου. Πήρε το όνομά του από τον στοίχο: "Ακεί πέραν σ’ ορμανόπον η Τρυγώνα η Κορώνα" 57. Τυρφών (Τρύφωνας) Χορός της περιοχής Πάφρας. Ο Τρύφωνας ήταν υπαρκτό πρόσωπο (αρσούης) ο οποίος χόρευε πάντα ανάποδα. 58. Τσοπανλάρ Χωριό ανατολικά της Σινώπης 59. Τσουρτούγουζους Χορός του Κιουμούς Ματέν. Μια μορφή γρήγορου τικ με τα χέρια κάτω σε διαρκή κίνηση μπρος-πίσω 60. Φόνα Χορός της Αργυρούπολης. Παραλλαγή του Γιουβαρλαντούμ. ή Αρμενίτσας Ο ίδιος χορός όπως ονομαζόταν στη Γαλίαινα 61. Χάλα-Χάλα Χορός της περιφέρειας Κακάτσης (Αργυρούπολη) 62. Χαλάϊ Χορός του Αγ Ντάγ Ματέν. Ο πρώτος κρατάει μαντήλι. 37 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 38.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ Τα μουσικά όργανα που χρησιμοποιεί ο ποντιακός λαός είναι έγχορδα, όπως η λύρα, πνευστά, το αγγείο ή φλογέρα, και κρουστά, το νταούλι. Είναι όργανα παραδοσιακά που τα κατασκευάζουν ειδικοί λαϊκοί τεχνίτες. Είναι τα κυρίως μουσικά όργανα των Ποντίων. Αποκλειστικός συνοδός του τραγουδιού συχνά είναι η λύρα. Η λύρα, ο λόγος, και η μελωδία, δεμένα σφιχτά με το ρυθμό, μιλούν με τον πιο πειστικό τρόπο στην καρδιά του ποντιακού λαού. Δεν έχουν ανάγκη από επιπλέον καλλιτεχνική κάλυψη. Σπανιότερη είναι η χρήση άλλων οργάνων, όπως το κλαρίνο, το βιολί. Είναι προϊόντα της βιομηχανίας και τεχνολογίας και για τον ποντιακό λαό μουσικά όργανα <<δάνεια>>, που σπάνια τα εισάγει στη μουσική του για να την ενισχύσει. Ο κεμεντζές ή η κεμεντζέ είναι το βασικότερο μουσικό όργανο των Ποντίων, περισσότερο διαδεδομένο στον Ανατολικό Πόντο και λιγότερο στον Δυτικό. Σύμφωνα με τον Παύλο Χαιρόπουλο η καταγωγή του κεμεντζέ ανάγεται στην Μεσοποταμία, στην Αίγυπτο και στην Ελλάδα. Στην Περσία υπήρχε ένα όργανο με την ονομασία «καμάντσια», όπως και στον Καύκασο με το όνομα «καμάντσιες». Ίσως από τις ονομασίες αυτές να προέρχεται το «κεμεντζέ» ή «κεμεντσέ». Σε μια επίσκεψή μου στο μουσείο λαϊκών οργάνων στο Νέο Δελχί της Ινδίας, είδα τρεις λύρες που έμοιαζαν με την ποντιακή, σε μεγαλύτερο μέγεθος, με χορδές από έντερα ζώων όπως ήταν αρχικά οι χορδές στον Πόντο. Φαίνεται ότι το όργανο αυτό ήταν διαδομένο στην περιοχή . 38 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 39.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο To ταούλ είναι το κυρίαρχο όργανο συνοδείας του ζουρνά, του αγγείου (γκάιντα) και σπανιότερα του κεμεντζέ (λύρα). Το χρησιμοποιούσαν κυρίως στους ανοιχτούς χώρους λόγω της μεγάλης του ηχητικής έντασης, λιγότερο δε στους κλειστούς όπου έπαιζαν πιο μαλακά για να μην σκεπάζει τον ήχο των άλλων οργάνων, ιδίως του κεμεντζέ. Η ζουρνά ή ο ζουρνάς Στις κοινωνικές εκδηλώσεις που γινόταν σε ανοιχτούς χώρους στον Πόντο, κυρίαρχο ρόλο έπαιζε ο ζουρνάς με τη συνοδεία νταουλιού, και κατά δεύτερο το αγγείον (τουλούμ’). Λόγω της μεγάλης ηχητικής έντασης ακουγόταν σε μεγάλη απόσταση και έδινε τη δυνατότητα να χορεύουν πάρα πολλά άτομα ακούγοντάς το, κάτι που δεν μπορούσε να συμβεί με τον κεμεντζέ (λύρα). 39 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 40.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο Χειλιαύρι(ν) ή Χειλιαύλι(ν) - (χιλίαυλος) Γαβάλ ή γαβαλόπον (φλογέρα) Με αυτά τα ονόματα συναντάμε το συγκεκριμένο όργανο στον Πόντο. Ήταν κατεξοχήν ποιμενικό όργανο που το κατασκεύαζαν οι βοσκοί στα βουνά του Πόντου και παίζοντάς το περνούσαν ευχάριστα τις ατέλειωτες ημέρες της μοναξιάς τους. Στην περιοχή της Ματσούκας αυτό το όργανο απέδιδε περίφημα τον ανεπανάληπτο βουκολικό σκοπό "μακρύν καϊτέν" ή "ορμανί καϊτέν" ή "ομάλια" (μακρόσυρτος σκοπός ή σκοπός του δάσους). Το κλαρίνο Ως λαϊκό μουσικό όργανο έρχεται στην Ελλάδα γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα. Στον Πόντο το βρίσκουμε συχνά στην περιοχή του Καρς. Έχει επίμηκες σωληνωτό σχήμα, ενώ στο σώμα του διακρίνονται έξι βασικές οπές μπροστά και μία οπή στην πίσω πλευρά, μοιάζοντας οπτικά με φλογέρα και άλλα αντίστοιχα πνευστά μουσικά όργανα. Επιπλέον όμως, το κλαρίνο έχει και μια σειρά από μεταλλικά κλειδιά που καλύπτουν ή αποκαλύπτουν άλλες οπές στο σώμα του. Ο ήχος του κλαρίνου προέρχεται από το παλλόμενο επιγλωσσίδιο που βρίσκεται τοποθετημένο στο επιστόμιο στην κορυφή του οργάνου, και στο οποίο στερεώνεται μέσω του σφιγκτήρα. 40 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 41.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο Κεμανές Έχει φιαλόσχημο σχήμα, είναι πιο μεγάλο όμως σε όγκο και σχήμα από τη λύρα. Στον Πόντο το βρίσκουμε συχνά στην περιοχή του Ακ Νταγ Ματέν. Κατασκευάζεται από τα ίδια υλικά με τη λύρα. Η προέλευσή του έχει συγγένεια με τον κεμανέ της Καππαδοκίας, είναι όμως μεγαλύτερος και διαφέρει στον τρόπο χορδίσματος και κατ’ επέκταση στον τρόπο παιξίματος. Σε αντίθεση με τη λύρα, στον κεμανέ έχουμε 4η και 5η χορδές, με άλλες 4 συμπαθητικές κάτω από την ταστιέρα (γλώσσα ή σπαλέρ), οι οποίες επίσης περνάνε κάτω από τον καβαλάρη (γάϊδαρον) και χορδοδέτη (παλληκάρ’). Αγγείον ή τουλούμ’ ή τουλούμ’ ζουρνά (τσαμπούνα ή γκάιντα) Το όργανο αυτό αποτελείται από τα εξής μέρη: 1. Το ποστ’ (δέρμα ζώου, ασκί) 2. Τη στομωτήρα ή φυσερόν (επιστόμιο) 3. Το αγγόξυλον ή ναβ, μέσα στο οποίο είναι τοποθετημένα παράλληλα τα δύο καλάμια με τα τσιμπόνια (γλωσσίδια) που παράγουν τον ήχο. 41 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 42.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο Ούτι Παίζεται σόλο η με άλλα όργανα στην μουσική παράδοση των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Στον Πόντο το βρίσκουμε συχνά ως συνοδεία με άλλα μουσικά όργανα στην περιοχή του Ακ Νταγ Ματέν. Βιολί Το βιολί ως λαϊκό μουσικό όργανο, εμφανίζεται στην Ελλάδα από τον 17ο αιώνα. Στον Πόντο το βρίσκουμε συχνά ως συνοδεία με άλλα μουσικά όργανα στην περιοχή του Ακ Νταγ Ματέν. Συνήθως παίζεται κάθετα, όπως η ποντιακή λύρα. 42 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 43.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο Παραδοσιακά δίστιχα Σο μουχαμπέτ' εκάθουμ’νε με κάμποσα παιδία Κι έσκισεν έρθεν εύρε μεν τ' εγάπ'ς αρροθυμίαν Το Σταύρωμαν ελίβωσεν και τα Λευκένια κλαίγ’νε Οι παλαιοί με την σειράν απ’ είνας είνας φεύ’νε Τα μουχαμπέτα , π’ αγαπά πολλά ΄κί θα κοιμάται Άμον ντ’ ακούει την κεμεντζέν ο ύπνος ατ’ θα χάταιν Το σεβταλούκ ΄κί γίνεται μανάχον με λασίον Γίνεται με το παρακάθ’ και με το καθησίον Το σεβταλούκ ΄κί γίνεται και με την αμελίαν Γίνεται με την καλατσήν και με την μασχαρίαν Ας ετραγώδ’να έμορφα κι άλλο τιδέν κ’ εθέλ’να Όθεν κορτσόπα έμορφα το νουν ατουν επαίρνα Ανάθεμα και την ρακήν ας ούλεν το καλλίον Τ’ εκατόν τράμα , είν’ πολλά, τ’ ημσόν οκάν ολίον Εσέν ρακόπον πίνωσεν πασκί’ για μεθυσίαν Πίνω σε για το ντέρτι μου κι ας σην τυρρανισίαν Γομώστεν ξάν’ και το πουκάλ’ ντο κείται απάν’ σο στόλι Ευλόγησεν ατο Χριστόν κι δώδεκ’ Αποστόλοι Το ράκιν όντες πίν’ ατο αλήωρα μεθύνω Θυμούμαι το μικρόν τ' αρνί μ' και μαύρα δάκρα , ξύνω Βάλεν κρασίν βάλεν ρακίν γόμωσον το ποτήρι μ’ Φαρμάκ’ να έν’ θα πίν’ ατο για τ’ εσόν το χατήρι Το ράκιν σίτα, έπινα είπ’ατεν " σην υεία σ’ " Ατέ εκλώστεν κ’ είπ’ εμεν να τρώγω την καρδία σ’ Μακρύν φοτάν μη ζώσκεσαι αρνόπο μ’ εμποδίεις σε Τ’ ομματα μ’ να λελεύ’νε σε κι ψή μ’ να ποδεδίεις σε 43 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 44.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο Ανάθεμα και την σεβτάν ολίγον πα κανείται Άμον λαμπάδαν καίγεται καμίαν ΄κί τελείται Είνας κουτσή χιλέμορφος έκαψεν την καρδία μ’ Και κ’ επορώ να λεγ’ ατεν έλ’ ας φιλώ σε μίαν Τα στράτας ντ’ επορπάτεσα κι όλα τσαμουρωμένα Τα κορτσόπα ντ’ εγάπεσα όλα , σουμαδεμένα Όλα τα δέντρα τη ραχί’ σον ήλον κες τερούνε Αν λεγ’ ατα τα τερτόπα μ’ τα φύλλα τουν θα ρούζ’νε Σεράντα ποταμόνερα κ’ εφτά ραχία χιόνα, Κ’ επόρεσαν να έπλυναν τη κάρδα , σ ιμ τα πόνα , Το σεβταλήν πη θα ευτάει θα εν πολλά τεχνίτες Θα φτάει κάτας πορπάτεμαν λαγεύ’ άμον τσιχρίτες Έμορφος και παντέμορφος φορείς και τα μαβία Εβγαίντς απάν’ σ’ εξώπορτον παλαλώντς τα παιδία Θέκον την τάπλαν ζαρωτά κ’ έβγα απάν’ σο δώμαν Και πέει με καλως ώρισες με το γλυκύν το στόμαν Σον ουρανόν πετά πουλίν σην γην ευτάει ευώραν Κατηγορούν και λένε με και ντ’ αγαπώ την χώραν Αρνόπο μ’ το φιστάνι σου τέσσερα πέντε πήχεις Πολλά παραπονίεσαι ας έμ’νε εγώ η τύχης Το φίλεμα σ’ εν γιατρικόν το δάκ’σιμο σ’ τερμάνι Κι αγκάλια σ’ παντοβότανον σ’έναν ισίζ’ ορμάνι Η κεμετζέ κοκκύμελον τα κόρδας μεταξένα Ολ’ αγαπούν τα συγγενά κι εγώ αγαπώ τα ξένα Τ’ αρνί’μ’ επήεν σον παρχάρ’ σο τσόλ’ την ερημίαν Ατσάπ’ς θα ΄ίνεταο χουσμέτ’ να λέπ’ ατο αλλομίαν Αρνί μ’ έρθεν ο μοθοπώρτς κ’ εγώ θα ξενιτεύω Παρακάλ’ πολλά τον Θεόν κακόν να μη τσατεύω Πουλί μ’ σ’ όνειρο μ’ είδα σε και τσίπ’ πολλά εχάρα Εγνέφ’σα και εχάσα σε καλλίον ν’ επεθάνα 44 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 45.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο Εγώ και σύ νε Γιάννικα μ’ οι δυ’ πα χοβαρτάδες Βοσκίζουμεν τ’ ομμάτα , μουν ση χωρί’ τοι νυφάδες Βάλλον την τάπλας ζαρωτά κ’ έβγα απάν’ σο δώμαν Και πέμε καλώς ώρισες με το γλυκίν το στόμαν Σεβταλίγια τ’ έμορφα τσαλιμορίκ κορτσόπα Χαϊτέστεν μπαίνουμ’ σον χορόν και σκώνουμ’ τα χερόπα Καλά ΄ποίκα κ’ εγάπεσα ση μαχαλά μ’ κορτσόπον Εμπαίν’ κ’ εβγαίν’ κ’ ελέπ’ ατο και χέρεται το ψόπο μ’ Μικρίκον σεβταλίδικον κόκκινον πιπερόπον Για έλα έμπα σον χορόν σο ζεβρό μ’ το χερόπον Εγάπη μ' σο παχτσόπο σου κρύον νερόν εβγαίνει Κλείσκουμαι κα να πίν’ ατο σην ψυμ’ αχάντ’ εμπαίνει Αβούτ’ αρ’αέτς ΄ ίνεται θα χτίζω δυο οτάδας Σ’ ένα θα βάλω τα τέρτα , μ’ και σ’ άλλο τα σεβτάδας Αβούτ’ αρ’αέτς ΄κί ίνεται θα χτίζω μαστορείον Να πουλώ βέτρα , και πεσκούς αδ’απαν’ σο χωρίον Ανάθεμάσε νε πουτσή πως είσαι πελαλίσσα Με τ’ εμέν τον μωμόερον εξέβες πελαλίσσα Ο ουρανόν ελίβωσεν και συρ’ τα γιουλτουρούμα , Τα ποδαρόπα μ’ έφαγα σ’ εσά τα καλτουρούμα , Αρνί μ’ την πόδαν το πατείς να έμ’ναι γω το χώμαν Ν’ ακούω και την καλατσή σ’ ας σο γλυκίν το στόμαν Ας σο παρχάρ’ κα έρχουμαι χορτάρα , φορτωμένος Ας σα νύχια ως την κορφήν σεβντάν καπατεμένος Εσύ είσαι τ’ς ανατολής τ’ άστρον το λαμπερόν-ι Θα κείμαι σ’ εγκαλιόπο σου, απόψ’ ους να μερώνει Πη καλατσεύ’ σε ΄κί νυστάζ’ π’ ελέπ’σε ΄κί κοιμάται Και με τα’ εσέν πη λάσκεται ση χαμονήν πάει χάται Ανάθεμα την μάνα σου την τσούνα την παλάλαν Ετσάκωσεν την κεμετζέν και έβραζεν το γάλαν 45 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 46.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο Άσπρα φορείς, άσπρα ν’ αλλάεις, άσπρον η φορεσία σ’ Άσπρα τσιτσέκια ξύουνταν, ας ση πορπατησία σ’ Εφίλεσ’ ατεν σο κατσίν κι αφ’κά και σο γανάτ’ν ατς Φιλέματα δαξίματα, χάθεν πολλά το τάτ’ ν ατς Εβρόντεξεν και άστραψεν ερχίνεσεν χιονίζει Τη κάρδα , σ’ιμ το χτύπεμαν εθέρτσεν κι αλωνίζει Και τα πουλία ντο πετούν απάν’ και σα ταφία Χωρίζ’νε όντες κάθουνταν, τη λύρας τα παιδία Ανάθεμα και την ρακίν και την σισάν εντάμαν Ας’ σο πολλά τσιτσάνινιγμαν ένουμ΄νε βελόν ράμαν Πέντε ποτήρα , μαναχόν ισάζ’ νε το καρδόπο μ’ Ρακίν πολλά ΄κί θα πίνω πονεί το κιφαλόπο μ’ Απόψ’ ούς να εμέρωσεν φαϊα και ποτία Εποίκα μ’ τρανόν μουχαμπέτ’ για τ’ εσέν τα παιδία Τσιγάρον σιτ' ετύλιζα το χαρτί μ' ετσερίεν Με τ' αρνόπο μ' έπαιζα το σπαρελ' ν ατ’ ελύεν Το τρία ήμσι τούρκικα λέγν’ατα ούτς πουτσούκι Αρ’ έπαμεν και την ρακήν που έν’ και το σουντσούκι Αρνί’ μ' ερούξα σο κρεβάτ’ ας σην σεβντά τεσόν -ι Έλα και φέρον το βοτάν’ εμέν ντο θα λαρώνει Εγάπη μ' σο παχτσόπο σου απές εμέναν βάλον Εσύ να είσαι το τσιτσέκ κ’ εγώ ο παξεβά , νον Όντες ΄κι άνοιξεν το σπαλέρ να δείχ’μεν τ’ άσπρα ψύ ατς Ατότε εκατήβασα Χριστόν και Παναϊας Πάντα να έτον Κερεκή πάντα να έτον Σάββα Επέγναμε ση Μολυβά έτρωγαμεν κοσσάραν Κορτσόπα ντο τερείτ’ εμεν και ντο χαμογελάτε Σεβτάν ντο έν κ’ εξέρετε τσαχά , λκα κ’ εγροικάτε Εγώ αγαπω σε κ’ έρχουμαι κι εσύ παραμερίεις μεν Ντοσίλεον καρδόπον εχ΄ς σιτα, γελώ κλαινίεις μεν 46 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 47.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο Αγάπα με μικρόν αρνί’ μ’ άμον ντ’ εποίνες πρώτα Εσύ την χώραν μη τερείς την κάρδα , σ’ ις για ρώτα Εγώ εσέν εγάπανα εγώ εσέν θα παίρ’να Σ’ εσέν τρανόν ομούτ’ είχα κι ολόερα κ’ ετέρν’α Τ’ ομμάτα, σ’ κρούνε με ισμάρ’ τα φρύδα , σ’ χάιτε ας πάμε Κανείς να μη γροικούν’ ατο το σεβταλούκ ντ’ ευτάμε Αύριον θα κρεμάν’νε με αρνόπο μ’ έλα κλάψον Και τ’ άσπρον λευκομάντηλο σ’ σο γαίμα μ’ έλα βάψον Όταν ποθάνω ξάι μη κλαίς ξάι μη τρώς την καρδίας Κλάψω με ατώρα ζωντανόν και χτούπ’σον τα μαλλία σ’ Σ’ ουρανόν πετά πουλίν σην ήν ευτάει ευώραν Κορτσόπον γαντουρεύν’νε σε και δίν’νε σε τη χώραν Όταν ακούς το λάλοπο μ’ αρνόπο μ’ πως κοιμάσαι Κι λες γιοργάνι μ’ άκλερον από πάν’ιμ’ να χά’σαι Τραγούδ’ εσύ το παλληκάρ’ κι εγώ θα αφουκρούμε Σύρον τα λόια τη σεβτάς κ’ εγώ θα παλαλούμαι Εμέν η μάνα μ’ είπε με ντο εν ατό το χάλι σ’ Έναν κορίτσ’ εφίλεσα κ’ έσκισαν το κιφάλι μ’ Δύο κορτσόπα έμορφα γεσίλ’ χορτάρ’ θερίζ’νε Κάθουνταν κι αναπάουνταν και για τ’ εμέν ταβίζ’νε Κι ας έρθεν η Σαρακοστή κι α τρώουμεν κοχλίδια Ατού σ’ ασπρα τα δάχτυλα σ’ υεύν’νε δαχτυλίδια Σεβτάν έχω σεβτάν πουλώ και σεβταλής γυρίζω Το σεβταλούν το παλληκάρ’ σα χέρα, μ’ θα τυλίζω Σα μέσα σ’ να τυλίουμε ση ζωναρί’ σ’ το τόπον Ση γούλα σ’ να τυλίουμε ση φιλιρί’ σ’ τον τόπον Ας ση σεβτάν επίασα ας ση σεβτάν εκάγα Αρνόπο μ’ σ’ εγκαλιόπο σου έπεσα κι ενεπάγα Η Παναϊα λειτουργά κ’ ο ηγούμενον κοιμάται Τερέστε τα’ ματόπα μου π’ ατέν ‘κί’ αροθυμάται 47 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα
  • 48.
    Η Ρωμανία κιαν επέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο Δύναμιν δόσ’ μ εσύ Θεέ, χαράν δόσ’ σο καρδόπο μ’ εγώ πολλά επόνεσα, μη γονατίεις το ψόπο μ’ Ση τοξαρί μ’ το σύρσιμον άλλ’ κλαί’ν κι’ άλλ’ τραγωδούνε άλλ’ καταρούνταν την σεβτάν κι’ άλλ’ την αγάπ’ ‘βλογούνε. Ράσια και ρασοκέφαλα σα λίβα απές κρυμμένα ανοίξ’τεν σεβταλή ταφίν και θαψέστεν εμέναν Έλα αρνόπο μ’ με τ’ εμέν ση Σουμελά ας πάμε μη αφίντς με μόν’ και μοναχόν κι’ απέσ’ σ’ ορμάνια χάμαι. Άν αποθάνω εσύ, μη κλαϊς και μη μοιρολογάς με ζωντανόν μόνον τζίξο με και μη κακολογάς με Βαθύν ποτάμ ομοίασεν αγάπη μ’ για τ εσένα, ντο κσύεται ση Θάλασσαν με κύματ αφρισμένα. Γιατί η αγάπη μ’ για τ εσέν να ζή πουλί μ’ ακόμαν αφού εσέν εσκέπασεν το έρημον το χώμαν; Δύναμιν δόσ’ μ εσύ Θεέ, χαράν δόσ’ σο καρδόπο μ’ εγώ πολλά επόνεσα, μη γονατίεις το ψόπο μ’ Ζωή όντ’ είχα εδώκ’ άτο σα πόνια σ’ και σά δάκρας ντό ειν α σην χαράς πολλά και πλέα α σα μουράτα σ’ Ή Θάλασσα όντες βοά και κρούει σα Θαλασσάκρα σο νού μ’ όνερα έρχουνταν σ’ ομάτια μ’ μαΰρα δάκρα Θάψον καρδόπο μ’ τη χαρά σ’ και Θάψον τα μουράτα σ’ όνειρον έτον η χαρά σ’ χαρά σαν τα δάκρα σ’ Ισκιά τ εσόν εγώ είμαι, εσύ, τ’ εμόν ο ήλεν τ’ ομμάτια σ’ τα παντέμορφα τ’ εμόν ο Ταραήλεν Καρδίαν, ψύν και δύναμιν, ούλια εσέν’ εδώκα και την χαράν κ επέντεσα σ’ όσα πόρτας εντόκα Λέγνε σον πόνον γιατρικόν είναι πάντα τα χρόνια ατό που, λέει κ’ εγάπεσεν και κ’ έσυρεν ξάϊ πόνια Μη λέτε με να τραγουδώ, τ’ εμόν η τραγωδία δακρά και πόνος γίνεται ντό κ’ εχ’ παρηγορίαν 48 Ο ουρανόν κ’ θάλασσα, η γη κ’ όλια τα πάντα Έλα πουλίμ’ να χέρουμες πασκίμ θα ζούμε πάντα