Guido Borelli
ΤΟ ΣΠΙΤΙ
ΤΟΥ
ΔΑΣΚΑΛΟΥ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ
Εργασία στα Κείμενα
Νεοελληνικής Λογοτεχνίας -
Στάθαινας Θεόδωρος Β’4
Κωνσταντίνος Χατζόπουλος
Πεζογράφος, ποιητής, μεταφραστής και δοκιμιογράφος, ιδεολόγος
σοσιαλιστής και υπέρμαχος του δημοτικισμού, ο Κωσταντίνος
Χατζόπουλος γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1868 και πέθανε ταξιδεύοντας
προς το Πρίντεζι της Ιταλίας το 1920. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του
Πανεπιστημίου Αθηνών και για μερικά χρόνια —προτού αφοσιωθεί
αποκλειστικά στη λογοτεχνία— άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου. Το
1897 πήρε μέρος στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο και το 1900 πήγε στη
Γερμανία για να μελετήσει γερμανική λογοτεχνία και φιλοσοφία.
Επηρεασμένος από τις σοσιαλιστικές ιδέες ίδρυσε στο Μόναχο (1909) τη
Σοσιαλιστική Δημοκρατική Ένωση και μετέφρασε στη δημοτική ένα
τμήμα από το Κομμουνιστικό Μαvιφέστο των Μαρξ και Ένγκελς
(δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εργάτης του Βόλου το 1913). Με την
έκρηξη του Α΄ Παγκόσμιου Πόλεμου επέστρεψε (1914) στην Ελλάδα,
συμπαρατάχθηκε με τον Βενιζέλο και το 1917-19 διετέλεσε διευθυντής
λογοκρισίας. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1884, δημοσιεύοντας
ποιήματά του με το ψευδώνυμο Πέτρος Βασιλικός στο περιοδικό Εβδομάς
του Δ. Καμπούρογλου.
Η ποίησή του στην αρχή διακρινόταν για τη μελαγχολική ρομαντική της
διάσταση, αργότερα όμως εντάχτηκε στον συμβολισμό. Στην πεζογραφία,
επίσης, αρχικά κινήθηκε στον χώρο της ηθογραφίας, αποδίδοντας
ρεαλιστικά και με ψυχολογική ευαισθησία τη ζωή της ελληνικής
επαρχίας, υπό την επίδραση, όμως, των σοσιαλιστικών ιδεών το
περιεχόμενο του έργου του προσέλαβε εντονότερο κοινωνικό χαρακτήρα
(λ.χ. Ο πύργος του Ακροπόταμου). Η στροφή του στον συμβολισμό
σφραγίστηκε με το Φθινόπωρο που θεωρείται το γνησιότερο συμβολιστικό
μυθιστόρημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Το έργο του περιλαμβάνει: Ποιήματα: Τραγούδια της ερημιάς και Ελεγεία
και Ειδύλλια (1898), Απλοί τρόποι και Βραδινοί θρύλοι (1920).
Πεζογραφήματα: Αγάπη στο χωριό (1910), O πύργος του Aκροπόταμου
(1915), Υπεράνθρωπος (1915), Τάσω, Στο σκοτάδι και άλλα διηγήματα
(1915), Φθινόπωρο (1917), Η Aννιώ κι άλλα διηγήματα (1923). Κριτικές
μελέτες. Μεταφράσεις: Γκαίτε (Ιφιγένεια εν Ταύροις και Φάουστ), Μαρξ-
Ένγκελς (Το κοινωνιστικό μανιφέστο), Γουσταύου Γκέιγερσταμ (Το βιβλίο
του μικρού αδερφού), Χόφμανσταλ (Ηλέκτρα και Ο μαθητής), Έρμαν
Μπαγκ (Οι τέσσεροι Διαβόλοι), Ένρικ Ίψεν (Όταν ξυπνήσωμε νεκροί),
Αύγουστου Στρίντμπεργκ (Πάσχα και Προ του δήμου).
Το σπίτι του δασκάλου
Το διήγημα έχει περιεχόμενο κοινωνικό και ηθογραφικό. Ο συγγραφέας
ακολουθεί την τεχνοτροπία του νατουραλισμού και επιδιώκει να
καταδείξει την επίδραση που ασκούν οι κοινωνικές συνθήκες στη
διαμόρφωση της συμπεριφοράς των ανθρώπων. Κεντρικός ήρωας είναι
ένας πατέρας που ενώ είναι ήπιος άνθρωπος , απλοϊκός , πονόψυχος
δοκιμάζεται σκληρά από τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσής του. Ο
πεθερός του τον επικρίνει και τον θεωρεί ανάξιο να εισπράττει τα χρέη .
Ωστόσο ο ήρωας ήταν εργατικός στο παρελθόν και είχε ασκήσει διάφορα
επαγγέλματα ( καταμετρητής, εισπράκτορας, πάρεδρος, αστυνόμος).
Όταν ήρθε από το χωριό του στην πόλη δε βρήκε καμιά ανάλογη θέση και
κάτω από την πίεση του πεθερού του αναγκάστηκε να γίνει έμπορος.
Ασχολήθηκε με ξεχωριστό ζήλο με το επάγγελμά του αλλά άρχισε να
αναλαμβάνει υπερβολικές υποχρεώσεις με αποτέλεσμα οι δανειστές του
να κατασχέσουν τις αποθήκες του και τα εμπορεύματά του. Ο πεθερός
του προνόησε και διαφύλαξε την προίκα της κόρης του και μπόρεσε ο
ήρωας να ασχοληθεί πλέον με την είσπραξη των οφειλομένων. Όμως
ούτε ως εισπράκτορας χρεών κατάφερε να ευδοκιμήσει. Συμπονούσε
όσους του χρωστούσαν χρήματα και ήταν πολύ ελαστικός. Ο πεθερός του
κρατούσε απέναντί του στάση υποτιμητική και προσβλητική. Η σύζυγος
του ήρωα και ο ίδιος υπέμειναν καρτερικά τη δυστυχισμένη ζωή τους.
Όμως κάποια μέρα παρουσιάστηκε μια ανέλπιστη χαρά για τον πατέρα
του διηγήματος. Ένα μικρό σπιτάκι από την προίκα της συζύγου του που
το ενοικίαζαν σε ένα δάσκαλο χορού και αργότερα παπουτσή και ποτέ δεν
εισέπρατταν τα ενοίκια τους το ζήτησε για αγορά κάποιος. Ο δάσκαλος
αρνείται να φύγει με τη φτωχή οικογένειά του. Τότε ο πατέρας γίνεται
αδίσταχτος και προχωρά στην έξωση της εξαθλιωμένης οικογένειας.
Πρόσωπα του κειμένου
Στο κείμενο οι «φωνές» που ακούγονται είναι ο πατέρας, ο παππούς και η
μητέρα.
Πατέρας Ο πατέρας στο σημείο που ξεκινά η αφήγηση βρίσκεται σε μια
δύσκολη περίοδο της ζωής του, καθώς αδυνατεί να αντεπεξέλθει στις
επαγγελματικές του υποχρεώσεις, προκαλώντας την έντονη δυσαρέσκεια
του πεθερού του. Το γεγονός πως ο πεθερός του τον αντιμετωπίζει
συνεχώς με υποτιμητικό τρόπο έχει προκαλέσει ισχυρά συναισθήματα
ηττοπάθειας και απογοήτευσης στον πατέρα, που πλέον το μόνο που
μπορεί να κάνει είναι να σκύβει το κεφάλι, χωρίς να τολμά να
υπερασπιστεί τον εαυτό του απέναντι στον δεσποτικό πεθερό του. Ο
πατέρας έχει περάσει ήδη σημαντικές αλλαγές στη ζωή του, καθώς
προτού παντρευτεί και έρθει στην πόλη ζούσε στο χωριό, όπου οι
απαιτήσεις ήταν μικρότερες και ασκούσε διάφορα επαγγέλματα. Έτσι,
είχε κατά καιρούς εργαστεί ως καταμετρητής, ως εισπράκτορας, ως
αστυνομικός αλλά και ως πάρεδρος. Μόλις, όμως, ήρθε στην πόλη και
παντρεύτηκε, επειδή δεν υπήρχε κάποια ανάλογη θέση, ασχολήθηκε με
το εμπόριο· ενασχόληση, η οποία αν και ξεκίνησε πρόχειρα, του
διασφάλισε ωστόσο σημαντική επιτυχία για ένα διάστημα. Εντούτοις,
επειδή ο πατέρας δεν είχε την αναγκαία εμπειρία κι επειδή το εμπόριο δεν
του ταίριαζε, οδηγήθηκε στη χρεοκοπία, με τους δανειστές να παίρνουν
και να πωλούν το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του. Η μόνη
επαγγελματική επιλογή που προσφέρθηκε στον πατέρα αμέσως μετά την
οικονομική αυτή αποτυχία ήταν η είσπραξη οφειλόμενων ποσών από
συμπολίτες του που αδυνατούσαν να πληρώσουν τα χρέη τους. Έγινε,
λοιπόν, ο πατέρας ένα είδος εισπράκτορα ή δικαστικού επιμελητή, χωρίς
όμως να έχει την απαιτούμενη σκληρότητα χαρακτήρα για να επιτελέσει
αυτό το δύσκολο επάγγελμα. Έτσι, παρά τη γενικότερη
αποτελεσματικότητά του στο να πιστοποιεί τις οφειλές και να εκδίδει τα
εκτελεστά, αδυνατούσε να προχωρήσει στην είσπραξη των χρημάτων,
διότι ήταν πάντα άνθρωπος αγαθός και συμπονετικός. Η καλοσύνη και η
αγαθότητα του πατέρα, είχαν φέρει την οικογένειά του σε δεινή
οικονομική θέση, αφού όσο εκείνος λυπόταν τους άλλους οφειλέτες, η
γυναίκα του και τα παιδιά του ζούσαν μέσα στις στερήσεις. Η κατάσταση
γινόταν ακόμη πιο δυσάρεστη από τη γκρίνια του παππού και τις
προσβολές εις βάρος του πατέρα. Υπό την αφόρητη πίεση των
οικονομικών προβλημάτων, και με τον κίνδυνο να τους εγκαταλείψει ο
πεθερός, επιλέγοντας να ζήσει με την οικογένεια της άλλης του κόρης,
στερώντας τους την οικονομική του ενίσχυση, ο πατέρας αναγκάστηκε να
αλλάξει αποφασιστικά τη συμπεριφορά και τη στάση του. Μόλις, λοιπόν,
βρέθηκε υποψήφιος αγοραστής για ένα μικρό σπίτι που ανήκε στη
μητέρα, ο πατέρας θέλησε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία, έστω κι αν σε
αυτό έμενε για χρόνια μια πολυμελής φτωχή οικογένεια.
Ο πατέρας αντιλαμβάνεται πως το ποσό που θα εισέπραττε από αυτή την
πώληση θα αποτελούσε σημαντική ενίσχυση για την οικογένειά του, κι
εφόσον ο δάσκαλος που κατοικούσε σ’ αυτό το σπιτάκι είχε πολύ καιρό να
πληρώσει το ενοίκιο, αποφασίζει να προχωρήσει στην πώληση,
διώχνοντας τον φτωχό ενοικιαστή του. Η διαδικασία της έξωσης φέρνει
τον πατέρα αντιμέτωπο με τη γυναίκα του δασκάλου και τα μικρά της
παιδιά, χωρίς ωστόσο να κάμψει την αποφασιστικότητά του. Η σκληρή
αυτή πράξη, της έξωσης, σηματοδοτεί τη μεγάλη αλλαγή στη
συμπεριφορά του πατέρα, ο οποίος μη μπορώντας πλέον να ανέχεται την
περιφρόνηση του πεθερού του και μη θέλοντας να βλέπει άλλο την
οικογένειά του να υποφέρει, εγκαταλείπει την πρότερη καλοσύνη του και
προσαρμόζεται στις δύσκολες απαιτήσεις της πραγματικότητας.
Παππούς Ο παππούς παρουσιάζεται αυστηρός και επικριτικός απέναντι
στον πατέρα, για τον οποίο δεν φαίνεται να έχει καθόλου σεβασμό, ιδίως
κατά την κρίσιμη περίοδο, όπου ο πατέρας αδυνατεί να ανταποκριθεί στις
ανάγκες της εργασίας του. Με τρόπο σκληρό τον προσβάλλει συνεχώς
«Να μην είσαι για τίποτε! να μην είσαι για τίποτε», «Κουτός, χαμένος,
ανίκανος για καθετί», και δεν δείχνει καμία κατανόηση για τις
ευαισθησίες του πατέρα, που τον εμποδίζουν από το να επιτελέσει το
δύσκολο καθήκον της είσπραξης οφειλών από ανθρώπους που βρίσκονται
σε άσχημη οικονομική κατάσταση. Ο παππούς, βέβαια, είχε εξαρχής
αρνητική εντύπωση για τον πατέρα, αφού ήδη από τον πρώτο καιρό που
τον δέχτηκε στην οικογένειά του, ο πατέρας αδυνατούσε να βρει κάποια
επαγγελματική απασχόληση στην πόλη, κι ο παππούς αισθανόταν πως
ντροπιάζεται στα μάτια της τοπικής κοινωνίας. Ήταν, λοιπόν, η συνεχής
πίεση του παππού, η οποία ώθησε τότε τον πατέρα να καταπιαστεί με το
εμπόριο, κι είναι τώρα οι συνεχείς προσβολές του παππού, οι οποίες τον
εξαναγκάζουν να παραμερίσει τις ευαισθησίες του και να συμπεριφερθεί
με τρόπο σκληρό στη φτωχή οικογένεια του δασκάλου. Καθίσταται,
επομένως, σαφές πως ο παππούς αντιπροσωπεύει, στο πλαίσιο του
κειμένου, την σκληρή πλευρά της πραγματικότητας, που δεν επιτρέπει
φιλάνθρωπα συναισθήματα και δισταγμούς. Ο παππούς είναι το πρότυπο
του οικογενειάρχη που φροντίζει για την οικογένειά του, διασφαλίζοντας
τα αναγκαία για την επιβίωσή τους, έστω κι αν πρέπει να φερθεί κατά
τρόπο σκληρό, για να επιτύχει το σκοπό του. Με βάση την οπτική του
παππού εκείνο που προέχει είναι το ατομικό συμφέρον και η προσωπική
ευπορία, οπότε, όταν απειλείται η οικονομική ασφάλεια της άμεσης
οικογένειας, δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για ευαισθησίες ή
συναισθήματα αλληλεγγύης προς του άλλους ανθρώπους. Ο προστάτης
της οικογένειας, εν προκειμένω ο πατέρας, οφείλει να κάνει χωρίς
δισταγμούς οτιδήποτε κρίνει αναγκαίο για να εξασφαλίσει τον
βιοπορισμό και την επιβίωση των παιδιών και της γυναίκας του.
Μητέρα Σε αντίθεση, ωστόσο, με την αυστηρή αντιμετώπιση του
παππού, η μητέρα κατανοεί τους λόγους για τους οποίους ο άντρας της
δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις του δύσκολου
επαγγέλματός του. Αντιλαμβάνεται και γνωρίζει πως ο πατέρας είναι
πονόψυχος άνθρωπος με καλοσύνη και αγαθότητα, γι’ αυτό και
στενοχωριέται όταν βλέπει τον παππού να του φέρεται με τόσο άσχημο
τρόπο. Έτσι, παρ’ όλο που η ίδια και τα παιδιά της ζουν υπό δύσκολες
οικονομικές συνθήκες, δεν φτάνει στο σημείο να κατηγορήσει τον άντρα
της ή να απαιτήσει από αυτόν ν’ αλλάξει τη συμπεριφορά του. Η μητέρα,
άλλωστε, συμμερίζεται τα συναισθήματα του πατέρα, καθώς κι η ίδια
αντιμετωπίζει με συμπόνια τα προβλήματα των άλλων ανθρώπων.
Ακόμη κι όταν έρχεται η ώρα να πουληθεί το σπίτι του δασκάλου, διστάζει
να δώσει την έγκρισή της, διότι σκέφτεται τη δασκάλα και τα παιδιά της.
Προσωπικές εντυπώσεις
Ένα σημείο το οποίο με εντυπωσίασε διαβάζοντας το κείμενο αυτό, είναι
το μέγεθος της σκληρότητας που δείχνει ο παππούς προς τον πατέρα.
Συγκεκριμένα, ο παππούς ως αρχηγός της οικογένειας πιστεύει πως
πράττει σωστά και πως είναι χρέος του να διατηρεί τη τάξη στην
οικογένεια. Ένα δεύτερο που μου έκανε μεγάλη εντύπωση και μου έθεσε
προβληματισμούς είναι το «ξεσπίτωμα» του δασκάλου. Ο πατέρας, λόγω
της δυσχερής οικονομικής κατάστασης στην οποία βρέθηκε, άλλαξε
ριζικά τον τρόπο σκέψης του και δεν δίστασε ούτε λεπτό να προβεί σε μία
τέτοια ενέργεια, να αναγκάσει την ενοικιαζόμενη οικογένεια να
εγκαταλείψει το σπίτι στο οποίο ζούσε ώστε να το δώσει σε κάποιον
αξιόπιστο πελάτη που θα πλήρωνε κανονικά το ενοίκιο.
Πιθανό οπισθόφυλλο βιβλίου
Ένας ήπιος, απλοϊκός, πονόψυχος άνθρωπος, ζει και εργάζεται στο χωριό.
Καταπιάνεται με διάφορα επαγγέλματα και δοκιμάζεται σκληρά από τις
συνθήκες διαβίωσης που μόνο δύσκολες μπορούν να χαρακτηριστούν. Η
ζωή του αλλάζει ριζικά αφότου παντρευτεί και μετακομίσει στην πόλη.
Δεν βρίσκει επάγγελμα στα μέτρα του και μετά από συνεχή πίεση και
κατακραυγή του πεθερού του αποφασίζει να γίνει έμπορος. Πέφτει θύμα
δανειστών οι οποίοι τον εκμεταλλεύονται και παίρνει την απόφαση να
ασχοληθεί με την είσπραξη των οφειλομένων. Ο πεθερός, συνεχίζει να
κρατά σκληρή στάση απέναντι του, ώσπου ο άλλοτε συμπονετικός και
ελαστικός πατέρας μαθαίνει ότι κάποιος ζητάει ένα μικρό σπίτι από την
προίκα της συζύγου του. Σε αυτό το σπιτάκι ζει ένας καταπονημένος
δάσκαλος χορού με τη φτωχή οικογένειά του, που δεν πληρώνει κανονικά
το ενοίκιο. Άραγε, τι θα σκεφτεί ο πατέρας να κάνει ώστε να κερδίσει την
συμπάθεια του πεθερού, και σαφώς σίγουρα χρήματα; Ποιες θα είναι οι
αποφάσεις του και πως θα πράξει στη συνέχεια;
Πηγές άντλησης υλικού: www.koinosnous.com , και
από Σχολικό βοήθημα στα κείμενα Νεοελληνικής
Λογοτεχνίας
-Τέλος εργασίας
το σπιτι του δασκαλου

το σπιτι του δασκαλου

  • 1.
    Guido Borelli ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ Εργασίαστα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας - Στάθαινας Θεόδωρος Β’4
  • 2.
    Κωνσταντίνος Χατζόπουλος Πεζογράφος, ποιητής,μεταφραστής και δοκιμιογράφος, ιδεολόγος σοσιαλιστής και υπέρμαχος του δημοτικισμού, ο Κωσταντίνος Χατζόπουλος γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1868 και πέθανε ταξιδεύοντας προς το Πρίντεζι της Ιταλίας το 1920. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και για μερικά χρόνια —προτού αφοσιωθεί αποκλειστικά στη λογοτεχνία— άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου. Το 1897 πήρε μέρος στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο και το 1900 πήγε στη Γερμανία για να μελετήσει γερμανική λογοτεχνία και φιλοσοφία. Επηρεασμένος από τις σοσιαλιστικές ιδέες ίδρυσε στο Μόναχο (1909) τη Σοσιαλιστική Δημοκρατική Ένωση και μετέφρασε στη δημοτική ένα τμήμα από το Κομμουνιστικό Μαvιφέστο των Μαρξ και Ένγκελς (δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εργάτης του Βόλου το 1913). Με την έκρηξη του Α΄ Παγκόσμιου Πόλεμου επέστρεψε (1914) στην Ελλάδα, συμπαρατάχθηκε με τον Βενιζέλο και το 1917-19 διετέλεσε διευθυντής λογοκρισίας. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1884, δημοσιεύοντας ποιήματά του με το ψευδώνυμο Πέτρος Βασιλικός στο περιοδικό Εβδομάς του Δ. Καμπούρογλου. Η ποίησή του στην αρχή διακρινόταν για τη μελαγχολική ρομαντική της διάσταση, αργότερα όμως εντάχτηκε στον συμβολισμό. Στην πεζογραφία, επίσης, αρχικά κινήθηκε στον χώρο της ηθογραφίας, αποδίδοντας ρεαλιστικά και με ψυχολογική ευαισθησία τη ζωή της ελληνικής επαρχίας, υπό την επίδραση, όμως, των σοσιαλιστικών ιδεών το περιεχόμενο του έργου του προσέλαβε εντονότερο κοινωνικό χαρακτήρα (λ.χ. Ο πύργος του Ακροπόταμου). Η στροφή του στον συμβολισμό σφραγίστηκε με το Φθινόπωρο που θεωρείται το γνησιότερο συμβολιστικό μυθιστόρημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Το έργο του περιλαμβάνει: Ποιήματα: Τραγούδια της ερημιάς και Ελεγεία και Ειδύλλια (1898), Απλοί τρόποι και Βραδινοί θρύλοι (1920). Πεζογραφήματα: Αγάπη στο χωριό (1910), O πύργος του Aκροπόταμου (1915), Υπεράνθρωπος (1915), Τάσω, Στο σκοτάδι και άλλα διηγήματα (1915), Φθινόπωρο (1917), Η Aννιώ κι άλλα διηγήματα (1923). Κριτικές μελέτες. Μεταφράσεις: Γκαίτε (Ιφιγένεια εν Ταύροις και Φάουστ), Μαρξ- Ένγκελς (Το κοινωνιστικό μανιφέστο), Γουσταύου Γκέιγερσταμ (Το βιβλίο του μικρού αδερφού), Χόφμανσταλ (Ηλέκτρα και Ο μαθητής), Έρμαν
  • 3.
    Μπαγκ (Οι τέσσεροιΔιαβόλοι), Ένρικ Ίψεν (Όταν ξυπνήσωμε νεκροί), Αύγουστου Στρίντμπεργκ (Πάσχα και Προ του δήμου). Το σπίτι του δασκάλου Το διήγημα έχει περιεχόμενο κοινωνικό και ηθογραφικό. Ο συγγραφέας ακολουθεί την τεχνοτροπία του νατουραλισμού και επιδιώκει να καταδείξει την επίδραση που ασκούν οι κοινωνικές συνθήκες στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς των ανθρώπων. Κεντρικός ήρωας είναι ένας πατέρας που ενώ είναι ήπιος άνθρωπος , απλοϊκός , πονόψυχος δοκιμάζεται σκληρά από τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσής του. Ο πεθερός του τον επικρίνει και τον θεωρεί ανάξιο να εισπράττει τα χρέη . Ωστόσο ο ήρωας ήταν εργατικός στο παρελθόν και είχε ασκήσει διάφορα επαγγέλματα ( καταμετρητής, εισπράκτορας, πάρεδρος, αστυνόμος). Όταν ήρθε από το χωριό του στην πόλη δε βρήκε καμιά ανάλογη θέση και κάτω από την πίεση του πεθερού του αναγκάστηκε να γίνει έμπορος. Ασχολήθηκε με ξεχωριστό ζήλο με το επάγγελμά του αλλά άρχισε να αναλαμβάνει υπερβολικές υποχρεώσεις με αποτέλεσμα οι δανειστές του να κατασχέσουν τις αποθήκες του και τα εμπορεύματά του. Ο πεθερός του προνόησε και διαφύλαξε την προίκα της κόρης του και μπόρεσε ο ήρωας να ασχοληθεί πλέον με την είσπραξη των οφειλομένων. Όμως ούτε ως εισπράκτορας χρεών κατάφερε να ευδοκιμήσει. Συμπονούσε όσους του χρωστούσαν χρήματα και ήταν πολύ ελαστικός. Ο πεθερός του κρατούσε απέναντί του στάση υποτιμητική και προσβλητική. Η σύζυγος του ήρωα και ο ίδιος υπέμειναν καρτερικά τη δυστυχισμένη ζωή τους. Όμως κάποια μέρα παρουσιάστηκε μια ανέλπιστη χαρά για τον πατέρα του διηγήματος. Ένα μικρό σπιτάκι από την προίκα της συζύγου του που το ενοικίαζαν σε ένα δάσκαλο χορού και αργότερα παπουτσή και ποτέ δεν εισέπρατταν τα ενοίκια τους το ζήτησε για αγορά κάποιος. Ο δάσκαλος αρνείται να φύγει με τη φτωχή οικογένειά του. Τότε ο πατέρας γίνεται αδίσταχτος και προχωρά στην έξωση της εξαθλιωμένης οικογένειας.
  • 4.
    Πρόσωπα του κειμένου Στοκείμενο οι «φωνές» που ακούγονται είναι ο πατέρας, ο παππούς και η μητέρα. Πατέρας Ο πατέρας στο σημείο που ξεκινά η αφήγηση βρίσκεται σε μια δύσκολη περίοδο της ζωής του, καθώς αδυνατεί να αντεπεξέλθει στις επαγγελματικές του υποχρεώσεις, προκαλώντας την έντονη δυσαρέσκεια του πεθερού του. Το γεγονός πως ο πεθερός του τον αντιμετωπίζει συνεχώς με υποτιμητικό τρόπο έχει προκαλέσει ισχυρά συναισθήματα ηττοπάθειας και απογοήτευσης στον πατέρα, που πλέον το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να σκύβει το κεφάλι, χωρίς να τολμά να υπερασπιστεί τον εαυτό του απέναντι στον δεσποτικό πεθερό του. Ο πατέρας έχει περάσει ήδη σημαντικές αλλαγές στη ζωή του, καθώς προτού παντρευτεί και έρθει στην πόλη ζούσε στο χωριό, όπου οι απαιτήσεις ήταν μικρότερες και ασκούσε διάφορα επαγγέλματα. Έτσι, είχε κατά καιρούς εργαστεί ως καταμετρητής, ως εισπράκτορας, ως αστυνομικός αλλά και ως πάρεδρος. Μόλις, όμως, ήρθε στην πόλη και παντρεύτηκε, επειδή δεν υπήρχε κάποια ανάλογη θέση, ασχολήθηκε με το εμπόριο· ενασχόληση, η οποία αν και ξεκίνησε πρόχειρα, του διασφάλισε ωστόσο σημαντική επιτυχία για ένα διάστημα. Εντούτοις, επειδή ο πατέρας δεν είχε την αναγκαία εμπειρία κι επειδή το εμπόριο δεν του ταίριαζε, οδηγήθηκε στη χρεοκοπία, με τους δανειστές να παίρνουν και να πωλούν το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του. Η μόνη επαγγελματική επιλογή που προσφέρθηκε στον πατέρα αμέσως μετά την οικονομική αυτή αποτυχία ήταν η είσπραξη οφειλόμενων ποσών από συμπολίτες του που αδυνατούσαν να πληρώσουν τα χρέη τους. Έγινε, λοιπόν, ο πατέρας ένα είδος εισπράκτορα ή δικαστικού επιμελητή, χωρίς όμως να έχει την απαιτούμενη σκληρότητα χαρακτήρα για να επιτελέσει αυτό το δύσκολο επάγγελμα. Έτσι, παρά τη γενικότερη αποτελεσματικότητά του στο να πιστοποιεί τις οφειλές και να εκδίδει τα εκτελεστά, αδυνατούσε να προχωρήσει στην είσπραξη των χρημάτων, διότι ήταν πάντα άνθρωπος αγαθός και συμπονετικός. Η καλοσύνη και η αγαθότητα του πατέρα, είχαν φέρει την οικογένειά του σε δεινή οικονομική θέση, αφού όσο εκείνος λυπόταν τους άλλους οφειλέτες, η γυναίκα του και τα παιδιά του ζούσαν μέσα στις στερήσεις. Η κατάσταση γινόταν ακόμη πιο δυσάρεστη από τη γκρίνια του παππού και τις προσβολές εις βάρος του πατέρα. Υπό την αφόρητη πίεση των οικονομικών προβλημάτων, και με τον κίνδυνο να τους εγκαταλείψει ο πεθερός, επιλέγοντας να ζήσει με την οικογένεια της άλλης του κόρης, στερώντας τους την οικονομική του ενίσχυση, ο πατέρας αναγκάστηκε να αλλάξει αποφασιστικά τη συμπεριφορά και τη στάση του. Μόλις, λοιπόν,
  • 5.
    βρέθηκε υποψήφιος αγοραστήςγια ένα μικρό σπίτι που ανήκε στη μητέρα, ο πατέρας θέλησε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία, έστω κι αν σε αυτό έμενε για χρόνια μια πολυμελής φτωχή οικογένεια. Ο πατέρας αντιλαμβάνεται πως το ποσό που θα εισέπραττε από αυτή την πώληση θα αποτελούσε σημαντική ενίσχυση για την οικογένειά του, κι εφόσον ο δάσκαλος που κατοικούσε σ’ αυτό το σπιτάκι είχε πολύ καιρό να πληρώσει το ενοίκιο, αποφασίζει να προχωρήσει στην πώληση, διώχνοντας τον φτωχό ενοικιαστή του. Η διαδικασία της έξωσης φέρνει τον πατέρα αντιμέτωπο με τη γυναίκα του δασκάλου και τα μικρά της παιδιά, χωρίς ωστόσο να κάμψει την αποφασιστικότητά του. Η σκληρή αυτή πράξη, της έξωσης, σηματοδοτεί τη μεγάλη αλλαγή στη συμπεριφορά του πατέρα, ο οποίος μη μπορώντας πλέον να ανέχεται την περιφρόνηση του πεθερού του και μη θέλοντας να βλέπει άλλο την οικογένειά του να υποφέρει, εγκαταλείπει την πρότερη καλοσύνη του και προσαρμόζεται στις δύσκολες απαιτήσεις της πραγματικότητας. Παππούς Ο παππούς παρουσιάζεται αυστηρός και επικριτικός απέναντι στον πατέρα, για τον οποίο δεν φαίνεται να έχει καθόλου σεβασμό, ιδίως κατά την κρίσιμη περίοδο, όπου ο πατέρας αδυνατεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες της εργασίας του. Με τρόπο σκληρό τον προσβάλλει συνεχώς «Να μην είσαι για τίποτε! να μην είσαι για τίποτε», «Κουτός, χαμένος, ανίκανος για καθετί», και δεν δείχνει καμία κατανόηση για τις ευαισθησίες του πατέρα, που τον εμποδίζουν από το να επιτελέσει το δύσκολο καθήκον της είσπραξης οφειλών από ανθρώπους που βρίσκονται σε άσχημη οικονομική κατάσταση. Ο παππούς, βέβαια, είχε εξαρχής αρνητική εντύπωση για τον πατέρα, αφού ήδη από τον πρώτο καιρό που τον δέχτηκε στην οικογένειά του, ο πατέρας αδυνατούσε να βρει κάποια επαγγελματική απασχόληση στην πόλη, κι ο παππούς αισθανόταν πως ντροπιάζεται στα μάτια της τοπικής κοινωνίας. Ήταν, λοιπόν, η συνεχής πίεση του παππού, η οποία ώθησε τότε τον πατέρα να καταπιαστεί με το εμπόριο, κι είναι τώρα οι συνεχείς προσβολές του παππού, οι οποίες τον εξαναγκάζουν να παραμερίσει τις ευαισθησίες του και να συμπεριφερθεί με τρόπο σκληρό στη φτωχή οικογένεια του δασκάλου. Καθίσταται, επομένως, σαφές πως ο παππούς αντιπροσωπεύει, στο πλαίσιο του κειμένου, την σκληρή πλευρά της πραγματικότητας, που δεν επιτρέπει φιλάνθρωπα συναισθήματα και δισταγμούς. Ο παππούς είναι το πρότυπο του οικογενειάρχη που φροντίζει για την οικογένειά του, διασφαλίζοντας τα αναγκαία για την επιβίωσή τους, έστω κι αν πρέπει να φερθεί κατά τρόπο σκληρό, για να επιτύχει το σκοπό του. Με βάση την οπτική του παππού εκείνο που προέχει είναι το ατομικό συμφέρον και η προσωπική
  • 6.
    ευπορία, οπότε, όταναπειλείται η οικονομική ασφάλεια της άμεσης οικογένειας, δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για ευαισθησίες ή συναισθήματα αλληλεγγύης προς του άλλους ανθρώπους. Ο προστάτης της οικογένειας, εν προκειμένω ο πατέρας, οφείλει να κάνει χωρίς δισταγμούς οτιδήποτε κρίνει αναγκαίο για να εξασφαλίσει τον βιοπορισμό και την επιβίωση των παιδιών και της γυναίκας του. Μητέρα Σε αντίθεση, ωστόσο, με την αυστηρή αντιμετώπιση του παππού, η μητέρα κατανοεί τους λόγους για τους οποίους ο άντρας της δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις του δύσκολου επαγγέλματός του. Αντιλαμβάνεται και γνωρίζει πως ο πατέρας είναι πονόψυχος άνθρωπος με καλοσύνη και αγαθότητα, γι’ αυτό και στενοχωριέται όταν βλέπει τον παππού να του φέρεται με τόσο άσχημο τρόπο. Έτσι, παρ’ όλο που η ίδια και τα παιδιά της ζουν υπό δύσκολες οικονομικές συνθήκες, δεν φτάνει στο σημείο να κατηγορήσει τον άντρα της ή να απαιτήσει από αυτόν ν’ αλλάξει τη συμπεριφορά του. Η μητέρα, άλλωστε, συμμερίζεται τα συναισθήματα του πατέρα, καθώς κι η ίδια αντιμετωπίζει με συμπόνια τα προβλήματα των άλλων ανθρώπων. Ακόμη κι όταν έρχεται η ώρα να πουληθεί το σπίτι του δασκάλου, διστάζει να δώσει την έγκρισή της, διότι σκέφτεται τη δασκάλα και τα παιδιά της. Προσωπικές εντυπώσεις Ένα σημείο το οποίο με εντυπωσίασε διαβάζοντας το κείμενο αυτό, είναι το μέγεθος της σκληρότητας που δείχνει ο παππούς προς τον πατέρα. Συγκεκριμένα, ο παππούς ως αρχηγός της οικογένειας πιστεύει πως πράττει σωστά και πως είναι χρέος του να διατηρεί τη τάξη στην οικογένεια. Ένα δεύτερο που μου έκανε μεγάλη εντύπωση και μου έθεσε προβληματισμούς είναι το «ξεσπίτωμα» του δασκάλου. Ο πατέρας, λόγω της δυσχερής οικονομικής κατάστασης στην οποία βρέθηκε, άλλαξε ριζικά τον τρόπο σκέψης του και δεν δίστασε ούτε λεπτό να προβεί σε μία τέτοια ενέργεια, να αναγκάσει την ενοικιαζόμενη οικογένεια να εγκαταλείψει το σπίτι στο οποίο ζούσε ώστε να το δώσει σε κάποιον αξιόπιστο πελάτη που θα πλήρωνε κανονικά το ενοίκιο.
  • 7.
    Πιθανό οπισθόφυλλο βιβλίου Έναςήπιος, απλοϊκός, πονόψυχος άνθρωπος, ζει και εργάζεται στο χωριό. Καταπιάνεται με διάφορα επαγγέλματα και δοκιμάζεται σκληρά από τις συνθήκες διαβίωσης που μόνο δύσκολες μπορούν να χαρακτηριστούν. Η ζωή του αλλάζει ριζικά αφότου παντρευτεί και μετακομίσει στην πόλη. Δεν βρίσκει επάγγελμα στα μέτρα του και μετά από συνεχή πίεση και κατακραυγή του πεθερού του αποφασίζει να γίνει έμπορος. Πέφτει θύμα δανειστών οι οποίοι τον εκμεταλλεύονται και παίρνει την απόφαση να ασχοληθεί με την είσπραξη των οφειλομένων. Ο πεθερός, συνεχίζει να κρατά σκληρή στάση απέναντι του, ώσπου ο άλλοτε συμπονετικός και ελαστικός πατέρας μαθαίνει ότι κάποιος ζητάει ένα μικρό σπίτι από την προίκα της συζύγου του. Σε αυτό το σπιτάκι ζει ένας καταπονημένος δάσκαλος χορού με τη φτωχή οικογένειά του, που δεν πληρώνει κανονικά το ενοίκιο. Άραγε, τι θα σκεφτεί ο πατέρας να κάνει ώστε να κερδίσει την συμπάθεια του πεθερού, και σαφώς σίγουρα χρήματα; Ποιες θα είναι οι αποφάσεις του και πως θα πράξει στη συνέχεια; Πηγές άντλησης υλικού: www.koinosnous.com , και από Σχολικό βοήθημα στα κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας -Τέλος εργασίας