οκτωβριοσ -δεκεμβριοσ 2014 / ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗς-ΠΡΟΒΟΛΗς ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ / ΤΕΥΧΟΣ 20 / TIMH 4
Ἀφιέρωμα
Ὅσιος Παΐσιος
2
ΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ - ΕΚΔΟΤΗΣ
«ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ»
ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ
-ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ
ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ KATA TON ΝΟΜΟ
Θεόφιλος Παπαδόπουλος, Πρόεδρος
Τηλ.: 6972559553
ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ ΣΥΝΤΑΞΗΣ
Θεόφιλος Παπαδόπουλος
Γεώργιος Βιλλιώτης
Δῆμος Θανάσουλας
Χαράλαμπος Στεργιούλης
ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ ΤΕΥΧΟΥΣ
Δήμητρα Τζίκα
ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ-στοιχειοθεσια
Γ. Ἀνανιάδης
ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
Μαρία Ἰωαννίδου, Τηλ.: 2310 552 207
ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Ἀναστάσιος 'Ιορδανίδης, Τηλ. 6976889447
Τηλεομοιότυπο: 2310 552209
ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΑΘΗΝΑΣ
Ἀγγελική Καπετάνιου,
Τηλ. 210 5227967  210 6930355
Τηλεομοιότυπο 210 6930355
EΤΗΣΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗ
Ἐσωτερικοῦ: 20 Εὐρώ, Ἐξωτερικοῦ: 40 Εὐρώ
ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ
EUROBANK, BIC: EFGBGRAA
IBAN: GR4002603220000140200352972
ΠΕΙΡΑΙΩΣ: SWIFT-BIC: PIRBGRAA
5253-059675-650
IBAN: GR67 0172 2530 0052 5305 9675 650
«ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ»
Γραφεῖα Θεσσαλονίκης:
Μοναστηρίου 225, Μενεμένη, 54628
Τηλ: 2310 552207, Τηλεομοιότυπο: 2310 552209
Γραφεῖα Ἀθηνῶν:
Πανεπιστημίου 39, Στοὰ Πεσματζόγλου
10679, 5ος ὄροφος, Τηλ.210 6930355
-Τηλ.210 5227967
Ἱστοσελίδα: www.enromiosini.gr
Ἠλεκτρ.ταχυδρομεῖο:contact@enromiosini.gr
ISSN: 1792-2828
Οἱ συγγραφεῖς τῶν ἄρθρων φέρουν
τὴν εὐθύνη γιὰ τὶς ἀπόψεις τους.
ΤΕΥΧΟΣ ΑΡ.20/ ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ-ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2014
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ TOY ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ
ΜΕΛΕΤΗΣ-ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Πολ­λές φο­ρές στό πε­ρι­ο­δι­κό Ἐ­ρῶ δη­μο­σι­εύ­θη­καν
κεί­με­να γιά τόν ὅ­σιο Γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο. Τώ­ρα με­τά τήν
ἁ­γι­ο­κα­τά­τα­ξή του ἀ­φι­ε­ρώ­νε­ται ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου τό πα­ρόν
τεῦ­χος στόν ὅ­σιο Πα­ΐ­σιο, μέ ἀ­γά­πη, σε­βα­σμό καί εὐ­γνω­
μο­σύ­νη γιά ὅ­σα προ­σέ­φε­ρε καί βο­ή­θη­σε ἀ­να­ρίθ­μη­τες
ψυ­χές μέ ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρο προ­σω­πι­κό τρό­πο, ἀλ­λά καί τήν
Ἐκ­κλη­σί­α καί τό Γέ­νος μας. Ἡ χά­ρη του εἶ­ναι ἀ­δα­πά­νη­
τη καί ἀ­νε­ξάν­τλη­τη καί τά με­τά τήν κοί­μη­σή του θαύ­
μα­τα ἀ­μέ­τρη­τα. Ὁ Θε­ός τόν ἀ­νέ­δει­ξε γιά νά βο­η­θή­ση τήν
πνευ­μα­τι­κά φτω­χή καί δύ­σκο­λη ἐ­πο­χή μας μέ λό­για, μέ
ἔρ­γα, μέ τό πα­ρά­δειγ­μά του, τήν προ­σευ­χή του, «ἐν ση­
μεί­οις καὶ τέ­ρα­σι». Τά λό­για του ἔ­χουν χα­ρι­σμα­τι­κή ἐ­πί­
δρα­ση καί ἡ ἀ­σκη­τι­κο–μαρ­τυ­ρι­κή ζω­ή του συγ­κι­νεῖ τούς
πάν­τες. Ὁ λα­ός τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λά ἀ­κό­μη καί οἱ ἀ­δι­ά­φο­ροι
αἰ­σθά­νον­ται με­γά­λη εὐ­λά­βεια καί ἀ­γά­πη γιά τό ἅ­γιο πρό­
σω­πό του! Αὐ­τό εἶ­ναι ἡ ἀν­τα­μοι­βή, ἡ δι­καί­α ἀν­τα­πό­δο­ση
τοῦ κό­σμου γιά τούς κό­πους καί τίς θυ­σί­ες του πού ἀ­πό
ἀ­γά­πη ἔ­πα­σχε γιά τόν πο­νε­μέ­νο σύγ­χρο­νο ἄν­θρω­πο. Σή­
με­ρα κα­νέ­να ἄλ­λο πρό­σω­πο δέν ἔ­χει τό­ση ἐ­πι­και­ρό­τη­τα,
δέν συγ­κι­νεῖ τό­σο τίς ψυ­χές τῶν ἀν­θρώ­πων, δέν συγ­κεν­
τρώ­νει τόν πό­νο καί τά αἰ­τή­μα­τα τῶν πο­νε­μέ­νων, ὅ­πως
ὁ ὅ­σιος Πα­ΐ­σιος.
Τά ὅ­σα δη­μο­σι­εύ­ον­ται εἶ­ναι λί­γα ἄ­γνω­στα στοι­χεῖ­α
καί ἀ­δη­μο­σί­ευ­τες φω­το­γρα­φί­ες καί νε­ό­τευ­κτες ἁ­γι­ο­γρα­
φί­ες πού πα­ρέ­χουν μιά συμ­πλη­ρω­μα­τι­κή εἰ­κό­να τοῦ Γέ­
ρον­τα. Τό πνευ­μα­τι­κό του ὗ­ψος, ἡ ἐ­παν­θοῦ­σα χά­ρις πού
τοῦ ἔ­δω­σε ὁ Θε­ός θά πα­ρα­μεί­νη ἄ­γνω­στη καί ἀ­σύλ­λη­
πτη, κα­λυμ­μέ­νη ἀ­πό τήν βα­θειά του τα­πεί­νω­ση. Ὑ­πῆρ­
ξε με­γά­λος γιά τήν ἐ­πο­χή μας, ἄν κρί­νω­με ἀ­πό τήν προ­
σφο­ρά του καί τά ση­μεῖ­α πού γί­νον­ται με­τά τήν κοί­μη­σή
του. Μπο­ροῦ­με νά τόν πα­ρο­μοι­ά­σω­με μέ πο­λυ­χεύ­μο­να
χρυ­σορ­ρό­α πο­τα­μό πού ἀρ­δεύ­ει ἅ­παν τό πρό­σω­πο τῆς
Ἑλ­λά­δος, ἀλ­λά καί τήν παγ­κό­σμια Ὀρ­θο­δο­ξί­α. Ἡ φή­μη
του ἐ­ξῆλ­θε εἰς πᾶ­σαν τήν γῆν καί εἰς τά πέ­ρα­τα τῆς Οἰ­
κου­μέ­νης ἔ­φθα­σαν τά λό­για του.
Τί τό ἰ­δι­αί­τε­ρο εἶ­χε ὁ ὅ­σιος Πα­ΐ­σιος καί ἔ­λα­βε ἀ­πό τόν
Θε­ό τό­ση χά­ρη καί δό­ξα; Ὅ­πως ἡ σκιά ἀ­κο­λου­θεῖ τό σῶ­μα
ἔ­τσι καί στόν Ὅ­σιο ἀ­κο­λου­θοῦ­σε πάν­τα, ἦ­ταν στήν φύ­ση
του, ἡ φι­λό­τι­μη ἄ­σκη­ση γιά τόν Θε­ό, ἡ θυ­σι­α­στι­κή ἀ­γά­
πη του γιά τόν κά­θε ἄν­θρω­πο, ἡ προ­τί­μη­ση τοῦ συμ­φέ­
ρον­τος τοῦ πλη­σί­ον, ἡ δί­ψα γιά νά βο­η­θή­ση τόν κα­θέ­να
στήν σω­τη­ρί­α του. Ὅ­λη του ἡ ζω­ή ἦ­ταν μιά θυ­σί­α, μιά
προ­σφο­ρά γιά τόν κό­σμο, τήν Ἐκ­κλη­σί­α, τό Γέ­νος, τήν
ἀν­θρω­πό­τη­τα, σάν τήν λαμ­πά­δα πού καί­γε­ται καί λυ­ώ­
νει γιά νά φω­τί­ζη καί νά πα­ρη­γο­ρῆ μέ τό φῶς της τούς
ἄλ­λους. Αὐ­τό εἶ­ναι τό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ὅ­λων τῶν Ἁ­γί­ων,
πού ἐ­ξαι­ρέ­τως κα­τεῖ­χε καί ὁ ὅ­σιος Πα­ΐ­σιος. «Ἁ­γί­ων ἴ­διον
μὴ δό­ξαν, μὴ τι­μήν, μη­δὲ ἄλ­λο προ­τι­μᾶν τῆς τοῦ πλη­σί­ον
σω­τη­ρί­ας». (Ἁγ. Χρυ­σο­στό­μου, P.G. 57, 53).
Οἱ πρε­σβεῖ­ες τοῦ ὁ­σί­ου Πα­ϊ­σί­ου, ὅ­λων τῶν Ἁ­γί­ων καί
τῆς Θε­ο­τό­κου νά βο­η­θοῦν τόν κά­θε ἄν­θρω­πο, τήν δο­κι­
μα­ζο­μέ­νη πα­τρί­δα μας καί ὅ­λο τόν κό­σμο. Ἀ­μήν.
3
σ. 32
σ. 35
σ. 39
σ. 40
σ. 41
σ. 43
σ. 43
σ. 43
σ. 44
σ. 44
σ. 45
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
σ. 4
σ. 16
σ. 22
σ. 22
σ. 23
σ. 24
σ. 26
σ. 29
σ. 31
σ. 32
ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ
ΑΦΙΕΡΩΜΑ : ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
Οἱ ἀναμνήσεις μου ἀπό τόν ὅσιο Παΐσιο
Δι­ή­γη­ση Μυ­ρο­φό­ρας μο­να­χῆς
Ὁ ὅσιος Παΐσιος καί οἱ μαθητές
τῆς Ἀθωνιάδος
Δι­ή­γη­ση Ἀρ­χιμ. Νι­κο­δή­μου
Καν­σί­ζο­γλου
Ἐκπλήρωσε τήν ἐπιθυμία μου
Δι­ή­γη­ση Θε­ο­δώ­ρου Χα­τζη­πα­τέ­ρα
«Ἐγώ παπᾶδες δέν ἐξομολογῶ»
Δι­ή­γη­ση π. Θε­ο­δο­σί­ου Ἁ­γι­ο­παυ­λί­του
Προσευχή μέ δάκρυα καί πληροφορία
Δι­η­γή­σεις π. Με­θο­δί­ου
Διάγνωση ἀποθεραπείας
Διήγηση Ἰ­ω­άν­νου Δι­α­κο­γε­ωρ­γί­ου
«Πόσο μέ βοήθησε ὁ ὅσιος Παΐσιος»
Δι­ή­γη­ση Χρυ­σάν­θου Μπρου­κά­κη
«Ἕξι χρόνια μέ φωνάζεις»
Δι­ή­γη­ση Δή­μη­τρας Χρι­στο­δού­λου
Ὁ ὅσιος Παΐσιος,
ὁ μεγάλος μου εὐργέτης
Δι­ή­γη­ση Τσια­βέ Βα­σι­λεί­ου
«Σοῦ γεμίζω τό μάτι τώρα;»
Εὐ­λα­βής ἱ­ε­ρέ­ας δι­η­γεῖ­ται
Στήριξη σέ μαθητή
Δι­ή­γη­ση Γε­ωρ­γί­ου Βερ­νέ­ζου
Θαυμαστή ἀλλοίωση
Δι­ή­γη­ση Εὐ­στα­θί­ου Ἀ­δα­μο­πού­λου
Συμφέρει νά ἔχη τό πρόβλημα
Δι­ή­γη­ση Γρη­γο­ρί­ου Α..
Ἀποκαλύψεις καί δαιμονικό φῶς
Εὐ­λα­βής προ­σκυ­νη­τής δι­η­γεῖ­ται
Ἔξοδοι στόν κόσμο
Μαρ­τυ­ρί­α Ἁ­γνῆς Τρι­κού­κη
Μαρ­τυ­ρί­α
Μαρ­τυ­ρί­α Ζή­νω­να Τρι­κού­κη
Μαρ­τυ­ρί­α
Μαρ­τυ­ρί­α κυ­ρί­ας Με­λι­τι­νῆς Ἀμ­πά­δου
Μαρ­τυ­ρί­α
Δι­ή­γη­ση πα­πα-Δαυ­ΐδ, Κα­ρε­ώ­του
«Ἔβλεπε τίς σκέψεις μου»
Μαρ­τυ­ρί­α π. Ρα­φα­ήλ Σ.
Ἐξαφάνισε τήν ἐκδίκηση
Μαρ­τυ­ρί­α κ. Γ.
Ἡ οὐράνια μορφή του
Μαρ­τυ­ρί­α Παύ­λου
4
σ. 48
σ. 48
σ. 49
σ. 49
σ. 49
σ. 49
σ. 50
σ. 50
σ. 51
σ. 53
σ. 53
σ. 53
ΣΥΝΤΟΜΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΔΙΔΑΧΕΣ
σ. 54
ΘΑΥΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ
σ. 106
σ. 68
σ. 70
σ. 71
σ. 71
σ. 72
σ. 75
σ. 78
σ. 79
σ. 79
Συμ­μα­θη­τής του δι­η­γεῖ­ται
Δι­η­γεῖ­το εὐ­λα­βής προ­σκυ­νη­τής
ἐκ Κο­νί­τσης
Δι­η­γεῖ­το ἡ ἀ­δελ­φή τοῦ Γέ­ρον­τα Χρι­στί­να
Δι­η­γεῖ­το ὁ Βα­σί­λει­ος Κί­τσιος,
γαμ­πρός ἀ­πό ἀ­νε­ψιά τοῦ Γέ­ρον­τα
Δι­η­γεῖ­το ὁ Κο­νι­τσι­ώ­της
Παῦ­λος Σέρ­ρας
Δι­η­γεῖ­το ὁ Ἀ­λέ­ξης Σέρ­ρας
ἐκ Κο­νί­τσης
Δι­η­γεῖ­το ὁ ἀ­δελ­φός τοῦ Γέ­ρον­τα Ρα­φα­ήλ
Δι­η­γεῖ­το
ἡ Εἰρήνη Καραμουράτη-Μουρελάτου,
ἀνεψιᾶ τοῦ ὁσίου Παϊσίου,
κόρη τῆς ἀδελφῆς του Ζωῆς
Βα­σί­λη Μου­ρε­χί­δη, Κό­νι­τσα
Ἀ­νώ­νυ­μος δι­η­γή­θη­κε
Ἀ­νώ­νυ­μος δι­η­γή­θη­κε
Δι­ή­γη­ση Γέ­ρον­τος Γα­βρι­ήλ
Διδαχὲς τοῦ ὁσίου Παϊσίου
Θεραπεία καρκινοπαθοῦς
Κα­τα­γρα­φή
Μα­ρί­ας Βα­βου­λι­ώ­του-Κα­ρα­ΐ­σκου
Ἐπικοινωνεῖ μέ αὐτιστικά παιδιά
Δι­ή­γη­ση Ἠ­λί­α Βου­τσι­νᾶ, Πά­τρα
Εὐωδία ἀπό βιβλία
Μαρ­τυ­ρί­α Χρι­στί­νας Γα­λα­νο­πού­λου
Προ­σκυ­νη­τής ἀ­πό Σέρ­ρες
Ὁ τάφος ἔχει ζωή καί θεραπεύει
Μαρ­τυ­ρί­α Δ. Σ.
Ἔκανε τήν ἐγχείρηση
Δι­ή­γη­ση Νι­κο­λά­ου Κου­λού­ρη, Κα­θη­γη­τοῦ
Συγκλονίστηκε ἀπό βιβλίο τοῦ Γέροντα
Νέ­ος, ἀ­πό τήν Κεν­τρι­κή Ἑλ­λά­δα
«Νά μήν βλέπης τηλεόραση»
κ. Χ.
«Ἦταν ἐδῶ»
Ἀ­σθε­νής 20 ἐ­τῶν ὀ­νό­μα­τι Μ., ἀ­θλη­τής
5
ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ
Οἱ ἀναμνήσεις μου
ἀπό
τόν ὅσιο Παΐσιο
«Ἤ­μουν 14 χρο­νῶν, ὅ­ταν γιά πρώ­τη
φο­ρά μί­λη­σα μέ τόν παπ­πού­λη, ἔ­τσι τόν
φώ­να­ζα. Δέν ἤ­ξε­ρα πολ­λά ἀ­πό πνευ­μα­τι­
κή ζω­ή. Τό­τε εἶ­χα γνω­ρί­σει τόν Γέ­ρον­τά
μας, ἄρ­χι­σα νά ἐ­ξο­μο­λο­γοῦ­μαι. Ἤ­μουν
πά­νω στόν ἐν­θου­σια­σμό τῆς πνευ­μα­τι­
κῆς ζω­ῆς. Εἶ­χα κά­τι βλά­σφη­μους λο­γι­
σμούς, ἔ­τσι τούς ἔ­λε­γε ὁ παπ­πού­λης.
»Οἱ λο­γι­σμοί ἦ­ταν γιά τόν Γέ­ρον­τά
μας καί μέ στε­νο­χω­ροῦ­σαν πά­ρα πο­λύ.
Μοῦ ἔ­λε­γε ὁ Γέ­ρον­τας, μήν τά δί­νης ση­
μα­σί­α εἶ­ναι τοῦ δι­α­βό­λου, ἐ­γώ δέν μπο­
ροῦ­σα νά τό ξε­πε­ρά­σω. Εἶ­χε βγῆ ὁ παπ­
πού­λης στόν κό­σμο. Ἑ­τοί­μα­ζε τό­τε τό
βι­βλί­ο μέ τόν Βί­ο τοῦ ὁ­σί­ου Ἀρ­σε­νί­ου. Ὁ
Γέ­ρον­τας τό ἤ­ξε­ρε, μοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να γράμ­
μα καί μέ ἔ­στει­λε νά δῶ τόν παπ­πού­λη
καί νά τοῦ πῶ τούς λο­γι­σμούς πού μέ
στε­νο­χω­ροῦ­σαν πά­ρα πο­λύ. Ζή­τη­σα νά
δῶ τόν παπ­πού­λη ἀ­πό τίς ἀ­δελ­φές, μοῦ
εἶ­παν, «δέν θά μπο­ρέ­ση νά σέ δῆ οὔ­τε
ἐ­μᾶς εἶ­δε ἀ­κό­μα, οὔ­τε κα­νέ­ναν». Ἔ­δω­
σα στίς ἀ­δελ­φές τό γράμ­μα πού μοῦ εἶ­
χε δώ­σει ὁ Γέ­ρον­τας γιά τόν παπ­πού­λη
καί τό ἀ­πό­γευ­μα μέ φώ­να­ξε. Ἦ­ταν στό
κελ­λά­κι πού ἦ­ταν πά­νω ἀ­πό τήν δε­ξα­με­
νή. Ἦ­ταν νέ­ος ἀ­κό­μη ὁ παπ­πού­λης, τά
Δι­ή­γη­ση
Μυ­ρο­φό­ρας μο­να­χῆς
6
γέ­νια του ἦ­ταν πο­λύ μαῦ­ρα. Κά­θη­σε σέ
ἕ­να σκα­μνά­κι καί ἐ­γώ γο­νά­τι­σα ἐ­κεῖ καί
ἄρ­χι­σα νά τοῦ λέ­ω ὅ,τι εἶ­χα.
»»Ὅ­λους αὐ­τούς
τούς λο­γι­σμούς»,
μοῦ λέ­ει, «τούς
παίρ­νω ἐ­γώ. Θά δώ­
σω ἐ­γώ λό­γο στόν
Θε­ό». Μοῦ εἶ­πε ἕ­να
πα­ρά­δειγ­μα: «Ἐ­κεῖ
στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος
ἦρ­θε ἕ­να κα­λο­γέ­ρι,
εἶ­χε πο­λύ εὐ­λά­βεια
σέ κά­ποι­ον Ἅ­γιο.
Δέν τόν ἀ­σπα­ζό­ταν,
για­τί τοῦ ἔρ­χον­ταν
βλά­σφη­μοι λο­γι­σμοί
γιά τόν Ἅ­γιο. Ὅ­ταν
μοῦ τό εἶ­πε, τόν πῆ­
ρα ἀ­πό τό χέ­ρι καί
τόν πῆ­γα στήν εἰ­κό­
να τοῦ Ἁ­γί­ου. Τόν
ἔ­βα­λα νά τόν ἀ­σπα­
σθῆ παν­τοῦ, στό
πρό­σω­πο, στά χέ­ρια,
σέ ὅ­λο τὸ σῶ­μα, ἔ­τσι
καί ἐ­σύ νά ἀ­σπα­σθῆς
πολ­λές φο­ρές τά χέ­
ρια τοῦ Γέ­ρον­τα. Τό
ταγ­κα­λά­κι θέ­λει νά
σέ ἀ­πο­μα­κρύ­νη ἀ­πό
τόν Γέ­ρον­τα, νά
μήν μπο­ρῆ νά σέ βο­
η­θή­ση. Ἐ­γώ τώ­ρα
θά σέ βο­η­θή­σω νά
φύ­γουν ὅ­λα αὐ­τά,
ἀλ­λά καί με­τά δέν
θά σέ ἀ­φή­σω. Θά σέ
σπρώ­χνω πνευ­μα­τι­
κά σέ ὅ­λη σου τήν
ζω­ή». Αὐ­τό ἦ­ταν, ὅ­λα ἔ­φυ­γαν, εἶ­χα γε­
μί­σει χα­ρά, πῆ­ρα τήν εὐ­χή του καί ἔ­φυ­
γα πε­τών­τας.
»Τήν ἄλ­λη μέ­ρα, μέ πῆ­ραν οἱ ἀ­δελ­φές
νά τσα­πί­σου­με κά­τι χόρ­τα. Ἐ­κεῖ πού
δου­λεύ­α­με ἦρ­θε καί ὁ παπ­πού­λης. Κα­
θή­σα­με ὅ­λες γύ­ρω του καί μᾶς ἔ­λε­γε γιά
τό ὄ­ρος Σι­νᾶ, πῶς περ­νοῦ­σε ἐ­κεῖ μέ τούς
Βε­δου­ΐ­νους, μᾶς ἔ­λε­γε πολ­λά ἀ­στεῖ­α, οἱ
ἀ­δελ­φές ξε­καρ­δί­ζον­ταν στά γέ­λια. Ἐ­μέ­
να μοῦ εἶ­χε κά­νει ἐν­τύ­πω­ση, πῶς ἕ­νας
ἅ­γιος ἔ­λε­γε τό­σα ἀ­στεῖ­α. Ὅ­μως δέν τό
7
Ὁ ὅσιος Παΐσιος στὸ Σινᾶ
πα­ρε­ξή­γη­σα, εἶ­χαν μιά χά­ρη τά ἀ­στεῖ­α
του. Θυ­μᾶ­μαι, ἔ­λε­γε στίς ἀ­δελ­φές, ὅ,τι
ὅ­ταν ἀ­νοί­γη ἕ­να Μο­να­στή­ρι εἶ­ναι κα­
λό οἱ πρῶ­τες ἀ­δελ­φές νά γνω­ρί­ζων­ται
ἀ­πό τόν κό­σμο, για­τί ἀλ­λοι­ῶς γί­νε­ται
μί­α κου­ρε­λού μέ δι­α­φο­ρε­τι­κά κου­ρέ­λια.
Ὅ­ταν ἦρ­θε ἐ­κεῖ ποὺ τσα­πί­ζα­με καί πῆ­γα
νά πά­ρω τήν εὐ­
χή του, μέ ρώ­
τη­σε: «Ἐν­τά­ξει;
ἔ­φυ­γαν οἱ λο­γι­
σμοί; τούς ξερ­
ρι­ζώ­σα­με;».
»Οἱ πρῶ­τες
ἀ­δελ­φές ποὺ
ἤρ­θα­με στό Μο­
να­στή­ρι, γνω­
ρι­ζό­μα­σταν ἀ­πό
τόν κό­σμο. Εἴ­
χα­με Πνευ­μα­τι­
κό τὸν Γέ­ρον­τα,
εἴ­χα­με δε­θεῖ με­
τα­ξύ μας πο­λύ
καί μέ τόν Γέ­
ρον­τα. Τά χα­ρά­
μα­τα ἀ­νε­βαί­να­
με μέ τά πό­δια,
β ο ­η ­θ ο ύ ­σ α ­μ ε
τόν Γέ­ρον­τα νά
λει­τουρ­γή­ση,
με­τά τοῦ λέ­γα­
με λο­γι­σμούς,
με­ρι­κές φο­ρές
μᾶς κρα­τοῦ­σε
ὅ­λη τήν ἡ­μέ­ρα,
τήν περ­νού­σα­
με πνευ­μα­τι­κά.
Ἔ­τσι εἴ­χα­με δε­
θεῖ με­τα­ξύ μας.
Ἦ­ταν δύ­σκο­λο
νά χω­ρί­σου­με καί νά πᾶ­με σέ δι­α­φο­ρε­τι­
κά Μο­να­στή­ρια καί χω­ρίς τόν Γέ­ρον­τα.
Εἴ­χα­με ἀρ­χί­σει νά λέ­με στόν Γέ­ρον­τα νά
κά­νου­με ἕ­να Μο­να­στη­ρά­κι. Ὁ Γέ­ρον­τας
ἔ­με­νε μό­νος του, εἶ­χε ἕ­να μι­κρό κελ­λά­
κι καί ἄλ­λα τρί­α–τέσ­σε­ρα κελ­λά­κια. Ὁ
Γέ­ρον­τας μᾶς ἔ­λε­γε, ὅ­τι ἦ­ταν δύ­σκο­λο
νά γί­νη Μο­να­στή­ρι καί ὅ­τι ὁ ἴ­διος δέν
μπο­ροῦ­σε νά ἀ­να­λά­βη.
»Τό­τε εἶ­χε ἔρ­θει ὁ παπ­πού­λης νά δῆ
τόν Γέ­ρον­τα, δέν θυ­μᾶ­μαι ἂν ἦ­ταν ἡ
πρώ­τη φορά, για­
τί ἐρ­χό­ταν ἐ­δῶ καί
πρίν γί­νει τό Μο­να­
στή­ρι. Ἐ­μεῖς ὅ­λες
μα­ζί τοῦ εἴ­πα­με:
― Παπ­πού­λη, ἂς
κά­νο­με ἐ­δῶ ἕ­να Μο­
να­στη­ρά­κι δυ­σκο­
λευ­ό­μα­στε νά πᾶ­με
ἀλ­λοῦ.
― Μή στε­νο­χω­
ρι­έ­στε, μᾶς εἶ­πε, ἐ­γώ
θά πεί­σω τόν Γέ­ρον­
τα νά κά­νη ἐ­δῶ Μο­
να­στή­ρι. Με­τά εἶ­πε
στόνΓέ­ρον­τα,ὅ­τιθά
ἀ­να­λάμ­βα­νε νά μᾶς
βο­η­θή­ση πνευ­μα­τι­
κά καί ἔ­τσι ἄρ­χι­σε
νά γί­νε­ται σι­γά–σι­
γά. Δέν εἴ­χα­με ἔρ­θει
ἀ­κό­μη γιά πάν­τα,
ὅ­μως τίς πιό πολ­λές
μέ­ρες καί νύ­χτες τίς
περ­νού­σα­με ἐ­δῶ.
»Τό­τε ἐ­γώ ἤ­μουν
16 χρο­νῶν. Οἱ ὑ­πό­
λοι­πες ἀ­δελ­φές μοῦ
ἔ­λε­γαν, ἐ­σέ­να δέν θά
σέ πά­ρη ὁ Γέ­ρον­τας
τώ­ρα, εἶ­σαι μι­κρή.
Ἐ­γώ στε­νο­χω­ρι­ό­
μουν πο­λύ, ἀλ­λά δέν
τολ­μοῦ­σα νά ρω­τή­σω
τόν Γέ­ρον­τα, μή μοῦ πῆ ὅ­τι πράγ­μα­τι
δέν θά μέ ἔ­παιρ­νε. Ὅ­ταν ἦρ­θε ὁ παπ­
πού­λης πῆ­γα νά τόν δῶ. Τόν ρώ­τη­σα:
― Παπ­πού­λη, ὅ­ταν ἀ­νοί­ξη τό Μο­
να­στή­ρι, θά μέ πά­ρη ὁ Γέ­ρον­τας; για­τί
8
εἶ­μαι μι­κρή.
― Πό­σο χρο­νῶν εἶ­σαι; Τοῦ εἶ­πα:
― Δε­κα­έ­ξι. Μέ χτύ­πη­σε στήν πλά­τη
καί μοῦ λέ­ει:
― Τα­μὰμ γιά νύ­φη Χρι­στοῦ εἶ­σαι.
Καί ἡ ἁ­γί­α Μα­ρί­να δε­κα­έ­ξι χρο­νῶν
ἦ­ταν, ἔ­πια­σε τόν δι­ά­βο­λο ἀ­πό τά κέ­ρα­τα
καί τόν πά­τη­σε, ἔ­τσι νά κά­νης καί ἐ­σύ.
Πρώ­τη ἐ­σέ­να θά πά­ρη ὁ Γέ­ρον­τας.
»Ἔ­φυ­γα ὅ­λο χα­ρά. Ἀ­πό παι­δί εἶ­χα
ἕ­να πα­ρά­πο­νο, ὅ­λα τά παι­δά­κια στήν
ἡ­λι­κί­α μου εἶ­χαν κάποιον παπ­ποῦ ἤ για­
γιά, ἐγώ δέν εἶ­χα για­τί εἶ­χαν κοι­μη­θεῖ
πρίν γεν­νη­θῶ. Ὁ παπ­πού­λης μέ ρω­τοῦ­
σε πολ­λές φο­ρές, «ἔ­χεις παπ­ποῦ;» Τοῦ
ἔ­λε­γα, «ὄ­χι». «Ἐ­γώ παπ­πούς σου δὲν εἶ­
μαι;» μοῦ ἀ­παν­τοῦ­σε.
»Δι­ά­βα­ζα στά βι­βλί­α, ὅ­τι οἱ Ἅ­γιοι
πολ­λές φο­ρές γνω­ρί­ζουν τίς σκέ­ψεις
μας, ὅ­μως δέν τό εἶ­χα ζή­σει. Ἦ­ταν ἀ­πό
τίς πρῶ­τες φο­ρές πού μι­λοῦ­σα μέ τόν
παπ­πού­λη.
Ἐ­κεῖ πού ἔ­λε­γα λο­γι­σμούς καί μοῦ
ἔ­δι­νε συμ­βου­λές, κρα­τοῦ­σε στό χέ­ρι του
ἕ­να κομ­πο­σχοίνι ­ἑκα­το­στά­ρι. Στήν τσέ­
πη μου εἶ­χα καί ἐγώ ἕ­να ἀ­κρι­βῶς τό ἴ­διο.
Ἔ­κα­να τόν λο­γι­σμό, ὅ­ταν τε­λει­ώ­σου­με
τήν συ­ζή­τη­ση νά τοῦ πῶ νά μοῦ δώ­ση
τό δι­κό του κομ­πο­σχοίνι γιά εὐ­λο­γί­α καί
νά τοῦ δώ­σω τό δι­κό μου, νά μήν μεί­νη
χω­ρίς κομ­πο­σχοίνι. Δέν πρό­λα­βα νά πῶ
τί­πο­τα καί μοῦ λέ­ει:
― Ἀλ­λά­ζου­με κομ­πο­σχοίνια;
Τοῦ λέ­ω:
― Αὐ­τό θά σᾶς ἔ­λε­γα τώ­ρα, παπ­πού­
λη.
― Τό κα­τά­λα­βα, μοῦ λέ­ει.
»Ἤ­μουν μι­κρή, εἶ­χα πολ­λά χρό­νια
δι­α­φο­ρά ἀ­πό τίς ἄλ­λες ἀ­δελ­φές. Μοῦ
ἔ­δει­χνε πολ­λή ἀ­γά­πη. Ἔ­λε­γε, «νά τό ξέ­
ρε­τε, ἡ μο­να­χή Μυ­ρο­φό­ρα εἶ­ναι τό δι­κό
μου κα­λο­γέ­ρι». Ὅ­ταν πή­γαι­να νά πά­ρω
τήν εὐ­χή του, μοῦ ἔ­λε­γε, «ἔ­λα κα­λο­γέ­
ρι». Ὅ­ταν μα­ζεύ­ον­ταν ὅ­λες οἱ ἀ­δελ­φές,
ἔ­κα­νε πώς δέν μέ ἔ­βλε­πε καί ἔ­λε­γε, «τό
δι­κό μου κα­λο­γέ­ρι ποῦ εἶ­ναι;». «Ἐ­δῶ,
παπ­πού­λη», τοῦ ἔ­λε­γαν οἱ ἀ­δελ­φές. Μέ
ἔ­βλε­πε με­τά καί γε­λοῦ­σε. Μᾶς ἔ­δι­νε
πάν­τα ὅ­ταν ἔρ­χον­ταν μί­α εὐ­λο­γί­α ἤ ἕ­να
κομ­πο­σχοι­νά­κι ἤ ἕ­να εἰ­κο­νά­κι ἀ­πό ἐ­κεῖ­
να πού ἔ­φτεια­χνε ὁ ἴ­διος. Οἱ ἀ­δελ­φές
ἦ­ταν ὄρ­θι­ες καί πε­ρι­μέ­να­με νά ἀρ­χί­ση
ἡ σύ­να­ξη πού θά μᾶς ἔ­κα­νε, περ­νοῦ­σε
καί μέ­σα ἀ­πό ἕ­να σακ­κου­λά­κι ἔ­βγα­ζε τίς
εὐ­λο­γί­ες καί ἔ­δι­νε στίς ἀ­δελ­φές. Ἐ­μέ­να
γύ­ρι­ζε μέ ἔ­βλε­πε, γε­λοῦ­σε, μέ προ­σπερ­
νοῦ­σε, δέν μοῦ ἔ­δι­νε εὐ­λο­γί­α. Ὅ­ταν ἔ­δι­
νε σέ ὅ­λες, γυρ­νοῦ­σε σέ μένα γε­λοῦ­σε
πά­λι καί μοῦ ἔ­δι­νε ὅ­σα εἶ­χαν πε­ρισ­σέ­
ψει.
»Ὅ­ταν τοῦ ἔ­λε­γα, ὅ­τι ἔ­κα­να κά­ποι­ο
σφάλ­μα, π.χ. στε­νο­χώ­ρη­σα τούς Γε­
ρον­τᾶ­δες ἤ δέν μί­λη­σα μέ σε­βα­σμό στίς
ἀ­δελ­φές, μοῦ ἔ­λε­γε, «ρε­ζί­λι μέ ἔ­κα­νες,
βρέ Μυ­ρο­φό­ρα, ἐ­σύ εἶ­σαι τό δι­κό μου
κα­λο­γέ­ρι, ἐ­μέ­να κά­νεις ρε­ζί­λι». Φρόν­
τι­ζα τό­τε νά μήν κά­νω ρε­ζί­λι τόν παπ­
πού­λη. Εὔ­κο­λα στε­νο­χω­ρι­ό­μουν. Μοῦ
ἔ­λε­γε: «Λί­γο νά ψάλ­λης, λί­γο νά λές τήν
εὐ­χή ὅ­λη τήν ἡ­μέ­ρα, στόν πα­ρά­δει­σο θά
εἶ­σαι». Ὅ­ταν πή­γαι­να νά τόν δῶ, μοῦ
ἔ­λε­γε, «ἔ­λα τώ­ρα νά ψάλ­λου­με». Ψά­λα­
με πολ­λά. Τό «Ἄ­ξιόν ἐ­στι», τό «Ἅ­γιος ὁ
Θε­ός», τό «Πάν­των προ­στα­τεύ­εις ἀ­γα­
θή», τό ἀρ­γό «Ἐκ νε­ό­τη­τός μου» καί
πολ­λά ἄλ­λα τρο­πά­ρια.
»Τήν χρο­νιά πού εἶ­χε πρω­το­βγεῖ τό
βι­βλί­ο μέ τόν βί­ο τοῦ ὁ­σί­ου Ἀρ­σε­νί­ου,
στό Μο­να­στή­ρι μας δέν εἴ­χα­με πολ­λά
χρή­μα­τα, ἔ­πρε­πε νά γί­νουν λί­γα κελ­λά­
κια για­τί μέ­να­με δύ­ο ἀ­δελ­φές στό ἴ­διο
κελ­λί. Εἴ­χα­με πά­ρει ἕ­να μά­στο­ρα καί
ἐ­μεῖς βο­η­θού­σα­με, φτει­ά­χνα­με χαρ­μά­νι,
τό κου­βα­λού­σα­με καί τά τοῦ­βλα. Ἐ­γώ
ἤ­μουν μι­κρό­τε­ρη, εἶ­χα δυ­νά­μεις καί βο­
η­θοῦ­σα πε­ρισ­σό­τε­ρο.
Πολ­λές φο­ρές δου­λεύ­α­με μέ­χρι ἀρ­
γά. Κοι­μό­μουν λί­γο, ξυ­πνοῦ­σα, ἔ­κα­να
τόν κα­νό­να μου, με­τά κα­θό­μουν στό
9
πά­τω­μα δι­ά­βα­ζα λί­γο ἀ­πό τό βι­βλί­ο τοῦ
ὁ­σί­ου Ἀρ­σε­νί­ου. Μοῦ ἔ­δι­νε δύ­να­μη, μέ
βο­η­θοῦ­σε πο­λύ, ἔ­νοι­ω­θα μιά χα­ρά καί
συγ­κί­νη­ση. Με­τά συ­νέ­χι­ζα τά πνευ­μα­
τι­κά μου, ἀ­φοῦ τήν ἡ­μέ­ρα δέν ὑ­πῆρ­χε
χρό­νος, ἔ­πρε­πε νά βο­η­θῶ τόν μά­στο­ρα.
Δέν δι­ά­βα­ζα ὅ­μως κα­νέ­να ἄλ­λο βι­βλί­ο,
δέν προ­λά­βαι­να.
»Ὅ­ταν ἦρ­θε ὁ παπ­πού­λης, μέ ρώ­τη­
σε:
― Τί βι­βλί­ο δι­α­βά­ζεις, Μυ­ρο­φό­ρα;
Τοῦ εἶ­πα:
― Αὐ­τόν τόν και­ρό δέν δι­α­βά­ζω παπ­
πού­λη κα­νέ­να βι­βλί­ο, δέν προ­λα­βαί­νω.
Αὐ­τός γέ­λα­σε καί μοῦ λέ­ει:
― Ἐ­μέ­να δέν μέ ξε­γε­λᾶς. Δι­α­βά­ζεις
κά­ποι­ο βι­βλί­ο. Δέν δι­α­βά­ζεις τόν ὅ­σιο
Ἀρ­σέ­νιο; Ἀ­φοῦ ἐ­γώ σέ βλέ­πω ἀ­πό τό
Ἅ­γιον Ὄ­ρος.
»Ἄλ­λη φο­ρά, ὅ­ταν πῆ­γα νά τόν δῶ,
στό τέ­λος ἔ­βγα­λε ἀ­πό τόν τρου­βά του
ἕ­να κομ­πο­σχοί­νι τρι­α­κο­σά­ρι, μοῦ τό
ἔ­δω­σε, «πάρ­το, μοῦ λέ­ει, μέ αὐ­τό κά­νω
δύ­ο χρό­νια τόν κα­νό­να μου».
Ἦ­ταν πράγ­μα­τι δου­λε­μέ­νο. Με­τά
μοῦ λέ­ει, «αὐ­τά τά λε­πτὰ τρι­α­κο­σά­ρια
εἶ­ναι ἡ ψυ­χή μου. Δέν βλέ­πω ὅ­μως νά τό
πλέ­ξω. Περ­πα­τῶ στό δά­σος μί­α ὥ­ρα καί
κά­νω...», δέν θυ­μᾶ­μαι πό­σα κομ­πο­σχοί­
νια μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἔ­κα­νε. Εἶ­χα λο­γι­σμούς
πού πῆ­ρα τό τρι­α­κο­σά­ρι τοῦ παπ­πού­λη,
μοῦ εἶ­χε πεῖ ὅ­τι δέν ἔ­βλε­πε νά πλέ­ξη ἄλ­
λο τό­σο λε­πτό.
Ἱερὰ Μονὴ Στομίου
10
»Τήν ἄλ­λη φο­ρά πού εἶ­χε ἔρ­θει, σκέ­
φθη­κα καί τοῦ ἔ­πλε­ξα πέν­τε τρι­α­κο­
σά­ρια λε­πτά, δέν τοῦ τό εἶ­χα πεῖ. Ἐ­κεῖ
πού τοῦ ἔ­λε­γα λο­γι­σμούς καί μοῦ ἔ­δι­νε
συμ­βου­λές –εἶ­χα τά κομ­πο­σχοί­νια μέ­σα
στήν τσέ­πη μου σέ ἕ­να νά­ϋ­λον σακ­κου­
λά­κι– μοῦ λέ­ει: «Ἄν­τε βρέ, Μυ­ρο­φό­ρα,
δέν θά μοῦ δώ­σης αὐ­τά πού μοῦ ἔ­φτεια­
ξες;». Καί ἄρ­χι­σε νά ψά­χνη τίς τσέ­πες
τῆς ζα­κέ­τας, γέ­λα­σε καί λέ­ει: «Ἄ, δέν εἶ­
ναι ἐ­δῶ». Σή­κω­σε τό κον­τό μου καί ἀ­πό
τήν τσέ­πη τοῦ φο­ρέ­μα­τός μου ἔ­βγα­λε
τό σακ­κου­λά­κι μέ τά κομ­πο­σχοί­νια καί
μοῦ λέ­ει:
― Γιά μένα δέν εἶ­ναι αὐ­τά;
― Γιά σᾶς εἶ­ναι, τοῦ λέ­ω.
»Ἄ­νοι­ξε τό σακ­κου­λά­κι, πῆ­ρε τά τρί­α
καί τά ἄλ­λα δύ­ο τά ἔ­βα­λε ξα­νά στήν τσέ­
πη μου. «Αὐ­τά θά πά­ρω», μοῦ λέ­ει. Τό
βρά­δυ λέ­ει στήν Γε­ρόν­τισ­σα:
― Ἡ ἀδελφή Μυ­ρο­φό­ρα, μοῦ ἔ­πλε­
ξε με­ρι­κά τρι­α­κο­σά­ρια δέν τά πῆ­ρα ὅ­λα,
λές νά τήν στε­νο­χώ­ρε­σα;
― Δέν νο­μί­ζω, παπ­πού­λη, νά στε­νο­
χω­ρή­θη­κε.
»Δέν ἡ­σύ­χα­σε ὅ­μως. Τήν ἄλ­λη μέ­ρα
εἴ­χα­με κά­νει ρα­σο­φο­ρία κάποια ἀδελφή,
με­τά τήν ἀ­κο­λου­θί­α ἤ­μα­σταν στήν κου­
ζί­να καί τρώ­γα­με λου­κου­μά­δες. Πῆ­ρε
τη­λέ­φω­νο καί ρω­τοῦ­σε ἂν ἤ­μουν ἐ­κεῖ.
Τοῦ εἶ­παν οἱ ἀ­δελ­φές, «ἐ­δῶ εἶ­ναι παπ­
πού­λη». Ὅ­ταν πῆ­γα στό τη­λέ­φω­νο, μοῦ
λέ­ει: «Φέ­ρε, βρέ, Μυ­ρο­φό­ρα, ἐ­κεῖ­να τά
κομ­πο­σχοί­νια πού δέν πῆ­ρα, για­τί αὐ­τά
πού μοῦ ἔ­δω­σες μοῦ τά πῆ­ραν ὅ­λα». Μοῦ
ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση αὐ­τή ἡ εὐ­αι­σθη­σί­α, νά
μήν στε­νο­χω­ρή­ση τούς ἄλ­λους, πάν­τα
ἤ­θε­λε νά δί­νη χα­ρά.
»Πο­νοῦ­σε πο­λύ ὅ­ταν ἔ­βλε­πε ἄρ­ρω­
στο. Ἀ­πό τά βά­ρη πού σή­κω­να εἶ­χε πά­
θει ἡ μέ­ση μου, πο­νοῦ­σα πο­λύ, ἤ­μουν
στό κρεβ­βά­τι δέν μπο­ροῦ­σα νά στα­θῶ
καί στό κρεβ­βά­τι δέν μπο­ροῦ­σα νά γυ­
ρί­σω ἀ­πό τήν ἄλ­λη πλευ­ρά. Ἤ­μουν ἕ­ξι
μῆ­νες στό κρεβ­βά­τι χω­ρίς νά μπο­ρῶ νά
κου­νη­θῶ. Εἶ­χε ἔρ­θει ὁ παπ­πού­λης. Μό­
λις ἦρ­θε, τοῦ εἶ­παν οἱ ἀ­δελ­φές:
― Παπ­πού­λη, ἡ ἀ­δελ­φή Μυ­ρο­φό­ρα
εἶ­ναι στό κρεβ­βά­τι, πο­νά­ει ἡ μέ­ση της.
― Γι᾿ αὐ­τό ἦρ­θα, λέ­ει.
»Ἦρ­θε στό κελ­λί μου. Δέν εἶ­χαν πιά­
σει ἀ­κό­μη τά κρύ­α, ἦ­ταν Ὀ­κτώ­βριος.
Μό­λις ἦρ­θε, λέ­ει στίς ἀ­δελ­φές πού ἦ­ταν
ἐ­κεῖ: «Τί εἶ­ναι αὐ­τά, μω­ρέ, θέ­λει ζέ­στη
ἐ­δῶ! Βάλ­τε στόν τοῖ­χο πού εἶ­ναι τό
κρεβ­βά­τι ἕ­να νο­βο­πάν, κα­λύψ­τε το μέ
μί­α κου­βέρ­τα, βάλ­τε ζε­στά στρω­σί­δια,
φέρ­τε καί μιά ἠ­λε­κτρι­κή σόμ­πα. Μέ αὐ­
τό τό κρύ­ο ὅ­λο τό χει­μῶ­να στό κρεβ­βά­
τι θά εἶ­ναι, ἡ ζέ­στη χα­λα­ρώ­νει τά νεῦ­ρα
καί πο­νά­ει λι­γό­τε­ρο».
»Ὅ­ταν οἱ ἀ­δελ­φές ἔ­κα­ναν ὅ­,τι τίς εἶ­
πε, ἦρ­θε πά­λι στό κελ­λί, εἶ­χε ἀλ­λά­ξει τό
πρό­σω­πό του. «Ἔ­τσι μπρά­βο, τώ­ρα ὅ­λα
κα­λά». Ἡ σόμ­πα ἦ­ταν μα­κρό­στε­νη, μέ
πεί­ρα­ζε: «Ἄν­τε τώ­ρα, ἔ­χεις καί τη­λε­ό­ρα­
ση», μοῦ ἔ­λε­γε. Ὅ­σο ἤ­μουν στό κρεβ­βά­
τι προ­σπα­θοῦ­σα νά πλέ­ξω κα­νέ­να κομ­
πο­σχοι­νά­κι. Δί­πλα μου εἶ­χα ἕ­να κο­μο­
δί­νο, ἐ­κεῖ ἐ­πά­νω ἄ­φη­να τά νή­μα­τα πού
πε­ρίσ­σευ­αν ἀ­πό τά κομ­πο­σχοι­νά­κια.
Εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ καί σκό­νες ἐ­κεῖ στό κο­
μο­δί­νο. Μό­λις τό εἶ­δε ὁ παπ­πού­λης, εἶ­πε
μέ ἕ­να πα­ρά­πο­νο: «Δέν ὑ­πάρ­χει κα­νείς
ἐ­δῶ νά τό κα­θα­ρί­ση αὐ­τό τό κο­μο­δί­νο;».
Οἱ ἀ­δελ­φές μέ πε­ρι­ποι­ό­ταν πο­λύ, δέν τό
εἶ­χαν προ­σέ­ξει, οὔ­τε κι ἐ­γώ τό εἶ­χα προ­
σέ­ξει. Ὅ­μως ὁ παπ­πού­λης τά ἤ­θε­λε ὅ­λα
τέ­λεια στόν ἄρ­ρω­στο.
»Ἐ­κεῖ­νο τό βρά­δυ κά­θη­σε μέ­χρι ἀρ­
γά στό κελ­λί μου, μοῦ ἔ­δι­νε συμ­βου­λές,
ἔ­κα­νε ἀ­στεῖ­α. Πῆ­ρε μιά κασ­σέ­τα πού
ὑ­πῆρ­χε στό κελ­λί μου. «Τώ­ρα θά βά­λου­
με τό μα­γνη­τό­φω­νο νά παί­ξη». Ἔ­βα­λε
τήν κασ­σέ­τα στό τσε­πά­κι, ἐ­κεῖ κον­τά
στό στῆ­θος ὅ­πως βά­ζου­με τήν κασ­σέ­τα
11
στό μα­γνη­τό­φω­νο, πά­τη­σε μέ τό δά­κτυ­
λό του τήν μύ­τη του καί ἄρ­χι­σε νά ψάλ­
λη. Ἔ­ψα­λε πολ­λά τρο­πά­ρια, ἔ­μει­νε μα­ζί
μου μέ­χρι ἀρ­γά.
»Τήν ἄλ­λη μέ­ρα στίς 4.00´ μό­λις χτύ­
πη­σε γιά τήν ἀ­κο­λου­θί­α, ἦρ­θε πά­λι στό
κελ­λί μου. Πῆ­ρε ἕ­να σκα­μνά­κι, κά­θι­σε
δί­πλα στό κρεβ­βά­τι μου, ἔ­μει­νε κα­τά
τήν διά­ρκεια ὅ­λης τῆς ἀ­κο­λου­θί­ας. Μοῦ
ἔ­δι­νε συμ­βου­λές, μέ ρω­τοῦ­σε δι­ά­φο­ρα.
Ὅ­ταν χτύ­πη­σαν τά καμ­πα­νά­κια γιά
τήν «Τι­μι­ω­τέ­ρα», ση­κώ­θη­κε. Στήν ἐκ­
κλη­σί­α, Μυ­ρο­φό­ρα, ψάλ­λουν τήν «Τι­
μι­ω­τέ­ρα», νά τήν ψάλ­λου­με καί ἐ­μεῖς.
Ἔ­κα­νε στρω­τές με­τά­νοι­ες καί ἔ­ψα­λε
τήν «Τι­μι­ω­τέ­ρα». Μοῦ ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση
πό­σες ὧ­ρες εἶ­χε μεί­νει κον­τά μου. Πῆ­
ρα ἕ­να κα­λό μά­θη­μα μέ ὅ­λα αὐ­τά, γιά τό
πό­σο πρέ­πει νά προ­σέ­χου­με τούς ἀρ­ρώ­
στους.
»Δέν τοῦ εἶ­χε πεῖ κα­νείς τί ἀ­κρι­βῶς
εἶ­χα. Μό­λις μέ εἶ­δε, μοῦ εἶ­πε, «ἔ­χουν
σπά­σει δύ­ο δί­σκοι, τά κομ­μά­τια πι­έ­ζουν
νεῦ­ρα, ἐ­σέ­να πι­έ­ζουν ἀ­πό τήν ἀ­ρι­στε­ρή
με­ριά καί σέ πο­νά­ει τό ἀ­ρι­στε­ρό πό­δι,
ἐ­μέ­να μέ πο­νά­ει τό δε­ξί», για­τί κι ἐ­κεῖ­
νος ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πό τήν μέ­ση του. Ὅ­ταν
συ­νῆλ­θε κά­πως ἡ μέ­ση μου, μοῦ ἔ­κα­νε
μα­θή­μα­τα πῶς νά ση­κώ­νω κά­ποι­ο βά­
ρος. «Νά μήν σκύ­βης, μοῦ ἔ­λε­γε, νά κά­
θε­σαι μέ λυ­γι­σμέ­να γό­να­τα καί σι­γά–σι­
γά νά ση­κώ­νε­σαι».
»Μᾶς ἔ­λε­γε, «ὅ­ταν βγαί­νη τό τσί­που­
ρο, νά πά­ρε­τε τό πρῶ­το τσί­που­ρο πού
εἶ­ναι δυ­να­τό σάν τό οἰ­νό­πνευ­μα, νά τό
βά­λε­τε σέ ἕ­να βά­ζο καί νά βά­λε­τε μέ­σα
πι­πε­ρι­ές καυ­τε­ρές, νά τό βά­λε­τε στόν
ἥ­λιο καί μέ αὐ­τό νά σοῦ κά­νουν ἐν­τρι­
βές οἱ ἀ­δελ­φές στή μέ­ση καί στό πό­δι.
Νά ξα­πλώ­νης ἀ­πό τήν δε­ξιά πλευ­ρά ἀ­πό
τό πό­δι πού δέν πο­νά­ει, νά μα­ζεύ­ης τό
ἀ­ρι­στε­ρό πό­δι ἐ­πά­νω στό δε­ξί, θά νοι­ώ­
θης ἀ­να­κού­φι­ση».
Προ­σπα­θοῦ­σα νά κά­νω τίς με­τά­νοι­
ες, ὅ­ταν ἔ­γι­να κά­πως κα­λά. Μοῦ ἔ­λε­γε,
«ὄ­χι πολ­λές μα­ζί, δέ­κα–δέ­κα, φα­σού­λι–
φα­σού­λι γε­μί­ζει τό σακ­κού­λι». Ἡ μέ­ση
μου δέν ἦ­ταν κα­λά.
Ἐ­κεῖ πού ση­κω­νό­μουν ἀ­πό τό κρεβ­
βά­τι, δέν μπο­ροῦ­σα νά κου­νη­θῶ καί πά­
λι ἔ­πε­φτα στό κρεβ­βά­τι.
Οἱ για­τροί ἔ­λε­γαν, ὅ­τι πρέ­πει νά κά­
νω ἐγ­χεί­ρη­ση. Τό­τε ὅ­μως αὐ­τή τήν ἐγ­
χεί­ρη­ση τήν ἔ­κα­ναν ὀρ­θο­πε­δι­κοί για­
τροί, ὄ­χι ὅ­πως τώ­ρα πού τήν κά­νουν
νευ­ρο­χει­ροῦρ­γοι, καί πολ­λοί ἀ­σθε­νεῖς
ἔ­με­ναν πα­ρά­λυ­τοι. Φο­βό­μα­σταν αὐ­τήν
τήν ἐγ­χεί­ρη­ση. Ὅ­ταν τό εἴ­πα­με στόν
παπ­πού­λη, μοῦ εἶ­πε, «μή στε­νο­χω­ρι­έ­
σαι, τώ­ρα θά τήν καρ­φώ­σου­με τήν μέ­
ση, θά βά­λου­με ἕ­να με­γά­λο καρ­φί» καί
μοῦ ἔ­δει­ξε μέ τό χέ­ρι του ὅ­τι τό καρ­φί
θά εἶ­ναι 30 πόν­τους. Πράγ­μα­τι ἀ­πό τό­
τε δέν ξα­νά­πε­σα στό κρεβ­βά­τι, πο­νά­ω,
πι­ά­νε­ται ἡ μέ­ση μου, δέν μπο­ρῶ νά κα­
θή­σω πολ­λή ὥ­ρα, ἀλ­λά ὄ­χι ἐ­κεῖ­νο πού
δέν μπο­ροῦ­σα νά κου­νη­θῶ καί νά στα­
θῶ ὄρ­θια.
»Κά­ποι­α φο­ρά πά­λι, ἐ­κεῖ πού συ­ζη­
τού­σα­με ἔ­βγα­λε ἀ­πό τόν τρου­βά του
ἕ­να λε­πτό κομ­πο­σχοί­νι ἑ­κα­το­στά­ρι μέ
κόκ­κι­νες χάν­τρες καί μοῦ τό ἔ­δω­σε. Τό
πῆ­ρα καί ἔ­κα­να τόν λο­γι­σμό ὅ­τι, αὐ­τό
τό κομ­πο­σχοί­νι δέν τό ἔ­πλε­ξε ὁ παπ­πού­
λης, ἀ­φοῦ δέν βλέ­πει νά πλέ­κη λε­πτά
κομ­πο­σχοί­νια, ὅ­πως μοῦ εἶ­χε πεῖ, οὔ­τε
συ­νή­θι­ζε νά βά­ζη κόκ­κι­νες χάν­τρες.
Ἐ­κεῖ πού ἔ­κα­να αὐ­τούς τούς λο­γι­σμούς,
βγά­ζει ἀ­πό τόν τρου­βά του ἕ­να τρι­αν­τα­
τριά­ρι κομ­πο­σχοί­νι μέ μαῦ­ρες χάν­τρες,
ὅ­πως αὐ­τά πού ἔ­πλε­κε ἐ­κεῖ­νος. Μοῦ τό
δί­νει καί μοῦ λέ­ει, «πάρ­το, αὐ­τό ἐ­γώ τό
ἔ­πλε­ξα».
»Ὅ­ταν ἤ­θε­λε νά μοῦ δεί­ξη νά φτειά­
χνω αὐ­τό τό σταυ­ρό πού κά­νω τώ­ρα
στά κομ­πο­σχοι­νά­κια, μοῦ εἶ­πε: «Φέ­ρε
μί­α ὀρ­γυι­ά μαλ­λί νά σοῦ μά­θω νά φτειά­
χνης ἕ­να σταυ­ρό ἐν­νο­ών­τας ὅ­τι αὐ­τό
12
εἶ­ναι κα­νό­νι», ἔ­λε­γε, αὐ­τός ὁ σταυ­ρός
εἶ­ναι δυ­να­τό ὅ­πλο.
»Γιά νά μοῦ δώ­ση χα­ρά, πολ­λές φο­ρές
μοῦ ζη­τοῦ­σε νά τοῦ δώ­σω κά­τι, π.χ. εἶ­χα
ἕ­να ψα­λι­δά­κι, ἦ­ταν καί λί­γο σπα­σμέ­νο,
μοῦ εἶ­πε: «Ἀ­δελ­φή Μυ­ρο­φό­ρα, μοῦ δί­
νης αὐ­τό τό ψα­λι­δά­κι; μοῦ χρει­ά­ζε­τε νά
κό­βω τά μαλ­λιά ἀ­πό τά κομ­πο­σχοί­νια».
Ὁ λο­γι­σμός, μοῦ λέ­ει, ὅ­τι δέν τό ζη­τοῦ­
σε για­τί τό εἶ­χε ἀ­νάγ­κη, θά μπο­ροῦ­σε
νά βρῆ κα­λύ­τε­ρο καί ὄ­χι τό δι­κό μου τό
σπα­σμέ­νο. Τό ἔ­κα­νε γιά νά χα­ρῶ.
»Ἄλ­λη φο­ρά, τοῦ εἶ­χα πλέ­ξει κά­τι
μάλ­λι­να πα­που­τσά­κια–τιρ­λί­κια, τά πῆ­
ρε καί μοῦ λέ­ει γιά νά χα­ρῶ: «Τώ­ρα πού
μοῦ τά ἔ­πλε­ξες ἐ­σύ καί τό κα­λο­καί­ρι θά
τά φο­ρά­ω».
»Κά­πο­τε τοῦ εἶ­πα ὅ­τι ἔ­κρι­να μέ τόν
λο­γι­σμό μί­α ἀ­δελ­φή. Μοῦ εἶ­πε: «Οἱ πνευ­
μα­τι­κοί ἄν­θρω­ποι κρύ­βουν τίς ἀ­ρε­τές
καί κά­νουν με­ρι­κά πράγ­μα­τα πού φαί­
νον­ται ὅ­τι δέν εἶ­ναι πνευ­μα­τι­κά νά μᾶς
μπερ­δέ­ψουν καί νά κρύ­ψουν τίς ἀ­ρε­τές
τους, γι᾿ αὐ­τό νά μήν κρί­νης».
»Ἄλ­λη φο­ρά, εἶ­χε γί­νει κά­τι τήν ὥ­ρα
πού ψάλ­λα­με στό ἀ­να­λό­γιο, εἶ­χα στε­νο­
χω­ρή­σει τόν Γέ­ρον­τα.
Ὅ­ταν ἦρ­θε ὁ παπ­πού­λης καί πῆ­γα νά
τόν δῶ, μέ ρώ­τη­σε για­τί ἤ­μουν στε­νο­
χω­ρη­μέ­νη.
― Στε­νο­χώ­ρε­σα τόν Γέ­ρον­τα, τοῦ εἶ­
πα.
― Οἱ στρα­τι­ῶ­ται, μοῦ λέ­ει, ὅ­ταν
τραυ­μα­τί­ζων­ται στόν πό­λε­μο δέν κά­θον­
ται νά κλαῖ­νε. Δέ­νουν τό τραῦ­μα τους
καί προ­χω­ροῦν.
― Πᾶ­με νά βά­λου­με με­τά­νοι­α. Μέ πῆ­
ρε ἀ­πό τό χέ­ρι καί πή­γα­με στόν Γέ­ρον­τα
καί τοῦ εἶ­πε:
― Ἤρ­θα­με νά βά­λου­με με­τά­νοι­α μέ
τό κα­λο­γέ­ρι καί ἔ­κα­νε στρω­τή με­τά­νοι­α
Κελί Τιμίου Σταυροῦ σήμερα
13
μα­ζί μου. Με­τά ὁ Γέ­ρον­τας, τοῦ ἔ­λε­γε τί
εἶ­χε γί­νει. Ἐ­κεῖ­νος τόν κοι­τοῦ­σε μέ ἠ­ρε­
μί­α.
»Ἄλ­λη φο­ρά, εἶ­χα κά­νει ἕ­να σφάλ­μα
καί μοῦ εἶ­χε πεῖ ὁ Γέ­ρον­τας «δέν θά σέ
ξα­να­ε­ξο­μο­λο­γή­σω». Ὅ­ταν ἦρ­θε ὁ παπ­
πού­λης, τοῦ τό εἶ­πα. Ἄ­νοι­ξε τήν πόρ­τα
ἀ­πό τό κελ­λά­κι πού μι­λού­σα­με, στόν δι­
ά­δρο­μο ἦ­ταν ὁ Γέ­ρον­τας. Τοῦ εἶ­πε, «ἔ­λα
μέ­σα Γέ­ρον­τα». Ἔ­βγα­λε ἕ­να πε­νην­τά­
ρι­κο, τά πα­λιά χρή­μα­τα, τοῦ τό ἔ­δω­σε.
«Πά­ρε αὐ­τό γιά πλη­ρω­μή, τοῦ εἶ­πε,
καί ὅ­πο­τε ἔ­χει ἀ­νάγ­κη τό κα­λο­γέ­ρι θά
τό ἐ­ξο­μο­λο­γῆς, ἀλ­λοι­ῶς θά τό πά­ρω στό
Ἅ­γιον Ὄ­ρος».
»Μιά φο­ρά, ἦ­ταν οἱ Γε­ρον­τᾶ­δες καί
ἀ­δελ­φές, ἐ­γώ εἶ­χα ἀ­κουμ­πή­σει στόν τοῖ­
χο καί εἶ­χα τά χέ­ρια μου πί­σω στή μέ­ση,
πο­νοῦ­σα λί­γο. Γιά μιά στιγ­μή, ἄρ­χι­σε
νά μέ μα­λώ­νη. «Τί σε­βα­σμός εἶ­ναι αὐ­
τός, μοῦ ἔ­λε­γε, νά ἔ­χης τά χέ­ρια πί­σω!».
Μέ κα­τσά­δια­σε γιά τά γε­ρά, εἶ­δε ὅ­τι δέν
τό εἶ­χα ση­κώ­σει, μέ πῆ­ρε μέ­σα στό κελ­
λά­κι πού ἔ­με­να καί μοῦ λέ­ει: «Νά μέ
συγ­χω­ρέ­σης πού σέ μά­λω­σα, ἄν ἔ­πρε­πε
νά σοῦ πῶ κά­τι θά σοῦ τό ἔ­λε­γα τώ­ρα
πού εἴ­μα­στε μό­νοι. Ἀλ­λά ἐ­πει­δή με­ρι­κές
ἀ­δελ­φές ἔ­χουν λο­γι­σμούς ὅ­τι σέ ἀ­γα­πῶ
πε­ρισ­σό­τε­ρο, γι᾿ αὐ­τό σέ μά­λω­σα μπρο­
στά τους». Μοῦ ἔ­κα­νε πολ­λές φο­ρές πα­
ρα­τη­ρή­σεις, ἀλ­λά δέν στε­νο­χω­ρι­ό­μουν,
ἦ­ταν ὅ­λο ἀ­γά­πη.
Ὅ­ταν εἶ­χα πε­ρά­ση τά τριά­ντα, μοῦ
ἔ­λε­γε, «τώ­ρα εἶ­σαι ἀμ­μᾶς. Τώ­ρα, Μυ­ρο­
φό­ρα, Ἐν σοὶ μῆ­τερ ἀ­κρι­βῶς δι­ε­σώ­θη τὸ
κατ᾿ εἰ­κό­να»...
»Με­ρι­κές φο­ρές, τοῦ ἔ­λε­γα:
― Παπ­πού­λη, μι­λά­ω πο­λύ, λέ­ω πολ­
λά.
Ἡ Ἱερά Μονή Στομίου καί ὁ νῦν Ἡγούμενός της
14
― Δέν εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα Μυ­ρο­φό­ρα,
νά μι­λᾶ­με μέ τό Χρι­στό, τήν Πα­να­γί­α,
πα­ρά μέ τούς ἀν­θρώ­πους; Ἕ­νας ἄν­θρω­
πος γιά νά μι­λή­ση μέ ἕ­να ἐ­πί­γει­ο βα­σι­λιά
πρέ­πει νά πά­ρη ἄ­δεια πό­τε θά τοῦ μι­λή­
ση, ποι­ά ὥ­ρα, πό­σο θά τοῦ μι­λή­ση. Ἐ­μᾶς
τά γυ­φτέ­λια (τούς μι­κρούς γύ­φτους), ὁ
Χρι­στός μᾶς ἀ­φή­νει ὅ­πο­τε θέ­λου­με, ὅ­ση
ὥ­ρα θέ­λου­με νά τοῦ μι­λᾶ­με καί χαί­ρε­ται
ὅ­ταν τοῦ μι­λᾶ­με. Δέν κου­ρά­ζε­τε νά μᾶς
ἀ­κού­η.
»Πρίν ἀρ­χί­σει τίς συ­νά­ξεις πού μᾶς
ἔ­κα­νε, κά­θε φο­ρά κα­θό­ταν λί­γη ὥ­ρα χω­
ρίς νά λέ­η τί­πο­τα. Μᾶς κοι­τοῦ­σε ὅ­λες
σάν νά μᾶς περ­νοῦ­σε ἀ­κτι­νο­γρα­φί­α, με­
τά ἄρ­χι­ζε νά μᾶς λέ­η γιά πράγ­μα­τα πού
μᾶς ἀ­πα­σχο­λοῦ­σαν μέ πα­ρα­δείγ­μα­τα.
Τα­κτο­ποι­οῦ­σε ὅ­λα τά θέ­μα­τα τοῦ Μο­να­
στη­ριοῦ. Θυ­μᾶ­μαι, ὅ­ταν πή­γαι­να νά μέ
δῆ, ὅ,­τι καί ἄν εἶ­χα ἔ­φευ­γαν ὅ­λα, ἔ­παιρ­
να μιά δύ­να­μη πού κρα­τοῦ­σε μέ­χρι νά
ξα­νάρ­θη. Μέ ρω­τοῦ­σε:
― Ἀδελφή Μυ­ρο­φό­ρα, ξέ­ρεις μου­σι­
κά;
― Λί­γα, παπ­πού­λη, τοῦ ἔ­λε­γα. Μοῦ
χτυ­ποῦ­σε τήν πλά­τη.
― Ἐ­σύ νά ψάλ­λης μέ τήν καρ­διά
σου, μοῦ ἔ­λε­γε, ὅ­ταν ψάλ­λης, ὁ νοῦς σου
νά εἶ­ναι στά θεῖ­α νο­ή­μα­τα πού ἔ­χουν τά
τρο­πά­ρια, τό­τε θά ψάλ­λης γλυ­κά.
»Ὅ­ταν προ­η­γού­με­νο βρά­δυ εἶ­χα
ἀ­γρυ­πνί­ση, καί μέ ἔ­βλε­πε τό πρωΐ, με­
ρι­κές φο­ρές μέ ρω­τοῦ­σε, «σοῦ ἔ­δω­σε ὁ
Χρι­στός, ἡ Πα­να­γί­α ἤ Ἅ­γιος πού γι­όρ­
τα­ζε ἐ­κεί­νη τήν ἡ­μέ­ρα καμ­μί­α σο­κο­λά­
τα;». Μέ ρω­τοῦ­σε:
― Μέ ἀ­κοῦς πού σέ φω­νά­ζω ἀ­πό τό
Ἅ­γιον Ὄ­ρος, «ἀ­δελ­φή Μυ­ρο­φό­ρα­α­α! «.
»Ὅ­ταν εἶ­χε πρω­το­γί­νη τό Μο­να­στή­
ρι, δέν ξέ­ρα­με νά ψάλ­λου­με. Ἐρ­χό­ταν
στό ἀ­να­λό­γιο μᾶς βο­η­θοῦ­σε ἤ καί ἔ­ψα­λε
μό­νος του. Μί­α φο­ρά, τῆς Ἁ­γί­ας Σκέ­πης,
ἔ­ψα­λε ὅ­λη τήν ἀ­κο­λου­θί­α, ἦ­ταν τό­σο
ὡ­ραῖ­α!
Καί τήν ὥ­ρα τῆς ἀ­κο­λου­θί­ας μπο­
ροῦ­σε νά σοῦ πῆ ἕ­να ἀ­στεῖ­ο, νά σοῦ δώ­
ση χα­ρά.
»Κά­πο­τε ἤ­μουν στε­νο­χω­ρη­μέ­νη.
Ὁ παπ­πού­λης τό κα­τά­λα­βε. Μοῦ ἔ­κα­
νε νό­η­μα νά πά­ω κον­τά του, μέ ἔ­βα­λε
νά κα­θή­σω στό δι­πλα­νό στα­σί­δι καί μέ­
σα στήν ἀ­κο­λου­θί­α μοῦ ἔ­λε­γε δι­ά­φο­ρα,
ἔ­σκυ­βε στό αὐ­τί μου καί μοῦ μι­λοῦ­σε.
Ἦ­ταν ἡ ὥ­ρα πού λέ­γα­με τό Συ­να­ξά­ρι.
Ἐ­νῶ μᾶς εἶ­χε πῆ, τήν ὥ­ρα πού λέ­με τό
Συ­να­ξά­ρι νά κα­τε­βαί­νου­με ἀ­πό τά στα­
σί­δια, νά στε­κώ­μα­στε μέ εὐ­λά­βεια, ὅ­πως
οἱ στρα­τι­ῶ­τες στέ­κον­ται προ­σο­χή ὅ­ταν
θέ­λουν νά τι­μή­σουν κά­ποι­ον ἐ­θνι­κό ἥ­ρ-
ω­α, ὅ­μως ὁ ἅ­γιος Γέ­ρον­τας ἀ­πό τήν πολ­
λή του ἀ­γά­πη τό ἔ­κα­νε αὐ­τό γιά νά μέ
πα­ρη­γο­ρή­ση.
»Χαί­ρον­ταν ὅ­ταν κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­τι
ἀ­γω­νι­ζό­μουν, ὅ­τι ἔ­κα­να με­τά­νοι­ες καί
ἀ­γρυ­πνί­ες καί μοῦ ἔ­λε­γε, χω­ρίς νά τοῦ
λέ­ω κά­τι: «Τί σῶ­μα εἶ­ναι αὐ­τό πού ἔ­χεις,
ἀ­δελ­φή Μυ­ρο­φό­ρα; σάν λά­στι­χο εἶ­ναι».
Πράγ­μα­τι ἔ­κα­να πο­λύ εὔ­κο­λα με­τά­νοι­
ες. Τά χέ­ρια μου ἔ­βγαι­ναν εὔ­κο­λα ἀ­πό
τόν καρ­πό, ὅ­ταν ἤ­μουν μι­κρή δέν μπο­
ροῦ­σα νά κά­νω με­τά­νοι­ες ἀ­κουμ­πών­τας
τίς πα­λά­μες στό πά­τω­μα. Ἔ­κα­να τώ­ρα
με­τά­νοι­ες ἀ­κουμ­πών­τας τίς γρο­θι­ές καί
εἶ­χαν κά­νει κά­ποι­α ση­μά­δια.
Ὅ­ταν μοῦ κρα­τοῦ­σε τό χέ­ρι γε­λοῦ­σε,
κοι­τοῦ­σε τά ση­μά­δια ἀ­πό τίς με­τά­νοι­ες
καί ἔ­λε­γε, «τό πρῶ­το ση­μά­δι εἶ­ναι τοῦ
Χρι­στοῦ, τό δεύ­τε­ρο τοῦ ἁ­γί­ου Προ­δρό­
μου, τό τρί­το τοῦ ἁ­γί­ου Ἀρ­σε­νί­ου καί τό
τέ­ταρ­το πού ἦ­ταν κά­πως με­γά­λο, ἔ­λε­γε,
αὐ­τό εἶ­ναι τῆς Πα­να­γί­ας πού κρα­τᾶ καί
τόν Χρι­στό στήν ἀγ­κα­λιά της».
»Ἦ­ταν ὅ­μως αὐ­στη­ρός, ὅ­ταν ἤ­θε­λα
νά κά­νω τό θέ­λη­μά μου. Ὅ­ταν ἤρ­θα­με
στό Μο­να­στή­ρι, κά­να­με μί­α ἀ­γρυ­πνί­α
τήν ἑ­βδο­μά­δα. Ἐ­γώ πή­γαι­να στήν Γε­
ρόν­τισ­σα κά­θε βρά­δυ καί τῆς ἔ­λε­γα, νά
μοῦ δώ­ση εὐ­λο­γί­α νά κά­νω ἀ­γρυ­πνί­α.
Στήν ἀρ­χή, μοῦ ἔ­λε­γε, «ὄ­χι, ἔ­κα­νες χθές
15
εἶ­σαι κου­ρα­σμέ­νη». Ἐ­γώ τήν πα­ρα­κα­
λοῦ­σα καί στό τέ­λος μοῦ ἔ­δι­νε εὐ­λο­γί­α.
Μέ­σα μου ὅ­μως ἔ­νοι­ω­θα, ὅ­τι αὐ­τό δέν
ἦ­ταν κα­λό.
Ὅ­ταν ἦρ­θε ὁ παπ­πού­λης, τοῦ τό εἶ­
πε. Μοῦ λέ­ει, «θά κά­νης μί­α ἀ­γρυ­πνί­α
τήν ἑ­βδο­μά­δα. Ἄν ζη­τή­σης ἀ­πό τήν Γε­
ρόν­τισ­σα νά κά­νης δεύ­τε­ρη, θά σοῦ κό­
ψω καί τήν μί­α. Ἄν τό ξα­να­κά­νης, δέν
θά σέ ἀ­φή­σω οὔ­τε στήν ἐκ­κλη­σί­α νά πη­
γαί­νης». Σάν νά μοῦ ἔ­κο­ψε τό θέ­λη­μα
μέ τό μα­χαί­ρι, ἔ­τσι ἔ­νοι­ω­σα.
»Πάν­τα ὅ­ταν πή­γαι­να νά τόν δῶ, κά­
θε φο­ρά μοῦ ἔ­λε­γε: «Ἄν­τε βρέ Μυ­ρο­φό­
ρα, νά ψάλ­λου­με. Ψά­λα­με μα­ζί. Ἔ­ψα­λε
πο­λύ ὡ­ραῖ­α, ὅ­λα ἔ­φευ­γαν, ἔ­νοι­ω­θα πο­λύ
γλυ­κά κον­τά του.
»Μοῦ ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση πάν­τα, ὅ­τι καί
νά ἔ­λε­γε ἦ­ταν ὡ­ραῖ­ο καί ἔ­ξυ­πνο. Πρίν
νά γί­νω μο­να­χή ἤμα­σταν, ὁ παπ­πού­λης,
ἐ­γώ καί μί­α ἄλλη ἀ­δελ­φή. Εἶ­χε μί­α πα­
ρα­μά­να βαμ­μέ­νη μαύ­ρη καί κούμ­πω­νε
τό ρά­σο του. Τοῦ λέ­ει ἡ ἄλλη ἀ­δελ­φή:
― Παπ­πού­λη, θά μοῦ δώ­σε­τε αὐ­τή
τήν πα­ρα­μά­να;
― Ἔ­χεις μάν­να, τῆς λέ­ει, θές καί πα­
ρα­μά­να; Θά τήν δώ­σω σ᾿ αὐτήν. Ἤ­μουν
λα­ϊ­κή τό­τε καί τήν ἔ­δω­σε σέ μέ­να.
»Εἴ­χα­με μά­θει γιά τήν τε­λευ­ταί­α
ἀρ­ρώ­στεια τοῦ παπ­πού­λη καί στε­νο­
χω­ρε­θή­κα­με πο­λύ. Με­τά πού βγῆ­κε καί
ἔ­κα­νε ἐ­ξε­τά­σεις, μά­θα­με ὅ­τι σύν­το­μα θά
ἔ­φευ­γε ἀ­πό κον­τά μας.
»Εἶ­χε ἔρ­θει γιά τε­λευ­ταί­α φο­ρά στό
Μο­να­στή­ρι μας, πο­νοῦ­σε πο­λύ. Ἐ­κεῖ­νο
τόν και­ρό ἤ­μουν πο­λύ χά­λια. Εἶ­χα ἀ­πό
μι­κρή κά­ποι­α πά­θη­ση, ἀ­πό αὐ­τό εἶ­χα
ἀρ­ρω­στή­σει καί ἀρ­γό­τε­ρα νευ­ρί­α­ζα εὔ­
κο­λα, με­τά στε­νο­χω­ρι­ό­μουν πο­λύ καί
μέ ἔ­πια­νε ἀ­πελ­πι­σί­α. Ἔ­κα­να λο­γι­σμούς
ὅ­τι δέν θά σω­θῶ, δέν θά πά­ω στόν πα­
ρά­δει­σο, δέν εἶ­χα δι­ά­θε­ση νά ψάλ­λω καί
ἔ­λε­γα στούς Γε­ρον­τᾶ­δες νά μήν ψάλ­λω
στό ἀ­να­λό­γιο. Τό­τε ὅ­μως ὑ­πῆρ­χε ἀ­νάγ­
κη, για­τί δέν ὑ­πῆρ­χαν πολ­λές ἀ­δελ­φές
πού μπο­ροῦ­σαν νά βο­η­θή­σουν στό ἀ­να­
λό­γιο.
»Εἶ­χα στε­νο­χω­ρη­θεῖ πο­λύ πού ὁ παπ­
πού­λης θά ἔ­φευ­γε. Ὅ­ταν ἦρ­θε ὁ παπ­
πού­λης, μᾶς εἶ­παν οἱ Γε­ρον­τᾶ­δες, ὅ­τι δέν
θά μᾶς ἔ­βλε­πε κα­τά μό­νας για­τί πο­νοῦ­σε
πο­λύ, θά μᾶς ἔ­κα­νε μό­νο σύ­να­ξη. Εἴ­χα­
με κά­νει, νο­μί­ζω, τέσ­σε­ρις κου­ρές, για­
τί ὁ παπ­πού­λης δέν θά ξα­να­ερ­χό­ταν σέ
μᾶς. Καί συ­νη­θί­ζα­με τίς κου­ρές νά τίς
κά­νου­με ὅ­ταν ἐρ­χό­ταν ὁ παπ­πού­λης.
»Ἐ­γώ βο­η­θοῦ­σα στούς λου­κου­μά­
δες, εἴ­χα­με πο­λύ κό­σμο, ἔρ­χον­ταν νά
πά­ρουν τήν εὐ­χή του, ξέ­ρα­νε ὅ­τι θά φύ­
γη ἀ­πό κον­τά μας. Εἶ­χα κου­ρα­στεῖ, για­
τί ὅ­λη τήν νύ­χτα κά­να­με λου­κου­μά­δες.
Ἤ­μουν καί πο­λύ στε­νο­χω­ρε­μέ­νη, πῆ­γα
στό κελ­λί μου καί ξά­πλω­σα λί­γο νά ξε­
κου­ρα­στῶ. Ἦρ­θε μιά ἀ­δελ­φή καί μοῦ
εἶ­πε:
― Πή­γαι­νε, σέ θέ­λει ὁ παπ­πού­λης.
― Μή­πως κά­νεις λά­θος; τῆς λέ­ω.
― Ὄ­χι, μοῦ λέ­ει, σέ ζη­τοῦ­σε καί χθές
τό βρά­δυ καί ἡ Γε­ρόν­τισ­σα τοῦ εἶ­πε ὅ­τι
φτειά­χνεις λου­κου­μά­δες.
»Πο­νοῦ­σε πο­λύ καί δέν ἤ­θε­λα νά τόν
κου­ρά­ζω. Πῆ­γα στό κελ­λά­κι πού ἔ­με­νε⋅
ἦ­ταν γο­να­τι­στός πά­νω στό κρεβ­βά­τι, μέ
τά δύ­ο χέ­ρια του ἔ­πια­νε τήν κοι­λιά του.
Ὅ­πως ἦ­ταν γο­να­τι­στός καί ἔ­πια­νε τήν
κοι­λιά του, πολ­λές φο­ρές ἔ­γερ­νε τό σῶ­
μα του μπρο­στά καί ἔ­λε­γε:
«Ἄχ! Μυ­ρο­φό­ρα, ἄχ! μω­ρέ, Μυ­ρο­φό­
ρα!».
Πο­νοῦ­σε πά­ρα πο­λύ.
Στε­νο­χω­ρι­ό­μουν πο­λύ ἔ­τσι πού τόν
ἔ­βλε­πα, δέν μπο­ροῦ­σα νά τοῦ πῶ τί­πο­
τα, κα­θό­μουν καί δέν μι­λοῦ­σα τί­πο­τα.
«Για­τί εἶ­σαι ἔ­τσι, μω­ρέ;» μοῦ λέ­ει. Καί
ἄρ­χι­σε νά μοῦ λέ­η ὅ­,τι εἶ­χα μέ­σα μου.
Μέ ρω­τά­ει:
16
― Ἀδελφή Μυ­ρο­φό­ρα, ψάλ­λεις;
― Δέν μπο­ρῶ παπ­πού­λη, τοῦ λέ­ω.
Δέν μπο­ρῶ νά ψάλ­λω στήν ἐκ­κλη­σί­α.
― Νά ψάλ­λης, μοῦ λέ­ει.
»Στε­νο­χω­ρι­ό­μουν πού νευ­ρί­α­ζα εὔ­
κο­λα. Χω­ρίς νά τοῦ τό πῶ, μοῦ λέ­ει:
― Βρέ, Μυ­ρο­φό­ρα, ἐ­σύ εἶ­σαι ἀρ­νά­κι,
για­τί με­ρι­κές φο­ρές γί­νε­σαι κα­τσι­κά­κι;
Μή­πως πρέ­πει νά πᾶς σέ κα­νέ­να για­τρό;
Μή­πως κάτι ἔ­χεις μέ τήν ὑ­γεί­α σου;
»Με­τά πού πῆ­γα στούς για­τρούς,
πράγ­μα­τι κά­τι εἶ­χα μέ τίς ὁρ­μό­νες.
»Ἔ­κα­να λο­γι­σμούς, ὅ­τι δέν θά σω­θῶ
καί χω­ρίς νά τοῦ τό πῶ, μοῦ λέ­ει: «Τί
στε­νο­χω­ρι­έ­σαι, μω­ρέ; ἐ­κεῖ πού θά πά­ω
ἐ­γώ, ὅ­ταν φύ­γω ἀ­πό αὐ­τή τή ζω­ή, θά
σέ πά­ρω καί ἐ­σέ­να. Ἐ­σύ μό­νο τήν φω­
το­γρα­φί­α ἀ­πό τό δι­α­βα­τή­ριο νά βγά­λης.
Για­τί εἶ­σαι ἔ­τσι μέ­σα σου; τί νά σοῦ κά­
νω ἐ­γώ; τί θά σοῦ δώ­ση χα­ρά; ὅ­τι μοῦ
ζη­τή­σης θά τό κά­νω».
»Συ­νε­χῶς ἔ­πια­νε τήν κοι­λιά του καί
ἔ­λε­γε:
«Ἄχ! Μυ­ρο­φό­ρα, ἄχ! μω­ρέ, Μυ­ρο­φό­
ρα!».
Γιά νά κά­νη ἔ­τσι ὁ παπ­πού­λης μπρο­
στά μου, φαν­τα­στεῖ­τε πό­σο πο­νοῦ­σε.
― Τί θά σοῦ δώ­ση χα­ρά; πές μου,
μοῦ ἔ­λε­γε.
― Νά μεί­νε­τε ἐ­δῶ, τοῦ λέ­ω, αὐ­τό θέ­
λω.
― Κα­λά, μοῦ λέ­ει. Θά πά­ω νά πά­ρω
καί τά ὑ­πό­λοι­πα πράγ­μα­τά μου καί θά
ἔρ­θω, θά μέ γη­ρο­κο­μή­σης ἐ­σύ;
― Ναί, τοῦ λέ­ω.
― Θά μοῦ κά­νης καί τόν κα­νό­να
μου;
― Ναί, τοῦ λέ­ω.
― Κα­λά, μοῦ λέ­ει, θά ἔρ­θω.
»Ἔ­ξω πε­ρί­με­νε μί­α κυ­ρί­α. Ὅ­ταν ση­
κώ­θη­κα νά φύ­γω: «Φέ­ρε μιά καί μι­σή
ἀ­σπι­ρί­νη, Μυ­ρο­φό­ρα, νά πά­ρω, νά δῶ
αὐ­τήν τήν κυ­ρί­α πού πε­ρι­μέ­νει». Τοῦ
πῆ­γα δύ­ο ἀ­σπι­ρί­νες, πῆ­ρε μι­ά­μι­συ καί
τήν ἄλ­λη μι­σή μοῦ τήν ἔ­δω­σε. «Πάρ­την
ἐ­σύ», μοῦ λέ­ει. Τό­σο πό­νο καί προ­σπα­
θοῦ­σε μέ τίς ἀ­σπι­ρί­νες νά ἀ­να­κου­φι­στῆ.
»Με­τά ἀ­πό λί­γες μέ­ρες, πῆ­γε ἡ Γε­
ρόν­τισ­σα νά τόν δῆ, πῆ­ρε καί ἐ­μέ­να μα­ζί
της. Ὁ παπ­πού­λης ἦ­ταν στό κρεβ­βά­τι,
δέν μπο­ροῦ­σε νά ση­κω­θῆ, τό πρό­σω­πό
του ἦ­ταν κα­τα­κί­τρι­νο. Μπῆ­κε ἡ Γε­ρόν­
τισ­σα. Ἐ­γώ δέν ἤ­θε­λα νά τόν κου­ρά­ζω.
Μό­λις μπῆ­κα, τοῦ εἶ­πα:
― Τήν εὐ­χή σας νά πά­ρω παπ­πού­λη,
πο­νᾶ­τε πο­λύ.
― Κά­θη­σε, μοῦ λέ­ει.
― Μό­νο τήν εὐ­χή σας θέ­λω, τοῦ λέ­ω,
καί νά φύ­γω.
»Μοῦ ἔ­δει­ξε ἕ­να σκα­μνά­κι πού ἦ­ταν
δί­πλα στό κρεβ­βά­τι καί μοῦ λέ­ει, κά­θη­
σε. Κά­θη­σα, δέν μι­λοῦ­σα κα­θό­λου, προ­
σπα­θοῦ­σα νά μήν κλά­ψω. Μέ ρώ­τη­σε:
― Τί εἰ­κό­να κά­νεις τώ­ρα, Μυ­ρο­φό­
ρα;
― Τόν ἅ­γιο Κων­σταν­τί­νο καί τήν
ἁ­γί­α Ἑ­λέ­νη, τοῦ λέ­ω.
»Ὅ­σο ἔ­φτεια­χνα τήν ἁ­γί­α Ἑ­λέ­νη εἶ­
χα λο­γι­σμούς, ὅ­τι τήν ἔ­κα­να πο­λύ νέ­α,
προ­σπα­θοῦ­σα νά βά­λω κά­τι πα­ρι­ές πού
βά­ζου­με στά γέ­ρι­κα πρό­σω­πα τῶν Ἁ­γί­
ων δέν ἔ­δει­χνε γέ­ρι­κο τό πρό­σω­πό της.
― Νά, Μυ­ρο­φό­ρα, μοῦ λέ­ει, με­ρι­κοί
ἁ­γι­ο­γρά­φοι τήν ἁ­γί­α Ἑ­λέ­νη τήν κά­νουν
νέ­α καί φαί­νε­ται σάν ἀ­δελ­φή τοῦ ἁ­γί­ου
Κων­σταν­τί­νου καί ὄ­χι σάν μη­τέ­ρα του.
Μοῦ εἶ­πε καί με­ρι­κά ἄλ­λα, με­τά ἐ­γώ ση­
κώ­θη­κα δέν κρα­τή­θη­κα ἄλ­λο, ἄρ­χι­σα
νά κλαί­ω.
Πῆ­ρα τήν εὐ­χή του, μοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να
ἑ­κα­το­στά­ρι κομ­πο­σχοί­νι πού κρα­τοῦ­σε
καί ἔ­φυ­γα. Τόν εὐ­χα­ρι­στῶ γιά ὅ­λα καί
ζη­τῶ τίς πρε­σβεῖ­ες Του».
17
Ὁ ὅσιος Παΐσιος
καί οἱ μαθητές τῆς Ἀθωνιάδος
Δι­ή­γη­σηἈρ­χιμ. Νι­κο­δή­μου Καν­σί­ζο­γλου
α΄.
«Ἔ­γρα­ψα τίς πα­ρα­κά­τω σει­ρές κά­
νον­τας ὑ­πα­κο­ή σέ σε­βα­στούς πνευ­μα­τι­
κούς πα­τέ­ρες, ἀλ­λά κυ­ρί­ως ὡς ὀ­φει­λό­με­
νη εὐ­χα­ρι­στί­α πρός τό πρό­σω­πο τοῦ ὁ­σί­
ου Πα­ϊ­σί­ου τοῦ Ἁ­γι­ο­ρεί­του, πού κα­τά τά
χρό­νια τῆς φοι­τή­σε­ώς μας στήν ἐν Ἁ­γί­ῳ
Ὄ­ρει ἱ­στο­ρι­κή Ἀ­θω­νιά­δα Ἐκ­κλη­σι­α­στι­
κή Ἀ­κα­δη­μί­α στά­θη­κε μέ τόν τρό­πο του
ἕ­νας ἀ­πό τούς βα­σι­κούς πα­ρά­γον­τες πού
στή­ρι­ζαν τήν πνευ­μα­τι­κή πο­ρεί­α τῶν
μα­θη­τῶν τῆς Σχο­λῆς μας.
Δέν κα­τα­γρά­φω εἰ­δι­κά δι­κές μου
προ­σω­πι­κές μνῆ­μες καί ἐμ­πει­ρί­ες. Καί
τοῦ­το, δι­ό­τι οἱ εἰ­δι­κά προ­σω­πι­κές ἀ­να­
μνή­σεις δέν εἶ­ναι πάν­το­τε δη­μο­σι­εύ­σι­
μες καί ἐ­πι­πλέ­ον, δι­ό­τι αἰ­σθά­νο­μαι καί
κά­ποι­α ἐ­νο­χή πού ὁ ἴ­διος δέν ἀ­ξι­ο­ποί­η­
σα ὅ­πως θά ἤ­θε­λε ὁ κα­λός Θε­ός μας, τήν
εὐ­λο­γί­α νά βρι­σκώ­μα­στε ὡς μα­θη­τές τῆς
Σχο­λῆς κον­τά σέ αὐ­τόν τόν με­γά­λο Ἅ­γιο
τῆς ἐ­πο­χῆς μας. Ὡ­στό­σο, θά προ­σπα­θή­σω
νά ἀ­πο­τυ­πώ­σω με­ρι­κές πτυ­χές τῆς πνευ­
μα­τι­κῆς βο­ή­θειας πού εἶ­χαν οἱ μα­θη­τές
τῆς Σχο­λῆς μας σχε­δόν μέ­χρι καί τήν κοί­
μη­ση τοῦ Ὁ­σί­ου, τό 1994. Εἶ­μαι σχε­δόν
σί­γου­ρος ὅ­τι ὅ­σα θά ἀ­κο­λου­θή­σουν, θά
συμ­φω­νοῦ­σαν νά τά ὑ­πο­γρά­ψουν πλεῖ­
στοι ὅ­σοι ἄλ­λοι συμ­μα­θη­τές μου πού
φοί­τη­σαν στή Σχο­λή γιά πε­ρισ­σό­τε­ρα
χρό­νια, δη­λα­δή Γυ­μνά­σιο καί Λύ­κει­ο
(ἐ­νῶ ἐ­γώ φοί­τη­σα πρός τό τέ­λος τοῦ Λυ­
κεί­ου) καί ὅ­λοι οἱ ἀ­νά τίς τε­λευ­ταῖ­ες δε­
κα­ε­τί­ες ὁ­μο­γά­λα­κτοι συ­σπου­δα­στές μου,
στήν ἀ­γα­πη­μέ­νη πνευ­μα­τι­κή μας τρο­φό
τήν Ἀ­θω­νιά­δα Σχο­λή.
β΄.
»Γρά­φτη­κα στήν Ἀ­θω­νιά­δα Σχο­λή τή
σχο­λι­κή χρο­νιά 1987–1988. Ὅ­ταν βρέ­
θη­κα γιά πρώ­τη φο­ρά στό πε­ρι­βάλ­λον
τῆς Σχο­λῆς, πί­στε­ψα πραγ­μα­τι­κά πώς ἡ
Ἀ­θω­νιά­δα εἶ­ναι τό κα­λύ­τε­ρο σχο­λεῖ­ο σέ
ὁ­λό­κλη­ρο τόν κό­σμο.
Πε­ποί­θη­ση πού δι­α­τη­ρῶ μέ­χρι σή­
με­ρα, γιά τά χρό­νια βέ­βαι­α ἐ­κεί­νου τοῦ
και­ροῦ. Τήν ἄ­πο­ψη, πε­ποί­θη­ση αὐ­
τή συ­νύ­φα­ναν πολ­λοί πα­ρά­γον­τες. Ἐν
πρώ­τοις τό χι­λι­ο­ευ­λο­γη­μέ­νο ἁ­γι­ο­ρεί­
τι­κο πε­ρι­βάλ­λον (δέν χορ­ταί­νω νά λέ­ω
αὐ­τές τίς λέ­ξεις τίς γλυ­κύ­τε­ρες «ὑ­πὲρ
μέ­λι καὶ κη­ρί­ον»), τό Πε­ρι­βό­λι τῆς Πα­
να­γί­ας, στήν καρ­διά τοῦ ὁ­ποί­ου ὡ­σάν μι­
κρή ζε­στή φω­λί­τσα νε­οσ­σῶν ἐ­πή­γνυ­το
ἡ πο­λυ­α­γα­πη­μέ­νη μας Σχο­λή. Κα­τό­πιν
ὁ σο­φό­τα­τος, δι­α­κρι­τι­κός καί κα­λο­γε­ρι­
κό­τα­τος Σχο­λάρ­χης μας, ὁ Ἐ­πί­σκο­πος
Ρο­δο­στό­λου Χρυ­σό­στο­μος, οἱ κα­λοί μας
κα­θη­γη­τές, οἱ ἱ­ε­ρο­μό­να­χοι Νι­κη­φό­ρος,
Ἀ­βρα­άμ, Με­λέ­τιος, Νε­κτά­ριος, Πα­ΐ­σιος
(ὁ ἐγ­γύ­τε­ρος μα­θη­τής τοῦ ὁ­σί­ου Πα­ϊ­σί­
ου), ὁ μο­να­χός Νι­κό­δη­μος, ὁ χα­ρι­σμα­
τοῦ­χος μου­σι­κός καί ἁ­γι­ο­γρά­φος γέ­ρων
Με­λέ­τιος Συ­κε­ώ­της καί οἱ εὐ­λα­βεῖς λα­
18
ϊ­κοί κα­θη­γη­τές φι­λό­λο­γοι Β. Βε­νε­τά­κης
καί Θ. Τσι­ρώ­νης. Σο­βα­ρό­τα­τη πα­ρου­σί­α
πνευ­μα­τι­κῆς ἐγ­γύ­η­σης τῆς πο­ρεί­ας μας,
ὁ Πνευ­μα­τι­κός μας ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Ἰ­σα­άκ,
πού δι­ο­ρί­στη­κε ἀ­πό τήν Ἱ­ε­ρά Κοι­νό­τη­τα
ὡς Πνευ­μα­τι­κός τῆς Σχο­λῆς μας.
γ΄.
»Θυ­μᾶ­μαι, λοι­πόν, πώς ὅ­ταν πρω­το­
πῆ­γα στή Σχο­λή (ἕ­ως τό­τε δέν εἶ­χα ἀ­κού­
σει κἄν τό ὄ­νο­μα τοῦ Γέ­ρον­τος καί νῦν
ὁ­σί­ου Πα­ϊ­σί­ου), ὅ­λοι οἱ συμ­μα­θη­τές μου
πο­λύ συ­χνά ἀ­να­φέ­ρον­ταν στό πρό­σω­πο
τοῦ γέ­ρον­τος Πα­ϊ­σί­ου: «Τό Σαβ­βα­το­κύ­
ρια­κο θά πᾶ­με στόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο τόν
ἀ­σκη­τή», «Θέ­λω νά ζη­τή­σω εὐ­λο­γί­α ἀ­πό
τόν ἅ­γιο Σχο­λάρ­χη νά πά­ω στόν γέ­ρον­
τα Πα­ΐ­σιο», «Ὁ γέ­ρον­τας Πα­ΐ­σιος εἶ­πε
αὐ­τό, ἐ­κεῖ­νο, τό
ἄλ­λο...». Τά παι­
διά στά σχο­λεῖ­α
στόν κό­σμο, πε­ρί­
με­ναν τό Σαβ­βα­
το­κύ­ρια­κο γιά νά
«τό ρί­ξουν ἔ­ξω»,
νά δι­α­σκε­δά­σουν
στά μα­γα­ζιά μέ τά
ἠ­λε­κτρο­νι­κά παι­
χνί­δια, στίς κα­
φε­τέ­ρι­ες καί στίς
ντι­σκο­τέκ ἐ­κεί­
νου τοῦ και­ροῦ,
ἐ­νῶ οἱ συμ­μα­θη­
τέςμουπε­ρί­με­ναν
τήν Πα­ρα­σκευ­ή
με­τά τά μα­θή­
μα­τα νά τρέ­ξουν
στόν Γέ­ρον­τα καί
νά μή στα­μα­τοῦν
νά ἀ­νε­βο­κα­τε­βαί­
νουν γιά ὅ­λο τό
τρι­ή­με­ρο (ΠΣΚ
ὅ­πως λέ­νε σή­με­
ρα)στόνἐ­λεύ­θε­ρό
τους χρό­νο στήν
«Πα­να­γού­δα».
Ἡ «Πα­να­γού­
δα» τοῦ γέ­ρον­
τος Πα­ϊ­σί­ου εἶ­χε
γί­νει γιά χρό­νια
πολ­λά ἡ δεύ­τε­ρη
ζε­στή, ζε­στό­τε­ρη
φω­λί­τσα γιά τούς
συμ­μα­θη­τές μου,
ἀ­πό τούς μι­κρούς
τῆς Α΄ Γυ­μνα­σί­ου μέ­χρι καί τούς με­γα­
λύ­τε­ρους τῆς Γ΄ Λυ­κεί­ου.
Πά­ρα πολ­λοί ἀ­πό τούς μα­θη­τές τῆς
Σχο­λῆς μας προ­ερ­χό­μα­σταν ἀ­πό φτω­χές,
πο­λύ­τε­κνες, ὑ­περ­πο­λύ­τε­κνες, ὀρ­φα­νές ἤ
19
καί μέ ἄλ­λα ποι­κί­λα προ­βλή­μα­τα οἰ­κο­γέ­
νει­ες. Ἴ­σως δέν θά ἀ­στο­χοῦ­σα, ἄν ἔ­λε­γα
«φτω­χά κυ­νη­γη­μέ­να που­λά­κια» ἀ­πό τό
πο­λύ­βου­ο, σκλη­ρό, ἄ­δι­κο καί δί­χως ὑ­γι­ῆ
πνευ­μα­τι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό κό­σμο.
«Εὐ­λο­γη­τὸς Κύ­ριος, ὅς οὐκ ἔ­δω­κεν
ἡ­μᾶς εἰς θή­ραν τοῖς ὀ­δοῦ­σιν αὐ­τῶν».
Ὁ γέ­ρον­τας Πα­ΐ­σιος γιά αὐ­τά τά φο­
βι­σμέ­να που­λά­κια πῆ­ρε τό ρό­λο πα­τέ­ρα,
μη­τέ­ρας, ὁ­δη­γοῦ, συμ­πα­ρα­στά­τη. Στά­
θη­κε τό στι­βα­ρό στή­ριγ­μα γιά πά­ρα πολ­
λούς ἀ­πό ἐ­μᾶς πού τό θέ­λα­με. Τά πα­ρα­
πά­νω τά κα­τα­λα­βαί­νουν μέ συ­ναί­σθη­ση
ὅ­σοι ἔ­μει­ναν γιά λι­γό­τε­ρο ἤ πε­ρισ­σό­τε­ρο
δί­χως πα­τρι­κή ἀ­σφά­λεια, δί­χως μη­τρι­
κή στορ­γή, δί­χως πνευ­μα­τι­κό στή­ριγ­μα.
Τό­τε βλέ­πα­με τούς γο­νεῖς μας Χρι­στού­
γεν­να, Πά­σχα καί κα­λο­καί­ρι. Με­ρι­κοί
οὔ­τε καί τό­τε, δι­ό­τι ἦ­ταν ἑλ­λη­νό­που­λα
ἀ­πό τήν Αὐ­στρα­λί­α, τή Γερ­μα­νί­α καί ἀ­πό
μι­κρά καί φτω­χά ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­να ἑλ­λη­
νι­κά νη­σιά. Πολ­λοί στά σπί­τια τους δέν
εἶ­χαν καί τη­λέ­φω­νο. Τά κα­ρα­βά­κια τοῦ
Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους ἔμ­παι­ναν καί ἔ­βγαι­ναν μό­
νο μί­α φο­ρά τή μέ­ρα καί ἡ θά­λασ­σα συ­
χνά ἄ­γρια.
Οἱ μα­θη­τές τῆς Ἀ­θω­νιά­δος ὁ­σά­κις τά
σκέ­πτον­ται, τά ὑ­πο­γρά­φουν μέ δά­κρυ­α
συγ­κί­νη­σης καί εὐ­γνω­μο­σύ­νης. Σέ φτω­
χούς συμ­μα­θη­τές μας, ὁ Γέ­ρον­τας ἔ­δι­νε
ὅ,τι εἶ­χε: χρή­μα­τα, πα­πού­τσια, ροῦ­χα,
γλυ­κά.
Τό­τε μᾶς λεί­πα­νε καί τά ἐ­κτι­μού­σα­
με. Ἐ­κτι­μού­σα­με μί­α φα­νέλ­λα ἄς ἦ­ταν
καί με­γα­λύ­τε­ρη στό νού­με­ρο, ἕ­να ζευ­
γά­ρι πα­πού­τσια ἄς ἦ­ταν κα­λο­γε­ρι­κά, μιά
ζα­κέ­τα ἄς ἦ­ταν μαύ­ρη, ἕ­να σο­κο­λα­τά­κι
κι ἄς ἦ­ταν λυ­ω­μέ­νο ἀ­πό τόν ἥ­λιο. Στήν
πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μᾶς χρει­α­ζό­ταν ἀ­γά­πη,
στορ­γή, ἀ­σφά­λεια, προ­σα­να­το­λι­σμός καί
Μέ προσκυνητές στήν Παναγούδα.
20
ἐ­νῶ βέ­βαι­α χρει­α­ζό­μα­σταν καί πα­πού­
τσια καί ροῦ­χα καί κά­να γλυ­κό πού μᾶς
ἐ­φο­δί­α­ζε ὁ ἅ­γιος Γέ­ρον­τας, μέ­σα ἀ­πό αὐ­
τά θη­λά­ζα­με τήν πνευ­μα­τι­κή του ἀ­γά­πη
καί τή βα­θύ­τα­τη δί­ψα νά ἔ­χου­με ἄν­θρω­
πο νά μᾶς δεί­χνη τό δρό­μο στό λα­βύ­ριν­θο
τῆς ζω­ῆς πού ἀ­δυ­σώ­πη­τα πρό­βα­λε μπρο­
στά μας.
δ’.
»Κά­ποι­α φο­ρά, πού τόν ἐ­πι­σκέ­φθη­κα,
μοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να με­γά­λο κου­τί πέν­τε κι­λῶν
στα­φί­δες γιά νά τίς μοι­ρά­σω στούς συμ­
μα­θη­τές μου στή Σχο­λή. Αὐ­τός, γιά νά
ἔ­τρω­γε αὐ­τές τίς στα­φί­δες θά ἤ­θε­λε δέ­κα
χρό­νια.
Στά ση­με­ρι­νά παι­διά αὐ­τό δέν εἶ­ναι
κά­τι σπου­δαῖ­ο. Εἴ­μα­στε ἀ­κό­μη (...) σέ
πε­ρί­ο­δο πλη­σμο­νῆς καί πλη­θω­ρι­σμοῦ σέ
ὅ­λα καί δέν μπο­ροῦ­με νά ἐ­κτι­μή­σου­με τά
μι­κρά καί τα­πει­νά, πού ὅ­μως κρύ­βουν
μέ­σα τους ὑ­γεί­α ψυ­χῆς καί σώ­μα­τος.
Φυ­σι­κά, δέν ἦ­ταν τό­τε οἱ στα­φί­δες πού
μᾶς ἔ­κα­ναν εὐ­τυ­χι­σμέ­νους, ἀλ­λά ἡ σκέ­
ψη πώς ἕ­νας ἅ­γιος ἄν­θρω­πος τοῦ Θε­οῦ
μᾶς σκέ­πτε­ται, μᾶς ἀ­γα­πά­ει, τόν ἔ­χου­με
δί­πλα μας νά μᾶς εὔ­χε­ται καί νά μᾶς χαι­
ρε­τά­η στέλ­νον­τας τό μή­νυ­μά του ἀ­κό­μη
καί μέ λί­γες στα­φί­δες. Ἄλ­λη φο­ρά, ἦρ­
θε ἕ­νας προ­σκυ­νη­τής στή Σχο­λή καί μέ
ἔ­ψα­ξε. Ἔ­φευ­γε ἀ­πό τήν «Πα­να­γού­δα»
καί τόν ἔ­στει­λε ὁ Γέ­ρον­τας.
Ὅ­ταν πῆ­γα, μοῦ ἔ­δω­σε μί­α τε­ρά­στια
σακ­κού­λα, λέ­γον­τάς μου πώς τήν στέλ­
νει ὁ γέ­ρων Πα­ΐ­σιος γιά μέ­να. Τήν ἄ­νοι­ξα
καί εἶ­χε μέ­σα ἕ­να ση­μεί­ω­μα πι­α­σμέ­νο μέ
μί­α χον­τρή πα­ρα­μά­να πού ἔ­γρα­φε: «Μέ
αὐ­τά νά οἰ­κο­νο­μή­σης τά παι­διά» καί ἀ­πό
κά­τω τήν ὑ­πο­γρα­φή του: «Μο­να­χός Πα­
ΐ­σιος».
Ἡ σακ­κού­λα εἶ­χε σο­κο­λά­τες, πα­στέ­
λια, λου­κού­μια, κα­ρα­μέλ­λες, δι­ά­φο­ρα
ἄλ­λα γλυ­κί­σμα­τα. Τά μοί­ρα­σα στούς
συμ­μα­θη­τές μου, ὅ­πως μοῦ ἔ­γρα­ψε, κι
ἐ­γώ κρά­τη­σα τό κα­λύ­τε­ρο ἀ­πό ὅ­λα πού
τό δι­α­τη­ρῶ ἕ­ως σή­με­ρα, τό χαρ­τά­κι μέ τό
ση­μεί­ω­μα καί τήν ὑ­πο­γρα­φή του! Ὅ­ποι­
ος δι­α­βά­ζει αὐ­τά, σί­γου­ρα κα­τα­λα­βαί­νει
πώς ἡ γλύ­κα δέν προ­έρ­χον­ταν ἀ­πό τίς
σο­κο­λά­τες καί τά λου­κού­μια, ἀλ­λά ἀ­πό
τή γλυ­κιά ἀ­γά­πη τοῦ ἁ­γί­ου Γέ­ρον­τος,
πού τό­σο πο­λύ εἴ­χα­με ἀ­νάγ­κη ἐ­κεῖ­νο
τόν και­ρό καί συ­νε­χί­ζου­με, ἄν καί με­γα­
λώ­σα­με πιά, νά ἔ­χου­με καί τώ­ρα... Μιά
φο­ρά, πού τόν ἐ­πι­σκέ­φθη­κα, μι­λοῦ­σε μέ
ἕ­ναν κύ­ριο γύ­ρω στά 50 χρο­νῶν. Ἐ­κεί­νη
τήν στιγ­μή τόν ἀ­πο­χαι­ρε­τοῦ­σε. Ἐ­κεῖ­νος
ὁ κύ­ριος φεύ­γον­τας, τοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να ὀγ­
κῶ­δες κου­τί. Ὅ­ταν ἔ­φυ­γε, μοῦ λέ­ει:
«Τόν ξέ­ρεις αὐ­τόν;», λέ­ω: «Ὄ­χι, Γέ­
ρον­τα». «Εἶ­ναι ὁ τρα­γου­δι­στής Γ. Κοι­
νού­σης». Ἐ­γώ τόν εἶ­χα λί­γο ἀ­κου­στά,
σάν ὄ­νο­μα μο­νά­χα. Λέ­ει ὁ Γέ­ρον­τας, δεί­
χνον­τας τό κου­τί καί γε­λών­τας παι­δι­κά,
ξε­καρ­δι­στι­κά καί πα­νέ­μορ­φα:
«Μοῦ ἔ­φε­ρε δῶ­ρο αὐ­τό τό ρα­δι­ο­κασ­
σε­τό­φω­νο· νά τό πά­ρε­τε στή Σχο­λή γιά
νά ἀ­κοῦ­τε μό­νο Βυ­ζαν­τι­νή μου­σι­κή».
Θυ­μᾶ­μαι, τό­νι­σε: «Μό­νο Βυ­ζαν­τι­νή
μου­σι­κή».
Ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν γιά τά πάν­τα πού ἀ­φο­
ροῦ­σαν στήν δι­α­παι­δα­γώ­γη­σή μας καί
στήν προ­φύ­λα­ξή μας ἀ­πό ὕ­που­λους κιν­
δύ­νους.
ε΄.
»»Ἅ­γι­ε Σχο­λάρ­χα, ἔ­χω εὐ­λο­γί­α νά
πά­ω στόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο τόν ἀ­σκη­τή;».
Ὅ­πως εἴ­πα­με καί πα­ρα­πά­νω, ἀ­πό Πα­ρα­
σκευ­ή ἀ­πό­γευ­μα μέ­χρι Κυ­ρια­κή τό με­
ση­μέ­ρι, αὐ­τή ἡ αἴ­τη­ση ἀ­κου­γό­ταν στούς
δι­α­δρό­μους τῆς Σχο­λῆς, ὅ­που μπο­ροῦ­σε
κα­νείς νά συ­ναν­τή­ση τόν κα­λό μας Σχο­
λάρ­χη. Τό­τε γιά θέρ­μαν­ση στή Σχο­λή
καί­γα­με κά­τι τε­ρά­στιους κορ­μούς καυ­
σό­ξυ­λα πού ἦ­ταν στι­βαγ­μέ­νοι 50 μέ­τρα
ἔ­ξω ἀ­πό τή Σχο­λή καί ἀ­πό ἐ­κεῖ ἔ­πρε­πε
νά με­τα­φερ­θοῦν στούς λέ­βη­τες στό ὑ­πό­
γει­ο.
Ὁ Σχο­λάρ­χης γιά νά μᾶς ἐκ­παι­δεύ­ση
σω­μα­τι­κά καί πνευ­μα­τι­κά, ἔ­λε­γε: «Ἔ­χει
εὐ­λο­γί­α, ἀλ­λά ἀ­φοῦ κου­βα­λή­σης τρί­α
κα­ρό­τσια ξύ­λα στούς λέ­βη­τες».
Θυ­μᾶ­μαι, μέ πό­ση προ­θυ­μί­α ἔ­σπευ­
δαν,σχε­δόνπε­τοῦ­σαντάπαι­διάνάκου­βα­
21
λή­σουν τά ξύ­λα γιά νά «πε­τά­ξουν» στήν
«Πα­να­γού­δα», στό Κελ­λί τοῦ Γέ­ρον­τος,
νά πά­ρουν τήν εὐ­χή καί νά ἀ­κού­σουν τά
γλυ­κύ­τα­τα λό­για του, τά ἁ­γνό­τα­τα καί
δι­δα­κτι­κά ἀ­στεῖ­α του καί νά με­τα­λά­βουν
τήν πο­λύ­τι­μη ἀ­γά­πη του.
ς΄.
»Πό­σες φο­ρές, ἄλ­
λο­τε μέ χι­ό­νια καί
μέ βρο­χές, ἄλ­λο­τε
μέ γλυ­κό και­ρό ἤ μέ
ἥ­λιο καυ­τε­ρό, τά συ­
χνά τρύ­πια πα­πού­
τσια τῶν μα­θη­τῶν
τῆς Σχο­λῆς δέν ὄρ­γω­
ναν καί ἴ­σια­ζαν ἐ­κεῖ­
νο τό μο­νο­πά­τι πού
ὁ­δη­γοῦ­σε στήν «Πα­
να­γού­δα» τοῦ γέ­ρον­
τος Πα­ϊ­σί­ου, γιά νά
φθά­σουν ἐ­κεῖ καί νά
σπεί­ρη στίς νε­α­νι­κές
τους ψυ­χές ὁ ὅ­σιος
ἀ­σκη­τής τό πνευ­μα­
τι­κό σι­τά­ρι πού θά
γι­νό­ταν κα­τό­πιν γιά
μᾶς ὁ πνευ­μα­τι­κός
ἄρ­τος τῆς ζω­ῆς μας.
Εἶ­δα συμ­μα­θη­τές
μου χα­ρού­με­νους νά
τρέ­χουν νά τοῦ ποῦν
κά­τι χα­ρού­με­νο πού
τούς συ­νέ­βη.
Σέποι­όννάτόἔ­λε­
γαν κα­λύ­τε­ρα; Τό ἴ­δ-
ιο ἔ­κα­να κι ἐ­γώ ὅ­ταν
πέ­ρα­σα στή Θε­ο­λο­
γι­κή Σχο­λή. Ἔ­τρε­ξα
–ἄν καί σου­ρού­πω­νε
ἤ­δη– νά τό πῶ στόν Γέ­ρον­τα. Ἤ­θε­λα νά
εἶ­ναι ὁ πρῶ­τος πού θά τό μά­θαι­νε. Θυ­
μᾶ­μαι, πώς μέ φί­λη­σε πολ­λές φο­ρές καί
μοῦ εἶ­πε: «Εἶ­ναι τό πρῶ­το εὐ­χά­ρι­στο
πράγ­μα πού ἄ­κου­σα σή­με­ρα». Εἶ­δα ὅ­μως
καί συμ­μα­θη­τές μου μέ δά­κρυ­α στά μά­
τια νά τρέ­χουν νά τοῦ ποῦν γιά κά­ποι­α
στε­νο­χώ­ρια τους, κά­ποι­ο πει­ρα­σμό τους,
κά­ποι­ο φό­βο τους, κά­ποι­α δο­κι­μα­σί­α τῆς
οἰ­κο­γέ­νειάς τους. Ὅ­λοι φεύ­γαν ἀ­να­πτε­
ρω­μέ­νοι, γε­μά­τοι ἐλ­πί­δα καί σι­γου­ριά.
Κά­πο­τε, ἤ­μουν στε­νο­χω­ρη­μέ­νος μέ τόν
ἑ­αυ­τό μου, ἔ­νοι­ω­θα πώς δέν προ­ο­δεύ­ω
στά πνευ­μα­τι­κά, πώς εἶ­μαι ἕ­νας ἄ­χρη­
στος πού δέν μπο­ρῶ νά κα­τα­φέ­ρω κά­τι
κα­λό. Πῆ­γα καί τοῦ τά εἶ­πα.
Ἔ­τυ­χε νά μήν ἔ­χη κα­νέ­ναν ἐ­πι­σκέ­
πτη. Μέ πῆ­ρε πο­λύ κον­τά του καί μοῦ εἶ­
πε: «Μή στε­νο­χω­ρι­έ­σαι, τώ­ρα πρέ­πει νά
ἀρ­χί­ζης νά βγά­ζης φτε­ρά».
22
Οὔ­τε πολ­λά κη­ρύγ­μα­τα, οὔ­τε πα­ρα­
χα­ϊ­δεύ­μα­τα, οὔ­τε ψυ­χα­νά­λυ­ση, ὅ­πως
δη­λα­δή κά­νου­με σή­με­ρα οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι
Πνευ­μα­τι­κοί, ἀλ­λά πέν­τε λέ­ξεις πού γέ­
μι­σαν τήν ψυ­χή μου.
Ἔ­τυ­χε στ᾿ ἀ­λή­θεια νά δοῦ­με καί θαύ­
μα­τα κον­τά του. Ὅ­μως, ἐ­πει­δή σκο­πός
τῶν ὅ­σων γρά­φου­με ἐ­δῶ δέν εἶ­ναι νά δεί­
ξου­με ὅ­τι ὁ Γέ­ρον­τας ἦ­ταν θαυ­μα­τουρ­
γός –αὐ­τό ἔ­χει φα­νῆ ἀ­πό ἀ­να­ρίθ­μη­το
πλῆ­θος μαρ­τυ­ρι­ῶν πού δη­μο­σι­εύ­τη­καν
σέ πολ­λά βι­βλί­α– δέν θά ἀ­να­φερ­θοῦ­με
σέ θαύ­μα­τα πού εἴ­δα­με στήν αὐ­λή τῆς
Κα­λύ­βης του, σέ θαύ­μα­τα πού ἔ­κα­νε σέ
συμ­μα­θη­τές μας πού δι­έ­τρε­ξαν θα­νά­
σι­μες πε­ρι­στά­σεις, σέ θαύ­μα­τα πού δέν
ἔ­παυ­σαν νά δι­η­γοῦν­ται ὅ­σοι πο­νε­μέ­νοι
ζή­τη­σαν τή βο­ή­θειά του.
Ἄλ­λω­στε, τό με­γά­λο θαῦ­μα γιά μᾶς
ἦ­ταν τό­τε καί πι­στεύ­ου­με πώς καί σή­με­
ρα εἶ­ναι γιά τόν κό­σμο μας, ἰ­δι­αί­τε­ρα γιά
τίς εὐ­αί­σθη­τες νε­α­νι­κές ψυ­χές, ὁ στη­ριγ­
μός τῶν ψυ­χῶν μας στήν πί­στη, ἡ ἐλ­πί­δα
γιά τή ζω­ή, ἡ ἔμ­πνευ­ση γιά ἀ­γά­πη πρός
τόν Χρι­στό καί τήν Ἐκ­κλη­σί­α μας. Τό
με­γά­λο θαῦ­μα πού ζοῦ­σαν οἱ μα­θη­τές τῆς
Ἀ­θω­νιά­δος Σχο­λῆς ἦ­ταν ὁ ἴ­διος ὁ Γέ­ρον­
τας πού τούς ἔ­δει­ξε καί δί­δα­ξε τόν κα­λό
μο­να­χό, τόν εὐ­λα­βή κλη­ρι­κό, τόν θε­ο­
φο­βού­με­νο λα­ϊ­κό, τόν ἐν παν­τί ἄν­θρω­
πο τοῦ Θε­οῦ. Τό με­γά­λο θαῦ­μα γιά ἐ­μᾶς
τούς φτω­χούς μα­θη­τές τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς μας
Σχο­λῆς, ὑ­πῆρ­ξε ἡ ἀ­γα­θή ἐ­πί­δρα­ση τοῦ
ὁ­σί­ου Πα­ϊ­σί­ου στή ζω­ή μας μέ­χρι καί
σή­με­ρα. Ἕ­να θαῦ­μα δι­αρ­κεί­ας, πού ἀ­πό
μό­νο του θά ἄ­ξι­ζε νά ἀ­πο­τε­λέ­ση καί τόν
λό­γο τῆς ἀ­να­γνώ­ρι­σής του ὡς με­γά­λου
Ἁ­γί­ου τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Τά με­γά­λα
θαύ­μα­τα τῶν Ἁ­γί­ων εἶ­ναι ἡ πνευ­μα­τι­κή
γέν­νη­ση εὐ­λα­βῶν κλη­ρι­κῶν, ἁ­γι­α­σμέ­
νων μο­να­χῶν, εὐ­σε­βῶν οἰ­κο­γε­νεια­ρχῶν.
Με­τά ἔρ­χον­ται οἱ προ­φη­τεῖ­ες, οἱ θε­ρα­πεῖ­
ες καί τά λοι­πά ση­μεῖ­α.
ζ΄.
»Δέν μπο­ρῶ νά ἀν­τι­στα­θῶ σέ μί­α
ἐ­σω­τε­ρι­κή πα­ρόρ­μη­ση πού ἔ­χω τώ­ρα, νά
ἀ­να­φερ­θῶ γιά λί­γο στά χρό­νια πού ἀ­κο­
λού­θη­σαν γιά τή Σχο­λή καί πιό συγ­κε­
κρι­μέ­να 15 χρό­νια με­τά τήν κοί­μη­ση τοῦ
γέ­ρον­τος Πα­ϊ­σί­ου, ὅ­ταν γιά ἕ­να χρό­νο δι­
ε­τέ­λε­σα Σχο­λαρ­χεύ­ων στήν Ἀ­θω­νιά­δα.
Κα­νέ­νας ἀ­πό τούς κα­θη­γη­τές καί τούς
μα­θη­τές τῆς Σχο­λῆς δέν τόν εἶ­χε γνω­ρί­
σει. Πεί­σθη­κα ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο, πό­σο
ση­μαν­τι­κή γιά τή Σχο­λή μας ἦ­ταν ἡ πα­
ρου­σί­α του καί οἱ πνευ­μα­τι­κές εὐ­λο­γί­ες
πού ἔ­στελ­νε μέ τήν προ­σευ­χή του καί
τίς γε­μά­τες ἀ­γά­πη μι­κρές ὑ­λι­κές εὐ­λο­
γί­ες στά παι­διά. Ὁ γέ­ρων Πα­ΐ­σιος κοι­μή­
θη­κε. Οἱ κα­θη­γη­τές σχε­δόν ὅ­λοι λα­ϊ­κοί,
οἱ μα­θη­τές μέ mobile phone, mp3, laptop,
tablet, οἱ κα­θη­με­ρι­νές ἀ­νέ­σεις πε­ρισ­
σό­τε­ρες, τό φα­γη­τό κα­λύ­τε­ρο, οἱ ἔ­ξο­δοι
συ­χνό­τε­ρες, οἱ στο­χο­θε­σί­ες νε­φε­λώ­δεις,
τό ἐ­πί­πε­δο ἀ­πελ­πι­στι­κό. Βε­βαί­ως, ὅ­λοι
οἱ ὑ­πεύ­θυ­νοι, κυ­ρί­ως ἀ­πό τήν Ἱ­ε­ρά Κοι­
νό­τη­τα, βο­η­θοῦ­σαν ὅ­πως μπο­ροῦ­σαν γιά
νά προ­σα­να­το­λι­σθοῦ­με.
Ὡ­στό­σο ἐ­γώ, αἰ­σθάν­θη­κα πώς ἄν λεί­
ψουν πο­λι­κοί ἀ­στέ­ρες, ὅ­πως ὁ ὅ­σιος Πα­ΐ­
σιος, εἶ­ναι ἀ­να­πό­φευ­κτη ἡ πε­ρι­πλά­νη­σή
μας σέ πε­λά­γη σκο­τει­νά καί ἡ πρό­σκρου­
σή μας σέ ἐ­πι­κίν­δυ­νους ὑ­φά­λους. Καί ὡς
ἄλ­λος νο­σταλ­γός Πα­πα­δι­α­μάν­της, ἐ­πι­
γρά­φω: Γλυ­κιά Ἀ­θω­νιά­δα, ἡ ἐν­σάρ­κω­σις
τό­τε τῆς χα­ρᾶς.
Γλυ­κύ­τα­τε γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σι­ε τῆς χα­ρᾶς
μας τό­τε ἡ ἐν­σάρ­κω­σις. Εἶ­θε νά φτά­ση ἡ
ὥ­ρα ὁ Κύ­ριος, μέ τίς πρε­σβεῖ­ες τοῦ ὁ­σί­ου
Πα­ϊ­σί­ου, πού τό­σο ἀ­γά­πη­σε καί στή­ρι­ξε
τούς μι­κρούς μα­θη­τές, νά ἐ­πι­βλέ­ψη καί
πά­λι στή γλυ­κύ­τα­τη τρο­φό μας, ὥ­στε νά
μπο­ροῦν οἱ ὑ­μνω­δοί καί πά­λι νά ψάλ­
λουν:
Ἀ­θω­νιά­δα ξα­κου­στή τοῦ Ἄ­θω­νος τό
κλέ­ος, σέ σέ­να μα­θη­τεύ­ου­με μ᾿ εὐ­λά­βεια
καί δέ­ος».
23
«Ἤ­μουν στό Κελ­λί τοῦ πα­τρός Πα­ϊ­σί­
ου καί συ­ζη­τού­σα­με τά προ­βλή­μα­τά μου.
Ἦ­ταν χει­μώ­νας καί ἤ­μα­σταν μό­νοι. Κα­
τά τήν ὥ­ρα τῆς συ­ζη­τή­σε­ως, ἦρ­θε στό νοῦ
μου, ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α μου νά τοῦ ζη­τή­σω νά
μοῦ δώ­ση ἕ­να σταυ­ρου­δά­κι γιά τό πέμ­πτο
μου παι­δί, πού εἶ­χε γεν­νη­θεῖ πρό­σφα­τα.
Γιά ὅ­λα τά παι­διά μου καί γιά μᾶς τούς γο­
νεῖς, μᾶς εἶ­χε δώ­σει ἀ­πό ἕ­να σταυ­ρου­δά­κι
φτει­αγ­μέ­νο ἀ­πό τόν ἴ­διο μέ ἅ­γιο Λεί­ψα­νο
μέ­σα του, τοῦ ὁ­σί­ου Ἀρ­σε­νί­ου τοῦ νο­νοῦ
του. Ὅ­μως εἶ­χα μά­θει, ὅ­τι τα­λαι­πω­ρεῖ­το
μέ ἀρ­ρώ­στει­ες καί δέν τολ­μοῦ­σα νά τοῦ
τό ζη­τή­σω. Ἔ­τσι λυ­πη­μέ­νος πού δέν τόλ­
μη­σα νά ζη­τή­σω τό σταυ­ρου­δά­κι, ἔ­φυ­γα
ἀ­πό τό Κα­λύ­βι του. Πά­νω στό λε­ω­φο­ρεῖ­ο
φεύ­γον­τας γιά τήν Δάφ­νη ἀ­πό Κα­ρυ­ές,
μέ πλη­σιά­ζει ἕ­νας ἄ­γνω­στός μου κα­λό­γε­
ρος καί μοῦ δί­νει κά­τι τυ­λιγ­μέ­νο σέ χαρ­
το­πε­τσέ­τα. «Εἶ­ναι ἀ­πό τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­
σιο», μοῦ λέ­ει καί ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται πρός
τήν πί­σω με­ριά τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου. Παίρ­νω
τήν χαρ­το­πε­τσέ­τα μέ λα­χτά­ρα, τήν ἀ­νοί­
γω καί βρί­σκω ἕ­να σταυ­ρου­δά­κι ἀ­πό αὐ­τό
πού λα­χτα­ροῦ­σε ἡ ψυ­χή μου. Ση­κώ­νο­μαι,
ψά­χνω νά εὐ­χα­ρι­στή­σω τόν μο­να­χό, ἀλ­
λά δέν ἔ­μοια­ζε κα­νέ­νας μέ τόν μο­να­χό πού
μοῦ ἔ­δω­σε τό σταυ­ρου­δά­κι. Τόν ἔ­ψα­χνα
καί στήν Δάφ­νη μέ­χρι νά φύ­γη τό κα­ρά­βι
γιά Οὐ­ρα­νού­πο­λη, ἀλ­λά τί­πο­τα.
»Κά­ποι­ος γνω­στός μου καί φί­λος μοῦ
δι­η­γή­θη­κε: «Βρι­σκό­μουν στό Κα­λύ­βη
τοῦ γέ­ρον­τος Πα­ϊ­σί­ου, καί μοῦ εἶ­πε ὁ Γέ­
ρον­τας: «Μα­νώ­λη, πη­γαί­νον­τας πρός Κο­
μο­τη­νή πέ­ρα­σα ἀ­πό τήν Ξάν­θη καί εἶ­δα
τό σπί­τι σου». Ὁ Γέ­ρον­τας πε­ρι­έ­γρα­ψε μέ
λε­πτο­μέ­ρει­ες τό σπί­τι τοῦ Μα­νώ­λη, χω­ρίς
νά ἔ­χη πά­ει πο­τέ στό σπί­τι του».
Ἐκπλήρωσε
τήν ἐπιθυμία μου
Ἐγώ παπᾶδες
δέν ἐξομολογῶ
Δι­ή­γη­σηΘε­ο­δώ­ρουΧα­τζη­πα­τέ­ρα,
παν­το­πώ­λη,ἀ­πότήνΞάν­θη
Δι­ή­γη­ση
π. Θε­ο­δο­σίου Ἁ­γι­ο­παυ­λί­του
«Κά­ποι­ος Ἱ­ε­ρέ­ας ἐξ ἐγ­γά­μων πού δι­
α­κο­νοῦ­σε στό ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ὀ­νό­μα­τι πα­
πα–Μα­νώ­λης, θέ­λη­σε νά γί­νη μο­να­χός
στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος.
Ἀ­φοῦ ἔ­λα­βε γρα­πτῶς τήν συγ­κα­
τά­θε­ση τῆς πρε­σβυ­τέ­ρας του, ξε­κί­νη­σε
γιά τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος.
Μό­λις ἔ­φθα­σε στή Δάφ­νη, ἀ­γό­ρα­σε
ἕ­ναν κα­λο­γε­ρι­κό σκοῦ­φο.
Τόν φό­ρε­σε καί μέ τά μα­κρυ­ά γέ­
νεια καί μαλ­λιά πού πο­τέ δέν τά ἔ­κο­βε,
φαι­νό­ταν σάν κα­λό­γε­ρος.
»Ἀ­πο­φά­σι­σε νά συμ­βου­λευ­τῆ τόν
φη­μι­σμέ­νο γιά τήν ἀ­ρε­τή του καί ἐν
ζω­ῇ τό­τε, γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο.
Κα­τη­φό­ρι­σε ἀ­πό τό Κου­τλου­μού­σι
γιά τήν «Πα­να­γού­δα», τό Κελ­λί τοῦ γέ­
ρον­τος Πα­ϊ­σί­ου καί χτύ­πη­σε τήν πόρ­
τα. Ὅ­ταν βγῆ­κε ὁ Γέ­ρον­τας, τοῦ λέ­ει ὁ
πα­πα–Μα­νώ­λης:
― Γέ­ρον­τα, ἦρ­θα νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῶ.
»Καί ὁ Γέ­ρον­τας πού πρώ­τη φο­ρά
τόν ἔ­βλε­πε, τοῦ λέ­ει:
― Πα­πα–Μα­νώ­λη, ἐ­γώ πα­πᾶ­δες
δέν ἐ­ξο­μο­λο­γῶ.
»Ὁ πα­πα–Μα­νώ­λης ἔ­μει­νε ἐμ­βρόν­
τη­τος καί μέ με­γα­λύ­τε­ρη εὐ­λά­βεια καί
προ­σο­χή ἄ­κου­σε τίς συμ­βου­λές τοῦ
Γέ­ρον­τα πού τοῦ ἔ­δω­σε».
24
Προσευχή μέ δάκρυα καί πληροφορία
Δι­η­γή­σειςπ. Με­θο­δί­ου ἀ­πότήν Θεσ­σα­λο­νί­κη
«Κά­πο­τε, πῆ­γα στόν π. Πα­ΐ­σιο νά
τόν συμ­βου­λευ­τῶ γιά ἕ­να πο­λύ ση­
μαν­τι­κό θέ­μα. Μοῦ εἶ­πε:
«Δέν ἔ­χου­με και­ρό γιά χά­σι­μο. Ὁ
Θε­ός ἔ­χει ἀ­νάγ­κη ἀ­πό Ἱ­ε­ρεῖς. (Δέν εἶ­
χα γί­νει ἀ­κό­μη ἱ­ε­ρέ­ας).
Πᾶ­με στήν Πα­να­γί­α νά τῆς μι­λή­
σου­με. Καί ᾿κεί­νη θά μᾶς δώ­ση τήν
ἀ­πάν­τη­ση». Πρό­σθε­σε: «Πῶς θά πᾶ­με;
μέ ἄ­δεια χέ­ρια;». Καί ἔ­κο­ψε με­ρι­κά
ἀ­γρι­ο­λού­λου­δα ἀ­πό τήν αὐ­λή καί εἶ­
πε: «Θά τά πᾶ­με στήν Πα­να­γί­α».
Τά ἔ­βα­λε στό περ­βά­ζι τῆς εἰ­κό­νας
τῆς Πα­να­γί­ας στό να­ό τοῦ Τ. Σταυ­ροῦ
καί μέ δά­κρυ­α τῆς εἶ­πε:
«Μαν­νού­λα μας, πά­ρε αὐ­τά τά
λου­λού­δια, ἀ­πό τόν κῆ­πο σου τά μα­ζέ­
ψα­με καί δέ­ξου τα μα­ζί μέ τά δά­κρυ­ά
μας».
Ἔ­πει­τα, μοῦ εἶ­πε:
«Τώ­ρα θά πῶ τήν πα­ρά­κλη­ση στήν
Πα­να­γί­α, ἀλ­λά δέν θά τήν ψάλ­λω, δέν
ἔ­χου­με και­ρό γιά χά­σι­μο. Πολ­λές φο­
ρές οἱ ψαλ­μω­δί­ες εἶ­ναι χά­σι­μο χρό­
νου, ἄλ­λο­τε χρει­ά­ζον­ται ὅ­μως. Τώ­ρα
δέν θά τήν ψάλ­λω, ἀλ­λά θά τήν δι­α­βά­
σω. Κά­θη­σε ἐ­σύ ἐ­δῶ μπρο­στά καί ᾿γώ
θά πά­ω πί­σω. Καί μή γυ­ρί­σης νά μέ
κοι­τά­ξης».
»Καί ἄρ­χι­σε καί φώ­να­ζε στήν Πα­
να­γί­α μέ πό­θο:
«Ὑ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κε, σῶ­σον ὑ­μᾶς»
(καί νά κλαί­η), «Πολ­λοῖς συ­νε­χό­
με­νος...», «Πρός Σέ κα­τα­φεύ­γω...»,
«Ὑ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κε, σῶ­σον ὑ­μᾶς» ...
Καί ἔ­κλαι­γε, ἔ­κλαι­γε. »Ἐ­γώ εἶ­χα λυ­ώ­
σει πραγ­μα­τι­κά. Δέν εἶ­χα ἀ­κού­σει τέ­
τοι­α προ­σευ­χή στήν ζω­ή μου, ἐ­νῶ τήν
ἤ­ξε­ρα τήν Πα­ρά­κλη­ση. Στό τέ­λος, ἔρ­
χε­ται καί μοῦ λέ­ει:
«Μήν στε­νο­χω­ρι­έ­σαι, ἡ Πα­να­γί­α
θά μᾶς ἀ­παν­τή­ση σέ ἕ­ξι μῆ­νες. Οὔ­τε
μί­α μέ­ρα πα­ρα­κά­τω, οὔ­τε μί­α μέ­ρα πα­
ρα­πά­νω. Ἐ­σύ στούς ἕ­ξι μῆ­νες θά προ­
σεύ­χε­σαι, θά ἐ­ξο­μο­λο­γῆ­σαι, θά κοι­
νω­νῆς καί θά πε­ρι­μέ­νης. Δέν θά ἔ­χης
καμ­μί­α ἀ­γω­νί­α».
»Καί ἀ­κρι­βῶς στούς ἕ­ξι μῆ­νες, μέ
ἄλ­λο Πνευ­μα­τι­κό, ἔρ­χε­ται καί μοῦ
λέ­ει: «Ἐ­σύ πρέ­πει νά γί­νης ἄ­γα­μος ἱ­ε­
ρεύς». Καί ἔ­τσι ἔ­γι­να».
25
«Τόν Μάρ­τιο τοῦ 1993, δι­α­πι­στώ­
θηκε ὅ­τι εἶ­χα καρ­κί­νω­μα τοῦ ρι­νο­φά­
ρυγ­γα καί οἱ για­τροί μοῦ συ­νέ­στη­σαν
νά κά­νω ἀ­μέ­σως θε­ρα­πεί­α γιά νά μήν
προ­χω­ρή­ση ἡ ἀ­σθέ­νεια.
»Γιά τόν λό­γο αὐ­τό, με­τέ­βη­κα ἐ­πει­
γόν­τως σέ ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νο κέν­τρο θε­ρα­
πεί­ας γιά κε­φά­λι καί λαι­μό στό Λον­δί­
νο καί συγ­κε­κρι­μέ­να στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο
«Royal Mavsden Hospital, ὅ­που ἐ­κεῖ οἱ
για­τροί ἀ­πο­φά­σι­σαν νά μοῦ κά­νουν 30
ἀ­κτι­νο­βο­λί­ες γιά νά κά­ψουν τόν ὄγ­κο,
δι­ό­τι στό ση­μεῖ­ο πού βρι­κό­ταν δέν μπο­
ροῦ­σε νά χει­ρουρ­γη­θῆ.
»Ὁ φό­βος τῆς ἀ­σθέ­νειάς μου ἐ­μέ­να
καί τήν σύ­ζυ­γό μου μᾶς εἶ­χε κα­τα­κυ­ρι­
εύ­σει καί ἡ μό­νη μας πα­ρη­γο­ριά ἦ­ταν ἡ
βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ.
Καί πράγ­μα­τι, ὁ Θε­ός μᾶς ἔ­στει­λε
ἀν­θρώ­πους ἐ­κεῖ στό ξέ­νο μέ­ρος νά μᾶς
βο­η­θή­σουν καί νά μᾶς δί­νουν κου­ρά­γιο.
Αὐ­τοί ἦ­ταν μιά οἰ­κο­γέ­νεια Κυ­πρί­ων,
πού ἔ­τυ­χε νά εἶ­ναι εὐ­σε­βεῖς καί ἰ­δι­αί­τε­
ρα ἡ πε­θε­ρά τοῦ φί­λου μας ἡ κυ­ρί­α Λού­
λα Σο­φο­κλέ­ους, ἡ ὁ­ποί­α εὐ­λα­βεῖ­το πο­
λύ τήν ἁ­γί­α Βαρ­βά­ρα δι­ό­τι ὅ­πο­τε ἡ ἴ­δια
εἶ­χε πρό­βλη­μα ὑ­γεί­ας, ἡ ἁ­γί­α Βαρ­βά­ρα
τήν ἔ­κα­νε κα­λά.
Ἔ­τσι τήν πα­ρα­κά­λε­σε καί γιά μέ­
να νά μέ κά­νη κα­λά, γιά νά ἐ­πι­στρέ­ψω
ὑ­γι­ής στά δύ­ο ἀ­νή­λι­κα τό­τε κο­ρι­τσά­κια
μου.
»Ἕ­να βρά­δυ, χτύ­πη­σε τό τη­λέ­φω­νο
ἐ­νῶ βρι­σκό­μουν στήν δέ­κα­τη ἀ­κτι­νο­βο­
λί­α. Ἦ­ταν ἡ κυ­ρί­α Λού­λα, ἡ ὁ­ποί­α μᾶς
εἶ­πε ὅ­τι τήν ἐ­πι­σκέ­φθη­κε ἡ ἁ­γί­α Βαρ­
βά­ρα καί τῆς εἶ­πε ὅ­τι δέν εἶ­χα τό καρ­κί­
νω­μα στόν ρι­νο­φά­ρυγ­γα, δι­ό­τι τόν εἶ­χε
ἀ­φαι­ρέ­σει καί μά­λι­στα, τῆς ἔ­δει­ξε τήν
πα­λά­μη της καί τῆς εἶ­πε ὅ­τι τό ἔ­βα­λε σέ
γύ­ψο γιά νά μήν ξα­να­βγῆ.
»Ὅ­ταν τό ἀ­κού­σα­με αὐ­τό, κλαί­γα­
με ἀ­πό χα­ρά ἐ­γώ καί ἡ σύ­ζυ­γός μου καί
ἀ­πό ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή μέ­χρι τό τέ­λος
τῆς θε­ρα­πεί­ας, ἤ­μουν βέ­βαι­ος ὅ­τι ὅ­λα θά
πή­γαι­ναν κα­λά.
Καί πράγ­μα­τι, οἱ για­τροί μοῦ ἐ­πι­βε­
βαί­ω­σαν ὅ­τι ὁ ὄγ­κος εἶ­χε κα­εῖ καί μέ τίς
ἀ­κτι­νο­βο­λί­ες καί μέ­χρι τήν τρι­α­κο­στή
δέν ὑ­πῆρ­χε πλέ­ον τί­πο­τε στόν ρι­νο­φά­
ρυγ­γά μου.
»Ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψα στήν Ρό­δο με­τά
ἀ­πό δύ­ο μῆ­νες, ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α μου ἦ­ταν νά
ἐ­πι­σκε­φθῶ τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί τούς Ἁ­γί­
ους Τό­πους, νά εὐ­χα­ρι­στή­σω τήν Πα­να­
γί­α, τόν Χρι­στό καί τούς Ἁ­γί­ους μας πού
μέ ἔ­κα­ναν κα­λά.
Ξε­κί­νη­σα μό­νος ἀ­πό τήν Ρό­δο, τόν
Σε­πτέμ­βρη τοῦ 1993, γιά τό Ἅ­γιον
Ὄ­ρος.
Ἐ­κεῖ σέ μιά Μο­νή γνώ­ρι­σα δύ­ο παι­
διά, τά ὁ­ποῖ­α μοῦ μί­λη­σαν γιά τόν γέ­ρον­
τα Πα­ΐ­σιο ὅ­τι ἔ­κα­νε θαύ­μα­τα, ὅ­τι ἦ­ταν
δι­ο­ρα­τι­κός καί μοῦ εἶ­παν ἄν ἤ­θε­λα νά
Διάγνωση ἀποθεραπείας
Διήγηση
Ἰ­ω­άν­νου Δι­α­κο­γε­ωρ­γί­ου, Ρό­δος
26
πή­γαι­να μα­ζί τους νά τόν ἐ­πι­σκε­φθοῦ­με
στό Κελ­λί του, στήν Πα­να­γού­δα. Ἐ­γώ,
φυ­σι­κά μέ χα­ρά τό δέ­χθη­κα αὐ­τό.
»Ὅ­ταν φθά­σα­με ἦ­ταν ἐ­ρη­μιά. Κα­θή­
σα­με ἔ­ξω ἀ­πό τήν συρ­μά­τι­νη πόρ­τα καί
βλέ­πα­με μή­πως φα­νῆ ὁ Γέ­ρον­τας, για­τί
στό δρό­μο ἀ­κού­σα­με ὅ­τι ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος.
Τά λε­πτά περ­νοῦ­σαν, ἀλ­λά ὁ Γέ­ρον­τας
δέν φαι­νό­ταν.
Ἐ­πει­δή ἦ­ταν καί ἀ­πό­γευ­μα, τά παι­
διά φο­βή­θη­καν ὅ­τι θά σκο­τεί­νια­ζε καί
μοῦ εἶ­παν ὅ­τι ἄ­δι­κα πε­ρι­μέ­νου­με καί ὅ­τι
πρέ­πει νά φύ­γου­με. Ἐ­γώ δέν ἤ­θε­λα νά
φύ­γω, ἤ­θε­λα νά τόν δῶ.
Ἤ­θε­λα μιά ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση ὅ­τι θε­ρα­
πεύ­τη­κα ἐν­τε­λῶς. Ἄρ­χι­σα νά κά­νω κομ­
πο­σχοί­νι καί πα­ρα­κα­λοῦ­σα τήν Πα­να­
γί­α νά τόν βγά­λη ἔ­ξω ἀ­πό τό σπι­τά­κι.
Με­τά ἀ­πό λί­γο, ἀ­κού­στη­κε ἡ πόρ­τα
τοῦ Κελ­λιοῦ νά ἀ­νοί­γη καί φά­νη­κε ὁ Γέ­
ρον­τας!
Ἦλ­θε, ἄ­νοι­ξε τήν αὐ­λό­πορ­τα, μᾶς
κέ­ρα­σε λου­κού­μι καί μᾶς εἶ­πε νά πι­οῦ­
με δρο­σε­ρό νε­ρό πού εἶ­χε ἐ­κεῖ ἔ­ξω. Με­τά
μπή­κα­με στόν πε­ρί­βο­λο.
Μέ­σα σ᾿ ἕ­να–δύ­ο λε­πτά, γέ­μι­σε ἀ­πό
κό­σμο ἡ αὐ­λή του.
»Μᾶς εἶ­πε, νά χω­ρι­στοῦ­με σέ δύ­ο
ὁ­μά­δες, σέ αὐ­τούς πού ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη
καί στούς ὑ­πό­λοι­πους. Ὅ­ταν ἦλ­θε ἡ σει­
ρά μου, μέ ρώ­τη­σε:
― Ἀ­πό ποῦ εἶ­σαι; καί τοῦ λέ­ω:
― Ἀ­πό τήν Ρό­δο.
― Καί ἦλ­θες ἀ­πό τό­σο μα­κρυ­ά; Τοῦ
εἶ­πα:
― Ἀρ­ρώ­στη­σα μέ καρ­κί­νο στό φά­
ρυγ­γα. Μοῦ λέ­ει:
― Τί θέ­λεις ἀ­πό μέ­να; Καί ἀ­πάν­τη­
σα:
Ὁ Ἅγιος Παΐσιος στό Κελλί τοῦ Τιμίου Σταυροῦ στήν Καψάλα.
27
― Μιά προ­σευ­χή, Γέ­ρον­τα. Τό­τε μέ
ἔ­βα­λε μέ­σα στό σπι­τά­κι του καί ἐ­κεῖ­νος
μπῆ­κε στό Ἱ­ε­ρό καί ὅ­ταν βγῆ­κε μοῦ εἶ­πε
νά σκύ­ψω, προ­σευ­χή­θη­κε, μέ σταύ­ρω­σε
καί μοῦ εἶ­πε:
― Ἡ ἁ­γί­α Βαρ­βά­ρα καί χω­ρίς νά τοῦ
μι­λή­σω ἐ­γώ γιά τήν ἁ­γί­α Βαρ­βά­ρα καί
ὁ ἅ­γιος Παν­τε­λε­ή­μο­νας σέ ἔ­χουν κά­νει
κα­λά. Νά ἐ­ξο­μο­λο­γῆ­σαι καί νά κοι­νω­νᾶς
τα­κτι­κά.
»Τόν εὐ­χα­ρί­στη­σα καί ὅ­πως ἤ­μουν
χα­ρού­με­νος πῆ­γα νά φύ­γω, ἀλ­λά στα­
μά­τη­σα για­τί ἤ­θε­λα νά τόν ρω­τή­σω καί
γιά τήν μι­κρή μου κό­ρη πού εἶ­χε πε­ρά­
σει καί ἐ­κεί­νη σο­βα­ρό πρό­βλη­μα μέ τό
αἷ­μα της, ὅ­μως ντρε­πό­μουν νά τόν ἀ­πα­
σχο­λή­σω κι ἄλ­λο.
Τό­τε αὐ­τός στα­μά­τη­σε καί πε­ρί­με­
νε νά τοῦ κά­νω τήν ἐ­ρώ­τη­ση. Καί μοῦ
ἀ­πάν­τη­σε:
«Οὔ­τε καί ἡ κό­ρη σου ἔ­χει τί­πο­τε».
Ἡ χα­ρά μου δέν πε­ρι­γρα­φό­ταν. Ἀ­πό
τό­τε καί μέ­χρι σή­με­ρα, ἡ κό­ρη μου καί
ἐ­γώ εἴ­μα­στε κα­λά.
»Τόν εὐ­χα­ρι­στῶ πο­λύ καί εὔ­χο­μαι
ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό πού βρί­σκε­ται νά προ­
σεύ­χε­ται γιά ὅ­λους τούς ἀν­θρώ­πους
πού ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη».
Πόσο μέ βοήθησε
ὁ ὅσιος Παΐσιος
Δι­ή­γη­ση
Χρυ­σάν­θου Μπρου­κά­κη,
Κα­βά­λα
«Πρώ­τη φο­ρά ἀν­τί­κρυ­σα τόν π. Πα­
ΐ­σιο, στίς 2 Ὀ­κτω­βρί­ου τοῦ 1986. Πή­γα­
με τρεῖς καί ἕ­να παι­δά­κι. Ὅ­ταν φθά­σα­με
στήν πόρ­τα του, εἶ­πε στό παι­δά­κι: «Για­τί
δέν μοῦ ἔ­φε­ρες ἕ­να ψά­ρι ἀ­πό τήν λί­μνη;»
(ἦ­ταν αὐ­τοί ἀ­πό τήν Κα­στο­ριά καί ἐ­γώ
ἀ­πό τήν Κα­βά­λα).
Ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ σει­ρά μου νά μι­λή­σου­
με μέ τόν Γέ­ρον­τα, τοῦ μί­λη­σα, τοῦ εἶ­
πα πολ­λά, δέν ἤ­μου­να πο­λύ θρῆ­σκος, γιά
τήν ἀ­κρί­βεια κα­θό­λου. Τοῦ εἶ­πα, «ὅ­τι πι­
στεύ­ω ὅ­τι ὁ Χρι­στός ἦ­ταν ἕ­να ἱ­στο­ρι­κό
πρό­σω­πο» καί ὅ­ταν τε­λεί­ω­σα, τοῦ εἶ­πα:
«Τί λές, παπ­πού­λη, θά γί­νουν αὐ­τά πού
εἴ­πα­με;». Μέ χτύ­πη­σε στήν πλά­τη καί
μοῦ εἶ­πε: «Μήν στε­νο­χω­ρι­έ­σαι, βρέ Χρύ­
σαν­θε, ἐ­γώ θά προ­σεύ­χο­μαι γιά σέ­να καί
γιά τούς ἄλ­λους». Ὅ­σο γιά τό παι­δά­κι εἶ­
χε πο­λύ σο­βα­ρά προ­βλή­μα­τα ὑ­γεί­ας καί
ὁ π. Πα­ΐ­σιος εἶ­πε στόν πα­τέ­ρα του, ὅ­ταν
θά πᾶ­νε Ξη­ρο­πο­τά­μου νά κοι­νω­νή­ση.
Πράγ­μα­τι, ἔ­τσι κά­να­νε. Τήν ἄλ­λη μέ­ρα
μέ πῆ­ραν τη­λέ­φω­νο καί μοῦ εἶ­παν ὅ­τι τό
παι­δά­κι ἔ­γι­νε κα­λά.
»Ὅ­ταν βγῆ­κα ἀ­πό τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος
ἤ­μου­να ἀρ­νά­κι, δέν μέ ἀ­να­γνώ­ρι­ζαν οἱ
φί­λοι μου. Μοῦ εἶ­πε, «ὁ θεῖ­ος σου ἦ­ταν
κα­λό­γε­ρος καί ἔ­χεις τ᾿ ὄ­νο­μά του». Πράγ­
μα­τι ἦ­ταν κα­λό­γε­ρος.
»Ἄλλη φορά πού πῆ­γα καί τόν εἶ­δα,
μοῦ εἶ­πε: «Πρό­σε­ξε κα­λά, ἄλ­λα σοῦ λέ­ω
καί ἄλ­λα πᾶς καί λές». Φαί­νε­ται ὅ­τι κά­
28
τι πα­ρα­ποί­η­σα κα­λο­προ­αί­ρε­τα καί με­τά
τήν κοί­μη­σή του, πολλοί μοῦ εἶπα­ν νά
τούς πῶ κά­ποι­α πράγ­μα­τα. Φο­βό­μου­ν
μή­πως κα­λο­προ­αί­ρε­τα πῶ κά­τι ἀλ­λοι­ῶς.
Τώ­ρα μέ τήν εὐ­χή καί πα­ρό­τρυν­ση τοῦ
Γέ­ρον­τά μου, θά τά πῶ ὅ­λα ὅ­σα ἔ­ζη­σα
κον­τά σ᾿ αὐ­τόν τόν με­γά­λο Ἅ­γιο πού ἄλ­
λα­ξε ρι­ζι­κά τήν ζω­ή μου καί τήν ζω­ή τῆς
οἰ­κο­γέ­νειάς μου.
»Κά­πο­τε πού πῆ­γα στόν π. Πα­ΐ­σιο
ἦ­ταν ἀ­πο­γευ­μα­τά­κι. Στό κελ­λί του μέ­
σα εἶ­χε σκο­τει­νιά­σει, τοῦ ζή­τη­σα ἕ­να
κομ­πο­σχοί­νι, δέν ἔ­βλε­πε κα­λά, εἶ­χε καί
τό πρό­βλη­μα μέ τό ἕ­να του μά­τι καί δέν
μπο­ροῦ­σε νά τό τε­λει­ώ­ση. Μπερ­δεύ­τη­κε
λί­γο, στα­μά­τη­σε λί­γο καί μοῦ λέ­ει: «Κά­
πο­τε, ἦ­ταν ἕ­νας ρά­φτης καί ἐμ­φα­νί­στη­κε
μπρο­στά του ἕ­να δαι­μο­νά­κι μι­κρό, πο­λύ
μι­κρό καί τοῦ λέ­ει ὁ ρά­φτης:
― Ἐ­σύ εἶ­σαι πο­λύ μι­κρό, μιά στα­λιά,
τί μπο­ρεῖς νά κά­νης; ποι­όν μπο­ρεῖς νά
πει­ρά­ξης; Καί τοῦ ἀ­παν­τᾶ τό δι­α­βο­λά­κι:
― Ξέ­ρεις ἐ­γώ τί κά­νω; πη­γαί­νω
στούς ρά­φτες καί μπερ­δεύ­ω τίς κλω­στές
καί αὐ­τοί βλα­σφη­μοῦν τόν Χρι­στό καί
τήν Πα­να­γί­α. Τί με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πό τήν
βλα­σφη­μί­α;
»Ἄλ­λη φο­ρά, πῆ­γα μ᾿ ἕ­ναν Ἀρ­χι­μαν­
δρί­τη καί τοῦ λέ­ει ὁ π. Πα­ΐ­σιος: «Ἐ­σέ­
να θά σέ κε­ρά­σω γλυ­κά δε­σπο­τι­κά. Τόν
Χρύ­σαν­θο λου­κού­μια». Με­τά ἀ­πό λί­γα
χρό­νια, ὁ παπ­πού­λης ἔ­γι­νε Δε­σπό­της.
»Τοῦ πα­ρα­πά­νω
παπ­πού­λη πέ­θα­νε ἡ
μη­τέ­ρα του. Θά πή­
γαι­να στόν π. Πα­ΐ­σιο
καί μοῦ λέ­ει, «πές
του ὅ­τι πέ­θα­νε ἡ μη­
τέ­ρα μου». Ὅ­ταν τό
εἶ­πα στόν Γέ­ρον­τα,
μοῦ λέ­ει, «δέν πέ­θα­
νε, εἶ­ναι κα­λά ἐ­κεῖ
πού εἶ­ναι, πο­λύ κα­
λά».
»Ἡ ἀ­γά­πη μου
γιά τόν π. Πα­ΐ­σιο
ἦ­ταν με­γά­λη. Συ­ζη­
τού­σα­με πράγ­μα­τα
προ­σω­πι­κά καί τοῦ
ζή­τη­σα νά μέ βο­η­θή­
ση νά βρῶ μί­α κο­πέλ­
λα νά κά­νω οἰ­κο­γέ­νεια. Μοῦ λέ­ει:
― Θέ­λεις νά βγῆς στήν Οὐ­ρα­νού­πο­
λη νά τήν γνω­ρί­σης;
― Ὄ­χι, τοῦ λέ­ω, μέ ἀ­γά­πη παι­διοῦ,
θά προ­τι­μοῦ­σα στήν Καβάλα.
»Τήν ἑ­πό­με­νη φο­ρά πού πῆ­γα, μοῦ
ξα­να­εῖ­πε:
― Θέ­λεις νά βγῆς στήν Οὐ­ρα­νού­πο­
λη νά τήν γνω­ρί­σης;
― Ὄ­χι, τοῦ λέ­ω.
― Θέ­λεις νά πε­ρά­σης ἀ­πό τήν Ἱ­ε­ρισ­
σό νά τήν γνω­ρί­σης;
― Ὄ­χι, τοῦ λέ­ω. Προ­τι­μῶ στήν Κα-
βάλα.
»Κά­ποι­α στιγ­μή πού ἦρ­θα πρω­το­μα­
γιά, μοῦ λέ­ει:
― Τρά­βα στήν Κα­βά­λα, ὁ Θε­ός σοῦ
ἑ­τοι­μά­ζει κο­πέλ­λα.
― Ὅ­ταν θά ξα­νάρ­θω, τοῦ λέ­ω, θά τήν
ἔ­χω γνω­ρί­σει;
― Φύ­γε, μοῦ λέ­ει, τώ­ρα.
»Καί ἔ­φυ­γα. Πέ­ρα­σε λί­γος και­ρός καί
Ἱερά Μονή Στομίου
29
εἶ­δα τόν π. Πα­ΐ­σιο στόν ὕ­πνο μου, νά μοῦ
λέ­η νά πά­ω νά ζη­τή­σω μί­α συγ­κε­κρι­μέ­νη
κο­πέλ­λα ἀ­πό τούς γο­νεῖς της, τούς ὁ­ποί­
ους γνώ­ρι­ζα ἐξ ἀ­πο­στά­σε­ως. Ση­κώ­θη­κα
καί πῆ­γα καί τήν ζή­τη­σα. Μοῦ εἶ­παν, θά
τό σκε­φθοῦν καί θά μοῦ ἀ­παν­τή­σουν. Τό
σκέ­φθη­καν καί μοῦ εἶ­παν ὄ­χι. Ἐ­γώ στε­
νο­χω­ρέ­θη­κα πο­λύ καί πῆ­γα ποῦ ἀλ­λοῦ;
στόν π. Πα­ΐ­σιο. Ἦ­τα­ν καί ὁ Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­
πος Σι­νᾶ, π. Δα­μια­νός. Μοῦ λέ­ει ὁ π. Πα­
ΐ­σιος:
― Πά­ρε εὐ­χή καί φύ­γε.
― Καί τί θά γί­νη; τοῦ λέ­ω ἐ­πί­μο­να.
― Φύ­γε, μοῦ λέ­ει, θά σοῦ τη­λε­φω­νή­
σω.
»Ἔ­φυ­γα, πῆ­γα σπί­τι μου καί πε­ρί­με­
να. Εἶ­χα πολ­λούς ἄ­σχη­μους λο­γι­σμούς
ὅ­σο περ­νοῦ­σαν οἱ μέ­ρες, ὥ­σπου κά­ποι­α
μέ­ρα, μέ φώ­να­ξαν οἱ γο­νεῖς της καί μοῦ
εἶ­παν ὅ­τι με­τά­νοι­ω­σαν καί θά μοῦ τό δώ­
σουν τό κο­ρί­τσι.
Πέ­ρα­σε λί­γος και­ρός καί πῆ­γα στόν
παπ­πού­λη. Μό­λις μέ εἶ­δε, μοῦ εἶ­πε, «δέν
πι­στεύ­ω νά ἔ­χης πα­ρά­πο­νο ἀ­πό τό κο­ρί­
τσι πού σοῦ βρῆ­κα, λα­χεῖ­ο συν­τα­κτῶν
εἶ­ναι».
»Λί­γο πρίν γεν­νη­θῆ ὁ δεύ­τε­ρος γυι­
ός μου, μοῦ λέ­ει ὁ π. Πα­ΐ­σιος: «Ὅ­ταν θά
γεν­νη­θῆ αὐ­τό τό παι­δί, θά ᾿ρθῆ με­γά­λη
εὐ­λο­γί­α στό σπί­τι σου». Πράγ­μα­τι ὅ­ταν
γεν­νή­θη­κε, τά πράγ­μα­τα στόν μπα­ξέ,
ἐ­νῶ τήν προ­η­γού­με­νη ἦ­ταν ἀ­πού­λη­τα,
με­τά τήν γέν­νη­ση ἄρ­χι­σαν νά που­λι­οῦν­
ται καί δέν προ­λά­βαι­να νά μα­ζεύ­ω. Ἐ­πί­
σης ὁ πα­τέ­ρας μου, μοῦ ἔ­δω­σε κά­ποι­α
πράγ­μα­τα νά μέ βο­η­θή­ση.
»Κά­πο­τε, πῆ­γα στόν π. Πα­ΐ­σιο τέ­λος
κα­λο­και­ριοῦ καί μοῦ λέ­ει: «Θά κά­νη πο­
λύ κρύ­ο φέ­τος τόν χει­μῶ­να, δέν θά μεί­νη
τί­πο­τα ὄρ­θιο». Φύ­τευ­α στά θερ­μο­κή­πια
μα­ϊν­τα­νά, ὅ­λο τόν χει­μῶ­να τά μο­σχο­
που­λοῦ­σα, ἀ­πό τό­τε μοῦ ἔ­λε­γε τί και­ρό
θά κά­νη τόν χει­μῶ­να καί κα­νό­νι­ζα τί νά
φυ­τέ­ψω.
»Πολ­λές φο­ρές, τόν ἔ­βλε­πα στόν ὕ­πνο
μου γιά κά­ποι­α θέ­μα­τα πού μέ ἀ­πα­σχο­
λοῦ­σαν πο­λύ. Ὅ­ταν πή­γαι­να στό Κελ­
λί του, μοῦ ἔ­λε­γε: «Τί ἦρ­θες νά κά­νης;
30
Ἕξι χρόνια
μέ φωνάζεις
Δι­ή­γη­ση Δ. Χ.
Ἀ­λε­ξαν­δρού­πο­λη
ἀ­φοῦ τά εἴ­πα­με».
»Τοῦ εἶ­πα κά­πο­τε, νά μοῦ δώ­ση ἕ­να
«πά­σο» ὅ­ταν βγαί­νη στό Μο­να­στή­ρι νά
πη­γαί­νω νά τόν βλέ­πω. Μοῦ λέ­ει, «πά­
σο;» καί μοῦ δί­νει ἕ­να μπά­τσο φι­λι­κό καί
με­τά μοῦ λέ­ει, «ὅ­ταν θά ἔρ­χε­σαι θά σέ
βλέ­πω». Πράγ­μα­τι, ὅ­ταν με­τά ἀ­πό και­
ρό βγῆ­κε, πῆ­γα μέ τήν οἰ­κο­γέ­νειά μου νά
τόν δῶ. Μᾶς πε­ρί­με­νε στήν πόρ­τα τοῦ
Μο­να­στη­ριοῦ.
»Κά­ποι­α ἄλ­λη φο­ρά, πη­γαί­νον­τας στό
Μο­να­στή­ρι νά τόν δοῦ­με, συ­ζη­τών­τας μέ
τήν γυ­ναί­κα μου, λέ­γα­με: «Ἄ­ρα­γε πό­σα
παι­διά εἶ­ναι κα­λό νά κά­νης;».
Ὅ­ταν φθά­σα­με χω­ρίς νά τοῦ ποῦ­με
τί­πο­τα, λέ­γει στήν γυ­ναί­κα μου: «Ἰ­ω­άν­
να, τό­σα» καί τῆς δί­νει μί­α χού­φτα σταυ­
ρου­δά­κια (ἐν­νιά ἦ­ταν).
»Εἶ­χα κά­πο­τε προ­βλή­μα­τα ὑ­γεί­ας.
Μοῦ πο­νοῦ­σε ἡ μέ­ση μου φο­βε­ρά, ἔ­κα­
να ἐ­νέ­σεις. Πῆ­γα στόν παπ­πού­λη καί τό
εἶ­πα. «Δέν ἔ­χεις τί­πο­τε», μοῦ λέ­ει. Πράγ­
μα­τι ἡ μέ­ση μου δέν μέ ξα­να­ε­νό­χλη­σε.
Ἔ­χει ὅ­μως ἕ­να κα­ρούμ­πα­λο, νά μήν ξε­
χνῶ.
»Κά­ποι­α ἄλ­λη φο­ρά, ἔ­τρε­χε τό αὐ­τί
μου ὑ­γρά. Πῆ­γα στόν παπ­πού­λη καί τό
εἶ­πα. Μέ χά­ϊ­δε­ψε τό αὐ­τί καί μοῦ εἶ­πε
«καί σύρ­μα νά βά­λης δέν θά σέ ξα­να­ε­νο­
χλή­ση». Πράγ­μα­τι, ἔ­γι­νε ὅ­πως μοῦ εἶ­πε.
»Πῆ­γα κά­πο­τε στόν π. Πα­ΐ­σιο. Ἦ­ταν
ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νος, κρα­τοῦ­σε ἕ­να γράμ­μα
καί μοῦ λέ­ει, «μοῦ ἔ­στει­λε μιά γυ­ναί­κα
ἕ­να γράμ­μα, εἶ­χε φί­λους καί θά χώ­ρι­ζε μέ
τόν ἄν­δρα της. Τῆς ἔ­στει­λα γράμ­μα καί
τῆς εἶ­πα νά τά στα­μα­τή­ση αὐ­τά καί δέν
θά χω­ρί­ση. Αὐ­τή συ­νέ­χι­σε καί χώ­ρι­σε».
Τοῦ ἔ­στει­λε με­τά γράμ­μα καί τοῦ ἔ­λε­γε,
«εἶ­σαι καί ἅ­γιος καί μοῦ εἶ­πες δέν θά χω­
ρί­σω» καί μοῦ λέ­ει ὁ παπ­πού­λης, «ἐ­γώ
τῆς εἶ­πα νά στα­μα­τή­ση νά κά­νη αὐ­τό πού
ἔ­κα­νε καί αὐ­τή συ­νέ­χι­σε. Φταί­ω ἐ­γώ;».
«Πί­σω ἀ­πό κά­θε πει­ρα­σμό καί δο­κι­μα­
σί­α, ὅ­σο ὀ­δυ­νη­ρά κι ἄν εἶ­ναι καί τά δύ­ο,
κρύ­βε­ται καί ἀ­κο­λου­θεῖ ἡ Ἀ­γά­πη καί ἡ
εὐ­λο­γί­α τοῦ Θε­οῦ τοῦ Πα­νεύ­σπλαγ­χνου
καί Στορ­γι­κοῦ.
»Προ­σευ­χό­μουν ἕ­ξι ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια
νά μοῦ δώ­ση ὁ Θε­ός τήν εὐ­λο­γί­α νά γνω­
ρί­σω τόν π. Πα­ΐ­σιο, πού τό­σα ἄ­κου­γα γι᾿
αὐ­τόν.
»Ἡ γνω­ρι­μί­α ἦρ­θε μα­ζί μέ ἔν­το­νο πει­
ρα­σμό. Βρά­δυ, ὕ­πνος ἥ­συ­χος καί ἤ­ρε­μος.
Ξαφ­νι­κά, βλέ­πω στό δω­μά­τιό μου ἕ­να ἀν­
θρω­πό­μορ­φο τέ­ρας. Τό χρῶ­μα του ὁ­λο­
κόκ­κι­νο σάν νά συγ­κέν­τρω­νε τό μί­σος
ὅ­λου τοῦ κό­σμου καί πε­τοῦ­σε ἀ­φρούς
ἀ­πό τό στό­μα του. Δί­πλα μου δύ­ο γνω­
στά πρό­σω­πα. Τό ἕ­να κοι­τοῦ­σε τό τέ­ρας
καί γε­λοῦ­σε. Τό ἄλ­λο γο­νά­τι­σε δί­πλα μου
καί φώ­να­ζε, «σέ πα­ρα­κα­λῶ, σῶ­σε με». Τό
ἀν­θρω­πό­μορ­φο τέ­ρας μί­λη­σε, «τά ἄ­το­μα
αὐ­τά εἶ­ναι δι­κά μου καί πᾶς νά μοῦ τά
πά­ρης; θά σοῦ ρη­μά­ξω τήν καρ­διά, για­τί
ἔ­χω ἐ­ξου­σί­α».
»Ἐ­γώ τἄ­χα­σα καί ἀ­να­ρω­τή­θη­κα:
«Ποι­ός τοὔ­δω­σε τήν ἐ­ξου­σί­α; Ἔ­κα­να κά­
τι χω­ρίς νά τό ξέ­ρω;». Τό­τε φώ­να­ξα, «Γέ­
ρον­τα, βο­ή­θεια». Ἀ­μέ­σως εἶ­δα στήν πόρ­
τα τοῦ δω­μα­τί­ου ἕ­ναν μο­να­χό. Μοῦ ἦ­ταν
ἄ­γνω­στος, πρώ­τη φο­ρά τόν ἔ­βλε­πα. Τό
θη­ρί­ο πού ἄ­φρι­ζε μό­λις τόν εἶ­δε ἐ­ξα­φα­νί­
στη­κε. Κά­πο­τε ξη­μέ­ρω­σε. Κα­τέ­φυ­γα μέ
μιᾶς ἡ­μέ­ρας ἄ­δεια στόν π. Βησ­σα­ρί­ω­να.
Ἐ­κεῖ­νος εἶ­πε, «νά βροῦ­με τόν π. Πα­ΐ­σιο».
Ἔ­φυ­γα ἥ­συ­χη.
»Περ­νοῦ­σαν οἱ ἡ­μέ­ρες καί δι­α­πί­στω­
να ὅ­τι ἡ φω­νή μου χα­νό­ταν. Τό κα­τα­λά­
βαι­να καί ἀ­πό τά παι­διά πού μοῦ ἔ­λε­γαν,
«φώ­να­ξε κυ­ρί­α, πι­ό πο­λύ».
31
»Ὁ εἰ­δι­κός για­τρός ἔ­λυ­σε τό πρό­βλη­
μα. Ὀγ­κί­δια στίς φω­νη­τι­κές χορ­δές. Καμ­
μί­α σκέ­ψη πλέ­ον γιά ἐρ­γα­σί­α, για­τί ἡ φω­
νή χά­νε­ται. Πῶς; ὄ­χι πλέ­ον ἐρ­γα­σί­α; τό­σο
ἁ­πλό εἶ­ναι; μέ 14 χρό­νια ὑ­πη­ρε­σί­ας, πῶς
θά ζή­ση κα­νείς; Ἐ­κεῖ ἦρ­θε ἡ ἀ­πάν­τη­ση
τοῦ Θε­οῦ. Ἡ κυ­ρί­α πού μοῦ σύ­στη­σε τόν
για­τρό, μοῦ μί­λη­σε στό τη­λέ­φω­νο γιά νά
μά­θη τήν δι­ά­γνω­ση. Ἡ ἀ­πάν­τη­σή μου
ἦ­ταν:
― Μπο­ρεῖ­τε νά μοῦ πῆ­τε ποῦ καί πῶς
νά ἠ­ρε­μή­σω;
― Ὁ π. Πα­ΐ­σιος μό­νο θά σέ ἠ­ρε­μή­ση.
Ἐ­γώ γέ­λα­σα μέ τά λό­για της.
― Ὥ­στε εἶ­ναι εὔ­κο­λο νά πά­ω στό
Ἅ­γιον Ὄ­ρος! αὐ­τό δέν μοῦ λέ­τε;
― Ὁ π. Πα­ΐ­σιος εἶ­ναι στή Σου­ρω­τή,
πά­ρε τη­λέ­φω­νο.
»Πῆ­ρα καί μοῦ εἶ­παν «δέν δέ­χε­ται κα­
νέ­ναν». Ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή, πα­ρα­κα­λών­
τας εἶ­πα στήν ἀ­δελ­φή, «δῶ­στε του τό ὄ­νο­
μά μου κι ἄς δώ­ση ἐ­κεῖ­νος τήν ἀ­πάν­τη­
ση». Συμ­φώ­νη­σε καί σέ λί­γο μοῦ φέρ­νει
τήν ἀ­πάν­τη­ση: –Ἦ­ταν Δευ­τέ­ρα– «τήν
Πέμ­πτη τό πρωΐ, μπο­ρεῖ­τε στίς 8 ἡ ὥ­ρα
νά εἶ­στε ἐ­δῶ;». «Ἄν μπο­ρῶ! Ναί». Μπό­ρε­
σα καί εἶ­πα, «ἔρ­χο­μαι».
»Συ­ναν­τη­θή­κα­με τήν ὥ­ρα πού ὅ­ρι­σε.
«Κα­λῶς τήν Δή­μη­τρα». Ἄλ­λος αἰφ­νι­δια­
σμός.
― Γέ­ρον­τα, ἐ­γώ σᾶς ξέ­ρω ἀλ­λά δέν
συ­ναν­τη­θή­κα­με.
― Τό ξέ­ρω. Σέ ξέ­ρω. Ἕξι χρό­νια, εὐ­
λο­γη­μέ­νη, φω­νά­ζεις.
― Ναί, προ­σεύ­χο­μαι νά σᾶς βρῶ.
»Ἡ συ­ζή­τη­σή μας, τό θέ­μα τῆς Ὀρ­θο­
δο­ξί­ας. Αὐ­τό μοῦ ἔ­λει­πε. Ἡ ἀ­λη­θι­νή καί
ἀ­πό­λυ­τη πί­στη. «Ὁ Χρι­στός, παι­δί μου,
εἶ­ναι ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α». Τό πρό­βλη­μα τῆς φω­
νῆς ξέ­χα­σα νά τό πῶ.
»Ἐ­δῶ ἡ ἁ­γι­ό­της εἶ­χε ἄλ­λη μορ­φή.
Ὅ­ταν βρι­σκό­ταν κα­νείς μπρο­στά στόν
Γέ­ρον­τα, δέν ὑ­πῆρ­χαν προ­βλή­μα­τα καί
πει­ρα­σμοί. Ἔ­λε­γε, κα­νείς νά μή φύ­γη,
νά μήν τε­λει­ώ­ση ἡ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α. Τό ἤ­ξε­ρε
ὅ­μως ὁ Γέ­ρον­τας καί τό θε­ρά­πευ­σε χω­ρίς
νά τό κα­τα­λά­βω.
»Ὑ­πῆρ­χε ἐκ μέ­ρους τοῦ πο­νη­ροῦ ἡ
ἀ­πει­λή γιά τήν καρ­διά. Δέν τήν εἶ­χα ξε­
χά­σει. Ἀλ­λά οὔ­τε κι ὁ πο­νη­ρός. Σι­γά–σι­γά
εἶ­χαν ἔρ­θει κά­ποι­ες ἐ­νο­χλή­σεις πού στό
περ­πά­τη­μα γί­νον­ταν ἐ­νο­χλη­τι­κές. Οἱ ἐ­πι­
σκέ­ψεις σέ εἰ­δι­κό για­τρό–καρ­δι­ο­λό­γο δέν
δη­μι­ουρ­γοῦ­σαν ἀ­νη­συ­χί­ες, «εἶ­ναι κά­ποι­
οι πού σέ στρε­σά­ρουν, ἀ­πό­φευ­γέ τους».
»Σέ δύ­ο ἑ­βδο­μά­δες ἡ κα­τά­στα­ση ἔ­γι­νε
ὀ­δυ­νη­ρή, ἡ ἀ­να­πνο­ή κο­βό­ταν. Ἡ δι­ά­γνω­
ση ὅ­ταν βρέ­θη­κα σέ στρα­τι­ω­τι­κό καρ­δι­ο­
λό­γο ἦ­ταν κο­φτε­ρή. Ἔμ­φραγ­μα, ἄν καί
τό­σο νέ­α.
»Βρέ­θη­κα σέ λί­γο στήν ἐν­τα­τι­κή τῆς
καρ­δι­ο­λο­γι­κῆς. Οἱ σφυγ­μοί 180. Ξη­μέ­ρω­
νε τοῦ ἁ­γί­ου Δη­μη­τρί­ου. Ἕ­να γνω­στό
μου πρό­σω­πο στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο, μοῦ λέ­
ει, «βγῆ­κε ὁ π. Πα­ΐ­σιος ἀ­πό τό Ὄ­ρος καί
πη­γαί­νω νά τόν συ­ναν­τή­σω. Τί νά τοῦ
πῶ;». «Ὅ,τι ξέ­ρεις». Ὅ­μως ὁ Γέ­ρον­τας τό
ἤ­ξε­ρε πρίν τοῦ τό με­τα­φέ­ρουν. Στήν γι­
ορ­τή μου, πα­ρα­κά­λε­σα μιά φί­λη νά φέ­ρη
γλυ­κό γιά τό προ­σω­πι­κό τῆς ἐν­τα­τι­κῆς.
Ὁ για­τρός–ἐ­πι­με­λη­τής, εἶ­πε: «Δέν βλέ­πει
ὅ­τι ἀ­πό λε­πτό σέ λε­πτό φεύ­γει, τούρ­τα
τήν μά­ρα­νε!». Αὐ­τό πε­ρί­με­ναν οἱ για­τροί.
Γιά τήν γι­ορ­τή μου εἶ­χα ζη­τή­ση νά κοι­
νω­νή­σω. Τό βρά­δυ, ξαφ­νι­κά ἔ­χα­σα τήν
ἐ­πα­φή μέ τό πε­ρι­βάλ­λον. Μέ τύ­λι­ξε σκο­
τά­δι καί ἔν­το­νο κρύ­ο. Δέν ἔ­νοι­ω­θα τί­πο­τε
ἄλ­λο. Σ᾿ αὐ­τήν τήν κα­τά­στα­ση φώ­να­ξα,
«Γέ­ρον­τα, βο­ή­θεια». Καί ὁ Γέ­ρον­τας βρέ­
θη­κε κον­τά μου μέ ἕ­ναν Ἱε­ρέ­α!
― Τί θέ­λεις;
― Σκο­τά­δι μέ τύ­λι­ξε καί κρυ­ώ­νω.
Μέ σκέ­πα­σε μέ τό ρά­σο τοῦ ἱ­ε­ρέ­ως. Κρυ­
ώ­νω... Μοῦ ἔρ­ρι­ξε καί τό πε­τρα­χή­λι τοῦ ἱ­ε­
ρέ­ως.
― Τώ­ρα;
― Δέν κρυ­ώ­νω. Ἀλ­λά πο­λύ τό σκο­τά­δι.
― Μή φο­βᾶ­σαι. Ὁ ἥ­λιος θά δι­α­λύ­ση καί
τό σκο­τά­δι.
Ξη­μέ­ρω­σε. Ἦλ­θε ἡ θεί­α Κοι­νω­νί­α μέ
τόν ἱ­ε­ρέ­α. Ἅ­γιος Δη­μή­τριος – γι­ορ­τή καί
ἡ θεί­α Κοι­νω­νί­α τούς 180 σφυγ­μούς τούς
ἔ­κα­νε 70».
32
Ὁ ὅσιος Παΐσιος,
ὁ μεγάλος μου εὐργέτης
Δι­ή­γη­ση Τσια­βέ Βα­σι­λεί­ου, Ἐ­λασ­σό­να
«Ἤ­μουν παν­τρε­μέ­νος 12 χρό­νια. Εἶ­
χα πρό­βα­τα, ἤ­μουν κα­λός ἄν­θρω­πος ὅ­σο
μπο­ροῦ­σα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀλ­λά παι­δί
δέν εἶ­χα. Στά 12 χρό­νια τοῦ γά­μου μου
ἄ­κου­σα, τό 1990, γιά τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­
σιο ὅ­τι εἶ­ναι πο­λύ κα­λός ἄν­θρω­πος καί
βο­η­θά­ει πο­λύ κό­σμο. Ξε­κί­νη­σα, λοι­πόν,
νά τόν βρῶ. Δέν ἤ­ξε­ρα ἀ­πό Ἅ­γιον Ὄ­ρος,
ρω­τοῦ­σα ἀ­πό ᾿δῶ, ἀ­πό ᾿κεῖ, με­τά ἀ­πό κό­
πο τόν βρῆ­κα. Μέ ἄ­νοι­ξε καί μέ ἔ­βα­λε νά
προ­σκυ­νή­σω στόν να­ό. Ἀ­φοῦ προ­σκύ­νη­
σα, τοῦ λέ­ω:
― Πά­τερ Πα­ΐ­σι­ε, ἔ­χω ἕ­να πρό­βλη­μα
καί ἦρ­θα νά μοῦ τό λύ­σης.
― Τό ξέ­ρω τό πρό­βλη­μά σου. Δέν
ἔ­χεις παι­δί.
― Ἔ..., πῶς τό ξέ­ρεις;
― Τό ξέ­ρω, ὅ­πως ξέ­ρω καί πολ­λά γιά
σέ­να πού ἐ­σύ δέν τά ξέ­ρεις.
― Ναί, π. Πα­ΐ­σι­ε, 12 χρό­νια δέν ἔ­χω
παι­δί. Καί εἶ­μαι κα­λός ἄν­θρω­πος.
― Τό ξέ­ρω ὅ­τι εἶ­σαι καί κα­λός ἄν­θρω­
πος, τό βλέ­πω. Καί γνω­ρί­ζω ὅ­τι θά ἀ­πο­
κτή­σης παι­δί μέ­σα σέ 9 μῆ­νες.
― Πῶς, π. Πα­ΐ­σι­ε;
― Ἔ­χεις χρό­νο νά πᾶς πρός τήν Ἁ­γί­α
Ἄν­να;
― Ὄ­χι δέν ἔ­χω, πρέ­πει νά βγῶ.
― Ἔ, τό­τε θά πᾶς στό μο­να­στή­ρι τοῦ
Ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Θε­ο­λό­γου στήν Σου­
ρω­τή. Ἐ­κεῖ ἔ­χουν τά Λεί­ψα­να τοῦ ἁ­γί­ου
Ἀρ­σε­νί­ου πού εἶ­ναι νου­νός μου. Θά πᾶς
ἐ­κεῖ καί θά πῆς τίς ἀ­δελ­φές, ὅ­τι μέ στέλ­
νει ὁ π. Πα­ΐ­σιος ἀ­πό τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, νά
μοῦ δώ­σε­τε μί­α ζώ­νη κυ­ή­σε­ως. Θά σοῦ
τήν δώ­σουν καί ὅ­τι σοῦ ποῦν θά κά­νης.
»Πράγ­μα­τι πῆ­γα, μοῦ ἔ­δω­σαν τήν ζώ­
νη καί μοῦ εἶ­παν τί νά κά­νω. Στούς τρεῖς
μῆ­νες κά­τι κα­τά­λα­βε ἡ γυ­ναί­κα μου, ἀλ­
λά δέν ἤ­θε­λε νά κά­νη ἐ­ξε­τά­σεις γιά νά
μήν ξα­να­α­πο­γο­η­τευ­τῆ. Ἐν τῷ με­τα­ξύ εἶ­
δα ἕ­να ὄ­νει­ρο. Μοῦ ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­νας ἄν­
θρω­πος πο­λύ ψη­λός καί μοῦ εἶ­πε: «Ἑ­τοι­
μά­σου νά γι­ορ­τά­σης, σέ 24 ἡ­μέ­ρες θά σοῦ
τύ­χη τό λα­χεῖ­ο». Μοῦ τό εἶ­πε τρεῖς φο­ρές
καί ξύ­πνη­σα. Τό πρωΐ ξυ­πνῶ τήν γυ­ναί­
κα μου καί τῆς τό λέ­ω.
― Μήν πι­στεύ­ης στά ὄ­νει­ρα, μοῦ εἶ­πε.
― Μά, αὐ­τό δέν ἦ­ταν κοι­νό ὄ­νει­ρο.
Κα­θα­ρό, σα­φές καί ἔν­το­νο.
»Ἔ! τέ­λος πάν­των, ἐ­γώ τό ἄ­φη­σα, ἀλ­
λά ση­μεί­ω­σα τήν ἡ­με­ρο­μη­νί­α. Στήν 22η
ἡ­μέ­ρα γι­νό­ταν κλή­ρω­ση ΠΡΟΠΟ καί
στήν 23η
λα­χεί­ων καί πε­ρί­με­να μή­πως
τὄ­χω... Τί­πο­τα. Τήν 24η
ἀ­φοῦ τό εἶ­χα ξε­
χά­σει καί ἦ­ταν καί οἱ τρεῖς μῆ­νες πού λέ­
γα­με ὅ­τι κά­τι κα­τά­λα­βε ἡ γυ­ναί­κα μου,
τήν πί­ε­σα νά μοῦ δώ­ση οὔ­ρα νά τά πά­ω
ἐ­γώ γιά ἐ­ξε­τά­σεις, ἀ­φοῦ αὐ­τή δέν ἤ­θε­λε
νά πάη­ἡ ἴ­δια. Πά­ω στόν μι­κρο­βι­ο­λό­γο,
τά ἀ­νέ­λυ­σε καί μοῦ λέ­ει:
― Δυ­στυ­χῶς, πά­λι θε­τι­κά.
― Τί λές; τοῦ λέ­ω ἐ­γώ! Καί τόν πιά­νω
ἀ­πό τόν για­κά.
― Ξα­να­πέ­στο! 12 χρό­νια πε­ρι­μέ­νω
παι­δί.
― Μέ συγ­χω­ρεῖ­τε, κύ­ρι­ε, σᾶς μπέρ­
δε­ψα μέ ἕ­ναν πού κά­θε τό­σο ἐρ­χό­ταν καί
ὅ­ταν ἔ­βλε­πε κύ­η­ση, ἔρ­ρι­χνε τό παι­δί.
― Πό­σο κο­στί­ζει ἡ ἐ­ξέ­τα­ση;
― 2.500 δρχ.
― Πά­ρε 3.000, νά πά­ρης καί ἕ­ναν κα­
φέ στήν ὑ­γειά μου γιά τό χαρ­μό­συ­νο γε­
γο­νός.
»Στούς 7 μῆ­νες γέν­νη­σε ἡ γυ­ναί­κα
μου καί γε­μί­σα­με ἀ­πό χα­ρά».
33
«Σοῦ γεμίζω
τό μάτι τώρα;»
Στήριξη σέ μαθητή
Εὐ­λα­βής ἱ­ε­ρέ­αςδι­η­γεῖ­ται Δι­ή­γη­σηΓε­ωρ­γί­ουΒερ­νέ­ζου,Εὔ­βοι­α
«Νέ­ος ἀ­πό Κα­βά­λα, δε­κα­έ­ξι χρο­νῶν,
ὀ­νό­μα­τι Γι­ῶρ­γος, ἦρ­θε μέ ἕ­να φί­λο του νά
γνω­ρί­ση τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο, γιά τόν ὁ­ποῖ­
ον εἶ­χε ἀ­κού­σει τό­σα καί τόν φαν­τα­ζό­ταν
με­γα­λο­πρε­πή καί ἐ­πι­βλη­τι­κό. Ἔ­φθα­σαν
στήν «Πα­να­γού­δα», χτύ­πη­σαν καί βγῆ­κε
ἕ­νας κα­λό­γε­ρος, γε­ρον­τά­κι, ἀ­δύ­να­τος, μι­
κρό­σω­μος καί φτω­χον­τυ­μέ­νος. Στό νέ­ο δέν
ἄ­ρε­σε ἡ ἐμ­φά­νι­ση τοῦ μο­να­χοῦ, για­τί δέν
συμ­φω­νοῦ­σε μέ τήν εἰ­κό­να πού εἶ­χε πλά­
σει στήν φαν­τα­σί­α του γιά τόν γέ­ρον­τα
Πα­ΐ­σιο.
»Τούς ρώ­τη­σε ὁ Γέ­ρον­τας τί θέ­λουν καί
αὐ­τοί ἀ­πάν­τη­σαν:
― Τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο.
― Αὐ­τός εἶ­ναι τρελ­λός. Τί τόν θέ­λε­τε;
― Δέν πει­ρά­ζει καί μεῖς τρελ­λοί εἴ­μα­
στε.
― Ἔ, νά πᾶ­τε ἀ­πό κεῖ­νο τό μο­νο­πά­τι
καί θά τόν βρῆ­τε.
»Αὐ­τοί ἔ­κα­ναν ἕ­να με­γά­λο κύ­κλο καί
με­τά ἀ­πό πολ­λή ὥ­ρα βρέ­θη­καν πά­λι στήν
αὐ­λό­πορ­τα τῆς «Πα­να­γού­δας». Χτύ­πη­σαν
καί βγῆ­κε πά­λι ὁ ἴ­διος μο­να­χός, ντυ­μέ­νος
τώ­ρα μέ ρά­σο καί κου­κού­λι καί κυτ­τά­
ζον­τας τόν Γι­ῶρ­γο (καί ὄ­χι τόν φί­λο του),
εἶ­πε: «Σοῦ γε­μί­ζω τό μά­τι τώ­ρα, πα­πα–Γι­
ώρ­γη;».
»Αὐ­τοί τά ἔ­χα­σαν, κα­τά­λα­βαν ὅ­τι ὁ ἴ­δ-
ιος εἶ­ναι ὁ γέ­ρον­τας Πα­ΐ­σιος πού δι­ά­βα­σε
τόν λο­γι­σμό τοῦ νέ­ου καί τόν προ­σε­φώ­νη­
σε πα­πα–Γι­ώρ­γη. Ὁ ἴ­διος εἶ­χε ἀ­πό τό­τε λο­
γι­σμό γιά Ἱ­ε­ρω­σύ­νη, τόν ὁ­ποῖ­ον δέν εἶ­χε πῆ
σέ κα­νέ­ναν, οὔ­τε στούς γο­νεῖς του. Ὁ νέ­ος
με­τά ἀ­πό χρό­νια ἔ­γι­νε ἱ­ε­ρέ­ας, ἐ­πα­λη­θεύ­ον­
τας τήν πρόρ­ρη­ση τοῦ Γέ­ρον­τα.
»Ἦρ­θε νά προ­σκυ­νή­ση πά­λι στήν «Πα­
να­γού­δα» καί δι­η­γή­θη­κε τό ἀ­νω­τέ­ρω πε­ρι­
στα­τι­κό.
«Σέ ἡ­λι­κί­α 13 ἐ­τῶν, ἦρ­θα μέ τόν πα­
τέ­ρα μου π. Ἰ­ω­άν­νη γιά νά ἐγ­γρα­φῶ
στήν Ἀ­θω­νιά­δα Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή Σχο­λή
καί νά ὁ­λο­κλη­ρώ­σω τίς σπου­δές μου σ᾿
αὐ­τήν. Ἤ­δη ἀ­πό τήν ἀρ­χή συ­ναν­τή­
σα­με ἕ­να ἀρ­νη­τι­κό κλί­μα. Μᾶς ἔ­λε­γαν
δι­ά­φο­ροι:
«Τί φέ­ρα­τε τό παι­δί σας ἐ­δῶ; οἱ δυ­
να­τό­τη­τες τῆς Σχο­λῆς εἶ­ναι πε­ρι­ο­ρι­
σμέ­νες. Πε­ρισ­σό­τε­ρα θά μά­θη στά ἔ­ξω
σχο­λεῖ­α». Καί στήν συ­νέ­χεια καί ἄλ­λοι
γνω­στοί πα­τέ­ρες πού συ­ναν­τή­σα­με, τά
ἴ­δια πε­ρί­που μᾶς εἶ­παν, σέ ση­μεῖ­ο νά
ἐ­πη­ρε­ά­σουν ἀρ­νη­τι­κά τόν πα­τέ­ρα μου
πού σκε­φτό­ταν νά ἀ­κυ­ρώ­ση τήν ἐγ­γρα­
φή μου στήν Ἀ­θω­νιά­δα. Κα­τη­φο­ρή­σα­
με πρός τό Κελ­λά­κι τοῦ ὁ­σί­ου Πα­ϊ­σί­ου
καί ὅ­ταν φθά­σα­με, πρίν προ­λά­βω­με νά
χτυ­πή­σω­με τό καμ­πα­νά­κι, ἀ­κού­στη­κε
ἡ φω­νή του νά μᾶς κα­λῆ νά πᾶ­με ἀ­πό
τήν πί­σω πόρ­τα. Τά πρό­σω­πά μας γέ­
μι­σαν χα­ρά.
Ἀ­σφα­λῶς, οἱ πνευ­μα­τι­κές κε­ραῖ­ες
τοῦ Γέ­ρον­τα εἶ­χαν συλ­λά­βει τήν ἀ­γω­
νί­α, τήν ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση τοῦ πα­τέ­ρα μου.
»Μπή­κα­με μέ­σα καί ἀν­τάλ­λα­ξαν
τόν χαι­ρε­τι­σμό. Προ­σκυ­νή­σα­με στό
Ἐκ­κλη­σά­κι καί ἔ­γι­νε στήν συ­νέ­χεια ὁ
ἑ­ξῆς δι­ά­λο­γος:
― Γέ­ρον­τα, ἤρ­θα­με ἐ­δῶ στό Ἅ­γιον
Ὄ­ρος μέ σκο­πό νά γρά­ψω τόν Γι­ῶρ­γο
στήν Ἀ­θω­νιά­δα Σχο­λή, ὅ­πως καί ὁ ἴ­διος
ἐ­πι­θυ­μεῖ. Ἀλ­λά τά πρό­σω­πα πού συ­νάν­
τη­σα, μᾶλ­λον μέ ἀ­πο­τρέ­πουν νά γί­νη ἡ
ἐγ­γρα­φή. Ἔ­τσι, νοι­ώ­θω μέ­σα μου βά­
ρος ὡς πρός τήν ἐ­πι­λο­γή.
34
― Εὐ­λο­γη­μέ­νε, κοί­τα­ξε... ἔ­ξω στόν
κό­σμο τά σχο­λεῖ­α, οἱ γνώ­σεις εἶ­ναι, ἄς
ὑ­πο­θέ­σω­με ᾿κεῖ πέ­ρα, ἕ­νας με­γά­λος ἀ­χυ­
ρώ­νας πού προ­σπα­θοῦν τά κα­ϋ­μέ­να τά
παι­διά νά βροῦν κά­να σπυ­ρί γνώ­ση ἀ­νά­
με­σα σέ τό­σα ἄ­χυ­ρα.
Ἡ κασ­σέ­τα τοῦ Γι­ώρ­γου εἶ­ναι ἄ­γρα­
φη. Ἄ­φη­σέ τον ἐ­δῶ στήν Σχο­λή νά γε­μί­
ση μέ πνευ­μα­τι­κά πράγ­μα­τα. Ἐ­δῶ, λοι­
πόν, γράψ­τον στήν Σχο­λή.
― Γέ­ρον­τα, μέ τήν εὐ­χή σας, μέ ξε­
κου­ρά­σα­τε, ἔ­φυ­γε τό βά­ρος.
― Τήν εὐ­χή σου.
Ἔ­σκυ­ψε μέ πο­λύ σε­βα­σμό καί φί­
λη­σε τό χέ­ρι τοῦ ἱε­ρέ­ως, λέ­γον­τας καί
πά­λι. «Νά τόν γρά­ψης ἐ­δῶ στήν Σχο­λή.
Ἄν­τε στό κα­λό. Εὐ­λο­γεῖ­τε».
»Ἀ­πό ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή, ἄλ­λα­ξαν
ὅ­λα στήν ζω­ή μου. Αὐ­τοί οἱ λό­γοι τοῦ
Γέ­ρον­τα ἦ­ταν κα­θο­ρι­στι­κοί, ὄ­χι μό­νο
γιά τό δι­ά­στη­μα τῆς πα­ρα­μο­νῆς μου στό
Ὄ­ρος, ἀλ­λά γιά ὅ­λη τήν με­τέ­πει­τα πο­
ρεί­α μου.
»Στό πρό­γραμ­μα τῆς Ἀ­θω­νιά­δος κα­τά
τά ἔ­τη 1983–1984, εἶ­χε εὐ­λο­γί­α τό τρι­
ή­με­ρο Πα­ρα­σκευ­ή–Σάβ­βα­το–Κυ­ρια­κή
οἱ μα­θη­τές νά ἐ­πι­σκέ­πτων­ται τίς Ἱ­ε­ρές
Μο­νές καί τούς Πνευ­μα­τι­κούς τους. Ὁ
δι­κός μου τό­πος ἀ­να­φο­ρᾶς, δι­α­μο­νῆς, φι­
λό­ξε­νης ἀ­γά­πης καί στή­ρι­ξής μου, ἦ­ταν
τό Κελ­λί τοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ μου π. Γρη­
γο­ρί­ου, ὁ «Ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Θε­ο­λό­γος»
πού ἦ­ταν πλη­σί­ον τῆς «Πα­να­γού­δας».
Σέ ἕ­να ἀ­πό τά πρῶ­τα αὐ­τά τρι­ή­με­ρα
πού δι­έ­μει­να στό Κελ­λί, προ­γραμ­μα­τί­
σα­με νά πᾶ­με σέ ἱ­ε­ρο­ρα­φεῖ­ο γιά νά πα­
ραγ­γεί­λω­με τά ρά­σα πού θά φο­ροῦ­σα ὡς
μα­θη­τής τῆς Ἀ­θω­νιά­δος.
»Ἐ­κεῖ­νο τό βρά­δυ, γέ­μι­σε ἡ καρ­διά
Ὑποδεχόμενος ἐγκαρδίως προσκυνητές στόν Τίμιο Σταυρό
35
μου θλί­ψη καί ἀ­γω­νί­α καί αἰ­σθα­νό­μουν
μο­να­ξιά καί δι­ε­ρω­τό­μουν ἄν θά ἀν­τέ­ξω.
Προ­σευ­χή­θη­κα στήν Πα­να­γί­α καί σκέ­
φθη­κα, ὅ­τι ἄν εἶ­χα μιά εὐ­λο­γί­α ἀ­πό τόν
γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο, ἕ­να σκου­φά­κι, μιά ζώ­
νη, ἕ­να ρά­σο, θά μέ βο­η­θοῦ­σε.
Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α μου αὐ­τή ἔ­γι­νε ἔν­το­νη
μέ­σα στήν καρ­διά μου καί ἕ­να μέ τήν
προ­σευ­χή μου.
»Τό πρωΐ, ἀ­φοῦ δι­α­βά­σα­με τόν Ὄρ­
θρο, πή­γα­με νά λει­τουρ­γή­ση ὁ γέ­ρον­τας
Γρη­γό­ριος στό Κελ­λί τοῦ γέ­ρον­τος Πα­
ϊ­σί­ου. Βρή­κα­με τήν ἐ­ξώ­πορ­τα ἀ­νοι­χτή
καί ὁ π. Πα­ΐ­σιος ξε­πρό­βαλ­λε μέ­σα ἀ­πό
τό κελ­λί του. Με­τά τόν λι­τό χαι­ρε­τι­σμό,
«Εὐ­λο­γεῖ­τε, Γέ­ρον­τα» – «ὁ Κύ­ριος», πε­
ρά­σα­με στό ἐκ­κλη­σά­κι καί ὅ­λα ἦ­ταν
ἕ­τοι­μα γιά τήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α.
»Κατά τήν θεία Λειτουργία, ὁ γέρο-
ντας Παΐσιος μέ κάλεσε δίπλα του καί
ψάλλαμε μαζί τά Τυπικά, «Εὐλόγει ἡ
ψυχή μου τόν Κύριον...».
Ἡ φωνή τοῦ Γέροντα ἀντηχεῖ ἀκόμη
μέσα μου καί τήν ὥρα τοῦ Κοινωνικοῦ,
ἀκούστηκε ἐλαφρά ἀπό τόν Γέροντα
τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με».
Προσκυνήσαμε τίς εἰκόνες καί κοινω-
νήσαμε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων.
»Με­τά τήν θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α, κα­θή­
σα­με στό Ἀρ­χον­τα­ρί­κι καί μᾶς πρό­σφε­
ρε τσά­ϊ.
Ὕ­στε­ρα, ὁ Γέ­ρον­τας ἔ­φε­ρε ἕ­να ρα­
σά­κι, μοῦ τό ἔ­δω­σε λέ­γον­τας χα­μο­γε­λα­
στός:
«Μοῦ ἔ­δω­σαν ἕ­να και­νούρ­γιο ρά­σο,
τό δο­κί­μα­σα καί μοῦ εἶ­ναι μα­κρύ. Μᾶλ­
λον δέν μοῦ πῆ­ραν κα­λά τά μέ­τρα. Πάρ­
το ἐ­σύ, Γι­ῶρ­γο».
Τό φό­ρε­σα μπρο­στά του καί μοῦ εἶ­
πε: «Κα­λό σοῦ εἶ­ναι». Ἔ­λα­βα ἔκ­πλη­κτος
ἀ­πό τόν Γέ­ρον­τα αὐ­τήν τήν εὐ­λο­γί­α.
Τόν εὐ­χα­ρί­στη­σα καί κρα­τοῦ­σα στήν
ἀγ­κα­λιά μου αὐ­τόν τόν θη­σαυ­ρό.
»Κά­ποι­α ἄλ­λη φο­ρά, κά­να­με ἕ­να
πα­ρά­πτω­μα σ᾿ ἕ­ναν κα­θη­γη­τή μας καί
ἐ­κεῖ­νος μᾶς εἶ­πε, «νά πᾶ­τε στόν γέ­ρον­τα
Πα­ΐ­σιο, δι­α­φο­ρε­τι­κά θά σᾶς πα­ρα­πέμ­ψω
στόν Σχο­λάρ­χη». Τό­τε καί οἱ πέν­τε–ἕ­ξι
μα­θη­τές βρε­θή­κα­με στήν «Πα­να­γού­
δα».
Ὁ Γέ­ρον­τας μᾶς συμ­βού­λευ­σε πα­τρι­
κά γιά τό σφάλ­μα μας καί πή­ρα­με τήν
εὐ­χή του νά φύ­γω­με. Ἤ­μουν τε­λευ­
ταῖ­ος. Πῆ­ρα τήν εὐ­χή του καί μοῦ εἶ­πε,
«ἐ­σύ, ἔ­λα μα­ζί μου», λέ­γον­τας στούς ἄλ­
λους νά πᾶ­νε στή Σχο­λή.
»Κα­θή­σα­με στό Ἀρ­χον­τα­ρί­κι, ἄ­να­ψε
ὁ Γέ­ρον­τας ἕ­να κε­ρί μπρο­στά στήν εἰ­
κό­να τοῦ Κυ­ρί­ου, ἡ Ἄ­κρα Τα­πεί­νω­σις,
ἔ­κα­νε ὀ­λι­γό­λε­πτη προ­σευ­χή καί κά­θη­σε
δί­πλα μου πλέ­κον­τας κομ­πο­σχοί­νι καί
ταυ­τό­χρο­να ἄρ­χι­σε νά μέ συμ­βου­λεύ­η.
Ὁ κά­θε λό­γος του ἦ­ταν συ­νο­πτι­κός,
ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κός, βα­θύς, εἰ­ρη­νι­κός καί
περ­νοῦ­σε στήν καρ­διά μου. Ἀ­πο­τυ­πώ­
νον­ταν ὡς θε­ο­χά­ρα­κτα γράμ­μα­τα καί
ἀ­να­φέ­ρον­ταν στό μέλ­λον τῆς ζω­ῆς μου.
Με­τα­ξύ ἄλ­λων, μοῦ εἶ­πε:
«Ἐ­σεῖς πρέ­πει νά βο­η­θή­σε­τε τήν μη­
τέ­ρα Ἐκ­κλη­σί­α...»».
36
Θαυμαστή ἀλλοίωση
Δι­ή­γη­ση
Εὐ­στα­θί­ουἈ­δα­μο­πού­λου,
Παλ­λή­νη
«Σέ ἡ­λι­κί­α 23 ἐ­τῶν, εἶ­χα ἔν­το­νες
ἀ­νη­συ­χί­ες γιά τήν ὕ­παρ­ξη ἤ ὄ­χι τοῦ Θε­
οῦ καί γιά τό ποι­ός εἶ­ναι ὁ ἀ­λη­θι­νός Θε­
ός. Μέ­σῳ ἑ­νός φί­λου, τόν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ
1991, βρέ­θη­κα σέ μιά μι­κρή ὀρ­γά­νω­ση
στήν Ἀ­θή­να πού πι­στεύ­ει ὅ­τι ση­με­ρι­νή
ἐν­σάρ­κω­ση τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ὁ γκου­ρού
Sathya Sai Baba. Στήν ὀρ­γά­νω­ση αὐ­τή
πή­γαι­να δυ­ό–τρεῖς φο­ρές τήν ἑ­βδο­μά­δα,
ὅ­που κά­να­με συ­ζη­τή­σεις μέ στε­λέ­χη της
καί κά­να­με ἀ­σκή­σεις χα­λά­ρω­σης. Δέν
προ­χώ­ρη­σα σέ ἀ­σκή­σεις δι­α­λο­γι­σμοῦ,
για­τί δέν εἶ­χα μυ­η­θεῖ ἀ­κό­μη, δέν εἶ­χα
πά­ρει τό μάν­τραμ, τήν λέ­ξη πού θά ἐ­πα­
να­λάμ­βα­να δια­ρκῶς ἐν εἴ­δει προ­σευ­χῆς.
»Ἡ βα­σι­κή θε­ω­ρί­α τῆς ὀρ­γά­νω­σης εἶ­
ναι, ὅ­τι ὁ Θε­ός εἶ­ναι μέ­σα μας. Μέ ποι­ά
ἔν­νοι­α ὅ­μως: Μέ τήν ἔν­νοι­α, ὅ­τι ὁ κά­θε
ἄν­θρω­πος ὅ­πως καί κά­θε ζῶο­εἶ­ναι κατ᾿
οὐ­σί­αν Θε­ός, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­χει μπεῖ στήν πε­
ρι­πέ­τεια τῆς ὕ­λης. Γι᾿ αὐ­τό εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­
τη­τες οἱ με­τεν­σαρ­κώ­σεις, προ­κει­μέ­νου
τό ὄν (ἄν­θρω­πος–ζῶ­ο) νά ὑ­πο­στῆ δι­ά­φο­
ρες παι­δα­γω­γί­ες, ἔ­τσι ὥ­στε νά βελ­τι­ω­θῆ
καί νά ἐ­πα­νέλ­θη στήν κα­τά­στα­ση τῆς
«θε­ώ­σε­ως», δη­λα­δή νά ξα­να­γί­νη κατ᾿
οὐ­σί­αν Θε­ός. Πο­λύ συ­χνές ἦ­ταν οἱ ἀ­να­
φο­ρές σέ φρά­σεις καί ὅ­ρους ὀρ­θό­δο­ξους
πού ἐ­πέ­τει­ναν τήν σύγ­χυ­ση: «Θε­οὶ ἐ­στὲ
καὶ Θε­οὶ γί­νε­σθε».
»Μᾶς ἔ­λε­γαν, πώς δέν πρέ­πει νά φο­
βώ­μα­στε κα­νέ­ναν καί τί­πο­τα. Ἐ­γώ τούς
εἶ­χα πεῖ ὅ­τι φο­βό­μουν τόν Σα­τα­νᾶ. Τό­τε,
μοῦ ἔ­λε­γαν, ὅ­τι δέν ἔ­πρε­πε νά τόν φο­βᾶ­
μαι, για­τί εἶ­χα κι ἐ­γώ δυ­νά­μεις μέ­σα μου
πού ἔ­πρε­πε νά τίς ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­σω (ἐν­νο­
οῦ­σαν μέ τήν μύ­η­ση καί τό μάν­τραμ).
»Ἔ­λε­γαν ἐ­πί­σης, ὅ­τι ὁ κα­θέ­νας μπο­
ρεῖ νά εἶ­ναι Χρι­στια­νός, Μου­σουλ­μά­νος,
Βου­δδι­στής καί ταυ­τό­χρο­να νά ἀ­νή­κη
στήν ὀρ­γά­νω­ση καί νά ἐ­ξε­λίσ­σε­ται–βελ­
τι­ώ­νε­ται μέ τίς τε­χνι­κές της.
Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό εἶ­ναι ἕ­να γε­γο­νός
πού μοῦ δι­η­γή­θη­καν: Σέ πα­ρα­κεί­με­νη
Ἐκ­κλη­σί­α, ἕ­να μέ­λος τῆς ὀρ­γά­νω­σης
βά­φτι­σε τό παι­δί του. Ἡ ὁ­δη­γί­α πρός τά
μέ­λη ἦ­ταν: «Λέ­με τό μάν­τραμ μέ­σα μας,
μέ­σα στήν ἐκ­κλη­σί­α, προ­κει­μέ­νου νά
ἀν­τλή­σου­με τήν θε­τι­κή ἐ­νέρ­γεια πού
ἔ­χει νά μᾶς δώ­ση ἡ ἐκ­κλη­σί­α».
Ἐ­πει­δή, λοι­πόν, μέ­σα στόν ναό­γι­νό­
ταν ἀ­πό­λυ­τη ἡ­συ­χί­α –πράγ­μα ἀρ­κε­τά
σπά­νιο γιά τήν ση­με­ρι­νή ἐ­πο­χή– ὁ ἱ­ε­ρέ­
ας στό τέ­λος τοῦ Μυ­στη­ρί­ου ἔ­δω­σε συγ­
χα­ρη­τή­ρια στό ἐκ­κλη­σί­α­σμα γιά τήν
ἄ­ψο­γη χρι­στι­α­νι­κή του πα­ρου­σί­α!!!
»Μέ τό πέ­ρα­σμα τοῦ και­ροῦ, ἄρ­χι­σα
νά ἔ­χω ὁ­ρι­σμέ­νες ἀμ­φι­βο­λί­ες γιά τήν ὀρ­
γά­νω­ση. Μι­κρός εἶ­χα ἐ­πα­φή μέ τήν Ἐκ­
κλη­σί­α, τήν ὁ­ποί­α ἔ­χα­σα πε­ρί­που στήν
Γ΄ Γυ­μνα­σί­ου. Μοῦ ἄ­ρε­σε, λοι­πόν, ὅ­πο­
τε πή­γαι­να ἐκ­κλη­σί­α, νά πη­γαί­νω στό
ἱ­ε­ρό. Τό βρά­δυ τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως κά­ποι­
ου ἔ­τους, στό ἱ­ε­ρό, εἶ­πα σέ ἕ­να φί­λο μου
ποῦ πή­γαι­να καί τί ἔ­κα­να. Τό­τε ἔ­γι­νε ὁ
κα­τω­τέ­ρω δι­ά­λο­γος μέ τόν φί­λο μου:
― Ξέ­ρεις, ὁ Σα­τα­νάς χρη­σι­μο­ποι­εῖ
37
πολ­λές με­θό­δους γιά νά πλα­νή­ση τούς
ἀν­θρώ­πους.
― Ποι­ός Σα­τα­νάς, ἀ­φοῦ δέν ὑ­πάρ­χει
Σα­τα­νάς (ἀ­πό ἐ­κεῖ πού τόν φο­βό­μουν,
πές, πές, με­τά ἀ­πό ἕ­ξι μῆ­νες εἶ­χα πει­σθεῖ
ὅ­τι δέν ὑ­πάρ­χει!).
― Κι ὅ­μως ὑ­πάρ­χει καί ἡ με­γα­λύ­τε­
ρή του ἐ­πι­τυ­χί­α εἶ­ναι νά πεί­ση ὅ­τι δέν
ὑ­πάρ­χει προ­κει­μέ­νου νά ἀ­σχο­λῆ­σαι ὅ­λη
τήν ὥ­ρα μα­ζί του!!!
»Ὅ­ταν ἄ­κου­σα αὐ­τή τήν πρό­τα­ση,
ἔ­νοι­ω­σα νά μέ πλημ­μυ­ρί­ζη κά­τι, σκέ­
φτη­κα ἀ­μέ­σως ὅ­τι κά­νω λά­θος πού πη­
γαί­νω σέ αὐ­τή τήν ὀρ­γά­νω­ση καί ἀ­ναγ­
κά­στη­κα νά κά­τσω σέ μιά κα­ρέ­κλα για­
τί σχε­δόν μοῦ ἦρ­θε ζά­λη.
Ἔ­πια­σα τό κε­φά­λι μου μέ τά δυ­ό μου
χέ­ρια καί δέν μπο­ροῦ­σα νά συ­νέλ­θω.
Συγ­κλο­νί­στη­κα, σο­κα­ρί­στη­κα καί
ταυ­τό­χρο­να φω­τί­στη­κα, βι­ώ­νον­τας ὅ­τι
αὐ­τό πού κά­νω εἶ­ναι λά­θος χω­ρίς νά ξέ­
ρω ποι­ό εἶ­ναι τό σω­στό, ὁ­πό­τε ἔ­πρε­πε νά
ψά­ξω καί στήν Ὀρ­θό­δο­ξη ἐκ­κλη­σί­α γιά
νά δῶ ποι­ά εἶ­ναι ἡ ἄ­πο­ψή της γι᾿ αὐ­τό
πού κά­νω. Ρω­τών­τας γνω­στούς, κα­τέ­
λη­ξα στόν π. Ἀν­τώ­νιο Ἀ­λε­βι­ζό­που­λο,
τόν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χα με­τά Πνευ­μα­τι­κό μέ­χρι
τήν κοί­μη­σή του καί ὁ ὁ­ποῖ­ος μέ βο­ή­
θη­σε νά οἰ­κο­δο­μη­θῶ στήν Ὀρ­θό­δο­ξη
πί­στη. Ἕ­να στοι­χεῖ­ο πού θυ­μᾶ­μαι ἀ­πό
ἐ­κεί­νη τήν ἐ­πο­χή εἶ­ναι, ὅ­τι γιά δύ­ο πε­
ρί­που χρό­νια, ὅ­ταν ἐ­ξι­στο­ροῦ­σα τήν πε­
Ὁ ὅσιος Παΐσιος συμβουλεύοντας
38
ρι­πέ­τειά μου ἔ­νοι­ω­θα τα­ρα­χή, ἔ­τρε­μα
καί εἶ­χα ἕ­να «πνί­ξι­μο» στό λαι­μό...
»Τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο τόν γνώ­ρι­σα
τό ἴ­διο ἔ­τος, τό 1992, πρός τό τέ­λος τοῦ
κα­λο­και­ριοῦ ἤ τίς ἀρ­χές τοῦ Φθι­νο­πώ­
ρου, δέν θυ­μᾶ­μαι ἀ­κρι­βῶς. Φτά­νον­τας
στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, πῆ­γα νά μεί­νω στήν Ἱ.
Μ. Κου­τλου­μου­σί­ου. Μέ τό πού ἔ­φτα­
σα, ἄ­φη­σα τά πράγ­μα­τά μου στό Μο­να­
στή­ρι καί κα­τέ­βη­κα τό μο­νο­πά­τι πού
συν­δέ­ει τήν Ἱ. Μ. Κου­τλου­μου­σί­ου μέ
τό Κελ­λί του. Ἐ­κεῖ ὑ­πῆρ­χε πλῆ­θος κό­
σμου. Τόν εἶ­δα ἀ­πό μα­κρυ­ά.
Πῆ­ρα τήν εὐ­χή του μα­ζί μέ τούς ἄλ­
λους προ­σκυ­νη­τές χω­ρίς νά μπο­ρέ­σω νά
τοῦ μι­λή­σω ἰ­δι­αι­τέ­ρως. Γυρ­νών­τας στό
Μο­να­στή­ρι ἤ­μουν σκε­πτι­κός. Δέν ἦ­ταν
αὐ­τό πού ἤ­θε­λα καί πε­ρί­με­να. Ἤ­μουν
κα­τά βά­θος στε­νο­χω­ρη­μέ­νος. «Δέν
ἀ­σχο­λή­θη­κε μα­ζί μου», ἔ­λε­γα μέ­σα μου.
Ἔ­κα­να ὁ­λό­κλη­ρο τα­ξί­δι ἀ­πό τήν Ἀ­θή­
να, γιά νά πά­ρω μιά εὐ­χή μό­νο;
»Ἀ­πο­φά­σι­σα νά προ­σπα­θή­σω καί
δεύ­τε­ρη φο­ρά. Σκέ­φτη­κα, θά πά­ω νω­ρίς
τό πρωΐ τήν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα, ὁ­πό­τε δέν θά
ἔ­χη πο­λύ κό­σμο. Ἔ­φτα­σα, λοι­πόν, ἔ­ξω
ἀ­πό τό Κελ­λί του.
Ἐ­κεῖ μέ πε­ρί­με­νε νέ­α ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση,
ὁ φρά­κτης κλει­στός, δέν ὑ­πῆρ­χε κα­νέ­
νας προ­σκυ­νη­τής, ἀλ­λά δέν ὑ­πῆρ­χε καί
γέ­ρον­τας Πα­ΐ­σιος. Κά­θη­σα κά­τω ἀ­πό
ἕ­να δέν­δρο πού ὑ­πῆρ­χε ἔ­ξω ἀ­πό τό φρά­
κτη καί με­τά ἀ­πό λί­γη ὥ­ρα μέ πῆ­ραν τά
κλάμ­μα­τα.
Ἔ­λε­γα, «τό­σο ἁ­μαρ­τω­λός εἶ­μαι πού
δέν θέ­λει οὔ­τε νά μέ δῆ;». Πέ­ρα­σε κάμ­
πο­ση ὥ­ρα καί ἀ­κού­ω θό­ρυ­βο. Τόν βλέ­
πω στήν πόρ­τα καί μοῦ φω­νά­ζει:
― Ἔεεε! τί γίνεται ἐκεῖ πέρα;
― Τί νά γίνη, πάτερ, θάλασσα τά
ἔκανα, τά ἔχω μπερδέψει ὅλα.
― Γιά ἔλα μέσα νά τά ξεμπερδέψου-
με.
»Μπαί­νον­τας, τοῦ ἐ­ξι­στό­ρη­σα τήν
πε­ρι­πέ­τειά μου μέ τήν ὀρ­γά­νω­ση πού
εἶ­χα πά­ει, τοῦ πε­ρι­έ­γρα­ψα τόν θαυ­μα­
τουρ­γι­κό τρό­πο μέ τόν ὁ­ποῖ­ο γύ­ρι­σα
στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α καί τό γε­
γο­νός ὅ­τι εἶ­χα πλέ­ον Πνευ­μα­τι­κό, τόν
ἀ­εί­μνη­στο π. Ἀν­τώ­νιο Ἀ­λε­βι­ζό­που­λο.
Μοῦ εἶ­πε, ὅ­τι «ἡ ἐ­να­σχό­λη­ση μέ αὐ­τά
τά θέ­μα­τα εἶ­ναι τρέλ­λα καί μοῦ τό­νι­σε
ἰ­δι­αί­τε­ρα τό γε­γο­νός, ὅ­τι ἡ βο­ή­θεια τοῦ
Πνευ­μα­τι­κοῦ ἦ­ταν πο­λύ ση­μαν­τι­κή γιά
τήν οἰ­κο­δο­μή μου στήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α».
»Στήν συ­νέ­χεια, μέ ἔ­βα­λε μέ­σα στό
Κελ­λί του. Μπαί­νον­τας, δε­ξιά ἦ­ταν ἕ­να
ἐκ­κλη­σά­κι. Μέ ἔ­βα­λε νά γο­να­τί­σω στό
κέν­τρο τοῦ να­οῦ καί πῆ­γε στό Ἀ­να­λό­
γιο. Δι­ά­βα­σε κάμ­πο­ση ὥ­ρα κά­ποι­ες εὐ­
χές. Ἐ­γώ ἔ­κλαι­γα ὅ­λη αὐ­τή τήν ὥ­ρα.
Μοῦ ἔ­δω­σε νά προ­σκυ­νή­σω τό ἅ­γιο
Λεί­ψα­νο μέ τό ὁ­ποῖ­ο μέ σταύ­ρω­σε (ἦ­ταν
τοῦ ἁ­γί­ου Ἀρ­σε­νί­ου).
Με­τά μέ σή­κω­σε, συ­ζη­τή­σα­με λί­γο
ἀ­κό­μη καί μέ ξε­προ­βό­δι­σε μέ­χρι ἔ­ξω
ἀ­πό τό Κελ­λί του, το­νί­ζον­τάς μου πά­λι
τήν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τῆς ὕ­παρ­ξης Πνευ­
μα­τι­κοῦ καί τό ὅ­τι «θά μοῦ αὐ­ξη­θῆ ὁ
πό­λε­μος», ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά μοῦ
εἶ­πε.
»Ἀ­πό ἐ­δῶ καί πέ­ρα ἀρ­χί­ζει τό θαυ­
μα­στό ση­μεῖ­ο πού ἐ­γώ ἔ­ζη­σα ἀ­πό τόν
γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο.
Γυρ­νών­τας στό Μο­να­στή­ρι, κα­τά­
λα­βα πώς μοῦ συ­νέ­βαι­νε κά­τι ἀλ­λοι­ώ­
τι­κο, κά­τι πού δέν τό εἶ­χα ξα­να­ζή­σει.
Μα­κα­ρι­ό­τη­τα εἶ­ναι κα­τά τήν γνώ­μη
μου ἡ κα­λύ­τε­ρη λέ­ξη γιά νά πε­ρι­γρά­ψη
κα­νείς τήν κα­τά­στα­σή μου.
Ἤ­μουν ἤ­ρε­μος, δέν εἶ­χα ἄγ­χος, δέν
εἶ­χα ἀ­νη­συ­χί­α, δέν εἶ­χα ἀ­γω­νί­α, δέν εἶ­χα
νεῦ­ρα, δέν προ­βλη­μα­τι­ζό­μουν γιά τί­πο­
τα, δέν μέ ἀ­πα­σχο­λοῦ­σε καμ­μί­α ἔ­γνοι­α,
δέν ἔ­βλε­πα κα­νέ­να ἐμ­πό­διο στήν ζω­ή
μου.
Ἤ­μουν χα­ρού­με­νος, ἔ­νοι­ω­θα γλυ­
κύ­τη­τα μέ­σα μου, ὅ­λα ἦ­ταν εὐ­χά­ρι­στα
καί αἰ­σι­ό­δο­ξα. Δέν εἶ­χα πο­νο­κέ­φα­λο,
39
δέν εἶ­χα λο­γι­σμούς, δέν εἶ­χα οὔ­τε αὐ­
τό τό μό­νι­μο βου­η­τό πού ἄ­κου­γα στά
αὐ­τιά μου. Κα­θό­μουν μ᾿ ἕ­να χα­μό­γε­λο
καί ἀ­πο­λάμ­βα­να τό πε­ρι­βάλ­λον, τήν
Μο­νή, τόν και­ρό. Εἶ­χα γα­λη­νέ­ψει καί
ἠ­ρε­μή­σει σέ πρω­τό­γνω­ρο βαθ­μό. Σκε­
φτεῖ­τε, πό­σο με­γά­λη ἦ­ταν ἡ δι­α­φο­ρά μέ
ὅ­σα ζοῦ­σα, τα­ρα­χή, ἀ­γω­νί­α καί ἄγ­χος,
εἰ­δι­κά ὅ­ταν ἐ­ξι­στο­ροῦ­σα τήν πε­ρί­πτω­
σή μου.
»Δε­κα­έ­ξι χρό­νια με­τά, ἔ­γρα­ψα αὐ­τή
τήν μι­κρή μου ἐμ­πει­ρί­α μέ τόν γέ­ρον­τα
Πα­ΐ­σιο.
Ὁ­μο­λο­γῶ, πώς αὐ­τό τό συ­
ναί­σθη­μα, αὐ­τή τήν γα­λή­νη
τῶν λο­γι­σμῶν δέν τήν ἔ­χω ξα­
να­ζή­σει ἀ­πό τό­τε. Ἦ­ταν ἕ­να
ἀ­νε­πα­νά­λη­πτο γε­γο­νός γιά μέ­
να, γι᾿ αὐ­τό καί τό θυ­μᾶ­μαι τό­σο
κα­θα­ρά καί ἔν­το­να τό­σα χρό­νια
με­τά.
Ἦ­ταν σί­γου­ρα δῶ­ρο τοῦ Θε­
οῦ λό­γῳ τῆς προ­σευ­χῆς τοῦ Γέ­
ρον­τα. Δι­α­βά­ζον­τας καί ἀ­κού­
γον­τας τό­σα πράγ­μα­τα γιά τόν
Γέ­ρον­τα, θά νο­μί­ση κα­νείς πώς
ἡ ἐμ­πει­ρί­α μου αὐ­τή εἶ­ναι μι­
κρή, σέ σχέ­ση μέ τό­σα πού ἔ­χουν
γρα­φτεῖ γιά τόν Γέ­ρον­τα.
Γιά μέ­να ὅ­μως πού ἔ­ζη­σα
αὐ­τή τήν ἐμ­πει­ρί­α εἶ­ναι πο­λύ
ση­μαν­τι­κή καί πα­ράλ­λη­λα ἐ­πι­
βε­βαί­ω­σή του, ὅ­τι ὁ Θε­ός ἀ­κού­ει
τήν προ­σευ­χή τοῦ γέ­ρον­τα Πα­
ΐ­σιου».
40
«Εἶ­χα πά­ρει εὐ­λο­γί­α ἀπ᾿ τόν π. Γρη­
γό­ριο, τόν Πνευ­μα­τι­κό μου, τό­τε τό
1992 ἤ 1993, νά πα­ρα­κα­λέ­σω τόν γέ­ρον­
τα ἅ­γιό μας Πα­ΐ­σιο, νά κά­νη κα­λά τήν
κό­ρη μου, τήν ὁ­ποί­α γνώ­ρι­ζε, τήν εἶ­χε
δεῖ ἐ­κεῖ τό 1987 πε­ρί­που. Φο­βή­θη­κα μή­
πως δέν μέ δε­χθεῖ ἤ μή­πως λεί­πει.
Ὁ π. Ἰ­σα­άκ ὅ­μως μέ εἶ­πε, ὅ­τι «ὁ Γέ­
ρον­τας ἔ­χει ἐν­το­λή ἀπ᾿ τήν Πα­να­γί­α μας
νά δέ­χε­ται ὅ­ποι­ον τόν ἐ­πι­σκέ­πτε­ται»».
«Πή­γα­με λοι­πόν μέ τόν π. Ἰ­σα­άκ νά
ἐ­πι­σκε­φτοῦ­με τόν ἅ­γιο γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο.
Ὅ­ταν φθά­σα­με, ἀπ᾿ τό ἐ­πά­νω μέ­ρος εἴ­
δα­με τόν Ἅ­γιο Γέ­ρον­τα ἐ­πά­νω στή στέ­
γη ἀ­νε­βα­σμέ­νο.
»Μᾶς εἶ­δε, καί ὁ μα­κα­ρι­στός π. Ἰ­σα­άκ
φώ­να­ξε:
― Γέ­ρον­τα, ὁ Γρη­γό­ρης γιά σέ­να ἦρ­
θε. Καί ὁ ἅ­γιος φω­νά­ζει:
― Γιά μέ­να ἦρ­θες, παι­δί μου, ἄ­δι­κα
κου­ρά­στη­κες χα­ρι­τω­μέ­να ὅ­πως πάν­τα.
Κα­τέ­βη­κε ἀπ᾿ τή σκά­λα καί πλη­σί­α­σε
ξυ­πό­λη­τος στήν πορ­τού­λα νά μᾶς ἀ­νοί­
ξη. Τά πό­δια του βγῆ­καν λί­γο ἔ­ξω ἀπ᾿
τήν πορ­τού­λα, θυ­μᾶ­μαι κί­τρι­να, καί ὁ
π. Ἰ­σα­άκ σκύ­βει καί τά πιά­νει, γιά νά
πά­ρη ὑ­πο­θέ­τω χά­ρη, ὁ δέ Γέ­ρον­τας τά
τρά­βη­ξε μέ­σα. Μᾶς ἀ­νοί­γει τήν πορ­τού­
λα καί ὁ π. Ἰ­σα­άκ ἀ­μέ­σως τόν ἀγ­κα­λιά­
ζει καί μοῦ λέ­ει: «Κοί­τα, Γρη­γό­ρη, τί
Γέ­ρον­τα ἔ­χω».
Καί ὁ ἅ­γιος Γέ­ρον­τας, σέ μέ­να χα­ρι­
τω­μέ­να: «Μήν τόν ἀ­κοῦς, παι­δί μου, οὔ­
τε ἕ­να ὑ­πο­τα­κτι­κό δέν μοῦ δί­νει». Καί
ὁ π. Ἰ­σα­άκ σέ μέ­να: «Δέν θέ­λει, Γρη­γό­
ρη». Ἦ­ταν μί­α τρυ­φε­ρή καί χα­ρι­τω­μέ­νη
σκη­νή ἁ­γί­ου πα­τρός, μέ τό πνευ­μα­τι­κό
του τέ­κνο.
»Μᾶς ἄ­φη­σε μό­νους καί ὅ­πως πάν­τα,
δέν χρει­ά­στη­κε νά πῶ τό λό­γο πού πῆ­γα,
μοῦ εἶ­πε ὁ Γέ­ρον­τας: «Δέν τί­θε­ται θέ­μα
θαύ­μα­τος. Συμ­φέ­ρει νά ἔ­χη τό πρό­βλη­
μα κ.τ.λ.».
Ἔ­φυ­γα χα­ρού­με­νος μέ αὐ­τά πού
μοῦ εἶ­πε. «Δό­ξα τῷ Θε­ῷ» ἦ­ταν γιά μέ­να
λύ­τρω­ση».
Συμφέρει νά ἔχη τό πρόβλημα
Δι­ή­γη­ση
Γρη­γο­ρί­ου Α.., Θεσ­σα­λο­νί­κη
41
Ἀποκαλύψεις καί δαιμονικό φῶς
Εὐ­λα­βής προ­σκυ­νη­τής δι­η­γεῖ­ται
«Κά­ποι­οι φί­λοι μου, μοῦ ἀ­νέ­φε­ραν
κα­τά και­ρούς, πολ­λά θαυ­μα­στά γιά τόν
πρό­σφα­τα ἁ­γι­ο­κα­τα­τα­χθέν­τα ὅ­σιο Πα­ΐ­
σιο. Παρ᾿ ὅ­τι ἐ­γώ δέν τά πί­στευ­α, δέ­χθη­
κα ὕ­στε­ρα ἀ­πό πολ­λές πι­έ­σεις τους νά
τόν ἐ­πι­σκε­φθοῦ­με.
»Φθά­σα­με στήν «Πα­να­γού­δα», ὅ­που
εἴ­δα­με μέ­σα στήν αὐ­λή τόν Γέ­ρον­τα
νά συ­νο­μι­λῆ μέ ἀρ­
κε­τούς ἄλ­λους.
Ἀ­φοῦ κε­ρα­σθή­κα­
με καί μό­λις πε­ρά­
σα­με μέ­σα ἀ­πό τήν
ἐ­ξώ­πορ­τα, ὁ π. Πα­
ΐ­σιος ση­κώ­θη­κε,
ἦρ­θε κον­τά μου,
μέ ἀγ­κά­λια­σε, μέ
ἀ­σπά­σθη­κε καί μέ
ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐγ­καρ­
δι­ό­τη­τα, μοῦ εἶ­πε:
«Κα­λῶς τόν πα­τρι­
ώ­τη μου». (Λη­σμό­
νη­σα νά ἀ­να­φέ­ρω,
ὅ­τι κα­τά­γο­μαι καί
ἐ­γώ ἀ­πό τήν Καπ­
πα­δο­κί­α).
»Ξαφ­νι­ά­στη­κα
πρός στιγ­μήν, ἀλ­
λά βά­ζον­τας ἀ­μέ­
σως τόν ὀρ­θο­λο­γι­σμό μου νά δου­λέ­ψη,
σκέ­φθη­κα: «Θά εἶ­δε τό ὄ­νο­μά μου στόν
ἀ­να­πτή­ρα» –κρα­τοῦ­σα στό χέ­ρι μου ἕ­να
δι­α­φη­μι­στι­κό ἀ­να­πτή­ρα τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας
μας μέ τό ἐ­πί­θε­τό μου γραμ­μέ­νο ἐ­πά­
νω– «καί ἀ­πό τήν κα­τά­λη­ξη (–ο­γλου),
θά ἔ­βγα­λε τό συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι εἴ­μα­στε
πα­τρι­ῶ­τες».
»Δέν πρό­λα­βα ὅ­μως νά ὁ­λο­κλη­ρώ­σω
κα­λά–κα­λά τόν συλ­λο­γι­σμό μου καί ὁ
Γέ­ρον­τας, μοῦ εἶ­πε ἐ­πι­τι­μη­τι­κά:
― Για­τί ... (ἀ­νέ­φε­ρε τό ὄ­νο­μά μου, ἄν
καίμέἔ­βλε­πεγιάπρώ­τηφο­ρά)βά­ζειςκα­
κό λο­γι­σμό, ὅ­τι δῆ­θεν ἀ­πό τόν ἀ­να­πτή­ρα
συμ­πέ­ρα­να ὅ­τι εἴ­μα­στε πα­τρι­ῶ­τες;
»Ἔ­μει­να ἄ­ναυ­δος. Κοι­τοῦ­σα σάν χα­
μέ­νος, μή βρί­σκον­τας νά δώ­σω καμ­μί­α
λο­γι­κή ἐ­ξή­γη­ση σέ ὅ­σα ἄ­κου­γα. Ἀ­ναγ­
κά­στη­κα ἐκ τῶν
πραγ­μά­των νά
πι­στέ­ψω, ὅ­τι ὁ
μο­να­χός πού εἶ­χα
μπρο­στά μου εἶ­
χε κά­τι τό θε­ϊ­κό,
μέ τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­βλε­
πε τό ὄ­νο­μά μου,
τήν κα­τα­γω­γή
μου, τού συλ­λο­
γι­σμούς μου... τά
πάν­τα. Τα­πει­νω­
μέ­νος κά­θη­σα καί
ἄ­κου­γα μέ εὐ­λά­
βεια, ὅ­λα ὅ­σα μᾶς
εἶ­πε στήν συ­νέ­
χεια ὁ Γέ­ρον­τας.
»Πε­ριτ­τεύ­
ει νά ἀ­να­φέ­ρω,
ὅ­τι ἡ συ­νάν­τη­ση
αὐ­τή ἐ­πέ­δρα­σε
ρι­ζι­κά στήν με­τέ­πει­τα ζω­ή μου καί ὅ­τι
στήν συ­νέ­χεια ἐ­πι­σκε­πτό­μουν συ­χνά
τήν «Πα­να­γού­δα». Ἐ­δῶ, θά κα­τα­γρά­
ψω μό­νον ἕ­να ἀ­πό τά θαυ­μα­στά πού μοῦ
συ­νέ­βη­σαν, σέ κά­ποι­α ἀ­πό τίς με­τέ­πει­τα
ἐ­πι­σκέ­ψεις μου:
»Πη­γαί­νον­τας μέ ἕ­να φί­λο μου νά
ἐ­πι­σκε­φθοῦ­με τόν Ὅ­σιο, κα­θή­σα­με γιά
λί­γο νά ξε­κου­ρα­στοῦ­με, ἀλ­λά πι­ά­σα­με
τήν συ­ζή­τη­ση καί χω­ρίς νά τό κα­τα­λά­
Ἡ Παναγούδα ἀπὸ ψηλά
42
Ἔξοδοι
στόν κόσμο
Μαρ­τυ­ρί­α Ἁ­γνῆς Τρι­κού­κη
βω­με πέ­ρα­σε ἡ ὥ­ρα. Ὅ­ταν φθά­σα­με καί
χτυ­πή­σα­με τό σι­δε­ρά­κι, ἄ­νοι­ξε ἀ­μέ­σως
ὁ Γέ­ρον­τας καί μᾶς ρώ­τη­σε μέ ἀ­πο­ρί­α
–ἐ­πι­πλήτ­τον­τάς μας ἐ­λα­φρά– γιά τό τό­
σον κα­θυ­στε­ρη­μέ­νον τῆς ὥ­ρας. Τό­τε μό­
νον συ­νει­δη­το­ποι­ή­σα­με, τό πό­σον εἴ­χα­με
χρο­νο­τρι­βή­σει καί τό ὅ­τι δέν θά προ­λα­
βαί­να­με ἀ­νοι­χτή τήν πόρ­τα τῆς Μο­νῆς
πού φι­λο­ξε­νού­μα­στε. Τό­τε ὁ π. Πα­ΐ­σιος,
γιά νά μᾶς βγά­λη ἀ­πό τό ἀ­δι­έ­ξο­δο, ἀ­ναγ­
κά­στη­κε –παρ᾿ ὅ­τι δέν τό συ­νή­θι­ζε– νά
μᾶς κρα­τή­ση στό Κελ­λί του...
»Νω­ρίς τό πρωΐ, μᾶς φώ­να­ξε γιά νά
κά­νου­με στήν ἐκ­κλη­σί­α τόν Ἑ­σπε­ρι­νό.
Μᾶς ἐ­ξή­γη­σε, ὅ­τι ἀ­ναγ­κα­ζό­ταν νά κά­νη
ἀ­πό τό πρωΐ τόν Ἑ­σπε­ρι­νό, γιά νά μήν
τόν χά­ση ἕ­νε­κα τῶν πολ­λῶν προ­σκυ­νη­
τῶν μέ­χρι ἀρ­γά τό βρά­δυ. Ὅ­ταν ἔ­φθα­σε
στό «Φῶς ἱ­λα­ρόν» καί ἄρ­χι­σε νά τό ἀ­παγ­
γέ­λη, ξαφ­νι­κά πλημ­μύ­ρι­σε τό ἐκ­κλη­σά­κι
ἀ­πό ἕ­να δυ­να­τό φῶς. Ἐ­νῶ ἐ­μεῖς τά χά­σα­
με, βλέ­πο­με τόν Γέ­ρον­τα νά λέ­η ἔν­το­να
καί μέ ἀ­γα­νά­κτη­ση: «Ἄν­τε, βρέ δι­ά­βο­λε,
πού θά μοῦ πῆς ὅ­τι αὐ­τό εἶ­ναι τό Ἄ­κτι­στο
φῶς! Νά μοῦ λεί­ψουν τά φῶ­τα σου!».
»Δέν πρό­λα­βε νά ὁ­λο­κλη­ρώ­ση τά λό­
για του καί τό φῶς ἐ­ξα­φα­νί­σθη­κε, ἐ­νῶ
ἕ­να φο­βε­ρό πε­τρο­βο­λη­τό ξέ­σπα­σε πά­νω
στήν σκε­πή. Νά μέ συγ­χω­ρῆ­τε, ἀλ­λά ἐ­γώ
ἀ­πό τόν φό­βο μου ἔ­γι­να μού­σκε­μα ἀ­πό
τήν μέ­ση καί κά­τω...
Ἀν­τί­θε­τα ὁ Γέ­ρον­τας ἀν­τί νά τρο­μο­
κρα­τη­θῆ, ἄρ­χι­σε νά γε­λά­η. Μᾶς ἐ­ξή­γη­σε,
ὅ­τι ὁ πο­νη­ρός στήν ἀρ­χή μέ τό φῶς πῆ­γε
νά μᾶς πλα­νή­ση, ἀλλ᾿ ὅ­ταν εἶ­δε ὅ­τι δέν
τά κα­τά­φε­ρε, λύσ­σα­ξε καί ξέ­σπα­σε στό
ἄ­γριο πε­τρο­βό­λη­μα. Μᾶς κα­θη­σύ­χα­σε,
ὅ­τι ὁ δι­ά­βο­λος εἶ­ναι τε­λεί­ως ἀ­δύ­να­μος
νά μᾶς κά­νη κα­κό χω­ρίς τήν ἄ­δεια τοῦ
Θε­οῦ. Εἶ­ναι σάν τόν σκύ­λο χω­ρίς δόν­
τια, πού γαυ­γί­ζει μό­νον χω­ρίς νά μπο­
ρῆ νά δαγ­κώ­ση. Ἴ­σα–ἴ­σα μᾶς βο­η­θά­ει μέ
τόν φό­βο νά πλη­σι­ά­σω­με πιό κον­τά στόν
Θε­ό».
Πε­ρί­που τό 1989 (δέν θυ­μᾶ­μαι ἀ­κρι­
βῶς τήν χρο­νο­λο­γί­α), ἕ­να πρω­ϊ­νό τῆς
Κυ­ρια­κῆς πού πή­γα­με μέ τήν οἰ­κο­γέ­νειά
μου νά ἐκ­κλη­σι­α­στοῦ­με στό Μο­να­στή­ρι
τῆς Σου­ρω­τῆς.
Τό­τε ὁ Θε­ός ἐ­πέ­τρε­ψε καί εἶ­δα τήν θε­
ρα­πεί­α μιᾶς δαι­μο­νι­σμέ­νης γυ­ναί­κας ἀ­πό
τόν ὅ­σιο Πα­ΐ­σιο. Ἤ­μουν μα­θή­τρια Δη­
μο­τι­κοῦ καί κά­ποι­α στιγ­μή πού κου­ρά­
στη­κα στήν ἀ­κο­λου­θί­α, βγῆ­κα στό πλά­ϊ
τοῦ να­οῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Θε­ο­
λό­γου.
»Με­τά ἀ­πό λί­γο ἦρ­θε ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το
καί στα­μά­τη­σε πί­σω ἀ­πό τό Ἱ­ε­ρό τοῦ να­
οῦ. Μοῦ ἔ­κα­νε με­γά­λη ἐν­τύ­πω­ση, για­τί
ἦρ­θε ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το τό­σο κον­τά στόν
να­ό καί τό πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα.
Εἶ­δα τό­τε μιά γυ­ναί­κα, πού ἔ­βγα­λε
μό­νο τό πό­δι της ἀ­πό τό αὐ­το­κί­νη­το, ἐ­νῶ
μέ τί­πο­τα δέν ἤ­θε­λε νά βγῆ ἀ­πό αὐ­τό.
Φώ­να­ζε καί δη­μι­ουρ­γοῦ­σε με­γά­λη
φα­σα­ρί­α, ἐ­νῶ αὐ­τά πού ἔ­λε­γε δυ­σκο­λευ­ό­
μουν νά τά κα­τα­λά­βω, για­τί φαι­νό­ταν νά
μι­λά­η σέ κά­ποι­ον, χω­ρίς ὅ­μως νά ἀ­κού­ω
τήν ἄλ­λη φω­νή τοῦ δι­α­λό­γου. Θυ­μᾶ­μαι
ὅ­μως πο­λύ ἔν­το­να, πώς συ­χνά ἔ­λε­γε τήν
λέ­ξη «ρέ» σχε­δόν σέ κά­θε φρά­ση!
»Ὅ­ταν τε­λεί­ω­νε ἡ Λει­τουρ­γί­α, τρεῖς
ἄν­τρες, με­τα­ξύ τῶν ὁ­ποί­ων καί ὁ πα­τέ­
ρας μου, προ­σπα­θοῦ­σαν νά με­τα­φέ­ρουν
αὐ­τή τή γυ­ναί­κα στόν να­ό γιά νά τήν
δι­α­βά­ση ὁ ὅ­σιος Πα­ΐ­σιος πού ἦ­ταν στήν
Λει­τουρ­γί­α.
Ἦ­ταν ἔγ­γα­μη καί ὅ­ταν ὁ ἄν­τρας της
πλη­σί­α­σε νά κοι­νω­νή­ση, φώ­να­ζε οὐρ­λι­
ά­ζον­τας πώς καί­γον­ταν γιά νά τόν ἀ­πο­
τρέ­ψη. Ἐ­μεῖς ὅ­λα τά παι­διά εἴ­χα­με ἀ­νέ­
βει στά πί­σω στα­σί­δια καί βλέ­πα­με ἀ­πό
43
μα­κριά, τί θά ἔ­κα­νε ὁ παπ­πού­λης. Σέ κά­
ποι­α στιγ­μή, εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα: «Εἴ­μα­στε
ἑ­φτά. Ἐ­γώ εἶ­μαι μι­κρός, ἀ­δύ­να­μος καί
φεύ­γω», ἐ­νῶ συ­χνά φώ­να­ζε: «Πα­ΐ­σι­ε, μέ
καῖς!». Ἐ­γώ μό­λις ἄ­κου­σα αὐ­τά τά λό­για,
ἔ­φυ­γα τρέ­χον­τας στόν ξε­νώ­να φο­βού­με­
νη πώς αὐ­τός ὁ μι­κρός ἀ­δύ­να­μος πού θά
ἔ­φευ­γε, μπο­ρεῖ νά ἔρ­χον­ταν
σέ μέ­να... Ὕ­στε­ρα ἀ­πό λί­γη
ὥ­ρα ἦρ­θε ἡ γυ­ναί­κα στόν
ξε­νώ­να, ἤ­ρε­μη καί πά­ρα πο­
λύ ντρο­πι­α­σμέ­νη. Ἤ­πι­ε δύ­ο
κα­νά­τες νε­ρό καί κά­θη­σε λί­
γο νά ξε­κου­ρα­στῆ.
»Πολ­λές φο­ρές, ἔ­χω φέ­
ρει τήν γυ­ναί­κα αὐ­τή στό
μυα­λό μου ἀ­πό τό­τε καί
πρό­σφα­τα ρώ­τη­σα τήν Γε­
ρόν­τισ­σα, ἐ­άν γνω­ρί­ζη τί
ἀ­πέ­γι­νε (θυ­μό­μουν τό ὄ­νο­
μά της).
Ἡ Γε­ρόν­τισ­σα, λοι­πόν,
μοῦ ἀ­πάν­τη­σε πώς καί ἡ γυ­
ναί­κα καί ἡ κό­ρη της εἶ­ναι
μο­να­χές σέ Μο­να­στή­ρι τῆς
Β. Ἑλ­λά­δος καί δό­ξα­σα τόν
Θε­ό!!!
«Τόν ὅ­σιο Πα­ΐ­σιο πολ­
λές φο­ρές τόν συ­νάν­τη­σα
στό Μο­να­στή­ρι τῆς Σου­ρω­
τῆς, για­τί ἤ­μα­σταν φί­λοι
τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ καί τό
ἐ­πι­σκε­πτό­μα­σταν συ­χνό­τα­
τα. Δυ­στυ­χῶς, ἤ­μουν παι­δί
τό­τε καί δέν εἶ­χα τό ἐν­δι­α­
φέ­ρον νά κά­νω οὐ­σι­α­στι­κές
συ­ζη­τή­σεις μα­ζί του. Χαι­ρό­μα­σταν ὅ­μως
πο­λύ πού τόν βλέ­πα­με, για­τί ὅ­πο­τε ἐρ­χό­
ταν στό Μο­να­στή­ρι ὅ­λα ἔ­μοια­ζαν νά εἶ­
ναι γι­ορ­τι­νά. Κό­σμος πο­λύς ἐρ­χό­ταν καί
χαι­ρό­μα­σταν σάν παι­διά νά βο­η­θᾶ­με τίς
ἀ­δελ­φές στίς φρον­τί­δες πού εἶ­χαν.
»Συ­νή­θως, ὁ παπ­πού­λης ἔρ­χον­ταν
δύ­ο φο­ρές τόν χρό­νο. Στήν γι­ορ­τή τοῦ
ἁ­γί­ου Ἀρ­σε­νί­ου τόν Νο­έμ­βριο (10/11) καί
στήν γι­ορ­τή τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Θε­
ο­λό­γου τόν Μά­ϊ­ο (8/5). Πρίν γί­νη ὁ να­ός
τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀρ­σε­νί­ου, οἱ ἀ­γρυ­πνί­ες καί
ὅ­λες οἱ ἀ­κο­λου­θί­ες γί­νον­ταν στόν να­ό
τοῦ Ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Θε­ο­λό­γου. Ἐ­κεῖ
ὁ πα­λιός να­ός, τώ­ρα ἀ­να­και­νί­στη­κε, εἶ­
χε ἕ­να δω­μα­τιά­κι στό δε­ξί μέ­ρος μέ δι­κή
του πόρ­τα. Ἐ­κεῖ, θυ­μᾶ­μαι, πώς ἔ­με­νε ὁ
παπ­πού­λης στήν ἀ­γρυ­πνί­α, για­τί κα­τά
και­ρούς ἄ­νοι­γε ἡ πόρ­τα καί ἔ­βγαι­νε νά
δώ­ση εὐ­χή σέ ὅ­λον τόν κό­σμο πού πε­ρί­
με­νε ἔ­ξω ἀ­πό τήν πορ­τού­
λα. Ἄλ­λες φο­ρές πά­λι, ἔ­δι­νε
εὐ­χή ἀ­πό ἕ­να κελ­λά­κι στήν
πτέ­ρυ­γα τῶν μο­να­χῶν καί
ὁ κό­σμος σχη­μά­τι­ζε με­γά­
λη οὐ­ρά πού κρα­τοῦ­σε ὧ­ρες
γιά νά τόν δῆ γιά λί­γο.
»Μιά χρο­νιά, μα­ζεύ­τη­
καν οἱ γυ­ναῖ­κες στήν τρά­πε­
ζα τῆς Μο­νῆς, γιά νά ἔ­χουν
τήν εὐ­και­ρί­α νά ἀ­κού­σουν
λί­γα λό­για ἀ­πό τόν παπ­πού­
λη, ἀ­φοῦ δέν μπο­ροῦ­σαν νά
τόν δοῦν στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος,
ὅ­πως οἱ ἄν­τρες. Εἶ­χα πά­ει
σέ αὐ­τή τήν συ­νάν­τη­ση, ἀλ­
λά δυ­στυ­χῶς τήν θυ­μᾶ­μαι
μό­νο ὡς εἰ­κό­να, για­τί ὅ­πως
εἶ­πα, ἤ­μουν παι­δί καί ἔ­χουν
πε­ρά­σει χρό­νια ἀ­πό τό­τε.
Δέν ἐ­πα­να­λή­φθη­κε ὅ­μως
αὐ­τή ἡ συ­νάν­τη­ση τῶν γυ­
ναι­κῶν, για­τί ὁ παπ­πού­λης
δι­α­πί­στω­σε, πώς αὐ­τά πού
εἶ­πε στίς γυ­ναῖ­κες, ἡ κά­θε
μιά τά με­τέ­φε­ρε μέ τόν τρό­
πο της ἀλ­λά­ζον­τας τό νό­η­μα
τῶν λε­γο­μέ­νων του.
»Σέ μᾶς τά παι­διά, ἔ­κα­νε
ἕ­να παι­χνί­δι στό χῶ­μα μέ χαρ­τά­κια ἀ­πό
κα­ρα­μέλ­λες. Νο­μί­ζω, τό ὀ­νό­μα­ζε κι­νη­
μα­το­γρά­φο, ἀλ­λά δυ­στυ­χῶς δέν θυ­μᾶ­
μαι πε­ρισ­σό­τε­ρα. Οἱ πιό ὄ­μορ­φες στιγ­μές
ἦ­ταν, ὅ­ταν τό Μο­να­στή­ρι ἦ­ταν κλει­στό
καί συ­νέ­βαι­νε νά πᾶ­με γιά δι­α­νυ­κτέ­ρευ­
ση κι ἔ­τσι εἴ­χα­με τήν εὐ­και­ρί­α νά τόν
δοῦ­με χω­ρίς πο­λύ κό­σμο. Εἶ­χε με­γά­λη
ἁ­πλό­τη­τα, ἀλ­λά ἄν καί ἤ­μα­σταν παι­διά,
εἴ­χα­με πάν­τα τήν αἴ­σθη­ση πώς ἔ­χου­με
δί­πλα μας ἕ­ναν Ἅ­γιο. Εὔ­χο­μαι ὁ Θε­ός νά
μᾶς ἐ­λε­ῆ διά τῶν πρε­σβει­ῶν τοῦ Ὁ­σί­ου».
Στήν Αὐστραλία
44
Μαρ­τυ­ρί­α
Μαρ­τυ­ρί­α
Μαρ­τυ­ρί­αΖή­νω­ναΤρι­κού­κη
Μαρ­τυ­ρί­αΜε­λι­τι­νῆςἈμ­πά­δου
«Κά­ποι­α πε­ρί­ο­δο τῆς ζω­ῆς μας, ἡ σύ­
ζυ­γός μου νή­στευ­ε αὐ­στη­ρά κι ἐ­γώ ἀ­νη­
συ­χοῦ­σα γιά τήν ὑ­γεί­α της.
Ἤ­μα­σταν φί­λοι τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Ἁ­γί­
ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Θε­ο­λό­γου καί σέ μιά ἐ­πί­
σκε­ψη τοῦ ὁ­σί­ου Πα­ϊ­σί­ου στό Μο­να­στή­
ρι, πή­γα­με νά τόν συ­ναν­τή­σου­με γιά νά
τοῦ θέ­σου­με τό ζή­τη­μα, ἀ­φοῦ τόν γνω­ρί­
ζα­με κα­λά καί εἴ­χα­με γνώ­ση τῆς ἁ­γι­ό­τη­
τός του, νά μᾶς πῆ τήν γνώ­μη του.
Μό­λις μᾶς εἶ­δε καί πρίν προ­λά­βου­με
νά τοῦ ποῦ­με τό θέ­μα μας, μοῦ εἶ­πε: «Τί
τήν κρα­τᾶς αὐ­τήν ἔ­τσι; δέν τήν τα­ΐ­ζεις;».
Κι ἔ­τσι πή­ρα­με τήν ἀ­πάν­τη­σή μας, πώς
ἔ­πρε­πε νά τρώ­η κα­λύ­τε­ρα».
«Τό1989ἤ­μουνμα­θή­τριαΒ΄Λυ­κεί­ου.
Κά­ποι­α φί­λη μου, μοῦ εἶ­χε πεῖ, πώς πῆ­γε
καί συμ­βου­λεύ­τη­κε τόν ὅ­σιο Πα­ΐ­σιο γιά
τίς σπου­δές της καί σκέ­φτη­κα νά κά­νω
κι ἐ­γώ τό ἴ­διο. Πῆ­γα καί τόν βρῆ­κα στήν
Σου­ρω­τή. Ἐ­γώ τό­τε εἶ­χα ἐ­πι­θυ­μί­α νά
πά­ω στήν Γυ­μνα­στι­κή Ἀ­κα­δη­μί­α, ἀλ­λά
με­τά ἀ­πό προ­σευ­χή, ἀ­πο­φά­σι­σα νά ἀ­κο­
λου­θή­σω ὅ,­τι μοῦ πῆ ὁ Γέ­ρον­τας. Ὅ­ταν
τόν ρώ­τη­σα, μοῦ εἶ­πε: «Ἐ­σύ, τί θέ­λεις νά
κά­νης;». Καί τοῦ εἶ­πα τήν ἐ­πι­θυ­μί­α μου.
Τό­τε, μοῦ εἶ­πε: «Δέν σοῦ ται­ριά­ζει αὐ­τό.
Ἐ­σύ πρέ­πει νά γί­νης παι­δα­γω­γός». Ἐ­γώ
τό­τε ἔ­νοι­ω­σα σάν νά μοῦ πέ­τα­ξαν κε­
ρα­μί­δα στό κε­φά­λι, για­τί δέν μοῦ ἄ­ρε­σε
κα­θό­λου νά ἀ­σχο­λη­θῶ μέ μι­κρά παι­διά!
Ἦ­ταν τό τε­λευ­ταῖ­ο πού ἤ­θε­λα νά κά­νω.
Εἶ­χα πά­ρει ὅ­μως τήν ἀ­πό­φα­σή μου, πώς
θά ἀ­κο­λου­θή­σω ὅ,­τι μέ συμ­βου­λέ­ψει ὁ
Γέ­ρον­τας. Ἔ­δω­σα ἐ­ξε­τά­σεις καί δέν πέ­ρα­
σα. Ἐ­κεῖ κλο­νί­στη­κα πο­λύ, για­τί νό­μι­ζα
πώς ἐ­πει­δή μέ συμ­βού­λε­ψε ὁ Γέ­ρον­τας
νά γί­νω παι­δα­γω­γός, θά περ­νοῦ­σα σί­γου­
ρα καί στίς ἐ­ξε­τά­σεις. Δί­νω καί δεύ­τε­ρη
φο­ρά καί πά­λι δέν τά κα­τα­φέρ­νω. Τε­λι­κά,
τήν τρί­τη φο­ρά μπῆ­κα στό Οἰ­κο­νο­μι­κό
καί ἀ­πο­φά­σι­σα νά μήν ἀ­σχο­λη­θῶ ξα­νά μέ
τό Παι­δα­γω­γι­κό, για­τί δέν εἶ­χα ἄλ­λα πε­
ρι­θώ­ρια. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σα τήν Σχο­λή παν­
τρεύ­τη­κα καί πῆ­ρα τό­τε τήν ἀ­πό­φα­ση νά
ἀ­σχο­λη­θῶ μέ τήν ἀ­να­τρο­φή τῶν παι­δι­ῶν
καί νά μήν ἐρ­γα­στῶ ὅ­σο αὐ­τά εἶ­ναι μι­κρά.
Ὅ­ταν ἔ­κα­να τό τέ­ταρ­το παι­δί, ἐ­νη­με­ρώ­
θη­κα πώς εἶ­χα τήν δυ­να­τό­τη­τα ὡς πο­
λύ­τε­κνη νά δι­ο­ρι­στῶ κα­θη­γή­τρια στήν
Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση καί μά­λι­στα
στόν τό­πο δι­α­μο­νῆς μου. Ἔ­τσι καί ἔ­γι­νε.
Μοῦ ἀ­ρέ­σει πο­λύ ἡ δου­λειά μου καί ἔ­χω
πο­λύ κα­λή ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μέ τούς μα­θη­τές.
Ἔ­τσι κά­ποι­α στιγ­μή, θυ­μή­θη­κα τά λό­
για τοῦ Ὁ­σί­ου καί δό­ξα­σα τόν Θε­ό, δι­ό­τι
καί παι­δα­γω­γός ἔ­γι­να καί ὄ­χι σέ μι­κρά
παι­διά πού δέν τό ἤ­θε­λα, ἀλ­λά ἀ­πό λά­θος
νό­μι­ζα, πώς αὐ­τό μέ εἶ­χε συμ­βου­λέ­ψει ὁ
Γέ­ρον­τας».
Μαρ­τυ­ρί­α
Δι­ή­γη­ση
πα­πα–Δαυ­ΐδ, Κα­ρε­ώ­του
«Ἡ κυ­ρί­α ... ἀ­σθε­νή­σα­σα ἀ­πό καρ­κί­νο
ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πό ἰ­σχυ­ρούς πό­νους.
Ἡ ἴ­δια ἦ­ταν εὐ­λα­βέ­στα­τη, ἀλλ᾿ ὁ σύ­
ζυ­γός της ἀ­δι­ά­φο­ρος.
Ἐ­ξέ­φρα­σε τήν ἐ­πι­θυ­μί­α νά ἐ­πι­σκε­
φθοῦν καί νά πα­ρα­κα­λέ­σουν τόν Γέ­ρον­
τα στήν Σου­ρω­τή. Ὁ σύ­ζυ­γός της κατ᾿
ἀρ­χάς ἀν­τέ­δρα­σε.
― Τί δου­λειά ἔ­χο­με στούς πα­πᾶ­δες.
Τί μπο­ροῦν νά μᾶς κά­νουν.
»Τε­λι­κά ὅ­μως ὑ­πο­χώ­ρη­σε γιά νά μήν
τήν στε­νο­χω­ρή­ση. Ἔ­τσι πῆ­γαν οἱ δυ­ό
τους, μέ τίς δύ­ο τους κό­ρες. Στήν Σου­
ρω­τή συ­νάν­τη­σαν με­γά­λη οὐ­ρά, πού πε­
45
«Ἔβλεπε
τίς σκέψεις μου»
Ἐξαφάνισε
τήν ἐκδίκηση
Μαρ­τυ­ρί­απ.Ρα­φα­ήλΣ.
κ. Γ. ἀ­πόΡ. Χαλ­κι­δι­κῆς
«Πάν­τα ὅ­ταν πή­γαι­να στόν Γέ­ρον­τα
εἶ­χε κό­σμο καί δυ­σκο­λευ­ό­μουν νά τοῦ
μι­λή­σω μέ ἄ­νε­ση. Τήν τε­λευ­ταί­α φο­ρά,
πη­γαί­νον­τας σάν διά­κος, νο­μί­ζω τό 1991,
φο­βό­μουν μή­πως πά­λι συμ­βῆ τό ἴ­διο καί
προ­σευ­χή­θη­κα σχε­τι­κά.
Ὅ­ταν ἔ­φθα­σα στήν «Πα­να­γού­δα», ἔκ­
πλη­κτος εἶ­δα ὅ­τι δέν ὑ­πῆρ­χε κα­νείς. Καί
ἐ­πί πλέ­ον ὁ Γέ­ρον­τας μοῦ ἀ­φι­έ­ρω­σε πο­λύ
χρό­νο, συμ­βου­λεύ­ον­τάς με γιά τό κά­θε
τί. Καί ἐ­νῶ ἀ­πό μέ­σα μου δο­ξο­λο­γοῦ­σα
τόν Θε­ό καί εὐ­χα­ρι­στοῦ­σα τόν Γέ­ρον­τα,
ἐ­πει­δή περ­νοῦ­σε πο­λύ ἡ ὥ­ρα καί ὁ Γέ­
ρον­τας συ­νέ­χι­ζε νά μέ νου­θε­τῆ καί ἐ­γώ
ἔ­πρε­πε ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἐ­κεί­νη τήν μέ­ρα νά
βγῶ ἀ­πό τό Ὄ­ρος, ἄρ­χι­σα νά ἀ­νη­συ­χῶ,
μή­πως δέν προ­λά­βω τό λε­ω­φο­ρεῖ­ο. Ἀλ­λά
τόν λο­γι­σμό μου αὐ­τό, ὄ­χι μό­νο νά τόν
πῶ δέν τολ­μοῦ­σα, ἀλ­λά καί μό­νο πού τό
σκε­φτό­μουν τό θε­ω­ροῦ­σα ἀ­σέ­βεια.
Ὁ Γέ­ρον­τας τόν ἔ­πια­σε καί δι­α­κό­
πτον­τας γιά λί­γο, μοῦ λέ­ει: «Μήν στε­νο­
χω­ρι­έ­σαι. Δέν τό χά­νεις τό λε­ω­φο­ρεῖ­ο».
Καί συ­νέ­χι­σε τίς συμ­βου­λές. Ἔκ­πλη­
κτος, ἔ­δι­ω­ξα τήν ἀ­νη­συ­χί­α. Ἀλ­λά ἀ­φοῦ
πέ­ρα­σε πά­λι λί­γη ὥ­ρα, ξα­να­σκέ­φθη­κα:
«Μό­νο μέ τρέ­ξι­μο θά προ­λά­βω». Ὁ Γέ­
ρον­τας πά­λι δι­έ­κο­ψε: «Ὄ­χι μό­νο θά προ­
λά­βης, ἀλ­λά καί θά πε­ρι­μέ­νης δύ­ο ὧ­ρες».
Ἐ­γώ δέν μπο­ροῦ­σα νά κα­τα­λά­βω τί ἐν­νο­
οῦ­σε. Μό­νο πού πά­λι συ­νει­δη­το­ποί­η­σα,
ὅ­τι ἔ­βλε­πε τίς σκέ­ψεις μου καί συ­νέ­χι­σα
νά προ­σέ­χω στίς νου­θε­σί­ες του. Ὕ­στε­ρα
ἀ­πό κάμ­πο­σο, σκέ­φθη­κα: «Τώ­ρα θά φεύ­
γη τό λε­ω­φο­ρεῖ­ο. Ἀ­ναγ­κα­στι­κά θά βγῶ
αὔ­ριο». Καί ὁ Γέ­ρον­τας: «Κα­λά, κα­λά,
ἄν­τε πή­γαι­νε. Πάν­τως νά ξέ­ρης θά πε­ρι­
μέ­νης δύ­ο ὧ­ρες».
»Στίς Κα­ρυ­ές εἶ­δα κό­σμο καί τό λε­ω­
φο­ρεῖ­ο ἐ­κεῖ. Ρώ­τη­σα καί μοῦ εἶ­παν ὅ­τι
ξε­κί­νη­σε κα­νο­νι­κά, ἀλ­λά ὅ­ταν ἔ­φθα­σε
στήν Ἀ­θω­νιά­δα τό γύ­ρι­σαν πί­σω, γιά νά
πά­ρη μέ­σα καί ἀν­τι­προ­σώ­πους ἀ­πό τήν
Ἱ­ε­ρά Κοι­νό­τη­τα. Ἡ σύ­να­ξη ὅ­μως κα­θυ­
στέ­ρη­σε ἀρ­κε­τά. Πράγ­μα­τι, πε­ρί­με­να
δύ­ο ὧ­ρες μέ­χρι νά ξε­κι­νή­σου­με».
ρί­με­ναν νά πά­ρουν τήν εὐ­χή τοῦ Γέ­ρον­
τα. Μό­λις ἀν­τί­κρυ­σαν τό θέ­α­μα αὐ­τό, ὁ
σύ­ζυ­γος εἶ­πε ἀ­πο­φα­σι­στι­κά:
― Πᾶ­με νά φύ­γου­με. Ἀ­δύ­να­τον νά
πε­ρι­μέ­νω­με τό­ση ὥ­ρα.
»Δέν πρό­λα­βε νά ὁ­λο­κλη­ρώ­ση καί
ἀ­πό μα­κριά ξε­πρό­βα­λε ὁ Γέ­ρον­τας καί
μό­λις πλη­σί­α­σε, εἶ­πε στήν μιά κό­ρη:
― Πε­ρᾶ­στε ἐ­σεῖς, ἐ­πει­δή βι­ά­ζε­ται ὁ
πα­τέ­ρας σου. (Φυ­σι­κά, ἦ­ταν ἀ­δύ­να­τον
νά εἶ­χε ἀ­κού­ση).
Στήν ἀσθενή εἶπε:
― Δέν εἶ­ναι θέ­λη­μα Θε­οῦ νά γί­νης
κα­λά. Αὐ­τό εἶ­ναι τό πραγ­μα­τι­κό σου
συμ­φέ­ρον.
Ἀλ­λά μέ­χρι τέ­λους, δέν θά ξα­να­πο­
νέ­σης. Δέν θά χρεια­σθῆ νά πά­ρης οὔ­τε
ἀ­σπι­ρί­νη. Ὅ­πως καί πράγ­μα­τι συ­νέ­βη».
»Τά ἀ­νω­τέ­ρω δι­η­γή­θη­κε ἡ μί­α ἀ­πό
τίς θυ­γα­τέ­ρες πού ἦ­ταν αὐ­τό­πτης καί
αὐ­τή­κο­ος μάρ­τυ­ρας στόν πα­πα–Δαυ­ΐδ.
Ὁ κ. Γ. ἀ­πό Ρ. Χαλ­κι­δι­κῆς ἦ­ταν ἀ­πα­
ρη­γό­ρη­τος. Ὁ υἱ­ός του Σπυ­ρί­δων σέ ἀ­ε­
ρο­πο­ρι­κή ἄ­σκη­ση σκο­τώ­θη­κε. Ὁ συγ­κυ­
βερ­νή­της του κα­τώρ­θω­σε νά δι­α­σω­θῆ.
Πά­νω στόν πό­νο του, ὁ πα­τέ­ρας θε­ώ­ρη­σε
ὑ­πεύ­θυ­νο τόν δι­α­σω­θέν­τα καί σχε­δί­α­ζε
νά ἐκ­δι­κη­θῆ. Εἶ­χε μά­θη τήν δι­εύ­θυν­σή
του, τίς κι­νή­σεις του καί κα­τέ­στρω­νε τό
σχέ­διό του, πῶς θά τόν σκο­τώ­ση. Κά­ποι­οι
γνω­στοί του τόν ἔ­πει­σαν νά ἐ­πι­σκε­φθοῦν
46
μα­ζί τόν Γέ­ρον­τα καί νά τοῦ πῆ τόν πό­νο
του. Μό­λις ἔ­φθα­σαν στήν «Πα­να­γού­δα»,
πε­ρί τό 1991, ὁ Γέ­ρον­τας τόν ἔ­βα­λε νά κα­
θή­ση κον­τά του καί τοῦ εἶ­πε: «Μήν στε­
νο­χω­ρι­έ­σαι. Ἐ­κεῖ πού εἶ­ναι ὁ γυι­ός σου
εἶ­ναι πο­λύ κα­λά. Τά λό­για αὐ­τά ἀλ­λά καί
τό δι­ο­ρα­τι­κό χά­ρι­σμα τοῦ Γέ­ρον­τα, πού
τά ἐ­πε­σφρά­γι­ζε, ἐ­νήρ­γη­σαν σάν βάλ­σα­μο
στήν πα­τρι­κή καρ­διά. Μα­λά­κω­σε ὁ πό­νος
του καί ὁ Γέ­ρον­τας κέρ­δι­σε τήν ἐμ­πι­στο­
σύ­νη του. Ὅ­μως ἡ ἐκ­δί­κη­ση, ἐκ­δί­κη­ση.
Γι᾿ αὐ­τό πῆ­ρε τόν Γέ­ρον­τα ἰ­δι­αι­τέ­ρως καί
τοῦ ἐ­ξο­μο­λο­γή­θη­κε τό σχέ­διό του. Στό τέ­
λος, τό­νι­σε μέ ἔμ­φα­ση:
― Γέ­ρον­τα, δέν γί­νε­ται, ὁ­πωσ­δή­πο­τε
θά τόν σκο­τώ­σω.
― Ἐν­τά­ξει, ρέ παι­δί⋅ ὅ­μως ὄ­χι θά τόν
σκο­τώ­σης, θά τόν σφά­ξης.
Πῆ­γε μέ­σα στό Κελ­λί καί ὕ­στε­ρα ἀ­πό
λί­γο γύ­ρι­σε μέ ἕ­να με­γά­λο ὀ­δον­τω­τό μα­
χαί­ρι.
― Νά, πά­ρε⋅ μ᾿ αὐ­τό θά τόν σφά­ξης,
τοῦ εἶ­πε, δί­νον­τάς του τό μα­χαί­ρι.
Ἔ! αὐ­τό ἦ­ταν! Μό­λις ἔ­πια­σε ὁ κ. Γ. τό
μα­χαί­ρι, κά­τι συ­νέ­βη μέ­σα του. Τό πα­ρά­
λο­γο πά­θος ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε!!! Ἠ­ρέ­μη­σε. Κα­
τά­λα­βε τήν ἀ­νο­η­σί­α του καί δα­κρυ­σμέ­νος
εὐ­χα­ρί­στη­σε τόν Γέ­ρον­τα.
Ἡ οὐράνια
μορφή του
Μαρ­τυ­ρί­αΠαύ­λου, Ἠ­πει­ρώ­του
Ἐ­γώ συ­νη­θι­σμέ­νος ἀ­πό ἕ­να κό­σμο
πού τό μό­νο πού ἄ­κου­γες ἦ­ταν γιά μά­
γους καί μέν­τιουμ, ἄ­γευ­στος τῆς Ἁ­γι­ό­
τη­τας, ἔ­βα­λα κα­κό λο­γι­σμό καί νό­μι­σα
ὅ­τι ὁ Γέ­ρον­τας ἦ­ταν μά­γος χω­ρίς ὅ­μως
καί νά τό βά­ζω στήν καρ­διά μου τόν λο­
γι­σμό αὐ­τό, δέν ξέ­ρω για­τί συ­νά­μα εἶ­χα
μιά γλύ­κα στήν καρ­διά. Καί ὄν­τως δέν
δι­α­ψεύ­στη­κα, ὅ­ταν με­τά ἀ­πό λί­γες μέ­
ρες μέ τόν φί­λο καί ξά­δελ­φό μου Ἰ­ω­άν­νη
ἐ­πι­σκε­φτή­κα­με τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί τόν
Γέ­ρον­τα.
»Θυ­μᾶ­μαι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, ὅ­τι ἀ­πό
τήν στιγ­μή πού μπή­κα­με στό πλοῖ­ο ἀ­πό
Οὐ­ρα­νού­πο­λη γιά Δάφ­νη καί μέ­χρι τίς
Κα­ρυ­ές, ὅ­λες οἱ συ­ζη­τή­σεις πε­ρι­στρε­φό­
ταν γύ­ρω ἀ­πό τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο καί
τά θαυ­μα­στά γε­γο­νό­τα πού συ­νέ­βαι­ναν
στούς προ­σκυ­νη­τές. Φθά­νον­τας στίς Κα­
ρυ­ές, κα­τη­φο­ρή­σα­με γιά δι­α­νυ­κτέ­ρευ­
ση στή Μο­νή Ἰ­βή­ρων, περ­νών­τας δί­πλα
ἀ­πό τό Κελ­λί τοῦ Γέ­ρον­τα, «τήν Πα­να­
γού­δα», ἀλ­λά ἀ­φή­σα­με τήν ἐ­πί­σκε­ψη γιά
τήν ἐ­πι­στρο­φή⋅ αὐ­τά Κα­θα­ρά Δευ­τέ­ρα
τοῦ 1991.
»Προ­σκυ­νή­σα­με τήν Πορ­τα­ΐ­τισ­σα
γε­μᾶ­τοι δέ­ος καί θαυ­μα­σμό γιά τήν θαυ­
μα­τουρ­γή αὐ­τή εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας
μας, φεύ­γον­τας τήν ἄλ­λη μέ­ρα γιά τήν
Φι­λο­θέ­ου. Δι­α­νυ­κτε­ρεύ­σα­με τό βρά­δυ
στήν Φι­λο­θέ­ου, στήν πα­ρέ­α μας προ­στέ­
θη­κε ἕ­νας Ἱ­ε­ρέ­ας, ἕ­νας ὑ­πο­ψή­φιος ἱ­ε­ρέ­ας
καί ἕ­νας Θε­ο­λό­γος. Γί­να­με μί­α πα­ρέ­α καί
τήν ἑ­πο­μέ­νη ἀ­πο­φα­σί­σα­με νά πᾶ­με ὅ­λοι
μα­ζί πί­σω στίς Κα­ρυ­ές. Ὅ­μως δη­μι­ουρ­
γή­θη­κε δί­λημ­μα, για­τί οἱ μι­σοί θέ­λα­νε νά
πᾶ­με ἀ­πό τό μο­νο­πά­τι Φι­λο­θέ­ου–Κα­ρυ­
ές καί οἱ ἄλ­λοι ἀ­πό τόν δρό­μο πού περ­
νά­ει ἀ­πό Ἰ­βή­ρων. Τε­λι­κά ἐ­πι­κρά­τη­σε ἡ
ἄ­πο­ψη νά πᾶ­με ἀ­πό τόν δρό­μο. Εὐ­τυ­χῶς
δη­λα­δή, για­τί ἄν πη­γαί­να­με ἀ­πό πά­νω,
ἴ­σως δέν θά περ­νού­σα­με ἀ­πό τό Κελ­λί
τοῦ γέ­ρον­τος Πα­ϊ­σί­ου. Καί αὐ­τό φά­νη­κε
ὅ­τι ἦ­ταν οἰ­κο­νο­μί­α Θε­οῦ, για­τί καί ἀ­πό
κά­τω ἀ­πό τή δη­μο­σιά περ­νοῦ­σαν αὐ­το­
κί­νη­τα ἄ­δεια καί στά νεύ­μα­τα νά στα­μα­
τή­σουν, δέν τό ἔ­κα­νε κα­νείς, σέ ση­μεῖ­ο
πού ὁ ἱ­ε­ρέ­ας τῆς πα­ρέ­ας σκαν­δα­λι­σθείς
ἀ­πο­ροῦ­σε, για­τί νά συμ­βαί­νη αὐ­τό, γιά
«Νέ­ος ἀ­κό­μα εὑ­ρι­σκό­με­νος στήν
Ἀ­θή­να καί ἐ­πα­να­κάμ­πτων στήν Ἁ­γί­α
μας Ἐκ­κλη­σί­α με­τά ἀ­πό μιά μα­κρά πε­
ρι­πλά­νη­ση στό ἀ­πό­λυ­το τί­πο­τα, ἄ­κου­σα
ἀ­πό τόν ἀ­δελ­φι­κό μου φί­λο Ἰ­ω­άν­νη γιά
τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο. Συγ­κε­κρι­μέ­να, μοῦ
εἶ­πε, ὅ­τι ὑ­πάρ­χει στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος ἕ­νας
Γέ­ρον­τας πού σέ φω­νά­ζει μέ τό ὄ­νο­μά
σου καί ἄλ­λα θαυ­μά­σια.
47
νά λά­βη τήν ἀ­πάν­τη­ση ἀ­πό κά­ποι­ον τῆς
πα­ρέ­ας ὅ­τι, παπ­πού­λη, «κά­θε ἐμ­πό­διο γιά
κα­λό», πού λέ­ει καί ὁ λα­ός.
»Ἐ­άν μᾶς ἔ­παιρ­ναν ὅ­μως τά τζίπ, θά
πη­γαί­να­με κα­τευ­θεῖ­αν στίς Κα­ρυ­ές, ὁ­πό­
τε πά­λι ἴ­σως δέν περ­νού­σα­με ἀ­πό τόν
Γέ­ρον­τα. Τέ­λος πάν­των μέ τά πολ­λά,
ἀ­νη­φο­ρί­ζου­με τό μο­νο­πά­τι Ἰ­βή­ρων–Κα­
ρυ­ές πού περ­νά­ει ἀ­πό τήν «Πα­να­γού­δα»,
ἀ­φοῦ προ­η­γου­μέ­νως προ­σκυ­νή­σα­με βε­
βαί­ως με­τά πολ­λῆς χα­ρᾶς τήν Πορ­τα­ΐ­τισ­
σά μας.
Στήν δι­α­δρο­μή ὅ­μως, προ­έ­κυ­ψε πρό­
βλη­μα μέ τόν ὑ­πο­
ψή­φιο ἱ­ε­ρέ­α τῆς πα­
ρέ­ας, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε
κά­ποι­ο πρό­βλη­μα
στό γό­να­το καί λό­
γῳ τῆς ἀ­νη­φό­ρας
δυ­σκο­λευ­ό­ταν στό
περ­πά­τη­μα, μέ ἀ­πο­
τέ­λε­σμα νά μέ­νη
πί­σω. Τε­λι­κά, μέ τά
πολ­λά φθά­νου­με στό
Κα­λύ­βι τοῦ Γέ­ρον­
τα, ὁ ὁ­ποῖ­ος μᾶς ὑ­πο­
δέ­χθη­κε καί μᾶς κέ­
ρα­σε δύ­ο φο­ρές λου­
κού­μι, κα­τα­λα­βαί­
νον­τας ὅ­τι εἴ­μα­στε
καί λί­γο νη­στι­κοί,
ἀ­φοῦ ἦ­ταν πε­ρί­ο­δος
Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς.
»Ἐ­νῶ ρω­τοῦ­σε,
«τί δου­λειά κά­νει ὁ κα­θέ­νας», φθά­νον­τας
στόν ὑ­πο­ψή­φιο ἱ­ε­ρέ­α, τοῦ λέ­ει, «ἐ­σέ­να
παλ­λη­κά­ρι, τί σοῦ συμ­βαί­νει;». Αὐ­τός
ἔκ­πλη­κτος, τοῦ λέ­ει, ὅ­τι «δυ­σκο­λεύ­ε­ται
πο­λύ μέ τό πό­δι του καί γιά ἕ­να λό­γο
ἴ­σως πα­ρα­πά­νω, ἐ­πει­δή θά γι­νό­ταν καί
ἱ­ε­ρεύς».
Ὁ­πό­τε ὁ Γέ­ρον­τας χα­ϊ­δεύ­ον­τας τό κε­
φά­λι του, τοῦ λέ­ει, ὅ­τι αὐ­τό δέν εἶ­ναι τί­
πο­τα καί θά πε­ρά­ση. Δέν θά ξε­χά­σω ἐ­κεί­
νη τήν στιγ­μή, ἔ­χον­τας ἀ­πέ­ναν­τί μου τόν
Γέ­ρον­τα, μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι «εἶ­δα τόν Θε­ό».
Τό πρό­σω­πό του ἔ­λαμ­πε μέ μιά ὑ­περ­
κό­σμια λάμ­ψη καί γλυ­κύ­τη­τα, πού δέν
μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­δο­θῆ μέ γή­ϊ­να λό­για, ἀλ­λά
μι­λᾶ, κεν­τρί­ζει κα­τευ­θεῖ­αν τήν καρ­διά.
Ὄν­τως μο­να­δι­κή ἐμ­πει­ρί­α. Ἀ­πό τήν μί­α
με­ριά ὁ κό­σμος τῆς ὕ­λης καί ὁ κου­ρα­σμέ­
νος ἄν­θρω­πος τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας καί
ἀ­πό τήν ἄλ­λη ἡ οὐ­ρά­νια μορ­φή τοῦ Γέ­
ρον­τα, ἡ ἀ­πό­λυ­τη ἀν­τί­θε­ση. Ἐ­κεί­νη τήν
στιγ­μή οὔ­τε θαύ­μα­τα ἀ­να­ζη­τού­σα­με, οὔ­
τε λό­γους, ἀλ­λά ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κή πλη­ρό­τη­τα
σέ κά­νει νά ἀ­να­φω­νῆς μέ­σα σου, «Πά­τερ,
μοῦ φθά­νει μό­νο καί μό­νο πού σέ βλέ­
πω, δέν χρει­ά­ζε­ται τί­πο­τα ἄλ­λο». Ξαφ­νι­
κά αὐ­τό τό «ὄ­νει­ρο» τό στα­μα­τά­ει ἕ­νας
θό­ρυ­βος ἀν­θρώ­πων, πού ἐρ­χό­ταν πά­νω
ἀ­πό τό μο­νο­πά­τι
πού κα­τε­βαί­νει ἀ­πό
Κα­ρυ­ές.
»Μᾶς ἀ­φή­νει
πρός στιγ­μήν ὁ Γέ­
ρον­τας καί πλη­σιά­
ζει στό σύρ­μα, ρω­
τών­τας, τί συμ­βαί­
νει. Οἱ δύ­ο ἄν­τρες
πού κου­βα­λοῦσα­ν
ἕ­να μι­κρό παι­δί,
γύ­ρω στά 10–12 σέ
ἄ­σχη­μη κα­τά­στα­ση,
ἀ­πάν­τη­σαν ὅ­τι ἔρ­
χον­ται ἀ­πό τήν Γερ­
μα­νί­α, Ἕλ­λη­νες με­
τα­νά­στες. Ὁ Γέ­ρον­
τας στε­νο­χω­ρέ­θη­κε
καί τούς εἶ­πε ὅ­τι,
«μό­νο γράμ­μα ἔ­πρε­
πε νά στεί­λουν γιά
νά μήν τα­λαι­πω­ρή­σουν τό παι­δί». Τέ­λος
πάν­των παίρ­νει τό παι­δί, τό ἀ­σπά­στη­κε,
τόσταύ­ρω­σεκαίτούςἔ­βα­λενάκα­θή­σουν
στά κού­τσου­ρα τῆς αὐ­λῆς. Ἐν τῷ με­τα­ξύ
στρέ­φε­ται πρός τήν πα­ρέ­α μας καί μέ λί­
γο ἀ­πό­το­μο, ἀλ­λά πολύ εὐ­γε­νι­κό τρό­πο,
μᾶς εἶ­πε, «νά πᾶ­με στήν εὐ­χή τῆς Πα­να­
γί­ας μας, δι­ό­τι δέν ἔ­χου­με τί­πο­τε». Ἐ­μεῖς
λί­γο στε­νο­χω­ρη­μέ­νοι, δι­ό­τι ἡ συ­νο­μι­λί­α
μας μέ τόν Γέ­ρον­τα δι­α­κό­πη­κε μό­λις εἶ­
χε ἀρ­χί­σει, ἀλ­λά μέ μιά ἐ­σω­τε­ρι­κή χα­ρά
πή­ρα­με τό μο­νο­πά­τι γιά τίς Κα­ρυ­ές. Ἐ­νῶ
προ­χω­ρή­σα­με πε­ρί­που 200–300 μέ­τρα,
ἀ­κοῦ­με τόν ὑ­πο­ψή­φιο ἱ­ε­ρέ­α νά μᾶς λέ­ει,
ὅ­τι ἀ­πό τήν ὥ­ρα πού φύ­γα­με ἀ­πό τό Κελ­
Ἀκούγοντας τήν ἐξαγόρευση λογισμῶν
48
λί τοῦ Γέ­ρον­τα, δέν αἰ­σθά­νε­ται κα­θό­λου
πό­νο στό πό­δι του καί ἀ­πό­δει­ξη αὐ­τοῦ,
ὅ­τι ἔ­τρε­χε μπρο­στά ἀ­πό μᾶς σάν λα­γός,
ἐ­νῶ προ­η­γου­μέ­νως δέν μπο­ροῦ­σε καί μέ
δυ­σκο­λί­α ἀ­νέ­βη­κε τήν ἀ­νη­φό­ρα.
»Χα­ρού­με­νη ὅ­λη ἡ πα­ρέ­α κα­τα­λή­
ξα­με γιά δι­α­νυ­κτέ­ρευ­ση στήν Ἱ. Μο­νή
Κου­τλου­μου­σί­ου. Τήν ἑ­πο­μέ­νη τό πρωΐ
ἀ­νε­βή­κα­με Κα­ρυ­ές καί πε­ρι­μέ­να­με στό
κα­φε­νεῖ­ο τό λε­ω­φο­ρεῖ­ο γιά νά πε­ρά­σου­με
στήν ἄλ­λη πλευ­ρά
τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους.
Ξαφ­νι­κά, ἐ­κεῖ πού
πί­να­με τόν κα­φέ,
βλέ­που­με νά μπαί­
νουν μέ­σα ἡ χτε­σι­
νή πα­ρέ­α πού ἀ­φή­
σα­με στήν «Πα­να­
γού­δα».
Καί φυ­σι­κά γε­
μά­τοι πε­ρι­έρ­γεια,
ρω­τή­σα­με τί συ­
νέ­βη με­τά, ὅ­ταν
μᾶς «ἔ­δι­ω­ξε» ὁ Γέ­
ρον­τας. (Πα­ρεμ­
πι­πτόν­τως, αὐ­τό
τό γε­γο­νός ἀ­πο­
δει­κνύ­ει καί τήν
τα­πει­νο­φρο­σύ­νη
του).
Ὁ πα­τέ­ρας τοῦ
παι­διοῦ, μᾶς ἐ­ξη­
γοῦ­σεμέκλάμ­μα­τα
στά μά­τια, ὅ­τι ζεῖ
χρό­νια στήν Γερ­
μα­νί­α καί τό παι­δί
του εἶ­χε κά­ποι­ο πρό­βλη­μα ὑ­γεί­ας, πού
ἐ­μεῖς δέν μπο­ρέ­σα­με νά κα­τα­λά­βου­με τί
ἀ­κρι­βῶς ἦ­ταν καί γύ­ρι­σε ὅ­λους τούς για­
τρούς τοῦ κό­σμου χω­ρίς για­τριά καί ὅ­τι
ὁ Γέ­ρον­τας σέ μί­α μό­νο στιγ­μή, μέ τήν
προ­σευ­χή του γι­ά­τρε­ψε τό παλ­λη­κα­ρά­κι
πού στε­κό­ταν νη­φά­λιο καί χα­ρού­με­νο δί­
πλα του, ἐ­νῶ τήν προ­η­γού­με­νη ἦ­ταν ἕ­να
κου­βά­ρι πού τόν ἔ­φερ­ναν ση­κω­τό.
Ὅ­λοι δα­κρύ­σα­με καί δο­ξά­σα­με τόν
Θε­ό πού καί στά ἔ­σχα­τα ἔ­χει Ἁ­γί­ους δού­
λους του. Ὁ πα­τέ­ρας ἔ­κλαι­γε καί ἔ­λε­γε,
ὅ­τι γνώ­ρι­σε τήν ἀ­λή­θεια καί πλέ­ον δέν
ἐ­πι­θυ­μεῖ κά­τι ἄλ­λο καί τήν πε­ρι­ου­σί­α
του ἀ­κό­μη νά τήν μοι­ρά­ση δέν τόν πει­
ρά­ζει, στήν ὁ­ποί­α προ­φα­νῶς εἶ­χε δώ­σει
ὅ­λη τήν δύ­να­μη πρίν γνω­ρί­σει τόν Χρι­
στό.
»Ἐ­πί­σης ἄλ­λη μί­α φο­ρά, συ­νάν­τη­σα
τόν Γέ­ρον­τα τόν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 1993.
Εἶ­χε βγεῖ ἐ­κεῖ στό σύρ­μα καί εἶ­χε ἁ­πλώ­
σει τά χέ­ρια του τεν­τω­μέ­να, ἔ­μοια­ζε σάν
τόν Ἐ­σταυ­ρω­μέ­
νο. Ἔ­δει­χνε πο­λύ
κα­τα­βε­βλη­μέ­νος,
ἀλ­λά μᾶς εἶ­πε δυ­ό
λό­για. Τό­τε βρῆ­κα
εὐ­και­ρί­α νά τοῦ βά­
λω με­τά­νοι­α καί νά
ζη­τή­σω συγ­γνώ­μη
γιά τόν κα­κό λο­γι­
σμό μου πού τόν
πέ­ρα­σα γιά μά­γο. Ὁ
Γέ­ρον­τας, ὅ­ταν τοῦ
εἶ­πα, «κά­πο­τε εἶ­χα
κα­κό λο­γι­σμό γιά
σᾶς», ἔ­βα­λε τά γέ­λια
παρ᾿ ὅ­τι πο­νοῦ­σε
καί μοῦ λέ­ει, «κα­
λά ἔ­κα­νες καί εἶ­χες
κα­κό λο­γι­σμό», χα­ϊ­
δεύ­ον­ταςταυ­τό­χρο­
να τήν ἁ­μαρ­τω­λή
κε­φα­λή μου. Ἀ­πό­
δει­ξη καί αὐ­τό τῆς
τα­πεί­νω­σής του.
Ἐν τῷ με­τα­ξύ, τήν
ἴ­δια στιγ­μή ἦρ­θαν
δύ­ο νέ­οι, οἱ ὁ­ποῖ­οι καί ἀ­πό μα­κρυ­ά φαι­
νό­ταν τό ἀ­κα­τά­στα­τον τῆς ψυ­χῆς τους.
Ὁ Γέ­ρον­τας μό­λις τούς ἀν­τί­κρυ­σε, τούς
λέ­γει, «ποῦ πᾶ­τε, εὐ­λο­γη­μέ­να, Πνευ­μα­
τι­κό ἔ­χε­τε;». «Ὄ­χι», ἀ­παν­τοῦν. «Νά πᾶ­τε
νά βρῆ­τε Πνευ­μα­τι­κό, νά μπῆ­τε σέ λο­γα­
ρια­σμό, τά­ξη, σει­ρά».
»Πήραμε τήν εὐχή του γιά τελευταία
φορά. «Δόξα Σοι ὁ Θεός»».
Ἀκούγοντας
τήν
ἐξαγόρευση
λογισμῶν
49
ΣΥΝΤΟΜΑ
ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Σ
υμ­μα­θη­τής του δι­η­γεῖ­ται, ὅ­τι
ὅ­ταν οἱ ἄλ­λοι μα­θη­τές πα­τοῦ­σαν
τίς μυρ­μηγ­κο­φω­λι­ές, ὁ Γέ­ρον­
τας, μι­κρό παι­δί τό­τε, τούς ἔ­λε­γε νά
προ­σέ­χου­ν νά μήν τίς πα­τᾶ­νε.
Τόν ἔ­παιρ­ναν κά­ποι­ες εὐ­λα­βεῖς γυ­
ναῖ­κες τῆς Κό­νι­τσας στό σπί­τι τους, ὅ­ταν
ἀ­κό­μα ἦ­ταν μι­κρό παι­δί, γιά νά προ­σεύ­
χε­ται γιά ἀρ­ρώ­στους πού εἶ­χαν καί γί­
νον­ταν ὑ­γι­εῖς.
Στή Μο­νή Στο­μί­ου, ὁ Γέ­ρον­τας εἶ­χε
βο­η­θό του τόν μι­κρό τό­τε Παν­τε­λῆ Ντζι­
νι­έ­ρη πού τόν ἄ­φη­νε στό Μο­να­στή­ρι καί
ὁ ἴ­διος ἀ­πο­τρα­βι­ό­ταν στό δά­σος νά προ­
σευ­χη­θῆ στήν ἡ­συ­χί­α. Ἔ­λε­γε ὅ­μως στόν
Παν­τε­λῆ, νά μήν ἀ­φή­νη νά περ­νᾶ­νε μέ­
σα στό Μο­να­στή­ρι ἄν­θρω­ποι οἱ ὁ­ποῖ­οι
δέν εἶ­χαν τήν κα­τάλ­λη­λη ἀμ­φί­ε­ση, δη­
λα­δή μέ παν­τε­λό­νια γυ­ναῖ­κες, μέ σόρ­τς
ἄν­τρες κ.τ.λ. Ὁ Παν­τε­λῆς ὅ­μως, ἐ­πει­δή
ἦ­ταν μι­κρός, ντρε­πό­ταν νά τούς ἐμ­πο­δί­
ση καί τούς ἔ­λε­γε «πε­ρά­στε γρή­γο­ρα νά
ἀ­νά­ψε­τε κε­ρί καί βγεῖ­τε γρή­γο­ρα μή­πως
ἔρ­θει ὁ Γέ­ρον­τας». Ἐ­πι­στρέ­φον­τας ὁ Γέ­
ρον­τας, τοῦ ἔ­κα­νε πα­ρα­τή­ρη­ση πού δέν
τή­ρη­σε τήν ἐν­το­λή πού τοῦ ἄ­φη­σε, για­τί
ἦ­ταν πο­λύ αὐ­στη­ρός σέ θέ­μα­τα ἐν­δυ­μα­
σί­ας. Καί ὁ Παν­τε­λῆς ἔ­με­νε μέ τήν ἀ­πο­
ρί­α, ποῦ τό ἤ­ξε­ρε ὁ Γέ­ρον­τας, ἀ­φοῦ ἔ­λει­
πε μέ­σα στό πυ­κνό δά­σος πού δέν φαί­νε­
ται τό Μο­να­στή­ρι. Ἀ­πό­δει­ξη αὐ­τό, τοῦ
προ­ο­ρα­τι­κοῦ καί δι­ο­ρα­τι­κοῦ χα­ρί­σμα­τός
του, πού εἶ­χε ἀ­πό νέ­ος ἀ­κό­μη μο­να­χός.
Δι­η­γεῖ­το εὐ­λα­βής
προ­σκυ­νη­τής ἐκ Κο­νί­τσης
«Κά­πο­τε, ἡ μη­τέ­ρα μου μα­ζί μέ ἄλ­
λους Κο­νι­τσι­ῶ­τες εἶ­χαν ἀ­νέ­βει στή Μο­
νή Στο­μί­ου γιά προ­σκύ­νη­μα. Ὅ­ταν θέ­
λη­σαν νά ἐ­πι­στρέ­ψουν, ἄρ­χι­σαν καί οἱ
πρῶ­τες στά­λες τῆς βρο­χῆς. Εἶ­χαν ἀ­νέ­βει
χω­ρίς ὀμ­πρέλ­λες καί τώ­ρα εἶ­χαν πρό­βλη­
50
μα. Ὁ Γέ­ρον­τας ξε­προ­βο­δί­ζον­τάς τους,
τούς εἶ­πε μέ βε­βαι­ό­τη­τα: «Πη­γαί­νε­τε καί
δέν θά σᾶς πει­ρά­ξη ἡ βρο­χή». Πράγ­μα­τι,
στό δρό­μο ἔ­βρε­χε καί μό­νο πά­νω ἀ­πό τά
κε­φά­λια τους δέν ἔ­βρε­χε. Θυ­μή­θη­καν τά
λό­για τοῦ Γέ­ρον­τα καί δό­ξα­σαν τόν Θε­ό
καί τήν Πα­να­γί­α».
Δι­η­γεῖ­το ἡ ἀ­δελ­φή
τοῦ Γέ­ρον­τα Χρι­στί­να
«Ἦρ­θα μί­α φο­ρά στό Στό­μιο νά δῶ
τόν Γέ­ρον­τα καί τοῦ ἔ­φε­ρα καί δύ­ο γά­τες,
για­τί εἶ­χε πολ­λά πον­τί­κια, σκέ­τη μά­στι­
γα. «Πά­τερ Πα­ΐ­σι­ε, λέ­ω, «σοῦ ἔ­φε­ρα τίς
γά­τες νά ἡ­συ­χά­σης ἀ­πό τά πον­τί­κια».
Τήν ἑ­πό­με­νη φο­ρά πού ἐ­πι­σκέ­φτη­κα
τήν Μο­νή, βλέ­πω μπαί­νον­τας στήν κου­
ζί­να ἕ­να σκεῦ­ος καί νά τρῶ­νε μα­ζί γά­τες
καί πον­τί­κια. Λέ­ω, «Γέ­ρον­τα, ἐ­γώ σοῦ
ἔ­φε­ρα τίς γά­τες νά φᾶ­νε τά πον­τί­κια καί
σύ τά τα­ΐ­ζεις ὅ­λα μα­ζί;».
Μοῦ λέ­ει, «ἄ­στα εὐ­λο­γη­μέ­νη, κρί­μα
καί αὐ­τά, ὅ­λοι τά κυ­νη­γᾶ­νε καί τά σκο­
τώ­νουν, πλά­σμα­τα τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι κι αὐ­
τά»!».
Δι­η­γεῖ­το ὁ Βα­σί­λει­ος Κί­τσιος,
γαμ­πρός ἀ­πό ἀ­νε­ψιά
τοῦ Γέ­ρον­τα
«Στό Στό­μιο πή­γαι­να συ­χνά καί γιά
ἐρ­γα­σί­ες, ἀλ­λά καί τήν ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α
τοῦ Γέ­ρον­τα. Πολ­λές φο­ρές, εὕ­ρι­σκα τόν
Γέ­ρον­τα νά ἔ­χη ξα­πλώ­σει σέ κά­τι πρό­χει­
ρα κα­τα­λύμ­μα­τα ὑ­πό­γεια καί ὑ­γρά, ἐ­νῶ
εἶ­χε δω­μά­τιο κα­τάλ­λη­λο γιά κελ­λί.
Μί­α φο­ρά, πού τόν βρῆ­κα σ᾿ αὐ­τή τήν
κα­τά­στα­ση, τοῦ λέ­ω, «για­τί δέν πᾶς, εὐ­
λο­γη­μέ­νε, νά κοι­μη­θῆς σάν ἄν­θρω­πος
στό κελ­λί σου;» καί μοῦ ἀ­παν­τᾶ: «Βα­σί­
λη, τό σαρ­κί­ον θέ­λει τα­λαι­πω­ρί­α, για­τί
μοιά­ζει σάν λέ­ων θη­ρι­ώ­δης, ἐ­άν τό πε­ρι­
ποι­ού­μα­στε πο­λύ»».
Δι­η­γεῖ­το
ὁ Κο­νι­τσι­ώ­της Παῦ­λος Σέρ­ρας
«Δέν θά ξε­χά­σω πο­τέ, ὅ­ταν ἤ­μουν μι­
κρός, μέ συ­νάν­τη­σε ὁ Γέ­ρον­τας πού εἶ­χε
κα­τέ­βει ἀ­πό τό Στό­μιο στήν Κό­νι­τσα καί
ξέ­ρον­τας τήν φτώ­χεια πού ὑ­πῆρ­χε, μοῦ
ἔ­δω­σε ἕ­να τάλ­λη­ρο καί μοῦ λέ­ει, «νά πά­
ρε­τε λί­γο λά­δι γιά τό σπί­τι» καί μᾶς ζέ­
στα­νε τήν καρ­διά μέ τήν συμ­πό­νοι­ά του
πα­ρά μέ τήν πο­σό­τη­τα τοῦ λα­διοῦ, πράγ­
μα πού ἔ­κα­νε μέ πολ­λούς ἐμ­πε­ρί­στα­τους
ἀ­δελ­φούς Κο­νι­τσι­ῶ­τες Χρι­στια­νούς καί
Μου­σουλ­μά­νους, κα­θώς μαρ­τυ­ρεῖ­ται
ἀ­πό πολ­λούς».
Δι­η­γεῖ­το
ὁ Ἀ­λέ­ξης Σέρ­ρας ἐκ Κο­νί­τσης
«Τήν ἐ­πο­χή πού ὁ Γέ­ρον­τας ἔ­με­νε στή
Μο­νή Στο­μί­ου, ἐ­γώ νε­α­ρός τσομ­πά­νος,
ἔ­βο­σκα τά πρό­βα­τά μου στά Σιά­δια τῆς
Μύ­γας (βο­σκό­το­πος τῆς Τύμ­φης, πλη­
σί­ον τῆς Κό­νι­τσας). Ἀ­πό και­ροῦ εἰς και­
ρόν ἀ­νε­βο­κα­τέ­βαι­να στήν Κό­νι­τσα γιά
ἀ­νε­φο­δια­σμό, περ­νών­τας πάν­τα βέ­βαι­α
ἀ­πό τό μο­να­στη­ρά­κι τῆς Πα­να­γί­ας καί
ἔ­βλε­πα καί τόν γε­ρo-Πα­ΐ­σιο. Μιά φο­ρά,
μπαί­νον­τας στό Μο­να­στή­ρι φω­νά­ζω τόν
Γέ­ρον­τα, ἀλ­λά δέν τόν βλέ­πω που­θε­νά.
Πη­γαί­νω πρός τό κελ­λί του καί ἀ­νοί­
γον­τας, βρί­σκω τόν Γέ­ρον­τα σέ κα­κή κα­
τά­στα­ση. Τοῦ λέ­ω, «τί σοῦ συμ­βαί­νει;».
Μοῦ λέ­ει, «Ἀ­λέ­ξη, δέν εἶ­μαι κα­λά, μᾶλ­
λον θά πε­θά­νω».
Καί μοῦ δί­νει ἕ­να βι­βλί­ο μέ τίς εἰ­
σπρά­ξεις τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ καί με­ρι­κά
ἄλ­λα πράγ­μα­τα νά τά πα­ρα­δώ­σω στόν
Δε­σπό­τη, ἔ­χον­τας τήν πε­ποί­θη­ση ὅ­τι ζεῖ
51
τίς τε­λευ­ταῖ­ες του στιγ­μές.
Κα­τά­λα­βα ὅ­τι ἔ­χει πά­ρει πνευ­μο­νί­α
καί σάν πρα­κτι­κός για­τρός, παίρ­νω
ἀ­πό τήν κου­ζί­να καυ­τε­ρές πι­πε­ρι­ές πού
ἔ­βα­ζαν στήν φα­σο­λά­δα, τίς στουμ­πί­ζω
καί πιά­νω, τόν τρί­βω στήν πλά­τη καί
τόν κου­κου­λώ­νω μέ με­ρι­κές κου­βέρ­τες,
μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά ἱ­δρώ­ση ὑ­περ­βο­λι­κά
καί νά ἀ­πο­βά­λη τό κρύ­ω­μα. Σώ­ζον­τας
ἔ­τσι τήν ζω­ή τοῦ Γέ­ρον­τα, προ­νοί­ᾳ ζῶν­
τος Θε­οῦ».
Δι­η­γεῖ­τοὁἀ­δελ­φός
τοῦΓέ­ρον­ταΡα­φα­ήλ
«Δι­η­γεῖ­το ὁ ἀ­δελ­φός τοῦ Γέ­ρον­τα Ρα­
φα­ήλ,γιάτήνἐγ­κρά­τειατοῦΓέ­ρον­τα,ὅ­τι
ὅ­ταν ἔ­φυ­γε νά κά­νη τήν ἀ­να­κο­μι­δή τῶν
Λει­ψά­νων τοῦ ἐν ἁ­γί­οις πα­τρός ἡ­μῶν Ἀρ­
σε­νί­ου τοῦ Καπ­πα­δό­κου στήν Κέρ­κυ­ρα,
τόν ἄ­φη­σε στό πό­δι του στό Μο­να­στή­ρι.
Πρίν φύ­γη, στρώ­σα­νε τρά­πε­ζα νά φᾶ­νε
κά­τι, αὐ­τός πῆ­ρε βι­α­στι­κά δύ­ο ἐ­λι­ές στό
χέ­ρι καί ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Γυρ­νών­τας με­τά
μί­α βδο­μά­δα, κα­τά συγ­κυ­ρί­α βρί­σκει τόν
ἀ­δελ­φό του νά εἶ­ναι πά­λι στήν τρά­πε­ζα
καί τοῦ λέ­ει χα­ρι­το­λο­γών­τας πα­ρά ἐ­λέγ­
χον­τας, «εὐ­λο­γη­μέ­νε, ἐ­γώ μέ δύ­ο ἐ­λι­ές
πῆ­γα στήν Κέρ­κυ­ρα καί γύ­ρι­σα καί σύ
ἀ­κό­μα τρῶς;»».
ΕἰρήνηςΚαραμουράτη-Μουρελάτου
ἀνεψιᾶςτοῦὁσίουΠαϊσίου,
κόρηςτῆςἀδελφῆςτουΖωῆς
«Ὁ ὅ­σιος Πα­ΐ­σιος φαι­νό­ταν ὅ­τι ἦ­ταν
ἐ­κλε­κτός τοῦ Θε­οῦ ἀ­πό νέ­ος. Ὅ­ταν ἤ­μα­
σταν μι­κρές (ἡ Στα­μα­τί­α καί ἡ Εἰ­ρή­νη,
κό­ρες τῆς ἀ­δελ­φῆς του Ζω­ῆς), πη­γαί­να­με
μα­ζί του στή Μο­νή Στο­μί­ου ἀ­πό ἕ­να μι­
κρό μο­νο­πά­τι, πε­ρί­που δύ­ο ὧ­ρες δι­α­δρο­
μή.
»Στό δρό­μο συ­ναν­τή­σα­με μί­α ἀρ­κού­
δα μέ δύ­ο μι­κρά ἀρ­κου­δά­κια πού μᾶς
ἔ­κλει­ναν τό μο­νο­πά­τι. Ὁ Γέ­ρον­τας, τούς
εἶ­πε: «Για­τί μᾶς κλεί­νε­τε τό δρό­μο; Πη­
γαί­νε­τε στόν δι­κό σας καί ἐ­μεῖς στόν δι­κό
μας» καί τό­τε οἱ ἀρ­κοῦ­δες ἔ­φυ­γαν. Συ­νε­
χί­σα­με τόν δρό­μο καί ὁ Γέ­ρον­τας ἔ­λε­γε
συ­νέ­χεια προ­σευ­χές μέ τό κομ­πο­σχοί­νι
του.
»Κά­ποι­α ἄλ­λη φο­ρά, ἡ ἀ­δελ­φή μου
Στα­μα­τί­α με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πό ἐ­μέ­να, θυ­
μᾶ­ται, ὅ­τι εἶ­χε πά­ει στή Μο­νή μα­ζί του.
Κα­θώς κοι­μό­ταν, κα­τά τήν διά­ρκεια τῆς
νύ­χτας ξύ­πνη­σε. Πῆ­γε νά δῆ ποῦ εἶ­ναι
ὁ θεῖ­ος. Φτά­νον­τας ἀ­πό τό κελ­λί στήν
ἐκ­κλη­σί­α δί­πλα, ἄ­νοι­ξε τήν πόρ­τα καί
ἄ­κου­γε ψαλ­μούς μέ τήν φω­νή τοῦ θεί­ου
νά ἔρ­χων­ται ἀ­πό τό Ἱ­ε­ρό, ὁ­πό­τε δέν φο­βή­
θη­κε σκε­πτό­με­νη ὅ­τι ἦ­ταν μέ­σα. Κά­θι­σε
στόν να­ό. Με­τά ἀ­πό κά­ποι­α ὥ­ρα, εἶ­δε τόν
Γέ­ρον­τα πού ἐρ­χό­ταν ἀ­πό τήν Κό­νι­τσα,
ὅ­που εἶ­χε πά­ει νά πά­ρη πε­τρέ­λαι­ο. Τῆς εἶ­
πε, ὅ­τι δέν τήν πῆ­ρε μα­ζί του γιά νά μήν
κου­ρα­στῆ καί τόν ρώ­τη­σε, «τό­τε ποι­ός
ἔ­ψελ­νε στό Ἱ­ε­ρό; νό­μι­σα ὅ­τι ἤ­σουν μέ­σα
καί ἔ­τσι κά­θι­σα καί πε­ρί­με­να».
»Ἄλ­λη φο­ρά, εἴ­μα­σταν μέ­σα στό Μο­
να­στή­ρι καί ὁ θεῖ­ος ἔ­ψαλ­λε. Κά­ποι­ος,
χτυ­ποῦ­σε τήν πόρ­τα, ὁ Γέ­ρον­τας ἄ­νοι­ξε
καί δέν ἦ­ταν κα­νείς. Ὁ Γέ­ρον­τας συ­νέ­χι­
σε νά προ­σεύ­χε­ται, λέ­γον­τάς μας νά μήν
ἀ­νη­συ­χοῦ­με.
»Ὅ­ταν κά­πο­τε ἕ­να φί­δι τσίμ­πη­σε τήν
ἀ­δελ­φή μου Στα­μα­τί­α, ὁ Γέ­ρον­τας σταύ­
ρω­σε ἐ­κεῖ­νο τό ση­μεῖ­ο καί τῆς εἶ­πε, «δέν
χρει­ά­ζε­ται νά πᾶ­με στό για­τρό, θά γί­νης
κα­λά», καί ὄν­τως ἔ­τσι ἔ­γι­νε.
»Θυ­μᾶ­μαι ἐ­πί­σης πο­λύ κα­λά καί τό
εἶ­δα μέ τά ἴ­δια μου τά μά­τια τό ἑ­ξῆς γε­γο­
νός: Στό σπί­τι μας εἴ­χα­με ἕ­να ἄ­λο­γο κα­
θώς οἱ γο­νεῖς μου ἦ­ταν γε­ωρ­γοί. Κά­πο­τε,
εἶ­χε πέ­σει κά­τω, ἦ­ταν ἀ­κί­νη­το βγά­ζον­τας
ἔ­ξω τή γλῶσ­σα του. Ἡ μη­τέ­ρα μου Ζω­ή
ἦ­ταν πο­λύ στε­νο­χω­ρη­μέ­νη, για­τί μέ τό
ἄ­λο­γο με­τα­φέ­ρα­με ὅ­λα τά τρό­φι­μα, τρι­
52
φύλ­λια καί λοι­πά.
»Ἦρ­θε ὁ θεῖ­ος γιά νά τοῦ δώ­σου­με
ψω­μί πού εἶ­χε ζυ­μώ­σει ἡ μη­τέ­ρα μου.
Τήν ρώ­τη­σε: «Ἀ­δελ­φή, για­τί κλαῖς;». Καί
τοῦ ἀ­πάν­τη­σε: «Τό ἄ­λο­γο ψο­φά­ει καί δέν
μπο­ρῶ νά πά­ω στόν κάμ­πο νά πάω στόν
ἄν­τρα μου πού πε­ρι­μέ­νει». Τό­τε ὁ Γέ­ρον­
τας, τῆς εἶ­πε: «Μή στε­νο­χω­ρι­έ­σαι Ζω­ή
καί τό ἄ­λο­γο θά γί­νη κα­λά». Μπῆ­κε στό
σταῦ­λο, ἔ­κλει­σε τήν πόρ­τα καί με­τά ἀ­πό
λί­γο ἄ­νοι­ξε καί τό ἄ­λο­γο βγῆ­κε μέ ζω­η­
ρά βή­μα­τα. Ἡ μη­τέ­ρα μου τόν ρώ­τη­σε
«ἀ­δελ­φέ, τί τοῦ ἔ­κα­νες;» καί τῆς ἀ­πάν­τη­
σε: «Ὄ­χι ἐ­γώ, ἡ δύ­
να­μη τοῦ Κυ­ρί­ου».
»Κά­ποι­α ἄλ­λη
φο­ρά, πού εἶ­χε κα­
τέ­βει ἀ­πό τό Μο­
να­στή­ρι καί εἶ­χε
ἔρ­θει σπί­τι γιά νά
ξε­κου­ρα­στῆ, νά
μᾶς δῆ καί νά τοῦ
δώ­σου­με ψω­μί καί
τρό­φι­μα γιά νά πά­
ρη μα­ζί του, μι­λοῦ­
σε ἐμ­πι­στευ­τι­κά
στόν πα­τέ­ρα μου
Νι­κό­λα­ο καί ἐ­γώ
τόν ἄ­κου­σα κα­θώς
ἤ­μουν στό δι­πλα­νό
δω­μά­τιο.
Τοῦ ἔ­λε­γε, ὅ­τι
κα­θώς ἦ­ταν στό Μο­να­στή­ρι τόν πή­ρα­νε
κά­ποι­οι πει­ρα­σμοί, εἶ­χε νοι­ώ­σει κά­τι νά
τόν σπρώ­χνη γιά νά τόν ρί­ξη στόν γκρε­
μό. (Τό ὕ­ψος στή Μο­νή Στο­μί­ου εἶ­ναι
πο­λύ με­γά­λο, κα­θώς ἔ­χει βα­θειά χα­ρά­δρα
καί κά­τω περ­νᾶ ὁ Ἀ­ῶ­ος πο­τα­μός, τό­σο
πού ἀν­θρώ­πι­νο μά­τι δέν βλέ­πει κα­θα­ρά
κά­τω.
Στό ση­μεῖ­ο ἐ­κεῖ­νο καί σή­με­ρα ὑ­πάρ­
χει ἕ­νας με­γά­λος Σταυ­ρός). Ἔ­νοι­ω­σε κά­
ποι­α δύ­να­μη, θε­ώ­ρη­σε ὅ­τι ἦ­ταν ἡ Πα­να­
γί­α πού τόν φύ­λα­ξε.
Δέν εἶ­χε πά­θει τί­πο­τε. Καί εἶ­πε στόν
πα­τέ­ρα μου: «Μήν τό πῆς που­θε­νά καί
φο­βη­θῆ ὁ κό­σμος».
Βα­σί­λη Μου­ρε­χί­δη, Κό­νι­τσα
«Ἀ­πό τό 1960 ἕ­ως τό 1962, ἐρ­χό­μουν
στό μο­να­στή­ρι Στο­μί­ου σάν μι­κρό παι­δά­
κι τά κα­λο­καί­ρια καί τό Πά­σχα καί Σαβ­
βα­το­κύ­ρια­κα, για­τί ἤ­μουν τό ἀ­γα­πη­μέ­νο
του παι­δί ἀπ᾿ τήν κά­τω Κό­νι­τσα.
»Θυ­μᾶ­μαι, τά βρά­δια ὅ­ταν προ­σευ­χό­
ταν στό κελ­λί, ἡ νύ­χτα γί­νον­ταν μέ­ρα κι
ἐ­γώ ρω­τοῦ­σα τόν Γέ­ρον­τα, «τί φῶς δυ­να­
τό εἶ­ναι αὐ­τό» καί μοῦ ἀ­παν­τοῦ­σε, «γύρ­
να ἀπ᾿ τή με­ριά τοῦ τοί­χου καί σκε­πά­σου
μέ τήν κου­βέρ­τα καί μή φο­βᾶ­σαι, σέ προ­
στα­τεύ­ω ἐ­γώ». Αὐ­τό συ­νέ­βαι­νε καί ὅ­ταν
ἤ­μα­σταν στήν ἐκ­κλη­σί­α, σχε­τι­κά μέ τό
φῶς.
»Με­ρι­κές φο­ρές, ἄ­κου­γα συ­ζή­τη­ση μέ
γυ­να­κεί­α φω­νή ὅ­ταν ὁ Γέ­ρον­τας προ­σευ­
χό­ταν κι ὅ­ταν τόν ρω­τοῦ­σα, μοῦ ἀ­παν­
τοῦ­σε, «θά κα­τα­λά­βης ὅ­ταν με­γα­λώ­σης».
Τώ­ρα πού εἶ­μαι με­γά­λος, συ­νει­δη­το­ποί­
η­σα ὅ­τι ὁ Γέ­ρον­τας μι­λοῦ­σε μέ τήν Πα­
να­γί­α.
»Κά­πο­τε, ἦρ­θαν 35 ἄν­θρω­ποι νά προ­
σευ­χη­θοῦν. Ὁ Γέ­ρον­τας, φώ­να­ξε μί­α γυ­
ναί­κα μέ τό ὄ­νο­μά της Εὐ­αγ­γε­λί­α καί τῆς
εἶ­πε: «Ὁ ἄν­δρας σου θά γί­νη κα­λά (ἦ­ταν
53
στό τε­λευ­ταῖ­ο στά­διο τοῦ καρ­κί­νου),
πρό­σε­ξε τήν καρ­διά σου νά μήν ἀ­φή­σης
ὀρ­φα­νά τά παι­διά σου».
»Με­ρι­κές φο­ρές, ἔ­φευ­γε ἀπ᾿ τό Μο­
να­στή­ρι καί δέν ἤ­ξε­ρα ποῦ ἦ­ταν. Τόν
ἔ­ψα­χνα καί τόν ἔ­βλε­πα ἀ­πέ­ναν­τι στούς
γκρε­μούς νά περ­πα­τά­η σάν κα­τσί­κι καί
σέ λί­γο ἐ­πέ­στρε­φε.
»Τοῦ ἔ­λε­γα, ὅ­τι «θέ­λω
νά γί­νω κα­λό­γε­ρος» καί μοῦ
ἀ­παν­τοῦ­σε, «κα­λό­γε­ρος δέν
θά γί­νης, θά γί­νης ὅ­μως κα­
λός ἄν­θρω­πος».
»Ἐρ­χό­ταν Πά­σχα κι ἔ­λε­
γα ὅ­τι τ᾿ ἄλ­λα παι­διά θά ᾿χουν
γε­ρά αὐ­γά κι ἐ­γώ δέν θά μπο­
ρῶ νά τά τσουγ­κρί­σω καί νά
τά σπά­ω. Τό­τε αὐ­τός, ἐ­πει­δή
ἦ­ταν τορ­να­δό­ρος κι εἶ­χε τόρ­
νο, μοῦ ἔ­φτεια­ξε ἕ­να ξύ­λι­νο
αὐ­γό κι ἐ­γώ τόν ρώ­τη­σα, «ἄν
πει­ρά­ζη πού θά χαι­ρό­μουν
μ᾿ ἕ­να ψεύ­τι­κο αὐ­γό» καί
μοῦ ἀ­πάν­τη­σε, «ἡ χα­ρά τοῦ
παι­διοῦ πο­τέ δέν εἶ­ναι ἁ­μαρ­
τί­α».
»Μιά φο­ρά, εἶ­χαν ἔλ­θει
δύ­ο Ἰν­δοί πού μι­λοῦ­σαν Ἑλ­
λη­νι­κά, ὁ ἕ­νας ἦ­ταν γκου­ρού
καί κά­τι προ­σπά­θη­σε νά τόν
πει­ρά­ξη.
Τό­τε ὁ Γέ­ρον­τας, τόν πρό­
στα­ξε νά κά­τση πέν­τε λε­πτά ἀ­κί­νη­τος.
Αὐ­τός ἔ­μει­νε ἀ­κί­νη­τος κι ὕ­στε­ρα ἄρ­χι­σε
νά τρέ­χη, ἐ­νῶ ὁ ἄλ­λος Ἰν­δός τόν πα­ρα­κα­
λοῦ­σε νά μεί­νη καί τόν φώ­να­ζε νά γυ­ρί­
ση πί­σω. Φί­λη­σε τό χέ­ρι τοῦ Γέ­ρον­τα κι
ἔ­φυ­γε κι αὐ­τός.
»Ὅ­ταν εἶ­χαν ἔλ­θη κά­ποι­οι Κύ­πριοι
φοι­τη­τές, τούς εἶ­χε πεῖ καί εἶ­χε προ­βλέ­
ψει τήν εἰ­σβο­λή τῶν Τούρ­κων τό ᾿64 καί
τό ᾿74».
Μιά φο­ρά, κα­τέ­βη­καν δύ­ο πα­τέ­ρες νά
τόν δοῦ­ν στό Κα­λύ­βι του.
Ἦ­ταν χει­μώ­νας καί τόν βρῆ­καν μό­νο
του ἔ­ξω ἀ­πό τό Κα­λύ­βι. Ἦ­ταν κά­τω ἀ­πό
τήν μι­κρή ἁ­πλω­τα­ριά του καί εἶ­χε μα­ζέ­
ψει ἕ­να μι­κρό σω­ρό ἀ­πό ξύ­λα σέ με­γά­λο
μέ­γε­θος καί τά πε­τοῦ­σε ἀ­πό κά­τω, πά­νω
στήν ἁ­πλω­τα­ριά.
Εἶ­χε ἀ­φή­σει ἕ­να μι­κρό ἄ­νοιγ­μα στά
κάγ­κε­λα τῆς ἁ­πλω­τα­ριᾶς καί ἀ­πό τό
ἄ­νοιγ­μα αὐ­τό πε­τοῦ­σε τά ξύ­λα ἐ­πά­νω.
Προ­θυ­μο­ποι­ή­θη­καν νά κά­νουν αὐ­τοί
τήν δου­λειά γιά νά μήν κου­ρά­ζε­ται ὁ Γέ­
ρον­τας, για­τί τά ξύ­λα ἦ­ταν με­γα­λού­τσι­
κα.
«Ὄ­χι, εἶ­πε, θά τά ρί­ξω ἐ­γώ, ἀλ­λά νά
ξέ­ρε­τε ἄν μοῦ πε­ρά­ση λο­γι­σμός ὑ­πε­ρη­
φα­νεί­ας δέν θά περ­νοῦν ἀ­πό τό ἄ­νοιγ­μα».
Κά­θον­ταν καί τόν κοι­τοῦ­σαν.
Ἕ­να–ἕ­να πέ­ρα­σαν ὅ­λα. Δέν λά­θε­ψε
σέ κα­νέ­να. Καί κα­τά­λα­βαν, ὅ­τι ὁ Γέ­ρον­
τας δέν εἶ­χε λο­γι­σμό ὑ­πε­ρη­φα­νεί­ας.
54
Ὁ Γιά­ννης ἀ­πό τήν Κρή­τη, εἶ­χε ἔρ­θη
γιά πρώ­τη φο­ρά μέ ἄλ­λους στόν Γέ­ρον­
τα.
― Γιά­ννη, δός μου τό κα­λά­μι σου.
Ὁ Γέ­ρον­τας τό πῆ­ρε καί συ­νέ­χι­σε:
― Ἔ­χω ἕ­να χω­ρά­φι, καί ἔ­κα­νε μέ τό
κα­λά­μι ἕ­να τε­τρά­πλευ­ρο, ὁ γεί­το­νας μοῦ
κα­τα­πά­τη­σε ἕ­να κομ­μά­τι.
Τί λές, νά τόν πά­ω στά δι­κα­στή­ρια ἤ
νά τόν ἀ­φή­σω στό ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ; Ἐ­γώ
πάν­τως νο­μί­ζω, ὅ­τι κα­λύ­τε­ρα εἶ­ναι νά
τόν ἀ­φή­σω στό ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ.
Ὁ Γιά­ννης, πράγ­μα­τι ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε
τό ἀ­νω­τέ­ρω πρό­βλη­μα. Πῆ­ρε τήν ἀ­πάν­
τη­ση ἀ­πό τόν Γέ­ρον­τα καί εἰ­ρή­νευ­σε.
Ἀ­νώ­νυ­μος δι­η­γή­θη­κε
«Εἶ­χα ἐ­πι­σκε­φθῆ τόν Γέ­ρον­τα μα­ζί
μέ ἕ­ναν Ἱ­ε­ρέ­α ἀ­πό τήν Χί­ο. (Ἀρ­γό­τε­ρα,
ἡ πρε­σβυ­τέ­ρα του μᾶς βά­πτι­σε ἕ­να παι­
δά­κι μας καί γί­να­με καί κουμ­πά­ροι. Ἄν
καί ἕ­ξι χρό­νια παν­τρε­μέ­νοι δέν εἶ­χαν
ἀ­πο­κτή­σει παι­δά­κι). Ἦ­ταν στήν αὐ­λή
ἀρ­κε­τοί. Ὅ­ταν ἔ­φυ­γαν οἱ ἄλ­λοι, εἴ­χα­με
μεί­νει ἐ­μεῖς οἱ δύ­ο. Στό τέ­λος φεύ­γον­
τας, ἐ­γώ εἶ­χα ἤ­δη βγεῖ ἀ­πό τήν συρ­μά­
τι­νη πόρ­τα καί ἐ­νῶ ἐρ­χό­ταν ἀ­πό πί­σω
λί­γα μέ­τρα καί ὁ Γέ­ρον­τας μέ τόν ἱ­ε­ρέ­α,
ἀ­κού­ω τόν Γέ­ρον­τα:
― Πα­πᾶ, δέν ἔ­χεις παι­δί· ἔ­τσι δέν εἶ­
ναι;
― Ναί, Γέ­ρον­τα.
― Μήν στε­νο­χω­ρι­έ­σαι, θά κά­νης.
Πή­ρα­με εὐ­χή καί φύ­γα­με. Μό­λις
ἀ­πο­μα­κρυν­θή­κα­με, μοῦ λέ­ει ὁ πα­πάς:
― Ἄ­κου­σες τί εἶ­πε ὁ Γέ­ρον­τας. Μή­
πως ἐ­γώ δέν ἄ­κου­σα κα­λά;
Τόν δι­α­βε­βαί­ω­σα ὅ­τι καί ἐ­γώ τό
ἄ­κου­σα. Τήν ἑ­πό­με­νη χρο­νιά ἀ­πέ­κτη­σε
παι­δί».
Ἀ­νώ­νυ­μος δι­η­γή­θη­κε
«Ὁ πα­τέ­ρας μου ἦ­ταν κυ­νη­γός. Ἄρ­
χι­σα καί ἐ­γώ. Μοῦ εἶ­χε γί­νει μά­λι­στα
πά­θος.
Ἡ μη­τέ­ρα μου μέ ἀ­πέ­τρε­πε. Ἐ­γώ,
ἔ­χον­τας καί τήν ἄ­δεια τοῦ Πνευ­μα­τι­
κοῦ μου, συ­νέ­χι­ζα. Τό­τε, μέ προ­έ­τρε­ψε
νά ρω­τή­σω τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο. Ὅ­ταν
πῆ­γα στήν «Πα­να­γού­δα», ἦ­ταν ὁ Γέ­
ρον­τας μέ πο­λύ κό­σμο.
Κά­θι­σα στή ἄ­κρη καί σκε­πτό­μουν,
πῶς μέ­σα σέ τό­σο κό­σμο, θά τόν ρω­τή­
σω γι᾿ αὐ­τό τό ἀ­σή­μαν­το κα­τά τόν λο­γι­
σμό μου θέ­μα. Κά­ποι­α στιγ­μή, ἀ­φή­νει
τούς ἄλ­λους καί ἔρ­χε­ται πρός τό μέ­ρος
μου.
Πρίν προ­λά­βω νά τοῦ πῶ τί­πο­τε,
μοῦ λέ­ει:
«Ὅ­ταν ἤ­μουν παι­δί, τήν πρώ­τη φο­
ρά πού ἔρ­ρι­ξα μέ τήν σφεν­δό­να, τόν πέ­
τυ­χα τόν κοκ­κι­νο­λαί­μη καί τόν σκό­τω­
σα. Με­τά ὅ­μως, μέ πεί­ρα­ξε ἡ συ­νεί­δη­ση
καί τήν ἔ­πια­σα (τήν σφεν­δό­να) καί τήν
ἔ­κα­να κομ­μά­τια».
Δι­ή­γη­ση Γέ­ρον­τος Γα­βρι­ήλ
«Πῆ­γε κά­ποι­ος στόν Γέ­ρον­τα μέ
καρ­κῖ­νο καί τοῦ εἶ­πε:
― Γέ­ρον­τα, ἔ­χω καρ­κῖ­νο καί θά πε­
θά­νω. Κά­νε προ­σευ­χή. Ὁ Γέ­ρον­τας τοῦ
ἀ­πάν­τη­σε:
― Ἄν εἶ­χες καρ­κῖ­νο δέν θά πέ­θαι­
νες. Μή­πως ἔ­χεις ἔ­η­τζ; Ἀλ­λά καί πά­λι
γί­νον­ται θαύ­μα­τα.
»Ὁ ἄν­θρω­πος πράγ­μα­τι εἶ­χε ἔ­η­τζ,
με­τα­νό­η­σε, ἔ­κα­νε πολ­λές ἐ­λε­η­μο­σύ­νες
καί μέ­χρι σή­με­ρα ζεῖ».
55
ΔΙΔΑΧΕΣ
Οἱ ἄν­θρω­ποι σήμερα γί­νον­ται σάν
ρομ­πότ. Στα­μα­τᾶ ἡ κρί­ση. Μό­νο αὐ­τοί
πού ἀ­σχο­λοῦν­ται μέ ἔ­ρευ­να θά ἔ­χουν
κρί­ση, οἱ ὑ­πό­λοι­ποι θά γί­νουν σάν μη­
χα­νές.

Ἐ­πει­δή εἶ­ναι ἀν­θρω­πί­νως ἀ­δύ­να­το
νά δι­ορ­θω­θῆ ἡ κα­τά­στα­ση, θά ἐ­πέμ­βη ὁ
Θε­ός. Θά γί­νη φα­νε­ρή ἡ ἐ­πέμ­βα­σή Του.
Με­τά ὁ κό­σμος θά ζη­τᾶ νά μά­θη γιά τόν
Θε­ό. Θά ἔλ­θουν κα­λές ἡ­μέ­ρες. Ἐ­κεῖ θά
δῆ­τε ἰ­σό­τη­τα καί δη­μο­κρα­τί­α.

Δέν πρέ­πει νά ὑ­πάρ­χη τα­ρα­χή, ὅ,τι
κι ἄν συμ­βαί­νη. Νά κά­νω­με προ­σευ­χή
καί νά ζη­τᾶ­με συγ­χώ­ρηση γιά τίς ἁ­μαρ­
τί­ες μας.

Ἡ ἀ­γά­πη δέν κου­ρά­ζει. (Ὅ­ταν δη­λα­
δή κά­ποι­ος κα­τα­βάλ­λει κό­πους γιά νά
βο­η­θή­ση κά­ποι­ους δέν αἰ­σθά­νε­ται κού­
ρα­ση, δι­ό­τι τό κά­νει ἀ­πό ἀ­γά­πη.

Νά ἀ­ξι­ο­ποι­ῆ­τε τόν χρό­νο σας μέ με­
56
λέ­τη καί αὐ­το­συγ­κέν­τρω­ση, γιά νά μήν
τόν ἐκ­με­ταλ­λεύ­ε­ται ὁ πει­ρα­σμός.

Τρό­μα­ξε ἡ γά­
τα, για­τί χά­λα­σε ὁ
λο­γι­σμός. Πῆ­γα νά
τήν δώ­σω ψω­μί καί
νόμι­σε ὅ­τι εἶ­ναι πέ­
τρα, για­τί πρίν λί­γες
μέ­ρες τήν χτύ­πη­σε
μέ πέ­τρα ἕ­νας ξυ­λο­
κό­πος.

Μέ δι­δά­σκουν
πε­ρισ­σό­τε­ρο οἱ πτώ­
σεις πα­ρά οἱ δι­δα­
σκα­λί­ες καί ἡ ζω­ή
τῶν Ἁ­γί­ων. Ὅ­πως
ὅ­ταν συ­ναν­τή­σω­
με ἕ­να τρα­κα­ρι­σμέ­
νο αὐ­το­κί­νη­το μέ
τραυ­μα­τί­ες, αὐ­τό
μᾶς δι­δά­σκει πε­ρισ­
σό­τε­ρο ἀ­πό τίς πι­να­
κί­δες τῆς τρο­χαί­ας.

Ἀ­πό τά δι­κά μας­ λά­θη καί τά συν­
τρίμ­μια, ὁ κα­λός Θε­ός οἰ­κο­νο­μεῖ ὥ­στε
νά βγαί­νη κά­τι κα­λό.

Εἶ­ναι ἕ­νας Θε­ός, τρί­α πρό­σω­πα.
Ὁ Λό­γος τοῦ Θε­οῦ σαρ­κώ­θη­κε καί
ἦ­ταν οἰ­κο­νο­μί­α Θε­οῦ γιά νά δοῦ­με τόν
Θε­ό, για­τί δέν μπο­ρού­σα­με νά τόν δοῦ­με
καί κα­τέ­βη­κε ὡς ἄν­θρω­πος.
Καί τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα ἦ­ταν τό πνεῦ­μα
τοῦ Θε­οῦ, πού πα­ρου­σι­ά­στη­κε σάν πε­
ρι­στέ­ρι.

57
Ἔ­λει­ψε σή­με­ρα ἡ πί­στη, ἀλ­λά καί ἡ
σκλη­ρα­γω­γί­α.

Πρέ­πει νά λέ­γε­ται ἡ εὐ­χή καί μέ μι­
κρές καί μέ με­γά­λες με­τά­νοι­ες.
Ὁ­λό­κλη­ρη ἀ­γρυ­πνί­α μπο­ρεῖ νά βγά­
λη κα­νείς μέ μι­κρές καί με­γά­λες με­τά­
νοι­ες.
Γο­να­τί­ζο­με λί­γο καί συ­νε­χί­ζο­με μέ
με­τά­νοι­ες καί εὐ­χή. Τό πρωΐ μπο­ροῦ­με
νά πᾶ­με στήν δου­λειά.
Σή­με­ρα οἱ ἄν­θρω­ποι δέν κα­τα­λα­βαί­
νουν (δέν με­τα­νο­οῦν, δέν συ­νέρ­χον­ται).
Πρέ­πει νά τούς κτυ­πή­ση ὁ δι­ά­βο­λος μέ
τά κέ­ρα­τα.

Κα­νείς, ὅ­ταν δέν ἔ­χη πνευ­μα­τι­κή
ζω­ή, κα­τα­νύσ­σε­ται μό­νο ἀ­πό μιά θαυ­
μα­τουρ­γή εἰ­κό­να.
Με­τά ὅ­ταν καλ­λι­ερ­γῆ­ται πνευ­μα­τι­
κά, τό­τε ὅ­λα τά βλέ­πει σάν εὐ­λο­γί­α Θε­
οῦ, βλέ­πει ἕ­να κλα­δά­κι, τό χα­ϊ­δεύ­ει, λέ­
γει κι αὐ­τό εἶ­ναι εὐ­λο­γί­α Θε­οῦ καί δέν
τό κα­τα­στρέ­φει.

Ὁ Χρι­στός συγ­κι­νεῖ­ται καί μέ τίς πα­
ρα­μι­κρές θυ­σί­ες, πού βα­σι­κά ὠ­φε­λοῦν
ἐ­μᾶς κι ἀ­μέ­σως μᾶς βο­η­θᾶ.

Νά λέ­με, Χρι­στέ μου, χει­ρό­τε­ρα μπο­
ρῶ νά κά­νω τί­πο­τα ὅ­μως κα­λύ­τε­ρο, ἄν
ἐ­σύ δέν βο­η­θή­σης.

Νά μήν γί­νη χρι­στι­α­νι­κό κόμ­μα, ἀλ­
λά νά γί­νη κόμ­μα μέ Χρι­στια­νούς.

Πρέ­πει ἡ προ­σευ­χή μας νά εἶ­ναι καρ­
δια­κή, γιά νά εἰ­σα­κου­σθῆ.

Τώ­ρα τίς προ­σβο­λές τῶν λο­γι­σμῶν,
μό­λις πού τίς αἰ­σθά­νο­μαι.

Ὅ­λη ἡ ὑ­πό­θε­ση εἶ­ναι, νά ἀρ­χί­ση νά
δου­λεύ­η αὐ­τό τό μη­χα­νά­κι (ἡ καρ­διά).

Δέν πρέ­πει ὁ πα­πάς πού λει­τουρ­γεῖ
νά συμ­ψάλ­λη μέ τούς ψάλ­τες, ἀλ­λά νά
εἶ­ναι ὁ­λό­κλη­ρος ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νος καί προ­
ση­λω­μέ­νος στό Μυ­στή­ριο.

58
Ἡ κα­τά­λυ­ση τό Πά­σχα νά ἀρ­χί­ζη μέ
τό κόκ­κι­νο αὐ­γό, ὅ­πως τό ἐ­πι­σφρά­γι­σμα
τῆς κα­τα­λύ­σε­ως πρίν τήν Σα­ρα­κο­στή
γί­νε­ται μέ τό αὐ­γό.
Ἡ μη­τέ­ρα μου τίς ἀ­πό­κρι­ες, μᾶς ἔ­λε­
γε: «Ἐ­λᾶ­τε νά σᾶς χρί­σω τό στό­μα μέ τό
αὐ­γό».

Ὅ­ταν μιά ἀ­δελ­φή πέ­φτη σ᾿ ἕ­να σφάλ­
μα, νά μήν χτυ­πι­έ­ται καί κλαί­ει καί
ὑ­πο­φέ­ρει.
Ὅ­ταν ἡ ἀ­δελ­φή ἔ­χη μιά πτώ­ση ἤ καί
πε­ρισ­σό­τε­ρες, νά λέ­η στόν Κύ­ριο:
«Χρι­στέ μου, συγ­χώ­ρε­σέ με, ἔ­πε­σα
ἑ­κού­σια καί σέ λύ­πη­σα, ὁ­μο­λο­γῶ τίς
πτώ­σεις μου. Θε­έ μου, συγ­χώ­ρε­σέ με
Ἀπό τό Ἱερό Κελλί Ἁγίων Θεοδώρων, Καρυές Ἁγ. Ὄρους
59
πού σέ λύ­πη­σα, δέν θέ­λω νά σέ λυ­πῶ
καί πάν­τα σέ πι­κραί­νω. Θε­έ μου, συγ­
χώ­ρε­σέ με, Θε­έ μου, συγ­χώ­ρε­σέ με, Θε­έ
μου, συγ­χώ­ρε­σέ με».
Αὐ­τά ὅ­λα θά τά πῆ μέ συ­ναί­σθη­ση
καί συν­τρι­βή.

Ὁ Γέ­ρον­τας, ὅ­πο­τε καί νά πή­γαι­νες
νά τόν δῆς, ἦ­ταν χα­ρού­με­νος, εἰ­ρη­νι­κός,
δι­δα­κτι­κός, ἐ­άν δέν κα­τα­λά­βαι­νες κά­τι
μέ ὑ­πο­μο­νή σοῦ τό ξα­να­ε­ξη­γοῦ­σε.
Ἄν ἐ­πέ­με­νες στό θέ­λη­μά σου, σέ φώ­
να­ζε μέ ἀ­γά­πη πα­τρι­κή γιά νά σέ ξυ­πνή­
ση.

Κά­πο­τε ἕ­νας νέ­ος, Θε­ο­λό­γος, ζη­τοῦ­
σε ἀ­πό τόν Γέ­ρον­τα τήν εὐ­λο­γί­α νά πά­η
στήν Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λή. Ὁ Γέ­ρον­τας δέν τοῦ
ἔ­δι­νε. Μέ κα­λό τρό­πο, τοῦ ἔ­λε­γε:
― Ὄ­χι, βρέ παι­δί, μήν πᾶς. Κά­τσε
ἐ­δῶ νά ἐρ­γα­στῆς. Αὐ­τός ἐ­πέ­με­νε.
― Νά πά­ω, Γέ­ρον­τα, δῶσ᾿ μου εὐ­λο­
γί­α.
― Ὄ­χι, βρέ παι­δί, κά­τσε ἐ­δῶ νά ἐρ­
γα­στῆς.
― Ἔ­χω ἐ­πι­θυ­μί­α, Γέ­ρον­τα, νά προ­
σφέ­ρω στήν Ἐ­ξω­τε­ρι­κή Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λή.
― Βρέ, δέν κα­τα­λα­βαί­νεις, ἄν πᾶς
ἐ­κεῖ θά ντρο­πιά­σης τήν Ἐκ­κλη­σί­α, κά­
με αὐ­τό πού σοῦ λέ­νε.
Ποι­ός ξέ­ρει τί ἔ­βλε­πε ὁ μα­κά­ριος Γέ­
ρον­τας γιά τό μέλ­λον τοῦ Θε­ο­λό­γου.

Τόν γκρι­νιά­ρη καί στόν πα­ρά­δει­σο
νά τόν βά­λη ὁ Θε­ός δέν θά ἀ­να­παυ­τῆ καί
ἀ­πό μό­νος του θά πά­η στήν κό­λα­ση, για­
τί θά ᾿χη πα­ρά­πο­να.
Ἡ γκρί­νια εἶ­ναι με­γά­λο κα­κό καί
ὅ­ποι­ος τήν ἔ­χει, δέν προ­χω­ρᾶ πνευ­μα­
τι­κά.

Κα­λά εἶ­ναι τά μου­σι­κά, ἀλ­λά ἄν δέν
ψάλ­λου­με μέ εὐ­λά­βεια καί συ­στο­λή, δέν
ἀλ­λοι­ώ­νουν πρός τό καλό οὔ­τε αὐ­τούς
πού ψάλ­λουν, οὔ­τε αὐ­τούς πού ἀ­κοῦν.
Τσάμ­πα ὁ κό­πος.
Κά­ποι­ος μο­να­χός, εἶ­χε μιά φο­βί­α
ὅ­ταν τόν κα­λοῦ­σαν νά ψάλ­λη ἕ­να τρο­
πά­ριο.
Νό­μι­σε πώς εἶ­χε κά­ποιο πρό­βλη­μα,
ἀλ­λά ὁ Γέ­ρον­τας τοῦ εἶ­πε, ὅ­τι στήν ἀρ­
χή πρέ­πει νά ὑ­πάρ­χη αὐ­τή ἡ φο­βί­α σάν
συ­στο­λή, ἡ ὁ­ποί­α μέ τόν και­ρό με­τα­τρέ­
πε­ται σέ εὐ­λά­βεια καί ἐ­λευ­θε­ρί­α ἐ­σω­τε­
ρι­κή.
Ἄν κά­ποι­ος ἀ­πό τήν ἀρ­χή ψάλ­λη μέ
θάρ­ρος, αὐ­τό στό τέ­λος γί­νε­ται θρά­σος.

Ὅ­ταν ἔ­χε­τε λύ­πη, νά ψάλ­λε­τε μέ
ἤ­ρε­μη φω­νή κα­τα­νυ­κτι­κά τρο­πά­ρια
στήν Πα­να­γί­α μας, π.χ.
«Πάν­των προ­στα­τεύ­εις ἀ­γα­θή...».
Αὐ­τά βο­η­θοῦν πο­λύ, ἡ λύ­πη νά γί­νη
κα­τά­νυ­ξη.

Μήν ἀ­νοί­γε­στε σέ πολ­λά πα­νη­γύ­ρια
60
μέ πολ­λές γνω­ρι­μί­ες, μέ πολ­λές φι­λί­ες.
Δέν βο­η­θοῦν σή­με­ρα οἱ πολ­λές γνω­ρι­
μί­ες. Μήν φι­λο­ξε­νῆ­τε κό­σμο στό Κελ­λί
σας.
Νά ζῆ­τε ἥ­συ­χη ζω­ή, χω­ρίς πολ­λά
πράγ­μα­τα πού φέρ­νουν πε­ρι­σπα­σμό.
Τό Κελ­λί σας νά εἶ­ναι ἁ­πλό σάν σπη­
λιά καί κα­θα­ρό καί κα­τα­νυ­κτι­κό σάν
Ἐκ­κλη­σί­α. Κά­θε πράγ­μα πού ἡ ψυ­χή
σας τό θε­ω­ρεῖ ἀ­ναγ­καῖ­ο, σᾶς κλέ­βει κά­τι
ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ μέ αὐ­τό.
Ζῆ­στε ἁ­πλή ζω­ή καί γλεν­τῆ­στε τήν
κα­λο­γε­ρι­κή σας.

Ἡ τε­χνο­λο­γί­α μπο­ρεῖ νά προ­σφέ­ρη
μιά βο­ή­θεια στίς κα­θη­με­ρι­νές μας ἀ­νάγ­
κες, ὅ­μως ποῦ στα­μα­τᾶ ἡ ἀ­νάγ­κη;
Τό ἕ­να φέρ­νει τό ἄλ­λο καί δέν μπο­
ροῦ­με νά στα­μα­τή­σω­με που­θε­νά.
Δέν ται­ριά­ζει στόν μο­να­χό νά ὁ­δη­γῆ
ἁ­μά­ξι στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος.
Ἁ­πλο­ποι­εῖ­στε τίς ἀ­νάγ­κες σας καί
βγά­λε­τε τήν μέ­ρι­μνα ἀ­πό τήν κα­θη­με­
ρι­νή ζω­ή σας.

Τό Κελ­λί σας νά εἶ­ναι ἁ­πλό, ἀλ­λά
κα­θα­ρό. Ὄ­χι μού­χλα, δη­λα­δή νά βα­ρι­
ώ­μα­στε καί τήν βα­ρι­ο­μά­ρα μας νά τήν
κά­νω­με ἀ­ρε­τή καί ἄ­σκη­ση.
Μήν ξο­δεύ­ε­τε τόν χρό­νο σας σέ χα­ζά
πράγ­μα­τα.
Κα­τά τήν διά­ρκεια τῆς ἡ­μέ­ρας πού
ἔ­χο­με δι­α­κο­νή­μα­τα, νά ἔ­χω­με ἀ­νοι­χτό
στό κελ­λί μας ἕ­να πνευ­μα­τι­κό βι­βλί­ο
καί ἕ­να μι­κρό κομ­πο­σχοί­νι καί κα­τά δι­
α­στή­μα­τα ἀ­νά μί­α ὥ­ρα ἤ πε­ρισ­σό­τε­ρο,
ὅ­πως ἐ­πι­τρέ­πει τό δι­α­κό­νη­μα, νά μπαί­
νω­με στό κελ­λί μας νά δι­α­βά­ζω­με κά­τι
καί νά κά­νω­με ἕ­να κομ­πο­σχοι­νά­κι γιά
μᾶς, γιά ὅ­σους κιν­δυ­νεύ­ουν, γιά τά ὀρ­
φα­νά παι­διά, γιά ὅ­σους πο­νοῦν καί ἔ­τσι
μα­ζεύ­ο­με τόν νοῦ μας καί δέν ἐρ­γα­ζό­με­
θα σάν λα­ϊ­κοί.

Ὅ­ταν κά­ποι­ος μά­θη νά προ­σεύ­χε­ται
καί νά θέ­λη νά βά­λη κα­κό λο­γι­σμό, δέν
μπαί­νει.

Νά μήν μά­θου­με τήν εὐ­χή τίκ–τάκ
σάν ρο­λό­ϊ, για­τί δέν βο­η­θᾶ, ἀλ­λά σκε­
πτό­με­νοι τήν ἁ­μαρ­τω­λό­τη­τά μας καί
τήν πολ­λή ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ, μό­νη της ἡ
ψυ­χή κι­νεῖ­ται στήν προ­σευ­χή.

Οἱ Ἅ­γιοι βλέ­πουν ἀ­πό μα­κρυ­ά τόν
πει­ρα­σμό καί πρίν πλη­σιά­ση τόν πο­λε­
μοῦν μέ τήν προ­σευ­χή, ἐ­μεῖς πρῶ­τα μᾶς
κά­νει ἄ­νω–κά­τω ὁ πει­ρα­σμός καί με­τά
παίρ­νου­με μπρός γιά ἀ­γῶ­να.

Ἐ­άν ἕ­να πά­θος μᾶς πο­λε­μᾶ συ­νέ­χεια
61
καί δέν φεύ­γη μέ τόν ἀ­γῶ­να μας, τό­τε
ὑ­πάρ­χει μέ­σα μας κρυ­φός ἐ­γω­ϊ­σμός ἤ
κα­τά­κρι­ση.

Μπο­ρεῖ νά πλα­νε­θῆ κά­ποι­ος, ὅ­ταν πι­
στεύ­η στόν λο­γι­σμό του.

Ὅ­ταν κά­ποι­ος ἑ­ορ­τά­ζη, νά τοῦ εὐ­χώ­
μα­στε: «Χρό­νια πολ­λά καί εὐ­λο­γη­μέ­να
καί εὐ­ά­ρε­στα στόν Θε­ό».

Τό μου­λά­ρι εἶ­ναι κομ­πλε­ξι­κό ζῶ­ο, γι᾿
αὐ­τό προτιμώτερο ἄ­λο­γο ἤ γά­ϊ­δα­ρο.

Νά προ­σεύ­χε­στε πρίν νά ἁ­γι­ο­γρα­φή­
σε­τε. Στό πρό­σω­πο τοῦ Ἁ­γί­ου, νά μήν
ἔ­χουν σκου­πι­δά­κια οἱ εἰ­κό­νες, τά χρώ­
μα­τα νά τά δι­α­λύ­ε­τε κα­λά. Τό ἄ­σπρο
τε­λευ­ταῖ­ο φώ­τι­σμα, νά μήν τό βά­ζε­τε
ἀ­μέ­σως, ἀλ­λά τήν ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα. Ὅ­ταν
κά­νε­τε ἀρ­κε­τή δου­λειά στήν εἰ­κό­να, νά
ση­κώ­νε­στε νά κά­νε­τε μιά βόλ­τα καί με­
τά νά γυ­ρί­ζε­τε νά δῆ­τε τήν εἰ­κό­να, ἔ­τσι
θά βρῆ­τε τά λά­θη σας. Νά ἁ­γι­ο­γρα­φῆ­τε
μέ εὐ­λά­βεια.
Ἡ εἰ­κό­να, ἄς ποῦ­με, εἶ­ναι ἡ φω­το­γρα­
φί­α τοῦ Ἁ­γί­ου. Μ᾿ αὐ­τό τόν λο­γι­σμό νά
ἁ­γι­ο­γρα­φῆ­τε τήν εἰ­κό­να, μέ προ­σο­χή.
Θά θέ­λα­τε νά σᾶς δώ­σω ἐ­σᾶς μιά φω­
το­γρα­φί­α σας καί νά σᾶς ἔ­χουν πα­ρα­
μορ­φω­μέ­νους;
Νά ἁ­γι­ο­γρα­φῆ­τε μέ τέ­τοι­ο τρό­πο,
σάν νά θέ­λε­τε νά τήν κά­νε­τε δῶ­ρο στόν
εἰ­κο­νι­ζό­με­νο Ἅ­γιο.

Γιά νά κρα­τοῦ­με τό νοῦ μας στήν
προ­σευ­χή, καλόν εἶναι, νά κά­νου­με μιά
προ­ερ­γα­σί­α πρίν ἀρ­χί­σου­με τήν προ­
σευ­χή, δη­λα­δή νά σκε­πτώ­με­θα πό­σοι
ἄν­θρω­ποι κιν­δυ­νεύ­ουν, πό­σοι ἄρ­ρω­στοι
πο­νοῦν, πό­σοι εἶ­ναι ὑ­πό ζυ­γό σκλα­βιᾶς,
πό­σοι στήν Ἀλ­βα­νί­α ζοῦν φυ­λα­κι­σμέ­νοι
σέ φυ­λα­κή ἕ­να ἐ­πί ἕ­να.
Πρέ­πει τόν πό­νο τοῦ ἄλ­λου νά τόν
κά­νω­με πό­νο μας, τό­τε μα­λα­κώ­νει ἡ
καρ­διά καί προ­σεύ­χε­ται πιό ζε­στά.

Δέν χρη­σι­μο­ποι­ῶ μπα­στού­νι, για­τί
ἀ­δυ­να­τί­ζει τά πό­δια.

Σάν μο­να­χοί πρέ­πει νά ἀ­γω­νι­ζώ­με­
θα, νά δι­ώ­χνω­με τούς σαρ­κι­κούς λο­γι­
σμούς. Ὁ μο­να­χός καί ἄλ­λη ἀ­ρε­τή νά
μήν ἔ­χη, τοὐ­λά­χι­στον πρέ­πει νά φυ­λά­η
παρ­θε­νί­α.

Ἕ­νας λα­ϊ­κός, ρώ­τη­σε τόν Γέ­ρον­τα,
«ποῦ πά­ει ἡ ψυ­χή ἀ­πό τό ρο­λό­ϊ ὅ­ταν
πε­θά­νη» καί ὁ μα­κά­ριος Γέ­ρον­τας γε-
λώντας τοῦ ἀ­πάν­τη­σε, «στά χέ­ρια τοῦ
ρο­λο­γᾶ».

62
Ἄν κα­νείς ἀ­να­γνω­ρί­ση τό σφάλ­μα
του, ἔ­χει μι­σή προ­κο­πή.
Με­γά­λο κα­λό εἶ­ναι, ὅ­ταν ἀ­να­γνω­ρί­
ση κα­νείς τήν ἀ­δυ­να­μί­α του καί νά προ­
σπα­θῆ νά διορθω­θῆ.
Αὐ­τός εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρος ἀ­πό ἐ­κεῖ­νον
πού ἔ­χει πο­λύ ἀ­γῶ­να, δέν ἀ­να­γνω­ρί­ζει
ὅ­μως τίς ἀ­δυ­να­μί­ες του.
Ἄν λέ­γα­με συ­νε­χῶς τήν εὐ­χή, οἱ σαρ­
κι­κοί λο­γι­σμοί δέν θά μπο­ροῦ­σαν νά μᾶς
κά­νουν κα­κό.
Οἱ λο­γι­σμοί φα­νε­ρώ­νουν τήν πνευ­
μα­τι­κή κα­τά­στα­ση κά­ποι­ου καί τήν
πρό­ο­δο πού ἔ­χει στά πνευ­μα­τι­κά.

Δέν πρέ­πει νά λέ­με ὅ­τι θέ­λο­με νά
ἀ­γα­πή­σω­με τόν Χρι­στό, ἀλ­λά νά μήν
τόν στε­νο­χω­ροῦ­με. Τό νά ζη­τοῦ­με στήν
προ­σευ­χή μας νά ἀ­γα­πή­σω­με τόν Χρι­
στό εἶ­ναι σάν αὐ­θά­δεια.

Ἀπό τήν Ἱερά Μονή Ζωγράφου Ἁγ. Ὄρους
63
Δέν συγ­κρα­τοῦ­με αὐ­τά πού δι­α­βά­
ζου­με, για­τί δέν συμ­με­τέ­χει καί ἡ καρ­
διά μας, γι᾿ αὐ­τό καί τά ξε­χνοῦ­με εὔ­
κο­λα, δέν ἔ­χει πο­νέ­σει ἀ­κό­μη ἡ καρ­διά
μας.
Δη­λα­δή, ἄν δέν πο­νέ­ση ἡ καρ­διά
μας γιά ἕ­να πράγ­μα,
δέν τό ἐν­θυ­μού­με­θα.

Τήν ἁπλότητα
τήν ἀποκτᾶ κανείς,
ὅταν δικαιολογῆ
τούς ἄλλους καί δέν
τούς κρίνει.

Πῶς γιά ἕ­να θέ­μα
θά γνω­ρί­ζο­με ποι­ό
εἶ­ναι τό θέ­λη­μα τοῦ
Θε­οῦ; Θά κά­νου­με
προ­σευ­χή καί με­τά
θά ρω­τᾶ­με τούς πα­
τέ­ρες μας.

Στήν πνευ­μα­τι­
κή ζω­ή τό πᾶν εἶ­ναι
ὁ ἀ­γα­θός λο­γι­σμός.

Οἱ πα­λαι­οί ζοῦ­
σαν μέ ἄ­σκη­ση με­
γά­λη, μέ αὐ­τα­πάρ­νη­ση, μέ ὑ­πα­κο­ή.
Αὐ­τό εἶ­ναι τό μυ­στι­κό στήν μο­να­χι­
κή ὑ­πα­κο­ή, νά κό­βη κα­νείς τό θέ­λη­μά
του καί στόν μι­κρό­τε­ρο, ὄ­χι ἐ­ξω­τε­ρι­κή
μό­νο ὑ­πα­κο­ή, ἀλ­λά μέ χα­ρού­με­νη δι­ά­
θε­ση ἐ­σω­τε­ρι­κή γιά τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­
οῦ στό φρό­νη­μα τοῦ Γέ­ρον­τα.

Στήν ἀρ­χή
τῆς κα­λο­γε­ρι­κῆς
ζω­ῆς χρει­ά­ζε­ται
ζῆ­λος.
Ὁ ζῆ­λος ὁ
πνευ­μα­τι­κός σέ
βο­η­θᾶ, νά ξε­φεύ­
γης ἀ­πό τίς πα­γί­
δες τῆς ρα­θυ­μί­ας.

Ὅ­ταν τό Κελ­
λί εἶ­ναι πο­λύ
με­γά­λο, τό­τε νά
κλεί­νω­με τά δω­
μά­τια πού δέν
χρει­ά­ζον­ται καί
θά γί­νη μι­κρό.

Οἱἀρετέςεἶναι
μιά ἁλυσίδα. Ἄν
κοπῆ ἡ ἁλυσίδα,
τήν συνδέομε μέ
τήν μετάνοια καί
συνεχίζομε.
	 	   
Ἔργο Νεκταρίου Γαλανόπουλου
64
Ὅσο μεγάλη καί ἄν εἶναι ἡ νύχτα
στόν μοναχό, δέν φθάνει γιά νά κάνη
τά πνευματικά του.

Ὁ μοναχός πρέπει νά ἀγωνίζεται
μέσα στό κελλί του μέ ἀκρίβεια, σάν
νά εἶναι μέσα σέ γυάλινο κελλί καί τόν
βλέπουν οἱ ἄλλοι.

Ὅταν εἶμαι ἄρρωστος δέν θέλω
ἀνθρώπινη παρηγοριά, γιά νά νοιώθω
τήν Θεία.

Ὅσο πιό λίγα πράγματα ἔχει ἀνά-
γκη ὁ μοναχός, τόσο πιό ἀληθινός μο-
ναχός εἶναι.

Δέν πρέ­πει νά ἀλ­λοι­ω­θῆ ὁ στρα­τός.
Προ­σο­χή στά ἰ­δα­νι­κά.

Ἕ­νας κα­λός Ὀρ­θό­δο­ξος εἶ­ναι καί
κα­λός Ἕλ­λη­νας καί ἀν­τί­στρο­φα.

Ἄν τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος δέν ἀλ­λοι­ω­θῆ,
θά γεν­νή­ση με­γα­λύ­τε­ρο Βυ­ζάν­τιο. Τό
Ἅ­γιον Ὄ­ρος ἔ­γι­νε, για­τί ὑ­πῆρ­χε τό Βυ­
ζάν­τιο.

Οἱ κακές σκέψεις νά φεύγουν γρή-
γορα ἀπό τό μυαλό μας, γιατί ὅταν μέ-
νουν μᾶς καῖνε, ὅπως ὅταν κρατᾶμε τό
κάρβουνο στό χέρι μας.

Ὅ­ταν οἱ ἄν­θρω­ποι σέ στε­νο­χω­ροῦν,
νά χαί­ρε­σαι, σοῦ ἐ­ξο­φλοῦν­ται ἁ­μαρ­τί­
ες.

Ὅ­ταν σέ κα­τη­γο­ροῦν, πι­θα­νόν νά
κα­τη­γό­ρη­σες καί ἐ­σύ στό πα­ρελ­θόν,
ὁ­πό­τε ἐ­ξο­φλᾶς τήν ἁ­μαρ­τί­α σου.

Πρέ­πει νά με­ιώ­νου­με τά ἐ­λατ­τώ­μα­
τά μας. Ὅ­ταν εἶ­σαι κον­τά στόν Πνευ­
μα­τι­κό σου καί ἐ­κτε­λεῖς ὅ,­τι σοῦ λέ­ει,
μήν ἀ­νη­συ­χῆς γιά τήν ζω­ή σου.

Ἄν οἱ κα­λό­γε­ροι ἔ­βγαι­ναν ἔ­ξω, θά
λέ­γα­τε, για­τί οἱ κα­λό­γε­ροι βγαί­νουν
65
στόν κό­σμο καί δέν κά­θον­ται στό Μο­να­
στή­ρι τους.

Ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος ἁ­μαρ­τά­νη πα­ρά
τήν θέ­λη­σή του, ὁ θά­να­τος θά τόν βρῆ
σέ με­τά­νοι­α, ἄν ὅ­μως λέη ὅ­τι θά με­τα­
νοι­ώ­ση ὅ­ταν γε­ρά­ση, τό­τε δέν θά προ­λά­
βη νά με­τα­νοι­ώ­ση, θά πά­η ἀ­πό αἰφ­νί­διο
θά­να­το.

Χρει­ά­ζε­ται συ­νέ­χεια νά κα­τα­πα­τᾶ­με
τόν ἐ­γω­ϊ­σμό μας.

Ἀπό τήν Ἱερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Μεταμόρφωση Χαλκιδικῆς
66
Ἐ­ρω­τη­θείς ὁ Γέ­ρον­τας ἀ­πό ἕ­ναν
προ­σκυ­νη­τή, πῶς πρέ­πει νά πο­ρεύ­ε­ται
ὁ Χρι­στια­νός γιά νά ἔ­χη βά­σι­μες ἐλ­πί­δες
σω­τη­ρί­ας, ἀ­πάν­τη­σε:
«Κοι­τάξ­τε. Νά, ἐ­πι­σκε­φτή­κα­τε ἐ­μέ­
να, μέ εἴ­δα­τε λί­γο βρώ­μι­κο, ἀ­τη­μέ­λη­το,
πρέ­πει νά σκε­φτῆ­τε βά­ζον­τας κα­λό λο­
γι­σμό, ὅ­τι ὁ Γέ­ρον­τας δι­α­βά­ζει καί προ­
σεύ­χε­ται καί δέν ἔ­χει χρό­νο γιά καλ­λω­
πι­σμούς καί πολ­λές κα­θα­ρι­ό­τη­τες.
Θά πᾶ­τε πιό κά­τω σέ ἄλ­λον ἀ­σκη­τή
καί θά τόν δῆ­τε πιό πε­ρι­ποι­η­μέ­νο, νά
πῆ­τε, νά, ὁ Γέ­ρον­τας καί τά πνευ­μα­τι­κά
κά­νει, ἀλ­λά προ­λα­βαί­νει καί νά κα­θα­ρί­
ση. Ἔ­τσι γιά ὅ­λα νά ἔ­χε­τε κα­λούς λο­
γι­σμούς καί δέν εἶ­στε μα­κρυ­ά ἀ­πό τήν
σω­τη­ρί­α».

Ἐ­γώ ὅ,τι καί νά δῶ, δέν κα­τα­κρί­νω.
Μοῦ δί­νουν μιά πίτ­τα. Λέ­ω, ἔ­χει τέ­τοι­α
πράγ­μα­τα στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος; Δό­ξα σοι, ὁ
Θε­ός.

Ἴ­σως δύ­ο–τρεῖς μο­να­χοί νά μπο­ροῦν
νά ζή­σουν χω­ρίς ἐρ­γό­χει­ρο, μό­νο μέ
προ­σευ­χή, οἱ ἄλ­λοι εἶ­ναι μού­χλα. Σή­με­
ρα μπο­ρεῖ νά μήν ὑ­πάρ­χη κα­νείς.

Ὅ­ταν ἀ­να­παυ­θῆ πνευ­μα­τι­κά ὁ μο­
να­χός κον­τά σέ ἕ­ναν Γέ­ρον­τα, μέ­νει καί
μέ­σα σέ μιά ρε­μα­τιά μέ ὑ­γρα­σί­α καί σέ
ἕ­να πα­λαι­ό Κελ­λί, δέν τόν πει­ρά­ζει.

Ἅμα θέλεις νά νοιώσεις ἀνάπαυση
καί χαρά, ποτέ νά μήν δικαιώνεις τόν
ἑαυτό σου καί ποτέ νά μήν ἀπελπίζε-
σαι.

Ἡ προσευχή νά συνοδεύεται μέ κα-
λωσύνες, ἀλλοιῶς εἶναι σάν νιρβάνα.

Χρειάζεται πολύ προσοχή στόν
πνευματικό ἀγῶνα.
Ὑπάρχει μεγάλος κίνδυνος νά νο-
μίζουμε ὅτι ἀγωνιζόμαστε γιά τόν
Χριστό, ἀλλά στήν πορεία να κάνουμε
λάθη καί ἀστοχίες καί τελικά νά μείνω-
με ἕξω τοῦ νυμφῶνος.

Κάθε ἄνθρωπος πρέπει νά ἀντιμε-
τωπίζεται ξεχωριστά καί μέ διάκριση.

Χρειάζεται προσοχή. Ἡ ἁμαρτία καί
ἡ κακή συνήθεια μποροῦν καί μετά ἀπό
θαύματα ἐάν ἀμελήση κανείς νά τόν
παρασύρουν στά δίχτυα τοῦ κακοῦ.

67
Πρῶτα νά προσεύχεσαι γιά τούς
ἔχθρούς σου, ἔπειτα γιά τούς πάσχο-
ντες καί τελευταῖα γιά τούς οἰκείους
σου.

Ἄν κάποιος κάνη ἄσωτη ζωή, εἶναι
σκληρός, δέν λυπᾶται ἕναν φτωχό,
ἕναν πονεμένο καί πεθάνη (ἀμετανόη-
τος), νά κάνετε γι' αὐτόν ἐλεημοσύνη
καί νά λέτε «γιά τήν ψυχή τοῦ τάδε».

Ἄν ἔχη καλή διάθεση κάποιος καί
παρασυρθῆ (ἀπό τούς αἰρετικούς) δέν θ'
ἀναπαυθῆ ἐκεῖ. Οἱ βλαμμένοι βλάπτο-
νται.
Ἄν ἕνας ἀπό ἐγωϊσμό ἔχει παρασυρθῆ
καί μείνη Ἰεχωβάς, αὐτόν νά τόν κλαῖς.

Τά περισσότερα παιδιά πού καταλή-
γουν στά ναρκωτικά εἶναι ἀπό διαλυμέ-
νες οἰκογένειες καί εἶναι εὐαίσθητα παι-
διά. Νοιώθουν θλίψη τα καϋμένα καί
μεθούν γιά νά ξεχάσουν.
Μετά, ἄν δέν τό πιάνη θά πάη στό
χασίς μετά πάει στήν ἡρωΐνη. Τό κακό
ξεκινάει ἀπό τούς γονεῖς καί κυρίως ἀπό
τίς μανάδες.

68
Ἀπό τήν Δύση δέν περιμένομε τίπο-
τε καλό. Ὁ ἥλιος συνέχεια τόσα χρόνια
πάει στήν Δύση καί ἀκόμα δέν φωτίστη-
κε, ἀλλά σκοτεινιάζει.

Ὅταν κανείς ἐξομολογηθῆ παίρ-
νει τήν θεία παρηγοριά μέσα του καί ὁ
ἄνθρωπος τακτοποιεῖται.

Σήμερα ὁ κόσμος εἶναι νερόβραστος.
Παλαιά οἱ ἄνθρωπο νήστευαν, ἀσκή-
τευαν, ἔτρωγαν νερόβραστα καί ἦταν
παλληκάρια καί πνευματικά καί σωμα-
τικά.
Τώρα ἀποφεύγουν τά νερόβραστα
καί ἔγιναν οἱ ἄνρθωποι νερόβραστοι.

Γιά νά συγκεντρωθούμε στήν προ-
σευχή, πρέπει νά συνειδητοποιήσουμε
τί κάνουμε καί ποῦ βρισκόμαστε.
Ὅλη ἡ βάση ἐκεῖ εἶναι.

Παρακαλεῖ κανείς τόν Θεό νά τοῦ ἀνοί-
ξη τά μάτια νά βλέπη (πνευματικά) καί
μόλις ἀρχίσει λίγο νά βλέπη ἀπό τό ἕνα
μάτι ἀρχίζει νά ἐξουθενώνη τούς ἄλλους
πού δέν βλέπουν.
Δέν ξέρει τί να κάνη ὁ Θεός.
Ἄν δέν βλέπη, δέν ὑπομένει, ἄν βλέ-
πη λίγο βασανίζει τούς ἄλλους.

Ἡ ὑπερβολική λύπη καί ἡ εὐαισθη-
σία ἀχρηστεύει πνευματικά τόν ἄνθρω-
πο καί ἀπότελει ὅπλο τοῦ διαβόλου.
Γι' αὐτό δέν χρειάζεται νά λεπτολο-
γοῦμε τά πράγματα.

Ἡ ἐγκράτεια κάνει δυνατό τόν
ἄνθρωπο καί σωματικά καί πνευματι-
κά.

Νά ἀφήνουμε τό κελλί μας νά ἀερί-
ζεται ὅταν κοιμώμαστε γιά νά ὀξυγονώ-
νεται ὁ νούς μας καί γιά νά μήν ἔχομε
κατήφεια.

Ὅ,τι καί νά δής, μήν τό παρεξηγῆς.
Ἀκόμη καί κακό νά εἶναι, ὁ νοῦς σου νά
μήν πάη στό κακό. Αὐτό εἶναι ἡ πρόοδος
γιά τόν ἀρχάριο.

69
ΘΑΥΜΑΤΑ
ΜΕΤΑ
ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ
Θεραπεία
καρκινοπαθοῦς
Κα­τα­γρα­φή
Μα­ρί­αςΒα­βου­λι­ώ­του–Κα­ρα­ΐ­σκου
«Τόν Αὔ­γου­στο τοῦ 1999, στό Στρα­
τι­ω­τι­κό Νο­σο­κο­μεῖ­ο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης,
νο­ση­λευ­ό­ταν μέ Ca ὄρ­χε­ως ἕ­νας στρα­τι­
ώ­της πού ἦ­ταν συγ­γε­νής γνω­στῆς μας
οἰ­κο­γέ­νειας. Εἶ­χε χει­ρουρ­γη­θεῖ στήν
Κύ­προ, ὅ­που ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε καί εἶ­χε ἔρ­θει
γιά με­τεγ­χει­ρη­τι­κή πα­ρα­κο­λού­θη­ση καί
θε­ρα­πεί­α στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη, λό­γῳ τῆς
κα­τα­γω­γῆς του ἀ­πό τό Σου­φλί τοῦ Νο­
μοῦ Ἕ­βρου.
Ὅ­ταν τόν ἐ­πι­σκέ­φτη­κα, ἡ κα­τά­στα­
ση τῆς ὑ­γεί­ας του ἦ­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρα κρί­σι­
μη. Πο­νοῦ­σε φο­βε­ρά, δέν μπο­ροῦ­σε νά
με­τα­κι­νη­θῆ οὔ­τε πά­νω στό κρεβ­βά­τι
καί τό χρῶ­μα του ἦ­ταν χαλ­κο­κί­τρι­νο.
Ἔ­τυ­χε νά εἶ­μαι πα­ροῦ­σα σέ κά­ποι­α ἀ­πό
τίς ἐ­νη­με­ρώ­σεις τῶν για­τρῶν στήν μη­
τέ­ρα του. Ἔ­βα­λε τήν ἀ­ξο­νι­κή το­μο­γρα­
φί­α στό δι­α­φα­νο­σκό­πιο καί τῆς εἶ­πε ἐ­πί
λέ­ξει: Λυ­πᾶ­μαι κυ­ρί­α ... ἀλ­λά δέν μπο­
ροῦ­με νά κά­νου­με τί­πο­τε στήν πα­ροῦ­σα
φά­ση. Ἡ κοι­λιά του, καί μᾶς ἔ­δει­ξε τήν
ἀ­ξο­νι­κή, εἶ­ναι κα­τει­λημ­μέ­νη στά 2/3 ἀ­πό
ὑ­γρό. Οὔ­τε ἄλ­λη χη­μει­ο­θε­ρα­πεί­α, για­τί
ἔ­χει χα­μη­λά λευ­κά, οὔ­τε γιά ἀ­να­κου­φι­
στι­κούς λό­γους στό χει­ρουρ­γεῖ­ο, για­τί ἡ
κα­τά­στα­ση εἶ­ναι κρί­σι­μη καί μπο­ρεῖ νά
κα­τα­λή­ξη.
Ἡ μη­τέ­ρα τά ἄ­κου­γε καρ­τε­ρι­κά. Θά
ἔ­λε­γα, χω­ρίς ἀν­τί­δρα­ση. Πρό­τει­να στήν
μη­τέ­ρα γιά νά βο­η­θη­θῆ, νά πά­ρη κά­ποι­ο
ροῦ­χο τοῦ παι­διοῦ καί νά πᾶ­με γιά προ­
σκύ­νη­μα στόν τά­φο τοῦ π. Πα­ϊ­σί­ου καί
στόν ἅ­γιο Ἀρ­σέ­νιο, στό Μο­να­στή­ρι τῆς
Σου­ρω­τῆς. Καθ᾿ ὁ­δόν μέ ἐ­ξέ­πλη­ξε ἡ βα­
θειά πί­στη τῆς κυ­ρί­ας αὐ­τῆς στόν Θε­ό.
Μοῦ εἶ­πε, ὅ­τι δέν ἦ­ταν πιό ἄ­ξια αὐ­τή ἀ­πό
70
μέ­να πού ἔ­γι­νε μη­τέ­ρα δύ­ο παι­δι­ῶν καί
ὅ­τι τά παι­διά της ὅ­σο καί ὅ­λα τά ἀ­γα­θά
στήν ζω­ή μας, εἶ­ναι δω­ρε­ές τοῦ Κυ­ρί­ου
καί τί­πο­τα δι­κό μας. Ὅ­λα τά ἔ­βλε­πε σάν
δῶ­ρα Θε­οῦ. Ἐ­κεῖ­νος τά ἔ­δω­σε καί Ἐ­κεῖ­
νος τά παίρ­νει. Εἶ­χε ἤ­δη χά­σει τό ἄλ­λο
της παι­δί σέ ἡ­λι­κί­α 14 ἐ­τῶν ἀ­πό ἀ­τύ­χη­
μα μέ ὅ­πλο καί αὐ­τό τό ἔ­βλε­πε σάν εὐ­λο­
γί­α ἀ­πό τόν Θε­ό. Θε­ω­ροῦ­σε
ὅ­τι τό πῆ­ρε στήν κα­τάλ­λη­λη
στιγ­μήκον­τάΤου,για­τίἔ­πα­
σχε ἀ­πό νε­α­νι­κό σακ­χα­ρώ­δη
δι­α­βή­τη καί ἐ­άν με­γά­λω­νε
καί κα­τα­λά­βαι­νε τό πρό­βλη­
μά του, ἴ­σως βα­ρυγ­κο­μοῦ­σε
γιά τόν Θε­ό καί χα­νό­ταν ἡ
ψυ­χή του.
»Γιά τό παι­δί της πού πέ­
θαι­νε στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο, μοῦ
εἶ­πε, ὅ­τι δέν ἤ­ξε­ρε για­τί τό
ἐ­πέ­τρε­ψε ὁ Θε­ός. Ἴ­σως γιά
τήν ἀ­πι­στί­α καί ἀ­δι­α­φο­ρί­α
τοῦ συ­ζύ­γου της (ἐ­κεῖ­νος
μι­λοῦ­σε γιά τή φύ­ση καί
μοί­ρα­ζε φω­το­γρα­φί­ες ἀ­πό
τό δά­σος τῆς Δα­διᾶς), σάν νά
μήν συ­νέ­βαι­νε τί­πο­τα. Ἴ­σως
για­τί τό παι­δί της κα­μά­ρω­νε
γιά τήν δύ­να­μη καί εὐ­ρω­
στί­α του. Καί κα­τέ­λη­ξε, γιά
ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε λό­γο ὅ­μως καί
νά τό πα­ρα­χώ­ρη­σε, νά γί­νη
τό Θέ­λη­μά Του. Στε­νο­χω­
ρι­έ­μαι βέ­βαι­α καί πο­νά­ει ἡ
ψυ­χή μου πού τό βλέ­πω νά
ὑ­πο­φέ­ρη καί νά πο­νά­η.
»Ὅ­ταν φτά­σα­με στό Μο­
να­στή­ρι, ἔ­πε­σε στήν κυ­ρι­ο­
λε­ξί­α πά­νω στόν τά­φο τοῦ π.
Πα­ϊ­σί­ου καί ἔ­κλα­ψε γιά ἀρ­
κε­τή ὥ­ρα. Ἀ­φή­σα­με κά­ποι­ο
ροῦ­χο τοῦ παι­διοῦ στόν τά­φο καί ἀ­φοῦ
τήν ἄ­φη­σα νά μι­λή­ση μέ τίς ἀ­δελ­φές, οἱ
ὁ­ποῖ­ες ἐν­τυ­πω­σι­ά­στη­καν ἀ­πό τήν ἐμ­πι­
στο­σύ­νη της στόν Θε­ό, τῆς ἔ­δω­σαν κά­
ποι­ες εὐ­λο­γί­ες. Πα­ρα­κο­λου­θή­σα­με τήν
ἀ­κο­λου­θί­α τοῦ Ἑ­σπε­ρι­νοῦ καί φύ­γα­με.
Φθά­σα­με στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο γύ­ρω στίς 9 τό
βρά­δυ καί ἤ­μα­σταν καί οἱ δύ­ο πο­λύ χα­
ρού­με­νες καί γε­μᾶ­τες στήν ψυ­χή. Μοῦ
εἶ­πε, ὅ­τι δέν θά ξε­χά­ση ἐ­κεῖ­νο τό ἀ­πό­γευ­
μα, ἔ­νοι­ω­σε με­γά­λη πα­ρη­γο­ριά. Τήν ἑ­πο­
μέ­νη ἔ­φυ­γα μέ με­τά­θε­ση ἀ­πό τήν Θεσ­σα­
λο­νί­κη καί πε­ρί­που στίς εἴ­κο­σι ἡ­μέ­ρες
μοῦ τη­λε­φώ­νη­σε ἡ κυ­ρί­α καί μοῦ εἶ­πε:
Μα­ρί­α, ἔ­γι­νε θαῦ­μα, ὁ για­τρός μοῦ εἶ­πε,
ὅ­τι ὁ Βαγ­γέ­λης δέν ἔ­χει τί­πο­τε. Οἱ για­
τροί δέν πι­στεύ­ουν στά μά­τια τους. Μοῦ
εἶ­παν, ὅ­τι πρό­κει­ται γιά θαῦ­μα. Τό ξέ­
ρω, τούς ἀ­πάν­τη­σα. Εἶ­ναι θαῦ­μα.
»Ἡ βα­θειά πί­στη της στόν Θε­ό, τῆς
χά­ρι­σε τε­λι­κά τόν γυι­ό της, ὁ ὁ­ποῖ­ος μέ
τίς πρε­σβεῖ­ες τοῦ ὁ­σί­ου Πα­ϊ­σί­ου ζεῖ καί
ἐρ­γά­ζε­ται στό Σου­φλί χω­ρίς προ­βλή­μα­
τα».
Ἀπό τήν Ἱερά Μονή Τιμίου Προδρόμου,
Μεταμόρφωση Χαλκιδικῆς
71
ζε ἐ­νῶ μι­λοῦ­σα. Καί ὅ­πως λέ­νε οἱ εἰ­δι­κοί
ἐ­πι­στή­μο­νες, ἄν ἕ­ναν αὐ­τι­στι­κό κα­τα­
φέ­ρεις νά τόν κά­νης νά σέ κοι­τά­η στά
μά­τια, τό­τε τόν ἔ­χεις κερ­δί­σει, για­τί σοῦ
ἐ­πι­τρέ­πει νά μπῆς στόν κό­σμο του. Ὄ­χι
ἐ­γώ, δέν τόν κέρ­δι­σα, ἀλ­λά ὁ π. Πα­ΐ­σιος
μέ τά λό­για του, τά ὁ­ποῖ­α ἀ­νε­γί­νω­σκα
μό­νο. Μά­λι­στα δέ, συ­νά­δελ­φος πού πέ­ρα­
σε ἀ­πό τήν τά­ξη μιά φο­ρά καί εἶ­δε τόν Π.
στήν προ­ει­ρη­μέ­νη στά­ση, μοῦ εἶ­πε: «Τί
τούς κά­νεις, βρέ Ἠ­λί­α, καί σέ κοι­τά­ζουν
μέ τό­ση προ­σή­λω­ση;». «Ἐ­γώ; Ὁ Γέ­ρον­
τας», σκέ­φτη­κα.
»Ἕ­να δεύ­τε­ρο πε­ρι­στα­τι­κό εἶ­ναι μέ
τήν Ε., ἡ ὁ­ποί­α πά­σχει ἀ­πό βα­ριά νο­η­τι­
κή ὑ­στέ­ρη­ση μέ ἱ­στο­ρι­κό σχι­ζο­φρέ­νειας.
Παίρ­νει κά­θε μέ­ρα ἰ­σχυ­ρά ψυ­χι­α­τρι­κά
χά­πια καί ἐ­πι­κοι­νω­νεῖ μέ νο­ή­μα­τα ἤ μέ
Ἐπικοινωνεῖ
μέ αὐτιστικά παιδιά
Δι­ή­γη­σηἨ­λί­αΒου­τσι­νᾶ,Πά­τρα
«Ἐρ­γα­ζό­μουν ὡς ἀ­να­πλη­ρω­τής κα­
θη­γη­τής στό Εἰ­δι­κό σχο­λεῖ­ο
Ε.Ε.Ε.Ε.Κ. Ναυ­πά­κτου, τήν
σχο­λι­κή χρο­νιά 2009–2010. Σέ
αὐ­τό τό σχο­λεῖ­ο φοι­τοῦν παι­διά
ἀ­πό 13–28 ἐ­τῶν ἔ­χον­τας δι­ά­φο­
ρα προ­βλή­μα­τα ὑ­γεί­ας, ὅ­πως
σύν­δρο­μο Down (μογ­γο­λι­σμός),
βα­ριά–μέ­τρια–ἐ­λα­φριά νο­η­τι­κή
ὑ­στέ­ρη­ση, αὐ­τι­σμό, τυ­φλό­τη­
τα, ὡς καί δι­ά­φο­ρα ψυ­χο­λο­γι­κά
καί ψυ­χι­α­τρι­κά προ­βλή­μα­τα
ἀ­πό ἐ­λα­φριά ἕ­ως καί μέ ἱ­στο­ρι­
κό σχι­ζο­φρέ­νειας. Κά­ποι­α ἀ­πό
αὐ­τά τά παι­διά, λό­γῳ τῆς ἀ­σθέ­
νειάς των δέν μπο­ροῦν νά ἐ­πι­
κοι­νω­νή­σουν κἄν, βγά­ζον­τες
ἄ­να­θρες κραυ­γές καί λέ­γον­τας
μο­νο­λε­κτι­κά κά­ποι­ες λέ­ξεις.
»Σέ ἕ­να τμῆ­μα ἔ­χου­με δύ­ο
παι­διά αὐ­τι­στι­κά. Ἀ­πό αὐ­τά, ὁ
μέν Δ. λέ­ει μό­νο κά­ποι­ες λέ­ξεις,
ὁ δέ Π. μι­λά­ει τό­σο σι­γά, ὥ­στε
καί ἀ­πό­λυ­τη ἡ­συ­χί­α νά γί­νε­ται
δέν μπο­ρεῖς νά ἀ­κού­σης τί λέ­
ει. Στήν ἀρ­χή τῆς χρο­νιᾶς τούς
δι­ά­βα­ζα κά­ποι­α πα­ρα­μυ­θά­κια,
ἀλ­λά δέν ἔ­δει­χναν ἐν­δι­α­φέ­ρον.
Κοι­τοῦ­σαν δε­ξιά καί ἀ­ρι­στε­ρά,
ση­κώ­νον­ταν, ἔ­κα­ναν φα­σα­ρί­α
καί ἐν γέ­νει δέν μπο­ροῦ­σα μέ
τί­πο­τε νά τούς κά­νω νά ἀ­κού­
σουν ἔ­στω καί γιά λί­γα λε­πτά.
Ὅ­ταν με­τά ἀ­πό τήν πά­ρο­δο 2–3 μη­νῶν
εἶ­πα νά τούς δι­α­βά­σω τόν Βί­ο τοῦ γέ­
ρον­τος Πα­ϊ­σί­ου, τό­τε ὁ Π. ἀ­πό ἐ­κεῖ πού
ἔ­δει­χνε στόν κό­σμο του, ἄρ­χι­σε νά πα­ρα­
κο­λου­θῆ μέ ἐν­δι­α­φέ­ρον. Ἔ­βα­ζε τά χέ­ρια
του κά­τω ἀ­πό τό πη­γού­νι καί μέ κοί­τα­
Ἀπό τήν Ἱερά Μονή Τιμίου Προδρόμου,
Μεταμόρφωση Χαλκιδικῆς
72
ἄ­να­θρες κραυ­γές πού ἀ­να­λό­γως τήν πε­
ρί­πτω­ση ση­μαί­νουν ναί ἤ ὄ­χι. Ἐ­νῶ, λοι­
πόν, μιά μέ­ρα τῆς δι­ά­βα­ζα τόν Βί­ο τοῦ
Γέ­ρον­τος καί κα­θό­ταν ἥ­συ­χη καί ἄ­κου­
γε, σέ μιά στιγ­μή στα­μά­τη­σα νά δι­α­βά­ζω
γιά λί­γα λε­πτά, προ­κει­μέ­νου νά στεί­λω
ἕ­να μή­νυ­μα μέ τό κι­νη­τό μου τη­λέ­φω­νο.
Τό­τε ἡ Ε. ση­κώ­θη­κε, ἦρ­θε πρός τό μέ­
ρος μου καί ἄρ­χι­ζε μέ τό δά­κτυ­λό της νά
μοῦ δεί­χνη τίς σε­λί­δες ἐ­κεῖ­νες στίς ὁ­ποῖ­
ες εἶ­χα ἀ­νοι­κτό τό βι­βλί­ο. Ἐ­γώ δέν κα­
τά­λα­βα. Τῆς λέ­ω: «Ἔ, τί θές;». Συ­νέ­χι­ζε
τό ἴ­διο. Τῆς ξα­νά­κα­να τήν ἐ­ρώ­τη­ση καί
ὕ­στε­ρα ἀ­πό 2–3 φο­ρές, τῆς λέ­ω: «Θές νά
συ­νε­χί­σω νά δι­α­βά­ζω;». Τό­τε ἡ Ε. ἔ­γνε­
ψε κα­τα­φα­τι­κά, ἔ­βγα­λε αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους
τήν κραυ­γή πού ἔ­χου­με μά­θει ὅ­τι ση­μαί­
νει ναί καί κά­θι­σε στή θέ­ση της».
«Εἶ­χα σο­βα­ρό πρό­βλη­μα ὑ­γεί­ας μέ
τήν κό­ρη μου πού ἦ­ταν τρι­ῶν ἐ­τῶν. Δι­
ά­βα­ζα τό βι­βλί­ο γιά τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο.
Τό βρά­δυ, γέ­μι­σε μέ εὐ­ω­δί­α ὅ­λο τό δω­
μά­τιο. Καί ἡ εὐ­ω­δί­α δι­α­τη­ρή­θη­κε μέ­χρι
τήν ἄλ­λη μέ­ρα τό με­ση­μέ­ρι. Εὐ­ω­δί­α­ζαν
τά ροῦ­χα».
Εὐωδία ἀπό βιβλία
Μαρ­τυ­ρί­α
Χρι­στί­νας Γα­λα­νο­πού­λου
ρεῖς, ἐ­γώ μέ τόν κό­σμο. Στό τέ­λος ὁ πα­πάς
τῆς ἐ­νο­ρί­ας πού μέ γνώ­ρι­ζε, μοῦ ζή­τη­σε
νά με­τα­φέ­ρω δύ­ο γι­α­γι­ού­λες μέ­σα στήν
πό­λη – ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἦ­ταν ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­
νη. Στόν δρό­μο μι­λοῦ­σαν γιά ἕ­να βι­βλί­ο
γιά τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο. Ἐ­γώ ἄρ­χι­σα
νά πη­γαί­νω πιό σι­γά ἀ­πό πε­ρι­έρ­γεια νά
ἀ­κού­σω τί θά ᾿λε­γαν. Ἔ­λε­γε ἡ μί­α: «Μοῦ
συ­νέ­βη κά­τι πα­ρά­ξε­νο, δι­ά­βα­ζα τό βι­βλί­ο
καί ση­κώ­θη­κα γιά λί­γο νά κά­νω μιά δου­
λειά καί τό ἄ­φη­σα ἀ­νοι­κτό στό τρα­πέ­ζι.
Ὅ­ταν γύ­ρι­σα νά συ­νε­χί­σω τό δι­ά­βα­σμα,
ἔ­νοι­ω­σα νά βγαί­νη μιά εὐ­ω­δί­α ἀ­πό τό βι­
βλί­ο, σάν θυ­μί­α­μα». Με­τά ἀ­πό λί­γες ἡ­μέ­
ρες βρῆ­κα ἕ­ναν φί­λο μου καί μοῦ λέ­ει:
-Δέν εἶ­μαι κα­λά, ἔ­χω μέ­σα μου μιά
ἀ­νη­συ­χί­α. Τί νά κά­νω;
-Θά σοῦ πῶ ἐ­γώ τί θά κά­νης. Θά πᾶς
στήν τά­δε Ἐκ­κλη­σί­α καί θά ζη­τή­σης τόν
π. Νε­κτά­ριο τόν Βίτ­τη, θά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῆς,
θά σοῦ δι­α­βά­ση μιά εὐ­χή καί θά γί­νης
κα­λά. Με­τά ἀ­πό λί­γο και­ρό ξα­να­συ­ναν­
τη­θή­κα­με καί μοῦ εἶ­πε:
-Ξέ­ρεις; ἔ­κα­να ὅ­πως μοῦ εἶ­πες, ἀλ­λά
νά σοῦ πῶ κά­τι; μπο­ρεῖ βέ­βαι­α νά μέ πε­
ρά­σης γιά τρελ­λό.
-Ὄ­χι, ὄ­χι, τοῦ λέ­ω ᾿γώ, πές μου.
- Πῆ­γα στήν Ἐκ­κλη­σί­α καί ἀ­φοῦ τοῦ
εἶ­πα τοῦ πα­πᾶ καί μοῦ δι­ά­βα­σε εὐ­χή, φεύ­
γον­τας μοῦ εἶ­πε νά ἀ­γο­ρά­σω ἕ­να βι­βλί­ο
γιά τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο. Βγαί­νον­τας,
λοι­πόν, ἀ­πό τήν Ἡ­ρά­κλεια στα­μά­τη­σα σ᾿
ἕ­να βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο καί τό ἀ­γό­ρα­σα. Κα­θώς
γυρ­νοῦ­σα μέ τό αὐ­το­κί­νη­το στό σπί­τι,
εἶ­χα τό βι­βλί­ο στήν θέ­ση τοῦ συ­νο­δη­γοῦ
καί μοῦ πέ­ρα­σε ἡ ἰ­δέ­α νά τό ξε­φυλ­λί­σω
μέ τό ἕ­να χέ­ρι κα­θώς ὁ­δη­γοῦ­σα. Ἀ­φοῦ τό
ξε­φύλ­λι­σα βι­α­στι­κά μιά–δυ­ό φο­ρές, ἔ­νοι­
ω­σα νά βγαί­νη μιά πο­λύ ὡ­ραῖ­α μυ­ρω­διά
ἀ­πό τό βι­βλί­ο, σάν θυ­μί­α­μα».
Προ­σκυ­νη­τής
ἀ­πό Σέρ­ρες δι­η­γή­θη­κε
«Πῆ­γα σέ μί­α ἀ­γρυ­πνί­α μ᾿ ἕ­ναν φί­λο
μου, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι μορ­φω­μέ­νος καί ἡ
Μη­τρό­πο­λη τόν ἔ­χει ὑ­πεύ­θυ­νο στά ἀν­
τι­αι­ρε­τι­κά. Με­τά τό τέ­λος τῆς ἀ­γρυ­πνί­ας
κε­ρα­στή­κα­με. Αὐ­τός κά­θη­σε μέ τούς ἱ­ε­
73
«Συ­νάν­τη­σα τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο γιά
πρώ­τη φο­ρά πρίν ἀ­πό πε­ρί­που 35 χρό­νια.
Ἦ­ταν με­τά τίς ἐ­ξε­τά­σεις γιά τό Πα­νε­πι­
στή­μιο μα­ζί μέ τό φί­λο μου Κ. Κ. Εἴ­πα­με
νά ξε­κου­ρα­στοῦ­με, μέ μιά ἐ­πί­σκε­ψη στό
Ἄ­γιον Ὄ­ρος. Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα, ξε­κι­νή­σα­με
ἀ­πό τό Κου­τλου­μού­σι γιά τό Κελ­λί τοῦ
Γέ­ρον­τα μέ­σα στήν κα­τα­πρά­σι­νη φύ­ση.
Ὁ πορ­τά­ρης τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ, μᾶς εἶ­πε,
ὅ­τι δύ­σκο­λα θά τόν δοῦ­με, για­τί τέ­τοι­α
ὥ­ρα ὁ Γέ­ρον­τας ἀ­να­παύ­ε­ται. Συ­ναν­τή­σα­
με καί κά­ποι­ον ἀ­κό­μη στό δρό­μο κι αὐ­τός
εἶ­χε τήν ἴ­δια ἄ­πο­ψη, ὅ­τι ἡ ὥ­ρα πού δι­α­
λέ­ξα­με δέν ἦ­ταν καί ἡ κα­λύ­τε­ρη γιά νά
δοῦ­με τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο. Φτά­σα­με στό
Κελ­λί του καί πράγ­μα­τι δέν ὑ­πῆρ­χε ψυ­χή
καί ἡ πόρ­τα τῆς αὐ­λῆς κλει­στή. Τρα­βή­ξα­
με τό σχοι­νί πού χτυ­ποῦ­σε ἕ­να καμ­πα­νά­
κι–κου­δού­νι στό Κελ­λί καί ὤ! μέ ἔκ­πλη­ξη
φά­νη­κε ὁ Γέ­ρον­τας ἀ­πό πά­νω, μέ τό γλυ­
κό χα­μό­γε­λο καί μᾶς ἄ­νοι­ξε.
»Κα­θή­σα­με στήν αὐ­λή στά κού­τσου­ρα
καί ὁ Γέ­ρον­τας ἔ­φε­ρε ἕ­να κου­τί μέ λου­
κού­μια καί μᾶς κέ­ρα­σε. Μᾶς μί­λη­σε γιά
λί­γο, ἀ­στει­εύ­τη­κε μα­ζί μας κι ἐ­μεῖς τόν
ρω­τή­σα­με κά­τι, ἀ­πό αὐ­τά τά πολ­λά πού
ἀ­κού­γον­ταν γι᾿ αὐ­τόν.
- Γέ­ρον­τα, εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι ἔρ­χε­ται
ἕ­να φί­δι καί σοῦ κά­νει πα­ρέ­α;
- Μιά ψω­ρό­γα­τα ἔρ­χε­ται πει­να­σμέ­νη,
για­τί θέ­λει φαΐ, εἶ­πε ὁ Γέ­ρον­τας μέ πο­λύ
χα­μό­γε­λο.
»Κι ἀ­φοῦ εἶ­δε πώς δέν εἴ­χα­με σκο­πό
νά φύ­γου­με, μᾶς πρό­σφε­ρε ἕ­να–δύο­λου­
κού­μια ἀ­κό­μη λέ­γον­τας, πώς δέν ἔ­χου­με
ζά­χα­ρο καί στή συ­νέ­χεια μᾶς λέ­ει:
- Ἄν­τε τώ­ρα. Καί κα­τα­λά­βα­με πώς ἦρ­
θε ἡ ὥ­ρα νά τόν ἀ­φή­σου­με, μιά καί εἶ­χε
σί­γου­ρα πο­λύ πιό σο­βα­ρά πράγ­μα­τα νά
κά­νη.
»Ξα­να­συ­νάν­τη­σα τόν Γέ­ρον­τα με­τά
ἀ­πό με­ρι­κά χρό­νια πά­λι στό Κελ­λί του,
μέ ἄλ­λους τρεῖς φί­λους καί μιά φο­ρά στή
Δάφ­νη, ἐ­νῶ πε­ρί­με­νε νά πά­ρη τό κα­ρα­βά­
κι γιά τήν Οὐ­ρα­νού­πο­λη.
»Τά χρό­νια πέ­ρα­σαν, ἡ εὐ­λο­γί­α τοῦ
Θε­οῦ ἦ­ταν ἄ­φθο­νη πάν­τα, ἔ­στω κι ἄν δέν
τό κα­τα­λά­βαι­να, γνώ­ρι­σα τήν Ζ. Τ., κά­
να­με οἰ­κο­γέ­νεια καί ἔ­χου­με δύ­ο κό­ρες.
«Ἤ­ξε­ρα, ὅ­τι ὁ γέ­ρον­τας Πα­ΐ­σιος ἔ­με­νε
στό Μο­να­στή­ρι τῆς Σου­ρω­τῆς ὅ­ταν ἔ­βγαι­
νε καί τε­λι­κά ἐ­κεῖ κοι­μή­θη­κε καί ἐ­κεῖ εἶ­
ναι ὁ τά­φος του. Δέν πή­γα­με πο­τέ ὅ­λα αὐ­
τά τά χρό­νια στή Σου­ρω­τή, ἄν καί ἀ­πέ­χει
εἴ­κο­σι λε­πτά ἀ­πό τό σπί­τι μας.
»Με­τά τό Φλε­βά­ρη τοῦ 2012, ἡ Ζ.
ἄρ­χι­σε νά ἔ­χη κά­ποι­α πε­ρί­ερ­γα συμ­πτώ­
μα­τα πού τήν ἀ­νη­σύ­χη­σαν. Βγῆ­καν καί
δύ­ο–τρί­α ἐ­ξογ­κώ­μα­τα στό δέρ­μα. Ἐ­ξε­τά­
σεις, για­τροί κι ἄλ­λες ἐ­ξε­τά­σεις κι ἄλ­λοι
για­τροί. Ὅ­λα φυ­σι­ο­λο­γι­κά. Τε­λι­κά πή­γα­
με στόν χει­ρουρ­γό, γιά νά βγοῦν τά πε­
ρί­ερ­γα ἐ­ξογ­κώ­μα­τα. Ὁ χει­ρουρ­γός εἶ­ναι
κα­θη­συ­χα­στι­κός, «99% δέν εἶ­ναι τί­πο­τα»,
ἀλ­λά με­τά τήν μι­κρο­ε­πέμ­βα­ση, μᾶλ­λον
ἄλ­λα­ξε γνώ­μη καί εἶ­πε «θά δοῦ­με τήν βι­
ο­ψί­α».
»Πε­ρι­μέ­νον­τας τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῆς
βι­ο­ψί­ας, χρει­ά­στη­κε νά κά­νη καί ἡ μι­
κρή μας Α., δέ­κα χρο­νῶν τό­τε, ἐγ­χεί­ρη­ση
σκω­λη­κο­ει­δί­τι­δος, ὁ­πό­τε χρει­ά­στη­κε καί
ἡ Ζ. νά μεί­νη δύ­ο βρά­δια μα­ζί της στήν
Κλι­νι­κή. Δυ­στυ­χῶς, τά συμ­πτώ­μα­τα
ἦ­ταν ὅ­λο καί πιό ἔν­το­να καί κα­τα­λά­βαι­νε
ὅ­τι κά­τι δέν πά­ει κα­λά. Ἐ­γώ, ἤ­ρε­μος καί
σί­γου­ρος μέ τίς μέ­χρι τό­τε δι­α­βε­βαι­ώ­σεις
καί για­τί τό κα­κό εἶ­ναι μα­κρυ­ά ἀ­πό μᾶς
καί δέν μπο­ρεῖ νά μᾶς πλη­σιά­ση.
»Ζη­τών­τας πλη­ρο­φο­ρί­ες γιά τά ἀ­πο­τε­
λέ­σμα­τα τῆς βι­ο­ψί­ας ἀ­πό τό τη­λέ­φω­νο, τό
ἐρ­γα­στή­ριο μέ πα­ρέ­πεμ­πε στόν χει­ρουρ­
γό καί ὁ χει­ρουρ­γός δέν μοῦ ἔ­λε­γε. Ἐ­δῶ,
Ὁ τάφος ἔχει ζωή καί θεραπεύει
Μαρτυρία Δ. Σ.
74
ἄρ­χι­σα νά κα­τα­λα­βαί­νω πώς κά­τι γί­νε­
ται, ἀλ­λά πάν­τα αἰ­σι­ό­δο­ξος. Μέ τά πολ­λά,
ἀ­φοῦ πα­ρα­κά­λε­σα τόν χει­ρουρ­γό νά μοῦ
πῆ ἀ­πό τό τη­λέ­φω­νο τί γί­νε­ται, μοῦ εἶ­πε,
ἀ­φοῦ τόν δι­α­βε­βαί­ω­σα ὅ­τι δέν θά πῶ τί­
πο­τα στή Ζ. καί θά τῆς τό πῆ ὁ ἴ­διος, ἀ­φοῦ
τῆς ἐ­ξη­γή­ση τήν πε­ρί­πτω­ση. Λέμ­φω­μα –
Β κύτ­τα­ρα, ἦ­ταν ἡ δι­ά­γνω­ση.
»Τό βρά­δυ, ὡς σύγ­χρο­νος ἄν­θρω­
πος καί ἐ­νῶ ἡ Ζ.
ἦ­ταν στήν Κλι­
νι­κή μέ τήν μι­
κρή, κα­τέ­φυ­γα
στόν σύγ­χρο­νο
παν­το­γνώ­στη
τό Internet –
Google. Βλέ­πον­
τας τί εἶ­ναι αὐ­τή
ἡ μορ­φή καρ­κί­
νου, Λέμ­φω­μα
– Β κύτ­τα­ρα, ἄρ­
χι­σε νά φεύ­γη ἡ
γῆ κά­τω ἀ­πό τά
πό­δια μου. Ξαφ­
νι­κά, ὅ­λα μοιά­
ζουν νά κα­ταρ­
ρέ­ουν, τό αὔ­ριο
δέν ἔ­χει πιά νό­
η­μα ἤ κα­λύ­τε­ρα
τί­πο­τα δέν ἔ­χει
πιά νό­η­μα.
»Στίς ἑ­πό­με­
νες δύ­ο–τρεῖς
μέ­ρες πού ἦ­ταν
Σαβ­βα­το­κύ­ρια­
κο, προ­σπά­θη­σα
νά βρῶ τί πρέ­πει
νά κά­νου­με, ρω­
τών­τας φί­λους πού εἶ­χαν πε­ρά­σει κά­ποι­α
ἀν­τί­στοι­χη ψυ­χρο­λου­σί­α. Δεί­ξα­με τά
ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα σέ φί­λο, κα­λό ὀγ­κο­λό­γο
καί μέ ἠ­ρε­μί­α μᾶς πα­ρέ­πεμ­ψε στήν εἰ­δι­
κή αἱ­μα­το­λο­γι­κή Κλι­νι­κή στό νο­σο­κο­
μεῖ­ο «Πα­πα­νι­κο­λά­ου».
»Ἔ­στει­λα ἐ­πί­σης τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα σέ
φί­λη για­τρό στήν Ἀ­με­ρι­κή καί ἡ ἀ­πάν­τη­
ση ἦ­ταν, ὅ­τι εἶ­ναι πο­λύ ἐ­πι­θε­τι­κή μορ­φή,
πρέ­πει νά ἀρ­χί­ση χη­μει­ο­θε­ρα­πεῖ­ες χτές,
ὄ­χι αὔ­ριο, καί αὐ­τή ἡ ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τα
μπο­ρεῖ νά θε­ρα­πευ­θῆ. Τε­λι­κά, κλεί­στη­κε
ἕ­να ραν­τε­βοῦ σέ ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νη Κλι­νι­κή
τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου «Πα­πα­νι­κο­λά­ου» γιά
τήν ἐρ­χό­με­νη Δευ­τέ­ρα.
»Τώ­ρα πιά ἡ Ζ. ἤ­ξε­ρε τί εἶ­χε καί ὅ­τι
ἔ­πρε­πε νά ἀ­κο­λου­θή­ση χη­μει­ο­θε­ρα­πεί­α.
Μοῦ ζή­τη­σε τήν Κυ­ρια­κή τό ἀ­πό­γευ­μα
νά πᾶ­με στό Μο­να­στή­ρι τῆς Σου­ρω­τῆς νά
προ­σκυ­νή­ση τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο. Ὅ­λα
αὐ­τά τά χρό­νια
δέν εἴ­χα­με πά­
ει πο­τέ. Ὅ­πως
πάν­τα, ὑ­πῆρ­χε
οὐ­ρά τῶν ἀν­
θρώ­πων πού
πε­ρί­με­ναν νά
προ­σκυ­νή­σουν
στόν τά­φο τοῦ
Γέ­ρον­τα. Μπή­
κα­με στήν σει­ρά
μέ εὐ­λά­βεια καί
ἡ Ζ. ἔ­σκυ­ψε καί
προ­σκύ­νη­σε κι
ἔ­μει­νε γιά λί­γο
ἀ­κουμ­πών­τας
τό κε­φά­λι της
στό μάρ­μα­ρο μέ
τό ποί­η­μα.
»Ση­κώ­θη­κε
καί μέ δά­κρυ­α
στά μά­τια μοῦ
λέ­ει:«Ἀ­να­σαί­νει,
ἀ­κού­γε­ται, ὁ τά­
φος ἔ­χει ζω­ή πή­
γαι­νε νά δῆς κι
ἐ­σύ». Πῆ­γα καί
προ­σκύ­νη­σα κι
ἐ­γώ, φυ­σι­κά καί
δέν ἄ­κου­σα τί­πο­τα ἀ­πό τόν τά­φο.
»Πή­γα­με πρός τόν να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀρ­
σε­νί­ου καί ἀ­φοῦ ἠ­ρέ­μη­σε ἡ Ζ., τήν ρώ­
τη­σα τί ἔ­γι­νε. «Ἦ­ταν σάν μιά γλυ­κιά ζε­
στή πνο­ή, πού πῆ­ρε ἀ­πό τά σω­θι­κά μου
τόν τρό­μο, ἕ­να χέ­ρι πῆ­ρε ἀ­πό τό στῆ­θος
μου ὅ­λη τήν ἀ­να­τα­ρα­χή, ἠ­ρέ­μη­σα καί
μιά φω­νή, μοῦ εἶ­πε: «Ἄν­τε τώ­ρα, πή­γαι­
νε». Ἀ­μέ­σως ἦρ­θε στό μυα­λό μου ἡ εἰ­κό­
να, ὅ­πως τό­τε πού μᾶς «ἔ­δι­ω­ξε» μέ τό πιό
γλυ­κό τρό­πο ἀ­πό τήν αὐ­λή του, μᾶς εἶ­πε:
Ἀπό τήν Ἱερά Μονή Τιμίου Προδρόμου,
Μεταμόρφωση Χαλκιδικῆς
75
«Ἄν­τε τώ­ρα».
»Ἡ Ζ. ἔ­νοι­ω­θε μιά ἀ­πέ­ραν­τη γα­λή­νη
καί χα­ρά γιά ὅ­λους γύ­ρω της, ἐ­νῶ ἔ­νοι­
ω­θε τήν χά­ρη νά τήν πλημ­μυ­ρί­ζη. Ἀ­πό
τό­τε ἡ Ζ. ἠ­ρέ­μη­σε καί ἴ­σως καί τά συμ­
πτώ­μα­τα νά ὑ­πο­χώ­ρη­σαν. Τήν Δευ­τέ­ρα
πή­γα­με στό ραν­τε­βοῦ στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο.
Ἡ για­τρός ἐ­ξή­γη­σε στή Ζ. τί ἔ­χει καί τί
ἔ­πρε­πε νά κά­νη. Τί πα­ρε­νέρ­γει­ες μπο­ρεῖ
νά ἔ­χη κ.λ.π.
»Πρίν νά ξε­κι­νή­ση ὅ­μως τίς θε­ρα­πεῖ­
ες, θά πρέ­πη νά γί­νη μί­α ἀ­ξο­νι­κή, γιά νά
δοῦ­με ποῦ ἀλ­λοῦ ὑ­πάρ­χουν «ἑ­στί­ες» μέ­σα
στό σῶ­μα καί μιά ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση ἀ­πό τό ἐρ­
γα­στή­ριο τοῦ Νο­σο­κο­μεί­ου τῶν ἀ­πο­τε­λε­
σμά­των τῆς πρώ­της βι­ο­ψί­ας. Ἡ δεύ­τε­ρη
βι­ο­ψί­α συμ­φώ­νη­σε μέ τήν πρώ­τη καί ἐ­πι­
βε­βαί­ω­σε ὅ­τι εἶ­ναι πράγ­μα­τι. Ἡ Ζ. ἔ­κα­νε
τήν ἀ­ξο­νι­κή καί πε­ρι­μέ­να­με τά ἀ­πο­τε­λέ­
σμα­τα. Πή­γα­με μα­ζί νά τά πά­ρου­με ἕ­να
ἀ­πό­γευ­μα μέ τό αὐ­το­κί­νη­το.
»Μοῦ ζή­τη­σε νά μπῶ νά πά­ρω ἐ­γώ τά
ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα, για­τί δέν μπο­ροῦ­σε νά πε­
ρι­μέ­νη. Ζή­τη­σα τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα ἀ­πό τήν
ὑ­πο­δο­χή – reception, θά ἔ­πρε­πε νά ἦ­ταν
ἕ­τοι­μα.
»Ἔ­ψα­ξε ἡ κο­πέλ­λα, δέν τά βρῆ­κε, ρώ­
τη­σε χα­μη­λό­φω­να κά­τι στήν ἄλ­λη κο­πέλ­
λα, κά­τι ψι­θύ­ρι­σαν καί μοῦ εἶ­παν, ποι­ός
εἶ­στε, ἡ για­τρός τά ἔ­χει καί θέ­λει νά σᾶς
δῆ.
»Τό σκη­νι­κό τό ἔ­χω ξα­να­δεῖ καί στήν
βι­ο­ψί­α καί στόν χει­ρούρ­γο, ὅ­λοι θέ­λουν
νά σοῦ τό ποῦν μέ κά­θε σο­βα­ρό­τη­τα γιά
νά τό κα­τα­λά­βης κα­λά. Πή­γα, λοι­πόν, στό
γρα­φεῖ­ο τῆς για­τροῦ πού θά ἐ­ξέ­τα­ζε τήν
ἀ­ξο­νι­κή καί θά ἔ­γρα­φε τήν γνω­μά­τευ­ση.
- Θά ἤ­θε­λα νά πά­ρω τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα
τῆς Ζ. Τ., εἶ­πα.
- Ἄ, μά­λι­στα, λέ­ει ἡ για­τρός. Πεῖ­τε
μου, σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, τί συμ­πτώ­μα­τα ἔ­χει,
για­τί κά­να­τε ἀ­ξο­νι­κή; Ἄρ­χι­σε νά ἀ­νε­βαί­
νη τό αἷ­μα μου στό κε­φά­λι, τί γί­νε­ται πά­
λι, τί θέ­λει νά μά­θη;
- Βλέ­πω, μοῦ λέ­ει, ἔ­χε­τε δι­ά­γνω­ση καί
πα­ρα­πεμ­πτι­κό ἀ­πό τό νο­σο­κο­μεῖ­ο «Πα­πα­
νι­κο­λά­ου», ἡ Κλι­νι­κή εἶ­ναι κέν­τρο ἀ­να­
φο­ρᾶς γι᾿ αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους τίς πα­θή­σεις,
ἀλ­λά ... Δέν ἄν­τε­ξα ἄλ­λο.
- Για­τρέ, πεῖ­τε μου σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, τί
εἴ­δα­τε στήν ἐ­ξέ­τα­ση, ἤ ἔ­χει παν­τοῦ ἤ δέν
βρή­κα­τε τί­πο­τα. Για­τί μέ ρω­τᾶ­τε;
- Ναί, μοῦ λέ­ει, προ­σπά­θη­σα καί ἐ­ξέ­
τα­σα μέ με­γά­λη προ­σο­χή τήν ἀ­ξο­νι­κή,
ἀλ­λά δέν φαί­νε­ται τί­πο­τα.
- Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, νά τήν φω­νά­ξω ἀ­πό
τό αὐ­το­κί­νη­το νά τῆς τό πῆ­τε ἡ ἴ­δια.
»Ἡ Ζ. ἐ­ξή­γη­σε στήν για­τρό τό ἱ­στο­
ρι­κό καί ἐ­κεί­νη τῆς εἶ­πε, μα­κά­ρι ὅ­λοι οἱ
ἀ­σθε­νεῖς μου νά εἶ­χαν τέ­τοι­α ἀ­πο­τε­λέ­σμα­
τα. Αὐ­τό ἦ­ταν καί ἡ ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση, πώς ὁ
Γέ­ρον­τας ἔ­δω­σε τή λύ­ση.
»Δεί­ξα­με τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα καί σέ ὀγ­
κο­λό­γο φί­λο κα­λό, τό βρῆ­κε πο­λύ πε­ρί­ερ­
γο νά μήν ὑ­πάρ­χη τί­πο­τα.
»Τε­λι­κά ἡ Ζ. ἀ­κο­λού­θη­σε τήν χη­μει­
ο­θε­ρα­πεί­α, ὅ­πως ζή­τη­σαν οἱ θε­ρά­πον­τες,
κα­νείς για­τρός ἄλ­λω­στε δέν θά ἔ­παιρ­νε
εὐ­θύ­νη νά πῆ ὅ­τι δέν χρει­ά­ζε­ται θε­ρα­πεί­α,
ἔ­χον­τας δι­πλά ἐ­πι­βε­βαι­ω­μέ­νη βι­ο­ψί­α ὅ­τι
πρό­κει­ται γιά τέ­τοι­ο καρ­κί­νο πού χα­ρα­
κτη­ρί­ζε­ται πο­λύ ἐ­πι­θε­τι­κός.
»Ἔ­χουν πε­ρά­σει ἤ­δη τρί­α χρό­νια ἀ­πό
τό­τε καί ἡ Ζ. εἶ­ναι κα­λά. Μό­νο πού ἡ ζω­ή
μας πιά δέν εἶ­ναι ἴ­δια. Ὁ γέ­ρον­τας Πα­ΐ­
σιος εἶ­ναι πιά μα­ζί μας. Ὁ κό­σμος εἶ­ναι πιό
ὄ­μορ­φος γύ­ρω μας. Ἡ εὐ­λο­γί­α μᾶς λού­ζει,
ἀρ­κεῖ νά τό ζη­τή­σου­με.
»Ὅ­πως λέ­ει κι ὁ φί­λος μας ὁ Κώ­στας,
ἄν σέ σφρα­γί­ση τό θαῦ­μα δέν μπο­ρεῖς νά
γυ­ρί­σης πί­σω. Ξέ­ρεις πιά, ὅ­τι οἱ αἰ­σθή­σεις
δέν εἶ­ναι μό­νο πέν­τε, ἀλ­λά ὅ­λα μπο­ροῦν
νά γί­νουν μέ πί­στη.
»Ἔ­γρα­ψα αὐ­τά πού ζή­σα­με, γιά νά τά
μοι­ρα­στῶ μέ αὐ­τούς πού μπο­ρεῖ καί νά
κα­τα­λά­βουν κά­τι τέ­τοι­ο. Δέν θέ­λω νά πεί­
σω κά­ποι­ον νά πι­στέ­ψη. Δέν εἶ­ναι κἄν ἡ
ἀ­ξο­νι­κή ἐ­ξέ­τα­ση ἀ­πό­δει­ξη τοῦ θαύ­μα­τος.
Μπο­ρεῖ καί νά ἔ­χη συμ­βεῖ καί σέ ἄλ­λους.
Ἐ­γώ ξέ­ρω, ὅ­τι ὁ γέ­ρον­τας Πα­ΐ­σιος μί­λη­
σε στή Ζ. καί τῆς πῆ­ρε τό πρό­βλη­μα, για­τί
ἔ­τσι μᾶς μι­λοῦ­σε ὅ­ταν τόν συ­ναν­τού­σα­με
στό Κελ­λί του. Για­τί ἔ­τσι ἔ­δι­νε κου­ρά­γιο
καί λύ­σεις στούς ἀν­θρώ­πους πού τοῦ ζη­
τοῦ­σαν τήν βο­ή­θειά του».
76
Ἔκανε τήν ἐγχείρηση
Δι­ή­γη­ση Νι­κο­λά­ου Κου­λού­ρη,
Κα­θη­γη­τοῦστό Τμῆ­μαΝο­μι­κῆςστό Εὐ­
ρω­πα­ϊ­κόΠα­νε­πι­στή­μιοΚύ­πρου
«Τό ἔ­τος 2012, ὁ
φοι­τη­τής μου στό Τμῆ­μα Νο­μι­κῆς τοῦ
Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου
Στέ­λιος Κρε­ού­ζος, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι δη­μο­σι­
ο­γρά­φος τοῦ ΡΙΚ, δι­α­γνώ­σθη­κε μέ ὑ­γρό
στούς πνεύ­μο­νες
καί στήν καρ­διά.
Τα­λαι­πω­ρή­θη­κε
ἐ­πί ἐ­νά­μι­συ ἔ­τος
νο­ση­λευ­ό­με­νος
γιά με­γά­λα χρο­νι­
κά δι­α­στή­μα­τα σέ
Νο­σο­κο­μεῖ­ο.
Τε­λι­κά, ὁ θε­
ρά­πων ἰα­τρός
τοῦ συ­νέ­στη­σε νά
ὑ­πο­βλη­θῆ σέ χει­
ρουρ­γι­κήἐ­πέμ­βα­
ση γιά τήν ἀ­φαί­
ρε­ση τοῦ ὑ­γροῦ,
ὥ­στε νά στα­μα­τή­
ση ἡ τα­λαι­πω­ρί­α
του. Ἡ ἐ­πέμ­βα­ση
αὐ­τή δι­α­κρί­νε­ται
ἀ­πό μή ἀ­με­λη­τέ­ο
βαθ­μό ἐ­πι­κιν­δυ­
νό­τη­τας, ὅ­πως
ἀ­νέ­φε­ρε στόν
φοι­τη­τή μου ὁ
χει­ρουρ­γός. Τήν πα­ρα­μο­νή τῆς προ­γραμ­
μα­τι­σμέ­νης ἡ­μέ­ρας γιά τήν ἐ­πέμ­βα­ση, ὁ
φοι­τη­τής μου ἔ­κα­νε εἰ­σα­γω­γή στό Νο­σο­
κο­μεῖ­ο. Τόν εἶ­χε κα­τα­λά­βει εὔ­λο­γη ἀ­γω­
νί­α γιά τήν ἔκ­βα­ση τῆς ἐ­πέμ­βα­σης. Τό
ἀ­πό­γευ­μα τόν ἐ­πι­σκέ­φθη­κε μιά ξα­δέλ­φη
του καί τοῦ ἔ­φε­ρε ἕ­να βι­βλί­ο γιά τόν Γέ­
ρον­τα καί ἤ­δη ὅ­σιο Πα­ΐ­σιο τοῦ Ἁ­γι­ο­ρεί­
του, λέ­γον­τάς του ὅ­τι ἡ ἀ­νά­γνω­σή του
θά τόν βο­η­θή­ση νά ἠ­ρε­μή­ση. Ὑπ᾿ ὄ­ψη
ὅ­τι ὁ φοι­τη­τής μου μέ­χρι τό­τε εἶ­χε μό­
νο ἐ­πι­δερ­μι­κή, τυ­πι­κή σχέ­ση μέ τόν Θε­ό
καί τήν Ὀρ­θό­δο­ξη
πί­στη, ὅ­πως δυ­στυ­
χῶς οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι
Ἕλ­λη­νες.
Ὁ φοι­τη­τής μου
ἄρ­χι­σε νά δι­α­βά­ζη
τό βι­βλί­ο τοῦ Ὁ­σί­
ου. Κά­ποι­α στιγ­μή,
φθά­νει στό ση­μεῖ­ο,
ὅ­που σύμ­φω­να μέ
τόν βι­ο­γρά­φο του,
ὁ Ὅ­σιος ζή­τη­σε ἀ­πό
τόν Θε­ό «νά τοῦ
στεί­λη ἕ­ναν καρ­κί­
νο γιά νά τόν δο­κι­
μά­ση», γε­γο­νός τό
ὁ­ποῖ­ο ἐν­τυ­πω­σί­α­σε
ἰ­δι­αι­τέ­ρως τόν φοι­
τη­τή μου.
Ἡἑ­πό­με­νηὅ­μως
ρή­ση τοῦ Ὁ­σί­ου
ἦ­ταν αὐ­τή πού τόν
συγ­κλό­νι­σε: «Θε­έ
μου, ἡ κά­θε ἡ­μέ­
ρα τῆς ζω­ῆς μου εἶ­ναι στά χέ­ρια Σου!».
Ὁ φοι­τη­τής μου τό­τε ἄρ­χι­σε νά ἐ­πα­να­
λαμ­βά­νη ἀ­δι­α­λεί­πτως τή ρή­ση αὐ­τή τοῦ
Ὁ­σί­ου, ἐ­νῶ δά­κρυ­α ἄρ­χι­σαν νά τοῦ κα­
τα­κλύ­ζουν τά μά­τια.
Ὁ φοι­τη­τής μου κλαί­γον­τας συ­νε­
χῶς καί ἰ­δι­αι­τέ­ρως συγ­κι­νη­μέ­νος ἐ­ξα­
77
κο­λου­θοῦ­σε νά ἀ­να­φω­νῆ: «Θε­έ μου, ἡ
κά­θε ἡ­μέ­ρα τῆς ζω­ῆς μου εἶ­ναι στά χέ­ρια
Σου!». Ἦ­ταν μιά μορ­φή ἔμ­με­σης, ἀλ­λά
οὐ­σι­α­στι­κό­τα­της προ­σευ­χῆς πρός τόν
Θε­ό γιά τήν ἐ­πι­τυ­χί­α τῆς ἐ­πέμ­βα­σης.
Ἡ σύ­ζυ­γός του ἀ­κού­γον­τάς τον, μπῆ­
κε στό θά­λα­μο καί θο­ρυ­βη­μέ­νη τόν ρώ­
τη­σε για­τί κλαί­ει, προ­σπα­θών­τας νά τόν
κα­θη­συ­χά­ση ὅ­τι ὅ­λα θά πᾶ­νε κα­λά μέ
τήν ἐ­πέμ­βα­ση. Αὐ­τός τῆς ζή­τη­σε νά τόν
ἀ­φή­ση μό­νο του στόν θά­λα­μο, νά πά­η
σπί­τι τους γιά νά φρον­τί­ση τά δύ­ο ἀ­νή­
λι­κα παι­διά τους καί νά κοι­μη­θῆ καί τῆς
ὑ­πο­σχέ­θη­κε ὅ­τι θά ἠ­ρε­μή­ση.
Ἀπό τό Ἱερό Κουτλουμουσιανό Κελλί Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου
78
Ἔ­τσι, ὁ φοι­τη­τής μου πα­ρέ­μει­νε μό­
νος του στόν θά­λα­μο, ἐ­ξα­κο­λου­θών­τας
νά ἀ­να­φω­νῆ τή ρή­ση τοῦ Ὁ­σί­ου καί νά
κλαί­η. Κά­ποι­α στιγ­μή, σέ προ­χω­ρη­μέ­νη
ὥ­ρα τῆς νύ­χτας, ὁ φοι­τη­τής μου ἀν­τι­
λή­φθη­κε σάν σέ ὀ­πτα­σί­α τήν πα­ρου­σί­α
στό πλά­ϊ του ἑ­νός ρα­σο­φό­ρου ἄν­δρα. Ἐν­
στι­κτω­δῶς καί δί­χως νά συ­ναι­σθά­νε­ται
πλή­ρως τήν οὐ­σί­α τῶν λό­γων του, ἀ­πευ­
θύν­θη­κε στόν ρα­σο­φό­ρο αὐ­τόν λέ­γον­τάς
του: «Γέ­ρον­τα Πα­ῒ­σι­ε, ἐ­άν ἔ­χης ἔλ­θει γιά
ἐ­μέ­να, σέ πα­ρα­κα­λῶ βο­ή­θη­σέ με νά ἔ­χη
ἐ­πι­τυ­χή ἔκ­βα­ση ἡ ἐ­πέμ­βα­ση». Καί ἐ­ξα­κο­
λού­θη­σε κλαί­γον­τας νά ἐ­πα­να­λαμ­βά­νη
τήν ἀ­νω­τέ­ρω ρή­ση τοῦ Ὁ­σί­ου:
«Θε­έ μου, ἡ κά­θε ἡ­μέ­ρα τῆς ζω­ῆς μου
εἶ­ναι στά χέ­ρια Σου!».
Αὐ­τό δι­ήρ­κη­σε μέ­χρι τίς 5.45´τά ξη­
με­ρώ­μα­τα τῆς ἡ­μέ­ρας τῆς προ­γραμ­μα­τι­
σμέ­νης ἐ­πέμ­βα­σης, ὁ­πό­τε καί τόν φοι­τη­
τή μου τόν πῆ­ρε ὁ ὕ­πνος. Θυ­μᾶ­ται τήν
ὥ­ρα αὐ­τή, για­τί λί­γο πρίν τόν πά­ρει ὁ
ὕ­πνος εἶ­χε κοι­τά­ξει τό ρο­λό­ϊ του. Στίς
7.00´ τό πρωΐ ἦλ­θε ὁ νο­σο­κό­μος καί τόν
ξύ­πνη­σε, ὥ­στε νά τόν προ­ε­τοι­μά­ση γιά
τήν ἐ­πέμ­βα­ση.
Ἔκ­πλη­κτος ὁ νο­σο­κό­μος δι­α­πί­στω­σε,
ὅ­τι τά ροῦ­χα καί τά σεν­τό­νια τοῦ κρεβ­
βα­τιοῦ τοῦ φοι­τη­τή μου ἦ­ταν μού­σκε­μα.
Τόν ρώ­τη­σε ἐ­άν χύ­θη­κε νε­ρό ἐ­πά­νω του,
πράγ­μα τό ὁ­ποῖ­ο ἀρ­νή­θη­κε ὁ φοι­τη­τής
μου. Ὁ νο­σο­κό­μος ἀ­φοῦ τόν βο­ή­θη­σε νά
βά­λη στε­γνά ροῦ­χα, τόν με­τέ­φε­ρε σέ δι­
πλα­νό θά­λα­μο, ὥ­στε νά κά­νη μιά τε­λι­κή
μέ­τρη­ση γιά νά δι­α­πι­στω­θῆ ἡ ἀ­κρι­βής θέ­
ση καί πο­σό­τη­τα τοῦ ὑ­γροῦ στούς πνεύ­
μο­νες καί στήν καρ­διά, ὥ­στε νά κα­θο­δη­
γη­θῆ ὁ χει­ρουρ­γός γιά τήν ἐ­πέμ­βα­ση. Ὁ
χει­ρι­στής τοῦ μη­χα­νή­μα­τος ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε
τήν μέ­τρη­ση, εἶ­πε στόν νο­σο­κό­μο νά με­
τα­φέ­ρη τόν φοι­τη­τή μου σέ ἕ­να ἄλ­λο μη­
χά­νη­μα μέ­τρη­σης, δε­δο­μέ­νου ὅ­τι τό συγ­
κε­κρι­μέ­νο μη­χά­νη­μα τό ὁ­ποῖ­ο πά­θαι­νε
συ­χνά βλά­βες, δέν ἔ­δει­ξε κά­τι. Πράγ­μα­
τι, τόν με­τέ­φε­ρε στό ἄλ­λο μη­χά­νη­μα μέ­
τρη­σης, τό ὁ­ποῖ­ο δέν εἶ­χε ἐμ­φα­νί­σει πο­τέ
βλά­βη καί ἦ­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρης ἀ­ξι­ο­πι­στί­ας.
Ἔκ­πλη­κτος ὁ χει­ρι­στής του δι­α­πί­
στω­σε ἀ­πό τήν μέ­τρη­ση, ὅ­τι δέν ὑ­πῆρ­χε
ὑ­γρό σέ κα­νέ­να ση­μεῖ­ο τοῦ σώ­μα­τος τοῦ
φοι­τη­τή μου. Ἀ­μέ­σως ἐ­πι­κοι­νώ­νη­σε μέ
τόν χει­ρουρ­γό, ἀ­να­φέ­ρον­τάς του τό γε­
γο­νός. Ὑπ᾿ ὄ­ψη ὅ­τι ὁ συγ­κε­κρι­μέ­νος χει­
ρουρ­γός εἶ­ναι κον­τά στόν Θε­ό καί εἶ­χε
ὑπ᾿ ὄ­ψη του ἀ­πό με­σο­λα­βή­σα­σα δι­ή­γη­ση
τοῦ φοι­τη­τή μου τά δι­α­δρα­μα­τι­σθέν­τα
κα­τά τή διά­ρκεια τῆς νύ­χτας στόν θά­λα­
μό του. Ὁ χει­ρουρ­γός εἶ­πε στόν χει­ρι­στή
τοῦ μη­χα­νή­μα­τος: «Πά­ει τό μυα­λό μου
στό τί ἔ­χει συμ­βῆ, ἀλ­λά γιά νά βε­βαι­ω­
θοῦ­με πλή­ρως, νά με­τα­φέ­ρης τόν ἀ­σθε­νή
στόν ἀ­ξο­νι­κό το­μο­γρά­φο μέ πα­ρα­πεμ­πτι­
κό ση­μεί­ω­μα πε­ρί δι­ά­γνω­σης τῆς θέ­σης
καί τῆς πο­σό­τη­τας τοῦ ὑ­γροῦ στό σῶ­μα
του».
Ὅ­περ καί ἐ­γέ­νε­το. Με­τά τήν ὁ­λο­
κλή­ρω­ση τῆς ἐ­ξέ­τα­σης, ὁ ἰα­τρός πού με­
λέ­τη­σε τά εὑ­ρή­μα­τά της, ἐ­πι­κοι­νώ­νη­σε
μέ τόν χει­ρουρ­γό τοῦ φοι­τη­τή μου, λέ­
γον­τάς του ὅ­τι κά­ποι­ο λά­θος ἔ­χει γί­νει
στό πα­ρα­πεμ­πτι­κό ση­μεί­ω­μα καί ὅ­τι γιά
ἄλ­λο λό­γο πρέ­πει νά τοῦ ἔ­χη στεί­λει τόν
ἀ­σθε­νή γιά ἐ­ξέ­τα­ση. Καί αὐ­τό, για­τί ἀ­πό
τήν ἐ­ξέ­τα­ση προ­έ­κυ­ψε ὅ­τι «δέν ὑ­πάρ­χει
ἴ­χνος ὑ­γροῦ στό σῶ­μα τοῦ ἀ­σθε­νοῦς!».
Ὁ χει­ρουρ­γός τό­τε ἔ­δω­σε ἐν­το­λή στόν
νο­σο­κό­μο νά ἐ­πα­να­φέ­ρη τόν ἀ­σθε­νή στό
θά­λα­μό του. Ἐ­κεῖ τόν ἐ­πι­σκέ­φθη­κε ἀ­μέ­
σως καί τοῦ ζή­τη­σε νά βγά­λη τή νο­σο­κο­
μεια­κή φόρ­μα ἐγ­χεί­ρη­σης, νά φο­ρέ­ση τά
ροῦ­χα του καί νά φύ­γη γιά τό σπί­τι του.
Στήν εὔ­λο­γη ἀ­πο­ρί­α τοῦ φοι­τη­τή μου:
«Μά, για­τρέ, τί θά γί­νη μέ τήν ἐγ­χεί­ρη­
ση;», ὁ χει­ρουρ­γός τοῦ ἀ­πάν­τη­σε: «Τήν
ἐγ­χεί­ρη­ση στήν ἔ­κα­νε τά ξη­με­ρώ­μα­τα ὁ
γέ­ρον­τας Πα­ΐ­σιος!».
»Τά ἀ­νω­τέ­ρω, μοῦ τά δι­η­γή­θη­κε ἐ­νώ­
πιος ἐ­νω­πί­ῳ ὁ ἴ­διος ὁ φοι­τη­τής μου, ὁ
ὁ­ποῖ­ος ἔ­κτο­τε δο­ξά­ζει κα­θη­με­ρι­νά τόν
Θε­ό καί μνη­μο­νεύ­ει μέ εὐ­γνω­μο­σύ­νη
τόν ἤ­δη ὅ­σιο Πα­ΐ­σιο».
79
Συγκλονίστηκε ἀπό βιβλίο τοῦ Γέροντα
Νέ­ος,ἀ­πότήνΚεν­τρι­κήἙλ­λά­δα
Νέ­ος, ἀ­πό τήν Κεν­τρι­κή Ἑλ­λά­δα,
ζοῦ­σε μέ­σα στήν ἄ­γνοι­α καί τήν ἁ­μαρ­
τί­α.
Ὄ­χι ἁ­πλῶς δέν εἶ­χε τήν πα­ρα­μι­κρή
σχέ­ση μέ τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἀλ­λά ἐ­πί ἔ­τη
συ­ζοῦ­σε μέ ἀλ­λο­δα­πή φί­λη του χω­ρίς
τήν εὐ­λο­γί­α τοῦ γά­μου. Ὅ­λως τυ­χαί­ως
ἔ­πε­σαν στά χέ­ρια του οἱ «Ἐ­πι­στο­λές»
τοῦ Γέ­ρον­τα. Ἀ­πό τήν ἀ­νά­γνω­ση κυ­ρι­ο­
λε­κτι­κά συγ­κλο­νί­στη­κε.
«Μοῦ ἔ­πε­σε κε­ραυ­νός», ὡ­μο­λο­γοῦ­σε.
Ὄ­χι μό­νον ἀ­πο­φά­σι­σε νά ἀλ­λά­ξη ζω­ή,
ἀλ­λά καί τοῦ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἔν­το­νη ἡ
ἐ­πι­θυ­μί­α γιά τόν μο­να­χι­σμό. Ἔ­σπευ­σε,
βρῆ­κε κα­λό Πνευ­μα­τι­κό καί με­τά ἀ­πό
πλή­ρη συν­τρι­βή εἰ­λι­κρι­νή ἐ­ξο­μο­λό­
γη­ση, ἐ­ξέ­φρα­σε καί τόν θεῖ­ο πό­θο του.
Ἀλ­λά ὁ δι­α­κρι­τι­κός Πνευ­μα­τι­κός, με­τά
τήν εὐ­χή τῆς ἀ­φέ­σε­ως καί τίς σχε­τι­κές
συμ­βου­λές του, τοῦ ἐ­ξή­γη­σε ὅ­τι αὐ­τό
δέν ἦ­ταν ὀρ­θό, ἐ­πει­δή ἡ φί­λη του εἶ­χε
συλ­λά­βει.
«Δέν μπο­ρεῖς νά τήν πα­ρα­τή­σης τώ­
ρα. Θά κά­νης μί­α χρι­στι­α­νι­κή οἰ­κο­γέ­
νεια. Αὐ­τό εἶ­ναι τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ»,
τόν συμ­βού­λευ­σε πα­τρι­κά.
Ἔ­κα­νε ὑ­πα­κο­ή. Ἀλ­λά προ­σπα­θεῖ ἡ
νέ­α του οἰ­κο­γε­νεια­κή ζω­ή, νά συγ­γε­
νεύ­η ὅ­σο γί­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο μέ τόν
μο­να­χι­σμό. Ἀ­γω­νί­ζε­ται μέ τίς νη­στεῖ­ες,
τίς ἀ­κο­λου­θί­ες, τήν εὐ­χή, τήν τή­ρη­ση
τοῦ νοῦ...
Αὐ­τός, πού λί­γο πρίν δέν ἤ­ξε­ρε τί­πο­
τε ἀ­πό αὐ­τά. Καί δο­ξά­ζει τόν Θε­ό. Καί
εὐ­χα­ρι­στεῖ τόν Γέ­ρον­τα, τήν βο­ή­θεια
τοῦ ὁ­ποί­ου καί στήν συ­νέ­χεια ἐ­πι­κα­
λεῖ­ται καί ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νως δέ­χτη­κε μέ
θαυ­μα­στό καί ἐ­ναρ­γῆ τρό­πο, ὅ­πως προ­
σω­πι­κά κα­τέ­θε­σε.
Ἴ­σως θε­ω­ρη­θῆ πλε­ο­να­σμός, ἀλ­λά θά
πρέ­πη νά ὑ­πο­γραμ­μι­σθῆ ὁ ὅ­λως χα­ρι­
σμα­τι­κός –καί ὄ­χι διά τῆς λο­γι­κῆς ἤ τοῦ
συ­ναι­σθή­μα­τος– τρό­πος ἐ­νερ­γεί­ας τοῦ
Γέ­ρον­τα. Δε­δο­μέ­νου ὅ­τι, ἕ­ναν ἄ­σχε­το
ἀ­πό πνευ­μα­τι­κή ζω­ή, τό συγ­κε­κρι­μέ­νο
βι­βλί­ο λό­γῳ τοῦ βά­θους του καί τοῦ θε­
ω­ρηρ­τι­κοῦ χα­ρα­κτῆ­ρος του, λο­γι­κά θά
τόν ἀ­πω­θοῦ­σε.
Ὅ­πως ἴ­σως δέν θά συ­νέ­βαι­νε λ.χ. μέ
τόν «Βί­ο τοῦ ὁ­σί­ου Ἀρ­σε­νί­ου» ἤ τό «Ἁ­γι­
ο­ρεῖ­ται Πα­τέ­ρες...» ἤ μέ μί­α συλ­λο­γή
μαρ­τυ­ρι­ῶν καί θαυ­μά­των τοῦ Γέ­ρον­τα,
ἐμ­πλου­τι­σμέ­νη μά­λι­στα μέ ἀρ­κε­τές φω­
το­γρα­φί­ες.
Σέ πε­ρι­πτώ­σεις ὅ­μως, ὅ­πως ἡ ἀ­νω­
τέ­ρω, δέν δροῦν ἐ­ξω­τε­ρι­κά ἀν­θρώ­πι­να
στοι­χεῖ­α οὔ­τε ἁ­πλῶς μό­νο ὁ χα­ρι­τω­μέ­
νος λό­γος τοῦ Γέ­ρον­τα, ἀλ­λά κυ­ρί­ως ἡ
χα­ρι­σμα­τι­κή παρ­ρη­σί­α τῶν πρε­σβει­ῶν
του.
80
«Νά μήν βλέπης
τηλεόραση»
«Ἦταν ἐδῶ»
Εἶ­χε πε­ρά­σει λί­γος και­ρός ἀ­πό τήν
μα­κα­ρί­α κοί­μη­ση τοῦ γέ­ρον­τα Πα­ϊ­σί­
ου. Ὁ Χ., πο­λύ γνω­στός του, εἶ­χε με­γά­
λη ἀ­δυ­να­μί­α μέ τήν τη­λε­ό­ρα­ση. Ἀρ­κε­τές
ὧ­ρες κα­θη­με­ρι­νά σπα­τα­λοῦ­σε, πα­ρα­κο­
λου­θών­τας δι­ά­φο­ρες τη­λε­ο­πτι­κές ἐκ­
πομ­πές. Μί­α μέ­ρα, ἐμ­φα­νί­σθη­κε ξαφ­νι­
κά μπρο­στά του ὁ Γέ­ρον­τας καί τοῦ εἶ­πε
ἔν­το­να: «Χ., νά μήν βλέ­πης τη­λε­ό­ρα­ση!».
Καί ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε.
Συ­νέ­βη στό χει­ρουρ­γεῖ­ο τοῦ Νο­σο­
κο­μεί­ου Ἀ­γρι­νί­ου. Ἀ­σθε­νής 20 ἐ­τῶν
ὀ­νό­μα­τι Μ., ἀ­θλη­τής, εἰ­σῆλ­θε στό χει­
ρουρ­γεῖ­ο μέ ρί­ξη ἀ­χιλ­
λεί­ου τέ­νον­τος.
Με­τά τήν ἐ­πι­τυ­χή
ἔκ­βα­ση τῆς πο­λύ­ω­ρης
ἐ­πέμ­βα­σης καί ἀ­φοῦ
ἀ­νέ­κτη­σε τίς αἰ­σθή­
σεις του καί μπό­ρε­σε
νά μι­λή­ση, ἀ­να­φώ­νη­
σε «
Ἦ­ταν ἐ­δῶ»,
«Ἦ­ταν ἐ­δῶ»,
«Τόν εἶ­δα».
Μέ ἔκ­πλη­ξη τόν
ρώ­τη­σε τό προ­σω­πι­
κό τοῦ χει­ρουρ­γεί­
ου «ποι­όν εἶ­δε» καί
ἀ­πάν­τη­σε, ὅ­τι εἶ­δε τόν
πα­τέ­ρα Πα­ΐ­σιο μέ­σα
στήν αἴ­θου­σα πού δι­ε­
ξα­γό­ταν ἡ χει­ρουρ­γι­
κή ἐ­πέμ­βα­ση καί ἐ­νῶ
ἦ­ταν ἀ­ναί­σθη­τος ὑ­πό
τήν ἐ­πή­ρεια τῶν φαρ­
μά­κων τῆς νάρ­κω­σης.
Στό προ­σω­πι­κό
ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση ἡ
πρω­το­φα­νής γρη­γο­
ρά­δα καί δε­ξι­ό­τη­τα
τοῦ χει­ρουρ­γοῦ.
Ἀπό τήν Ἱερά Μονή Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, Σουρωτή Χαλκιδικῆς
81
Τὸ παρὸν τεῦχος
λόγῳ τοῦ ἐνδιαφέροντος καὶ τῆς ζητήσεως,
θὰ κυκλοφορήση
καὶ ὡς βιβλίο μὲ περισσότερα στοιχεῖα.

¨ΕΡΩ¨ - 20ο ΤΕΥΧΟΣ - (ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2014)

  • 1.
    οκτωβριοσ -δεκεμβριοσ 2014/ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗς-ΠΡΟΒΟΛΗς ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ / ΤΕΥΧΟΣ 20 / TIMH 4 Ἀφιέρωμα Ὅσιος Παΐσιος
  • 2.
    2 ΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ - ΕΚΔΟΤΗΣ «ΕΝΩΜΕΝΗΡΩΜΗΟΣΥΝΗ» ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ -ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ KATA TON ΝΟΜΟ Θεόφιλος Παπαδόπουλος, Πρόεδρος Τηλ.: 6972559553 ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ ΣΥΝΤΑΞΗΣ Θεόφιλος Παπαδόπουλος Γεώργιος Βιλλιώτης Δῆμος Θανάσουλας Χαράλαμπος Στεργιούλης ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ ΤΕΥΧΟΥΣ Δήμητρα Τζίκα ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ-στοιχειοθεσια Γ. Ἀνανιάδης ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ Μαρία Ἰωαννίδου, Τηλ.: 2310 552 207 ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Ἀναστάσιος 'Ιορδανίδης, Τηλ. 6976889447 Τηλεομοιότυπο: 2310 552209 ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΑΘΗΝΑΣ Ἀγγελική Καπετάνιου, Τηλ. 210 5227967 210 6930355 Τηλεομοιότυπο 210 6930355 EΤΗΣΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗ Ἐσωτερικοῦ: 20 Εὐρώ, Ἐξωτερικοῦ: 40 Εὐρώ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ EUROBANK, BIC: EFGBGRAA IBAN: GR4002603220000140200352972 ΠΕΙΡΑΙΩΣ: SWIFT-BIC: PIRBGRAA 5253-059675-650 IBAN: GR67 0172 2530 0052 5305 9675 650 «ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ» Γραφεῖα Θεσσαλονίκης: Μοναστηρίου 225, Μενεμένη, 54628 Τηλ: 2310 552207, Τηλεομοιότυπο: 2310 552209 Γραφεῖα Ἀθηνῶν: Πανεπιστημίου 39, Στοὰ Πεσματζόγλου 10679, 5ος ὄροφος, Τηλ.210 6930355 -Τηλ.210 5227967 Ἱστοσελίδα: www.enromiosini.gr Ἠλεκτρ.ταχυδρομεῖο:contact@enromiosini.gr ISSN: 1792-2828 Οἱ συγγραφεῖς τῶν ἄρθρων φέρουν τὴν εὐθύνη γιὰ τὶς ἀπόψεις τους. ΤΕΥΧΟΣ ΑΡ.20/ ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ-ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2014 ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ TOY ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΣ-ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ ΜΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ Πολ­λές φο­ρές στό πε­ρι­ο­δι­κό Ἐ­ρῶ δη­μο­σι­εύ­θη­καν κεί­με­να γιά τόν ὅ­σιο Γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο. Τώ­ρα με­τά τήν ἁ­γι­ο­κα­τά­τα­ξή του ἀ­φι­ε­ρώ­νε­ται ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου τό πα­ρόν τεῦ­χος στόν ὅ­σιο Πα­ΐ­σιο, μέ ἀ­γά­πη, σε­βα­σμό καί εὐ­γνω­ μο­σύ­νη γιά ὅ­σα προ­σέ­φε­ρε καί βο­ή­θη­σε ἀ­να­ρίθ­μη­τες ψυ­χές μέ ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρο προ­σω­πι­κό τρό­πο, ἀλ­λά καί τήν Ἐκ­κλη­σί­α καί τό Γέ­νος μας. Ἡ χά­ρη του εἶ­ναι ἀ­δα­πά­νη­ τη καί ἀ­νε­ξάν­τλη­τη καί τά με­τά τήν κοί­μη­σή του θαύ­ μα­τα ἀ­μέ­τρη­τα. Ὁ Θε­ός τόν ἀ­νέ­δει­ξε γιά νά βο­η­θή­ση τήν πνευ­μα­τι­κά φτω­χή καί δύ­σκο­λη ἐ­πο­χή μας μέ λό­για, μέ ἔρ­γα, μέ τό πα­ρά­δειγ­μά του, τήν προ­σευ­χή του, «ἐν ση­ μεί­οις καὶ τέ­ρα­σι». Τά λό­για του ἔ­χουν χα­ρι­σμα­τι­κή ἐ­πί­ δρα­ση καί ἡ ἀ­σκη­τι­κο–μαρ­τυ­ρι­κή ζω­ή του συγ­κι­νεῖ τούς πάν­τες. Ὁ λα­ός τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λά ἀ­κό­μη καί οἱ ἀ­δι­ά­φο­ροι αἰ­σθά­νον­ται με­γά­λη εὐ­λά­βεια καί ἀ­γά­πη γιά τό ἅ­γιο πρό­ σω­πό του! Αὐ­τό εἶ­ναι ἡ ἀν­τα­μοι­βή, ἡ δι­καί­α ἀν­τα­πό­δο­ση τοῦ κό­σμου γιά τούς κό­πους καί τίς θυ­σί­ες του πού ἀ­πό ἀ­γά­πη ἔ­πα­σχε γιά τόν πο­νε­μέ­νο σύγ­χρο­νο ἄν­θρω­πο. Σή­ με­ρα κα­νέ­να ἄλ­λο πρό­σω­πο δέν ἔ­χει τό­ση ἐ­πι­και­ρό­τη­τα, δέν συγ­κι­νεῖ τό­σο τίς ψυ­χές τῶν ἀν­θρώ­πων, δέν συγ­κεν­ τρώ­νει τόν πό­νο καί τά αἰ­τή­μα­τα τῶν πο­νε­μέ­νων, ὅ­πως ὁ ὅ­σιος Πα­ΐ­σιος. Τά ὅ­σα δη­μο­σι­εύ­ον­ται εἶ­ναι λί­γα ἄ­γνω­στα στοι­χεῖ­α καί ἀ­δη­μο­σί­ευ­τες φω­το­γρα­φί­ες καί νε­ό­τευ­κτες ἁ­γι­ο­γρα­ φί­ες πού πα­ρέ­χουν μιά συμ­πλη­ρω­μα­τι­κή εἰ­κό­να τοῦ Γέ­ ρον­τα. Τό πνευ­μα­τι­κό του ὗ­ψος, ἡ ἐ­παν­θοῦ­σα χά­ρις πού τοῦ ἔ­δω­σε ὁ Θε­ός θά πα­ρα­μεί­νη ἄ­γνω­στη καί ἀ­σύλ­λη­ πτη, κα­λυμ­μέ­νη ἀ­πό τήν βα­θειά του τα­πεί­νω­ση. Ὑ­πῆρ­ ξε με­γά­λος γιά τήν ἐ­πο­χή μας, ἄν κρί­νω­με ἀ­πό τήν προ­ σφο­ρά του καί τά ση­μεῖ­α πού γί­νον­ται με­τά τήν κοί­μη­σή του. Μπο­ροῦ­με νά τόν πα­ρο­μοι­ά­σω­με μέ πο­λυ­χεύ­μο­να χρυ­σορ­ρό­α πο­τα­μό πού ἀρ­δεύ­ει ἅ­παν τό πρό­σω­πο τῆς Ἑλ­λά­δος, ἀλ­λά καί τήν παγ­κό­σμια Ὀρ­θο­δο­ξί­α. Ἡ φή­μη του ἐ­ξῆλ­θε εἰς πᾶ­σαν τήν γῆν καί εἰς τά πέ­ρα­τα τῆς Οἰ­ κου­μέ­νης ἔ­φθα­σαν τά λό­για του. Τί τό ἰ­δι­αί­τε­ρο εἶ­χε ὁ ὅ­σιος Πα­ΐ­σιος καί ἔ­λα­βε ἀ­πό τόν Θε­ό τό­ση χά­ρη καί δό­ξα; Ὅ­πως ἡ σκιά ἀ­κο­λου­θεῖ τό σῶ­μα ἔ­τσι καί στόν Ὅ­σιο ἀ­κο­λου­θοῦ­σε πάν­τα, ἦ­ταν στήν φύ­ση του, ἡ φι­λό­τι­μη ἄ­σκη­ση γιά τόν Θε­ό, ἡ θυ­σι­α­στι­κή ἀ­γά­ πη του γιά τόν κά­θε ἄν­θρω­πο, ἡ προ­τί­μη­ση τοῦ συμ­φέ­ ρον­τος τοῦ πλη­σί­ον, ἡ δί­ψα γιά νά βο­η­θή­ση τόν κα­θέ­να στήν σω­τη­ρί­α του. Ὅ­λη του ἡ ζω­ή ἦ­ταν μιά θυ­σί­α, μιά προ­σφο­ρά γιά τόν κό­σμο, τήν Ἐκ­κλη­σί­α, τό Γέ­νος, τήν ἀν­θρω­πό­τη­τα, σάν τήν λαμ­πά­δα πού καί­γε­ται καί λυ­ώ­ νει γιά νά φω­τί­ζη καί νά πα­ρη­γο­ρῆ μέ τό φῶς της τούς ἄλ­λους. Αὐ­τό εἶ­ναι τό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ὅ­λων τῶν Ἁ­γί­ων, πού ἐ­ξαι­ρέ­τως κα­τεῖ­χε καί ὁ ὅ­σιος Πα­ΐ­σιος. «Ἁ­γί­ων ἴ­διον μὴ δό­ξαν, μὴ τι­μήν, μη­δὲ ἄλ­λο προ­τι­μᾶν τῆς τοῦ πλη­σί­ον σω­τη­ρί­ας». (Ἁγ. Χρυ­σο­στό­μου, P.G. 57, 53). Οἱ πρε­σβεῖ­ες τοῦ ὁ­σί­ου Πα­ϊ­σί­ου, ὅ­λων τῶν Ἁ­γί­ων καί τῆς Θε­ο­τό­κου νά βο­η­θοῦν τόν κά­θε ἄν­θρω­πο, τήν δο­κι­ μα­ζο­μέ­νη πα­τρί­δα μας καί ὅ­λο τόν κό­σμο. Ἀ­μήν.
  • 3.
    3 σ. 32 σ. 35 σ.39 σ. 40 σ. 41 σ. 43 σ. 43 σ. 43 σ. 44 σ. 44 σ. 45 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ σ. 4 σ. 16 σ. 22 σ. 22 σ. 23 σ. 24 σ. 26 σ. 29 σ. 31 σ. 32 ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΑΦΙΕΡΩΜΑ : ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ Οἱ ἀναμνήσεις μου ἀπό τόν ὅσιο Παΐσιο Δι­ή­γη­ση Μυ­ρο­φό­ρας μο­να­χῆς Ὁ ὅσιος Παΐσιος καί οἱ μαθητές τῆς Ἀθωνιάδος Δι­ή­γη­ση Ἀρ­χιμ. Νι­κο­δή­μου Καν­σί­ζο­γλου Ἐκπλήρωσε τήν ἐπιθυμία μου Δι­ή­γη­ση Θε­ο­δώ­ρου Χα­τζη­πα­τέ­ρα «Ἐγώ παπᾶδες δέν ἐξομολογῶ» Δι­ή­γη­ση π. Θε­ο­δο­σί­ου Ἁ­γι­ο­παυ­λί­του Προσευχή μέ δάκρυα καί πληροφορία Δι­η­γή­σεις π. Με­θο­δί­ου Διάγνωση ἀποθεραπείας Διήγηση Ἰ­ω­άν­νου Δι­α­κο­γε­ωρ­γί­ου «Πόσο μέ βοήθησε ὁ ὅσιος Παΐσιος» Δι­ή­γη­ση Χρυ­σάν­θου Μπρου­κά­κη «Ἕξι χρόνια μέ φωνάζεις» Δι­ή­γη­ση Δή­μη­τρας Χρι­στο­δού­λου Ὁ ὅσιος Παΐσιος, ὁ μεγάλος μου εὐργέτης Δι­ή­γη­ση Τσια­βέ Βα­σι­λεί­ου «Σοῦ γεμίζω τό μάτι τώρα;» Εὐ­λα­βής ἱ­ε­ρέ­ας δι­η­γεῖ­ται Στήριξη σέ μαθητή Δι­ή­γη­ση Γε­ωρ­γί­ου Βερ­νέ­ζου Θαυμαστή ἀλλοίωση Δι­ή­γη­ση Εὐ­στα­θί­ου Ἀ­δα­μο­πού­λου Συμφέρει νά ἔχη τό πρόβλημα Δι­ή­γη­ση Γρη­γο­ρί­ου Α.. Ἀποκαλύψεις καί δαιμονικό φῶς Εὐ­λα­βής προ­σκυ­νη­τής δι­η­γεῖ­ται Ἔξοδοι στόν κόσμο Μαρ­τυ­ρί­α Ἁ­γνῆς Τρι­κού­κη Μαρ­τυ­ρί­α Μαρ­τυ­ρί­α Ζή­νω­να Τρι­κού­κη Μαρ­τυ­ρί­α Μαρ­τυ­ρί­α κυ­ρί­ας Με­λι­τι­νῆς Ἀμ­πά­δου Μαρ­τυ­ρί­α Δι­ή­γη­ση πα­πα-Δαυ­ΐδ, Κα­ρε­ώ­του «Ἔβλεπε τίς σκέψεις μου» Μαρ­τυ­ρί­α π. Ρα­φα­ήλ Σ. Ἐξαφάνισε τήν ἐκδίκηση Μαρ­τυ­ρί­α κ. Γ. Ἡ οὐράνια μορφή του Μαρ­τυ­ρί­α Παύ­λου
  • 4.
    4 σ. 48 σ. 48 σ.49 σ. 49 σ. 49 σ. 49 σ. 50 σ. 50 σ. 51 σ. 53 σ. 53 σ. 53 ΣΥΝΤΟΜΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΔΙΔΑΧΕΣ σ. 54 ΘΑΥΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ σ. 106 σ. 68 σ. 70 σ. 71 σ. 71 σ. 72 σ. 75 σ. 78 σ. 79 σ. 79 Συμ­μα­θη­τής του δι­η­γεῖ­ται Δι­η­γεῖ­το εὐ­λα­βής προ­σκυ­νη­τής ἐκ Κο­νί­τσης Δι­η­γεῖ­το ἡ ἀ­δελ­φή τοῦ Γέ­ρον­τα Χρι­στί­να Δι­η­γεῖ­το ὁ Βα­σί­λει­ος Κί­τσιος, γαμ­πρός ἀ­πό ἀ­νε­ψιά τοῦ Γέ­ρον­τα Δι­η­γεῖ­το ὁ Κο­νι­τσι­ώ­της Παῦ­λος Σέρ­ρας Δι­η­γεῖ­το ὁ Ἀ­λέ­ξης Σέρ­ρας ἐκ Κο­νί­τσης Δι­η­γεῖ­το ὁ ἀ­δελ­φός τοῦ Γέ­ρον­τα Ρα­φα­ήλ Δι­η­γεῖ­το ἡ Εἰρήνη Καραμουράτη-Μουρελάτου, ἀνεψιᾶ τοῦ ὁσίου Παϊσίου, κόρη τῆς ἀδελφῆς του Ζωῆς Βα­σί­λη Μου­ρε­χί­δη, Κό­νι­τσα Ἀ­νώ­νυ­μος δι­η­γή­θη­κε Ἀ­νώ­νυ­μος δι­η­γή­θη­κε Δι­ή­γη­ση Γέ­ρον­τος Γα­βρι­ήλ Διδαχὲς τοῦ ὁσίου Παϊσίου Θεραπεία καρκινοπαθοῦς Κα­τα­γρα­φή Μα­ρί­ας Βα­βου­λι­ώ­του-Κα­ρα­ΐ­σκου Ἐπικοινωνεῖ μέ αὐτιστικά παιδιά Δι­ή­γη­ση Ἠ­λί­α Βου­τσι­νᾶ, Πά­τρα Εὐωδία ἀπό βιβλία Μαρ­τυ­ρί­α Χρι­στί­νας Γα­λα­νο­πού­λου Προ­σκυ­νη­τής ἀ­πό Σέρ­ρες Ὁ τάφος ἔχει ζωή καί θεραπεύει Μαρ­τυ­ρί­α Δ. Σ. Ἔκανε τήν ἐγχείρηση Δι­ή­γη­ση Νι­κο­λά­ου Κου­λού­ρη, Κα­θη­γη­τοῦ Συγκλονίστηκε ἀπό βιβλίο τοῦ Γέροντα Νέ­ος, ἀ­πό τήν Κεν­τρι­κή Ἑλ­λά­δα «Νά μήν βλέπης τηλεόραση» κ. Χ. «Ἦταν ἐδῶ» Ἀ­σθε­νής 20 ἐ­τῶν ὀ­νό­μα­τι Μ., ἀ­θλη­τής
  • 5.
    5 ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ Οἱ ἀναμνήσεις μου ἀπό τόνὅσιο Παΐσιο «Ἤ­μουν 14 χρο­νῶν, ὅ­ταν γιά πρώ­τη φο­ρά μί­λη­σα μέ τόν παπ­πού­λη, ἔ­τσι τόν φώ­να­ζα. Δέν ἤ­ξε­ρα πολ­λά ἀ­πό πνευ­μα­τι­ κή ζω­ή. Τό­τε εἶ­χα γνω­ρί­σει τόν Γέ­ρον­τά μας, ἄρ­χι­σα νά ἐ­ξο­μο­λο­γοῦ­μαι. Ἤ­μουν πά­νω στόν ἐν­θου­σια­σμό τῆς πνευ­μα­τι­ κῆς ζω­ῆς. Εἶ­χα κά­τι βλά­σφη­μους λο­γι­ σμούς, ἔ­τσι τούς ἔ­λε­γε ὁ παπ­πού­λης. »Οἱ λο­γι­σμοί ἦ­ταν γιά τόν Γέ­ρον­τά μας καί μέ στε­νο­χω­ροῦ­σαν πά­ρα πο­λύ. Μοῦ ἔ­λε­γε ὁ Γέ­ρον­τας, μήν τά δί­νης ση­ μα­σί­α εἶ­ναι τοῦ δι­α­βό­λου, ἐ­γώ δέν μπο­ ροῦ­σα νά τό ξε­πε­ρά­σω. Εἶ­χε βγῆ ὁ παπ­ πού­λης στόν κό­σμο. Ἑ­τοί­μα­ζε τό­τε τό βι­βλί­ο μέ τόν Βί­ο τοῦ ὁ­σί­ου Ἀρ­σε­νί­ου. Ὁ Γέ­ρον­τας τό ἤ­ξε­ρε, μοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να γράμ­ μα καί μέ ἔ­στει­λε νά δῶ τόν παπ­πού­λη καί νά τοῦ πῶ τούς λο­γι­σμούς πού μέ στε­νο­χω­ροῦ­σαν πά­ρα πο­λύ. Ζή­τη­σα νά δῶ τόν παπ­πού­λη ἀ­πό τίς ἀ­δελ­φές, μοῦ εἶ­παν, «δέν θά μπο­ρέ­ση νά σέ δῆ οὔ­τε ἐ­μᾶς εἶ­δε ἀ­κό­μα, οὔ­τε κα­νέ­ναν». Ἔ­δω­ σα στίς ἀ­δελ­φές τό γράμ­μα πού μοῦ εἶ­ χε δώ­σει ὁ Γέ­ρον­τας γιά τόν παπ­πού­λη καί τό ἀ­πό­γευ­μα μέ φώ­να­ξε. Ἦ­ταν στό κελ­λά­κι πού ἦ­ταν πά­νω ἀ­πό τήν δε­ξα­με­ νή. Ἦ­ταν νέ­ος ἀ­κό­μη ὁ παπ­πού­λης, τά Δι­ή­γη­ση Μυ­ρο­φό­ρας μο­να­χῆς
  • 6.
    6 γέ­νια του ἦ­τανπο­λύ μαῦ­ρα. Κά­θη­σε σέ ἕ­να σκα­μνά­κι καί ἐ­γώ γο­νά­τι­σα ἐ­κεῖ καί ἄρ­χι­σα νά τοῦ λέ­ω ὅ,τι εἶ­χα. »»Ὅ­λους αὐ­τούς τούς λο­γι­σμούς», μοῦ λέ­ει, «τούς παίρ­νω ἐ­γώ. Θά δώ­ σω ἐ­γώ λό­γο στόν Θε­ό». Μοῦ εἶ­πε ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα: «Ἐ­κεῖ στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος ἦρ­θε ἕ­να κα­λο­γέ­ρι, εἶ­χε πο­λύ εὐ­λά­βεια σέ κά­ποι­ον Ἅ­γιο. Δέν τόν ἀ­σπα­ζό­ταν, για­τί τοῦ ἔρ­χον­ταν βλά­σφη­μοι λο­γι­σμοί γιά τόν Ἅ­γιο. Ὅ­ταν μοῦ τό εἶ­πε, τόν πῆ­ ρα ἀ­πό τό χέ­ρι καί τόν πῆ­γα στήν εἰ­κό­ να τοῦ Ἁ­γί­ου. Τόν ἔ­βα­λα νά τόν ἀ­σπα­ σθῆ παν­τοῦ, στό πρό­σω­πο, στά χέ­ρια, σέ ὅ­λο τὸ σῶ­μα, ἔ­τσι καί ἐ­σύ νά ἀ­σπα­σθῆς πολ­λές φο­ρές τά χέ­ ρια τοῦ Γέ­ρον­τα. Τό ταγ­κα­λά­κι θέ­λει νά σέ ἀ­πο­μα­κρύ­νη ἀ­πό τόν Γέ­ρον­τα, νά μήν μπο­ρῆ νά σέ βο­ η­θή­ση. Ἐ­γώ τώ­ρα θά σέ βο­η­θή­σω νά φύ­γουν ὅ­λα αὐ­τά, ἀλ­λά καί με­τά δέν θά σέ ἀ­φή­σω. Θά σέ σπρώ­χνω πνευ­μα­τι­ κά σέ ὅ­λη σου τήν ζω­ή». Αὐ­τό ἦ­ταν, ὅ­λα ἔ­φυ­γαν, εἶ­χα γε­ μί­σει χα­ρά, πῆ­ρα τήν εὐ­χή του καί ἔ­φυ­ γα πε­τών­τας. »Τήν ἄλ­λη μέ­ρα, μέ πῆ­ραν οἱ ἀ­δελ­φές νά τσα­πί­σου­με κά­τι χόρ­τα. Ἐ­κεῖ πού δου­λεύ­α­με ἦρ­θε καί ὁ παπ­πού­λης. Κα­ θή­σα­με ὅ­λες γύ­ρω του καί μᾶς ἔ­λε­γε γιά τό ὄ­ρος Σι­νᾶ, πῶς περ­νοῦ­σε ἐ­κεῖ μέ τούς Βε­δου­ΐ­νους, μᾶς ἔ­λε­γε πολ­λά ἀ­στεῖ­α, οἱ ἀ­δελ­φές ξε­καρ­δί­ζον­ταν στά γέ­λια. Ἐ­μέ­ να μοῦ εἶ­χε κά­νει ἐν­τύ­πω­ση, πῶς ἕ­νας ἅ­γιος ἔ­λε­γε τό­σα ἀ­στεῖ­α. Ὅ­μως δέν τό
  • 7.
    7 Ὁ ὅσιος Παΐσιοςστὸ Σινᾶ πα­ρε­ξή­γη­σα, εἶ­χαν μιά χά­ρη τά ἀ­στεῖ­α του. Θυ­μᾶ­μαι, ἔ­λε­γε στίς ἀ­δελ­φές, ὅ,τι ὅ­ταν ἀ­νοί­γη ἕ­να Μο­να­στή­ρι εἶ­ναι κα­ λό οἱ πρῶ­τες ἀ­δελ­φές νά γνω­ρί­ζων­ται ἀ­πό τόν κό­σμο, για­τί ἀλ­λοι­ῶς γί­νε­ται μί­α κου­ρε­λού μέ δι­α­φο­ρε­τι­κά κου­ρέ­λια. Ὅ­ταν ἦρ­θε ἐ­κεῖ ποὺ τσα­πί­ζα­με καί πῆ­γα νά πά­ρω τήν εὐ­ χή του, μέ ρώ­ τη­σε: «Ἐν­τά­ξει; ἔ­φυ­γαν οἱ λο­γι­ σμοί; τούς ξερ­ ρι­ζώ­σα­με;». »Οἱ πρῶ­τες ἀ­δελ­φές ποὺ ἤρ­θα­με στό Μο­ να­στή­ρι, γνω­ ρι­ζό­μα­σταν ἀ­πό τόν κό­σμο. Εἴ­ χα­με Πνευ­μα­τι­ κό τὸν Γέ­ρον­τα, εἴ­χα­με δε­θεῖ με­ τα­ξύ μας πο­λύ καί μέ τόν Γέ­ ρον­τα. Τά χα­ρά­ μα­τα ἀ­νε­βαί­να­ με μέ τά πό­δια, β ο ­η ­θ ο ύ ­σ α ­μ ε τόν Γέ­ρον­τα νά λει­τουρ­γή­ση, με­τά τοῦ λέ­γα­ με λο­γι­σμούς, με­ρι­κές φο­ρές μᾶς κρα­τοῦ­σε ὅ­λη τήν ἡ­μέ­ρα, τήν περ­νού­σα­ με πνευ­μα­τι­κά. Ἔ­τσι εἴ­χα­με δε­ θεῖ με­τα­ξύ μας. Ἦ­ταν δύ­σκο­λο νά χω­ρί­σου­με καί νά πᾶ­με σέ δι­α­φο­ρε­τι­ κά Μο­να­στή­ρια καί χω­ρίς τόν Γέ­ρον­τα. Εἴ­χα­με ἀρ­χί­σει νά λέ­με στόν Γέ­ρον­τα νά κά­νου­με ἕ­να Μο­να­στη­ρά­κι. Ὁ Γέ­ρον­τας ἔ­με­νε μό­νος του, εἶ­χε ἕ­να μι­κρό κελ­λά­ κι καί ἄλ­λα τρί­α–τέσ­σε­ρα κελ­λά­κια. Ὁ Γέ­ρον­τας μᾶς ἔ­λε­γε, ὅ­τι ἦ­ταν δύ­σκο­λο νά γί­νη Μο­να­στή­ρι καί ὅ­τι ὁ ἴ­διος δέν μπο­ροῦ­σε νά ἀ­να­λά­βη. »Τό­τε εἶ­χε ἔρ­θει ὁ παπ­πού­λης νά δῆ τόν Γέ­ρον­τα, δέν θυ­μᾶ­μαι ἂν ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φορά, για­ τί ἐρ­χό­ταν ἐ­δῶ καί πρίν γί­νει τό Μο­να­ στή­ρι. Ἐ­μεῖς ὅ­λες μα­ζί τοῦ εἴ­πα­με: ― Παπ­πού­λη, ἂς κά­νο­με ἐ­δῶ ἕ­να Μο­ να­στη­ρά­κι δυ­σκο­ λευ­ό­μα­στε νά πᾶ­με ἀλ­λοῦ. ― Μή στε­νο­χω­ ρι­έ­στε, μᾶς εἶ­πε, ἐ­γώ θά πεί­σω τόν Γέ­ρον­ τα νά κά­νη ἐ­δῶ Μο­ να­στή­ρι. Με­τά εἶ­πε στόνΓέ­ρον­τα,ὅ­τιθά ἀ­να­λάμ­βα­νε νά μᾶς βο­η­θή­ση πνευ­μα­τι­ κά καί ἔ­τσι ἄρ­χι­σε νά γί­νε­ται σι­γά–σι­ γά. Δέν εἴ­χα­με ἔρ­θει ἀ­κό­μη γιά πάν­τα, ὅ­μως τίς πιό πολ­λές μέ­ρες καί νύ­χτες τίς περ­νού­σα­με ἐ­δῶ. »Τό­τε ἐ­γώ ἤ­μουν 16 χρο­νῶν. Οἱ ὑ­πό­ λοι­πες ἀ­δελ­φές μοῦ ἔ­λε­γαν, ἐ­σέ­να δέν θά σέ πά­ρη ὁ Γέ­ρον­τας τώ­ρα, εἶ­σαι μι­κρή. Ἐ­γώ στε­νο­χω­ρι­ό­ μουν πο­λύ, ἀλ­λά δέν τολ­μοῦ­σα νά ρω­τή­σω τόν Γέ­ρον­τα, μή μοῦ πῆ ὅ­τι πράγ­μα­τι δέν θά μέ ἔ­παιρ­νε. Ὅ­ταν ἦρ­θε ὁ παπ­ πού­λης πῆ­γα νά τόν δῶ. Τόν ρώ­τη­σα: ― Παπ­πού­λη, ὅ­ταν ἀ­νοί­ξη τό Μο­ να­στή­ρι, θά μέ πά­ρη ὁ Γέ­ρον­τας; για­τί
  • 8.
    8 εἶ­μαι μι­κρή. ― Πό­σοχρο­νῶν εἶ­σαι; Τοῦ εἶ­πα: ― Δε­κα­έ­ξι. Μέ χτύ­πη­σε στήν πλά­τη καί μοῦ λέ­ει: ― Τα­μὰμ γιά νύ­φη Χρι­στοῦ εἶ­σαι. Καί ἡ ἁ­γί­α Μα­ρί­να δε­κα­έ­ξι χρο­νῶν ἦ­ταν, ἔ­πια­σε τόν δι­ά­βο­λο ἀ­πό τά κέ­ρα­τα καί τόν πά­τη­σε, ἔ­τσι νά κά­νης καί ἐ­σύ. Πρώ­τη ἐ­σέ­να θά πά­ρη ὁ Γέ­ρον­τας. »Ἔ­φυ­γα ὅ­λο χα­ρά. Ἀ­πό παι­δί εἶ­χα ἕ­να πα­ρά­πο­νο, ὅ­λα τά παι­δά­κια στήν ἡ­λι­κί­α μου εἶ­χαν κάποιον παπ­ποῦ ἤ για­ γιά, ἐγώ δέν εἶ­χα για­τί εἶ­χαν κοι­μη­θεῖ πρίν γεν­νη­θῶ. Ὁ παπ­πού­λης μέ ρω­τοῦ­ σε πολ­λές φο­ρές, «ἔ­χεις παπ­ποῦ;» Τοῦ ἔ­λε­γα, «ὄ­χι». «Ἐ­γώ παπ­πούς σου δὲν εἶ­ μαι;» μοῦ ἀ­παν­τοῦ­σε. »Δι­ά­βα­ζα στά βι­βλί­α, ὅ­τι οἱ Ἅ­γιοι πολ­λές φο­ρές γνω­ρί­ζουν τίς σκέ­ψεις μας, ὅ­μως δέν τό εἶ­χα ζή­σει. Ἦ­ταν ἀ­πό τίς πρῶ­τες φο­ρές πού μι­λοῦ­σα μέ τόν παπ­πού­λη. Ἐ­κεῖ πού ἔ­λε­γα λο­γι­σμούς καί μοῦ ἔ­δι­νε συμ­βου­λές, κρα­τοῦ­σε στό χέ­ρι του ἕ­να κομ­πο­σχοίνι ­ἑκα­το­στά­ρι. Στήν τσέ­ πη μου εἶ­χα καί ἐγώ ἕ­να ἀ­κρι­βῶς τό ἴ­διο. Ἔ­κα­να τόν λο­γι­σμό, ὅ­ταν τε­λει­ώ­σου­με τήν συ­ζή­τη­ση νά τοῦ πῶ νά μοῦ δώ­ση τό δι­κό του κομ­πο­σχοίνι γιά εὐ­λο­γί­α καί νά τοῦ δώ­σω τό δι­κό μου, νά μήν μεί­νη χω­ρίς κομ­πο­σχοίνι. Δέν πρό­λα­βα νά πῶ τί­πο­τα καί μοῦ λέ­ει: ― Ἀλ­λά­ζου­με κομ­πο­σχοίνια; Τοῦ λέ­ω: ― Αὐ­τό θά σᾶς ἔ­λε­γα τώ­ρα, παπ­πού­ λη. ― Τό κα­τά­λα­βα, μοῦ λέ­ει. »Ἤ­μουν μι­κρή, εἶ­χα πολ­λά χρό­νια δι­α­φο­ρά ἀ­πό τίς ἄλ­λες ἀ­δελ­φές. Μοῦ ἔ­δει­χνε πολ­λή ἀ­γά­πη. Ἔ­λε­γε, «νά τό ξέ­ ρε­τε, ἡ μο­να­χή Μυ­ρο­φό­ρα εἶ­ναι τό δι­κό μου κα­λο­γέ­ρι». Ὅ­ταν πή­γαι­να νά πά­ρω τήν εὐ­χή του, μοῦ ἔ­λε­γε, «ἔ­λα κα­λο­γέ­ ρι». Ὅ­ταν μα­ζεύ­ον­ταν ὅ­λες οἱ ἀ­δελ­φές, ἔ­κα­νε πώς δέν μέ ἔ­βλε­πε καί ἔ­λε­γε, «τό δι­κό μου κα­λο­γέ­ρι ποῦ εἶ­ναι;». «Ἐ­δῶ, παπ­πού­λη», τοῦ ἔ­λε­γαν οἱ ἀ­δελ­φές. Μέ ἔ­βλε­πε με­τά καί γε­λοῦ­σε. Μᾶς ἔ­δι­νε πάν­τα ὅ­ταν ἔρ­χον­ταν μί­α εὐ­λο­γί­α ἤ ἕ­να κομ­πο­σχοι­νά­κι ἤ ἕ­να εἰ­κο­νά­κι ἀ­πό ἐ­κεῖ­ να πού ἔ­φτεια­χνε ὁ ἴ­διος. Οἱ ἀ­δελ­φές ἦ­ταν ὄρ­θι­ες καί πε­ρι­μέ­να­με νά ἀρ­χί­ση ἡ σύ­να­ξη πού θά μᾶς ἔ­κα­νε, περ­νοῦ­σε καί μέ­σα ἀ­πό ἕ­να σακ­κου­λά­κι ἔ­βγα­ζε τίς εὐ­λο­γί­ες καί ἔ­δι­νε στίς ἀ­δελ­φές. Ἐ­μέ­να γύ­ρι­ζε μέ ἔ­βλε­πε, γε­λοῦ­σε, μέ προ­σπερ­ νοῦ­σε, δέν μοῦ ἔ­δι­νε εὐ­λο­γί­α. Ὅ­ταν ἔ­δι­ νε σέ ὅ­λες, γυρ­νοῦ­σε σέ μένα γε­λοῦ­σε πά­λι καί μοῦ ἔ­δι­νε ὅ­σα εἶ­χαν πε­ρισ­σέ­ ψει. »Ὅ­ταν τοῦ ἔ­λε­γα, ὅ­τι ἔ­κα­να κά­ποι­ο σφάλ­μα, π.χ. στε­νο­χώ­ρη­σα τούς Γε­ ρον­τᾶ­δες ἤ δέν μί­λη­σα μέ σε­βα­σμό στίς ἀ­δελ­φές, μοῦ ἔ­λε­γε, «ρε­ζί­λι μέ ἔ­κα­νες, βρέ Μυ­ρο­φό­ρα, ἐ­σύ εἶ­σαι τό δι­κό μου κα­λο­γέ­ρι, ἐ­μέ­να κά­νεις ρε­ζί­λι». Φρόν­ τι­ζα τό­τε νά μήν κά­νω ρε­ζί­λι τόν παπ­ πού­λη. Εὔ­κο­λα στε­νο­χω­ρι­ό­μουν. Μοῦ ἔ­λε­γε: «Λί­γο νά ψάλ­λης, λί­γο νά λές τήν εὐ­χή ὅ­λη τήν ἡ­μέ­ρα, στόν πα­ρά­δει­σο θά εἶ­σαι». Ὅ­ταν πή­γαι­να νά τόν δῶ, μοῦ ἔ­λε­γε, «ἔ­λα τώ­ρα νά ψάλ­λου­με». Ψά­λα­ με πολ­λά. Τό «Ἄ­ξιόν ἐ­στι», τό «Ἅ­γιος ὁ Θε­ός», τό «Πάν­των προ­στα­τεύ­εις ἀ­γα­ θή», τό ἀρ­γό «Ἐκ νε­ό­τη­τός μου» καί πολ­λά ἄλ­λα τρο­πά­ρια. »Τήν χρο­νιά πού εἶ­χε πρω­το­βγεῖ τό βι­βλί­ο μέ τόν βί­ο τοῦ ὁ­σί­ου Ἀρ­σε­νί­ου, στό Μο­να­στή­ρι μας δέν εἴ­χα­με πολ­λά χρή­μα­τα, ἔ­πρε­πε νά γί­νουν λί­γα κελ­λά­ κια για­τί μέ­να­με δύ­ο ἀ­δελ­φές στό ἴ­διο κελ­λί. Εἴ­χα­με πά­ρει ἕ­να μά­στο­ρα καί ἐ­μεῖς βο­η­θού­σα­με, φτει­ά­χνα­με χαρ­μά­νι, τό κου­βα­λού­σα­με καί τά τοῦ­βλα. Ἐ­γώ ἤ­μουν μι­κρό­τε­ρη, εἶ­χα δυ­νά­μεις καί βο­ η­θοῦ­σα πε­ρισ­σό­τε­ρο. Πολ­λές φο­ρές δου­λεύ­α­με μέ­χρι ἀρ­ γά. Κοι­μό­μουν λί­γο, ξυ­πνοῦ­σα, ἔ­κα­να τόν κα­νό­να μου, με­τά κα­θό­μουν στό
  • 9.
    9 πά­τω­μα δι­ά­βα­ζα λί­γοἀ­πό τό βι­βλί­ο τοῦ ὁ­σί­ου Ἀρ­σε­νί­ου. Μοῦ ἔ­δι­νε δύ­να­μη, μέ βο­η­θοῦ­σε πο­λύ, ἔ­νοι­ω­θα μιά χα­ρά καί συγ­κί­νη­ση. Με­τά συ­νέ­χι­ζα τά πνευ­μα­ τι­κά μου, ἀ­φοῦ τήν ἡ­μέ­ρα δέν ὑ­πῆρ­χε χρό­νος, ἔ­πρε­πε νά βο­η­θῶ τόν μά­στο­ρα. Δέν δι­ά­βα­ζα ὅ­μως κα­νέ­να ἄλ­λο βι­βλί­ο, δέν προ­λά­βαι­να. »Ὅ­ταν ἦρ­θε ὁ παπ­πού­λης, μέ ρώ­τη­ σε: ― Τί βι­βλί­ο δι­α­βά­ζεις, Μυ­ρο­φό­ρα; Τοῦ εἶ­πα: ― Αὐ­τόν τόν και­ρό δέν δι­α­βά­ζω παπ­ πού­λη κα­νέ­να βι­βλί­ο, δέν προ­λα­βαί­νω. Αὐ­τός γέ­λα­σε καί μοῦ λέ­ει: ― Ἐ­μέ­να δέν μέ ξε­γε­λᾶς. Δι­α­βά­ζεις κά­ποι­ο βι­βλί­ο. Δέν δι­α­βά­ζεις τόν ὅ­σιο Ἀρ­σέ­νιο; Ἀ­φοῦ ἐ­γώ σέ βλέ­πω ἀ­πό τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. »Ἄλ­λη φο­ρά, ὅ­ταν πῆ­γα νά τόν δῶ, στό τέ­λος ἔ­βγα­λε ἀ­πό τόν τρου­βά του ἕ­να κομ­πο­σχοί­νι τρι­α­κο­σά­ρι, μοῦ τό ἔ­δω­σε, «πάρ­το, μοῦ λέ­ει, μέ αὐ­τό κά­νω δύ­ο χρό­νια τόν κα­νό­να μου». Ἦ­ταν πράγ­μα­τι δου­λε­μέ­νο. Με­τά μοῦ λέ­ει, «αὐ­τά τά λε­πτὰ τρι­α­κο­σά­ρια εἶ­ναι ἡ ψυ­χή μου. Δέν βλέ­πω ὅ­μως νά τό πλέ­ξω. Περ­πα­τῶ στό δά­σος μί­α ὥ­ρα καί κά­νω...», δέν θυ­μᾶ­μαι πό­σα κομ­πο­σχοί­ νια μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἔ­κα­νε. Εἶ­χα λο­γι­σμούς πού πῆ­ρα τό τρι­α­κο­σά­ρι τοῦ παπ­πού­λη, μοῦ εἶ­χε πεῖ ὅ­τι δέν ἔ­βλε­πε νά πλέ­ξη ἄλ­ λο τό­σο λε­πτό. Ἱερὰ Μονὴ Στομίου
  • 10.
    10 »Τήν ἄλ­λη φο­ράπού εἶ­χε ἔρ­θει, σκέ­ φθη­κα καί τοῦ ἔ­πλε­ξα πέν­τε τρι­α­κο­ σά­ρια λε­πτά, δέν τοῦ τό εἶ­χα πεῖ. Ἐ­κεῖ πού τοῦ ἔ­λε­γα λο­γι­σμούς καί μοῦ ἔ­δι­νε συμ­βου­λές –εἶ­χα τά κομ­πο­σχοί­νια μέ­σα στήν τσέ­πη μου σέ ἕ­να νά­ϋ­λον σακ­κου­ λά­κι– μοῦ λέ­ει: «Ἄν­τε βρέ, Μυ­ρο­φό­ρα, δέν θά μοῦ δώ­σης αὐ­τά πού μοῦ ἔ­φτεια­ ξες;». Καί ἄρ­χι­σε νά ψά­χνη τίς τσέ­πες τῆς ζα­κέ­τας, γέ­λα­σε καί λέ­ει: «Ἄ, δέν εἶ­ ναι ἐ­δῶ». Σή­κω­σε τό κον­τό μου καί ἀ­πό τήν τσέ­πη τοῦ φο­ρέ­μα­τός μου ἔ­βγα­λε τό σακ­κου­λά­κι μέ τά κομ­πο­σχοί­νια καί μοῦ λέ­ει: ― Γιά μένα δέν εἶ­ναι αὐ­τά; ― Γιά σᾶς εἶ­ναι, τοῦ λέ­ω. »Ἄ­νοι­ξε τό σακ­κου­λά­κι, πῆ­ρε τά τρί­α καί τά ἄλ­λα δύ­ο τά ἔ­βα­λε ξα­νά στήν τσέ­ πη μου. «Αὐ­τά θά πά­ρω», μοῦ λέ­ει. Τό βρά­δυ λέ­ει στήν Γε­ρόν­τισ­σα: ― Ἡ ἀδελφή Μυ­ρο­φό­ρα, μοῦ ἔ­πλε­ ξε με­ρι­κά τρι­α­κο­σά­ρια δέν τά πῆ­ρα ὅ­λα, λές νά τήν στε­νο­χώ­ρε­σα; ― Δέν νο­μί­ζω, παπ­πού­λη, νά στε­νο­ χω­ρή­θη­κε. »Δέν ἡ­σύ­χα­σε ὅ­μως. Τήν ἄλ­λη μέ­ρα εἴ­χα­με κά­νει ρα­σο­φο­ρία κάποια ἀδελφή, με­τά τήν ἀ­κο­λου­θί­α ἤ­μα­σταν στήν κου­ ζί­να καί τρώ­γα­με λου­κου­μά­δες. Πῆ­ρε τη­λέ­φω­νο καί ρω­τοῦ­σε ἂν ἤ­μουν ἐ­κεῖ. Τοῦ εἶ­παν οἱ ἀ­δελ­φές, «ἐ­δῶ εἶ­ναι παπ­ πού­λη». Ὅ­ταν πῆ­γα στό τη­λέ­φω­νο, μοῦ λέ­ει: «Φέ­ρε, βρέ, Μυ­ρο­φό­ρα, ἐ­κεῖ­να τά κομ­πο­σχοί­νια πού δέν πῆ­ρα, για­τί αὐ­τά πού μοῦ ἔ­δω­σες μοῦ τά πῆ­ραν ὅ­λα». Μοῦ ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση αὐ­τή ἡ εὐ­αι­σθη­σί­α, νά μήν στε­νο­χω­ρή­ση τούς ἄλ­λους, πάν­τα ἤ­θε­λε νά δί­νη χα­ρά. »Πο­νοῦ­σε πο­λύ ὅ­ταν ἔ­βλε­πε ἄρ­ρω­ στο. Ἀ­πό τά βά­ρη πού σή­κω­να εἶ­χε πά­ θει ἡ μέ­ση μου, πο­νοῦ­σα πο­λύ, ἤ­μουν στό κρεβ­βά­τι δέν μπο­ροῦ­σα νά στα­θῶ καί στό κρεβ­βά­τι δέν μπο­ροῦ­σα νά γυ­ ρί­σω ἀ­πό τήν ἄλ­λη πλευ­ρά. Ἤ­μουν ἕ­ξι μῆ­νες στό κρεβ­βά­τι χω­ρίς νά μπο­ρῶ νά κου­νη­θῶ. Εἶ­χε ἔρ­θει ὁ παπ­πού­λης. Μό­ λις ἦρ­θε, τοῦ εἶ­παν οἱ ἀ­δελ­φές: ― Παπ­πού­λη, ἡ ἀ­δελ­φή Μυ­ρο­φό­ρα εἶ­ναι στό κρεβ­βά­τι, πο­νά­ει ἡ μέ­ση της. ― Γι᾿ αὐ­τό ἦρ­θα, λέ­ει. »Ἦρ­θε στό κελ­λί μου. Δέν εἶ­χαν πιά­ σει ἀ­κό­μη τά κρύ­α, ἦ­ταν Ὀ­κτώ­βριος. Μό­λις ἦρ­θε, λέ­ει στίς ἀ­δελ­φές πού ἦ­ταν ἐ­κεῖ: «Τί εἶ­ναι αὐ­τά, μω­ρέ, θέ­λει ζέ­στη ἐ­δῶ! Βάλ­τε στόν τοῖ­χο πού εἶ­ναι τό κρεβ­βά­τι ἕ­να νο­βο­πάν, κα­λύψ­τε το μέ μί­α κου­βέρ­τα, βάλ­τε ζε­στά στρω­σί­δια, φέρ­τε καί μιά ἠ­λε­κτρι­κή σόμ­πα. Μέ αὐ­ τό τό κρύ­ο ὅ­λο τό χει­μῶ­να στό κρεβ­βά­ τι θά εἶ­ναι, ἡ ζέ­στη χα­λα­ρώ­νει τά νεῦ­ρα καί πο­νά­ει λι­γό­τε­ρο». »Ὅ­ταν οἱ ἀ­δελ­φές ἔ­κα­ναν ὅ­,τι τίς εἶ­ πε, ἦρ­θε πά­λι στό κελ­λί, εἶ­χε ἀλ­λά­ξει τό πρό­σω­πό του. «Ἔ­τσι μπρά­βο, τώ­ρα ὅ­λα κα­λά». Ἡ σόμ­πα ἦ­ταν μα­κρό­στε­νη, μέ πεί­ρα­ζε: «Ἄν­τε τώ­ρα, ἔ­χεις καί τη­λε­ό­ρα­ ση», μοῦ ἔ­λε­γε. Ὅ­σο ἤ­μουν στό κρεβ­βά­ τι προ­σπα­θοῦ­σα νά πλέ­ξω κα­νέ­να κομ­ πο­σχοι­νά­κι. Δί­πλα μου εἶ­χα ἕ­να κο­μο­ δί­νο, ἐ­κεῖ ἐ­πά­νω ἄ­φη­να τά νή­μα­τα πού πε­ρίσ­σευ­αν ἀ­πό τά κομ­πο­σχοι­νά­κια. Εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ καί σκό­νες ἐ­κεῖ στό κο­ μο­δί­νο. Μό­λις τό εἶ­δε ὁ παπ­πού­λης, εἶ­πε μέ ἕ­να πα­ρά­πο­νο: «Δέν ὑ­πάρ­χει κα­νείς ἐ­δῶ νά τό κα­θα­ρί­ση αὐ­τό τό κο­μο­δί­νο;». Οἱ ἀ­δελ­φές μέ πε­ρι­ποι­ό­ταν πο­λύ, δέν τό εἶ­χαν προ­σέ­ξει, οὔ­τε κι ἐ­γώ τό εἶ­χα προ­ σέ­ξει. Ὅ­μως ὁ παπ­πού­λης τά ἤ­θε­λε ὅ­λα τέ­λεια στόν ἄρ­ρω­στο. »Ἐ­κεῖ­νο τό βρά­δυ κά­θη­σε μέ­χρι ἀρ­ γά στό κελ­λί μου, μοῦ ἔ­δι­νε συμ­βου­λές, ἔ­κα­νε ἀ­στεῖ­α. Πῆ­ρε μιά κασ­σέ­τα πού ὑ­πῆρ­χε στό κελ­λί μου. «Τώ­ρα θά βά­λου­ με τό μα­γνη­τό­φω­νο νά παί­ξη». Ἔ­βα­λε τήν κασ­σέ­τα στό τσε­πά­κι, ἐ­κεῖ κον­τά στό στῆ­θος ὅ­πως βά­ζου­με τήν κασ­σέ­τα
  • 11.
    11 στό μα­γνη­τό­φω­νο, πά­τη­σεμέ τό δά­κτυ­ λό του τήν μύ­τη του καί ἄρ­χι­σε νά ψάλ­ λη. Ἔ­ψα­λε πολ­λά τρο­πά­ρια, ἔ­μει­νε μα­ζί μου μέ­χρι ἀρ­γά. »Τήν ἄλ­λη μέ­ρα στίς 4.00´ μό­λις χτύ­ πη­σε γιά τήν ἀ­κο­λου­θί­α, ἦρ­θε πά­λι στό κελ­λί μου. Πῆ­ρε ἕ­να σκα­μνά­κι, κά­θι­σε δί­πλα στό κρεβ­βά­τι μου, ἔ­μει­νε κα­τά τήν διά­ρκεια ὅ­λης τῆς ἀ­κο­λου­θί­ας. Μοῦ ἔ­δι­νε συμ­βου­λές, μέ ρω­τοῦ­σε δι­ά­φο­ρα. Ὅ­ταν χτύ­πη­σαν τά καμ­πα­νά­κια γιά τήν «Τι­μι­ω­τέ­ρα», ση­κώ­θη­κε. Στήν ἐκ­ κλη­σί­α, Μυ­ρο­φό­ρα, ψάλ­λουν τήν «Τι­ μι­ω­τέ­ρα», νά τήν ψάλ­λου­με καί ἐ­μεῖς. Ἔ­κα­νε στρω­τές με­τά­νοι­ες καί ἔ­ψα­λε τήν «Τι­μι­ω­τέ­ρα». Μοῦ ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση πό­σες ὧ­ρες εἶ­χε μεί­νει κον­τά μου. Πῆ­ ρα ἕ­να κα­λό μά­θη­μα μέ ὅ­λα αὐ­τά, γιά τό πό­σο πρέ­πει νά προ­σέ­χου­με τούς ἀρ­ρώ­ στους. »Δέν τοῦ εἶ­χε πεῖ κα­νείς τί ἀ­κρι­βῶς εἶ­χα. Μό­λις μέ εἶ­δε, μοῦ εἶ­πε, «ἔ­χουν σπά­σει δύ­ο δί­σκοι, τά κομ­μά­τια πι­έ­ζουν νεῦ­ρα, ἐ­σέ­να πι­έ­ζουν ἀ­πό τήν ἀ­ρι­στε­ρή με­ριά καί σέ πο­νά­ει τό ἀ­ρι­στε­ρό πό­δι, ἐ­μέ­να μέ πο­νά­ει τό δε­ξί», για­τί κι ἐ­κεῖ­ νος ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πό τήν μέ­ση του. Ὅ­ταν συ­νῆλ­θε κά­πως ἡ μέ­ση μου, μοῦ ἔ­κα­νε μα­θή­μα­τα πῶς νά ση­κώ­νω κά­ποι­ο βά­ ρος. «Νά μήν σκύ­βης, μοῦ ἔ­λε­γε, νά κά­ θε­σαι μέ λυ­γι­σμέ­να γό­να­τα καί σι­γά–σι­ γά νά ση­κώ­νε­σαι». »Μᾶς ἔ­λε­γε, «ὅ­ταν βγαί­νη τό τσί­που­ ρο, νά πά­ρε­τε τό πρῶ­το τσί­που­ρο πού εἶ­ναι δυ­να­τό σάν τό οἰ­νό­πνευ­μα, νά τό βά­λε­τε σέ ἕ­να βά­ζο καί νά βά­λε­τε μέ­σα πι­πε­ρι­ές καυ­τε­ρές, νά τό βά­λε­τε στόν ἥ­λιο καί μέ αὐ­τό νά σοῦ κά­νουν ἐν­τρι­ βές οἱ ἀ­δελ­φές στή μέ­ση καί στό πό­δι. Νά ξα­πλώ­νης ἀ­πό τήν δε­ξιά πλευ­ρά ἀ­πό τό πό­δι πού δέν πο­νά­ει, νά μα­ζεύ­ης τό ἀ­ρι­στε­ρό πό­δι ἐ­πά­νω στό δε­ξί, θά νοι­ώ­ θης ἀ­να­κού­φι­ση». Προ­σπα­θοῦ­σα νά κά­νω τίς με­τά­νοι­ ες, ὅ­ταν ἔ­γι­να κά­πως κα­λά. Μοῦ ἔ­λε­γε, «ὄ­χι πολ­λές μα­ζί, δέ­κα–δέ­κα, φα­σού­λι– φα­σού­λι γε­μί­ζει τό σακ­κού­λι». Ἡ μέ­ση μου δέν ἦ­ταν κα­λά. Ἐ­κεῖ πού ση­κω­νό­μουν ἀ­πό τό κρεβ­ βά­τι, δέν μπο­ροῦ­σα νά κου­νη­θῶ καί πά­ λι ἔ­πε­φτα στό κρεβ­βά­τι. Οἱ για­τροί ἔ­λε­γαν, ὅ­τι πρέ­πει νά κά­ νω ἐγ­χεί­ρη­ση. Τό­τε ὅ­μως αὐ­τή τήν ἐγ­ χεί­ρη­ση τήν ἔ­κα­ναν ὀρ­θο­πε­δι­κοί για­ τροί, ὄ­χι ὅ­πως τώ­ρα πού τήν κά­νουν νευ­ρο­χει­ροῦρ­γοι, καί πολ­λοί ἀ­σθε­νεῖς ἔ­με­ναν πα­ρά­λυ­τοι. Φο­βό­μα­σταν αὐ­τήν τήν ἐγ­χεί­ρη­ση. Ὅ­ταν τό εἴ­πα­με στόν παπ­πού­λη, μοῦ εἶ­πε, «μή στε­νο­χω­ρι­έ­ σαι, τώ­ρα θά τήν καρ­φώ­σου­με τήν μέ­ ση, θά βά­λου­με ἕ­να με­γά­λο καρ­φί» καί μοῦ ἔ­δει­ξε μέ τό χέ­ρι του ὅ­τι τό καρ­φί θά εἶ­ναι 30 πόν­τους. Πράγ­μα­τι ἀ­πό τό­ τε δέν ξα­νά­πε­σα στό κρεβ­βά­τι, πο­νά­ω, πι­ά­νε­ται ἡ μέ­ση μου, δέν μπο­ρῶ νά κα­ θή­σω πολ­λή ὥ­ρα, ἀλ­λά ὄ­χι ἐ­κεῖ­νο πού δέν μπο­ροῦ­σα νά κου­νη­θῶ καί νά στα­ θῶ ὄρ­θια. »Κά­ποι­α φο­ρά πά­λι, ἐ­κεῖ πού συ­ζη­ τού­σα­με ἔ­βγα­λε ἀ­πό τόν τρου­βά του ἕ­να λε­πτό κομ­πο­σχοί­νι ἑ­κα­το­στά­ρι μέ κόκ­κι­νες χάν­τρες καί μοῦ τό ἔ­δω­σε. Τό πῆ­ρα καί ἔ­κα­να τόν λο­γι­σμό ὅ­τι, αὐ­τό τό κομ­πο­σχοί­νι δέν τό ἔ­πλε­ξε ὁ παπ­πού­ λης, ἀ­φοῦ δέν βλέ­πει νά πλέ­κη λε­πτά κομ­πο­σχοί­νια, ὅ­πως μοῦ εἶ­χε πεῖ, οὔ­τε συ­νή­θι­ζε νά βά­ζη κόκ­κι­νες χάν­τρες. Ἐ­κεῖ πού ἔ­κα­να αὐ­τούς τούς λο­γι­σμούς, βγά­ζει ἀ­πό τόν τρου­βά του ἕ­να τρι­αν­τα­ τριά­ρι κομ­πο­σχοί­νι μέ μαῦ­ρες χάν­τρες, ὅ­πως αὐ­τά πού ἔ­πλε­κε ἐ­κεῖ­νος. Μοῦ τό δί­νει καί μοῦ λέ­ει, «πάρ­το, αὐ­τό ἐ­γώ τό ἔ­πλε­ξα». »Ὅ­ταν ἤ­θε­λε νά μοῦ δεί­ξη νά φτειά­ χνω αὐ­τό τό σταυ­ρό πού κά­νω τώ­ρα στά κομ­πο­σχοι­νά­κια, μοῦ εἶ­πε: «Φέ­ρε μί­α ὀρ­γυι­ά μαλ­λί νά σοῦ μά­θω νά φτειά­ χνης ἕ­να σταυ­ρό ἐν­νο­ών­τας ὅ­τι αὐ­τό
  • 12.
    12 εἶ­ναι κα­νό­νι», ἔ­λε­γε,αὐ­τός ὁ σταυ­ρός εἶ­ναι δυ­να­τό ὅ­πλο. »Γιά νά μοῦ δώ­ση χα­ρά, πολ­λές φο­ρές μοῦ ζη­τοῦ­σε νά τοῦ δώ­σω κά­τι, π.χ. εἶ­χα ἕ­να ψα­λι­δά­κι, ἦ­ταν καί λί­γο σπα­σμέ­νο, μοῦ εἶ­πε: «Ἀ­δελ­φή Μυ­ρο­φό­ρα, μοῦ δί­ νης αὐ­τό τό ψα­λι­δά­κι; μοῦ χρει­ά­ζε­τε νά κό­βω τά μαλ­λιά ἀ­πό τά κομ­πο­σχοί­νια». Ὁ λο­γι­σμός, μοῦ λέ­ει, ὅ­τι δέν τό ζη­τοῦ­ σε για­τί τό εἶ­χε ἀ­νάγ­κη, θά μπο­ροῦ­σε νά βρῆ κα­λύ­τε­ρο καί ὄ­χι τό δι­κό μου τό σπα­σμέ­νο. Τό ἔ­κα­νε γιά νά χα­ρῶ. »Ἄλ­λη φο­ρά, τοῦ εἶ­χα πλέ­ξει κά­τι μάλ­λι­να πα­που­τσά­κια–τιρ­λί­κια, τά πῆ­ ρε καί μοῦ λέ­ει γιά νά χα­ρῶ: «Τώ­ρα πού μοῦ τά ἔ­πλε­ξες ἐ­σύ καί τό κα­λο­καί­ρι θά τά φο­ρά­ω». »Κά­πο­τε τοῦ εἶ­πα ὅ­τι ἔ­κρι­να μέ τόν λο­γι­σμό μί­α ἀ­δελ­φή. Μοῦ εἶ­πε: «Οἱ πνευ­ μα­τι­κοί ἄν­θρω­ποι κρύ­βουν τίς ἀ­ρε­τές καί κά­νουν με­ρι­κά πράγ­μα­τα πού φαί­ νον­ται ὅ­τι δέν εἶ­ναι πνευ­μα­τι­κά νά μᾶς μπερ­δέ­ψουν καί νά κρύ­ψουν τίς ἀ­ρε­τές τους, γι᾿ αὐ­τό νά μήν κρί­νης». »Ἄλ­λη φο­ρά, εἶ­χε γί­νει κά­τι τήν ὥ­ρα πού ψάλ­λα­με στό ἀ­να­λό­γιο, εἶ­χα στε­νο­ χω­ρή­σει τόν Γέ­ρον­τα. Ὅ­ταν ἦρ­θε ὁ παπ­πού­λης καί πῆ­γα νά τόν δῶ, μέ ρώ­τη­σε για­τί ἤ­μουν στε­νο­ χω­ρη­μέ­νη. ― Στε­νο­χώ­ρε­σα τόν Γέ­ρον­τα, τοῦ εἶ­ πα. ― Οἱ στρα­τι­ῶ­ται, μοῦ λέ­ει, ὅ­ταν τραυ­μα­τί­ζων­ται στόν πό­λε­μο δέν κά­θον­ ται νά κλαῖ­νε. Δέ­νουν τό τραῦ­μα τους καί προ­χω­ροῦν. ― Πᾶ­με νά βά­λου­με με­τά­νοι­α. Μέ πῆ­ ρε ἀ­πό τό χέ­ρι καί πή­γα­με στόν Γέ­ρον­τα καί τοῦ εἶ­πε: ― Ἤρ­θα­με νά βά­λου­με με­τά­νοι­α μέ τό κα­λο­γέ­ρι καί ἔ­κα­νε στρω­τή με­τά­νοι­α Κελί Τιμίου Σταυροῦ σήμερα
  • 13.
    13 μα­ζί μου. Με­τάὁ Γέ­ρον­τας, τοῦ ἔ­λε­γε τί εἶ­χε γί­νει. Ἐ­κεῖ­νος τόν κοι­τοῦ­σε μέ ἠ­ρε­ μί­α. »Ἄλ­λη φο­ρά, εἶ­χα κά­νει ἕ­να σφάλ­μα καί μοῦ εἶ­χε πεῖ ὁ Γέ­ρον­τας «δέν θά σέ ξα­να­ε­ξο­μο­λο­γή­σω». Ὅ­ταν ἦρ­θε ὁ παπ­ πού­λης, τοῦ τό εἶ­πα. Ἄ­νοι­ξε τήν πόρ­τα ἀ­πό τό κελ­λά­κι πού μι­λού­σα­με, στόν δι­ ά­δρο­μο ἦ­ταν ὁ Γέ­ρον­τας. Τοῦ εἶ­πε, «ἔ­λα μέ­σα Γέ­ρον­τα». Ἔ­βγα­λε ἕ­να πε­νην­τά­ ρι­κο, τά πα­λιά χρή­μα­τα, τοῦ τό ἔ­δω­σε. «Πά­ρε αὐ­τό γιά πλη­ρω­μή, τοῦ εἶ­πε, καί ὅ­πο­τε ἔ­χει ἀ­νάγ­κη τό κα­λο­γέ­ρι θά τό ἐ­ξο­μο­λο­γῆς, ἀλ­λοι­ῶς θά τό πά­ρω στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος». »Μιά φο­ρά, ἦ­ταν οἱ Γε­ρον­τᾶ­δες καί ἀ­δελ­φές, ἐ­γώ εἶ­χα ἀ­κουμ­πή­σει στόν τοῖ­ χο καί εἶ­χα τά χέ­ρια μου πί­σω στή μέ­ση, πο­νοῦ­σα λί­γο. Γιά μιά στιγ­μή, ἄρ­χι­σε νά μέ μα­λώ­νη. «Τί σε­βα­σμός εἶ­ναι αὐ­ τός, μοῦ ἔ­λε­γε, νά ἔ­χης τά χέ­ρια πί­σω!». Μέ κα­τσά­δια­σε γιά τά γε­ρά, εἶ­δε ὅ­τι δέν τό εἶ­χα ση­κώ­σει, μέ πῆ­ρε μέ­σα στό κελ­ λά­κι πού ἔ­με­να καί μοῦ λέ­ει: «Νά μέ συγ­χω­ρέ­σης πού σέ μά­λω­σα, ἄν ἔ­πρε­πε νά σοῦ πῶ κά­τι θά σοῦ τό ἔ­λε­γα τώ­ρα πού εἴ­μα­στε μό­νοι. Ἀλ­λά ἐ­πει­δή με­ρι­κές ἀ­δελ­φές ἔ­χουν λο­γι­σμούς ὅ­τι σέ ἀ­γα­πῶ πε­ρισ­σό­τε­ρο, γι᾿ αὐ­τό σέ μά­λω­σα μπρο­ στά τους». Μοῦ ἔ­κα­νε πολ­λές φο­ρές πα­ ρα­τη­ρή­σεις, ἀλ­λά δέν στε­νο­χω­ρι­ό­μουν, ἦ­ταν ὅ­λο ἀ­γά­πη. Ὅ­ταν εἶ­χα πε­ρά­ση τά τριά­ντα, μοῦ ἔ­λε­γε, «τώ­ρα εἶ­σαι ἀμ­μᾶς. Τώ­ρα, Μυ­ρο­ φό­ρα, Ἐν σοὶ μῆ­τερ ἀ­κρι­βῶς δι­ε­σώ­θη τὸ κατ᾿ εἰ­κό­να»... »Με­ρι­κές φο­ρές, τοῦ ἔ­λε­γα: ― Παπ­πού­λη, μι­λά­ω πο­λύ, λέ­ω πολ­ λά. Ἡ Ἱερά Μονή Στομίου καί ὁ νῦν Ἡγούμενός της
  • 14.
    14 ― Δέν εἶ­ναικα­λύ­τε­ρα Μυ­ρο­φό­ρα, νά μι­λᾶ­με μέ τό Χρι­στό, τήν Πα­να­γί­α, πα­ρά μέ τούς ἀν­θρώ­πους; Ἕ­νας ἄν­θρω­ πος γιά νά μι­λή­ση μέ ἕ­να ἐ­πί­γει­ο βα­σι­λιά πρέ­πει νά πά­ρη ἄ­δεια πό­τε θά τοῦ μι­λή­ ση, ποι­ά ὥ­ρα, πό­σο θά τοῦ μι­λή­ση. Ἐ­μᾶς τά γυ­φτέ­λια (τούς μι­κρούς γύ­φτους), ὁ Χρι­στός μᾶς ἀ­φή­νει ὅ­πο­τε θέ­λου­με, ὅ­ση ὥ­ρα θέ­λου­με νά τοῦ μι­λᾶ­με καί χαί­ρε­ται ὅ­ταν τοῦ μι­λᾶ­με. Δέν κου­ρά­ζε­τε νά μᾶς ἀ­κού­η. »Πρίν ἀρ­χί­σει τίς συ­νά­ξεις πού μᾶς ἔ­κα­νε, κά­θε φο­ρά κα­θό­ταν λί­γη ὥ­ρα χω­ ρίς νά λέ­η τί­πο­τα. Μᾶς κοι­τοῦ­σε ὅ­λες σάν νά μᾶς περ­νοῦ­σε ἀ­κτι­νο­γρα­φί­α, με­ τά ἄρ­χι­ζε νά μᾶς λέ­η γιά πράγ­μα­τα πού μᾶς ἀ­πα­σχο­λοῦ­σαν μέ πα­ρα­δείγ­μα­τα. Τα­κτο­ποι­οῦ­σε ὅ­λα τά θέ­μα­τα τοῦ Μο­να­ στη­ριοῦ. Θυ­μᾶ­μαι, ὅ­ταν πή­γαι­να νά μέ δῆ, ὅ,­τι καί ἄν εἶ­χα ἔ­φευ­γαν ὅ­λα, ἔ­παιρ­ να μιά δύ­να­μη πού κρα­τοῦ­σε μέ­χρι νά ξα­νάρ­θη. Μέ ρω­τοῦ­σε: ― Ἀδελφή Μυ­ρο­φό­ρα, ξέ­ρεις μου­σι­ κά; ― Λί­γα, παπ­πού­λη, τοῦ ἔ­λε­γα. Μοῦ χτυ­ποῦ­σε τήν πλά­τη. ― Ἐ­σύ νά ψάλ­λης μέ τήν καρ­διά σου, μοῦ ἔ­λε­γε, ὅ­ταν ψάλ­λης, ὁ νοῦς σου νά εἶ­ναι στά θεῖ­α νο­ή­μα­τα πού ἔ­χουν τά τρο­πά­ρια, τό­τε θά ψάλ­λης γλυ­κά. »Ὅ­ταν προ­η­γού­με­νο βρά­δυ εἶ­χα ἀ­γρυ­πνί­ση, καί μέ ἔ­βλε­πε τό πρωΐ, με­ ρι­κές φο­ρές μέ ρω­τοῦ­σε, «σοῦ ἔ­δω­σε ὁ Χρι­στός, ἡ Πα­να­γί­α ἤ Ἅ­γιος πού γι­όρ­ τα­ζε ἐ­κεί­νη τήν ἡ­μέ­ρα καμ­μί­α σο­κο­λά­ τα;». Μέ ρω­τοῦ­σε: ― Μέ ἀ­κοῦς πού σέ φω­νά­ζω ἀ­πό τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, «ἀ­δελ­φή Μυ­ρο­φό­ρα­α­α! «. »Ὅ­ταν εἶ­χε πρω­το­γί­νη τό Μο­να­στή­ ρι, δέν ξέ­ρα­με νά ψάλ­λου­με. Ἐρ­χό­ταν στό ἀ­να­λό­γιο μᾶς βο­η­θοῦ­σε ἤ καί ἔ­ψα­λε μό­νος του. Μί­α φο­ρά, τῆς Ἁ­γί­ας Σκέ­πης, ἔ­ψα­λε ὅ­λη τήν ἀ­κο­λου­θί­α, ἦ­ταν τό­σο ὡ­ραῖ­α! Καί τήν ὥ­ρα τῆς ἀ­κο­λου­θί­ας μπο­ ροῦ­σε νά σοῦ πῆ ἕ­να ἀ­στεῖ­ο, νά σοῦ δώ­ ση χα­ρά. »Κά­πο­τε ἤ­μουν στε­νο­χω­ρη­μέ­νη. Ὁ παπ­πού­λης τό κα­τά­λα­βε. Μοῦ ἔ­κα­ νε νό­η­μα νά πά­ω κον­τά του, μέ ἔ­βα­λε νά κα­θή­σω στό δι­πλα­νό στα­σί­δι καί μέ­ σα στήν ἀ­κο­λου­θί­α μοῦ ἔ­λε­γε δι­ά­φο­ρα, ἔ­σκυ­βε στό αὐ­τί μου καί μοῦ μι­λοῦ­σε. Ἦ­ταν ἡ ὥ­ρα πού λέ­γα­με τό Συ­να­ξά­ρι. Ἐ­νῶ μᾶς εἶ­χε πῆ, τήν ὥ­ρα πού λέ­με τό Συ­να­ξά­ρι νά κα­τε­βαί­νου­με ἀ­πό τά στα­ σί­δια, νά στε­κώ­μα­στε μέ εὐ­λά­βεια, ὅ­πως οἱ στρα­τι­ῶ­τες στέ­κον­ται προ­σο­χή ὅ­ταν θέ­λουν νά τι­μή­σουν κά­ποι­ον ἐ­θνι­κό ἥ­ρ- ω­α, ὅ­μως ὁ ἅ­γιος Γέ­ρον­τας ἀ­πό τήν πολ­ λή του ἀ­γά­πη τό ἔ­κα­νε αὐ­τό γιά νά μέ πα­ρη­γο­ρή­ση. »Χαί­ρον­ταν ὅ­ταν κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­τι ἀ­γω­νι­ζό­μουν, ὅ­τι ἔ­κα­να με­τά­νοι­ες καί ἀ­γρυ­πνί­ες καί μοῦ ἔ­λε­γε, χω­ρίς νά τοῦ λέ­ω κά­τι: «Τί σῶ­μα εἶ­ναι αὐ­τό πού ἔ­χεις, ἀ­δελ­φή Μυ­ρο­φό­ρα; σάν λά­στι­χο εἶ­ναι». Πράγ­μα­τι ἔ­κα­να πο­λύ εὔ­κο­λα με­τά­νοι­ ες. Τά χέ­ρια μου ἔ­βγαι­ναν εὔ­κο­λα ἀ­πό τόν καρ­πό, ὅ­ταν ἤ­μουν μι­κρή δέν μπο­ ροῦ­σα νά κά­νω με­τά­νοι­ες ἀ­κουμ­πών­τας τίς πα­λά­μες στό πά­τω­μα. Ἔ­κα­να τώ­ρα με­τά­νοι­ες ἀ­κουμ­πών­τας τίς γρο­θι­ές καί εἶ­χαν κά­νει κά­ποι­α ση­μά­δια. Ὅ­ταν μοῦ κρα­τοῦ­σε τό χέ­ρι γε­λοῦ­σε, κοι­τοῦ­σε τά ση­μά­δια ἀ­πό τίς με­τά­νοι­ες καί ἔ­λε­γε, «τό πρῶ­το ση­μά­δι εἶ­ναι τοῦ Χρι­στοῦ, τό δεύ­τε­ρο τοῦ ἁ­γί­ου Προ­δρό­ μου, τό τρί­το τοῦ ἁ­γί­ου Ἀρ­σε­νί­ου καί τό τέ­ταρ­το πού ἦ­ταν κά­πως με­γά­λο, ἔ­λε­γε, αὐ­τό εἶ­ναι τῆς Πα­να­γί­ας πού κρα­τᾶ καί τόν Χρι­στό στήν ἀγ­κα­λιά της». »Ἦ­ταν ὅ­μως αὐ­στη­ρός, ὅ­ταν ἤ­θε­λα νά κά­νω τό θέ­λη­μά μου. Ὅ­ταν ἤρ­θα­με στό Μο­να­στή­ρι, κά­να­με μί­α ἀ­γρυ­πνί­α τήν ἑ­βδο­μά­δα. Ἐ­γώ πή­γαι­να στήν Γε­ ρόν­τισ­σα κά­θε βρά­δυ καί τῆς ἔ­λε­γα, νά μοῦ δώ­ση εὐ­λο­γί­α νά κά­νω ἀ­γρυ­πνί­α. Στήν ἀρ­χή, μοῦ ἔ­λε­γε, «ὄ­χι, ἔ­κα­νες χθές
  • 15.
    15 εἶ­σαι κου­ρα­σμέ­νη». Ἐ­γώτήν πα­ρα­κα­ λοῦ­σα καί στό τέ­λος μοῦ ἔ­δι­νε εὐ­λο­γί­α. Μέ­σα μου ὅ­μως ἔ­νοι­ω­θα, ὅ­τι αὐ­τό δέν ἦ­ταν κα­λό. Ὅ­ταν ἦρ­θε ὁ παπ­πού­λης, τοῦ τό εἶ­ πε. Μοῦ λέ­ει, «θά κά­νης μί­α ἀ­γρυ­πνί­α τήν ἑ­βδο­μά­δα. Ἄν ζη­τή­σης ἀ­πό τήν Γε­ ρόν­τισ­σα νά κά­νης δεύ­τε­ρη, θά σοῦ κό­ ψω καί τήν μί­α. Ἄν τό ξα­να­κά­νης, δέν θά σέ ἀ­φή­σω οὔ­τε στήν ἐκ­κλη­σί­α νά πη­ γαί­νης». Σάν νά μοῦ ἔ­κο­ψε τό θέ­λη­μα μέ τό μα­χαί­ρι, ἔ­τσι ἔ­νοι­ω­σα. »Πάν­τα ὅ­ταν πή­γαι­να νά τόν δῶ, κά­ θε φο­ρά μοῦ ἔ­λε­γε: «Ἄν­τε βρέ Μυ­ρο­φό­ ρα, νά ψάλ­λου­με. Ψά­λα­με μα­ζί. Ἔ­ψα­λε πο­λύ ὡ­ραῖ­α, ὅ­λα ἔ­φευ­γαν, ἔ­νοι­ω­θα πο­λύ γλυ­κά κον­τά του. »Μοῦ ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση πάν­τα, ὅ­τι καί νά ἔ­λε­γε ἦ­ταν ὡ­ραῖ­ο καί ἔ­ξυ­πνο. Πρίν νά γί­νω μο­να­χή ἤμα­σταν, ὁ παπ­πού­λης, ἐ­γώ καί μί­α ἄλλη ἀ­δελ­φή. Εἶ­χε μί­α πα­ ρα­μά­να βαμ­μέ­νη μαύ­ρη καί κούμ­πω­νε τό ρά­σο του. Τοῦ λέ­ει ἡ ἄλλη ἀ­δελ­φή: ― Παπ­πού­λη, θά μοῦ δώ­σε­τε αὐ­τή τήν πα­ρα­μά­να; ― Ἔ­χεις μάν­να, τῆς λέ­ει, θές καί πα­ ρα­μά­να; Θά τήν δώ­σω σ᾿ αὐτήν. Ἤ­μουν λα­ϊ­κή τό­τε καί τήν ἔ­δω­σε σέ μέ­να. »Εἴ­χα­με μά­θει γιά τήν τε­λευ­ταί­α ἀρ­ρώ­στεια τοῦ παπ­πού­λη καί στε­νο­ χω­ρε­θή­κα­με πο­λύ. Με­τά πού βγῆ­κε καί ἔ­κα­νε ἐ­ξε­τά­σεις, μά­θα­με ὅ­τι σύν­το­μα θά ἔ­φευ­γε ἀ­πό κον­τά μας. »Εἶ­χε ἔρ­θει γιά τε­λευ­ταί­α φο­ρά στό Μο­να­στή­ρι μας, πο­νοῦ­σε πο­λύ. Ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό ἤ­μουν πο­λύ χά­λια. Εἶ­χα ἀ­πό μι­κρή κά­ποι­α πά­θη­ση, ἀ­πό αὐ­τό εἶ­χα ἀρ­ρω­στή­σει καί ἀρ­γό­τε­ρα νευ­ρί­α­ζα εὔ­ κο­λα, με­τά στε­νο­χω­ρι­ό­μουν πο­λύ καί μέ ἔ­πια­νε ἀ­πελ­πι­σί­α. Ἔ­κα­να λο­γι­σμούς ὅ­τι δέν θά σω­θῶ, δέν θά πά­ω στόν πα­ ρά­δει­σο, δέν εἶ­χα δι­ά­θε­ση νά ψάλ­λω καί ἔ­λε­γα στούς Γε­ρον­τᾶ­δες νά μήν ψάλ­λω στό ἀ­να­λό­γιο. Τό­τε ὅ­μως ὑ­πῆρ­χε ἀ­νάγ­ κη, για­τί δέν ὑ­πῆρ­χαν πολ­λές ἀ­δελ­φές πού μπο­ροῦ­σαν νά βο­η­θή­σουν στό ἀ­να­ λό­γιο. »Εἶ­χα στε­νο­χω­ρη­θεῖ πο­λύ πού ὁ παπ­ πού­λης θά ἔ­φευ­γε. Ὅ­ταν ἦρ­θε ὁ παπ­ πού­λης, μᾶς εἶ­παν οἱ Γε­ρον­τᾶ­δες, ὅ­τι δέν θά μᾶς ἔ­βλε­πε κα­τά μό­νας για­τί πο­νοῦ­σε πο­λύ, θά μᾶς ἔ­κα­νε μό­νο σύ­να­ξη. Εἴ­χα­ με κά­νει, νο­μί­ζω, τέσ­σε­ρις κου­ρές, για­ τί ὁ παπ­πού­λης δέν θά ξα­να­ερ­χό­ταν σέ μᾶς. Καί συ­νη­θί­ζα­με τίς κου­ρές νά τίς κά­νου­με ὅ­ταν ἐρ­χό­ταν ὁ παπ­πού­λης. »Ἐ­γώ βο­η­θοῦ­σα στούς λου­κου­μά­ δες, εἴ­χα­με πο­λύ κό­σμο, ἔρ­χον­ταν νά πά­ρουν τήν εὐ­χή του, ξέ­ρα­νε ὅ­τι θά φύ­ γη ἀ­πό κον­τά μας. Εἶ­χα κου­ρα­στεῖ, για­ τί ὅ­λη τήν νύ­χτα κά­να­με λου­κου­μά­δες. Ἤ­μουν καί πο­λύ στε­νο­χω­ρε­μέ­νη, πῆ­γα στό κελ­λί μου καί ξά­πλω­σα λί­γο νά ξε­ κου­ρα­στῶ. Ἦρ­θε μιά ἀ­δελ­φή καί μοῦ εἶ­πε: ― Πή­γαι­νε, σέ θέ­λει ὁ παπ­πού­λης. ― Μή­πως κά­νεις λά­θος; τῆς λέ­ω. ― Ὄ­χι, μοῦ λέ­ει, σέ ζη­τοῦ­σε καί χθές τό βρά­δυ καί ἡ Γε­ρόν­τισ­σα τοῦ εἶ­πε ὅ­τι φτειά­χνεις λου­κου­μά­δες. »Πο­νοῦ­σε πο­λύ καί δέν ἤ­θε­λα νά τόν κου­ρά­ζω. Πῆ­γα στό κελ­λά­κι πού ἔ­με­νε⋅ ἦ­ταν γο­να­τι­στός πά­νω στό κρεβ­βά­τι, μέ τά δύ­ο χέ­ρια του ἔ­πια­νε τήν κοι­λιά του. Ὅ­πως ἦ­ταν γο­να­τι­στός καί ἔ­πια­νε τήν κοι­λιά του, πολ­λές φο­ρές ἔ­γερ­νε τό σῶ­ μα του μπρο­στά καί ἔ­λε­γε: «Ἄχ! Μυ­ρο­φό­ρα, ἄχ! μω­ρέ, Μυ­ρο­φό­ ρα!». Πο­νοῦ­σε πά­ρα πο­λύ. Στε­νο­χω­ρι­ό­μουν πο­λύ ἔ­τσι πού τόν ἔ­βλε­πα, δέν μπο­ροῦ­σα νά τοῦ πῶ τί­πο­ τα, κα­θό­μουν καί δέν μι­λοῦ­σα τί­πο­τα. «Για­τί εἶ­σαι ἔ­τσι, μω­ρέ;» μοῦ λέ­ει. Καί ἄρ­χι­σε νά μοῦ λέ­η ὅ­,τι εἶ­χα μέ­σα μου. Μέ ρω­τά­ει:
  • 16.
    16 ― Ἀδελφή Μυ­ρο­φό­ρα,ψάλ­λεις; ― Δέν μπο­ρῶ παπ­πού­λη, τοῦ λέ­ω. Δέν μπο­ρῶ νά ψάλ­λω στήν ἐκ­κλη­σί­α. ― Νά ψάλ­λης, μοῦ λέ­ει. »Στε­νο­χω­ρι­ό­μουν πού νευ­ρί­α­ζα εὔ­ κο­λα. Χω­ρίς νά τοῦ τό πῶ, μοῦ λέ­ει: ― Βρέ, Μυ­ρο­φό­ρα, ἐ­σύ εἶ­σαι ἀρ­νά­κι, για­τί με­ρι­κές φο­ρές γί­νε­σαι κα­τσι­κά­κι; Μή­πως πρέ­πει νά πᾶς σέ κα­νέ­να για­τρό; Μή­πως κάτι ἔ­χεις μέ τήν ὑ­γεί­α σου; »Με­τά πού πῆ­γα στούς για­τρούς, πράγ­μα­τι κά­τι εἶ­χα μέ τίς ὁρ­μό­νες. »Ἔ­κα­να λο­γι­σμούς, ὅ­τι δέν θά σω­θῶ καί χω­ρίς νά τοῦ τό πῶ, μοῦ λέ­ει: «Τί στε­νο­χω­ρι­έ­σαι, μω­ρέ; ἐ­κεῖ πού θά πά­ω ἐ­γώ, ὅ­ταν φύ­γω ἀ­πό αὐ­τή τή ζω­ή, θά σέ πά­ρω καί ἐ­σέ­να. Ἐ­σύ μό­νο τήν φω­ το­γρα­φί­α ἀ­πό τό δι­α­βα­τή­ριο νά βγά­λης. Για­τί εἶ­σαι ἔ­τσι μέ­σα σου; τί νά σοῦ κά­ νω ἐ­γώ; τί θά σοῦ δώ­ση χα­ρά; ὅ­τι μοῦ ζη­τή­σης θά τό κά­νω». »Συ­νε­χῶς ἔ­πια­νε τήν κοι­λιά του καί ἔ­λε­γε: «Ἄχ! Μυ­ρο­φό­ρα, ἄχ! μω­ρέ, Μυ­ρο­φό­ ρα!». Γιά νά κά­νη ἔ­τσι ὁ παπ­πού­λης μπρο­ στά μου, φαν­τα­στεῖ­τε πό­σο πο­νοῦ­σε. ― Τί θά σοῦ δώ­ση χα­ρά; πές μου, μοῦ ἔ­λε­γε. ― Νά μεί­νε­τε ἐ­δῶ, τοῦ λέ­ω, αὐ­τό θέ­ λω. ― Κα­λά, μοῦ λέ­ει. Θά πά­ω νά πά­ρω καί τά ὑ­πό­λοι­πα πράγ­μα­τά μου καί θά ἔρ­θω, θά μέ γη­ρο­κο­μή­σης ἐ­σύ; ― Ναί, τοῦ λέ­ω. ― Θά μοῦ κά­νης καί τόν κα­νό­να μου; ― Ναί, τοῦ λέ­ω. ― Κα­λά, μοῦ λέ­ει, θά ἔρ­θω. »Ἔ­ξω πε­ρί­με­νε μί­α κυ­ρί­α. Ὅ­ταν ση­ κώ­θη­κα νά φύ­γω: «Φέ­ρε μιά καί μι­σή ἀ­σπι­ρί­νη, Μυ­ρο­φό­ρα, νά πά­ρω, νά δῶ αὐ­τήν τήν κυ­ρί­α πού πε­ρι­μέ­νει». Τοῦ πῆ­γα δύ­ο ἀ­σπι­ρί­νες, πῆ­ρε μι­ά­μι­συ καί τήν ἄλ­λη μι­σή μοῦ τήν ἔ­δω­σε. «Πάρ­την ἐ­σύ», μοῦ λέ­ει. Τό­σο πό­νο καί προ­σπα­ θοῦ­σε μέ τίς ἀ­σπι­ρί­νες νά ἀ­να­κου­φι­στῆ. »Με­τά ἀ­πό λί­γες μέ­ρες, πῆ­γε ἡ Γε­ ρόν­τισ­σα νά τόν δῆ, πῆ­ρε καί ἐ­μέ­να μα­ζί της. Ὁ παπ­πού­λης ἦ­ταν στό κρεβ­βά­τι, δέν μπο­ροῦ­σε νά ση­κω­θῆ, τό πρό­σω­πό του ἦ­ταν κα­τα­κί­τρι­νο. Μπῆ­κε ἡ Γε­ρόν­ τισ­σα. Ἐ­γώ δέν ἤ­θε­λα νά τόν κου­ρά­ζω. Μό­λις μπῆ­κα, τοῦ εἶ­πα: ― Τήν εὐ­χή σας νά πά­ρω παπ­πού­λη, πο­νᾶ­τε πο­λύ. ― Κά­θη­σε, μοῦ λέ­ει. ― Μό­νο τήν εὐ­χή σας θέ­λω, τοῦ λέ­ω, καί νά φύ­γω. »Μοῦ ἔ­δει­ξε ἕ­να σκα­μνά­κι πού ἦ­ταν δί­πλα στό κρεβ­βά­τι καί μοῦ λέ­ει, κά­θη­ σε. Κά­θη­σα, δέν μι­λοῦ­σα κα­θό­λου, προ­ σπα­θοῦ­σα νά μήν κλά­ψω. Μέ ρώ­τη­σε: ― Τί εἰ­κό­να κά­νεις τώ­ρα, Μυ­ρο­φό­ ρα; ― Τόν ἅ­γιο Κων­σταν­τί­νο καί τήν ἁ­γί­α Ἑ­λέ­νη, τοῦ λέ­ω. »Ὅ­σο ἔ­φτεια­χνα τήν ἁ­γί­α Ἑ­λέ­νη εἶ­ χα λο­γι­σμούς, ὅ­τι τήν ἔ­κα­να πο­λύ νέ­α, προ­σπα­θοῦ­σα νά βά­λω κά­τι πα­ρι­ές πού βά­ζου­με στά γέ­ρι­κα πρό­σω­πα τῶν Ἁ­γί­ ων δέν ἔ­δει­χνε γέ­ρι­κο τό πρό­σω­πό της. ― Νά, Μυ­ρο­φό­ρα, μοῦ λέ­ει, με­ρι­κοί ἁ­γι­ο­γρά­φοι τήν ἁ­γί­α Ἑ­λέ­νη τήν κά­νουν νέ­α καί φαί­νε­ται σάν ἀ­δελ­φή τοῦ ἁ­γί­ου Κων­σταν­τί­νου καί ὄ­χι σάν μη­τέ­ρα του. Μοῦ εἶ­πε καί με­ρι­κά ἄλ­λα, με­τά ἐ­γώ ση­ κώ­θη­κα δέν κρα­τή­θη­κα ἄλ­λο, ἄρ­χι­σα νά κλαί­ω. Πῆ­ρα τήν εὐ­χή του, μοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να ἑ­κα­το­στά­ρι κομ­πο­σχοί­νι πού κρα­τοῦ­σε καί ἔ­φυ­γα. Τόν εὐ­χα­ρι­στῶ γιά ὅ­λα καί ζη­τῶ τίς πρε­σβεῖ­ες Του».
  • 17.
    17 Ὁ ὅσιος Παΐσιος καίοἱ μαθητές τῆς Ἀθωνιάδος Δι­ή­γη­σηἈρ­χιμ. Νι­κο­δή­μου Καν­σί­ζο­γλου α΄. «Ἔ­γρα­ψα τίς πα­ρα­κά­τω σει­ρές κά­ νον­τας ὑ­πα­κο­ή σέ σε­βα­στούς πνευ­μα­τι­ κούς πα­τέ­ρες, ἀλ­λά κυ­ρί­ως ὡς ὀ­φει­λό­με­ νη εὐ­χα­ρι­στί­α πρός τό πρό­σω­πο τοῦ ὁ­σί­ ου Πα­ϊ­σί­ου τοῦ Ἁ­γι­ο­ρεί­του, πού κα­τά τά χρό­νια τῆς φοι­τή­σε­ώς μας στήν ἐν Ἁ­γί­ῳ Ὄ­ρει ἱ­στο­ρι­κή Ἀ­θω­νιά­δα Ἐκ­κλη­σι­α­στι­ κή Ἀ­κα­δη­μί­α στά­θη­κε μέ τόν τρό­πο του ἕ­νας ἀ­πό τούς βα­σι­κούς πα­ρά­γον­τες πού στή­ρι­ζαν τήν πνευ­μα­τι­κή πο­ρεί­α τῶν μα­θη­τῶν τῆς Σχο­λῆς μας. Δέν κα­τα­γρά­φω εἰ­δι­κά δι­κές μου προ­σω­πι­κές μνῆ­μες καί ἐμ­πει­ρί­ες. Καί τοῦ­το, δι­ό­τι οἱ εἰ­δι­κά προ­σω­πι­κές ἀ­να­ μνή­σεις δέν εἶ­ναι πάν­το­τε δη­μο­σι­εύ­σι­ μες καί ἐ­πι­πλέ­ον, δι­ό­τι αἰ­σθά­νο­μαι καί κά­ποι­α ἐ­νο­χή πού ὁ ἴ­διος δέν ἀ­ξι­ο­ποί­η­ σα ὅ­πως θά ἤ­θε­λε ὁ κα­λός Θε­ός μας, τήν εὐ­λο­γί­α νά βρι­σκώ­μα­στε ὡς μα­θη­τές τῆς Σχο­λῆς κον­τά σέ αὐ­τόν τόν με­γά­λο Ἅ­γιο τῆς ἐ­πο­χῆς μας. Ὡ­στό­σο, θά προ­σπα­θή­σω νά ἀ­πο­τυ­πώ­σω με­ρι­κές πτυ­χές τῆς πνευ­ μα­τι­κῆς βο­ή­θειας πού εἶ­χαν οἱ μα­θη­τές τῆς Σχο­λῆς μας σχε­δόν μέ­χρι καί τήν κοί­ μη­ση τοῦ Ὁ­σί­ου, τό 1994. Εἶ­μαι σχε­δόν σί­γου­ρος ὅ­τι ὅ­σα θά ἀ­κο­λου­θή­σουν, θά συμ­φω­νοῦ­σαν νά τά ὑ­πο­γρά­ψουν πλεῖ­ στοι ὅ­σοι ἄλ­λοι συμ­μα­θη­τές μου πού φοί­τη­σαν στή Σχο­λή γιά πε­ρισ­σό­τε­ρα χρό­νια, δη­λα­δή Γυ­μνά­σιο καί Λύ­κει­ο (ἐ­νῶ ἐ­γώ φοί­τη­σα πρός τό τέ­λος τοῦ Λυ­ κεί­ου) καί ὅ­λοι οἱ ἀ­νά τίς τε­λευ­ταῖ­ες δε­ κα­ε­τί­ες ὁ­μο­γά­λα­κτοι συ­σπου­δα­στές μου, στήν ἀ­γα­πη­μέ­νη πνευ­μα­τι­κή μας τρο­φό τήν Ἀ­θω­νιά­δα Σχο­λή. β΄. »Γρά­φτη­κα στήν Ἀ­θω­νιά­δα Σχο­λή τή σχο­λι­κή χρο­νιά 1987–1988. Ὅ­ταν βρέ­ θη­κα γιά πρώ­τη φο­ρά στό πε­ρι­βάλ­λον τῆς Σχο­λῆς, πί­στε­ψα πραγ­μα­τι­κά πώς ἡ Ἀ­θω­νιά­δα εἶ­ναι τό κα­λύ­τε­ρο σχο­λεῖ­ο σέ ὁ­λό­κλη­ρο τόν κό­σμο. Πε­ποί­θη­ση πού δι­α­τη­ρῶ μέ­χρι σή­ με­ρα, γιά τά χρό­νια βέ­βαι­α ἐ­κεί­νου τοῦ και­ροῦ. Τήν ἄ­πο­ψη, πε­ποί­θη­ση αὐ­ τή συ­νύ­φα­ναν πολ­λοί πα­ρά­γον­τες. Ἐν πρώ­τοις τό χι­λι­ο­ευ­λο­γη­μέ­νο ἁ­γι­ο­ρεί­ τι­κο πε­ρι­βάλ­λον (δέν χορ­ταί­νω νά λέ­ω αὐ­τές τίς λέ­ξεις τίς γλυ­κύ­τε­ρες «ὑ­πὲρ μέ­λι καὶ κη­ρί­ον»), τό Πε­ρι­βό­λι τῆς Πα­ να­γί­ας, στήν καρ­διά τοῦ ὁ­ποί­ου ὡ­σάν μι­ κρή ζε­στή φω­λί­τσα νε­οσ­σῶν ἐ­πή­γνυ­το ἡ πο­λυ­α­γα­πη­μέ­νη μας Σχο­λή. Κα­τό­πιν ὁ σο­φό­τα­τος, δι­α­κρι­τι­κός καί κα­λο­γε­ρι­ κό­τα­τος Σχο­λάρ­χης μας, ὁ Ἐ­πί­σκο­πος Ρο­δο­στό­λου Χρυ­σό­στο­μος, οἱ κα­λοί μας κα­θη­γη­τές, οἱ ἱ­ε­ρο­μό­να­χοι Νι­κη­φό­ρος, Ἀ­βρα­άμ, Με­λέ­τιος, Νε­κτά­ριος, Πα­ΐ­σιος (ὁ ἐγ­γύ­τε­ρος μα­θη­τής τοῦ ὁ­σί­ου Πα­ϊ­σί­ ου), ὁ μο­να­χός Νι­κό­δη­μος, ὁ χα­ρι­σμα­ τοῦ­χος μου­σι­κός καί ἁ­γι­ο­γρά­φος γέ­ρων Με­λέ­τιος Συ­κε­ώ­της καί οἱ εὐ­λα­βεῖς λα­
  • 18.
    18 ϊ­κοί κα­θη­γη­τές φι­λό­λο­γοιΒ. Βε­νε­τά­κης καί Θ. Τσι­ρώ­νης. Σο­βα­ρό­τα­τη πα­ρου­σί­α πνευ­μα­τι­κῆς ἐγ­γύ­η­σης τῆς πο­ρεί­ας μας, ὁ Πνευ­μα­τι­κός μας ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Ἰ­σα­άκ, πού δι­ο­ρί­στη­κε ἀ­πό τήν Ἱ­ε­ρά Κοι­νό­τη­τα ὡς Πνευ­μα­τι­κός τῆς Σχο­λῆς μας. γ΄. »Θυ­μᾶ­μαι, λοι­πόν, πώς ὅ­ταν πρω­το­ πῆ­γα στή Σχο­λή (ἕ­ως τό­τε δέν εἶ­χα ἀ­κού­ σει κἄν τό ὄ­νο­μα τοῦ Γέ­ρον­τος καί νῦν ὁ­σί­ου Πα­ϊ­σί­ου), ὅ­λοι οἱ συμ­μα­θη­τές μου πο­λύ συ­χνά ἀ­να­φέ­ρον­ταν στό πρό­σω­πο τοῦ γέ­ρον­τος Πα­ϊ­σί­ου: «Τό Σαβ­βα­το­κύ­ ρια­κο θά πᾶ­με στόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο τόν ἀ­σκη­τή», «Θέ­λω νά ζη­τή­σω εὐ­λο­γί­α ἀ­πό τόν ἅ­γιο Σχο­λάρ­χη νά πά­ω στόν γέ­ρον­ τα Πα­ΐ­σιο», «Ὁ γέ­ρον­τας Πα­ΐ­σιος εἶ­πε αὐ­τό, ἐ­κεῖ­νο, τό ἄλ­λο...». Τά παι­ διά στά σχο­λεῖ­α στόν κό­σμο, πε­ρί­ με­ναν τό Σαβ­βα­ το­κύ­ρια­κο γιά νά «τό ρί­ξουν ἔ­ξω», νά δι­α­σκε­δά­σουν στά μα­γα­ζιά μέ τά ἠ­λε­κτρο­νι­κά παι­ χνί­δια, στίς κα­ φε­τέ­ρι­ες καί στίς ντι­σκο­τέκ ἐ­κεί­ νου τοῦ και­ροῦ, ἐ­νῶ οἱ συμ­μα­θη­ τέςμουπε­ρί­με­ναν τήν Πα­ρα­σκευ­ή με­τά τά μα­θή­ μα­τα νά τρέ­ξουν στόν Γέ­ρον­τα καί νά μή στα­μα­τοῦν νά ἀ­νε­βο­κα­τε­βαί­ νουν γιά ὅ­λο τό τρι­ή­με­ρο (ΠΣΚ ὅ­πως λέ­νε σή­με­ ρα)στόνἐ­λεύ­θε­ρό τους χρό­νο στήν «Πα­να­γού­δα». Ἡ «Πα­να­γού­ δα» τοῦ γέ­ρον­ τος Πα­ϊ­σί­ου εἶ­χε γί­νει γιά χρό­νια πολ­λά ἡ δεύ­τε­ρη ζε­στή, ζε­στό­τε­ρη φω­λί­τσα γιά τούς συμ­μα­θη­τές μου, ἀ­πό τούς μι­κρούς τῆς Α΄ Γυ­μνα­σί­ου μέ­χρι καί τούς με­γα­ λύ­τε­ρους τῆς Γ΄ Λυ­κεί­ου. Πά­ρα πολ­λοί ἀ­πό τούς μα­θη­τές τῆς Σχο­λῆς μας προ­ερ­χό­μα­σταν ἀ­πό φτω­χές, πο­λύ­τε­κνες, ὑ­περ­πο­λύ­τε­κνες, ὀρ­φα­νές ἤ
  • 19.
    19 καί μέ ἄλ­λαποι­κί­λα προ­βλή­μα­τα οἰ­κο­γέ­ νει­ες. Ἴ­σως δέν θά ἀ­στο­χοῦ­σα, ἄν ἔ­λε­γα «φτω­χά κυ­νη­γη­μέ­να που­λά­κια» ἀ­πό τό πο­λύ­βου­ο, σκλη­ρό, ἄ­δι­κο καί δί­χως ὑ­γι­ῆ πνευ­μα­τι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό κό­σμο. «Εὐ­λο­γη­τὸς Κύ­ριος, ὅς οὐκ ἔ­δω­κεν ἡ­μᾶς εἰς θή­ραν τοῖς ὀ­δοῦ­σιν αὐ­τῶν». Ὁ γέ­ρον­τας Πα­ΐ­σιος γιά αὐ­τά τά φο­ βι­σμέ­να που­λά­κια πῆ­ρε τό ρό­λο πα­τέ­ρα, μη­τέ­ρας, ὁ­δη­γοῦ, συμ­πα­ρα­στά­τη. Στά­ θη­κε τό στι­βα­ρό στή­ριγ­μα γιά πά­ρα πολ­ λούς ἀ­πό ἐ­μᾶς πού τό θέ­λα­με. Τά πα­ρα­ πά­νω τά κα­τα­λα­βαί­νουν μέ συ­ναί­σθη­ση ὅ­σοι ἔ­μει­ναν γιά λι­γό­τε­ρο ἤ πε­ρισ­σό­τε­ρο δί­χως πα­τρι­κή ἀ­σφά­λεια, δί­χως μη­τρι­ κή στορ­γή, δί­χως πνευ­μα­τι­κό στή­ριγ­μα. Τό­τε βλέ­πα­με τούς γο­νεῖς μας Χρι­στού­ γεν­να, Πά­σχα καί κα­λο­καί­ρι. Με­ρι­κοί οὔ­τε καί τό­τε, δι­ό­τι ἦ­ταν ἑλ­λη­νό­που­λα ἀ­πό τήν Αὐ­στρα­λί­α, τή Γερ­μα­νί­α καί ἀ­πό μι­κρά καί φτω­χά ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­να ἑλ­λη­ νι­κά νη­σιά. Πολ­λοί στά σπί­τια τους δέν εἶ­χαν καί τη­λέ­φω­νο. Τά κα­ρα­βά­κια τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους ἔμ­παι­ναν καί ἔ­βγαι­ναν μό­ νο μί­α φο­ρά τή μέ­ρα καί ἡ θά­λασ­σα συ­ χνά ἄ­γρια. Οἱ μα­θη­τές τῆς Ἀ­θω­νιά­δος ὁ­σά­κις τά σκέ­πτον­ται, τά ὑ­πο­γρά­φουν μέ δά­κρυ­α συγ­κί­νη­σης καί εὐ­γνω­μο­σύ­νης. Σέ φτω­ χούς συμ­μα­θη­τές μας, ὁ Γέ­ρον­τας ἔ­δι­νε ὅ,τι εἶ­χε: χρή­μα­τα, πα­πού­τσια, ροῦ­χα, γλυ­κά. Τό­τε μᾶς λεί­πα­νε καί τά ἐ­κτι­μού­σα­ με. Ἐ­κτι­μού­σα­με μί­α φα­νέλ­λα ἄς ἦ­ταν καί με­γα­λύ­τε­ρη στό νού­με­ρο, ἕ­να ζευ­ γά­ρι πα­πού­τσια ἄς ἦ­ταν κα­λο­γε­ρι­κά, μιά ζα­κέ­τα ἄς ἦ­ταν μαύ­ρη, ἕ­να σο­κο­λα­τά­κι κι ἄς ἦ­ταν λυ­ω­μέ­νο ἀ­πό τόν ἥ­λιο. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μᾶς χρει­α­ζό­ταν ἀ­γά­πη, στορ­γή, ἀ­σφά­λεια, προ­σα­να­το­λι­σμός καί Μέ προσκυνητές στήν Παναγούδα.
  • 20.
    20 ἐ­νῶ βέ­βαι­α χρει­α­ζό­μα­στανκαί πα­πού­ τσια καί ροῦ­χα καί κά­να γλυ­κό πού μᾶς ἐ­φο­δί­α­ζε ὁ ἅ­γιος Γέ­ρον­τας, μέ­σα ἀ­πό αὐ­ τά θη­λά­ζα­με τήν πνευ­μα­τι­κή του ἀ­γά­πη καί τή βα­θύ­τα­τη δί­ψα νά ἔ­χου­με ἄν­θρω­ πο νά μᾶς δεί­χνη τό δρό­μο στό λα­βύ­ριν­θο τῆς ζω­ῆς πού ἀ­δυ­σώ­πη­τα πρό­βα­λε μπρο­ στά μας. δ’. »Κά­ποι­α φο­ρά, πού τόν ἐ­πι­σκέ­φθη­κα, μοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να με­γά­λο κου­τί πέν­τε κι­λῶν στα­φί­δες γιά νά τίς μοι­ρά­σω στούς συμ­ μα­θη­τές μου στή Σχο­λή. Αὐ­τός, γιά νά ἔ­τρω­γε αὐ­τές τίς στα­φί­δες θά ἤ­θε­λε δέ­κα χρό­νια. Στά ση­με­ρι­νά παι­διά αὐ­τό δέν εἶ­ναι κά­τι σπου­δαῖ­ο. Εἴ­μα­στε ἀ­κό­μη (...) σέ πε­ρί­ο­δο πλη­σμο­νῆς καί πλη­θω­ρι­σμοῦ σέ ὅ­λα καί δέν μπο­ροῦ­με νά ἐ­κτι­μή­σου­με τά μι­κρά καί τα­πει­νά, πού ὅ­μως κρύ­βουν μέ­σα τους ὑ­γεί­α ψυ­χῆς καί σώ­μα­τος. Φυ­σι­κά, δέν ἦ­ταν τό­τε οἱ στα­φί­δες πού μᾶς ἔ­κα­ναν εὐ­τυ­χι­σμέ­νους, ἀλ­λά ἡ σκέ­ ψη πώς ἕ­νας ἅ­γιος ἄν­θρω­πος τοῦ Θε­οῦ μᾶς σκέ­πτε­ται, μᾶς ἀ­γα­πά­ει, τόν ἔ­χου­με δί­πλα μας νά μᾶς εὔ­χε­ται καί νά μᾶς χαι­ ρε­τά­η στέλ­νον­τας τό μή­νυ­μά του ἀ­κό­μη καί μέ λί­γες στα­φί­δες. Ἄλ­λη φο­ρά, ἦρ­ θε ἕ­νας προ­σκυ­νη­τής στή Σχο­λή καί μέ ἔ­ψα­ξε. Ἔ­φευ­γε ἀ­πό τήν «Πα­να­γού­δα» καί τόν ἔ­στει­λε ὁ Γέ­ρον­τας. Ὅ­ταν πῆ­γα, μοῦ ἔ­δω­σε μί­α τε­ρά­στια σακ­κού­λα, λέ­γον­τάς μου πώς τήν στέλ­ νει ὁ γέ­ρων Πα­ΐ­σιος γιά μέ­να. Τήν ἄ­νοι­ξα καί εἶ­χε μέ­σα ἕ­να ση­μεί­ω­μα πι­α­σμέ­νο μέ μί­α χον­τρή πα­ρα­μά­να πού ἔ­γρα­φε: «Μέ αὐ­τά νά οἰ­κο­νο­μή­σης τά παι­διά» καί ἀ­πό κά­τω τήν ὑ­πο­γρα­φή του: «Μο­να­χός Πα­ ΐ­σιος». Ἡ σακ­κού­λα εἶ­χε σο­κο­λά­τες, πα­στέ­ λια, λου­κού­μια, κα­ρα­μέλ­λες, δι­ά­φο­ρα ἄλ­λα γλυ­κί­σμα­τα. Τά μοί­ρα­σα στούς συμ­μα­θη­τές μου, ὅ­πως μοῦ ἔ­γρα­ψε, κι ἐ­γώ κρά­τη­σα τό κα­λύ­τε­ρο ἀ­πό ὅ­λα πού τό δι­α­τη­ρῶ ἕ­ως σή­με­ρα, τό χαρ­τά­κι μέ τό ση­μεί­ω­μα καί τήν ὑ­πο­γρα­φή του! Ὅ­ποι­ ος δι­α­βά­ζει αὐ­τά, σί­γου­ρα κα­τα­λα­βαί­νει πώς ἡ γλύ­κα δέν προ­έρ­χον­ταν ἀ­πό τίς σο­κο­λά­τες καί τά λου­κού­μια, ἀλ­λά ἀ­πό τή γλυ­κιά ἀ­γά­πη τοῦ ἁ­γί­ου Γέ­ρον­τος, πού τό­σο πο­λύ εἴ­χα­με ἀ­νάγ­κη ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό καί συ­νε­χί­ζου­με, ἄν καί με­γα­ λώ­σα­με πιά, νά ἔ­χου­με καί τώ­ρα... Μιά φο­ρά, πού τόν ἐ­πι­σκέ­φθη­κα, μι­λοῦ­σε μέ ἕ­ναν κύ­ριο γύ­ρω στά 50 χρο­νῶν. Ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή τόν ἀ­πο­χαι­ρε­τοῦ­σε. Ἐ­κεῖ­νος ὁ κύ­ριος φεύ­γον­τας, τοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να ὀγ­ κῶ­δες κου­τί. Ὅ­ταν ἔ­φυ­γε, μοῦ λέ­ει: «Τόν ξέ­ρεις αὐ­τόν;», λέ­ω: «Ὄ­χι, Γέ­ ρον­τα». «Εἶ­ναι ὁ τρα­γου­δι­στής Γ. Κοι­ νού­σης». Ἐ­γώ τόν εἶ­χα λί­γο ἀ­κου­στά, σάν ὄ­νο­μα μο­νά­χα. Λέ­ει ὁ Γέ­ρον­τας, δεί­ χνον­τας τό κου­τί καί γε­λών­τας παι­δι­κά, ξε­καρ­δι­στι­κά καί πα­νέ­μορ­φα: «Μοῦ ἔ­φε­ρε δῶ­ρο αὐ­τό τό ρα­δι­ο­κασ­ σε­τό­φω­νο· νά τό πά­ρε­τε στή Σχο­λή γιά νά ἀ­κοῦ­τε μό­νο Βυ­ζαν­τι­νή μου­σι­κή». Θυ­μᾶ­μαι, τό­νι­σε: «Μό­νο Βυ­ζαν­τι­νή μου­σι­κή». Ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν γιά τά πάν­τα πού ἀ­φο­ ροῦ­σαν στήν δι­α­παι­δα­γώ­γη­σή μας καί στήν προ­φύ­λα­ξή μας ἀ­πό ὕ­που­λους κιν­ δύ­νους. ε΄. »»Ἅ­γι­ε Σχο­λάρ­χα, ἔ­χω εὐ­λο­γί­α νά πά­ω στόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο τόν ἀ­σκη­τή;». Ὅ­πως εἴ­πα­με καί πα­ρα­πά­νω, ἀ­πό Πα­ρα­ σκευ­ή ἀ­πό­γευ­μα μέ­χρι Κυ­ρια­κή τό με­ ση­μέ­ρι, αὐ­τή ἡ αἴ­τη­ση ἀ­κου­γό­ταν στούς δι­α­δρό­μους τῆς Σχο­λῆς, ὅ­που μπο­ροῦ­σε κα­νείς νά συ­ναν­τή­ση τόν κα­λό μας Σχο­ λάρ­χη. Τό­τε γιά θέρ­μαν­ση στή Σχο­λή καί­γα­με κά­τι τε­ρά­στιους κορ­μούς καυ­ σό­ξυ­λα πού ἦ­ταν στι­βαγ­μέ­νοι 50 μέ­τρα ἔ­ξω ἀ­πό τή Σχο­λή καί ἀ­πό ἐ­κεῖ ἔ­πρε­πε νά με­τα­φερ­θοῦν στούς λέ­βη­τες στό ὑ­πό­ γει­ο. Ὁ Σχο­λάρ­χης γιά νά μᾶς ἐκ­παι­δεύ­ση σω­μα­τι­κά καί πνευ­μα­τι­κά, ἔ­λε­γε: «Ἔ­χει εὐ­λο­γί­α, ἀλ­λά ἀ­φοῦ κου­βα­λή­σης τρί­α κα­ρό­τσια ξύ­λα στούς λέ­βη­τες». Θυ­μᾶ­μαι, μέ πό­ση προ­θυ­μί­α ἔ­σπευ­ δαν,σχε­δόνπε­τοῦ­σαντάπαι­διάνάκου­βα­
  • 21.
    21 λή­σουν τά ξύ­λαγιά νά «πε­τά­ξουν» στήν «Πα­να­γού­δα», στό Κελ­λί τοῦ Γέ­ρον­τος, νά πά­ρουν τήν εὐ­χή καί νά ἀ­κού­σουν τά γλυ­κύ­τα­τα λό­για του, τά ἁ­γνό­τα­τα καί δι­δα­κτι­κά ἀ­στεῖ­α του καί νά με­τα­λά­βουν τήν πο­λύ­τι­μη ἀ­γά­πη του. ς΄. »Πό­σες φο­ρές, ἄλ­ λο­τε μέ χι­ό­νια καί μέ βρο­χές, ἄλ­λο­τε μέ γλυ­κό και­ρό ἤ μέ ἥ­λιο καυ­τε­ρό, τά συ­ χνά τρύ­πια πα­πού­ τσια τῶν μα­θη­τῶν τῆς Σχο­λῆς δέν ὄρ­γω­ ναν καί ἴ­σια­ζαν ἐ­κεῖ­ νο τό μο­νο­πά­τι πού ὁ­δη­γοῦ­σε στήν «Πα­ να­γού­δα» τοῦ γέ­ρον­ τος Πα­ϊ­σί­ου, γιά νά φθά­σουν ἐ­κεῖ καί νά σπεί­ρη στίς νε­α­νι­κές τους ψυ­χές ὁ ὅ­σιος ἀ­σκη­τής τό πνευ­μα­ τι­κό σι­τά­ρι πού θά γι­νό­ταν κα­τό­πιν γιά μᾶς ὁ πνευ­μα­τι­κός ἄρ­τος τῆς ζω­ῆς μας. Εἶ­δα συμ­μα­θη­τές μου χα­ρού­με­νους νά τρέ­χουν νά τοῦ ποῦν κά­τι χα­ρού­με­νο πού τούς συ­νέ­βη. Σέποι­όννάτόἔ­λε­ γαν κα­λύ­τε­ρα; Τό ἴ­δ- ιο ἔ­κα­να κι ἐ­γώ ὅ­ταν πέ­ρα­σα στή Θε­ο­λο­ γι­κή Σχο­λή. Ἔ­τρε­ξα –ἄν καί σου­ρού­πω­νε ἤ­δη– νά τό πῶ στόν Γέ­ρον­τα. Ἤ­θε­λα νά εἶ­ναι ὁ πρῶ­τος πού θά τό μά­θαι­νε. Θυ­ μᾶ­μαι, πώς μέ φί­λη­σε πολ­λές φο­ρές καί μοῦ εἶ­πε: «Εἶ­ναι τό πρῶ­το εὐ­χά­ρι­στο πράγ­μα πού ἄ­κου­σα σή­με­ρα». Εἶ­δα ὅ­μως καί συμ­μα­θη­τές μου μέ δά­κρυ­α στά μά­ τια νά τρέ­χουν νά τοῦ ποῦν γιά κά­ποι­α στε­νο­χώ­ρια τους, κά­ποι­ο πει­ρα­σμό τους, κά­ποι­ο φό­βο τους, κά­ποι­α δο­κι­μα­σί­α τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς τους. Ὅ­λοι φεύ­γαν ἀ­να­πτε­ ρω­μέ­νοι, γε­μά­τοι ἐλ­πί­δα καί σι­γου­ριά. Κά­πο­τε, ἤ­μουν στε­νο­χω­ρη­μέ­νος μέ τόν ἑ­αυ­τό μου, ἔ­νοι­ω­θα πώς δέν προ­ο­δεύ­ω στά πνευ­μα­τι­κά, πώς εἶ­μαι ἕ­νας ἄ­χρη­ στος πού δέν μπο­ρῶ νά κα­τα­φέ­ρω κά­τι κα­λό. Πῆ­γα καί τοῦ τά εἶ­πα. Ἔ­τυ­χε νά μήν ἔ­χη κα­νέ­ναν ἐ­πι­σκέ­ πτη. Μέ πῆ­ρε πο­λύ κον­τά του καί μοῦ εἶ­ πε: «Μή στε­νο­χω­ρι­έ­σαι, τώ­ρα πρέ­πει νά ἀρ­χί­ζης νά βγά­ζης φτε­ρά».
  • 22.
    22 Οὔ­τε πολ­λά κη­ρύγ­μα­τα,οὔ­τε πα­ρα­ χα­ϊ­δεύ­μα­τα, οὔ­τε ψυ­χα­νά­λυ­ση, ὅ­πως δη­λα­δή κά­νου­με σή­με­ρα οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι Πνευ­μα­τι­κοί, ἀλ­λά πέν­τε λέ­ξεις πού γέ­ μι­σαν τήν ψυ­χή μου. Ἔ­τυ­χε στ᾿ ἀ­λή­θεια νά δοῦ­με καί θαύ­ μα­τα κον­τά του. Ὅ­μως, ἐ­πει­δή σκο­πός τῶν ὅ­σων γρά­φου­με ἐ­δῶ δέν εἶ­ναι νά δεί­ ξου­με ὅ­τι ὁ Γέ­ρον­τας ἦ­ταν θαυ­μα­τουρ­ γός –αὐ­τό ἔ­χει φα­νῆ ἀ­πό ἀ­να­ρίθ­μη­το πλῆ­θος μαρ­τυ­ρι­ῶν πού δη­μο­σι­εύ­τη­καν σέ πολ­λά βι­βλί­α– δέν θά ἀ­να­φερ­θοῦ­με σέ θαύ­μα­τα πού εἴ­δα­με στήν αὐ­λή τῆς Κα­λύ­βης του, σέ θαύ­μα­τα πού ἔ­κα­νε σέ συμ­μα­θη­τές μας πού δι­έ­τρε­ξαν θα­νά­ σι­μες πε­ρι­στά­σεις, σέ θαύ­μα­τα πού δέν ἔ­παυ­σαν νά δι­η­γοῦν­ται ὅ­σοι πο­νε­μέ­νοι ζή­τη­σαν τή βο­ή­θειά του. Ἄλ­λω­στε, τό με­γά­λο θαῦ­μα γιά μᾶς ἦ­ταν τό­τε καί πι­στεύ­ου­με πώς καί σή­με­ ρα εἶ­ναι γιά τόν κό­σμο μας, ἰ­δι­αί­τε­ρα γιά τίς εὐ­αί­σθη­τες νε­α­νι­κές ψυ­χές, ὁ στη­ριγ­ μός τῶν ψυ­χῶν μας στήν πί­στη, ἡ ἐλ­πί­δα γιά τή ζω­ή, ἡ ἔμ­πνευ­ση γιά ἀ­γά­πη πρός τόν Χρι­στό καί τήν Ἐκ­κλη­σί­α μας. Τό με­γά­λο θαῦ­μα πού ζοῦ­σαν οἱ μα­θη­τές τῆς Ἀ­θω­νιά­δος Σχο­λῆς ἦ­ταν ὁ ἴ­διος ὁ Γέ­ρον­ τας πού τούς ἔ­δει­ξε καί δί­δα­ξε τόν κα­λό μο­να­χό, τόν εὐ­λα­βή κλη­ρι­κό, τόν θε­ο­ φο­βού­με­νο λα­ϊ­κό, τόν ἐν παν­τί ἄν­θρω­ πο τοῦ Θε­οῦ. Τό με­γά­λο θαῦ­μα γιά ἐ­μᾶς τούς φτω­χούς μα­θη­τές τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς μας Σχο­λῆς, ὑ­πῆρ­ξε ἡ ἀ­γα­θή ἐ­πί­δρα­ση τοῦ ὁ­σί­ου Πα­ϊ­σί­ου στή ζω­ή μας μέ­χρι καί σή­με­ρα. Ἕ­να θαῦ­μα δι­αρ­κεί­ας, πού ἀ­πό μό­νο του θά ἄ­ξι­ζε νά ἀ­πο­τε­λέ­ση καί τόν λό­γο τῆς ἀ­να­γνώ­ρι­σής του ὡς με­γά­λου Ἁ­γί­ου τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Τά με­γά­λα θαύ­μα­τα τῶν Ἁ­γί­ων εἶ­ναι ἡ πνευ­μα­τι­κή γέν­νη­ση εὐ­λα­βῶν κλη­ρι­κῶν, ἁ­γι­α­σμέ­ νων μο­να­χῶν, εὐ­σε­βῶν οἰ­κο­γε­νεια­ρχῶν. Με­τά ἔρ­χον­ται οἱ προ­φη­τεῖ­ες, οἱ θε­ρα­πεῖ­ ες καί τά λοι­πά ση­μεῖ­α. ζ΄. »Δέν μπο­ρῶ νά ἀν­τι­στα­θῶ σέ μί­α ἐ­σω­τε­ρι­κή πα­ρόρ­μη­ση πού ἔ­χω τώ­ρα, νά ἀ­να­φερ­θῶ γιά λί­γο στά χρό­νια πού ἀ­κο­ λού­θη­σαν γιά τή Σχο­λή καί πιό συγ­κε­ κρι­μέ­να 15 χρό­νια με­τά τήν κοί­μη­ση τοῦ γέ­ρον­τος Πα­ϊ­σί­ου, ὅ­ταν γιά ἕ­να χρό­νο δι­ ε­τέ­λε­σα Σχο­λαρ­χεύ­ων στήν Ἀ­θω­νιά­δα. Κα­νέ­νας ἀ­πό τούς κα­θη­γη­τές καί τούς μα­θη­τές τῆς Σχο­λῆς δέν τόν εἶ­χε γνω­ρί­ σει. Πεί­σθη­κα ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο, πό­σο ση­μαν­τι­κή γιά τή Σχο­λή μας ἦ­ταν ἡ πα­ ρου­σί­α του καί οἱ πνευ­μα­τι­κές εὐ­λο­γί­ες πού ἔ­στελ­νε μέ τήν προ­σευ­χή του καί τίς γε­μά­τες ἀ­γά­πη μι­κρές ὑ­λι­κές εὐ­λο­ γί­ες στά παι­διά. Ὁ γέ­ρων Πα­ΐ­σιος κοι­μή­ θη­κε. Οἱ κα­θη­γη­τές σχε­δόν ὅ­λοι λα­ϊ­κοί, οἱ μα­θη­τές μέ mobile phone, mp3, laptop, tablet, οἱ κα­θη­με­ρι­νές ἀ­νέ­σεις πε­ρισ­ σό­τε­ρες, τό φα­γη­τό κα­λύ­τε­ρο, οἱ ἔ­ξο­δοι συ­χνό­τε­ρες, οἱ στο­χο­θε­σί­ες νε­φε­λώ­δεις, τό ἐ­πί­πε­δο ἀ­πελ­πι­στι­κό. Βε­βαί­ως, ὅ­λοι οἱ ὑ­πεύ­θυ­νοι, κυ­ρί­ως ἀ­πό τήν Ἱ­ε­ρά Κοι­ νό­τη­τα, βο­η­θοῦ­σαν ὅ­πως μπο­ροῦ­σαν γιά νά προ­σα­να­το­λι­σθοῦ­με. Ὡ­στό­σο ἐ­γώ, αἰ­σθάν­θη­κα πώς ἄν λεί­ ψουν πο­λι­κοί ἀ­στέ­ρες, ὅ­πως ὁ ὅ­σιος Πα­ΐ­ σιος, εἶ­ναι ἀ­να­πό­φευ­κτη ἡ πε­ρι­πλά­νη­σή μας σέ πε­λά­γη σκο­τει­νά καί ἡ πρό­σκρου­ σή μας σέ ἐ­πι­κίν­δυ­νους ὑ­φά­λους. Καί ὡς ἄλ­λος νο­σταλ­γός Πα­πα­δι­α­μάν­της, ἐ­πι­ γρά­φω: Γλυ­κιά Ἀ­θω­νιά­δα, ἡ ἐν­σάρ­κω­σις τό­τε τῆς χα­ρᾶς. Γλυ­κύ­τα­τε γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σι­ε τῆς χα­ρᾶς μας τό­τε ἡ ἐν­σάρ­κω­σις. Εἶ­θε νά φτά­ση ἡ ὥ­ρα ὁ Κύ­ριος, μέ τίς πρε­σβεῖ­ες τοῦ ὁ­σί­ου Πα­ϊ­σί­ου, πού τό­σο ἀ­γά­πη­σε καί στή­ρι­ξε τούς μι­κρούς μα­θη­τές, νά ἐ­πι­βλέ­ψη καί πά­λι στή γλυ­κύ­τα­τη τρο­φό μας, ὥ­στε νά μπο­ροῦν οἱ ὑ­μνω­δοί καί πά­λι νά ψάλ­ λουν: Ἀ­θω­νιά­δα ξα­κου­στή τοῦ Ἄ­θω­νος τό κλέ­ος, σέ σέ­να μα­θη­τεύ­ου­με μ᾿ εὐ­λά­βεια καί δέ­ος».
  • 23.
    23 «Ἤ­μουν στό Κελ­λίτοῦ πα­τρός Πα­ϊ­σί­ ου καί συ­ζη­τού­σα­με τά προ­βλή­μα­τά μου. Ἦ­ταν χει­μώ­νας καί ἤ­μα­σταν μό­νοι. Κα­ τά τήν ὥ­ρα τῆς συ­ζη­τή­σε­ως, ἦρ­θε στό νοῦ μου, ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α μου νά τοῦ ζη­τή­σω νά μοῦ δώ­ση ἕ­να σταυ­ρου­δά­κι γιά τό πέμ­πτο μου παι­δί, πού εἶ­χε γεν­νη­θεῖ πρό­σφα­τα. Γιά ὅ­λα τά παι­διά μου καί γιά μᾶς τούς γο­ νεῖς, μᾶς εἶ­χε δώ­σει ἀ­πό ἕ­να σταυ­ρου­δά­κι φτει­αγ­μέ­νο ἀ­πό τόν ἴ­διο μέ ἅ­γιο Λεί­ψα­νο μέ­σα του, τοῦ ὁ­σί­ου Ἀρ­σε­νί­ου τοῦ νο­νοῦ του. Ὅ­μως εἶ­χα μά­θει, ὅ­τι τα­λαι­πω­ρεῖ­το μέ ἀρ­ρώ­στει­ες καί δέν τολ­μοῦ­σα νά τοῦ τό ζη­τή­σω. Ἔ­τσι λυ­πη­μέ­νος πού δέν τόλ­ μη­σα νά ζη­τή­σω τό σταυ­ρου­δά­κι, ἔ­φυ­γα ἀ­πό τό Κα­λύ­βι του. Πά­νω στό λε­ω­φο­ρεῖ­ο φεύ­γον­τας γιά τήν Δάφ­νη ἀ­πό Κα­ρυ­ές, μέ πλη­σιά­ζει ἕ­νας ἄ­γνω­στός μου κα­λό­γε­ ρος καί μοῦ δί­νει κά­τι τυ­λιγ­μέ­νο σέ χαρ­ το­πε­τσέ­τα. «Εἶ­ναι ἀ­πό τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­ σιο», μοῦ λέ­ει καί ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται πρός τήν πί­σω με­ριά τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου. Παίρ­νω τήν χαρ­το­πε­τσέ­τα μέ λα­χτά­ρα, τήν ἀ­νοί­ γω καί βρί­σκω ἕ­να σταυ­ρου­δά­κι ἀ­πό αὐ­τό πού λα­χτα­ροῦ­σε ἡ ψυ­χή μου. Ση­κώ­νο­μαι, ψά­χνω νά εὐ­χα­ρι­στή­σω τόν μο­να­χό, ἀλ­ λά δέν ἔ­μοια­ζε κα­νέ­νας μέ τόν μο­να­χό πού μοῦ ἔ­δω­σε τό σταυ­ρου­δά­κι. Τόν ἔ­ψα­χνα καί στήν Δάφ­νη μέ­χρι νά φύ­γη τό κα­ρά­βι γιά Οὐ­ρα­νού­πο­λη, ἀλ­λά τί­πο­τα. »Κά­ποι­ος γνω­στός μου καί φί­λος μοῦ δι­η­γή­θη­κε: «Βρι­σκό­μουν στό Κα­λύ­βη τοῦ γέ­ρον­τος Πα­ϊ­σί­ου, καί μοῦ εἶ­πε ὁ Γέ­ ρον­τας: «Μα­νώ­λη, πη­γαί­νον­τας πρός Κο­ μο­τη­νή πέ­ρα­σα ἀ­πό τήν Ξάν­θη καί εἶ­δα τό σπί­τι σου». Ὁ Γέ­ρον­τας πε­ρι­έ­γρα­ψε μέ λε­πτο­μέ­ρει­ες τό σπί­τι τοῦ Μα­νώ­λη, χω­ρίς νά ἔ­χη πά­ει πο­τέ στό σπί­τι του». Ἐκπλήρωσε τήν ἐπιθυμία μου Ἐγώ παπᾶδες δέν ἐξομολογῶ Δι­ή­γη­σηΘε­ο­δώ­ρουΧα­τζη­πα­τέ­ρα, παν­το­πώ­λη,ἀ­πότήνΞάν­θη Δι­ή­γη­ση π. Θε­ο­δο­σίου Ἁ­γι­ο­παυ­λί­του «Κά­ποι­ος Ἱ­ε­ρέ­ας ἐξ ἐγ­γά­μων πού δι­ α­κο­νοῦ­σε στό ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ὀ­νό­μα­τι πα­ πα–Μα­νώ­λης, θέ­λη­σε νά γί­νη μο­να­χός στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Ἀ­φοῦ ἔ­λα­βε γρα­πτῶς τήν συγ­κα­ τά­θε­ση τῆς πρε­σβυ­τέ­ρας του, ξε­κί­νη­σε γιά τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Μό­λις ἔ­φθα­σε στή Δάφ­νη, ἀ­γό­ρα­σε ἕ­ναν κα­λο­γε­ρι­κό σκοῦ­φο. Τόν φό­ρε­σε καί μέ τά μα­κρυ­ά γέ­ νεια καί μαλ­λιά πού πο­τέ δέν τά ἔ­κο­βε, φαι­νό­ταν σάν κα­λό­γε­ρος. »Ἀ­πο­φά­σι­σε νά συμ­βου­λευ­τῆ τόν φη­μι­σμέ­νο γιά τήν ἀ­ρε­τή του καί ἐν ζω­ῇ τό­τε, γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο. Κα­τη­φό­ρι­σε ἀ­πό τό Κου­τλου­μού­σι γιά τήν «Πα­να­γού­δα», τό Κελ­λί τοῦ γέ­ ρον­τος Πα­ϊ­σί­ου καί χτύ­πη­σε τήν πόρ­ τα. Ὅ­ταν βγῆ­κε ὁ Γέ­ρον­τας, τοῦ λέ­ει ὁ πα­πα–Μα­νώ­λης: ― Γέ­ρον­τα, ἦρ­θα νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῶ. »Καί ὁ Γέ­ρον­τας πού πρώ­τη φο­ρά τόν ἔ­βλε­πε, τοῦ λέ­ει: ― Πα­πα–Μα­νώ­λη, ἐ­γώ πα­πᾶ­δες δέν ἐ­ξο­μο­λο­γῶ. »Ὁ πα­πα–Μα­νώ­λης ἔ­μει­νε ἐμ­βρόν­ τη­τος καί μέ με­γα­λύ­τε­ρη εὐ­λά­βεια καί προ­σο­χή ἄ­κου­σε τίς συμ­βου­λές τοῦ Γέ­ρον­τα πού τοῦ ἔ­δω­σε».
  • 24.
    24 Προσευχή μέ δάκρυακαί πληροφορία Δι­η­γή­σειςπ. Με­θο­δί­ου ἀ­πότήν Θεσ­σα­λο­νί­κη «Κά­πο­τε, πῆ­γα στόν π. Πα­ΐ­σιο νά τόν συμ­βου­λευ­τῶ γιά ἕ­να πο­λύ ση­ μαν­τι­κό θέ­μα. Μοῦ εἶ­πε: «Δέν ἔ­χου­με και­ρό γιά χά­σι­μο. Ὁ Θε­ός ἔ­χει ἀ­νάγ­κη ἀ­πό Ἱ­ε­ρεῖς. (Δέν εἶ­ χα γί­νει ἀ­κό­μη ἱ­ε­ρέ­ας). Πᾶ­με στήν Πα­να­γί­α νά τῆς μι­λή­ σου­με. Καί ᾿κεί­νη θά μᾶς δώ­ση τήν ἀ­πάν­τη­ση». Πρό­σθε­σε: «Πῶς θά πᾶ­με; μέ ἄ­δεια χέ­ρια;». Καί ἔ­κο­ψε με­ρι­κά ἀ­γρι­ο­λού­λου­δα ἀ­πό τήν αὐ­λή καί εἶ­ πε: «Θά τά πᾶ­με στήν Πα­να­γί­α». Τά ἔ­βα­λε στό περ­βά­ζι τῆς εἰ­κό­νας τῆς Πα­να­γί­ας στό να­ό τοῦ Τ. Σταυ­ροῦ καί μέ δά­κρυ­α τῆς εἶ­πε: «Μαν­νού­λα μας, πά­ρε αὐ­τά τά λου­λού­δια, ἀ­πό τόν κῆ­πο σου τά μα­ζέ­ ψα­με καί δέ­ξου τα μα­ζί μέ τά δά­κρυ­ά μας». Ἔ­πει­τα, μοῦ εἶ­πε: «Τώ­ρα θά πῶ τήν πα­ρά­κλη­ση στήν Πα­να­γί­α, ἀλ­λά δέν θά τήν ψάλ­λω, δέν ἔ­χου­με και­ρό γιά χά­σι­μο. Πολ­λές φο­ ρές οἱ ψαλ­μω­δί­ες εἶ­ναι χά­σι­μο χρό­ νου, ἄλ­λο­τε χρει­ά­ζον­ται ὅ­μως. Τώ­ρα δέν θά τήν ψάλ­λω, ἀλ­λά θά τήν δι­α­βά­ σω. Κά­θη­σε ἐ­σύ ἐ­δῶ μπρο­στά καί ᾿γώ θά πά­ω πί­σω. Καί μή γυ­ρί­σης νά μέ κοι­τά­ξης». »Καί ἄρ­χι­σε καί φώ­να­ζε στήν Πα­ να­γί­α μέ πό­θο: «Ὑ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κε, σῶ­σον ὑ­μᾶς» (καί νά κλαί­η), «Πολ­λοῖς συ­νε­χό­ με­νος...», «Πρός Σέ κα­τα­φεύ­γω...», «Ὑ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κε, σῶ­σον ὑ­μᾶς» ... Καί ἔ­κλαι­γε, ἔ­κλαι­γε. »Ἐ­γώ εἶ­χα λυ­ώ­ σει πραγ­μα­τι­κά. Δέν εἶ­χα ἀ­κού­σει τέ­ τοι­α προ­σευ­χή στήν ζω­ή μου, ἐ­νῶ τήν ἤ­ξε­ρα τήν Πα­ρά­κλη­ση. Στό τέ­λος, ἔρ­ χε­ται καί μοῦ λέ­ει: «Μήν στε­νο­χω­ρι­έ­σαι, ἡ Πα­να­γί­α θά μᾶς ἀ­παν­τή­ση σέ ἕ­ξι μῆ­νες. Οὔ­τε μί­α μέ­ρα πα­ρα­κά­τω, οὔ­τε μί­α μέ­ρα πα­ ρα­πά­νω. Ἐ­σύ στούς ἕ­ξι μῆ­νες θά προ­ σεύ­χε­σαι, θά ἐ­ξο­μο­λο­γῆ­σαι, θά κοι­ νω­νῆς καί θά πε­ρι­μέ­νης. Δέν θά ἔ­χης καμ­μί­α ἀ­γω­νί­α». »Καί ἀ­κρι­βῶς στούς ἕ­ξι μῆ­νες, μέ ἄλ­λο Πνευ­μα­τι­κό, ἔρ­χε­ται καί μοῦ λέ­ει: «Ἐ­σύ πρέ­πει νά γί­νης ἄ­γα­μος ἱ­ε­ ρεύς». Καί ἔ­τσι ἔ­γι­να».
  • 25.
    25 «Τόν Μάρ­τιο τοῦ1993, δι­α­πι­στώ­ θηκε ὅ­τι εἶ­χα καρ­κί­νω­μα τοῦ ρι­νο­φά­ ρυγ­γα καί οἱ για­τροί μοῦ συ­νέ­στη­σαν νά κά­νω ἀ­μέ­σως θε­ρα­πεί­α γιά νά μήν προ­χω­ρή­ση ἡ ἀ­σθέ­νεια. »Γιά τόν λό­γο αὐ­τό, με­τέ­βη­κα ἐ­πει­ γόν­τως σέ ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νο κέν­τρο θε­ρα­ πεί­ας γιά κε­φά­λι καί λαι­μό στό Λον­δί­ νο καί συγ­κε­κρι­μέ­να στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο «Royal Mavsden Hospital, ὅ­που ἐ­κεῖ οἱ για­τροί ἀ­πο­φά­σι­σαν νά μοῦ κά­νουν 30 ἀ­κτι­νο­βο­λί­ες γιά νά κά­ψουν τόν ὄγ­κο, δι­ό­τι στό ση­μεῖ­ο πού βρι­κό­ταν δέν μπο­ ροῦ­σε νά χει­ρουρ­γη­θῆ. »Ὁ φό­βος τῆς ἀ­σθέ­νειάς μου ἐ­μέ­να καί τήν σύ­ζυ­γό μου μᾶς εἶ­χε κα­τα­κυ­ρι­ εύ­σει καί ἡ μό­νη μας πα­ρη­γο­ριά ἦ­ταν ἡ βο­ή­θεια τοῦ Θε­οῦ. Καί πράγ­μα­τι, ὁ Θε­ός μᾶς ἔ­στει­λε ἀν­θρώ­πους ἐ­κεῖ στό ξέ­νο μέ­ρος νά μᾶς βο­η­θή­σουν καί νά μᾶς δί­νουν κου­ρά­γιο. Αὐ­τοί ἦ­ταν μιά οἰ­κο­γέ­νεια Κυ­πρί­ων, πού ἔ­τυ­χε νά εἶ­ναι εὐ­σε­βεῖς καί ἰ­δι­αί­τε­ ρα ἡ πε­θε­ρά τοῦ φί­λου μας ἡ κυ­ρί­α Λού­ λα Σο­φο­κλέ­ους, ἡ ὁ­ποί­α εὐ­λα­βεῖ­το πο­ λύ τήν ἁ­γί­α Βαρ­βά­ρα δι­ό­τι ὅ­πο­τε ἡ ἴ­δια εἶ­χε πρό­βλη­μα ὑ­γεί­ας, ἡ ἁ­γί­α Βαρ­βά­ρα τήν ἔ­κα­νε κα­λά. Ἔ­τσι τήν πα­ρα­κά­λε­σε καί γιά μέ­ να νά μέ κά­νη κα­λά, γιά νά ἐ­πι­στρέ­ψω ὑ­γι­ής στά δύ­ο ἀ­νή­λι­κα τό­τε κο­ρι­τσά­κια μου. »Ἕ­να βρά­δυ, χτύ­πη­σε τό τη­λέ­φω­νο ἐ­νῶ βρι­σκό­μουν στήν δέ­κα­τη ἀ­κτι­νο­βο­ λί­α. Ἦ­ταν ἡ κυ­ρί­α Λού­λα, ἡ ὁ­ποί­α μᾶς εἶ­πε ὅ­τι τήν ἐ­πι­σκέ­φθη­κε ἡ ἁ­γί­α Βαρ­ βά­ρα καί τῆς εἶ­πε ὅ­τι δέν εἶ­χα τό καρ­κί­ νω­μα στόν ρι­νο­φά­ρυγ­γα, δι­ό­τι τόν εἶ­χε ἀ­φαι­ρέ­σει καί μά­λι­στα, τῆς ἔ­δει­ξε τήν πα­λά­μη της καί τῆς εἶ­πε ὅ­τι τό ἔ­βα­λε σέ γύ­ψο γιά νά μήν ξα­να­βγῆ. »Ὅ­ταν τό ἀ­κού­σα­με αὐ­τό, κλαί­γα­ με ἀ­πό χα­ρά ἐ­γώ καί ἡ σύ­ζυ­γός μου καί ἀ­πό ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή μέ­χρι τό τέ­λος τῆς θε­ρα­πεί­ας, ἤ­μουν βέ­βαι­ος ὅ­τι ὅ­λα θά πή­γαι­ναν κα­λά. Καί πράγ­μα­τι, οἱ για­τροί μοῦ ἐ­πι­βε­ βαί­ω­σαν ὅ­τι ὁ ὄγ­κος εἶ­χε κα­εῖ καί μέ τίς ἀ­κτι­νο­βο­λί­ες καί μέ­χρι τήν τρι­α­κο­στή δέν ὑ­πῆρ­χε πλέ­ον τί­πο­τε στόν ρι­νο­φά­ ρυγ­γά μου. »Ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψα στήν Ρό­δο με­τά ἀ­πό δύ­ο μῆ­νες, ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α μου ἦ­ταν νά ἐ­πι­σκε­φθῶ τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί τούς Ἁ­γί­ ους Τό­πους, νά εὐ­χα­ρι­στή­σω τήν Πα­να­ γί­α, τόν Χρι­στό καί τούς Ἁ­γί­ους μας πού μέ ἔ­κα­ναν κα­λά. Ξε­κί­νη­σα μό­νος ἀ­πό τήν Ρό­δο, τόν Σε­πτέμ­βρη τοῦ 1993, γιά τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Ἐ­κεῖ σέ μιά Μο­νή γνώ­ρι­σα δύ­ο παι­ διά, τά ὁ­ποῖ­α μοῦ μί­λη­σαν γιά τόν γέ­ρον­ τα Πα­ΐ­σιο ὅ­τι ἔ­κα­νε θαύ­μα­τα, ὅ­τι ἦ­ταν δι­ο­ρα­τι­κός καί μοῦ εἶ­παν ἄν ἤ­θε­λα νά Διάγνωση ἀποθεραπείας Διήγηση Ἰ­ω­άν­νου Δι­α­κο­γε­ωρ­γί­ου, Ρό­δος
  • 26.
    26 πή­γαι­να μα­ζί τουςνά τόν ἐ­πι­σκε­φθοῦ­με στό Κελ­λί του, στήν Πα­να­γού­δα. Ἐ­γώ, φυ­σι­κά μέ χα­ρά τό δέ­χθη­κα αὐ­τό. »Ὅ­ταν φθά­σα­με ἦ­ταν ἐ­ρη­μιά. Κα­θή­ σα­με ἔ­ξω ἀ­πό τήν συρ­μά­τι­νη πόρ­τα καί βλέ­πα­με μή­πως φα­νῆ ὁ Γέ­ρον­τας, για­τί στό δρό­μο ἀ­κού­σα­με ὅ­τι ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος. Τά λε­πτά περ­νοῦ­σαν, ἀλ­λά ὁ Γέ­ρον­τας δέν φαι­νό­ταν. Ἐ­πει­δή ἦ­ταν καί ἀ­πό­γευ­μα, τά παι­ διά φο­βή­θη­καν ὅ­τι θά σκο­τεί­νια­ζε καί μοῦ εἶ­παν ὅ­τι ἄ­δι­κα πε­ρι­μέ­νου­με καί ὅ­τι πρέ­πει νά φύ­γου­με. Ἐ­γώ δέν ἤ­θε­λα νά φύ­γω, ἤ­θε­λα νά τόν δῶ. Ἤ­θε­λα μιά ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση ὅ­τι θε­ρα­ πεύ­τη­κα ἐν­τε­λῶς. Ἄρ­χι­σα νά κά­νω κομ­ πο­σχοί­νι καί πα­ρα­κα­λοῦ­σα τήν Πα­να­ γί­α νά τόν βγά­λη ἔ­ξω ἀ­πό τό σπι­τά­κι. Με­τά ἀ­πό λί­γο, ἀ­κού­στη­κε ἡ πόρ­τα τοῦ Κελ­λιοῦ νά ἀ­νοί­γη καί φά­νη­κε ὁ Γέ­ ρον­τας! Ἦλ­θε, ἄ­νοι­ξε τήν αὐ­λό­πορ­τα, μᾶς κέ­ρα­σε λου­κού­μι καί μᾶς εἶ­πε νά πι­οῦ­ με δρο­σε­ρό νε­ρό πού εἶ­χε ἐ­κεῖ ἔ­ξω. Με­τά μπή­κα­με στόν πε­ρί­βο­λο. Μέ­σα σ᾿ ἕ­να–δύ­ο λε­πτά, γέ­μι­σε ἀ­πό κό­σμο ἡ αὐ­λή του. »Μᾶς εἶ­πε, νά χω­ρι­στοῦ­με σέ δύ­ο ὁ­μά­δες, σέ αὐ­τούς πού ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη καί στούς ὑ­πό­λοι­πους. Ὅ­ταν ἦλ­θε ἡ σει­ ρά μου, μέ ρώ­τη­σε: ― Ἀ­πό ποῦ εἶ­σαι; καί τοῦ λέ­ω: ― Ἀ­πό τήν Ρό­δο. ― Καί ἦλ­θες ἀ­πό τό­σο μα­κρυ­ά; Τοῦ εἶ­πα: ― Ἀρ­ρώ­στη­σα μέ καρ­κί­νο στό φά­ ρυγ­γα. Μοῦ λέ­ει: ― Τί θέ­λεις ἀ­πό μέ­να; Καί ἀ­πάν­τη­ σα: Ὁ Ἅγιος Παΐσιος στό Κελλί τοῦ Τιμίου Σταυροῦ στήν Καψάλα.
  • 27.
    27 ― Μιά προ­σευ­χή,Γέ­ρον­τα. Τό­τε μέ ἔ­βα­λε μέ­σα στό σπι­τά­κι του καί ἐ­κεῖ­νος μπῆ­κε στό Ἱ­ε­ρό καί ὅ­ταν βγῆ­κε μοῦ εἶ­πε νά σκύ­ψω, προ­σευ­χή­θη­κε, μέ σταύ­ρω­σε καί μοῦ εἶ­πε: ― Ἡ ἁ­γί­α Βαρ­βά­ρα καί χω­ρίς νά τοῦ μι­λή­σω ἐ­γώ γιά τήν ἁ­γί­α Βαρ­βά­ρα καί ὁ ἅ­γιος Παν­τε­λε­ή­μο­νας σέ ἔ­χουν κά­νει κα­λά. Νά ἐ­ξο­μο­λο­γῆ­σαι καί νά κοι­νω­νᾶς τα­κτι­κά. »Τόν εὐ­χα­ρί­στη­σα καί ὅ­πως ἤ­μουν χα­ρού­με­νος πῆ­γα νά φύ­γω, ἀλ­λά στα­ μά­τη­σα για­τί ἤ­θε­λα νά τόν ρω­τή­σω καί γιά τήν μι­κρή μου κό­ρη πού εἶ­χε πε­ρά­ σει καί ἐ­κεί­νη σο­βα­ρό πρό­βλη­μα μέ τό αἷ­μα της, ὅ­μως ντρε­πό­μουν νά τόν ἀ­πα­ σχο­λή­σω κι ἄλ­λο. Τό­τε αὐ­τός στα­μά­τη­σε καί πε­ρί­με­ νε νά τοῦ κά­νω τήν ἐ­ρώ­τη­ση. Καί μοῦ ἀ­πάν­τη­σε: «Οὔ­τε καί ἡ κό­ρη σου ἔ­χει τί­πο­τε». Ἡ χα­ρά μου δέν πε­ρι­γρα­φό­ταν. Ἀ­πό τό­τε καί μέ­χρι σή­με­ρα, ἡ κό­ρη μου καί ἐ­γώ εἴ­μα­στε κα­λά. »Τόν εὐ­χα­ρι­στῶ πο­λύ καί εὔ­χο­μαι ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό πού βρί­σκε­ται νά προ­ σεύ­χε­ται γιά ὅ­λους τούς ἀν­θρώ­πους πού ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη». Πόσο μέ βοήθησε ὁ ὅσιος Παΐσιος Δι­ή­γη­ση Χρυ­σάν­θου Μπρου­κά­κη, Κα­βά­λα «Πρώ­τη φο­ρά ἀν­τί­κρυ­σα τόν π. Πα­ ΐ­σιο, στίς 2 Ὀ­κτω­βρί­ου τοῦ 1986. Πή­γα­ με τρεῖς καί ἕ­να παι­δά­κι. Ὅ­ταν φθά­σα­με στήν πόρ­τα του, εἶ­πε στό παι­δά­κι: «Για­τί δέν μοῦ ἔ­φε­ρες ἕ­να ψά­ρι ἀ­πό τήν λί­μνη;» (ἦ­ταν αὐ­τοί ἀ­πό τήν Κα­στο­ριά καί ἐ­γώ ἀ­πό τήν Κα­βά­λα). Ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ σει­ρά μου νά μι­λή­σου­ με μέ τόν Γέ­ρον­τα, τοῦ μί­λη­σα, τοῦ εἶ­ πα πολ­λά, δέν ἤ­μου­να πο­λύ θρῆ­σκος, γιά τήν ἀ­κρί­βεια κα­θό­λου. Τοῦ εἶ­πα, «ὅ­τι πι­ στεύ­ω ὅ­τι ὁ Χρι­στός ἦ­ταν ἕ­να ἱ­στο­ρι­κό πρό­σω­πο» καί ὅ­ταν τε­λεί­ω­σα, τοῦ εἶ­πα: «Τί λές, παπ­πού­λη, θά γί­νουν αὐ­τά πού εἴ­πα­με;». Μέ χτύ­πη­σε στήν πλά­τη καί μοῦ εἶ­πε: «Μήν στε­νο­χω­ρι­έ­σαι, βρέ Χρύ­ σαν­θε, ἐ­γώ θά προ­σεύ­χο­μαι γιά σέ­να καί γιά τούς ἄλ­λους». Ὅ­σο γιά τό παι­δά­κι εἶ­ χε πο­λύ σο­βα­ρά προ­βλή­μα­τα ὑ­γεί­ας καί ὁ π. Πα­ΐ­σιος εἶ­πε στόν πα­τέ­ρα του, ὅ­ταν θά πᾶ­νε Ξη­ρο­πο­τά­μου νά κοι­νω­νή­ση. Πράγ­μα­τι, ἔ­τσι κά­να­νε. Τήν ἄλ­λη μέ­ρα μέ πῆ­ραν τη­λέ­φω­νο καί μοῦ εἶ­παν ὅ­τι τό παι­δά­κι ἔ­γι­νε κα­λά. »Ὅ­ταν βγῆ­κα ἀ­πό τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος ἤ­μου­να ἀρ­νά­κι, δέν μέ ἀ­να­γνώ­ρι­ζαν οἱ φί­λοι μου. Μοῦ εἶ­πε, «ὁ θεῖ­ος σου ἦ­ταν κα­λό­γε­ρος καί ἔ­χεις τ᾿ ὄ­νο­μά του». Πράγ­ μα­τι ἦ­ταν κα­λό­γε­ρος. »Ἄλλη φορά πού πῆ­γα καί τόν εἶ­δα, μοῦ εἶ­πε: «Πρό­σε­ξε κα­λά, ἄλ­λα σοῦ λέ­ω καί ἄλ­λα πᾶς καί λές». Φαί­νε­ται ὅ­τι κά­
  • 28.
    28 τι πα­ρα­ποί­η­σα κα­λο­προ­αί­ρε­τακαί με­τά τήν κοί­μη­σή του, πολλοί μοῦ εἶπα­ν νά τούς πῶ κά­ποι­α πράγ­μα­τα. Φο­βό­μου­ν μή­πως κα­λο­προ­αί­ρε­τα πῶ κά­τι ἀλ­λοι­ῶς. Τώ­ρα μέ τήν εὐ­χή καί πα­ρό­τρυν­ση τοῦ Γέ­ρον­τά μου, θά τά πῶ ὅ­λα ὅ­σα ἔ­ζη­σα κον­τά σ᾿ αὐ­τόν τόν με­γά­λο Ἅ­γιο πού ἄλ­ λα­ξε ρι­ζι­κά τήν ζω­ή μου καί τήν ζω­ή τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς μου. »Κά­πο­τε πού πῆ­γα στόν π. Πα­ΐ­σιο ἦ­ταν ἀ­πο­γευ­μα­τά­κι. Στό κελ­λί του μέ­ σα εἶ­χε σκο­τει­νιά­σει, τοῦ ζή­τη­σα ἕ­να κομ­πο­σχοί­νι, δέν ἔ­βλε­πε κα­λά, εἶ­χε καί τό πρό­βλη­μα μέ τό ἕ­να του μά­τι καί δέν μπο­ροῦ­σε νά τό τε­λει­ώ­ση. Μπερ­δεύ­τη­κε λί­γο, στα­μά­τη­σε λί­γο καί μοῦ λέ­ει: «Κά­ πο­τε, ἦ­ταν ἕ­νας ρά­φτης καί ἐμ­φα­νί­στη­κε μπρο­στά του ἕ­να δαι­μο­νά­κι μι­κρό, πο­λύ μι­κρό καί τοῦ λέ­ει ὁ ρά­φτης: ― Ἐ­σύ εἶ­σαι πο­λύ μι­κρό, μιά στα­λιά, τί μπο­ρεῖς νά κά­νης; ποι­όν μπο­ρεῖς νά πει­ρά­ξης; Καί τοῦ ἀ­παν­τᾶ τό δι­α­βο­λά­κι: ― Ξέ­ρεις ἐ­γώ τί κά­νω; πη­γαί­νω στούς ρά­φτες καί μπερ­δεύ­ω τίς κλω­στές καί αὐ­τοί βλα­σφη­μοῦν τόν Χρι­στό καί τήν Πα­να­γί­α. Τί με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πό τήν βλα­σφη­μί­α; »Ἄλ­λη φο­ρά, πῆ­γα μ᾿ ἕ­ναν Ἀρ­χι­μαν­ δρί­τη καί τοῦ λέ­ει ὁ π. Πα­ΐ­σιος: «Ἐ­σέ­ να θά σέ κε­ρά­σω γλυ­κά δε­σπο­τι­κά. Τόν Χρύ­σαν­θο λου­κού­μια». Με­τά ἀ­πό λί­γα χρό­νια, ὁ παπ­πού­λης ἔ­γι­νε Δε­σπό­της. »Τοῦ πα­ρα­πά­νω παπ­πού­λη πέ­θα­νε ἡ μη­τέ­ρα του. Θά πή­ γαι­να στόν π. Πα­ΐ­σιο καί μοῦ λέ­ει, «πές του ὅ­τι πέ­θα­νε ἡ μη­ τέ­ρα μου». Ὅ­ταν τό εἶ­πα στόν Γέ­ρον­τα, μοῦ λέ­ει, «δέν πέ­θα­ νε, εἶ­ναι κα­λά ἐ­κεῖ πού εἶ­ναι, πο­λύ κα­ λά». »Ἡ ἀ­γά­πη μου γιά τόν π. Πα­ΐ­σιο ἦ­ταν με­γά­λη. Συ­ζη­ τού­σα­με πράγ­μα­τα προ­σω­πι­κά καί τοῦ ζή­τη­σα νά μέ βο­η­θή­ ση νά βρῶ μί­α κο­πέλ­ λα νά κά­νω οἰ­κο­γέ­νεια. Μοῦ λέ­ει: ― Θέ­λεις νά βγῆς στήν Οὐ­ρα­νού­πο­ λη νά τήν γνω­ρί­σης; ― Ὄ­χι, τοῦ λέ­ω, μέ ἀ­γά­πη παι­διοῦ, θά προ­τι­μοῦ­σα στήν Καβάλα. »Τήν ἑ­πό­με­νη φο­ρά πού πῆ­γα, μοῦ ξα­να­εῖ­πε: ― Θέ­λεις νά βγῆς στήν Οὐ­ρα­νού­πο­ λη νά τήν γνω­ρί­σης; ― Ὄ­χι, τοῦ λέ­ω. ― Θέ­λεις νά πε­ρά­σης ἀ­πό τήν Ἱ­ε­ρισ­ σό νά τήν γνω­ρί­σης; ― Ὄ­χι, τοῦ λέ­ω. Προ­τι­μῶ στήν Κα- βάλα. »Κά­ποι­α στιγ­μή πού ἦρ­θα πρω­το­μα­ γιά, μοῦ λέ­ει: ― Τρά­βα στήν Κα­βά­λα, ὁ Θε­ός σοῦ ἑ­τοι­μά­ζει κο­πέλ­λα. ― Ὅ­ταν θά ξα­νάρ­θω, τοῦ λέ­ω, θά τήν ἔ­χω γνω­ρί­σει; ― Φύ­γε, μοῦ λέ­ει, τώ­ρα. »Καί ἔ­φυ­γα. Πέ­ρα­σε λί­γος και­ρός καί Ἱερά Μονή Στομίου
  • 29.
    29 εἶ­δα τόν π.Πα­ΐ­σιο στόν ὕ­πνο μου, νά μοῦ λέ­η νά πά­ω νά ζη­τή­σω μί­α συγ­κε­κρι­μέ­νη κο­πέλ­λα ἀ­πό τούς γο­νεῖς της, τούς ὁ­ποί­ ους γνώ­ρι­ζα ἐξ ἀ­πο­στά­σε­ως. Ση­κώ­θη­κα καί πῆ­γα καί τήν ζή­τη­σα. Μοῦ εἶ­παν, θά τό σκε­φθοῦν καί θά μοῦ ἀ­παν­τή­σουν. Τό σκέ­φθη­καν καί μοῦ εἶ­παν ὄ­χι. Ἐ­γώ στε­ νο­χω­ρέ­θη­κα πο­λύ καί πῆ­γα ποῦ ἀλ­λοῦ; στόν π. Πα­ΐ­σιο. Ἦ­τα­ν καί ὁ Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­ πος Σι­νᾶ, π. Δα­μια­νός. Μοῦ λέ­ει ὁ π. Πα­ ΐ­σιος: ― Πά­ρε εὐ­χή καί φύ­γε. ― Καί τί θά γί­νη; τοῦ λέ­ω ἐ­πί­μο­να. ― Φύ­γε, μοῦ λέ­ει, θά σοῦ τη­λε­φω­νή­ σω. »Ἔ­φυ­γα, πῆ­γα σπί­τι μου καί πε­ρί­με­ να. Εἶ­χα πολ­λούς ἄ­σχη­μους λο­γι­σμούς ὅ­σο περ­νοῦ­σαν οἱ μέ­ρες, ὥ­σπου κά­ποι­α μέ­ρα, μέ φώ­να­ξαν οἱ γο­νεῖς της καί μοῦ εἶ­παν ὅ­τι με­τά­νοι­ω­σαν καί θά μοῦ τό δώ­ σουν τό κο­ρί­τσι. Πέ­ρα­σε λί­γος και­ρός καί πῆ­γα στόν παπ­πού­λη. Μό­λις μέ εἶ­δε, μοῦ εἶ­πε, «δέν πι­στεύ­ω νά ἔ­χης πα­ρά­πο­νο ἀ­πό τό κο­ρί­ τσι πού σοῦ βρῆ­κα, λα­χεῖ­ο συν­τα­κτῶν εἶ­ναι». »Λί­γο πρίν γεν­νη­θῆ ὁ δεύ­τε­ρος γυι­ ός μου, μοῦ λέ­ει ὁ π. Πα­ΐ­σιος: «Ὅ­ταν θά γεν­νη­θῆ αὐ­τό τό παι­δί, θά ᾿ρθῆ με­γά­λη εὐ­λο­γί­α στό σπί­τι σου». Πράγ­μα­τι ὅ­ταν γεν­νή­θη­κε, τά πράγ­μα­τα στόν μπα­ξέ, ἐ­νῶ τήν προ­η­γού­με­νη ἦ­ταν ἀ­πού­λη­τα, με­τά τήν γέν­νη­ση ἄρ­χι­σαν νά που­λι­οῦν­ ται καί δέν προ­λά­βαι­να νά μα­ζεύ­ω. Ἐ­πί­ σης ὁ πα­τέ­ρας μου, μοῦ ἔ­δω­σε κά­ποι­α πράγ­μα­τα νά μέ βο­η­θή­ση. »Κά­πο­τε, πῆ­γα στόν π. Πα­ΐ­σιο τέ­λος κα­λο­και­ριοῦ καί μοῦ λέ­ει: «Θά κά­νη πο­ λύ κρύ­ο φέ­τος τόν χει­μῶ­να, δέν θά μεί­νη τί­πο­τα ὄρ­θιο». Φύ­τευ­α στά θερ­μο­κή­πια μα­ϊν­τα­νά, ὅ­λο τόν χει­μῶ­να τά μο­σχο­ που­λοῦ­σα, ἀ­πό τό­τε μοῦ ἔ­λε­γε τί και­ρό θά κά­νη τόν χει­μῶ­να καί κα­νό­νι­ζα τί νά φυ­τέ­ψω. »Πολ­λές φο­ρές, τόν ἔ­βλε­πα στόν ὕ­πνο μου γιά κά­ποι­α θέ­μα­τα πού μέ ἀ­πα­σχο­ λοῦ­σαν πο­λύ. Ὅ­ταν πή­γαι­να στό Κελ­ λί του, μοῦ ἔ­λε­γε: «Τί ἦρ­θες νά κά­νης;
  • 30.
    30 Ἕξι χρόνια μέ φωνάζεις Δι­ή­γη­σηΔ. Χ. Ἀ­λε­ξαν­δρού­πο­λη ἀ­φοῦ τά εἴ­πα­με». »Τοῦ εἶ­πα κά­πο­τε, νά μοῦ δώ­ση ἕ­να «πά­σο» ὅ­ταν βγαί­νη στό Μο­να­στή­ρι νά πη­γαί­νω νά τόν βλέ­πω. Μοῦ λέ­ει, «πά­ σο;» καί μοῦ δί­νει ἕ­να μπά­τσο φι­λι­κό καί με­τά μοῦ λέ­ει, «ὅ­ταν θά ἔρ­χε­σαι θά σέ βλέ­πω». Πράγ­μα­τι, ὅ­ταν με­τά ἀ­πό και­ ρό βγῆ­κε, πῆ­γα μέ τήν οἰ­κο­γέ­νειά μου νά τόν δῶ. Μᾶς πε­ρί­με­νε στήν πόρ­τα τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ. »Κά­ποι­α ἄλ­λη φο­ρά, πη­γαί­νον­τας στό Μο­να­στή­ρι νά τόν δοῦ­με, συ­ζη­τών­τας μέ τήν γυ­ναί­κα μου, λέ­γα­με: «Ἄ­ρα­γε πό­σα παι­διά εἶ­ναι κα­λό νά κά­νης;». Ὅ­ταν φθά­σα­με χω­ρίς νά τοῦ ποῦ­με τί­πο­τα, λέ­γει στήν γυ­ναί­κα μου: «Ἰ­ω­άν­ να, τό­σα» καί τῆς δί­νει μί­α χού­φτα σταυ­ ρου­δά­κια (ἐν­νιά ἦ­ταν). »Εἶ­χα κά­πο­τε προ­βλή­μα­τα ὑ­γεί­ας. Μοῦ πο­νοῦ­σε ἡ μέ­ση μου φο­βε­ρά, ἔ­κα­ να ἐ­νέ­σεις. Πῆ­γα στόν παπ­πού­λη καί τό εἶ­πα. «Δέν ἔ­χεις τί­πο­τε», μοῦ λέ­ει. Πράγ­ μα­τι ἡ μέ­ση μου δέν μέ ξα­να­ε­νό­χλη­σε. Ἔ­χει ὅ­μως ἕ­να κα­ρούμ­πα­λο, νά μήν ξε­ χνῶ. »Κά­ποι­α ἄλ­λη φο­ρά, ἔ­τρε­χε τό αὐ­τί μου ὑ­γρά. Πῆ­γα στόν παπ­πού­λη καί τό εἶ­πα. Μέ χά­ϊ­δε­ψε τό αὐ­τί καί μοῦ εἶ­πε «καί σύρ­μα νά βά­λης δέν θά σέ ξα­να­ε­νο­ χλή­ση». Πράγ­μα­τι, ἔ­γι­νε ὅ­πως μοῦ εἶ­πε. »Πῆ­γα κά­πο­τε στόν π. Πα­ΐ­σιο. Ἦ­ταν ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νος, κρα­τοῦ­σε ἕ­να γράμ­μα καί μοῦ λέ­ει, «μοῦ ἔ­στει­λε μιά γυ­ναί­κα ἕ­να γράμ­μα, εἶ­χε φί­λους καί θά χώ­ρι­ζε μέ τόν ἄν­δρα της. Τῆς ἔ­στει­λα γράμ­μα καί τῆς εἶ­πα νά τά στα­μα­τή­ση αὐ­τά καί δέν θά χω­ρί­ση. Αὐ­τή συ­νέ­χι­σε καί χώ­ρι­σε». Τοῦ ἔ­στει­λε με­τά γράμ­μα καί τοῦ ἔ­λε­γε, «εἶ­σαι καί ἅ­γιος καί μοῦ εἶ­πες δέν θά χω­ ρί­σω» καί μοῦ λέ­ει ὁ παπ­πού­λης, «ἐ­γώ τῆς εἶ­πα νά στα­μα­τή­ση νά κά­νη αὐ­τό πού ἔ­κα­νε καί αὐ­τή συ­νέ­χι­σε. Φταί­ω ἐ­γώ;». «Πί­σω ἀ­πό κά­θε πει­ρα­σμό καί δο­κι­μα­ σί­α, ὅ­σο ὀ­δυ­νη­ρά κι ἄν εἶ­ναι καί τά δύ­ο, κρύ­βε­ται καί ἀ­κο­λου­θεῖ ἡ Ἀ­γά­πη καί ἡ εὐ­λο­γί­α τοῦ Θε­οῦ τοῦ Πα­νεύ­σπλαγ­χνου καί Στορ­γι­κοῦ. »Προ­σευ­χό­μουν ἕ­ξι ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια νά μοῦ δώ­ση ὁ Θε­ός τήν εὐ­λο­γί­α νά γνω­ ρί­σω τόν π. Πα­ΐ­σιο, πού τό­σα ἄ­κου­γα γι᾿ αὐ­τόν. »Ἡ γνω­ρι­μί­α ἦρ­θε μα­ζί μέ ἔν­το­νο πει­ ρα­σμό. Βρά­δυ, ὕ­πνος ἥ­συ­χος καί ἤ­ρε­μος. Ξαφ­νι­κά, βλέ­πω στό δω­μά­τιό μου ἕ­να ἀν­ θρω­πό­μορ­φο τέ­ρας. Τό χρῶ­μα του ὁ­λο­ κόκ­κι­νο σάν νά συγ­κέν­τρω­νε τό μί­σος ὅ­λου τοῦ κό­σμου καί πε­τοῦ­σε ἀ­φρούς ἀ­πό τό στό­μα του. Δί­πλα μου δύ­ο γνω­ στά πρό­σω­πα. Τό ἕ­να κοι­τοῦ­σε τό τέ­ρας καί γε­λοῦ­σε. Τό ἄλ­λο γο­νά­τι­σε δί­πλα μου καί φώ­να­ζε, «σέ πα­ρα­κα­λῶ, σῶ­σε με». Τό ἀν­θρω­πό­μορ­φο τέ­ρας μί­λη­σε, «τά ἄ­το­μα αὐ­τά εἶ­ναι δι­κά μου καί πᾶς νά μοῦ τά πά­ρης; θά σοῦ ρη­μά­ξω τήν καρ­διά, για­τί ἔ­χω ἐ­ξου­σί­α». »Ἐ­γώ τἄ­χα­σα καί ἀ­να­ρω­τή­θη­κα: «Ποι­ός τοὔ­δω­σε τήν ἐ­ξου­σί­α; Ἔ­κα­να κά­ τι χω­ρίς νά τό ξέ­ρω;». Τό­τε φώ­να­ξα, «Γέ­ ρον­τα, βο­ή­θεια». Ἀ­μέ­σως εἶ­δα στήν πόρ­ τα τοῦ δω­μα­τί­ου ἕ­ναν μο­να­χό. Μοῦ ἦ­ταν ἄ­γνω­στος, πρώ­τη φο­ρά τόν ἔ­βλε­πα. Τό θη­ρί­ο πού ἄ­φρι­ζε μό­λις τόν εἶ­δε ἐ­ξα­φα­νί­ στη­κε. Κά­πο­τε ξη­μέ­ρω­σε. Κα­τέ­φυ­γα μέ μιᾶς ἡ­μέ­ρας ἄ­δεια στόν π. Βησ­σα­ρί­ω­να. Ἐ­κεῖ­νος εἶ­πε, «νά βροῦ­με τόν π. Πα­ΐ­σιο». Ἔ­φυ­γα ἥ­συ­χη. »Περ­νοῦ­σαν οἱ ἡ­μέ­ρες καί δι­α­πί­στω­ να ὅ­τι ἡ φω­νή μου χα­νό­ταν. Τό κα­τα­λά­ βαι­να καί ἀ­πό τά παι­διά πού μοῦ ἔ­λε­γαν, «φώ­να­ξε κυ­ρί­α, πι­ό πο­λύ».
  • 31.
    31 »Ὁ εἰ­δι­κός για­τρόςἔ­λυ­σε τό πρό­βλη­ μα. Ὀγ­κί­δια στίς φω­νη­τι­κές χορ­δές. Καμ­ μί­α σκέ­ψη πλέ­ον γιά ἐρ­γα­σί­α, για­τί ἡ φω­ νή χά­νε­ται. Πῶς; ὄ­χι πλέ­ον ἐρ­γα­σί­α; τό­σο ἁ­πλό εἶ­ναι; μέ 14 χρό­νια ὑ­πη­ρε­σί­ας, πῶς θά ζή­ση κα­νείς; Ἐ­κεῖ ἦρ­θε ἡ ἀ­πάν­τη­ση τοῦ Θε­οῦ. Ἡ κυ­ρί­α πού μοῦ σύ­στη­σε τόν για­τρό, μοῦ μί­λη­σε στό τη­λέ­φω­νο γιά νά μά­θη τήν δι­ά­γνω­ση. Ἡ ἀ­πάν­τη­σή μου ἦ­ταν: ― Μπο­ρεῖ­τε νά μοῦ πῆ­τε ποῦ καί πῶς νά ἠ­ρε­μή­σω; ― Ὁ π. Πα­ΐ­σιος μό­νο θά σέ ἠ­ρε­μή­ση. Ἐ­γώ γέ­λα­σα μέ τά λό­για της. ― Ὥ­στε εἶ­ναι εὔ­κο­λο νά πά­ω στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος! αὐ­τό δέν μοῦ λέ­τε; ― Ὁ π. Πα­ΐ­σιος εἶ­ναι στή Σου­ρω­τή, πά­ρε τη­λέ­φω­νο. »Πῆ­ρα καί μοῦ εἶ­παν «δέν δέ­χε­ται κα­ νέ­ναν». Ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή, πα­ρα­κα­λών­ τας εἶ­πα στήν ἀ­δελ­φή, «δῶ­στε του τό ὄ­νο­ μά μου κι ἄς δώ­ση ἐ­κεῖ­νος τήν ἀ­πάν­τη­ ση». Συμ­φώ­νη­σε καί σέ λί­γο μοῦ φέρ­νει τήν ἀ­πάν­τη­ση: –Ἦ­ταν Δευ­τέ­ρα– «τήν Πέμ­πτη τό πρωΐ, μπο­ρεῖ­τε στίς 8 ἡ ὥ­ρα νά εἶ­στε ἐ­δῶ;». «Ἄν μπο­ρῶ! Ναί». Μπό­ρε­ σα καί εἶ­πα, «ἔρ­χο­μαι». »Συ­ναν­τη­θή­κα­με τήν ὥ­ρα πού ὅ­ρι­σε. «Κα­λῶς τήν Δή­μη­τρα». Ἄλ­λος αἰφ­νι­δια­ σμός. ― Γέ­ρον­τα, ἐ­γώ σᾶς ξέ­ρω ἀλ­λά δέν συ­ναν­τη­θή­κα­με. ― Τό ξέ­ρω. Σέ ξέ­ρω. Ἕξι χρό­νια, εὐ­ λο­γη­μέ­νη, φω­νά­ζεις. ― Ναί, προ­σεύ­χο­μαι νά σᾶς βρῶ. »Ἡ συ­ζή­τη­σή μας, τό θέ­μα τῆς Ὀρ­θο­ δο­ξί­ας. Αὐ­τό μοῦ ἔ­λει­πε. Ἡ ἀ­λη­θι­νή καί ἀ­πό­λυ­τη πί­στη. «Ὁ Χρι­στός, παι­δί μου, εἶ­ναι ἡ Ὀρ­θο­δο­ξί­α». Τό πρό­βλη­μα τῆς φω­ νῆς ξέ­χα­σα νά τό πῶ. »Ἐ­δῶ ἡ ἁ­γι­ό­της εἶ­χε ἄλ­λη μορ­φή. Ὅ­ταν βρι­σκό­ταν κα­νείς μπρο­στά στόν Γέ­ρον­τα, δέν ὑ­πῆρ­χαν προ­βλή­μα­τα καί πει­ρα­σμοί. Ἔ­λε­γε, κα­νείς νά μή φύ­γη, νά μήν τε­λει­ώ­ση ἡ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α. Τό ἤ­ξε­ρε ὅ­μως ὁ Γέ­ρον­τας καί τό θε­ρά­πευ­σε χω­ρίς νά τό κα­τα­λά­βω. »Ὑ­πῆρ­χε ἐκ μέ­ρους τοῦ πο­νη­ροῦ ἡ ἀ­πει­λή γιά τήν καρ­διά. Δέν τήν εἶ­χα ξε­ χά­σει. Ἀλ­λά οὔ­τε κι ὁ πο­νη­ρός. Σι­γά–σι­γά εἶ­χαν ἔρ­θει κά­ποι­ες ἐ­νο­χλή­σεις πού στό περ­πά­τη­μα γί­νον­ταν ἐ­νο­χλη­τι­κές. Οἱ ἐ­πι­ σκέ­ψεις σέ εἰ­δι­κό για­τρό–καρ­δι­ο­λό­γο δέν δη­μι­ουρ­γοῦ­σαν ἀ­νη­συ­χί­ες, «εἶ­ναι κά­ποι­ οι πού σέ στρε­σά­ρουν, ἀ­πό­φευ­γέ τους». »Σέ δύ­ο ἑ­βδο­μά­δες ἡ κα­τά­στα­ση ἔ­γι­νε ὀ­δυ­νη­ρή, ἡ ἀ­να­πνο­ή κο­βό­ταν. Ἡ δι­ά­γνω­ ση ὅ­ταν βρέ­θη­κα σέ στρα­τι­ω­τι­κό καρ­δι­ο­ λό­γο ἦ­ταν κο­φτε­ρή. Ἔμ­φραγ­μα, ἄν καί τό­σο νέ­α. »Βρέ­θη­κα σέ λί­γο στήν ἐν­τα­τι­κή τῆς καρ­δι­ο­λο­γι­κῆς. Οἱ σφυγ­μοί 180. Ξη­μέ­ρω­ νε τοῦ ἁ­γί­ου Δη­μη­τρί­ου. Ἕ­να γνω­στό μου πρό­σω­πο στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο, μοῦ λέ­ ει, «βγῆ­κε ὁ π. Πα­ΐ­σιος ἀ­πό τό Ὄ­ρος καί πη­γαί­νω νά τόν συ­ναν­τή­σω. Τί νά τοῦ πῶ;». «Ὅ,τι ξέ­ρεις». Ὅ­μως ὁ Γέ­ρον­τας τό ἤ­ξε­ρε πρίν τοῦ τό με­τα­φέ­ρουν. Στήν γι­ ορ­τή μου, πα­ρα­κά­λε­σα μιά φί­λη νά φέ­ρη γλυ­κό γιά τό προ­σω­πι­κό τῆς ἐν­τα­τι­κῆς. Ὁ για­τρός–ἐ­πι­με­λη­τής, εἶ­πε: «Δέν βλέ­πει ὅ­τι ἀ­πό λε­πτό σέ λε­πτό φεύ­γει, τούρ­τα τήν μά­ρα­νε!». Αὐ­τό πε­ρί­με­ναν οἱ για­τροί. Γιά τήν γι­ορ­τή μου εἶ­χα ζη­τή­ση νά κοι­ νω­νή­σω. Τό βρά­δυ, ξαφ­νι­κά ἔ­χα­σα τήν ἐ­πα­φή μέ τό πε­ρι­βάλ­λον. Μέ τύ­λι­ξε σκο­ τά­δι καί ἔν­το­νο κρύ­ο. Δέν ἔ­νοι­ω­θα τί­πο­τε ἄλ­λο. Σ᾿ αὐ­τήν τήν κα­τά­στα­ση φώ­να­ξα, «Γέ­ρον­τα, βο­ή­θεια». Καί ὁ Γέ­ρον­τας βρέ­ θη­κε κον­τά μου μέ ἕ­ναν Ἱε­ρέ­α! ― Τί θέ­λεις; ― Σκο­τά­δι μέ τύ­λι­ξε καί κρυ­ώ­νω. Μέ σκέ­πα­σε μέ τό ρά­σο τοῦ ἱ­ε­ρέ­ως. Κρυ­ ώ­νω... Μοῦ ἔρ­ρι­ξε καί τό πε­τρα­χή­λι τοῦ ἱ­ε­ ρέ­ως. ― Τώ­ρα; ― Δέν κρυ­ώ­νω. Ἀλ­λά πο­λύ τό σκο­τά­δι. ― Μή φο­βᾶ­σαι. Ὁ ἥ­λιος θά δι­α­λύ­ση καί τό σκο­τά­δι. Ξη­μέ­ρω­σε. Ἦλ­θε ἡ θεί­α Κοι­νω­νί­α μέ τόν ἱ­ε­ρέ­α. Ἅ­γιος Δη­μή­τριος – γι­ορ­τή καί ἡ θεί­α Κοι­νω­νί­α τούς 180 σφυγ­μούς τούς ἔ­κα­νε 70».
  • 32.
    32 Ὁ ὅσιος Παΐσιος, ὁμεγάλος μου εὐργέτης Δι­ή­γη­ση Τσια­βέ Βα­σι­λεί­ου, Ἐ­λασ­σό­να «Ἤ­μουν παν­τρε­μέ­νος 12 χρό­νια. Εἶ­ χα πρό­βα­τα, ἤ­μουν κα­λός ἄν­θρω­πος ὅ­σο μπο­ροῦ­σα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἀλ­λά παι­δί δέν εἶ­χα. Στά 12 χρό­νια τοῦ γά­μου μου ἄ­κου­σα, τό 1990, γιά τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­ σιο ὅ­τι εἶ­ναι πο­λύ κα­λός ἄν­θρω­πος καί βο­η­θά­ει πο­λύ κό­σμο. Ξε­κί­νη­σα, λοι­πόν, νά τόν βρῶ. Δέν ἤ­ξε­ρα ἀ­πό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, ρω­τοῦ­σα ἀ­πό ᾿δῶ, ἀ­πό ᾿κεῖ, με­τά ἀ­πό κό­ πο τόν βρῆ­κα. Μέ ἄ­νοι­ξε καί μέ ἔ­βα­λε νά προ­σκυ­νή­σω στόν να­ό. Ἀ­φοῦ προ­σκύ­νη­ σα, τοῦ λέ­ω: ― Πά­τερ Πα­ΐ­σι­ε, ἔ­χω ἕ­να πρό­βλη­μα καί ἦρ­θα νά μοῦ τό λύ­σης. ― Τό ξέ­ρω τό πρό­βλη­μά σου. Δέν ἔ­χεις παι­δί. ― Ἔ..., πῶς τό ξέ­ρεις; ― Τό ξέ­ρω, ὅ­πως ξέ­ρω καί πολ­λά γιά σέ­να πού ἐ­σύ δέν τά ξέ­ρεις. ― Ναί, π. Πα­ΐ­σι­ε, 12 χρό­νια δέν ἔ­χω παι­δί. Καί εἶ­μαι κα­λός ἄν­θρω­πος. ― Τό ξέ­ρω ὅ­τι εἶ­σαι καί κα­λός ἄν­θρω­ πος, τό βλέ­πω. Καί γνω­ρί­ζω ὅ­τι θά ἀ­πο­ κτή­σης παι­δί μέ­σα σέ 9 μῆ­νες. ― Πῶς, π. Πα­ΐ­σι­ε; ― Ἔ­χεις χρό­νο νά πᾶς πρός τήν Ἁ­γί­α Ἄν­να; ― Ὄ­χι δέν ἔ­χω, πρέ­πει νά βγῶ. ― Ἔ, τό­τε θά πᾶς στό μο­να­στή­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Θε­ο­λό­γου στήν Σου­ ρω­τή. Ἐ­κεῖ ἔ­χουν τά Λεί­ψα­να τοῦ ἁ­γί­ου Ἀρ­σε­νί­ου πού εἶ­ναι νου­νός μου. Θά πᾶς ἐ­κεῖ καί θά πῆς τίς ἀ­δελ­φές, ὅ­τι μέ στέλ­ νει ὁ π. Πα­ΐ­σιος ἀ­πό τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, νά μοῦ δώ­σε­τε μί­α ζώ­νη κυ­ή­σε­ως. Θά σοῦ τήν δώ­σουν καί ὅ­τι σοῦ ποῦν θά κά­νης. »Πράγ­μα­τι πῆ­γα, μοῦ ἔ­δω­σαν τήν ζώ­ νη καί μοῦ εἶ­παν τί νά κά­νω. Στούς τρεῖς μῆ­νες κά­τι κα­τά­λα­βε ἡ γυ­ναί­κα μου, ἀλ­ λά δέν ἤ­θε­λε νά κά­νη ἐ­ξε­τά­σεις γιά νά μήν ξα­να­α­πο­γο­η­τευ­τῆ. Ἐν τῷ με­τα­ξύ εἶ­ δα ἕ­να ὄ­νει­ρο. Μοῦ ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­νας ἄν­ θρω­πος πο­λύ ψη­λός καί μοῦ εἶ­πε: «Ἑ­τοι­ μά­σου νά γι­ορ­τά­σης, σέ 24 ἡ­μέ­ρες θά σοῦ τύ­χη τό λα­χεῖ­ο». Μοῦ τό εἶ­πε τρεῖς φο­ρές καί ξύ­πνη­σα. Τό πρωΐ ξυ­πνῶ τήν γυ­ναί­ κα μου καί τῆς τό λέ­ω. ― Μήν πι­στεύ­ης στά ὄ­νει­ρα, μοῦ εἶ­πε. ― Μά, αὐ­τό δέν ἦ­ταν κοι­νό ὄ­νει­ρο. Κα­θα­ρό, σα­φές καί ἔν­το­νο. »Ἔ! τέ­λος πάν­των, ἐ­γώ τό ἄ­φη­σα, ἀλ­ λά ση­μεί­ω­σα τήν ἡ­με­ρο­μη­νί­α. Στήν 22η ἡ­μέ­ρα γι­νό­ταν κλή­ρω­ση ΠΡΟΠΟ καί στήν 23η λα­χεί­ων καί πε­ρί­με­να μή­πως τὄ­χω... Τί­πο­τα. Τήν 24η ἀ­φοῦ τό εἶ­χα ξε­ χά­σει καί ἦ­ταν καί οἱ τρεῖς μῆ­νες πού λέ­ γα­με ὅ­τι κά­τι κα­τά­λα­βε ἡ γυ­ναί­κα μου, τήν πί­ε­σα νά μοῦ δώ­ση οὔ­ρα νά τά πά­ω ἐ­γώ γιά ἐ­ξε­τά­σεις, ἀ­φοῦ αὐ­τή δέν ἤ­θε­λε νά πάη­ἡ ἴ­δια. Πά­ω στόν μι­κρο­βι­ο­λό­γο, τά ἀ­νέ­λυ­σε καί μοῦ λέ­ει: ― Δυ­στυ­χῶς, πά­λι θε­τι­κά. ― Τί λές; τοῦ λέ­ω ἐ­γώ! Καί τόν πιά­νω ἀ­πό τόν για­κά. ― Ξα­να­πέ­στο! 12 χρό­νια πε­ρι­μέ­νω παι­δί. ― Μέ συγ­χω­ρεῖ­τε, κύ­ρι­ε, σᾶς μπέρ­ δε­ψα μέ ἕ­ναν πού κά­θε τό­σο ἐρ­χό­ταν καί ὅ­ταν ἔ­βλε­πε κύ­η­ση, ἔρ­ρι­χνε τό παι­δί. ― Πό­σο κο­στί­ζει ἡ ἐ­ξέ­τα­ση; ― 2.500 δρχ. ― Πά­ρε 3.000, νά πά­ρης καί ἕ­ναν κα­ φέ στήν ὑ­γειά μου γιά τό χαρ­μό­συ­νο γε­ γο­νός. »Στούς 7 μῆ­νες γέν­νη­σε ἡ γυ­ναί­κα μου καί γε­μί­σα­με ἀ­πό χα­ρά».
  • 33.
    33 «Σοῦ γεμίζω τό μάτιτώρα;» Στήριξη σέ μαθητή Εὐ­λα­βής ἱ­ε­ρέ­αςδι­η­γεῖ­ται Δι­ή­γη­σηΓε­ωρ­γί­ουΒερ­νέ­ζου,Εὔ­βοι­α «Νέ­ος ἀ­πό Κα­βά­λα, δε­κα­έ­ξι χρο­νῶν, ὀ­νό­μα­τι Γι­ῶρ­γος, ἦρ­θε μέ ἕ­να φί­λο του νά γνω­ρί­ση τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο, γιά τόν ὁ­ποῖ­ ον εἶ­χε ἀ­κού­σει τό­σα καί τόν φαν­τα­ζό­ταν με­γα­λο­πρε­πή καί ἐ­πι­βλη­τι­κό. Ἔ­φθα­σαν στήν «Πα­να­γού­δα», χτύ­πη­σαν καί βγῆ­κε ἕ­νας κα­λό­γε­ρος, γε­ρον­τά­κι, ἀ­δύ­να­τος, μι­ κρό­σω­μος καί φτω­χον­τυ­μέ­νος. Στό νέ­ο δέν ἄ­ρε­σε ἡ ἐμ­φά­νι­ση τοῦ μο­να­χοῦ, για­τί δέν συμ­φω­νοῦ­σε μέ τήν εἰ­κό­να πού εἶ­χε πλά­ σει στήν φαν­τα­σί­α του γιά τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο. »Τούς ρώ­τη­σε ὁ Γέ­ρον­τας τί θέ­λουν καί αὐ­τοί ἀ­πάν­τη­σαν: ― Τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο. ― Αὐ­τός εἶ­ναι τρελ­λός. Τί τόν θέ­λε­τε; ― Δέν πει­ρά­ζει καί μεῖς τρελ­λοί εἴ­μα­ στε. ― Ἔ, νά πᾶ­τε ἀ­πό κεῖ­νο τό μο­νο­πά­τι καί θά τόν βρῆ­τε. »Αὐ­τοί ἔ­κα­ναν ἕ­να με­γά­λο κύ­κλο καί με­τά ἀ­πό πολ­λή ὥ­ρα βρέ­θη­καν πά­λι στήν αὐ­λό­πορ­τα τῆς «Πα­να­γού­δας». Χτύ­πη­σαν καί βγῆ­κε πά­λι ὁ ἴ­διος μο­να­χός, ντυ­μέ­νος τώ­ρα μέ ρά­σο καί κου­κού­λι καί κυτ­τά­ ζον­τας τόν Γι­ῶρ­γο (καί ὄ­χι τόν φί­λο του), εἶ­πε: «Σοῦ γε­μί­ζω τό μά­τι τώ­ρα, πα­πα–Γι­ ώρ­γη;». »Αὐ­τοί τά ἔ­χα­σαν, κα­τά­λα­βαν ὅ­τι ὁ ἴ­δ- ιος εἶ­ναι ὁ γέ­ρον­τας Πα­ΐ­σιος πού δι­ά­βα­σε τόν λο­γι­σμό τοῦ νέ­ου καί τόν προ­σε­φώ­νη­ σε πα­πα–Γι­ώρ­γη. Ὁ ἴ­διος εἶ­χε ἀ­πό τό­τε λο­ γι­σμό γιά Ἱ­ε­ρω­σύ­νη, τόν ὁ­ποῖ­ον δέν εἶ­χε πῆ σέ κα­νέ­ναν, οὔ­τε στούς γο­νεῖς του. Ὁ νέ­ος με­τά ἀ­πό χρό­νια ἔ­γι­νε ἱ­ε­ρέ­ας, ἐ­πα­λη­θεύ­ον­ τας τήν πρόρ­ρη­ση τοῦ Γέ­ρον­τα. »Ἦρ­θε νά προ­σκυ­νή­ση πά­λι στήν «Πα­ να­γού­δα» καί δι­η­γή­θη­κε τό ἀ­νω­τέ­ρω πε­ρι­ στα­τι­κό. «Σέ ἡ­λι­κί­α 13 ἐ­τῶν, ἦρ­θα μέ τόν πα­ τέ­ρα μου π. Ἰ­ω­άν­νη γιά νά ἐγ­γρα­φῶ στήν Ἀ­θω­νιά­δα Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή Σχο­λή καί νά ὁ­λο­κλη­ρώ­σω τίς σπου­δές μου σ᾿ αὐ­τήν. Ἤ­δη ἀ­πό τήν ἀρ­χή συ­ναν­τή­ σα­με ἕ­να ἀρ­νη­τι­κό κλί­μα. Μᾶς ἔ­λε­γαν δι­ά­φο­ροι: «Τί φέ­ρα­τε τό παι­δί σας ἐ­δῶ; οἱ δυ­ να­τό­τη­τες τῆς Σχο­λῆς εἶ­ναι πε­ρι­ο­ρι­ σμέ­νες. Πε­ρισ­σό­τε­ρα θά μά­θη στά ἔ­ξω σχο­λεῖ­α». Καί στήν συ­νέ­χεια καί ἄλ­λοι γνω­στοί πα­τέ­ρες πού συ­ναν­τή­σα­με, τά ἴ­δια πε­ρί­που μᾶς εἶ­παν, σέ ση­μεῖ­ο νά ἐ­πη­ρε­ά­σουν ἀρ­νη­τι­κά τόν πα­τέ­ρα μου πού σκε­φτό­ταν νά ἀ­κυ­ρώ­ση τήν ἐγ­γρα­ φή μου στήν Ἀ­θω­νιά­δα. Κα­τη­φο­ρή­σα­ με πρός τό Κελ­λά­κι τοῦ ὁ­σί­ου Πα­ϊ­σί­ου καί ὅ­ταν φθά­σα­με, πρίν προ­λά­βω­με νά χτυ­πή­σω­με τό καμ­πα­νά­κι, ἀ­κού­στη­κε ἡ φω­νή του νά μᾶς κα­λῆ νά πᾶ­με ἀ­πό τήν πί­σω πόρ­τα. Τά πρό­σω­πά μας γέ­ μι­σαν χα­ρά. Ἀ­σφα­λῶς, οἱ πνευ­μα­τι­κές κε­ραῖ­ες τοῦ Γέ­ρον­τα εἶ­χαν συλ­λά­βει τήν ἀ­γω­ νί­α, τήν ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση τοῦ πα­τέ­ρα μου. »Μπή­κα­με μέ­σα καί ἀν­τάλ­λα­ξαν τόν χαι­ρε­τι­σμό. Προ­σκυ­νή­σα­με στό Ἐκ­κλη­σά­κι καί ἔ­γι­νε στήν συ­νέ­χεια ὁ ἑ­ξῆς δι­ά­λο­γος: ― Γέ­ρον­τα, ἤρ­θα­με ἐ­δῶ στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος μέ σκο­πό νά γρά­ψω τόν Γι­ῶρ­γο στήν Ἀ­θω­νιά­δα Σχο­λή, ὅ­πως καί ὁ ἴ­διος ἐ­πι­θυ­μεῖ. Ἀλ­λά τά πρό­σω­πα πού συ­νάν­ τη­σα, μᾶλ­λον μέ ἀ­πο­τρέ­πουν νά γί­νη ἡ ἐγ­γρα­φή. Ἔ­τσι, νοι­ώ­θω μέ­σα μου βά­ ρος ὡς πρός τήν ἐ­πι­λο­γή.
  • 34.
    34 ― Εὐ­λο­γη­μέ­νε, κοί­τα­ξε...ἔ­ξω στόν κό­σμο τά σχο­λεῖ­α, οἱ γνώ­σεις εἶ­ναι, ἄς ὑ­πο­θέ­σω­με ᾿κεῖ πέ­ρα, ἕ­νας με­γά­λος ἀ­χυ­ ρώ­νας πού προ­σπα­θοῦν τά κα­ϋ­μέ­να τά παι­διά νά βροῦν κά­να σπυ­ρί γνώ­ση ἀ­νά­ με­σα σέ τό­σα ἄ­χυ­ρα. Ἡ κασ­σέ­τα τοῦ Γι­ώρ­γου εἶ­ναι ἄ­γρα­ φη. Ἄ­φη­σέ τον ἐ­δῶ στήν Σχο­λή νά γε­μί­ ση μέ πνευ­μα­τι­κά πράγ­μα­τα. Ἐ­δῶ, λοι­ πόν, γράψ­τον στήν Σχο­λή. ― Γέ­ρον­τα, μέ τήν εὐ­χή σας, μέ ξε­ κου­ρά­σα­τε, ἔ­φυ­γε τό βά­ρος. ― Τήν εὐ­χή σου. Ἔ­σκυ­ψε μέ πο­λύ σε­βα­σμό καί φί­ λη­σε τό χέ­ρι τοῦ ἱε­ρέ­ως, λέ­γον­τας καί πά­λι. «Νά τόν γρά­ψης ἐ­δῶ στήν Σχο­λή. Ἄν­τε στό κα­λό. Εὐ­λο­γεῖ­τε». »Ἀ­πό ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή, ἄλ­λα­ξαν ὅ­λα στήν ζω­ή μου. Αὐ­τοί οἱ λό­γοι τοῦ Γέ­ρον­τα ἦ­ταν κα­θο­ρι­στι­κοί, ὄ­χι μό­νο γιά τό δι­ά­στη­μα τῆς πα­ρα­μο­νῆς μου στό Ὄ­ρος, ἀλ­λά γιά ὅ­λη τήν με­τέ­πει­τα πο­ ρεί­α μου. »Στό πρό­γραμ­μα τῆς Ἀ­θω­νιά­δος κα­τά τά ἔ­τη 1983–1984, εἶ­χε εὐ­λο­γί­α τό τρι­ ή­με­ρο Πα­ρα­σκευ­ή–Σάβ­βα­το–Κυ­ρια­κή οἱ μα­θη­τές νά ἐ­πι­σκέ­πτων­ται τίς Ἱ­ε­ρές Μο­νές καί τούς Πνευ­μα­τι­κούς τους. Ὁ δι­κός μου τό­πος ἀ­να­φο­ρᾶς, δι­α­μο­νῆς, φι­ λό­ξε­νης ἀ­γά­πης καί στή­ρι­ξής μου, ἦ­ταν τό Κελ­λί τοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ μου π. Γρη­ γο­ρί­ου, ὁ «Ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Θε­ο­λό­γος» πού ἦ­ταν πλη­σί­ον τῆς «Πα­να­γού­δας». Σέ ἕ­να ἀ­πό τά πρῶ­τα αὐ­τά τρι­ή­με­ρα πού δι­έ­μει­να στό Κελ­λί, προ­γραμ­μα­τί­ σα­με νά πᾶ­με σέ ἱ­ε­ρο­ρα­φεῖ­ο γιά νά πα­ ραγ­γεί­λω­με τά ρά­σα πού θά φο­ροῦ­σα ὡς μα­θη­τής τῆς Ἀ­θω­νιά­δος. »Ἐ­κεῖ­νο τό βρά­δυ, γέ­μι­σε ἡ καρ­διά Ὑποδεχόμενος ἐγκαρδίως προσκυνητές στόν Τίμιο Σταυρό
  • 35.
    35 μου θλί­ψη καίἀ­γω­νί­α καί αἰ­σθα­νό­μουν μο­να­ξιά καί δι­ε­ρω­τό­μουν ἄν θά ἀν­τέ­ξω. Προ­σευ­χή­θη­κα στήν Πα­να­γί­α καί σκέ­ φθη­κα, ὅ­τι ἄν εἶ­χα μιά εὐ­λο­γί­α ἀ­πό τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο, ἕ­να σκου­φά­κι, μιά ζώ­ νη, ἕ­να ρά­σο, θά μέ βο­η­θοῦ­σε. Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α μου αὐ­τή ἔ­γι­νε ἔν­το­νη μέ­σα στήν καρ­διά μου καί ἕ­να μέ τήν προ­σευ­χή μου. »Τό πρωΐ, ἀ­φοῦ δι­α­βά­σα­με τόν Ὄρ­ θρο, πή­γα­με νά λει­τουρ­γή­ση ὁ γέ­ρον­τας Γρη­γό­ριος στό Κελ­λί τοῦ γέ­ρον­τος Πα­ ϊ­σί­ου. Βρή­κα­με τήν ἐ­ξώ­πορ­τα ἀ­νοι­χτή καί ὁ π. Πα­ΐ­σιος ξε­πρό­βαλ­λε μέ­σα ἀ­πό τό κελ­λί του. Με­τά τόν λι­τό χαι­ρε­τι­σμό, «Εὐ­λο­γεῖ­τε, Γέ­ρον­τα» – «ὁ Κύ­ριος», πε­ ρά­σα­με στό ἐκ­κλη­σά­κι καί ὅ­λα ἦ­ταν ἕ­τοι­μα γιά τήν θεί­α Λει­τουρ­γί­α. »Κατά τήν θεία Λειτουργία, ὁ γέρο- ντας Παΐσιος μέ κάλεσε δίπλα του καί ψάλλαμε μαζί τά Τυπικά, «Εὐλόγει ἡ ψυχή μου τόν Κύριον...». Ἡ φωνή τοῦ Γέροντα ἀντηχεῖ ἀκόμη μέσα μου καί τήν ὥρα τοῦ Κοινωνικοῦ, ἀκούστηκε ἐλαφρά ἀπό τόν Γέροντα τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Προσκυνήσαμε τίς εἰκόνες καί κοινω- νήσαμε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. »Με­τά τήν θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α, κα­θή­ σα­με στό Ἀρ­χον­τα­ρί­κι καί μᾶς πρό­σφε­ ρε τσά­ϊ. Ὕ­στε­ρα, ὁ Γέ­ρον­τας ἔ­φε­ρε ἕ­να ρα­ σά­κι, μοῦ τό ἔ­δω­σε λέ­γον­τας χα­μο­γε­λα­ στός: «Μοῦ ἔ­δω­σαν ἕ­να και­νούρ­γιο ρά­σο, τό δο­κί­μα­σα καί μοῦ εἶ­ναι μα­κρύ. Μᾶλ­ λον δέν μοῦ πῆ­ραν κα­λά τά μέ­τρα. Πάρ­ το ἐ­σύ, Γι­ῶρ­γο». Τό φό­ρε­σα μπρο­στά του καί μοῦ εἶ­ πε: «Κα­λό σοῦ εἶ­ναι». Ἔ­λα­βα ἔκ­πλη­κτος ἀ­πό τόν Γέ­ρον­τα αὐ­τήν τήν εὐ­λο­γί­α. Τόν εὐ­χα­ρί­στη­σα καί κρα­τοῦ­σα στήν ἀγ­κα­λιά μου αὐ­τόν τόν θη­σαυ­ρό. »Κά­ποι­α ἄλ­λη φο­ρά, κά­να­με ἕ­να πα­ρά­πτω­μα σ᾿ ἕ­ναν κα­θη­γη­τή μας καί ἐ­κεῖ­νος μᾶς εἶ­πε, «νά πᾶ­τε στόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο, δι­α­φο­ρε­τι­κά θά σᾶς πα­ρα­πέμ­ψω στόν Σχο­λάρ­χη». Τό­τε καί οἱ πέν­τε–ἕ­ξι μα­θη­τές βρε­θή­κα­με στήν «Πα­να­γού­ δα». Ὁ Γέ­ρον­τας μᾶς συμ­βού­λευ­σε πα­τρι­ κά γιά τό σφάλ­μα μας καί πή­ρα­με τήν εὐ­χή του νά φύ­γω­με. Ἤ­μουν τε­λευ­ ταῖ­ος. Πῆ­ρα τήν εὐ­χή του καί μοῦ εἶ­πε, «ἐ­σύ, ἔ­λα μα­ζί μου», λέ­γον­τας στούς ἄλ­ λους νά πᾶ­νε στή Σχο­λή. »Κα­θή­σα­με στό Ἀρ­χον­τα­ρί­κι, ἄ­να­ψε ὁ Γέ­ρον­τας ἕ­να κε­ρί μπρο­στά στήν εἰ­ κό­να τοῦ Κυ­ρί­ου, ἡ Ἄ­κρα Τα­πεί­νω­σις, ἔ­κα­νε ὀ­λι­γό­λε­πτη προ­σευ­χή καί κά­θη­σε δί­πλα μου πλέ­κον­τας κομ­πο­σχοί­νι καί ταυ­τό­χρο­να ἄρ­χι­σε νά μέ συμ­βου­λεύ­η. Ὁ κά­θε λό­γος του ἦ­ταν συ­νο­πτι­κός, ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κός, βα­θύς, εἰ­ρη­νι­κός καί περ­νοῦ­σε στήν καρ­διά μου. Ἀ­πο­τυ­πώ­ νον­ταν ὡς θε­ο­χά­ρα­κτα γράμ­μα­τα καί ἀ­να­φέ­ρον­ταν στό μέλ­λον τῆς ζω­ῆς μου. Με­τα­ξύ ἄλ­λων, μοῦ εἶ­πε: «Ἐ­σεῖς πρέ­πει νά βο­η­θή­σε­τε τήν μη­ τέ­ρα Ἐκ­κλη­σί­α...»».
  • 36.
    36 Θαυμαστή ἀλλοίωση Δι­ή­γη­ση Εὐ­στα­θί­ουἈ­δα­μο­πού­λου, Παλ­λή­νη «Σέ ἡ­λι­κί­α23 ἐ­τῶν, εἶ­χα ἔν­το­νες ἀ­νη­συ­χί­ες γιά τήν ὕ­παρ­ξη ἤ ὄ­χι τοῦ Θε­ οῦ καί γιά τό ποι­ός εἶ­ναι ὁ ἀ­λη­θι­νός Θε­ ός. Μέ­σῳ ἑ­νός φί­λου, τόν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 1991, βρέ­θη­κα σέ μιά μι­κρή ὀρ­γά­νω­ση στήν Ἀ­θή­να πού πι­στεύ­ει ὅ­τι ση­με­ρι­νή ἐν­σάρ­κω­ση τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ὁ γκου­ρού Sathya Sai Baba. Στήν ὀρ­γά­νω­ση αὐ­τή πή­γαι­να δυ­ό–τρεῖς φο­ρές τήν ἑ­βδο­μά­δα, ὅ­που κά­να­με συ­ζη­τή­σεις μέ στε­λέ­χη της καί κά­να­με ἀ­σκή­σεις χα­λά­ρω­σης. Δέν προ­χώ­ρη­σα σέ ἀ­σκή­σεις δι­α­λο­γι­σμοῦ, για­τί δέν εἶ­χα μυ­η­θεῖ ἀ­κό­μη, δέν εἶ­χα πά­ρει τό μάν­τραμ, τήν λέ­ξη πού θά ἐ­πα­ να­λάμ­βα­να δια­ρκῶς ἐν εἴ­δει προ­σευ­χῆς. »Ἡ βα­σι­κή θε­ω­ρί­α τῆς ὀρ­γά­νω­σης εἶ­ ναι, ὅ­τι ὁ Θε­ός εἶ­ναι μέ­σα μας. Μέ ποι­ά ἔν­νοι­α ὅ­μως: Μέ τήν ἔν­νοι­α, ὅ­τι ὁ κά­θε ἄν­θρω­πος ὅ­πως καί κά­θε ζῶο­εἶ­ναι κατ᾿ οὐ­σί­αν Θε­ός, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­χει μπεῖ στήν πε­ ρι­πέ­τεια τῆς ὕ­λης. Γι᾿ αὐ­τό εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­ τη­τες οἱ με­τεν­σαρ­κώ­σεις, προ­κει­μέ­νου τό ὄν (ἄν­θρω­πος–ζῶ­ο) νά ὑ­πο­στῆ δι­ά­φο­ ρες παι­δα­γω­γί­ες, ἔ­τσι ὥ­στε νά βελ­τι­ω­θῆ καί νά ἐ­πα­νέλ­θη στήν κα­τά­στα­ση τῆς «θε­ώ­σε­ως», δη­λα­δή νά ξα­να­γί­νη κατ᾿ οὐ­σί­αν Θε­ός. Πο­λύ συ­χνές ἦ­ταν οἱ ἀ­να­ φο­ρές σέ φρά­σεις καί ὅ­ρους ὀρ­θό­δο­ξους πού ἐ­πέ­τει­ναν τήν σύγ­χυ­ση: «Θε­οὶ ἐ­στὲ καὶ Θε­οὶ γί­νε­σθε». »Μᾶς ἔ­λε­γαν, πώς δέν πρέ­πει νά φο­ βώ­μα­στε κα­νέ­ναν καί τί­πο­τα. Ἐ­γώ τούς εἶ­χα πεῖ ὅ­τι φο­βό­μουν τόν Σα­τα­νᾶ. Τό­τε, μοῦ ἔ­λε­γαν, ὅ­τι δέν ἔ­πρε­πε νά τόν φο­βᾶ­ μαι, για­τί εἶ­χα κι ἐ­γώ δυ­νά­μεις μέ­σα μου πού ἔ­πρε­πε νά τίς ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­σω (ἐν­νο­ οῦ­σαν μέ τήν μύ­η­ση καί τό μάν­τραμ). »Ἔ­λε­γαν ἐ­πί­σης, ὅ­τι ὁ κα­θέ­νας μπο­ ρεῖ νά εἶ­ναι Χρι­στια­νός, Μου­σουλ­μά­νος, Βου­δδι­στής καί ταυ­τό­χρο­να νά ἀ­νή­κη στήν ὀρ­γά­νω­ση καί νά ἐ­ξε­λίσ­σε­ται–βελ­ τι­ώ­νε­ται μέ τίς τε­χνι­κές της. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό εἶ­ναι ἕ­να γε­γο­νός πού μοῦ δι­η­γή­θη­καν: Σέ πα­ρα­κεί­με­νη Ἐκ­κλη­σί­α, ἕ­να μέ­λος τῆς ὀρ­γά­νω­σης βά­φτι­σε τό παι­δί του. Ἡ ὁ­δη­γί­α πρός τά μέ­λη ἦ­ταν: «Λέ­με τό μάν­τραμ μέ­σα μας, μέ­σα στήν ἐκ­κλη­σί­α, προ­κει­μέ­νου νά ἀν­τλή­σου­με τήν θε­τι­κή ἐ­νέρ­γεια πού ἔ­χει νά μᾶς δώ­ση ἡ ἐκ­κλη­σί­α». Ἐ­πει­δή, λοι­πόν, μέ­σα στόν ναό­γι­νό­ ταν ἀ­πό­λυ­τη ἡ­συ­χί­α –πράγ­μα ἀρ­κε­τά σπά­νιο γιά τήν ση­με­ρι­νή ἐ­πο­χή– ὁ ἱ­ε­ρέ­ ας στό τέ­λος τοῦ Μυ­στη­ρί­ου ἔ­δω­σε συγ­ χα­ρη­τή­ρια στό ἐκ­κλη­σί­α­σμα γιά τήν ἄ­ψο­γη χρι­στι­α­νι­κή του πα­ρου­σί­α!!! »Μέ τό πέ­ρα­σμα τοῦ και­ροῦ, ἄρ­χι­σα νά ἔ­χω ὁ­ρι­σμέ­νες ἀμ­φι­βο­λί­ες γιά τήν ὀρ­ γά­νω­ση. Μι­κρός εἶ­χα ἐ­πα­φή μέ τήν Ἐκ­ κλη­σί­α, τήν ὁ­ποί­α ἔ­χα­σα πε­ρί­που στήν Γ΄ Γυ­μνα­σί­ου. Μοῦ ἄ­ρε­σε, λοι­πόν, ὅ­πο­ τε πή­γαι­να ἐκ­κλη­σί­α, νά πη­γαί­νω στό ἱ­ε­ρό. Τό βρά­δυ τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως κά­ποι­ ου ἔ­τους, στό ἱ­ε­ρό, εἶ­πα σέ ἕ­να φί­λο μου ποῦ πή­γαι­να καί τί ἔ­κα­να. Τό­τε ἔ­γι­νε ὁ κα­τω­τέ­ρω δι­ά­λο­γος μέ τόν φί­λο μου: ― Ξέ­ρεις, ὁ Σα­τα­νάς χρη­σι­μο­ποι­εῖ
  • 37.
    37 πολ­λές με­θό­δους γιάνά πλα­νή­ση τούς ἀν­θρώ­πους. ― Ποι­ός Σα­τα­νάς, ἀ­φοῦ δέν ὑ­πάρ­χει Σα­τα­νάς (ἀ­πό ἐ­κεῖ πού τόν φο­βό­μουν, πές, πές, με­τά ἀ­πό ἕ­ξι μῆ­νες εἶ­χα πει­σθεῖ ὅ­τι δέν ὑ­πάρ­χει!). ― Κι ὅ­μως ὑ­πάρ­χει καί ἡ με­γα­λύ­τε­ ρή του ἐ­πι­τυ­χί­α εἶ­ναι νά πεί­ση ὅ­τι δέν ὑ­πάρ­χει προ­κει­μέ­νου νά ἀ­σχο­λῆ­σαι ὅ­λη τήν ὥ­ρα μα­ζί του!!! »Ὅ­ταν ἄ­κου­σα αὐ­τή τήν πρό­τα­ση, ἔ­νοι­ω­σα νά μέ πλημ­μυ­ρί­ζη κά­τι, σκέ­ φτη­κα ἀ­μέ­σως ὅ­τι κά­νω λά­θος πού πη­ γαί­νω σέ αὐ­τή τήν ὀρ­γά­νω­ση καί ἀ­ναγ­ κά­στη­κα νά κά­τσω σέ μιά κα­ρέ­κλα για­ τί σχε­δόν μοῦ ἦρ­θε ζά­λη. Ἔ­πια­σα τό κε­φά­λι μου μέ τά δυ­ό μου χέ­ρια καί δέν μπο­ροῦ­σα νά συ­νέλ­θω. Συγ­κλο­νί­στη­κα, σο­κα­ρί­στη­κα καί ταυ­τό­χρο­να φω­τί­στη­κα, βι­ώ­νον­τας ὅ­τι αὐ­τό πού κά­νω εἶ­ναι λά­θος χω­ρίς νά ξέ­ ρω ποι­ό εἶ­ναι τό σω­στό, ὁ­πό­τε ἔ­πρε­πε νά ψά­ξω καί στήν Ὀρ­θό­δο­ξη ἐκ­κλη­σί­α γιά νά δῶ ποι­ά εἶ­ναι ἡ ἄ­πο­ψή της γι᾿ αὐ­τό πού κά­νω. Ρω­τών­τας γνω­στούς, κα­τέ­ λη­ξα στόν π. Ἀν­τώ­νιο Ἀ­λε­βι­ζό­που­λο, τόν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χα με­τά Πνευ­μα­τι­κό μέ­χρι τήν κοί­μη­σή του καί ὁ ὁ­ποῖ­ος μέ βο­ή­ θη­σε νά οἰ­κο­δο­μη­θῶ στήν Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη. Ἕ­να στοι­χεῖ­ο πού θυ­μᾶ­μαι ἀ­πό ἐ­κεί­νη τήν ἐ­πο­χή εἶ­ναι, ὅ­τι γιά δύ­ο πε­ ρί­που χρό­νια, ὅ­ταν ἐ­ξι­στο­ροῦ­σα τήν πε­ Ὁ ὅσιος Παΐσιος συμβουλεύοντας
  • 38.
    38 ρι­πέ­τειά μου ἔ­νοι­ω­θατα­ρα­χή, ἔ­τρε­μα καί εἶ­χα ἕ­να «πνί­ξι­μο» στό λαι­μό... »Τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο τόν γνώ­ρι­σα τό ἴ­διο ἔ­τος, τό 1992, πρός τό τέ­λος τοῦ κα­λο­και­ριοῦ ἤ τίς ἀρ­χές τοῦ Φθι­νο­πώ­ ρου, δέν θυ­μᾶ­μαι ἀ­κρι­βῶς. Φτά­νον­τας στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, πῆ­γα νά μεί­νω στήν Ἱ. Μ. Κου­τλου­μου­σί­ου. Μέ τό πού ἔ­φτα­ σα, ἄ­φη­σα τά πράγ­μα­τά μου στό Μο­να­ στή­ρι καί κα­τέ­βη­κα τό μο­νο­πά­τι πού συν­δέ­ει τήν Ἱ. Μ. Κου­τλου­μου­σί­ου μέ τό Κελ­λί του. Ἐ­κεῖ ὑ­πῆρ­χε πλῆ­θος κό­ σμου. Τόν εἶ­δα ἀ­πό μα­κρυ­ά. Πῆ­ρα τήν εὐ­χή του μα­ζί μέ τούς ἄλ­ λους προ­σκυ­νη­τές χω­ρίς νά μπο­ρέ­σω νά τοῦ μι­λή­σω ἰ­δι­αι­τέ­ρως. Γυρ­νών­τας στό Μο­να­στή­ρι ἤ­μουν σκε­πτι­κός. Δέν ἦ­ταν αὐ­τό πού ἤ­θε­λα καί πε­ρί­με­να. Ἤ­μουν κα­τά βά­θος στε­νο­χω­ρη­μέ­νος. «Δέν ἀ­σχο­λή­θη­κε μα­ζί μου», ἔ­λε­γα μέ­σα μου. Ἔ­κα­να ὁ­λό­κλη­ρο τα­ξί­δι ἀ­πό τήν Ἀ­θή­ να, γιά νά πά­ρω μιά εὐ­χή μό­νο; »Ἀ­πο­φά­σι­σα νά προ­σπα­θή­σω καί δεύ­τε­ρη φο­ρά. Σκέ­φτη­κα, θά πά­ω νω­ρίς τό πρωΐ τήν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα, ὁ­πό­τε δέν θά ἔ­χη πο­λύ κό­σμο. Ἔ­φτα­σα, λοι­πόν, ἔ­ξω ἀ­πό τό Κελ­λί του. Ἐ­κεῖ μέ πε­ρί­με­νε νέ­α ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση, ὁ φρά­κτης κλει­στός, δέν ὑ­πῆρ­χε κα­νέ­ νας προ­σκυ­νη­τής, ἀλ­λά δέν ὑ­πῆρ­χε καί γέ­ρον­τας Πα­ΐ­σιος. Κά­θη­σα κά­τω ἀ­πό ἕ­να δέν­δρο πού ὑ­πῆρ­χε ἔ­ξω ἀ­πό τό φρά­ κτη καί με­τά ἀ­πό λί­γη ὥ­ρα μέ πῆ­ραν τά κλάμ­μα­τα. Ἔ­λε­γα, «τό­σο ἁ­μαρ­τω­λός εἶ­μαι πού δέν θέ­λει οὔ­τε νά μέ δῆ;». Πέ­ρα­σε κάμ­ πο­ση ὥ­ρα καί ἀ­κού­ω θό­ρυ­βο. Τόν βλέ­ πω στήν πόρ­τα καί μοῦ φω­νά­ζει: ― Ἔεεε! τί γίνεται ἐκεῖ πέρα; ― Τί νά γίνη, πάτερ, θάλασσα τά ἔκανα, τά ἔχω μπερδέψει ὅλα. ― Γιά ἔλα μέσα νά τά ξεμπερδέψου- με. »Μπαί­νον­τας, τοῦ ἐ­ξι­στό­ρη­σα τήν πε­ρι­πέ­τειά μου μέ τήν ὀρ­γά­νω­ση πού εἶ­χα πά­ει, τοῦ πε­ρι­έ­γρα­ψα τόν θαυ­μα­ τουρ­γι­κό τρό­πο μέ τόν ὁ­ποῖ­ο γύ­ρι­σα στήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α καί τό γε­ γο­νός ὅ­τι εἶ­χα πλέ­ον Πνευ­μα­τι­κό, τόν ἀ­εί­μνη­στο π. Ἀν­τώ­νιο Ἀ­λε­βι­ζό­που­λο. Μοῦ εἶ­πε, ὅ­τι «ἡ ἐ­να­σχό­λη­ση μέ αὐ­τά τά θέ­μα­τα εἶ­ναι τρέλ­λα καί μοῦ τό­νι­σε ἰ­δι­αί­τε­ρα τό γε­γο­νός, ὅ­τι ἡ βο­ή­θεια τοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ ἦ­ταν πο­λύ ση­μαν­τι­κή γιά τήν οἰ­κο­δο­μή μου στήν Ὀρ­θο­δο­ξί­α». »Στήν συ­νέ­χεια, μέ ἔ­βα­λε μέ­σα στό Κελ­λί του. Μπαί­νον­τας, δε­ξιά ἦ­ταν ἕ­να ἐκ­κλη­σά­κι. Μέ ἔ­βα­λε νά γο­να­τί­σω στό κέν­τρο τοῦ να­οῦ καί πῆ­γε στό Ἀ­να­λό­ γιο. Δι­ά­βα­σε κάμ­πο­ση ὥ­ρα κά­ποι­ες εὐ­ χές. Ἐ­γώ ἔ­κλαι­γα ὅ­λη αὐ­τή τήν ὥ­ρα. Μοῦ ἔ­δω­σε νά προ­σκυ­νή­σω τό ἅ­γιο Λεί­ψα­νο μέ τό ὁ­ποῖ­ο μέ σταύ­ρω­σε (ἦ­ταν τοῦ ἁ­γί­ου Ἀρ­σε­νί­ου). Με­τά μέ σή­κω­σε, συ­ζη­τή­σα­με λί­γο ἀ­κό­μη καί μέ ξε­προ­βό­δι­σε μέ­χρι ἔ­ξω ἀ­πό τό Κελ­λί του, το­νί­ζον­τάς μου πά­λι τήν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τῆς ὕ­παρ­ξης Πνευ­ μα­τι­κοῦ καί τό ὅ­τι «θά μοῦ αὐ­ξη­θῆ ὁ πό­λε­μος», ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά μοῦ εἶ­πε. »Ἀ­πό ἐ­δῶ καί πέ­ρα ἀρ­χί­ζει τό θαυ­ μα­στό ση­μεῖ­ο πού ἐ­γώ ἔ­ζη­σα ἀ­πό τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο. Γυρ­νών­τας στό Μο­να­στή­ρι, κα­τά­ λα­βα πώς μοῦ συ­νέ­βαι­νε κά­τι ἀλ­λοι­ώ­ τι­κο, κά­τι πού δέν τό εἶ­χα ξα­να­ζή­σει. Μα­κα­ρι­ό­τη­τα εἶ­ναι κα­τά τήν γνώ­μη μου ἡ κα­λύ­τε­ρη λέ­ξη γιά νά πε­ρι­γρά­ψη κα­νείς τήν κα­τά­στα­σή μου. Ἤ­μουν ἤ­ρε­μος, δέν εἶ­χα ἄγ­χος, δέν εἶ­χα ἀ­νη­συ­χί­α, δέν εἶ­χα ἀ­γω­νί­α, δέν εἶ­χα νεῦ­ρα, δέν προ­βλη­μα­τι­ζό­μουν γιά τί­πο­ τα, δέν μέ ἀ­πα­σχο­λοῦ­σε καμ­μί­α ἔ­γνοι­α, δέν ἔ­βλε­πα κα­νέ­να ἐμ­πό­διο στήν ζω­ή μου. Ἤ­μουν χα­ρού­με­νος, ἔ­νοι­ω­θα γλυ­ κύ­τη­τα μέ­σα μου, ὅ­λα ἦ­ταν εὐ­χά­ρι­στα καί αἰ­σι­ό­δο­ξα. Δέν εἶ­χα πο­νο­κέ­φα­λο,
  • 39.
    39 δέν εἶ­χα λο­γι­σμούς,δέν εἶ­χα οὔ­τε αὐ­ τό τό μό­νι­μο βου­η­τό πού ἄ­κου­γα στά αὐ­τιά μου. Κα­θό­μουν μ᾿ ἕ­να χα­μό­γε­λο καί ἀ­πο­λάμ­βα­να τό πε­ρι­βάλ­λον, τήν Μο­νή, τόν και­ρό. Εἶ­χα γα­λη­νέ­ψει καί ἠ­ρε­μή­σει σέ πρω­τό­γνω­ρο βαθ­μό. Σκε­ φτεῖ­τε, πό­σο με­γά­λη ἦ­ταν ἡ δι­α­φο­ρά μέ ὅ­σα ζοῦ­σα, τα­ρα­χή, ἀ­γω­νί­α καί ἄγ­χος, εἰ­δι­κά ὅ­ταν ἐ­ξι­στο­ροῦ­σα τήν πε­ρί­πτω­ σή μου. »Δε­κα­έ­ξι χρό­νια με­τά, ἔ­γρα­ψα αὐ­τή τήν μι­κρή μου ἐμ­πει­ρί­α μέ τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο. Ὁ­μο­λο­γῶ, πώς αὐ­τό τό συ­ ναί­σθη­μα, αὐ­τή τήν γα­λή­νη τῶν λο­γι­σμῶν δέν τήν ἔ­χω ξα­ να­ζή­σει ἀ­πό τό­τε. Ἦ­ταν ἕ­να ἀ­νε­πα­νά­λη­πτο γε­γο­νός γιά μέ­ να, γι᾿ αὐ­τό καί τό θυ­μᾶ­μαι τό­σο κα­θα­ρά καί ἔν­το­να τό­σα χρό­νια με­τά. Ἦ­ταν σί­γου­ρα δῶ­ρο τοῦ Θε­ οῦ λό­γῳ τῆς προ­σευ­χῆς τοῦ Γέ­ ρον­τα. Δι­α­βά­ζον­τας καί ἀ­κού­ γον­τας τό­σα πράγ­μα­τα γιά τόν Γέ­ρον­τα, θά νο­μί­ση κα­νείς πώς ἡ ἐμ­πει­ρί­α μου αὐ­τή εἶ­ναι μι­ κρή, σέ σχέ­ση μέ τό­σα πού ἔ­χουν γρα­φτεῖ γιά τόν Γέ­ρον­τα. Γιά μέ­να ὅ­μως πού ἔ­ζη­σα αὐ­τή τήν ἐμ­πει­ρί­α εἶ­ναι πο­λύ ση­μαν­τι­κή καί πα­ράλ­λη­λα ἐ­πι­ βε­βαί­ω­σή του, ὅ­τι ὁ Θε­ός ἀ­κού­ει τήν προ­σευ­χή τοῦ γέ­ρον­τα Πα­ ΐ­σιου».
  • 40.
    40 «Εἶ­χα πά­ρει εὐ­λο­γί­αἀπ᾿ τόν π. Γρη­ γό­ριο, τόν Πνευ­μα­τι­κό μου, τό­τε τό 1992 ἤ 1993, νά πα­ρα­κα­λέ­σω τόν γέ­ρον­ τα ἅ­γιό μας Πα­ΐ­σιο, νά κά­νη κα­λά τήν κό­ρη μου, τήν ὁ­ποί­α γνώ­ρι­ζε, τήν εἶ­χε δεῖ ἐ­κεῖ τό 1987 πε­ρί­που. Φο­βή­θη­κα μή­ πως δέν μέ δε­χθεῖ ἤ μή­πως λεί­πει. Ὁ π. Ἰ­σα­άκ ὅ­μως μέ εἶ­πε, ὅ­τι «ὁ Γέ­ ρον­τας ἔ­χει ἐν­το­λή ἀπ᾿ τήν Πα­να­γί­α μας νά δέ­χε­ται ὅ­ποι­ον τόν ἐ­πι­σκέ­πτε­ται»». «Πή­γα­με λοι­πόν μέ τόν π. Ἰ­σα­άκ νά ἐ­πι­σκε­φτοῦ­με τόν ἅ­γιο γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο. Ὅ­ταν φθά­σα­με, ἀπ᾿ τό ἐ­πά­νω μέ­ρος εἴ­ δα­με τόν Ἅ­γιο Γέ­ρον­τα ἐ­πά­νω στή στέ­ γη ἀ­νε­βα­σμέ­νο. »Μᾶς εἶ­δε, καί ὁ μα­κα­ρι­στός π. Ἰ­σα­άκ φώ­να­ξε: ― Γέ­ρον­τα, ὁ Γρη­γό­ρης γιά σέ­να ἦρ­ θε. Καί ὁ ἅ­γιος φω­νά­ζει: ― Γιά μέ­να ἦρ­θες, παι­δί μου, ἄ­δι­κα κου­ρά­στη­κες χα­ρι­τω­μέ­να ὅ­πως πάν­τα. Κα­τέ­βη­κε ἀπ᾿ τή σκά­λα καί πλη­σί­α­σε ξυ­πό­λη­τος στήν πορ­τού­λα νά μᾶς ἀ­νοί­ ξη. Τά πό­δια του βγῆ­καν λί­γο ἔ­ξω ἀπ᾿ τήν πορ­τού­λα, θυ­μᾶ­μαι κί­τρι­να, καί ὁ π. Ἰ­σα­άκ σκύ­βει καί τά πιά­νει, γιά νά πά­ρη ὑ­πο­θέ­τω χά­ρη, ὁ δέ Γέ­ρον­τας τά τρά­βη­ξε μέ­σα. Μᾶς ἀ­νοί­γει τήν πορ­τού­ λα καί ὁ π. Ἰ­σα­άκ ἀ­μέ­σως τόν ἀγ­κα­λιά­ ζει καί μοῦ λέ­ει: «Κοί­τα, Γρη­γό­ρη, τί Γέ­ρον­τα ἔ­χω». Καί ὁ ἅ­γιος Γέ­ρον­τας, σέ μέ­να χα­ρι­ τω­μέ­να: «Μήν τόν ἀ­κοῦς, παι­δί μου, οὔ­ τε ἕ­να ὑ­πο­τα­κτι­κό δέν μοῦ δί­νει». Καί ὁ π. Ἰ­σα­άκ σέ μέ­να: «Δέν θέ­λει, Γρη­γό­ ρη». Ἦ­ταν μί­α τρυ­φε­ρή καί χα­ρι­τω­μέ­νη σκη­νή ἁ­γί­ου πα­τρός, μέ τό πνευ­μα­τι­κό του τέ­κνο. »Μᾶς ἄ­φη­σε μό­νους καί ὅ­πως πάν­τα, δέν χρει­ά­στη­κε νά πῶ τό λό­γο πού πῆ­γα, μοῦ εἶ­πε ὁ Γέ­ρον­τας: «Δέν τί­θε­ται θέ­μα θαύ­μα­τος. Συμ­φέ­ρει νά ἔ­χη τό πρό­βλη­ μα κ.τ.λ.». Ἔ­φυ­γα χα­ρού­με­νος μέ αὐ­τά πού μοῦ εἶ­πε. «Δό­ξα τῷ Θε­ῷ» ἦ­ταν γιά μέ­να λύ­τρω­ση». Συμφέρει νά ἔχη τό πρόβλημα Δι­ή­γη­ση Γρη­γο­ρί­ου Α.., Θεσ­σα­λο­νί­κη
  • 41.
    41 Ἀποκαλύψεις καί δαιμονικόφῶς Εὐ­λα­βής προ­σκυ­νη­τής δι­η­γεῖ­ται «Κά­ποι­οι φί­λοι μου, μοῦ ἀ­νέ­φε­ραν κα­τά και­ρούς, πολ­λά θαυ­μα­στά γιά τόν πρό­σφα­τα ἁ­γι­ο­κα­τα­τα­χθέν­τα ὅ­σιο Πα­ΐ­ σιο. Παρ᾿ ὅ­τι ἐ­γώ δέν τά πί­στευ­α, δέ­χθη­ κα ὕ­στε­ρα ἀ­πό πολ­λές πι­έ­σεις τους νά τόν ἐ­πι­σκε­φθοῦ­με. »Φθά­σα­με στήν «Πα­να­γού­δα», ὅ­που εἴ­δα­με μέ­σα στήν αὐ­λή τόν Γέ­ρον­τα νά συ­νο­μι­λῆ μέ ἀρ­ κε­τούς ἄλ­λους. Ἀ­φοῦ κε­ρα­σθή­κα­ με καί μό­λις πε­ρά­ σα­με μέ­σα ἀ­πό τήν ἐ­ξώ­πορ­τα, ὁ π. Πα­ ΐ­σιος ση­κώ­θη­κε, ἦρ­θε κον­τά μου, μέ ἀγ­κά­λια­σε, μέ ἀ­σπά­σθη­κε καί μέ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐγ­καρ­ δι­ό­τη­τα, μοῦ εἶ­πε: «Κα­λῶς τόν πα­τρι­ ώ­τη μου». (Λη­σμό­ νη­σα νά ἀ­να­φέ­ρω, ὅ­τι κα­τά­γο­μαι καί ἐ­γώ ἀ­πό τήν Καπ­ πα­δο­κί­α). »Ξαφ­νι­ά­στη­κα πρός στιγ­μήν, ἀλ­ λά βά­ζον­τας ἀ­μέ­ σως τόν ὀρ­θο­λο­γι­σμό μου νά δου­λέ­ψη, σκέ­φθη­κα: «Θά εἶ­δε τό ὄ­νο­μά μου στόν ἀ­να­πτή­ρα» –κρα­τοῦ­σα στό χέ­ρι μου ἕ­να δι­α­φη­μι­στι­κό ἀ­να­πτή­ρα τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας μας μέ τό ἐ­πί­θε­τό μου γραμ­μέ­νο ἐ­πά­ νω– «καί ἀ­πό τήν κα­τά­λη­ξη (–ο­γλου), θά ἔ­βγα­λε τό συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι εἴ­μα­στε πα­τρι­ῶ­τες». »Δέν πρό­λα­βα ὅ­μως νά ὁ­λο­κλη­ρώ­σω κα­λά–κα­λά τόν συλ­λο­γι­σμό μου καί ὁ Γέ­ρον­τας, μοῦ εἶ­πε ἐ­πι­τι­μη­τι­κά: ― Για­τί ... (ἀ­νέ­φε­ρε τό ὄ­νο­μά μου, ἄν καίμέἔ­βλε­πεγιάπρώ­τηφο­ρά)βά­ζειςκα­ κό λο­γι­σμό, ὅ­τι δῆ­θεν ἀ­πό τόν ἀ­να­πτή­ρα συμ­πέ­ρα­να ὅ­τι εἴ­μα­στε πα­τρι­ῶ­τες; »Ἔ­μει­να ἄ­ναυ­δος. Κοι­τοῦ­σα σάν χα­ μέ­νος, μή βρί­σκον­τας νά δώ­σω καμ­μί­α λο­γι­κή ἐ­ξή­γη­ση σέ ὅ­σα ἄ­κου­γα. Ἀ­ναγ­ κά­στη­κα ἐκ τῶν πραγ­μά­των νά πι­στέ­ψω, ὅ­τι ὁ μο­να­χός πού εἶ­χα μπρο­στά μου εἶ­ χε κά­τι τό θε­ϊ­κό, μέ τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­βλε­ πε τό ὄ­νο­μά μου, τήν κα­τα­γω­γή μου, τού συλ­λο­ γι­σμούς μου... τά πάν­τα. Τα­πει­νω­ μέ­νος κά­θη­σα καί ἄ­κου­γα μέ εὐ­λά­ βεια, ὅ­λα ὅ­σα μᾶς εἶ­πε στήν συ­νέ­ χεια ὁ Γέ­ρον­τας. »Πε­ριτ­τεύ­ ει νά ἀ­να­φέ­ρω, ὅ­τι ἡ συ­νάν­τη­ση αὐ­τή ἐ­πέ­δρα­σε ρι­ζι­κά στήν με­τέ­πει­τα ζω­ή μου καί ὅ­τι στήν συ­νέ­χεια ἐ­πι­σκε­πτό­μουν συ­χνά τήν «Πα­να­γού­δα». Ἐ­δῶ, θά κα­τα­γρά­ ψω μό­νον ἕ­να ἀ­πό τά θαυ­μα­στά πού μοῦ συ­νέ­βη­σαν, σέ κά­ποι­α ἀ­πό τίς με­τέ­πει­τα ἐ­πι­σκέ­ψεις μου: »Πη­γαί­νον­τας μέ ἕ­να φί­λο μου νά ἐ­πι­σκε­φθοῦ­με τόν Ὅ­σιο, κα­θή­σα­με γιά λί­γο νά ξε­κου­ρα­στοῦ­με, ἀλ­λά πι­ά­σα­με τήν συ­ζή­τη­ση καί χω­ρίς νά τό κα­τα­λά­ Ἡ Παναγούδα ἀπὸ ψηλά
  • 42.
    42 Ἔξοδοι στόν κόσμο Μαρ­τυ­ρί­α Ἁ­γνῆςΤρι­κού­κη βω­με πέ­ρα­σε ἡ ὥ­ρα. Ὅ­ταν φθά­σα­με καί χτυ­πή­σα­με τό σι­δε­ρά­κι, ἄ­νοι­ξε ἀ­μέ­σως ὁ Γέ­ρον­τας καί μᾶς ρώ­τη­σε μέ ἀ­πο­ρί­α –ἐ­πι­πλήτ­τον­τάς μας ἐ­λα­φρά– γιά τό τό­ σον κα­θυ­στε­ρη­μέ­νον τῆς ὥ­ρας. Τό­τε μό­ νον συ­νει­δη­το­ποι­ή­σα­με, τό πό­σον εἴ­χα­με χρο­νο­τρι­βή­σει καί τό ὅ­τι δέν θά προ­λα­ βαί­να­με ἀ­νοι­χτή τήν πόρ­τα τῆς Μο­νῆς πού φι­λο­ξε­νού­μα­στε. Τό­τε ὁ π. Πα­ΐ­σιος, γιά νά μᾶς βγά­λη ἀ­πό τό ἀ­δι­έ­ξο­δο, ἀ­ναγ­ κά­στη­κε –παρ᾿ ὅ­τι δέν τό συ­νή­θι­ζε– νά μᾶς κρα­τή­ση στό Κελ­λί του... »Νω­ρίς τό πρωΐ, μᾶς φώ­να­ξε γιά νά κά­νου­με στήν ἐκ­κλη­σί­α τόν Ἑ­σπε­ρι­νό. Μᾶς ἐ­ξή­γη­σε, ὅ­τι ἀ­ναγ­κα­ζό­ταν νά κά­νη ἀ­πό τό πρωΐ τόν Ἑ­σπε­ρι­νό, γιά νά μήν τόν χά­ση ἕ­νε­κα τῶν πολ­λῶν προ­σκυ­νη­ τῶν μέ­χρι ἀρ­γά τό βρά­δυ. Ὅ­ταν ἔ­φθα­σε στό «Φῶς ἱ­λα­ρόν» καί ἄρ­χι­σε νά τό ἀ­παγ­ γέ­λη, ξαφ­νι­κά πλημ­μύ­ρι­σε τό ἐκ­κλη­σά­κι ἀ­πό ἕ­να δυ­να­τό φῶς. Ἐ­νῶ ἐ­μεῖς τά χά­σα­ με, βλέ­πο­με τόν Γέ­ρον­τα νά λέ­η ἔν­το­να καί μέ ἀ­γα­νά­κτη­ση: «Ἄν­τε, βρέ δι­ά­βο­λε, πού θά μοῦ πῆς ὅ­τι αὐ­τό εἶ­ναι τό Ἄ­κτι­στο φῶς! Νά μοῦ λεί­ψουν τά φῶ­τα σου!». »Δέν πρό­λα­βε νά ὁ­λο­κλη­ρώ­ση τά λό­ για του καί τό φῶς ἐ­ξα­φα­νί­σθη­κε, ἐ­νῶ ἕ­να φο­βε­ρό πε­τρο­βο­λη­τό ξέ­σπα­σε πά­νω στήν σκε­πή. Νά μέ συγ­χω­ρῆ­τε, ἀλ­λά ἐ­γώ ἀ­πό τόν φό­βο μου ἔ­γι­να μού­σκε­μα ἀ­πό τήν μέ­ση καί κά­τω... Ἀν­τί­θε­τα ὁ Γέ­ρον­τας ἀν­τί νά τρο­μο­ κρα­τη­θῆ, ἄρ­χι­σε νά γε­λά­η. Μᾶς ἐ­ξή­γη­σε, ὅ­τι ὁ πο­νη­ρός στήν ἀρ­χή μέ τό φῶς πῆ­γε νά μᾶς πλα­νή­ση, ἀλλ᾿ ὅ­ταν εἶ­δε ὅ­τι δέν τά κα­τά­φε­ρε, λύσ­σα­ξε καί ξέ­σπα­σε στό ἄ­γριο πε­τρο­βό­λη­μα. Μᾶς κα­θη­σύ­χα­σε, ὅ­τι ὁ δι­ά­βο­λος εἶ­ναι τε­λεί­ως ἀ­δύ­να­μος νά μᾶς κά­νη κα­κό χω­ρίς τήν ἄ­δεια τοῦ Θε­οῦ. Εἶ­ναι σάν τόν σκύ­λο χω­ρίς δόν­ τια, πού γαυ­γί­ζει μό­νον χω­ρίς νά μπο­ ρῆ νά δαγ­κώ­ση. Ἴ­σα–ἴ­σα μᾶς βο­η­θά­ει μέ τόν φό­βο νά πλη­σι­ά­σω­με πιό κον­τά στόν Θε­ό». Πε­ρί­που τό 1989 (δέν θυ­μᾶ­μαι ἀ­κρι­ βῶς τήν χρο­νο­λο­γί­α), ἕ­να πρω­ϊ­νό τῆς Κυ­ρια­κῆς πού πή­γα­με μέ τήν οἰ­κο­γέ­νειά μου νά ἐκ­κλη­σι­α­στοῦ­με στό Μο­να­στή­ρι τῆς Σου­ρω­τῆς. Τό­τε ὁ Θε­ός ἐ­πέ­τρε­ψε καί εἶ­δα τήν θε­ ρα­πεί­α μιᾶς δαι­μο­νι­σμέ­νης γυ­ναί­κας ἀ­πό τόν ὅ­σιο Πα­ΐ­σιο. Ἤ­μουν μα­θή­τρια Δη­ μο­τι­κοῦ καί κά­ποι­α στιγ­μή πού κου­ρά­ στη­κα στήν ἀ­κο­λου­θί­α, βγῆ­κα στό πλά­ϊ τοῦ να­οῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Θε­ο­ λό­γου. »Με­τά ἀ­πό λί­γο ἦρ­θε ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το καί στα­μά­τη­σε πί­σω ἀ­πό τό Ἱ­ε­ρό τοῦ να­ οῦ. Μοῦ ἔ­κα­νε με­γά­λη ἐν­τύ­πω­ση, για­τί ἦρ­θε ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το τό­σο κον­τά στόν να­ό καί τό πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα. Εἶ­δα τό­τε μιά γυ­ναί­κα, πού ἔ­βγα­λε μό­νο τό πό­δι της ἀ­πό τό αὐ­το­κί­νη­το, ἐ­νῶ μέ τί­πο­τα δέν ἤ­θε­λε νά βγῆ ἀ­πό αὐ­τό. Φώ­να­ζε καί δη­μι­ουρ­γοῦ­σε με­γά­λη φα­σα­ρί­α, ἐ­νῶ αὐ­τά πού ἔ­λε­γε δυ­σκο­λευ­ό­ μουν νά τά κα­τα­λά­βω, για­τί φαι­νό­ταν νά μι­λά­η σέ κά­ποι­ον, χω­ρίς ὅ­μως νά ἀ­κού­ω τήν ἄλ­λη φω­νή τοῦ δι­α­λό­γου. Θυ­μᾶ­μαι ὅ­μως πο­λύ ἔν­το­να, πώς συ­χνά ἔ­λε­γε τήν λέ­ξη «ρέ» σχε­δόν σέ κά­θε φρά­ση! »Ὅ­ταν τε­λεί­ω­νε ἡ Λει­τουρ­γί­α, τρεῖς ἄν­τρες, με­τα­ξύ τῶν ὁ­ποί­ων καί ὁ πα­τέ­ ρας μου, προ­σπα­θοῦ­σαν νά με­τα­φέ­ρουν αὐ­τή τή γυ­ναί­κα στόν να­ό γιά νά τήν δι­α­βά­ση ὁ ὅ­σιος Πα­ΐ­σιος πού ἦ­ταν στήν Λει­τουρ­γί­α. Ἦ­ταν ἔγ­γα­μη καί ὅ­ταν ὁ ἄν­τρας της πλη­σί­α­σε νά κοι­νω­νή­ση, φώ­να­ζε οὐρ­λι­ ά­ζον­τας πώς καί­γον­ταν γιά νά τόν ἀ­πο­ τρέ­ψη. Ἐ­μεῖς ὅ­λα τά παι­διά εἴ­χα­με ἀ­νέ­ βει στά πί­σω στα­σί­δια καί βλέ­πα­με ἀ­πό
  • 43.
    43 μα­κριά, τί θάἔ­κα­νε ὁ παπ­πού­λης. Σέ κά­ ποι­α στιγ­μή, εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα: «Εἴ­μα­στε ἑ­φτά. Ἐ­γώ εἶ­μαι μι­κρός, ἀ­δύ­να­μος καί φεύ­γω», ἐ­νῶ συ­χνά φώ­να­ζε: «Πα­ΐ­σι­ε, μέ καῖς!». Ἐ­γώ μό­λις ἄ­κου­σα αὐ­τά τά λό­για, ἔ­φυ­γα τρέ­χον­τας στόν ξε­νώ­να φο­βού­με­ νη πώς αὐ­τός ὁ μι­κρός ἀ­δύ­να­μος πού θά ἔ­φευ­γε, μπο­ρεῖ νά ἔρ­χον­ταν σέ μέ­να... Ὕ­στε­ρα ἀ­πό λί­γη ὥ­ρα ἦρ­θε ἡ γυ­ναί­κα στόν ξε­νώ­να, ἤ­ρε­μη καί πά­ρα πο­ λύ ντρο­πι­α­σμέ­νη. Ἤ­πι­ε δύ­ο κα­νά­τες νε­ρό καί κά­θη­σε λί­ γο νά ξε­κου­ρα­στῆ. »Πολ­λές φο­ρές, ἔ­χω φέ­ ρει τήν γυ­ναί­κα αὐ­τή στό μυα­λό μου ἀ­πό τό­τε καί πρό­σφα­τα ρώ­τη­σα τήν Γε­ ρόν­τισ­σα, ἐ­άν γνω­ρί­ζη τί ἀ­πέ­γι­νε (θυ­μό­μουν τό ὄ­νο­ μά της). Ἡ Γε­ρόν­τισ­σα, λοι­πόν, μοῦ ἀ­πάν­τη­σε πώς καί ἡ γυ­ ναί­κα καί ἡ κό­ρη της εἶ­ναι μο­να­χές σέ Μο­να­στή­ρι τῆς Β. Ἑλ­λά­δος καί δό­ξα­σα τόν Θε­ό!!! «Τόν ὅ­σιο Πα­ΐ­σιο πολ­ λές φο­ρές τόν συ­νάν­τη­σα στό Μο­να­στή­ρι τῆς Σου­ρω­ τῆς, για­τί ἤ­μα­σταν φί­λοι τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ καί τό ἐ­πι­σκε­πτό­μα­σταν συ­χνό­τα­ τα. Δυ­στυ­χῶς, ἤ­μουν παι­δί τό­τε καί δέν εἶ­χα τό ἐν­δι­α­ φέ­ρον νά κά­νω οὐ­σι­α­στι­κές συ­ζη­τή­σεις μα­ζί του. Χαι­ρό­μα­σταν ὅ­μως πο­λύ πού τόν βλέ­πα­με, για­τί ὅ­πο­τε ἐρ­χό­ ταν στό Μο­να­στή­ρι ὅ­λα ἔ­μοια­ζαν νά εἶ­ ναι γι­ορ­τι­νά. Κό­σμος πο­λύς ἐρ­χό­ταν καί χαι­ρό­μα­σταν σάν παι­διά νά βο­η­θᾶ­με τίς ἀ­δελ­φές στίς φρον­τί­δες πού εἶ­χαν. »Συ­νή­θως, ὁ παπ­πού­λης ἔρ­χον­ταν δύ­ο φο­ρές τόν χρό­νο. Στήν γι­ορ­τή τοῦ ἁ­γί­ου Ἀρ­σε­νί­ου τόν Νο­έμ­βριο (10/11) καί στήν γι­ορ­τή τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Θε­ ο­λό­γου τόν Μά­ϊ­ο (8/5). Πρίν γί­νη ὁ να­ός τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀρ­σε­νί­ου, οἱ ἀ­γρυ­πνί­ες καί ὅ­λες οἱ ἀ­κο­λου­θί­ες γί­νον­ταν στόν να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Θε­ο­λό­γου. Ἐ­κεῖ ὁ πα­λιός να­ός, τώ­ρα ἀ­να­και­νί­στη­κε, εἶ­ χε ἕ­να δω­μα­τιά­κι στό δε­ξί μέ­ρος μέ δι­κή του πόρ­τα. Ἐ­κεῖ, θυ­μᾶ­μαι, πώς ἔ­με­νε ὁ παπ­πού­λης στήν ἀ­γρυ­πνί­α, για­τί κα­τά και­ρούς ἄ­νοι­γε ἡ πόρ­τα καί ἔ­βγαι­νε νά δώ­ση εὐ­χή σέ ὅ­λον τόν κό­σμο πού πε­ρί­ με­νε ἔ­ξω ἀ­πό τήν πορ­τού­ λα. Ἄλ­λες φο­ρές πά­λι, ἔ­δι­νε εὐ­χή ἀ­πό ἕ­να κελ­λά­κι στήν πτέ­ρυ­γα τῶν μο­να­χῶν καί ὁ κό­σμος σχη­μά­τι­ζε με­γά­ λη οὐ­ρά πού κρα­τοῦ­σε ὧ­ρες γιά νά τόν δῆ γιά λί­γο. »Μιά χρο­νιά, μα­ζεύ­τη­ καν οἱ γυ­ναῖ­κες στήν τρά­πε­ ζα τῆς Μο­νῆς, γιά νά ἔ­χουν τήν εὐ­και­ρί­α νά ἀ­κού­σουν λί­γα λό­για ἀ­πό τόν παπ­πού­ λη, ἀ­φοῦ δέν μπο­ροῦ­σαν νά τόν δοῦν στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, ὅ­πως οἱ ἄν­τρες. Εἶ­χα πά­ει σέ αὐ­τή τήν συ­νάν­τη­ση, ἀλ­ λά δυ­στυ­χῶς τήν θυ­μᾶ­μαι μό­νο ὡς εἰ­κό­να, για­τί ὅ­πως εἶ­πα, ἤ­μουν παι­δί καί ἔ­χουν πε­ρά­σει χρό­νια ἀ­πό τό­τε. Δέν ἐ­πα­να­λή­φθη­κε ὅ­μως αὐ­τή ἡ συ­νάν­τη­ση τῶν γυ­ ναι­κῶν, για­τί ὁ παπ­πού­λης δι­α­πί­στω­σε, πώς αὐ­τά πού εἶ­πε στίς γυ­ναῖ­κες, ἡ κά­θε μιά τά με­τέ­φε­ρε μέ τόν τρό­ πο της ἀλ­λά­ζον­τας τό νό­η­μα τῶν λε­γο­μέ­νων του. »Σέ μᾶς τά παι­διά, ἔ­κα­νε ἕ­να παι­χνί­δι στό χῶ­μα μέ χαρ­τά­κια ἀ­πό κα­ρα­μέλ­λες. Νο­μί­ζω, τό ὀ­νό­μα­ζε κι­νη­ μα­το­γρά­φο, ἀλ­λά δυ­στυ­χῶς δέν θυ­μᾶ­ μαι πε­ρισ­σό­τε­ρα. Οἱ πιό ὄ­μορ­φες στιγ­μές ἦ­ταν, ὅ­ταν τό Μο­να­στή­ρι ἦ­ταν κλει­στό καί συ­νέ­βαι­νε νά πᾶ­με γιά δι­α­νυ­κτέ­ρευ­ ση κι ἔ­τσι εἴ­χα­με τήν εὐ­και­ρί­α νά τόν δοῦ­με χω­ρίς πο­λύ κό­σμο. Εἶ­χε με­γά­λη ἁ­πλό­τη­τα, ἀλ­λά ἄν καί ἤ­μα­σταν παι­διά, εἴ­χα­με πάν­τα τήν αἴ­σθη­ση πώς ἔ­χου­με δί­πλα μας ἕ­ναν Ἅ­γιο. Εὔ­χο­μαι ὁ Θε­ός νά μᾶς ἐ­λε­ῆ διά τῶν πρε­σβει­ῶν τοῦ Ὁ­σί­ου». Στήν Αὐστραλία
  • 44.
    44 Μαρ­τυ­ρί­α Μαρ­τυ­ρί­α Μαρ­τυ­ρί­αΖή­νω­ναΤρι­κού­κη Μαρ­τυ­ρί­αΜε­λι­τι­νῆςἈμ­πά­δου «Κά­ποι­α πε­ρί­ο­δο τῆςζω­ῆς μας, ἡ σύ­ ζυ­γός μου νή­στευ­ε αὐ­στη­ρά κι ἐ­γώ ἀ­νη­ συ­χοῦ­σα γιά τήν ὑ­γεί­α της. Ἤ­μα­σταν φί­λοι τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Ἁ­γί­ ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Θε­ο­λό­γου καί σέ μιά ἐ­πί­ σκε­ψη τοῦ ὁ­σί­ου Πα­ϊ­σί­ου στό Μο­να­στή­ ρι, πή­γα­με νά τόν συ­ναν­τή­σου­με γιά νά τοῦ θέ­σου­με τό ζή­τη­μα, ἀ­φοῦ τόν γνω­ρί­ ζα­με κα­λά καί εἴ­χα­με γνώ­ση τῆς ἁ­γι­ό­τη­ τός του, νά μᾶς πῆ τήν γνώ­μη του. Μό­λις μᾶς εἶ­δε καί πρίν προ­λά­βου­με νά τοῦ ποῦ­με τό θέ­μα μας, μοῦ εἶ­πε: «Τί τήν κρα­τᾶς αὐ­τήν ἔ­τσι; δέν τήν τα­ΐ­ζεις;». Κι ἔ­τσι πή­ρα­με τήν ἀ­πάν­τη­σή μας, πώς ἔ­πρε­πε νά τρώ­η κα­λύ­τε­ρα». «Τό1989ἤ­μουνμα­θή­τριαΒ΄Λυ­κεί­ου. Κά­ποι­α φί­λη μου, μοῦ εἶ­χε πεῖ, πώς πῆ­γε καί συμ­βου­λεύ­τη­κε τόν ὅ­σιο Πα­ΐ­σιο γιά τίς σπου­δές της καί σκέ­φτη­κα νά κά­νω κι ἐ­γώ τό ἴ­διο. Πῆ­γα καί τόν βρῆ­κα στήν Σου­ρω­τή. Ἐ­γώ τό­τε εἶ­χα ἐ­πι­θυ­μί­α νά πά­ω στήν Γυ­μνα­στι­κή Ἀ­κα­δη­μί­α, ἀλ­λά με­τά ἀ­πό προ­σευ­χή, ἀ­πο­φά­σι­σα νά ἀ­κο­ λου­θή­σω ὅ,­τι μοῦ πῆ ὁ Γέ­ρον­τας. Ὅ­ταν τόν ρώ­τη­σα, μοῦ εἶ­πε: «Ἐ­σύ, τί θέ­λεις νά κά­νης;». Καί τοῦ εἶ­πα τήν ἐ­πι­θυ­μί­α μου. Τό­τε, μοῦ εἶ­πε: «Δέν σοῦ ται­ριά­ζει αὐ­τό. Ἐ­σύ πρέ­πει νά γί­νης παι­δα­γω­γός». Ἐ­γώ τό­τε ἔ­νοι­ω­σα σάν νά μοῦ πέ­τα­ξαν κε­ ρα­μί­δα στό κε­φά­λι, για­τί δέν μοῦ ἄ­ρε­σε κα­θό­λου νά ἀ­σχο­λη­θῶ μέ μι­κρά παι­διά! Ἦ­ταν τό τε­λευ­ταῖ­ο πού ἤ­θε­λα νά κά­νω. Εἶ­χα πά­ρει ὅ­μως τήν ἀ­πό­φα­σή μου, πώς θά ἀ­κο­λου­θή­σω ὅ,­τι μέ συμ­βου­λέ­ψει ὁ Γέ­ρον­τας. Ἔ­δω­σα ἐ­ξε­τά­σεις καί δέν πέ­ρα­ σα. Ἐ­κεῖ κλο­νί­στη­κα πο­λύ, για­τί νό­μι­ζα πώς ἐ­πει­δή μέ συμ­βού­λε­ψε ὁ Γέ­ρον­τας νά γί­νω παι­δα­γω­γός, θά περ­νοῦ­σα σί­γου­ ρα καί στίς ἐ­ξε­τά­σεις. Δί­νω καί δεύ­τε­ρη φο­ρά καί πά­λι δέν τά κα­τα­φέρ­νω. Τε­λι­κά, τήν τρί­τη φο­ρά μπῆ­κα στό Οἰ­κο­νο­μι­κό καί ἀ­πο­φά­σι­σα νά μήν ἀ­σχο­λη­θῶ ξα­νά μέ τό Παι­δα­γω­γι­κό, για­τί δέν εἶ­χα ἄλ­λα πε­ ρι­θώ­ρια. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σα τήν Σχο­λή παν­ τρεύ­τη­κα καί πῆ­ρα τό­τε τήν ἀ­πό­φα­ση νά ἀ­σχο­λη­θῶ μέ τήν ἀ­να­τρο­φή τῶν παι­δι­ῶν καί νά μήν ἐρ­γα­στῶ ὅ­σο αὐ­τά εἶ­ναι μι­κρά. Ὅ­ταν ἔ­κα­να τό τέ­ταρ­το παι­δί, ἐ­νη­με­ρώ­ θη­κα πώς εἶ­χα τήν δυ­να­τό­τη­τα ὡς πο­ λύ­τε­κνη νά δι­ο­ρι­στῶ κα­θη­γή­τρια στήν Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση καί μά­λι­στα στόν τό­πο δι­α­μο­νῆς μου. Ἔ­τσι καί ἔ­γι­νε. Μοῦ ἀ­ρέ­σει πο­λύ ἡ δου­λειά μου καί ἔ­χω πο­λύ κα­λή ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μέ τούς μα­θη­τές. Ἔ­τσι κά­ποι­α στιγ­μή, θυ­μή­θη­κα τά λό­ για τοῦ Ὁ­σί­ου καί δό­ξα­σα τόν Θε­ό, δι­ό­τι καί παι­δα­γω­γός ἔ­γι­να καί ὄ­χι σέ μι­κρά παι­διά πού δέν τό ἤ­θε­λα, ἀλ­λά ἀ­πό λά­θος νό­μι­ζα, πώς αὐ­τό μέ εἶ­χε συμ­βου­λέ­ψει ὁ Γέ­ρον­τας». Μαρ­τυ­ρί­α Δι­ή­γη­ση πα­πα–Δαυ­ΐδ, Κα­ρε­ώ­του «Ἡ κυ­ρί­α ... ἀ­σθε­νή­σα­σα ἀ­πό καρ­κί­νο ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πό ἰ­σχυ­ρούς πό­νους. Ἡ ἴ­δια ἦ­ταν εὐ­λα­βέ­στα­τη, ἀλλ᾿ ὁ σύ­ ζυ­γός της ἀ­δι­ά­φο­ρος. Ἐ­ξέ­φρα­σε τήν ἐ­πι­θυ­μί­α νά ἐ­πι­σκε­ φθοῦν καί νά πα­ρα­κα­λέ­σουν τόν Γέ­ρον­ τα στήν Σου­ρω­τή. Ὁ σύ­ζυ­γός της κατ᾿ ἀρ­χάς ἀν­τέ­δρα­σε. ― Τί δου­λειά ἔ­χο­με στούς πα­πᾶ­δες. Τί μπο­ροῦν νά μᾶς κά­νουν. »Τε­λι­κά ὅ­μως ὑ­πο­χώ­ρη­σε γιά νά μήν τήν στε­νο­χω­ρή­ση. Ἔ­τσι πῆ­γαν οἱ δυ­ό τους, μέ τίς δύ­ο τους κό­ρες. Στήν Σου­ ρω­τή συ­νάν­τη­σαν με­γά­λη οὐ­ρά, πού πε­
  • 45.
    45 «Ἔβλεπε τίς σκέψεις μου» Ἐξαφάνισε τήνἐκδίκηση Μαρ­τυ­ρί­απ.Ρα­φα­ήλΣ. κ. Γ. ἀ­πόΡ. Χαλ­κι­δι­κῆς «Πάν­τα ὅ­ταν πή­γαι­να στόν Γέ­ρον­τα εἶ­χε κό­σμο καί δυ­σκο­λευ­ό­μουν νά τοῦ μι­λή­σω μέ ἄ­νε­ση. Τήν τε­λευ­ταί­α φο­ρά, πη­γαί­νον­τας σάν διά­κος, νο­μί­ζω τό 1991, φο­βό­μουν μή­πως πά­λι συμ­βῆ τό ἴ­διο καί προ­σευ­χή­θη­κα σχε­τι­κά. Ὅ­ταν ἔ­φθα­σα στήν «Πα­να­γού­δα», ἔκ­ πλη­κτος εἶ­δα ὅ­τι δέν ὑ­πῆρ­χε κα­νείς. Καί ἐ­πί πλέ­ον ὁ Γέ­ρον­τας μοῦ ἀ­φι­έ­ρω­σε πο­λύ χρό­νο, συμ­βου­λεύ­ον­τάς με γιά τό κά­θε τί. Καί ἐ­νῶ ἀ­πό μέ­σα μου δο­ξο­λο­γοῦ­σα τόν Θε­ό καί εὐ­χα­ρι­στοῦ­σα τόν Γέ­ρον­τα, ἐ­πει­δή περ­νοῦ­σε πο­λύ ἡ ὥ­ρα καί ὁ Γέ­ ρον­τας συ­νέ­χι­ζε νά μέ νου­θε­τῆ καί ἐ­γώ ἔ­πρε­πε ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἐ­κεί­νη τήν μέ­ρα νά βγῶ ἀ­πό τό Ὄ­ρος, ἄρ­χι­σα νά ἀ­νη­συ­χῶ, μή­πως δέν προ­λά­βω τό λε­ω­φο­ρεῖ­ο. Ἀλ­λά τόν λο­γι­σμό μου αὐ­τό, ὄ­χι μό­νο νά τόν πῶ δέν τολ­μοῦ­σα, ἀλ­λά καί μό­νο πού τό σκε­φτό­μουν τό θε­ω­ροῦ­σα ἀ­σέ­βεια. Ὁ Γέ­ρον­τας τόν ἔ­πια­σε καί δι­α­κό­ πτον­τας γιά λί­γο, μοῦ λέ­ει: «Μήν στε­νο­ χω­ρι­έ­σαι. Δέν τό χά­νεις τό λε­ω­φο­ρεῖ­ο». Καί συ­νέ­χι­σε τίς συμ­βου­λές. Ἔκ­πλη­ κτος, ἔ­δι­ω­ξα τήν ἀ­νη­συ­χί­α. Ἀλ­λά ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε πά­λι λί­γη ὥ­ρα, ξα­να­σκέ­φθη­κα: «Μό­νο μέ τρέ­ξι­μο θά προ­λά­βω». Ὁ Γέ­ ρον­τας πά­λι δι­έ­κο­ψε: «Ὄ­χι μό­νο θά προ­ λά­βης, ἀλ­λά καί θά πε­ρι­μέ­νης δύ­ο ὧ­ρες». Ἐ­γώ δέν μπο­ροῦ­σα νά κα­τα­λά­βω τί ἐν­νο­ οῦ­σε. Μό­νο πού πά­λι συ­νει­δη­το­ποί­η­σα, ὅ­τι ἔ­βλε­πε τίς σκέ­ψεις μου καί συ­νέ­χι­σα νά προ­σέ­χω στίς νου­θε­σί­ες του. Ὕ­στε­ρα ἀ­πό κάμ­πο­σο, σκέ­φθη­κα: «Τώ­ρα θά φεύ­ γη τό λε­ω­φο­ρεῖ­ο. Ἀ­ναγ­κα­στι­κά θά βγῶ αὔ­ριο». Καί ὁ Γέ­ρον­τας: «Κα­λά, κα­λά, ἄν­τε πή­γαι­νε. Πάν­τως νά ξέ­ρης θά πε­ρι­ μέ­νης δύ­ο ὧ­ρες». »Στίς Κα­ρυ­ές εἶ­δα κό­σμο καί τό λε­ω­ φο­ρεῖ­ο ἐ­κεῖ. Ρώ­τη­σα καί μοῦ εἶ­παν ὅ­τι ξε­κί­νη­σε κα­νο­νι­κά, ἀλ­λά ὅ­ταν ἔ­φθα­σε στήν Ἀ­θω­νιά­δα τό γύ­ρι­σαν πί­σω, γιά νά πά­ρη μέ­σα καί ἀν­τι­προ­σώ­πους ἀ­πό τήν Ἱ­ε­ρά Κοι­νό­τη­τα. Ἡ σύ­να­ξη ὅ­μως κα­θυ­ στέ­ρη­σε ἀρ­κε­τά. Πράγ­μα­τι, πε­ρί­με­να δύ­ο ὧ­ρες μέ­χρι νά ξε­κι­νή­σου­με». ρί­με­ναν νά πά­ρουν τήν εὐ­χή τοῦ Γέ­ρον­ τα. Μό­λις ἀν­τί­κρυ­σαν τό θέ­α­μα αὐ­τό, ὁ σύ­ζυ­γος εἶ­πε ἀ­πο­φα­σι­στι­κά: ― Πᾶ­με νά φύ­γου­με. Ἀ­δύ­να­τον νά πε­ρι­μέ­νω­με τό­ση ὥ­ρα. »Δέν πρό­λα­βε νά ὁ­λο­κλη­ρώ­ση καί ἀ­πό μα­κριά ξε­πρό­βα­λε ὁ Γέ­ρον­τας καί μό­λις πλη­σί­α­σε, εἶ­πε στήν μιά κό­ρη: ― Πε­ρᾶ­στε ἐ­σεῖς, ἐ­πει­δή βι­ά­ζε­ται ὁ πα­τέ­ρας σου. (Φυ­σι­κά, ἦ­ταν ἀ­δύ­να­τον νά εἶ­χε ἀ­κού­ση). Στήν ἀσθενή εἶπε: ― Δέν εἶ­ναι θέ­λη­μα Θε­οῦ νά γί­νης κα­λά. Αὐ­τό εἶ­ναι τό πραγ­μα­τι­κό σου συμ­φέ­ρον. Ἀλ­λά μέ­χρι τέ­λους, δέν θά ξα­να­πο­ νέ­σης. Δέν θά χρεια­σθῆ νά πά­ρης οὔ­τε ἀ­σπι­ρί­νη. Ὅ­πως καί πράγ­μα­τι συ­νέ­βη». »Τά ἀ­νω­τέ­ρω δι­η­γή­θη­κε ἡ μί­α ἀ­πό τίς θυ­γα­τέ­ρες πού ἦ­ταν αὐ­τό­πτης καί αὐ­τή­κο­ος μάρ­τυ­ρας στόν πα­πα–Δαυ­ΐδ. Ὁ κ. Γ. ἀ­πό Ρ. Χαλ­κι­δι­κῆς ἦ­ταν ἀ­πα­ ρη­γό­ρη­τος. Ὁ υἱ­ός του Σπυ­ρί­δων σέ ἀ­ε­ ρο­πο­ρι­κή ἄ­σκη­ση σκο­τώ­θη­κε. Ὁ συγ­κυ­ βερ­νή­της του κα­τώρ­θω­σε νά δι­α­σω­θῆ. Πά­νω στόν πό­νο του, ὁ πα­τέ­ρας θε­ώ­ρη­σε ὑ­πεύ­θυ­νο τόν δι­α­σω­θέν­τα καί σχε­δί­α­ζε νά ἐκ­δι­κη­θῆ. Εἶ­χε μά­θη τήν δι­εύ­θυν­σή του, τίς κι­νή­σεις του καί κα­τέ­στρω­νε τό σχέ­διό του, πῶς θά τόν σκο­τώ­ση. Κά­ποι­οι γνω­στοί του τόν ἔ­πει­σαν νά ἐ­πι­σκε­φθοῦν
  • 46.
    46 μα­ζί τόν Γέ­ρον­τακαί νά τοῦ πῆ τόν πό­νο του. Μό­λις ἔ­φθα­σαν στήν «Πα­να­γού­δα», πε­ρί τό 1991, ὁ Γέ­ρον­τας τόν ἔ­βα­λε νά κα­ θή­ση κον­τά του καί τοῦ εἶ­πε: «Μήν στε­ νο­χω­ρι­έ­σαι. Ἐ­κεῖ πού εἶ­ναι ὁ γυι­ός σου εἶ­ναι πο­λύ κα­λά. Τά λό­για αὐ­τά ἀλ­λά καί τό δι­ο­ρα­τι­κό χά­ρι­σμα τοῦ Γέ­ρον­τα, πού τά ἐ­πε­σφρά­γι­ζε, ἐ­νήρ­γη­σαν σάν βάλ­σα­μο στήν πα­τρι­κή καρ­διά. Μα­λά­κω­σε ὁ πό­νος του καί ὁ Γέ­ρον­τας κέρ­δι­σε τήν ἐμ­πι­στο­ σύ­νη του. Ὅ­μως ἡ ἐκ­δί­κη­ση, ἐκ­δί­κη­ση. Γι᾿ αὐ­τό πῆ­ρε τόν Γέ­ρον­τα ἰ­δι­αι­τέ­ρως καί τοῦ ἐ­ξο­μο­λο­γή­θη­κε τό σχέ­διό του. Στό τέ­ λος, τό­νι­σε μέ ἔμ­φα­ση: ― Γέ­ρον­τα, δέν γί­νε­ται, ὁ­πωσ­δή­πο­τε θά τόν σκο­τώ­σω. ― Ἐν­τά­ξει, ρέ παι­δί⋅ ὅ­μως ὄ­χι θά τόν σκο­τώ­σης, θά τόν σφά­ξης. Πῆ­γε μέ­σα στό Κελ­λί καί ὕ­στε­ρα ἀ­πό λί­γο γύ­ρι­σε μέ ἕ­να με­γά­λο ὀ­δον­τω­τό μα­ χαί­ρι. ― Νά, πά­ρε⋅ μ᾿ αὐ­τό θά τόν σφά­ξης, τοῦ εἶ­πε, δί­νον­τάς του τό μα­χαί­ρι. Ἔ! αὐ­τό ἦ­ταν! Μό­λις ἔ­πια­σε ὁ κ. Γ. τό μα­χαί­ρι, κά­τι συ­νέ­βη μέ­σα του. Τό πα­ρά­ λο­γο πά­θος ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε!!! Ἠ­ρέ­μη­σε. Κα­ τά­λα­βε τήν ἀ­νο­η­σί­α του καί δα­κρυ­σμέ­νος εὐ­χα­ρί­στη­σε τόν Γέ­ρον­τα. Ἡ οὐράνια μορφή του Μαρ­τυ­ρί­αΠαύ­λου, Ἠ­πει­ρώ­του Ἐ­γώ συ­νη­θι­σμέ­νος ἀ­πό ἕ­να κό­σμο πού τό μό­νο πού ἄ­κου­γες ἦ­ταν γιά μά­ γους καί μέν­τιουμ, ἄ­γευ­στος τῆς Ἁ­γι­ό­ τη­τας, ἔ­βα­λα κα­κό λο­γι­σμό καί νό­μι­σα ὅ­τι ὁ Γέ­ρον­τας ἦ­ταν μά­γος χω­ρίς ὅ­μως καί νά τό βά­ζω στήν καρ­διά μου τόν λο­ γι­σμό αὐ­τό, δέν ξέ­ρω για­τί συ­νά­μα εἶ­χα μιά γλύ­κα στήν καρ­διά. Καί ὄν­τως δέν δι­α­ψεύ­στη­κα, ὅ­ταν με­τά ἀ­πό λί­γες μέ­ ρες μέ τόν φί­λο καί ξά­δελ­φό μου Ἰ­ω­άν­νη ἐ­πι­σκε­φτή­κα­με τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί τόν Γέ­ρον­τα. »Θυ­μᾶ­μαι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, ὅ­τι ἀ­πό τήν στιγ­μή πού μπή­κα­με στό πλοῖ­ο ἀ­πό Οὐ­ρα­νού­πο­λη γιά Δάφ­νη καί μέ­χρι τίς Κα­ρυ­ές, ὅ­λες οἱ συ­ζη­τή­σεις πε­ρι­στρε­φό­ ταν γύ­ρω ἀ­πό τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο καί τά θαυ­μα­στά γε­γο­νό­τα πού συ­νέ­βαι­ναν στούς προ­σκυ­νη­τές. Φθά­νον­τας στίς Κα­ ρυ­ές, κα­τη­φο­ρή­σα­με γιά δι­α­νυ­κτέ­ρευ­ ση στή Μο­νή Ἰ­βή­ρων, περ­νών­τας δί­πλα ἀ­πό τό Κελ­λί τοῦ Γέ­ρον­τα, «τήν Πα­να­ γού­δα», ἀλ­λά ἀ­φή­σα­με τήν ἐ­πί­σκε­ψη γιά τήν ἐ­πι­στρο­φή⋅ αὐ­τά Κα­θα­ρά Δευ­τέ­ρα τοῦ 1991. »Προ­σκυ­νή­σα­με τήν Πορ­τα­ΐ­τισ­σα γε­μᾶ­τοι δέ­ος καί θαυ­μα­σμό γιά τήν θαυ­ μα­τουρ­γή αὐ­τή εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας μας, φεύ­γον­τας τήν ἄλ­λη μέ­ρα γιά τήν Φι­λο­θέ­ου. Δι­α­νυ­κτε­ρεύ­σα­με τό βρά­δυ στήν Φι­λο­θέ­ου, στήν πα­ρέ­α μας προ­στέ­ θη­κε ἕ­νας Ἱ­ε­ρέ­ας, ἕ­νας ὑ­πο­ψή­φιος ἱ­ε­ρέ­ας καί ἕ­νας Θε­ο­λό­γος. Γί­να­με μί­α πα­ρέ­α καί τήν ἑ­πο­μέ­νη ἀ­πο­φα­σί­σα­με νά πᾶ­με ὅ­λοι μα­ζί πί­σω στίς Κα­ρυ­ές. Ὅ­μως δη­μι­ουρ­ γή­θη­κε δί­λημ­μα, για­τί οἱ μι­σοί θέ­λα­νε νά πᾶ­με ἀ­πό τό μο­νο­πά­τι Φι­λο­θέ­ου–Κα­ρυ­ ές καί οἱ ἄλ­λοι ἀ­πό τόν δρό­μο πού περ­ νά­ει ἀ­πό Ἰ­βή­ρων. Τε­λι­κά ἐ­πι­κρά­τη­σε ἡ ἄ­πο­ψη νά πᾶ­με ἀ­πό τόν δρό­μο. Εὐ­τυ­χῶς δη­λα­δή, για­τί ἄν πη­γαί­να­με ἀ­πό πά­νω, ἴ­σως δέν θά περ­νού­σα­με ἀ­πό τό Κελ­λί τοῦ γέ­ρον­τος Πα­ϊ­σί­ου. Καί αὐ­τό φά­νη­κε ὅ­τι ἦ­ταν οἰ­κο­νο­μί­α Θε­οῦ, για­τί καί ἀ­πό κά­τω ἀ­πό τή δη­μο­σιά περ­νοῦ­σαν αὐ­το­ κί­νη­τα ἄ­δεια καί στά νεύ­μα­τα νά στα­μα­ τή­σουν, δέν τό ἔ­κα­νε κα­νείς, σέ ση­μεῖ­ο πού ὁ ἱ­ε­ρέ­ας τῆς πα­ρέ­ας σκαν­δα­λι­σθείς ἀ­πο­ροῦ­σε, για­τί νά συμ­βαί­νη αὐ­τό, γιά «Νέ­ος ἀ­κό­μα εὑ­ρι­σκό­με­νος στήν Ἀ­θή­να καί ἐ­πα­να­κάμ­πτων στήν Ἁ­γί­α μας Ἐκ­κλη­σί­α με­τά ἀ­πό μιά μα­κρά πε­ ρι­πλά­νη­ση στό ἀ­πό­λυ­το τί­πο­τα, ἄ­κου­σα ἀ­πό τόν ἀ­δελ­φι­κό μου φί­λο Ἰ­ω­άν­νη γιά τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο. Συγ­κε­κρι­μέ­να, μοῦ εἶ­πε, ὅ­τι ὑ­πάρ­χει στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος ἕ­νας Γέ­ρον­τας πού σέ φω­νά­ζει μέ τό ὄ­νο­μά σου καί ἄλ­λα θαυ­μά­σια.
  • 47.
    47 νά λά­βη τήνἀ­πάν­τη­ση ἀ­πό κά­ποι­ον τῆς πα­ρέ­ας ὅ­τι, παπ­πού­λη, «κά­θε ἐμ­πό­διο γιά κα­λό», πού λέ­ει καί ὁ λα­ός. »Ἐ­άν μᾶς ἔ­παιρ­ναν ὅ­μως τά τζίπ, θά πη­γαί­να­με κα­τευ­θεῖ­αν στίς Κα­ρυ­ές, ὁ­πό­ τε πά­λι ἴ­σως δέν περ­νού­σα­με ἀ­πό τόν Γέ­ρον­τα. Τέ­λος πάν­των μέ τά πολ­λά, ἀ­νη­φο­ρί­ζου­με τό μο­νο­πά­τι Ἰ­βή­ρων–Κα­ ρυ­ές πού περ­νά­ει ἀ­πό τήν «Πα­να­γού­δα», ἀ­φοῦ προ­η­γου­μέ­νως προ­σκυ­νή­σα­με βε­ βαί­ως με­τά πολ­λῆς χα­ρᾶς τήν Πορ­τα­ΐ­τισ­ σά μας. Στήν δι­α­δρο­μή ὅ­μως, προ­έ­κυ­ψε πρό­ βλη­μα μέ τόν ὑ­πο­ ψή­φιο ἱ­ε­ρέ­α τῆς πα­ ρέ­ας, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε κά­ποι­ο πρό­βλη­μα στό γό­να­το καί λό­ γῳ τῆς ἀ­νη­φό­ρας δυ­σκο­λευ­ό­ταν στό περ­πά­τη­μα, μέ ἀ­πο­ τέ­λε­σμα νά μέ­νη πί­σω. Τε­λι­κά, μέ τά πολ­λά φθά­νου­με στό Κα­λύ­βι τοῦ Γέ­ρον­ τα, ὁ ὁ­ποῖ­ος μᾶς ὑ­πο­ δέ­χθη­κε καί μᾶς κέ­ ρα­σε δύ­ο φο­ρές λου­ κού­μι, κα­τα­λα­βαί­ νον­τας ὅ­τι εἴ­μα­στε καί λί­γο νη­στι­κοί, ἀ­φοῦ ἦ­ταν πε­ρί­ο­δος Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς. »Ἐ­νῶ ρω­τοῦ­σε, «τί δου­λειά κά­νει ὁ κα­θέ­νας», φθά­νον­τας στόν ὑ­πο­ψή­φιο ἱ­ε­ρέ­α, τοῦ λέ­ει, «ἐ­σέ­να παλ­λη­κά­ρι, τί σοῦ συμ­βαί­νει;». Αὐ­τός ἔκ­πλη­κτος, τοῦ λέ­ει, ὅ­τι «δυ­σκο­λεύ­ε­ται πο­λύ μέ τό πό­δι του καί γιά ἕ­να λό­γο ἴ­σως πα­ρα­πά­νω, ἐ­πει­δή θά γι­νό­ταν καί ἱ­ε­ρεύς». Ὁ­πό­τε ὁ Γέ­ρον­τας χα­ϊ­δεύ­ον­τας τό κε­ φά­λι του, τοῦ λέ­ει, ὅ­τι αὐ­τό δέν εἶ­ναι τί­ πο­τα καί θά πε­ρά­ση. Δέν θά ξε­χά­σω ἐ­κεί­ νη τήν στιγ­μή, ἔ­χον­τας ἀ­πέ­ναν­τί μου τόν Γέ­ρον­τα, μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι «εἶ­δα τόν Θε­ό». Τό πρό­σω­πό του ἔ­λαμ­πε μέ μιά ὑ­περ­ κό­σμια λάμ­ψη καί γλυ­κύ­τη­τα, πού δέν μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­δο­θῆ μέ γή­ϊ­να λό­για, ἀλ­λά μι­λᾶ, κεν­τρί­ζει κα­τευ­θεῖ­αν τήν καρ­διά. Ὄν­τως μο­να­δι­κή ἐμ­πει­ρί­α. Ἀ­πό τήν μί­α με­ριά ὁ κό­σμος τῆς ὕ­λης καί ὁ κου­ρα­σμέ­ νος ἄν­θρω­πος τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας καί ἀ­πό τήν ἄλ­λη ἡ οὐ­ρά­νια μορ­φή τοῦ Γέ­ ρον­τα, ἡ ἀ­πό­λυ­τη ἀν­τί­θε­ση. Ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή οὔ­τε θαύ­μα­τα ἀ­να­ζη­τού­σα­με, οὔ­ τε λό­γους, ἀλ­λά ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κή πλη­ρό­τη­τα σέ κά­νει νά ἀ­να­φω­νῆς μέ­σα σου, «Πά­τερ, μοῦ φθά­νει μό­νο καί μό­νο πού σέ βλέ­ πω, δέν χρει­ά­ζε­ται τί­πο­τα ἄλ­λο». Ξαφ­νι­ κά αὐ­τό τό «ὄ­νει­ρο» τό στα­μα­τά­ει ἕ­νας θό­ρυ­βος ἀν­θρώ­πων, πού ἐρ­χό­ταν πά­νω ἀ­πό τό μο­νο­πά­τι πού κα­τε­βαί­νει ἀ­πό Κα­ρυ­ές. »Μᾶς ἀ­φή­νει πρός στιγ­μήν ὁ Γέ­ ρον­τας καί πλη­σιά­ ζει στό σύρ­μα, ρω­ τών­τας, τί συμ­βαί­ νει. Οἱ δύ­ο ἄν­τρες πού κου­βα­λοῦσα­ν ἕ­να μι­κρό παι­δί, γύ­ρω στά 10–12 σέ ἄ­σχη­μη κα­τά­στα­ση, ἀ­πάν­τη­σαν ὅ­τι ἔρ­ χον­ται ἀ­πό τήν Γερ­ μα­νί­α, Ἕλ­λη­νες με­ τα­νά­στες. Ὁ Γέ­ρον­ τας στε­νο­χω­ρέ­θη­κε καί τούς εἶ­πε ὅ­τι, «μό­νο γράμ­μα ἔ­πρε­ πε νά στεί­λουν γιά νά μήν τα­λαι­πω­ρή­σουν τό παι­δί». Τέ­λος πάν­των παίρ­νει τό παι­δί, τό ἀ­σπά­στη­κε, τόσταύ­ρω­σεκαίτούςἔ­βα­λενάκα­θή­σουν στά κού­τσου­ρα τῆς αὐ­λῆς. Ἐν τῷ με­τα­ξύ στρέ­φε­ται πρός τήν πα­ρέ­α μας καί μέ λί­ γο ἀ­πό­το­μο, ἀλ­λά πολύ εὐ­γε­νι­κό τρό­πο, μᾶς εἶ­πε, «νά πᾶ­με στήν εὐ­χή τῆς Πα­να­ γί­ας μας, δι­ό­τι δέν ἔ­χου­με τί­πο­τε». Ἐ­μεῖς λί­γο στε­νο­χω­ρη­μέ­νοι, δι­ό­τι ἡ συ­νο­μι­λί­α μας μέ τόν Γέ­ρον­τα δι­α­κό­πη­κε μό­λις εἶ­ χε ἀρ­χί­σει, ἀλ­λά μέ μιά ἐ­σω­τε­ρι­κή χα­ρά πή­ρα­με τό μο­νο­πά­τι γιά τίς Κα­ρυ­ές. Ἐ­νῶ προ­χω­ρή­σα­με πε­ρί­που 200–300 μέ­τρα, ἀ­κοῦ­με τόν ὑ­πο­ψή­φιο ἱ­ε­ρέ­α νά μᾶς λέ­ει, ὅ­τι ἀ­πό τήν ὥ­ρα πού φύ­γα­με ἀ­πό τό Κελ­ Ἀκούγοντας τήν ἐξαγόρευση λογισμῶν
  • 48.
    48 λί τοῦ Γέ­ρον­τα,δέν αἰ­σθά­νε­ται κα­θό­λου πό­νο στό πό­δι του καί ἀ­πό­δει­ξη αὐ­τοῦ, ὅ­τι ἔ­τρε­χε μπρο­στά ἀ­πό μᾶς σάν λα­γός, ἐ­νῶ προ­η­γου­μέ­νως δέν μπο­ροῦ­σε καί μέ δυ­σκο­λί­α ἀ­νέ­βη­κε τήν ἀ­νη­φό­ρα. »Χα­ρού­με­νη ὅ­λη ἡ πα­ρέ­α κα­τα­λή­ ξα­με γιά δι­α­νυ­κτέ­ρευ­ση στήν Ἱ. Μο­νή Κου­τλου­μου­σί­ου. Τήν ἑ­πο­μέ­νη τό πρωΐ ἀ­νε­βή­κα­με Κα­ρυ­ές καί πε­ρι­μέ­να­με στό κα­φε­νεῖ­ο τό λε­ω­φο­ρεῖ­ο γιά νά πε­ρά­σου­με στήν ἄλ­λη πλευ­ρά τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους. Ξαφ­νι­κά, ἐ­κεῖ πού πί­να­με τόν κα­φέ, βλέ­που­με νά μπαί­ νουν μέ­σα ἡ χτε­σι­ νή πα­ρέ­α πού ἀ­φή­ σα­με στήν «Πα­να­ γού­δα». Καί φυ­σι­κά γε­ μά­τοι πε­ρι­έρ­γεια, ρω­τή­σα­με τί συ­ νέ­βη με­τά, ὅ­ταν μᾶς «ἔ­δι­ω­ξε» ὁ Γέ­ ρον­τας. (Πα­ρεμ­ πι­πτόν­τως, αὐ­τό τό γε­γο­νός ἀ­πο­ δει­κνύ­ει καί τήν τα­πει­νο­φρο­σύ­νη του). Ὁ πα­τέ­ρας τοῦ παι­διοῦ, μᾶς ἐ­ξη­ γοῦ­σεμέκλάμ­μα­τα στά μά­τια, ὅ­τι ζεῖ χρό­νια στήν Γερ­ μα­νί­α καί τό παι­δί του εἶ­χε κά­ποι­ο πρό­βλη­μα ὑ­γεί­ας, πού ἐ­μεῖς δέν μπο­ρέ­σα­με νά κα­τα­λά­βου­με τί ἀ­κρι­βῶς ἦ­ταν καί γύ­ρι­σε ὅ­λους τούς για­ τρούς τοῦ κό­σμου χω­ρίς για­τριά καί ὅ­τι ὁ Γέ­ρον­τας σέ μί­α μό­νο στιγ­μή, μέ τήν προ­σευ­χή του γι­ά­τρε­ψε τό παλ­λη­κα­ρά­κι πού στε­κό­ταν νη­φά­λιο καί χα­ρού­με­νο δί­ πλα του, ἐ­νῶ τήν προ­η­γού­με­νη ἦ­ταν ἕ­να κου­βά­ρι πού τόν ἔ­φερ­ναν ση­κω­τό. Ὅ­λοι δα­κρύ­σα­με καί δο­ξά­σα­με τόν Θε­ό πού καί στά ἔ­σχα­τα ἔ­χει Ἁ­γί­ους δού­ λους του. Ὁ πα­τέ­ρας ἔ­κλαι­γε καί ἔ­λε­γε, ὅ­τι γνώ­ρι­σε τήν ἀ­λή­θεια καί πλέ­ον δέν ἐ­πι­θυ­μεῖ κά­τι ἄλ­λο καί τήν πε­ρι­ου­σί­α του ἀ­κό­μη νά τήν μοι­ρά­ση δέν τόν πει­ ρά­ζει, στήν ὁ­ποί­α προ­φα­νῶς εἶ­χε δώ­σει ὅ­λη τήν δύ­να­μη πρίν γνω­ρί­σει τόν Χρι­ στό. »Ἐ­πί­σης ἄλ­λη μί­α φο­ρά, συ­νάν­τη­σα τόν Γέ­ρον­τα τόν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 1993. Εἶ­χε βγεῖ ἐ­κεῖ στό σύρ­μα καί εἶ­χε ἁ­πλώ­ σει τά χέ­ρια του τεν­τω­μέ­να, ἔ­μοια­ζε σάν τόν Ἐ­σταυ­ρω­μέ­ νο. Ἔ­δει­χνε πο­λύ κα­τα­βε­βλη­μέ­νος, ἀλ­λά μᾶς εἶ­πε δυ­ό λό­για. Τό­τε βρῆ­κα εὐ­και­ρί­α νά τοῦ βά­ λω με­τά­νοι­α καί νά ζη­τή­σω συγ­γνώ­μη γιά τόν κα­κό λο­γι­ σμό μου πού τόν πέ­ρα­σα γιά μά­γο. Ὁ Γέ­ρον­τας, ὅ­ταν τοῦ εἶ­πα, «κά­πο­τε εἶ­χα κα­κό λο­γι­σμό γιά σᾶς», ἔ­βα­λε τά γέ­λια παρ᾿ ὅ­τι πο­νοῦ­σε καί μοῦ λέ­ει, «κα­ λά ἔ­κα­νες καί εἶ­χες κα­κό λο­γι­σμό», χα­ϊ­ δεύ­ον­ταςταυ­τό­χρο­ να τήν ἁ­μαρ­τω­λή κε­φα­λή μου. Ἀ­πό­ δει­ξη καί αὐ­τό τῆς τα­πεί­νω­σής του. Ἐν τῷ με­τα­ξύ, τήν ἴ­δια στιγ­μή ἦρ­θαν δύ­ο νέ­οι, οἱ ὁ­ποῖ­οι καί ἀ­πό μα­κρυ­ά φαι­ νό­ταν τό ἀ­κα­τά­στα­τον τῆς ψυ­χῆς τους. Ὁ Γέ­ρον­τας μό­λις τούς ἀν­τί­κρυ­σε, τούς λέ­γει, «ποῦ πᾶ­τε, εὐ­λο­γη­μέ­να, Πνευ­μα­ τι­κό ἔ­χε­τε;». «Ὄ­χι», ἀ­παν­τοῦν. «Νά πᾶ­τε νά βρῆ­τε Πνευ­μα­τι­κό, νά μπῆ­τε σέ λο­γα­ ρια­σμό, τά­ξη, σει­ρά». »Πήραμε τήν εὐχή του γιά τελευταία φορά. «Δόξα Σοι ὁ Θεός»». Ἀκούγοντας τήν ἐξαγόρευση λογισμῶν
  • 49.
    49 ΣΥΝΤΟΜΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ Σ υμ­μα­θη­τής του δι­η­γεῖ­ται,ὅ­τι ὅ­ταν οἱ ἄλ­λοι μα­θη­τές πα­τοῦ­σαν τίς μυρ­μηγ­κο­φω­λι­ές, ὁ Γέ­ρον­ τας, μι­κρό παι­δί τό­τε, τούς ἔ­λε­γε νά προ­σέ­χου­ν νά μήν τίς πα­τᾶ­νε. Τόν ἔ­παιρ­ναν κά­ποι­ες εὐ­λα­βεῖς γυ­ ναῖ­κες τῆς Κό­νι­τσας στό σπί­τι τους, ὅ­ταν ἀ­κό­μα ἦ­ταν μι­κρό παι­δί, γιά νά προ­σεύ­ χε­ται γιά ἀρ­ρώ­στους πού εἶ­χαν καί γί­ νον­ταν ὑ­γι­εῖς. Στή Μο­νή Στο­μί­ου, ὁ Γέ­ρον­τας εἶ­χε βο­η­θό του τόν μι­κρό τό­τε Παν­τε­λῆ Ντζι­ νι­έ­ρη πού τόν ἄ­φη­νε στό Μο­να­στή­ρι καί ὁ ἴ­διος ἀ­πο­τρα­βι­ό­ταν στό δά­σος νά προ­ σευ­χη­θῆ στήν ἡ­συ­χί­α. Ἔ­λε­γε ὅ­μως στόν Παν­τε­λῆ, νά μήν ἀ­φή­νη νά περ­νᾶ­νε μέ­ σα στό Μο­να­στή­ρι ἄν­θρω­ποι οἱ ὁ­ποῖ­οι δέν εἶ­χαν τήν κα­τάλ­λη­λη ἀμ­φί­ε­ση, δη­ λα­δή μέ παν­τε­λό­νια γυ­ναῖ­κες, μέ σόρ­τς ἄν­τρες κ.τ.λ. Ὁ Παν­τε­λῆς ὅ­μως, ἐ­πει­δή ἦ­ταν μι­κρός, ντρε­πό­ταν νά τούς ἐμ­πο­δί­ ση καί τούς ἔ­λε­γε «πε­ρά­στε γρή­γο­ρα νά ἀ­νά­ψε­τε κε­ρί καί βγεῖ­τε γρή­γο­ρα μή­πως ἔρ­θει ὁ Γέ­ρον­τας». Ἐ­πι­στρέ­φον­τας ὁ Γέ­ ρον­τας, τοῦ ἔ­κα­νε πα­ρα­τή­ρη­ση πού δέν τή­ρη­σε τήν ἐν­το­λή πού τοῦ ἄ­φη­σε, για­τί ἦ­ταν πο­λύ αὐ­στη­ρός σέ θέ­μα­τα ἐν­δυ­μα­ σί­ας. Καί ὁ Παν­τε­λῆς ἔ­με­νε μέ τήν ἀ­πο­ ρί­α, ποῦ τό ἤ­ξε­ρε ὁ Γέ­ρον­τας, ἀ­φοῦ ἔ­λει­ πε μέ­σα στό πυ­κνό δά­σος πού δέν φαί­νε­ ται τό Μο­να­στή­ρι. Ἀ­πό­δει­ξη αὐ­τό, τοῦ προ­ο­ρα­τι­κοῦ καί δι­ο­ρα­τι­κοῦ χα­ρί­σμα­τός του, πού εἶ­χε ἀ­πό νέ­ος ἀ­κό­μη μο­να­χός. Δι­η­γεῖ­το εὐ­λα­βής προ­σκυ­νη­τής ἐκ Κο­νί­τσης «Κά­πο­τε, ἡ μη­τέ­ρα μου μα­ζί μέ ἄλ­ λους Κο­νι­τσι­ῶ­τες εἶ­χαν ἀ­νέ­βει στή Μο­ νή Στο­μί­ου γιά προ­σκύ­νη­μα. Ὅ­ταν θέ­ λη­σαν νά ἐ­πι­στρέ­ψουν, ἄρ­χι­σαν καί οἱ πρῶ­τες στά­λες τῆς βρο­χῆς. Εἶ­χαν ἀ­νέ­βει χω­ρίς ὀμ­πρέλ­λες καί τώ­ρα εἶ­χαν πρό­βλη­
  • 50.
    50 μα. Ὁ Γέ­ρον­ταςξε­προ­βο­δί­ζον­τάς τους, τούς εἶ­πε μέ βε­βαι­ό­τη­τα: «Πη­γαί­νε­τε καί δέν θά σᾶς πει­ρά­ξη ἡ βρο­χή». Πράγ­μα­τι, στό δρό­μο ἔ­βρε­χε καί μό­νο πά­νω ἀ­πό τά κε­φά­λια τους δέν ἔ­βρε­χε. Θυ­μή­θη­καν τά λό­για τοῦ Γέ­ρον­τα καί δό­ξα­σαν τόν Θε­ό καί τήν Πα­να­γί­α». Δι­η­γεῖ­το ἡ ἀ­δελ­φή τοῦ Γέ­ρον­τα Χρι­στί­να «Ἦρ­θα μί­α φο­ρά στό Στό­μιο νά δῶ τόν Γέ­ρον­τα καί τοῦ ἔ­φε­ρα καί δύ­ο γά­τες, για­τί εἶ­χε πολ­λά πον­τί­κια, σκέ­τη μά­στι­ γα. «Πά­τερ Πα­ΐ­σι­ε, λέ­ω, «σοῦ ἔ­φε­ρα τίς γά­τες νά ἡ­συ­χά­σης ἀ­πό τά πον­τί­κια». Τήν ἑ­πό­με­νη φο­ρά πού ἐ­πι­σκέ­φτη­κα τήν Μο­νή, βλέ­πω μπαί­νον­τας στήν κου­ ζί­να ἕ­να σκεῦ­ος καί νά τρῶ­νε μα­ζί γά­τες καί πον­τί­κια. Λέ­ω, «Γέ­ρον­τα, ἐ­γώ σοῦ ἔ­φε­ρα τίς γά­τες νά φᾶ­νε τά πον­τί­κια καί σύ τά τα­ΐ­ζεις ὅ­λα μα­ζί;». Μοῦ λέ­ει, «ἄ­στα εὐ­λο­γη­μέ­νη, κρί­μα καί αὐ­τά, ὅ­λοι τά κυ­νη­γᾶ­νε καί τά σκο­ τώ­νουν, πλά­σμα­τα τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι κι αὐ­ τά»!». Δι­η­γεῖ­το ὁ Βα­σί­λει­ος Κί­τσιος, γαμ­πρός ἀ­πό ἀ­νε­ψιά τοῦ Γέ­ρον­τα «Στό Στό­μιο πή­γαι­να συ­χνά καί γιά ἐρ­γα­σί­ες, ἀλ­λά καί τήν ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α τοῦ Γέ­ρον­τα. Πολ­λές φο­ρές, εὕ­ρι­σκα τόν Γέ­ρον­τα νά ἔ­χη ξα­πλώ­σει σέ κά­τι πρό­χει­ ρα κα­τα­λύμ­μα­τα ὑ­πό­γεια καί ὑ­γρά, ἐ­νῶ εἶ­χε δω­μά­τιο κα­τάλ­λη­λο γιά κελ­λί. Μί­α φο­ρά, πού τόν βρῆ­κα σ᾿ αὐ­τή τήν κα­τά­στα­ση, τοῦ λέ­ω, «για­τί δέν πᾶς, εὐ­ λο­γη­μέ­νε, νά κοι­μη­θῆς σάν ἄν­θρω­πος στό κελ­λί σου;» καί μοῦ ἀ­παν­τᾶ: «Βα­σί­ λη, τό σαρ­κί­ον θέ­λει τα­λαι­πω­ρί­α, για­τί μοιά­ζει σάν λέ­ων θη­ρι­ώ­δης, ἐ­άν τό πε­ρι­ ποι­ού­μα­στε πο­λύ»». Δι­η­γεῖ­το ὁ Κο­νι­τσι­ώ­της Παῦ­λος Σέρ­ρας «Δέν θά ξε­χά­σω πο­τέ, ὅ­ταν ἤ­μουν μι­ κρός, μέ συ­νάν­τη­σε ὁ Γέ­ρον­τας πού εἶ­χε κα­τέ­βει ἀ­πό τό Στό­μιο στήν Κό­νι­τσα καί ξέ­ρον­τας τήν φτώ­χεια πού ὑ­πῆρ­χε, μοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να τάλ­λη­ρο καί μοῦ λέ­ει, «νά πά­ ρε­τε λί­γο λά­δι γιά τό σπί­τι» καί μᾶς ζέ­ στα­νε τήν καρ­διά μέ τήν συμ­πό­νοι­ά του πα­ρά μέ τήν πο­σό­τη­τα τοῦ λα­διοῦ, πράγ­ μα πού ἔ­κα­νε μέ πολ­λούς ἐμ­πε­ρί­στα­τους ἀ­δελ­φούς Κο­νι­τσι­ῶ­τες Χρι­στια­νούς καί Μου­σουλ­μά­νους, κα­θώς μαρ­τυ­ρεῖ­ται ἀ­πό πολ­λούς». Δι­η­γεῖ­το ὁ Ἀ­λέ­ξης Σέρ­ρας ἐκ Κο­νί­τσης «Τήν ἐ­πο­χή πού ὁ Γέ­ρον­τας ἔ­με­νε στή Μο­νή Στο­μί­ου, ἐ­γώ νε­α­ρός τσομ­πά­νος, ἔ­βο­σκα τά πρό­βα­τά μου στά Σιά­δια τῆς Μύ­γας (βο­σκό­το­πος τῆς Τύμ­φης, πλη­ σί­ον τῆς Κό­νι­τσας). Ἀ­πό και­ροῦ εἰς και­ ρόν ἀ­νε­βο­κα­τέ­βαι­να στήν Κό­νι­τσα γιά ἀ­νε­φο­δια­σμό, περ­νών­τας πάν­τα βέ­βαι­α ἀ­πό τό μο­να­στη­ρά­κι τῆς Πα­να­γί­ας καί ἔ­βλε­πα καί τόν γε­ρo-Πα­ΐ­σιο. Μιά φο­ρά, μπαί­νον­τας στό Μο­να­στή­ρι φω­νά­ζω τόν Γέ­ρον­τα, ἀλ­λά δέν τόν βλέ­πω που­θε­νά. Πη­γαί­νω πρός τό κελ­λί του καί ἀ­νοί­ γον­τας, βρί­σκω τόν Γέ­ρον­τα σέ κα­κή κα­ τά­στα­ση. Τοῦ λέ­ω, «τί σοῦ συμ­βαί­νει;». Μοῦ λέ­ει, «Ἀ­λέ­ξη, δέν εἶ­μαι κα­λά, μᾶλ­ λον θά πε­θά­νω». Καί μοῦ δί­νει ἕ­να βι­βλί­ο μέ τίς εἰ­ σπρά­ξεις τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ καί με­ρι­κά ἄλ­λα πράγ­μα­τα νά τά πα­ρα­δώ­σω στόν Δε­σπό­τη, ἔ­χον­τας τήν πε­ποί­θη­ση ὅ­τι ζεῖ
  • 51.
    51 τίς τε­λευ­ταῖ­ες τουστιγ­μές. Κα­τά­λα­βα ὅ­τι ἔ­χει πά­ρει πνευ­μο­νί­α καί σάν πρα­κτι­κός για­τρός, παίρ­νω ἀ­πό τήν κου­ζί­να καυ­τε­ρές πι­πε­ρι­ές πού ἔ­βα­ζαν στήν φα­σο­λά­δα, τίς στουμ­πί­ζω καί πιά­νω, τόν τρί­βω στήν πλά­τη καί τόν κου­κου­λώ­νω μέ με­ρι­κές κου­βέρ­τες, μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά ἱ­δρώ­ση ὑ­περ­βο­λι­κά καί νά ἀ­πο­βά­λη τό κρύ­ω­μα. Σώ­ζον­τας ἔ­τσι τήν ζω­ή τοῦ Γέ­ρον­τα, προ­νοί­ᾳ ζῶν­ τος Θε­οῦ». Δι­η­γεῖ­τοὁἀ­δελ­φός τοῦΓέ­ρον­ταΡα­φα­ήλ «Δι­η­γεῖ­το ὁ ἀ­δελ­φός τοῦ Γέ­ρον­τα Ρα­ φα­ήλ,γιάτήνἐγ­κρά­τειατοῦΓέ­ρον­τα,ὅ­τι ὅ­ταν ἔ­φυ­γε νά κά­νη τήν ἀ­να­κο­μι­δή τῶν Λει­ψά­νων τοῦ ἐν ἁ­γί­οις πα­τρός ἡ­μῶν Ἀρ­ σε­νί­ου τοῦ Καπ­πα­δό­κου στήν Κέρ­κυ­ρα, τόν ἄ­φη­σε στό πό­δι του στό Μο­να­στή­ρι. Πρίν φύ­γη, στρώ­σα­νε τρά­πε­ζα νά φᾶ­νε κά­τι, αὐ­τός πῆ­ρε βι­α­στι­κά δύ­ο ἐ­λι­ές στό χέ­ρι καί ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Γυρ­νών­τας με­τά μί­α βδο­μά­δα, κα­τά συγ­κυ­ρί­α βρί­σκει τόν ἀ­δελ­φό του νά εἶ­ναι πά­λι στήν τρά­πε­ζα καί τοῦ λέ­ει χα­ρι­το­λο­γών­τας πα­ρά ἐ­λέγ­ χον­τας, «εὐ­λο­γη­μέ­νε, ἐ­γώ μέ δύ­ο ἐ­λι­ές πῆ­γα στήν Κέρ­κυ­ρα καί γύ­ρι­σα καί σύ ἀ­κό­μα τρῶς;»». ΕἰρήνηςΚαραμουράτη-Μουρελάτου ἀνεψιᾶςτοῦὁσίουΠαϊσίου, κόρηςτῆςἀδελφῆςτουΖωῆς «Ὁ ὅ­σιος Πα­ΐ­σιος φαι­νό­ταν ὅ­τι ἦ­ταν ἐ­κλε­κτός τοῦ Θε­οῦ ἀ­πό νέ­ος. Ὅ­ταν ἤ­μα­ σταν μι­κρές (ἡ Στα­μα­τί­α καί ἡ Εἰ­ρή­νη, κό­ρες τῆς ἀ­δελ­φῆς του Ζω­ῆς), πη­γαί­να­με μα­ζί του στή Μο­νή Στο­μί­ου ἀ­πό ἕ­να μι­ κρό μο­νο­πά­τι, πε­ρί­που δύ­ο ὧ­ρες δι­α­δρο­ μή. »Στό δρό­μο συ­ναν­τή­σα­με μί­α ἀρ­κού­ δα μέ δύ­ο μι­κρά ἀρ­κου­δά­κια πού μᾶς ἔ­κλει­ναν τό μο­νο­πά­τι. Ὁ Γέ­ρον­τας, τούς εἶ­πε: «Για­τί μᾶς κλεί­νε­τε τό δρό­μο; Πη­ γαί­νε­τε στόν δι­κό σας καί ἐ­μεῖς στόν δι­κό μας» καί τό­τε οἱ ἀρ­κοῦ­δες ἔ­φυ­γαν. Συ­νε­ χί­σα­με τόν δρό­μο καί ὁ Γέ­ρον­τας ἔ­λε­γε συ­νέ­χεια προ­σευ­χές μέ τό κομ­πο­σχοί­νι του. »Κά­ποι­α ἄλ­λη φο­ρά, ἡ ἀ­δελ­φή μου Στα­μα­τί­α με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πό ἐ­μέ­να, θυ­ μᾶ­ται, ὅ­τι εἶ­χε πά­ει στή Μο­νή μα­ζί του. Κα­θώς κοι­μό­ταν, κα­τά τήν διά­ρκεια τῆς νύ­χτας ξύ­πνη­σε. Πῆ­γε νά δῆ ποῦ εἶ­ναι ὁ θεῖ­ος. Φτά­νον­τας ἀ­πό τό κελ­λί στήν ἐκ­κλη­σί­α δί­πλα, ἄ­νοι­ξε τήν πόρ­τα καί ἄ­κου­γε ψαλ­μούς μέ τήν φω­νή τοῦ θεί­ου νά ἔρ­χων­ται ἀ­πό τό Ἱ­ε­ρό, ὁ­πό­τε δέν φο­βή­ θη­κε σκε­πτό­με­νη ὅ­τι ἦ­ταν μέ­σα. Κά­θι­σε στόν να­ό. Με­τά ἀ­πό κά­ποι­α ὥ­ρα, εἶ­δε τόν Γέ­ρον­τα πού ἐρ­χό­ταν ἀ­πό τήν Κό­νι­τσα, ὅ­που εἶ­χε πά­ει νά πά­ρη πε­τρέ­λαι­ο. Τῆς εἶ­ πε, ὅ­τι δέν τήν πῆ­ρε μα­ζί του γιά νά μήν κου­ρα­στῆ καί τόν ρώ­τη­σε, «τό­τε ποι­ός ἔ­ψελ­νε στό Ἱ­ε­ρό; νό­μι­σα ὅ­τι ἤ­σουν μέ­σα καί ἔ­τσι κά­θι­σα καί πε­ρί­με­να». »Ἄλ­λη φο­ρά, εἴ­μα­σταν μέ­σα στό Μο­ να­στή­ρι καί ὁ θεῖ­ος ἔ­ψαλ­λε. Κά­ποι­ος, χτυ­ποῦ­σε τήν πόρ­τα, ὁ Γέ­ρον­τας ἄ­νοι­ξε καί δέν ἦ­ταν κα­νείς. Ὁ Γέ­ρον­τας συ­νέ­χι­ σε νά προ­σεύ­χε­ται, λέ­γον­τάς μας νά μήν ἀ­νη­συ­χοῦ­με. »Ὅ­ταν κά­πο­τε ἕ­να φί­δι τσίμ­πη­σε τήν ἀ­δελ­φή μου Στα­μα­τί­α, ὁ Γέ­ρον­τας σταύ­ ρω­σε ἐ­κεῖ­νο τό ση­μεῖ­ο καί τῆς εἶ­πε, «δέν χρει­ά­ζε­ται νά πᾶ­με στό για­τρό, θά γί­νης κα­λά», καί ὄν­τως ἔ­τσι ἔ­γι­νε. »Θυ­μᾶ­μαι ἐ­πί­σης πο­λύ κα­λά καί τό εἶ­δα μέ τά ἴ­δια μου τά μά­τια τό ἑ­ξῆς γε­γο­ νός: Στό σπί­τι μας εἴ­χα­με ἕ­να ἄ­λο­γο κα­ θώς οἱ γο­νεῖς μου ἦ­ταν γε­ωρ­γοί. Κά­πο­τε, εἶ­χε πέ­σει κά­τω, ἦ­ταν ἀ­κί­νη­το βγά­ζον­τας ἔ­ξω τή γλῶσ­σα του. Ἡ μη­τέ­ρα μου Ζω­ή ἦ­ταν πο­λύ στε­νο­χω­ρη­μέ­νη, για­τί μέ τό ἄ­λο­γο με­τα­φέ­ρα­με ὅ­λα τά τρό­φι­μα, τρι­
  • 52.
    52 φύλ­λια καί λοι­πά. »Ἦρ­θεὁ θεῖ­ος γιά νά τοῦ δώ­σου­με ψω­μί πού εἶ­χε ζυ­μώ­σει ἡ μη­τέ­ρα μου. Τήν ρώ­τη­σε: «Ἀ­δελ­φή, για­τί κλαῖς;». Καί τοῦ ἀ­πάν­τη­σε: «Τό ἄ­λο­γο ψο­φά­ει καί δέν μπο­ρῶ νά πά­ω στόν κάμ­πο νά πάω στόν ἄν­τρα μου πού πε­ρι­μέ­νει». Τό­τε ὁ Γέ­ρον­ τας, τῆς εἶ­πε: «Μή στε­νο­χω­ρι­έ­σαι Ζω­ή καί τό ἄ­λο­γο θά γί­νη κα­λά». Μπῆ­κε στό σταῦ­λο, ἔ­κλει­σε τήν πόρ­τα καί με­τά ἀ­πό λί­γο ἄ­νοι­ξε καί τό ἄ­λο­γο βγῆ­κε μέ ζω­η­ ρά βή­μα­τα. Ἡ μη­τέ­ρα μου τόν ρώ­τη­σε «ἀ­δελ­φέ, τί τοῦ ἔ­κα­νες;» καί τῆς ἀ­πάν­τη­ σε: «Ὄ­χι ἐ­γώ, ἡ δύ­ να­μη τοῦ Κυ­ρί­ου». »Κά­ποι­α ἄλ­λη φο­ρά, πού εἶ­χε κα­ τέ­βει ἀ­πό τό Μο­ να­στή­ρι καί εἶ­χε ἔρ­θει σπί­τι γιά νά ξε­κου­ρα­στῆ, νά μᾶς δῆ καί νά τοῦ δώ­σου­με ψω­μί καί τρό­φι­μα γιά νά πά­ ρη μα­ζί του, μι­λοῦ­ σε ἐμ­πι­στευ­τι­κά στόν πα­τέ­ρα μου Νι­κό­λα­ο καί ἐ­γώ τόν ἄ­κου­σα κα­θώς ἤ­μουν στό δι­πλα­νό δω­μά­τιο. Τοῦ ἔ­λε­γε, ὅ­τι κα­θώς ἦ­ταν στό Μο­να­στή­ρι τόν πή­ρα­νε κά­ποι­οι πει­ρα­σμοί, εἶ­χε νοι­ώ­σει κά­τι νά τόν σπρώ­χνη γιά νά τόν ρί­ξη στόν γκρε­ μό. (Τό ὕ­ψος στή Μο­νή Στο­μί­ου εἶ­ναι πο­λύ με­γά­λο, κα­θώς ἔ­χει βα­θειά χα­ρά­δρα καί κά­τω περ­νᾶ ὁ Ἀ­ῶ­ος πο­τα­μός, τό­σο πού ἀν­θρώ­πι­νο μά­τι δέν βλέ­πει κα­θα­ρά κά­τω. Στό ση­μεῖ­ο ἐ­κεῖ­νο καί σή­με­ρα ὑ­πάρ­ χει ἕ­νας με­γά­λος Σταυ­ρός). Ἔ­νοι­ω­σε κά­ ποι­α δύ­να­μη, θε­ώ­ρη­σε ὅ­τι ἦ­ταν ἡ Πα­να­ γί­α πού τόν φύ­λα­ξε. Δέν εἶ­χε πά­θει τί­πο­τε. Καί εἶ­πε στόν πα­τέ­ρα μου: «Μήν τό πῆς που­θε­νά καί φο­βη­θῆ ὁ κό­σμος». Βα­σί­λη Μου­ρε­χί­δη, Κό­νι­τσα «Ἀ­πό τό 1960 ἕ­ως τό 1962, ἐρ­χό­μουν στό μο­να­στή­ρι Στο­μί­ου σάν μι­κρό παι­δά­ κι τά κα­λο­καί­ρια καί τό Πά­σχα καί Σαβ­ βα­το­κύ­ρια­κα, για­τί ἤ­μουν τό ἀ­γα­πη­μέ­νο του παι­δί ἀπ᾿ τήν κά­τω Κό­νι­τσα. »Θυ­μᾶ­μαι, τά βρά­δια ὅ­ταν προ­σευ­χό­ ταν στό κελ­λί, ἡ νύ­χτα γί­νον­ταν μέ­ρα κι ἐ­γώ ρω­τοῦ­σα τόν Γέ­ρον­τα, «τί φῶς δυ­να­ τό εἶ­ναι αὐ­τό» καί μοῦ ἀ­παν­τοῦ­σε, «γύρ­ να ἀπ᾿ τή με­ριά τοῦ τοί­χου καί σκε­πά­σου μέ τήν κου­βέρ­τα καί μή φο­βᾶ­σαι, σέ προ­ στα­τεύ­ω ἐ­γώ». Αὐ­τό συ­νέ­βαι­νε καί ὅ­ταν ἤ­μα­σταν στήν ἐκ­κλη­σί­α, σχε­τι­κά μέ τό φῶς. »Με­ρι­κές φο­ρές, ἄ­κου­γα συ­ζή­τη­ση μέ γυ­να­κεί­α φω­νή ὅ­ταν ὁ Γέ­ρον­τας προ­σευ­ χό­ταν κι ὅ­ταν τόν ρω­τοῦ­σα, μοῦ ἀ­παν­ τοῦ­σε, «θά κα­τα­λά­βης ὅ­ταν με­γα­λώ­σης». Τώ­ρα πού εἶ­μαι με­γά­λος, συ­νει­δη­το­ποί­ η­σα ὅ­τι ὁ Γέ­ρον­τας μι­λοῦ­σε μέ τήν Πα­ να­γί­α. »Κά­πο­τε, ἦρ­θαν 35 ἄν­θρω­ποι νά προ­ σευ­χη­θοῦν. Ὁ Γέ­ρον­τας, φώ­να­ξε μί­α γυ­ ναί­κα μέ τό ὄ­νο­μά της Εὐ­αγ­γε­λί­α καί τῆς εἶ­πε: «Ὁ ἄν­δρας σου θά γί­νη κα­λά (ἦ­ταν
  • 53.
    53 στό τε­λευ­ταῖ­ο στά­διοτοῦ καρ­κί­νου), πρό­σε­ξε τήν καρ­διά σου νά μήν ἀ­φή­σης ὀρ­φα­νά τά παι­διά σου». »Με­ρι­κές φο­ρές, ἔ­φευ­γε ἀπ᾿ τό Μο­ να­στή­ρι καί δέν ἤ­ξε­ρα ποῦ ἦ­ταν. Τόν ἔ­ψα­χνα καί τόν ἔ­βλε­πα ἀ­πέ­ναν­τι στούς γκρε­μούς νά περ­πα­τά­η σάν κα­τσί­κι καί σέ λί­γο ἐ­πέ­στρε­φε. »Τοῦ ἔ­λε­γα, ὅ­τι «θέ­λω νά γί­νω κα­λό­γε­ρος» καί μοῦ ἀ­παν­τοῦ­σε, «κα­λό­γε­ρος δέν θά γί­νης, θά γί­νης ὅ­μως κα­ λός ἄν­θρω­πος». »Ἐρ­χό­ταν Πά­σχα κι ἔ­λε­ γα ὅ­τι τ᾿ ἄλ­λα παι­διά θά ᾿χουν γε­ρά αὐ­γά κι ἐ­γώ δέν θά μπο­ ρῶ νά τά τσουγ­κρί­σω καί νά τά σπά­ω. Τό­τε αὐ­τός, ἐ­πει­δή ἦ­ταν τορ­να­δό­ρος κι εἶ­χε τόρ­ νο, μοῦ ἔ­φτεια­ξε ἕ­να ξύ­λι­νο αὐ­γό κι ἐ­γώ τόν ρώ­τη­σα, «ἄν πει­ρά­ζη πού θά χαι­ρό­μουν μ᾿ ἕ­να ψεύ­τι­κο αὐ­γό» καί μοῦ ἀ­πάν­τη­σε, «ἡ χα­ρά τοῦ παι­διοῦ πο­τέ δέν εἶ­ναι ἁ­μαρ­ τί­α». »Μιά φο­ρά, εἶ­χαν ἔλ­θει δύ­ο Ἰν­δοί πού μι­λοῦ­σαν Ἑλ­ λη­νι­κά, ὁ ἕ­νας ἦ­ταν γκου­ρού καί κά­τι προ­σπά­θη­σε νά τόν πει­ρά­ξη. Τό­τε ὁ Γέ­ρον­τας, τόν πρό­ στα­ξε νά κά­τση πέν­τε λε­πτά ἀ­κί­νη­τος. Αὐ­τός ἔ­μει­νε ἀ­κί­νη­τος κι ὕ­στε­ρα ἄρ­χι­σε νά τρέ­χη, ἐ­νῶ ὁ ἄλ­λος Ἰν­δός τόν πα­ρα­κα­ λοῦ­σε νά μεί­νη καί τόν φώ­να­ζε νά γυ­ρί­ ση πί­σω. Φί­λη­σε τό χέ­ρι τοῦ Γέ­ρον­τα κι ἔ­φυ­γε κι αὐ­τός. »Ὅ­ταν εἶ­χαν ἔλ­θη κά­ποι­οι Κύ­πριοι φοι­τη­τές, τούς εἶ­χε πεῖ καί εἶ­χε προ­βλέ­ ψει τήν εἰ­σβο­λή τῶν Τούρ­κων τό ᾿64 καί τό ᾿74». Μιά φο­ρά, κα­τέ­βη­καν δύ­ο πα­τέ­ρες νά τόν δοῦ­ν στό Κα­λύ­βι του. Ἦ­ταν χει­μώ­νας καί τόν βρῆ­καν μό­νο του ἔ­ξω ἀ­πό τό Κα­λύ­βι. Ἦ­ταν κά­τω ἀ­πό τήν μι­κρή ἁ­πλω­τα­ριά του καί εἶ­χε μα­ζέ­ ψει ἕ­να μι­κρό σω­ρό ἀ­πό ξύ­λα σέ με­γά­λο μέ­γε­θος καί τά πε­τοῦ­σε ἀ­πό κά­τω, πά­νω στήν ἁ­πλω­τα­ριά. Εἶ­χε ἀ­φή­σει ἕ­να μι­κρό ἄ­νοιγ­μα στά κάγ­κε­λα τῆς ἁ­πλω­τα­ριᾶς καί ἀ­πό τό ἄ­νοιγ­μα αὐ­τό πε­τοῦ­σε τά ξύ­λα ἐ­πά­νω. Προ­θυ­μο­ποι­ή­θη­καν νά κά­νουν αὐ­τοί τήν δου­λειά γιά νά μήν κου­ρά­ζε­ται ὁ Γέ­ ρον­τας, για­τί τά ξύ­λα ἦ­ταν με­γα­λού­τσι­ κα. «Ὄ­χι, εἶ­πε, θά τά ρί­ξω ἐ­γώ, ἀλ­λά νά ξέ­ρε­τε ἄν μοῦ πε­ρά­ση λο­γι­σμός ὑ­πε­ρη­ φα­νεί­ας δέν θά περ­νοῦν ἀ­πό τό ἄ­νοιγ­μα». Κά­θον­ταν καί τόν κοι­τοῦ­σαν. Ἕ­να–ἕ­να πέ­ρα­σαν ὅ­λα. Δέν λά­θε­ψε σέ κα­νέ­να. Καί κα­τά­λα­βαν, ὅ­τι ὁ Γέ­ρον­ τας δέν εἶ­χε λο­γι­σμό ὑ­πε­ρη­φα­νεί­ας.
  • 54.
    54 Ὁ Γιά­ννης ἀ­πότήν Κρή­τη, εἶ­χε ἔρ­θη γιά πρώ­τη φο­ρά μέ ἄλ­λους στόν Γέ­ρον­ τα. ― Γιά­ννη, δός μου τό κα­λά­μι σου. Ὁ Γέ­ρον­τας τό πῆ­ρε καί συ­νέ­χι­σε: ― Ἔ­χω ἕ­να χω­ρά­φι, καί ἔ­κα­νε μέ τό κα­λά­μι ἕ­να τε­τρά­πλευ­ρο, ὁ γεί­το­νας μοῦ κα­τα­πά­τη­σε ἕ­να κομ­μά­τι. Τί λές, νά τόν πά­ω στά δι­κα­στή­ρια ἤ νά τόν ἀ­φή­σω στό ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ; Ἐ­γώ πάν­τως νο­μί­ζω, ὅ­τι κα­λύ­τε­ρα εἶ­ναι νά τόν ἀ­φή­σω στό ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ. Ὁ Γιά­ννης, πράγ­μα­τι ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε τό ἀ­νω­τέ­ρω πρό­βλη­μα. Πῆ­ρε τήν ἀ­πάν­ τη­ση ἀ­πό τόν Γέ­ρον­τα καί εἰ­ρή­νευ­σε. Ἀ­νώ­νυ­μος δι­η­γή­θη­κε «Εἶ­χα ἐ­πι­σκε­φθῆ τόν Γέ­ρον­τα μα­ζί μέ ἕ­ναν Ἱ­ε­ρέ­α ἀ­πό τήν Χί­ο. (Ἀρ­γό­τε­ρα, ἡ πρε­σβυ­τέ­ρα του μᾶς βά­πτι­σε ἕ­να παι­ δά­κι μας καί γί­να­με καί κουμ­πά­ροι. Ἄν καί ἕ­ξι χρό­νια παν­τρε­μέ­νοι δέν εἶ­χαν ἀ­πο­κτή­σει παι­δά­κι). Ἦ­ταν στήν αὐ­λή ἀρ­κε­τοί. Ὅ­ταν ἔ­φυ­γαν οἱ ἄλ­λοι, εἴ­χα­με μεί­νει ἐ­μεῖς οἱ δύ­ο. Στό τέ­λος φεύ­γον­ τας, ἐ­γώ εἶ­χα ἤ­δη βγεῖ ἀ­πό τήν συρ­μά­ τι­νη πόρ­τα καί ἐ­νῶ ἐρ­χό­ταν ἀ­πό πί­σω λί­γα μέ­τρα καί ὁ Γέ­ρον­τας μέ τόν ἱ­ε­ρέ­α, ἀ­κού­ω τόν Γέ­ρον­τα: ― Πα­πᾶ, δέν ἔ­χεις παι­δί· ἔ­τσι δέν εἶ­ ναι; ― Ναί, Γέ­ρον­τα. ― Μήν στε­νο­χω­ρι­έ­σαι, θά κά­νης. Πή­ρα­με εὐ­χή καί φύ­γα­με. Μό­λις ἀ­πο­μα­κρυν­θή­κα­με, μοῦ λέ­ει ὁ πα­πάς: ― Ἄ­κου­σες τί εἶ­πε ὁ Γέ­ρον­τας. Μή­ πως ἐ­γώ δέν ἄ­κου­σα κα­λά; Τόν δι­α­βε­βαί­ω­σα ὅ­τι καί ἐ­γώ τό ἄ­κου­σα. Τήν ἑ­πό­με­νη χρο­νιά ἀ­πέ­κτη­σε παι­δί». Ἀ­νώ­νυ­μος δι­η­γή­θη­κε «Ὁ πα­τέ­ρας μου ἦ­ταν κυ­νη­γός. Ἄρ­ χι­σα καί ἐ­γώ. Μοῦ εἶ­χε γί­νει μά­λι­στα πά­θος. Ἡ μη­τέ­ρα μου μέ ἀ­πέ­τρε­πε. Ἐ­γώ, ἔ­χον­τας καί τήν ἄ­δεια τοῦ Πνευ­μα­τι­ κοῦ μου, συ­νέ­χι­ζα. Τό­τε, μέ προ­έ­τρε­ψε νά ρω­τή­σω τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο. Ὅ­ταν πῆ­γα στήν «Πα­να­γού­δα», ἦ­ταν ὁ Γέ­ ρον­τας μέ πο­λύ κό­σμο. Κά­θι­σα στή ἄ­κρη καί σκε­πτό­μουν, πῶς μέ­σα σέ τό­σο κό­σμο, θά τόν ρω­τή­ σω γι᾿ αὐ­τό τό ἀ­σή­μαν­το κα­τά τόν λο­γι­ σμό μου θέ­μα. Κά­ποι­α στιγ­μή, ἀ­φή­νει τούς ἄλ­λους καί ἔρ­χε­ται πρός τό μέ­ρος μου. Πρίν προ­λά­βω νά τοῦ πῶ τί­πο­τε, μοῦ λέ­ει: «Ὅ­ταν ἤ­μουν παι­δί, τήν πρώ­τη φο­ ρά πού ἔρ­ρι­ξα μέ τήν σφεν­δό­να, τόν πέ­ τυ­χα τόν κοκ­κι­νο­λαί­μη καί τόν σκό­τω­ σα. Με­τά ὅ­μως, μέ πεί­ρα­ξε ἡ συ­νεί­δη­ση καί τήν ἔ­πια­σα (τήν σφεν­δό­να) καί τήν ἔ­κα­να κομ­μά­τια». Δι­ή­γη­ση Γέ­ρον­τος Γα­βρι­ήλ «Πῆ­γε κά­ποι­ος στόν Γέ­ρον­τα μέ καρ­κῖ­νο καί τοῦ εἶ­πε: ― Γέ­ρον­τα, ἔ­χω καρ­κῖ­νο καί θά πε­ θά­νω. Κά­νε προ­σευ­χή. Ὁ Γέ­ρον­τας τοῦ ἀ­πάν­τη­σε: ― Ἄν εἶ­χες καρ­κῖ­νο δέν θά πέ­θαι­ νες. Μή­πως ἔ­χεις ἔ­η­τζ; Ἀλ­λά καί πά­λι γί­νον­ται θαύ­μα­τα. »Ὁ ἄν­θρω­πος πράγ­μα­τι εἶ­χε ἔ­η­τζ, με­τα­νό­η­σε, ἔ­κα­νε πολ­λές ἐ­λε­η­μο­σύ­νες καί μέ­χρι σή­με­ρα ζεῖ».
  • 55.
    55 ΔΙΔΑΧΕΣ Οἱ ἄν­θρω­ποι σήμεραγί­νον­ται σάν ρομ­πότ. Στα­μα­τᾶ ἡ κρί­ση. Μό­νο αὐ­τοί πού ἀ­σχο­λοῦν­ται μέ ἔ­ρευ­να θά ἔ­χουν κρί­ση, οἱ ὑ­πό­λοι­ποι θά γί­νουν σάν μη­ χα­νές.  Ἐ­πει­δή εἶ­ναι ἀν­θρω­πί­νως ἀ­δύ­να­το νά δι­ορ­θω­θῆ ἡ κα­τά­στα­ση, θά ἐ­πέμ­βη ὁ Θε­ός. Θά γί­νη φα­νε­ρή ἡ ἐ­πέμ­βα­σή Του. Με­τά ὁ κό­σμος θά ζη­τᾶ νά μά­θη γιά τόν Θε­ό. Θά ἔλ­θουν κα­λές ἡ­μέ­ρες. Ἐ­κεῖ θά δῆ­τε ἰ­σό­τη­τα καί δη­μο­κρα­τί­α.  Δέν πρέ­πει νά ὑ­πάρ­χη τα­ρα­χή, ὅ,τι κι ἄν συμ­βαί­νη. Νά κά­νω­με προ­σευ­χή καί νά ζη­τᾶ­με συγ­χώ­ρηση γιά τίς ἁ­μαρ­ τί­ες μας.  Ἡ ἀ­γά­πη δέν κου­ρά­ζει. (Ὅ­ταν δη­λα­ δή κά­ποι­ος κα­τα­βάλ­λει κό­πους γιά νά βο­η­θή­ση κά­ποι­ους δέν αἰ­σθά­νε­ται κού­ ρα­ση, δι­ό­τι τό κά­νει ἀ­πό ἀ­γά­πη.  Νά ἀ­ξι­ο­ποι­ῆ­τε τόν χρό­νο σας μέ με­
  • 56.
    56 λέ­τη καί αὐ­το­συγ­κέν­τρω­ση,γιά νά μήν τόν ἐκ­με­ταλ­λεύ­ε­ται ὁ πει­ρα­σμός.  Τρό­μα­ξε ἡ γά­ τα, για­τί χά­λα­σε ὁ λο­γι­σμός. Πῆ­γα νά τήν δώ­σω ψω­μί καί νόμι­σε ὅ­τι εἶ­ναι πέ­ τρα, για­τί πρίν λί­γες μέ­ρες τήν χτύ­πη­σε μέ πέ­τρα ἕ­νας ξυ­λο­ κό­πος.  Μέ δι­δά­σκουν πε­ρισ­σό­τε­ρο οἱ πτώ­ σεις πα­ρά οἱ δι­δα­ σκα­λί­ες καί ἡ ζω­ή τῶν Ἁ­γί­ων. Ὅ­πως ὅ­ταν συ­ναν­τή­σω­ με ἕ­να τρα­κα­ρι­σμέ­ νο αὐ­το­κί­νη­το μέ τραυ­μα­τί­ες, αὐ­τό μᾶς δι­δά­σκει πε­ρισ­ σό­τε­ρο ἀ­πό τίς πι­να­ κί­δες τῆς τρο­χαί­ας.  Ἀ­πό τά δι­κά μας­ λά­θη καί τά συν­ τρίμ­μια, ὁ κα­λός Θε­ός οἰ­κο­νο­μεῖ ὥ­στε νά βγαί­νη κά­τι κα­λό.  Εἶ­ναι ἕ­νας Θε­ός, τρί­α πρό­σω­πα. Ὁ Λό­γος τοῦ Θε­οῦ σαρ­κώ­θη­κε καί ἦ­ταν οἰ­κο­νο­μί­α Θε­οῦ γιά νά δοῦ­με τόν Θε­ό, για­τί δέν μπο­ρού­σα­με νά τόν δοῦ­με καί κα­τέ­βη­κε ὡς ἄν­θρω­πος. Καί τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα ἦ­ταν τό πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ, πού πα­ρου­σι­ά­στη­κε σάν πε­ ρι­στέ­ρι. 
  • 57.
    57 Ἔ­λει­ψε σή­με­ρα ἡπί­στη, ἀλ­λά καί ἡ σκλη­ρα­γω­γί­α.  Πρέ­πει νά λέ­γε­ται ἡ εὐ­χή καί μέ μι­ κρές καί μέ με­γά­λες με­τά­νοι­ες. Ὁ­λό­κλη­ρη ἀ­γρυ­πνί­α μπο­ρεῖ νά βγά­ λη κα­νείς μέ μι­κρές καί με­γά­λες με­τά­ νοι­ες. Γο­να­τί­ζο­με λί­γο καί συ­νε­χί­ζο­με μέ με­τά­νοι­ες καί εὐ­χή. Τό πρωΐ μπο­ροῦ­με νά πᾶ­με στήν δου­λειά. Σή­με­ρα οἱ ἄν­θρω­ποι δέν κα­τα­λα­βαί­ νουν (δέν με­τα­νο­οῦν, δέν συ­νέρ­χον­ται). Πρέ­πει νά τούς κτυ­πή­ση ὁ δι­ά­βο­λος μέ τά κέ­ρα­τα.  Κα­νείς, ὅ­ταν δέν ἔ­χη πνευ­μα­τι­κή ζω­ή, κα­τα­νύσ­σε­ται μό­νο ἀ­πό μιά θαυ­ μα­τουρ­γή εἰ­κό­να. Με­τά ὅ­ταν καλ­λι­ερ­γῆ­ται πνευ­μα­τι­ κά, τό­τε ὅ­λα τά βλέ­πει σάν εὐ­λο­γί­α Θε­ οῦ, βλέ­πει ἕ­να κλα­δά­κι, τό χα­ϊ­δεύ­ει, λέ­ γει κι αὐ­τό εἶ­ναι εὐ­λο­γί­α Θε­οῦ καί δέν τό κα­τα­στρέ­φει.  Ὁ Χρι­στός συγ­κι­νεῖ­ται καί μέ τίς πα­ ρα­μι­κρές θυ­σί­ες, πού βα­σι­κά ὠ­φε­λοῦν ἐ­μᾶς κι ἀ­μέ­σως μᾶς βο­η­θᾶ.  Νά λέ­με, Χρι­στέ μου, χει­ρό­τε­ρα μπο­ ρῶ νά κά­νω τί­πο­τα ὅ­μως κα­λύ­τε­ρο, ἄν ἐ­σύ δέν βο­η­θή­σης.  Νά μήν γί­νη χρι­στι­α­νι­κό κόμ­μα, ἀλ­ λά νά γί­νη κόμ­μα μέ Χρι­στια­νούς.  Πρέ­πει ἡ προ­σευ­χή μας νά εἶ­ναι καρ­ δια­κή, γιά νά εἰ­σα­κου­σθῆ.  Τώ­ρα τίς προ­σβο­λές τῶν λο­γι­σμῶν, μό­λις πού τίς αἰ­σθά­νο­μαι.  Ὅ­λη ἡ ὑ­πό­θε­ση εἶ­ναι, νά ἀρ­χί­ση νά δου­λεύ­η αὐ­τό τό μη­χα­νά­κι (ἡ καρ­διά).  Δέν πρέ­πει ὁ πα­πάς πού λει­τουρ­γεῖ νά συμ­ψάλ­λη μέ τούς ψάλ­τες, ἀλ­λά νά εἶ­ναι ὁ­λό­κλη­ρος ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νος καί προ­ ση­λω­μέ­νος στό Μυ­στή­ριο. 
  • 58.
    58 Ἡ κα­τά­λυ­ση τόΠά­σχα νά ἀρ­χί­ζη μέ τό κόκ­κι­νο αὐ­γό, ὅ­πως τό ἐ­πι­σφρά­γι­σμα τῆς κα­τα­λύ­σε­ως πρίν τήν Σα­ρα­κο­στή γί­νε­ται μέ τό αὐ­γό. Ἡ μη­τέ­ρα μου τίς ἀ­πό­κρι­ες, μᾶς ἔ­λε­ γε: «Ἐ­λᾶ­τε νά σᾶς χρί­σω τό στό­μα μέ τό αὐ­γό».  Ὅ­ταν μιά ἀ­δελ­φή πέ­φτη σ᾿ ἕ­να σφάλ­ μα, νά μήν χτυ­πι­έ­ται καί κλαί­ει καί ὑ­πο­φέ­ρει. Ὅ­ταν ἡ ἀ­δελ­φή ἔ­χη μιά πτώ­ση ἤ καί πε­ρισ­σό­τε­ρες, νά λέ­η στόν Κύ­ριο: «Χρι­στέ μου, συγ­χώ­ρε­σέ με, ἔ­πε­σα ἑ­κού­σια καί σέ λύ­πη­σα, ὁ­μο­λο­γῶ τίς πτώ­σεις μου. Θε­έ μου, συγ­χώ­ρε­σέ με Ἀπό τό Ἱερό Κελλί Ἁγίων Θεοδώρων, Καρυές Ἁγ. Ὄρους
  • 59.
    59 πού σέ λύ­πη­σα,δέν θέ­λω νά σέ λυ­πῶ καί πάν­τα σέ πι­κραί­νω. Θε­έ μου, συγ­ χώ­ρε­σέ με, Θε­έ μου, συγ­χώ­ρε­σέ με, Θε­έ μου, συγ­χώ­ρε­σέ με». Αὐ­τά ὅ­λα θά τά πῆ μέ συ­ναί­σθη­ση καί συν­τρι­βή.  Ὁ Γέ­ρον­τας, ὅ­πο­τε καί νά πή­γαι­νες νά τόν δῆς, ἦ­ταν χα­ρού­με­νος, εἰ­ρη­νι­κός, δι­δα­κτι­κός, ἐ­άν δέν κα­τα­λά­βαι­νες κά­τι μέ ὑ­πο­μο­νή σοῦ τό ξα­να­ε­ξη­γοῦ­σε. Ἄν ἐ­πέ­με­νες στό θέ­λη­μά σου, σέ φώ­ να­ζε μέ ἀ­γά­πη πα­τρι­κή γιά νά σέ ξυ­πνή­ ση.  Κά­πο­τε ἕ­νας νέ­ος, Θε­ο­λό­γος, ζη­τοῦ­ σε ἀ­πό τόν Γέ­ρον­τα τήν εὐ­λο­γί­α νά πά­η στήν Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λή. Ὁ Γέ­ρον­τας δέν τοῦ ἔ­δι­νε. Μέ κα­λό τρό­πο, τοῦ ἔ­λε­γε: ― Ὄ­χι, βρέ παι­δί, μήν πᾶς. Κά­τσε ἐ­δῶ νά ἐρ­γα­στῆς. Αὐ­τός ἐ­πέ­με­νε. ― Νά πά­ω, Γέ­ρον­τα, δῶσ᾿ μου εὐ­λο­ γί­α. ― Ὄ­χι, βρέ παι­δί, κά­τσε ἐ­δῶ νά ἐρ­ γα­στῆς. ― Ἔ­χω ἐ­πι­θυ­μί­α, Γέ­ρον­τα, νά προ­ σφέ­ρω στήν Ἐ­ξω­τε­ρι­κή Ἱ­ε­ρα­πο­στο­λή. ― Βρέ, δέν κα­τα­λα­βαί­νεις, ἄν πᾶς ἐ­κεῖ θά ντρο­πιά­σης τήν Ἐκ­κλη­σί­α, κά­ με αὐ­τό πού σοῦ λέ­νε. Ποι­ός ξέ­ρει τί ἔ­βλε­πε ὁ μα­κά­ριος Γέ­ ρον­τας γιά τό μέλ­λον τοῦ Θε­ο­λό­γου.  Τόν γκρι­νιά­ρη καί στόν πα­ρά­δει­σο νά τόν βά­λη ὁ Θε­ός δέν θά ἀ­να­παυ­τῆ καί ἀ­πό μό­νος του θά πά­η στήν κό­λα­ση, για­ τί θά ᾿χη πα­ρά­πο­να. Ἡ γκρί­νια εἶ­ναι με­γά­λο κα­κό καί ὅ­ποι­ος τήν ἔ­χει, δέν προ­χω­ρᾶ πνευ­μα­ τι­κά.  Κα­λά εἶ­ναι τά μου­σι­κά, ἀλ­λά ἄν δέν ψάλ­λου­με μέ εὐ­λά­βεια καί συ­στο­λή, δέν ἀλ­λοι­ώ­νουν πρός τό καλό οὔ­τε αὐ­τούς πού ψάλ­λουν, οὔ­τε αὐ­τούς πού ἀ­κοῦν. Τσάμ­πα ὁ κό­πος. Κά­ποι­ος μο­να­χός, εἶ­χε μιά φο­βί­α ὅ­ταν τόν κα­λοῦ­σαν νά ψάλ­λη ἕ­να τρο­ πά­ριο. Νό­μι­σε πώς εἶ­χε κά­ποιο πρό­βλη­μα, ἀλ­λά ὁ Γέ­ρον­τας τοῦ εἶ­πε, ὅ­τι στήν ἀρ­ χή πρέ­πει νά ὑ­πάρ­χη αὐ­τή ἡ φο­βί­α σάν συ­στο­λή, ἡ ὁ­ποί­α μέ τόν και­ρό με­τα­τρέ­ πε­ται σέ εὐ­λά­βεια καί ἐ­λευ­θε­ρί­α ἐ­σω­τε­ ρι­κή. Ἄν κά­ποι­ος ἀ­πό τήν ἀρ­χή ψάλ­λη μέ θάρ­ρος, αὐ­τό στό τέ­λος γί­νε­ται θρά­σος.  Ὅ­ταν ἔ­χε­τε λύ­πη, νά ψάλ­λε­τε μέ ἤ­ρε­μη φω­νή κα­τα­νυ­κτι­κά τρο­πά­ρια στήν Πα­να­γί­α μας, π.χ. «Πάν­των προ­στα­τεύ­εις ἀ­γα­θή...». Αὐ­τά βο­η­θοῦν πο­λύ, ἡ λύ­πη νά γί­νη κα­τά­νυ­ξη.  Μήν ἀ­νοί­γε­στε σέ πολ­λά πα­νη­γύ­ρια
  • 60.
    60 μέ πολ­λές γνω­ρι­μί­ες,μέ πολ­λές φι­λί­ες. Δέν βο­η­θοῦν σή­με­ρα οἱ πολ­λές γνω­ρι­ μί­ες. Μήν φι­λο­ξε­νῆ­τε κό­σμο στό Κελ­λί σας. Νά ζῆ­τε ἥ­συ­χη ζω­ή, χω­ρίς πολ­λά πράγ­μα­τα πού φέρ­νουν πε­ρι­σπα­σμό. Τό Κελ­λί σας νά εἶ­ναι ἁ­πλό σάν σπη­ λιά καί κα­θα­ρό καί κα­τα­νυ­κτι­κό σάν Ἐκ­κλη­σί­α. Κά­θε πράγ­μα πού ἡ ψυ­χή σας τό θε­ω­ρεῖ ἀ­ναγ­καῖ­ο, σᾶς κλέ­βει κά­τι ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ μέ αὐ­τό. Ζῆ­στε ἁ­πλή ζω­ή καί γλεν­τῆ­στε τήν κα­λο­γε­ρι­κή σας.  Ἡ τε­χνο­λο­γί­α μπο­ρεῖ νά προ­σφέ­ρη μιά βο­ή­θεια στίς κα­θη­με­ρι­νές μας ἀ­νάγ­ κες, ὅ­μως ποῦ στα­μα­τᾶ ἡ ἀ­νάγ­κη; Τό ἕ­να φέρ­νει τό ἄλ­λο καί δέν μπο­ ροῦ­με νά στα­μα­τή­σω­με που­θε­νά. Δέν ται­ριά­ζει στόν μο­να­χό νά ὁ­δη­γῆ ἁ­μά­ξι στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος. Ἁ­πλο­ποι­εῖ­στε τίς ἀ­νάγ­κες σας καί βγά­λε­τε τήν μέ­ρι­μνα ἀ­πό τήν κα­θη­με­ ρι­νή ζω­ή σας.  Τό Κελ­λί σας νά εἶ­ναι ἁ­πλό, ἀλ­λά κα­θα­ρό. Ὄ­χι μού­χλα, δη­λα­δή νά βα­ρι­ ώ­μα­στε καί τήν βα­ρι­ο­μά­ρα μας νά τήν κά­νω­με ἀ­ρε­τή καί ἄ­σκη­ση. Μήν ξο­δεύ­ε­τε τόν χρό­νο σας σέ χα­ζά πράγ­μα­τα. Κα­τά τήν διά­ρκεια τῆς ἡ­μέ­ρας πού ἔ­χο­με δι­α­κο­νή­μα­τα, νά ἔ­χω­με ἀ­νοι­χτό στό κελ­λί μας ἕ­να πνευ­μα­τι­κό βι­βλί­ο καί ἕ­να μι­κρό κομ­πο­σχοί­νι καί κα­τά δι­ α­στή­μα­τα ἀ­νά μί­α ὥ­ρα ἤ πε­ρισ­σό­τε­ρο, ὅ­πως ἐ­πι­τρέ­πει τό δι­α­κό­νη­μα, νά μπαί­ νω­με στό κελ­λί μας νά δι­α­βά­ζω­με κά­τι καί νά κά­νω­με ἕ­να κομ­πο­σχοι­νά­κι γιά μᾶς, γιά ὅ­σους κιν­δυ­νεύ­ουν, γιά τά ὀρ­ φα­νά παι­διά, γιά ὅ­σους πο­νοῦν καί ἔ­τσι μα­ζεύ­ο­με τόν νοῦ μας καί δέν ἐρ­γα­ζό­με­ θα σάν λα­ϊ­κοί.  Ὅ­ταν κά­ποι­ος μά­θη νά προ­σεύ­χε­ται καί νά θέ­λη νά βά­λη κα­κό λο­γι­σμό, δέν μπαί­νει.  Νά μήν μά­θου­με τήν εὐ­χή τίκ–τάκ σάν ρο­λό­ϊ, για­τί δέν βο­η­θᾶ, ἀλ­λά σκε­ πτό­με­νοι τήν ἁ­μαρ­τω­λό­τη­τά μας καί τήν πολ­λή ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ, μό­νη της ἡ ψυ­χή κι­νεῖ­ται στήν προ­σευ­χή.  Οἱ Ἅ­γιοι βλέ­πουν ἀ­πό μα­κρυ­ά τόν πει­ρα­σμό καί πρίν πλη­σιά­ση τόν πο­λε­ μοῦν μέ τήν προ­σευ­χή, ἐ­μεῖς πρῶ­τα μᾶς κά­νει ἄ­νω–κά­τω ὁ πει­ρα­σμός καί με­τά παίρ­νου­με μπρός γιά ἀ­γῶ­να.  Ἐ­άν ἕ­να πά­θος μᾶς πο­λε­μᾶ συ­νέ­χεια
  • 61.
    61 καί δέν φεύ­γημέ τόν ἀ­γῶ­να μας, τό­τε ὑ­πάρ­χει μέ­σα μας κρυ­φός ἐ­γω­ϊ­σμός ἤ κα­τά­κρι­ση.  Μπο­ρεῖ νά πλα­νε­θῆ κά­ποι­ος, ὅ­ταν πι­ στεύ­η στόν λο­γι­σμό του.  Ὅ­ταν κά­ποι­ος ἑ­ορ­τά­ζη, νά τοῦ εὐ­χώ­ μα­στε: «Χρό­νια πολ­λά καί εὐ­λο­γη­μέ­να καί εὐ­ά­ρε­στα στόν Θε­ό».  Τό μου­λά­ρι εἶ­ναι κομ­πλε­ξι­κό ζῶ­ο, γι᾿ αὐ­τό προτιμώτερο ἄ­λο­γο ἤ γά­ϊ­δα­ρο.  Νά προ­σεύ­χε­στε πρίν νά ἁ­γι­ο­γρα­φή­ σε­τε. Στό πρό­σω­πο τοῦ Ἁ­γί­ου, νά μήν ἔ­χουν σκου­πι­δά­κια οἱ εἰ­κό­νες, τά χρώ­ μα­τα νά τά δι­α­λύ­ε­τε κα­λά. Τό ἄ­σπρο τε­λευ­ταῖ­ο φώ­τι­σμα, νά μήν τό βά­ζε­τε ἀ­μέ­σως, ἀλ­λά τήν ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα. Ὅ­ταν κά­νε­τε ἀρ­κε­τή δου­λειά στήν εἰ­κό­να, νά ση­κώ­νε­στε νά κά­νε­τε μιά βόλ­τα καί με­ τά νά γυ­ρί­ζε­τε νά δῆ­τε τήν εἰ­κό­να, ἔ­τσι θά βρῆ­τε τά λά­θη σας. Νά ἁ­γι­ο­γρα­φῆ­τε μέ εὐ­λά­βεια. Ἡ εἰ­κό­να, ἄς ποῦ­με, εἶ­ναι ἡ φω­το­γρα­ φί­α τοῦ Ἁ­γί­ου. Μ᾿ αὐ­τό τόν λο­γι­σμό νά ἁ­γι­ο­γρα­φῆ­τε τήν εἰ­κό­να, μέ προ­σο­χή. Θά θέ­λα­τε νά σᾶς δώ­σω ἐ­σᾶς μιά φω­ το­γρα­φί­α σας καί νά σᾶς ἔ­χουν πα­ρα­ μορ­φω­μέ­νους; Νά ἁ­γι­ο­γρα­φῆ­τε μέ τέ­τοι­ο τρό­πο, σάν νά θέ­λε­τε νά τήν κά­νε­τε δῶ­ρο στόν εἰ­κο­νι­ζό­με­νο Ἅ­γιο.  Γιά νά κρα­τοῦ­με τό νοῦ μας στήν προ­σευ­χή, καλόν εἶναι, νά κά­νου­με μιά προ­ερ­γα­σί­α πρίν ἀρ­χί­σου­με τήν προ­ σευ­χή, δη­λα­δή νά σκε­πτώ­με­θα πό­σοι ἄν­θρω­ποι κιν­δυ­νεύ­ουν, πό­σοι ἄρ­ρω­στοι πο­νοῦν, πό­σοι εἶ­ναι ὑ­πό ζυ­γό σκλα­βιᾶς, πό­σοι στήν Ἀλ­βα­νί­α ζοῦν φυ­λα­κι­σμέ­νοι σέ φυ­λα­κή ἕ­να ἐ­πί ἕ­να. Πρέ­πει τόν πό­νο τοῦ ἄλ­λου νά τόν κά­νω­με πό­νο μας, τό­τε μα­λα­κώ­νει ἡ καρ­διά καί προ­σεύ­χε­ται πιό ζε­στά.  Δέν χρη­σι­μο­ποι­ῶ μπα­στού­νι, για­τί ἀ­δυ­να­τί­ζει τά πό­δια.  Σάν μο­να­χοί πρέ­πει νά ἀ­γω­νι­ζώ­με­ θα, νά δι­ώ­χνω­με τούς σαρ­κι­κούς λο­γι­ σμούς. Ὁ μο­να­χός καί ἄλ­λη ἀ­ρε­τή νά μήν ἔ­χη, τοὐ­λά­χι­στον πρέ­πει νά φυ­λά­η παρ­θε­νί­α.  Ἕ­νας λα­ϊ­κός, ρώ­τη­σε τόν Γέ­ρον­τα, «ποῦ πά­ει ἡ ψυ­χή ἀ­πό τό ρο­λό­ϊ ὅ­ταν πε­θά­νη» καί ὁ μα­κά­ριος Γέ­ρον­τας γε- λώντας τοῦ ἀ­πάν­τη­σε, «στά χέ­ρια τοῦ ρο­λο­γᾶ». 
  • 62.
    62 Ἄν κα­νείς ἀ­να­γνω­ρί­σητό σφάλ­μα του, ἔ­χει μι­σή προ­κο­πή. Με­γά­λο κα­λό εἶ­ναι, ὅ­ταν ἀ­να­γνω­ρί­ ση κα­νείς τήν ἀ­δυ­να­μί­α του καί νά προ­ σπα­θῆ νά διορθω­θῆ. Αὐ­τός εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρος ἀ­πό ἐ­κεῖ­νον πού ἔ­χει πο­λύ ἀ­γῶ­να, δέν ἀ­να­γνω­ρί­ζει ὅ­μως τίς ἀ­δυ­να­μί­ες του. Ἄν λέ­γα­με συ­νε­χῶς τήν εὐ­χή, οἱ σαρ­ κι­κοί λο­γι­σμοί δέν θά μπο­ροῦ­σαν νά μᾶς κά­νουν κα­κό. Οἱ λο­γι­σμοί φα­νε­ρώ­νουν τήν πνευ­ μα­τι­κή κα­τά­στα­ση κά­ποι­ου καί τήν πρό­ο­δο πού ἔ­χει στά πνευ­μα­τι­κά.  Δέν πρέ­πει νά λέ­με ὅ­τι θέ­λο­με νά ἀ­γα­πή­σω­με τόν Χρι­στό, ἀλ­λά νά μήν τόν στε­νο­χω­ροῦ­με. Τό νά ζη­τοῦ­με στήν προ­σευ­χή μας νά ἀ­γα­πή­σω­με τόν Χρι­ στό εἶ­ναι σάν αὐ­θά­δεια.  Ἀπό τήν Ἱερά Μονή Ζωγράφου Ἁγ. Ὄρους
  • 63.
    63 Δέν συγ­κρα­τοῦ­με αὐ­τάπού δι­α­βά­ ζου­με, για­τί δέν συμ­με­τέ­χει καί ἡ καρ­ διά μας, γι᾿ αὐ­τό καί τά ξε­χνοῦ­με εὔ­ κο­λα, δέν ἔ­χει πο­νέ­σει ἀ­κό­μη ἡ καρ­διά μας. Δη­λα­δή, ἄν δέν πο­νέ­ση ἡ καρ­διά μας γιά ἕ­να πράγ­μα, δέν τό ἐν­θυ­μού­με­θα.  Τήν ἁπλότητα τήν ἀποκτᾶ κανείς, ὅταν δικαιολογῆ τούς ἄλλους καί δέν τούς κρίνει.  Πῶς γιά ἕ­να θέ­μα θά γνω­ρί­ζο­με ποι­ό εἶ­ναι τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ; Θά κά­νου­με προ­σευ­χή καί με­τά θά ρω­τᾶ­με τούς πα­ τέ­ρες μας.  Στήν πνευ­μα­τι­ κή ζω­ή τό πᾶν εἶ­ναι ὁ ἀ­γα­θός λο­γι­σμός.  Οἱ πα­λαι­οί ζοῦ­ σαν μέ ἄ­σκη­ση με­ γά­λη, μέ αὐ­τα­πάρ­νη­ση, μέ ὑ­πα­κο­ή. Αὐ­τό εἶ­ναι τό μυ­στι­κό στήν μο­να­χι­ κή ὑ­πα­κο­ή, νά κό­βη κα­νείς τό θέ­λη­μά του καί στόν μι­κρό­τε­ρο, ὄ­χι ἐ­ξω­τε­ρι­κή μό­νο ὑ­πα­κο­ή, ἀλ­λά μέ χα­ρού­με­νη δι­ά­ θε­ση ἐ­σω­τε­ρι­κή γιά τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­ οῦ στό φρό­νη­μα τοῦ Γέ­ρον­τα.  Στήν ἀρ­χή τῆς κα­λο­γε­ρι­κῆς ζω­ῆς χρει­ά­ζε­ται ζῆ­λος. Ὁ ζῆ­λος ὁ πνευ­μα­τι­κός σέ βο­η­θᾶ, νά ξε­φεύ­ γης ἀ­πό τίς πα­γί­ δες τῆς ρα­θυ­μί­ας.  Ὅ­ταν τό Κελ­ λί εἶ­ναι πο­λύ με­γά­λο, τό­τε νά κλεί­νω­με τά δω­ μά­τια πού δέν χρει­ά­ζον­ται καί θά γί­νη μι­κρό.  Οἱἀρετέςεἶναι μιά ἁλυσίδα. Ἄν κοπῆ ἡ ἁλυσίδα, τήν συνδέομε μέ τήν μετάνοια καί συνεχίζομε.  Ἔργο Νεκταρίου Γαλανόπουλου
  • 64.
    64 Ὅσο μεγάλη καίἄν εἶναι ἡ νύχτα στόν μοναχό, δέν φθάνει γιά νά κάνη τά πνευματικά του.  Ὁ μοναχός πρέπει νά ἀγωνίζεται μέσα στό κελλί του μέ ἀκρίβεια, σάν νά εἶναι μέσα σέ γυάλινο κελλί καί τόν βλέπουν οἱ ἄλλοι.  Ὅταν εἶμαι ἄρρωστος δέν θέλω ἀνθρώπινη παρηγοριά, γιά νά νοιώθω τήν Θεία.  Ὅσο πιό λίγα πράγματα ἔχει ἀνά- γκη ὁ μοναχός, τόσο πιό ἀληθινός μο- ναχός εἶναι.  Δέν πρέ­πει νά ἀλ­λοι­ω­θῆ ὁ στρα­τός. Προ­σο­χή στά ἰ­δα­νι­κά.  Ἕ­νας κα­λός Ὀρ­θό­δο­ξος εἶ­ναι καί κα­λός Ἕλ­λη­νας καί ἀν­τί­στρο­φα.  Ἄν τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος δέν ἀλ­λοι­ω­θῆ, θά γεν­νή­ση με­γα­λύ­τε­ρο Βυ­ζάν­τιο. Τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος ἔ­γι­νε, για­τί ὑ­πῆρ­χε τό Βυ­ ζάν­τιο.  Οἱ κακές σκέψεις νά φεύγουν γρή- γορα ἀπό τό μυαλό μας, γιατί ὅταν μέ- νουν μᾶς καῖνε, ὅπως ὅταν κρατᾶμε τό κάρβουνο στό χέρι μας.  Ὅ­ταν οἱ ἄν­θρω­ποι σέ στε­νο­χω­ροῦν, νά χαί­ρε­σαι, σοῦ ἐ­ξο­φλοῦν­ται ἁ­μαρ­τί­ ες.  Ὅ­ταν σέ κα­τη­γο­ροῦν, πι­θα­νόν νά κα­τη­γό­ρη­σες καί ἐ­σύ στό πα­ρελ­θόν, ὁ­πό­τε ἐ­ξο­φλᾶς τήν ἁ­μαρ­τί­α σου.  Πρέ­πει νά με­ιώ­νου­με τά ἐ­λατ­τώ­μα­ τά μας. Ὅ­ταν εἶ­σαι κον­τά στόν Πνευ­ μα­τι­κό σου καί ἐ­κτε­λεῖς ὅ,­τι σοῦ λέ­ει, μήν ἀ­νη­συ­χῆς γιά τήν ζω­ή σου.  Ἄν οἱ κα­λό­γε­ροι ἔ­βγαι­ναν ἔ­ξω, θά λέ­γα­τε, για­τί οἱ κα­λό­γε­ροι βγαί­νουν
  • 65.
    65 στόν κό­σμο καίδέν κά­θον­ται στό Μο­να­ στή­ρι τους.  Ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος ἁ­μαρ­τά­νη πα­ρά τήν θέ­λη­σή του, ὁ θά­να­τος θά τόν βρῆ σέ με­τά­νοι­α, ἄν ὅ­μως λέη ὅ­τι θά με­τα­ νοι­ώ­ση ὅ­ταν γε­ρά­ση, τό­τε δέν θά προ­λά­ βη νά με­τα­νοι­ώ­ση, θά πά­η ἀ­πό αἰφ­νί­διο θά­να­το.  Χρει­ά­ζε­ται συ­νέ­χεια νά κα­τα­πα­τᾶ­με τόν ἐ­γω­ϊ­σμό μας.  Ἀπό τήν Ἱερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Μεταμόρφωση Χαλκιδικῆς
  • 66.
    66 Ἐ­ρω­τη­θείς ὁ Γέ­ρον­ταςἀ­πό ἕ­ναν προ­σκυ­νη­τή, πῶς πρέ­πει νά πο­ρεύ­ε­ται ὁ Χρι­στια­νός γιά νά ἔ­χη βά­σι­μες ἐλ­πί­δες σω­τη­ρί­ας, ἀ­πάν­τη­σε: «Κοι­τάξ­τε. Νά, ἐ­πι­σκε­φτή­κα­τε ἐ­μέ­ να, μέ εἴ­δα­τε λί­γο βρώ­μι­κο, ἀ­τη­μέ­λη­το, πρέ­πει νά σκε­φτῆ­τε βά­ζον­τας κα­λό λο­ γι­σμό, ὅ­τι ὁ Γέ­ρον­τας δι­α­βά­ζει καί προ­ σεύ­χε­ται καί δέν ἔ­χει χρό­νο γιά καλ­λω­ πι­σμούς καί πολ­λές κα­θα­ρι­ό­τη­τες. Θά πᾶ­τε πιό κά­τω σέ ἄλ­λον ἀ­σκη­τή καί θά τόν δῆ­τε πιό πε­ρι­ποι­η­μέ­νο, νά πῆ­τε, νά, ὁ Γέ­ρον­τας καί τά πνευ­μα­τι­κά κά­νει, ἀλ­λά προ­λα­βαί­νει καί νά κα­θα­ρί­ ση. Ἔ­τσι γιά ὅ­λα νά ἔ­χε­τε κα­λούς λο­ γι­σμούς καί δέν εἶ­στε μα­κρυ­ά ἀ­πό τήν σω­τη­ρί­α».  Ἐ­γώ ὅ,τι καί νά δῶ, δέν κα­τα­κρί­νω. Μοῦ δί­νουν μιά πίτ­τα. Λέ­ω, ἔ­χει τέ­τοι­α πράγ­μα­τα στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος; Δό­ξα σοι, ὁ Θε­ός.  Ἴ­σως δύ­ο–τρεῖς μο­να­χοί νά μπο­ροῦν νά ζή­σουν χω­ρίς ἐρ­γό­χει­ρο, μό­νο μέ προ­σευ­χή, οἱ ἄλ­λοι εἶ­ναι μού­χλα. Σή­με­ ρα μπο­ρεῖ νά μήν ὑ­πάρ­χη κα­νείς.  Ὅ­ταν ἀ­να­παυ­θῆ πνευ­μα­τι­κά ὁ μο­ να­χός κον­τά σέ ἕ­ναν Γέ­ρον­τα, μέ­νει καί μέ­σα σέ μιά ρε­μα­τιά μέ ὑ­γρα­σί­α καί σέ ἕ­να πα­λαι­ό Κελ­λί, δέν τόν πει­ρά­ζει.  Ἅμα θέλεις νά νοιώσεις ἀνάπαυση καί χαρά, ποτέ νά μήν δικαιώνεις τόν ἑαυτό σου καί ποτέ νά μήν ἀπελπίζε- σαι.  Ἡ προσευχή νά συνοδεύεται μέ κα- λωσύνες, ἀλλοιῶς εἶναι σάν νιρβάνα.  Χρειάζεται πολύ προσοχή στόν πνευματικό ἀγῶνα. Ὑπάρχει μεγάλος κίνδυνος νά νο- μίζουμε ὅτι ἀγωνιζόμαστε γιά τόν Χριστό, ἀλλά στήν πορεία να κάνουμε λάθη καί ἀστοχίες καί τελικά νά μείνω- με ἕξω τοῦ νυμφῶνος.  Κάθε ἄνθρωπος πρέπει νά ἀντιμε- τωπίζεται ξεχωριστά καί μέ διάκριση.  Χρειάζεται προσοχή. Ἡ ἁμαρτία καί ἡ κακή συνήθεια μποροῦν καί μετά ἀπό θαύματα ἐάν ἀμελήση κανείς νά τόν παρασύρουν στά δίχτυα τοῦ κακοῦ. 
  • 67.
    67 Πρῶτα νά προσεύχεσαιγιά τούς ἔχθρούς σου, ἔπειτα γιά τούς πάσχο- ντες καί τελευταῖα γιά τούς οἰκείους σου.  Ἄν κάποιος κάνη ἄσωτη ζωή, εἶναι σκληρός, δέν λυπᾶται ἕναν φτωχό, ἕναν πονεμένο καί πεθάνη (ἀμετανόη- τος), νά κάνετε γι' αὐτόν ἐλεημοσύνη καί νά λέτε «γιά τήν ψυχή τοῦ τάδε».  Ἄν ἔχη καλή διάθεση κάποιος καί παρασυρθῆ (ἀπό τούς αἰρετικούς) δέν θ' ἀναπαυθῆ ἐκεῖ. Οἱ βλαμμένοι βλάπτο- νται. Ἄν ἕνας ἀπό ἐγωϊσμό ἔχει παρασυρθῆ καί μείνη Ἰεχωβάς, αὐτόν νά τόν κλαῖς.  Τά περισσότερα παιδιά πού καταλή- γουν στά ναρκωτικά εἶναι ἀπό διαλυμέ- νες οἰκογένειες καί εἶναι εὐαίσθητα παι- διά. Νοιώθουν θλίψη τα καϋμένα καί μεθούν γιά νά ξεχάσουν. Μετά, ἄν δέν τό πιάνη θά πάη στό χασίς μετά πάει στήν ἡρωΐνη. Τό κακό ξεκινάει ἀπό τούς γονεῖς καί κυρίως ἀπό τίς μανάδες. 
  • 68.
    68 Ἀπό τήν Δύσηδέν περιμένομε τίπο- τε καλό. Ὁ ἥλιος συνέχεια τόσα χρόνια πάει στήν Δύση καί ἀκόμα δέν φωτίστη- κε, ἀλλά σκοτεινιάζει.  Ὅταν κανείς ἐξομολογηθῆ παίρ- νει τήν θεία παρηγοριά μέσα του καί ὁ ἄνθρωπος τακτοποιεῖται.  Σήμερα ὁ κόσμος εἶναι νερόβραστος. Παλαιά οἱ ἄνθρωπο νήστευαν, ἀσκή- τευαν, ἔτρωγαν νερόβραστα καί ἦταν παλληκάρια καί πνευματικά καί σωμα- τικά. Τώρα ἀποφεύγουν τά νερόβραστα καί ἔγιναν οἱ ἄνρθωποι νερόβραστοι.  Γιά νά συγκεντρωθούμε στήν προ- σευχή, πρέπει νά συνειδητοποιήσουμε τί κάνουμε καί ποῦ βρισκόμαστε. Ὅλη ἡ βάση ἐκεῖ εἶναι.  Παρακαλεῖ κανείς τόν Θεό νά τοῦ ἀνοί- ξη τά μάτια νά βλέπη (πνευματικά) καί μόλις ἀρχίσει λίγο νά βλέπη ἀπό τό ἕνα μάτι ἀρχίζει νά ἐξουθενώνη τούς ἄλλους πού δέν βλέπουν. Δέν ξέρει τί να κάνη ὁ Θεός. Ἄν δέν βλέπη, δέν ὑπομένει, ἄν βλέ- πη λίγο βασανίζει τούς ἄλλους.  Ἡ ὑπερβολική λύπη καί ἡ εὐαισθη- σία ἀχρηστεύει πνευματικά τόν ἄνθρω- πο καί ἀπότελει ὅπλο τοῦ διαβόλου. Γι' αὐτό δέν χρειάζεται νά λεπτολο- γοῦμε τά πράγματα.  Ἡ ἐγκράτεια κάνει δυνατό τόν ἄνθρωπο καί σωματικά καί πνευματι- κά.  Νά ἀφήνουμε τό κελλί μας νά ἀερί- ζεται ὅταν κοιμώμαστε γιά νά ὀξυγονώ- νεται ὁ νούς μας καί γιά νά μήν ἔχομε κατήφεια.  Ὅ,τι καί νά δής, μήν τό παρεξηγῆς. Ἀκόμη καί κακό νά εἶναι, ὁ νοῦς σου νά μήν πάη στό κακό. Αὐτό εἶναι ἡ πρόοδος γιά τόν ἀρχάριο. 
  • 69.
    69 ΘΑΥΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ Θεραπεία καρκινοπαθοῦς Κα­τα­γρα­φή Μα­ρί­αςΒα­βου­λι­ώ­του–Κα­ρα­ΐ­σκου «Τόν Αὔ­γου­στοτοῦ 1999, στό Στρα­ τι­ω­τι­κό Νο­σο­κο­μεῖ­ο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, νο­ση­λευ­ό­ταν μέ Ca ὄρ­χε­ως ἕ­νας στρα­τι­ ώ­της πού ἦ­ταν συγ­γε­νής γνω­στῆς μας οἰ­κο­γέ­νειας. Εἶ­χε χει­ρουρ­γη­θεῖ στήν Κύ­προ, ὅ­που ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε καί εἶ­χε ἔρ­θει γιά με­τεγ­χει­ρη­τι­κή πα­ρα­κο­λού­θη­ση καί θε­ρα­πεί­α στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη, λό­γῳ τῆς κα­τα­γω­γῆς του ἀ­πό τό Σου­φλί τοῦ Νο­ μοῦ Ἕ­βρου. Ὅ­ταν τόν ἐ­πι­σκέ­φτη­κα, ἡ κα­τά­στα­ ση τῆς ὑ­γεί­ας του ἦ­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρα κρί­σι­ μη. Πο­νοῦ­σε φο­βε­ρά, δέν μπο­ροῦ­σε νά με­τα­κι­νη­θῆ οὔ­τε πά­νω στό κρεβ­βά­τι καί τό χρῶ­μα του ἦ­ταν χαλ­κο­κί­τρι­νο. Ἔ­τυ­χε νά εἶ­μαι πα­ροῦ­σα σέ κά­ποι­α ἀ­πό τίς ἐ­νη­με­ρώ­σεις τῶν για­τρῶν στήν μη­ τέ­ρα του. Ἔ­βα­λε τήν ἀ­ξο­νι­κή το­μο­γρα­ φί­α στό δι­α­φα­νο­σκό­πιο καί τῆς εἶ­πε ἐ­πί λέ­ξει: Λυ­πᾶ­μαι κυ­ρί­α ... ἀλ­λά δέν μπο­ ροῦ­με νά κά­νου­με τί­πο­τε στήν πα­ροῦ­σα φά­ση. Ἡ κοι­λιά του, καί μᾶς ἔ­δει­ξε τήν ἀ­ξο­νι­κή, εἶ­ναι κα­τει­λημ­μέ­νη στά 2/3 ἀ­πό ὑ­γρό. Οὔ­τε ἄλ­λη χη­μει­ο­θε­ρα­πεί­α, για­τί ἔ­χει χα­μη­λά λευ­κά, οὔ­τε γιά ἀ­να­κου­φι­ στι­κούς λό­γους στό χει­ρουρ­γεῖ­ο, για­τί ἡ κα­τά­στα­ση εἶ­ναι κρί­σι­μη καί μπο­ρεῖ νά κα­τα­λή­ξη. Ἡ μη­τέ­ρα τά ἄ­κου­γε καρ­τε­ρι­κά. Θά ἔ­λε­γα, χω­ρίς ἀν­τί­δρα­ση. Πρό­τει­να στήν μη­τέ­ρα γιά νά βο­η­θη­θῆ, νά πά­ρη κά­ποι­ο ροῦ­χο τοῦ παι­διοῦ καί νά πᾶ­με γιά προ­ σκύ­νη­μα στόν τά­φο τοῦ π. Πα­ϊ­σί­ου καί στόν ἅ­γιο Ἀρ­σέ­νιο, στό Μο­να­στή­ρι τῆς Σου­ρω­τῆς. Καθ᾿ ὁ­δόν μέ ἐ­ξέ­πλη­ξε ἡ βα­ θειά πί­στη τῆς κυ­ρί­ας αὐ­τῆς στόν Θε­ό. Μοῦ εἶ­πε, ὅ­τι δέν ἦ­ταν πιό ἄ­ξια αὐ­τή ἀ­πό
  • 70.
    70 μέ­να πού ἔ­γι­νεμη­τέ­ρα δύ­ο παι­δι­ῶν καί ὅ­τι τά παι­διά της ὅ­σο καί ὅ­λα τά ἀ­γα­θά στήν ζω­ή μας, εἶ­ναι δω­ρε­ές τοῦ Κυ­ρί­ου καί τί­πο­τα δι­κό μας. Ὅ­λα τά ἔ­βλε­πε σάν δῶ­ρα Θε­οῦ. Ἐ­κεῖ­νος τά ἔ­δω­σε καί Ἐ­κεῖ­ νος τά παίρ­νει. Εἶ­χε ἤ­δη χά­σει τό ἄλ­λο της παι­δί σέ ἡ­λι­κί­α 14 ἐ­τῶν ἀ­πό ἀ­τύ­χη­ μα μέ ὅ­πλο καί αὐ­τό τό ἔ­βλε­πε σάν εὐ­λο­ γί­α ἀ­πό τόν Θε­ό. Θε­ω­ροῦ­σε ὅ­τι τό πῆ­ρε στήν κα­τάλ­λη­λη στιγ­μήκον­τάΤου,για­τίἔ­πα­ σχε ἀ­πό νε­α­νι­κό σακ­χα­ρώ­δη δι­α­βή­τη καί ἐ­άν με­γά­λω­νε καί κα­τα­λά­βαι­νε τό πρό­βλη­ μά του, ἴ­σως βα­ρυγ­κο­μοῦ­σε γιά τόν Θε­ό καί χα­νό­ταν ἡ ψυ­χή του. »Γιά τό παι­δί της πού πέ­ θαι­νε στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο, μοῦ εἶ­πε, ὅ­τι δέν ἤ­ξε­ρε για­τί τό ἐ­πέ­τρε­ψε ὁ Θε­ός. Ἴ­σως γιά τήν ἀ­πι­στί­α καί ἀ­δι­α­φο­ρί­α τοῦ συ­ζύ­γου της (ἐ­κεῖ­νος μι­λοῦ­σε γιά τή φύ­ση καί μοί­ρα­ζε φω­το­γρα­φί­ες ἀ­πό τό δά­σος τῆς Δα­διᾶς), σάν νά μήν συ­νέ­βαι­νε τί­πο­τα. Ἴ­σως για­τί τό παι­δί της κα­μά­ρω­νε γιά τήν δύ­να­μη καί εὐ­ρω­ στί­α του. Καί κα­τέ­λη­ξε, γιά ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε λό­γο ὅ­μως καί νά τό πα­ρα­χώ­ρη­σε, νά γί­νη τό Θέ­λη­μά Του. Στε­νο­χω­ ρι­έ­μαι βέ­βαι­α καί πο­νά­ει ἡ ψυ­χή μου πού τό βλέ­πω νά ὑ­πο­φέ­ρη καί νά πο­νά­η. »Ὅ­ταν φτά­σα­με στό Μο­ να­στή­ρι, ἔ­πε­σε στήν κυ­ρι­ο­ λε­ξί­α πά­νω στόν τά­φο τοῦ π. Πα­ϊ­σί­ου καί ἔ­κλα­ψε γιά ἀρ­ κε­τή ὥ­ρα. Ἀ­φή­σα­με κά­ποι­ο ροῦ­χο τοῦ παι­διοῦ στόν τά­φο καί ἀ­φοῦ τήν ἄ­φη­σα νά μι­λή­ση μέ τίς ἀ­δελ­φές, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἐν­τυ­πω­σι­ά­στη­καν ἀ­πό τήν ἐμ­πι­ στο­σύ­νη της στόν Θε­ό, τῆς ἔ­δω­σαν κά­ ποι­ες εὐ­λο­γί­ες. Πα­ρα­κο­λου­θή­σα­με τήν ἀ­κο­λου­θί­α τοῦ Ἑ­σπε­ρι­νοῦ καί φύ­γα­με. Φθά­σα­με στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο γύ­ρω στίς 9 τό βρά­δυ καί ἤ­μα­σταν καί οἱ δύ­ο πο­λύ χα­ ρού­με­νες καί γε­μᾶ­τες στήν ψυ­χή. Μοῦ εἶ­πε, ὅ­τι δέν θά ξε­χά­ση ἐ­κεῖ­νο τό ἀ­πό­γευ­ μα, ἔ­νοι­ω­σε με­γά­λη πα­ρη­γο­ριά. Τήν ἑ­πο­ μέ­νη ἔ­φυ­γα μέ με­τά­θε­ση ἀ­πό τήν Θεσ­σα­ λο­νί­κη καί πε­ρί­που στίς εἴ­κο­σι ἡ­μέ­ρες μοῦ τη­λε­φώ­νη­σε ἡ κυ­ρί­α καί μοῦ εἶ­πε: Μα­ρί­α, ἔ­γι­νε θαῦ­μα, ὁ για­τρός μοῦ εἶ­πε, ὅ­τι ὁ Βαγ­γέ­λης δέν ἔ­χει τί­πο­τε. Οἱ για­ τροί δέν πι­στεύ­ουν στά μά­τια τους. Μοῦ εἶ­παν, ὅ­τι πρό­κει­ται γιά θαῦ­μα. Τό ξέ­ ρω, τούς ἀ­πάν­τη­σα. Εἶ­ναι θαῦ­μα. »Ἡ βα­θειά πί­στη της στόν Θε­ό, τῆς χά­ρι­σε τε­λι­κά τόν γυι­ό της, ὁ ὁ­ποῖ­ος μέ τίς πρε­σβεῖ­ες τοῦ ὁ­σί­ου Πα­ϊ­σί­ου ζεῖ καί ἐρ­γά­ζε­ται στό Σου­φλί χω­ρίς προ­βλή­μα­ τα». Ἀπό τήν Ἱερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Μεταμόρφωση Χαλκιδικῆς
  • 71.
    71 ζε ἐ­νῶ μι­λοῦ­σα.Καί ὅ­πως λέ­νε οἱ εἰ­δι­κοί ἐ­πι­στή­μο­νες, ἄν ἕ­ναν αὐ­τι­στι­κό κα­τα­ φέ­ρεις νά τόν κά­νης νά σέ κοι­τά­η στά μά­τια, τό­τε τόν ἔ­χεις κερ­δί­σει, για­τί σοῦ ἐ­πι­τρέ­πει νά μπῆς στόν κό­σμο του. Ὄ­χι ἐ­γώ, δέν τόν κέρ­δι­σα, ἀλ­λά ὁ π. Πα­ΐ­σιος μέ τά λό­για του, τά ὁ­ποῖ­α ἀ­νε­γί­νω­σκα μό­νο. Μά­λι­στα δέ, συ­νά­δελ­φος πού πέ­ρα­ σε ἀ­πό τήν τά­ξη μιά φο­ρά καί εἶ­δε τόν Π. στήν προ­ει­ρη­μέ­νη στά­ση, μοῦ εἶ­πε: «Τί τούς κά­νεις, βρέ Ἠ­λί­α, καί σέ κοι­τά­ζουν μέ τό­ση προ­σή­λω­ση;». «Ἐ­γώ; Ὁ Γέ­ρον­ τας», σκέ­φτη­κα. »Ἕ­να δεύ­τε­ρο πε­ρι­στα­τι­κό εἶ­ναι μέ τήν Ε., ἡ ὁ­ποί­α πά­σχει ἀ­πό βα­ριά νο­η­τι­ κή ὑ­στέ­ρη­ση μέ ἱ­στο­ρι­κό σχι­ζο­φρέ­νειας. Παίρ­νει κά­θε μέ­ρα ἰ­σχυ­ρά ψυ­χι­α­τρι­κά χά­πια καί ἐ­πι­κοι­νω­νεῖ μέ νο­ή­μα­τα ἤ μέ Ἐπικοινωνεῖ μέ αὐτιστικά παιδιά Δι­ή­γη­σηἨ­λί­αΒου­τσι­νᾶ,Πά­τρα «Ἐρ­γα­ζό­μουν ὡς ἀ­να­πλη­ρω­τής κα­ θη­γη­τής στό Εἰ­δι­κό σχο­λεῖ­ο Ε.Ε.Ε.Ε.Κ. Ναυ­πά­κτου, τήν σχο­λι­κή χρο­νιά 2009–2010. Σέ αὐ­τό τό σχο­λεῖ­ο φοι­τοῦν παι­διά ἀ­πό 13–28 ἐ­τῶν ἔ­χον­τας δι­ά­φο­ ρα προ­βλή­μα­τα ὑ­γεί­ας, ὅ­πως σύν­δρο­μο Down (μογ­γο­λι­σμός), βα­ριά–μέ­τρια–ἐ­λα­φριά νο­η­τι­κή ὑ­στέ­ρη­ση, αὐ­τι­σμό, τυ­φλό­τη­ τα, ὡς καί δι­ά­φο­ρα ψυ­χο­λο­γι­κά καί ψυ­χι­α­τρι­κά προ­βλή­μα­τα ἀ­πό ἐ­λα­φριά ἕ­ως καί μέ ἱ­στο­ρι­ κό σχι­ζο­φρέ­νειας. Κά­ποι­α ἀ­πό αὐ­τά τά παι­διά, λό­γῳ τῆς ἀ­σθέ­ νειάς των δέν μπο­ροῦν νά ἐ­πι­ κοι­νω­νή­σουν κἄν, βγά­ζον­τες ἄ­να­θρες κραυ­γές καί λέ­γον­τας μο­νο­λε­κτι­κά κά­ποι­ες λέ­ξεις. »Σέ ἕ­να τμῆ­μα ἔ­χου­με δύ­ο παι­διά αὐ­τι­στι­κά. Ἀ­πό αὐ­τά, ὁ μέν Δ. λέ­ει μό­νο κά­ποι­ες λέ­ξεις, ὁ δέ Π. μι­λά­ει τό­σο σι­γά, ὥ­στε καί ἀ­πό­λυ­τη ἡ­συ­χί­α νά γί­νε­ται δέν μπο­ρεῖς νά ἀ­κού­σης τί λέ­ ει. Στήν ἀρ­χή τῆς χρο­νιᾶς τούς δι­ά­βα­ζα κά­ποι­α πα­ρα­μυ­θά­κια, ἀλ­λά δέν ἔ­δει­χναν ἐν­δι­α­φέ­ρον. Κοι­τοῦ­σαν δε­ξιά καί ἀ­ρι­στε­ρά, ση­κώ­νον­ταν, ἔ­κα­ναν φα­σα­ρί­α καί ἐν γέ­νει δέν μπο­ροῦ­σα μέ τί­πο­τε νά τούς κά­νω νά ἀ­κού­ σουν ἔ­στω καί γιά λί­γα λε­πτά. Ὅ­ταν με­τά ἀ­πό τήν πά­ρο­δο 2–3 μη­νῶν εἶ­πα νά τούς δι­α­βά­σω τόν Βί­ο τοῦ γέ­ ρον­τος Πα­ϊ­σί­ου, τό­τε ὁ Π. ἀ­πό ἐ­κεῖ πού ἔ­δει­χνε στόν κό­σμο του, ἄρ­χι­σε νά πα­ρα­ κο­λου­θῆ μέ ἐν­δι­α­φέ­ρον. Ἔ­βα­ζε τά χέ­ρια του κά­τω ἀ­πό τό πη­γού­νι καί μέ κοί­τα­ Ἀπό τήν Ἱερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Μεταμόρφωση Χαλκιδικῆς
  • 72.
    72 ἄ­να­θρες κραυ­γές πούἀ­να­λό­γως τήν πε­ ρί­πτω­ση ση­μαί­νουν ναί ἤ ὄ­χι. Ἐ­νῶ, λοι­ πόν, μιά μέ­ρα τῆς δι­ά­βα­ζα τόν Βί­ο τοῦ Γέ­ρον­τος καί κα­θό­ταν ἥ­συ­χη καί ἄ­κου­ γε, σέ μιά στιγ­μή στα­μά­τη­σα νά δι­α­βά­ζω γιά λί­γα λε­πτά, προ­κει­μέ­νου νά στεί­λω ἕ­να μή­νυ­μα μέ τό κι­νη­τό μου τη­λέ­φω­νο. Τό­τε ἡ Ε. ση­κώ­θη­κε, ἦρ­θε πρός τό μέ­ ρος μου καί ἄρ­χι­ζε μέ τό δά­κτυ­λό της νά μοῦ δεί­χνη τίς σε­λί­δες ἐ­κεῖ­νες στίς ὁ­ποῖ­ ες εἶ­χα ἀ­νοι­κτό τό βι­βλί­ο. Ἐ­γώ δέν κα­ τά­λα­βα. Τῆς λέ­ω: «Ἔ, τί θές;». Συ­νέ­χι­ζε τό ἴ­διο. Τῆς ξα­νά­κα­να τήν ἐ­ρώ­τη­ση καί ὕ­στε­ρα ἀ­πό 2–3 φο­ρές, τῆς λέ­ω: «Θές νά συ­νε­χί­σω νά δι­α­βά­ζω;». Τό­τε ἡ Ε. ἔ­γνε­ ψε κα­τα­φα­τι­κά, ἔ­βγα­λε αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους τήν κραυ­γή πού ἔ­χου­με μά­θει ὅ­τι ση­μαί­ νει ναί καί κά­θι­σε στή θέ­ση της». «Εἶ­χα σο­βα­ρό πρό­βλη­μα ὑ­γεί­ας μέ τήν κό­ρη μου πού ἦ­ταν τρι­ῶν ἐ­τῶν. Δι­ ά­βα­ζα τό βι­βλί­ο γιά τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο. Τό βρά­δυ, γέ­μι­σε μέ εὐ­ω­δί­α ὅ­λο τό δω­ μά­τιο. Καί ἡ εὐ­ω­δί­α δι­α­τη­ρή­θη­κε μέ­χρι τήν ἄλ­λη μέ­ρα τό με­ση­μέ­ρι. Εὐ­ω­δί­α­ζαν τά ροῦ­χα». Εὐωδία ἀπό βιβλία Μαρ­τυ­ρί­α Χρι­στί­νας Γα­λα­νο­πού­λου ρεῖς, ἐ­γώ μέ τόν κό­σμο. Στό τέ­λος ὁ πα­πάς τῆς ἐ­νο­ρί­ας πού μέ γνώ­ρι­ζε, μοῦ ζή­τη­σε νά με­τα­φέ­ρω δύ­ο γι­α­γι­ού­λες μέ­σα στήν πό­λη – ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἦ­ταν ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­ νη. Στόν δρό­μο μι­λοῦ­σαν γιά ἕ­να βι­βλί­ο γιά τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο. Ἐ­γώ ἄρ­χι­σα νά πη­γαί­νω πιό σι­γά ἀ­πό πε­ρι­έρ­γεια νά ἀ­κού­σω τί θά ᾿λε­γαν. Ἔ­λε­γε ἡ μί­α: «Μοῦ συ­νέ­βη κά­τι πα­ρά­ξε­νο, δι­ά­βα­ζα τό βι­βλί­ο καί ση­κώ­θη­κα γιά λί­γο νά κά­νω μιά δου­ λειά καί τό ἄ­φη­σα ἀ­νοι­κτό στό τρα­πέ­ζι. Ὅ­ταν γύ­ρι­σα νά συ­νε­χί­σω τό δι­ά­βα­σμα, ἔ­νοι­ω­σα νά βγαί­νη μιά εὐ­ω­δί­α ἀ­πό τό βι­ βλί­ο, σάν θυ­μί­α­μα». Με­τά ἀ­πό λί­γες ἡ­μέ­ ρες βρῆ­κα ἕ­ναν φί­λο μου καί μοῦ λέ­ει: -Δέν εἶ­μαι κα­λά, ἔ­χω μέ­σα μου μιά ἀ­νη­συ­χί­α. Τί νά κά­νω; -Θά σοῦ πῶ ἐ­γώ τί θά κά­νης. Θά πᾶς στήν τά­δε Ἐκ­κλη­σί­α καί θά ζη­τή­σης τόν π. Νε­κτά­ριο τόν Βίτ­τη, θά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῆς, θά σοῦ δι­α­βά­ση μιά εὐ­χή καί θά γί­νης κα­λά. Με­τά ἀ­πό λί­γο και­ρό ξα­να­συ­ναν­ τη­θή­κα­με καί μοῦ εἶ­πε: -Ξέ­ρεις; ἔ­κα­να ὅ­πως μοῦ εἶ­πες, ἀλ­λά νά σοῦ πῶ κά­τι; μπο­ρεῖ βέ­βαι­α νά μέ πε­ ρά­σης γιά τρελ­λό. -Ὄ­χι, ὄ­χι, τοῦ λέ­ω ᾿γώ, πές μου. - Πῆ­γα στήν Ἐκ­κλη­σί­α καί ἀ­φοῦ τοῦ εἶ­πα τοῦ πα­πᾶ καί μοῦ δι­ά­βα­σε εὐ­χή, φεύ­ γον­τας μοῦ εἶ­πε νά ἀ­γο­ρά­σω ἕ­να βι­βλί­ο γιά τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο. Βγαί­νον­τας, λοι­πόν, ἀ­πό τήν Ἡ­ρά­κλεια στα­μά­τη­σα σ᾿ ἕ­να βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο καί τό ἀ­γό­ρα­σα. Κα­θώς γυρ­νοῦ­σα μέ τό αὐ­το­κί­νη­το στό σπί­τι, εἶ­χα τό βι­βλί­ο στήν θέ­ση τοῦ συ­νο­δη­γοῦ καί μοῦ πέ­ρα­σε ἡ ἰ­δέ­α νά τό ξε­φυλ­λί­σω μέ τό ἕ­να χέ­ρι κα­θώς ὁ­δη­γοῦ­σα. Ἀ­φοῦ τό ξε­φύλ­λι­σα βι­α­στι­κά μιά–δυ­ό φο­ρές, ἔ­νοι­ ω­σα νά βγαί­νη μιά πο­λύ ὡ­ραῖ­α μυ­ρω­διά ἀ­πό τό βι­βλί­ο, σάν θυ­μί­α­μα». Προ­σκυ­νη­τής ἀ­πό Σέρ­ρες δι­η­γή­θη­κε «Πῆ­γα σέ μί­α ἀ­γρυ­πνί­α μ᾿ ἕ­ναν φί­λο μου, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι μορ­φω­μέ­νος καί ἡ Μη­τρό­πο­λη τόν ἔ­χει ὑ­πεύ­θυ­νο στά ἀν­ τι­αι­ρε­τι­κά. Με­τά τό τέ­λος τῆς ἀ­γρυ­πνί­ας κε­ρα­στή­κα­με. Αὐ­τός κά­θη­σε μέ τούς ἱ­ε­
  • 73.
    73 «Συ­νάν­τη­σα τόν γέ­ρον­ταΠα­ΐ­σιο γιά πρώ­τη φο­ρά πρίν ἀ­πό πε­ρί­που 35 χρό­νια. Ἦ­ταν με­τά τίς ἐ­ξε­τά­σεις γιά τό Πα­νε­πι­ στή­μιο μα­ζί μέ τό φί­λο μου Κ. Κ. Εἴ­πα­με νά ξε­κου­ρα­στοῦ­με, μέ μιά ἐ­πί­σκε­ψη στό Ἄ­γιον Ὄ­ρος. Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα, ξε­κι­νή­σα­με ἀ­πό τό Κου­τλου­μού­σι γιά τό Κελ­λί τοῦ Γέ­ρον­τα μέ­σα στήν κα­τα­πρά­σι­νη φύ­ση. Ὁ πορ­τά­ρης τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ, μᾶς εἶ­πε, ὅ­τι δύ­σκο­λα θά τόν δοῦ­με, για­τί τέ­τοι­α ὥ­ρα ὁ Γέ­ρον­τας ἀ­να­παύ­ε­ται. Συ­ναν­τή­σα­ με καί κά­ποι­ον ἀ­κό­μη στό δρό­μο κι αὐ­τός εἶ­χε τήν ἴ­δια ἄ­πο­ψη, ὅ­τι ἡ ὥ­ρα πού δι­α­ λέ­ξα­με δέν ἦ­ταν καί ἡ κα­λύ­τε­ρη γιά νά δοῦ­με τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο. Φτά­σα­με στό Κελ­λί του καί πράγ­μα­τι δέν ὑ­πῆρ­χε ψυ­χή καί ἡ πόρ­τα τῆς αὐ­λῆς κλει­στή. Τρα­βή­ξα­ με τό σχοι­νί πού χτυ­ποῦ­σε ἕ­να καμ­πα­νά­ κι–κου­δού­νι στό Κελ­λί καί ὤ! μέ ἔκ­πλη­ξη φά­νη­κε ὁ Γέ­ρον­τας ἀ­πό πά­νω, μέ τό γλυ­ κό χα­μό­γε­λο καί μᾶς ἄ­νοι­ξε. »Κα­θή­σα­με στήν αὐ­λή στά κού­τσου­ρα καί ὁ Γέ­ρον­τας ἔ­φε­ρε ἕ­να κου­τί μέ λου­ κού­μια καί μᾶς κέ­ρα­σε. Μᾶς μί­λη­σε γιά λί­γο, ἀ­στει­εύ­τη­κε μα­ζί μας κι ἐ­μεῖς τόν ρω­τή­σα­με κά­τι, ἀ­πό αὐ­τά τά πολ­λά πού ἀ­κού­γον­ταν γι᾿ αὐ­τόν. - Γέ­ρον­τα, εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι ἔρ­χε­ται ἕ­να φί­δι καί σοῦ κά­νει πα­ρέ­α; - Μιά ψω­ρό­γα­τα ἔρ­χε­ται πει­να­σμέ­νη, για­τί θέ­λει φαΐ, εἶ­πε ὁ Γέ­ρον­τας μέ πο­λύ χα­μό­γε­λο. »Κι ἀ­φοῦ εἶ­δε πώς δέν εἴ­χα­με σκο­πό νά φύ­γου­με, μᾶς πρό­σφε­ρε ἕ­να–δύο­λου­ κού­μια ἀ­κό­μη λέ­γον­τας, πώς δέν ἔ­χου­με ζά­χα­ρο καί στή συ­νέ­χεια μᾶς λέ­ει: - Ἄν­τε τώ­ρα. Καί κα­τα­λά­βα­με πώς ἦρ­ θε ἡ ὥ­ρα νά τόν ἀ­φή­σου­με, μιά καί εἶ­χε σί­γου­ρα πο­λύ πιό σο­βα­ρά πράγ­μα­τα νά κά­νη. »Ξα­να­συ­νάν­τη­σα τόν Γέ­ρον­τα με­τά ἀ­πό με­ρι­κά χρό­νια πά­λι στό Κελ­λί του, μέ ἄλ­λους τρεῖς φί­λους καί μιά φο­ρά στή Δάφ­νη, ἐ­νῶ πε­ρί­με­νε νά πά­ρη τό κα­ρα­βά­ κι γιά τήν Οὐ­ρα­νού­πο­λη. »Τά χρό­νια πέ­ρα­σαν, ἡ εὐ­λο­γί­α τοῦ Θε­οῦ ἦ­ταν ἄ­φθο­νη πάν­τα, ἔ­στω κι ἄν δέν τό κα­τα­λά­βαι­να, γνώ­ρι­σα τήν Ζ. Τ., κά­ να­με οἰ­κο­γέ­νεια καί ἔ­χου­με δύ­ο κό­ρες. «Ἤ­ξε­ρα, ὅ­τι ὁ γέ­ρον­τας Πα­ΐ­σιος ἔ­με­νε στό Μο­να­στή­ρι τῆς Σου­ρω­τῆς ὅ­ταν ἔ­βγαι­ νε καί τε­λι­κά ἐ­κεῖ κοι­μή­θη­κε καί ἐ­κεῖ εἶ­ ναι ὁ τά­φος του. Δέν πή­γα­με πο­τέ ὅ­λα αὐ­ τά τά χρό­νια στή Σου­ρω­τή, ἄν καί ἀ­πέ­χει εἴ­κο­σι λε­πτά ἀ­πό τό σπί­τι μας. »Με­τά τό Φλε­βά­ρη τοῦ 2012, ἡ Ζ. ἄρ­χι­σε νά ἔ­χη κά­ποι­α πε­ρί­ερ­γα συμ­πτώ­ μα­τα πού τήν ἀ­νη­σύ­χη­σαν. Βγῆ­καν καί δύ­ο–τρί­α ἐ­ξογ­κώ­μα­τα στό δέρ­μα. Ἐ­ξε­τά­ σεις, για­τροί κι ἄλ­λες ἐ­ξε­τά­σεις κι ἄλ­λοι για­τροί. Ὅ­λα φυ­σι­ο­λο­γι­κά. Τε­λι­κά πή­γα­ με στόν χει­ρουρ­γό, γιά νά βγοῦν τά πε­ ρί­ερ­γα ἐ­ξογ­κώ­μα­τα. Ὁ χει­ρουρ­γός εἶ­ναι κα­θη­συ­χα­στι­κός, «99% δέν εἶ­ναι τί­πο­τα», ἀλ­λά με­τά τήν μι­κρο­ε­πέμ­βα­ση, μᾶλ­λον ἄλ­λα­ξε γνώ­μη καί εἶ­πε «θά δοῦ­με τήν βι­ ο­ψί­α». »Πε­ρι­μέ­νον­τας τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῆς βι­ο­ψί­ας, χρει­ά­στη­κε νά κά­νη καί ἡ μι­ κρή μας Α., δέ­κα χρο­νῶν τό­τε, ἐγ­χεί­ρη­ση σκω­λη­κο­ει­δί­τι­δος, ὁ­πό­τε χρει­ά­στη­κε καί ἡ Ζ. νά μεί­νη δύ­ο βρά­δια μα­ζί της στήν Κλι­νι­κή. Δυ­στυ­χῶς, τά συμ­πτώ­μα­τα ἦ­ταν ὅ­λο καί πιό ἔν­το­να καί κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­τι κά­τι δέν πά­ει κα­λά. Ἐ­γώ, ἤ­ρε­μος καί σί­γου­ρος μέ τίς μέ­χρι τό­τε δι­α­βε­βαι­ώ­σεις καί για­τί τό κα­κό εἶ­ναι μα­κρυ­ά ἀ­πό μᾶς καί δέν μπο­ρεῖ νά μᾶς πλη­σιά­ση. »Ζη­τών­τας πλη­ρο­φο­ρί­ες γιά τά ἀ­πο­τε­ λέ­σμα­τα τῆς βι­ο­ψί­ας ἀ­πό τό τη­λέ­φω­νο, τό ἐρ­γα­στή­ριο μέ πα­ρέ­πεμ­πε στόν χει­ρουρ­ γό καί ὁ χει­ρουρ­γός δέν μοῦ ἔ­λε­γε. Ἐ­δῶ, Ὁ τάφος ἔχει ζωή καί θεραπεύει Μαρτυρία Δ. Σ.
  • 74.
    74 ἄρ­χι­σα νά κα­τα­λα­βαί­νωπώς κά­τι γί­νε­ ται, ἀλ­λά πάν­τα αἰ­σι­ό­δο­ξος. Μέ τά πολ­λά, ἀ­φοῦ πα­ρα­κά­λε­σα τόν χει­ρουρ­γό νά μοῦ πῆ ἀ­πό τό τη­λέ­φω­νο τί γί­νε­ται, μοῦ εἶ­πε, ἀ­φοῦ τόν δι­α­βε­βαί­ω­σα ὅ­τι δέν θά πῶ τί­ πο­τα στή Ζ. καί θά τῆς τό πῆ ὁ ἴ­διος, ἀ­φοῦ τῆς ἐ­ξη­γή­ση τήν πε­ρί­πτω­ση. Λέμ­φω­μα – Β κύτ­τα­ρα, ἦ­ταν ἡ δι­ά­γνω­ση. »Τό βρά­δυ, ὡς σύγ­χρο­νος ἄν­θρω­ πος καί ἐ­νῶ ἡ Ζ. ἦ­ταν στήν Κλι­ νι­κή μέ τήν μι­ κρή, κα­τέ­φυ­γα στόν σύγ­χρο­νο παν­το­γνώ­στη τό Internet – Google. Βλέ­πον­ τας τί εἶ­ναι αὐ­τή ἡ μορ­φή καρ­κί­ νου, Λέμ­φω­μα – Β κύτ­τα­ρα, ἄρ­ χι­σε νά φεύ­γη ἡ γῆ κά­τω ἀ­πό τά πό­δια μου. Ξαφ­ νι­κά, ὅ­λα μοιά­ ζουν νά κα­ταρ­ ρέ­ουν, τό αὔ­ριο δέν ἔ­χει πιά νό­ η­μα ἤ κα­λύ­τε­ρα τί­πο­τα δέν ἔ­χει πιά νό­η­μα. »Στίς ἑ­πό­με­ νες δύ­ο–τρεῖς μέ­ρες πού ἦ­ταν Σαβ­βα­το­κύ­ρια­ κο, προ­σπά­θη­σα νά βρῶ τί πρέ­πει νά κά­νου­με, ρω­ τών­τας φί­λους πού εἶ­χαν πε­ρά­σει κά­ποι­α ἀν­τί­στοι­χη ψυ­χρο­λου­σί­α. Δεί­ξα­με τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα σέ φί­λο, κα­λό ὀγ­κο­λό­γο καί μέ ἠ­ρε­μί­α μᾶς πα­ρέ­πεμ­ψε στήν εἰ­δι­ κή αἱ­μα­το­λο­γι­κή Κλι­νι­κή στό νο­σο­κο­ μεῖ­ο «Πα­πα­νι­κο­λά­ου». »Ἔ­στει­λα ἐ­πί­σης τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα σέ φί­λη για­τρό στήν Ἀ­με­ρι­κή καί ἡ ἀ­πάν­τη­ ση ἦ­ταν, ὅ­τι εἶ­ναι πο­λύ ἐ­πι­θε­τι­κή μορ­φή, πρέ­πει νά ἀρ­χί­ση χη­μει­ο­θε­ρα­πεῖ­ες χτές, ὄ­χι αὔ­ριο, καί αὐ­τή ἡ ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τα μπο­ρεῖ νά θε­ρα­πευ­θῆ. Τε­λι­κά, κλεί­στη­κε ἕ­να ραν­τε­βοῦ σέ ἐ­ξει­δι­κευ­μέ­νη Κλι­νι­κή τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου «Πα­πα­νι­κο­λά­ου» γιά τήν ἐρ­χό­με­νη Δευ­τέ­ρα. »Τώ­ρα πιά ἡ Ζ. ἤ­ξε­ρε τί εἶ­χε καί ὅ­τι ἔ­πρε­πε νά ἀ­κο­λου­θή­ση χη­μει­ο­θε­ρα­πεί­α. Μοῦ ζή­τη­σε τήν Κυ­ρια­κή τό ἀ­πό­γευ­μα νά πᾶ­με στό Μο­να­στή­ρι τῆς Σου­ρω­τῆς νά προ­σκυ­νή­ση τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σιο. Ὅ­λα αὐ­τά τά χρό­νια δέν εἴ­χα­με πά­ ει πο­τέ. Ὅ­πως πάν­τα, ὑ­πῆρ­χε οὐ­ρά τῶν ἀν­ θρώ­πων πού πε­ρί­με­ναν νά προ­σκυ­νή­σουν στόν τά­φο τοῦ Γέ­ρον­τα. Μπή­ κα­με στήν σει­ρά μέ εὐ­λά­βεια καί ἡ Ζ. ἔ­σκυ­ψε καί προ­σκύ­νη­σε κι ἔ­μει­νε γιά λί­γο ἀ­κουμ­πών­τας τό κε­φά­λι της στό μάρ­μα­ρο μέ τό ποί­η­μα. »Ση­κώ­θη­κε καί μέ δά­κρυ­α στά μά­τια μοῦ λέ­ει:«Ἀ­να­σαί­νει, ἀ­κού­γε­ται, ὁ τά­ φος ἔ­χει ζω­ή πή­ γαι­νε νά δῆς κι ἐ­σύ». Πῆ­γα καί προ­σκύ­νη­σα κι ἐ­γώ, φυ­σι­κά καί δέν ἄ­κου­σα τί­πο­τα ἀ­πό τόν τά­φο. »Πή­γα­με πρός τόν να­ό τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀρ­ σε­νί­ου καί ἀ­φοῦ ἠ­ρέ­μη­σε ἡ Ζ., τήν ρώ­ τη­σα τί ἔ­γι­νε. «Ἦ­ταν σάν μιά γλυ­κιά ζε­ στή πνο­ή, πού πῆ­ρε ἀ­πό τά σω­θι­κά μου τόν τρό­μο, ἕ­να χέ­ρι πῆ­ρε ἀ­πό τό στῆ­θος μου ὅ­λη τήν ἀ­να­τα­ρα­χή, ἠ­ρέ­μη­σα καί μιά φω­νή, μοῦ εἶ­πε: «Ἄν­τε τώ­ρα, πή­γαι­ νε». Ἀ­μέ­σως ἦρ­θε στό μυα­λό μου ἡ εἰ­κό­ να, ὅ­πως τό­τε πού μᾶς «ἔ­δι­ω­ξε» μέ τό πιό γλυ­κό τρό­πο ἀ­πό τήν αὐ­λή του, μᾶς εἶ­πε: Ἀπό τήν Ἱερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Μεταμόρφωση Χαλκιδικῆς
  • 75.
    75 «Ἄν­τε τώ­ρα». »Ἡ Ζ.ἔ­νοι­ω­θε μιά ἀ­πέ­ραν­τη γα­λή­νη καί χα­ρά γιά ὅ­λους γύ­ρω της, ἐ­νῶ ἔ­νοι­ ω­θε τήν χά­ρη νά τήν πλημ­μυ­ρί­ζη. Ἀ­πό τό­τε ἡ Ζ. ἠ­ρέ­μη­σε καί ἴ­σως καί τά συμ­ πτώ­μα­τα νά ὑ­πο­χώ­ρη­σαν. Τήν Δευ­τέ­ρα πή­γα­με στό ραν­τε­βοῦ στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο. Ἡ για­τρός ἐ­ξή­γη­σε στή Ζ. τί ἔ­χει καί τί ἔ­πρε­πε νά κά­νη. Τί πα­ρε­νέρ­γει­ες μπο­ρεῖ νά ἔ­χη κ.λ.π. »Πρίν νά ξε­κι­νή­ση ὅ­μως τίς θε­ρα­πεῖ­ ες, θά πρέ­πη νά γί­νη μί­α ἀ­ξο­νι­κή, γιά νά δοῦ­με ποῦ ἀλ­λοῦ ὑ­πάρ­χουν «ἑ­στί­ες» μέ­σα στό σῶ­μα καί μιά ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση ἀ­πό τό ἐρ­ γα­στή­ριο τοῦ Νο­σο­κο­μεί­ου τῶν ἀ­πο­τε­λε­ σμά­των τῆς πρώ­της βι­ο­ψί­ας. Ἡ δεύ­τε­ρη βι­ο­ψί­α συμ­φώ­νη­σε μέ τήν πρώ­τη καί ἐ­πι­ βε­βαί­ω­σε ὅ­τι εἶ­ναι πράγ­μα­τι. Ἡ Ζ. ἔ­κα­νε τήν ἀ­ξο­νι­κή καί πε­ρι­μέ­να­με τά ἀ­πο­τε­λέ­ σμα­τα. Πή­γα­με μα­ζί νά τά πά­ρου­με ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα μέ τό αὐ­το­κί­νη­το. »Μοῦ ζή­τη­σε νά μπῶ νά πά­ρω ἐ­γώ τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα, για­τί δέν μπο­ροῦ­σε νά πε­ ρι­μέ­νη. Ζή­τη­σα τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα ἀ­πό τήν ὑ­πο­δο­χή – reception, θά ἔ­πρε­πε νά ἦ­ταν ἕ­τοι­μα. »Ἔ­ψα­ξε ἡ κο­πέλ­λα, δέν τά βρῆ­κε, ρώ­ τη­σε χα­μη­λό­φω­να κά­τι στήν ἄλ­λη κο­πέλ­ λα, κά­τι ψι­θύ­ρι­σαν καί μοῦ εἶ­παν, ποι­ός εἶ­στε, ἡ για­τρός τά ἔ­χει καί θέ­λει νά σᾶς δῆ. »Τό σκη­νι­κό τό ἔ­χω ξα­να­δεῖ καί στήν βι­ο­ψί­α καί στόν χει­ρούρ­γο, ὅ­λοι θέ­λουν νά σοῦ τό ποῦν μέ κά­θε σο­βα­ρό­τη­τα γιά νά τό κα­τα­λά­βης κα­λά. Πή­γα, λοι­πόν, στό γρα­φεῖ­ο τῆς για­τροῦ πού θά ἐ­ξέ­τα­ζε τήν ἀ­ξο­νι­κή καί θά ἔ­γρα­φε τήν γνω­μά­τευ­ση. - Θά ἤ­θε­λα νά πά­ρω τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῆς Ζ. Τ., εἶ­πα. - Ἄ, μά­λι­στα, λέ­ει ἡ για­τρός. Πεῖ­τε μου, σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, τί συμ­πτώ­μα­τα ἔ­χει, για­τί κά­να­τε ἀ­ξο­νι­κή; Ἄρ­χι­σε νά ἀ­νε­βαί­ νη τό αἷ­μα μου στό κε­φά­λι, τί γί­νε­ται πά­ λι, τί θέ­λει νά μά­θη; - Βλέ­πω, μοῦ λέ­ει, ἔ­χε­τε δι­ά­γνω­ση καί πα­ρα­πεμ­πτι­κό ἀ­πό τό νο­σο­κο­μεῖ­ο «Πα­πα­ νι­κο­λά­ου», ἡ Κλι­νι­κή εἶ­ναι κέν­τρο ἀ­να­ φο­ρᾶς γι᾿ αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους τίς πα­θή­σεις, ἀλ­λά ... Δέν ἄν­τε­ξα ἄλ­λο. - Για­τρέ, πεῖ­τε μου σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, τί εἴ­δα­τε στήν ἐ­ξέ­τα­ση, ἤ ἔ­χει παν­τοῦ ἤ δέν βρή­κα­τε τί­πο­τα. Για­τί μέ ρω­τᾶ­τε; - Ναί, μοῦ λέ­ει, προ­σπά­θη­σα καί ἐ­ξέ­ τα­σα μέ με­γά­λη προ­σο­χή τήν ἀ­ξο­νι­κή, ἀλ­λά δέν φαί­νε­ται τί­πο­τα. - Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ, νά τήν φω­νά­ξω ἀ­πό τό αὐ­το­κί­νη­το νά τῆς τό πῆ­τε ἡ ἴ­δια. »Ἡ Ζ. ἐ­ξή­γη­σε στήν για­τρό τό ἱ­στο­ ρι­κό καί ἐ­κεί­νη τῆς εἶ­πε, μα­κά­ρι ὅ­λοι οἱ ἀ­σθε­νεῖς μου νά εἶ­χαν τέ­τοι­α ἀ­πο­τε­λέ­σμα­ τα. Αὐ­τό ἦ­ταν καί ἡ ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση, πώς ὁ Γέ­ρον­τας ἔ­δω­σε τή λύ­ση. »Δεί­ξα­με τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα καί σέ ὀγ­ κο­λό­γο φί­λο κα­λό, τό βρῆ­κε πο­λύ πε­ρί­ερ­ γο νά μήν ὑ­πάρ­χη τί­πο­τα. »Τε­λι­κά ἡ Ζ. ἀ­κο­λού­θη­σε τήν χη­μει­ ο­θε­ρα­πεί­α, ὅ­πως ζή­τη­σαν οἱ θε­ρά­πον­τες, κα­νείς για­τρός ἄλ­λω­στε δέν θά ἔ­παιρ­νε εὐ­θύ­νη νά πῆ ὅ­τι δέν χρει­ά­ζε­ται θε­ρα­πεί­α, ἔ­χον­τας δι­πλά ἐ­πι­βε­βαι­ω­μέ­νη βι­ο­ψί­α ὅ­τι πρό­κει­ται γιά τέ­τοι­ο καρ­κί­νο πού χα­ρα­ κτη­ρί­ζε­ται πο­λύ ἐ­πι­θε­τι­κός. »Ἔ­χουν πε­ρά­σει ἤ­δη τρί­α χρό­νια ἀ­πό τό­τε καί ἡ Ζ. εἶ­ναι κα­λά. Μό­νο πού ἡ ζω­ή μας πιά δέν εἶ­ναι ἴ­δια. Ὁ γέ­ρον­τας Πα­ΐ­ σιος εἶ­ναι πιά μα­ζί μας. Ὁ κό­σμος εἶ­ναι πιό ὄ­μορ­φος γύ­ρω μας. Ἡ εὐ­λο­γί­α μᾶς λού­ζει, ἀρ­κεῖ νά τό ζη­τή­σου­με. »Ὅ­πως λέ­ει κι ὁ φί­λος μας ὁ Κώ­στας, ἄν σέ σφρα­γί­ση τό θαῦ­μα δέν μπο­ρεῖς νά γυ­ρί­σης πί­σω. Ξέ­ρεις πιά, ὅ­τι οἱ αἰ­σθή­σεις δέν εἶ­ναι μό­νο πέν­τε, ἀλ­λά ὅ­λα μπο­ροῦν νά γί­νουν μέ πί­στη. »Ἔ­γρα­ψα αὐ­τά πού ζή­σα­με, γιά νά τά μοι­ρα­στῶ μέ αὐ­τούς πού μπο­ρεῖ καί νά κα­τα­λά­βουν κά­τι τέ­τοι­ο. Δέν θέ­λω νά πεί­ σω κά­ποι­ον νά πι­στέ­ψη. Δέν εἶ­ναι κἄν ἡ ἀ­ξο­νι­κή ἐ­ξέ­τα­ση ἀ­πό­δει­ξη τοῦ θαύ­μα­τος. Μπο­ρεῖ καί νά ἔ­χη συμ­βεῖ καί σέ ἄλ­λους. Ἐ­γώ ξέ­ρω, ὅ­τι ὁ γέ­ρον­τας Πα­ΐ­σιος μί­λη­ σε στή Ζ. καί τῆς πῆ­ρε τό πρό­βλη­μα, για­τί ἔ­τσι μᾶς μι­λοῦ­σε ὅ­ταν τόν συ­ναν­τού­σα­με στό Κελ­λί του. Για­τί ἔ­τσι ἔ­δι­νε κου­ρά­γιο καί λύ­σεις στούς ἀν­θρώ­πους πού τοῦ ζη­ τοῦ­σαν τήν βο­ή­θειά του».
  • 76.
    76 Ἔκανε τήν ἐγχείρηση Δι­ή­γη­σηΝι­κο­λά­ου Κου­λού­ρη, Κα­θη­γη­τοῦστό Τμῆ­μαΝο­μι­κῆςστό Εὐ­ ρω­πα­ϊ­κόΠα­νε­πι­στή­μιοΚύ­πρου «Τό ἔ­τος 2012, ὁ φοι­τη­τής μου στό Τμῆ­μα Νο­μι­κῆς τοῦ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου Στέ­λιος Κρε­ού­ζος, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι δη­μο­σι­ ο­γρά­φος τοῦ ΡΙΚ, δι­α­γνώ­σθη­κε μέ ὑ­γρό στούς πνεύ­μο­νες καί στήν καρ­διά. Τα­λαι­πω­ρή­θη­κε ἐ­πί ἐ­νά­μι­συ ἔ­τος νο­ση­λευ­ό­με­νος γιά με­γά­λα χρο­νι­ κά δι­α­στή­μα­τα σέ Νο­σο­κο­μεῖ­ο. Τε­λι­κά, ὁ θε­ ρά­πων ἰα­τρός τοῦ συ­νέ­στη­σε νά ὑ­πο­βλη­θῆ σέ χει­ ρουρ­γι­κήἐ­πέμ­βα­ ση γιά τήν ἀ­φαί­ ρε­ση τοῦ ὑ­γροῦ, ὥ­στε νά στα­μα­τή­ ση ἡ τα­λαι­πω­ρί­α του. Ἡ ἐ­πέμ­βα­ση αὐ­τή δι­α­κρί­νε­ται ἀ­πό μή ἀ­με­λη­τέ­ο βαθ­μό ἐ­πι­κιν­δυ­ νό­τη­τας, ὅ­πως ἀ­νέ­φε­ρε στόν φοι­τη­τή μου ὁ χει­ρουρ­γός. Τήν πα­ρα­μο­νή τῆς προ­γραμ­ μα­τι­σμέ­νης ἡ­μέ­ρας γιά τήν ἐ­πέμ­βα­ση, ὁ φοι­τη­τής μου ἔ­κα­νε εἰ­σα­γω­γή στό Νο­σο­ κο­μεῖ­ο. Τόν εἶ­χε κα­τα­λά­βει εὔ­λο­γη ἀ­γω­ νί­α γιά τήν ἔκ­βα­ση τῆς ἐ­πέμ­βα­σης. Τό ἀ­πό­γευ­μα τόν ἐ­πι­σκέ­φθη­κε μιά ξα­δέλ­φη του καί τοῦ ἔ­φε­ρε ἕ­να βι­βλί­ο γιά τόν Γέ­ ρον­τα καί ἤ­δη ὅ­σιο Πα­ΐ­σιο τοῦ Ἁ­γι­ο­ρεί­ του, λέ­γον­τάς του ὅ­τι ἡ ἀ­νά­γνω­σή του θά τόν βο­η­θή­ση νά ἠ­ρε­μή­ση. Ὑπ᾿ ὄ­ψη ὅ­τι ὁ φοι­τη­τής μου μέ­χρι τό­τε εἶ­χε μό­ νο ἐ­πι­δερ­μι­κή, τυ­πι­κή σχέ­ση μέ τόν Θε­ό καί τήν Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη, ὅ­πως δυ­στυ­ χῶς οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι Ἕλ­λη­νες. Ὁ φοι­τη­τής μου ἄρ­χι­σε νά δι­α­βά­ζη τό βι­βλί­ο τοῦ Ὁ­σί­ ου. Κά­ποι­α στιγ­μή, φθά­νει στό ση­μεῖ­ο, ὅ­που σύμ­φω­να μέ τόν βι­ο­γρά­φο του, ὁ Ὅ­σιος ζή­τη­σε ἀ­πό τόν Θε­ό «νά τοῦ στεί­λη ἕ­ναν καρ­κί­ νο γιά νά τόν δο­κι­ μά­ση», γε­γο­νός τό ὁ­ποῖ­ο ἐν­τυ­πω­σί­α­σε ἰ­δι­αι­τέ­ρως τόν φοι­ τη­τή μου. Ἡἑ­πό­με­νηὅ­μως ρή­ση τοῦ Ὁ­σί­ου ἦ­ταν αὐ­τή πού τόν συγ­κλό­νι­σε: «Θε­έ μου, ἡ κά­θε ἡ­μέ­ ρα τῆς ζω­ῆς μου εἶ­ναι στά χέ­ρια Σου!». Ὁ φοι­τη­τής μου τό­τε ἄρ­χι­σε νά ἐ­πα­να­ λαμ­βά­νη ἀ­δι­α­λεί­πτως τή ρή­ση αὐ­τή τοῦ Ὁ­σί­ου, ἐ­νῶ δά­κρυ­α ἄρ­χι­σαν νά τοῦ κα­ τα­κλύ­ζουν τά μά­τια. Ὁ φοι­τη­τής μου κλαί­γον­τας συ­νε­ χῶς καί ἰ­δι­αι­τέ­ρως συγ­κι­νη­μέ­νος ἐ­ξα­
  • 77.
    77 κο­λου­θοῦ­σε νά ἀ­να­φω­νῆ:«Θε­έ μου, ἡ κά­θε ἡ­μέ­ρα τῆς ζω­ῆς μου εἶ­ναι στά χέ­ρια Σου!». Ἦ­ταν μιά μορ­φή ἔμ­με­σης, ἀλ­λά οὐ­σι­α­στι­κό­τα­της προ­σευ­χῆς πρός τόν Θε­ό γιά τήν ἐ­πι­τυ­χί­α τῆς ἐ­πέμ­βα­σης. Ἡ σύ­ζυ­γός του ἀ­κού­γον­τάς τον, μπῆ­ κε στό θά­λα­μο καί θο­ρυ­βη­μέ­νη τόν ρώ­ τη­σε για­τί κλαί­ει, προ­σπα­θών­τας νά τόν κα­θη­συ­χά­ση ὅ­τι ὅ­λα θά πᾶ­νε κα­λά μέ τήν ἐ­πέμ­βα­ση. Αὐ­τός τῆς ζή­τη­σε νά τόν ἀ­φή­ση μό­νο του στόν θά­λα­μο, νά πά­η σπί­τι τους γιά νά φρον­τί­ση τά δύ­ο ἀ­νή­ λι­κα παι­διά τους καί νά κοι­μη­θῆ καί τῆς ὑ­πο­σχέ­θη­κε ὅ­τι θά ἠ­ρε­μή­ση. Ἀπό τό Ἱερό Κουτλουμουσιανό Κελλί Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου
  • 78.
    78 Ἔ­τσι, ὁ φοι­τη­τήςμου πα­ρέ­μει­νε μό­ νος του στόν θά­λα­μο, ἐ­ξα­κο­λου­θών­τας νά ἀ­να­φω­νῆ τή ρή­ση τοῦ Ὁ­σί­ου καί νά κλαί­η. Κά­ποι­α στιγ­μή, σέ προ­χω­ρη­μέ­νη ὥ­ρα τῆς νύ­χτας, ὁ φοι­τη­τής μου ἀν­τι­ λή­φθη­κε σάν σέ ὀ­πτα­σί­α τήν πα­ρου­σί­α στό πλά­ϊ του ἑ­νός ρα­σο­φό­ρου ἄν­δρα. Ἐν­ στι­κτω­δῶς καί δί­χως νά συ­ναι­σθά­νε­ται πλή­ρως τήν οὐ­σί­α τῶν λό­γων του, ἀ­πευ­ θύν­θη­κε στόν ρα­σο­φό­ρο αὐ­τόν λέ­γον­τάς του: «Γέ­ρον­τα Πα­ῒ­σι­ε, ἐ­άν ἔ­χης ἔλ­θει γιά ἐ­μέ­να, σέ πα­ρα­κα­λῶ βο­ή­θη­σέ με νά ἔ­χη ἐ­πι­τυ­χή ἔκ­βα­ση ἡ ἐ­πέμ­βα­ση». Καί ἐ­ξα­κο­ λού­θη­σε κλαί­γον­τας νά ἐ­πα­να­λαμ­βά­νη τήν ἀ­νω­τέ­ρω ρή­ση τοῦ Ὁ­σί­ου: «Θε­έ μου, ἡ κά­θε ἡ­μέ­ρα τῆς ζω­ῆς μου εἶ­ναι στά χέ­ρια Σου!». Αὐ­τό δι­ήρ­κη­σε μέ­χρι τίς 5.45´τά ξη­ με­ρώ­μα­τα τῆς ἡ­μέ­ρας τῆς προ­γραμ­μα­τι­ σμέ­νης ἐ­πέμ­βα­σης, ὁ­πό­τε καί τόν φοι­τη­ τή μου τόν πῆ­ρε ὁ ὕ­πνος. Θυ­μᾶ­ται τήν ὥ­ρα αὐ­τή, για­τί λί­γο πρίν τόν πά­ρει ὁ ὕ­πνος εἶ­χε κοι­τά­ξει τό ρο­λό­ϊ του. Στίς 7.00´ τό πρωΐ ἦλ­θε ὁ νο­σο­κό­μος καί τόν ξύ­πνη­σε, ὥ­στε νά τόν προ­ε­τοι­μά­ση γιά τήν ἐ­πέμ­βα­ση. Ἔκ­πλη­κτος ὁ νο­σο­κό­μος δι­α­πί­στω­σε, ὅ­τι τά ροῦ­χα καί τά σεν­τό­νια τοῦ κρεβ­ βα­τιοῦ τοῦ φοι­τη­τή μου ἦ­ταν μού­σκε­μα. Τόν ρώ­τη­σε ἐ­άν χύ­θη­κε νε­ρό ἐ­πά­νω του, πράγ­μα τό ὁ­ποῖ­ο ἀρ­νή­θη­κε ὁ φοι­τη­τής μου. Ὁ νο­σο­κό­μος ἀ­φοῦ τόν βο­ή­θη­σε νά βά­λη στε­γνά ροῦ­χα, τόν με­τέ­φε­ρε σέ δι­ πλα­νό θά­λα­μο, ὥ­στε νά κά­νη μιά τε­λι­κή μέ­τρη­ση γιά νά δι­α­πι­στω­θῆ ἡ ἀ­κρι­βής θέ­ ση καί πο­σό­τη­τα τοῦ ὑ­γροῦ στούς πνεύ­ μο­νες καί στήν καρ­διά, ὥ­στε νά κα­θο­δη­ γη­θῆ ὁ χει­ρουρ­γός γιά τήν ἐ­πέμ­βα­ση. Ὁ χει­ρι­στής τοῦ μη­χα­νή­μα­τος ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε τήν μέ­τρη­ση, εἶ­πε στόν νο­σο­κό­μο νά με­ τα­φέ­ρη τόν φοι­τη­τή μου σέ ἕ­να ἄλ­λο μη­ χά­νη­μα μέ­τρη­σης, δε­δο­μέ­νου ὅ­τι τό συγ­ κε­κρι­μέ­νο μη­χά­νη­μα τό ὁ­ποῖ­ο πά­θαι­νε συ­χνά βλά­βες, δέν ἔ­δει­ξε κά­τι. Πράγ­μα­ τι, τόν με­τέ­φε­ρε στό ἄλ­λο μη­χά­νη­μα μέ­ τρη­σης, τό ὁ­ποῖ­ο δέν εἶ­χε ἐμ­φα­νί­σει πο­τέ βλά­βη καί ἦ­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρης ἀ­ξι­ο­πι­στί­ας. Ἔκ­πλη­κτος ὁ χει­ρι­στής του δι­α­πί­ στω­σε ἀ­πό τήν μέ­τρη­ση, ὅ­τι δέν ὑ­πῆρ­χε ὑ­γρό σέ κα­νέ­να ση­μεῖ­ο τοῦ σώ­μα­τος τοῦ φοι­τη­τή μου. Ἀ­μέ­σως ἐ­πι­κοι­νώ­νη­σε μέ τόν χει­ρουρ­γό, ἀ­να­φέ­ρον­τάς του τό γε­ γο­νός. Ὑπ᾿ ὄ­ψη ὅ­τι ὁ συγ­κε­κρι­μέ­νος χει­ ρουρ­γός εἶ­ναι κον­τά στόν Θε­ό καί εἶ­χε ὑπ᾿ ὄ­ψη του ἀ­πό με­σο­λα­βή­σα­σα δι­ή­γη­ση τοῦ φοι­τη­τή μου τά δι­α­δρα­μα­τι­σθέν­τα κα­τά τή διά­ρκεια τῆς νύ­χτας στόν θά­λα­ μό του. Ὁ χει­ρουρ­γός εἶ­πε στόν χει­ρι­στή τοῦ μη­χα­νή­μα­τος: «Πά­ει τό μυα­λό μου στό τί ἔ­χει συμ­βῆ, ἀλ­λά γιά νά βε­βαι­ω­ θοῦ­με πλή­ρως, νά με­τα­φέ­ρης τόν ἀ­σθε­νή στόν ἀ­ξο­νι­κό το­μο­γρά­φο μέ πα­ρα­πεμ­πτι­ κό ση­μεί­ω­μα πε­ρί δι­ά­γνω­σης τῆς θέ­σης καί τῆς πο­σό­τη­τας τοῦ ὑ­γροῦ στό σῶ­μα του». Ὅ­περ καί ἐ­γέ­νε­το. Με­τά τήν ὁ­λο­ κλή­ρω­ση τῆς ἐ­ξέ­τα­σης, ὁ ἰα­τρός πού με­ λέ­τη­σε τά εὑ­ρή­μα­τά της, ἐ­πι­κοι­νώ­νη­σε μέ τόν χει­ρουρ­γό τοῦ φοι­τη­τή μου, λέ­ γον­τάς του ὅ­τι κά­ποι­ο λά­θος ἔ­χει γί­νει στό πα­ρα­πεμ­πτι­κό ση­μεί­ω­μα καί ὅ­τι γιά ἄλ­λο λό­γο πρέ­πει νά τοῦ ἔ­χη στεί­λει τόν ἀ­σθε­νή γιά ἐ­ξέ­τα­ση. Καί αὐ­τό, για­τί ἀ­πό τήν ἐ­ξέ­τα­ση προ­έ­κυ­ψε ὅ­τι «δέν ὑ­πάρ­χει ἴ­χνος ὑ­γροῦ στό σῶ­μα τοῦ ἀ­σθε­νοῦς!». Ὁ χει­ρουρ­γός τό­τε ἔ­δω­σε ἐν­το­λή στόν νο­σο­κό­μο νά ἐ­πα­να­φέ­ρη τόν ἀ­σθε­νή στό θά­λα­μό του. Ἐ­κεῖ τόν ἐ­πι­σκέ­φθη­κε ἀ­μέ­ σως καί τοῦ ζή­τη­σε νά βγά­λη τή νο­σο­κο­ μεια­κή φόρ­μα ἐγ­χεί­ρη­σης, νά φο­ρέ­ση τά ροῦ­χα του καί νά φύ­γη γιά τό σπί­τι του. Στήν εὔ­λο­γη ἀ­πο­ρί­α τοῦ φοι­τη­τή μου: «Μά, για­τρέ, τί θά γί­νη μέ τήν ἐγ­χεί­ρη­ ση;», ὁ χει­ρουρ­γός τοῦ ἀ­πάν­τη­σε: «Τήν ἐγ­χεί­ρη­ση στήν ἔ­κα­νε τά ξη­με­ρώ­μα­τα ὁ γέ­ρον­τας Πα­ΐ­σιος!». »Τά ἀ­νω­τέ­ρω, μοῦ τά δι­η­γή­θη­κε ἐ­νώ­ πιος ἐ­νω­πί­ῳ ὁ ἴ­διος ὁ φοι­τη­τής μου, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­κτο­τε δο­ξά­ζει κα­θη­με­ρι­νά τόν Θε­ό καί μνη­μο­νεύ­ει μέ εὐ­γνω­μο­σύ­νη τόν ἤ­δη ὅ­σιο Πα­ΐ­σιο».
  • 79.
    79 Συγκλονίστηκε ἀπό βιβλίοτοῦ Γέροντα Νέ­ος,ἀ­πότήνΚεν­τρι­κήἙλ­λά­δα Νέ­ος, ἀ­πό τήν Κεν­τρι­κή Ἑλ­λά­δα, ζοῦ­σε μέ­σα στήν ἄ­γνοι­α καί τήν ἁ­μαρ­ τί­α. Ὄ­χι ἁ­πλῶς δέν εἶ­χε τήν πα­ρα­μι­κρή σχέ­ση μέ τήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἀλ­λά ἐ­πί ἔ­τη συ­ζοῦ­σε μέ ἀλ­λο­δα­πή φί­λη του χω­ρίς τήν εὐ­λο­γί­α τοῦ γά­μου. Ὅ­λως τυ­χαί­ως ἔ­πε­σαν στά χέ­ρια του οἱ «Ἐ­πι­στο­λές» τοῦ Γέ­ρον­τα. Ἀ­πό τήν ἀ­νά­γνω­ση κυ­ρι­ο­ λε­κτι­κά συγ­κλο­νί­στη­κε. «Μοῦ ἔ­πε­σε κε­ραυ­νός», ὡ­μο­λο­γοῦ­σε. Ὄ­χι μό­νον ἀ­πο­φά­σι­σε νά ἀλ­λά­ξη ζω­ή, ἀλ­λά καί τοῦ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἔν­το­νη ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α γιά τόν μο­να­χι­σμό. Ἔ­σπευ­σε, βρῆ­κε κα­λό Πνευ­μα­τι­κό καί με­τά ἀ­πό πλή­ρη συν­τρι­βή εἰ­λι­κρι­νή ἐ­ξο­μο­λό­ γη­ση, ἐ­ξέ­φρα­σε καί τόν θεῖ­ο πό­θο του. Ἀλ­λά ὁ δι­α­κρι­τι­κός Πνευ­μα­τι­κός, με­τά τήν εὐ­χή τῆς ἀ­φέ­σε­ως καί τίς σχε­τι­κές συμ­βου­λές του, τοῦ ἐ­ξή­γη­σε ὅ­τι αὐ­τό δέν ἦ­ταν ὀρ­θό, ἐ­πει­δή ἡ φί­λη του εἶ­χε συλ­λά­βει. «Δέν μπο­ρεῖς νά τήν πα­ρα­τή­σης τώ­ ρα. Θά κά­νης μί­α χρι­στι­α­νι­κή οἰ­κο­γέ­ νεια. Αὐ­τό εἶ­ναι τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ», τόν συμ­βού­λευ­σε πα­τρι­κά. Ἔ­κα­νε ὑ­πα­κο­ή. Ἀλ­λά προ­σπα­θεῖ ἡ νέ­α του οἰ­κο­γε­νεια­κή ζω­ή, νά συγ­γε­ νεύ­η ὅ­σο γί­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο μέ τόν μο­να­χι­σμό. Ἀ­γω­νί­ζε­ται μέ τίς νη­στεῖ­ες, τίς ἀ­κο­λου­θί­ες, τήν εὐ­χή, τήν τή­ρη­ση τοῦ νοῦ... Αὐ­τός, πού λί­γο πρίν δέν ἤ­ξε­ρε τί­πο­ τε ἀ­πό αὐ­τά. Καί δο­ξά­ζει τόν Θε­ό. Καί εὐ­χα­ρι­στεῖ τόν Γέ­ρον­τα, τήν βο­ή­θεια τοῦ ὁ­ποί­ου καί στήν συ­νέ­χεια ἐ­πι­κα­ λεῖ­ται καί ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νως δέ­χτη­κε μέ θαυ­μα­στό καί ἐ­ναρ­γῆ τρό­πο, ὅ­πως προ­ σω­πι­κά κα­τέ­θε­σε. Ἴ­σως θε­ω­ρη­θῆ πλε­ο­να­σμός, ἀλ­λά θά πρέ­πη νά ὑ­πο­γραμ­μι­σθῆ ὁ ὅ­λως χα­ρι­ σμα­τι­κός –καί ὄ­χι διά τῆς λο­γι­κῆς ἤ τοῦ συ­ναι­σθή­μα­τος– τρό­πος ἐ­νερ­γεί­ας τοῦ Γέ­ρον­τα. Δε­δο­μέ­νου ὅ­τι, ἕ­ναν ἄ­σχε­το ἀ­πό πνευ­μα­τι­κή ζω­ή, τό συγ­κε­κρι­μέ­νο βι­βλί­ο λό­γῳ τοῦ βά­θους του καί τοῦ θε­ ω­ρηρ­τι­κοῦ χα­ρα­κτῆ­ρος του, λο­γι­κά θά τόν ἀ­πω­θοῦ­σε. Ὅ­πως ἴ­σως δέν θά συ­νέ­βαι­νε λ.χ. μέ τόν «Βί­ο τοῦ ὁ­σί­ου Ἀρ­σε­νί­ου» ἤ τό «Ἁ­γι­ ο­ρεῖ­ται Πα­τέ­ρες...» ἤ μέ μί­α συλ­λο­γή μαρ­τυ­ρι­ῶν καί θαυ­μά­των τοῦ Γέ­ρον­τα, ἐμ­πλου­τι­σμέ­νη μά­λι­στα μέ ἀρ­κε­τές φω­ το­γρα­φί­ες. Σέ πε­ρι­πτώ­σεις ὅ­μως, ὅ­πως ἡ ἀ­νω­ τέ­ρω, δέν δροῦν ἐ­ξω­τε­ρι­κά ἀν­θρώ­πι­να στοι­χεῖ­α οὔ­τε ἁ­πλῶς μό­νο ὁ χα­ρι­τω­μέ­ νος λό­γος τοῦ Γέ­ρον­τα, ἀλ­λά κυ­ρί­ως ἡ χα­ρι­σμα­τι­κή παρ­ρη­σί­α τῶν πρε­σβει­ῶν του.
  • 80.
    80 «Νά μήν βλέπης τηλεόραση» «Ἦτανἐδῶ» Εἶ­χε πε­ρά­σει λί­γος και­ρός ἀ­πό τήν μα­κα­ρί­α κοί­μη­ση τοῦ γέ­ρον­τα Πα­ϊ­σί­ ου. Ὁ Χ., πο­λύ γνω­στός του, εἶ­χε με­γά­ λη ἀ­δυ­να­μί­α μέ τήν τη­λε­ό­ρα­ση. Ἀρ­κε­τές ὧ­ρες κα­θη­με­ρι­νά σπα­τα­λοῦ­σε, πα­ρα­κο­ λου­θών­τας δι­ά­φο­ρες τη­λε­ο­πτι­κές ἐκ­ πομ­πές. Μί­α μέ­ρα, ἐμ­φα­νί­σθη­κε ξαφ­νι­ κά μπρο­στά του ὁ Γέ­ρον­τας καί τοῦ εἶ­πε ἔν­το­να: «Χ., νά μήν βλέ­πης τη­λε­ό­ρα­ση!». Καί ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Συ­νέ­βη στό χει­ρουρ­γεῖ­ο τοῦ Νο­σο­ κο­μεί­ου Ἀ­γρι­νί­ου. Ἀ­σθε­νής 20 ἐ­τῶν ὀ­νό­μα­τι Μ., ἀ­θλη­τής, εἰ­σῆλ­θε στό χει­ ρουρ­γεῖ­ο μέ ρί­ξη ἀ­χιλ­ λεί­ου τέ­νον­τος. Με­τά τήν ἐ­πι­τυ­χή ἔκ­βα­ση τῆς πο­λύ­ω­ρης ἐ­πέμ­βα­σης καί ἀ­φοῦ ἀ­νέ­κτη­σε τίς αἰ­σθή­ σεις του καί μπό­ρε­σε νά μι­λή­ση, ἀ­να­φώ­νη­ σε « Ἦ­ταν ἐ­δῶ», «Ἦ­ταν ἐ­δῶ», «Τόν εἶ­δα». Μέ ἔκ­πλη­ξη τόν ρώ­τη­σε τό προ­σω­πι­ κό τοῦ χει­ρουρ­γεί­ ου «ποι­όν εἶ­δε» καί ἀ­πάν­τη­σε, ὅ­τι εἶ­δε τόν πα­τέ­ρα Πα­ΐ­σιο μέ­σα στήν αἴ­θου­σα πού δι­ε­ ξα­γό­ταν ἡ χει­ρουρ­γι­ κή ἐ­πέμ­βα­ση καί ἐ­νῶ ἦ­ταν ἀ­ναί­σθη­τος ὑ­πό τήν ἐ­πή­ρεια τῶν φαρ­ μά­κων τῆς νάρ­κω­σης. Στό προ­σω­πι­κό ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση ἡ πρω­το­φα­νής γρη­γο­ ρά­δα καί δε­ξι­ό­τη­τα τοῦ χει­ρουρ­γοῦ. Ἀπό τήν Ἱερά Μονή Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, Σουρωτή Χαλκιδικῆς
  • 81.
    81 Τὸ παρὸν τεῦχος λόγῳτοῦ ἐνδιαφέροντος καὶ τῆς ζητήσεως, θὰ κυκλοφορήση καὶ ὡς βιβλίο μὲ περισσότερα στοιχεῖα.