 Οι περισσότεροι από εμάς δεν ήμασταν σίγουροι μέχρι το τέλος αν τελικά θα τα
καταφέρναμε.
 Μέσα στην τάξη, η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή από το πρωτότυπο μας δυσκόλευε
ως κείμενο, ενώ άρχισε να μας γοητεύει ως νόημα. Μας έγινε η πρόταση.
 Δεχθήκαμε πρόθυμα να συμμετάσχουμε. Διάλεξε ο καθένας μας τον ρόλο του.
Χρειαζόταν όμως δουλειά.
 Διαβάσαμε ολόκληρη την τραγωδία και είδαμε στο διαδίκτυο την παράσταση.
Πώς θα μπορούσαμε να καταλάβουμε το ρόλο μας χώρια από τους άλλους ρόλους
του έργου; Αυτό δεν γινόταν.
 Ο καθένας μας έγραψε τον μονόλογο του ήρωα που διάλεξε, όταν ο ήρωας είχε
πια φτάσει στην αυτογνωσία. Αυτό ήταν το εύκολο του πράγματος.
 Όταν αρχίσαμε να ψάχνουμε στα έργα του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου μορφές και
εικόνες που να ταιριάζουν στον μονόλογό μας, τότε άρχισε το μπέρδεμα.
 Ψηλόλιγνες δυναμικές μορφές με πλούσιο χρώμα!!! Σβήναμε και ξαναγράφαμε το
κείμενο, επικολλούσαμε και διαγράφαμε τις εικόνες και τις μορφές που είχαμε
διαλέξει.
 Μέχρι το τέλος δεν ήμασταν σίγουροι. Δεν ξέρουμε αν τελικά ο Θεοτοκόπουλος ή
ο Σοφοκλής περισσότερο επηρέαζαν το δικό μας έργο. Μάλλον και οι δυο.
 Τι κερδίσαμε τώρα; Φέραμε σε πέρας κάτι που καταρχάς μας φαινόταν σχεδόν
αδύνατο. Ήταν κι αυτό ένα μάθημα.
 Φέραμε την τέχνη στο σχολείο ΕΜΕΙΣ, χωρίς να το περιμένουμε από τους άλλους.
Και ζωντανέψαμε κάτι που μας φαινόταν σχεδόν νεκρό.
 Διαπιστώσαμε ότι στην τέχνη δεν υπάρχουν ούτε ονόματα ούτε χώρος ούτε
χρόνος. Για αυτό και δεν δώσαμε ονόματα στους ήρωές μας. Υπάρχουν πάντα και
παντού.
 Ταξιδέψαμε στον μαγικό κόσμο ενός μεγάλου Έλληνα, του Σοφοκλή, μέσα από τον
μαγικό κόσμο ενός άλλου μεγάλου Έλληνα, του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου. Η
φαντασία μας έχει ανάγκη να βρει χώρους μέσα στο σχολείο να ταξιδέψει.
 Κι αυτό ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Δυο κόσμοι εξίσου μαγικοί. Εμπειρία
γνώσεων και αισθήσεων.
 Μάθαμε ότι συνεργαζόμενοι μπορούμε να καταφέρουμε πολύ περισσότερα. Οι
διαφορετικές οπτικές μας, όταν συναντήθηκαν, έδωσαν άλλο χρώμα στα έργα.
 Συνειδητοποιήσαμε ότι τέχνη είναι τα πάντα. Αρκεί να ξέρεις να το βλέπεις. Και
κάθε φορά μπορείς να δεις διαφορετικά πράγματα.
 Δώσαμε στη ζωγραφική φωνή και ζωγραφίσαμε την ποίηση. Απολαύστε ένα
έργο αφηγηματικής ζωγραφικής.
Φύλακας
Έτρεμα λίγες μέρες πριν, καθώς ο εχθρικός στρατός πλησίαζε. Πάνω από τα τείχη
τον έβλεπα σαν σύννεφο να μαζεύεται.
Η Νίκη ήρθε όμως σε μας. Χαρήκαμε.
Η πόλη μας είχε πια σωθεί.
Τα αδέρφια αλληλοσκοτωμένα σήμαναν και το τέλος του πολέμου.
Σε λίγο - τι ωραία - σπίτι μου θα γυρίσω, στη γυναίκα μου και στα παιδιά μου.
Κι άλλος τώρα μπελάς; Τι ακούω; Ο νέος βασιλιάς διατάζει από τους παλιούς τους
βασιλιάδες ο ένας να μείνει άταφος. Ήταν προδότης λέει.
Και πέφτει και σε μένα της φύλαξης το βάρος. Δεν το πιστεύω να πάει κανείς
κόντρα στον νέο βασιλιά.
Κι όμως… Σαν ξημέρωσε, καλύτερα να μην ξημέρωνε. Κληρώθηκα εγώ κακός μαντατοφόρος.
Του το είπα με τρεμάμενη φωνή: «Κάποιος πρόχειρα και προσώρας έθαψε τον νεκρό. Κανείς
μας δεν κατάλαβε». Άραγε θα με πίστευε ότι δεν το έκανα εγώ;
Μου αγρίεψε. Δεν με πίστεψε. «Θα μετανιώσεις» μου είπε «αν τον εγκληματία
μπροστά στα μάτια μου δεν φέρεις». «Αλλιώς εγκληματίας εσύ», μου λέει. Με
έδιωξε και έφυγα τρέχοντας… Μα εγκληματίας εγώ;
Γύρισα πίσω στο νεκρό. Παραφυλούσα και περίμενα. Και ξάφνου μια
μαυροφορεμένη το κουφάρι - μέσα σε ανεμοθύελλα σφοδρή - τολμά και
πλησιάζει να το θάψει πια για τα καλά.
Την άρπαξα, την έσυρα μπροστά στο νέο βασιλιά. «Αυτός ο παραβάτης. Εγώ
τελείωσα» είπα κοφτά στο βασιλιά και έφυγα. Δεν είπα τίποτε άλλο. Μόνο
σκέφτηκα μέσα μου πως δεν είμαι εγώ για αυτά πλασμένος…
Αντιγόνη
Όλα είναι σκοτεινά μέσα σε τούτη τη σπηλιά. Τα μάτια μου δεν έχουν ακόμα
συνηθίσει στο απόλυτο σκοτάδι.
Σιγά σιγά χάνω την αίσθηση του χρόνου και του χώρου.
Επ’ αυτοφώρω με έπιασαν να θάβω του αδερφού μου το νεκρό κορμί. Δεν με
ένοιαζαν ούτε των φυλάκων οι κραυγές ούτε της αδερφής μου ο αδάμαστος φόβος
ούτε του στρατηγού η απαγόρευση. Οι αναμνήσεις τώρα πλημμυρίζουν το μυαλό
μου∙ η μια πιο ζωντανή από την άλλη.
Η αδερφή μου! H αδερφή μου - που μαζί περάσαμε τόσες ατιμώσεις και ντροπές.
Τι και αν μετάνιωσε και είπε στο τέλος πως το έκανε και αυτή; Μόνη μου με άφησε
να πράξω την ταφή. Μόνη της τώρα στον κόσμο απομένει…
Κι ο ακριβός μου ο μέλλοντας σύζυγος! Ούτε κι αυτός μπόρεσε την οργή του πατέρα
του να δαμάσει - είναι πια σίγουρο αυτό!
…αχ και ο γάμος μου! Πάει και ο γάμος μου που η μοίρα θέλησε να μου τον
ματαιώσει.
Κι όλα αυτά εξαιτίας του «καλού» μου του νεόκοπου βασιλιά, που τόσο
απερίσκεπτα αγνοεί τους νόμους των θεών και τιμωρεί εμένα που τους φυλώ κατά
γράμμα!
Με πνίγει το δίκιο. Εμπιστεύομαι, όμως, των θεών το δίκαιο. Δεν μπορεί. Η αλήθεια
θα λάμψει. Μόνο που εγώ δε θα ζω να τη χαρώ. Τώρα μόνο οι θεοί ξέρουν τι με
περιμένει στον κάτω κόσμο.
Μα εκεί με τον πατέρα μου θα ξαναβρεθώ, που τυφλός είδε όσα με το φως του δεν
έβλεπε.
Τη μητέρα μου θα δω ξανά, που η γνώση τη γέμισε ντροπή και έδωσε άσχημο τέλος
στη ζωή της.
Και τα δυο μου τα αδέρφια πάλι θα αντικρίσω, που αλληλοσκοτωμένα χαθήκαν.
Ναι, πιο πολύ αυτά, ποθώ να δω. Γιατί άλλα αδέρφια να αποκτήσω δεν γινόταν με
τίποτε.
Τον θάνατο δεν θα τον περιμένω. Την απόφασή μου και πάλι την έχω πια πάρει.
Ας φέρω το τέλος. Μόνη. Νωρίτερα.
Ισμήνη
Αγαπημένη μου αδερφή, στην αρχή δεν καταλάβαινα τι μου έλεγες. Στο πένθος μας
ήμουν βυθισμένη.
Και εσύ, πριν το τολμήσεις, μου ζητούσες σύμπραξη. Με επιχειρήματα σωρό σού
αρνήθηκα. Τα πόδια μου έτρεμαν και μόνο στο άκουσμα.
Μέσα μου σε θαύμαζα, μα μου ήταν αδύνατο. Πάντα έτσι γινόταν. Εσύ είχες πάντα
αλλιώτικη, αλλόκοτη δύναμη.
Μα, όταν σε πιάσαν και μπροστά στον βασιλιά σε σύραν, Θεέ μου, πού τη βρήκα τη
δύναμη;
Με θάρρος ομολόγησα πως μαζί σου συνέπραξα. Εσύ αυστηρά μου το αρνήθηκες.
Πως δεν είχες δίκιο να πω δεν μπορώ. Την ευκαιρία τον εαυτό μου να ξεπεράσω
μου την είχες δώσει πρωτύτερα. Μα όταν το τόλμησα ήταν αργά.
Πατέρας, μητέρα, αδέρφια αγαπημένα, όλοι μαζί στον κάτω κόσμο.
Κι εγώ;
Αίμονας
Μεγάλωσα σεβόμενος θεούς και γονείς.
Καμάρι εγώ στα μάτια των γονιών μου.
Σαν μεγάλωσα, τις αρχές μου δεν πρόδωσα.
Μόνο που μετά προστέθηκε σε μένα… η αγάπη.
Εκείνη είναι πια το κέντρο του κόσμου μου. Η αρχή και το τέλος μου.
Το ήξερα ότι θα τηρούσε πιστά ο πατέρας τον νόμο του. Κι όμως έλπιζα!
Προσπάθησα με τρόπο να του δείξω την πλάνη του. Μάταια.
Γύρω του εχθρούς μόνο έβλεπε. Τον άφησα με τους νόμους του και έφυγα.
Δε θα είμαι για πάντα το καλό σας παιδί…
Πάω να τη βρω. Να της πω πως προσπάθησα.
Κι όμως, φοβάμαι τα μελλούμενα, γιατί την ξέρω πόσο απόλυτα δίνεται, πόσο ακέραιη
είναι. Κι αν την χάσω, η ζωή μου ανώφελη και άχαρη.
Στην ανάγκη, θα πεθάνω μαζί της.
Ευρυδίκη
Τον καμάρωνα! Όλα άρχισαν με τον θάνατο εκείνου που ήρθε εχθρός εναντίον μας.
Ο σύζυγός μου, όπως όλοι περιμέναμε, έγινε βασιλιάς! Ακόμη κι όταν ανήγγειλε την
απαγόρευση της ταφής, τον καμάρωνα!
Σαν ήρθε ο φύλακας κι ανακοίνωσε πως το κακό εκείνη το έκανε, το έδαφος έχασα
κάτω απ’ τα πόδια μου. Σαν μαύρο πέπλο η αγωνία με σκέπαζε. Ποιον να σκεφτώ;
Εκείνη, κλεισμένη στη σπηλιά, θάνατο αργό περιμένοντας; Το γιο μου ερωτευμένο
να πονά και να χάνεται από την αγάπη για εκείνη;
Πως εκείνος θα επέμενε τόσο δεν το περίμενα... Το παιδί μας καθόλου δεν το πονά;
Ένας θεός τον τύφλωσε. Άλλη εξήγηση να δώσω, αδύνατον.
Μαντάτο βαρύ και δυσβάσταχτο... «Χάθηκε εκείνη και μαζί της κι ο γιος σου». Δεν
βλέπω πια τίποτε. Η ζωή μου χωρίς νόημα. Και να ζω με τον φονιά τους μαζί; Δεν
γίνεται! Μας κατέστρεψε όλους. Θα τον καταστρέψω και εγώ, τους νεκρούς να
συναντήσω πηγαίνοντας.
Αγγελιοφόρος
Το έργο μου πάντοτε δύσκολο είναι. Συνήθως επείγει το κακό το μαντάτο. Και εγώ ο
κακόμοιρος πάντοτε σπεύδω.
Στη βασίλισσα πάω και σκληρά της μιλάω: «Ο γιος σου αυτόχειρας μπροστά στο
γονιό του και η μέλλουσα νύφη σου μακριά ταξιδεύει σε κόσμους αγύριστους». Την
βλέπω να πονά και να χάνεται. Μα να κάνω αλλιώς δεν γινόταν.
Κι ο βασιλιάς, φορτωμένος νωπές θεϊκές συγκυρίες, ακούει από μένα στο τέλος και
άλλο μαντάτο : «Και η γυναίκα σου επέλεξε μακριά σου να πάει, στον μαύρο τον
Άδη». Το άκουσε, λες και το ήξερε.
Δεν μου κάνει εντύπωση του βασιλιά μας η μοίρα. Η ζωή είναι απρόβλεπτη. Άλλοτε
ανέμελη και άλλοτε ανάποδη.
Η ζωή απλόχερα τα πάντα του τα ‘δωσε και του τα ΄ρπαξε λαίμαργα τώρα.
Κρέοντας
Δε μου χρειάζεται δεύτερη σκέψη. Οφείλω ηγέτης να σταθώ. Ο προδότης θα
τιμωρηθεί, όπως του αξίζει. Ανάξιος ταφής. Κι όποιος φέρει αντίρρηση ή -αλίμονο-
τολμήσει κάτι αντίθετο τον περιμένει θάνατος.
Δεν είναι δυνατόν! Ποιος μια τέτοια πράξη τόλμησε; Μα… είναι ν' απορώ; Η
εξουσία μου κάποιους τους ενόχλησε. Σίγουρα πληρώθηκαν για να με
παρακούσουν. Η τιμωρία τους θα είναι αμείλικτη.
Βλέπω καλά; Αυτή ο παραβάτης; Τα λογικά της σίγουρα τα έχει χάσει! Τολμά και με
κοιτά; Αντέχει και μου μιλά; Τι λέει, αλήθεια; Νόημα δε βγάζω. Από αγάπη, λέει,
τον έθαψε. Ποιον; Τον προδότη! Στα πιστεύω μου θα σταθώ σταθερός. Μα το Δία,
ό,τι είπα, θα γίνει. Τιμωρία ο θάνατος.
Κι ο γιος μου; Μήπως η αγάπη τον τύφλωσε; Τι επιτέλους αυτή του έχει κάνει και
πάει κόντρα στις αποφάσεις μου;
Και η πόλη, λέει, πως τα 'χει μαζί μου! Δεν αλλάζω γνώμη. Έχω ευθύνη.
Ο θάνατος της αξίζει! Στον κάτω κόσμο, θα καλοπεράσει! Οι θρήνοι της δε με
αγγίζουν. Κλάματα, καμώματα γυναικίσια. Παρατράβηξε η υπόθεση. Ας την
τελειώνουμε.
Να ΄τος και ο μάντης! Μα δεν καταλαβαίνω! Να κάνω, λέει, πίσω στο λάθος. Τα
πάντα γκρεμίζονται. Όλα θολώνουν. Πού έκανα λάθος; Πώς να φερθώ; Υποχωρεί ο
βασιλιάς; Προλαβαίνω να επανορθώσω; Και τι πρέπει να κάνω; Ας μου πει
επιτέλους κάποιος!
Τρέχω στη σπηλιά. Το σκοτάδι πηχτό. Αλίμονο, έφτασα αργά. Χάθηκε εκείνη. Δεν
πρόλαβα. Μα ο γιος μου; Να ΄τος! Θα με καταλάβει, δεν μπορεί. «Δεν το 'θελα.
Κάποιος θεός με τύφλωσε!». Με φτύνει στο πρόσωπο. Μου επιτίθεται, δίκαια. Ω
Δία μεγαλοδύναμε! Μπροστά μου σκοτώνεται!
Τον κρατώ στην αγκαλιά μου ζεστό ακόμα, παλικάρι στης νιότης τον ανθό. Πώς να
το αντέξω;
Δεν είμαι, όμως, ο φονιάς μόνο αυτών. Μπρος στον βωμό μαθαίνω, πως το μυτερό
ξίφος στα σπλάχνα της βύθισε και η γυναίκα μου. Το γιο μας ταξιδεύει να βρει.
Μονάχα ο Δίας ξέρει πόσο δεν το' θελα.
Και τώρα πληρώνω το τίμημα. Μια ζωή αυτό θα πληρώνω. Κι ήμουν τόσο βέβαιος
πως ήμουν σωστός...
Τειρεσίας
Μέρες τώρα τα πουλιά ασυνάρτητα έκρωζαν. Το πέταγμά τους δεν το έβλεπα -
τυφλός καθώς είμαι - μα το κακό το αισθανόμουνα.
Οι θυσίες δεν έπιασαν! Σίγουρα οι σάρκες εκείνου που η ταφή τού απαγορεύτηκε,
τα μόλυναν όλα. Οι θεοί μού το δείχναν ξεκάθαρα. Ήξερα τι πρέπει να κάνω. Μα ο
ρόλος του μάντη βαρύς.
Ποιος αγαπά τη δύσκολη αλήθεια; Ποιος παραδέχεται εύκολα το δικό του το λάθος;
Στην αρχή ήμουν ψύχραιμος. Στον δύσμοιρο βασιλιά το είπα ξεκάθαρα: «Στο νεκρό
είναι ανάγκη τιμές να αποδώσεις, όπως του πρέπουν, τους θεούς εξιλεώνοντας».
Και εκείνος -ο υπαίτιος όλων- αναίτια μου επιτέθηκε και ειρωνικά με ρώτησε: «Οι
ελπίδες του κέρδους σε σέρνουν εδώ και επεμβαίνεις;». Απότομα τον σταμάτησα
και το μέλλον ζοφερό του προφήτεψα.
Κι έφυγα. «Όπως του αξίζει να πληρώσει» συλλογίστηκα. Αυτούς που δεν του
φταίνε σε τίποτε ας τους τιμά και ας τους σέβεται.
Χορός Θηβαίων γερόντων
Σαν πρόβαλε ο ήλιος, χαρήκαμε όλοι. Οι εχθροί είχαν φύγει από τον τόπο μας.
Μα σαν είδαμε το νέο βασιλιά, αρχίσαμε το κακό να αισθανόμαστε. Είχε βλέμμα
παράξενο. Στη δύναμή του αρχικά το κεφάλι μας σκύβαμε.
Τον μαντατοφόρο των κακών ειδήσεων με τα αφτιά μας ακούσαμε.
«Κάποιοι θάψαν αυτόν που την ταφή του έχεις, Βασιλιά, απαγορεύσει».
Οι πολιτικοί του αντίπαλοι – ο νέος βασιλιάς το διαβεβαίωνε– προσπαθούσαν την
εξουσία του να ανατρέψουν…
Μέσα μας θαυμάζαμε αυτούς που το τόλμησαν. Εμείς δεν μπορούσαμε την
αλήθεια να πούμε. Για μια στιγμή προσπαθήσαμε να πούμε τη γνώμη μας. Εκείνος,
όμως, μας σταμάτησε άγρια.
Τη ζηλέψαμε, όταν τη σύραν μπροστά του. Αυτή που δεν περίμενε, τελικά, τον
αμφισβήτησε! Παρόντες εμείς, όταν αγέρωχα την ταφή του αδερφού της
ομολόγησε.
Ήρθε μετά και εκείνος που έλεγε πως για αυτήν αισθήματα έτρεφε, το κακό να
προλάβει. Στο βασιλιά ήρεμα μίλησε. Όμως μετά μπρος στα μάτια μας διαφώνησαν
άγρια, γιος και πατέρας. Ο γιος δεν τα κατάφερε.
Ακλόνητο του βασιλιά το πείσμα.
Τη βλέπαμε να οδύρεται για το άδικο. Της παρασταθήκαμε λίγο πριν από το χαμό της. Την
παρηγορούσαμε. Μάταιος ο κόπος μας. Εύλογα.
Ήρθε κι ο μάντης, μήπως και το κακό προλάβαινε. Προσπάθησε τον βασιλιά να
συνετίσει. Δυσκολεύτηκε…
…μα τα κατάφερε. Ο βασιλιάς τρέχει τις συμφορές του να προλάβει. Κι όμως δεν
πρόλαβε. Το ένα θανατικό πέφτει πάνω στο άλλο. Ο αλαζόνας τα έχασε όλα:
γυναίκα, γιο και νύφη.
Τότε, όταν εκείνος είχε σκύψει το κεφάλι του στη γη…
…με το δικό μας ψηλά τολμάμε και λέμε: «Αλίμονο, πόσο αργά είδες , Βασιλιά, το
δίκιο». Είχαμε πια βρει όλοι τον εαυτό μας.
1. Δημήτρης Τσεκμές (φύλακας)
2. Βασιλεία Τσεντικοπούλου (Αντιγόνη)
3. Ματίνα Λιάρου (Ισμήνη)
4. Θωμάς Στογιαννόπουλος (Αίμονας)
5. Άρτεμις Παπαδοπούλου (Ευρυδίκη)
6. Χρήστος Παπαδόπουλος (αγγελιαφόρος)
7. Χρήστος Μαγκόπουλος (Κρέοντας)
8. Αλέξανδρος Μπόγδανος (Τειρεσίας)
9. Μαρία Μπετσάκου (συντονίστρια)
10. Αντώνης Στεργίου (συντονιστής)
Οι ταξιδιώτες στον μαγικό κόσμο δύο μεγάλων Ελλήνων,
του Σοφοκλή και του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου (El Greco)
Bιβλιογραφία:
Howard, W. G.(1909). "Ut Pictura Poesis". Publications of the Modern Language Association of
America: 40-123.
McCourt, F. (2005). Teacher Man: A memoir. Simon and Schuster.
Planck, M.(1932). Where is Science Going? Ed. James Vincent Murphy. New York: WW Norton.
Tishman, S. - McGillivray, D. - Palmer, P. (1999). "Investigating the Educational Impact and
Potential of the Museum of Modern Art’s Visual Thinking Curriculum: Final Report." Unpublished
manuscript. Harvard Project Zero.
Τσαφταρίδης, Ν. (2011). Αξιοποίηση των τεχνών στην εκπαίδευση, Βασικό επιμορφωτικό υλικό,
τ. Γ’, στο διαδίκτυο:
Χρήσιμες ιστοσελίδες:
κλασικές σπουδές στις ευρωπαϊκές χώρες).
(ολόκληρο το έργο του El Greco).
project του πανεπιστημίου Harvard
για την τέχνη στο σχολείο).
κινηματογραφική απόδοση Αντιγόνης του
Σοφοκλή).
(το κοινωνικό πλαίσιο της τέχνης και η θεωρία της τέχνης).

Students' presentation antigone by el greco (2)

  • 3.
     Οι περισσότεροιαπό εμάς δεν ήμασταν σίγουροι μέχρι το τέλος αν τελικά θα τα καταφέρναμε.  Μέσα στην τάξη, η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή από το πρωτότυπο μας δυσκόλευε ως κείμενο, ενώ άρχισε να μας γοητεύει ως νόημα. Μας έγινε η πρόταση.  Δεχθήκαμε πρόθυμα να συμμετάσχουμε. Διάλεξε ο καθένας μας τον ρόλο του. Χρειαζόταν όμως δουλειά.  Διαβάσαμε ολόκληρη την τραγωδία και είδαμε στο διαδίκτυο την παράσταση. Πώς θα μπορούσαμε να καταλάβουμε το ρόλο μας χώρια από τους άλλους ρόλους του έργου; Αυτό δεν γινόταν.  Ο καθένας μας έγραψε τον μονόλογο του ήρωα που διάλεξε, όταν ο ήρωας είχε πια φτάσει στην αυτογνωσία. Αυτό ήταν το εύκολο του πράγματος.  Όταν αρχίσαμε να ψάχνουμε στα έργα του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου μορφές και εικόνες που να ταιριάζουν στον μονόλογό μας, τότε άρχισε το μπέρδεμα.  Ψηλόλιγνες δυναμικές μορφές με πλούσιο χρώμα!!! Σβήναμε και ξαναγράφαμε το κείμενο, επικολλούσαμε και διαγράφαμε τις εικόνες και τις μορφές που είχαμε διαλέξει.  Μέχρι το τέλος δεν ήμασταν σίγουροι. Δεν ξέρουμε αν τελικά ο Θεοτοκόπουλος ή ο Σοφοκλής περισσότερο επηρέαζαν το δικό μας έργο. Μάλλον και οι δυο.
  • 4.
     Τι κερδίσαμετώρα; Φέραμε σε πέρας κάτι που καταρχάς μας φαινόταν σχεδόν αδύνατο. Ήταν κι αυτό ένα μάθημα.  Φέραμε την τέχνη στο σχολείο ΕΜΕΙΣ, χωρίς να το περιμένουμε από τους άλλους. Και ζωντανέψαμε κάτι που μας φαινόταν σχεδόν νεκρό.  Διαπιστώσαμε ότι στην τέχνη δεν υπάρχουν ούτε ονόματα ούτε χώρος ούτε χρόνος. Για αυτό και δεν δώσαμε ονόματα στους ήρωές μας. Υπάρχουν πάντα και παντού.  Ταξιδέψαμε στον μαγικό κόσμο ενός μεγάλου Έλληνα, του Σοφοκλή, μέσα από τον μαγικό κόσμο ενός άλλου μεγάλου Έλληνα, του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου. Η φαντασία μας έχει ανάγκη να βρει χώρους μέσα στο σχολείο να ταξιδέψει.  Κι αυτό ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία. Δυο κόσμοι εξίσου μαγικοί. Εμπειρία γνώσεων και αισθήσεων.  Μάθαμε ότι συνεργαζόμενοι μπορούμε να καταφέρουμε πολύ περισσότερα. Οι διαφορετικές οπτικές μας, όταν συναντήθηκαν, έδωσαν άλλο χρώμα στα έργα.  Συνειδητοποιήσαμε ότι τέχνη είναι τα πάντα. Αρκεί να ξέρεις να το βλέπεις. Και κάθε φορά μπορείς να δεις διαφορετικά πράγματα.  Δώσαμε στη ζωγραφική φωνή και ζωγραφίσαμε την ποίηση. Απολαύστε ένα έργο αφηγηματικής ζωγραφικής.
  • 5.
  • 6.
    Έτρεμα λίγες μέρεςπριν, καθώς ο εχθρικός στρατός πλησίαζε. Πάνω από τα τείχη τον έβλεπα σαν σύννεφο να μαζεύεται.
  • 7.
    Η Νίκη ήρθεόμως σε μας. Χαρήκαμε. Η πόλη μας είχε πια σωθεί.
  • 8.
    Τα αδέρφια αλληλοσκοτωμένασήμαναν και το τέλος του πολέμου.
  • 9.
    Σε λίγο -τι ωραία - σπίτι μου θα γυρίσω, στη γυναίκα μου και στα παιδιά μου.
  • 10.
    Κι άλλος τώραμπελάς; Τι ακούω; Ο νέος βασιλιάς διατάζει από τους παλιούς τους βασιλιάδες ο ένας να μείνει άταφος. Ήταν προδότης λέει.
  • 11.
    Και πέφτει καισε μένα της φύλαξης το βάρος. Δεν το πιστεύω να πάει κανείς κόντρα στον νέο βασιλιά.
  • 12.
    Κι όμως… Σανξημέρωσε, καλύτερα να μην ξημέρωνε. Κληρώθηκα εγώ κακός μαντατοφόρος. Του το είπα με τρεμάμενη φωνή: «Κάποιος πρόχειρα και προσώρας έθαψε τον νεκρό. Κανείς μας δεν κατάλαβε». Άραγε θα με πίστευε ότι δεν το έκανα εγώ;
  • 13.
    Μου αγρίεψε. Δενμε πίστεψε. «Θα μετανιώσεις» μου είπε «αν τον εγκληματία μπροστά στα μάτια μου δεν φέρεις». «Αλλιώς εγκληματίας εσύ», μου λέει. Με έδιωξε και έφυγα τρέχοντας… Μα εγκληματίας εγώ;
  • 14.
    Γύρισα πίσω στονεκρό. Παραφυλούσα και περίμενα. Και ξάφνου μια μαυροφορεμένη το κουφάρι - μέσα σε ανεμοθύελλα σφοδρή - τολμά και πλησιάζει να το θάψει πια για τα καλά.
  • 15.
    Την άρπαξα, τηνέσυρα μπροστά στο νέο βασιλιά. «Αυτός ο παραβάτης. Εγώ τελείωσα» είπα κοφτά στο βασιλιά και έφυγα. Δεν είπα τίποτε άλλο. Μόνο σκέφτηκα μέσα μου πως δεν είμαι εγώ για αυτά πλασμένος…
  • 16.
  • 17.
    Όλα είναι σκοτεινάμέσα σε τούτη τη σπηλιά. Τα μάτια μου δεν έχουν ακόμα συνηθίσει στο απόλυτο σκοτάδι. Σιγά σιγά χάνω την αίσθηση του χρόνου και του χώρου.
  • 18.
    Επ’ αυτοφώρω μεέπιασαν να θάβω του αδερφού μου το νεκρό κορμί. Δεν με ένοιαζαν ούτε των φυλάκων οι κραυγές ούτε της αδερφής μου ο αδάμαστος φόβος ούτε του στρατηγού η απαγόρευση. Οι αναμνήσεις τώρα πλημμυρίζουν το μυαλό μου∙ η μια πιο ζωντανή από την άλλη.
  • 19.
    Η αδερφή μου!H αδερφή μου - που μαζί περάσαμε τόσες ατιμώσεις και ντροπές. Τι και αν μετάνιωσε και είπε στο τέλος πως το έκανε και αυτή; Μόνη μου με άφησε να πράξω την ταφή. Μόνη της τώρα στον κόσμο απομένει…
  • 20.
    Κι ο ακριβόςμου ο μέλλοντας σύζυγος! Ούτε κι αυτός μπόρεσε την οργή του πατέρα του να δαμάσει - είναι πια σίγουρο αυτό!
  • 21.
    …αχ και ογάμος μου! Πάει και ο γάμος μου που η μοίρα θέλησε να μου τον ματαιώσει.
  • 22.
    Κι όλα αυτάεξαιτίας του «καλού» μου του νεόκοπου βασιλιά, που τόσο απερίσκεπτα αγνοεί τους νόμους των θεών και τιμωρεί εμένα που τους φυλώ κατά γράμμα!
  • 23.
    Με πνίγει τοδίκιο. Εμπιστεύομαι, όμως, των θεών το δίκαιο. Δεν μπορεί. Η αλήθεια θα λάμψει. Μόνο που εγώ δε θα ζω να τη χαρώ. Τώρα μόνο οι θεοί ξέρουν τι με περιμένει στον κάτω κόσμο.
  • 24.
    Μα εκεί μετον πατέρα μου θα ξαναβρεθώ, που τυφλός είδε όσα με το φως του δεν έβλεπε.
  • 25.
    Τη μητέρα μουθα δω ξανά, που η γνώση τη γέμισε ντροπή και έδωσε άσχημο τέλος στη ζωή της.
  • 26.
    Και τα δυομου τα αδέρφια πάλι θα αντικρίσω, που αλληλοσκοτωμένα χαθήκαν. Ναι, πιο πολύ αυτά, ποθώ να δω. Γιατί άλλα αδέρφια να αποκτήσω δεν γινόταν με τίποτε.
  • 27.
    Τον θάνατο δενθα τον περιμένω. Την απόφασή μου και πάλι την έχω πια πάρει. Ας φέρω το τέλος. Μόνη. Νωρίτερα.
  • 28.
  • 29.
    Αγαπημένη μου αδερφή,στην αρχή δεν καταλάβαινα τι μου έλεγες. Στο πένθος μας ήμουν βυθισμένη.
  • 30.
    Και εσύ, πριντο τολμήσεις, μου ζητούσες σύμπραξη. Με επιχειρήματα σωρό σού αρνήθηκα. Τα πόδια μου έτρεμαν και μόνο στο άκουσμα.
  • 31.
    Μέσα μου σεθαύμαζα, μα μου ήταν αδύνατο. Πάντα έτσι γινόταν. Εσύ είχες πάντα αλλιώτικη, αλλόκοτη δύναμη.
  • 32.
    Μα, όταν σεπιάσαν και μπροστά στον βασιλιά σε σύραν, Θεέ μου, πού τη βρήκα τη δύναμη;
  • 33.
    Με θάρρος ομολόγησαπως μαζί σου συνέπραξα. Εσύ αυστηρά μου το αρνήθηκες. Πως δεν είχες δίκιο να πω δεν μπορώ. Την ευκαιρία τον εαυτό μου να ξεπεράσω μου την είχες δώσει πρωτύτερα. Μα όταν το τόλμησα ήταν αργά.
  • 34.
    Πατέρας, μητέρα, αδέρφιααγαπημένα, όλοι μαζί στον κάτω κόσμο.
  • 35.
  • 36.
  • 37.
    Μεγάλωσα σεβόμενος θεούςκαι γονείς. Καμάρι εγώ στα μάτια των γονιών μου.
  • 38.
    Σαν μεγάλωσα, τιςαρχές μου δεν πρόδωσα. Μόνο που μετά προστέθηκε σε μένα… η αγάπη. Εκείνη είναι πια το κέντρο του κόσμου μου. Η αρχή και το τέλος μου.
  • 39.
    Το ήξερα ότιθα τηρούσε πιστά ο πατέρας τον νόμο του. Κι όμως έλπιζα! Προσπάθησα με τρόπο να του δείξω την πλάνη του. Μάταια. Γύρω του εχθρούς μόνο έβλεπε. Τον άφησα με τους νόμους του και έφυγα. Δε θα είμαι για πάντα το καλό σας παιδί…
  • 40.
    Πάω να τηβρω. Να της πω πως προσπάθησα. Κι όμως, φοβάμαι τα μελλούμενα, γιατί την ξέρω πόσο απόλυτα δίνεται, πόσο ακέραιη είναι. Κι αν την χάσω, η ζωή μου ανώφελη και άχαρη. Στην ανάγκη, θα πεθάνω μαζί της.
  • 41.
  • 42.
    Τον καμάρωνα! Όλαάρχισαν με τον θάνατο εκείνου που ήρθε εχθρός εναντίον μας. Ο σύζυγός μου, όπως όλοι περιμέναμε, έγινε βασιλιάς! Ακόμη κι όταν ανήγγειλε την απαγόρευση της ταφής, τον καμάρωνα!
  • 43.
    Σαν ήρθε οφύλακας κι ανακοίνωσε πως το κακό εκείνη το έκανε, το έδαφος έχασα κάτω απ’ τα πόδια μου. Σαν μαύρο πέπλο η αγωνία με σκέπαζε. Ποιον να σκεφτώ; Εκείνη, κλεισμένη στη σπηλιά, θάνατο αργό περιμένοντας; Το γιο μου ερωτευμένο να πονά και να χάνεται από την αγάπη για εκείνη;
  • 44.
    Πως εκείνος θαεπέμενε τόσο δεν το περίμενα... Το παιδί μας καθόλου δεν το πονά; Ένας θεός τον τύφλωσε. Άλλη εξήγηση να δώσω, αδύνατον.
  • 45.
    Μαντάτο βαρύ καιδυσβάσταχτο... «Χάθηκε εκείνη και μαζί της κι ο γιος σου». Δεν βλέπω πια τίποτε. Η ζωή μου χωρίς νόημα. Και να ζω με τον φονιά τους μαζί; Δεν γίνεται! Μας κατέστρεψε όλους. Θα τον καταστρέψω και εγώ, τους νεκρούς να συναντήσω πηγαίνοντας.
  • 46.
  • 47.
    Το έργο μουπάντοτε δύσκολο είναι. Συνήθως επείγει το κακό το μαντάτο. Και εγώ ο κακόμοιρος πάντοτε σπεύδω.
  • 48.
    Στη βασίλισσα πάωκαι σκληρά της μιλάω: «Ο γιος σου αυτόχειρας μπροστά στο γονιό του και η μέλλουσα νύφη σου μακριά ταξιδεύει σε κόσμους αγύριστους». Την βλέπω να πονά και να χάνεται. Μα να κάνω αλλιώς δεν γινόταν.
  • 49.
    Κι ο βασιλιάς,φορτωμένος νωπές θεϊκές συγκυρίες, ακούει από μένα στο τέλος και άλλο μαντάτο : «Και η γυναίκα σου επέλεξε μακριά σου να πάει, στον μαύρο τον Άδη». Το άκουσε, λες και το ήξερε.
  • 50.
    Δεν μου κάνειεντύπωση του βασιλιά μας η μοίρα. Η ζωή είναι απρόβλεπτη. Άλλοτε ανέμελη και άλλοτε ανάποδη. Η ζωή απλόχερα τα πάντα του τα ‘δωσε και του τα ΄ρπαξε λαίμαργα τώρα.
  • 51.
  • 52.
    Δε μου χρειάζεταιδεύτερη σκέψη. Οφείλω ηγέτης να σταθώ. Ο προδότης θα τιμωρηθεί, όπως του αξίζει. Ανάξιος ταφής. Κι όποιος φέρει αντίρρηση ή -αλίμονο- τολμήσει κάτι αντίθετο τον περιμένει θάνατος.
  • 53.
    Δεν είναι δυνατόν!Ποιος μια τέτοια πράξη τόλμησε; Μα… είναι ν' απορώ; Η εξουσία μου κάποιους τους ενόχλησε. Σίγουρα πληρώθηκαν για να με παρακούσουν. Η τιμωρία τους θα είναι αμείλικτη.
  • 54.
    Βλέπω καλά; Αυτήο παραβάτης; Τα λογικά της σίγουρα τα έχει χάσει! Τολμά και με κοιτά; Αντέχει και μου μιλά; Τι λέει, αλήθεια; Νόημα δε βγάζω. Από αγάπη, λέει, τον έθαψε. Ποιον; Τον προδότη! Στα πιστεύω μου θα σταθώ σταθερός. Μα το Δία, ό,τι είπα, θα γίνει. Τιμωρία ο θάνατος.
  • 55.
    Κι ο γιοςμου; Μήπως η αγάπη τον τύφλωσε; Τι επιτέλους αυτή του έχει κάνει και πάει κόντρα στις αποφάσεις μου;
  • 56.
    Και η πόλη,λέει, πως τα 'χει μαζί μου! Δεν αλλάζω γνώμη. Έχω ευθύνη.
  • 57.
    Ο θάνατος τηςαξίζει! Στον κάτω κόσμο, θα καλοπεράσει! Οι θρήνοι της δε με αγγίζουν. Κλάματα, καμώματα γυναικίσια. Παρατράβηξε η υπόθεση. Ας την τελειώνουμε.
  • 58.
    Να ΄τος καιο μάντης! Μα δεν καταλαβαίνω! Να κάνω, λέει, πίσω στο λάθος. Τα πάντα γκρεμίζονται. Όλα θολώνουν. Πού έκανα λάθος; Πώς να φερθώ; Υποχωρεί ο βασιλιάς; Προλαβαίνω να επανορθώσω; Και τι πρέπει να κάνω; Ας μου πει επιτέλους κάποιος!
  • 59.
    Τρέχω στη σπηλιά.Το σκοτάδι πηχτό. Αλίμονο, έφτασα αργά. Χάθηκε εκείνη. Δεν πρόλαβα. Μα ο γιος μου; Να ΄τος! Θα με καταλάβει, δεν μπορεί. «Δεν το 'θελα. Κάποιος θεός με τύφλωσε!». Με φτύνει στο πρόσωπο. Μου επιτίθεται, δίκαια. Ω Δία μεγαλοδύναμε! Μπροστά μου σκοτώνεται!
  • 60.
    Τον κρατώ στηναγκαλιά μου ζεστό ακόμα, παλικάρι στης νιότης τον ανθό. Πώς να το αντέξω;
  • 61.
    Δεν είμαι, όμως,ο φονιάς μόνο αυτών. Μπρος στον βωμό μαθαίνω, πως το μυτερό ξίφος στα σπλάχνα της βύθισε και η γυναίκα μου. Το γιο μας ταξιδεύει να βρει. Μονάχα ο Δίας ξέρει πόσο δεν το' θελα.
  • 62.
    Και τώρα πληρώνωτο τίμημα. Μια ζωή αυτό θα πληρώνω. Κι ήμουν τόσο βέβαιος πως ήμουν σωστός...
  • 63.
  • 64.
    Μέρες τώρα ταπουλιά ασυνάρτητα έκρωζαν. Το πέταγμά τους δεν το έβλεπα - τυφλός καθώς είμαι - μα το κακό το αισθανόμουνα.
  • 65.
    Οι θυσίες δενέπιασαν! Σίγουρα οι σάρκες εκείνου που η ταφή τού απαγορεύτηκε, τα μόλυναν όλα. Οι θεοί μού το δείχναν ξεκάθαρα. Ήξερα τι πρέπει να κάνω. Μα ο ρόλος του μάντη βαρύς.
  • 66.
    Ποιος αγαπά τηδύσκολη αλήθεια; Ποιος παραδέχεται εύκολα το δικό του το λάθος; Στην αρχή ήμουν ψύχραιμος. Στον δύσμοιρο βασιλιά το είπα ξεκάθαρα: «Στο νεκρό είναι ανάγκη τιμές να αποδώσεις, όπως του πρέπουν, τους θεούς εξιλεώνοντας».
  • 67.
    Και εκείνος -ουπαίτιος όλων- αναίτια μου επιτέθηκε και ειρωνικά με ρώτησε: «Οι ελπίδες του κέρδους σε σέρνουν εδώ και επεμβαίνεις;». Απότομα τον σταμάτησα και το μέλλον ζοφερό του προφήτεψα.
  • 68.
    Κι έφυγα. «Όπωςτου αξίζει να πληρώσει» συλλογίστηκα. Αυτούς που δεν του φταίνε σε τίποτε ας τους τιμά και ας τους σέβεται.
  • 69.
  • 70.
    Σαν πρόβαλε οήλιος, χαρήκαμε όλοι. Οι εχθροί είχαν φύγει από τον τόπο μας.
  • 71.
    Μα σαν είδαμετο νέο βασιλιά, αρχίσαμε το κακό να αισθανόμαστε. Είχε βλέμμα παράξενο. Στη δύναμή του αρχικά το κεφάλι μας σκύβαμε.
  • 72.
    Τον μαντατοφόρο τωνκακών ειδήσεων με τα αφτιά μας ακούσαμε. «Κάποιοι θάψαν αυτόν που την ταφή του έχεις, Βασιλιά, απαγορεύσει».
  • 73.
    Οι πολιτικοί τουαντίπαλοι – ο νέος βασιλιάς το διαβεβαίωνε– προσπαθούσαν την εξουσία του να ανατρέψουν…
  • 74.
    Μέσα μας θαυμάζαμεαυτούς που το τόλμησαν. Εμείς δεν μπορούσαμε την αλήθεια να πούμε. Για μια στιγμή προσπαθήσαμε να πούμε τη γνώμη μας. Εκείνος, όμως, μας σταμάτησε άγρια.
  • 75.
    Τη ζηλέψαμε, όταντη σύραν μπροστά του. Αυτή που δεν περίμενε, τελικά, τον αμφισβήτησε! Παρόντες εμείς, όταν αγέρωχα την ταφή του αδερφού της ομολόγησε.
  • 76.
    Ήρθε μετά καιεκείνος που έλεγε πως για αυτήν αισθήματα έτρεφε, το κακό να προλάβει. Στο βασιλιά ήρεμα μίλησε. Όμως μετά μπρος στα μάτια μας διαφώνησαν άγρια, γιος και πατέρας. Ο γιος δεν τα κατάφερε. Ακλόνητο του βασιλιά το πείσμα.
  • 77.
    Τη βλέπαμε ναοδύρεται για το άδικο. Της παρασταθήκαμε λίγο πριν από το χαμό της. Την παρηγορούσαμε. Μάταιος ο κόπος μας. Εύλογα.
  • 78.
    Ήρθε κι ομάντης, μήπως και το κακό προλάβαινε. Προσπάθησε τον βασιλιά να συνετίσει. Δυσκολεύτηκε…
  • 79.
    …μα τα κατάφερε.Ο βασιλιάς τρέχει τις συμφορές του να προλάβει. Κι όμως δεν πρόλαβε. Το ένα θανατικό πέφτει πάνω στο άλλο. Ο αλαζόνας τα έχασε όλα: γυναίκα, γιο και νύφη.
  • 80.
    Τότε, όταν εκείνοςείχε σκύψει το κεφάλι του στη γη…
  • 81.
    …με το δικόμας ψηλά τολμάμε και λέμε: «Αλίμονο, πόσο αργά είδες , Βασιλιά, το δίκιο». Είχαμε πια βρει όλοι τον εαυτό μας.
  • 82.
    1. Δημήτρης Τσεκμές(φύλακας) 2. Βασιλεία Τσεντικοπούλου (Αντιγόνη) 3. Ματίνα Λιάρου (Ισμήνη) 4. Θωμάς Στογιαννόπουλος (Αίμονας) 5. Άρτεμις Παπαδοπούλου (Ευρυδίκη) 6. Χρήστος Παπαδόπουλος (αγγελιαφόρος) 7. Χρήστος Μαγκόπουλος (Κρέοντας) 8. Αλέξανδρος Μπόγδανος (Τειρεσίας) 9. Μαρία Μπετσάκου (συντονίστρια) 10. Αντώνης Στεργίου (συντονιστής) Οι ταξιδιώτες στον μαγικό κόσμο δύο μεγάλων Ελλήνων, του Σοφοκλή και του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου (El Greco)
  • 83.
    Bιβλιογραφία: Howard, W. G.(1909)."Ut Pictura Poesis". Publications of the Modern Language Association of America: 40-123. McCourt, F. (2005). Teacher Man: A memoir. Simon and Schuster. Planck, M.(1932). Where is Science Going? Ed. James Vincent Murphy. New York: WW Norton. Tishman, S. - McGillivray, D. - Palmer, P. (1999). "Investigating the Educational Impact and Potential of the Museum of Modern Art’s Visual Thinking Curriculum: Final Report." Unpublished manuscript. Harvard Project Zero. Τσαφταρίδης, Ν. (2011). Αξιοποίηση των τεχνών στην εκπαίδευση, Βασικό επιμορφωτικό υλικό, τ. Γ’, στο διαδίκτυο: Χρήσιμες ιστοσελίδες: κλασικές σπουδές στις ευρωπαϊκές χώρες). (ολόκληρο το έργο του El Greco). project του πανεπιστημίου Harvard για την τέχνη στο σχολείο). κινηματογραφική απόδοση Αντιγόνης του Σοφοκλή). (το κοινωνικό πλαίσιο της τέχνης και η θεωρία της τέχνης).