Δύο φράσεις έμαθα,όταν ήρθα εδώ. ‘’Ευχαριστώ’’ και ‘’Είμαι καλά’’. Τη δεύτερη
δεν τη λέω πια. Έμαθα πως, όταν κάτι το λες πολλές φορές χωρίς να το εννοείς, χάνει
την αξία του.
Όταν ήμουν μικρή, μου άρεσε να μου διαβάζουν παραμύθια. Λάτρευα την σκηνή
που ο γενναίος πρίγκιπας έσωζε την γλυκιά πριγκίπισσα από τα νύχια του λύκου. Δεν
μου άρεσαν οι λύκοι. Ήταν κακοί. Από μικρή δεν μου άρεσαν οι κακοί στα
παραμύθια. Μετά έμαθα πως υπάρχουν κακοί και έξω από αυτά. Τέτοιοι λύκοι δεν
υπάρχουν σε κανένα παραμύθι. Λύκοι με γραβάτες, λύκοι με χαρτοφύλακες, λύκοι με
βρώμικα λεφτά, με βρώμικα βλέμματα.
Κάθε ιστορία όμως έχει αρχή, μέση και τέλος. Η δική μου ιστορία αρχίζει κάπου στον
Αύγουστο. Μέσα περίπου του Αυγούστου. Είχα λοιπόν γενέθλια(15α; 16α;). Το είχα
οργανώσει όλο πολύ καλά στο μυαλό μου. Θα έπαιρνα τα κορίτσια και θα βγαίναμε
στο καινούργιο κλαμπ που άνοιξε στην πόλη. Η διαδικασία όμως σκληρή. Μια
ολόκληρη βδομάδα προσπαθούσα να πείσω τη μαμά μου να με αφήσει. Μια βδομάδα
γκρίνια και μουρμούρα. ‘’Μα είσαι μόλις δεκαπέντε! Έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου
να τα κάνεις αυτά!’’, μου έλεγε. Και πολύ πιθανόν να είχε και δίκιο. Όπως και να
έχει, την έπεισα. Πέρασα νύχτες ονειρευόμενη αυτή τη νύχτα. Ήταν-αν μη τι άλλο-
μια νύχτα ‘’ ενηλικίωσης ‘’. Στις 10 παρά τέταρτο άρχισαν να έρχονται τα κορίτσια.
Πρώτες η Irina με τη Calina και μετά από λίγο η Inna με την Masa. Όλες ντυμένες
υπέροχα! Η Irina φόραγε ένα κοντό μαύρο φόρεμα με έντονο κόκκινο κραγιόν και
γόβες όχι ιδιαίτερα ψηλές. Η Calina και η Masa ήταν ντυμένες παρόμοια. Και οι δυο
φορούσαν τζιν παντελόνι με σκισίματα και από πάνω η Masa φόραγε ένα λευκό
μπλουζάκι ενώ η Calina μια ριχτή μωβ μπλούζα που τόνιζε απίστευτα τα πράσινα
μάτια της. Όσο για την Inna, ήταν ντυμένη στα λευκά. Ένα λευκό, απλό φορεματάκι
με μαύρες μπαλαρίνες και πιασμένα μαλλιά σε κότσο. Σαν μπαλαρίνα έμοιαζε! Όλο
και πιο πολύ πλησιάζαμε στη νύχτα που ονειρευόμασταν. Θα ήταν όλα τέλεια!
Έπρεπε να ήταν!
Αρχίσαμε να κατεβαίνουμε προς το κέντρο της πόλης. Τα κορίτσια δεν είχαν το
άγχος μου. Είχαν ξαναπάει. Δεν ξέρω γιατί το είχα πάρει τόσο στα σοβαρά.
Αισθανόμουν ότι μεγάλωνα. Η ενηλικίωση που λέγαμε… Μπήκαμε μέσα και
αμέσως μου έφυγαν όλα. Και άγχος και τα πάντα! Απλά άρχισα να το διασκεδάζω!
Χορεύαμε, περνάγαμε καλά. Μα όλα τα καλά κρατάνε λίγο. Ένα ποτήρι βότκα και
2.
ένα χάπι-μυστικό ήταντο τέλος. Ή μάλλον η αρχή του τέλους, γιατί το τέλος στην
περίπτωσή μου δεν θα ήταν τόσο απλό και εύκολο. Άρχισα να ζαλίζομαι, να νιώθω
όμορφα στην αρχή και χάλια στη συνέχεια. Άρχισα να μην ελέγχω το κορμί μου, σαν
το μυαλό μου να μ’ άφηνε στο έλεος κάποιου άλλου. Το τελευταίο πράγμα που
θυμάμαι από το κλαμπ, ήταν δυο γαλάζια μάτια. Δυο πανέμορφα γαλάζια μάτια.
Τόσο καθαρά που φαίνονταν αυτά τα μάτια. Νομίζω ήταν αντρικά. Ήταν.
Άνοιξα τα μάτια μου μετά από ώρα. Όλο το κορμί μου πόναγε. Γύρω μου κοπέλες.
Άλλες στην ηλικία μου, άλλες μεγαλύτερες• υπήρχαν και μικρότερες. Δεν μιλούσε
καμία. Έτσι, κάθονταν ακίνητες, αμίλητες, αγέλαστες. «Σαν τα αγαλματάκια που
παίζαμε μικροί», σκέφτηκα . Έτσι έμοιαζαν. Με αγαλματάκια. Μετά από λίγο
κάποιες άρχισαν να μιλούν, αλλά όχι στη δική μου γλώσσα. Δεν καταλάβαινα, αλλά
έμοιαζαν τρομαγμένες. Είχε τόσο κρύο, όλες προσπαθούσαν να βρουν τρόπο να
ζεσταθούν. ‘Ημασταν σε ένα δωμάτιο μουντό και απόλυτα ήσυχο. Μέχρι που μπήκαν
τα «μάτια». Μπήκε μέσα εκείνος ο άντρας με τα καταγάλανα, καθαρά μάτια. Πόσο
βρώμικα ήταν πραγματικά! «Πού είναι τα κορίτσια μου; Για σηκωθείτε!». Καμία δεν
σηκώθηκε. Άρπαξε εμένα και μια άλλη κοπέλα και μας έβγαλε από το δωμάτιο.
Ξάφνου σαν αντισώματα το μυαλό μου με πήγε σε κόσμο άλλο. Βρέθηκα σε ένα
ονειρεμένο παλάτι, με ένα πανέμορφο φόρεμα και ξεκούραστα, ήρεμα, καθαρά μάτια.
Χόρευα σε ρυθμούς δικούς μου και γελούσα. Και κει σαν μαγικά κάγκελα με
περικύκλωσαν και ο «καλός» μου ο λύκος ξαναφάνηκε.Όρμησε κατά πάνω μου να με
πιάσει και εγώ,προσπαθώντας να ξεφύγω, έσκισα το ονειρεμένο μου φόρεμα. Και
γυμνώθηκε η ψυχή μου.
«Ντύσου και τελείωνε», μου είπε, «Δεν θα περιμένει ο άνθρωπος πολύ ακόμα».
Ντύθηκα, βάφτηκα και ανέβηκα τη σκάλα. Προχώρησα μερικά βήματα για να φτάσω
έξω από το δωμάτιο του πόνου. Μπήκα μέσα και αντίκρισα τον πρώτο ‘’λύκο’’ για
σήμερα. «Πόσο είσαι εσύ, αγγελούδι μου;» άκουσα τη φωνή και κράτησα τα δάκρυά
μου. «Γιατί δεν μιλάς, μωρό μου; Βιάζεσαι να περάσουμε στο ψητό;» Δε μίλησα.
«Για να δούμε, τι μπορείς να κάνεις;» είπε και με βίαιο τρόπο με πέταξε στο κρεβάτι.
Με χτύπαγε. Πολύ. Οι λέξεις που έβγαιναν από το στόμα του με πονούσαν πιο πολύ
απ’τα χτυπήματά του. Σε τρία λεπτά με χτύπησε για τελευταία φορά. Με σήκωσε, με
κοίταξε στα μάτια και με έφτυσε. «Μόνο για αυτό είστε ικανές…» .
3.
Είχαν περάσει μήνεςαπό την πρώτη επαφή με τον τρόμο και ακόμα…Εκεί μέσα
έζησα τη φρίκη! Ζούσα στο βούρκο αναγκασμένη να πλαγιάζω κάθε νύχτα με τον
εφιάλτη. Με 10 «λύκους» τη φορά! Μπορεί και παραπάνω. Δεν μιλούσα, δεν
γελούσα πια. Άκουγα για αυτό, αλλά δεν ήξερα. Δεν ήξερα τι πόνο συνεπάγεται. Το
να επιλέγεις να εκδίδεσαι είναι άλλο. Εγώ δεν το επέλεξα. Περνούσε ο καιρός και γω
να κρατιέμαι να μη χάσω το μυαλό μου. Να παλεύω! Όλο και πιο δύσκολα έφερνα το
παραμύθι στο μυαλό μου. Σαν ο πρίγκιπας να αργούσε να έρθει και ο λύκος να ήταν
από την αρχή πρωταγωνιστής στη ζωή μου. Την ώρα που ο «λύκος» ήταν πάνω μου,
μέσα μου, εγώ προσπαθούσα να φέρω πίσω στο νου μου τη γαλήνη. Μέχρι τον
τελευταίο ‘’λύκο’’ ήταν σαν να κρατούσα την ανάσα μου. Μετά ελευθερωνόμουν.
Έκλεινα τα μάτια και σκεφτόμουνα τη μάνα μου. Πόσο πονούσα, Θεέ μου, και πόσο
ανάγκη την είχα τώρα.
Πολλές φορές σκεφτόμουνα πως όλοι αυτοί που παίρνανε από μένα θα μπορούσαν
να είναι ο μπαμπάς μου, ο φίλος μου, ο παππούς μου. Άντρες με οικογένεια και
σπίτια εκμεταλλευόντουσαν τον πόνο μου. Τον αγόραζαν για 30 ευρώ, μπορεί και
λιγότερα. Και ήξεραν! Ήξεραν τον Γολγοθά μου και αδιαφορούσαν. Μέσα στην
τρέλα μου αναρωτιόμουν: «Άραγε να αισθάνεται κανείς τον πόνο μου;» «Άραγε να
ξυπνήσει σε κανέναν η ανθρωπιά του και να με σώσει;» Με βίαζαν ο ένας μετά τον
άλλον, για να με δοκιμάσουν, και, ενώ έβλεπαν τα δάκρυά μου, έβλεπαν τα μάτια
μου, την ψυχή μου να καταρρέει, δεν λύγιζαν.
Είχαν περάσει 3-4 μήνες από την αρπαγή και ετοιμαζόμουν για τον όγδοο –νομίζω-
‘’λύκο’’ για εκείνη τη μέρα. Τα δάκρυά μου δεν χάλαγαν πια το μακιγιάζ. Δεν
υπήρχαν πια δάκρυα. Νόμιζα πως είχα πάψει να αισθάνομαι. Η ιεροτελεστία γνωστή!
Ανέβηκα τη σκάλα και βρέθηκα έξω από το δωμάτιο. Μπήκα μέσα, όταν τον ένιωσα
πίσω μου:«Καλώς την! Δεν σε έχω ξαναδεί, μωρό μου. Τέλεια! Μ’αρέσει να
δοκιμάζω καινούργια πράγματα.» Γύρισα και κοίταξα κατάματα τον 70άρη «λύκο».
Δεν μίλησα, απλά γδύθηκα. «Φοβάσαι; Τώρα σε πιάσανε οι ντροπές; Με τόσους έχεις
πάει;» είπε και με άρπαξε βίαια από το λαιμό. Ξεκίνησε. «Σ’ αρέσει, ε;» φώναξε με
ευχαρίστηση. Προσπάθησα να γνέψω θετικά και τα δάκρυα με πρόδωσαν. Ήταν ήδη
μέσα μου, όταν άρχισε να μου λέει για τη γυναίκα του , που δεν αντέχει πια, τη μάνα
της, που έχει εγκατασταθεί στο σπίτι… Και γώ στη λέξη μάνα λύγισα. Ένα ουρλιαχτό
βγήκε από το στόμα μου και έκανα να τον σπρώξω. Δεν έπρεπε! Με χτύπησε με
μένος στο πρόσωπο και μου έκλεισε και τις δυο εισόδους οξυγόνου. Χτυπιόμουν να
4.
με αφήσει. Δενκαταλάβαινε. Συνέχιζε ευλαβικά. Χτυπιόμουν όσο ποτέ στη ζωή μου.
Έκλαψα όσο πότε ξανά. Ένιωθα το θάνατο να με πλησιάζει και χτυπιόμουν. Με
χαστούκισε! Δεν έμεινε εκεί. Με γύρισε μπρούμυτα και με οργή άρχισε να μου
γδέρνει τη πλάτη. Ούρλιαζα. Φώναζα τη μαμά μου να με σώσει, μα δεν με άκουγε.
Ούρλιαζα για ένα χάδι της και, κάθε φορά που έλεγα το όνομά της, τόσο πιο δυνατά
με έγδερνε. Λιποθύμησα από τον πόνο!
Ανοίγω τα μάτια μετά από ώρα. Είμαι σε άλλο δωμάτιο από ότι συνήθως. Πονάει
όλο μου το σώμα, μα πιο πολύ η ψυχή μου. Ήθελα την αγκαλιά της. Να μου πει ότι
μου έφτιαξε κέικ καρότο και να με πάρει αγκαλιά. Ήθελα τη μαμά μου! Ήθελα αυτά
τα χέρια τα μουλιασμένα από τις δουλειές να μου χαϊδέψουν στοργικά το μάγουλο
και να πεθάνω εκεί. Ναι! Αυτό θα ζήταγα από τη νεράιδα μου. Αυτό. Κλείνω για
τελευταία φορά τα μάτια και προσεύχομαι. Προσεύχομαι να σωθώ! Να έρθει να με
πάρει ο πρίγκιπας και να με πάει στο κάστρο μου. Να με πάρει από τον πόνο, τη βία
και τη βρωμιά. Ήθελα να μυρίσω το άρωμά της. Τόσα πολλά ζητάω, Θεέ μου; Μα
πόσο αφελής είμαι; Στη ζωή δεν υπάρχουν πρίγκιπες. Δεν υπάρχουν κακοίλύκοι.
Υπάρχουν μόνο άνθρωποι, και αυτό είναι παραπάνω από αρκετό!