Odysseia

43,769 views

Published on

Published in: Sports
6 Comments
31 Likes
Statistics
Notes
No Downloads
Views
Total views
43,769
On SlideShare
0
From Embeds
0
Number of Embeds
32,017
Actions
Shares
0
Downloads
0
Comments
6
Likes
31
Embeds 0
No embeds

No notes for slide

Odysseia

  1. 1. Οδύσσεια photocomic κατερίνα προκοπίου
  2. 2. Ο ποιητής ζητά τη βοήθεια της Μούσας, για να εξιστορήσει τις περιπέτειες του Οδυσσέα.
  3. 3. Οι θεοί συγκεντρώνονται στον Όλυμπο.
  4. 4. Ενώ ο Ποσειδώνας απολαμβάνει μια εκατόμβη στους Αιθίοπες
  5. 5. Δία Ολύμπιε, ως πότε αλύγιστη θα παραμένει η βουλή σου για τον Οδυσσέα; Όχι εγώ, ο Ποσειδών, αυτός οργίστηκε εναντίον του, γιατί του τύφλωσε τον Κύκλωπα.
  6. 6. Τώρα, όλοι εμείς είναι καιρός το νόστο του να στοχαστούμε.
  7. 7. Τότε ας στείλουμε αμέσως τον Ερμή στης Ωγυγίας το νησί, να πει στην καλλιπλόκαμη νεράιδα την απαράβατη εντολή μας, το νόστο του καρτερικού Οδυσσέα να επιτρέψει. Κι εγώ κατεβαίνω τώρα στην Ιθάκη, το γιο του να ερεθίσω, τόλμη να βάλω στην καρδιά του.
  8. 8. Η Αθηνά από τον Όλυμπο βρέθηκε να στέκει στο κατώφλι της αυλής του Οδυσσέα, ολόιδια με το Μέντη, άρχοντα των Ταφίων, κι έπεσε στους αγέρωχους μνηστήρες.
  9. 9. Ο Τηλέμαχος ήταν με τους μνηστήρες καθισμένος, κι όμως ταξίδευε ο νους του πικραμένος στον ένδοξο πατέρα του. Αν ο πατέρας μου ξαφνικά γύριζε πίσω• αν τους μνηστήρες πετούσε έξω από το παλάτι...
  10. 10. Όταν είδε την Αθηνά ευθύς προς την αυλόθυρα έτρεξε και την προσφώνησε : Ξένε μου, καλωσόρισες, έλα να σε φιλέψουμε, κι αφού το δείπνο μας χορτάσεις, τότε μας λες το λόγο της επίσκεψής σου.
  11. 11. Ύστερα την οδήγησε σε θρόνο να καθίσει κι έφερε πλάι της το δικό του στολισμένο κάθισμα παράμερα από τους μνηστήρες. Τότε μια παρακόρη έφερε νερό, με τ’ όμορφο χρυσό λαγήνι, τα χέρια τους να πλύνουν.
  12. 12. Το μέλημά τους, ξένε, είναι κιθάρα και τραγούδι, εύκολο μέλημα, αφού ατιμώρητοι ρημάζουν ξένα αγαθά• ενός που τα λευκά του οστά, κάπου αφημένα στη στεριά, τα σάπισε η νεροποντή ή και το κύμα τα παρασύρει του πελάγου.
  13. 13. Μέντης το όνομά μου, τους θαλασσινούς Ταφίους κυβερνώ. Η φήμη μ’ έφερε πως βρίσκεται ο πατέρας σου κιόλας στην πόλη. Όμως εσύ αποκρίσου ποιος είσαι κι από πού; Πού βρίσκονται ο τόπος κι οι γονείς σου;
  14. 14. Φαίνεται όμως, οι θεοί του φράζουνε το δρόμο ακόμη. Ωστόσο ασφαλώς δεν πέθανε ο θείος Οδυσσεύς, και δεν τον σκέπασε της γης το χώμα• είναι πιστεύω ζωντανός, αν κι εμποδίζεται στη μέση του ανοιχτού πελάγους, όπου τον κρατούν, σ’ ένα νησί περίβρεχτο, άνθρωποι απολίτιστοι και βάναυσοι, αυτοί χωρίς τη θέλησή του, τον δεσμεύουν.
  15. 15. Άκουσε όμως τώρα τη μαντεία μου, πολύν καιρό ακόμη δε θα μείνει εκείνος μακριά από την πατρίδα του, θα βρει τον τρόπο να γυρίσει, αυτός που είναι πολυμήχανος.
  16. 16. Αλλά δεν κλαίω, δεν στενάζω εκείνον μόνον, αφού μου δώσαν οι θεοί πρόσθετα και μεγάλα βάρη: όσοι τριγύρω στα νησιά αρχηγεύουν, όλοι τους έγιναν της μάνας μου μνηστήρες και μαδούν το σπιτικό μου, σηκώνουν και ρημάζουν τα αγαθά μου – σε λίγο θα κατασπαράξουνε κι εμένα.
  17. 17. Σε συμβουλεύω αύριο κιόλας, καλώντας σε συνέλευση τους τίμιους Αχαιούς, δώσε διαταγή για τους μνηστήρες , πως πρέπει να ξεκουμπιστούν.
  18. 18. Κι αν ακούσεις πως ζει ο πατέρας σου, κάνε υπομονή γι’ αυτόν τον χρόνο. Αν μάθεις πως τον βρήκε ο θάνατος, τότε τρόπο να βρεις, μες στο παλάτι, να σκοτώσεις τους μνηστήρες. Δείξου πως είσαι παλικάρι, να σε δοξάζουν οι μελλούμενες γενιές.
  19. 19. Μίλησε, κι όπως τελείωσε η θεά Αθηνά, εχάθει σαν το πουλί πετώντας από το άνοιγμα της στέγης. Εκείνου όμως την ψυχή ενδυνάμωσε με θάρρος, ενίσχυσε τη μνήμη του πατέρα του κι ένιωσε πως θεός ήταν ο ξένος.
  20. 20. Κι αυτόματα ο Τηλέμαχος κινήθηκε προς τους μνηστήρες. Τους τραγουδούσε ο φημισμένος αοιδός, κι εκείνοι τον άκουγαν με τη σιωπή τους τον Αχαιών το νόστο να τους τραγουδά.
  21. 21. Φήμιε, ετούτο το τραγούδι μην το συνεχίσεις, σπαράζει την καρδιά μου, γιατί τη μνήμη μου πληγώνει η μορφή του Τότε η Πηνελόπη από το υπερώο συνάκουσε το θείο τραγούδι, και την άγγιξε. Από το θάλαμό της κατεβαίνει κι όταν κοντά με τους μνηστήρες βρέθηκε δακρυσμένη μίλησε στο θεϊκό αοιδό.
  22. 22. Μητέρα μου, φταίχτες δεν είναι οι αοιδοί. Αλλά καλύτερα να πας στην κάμαρή σου, με τα δικά σου απασχολήσου έργα, τον αργαλειό, τη ρόκα.
  23. 23. Μνηστήρες, με το ξημέρωμα σας καλώ να βρεθούμε στην αγορά για τη συνέλευση, όπου σκοπεύω να σας πω: έξω από το παλάτι πια, στο εξής να σπαταλάτε τα δικά σας αγαθά κι άμποτε ο Δίας στην παρανομία αυτή να δώσει εκδίκηση.
  24. 24. Έτσι ωμά τους μίλησε κι εκείνοι, τα χείλη τους δαγκώνοντας, έμειναν ώρα να θαυμάζουν όλοι τον Τηλέμαχο, το θάρρος της αγόρευσής του. Όταν έπεσε το βράδυ τράβηξε καθένας στο σπίτι του. Μόνο ο Τηλέμαχος έμεινε όλη τη νύχτα άγρυπνος να μελετά το δρόμο που του όρισε η θεά Αθηνά.
  25. 25. Μόλις χαράζοντας τη μέρα, ρόδισε η Αυγή τον ουρανό, ο Τηλέμαχος συγκάλεσε συνέλευση των Αχαιών.
  26. 26. Μνηστήρες της μητέρας μου, αν σας απόμεινε κάποια ντροπή αδειάστε μου πια το σπίτι. Αλλιώς ας δώσει ο Δίας κάποτε να πληρωθούν τα ανόσιά σας έργα. Μνηστήρες της μητέρας μου, αν σας απόμεινε κάποια ντροπή αδειάστε μου πια το σπίτι. Αλλιώς ας δώσει ο Δίας κάποτε να πληρωθούν τα ανόσιά σας έργα. Μνηστήρες της μητέρας μου, αν σας απόμεινε κάποια ντροπή αδειάστε μου πια το σπίτι. Αλλιώς ας δώσει ο Δίας κάποτε να πληρωθούν τα ανόσιά σας έργα.
  27. 27. Μ’ αυτά τα λόγια τους εμίλησε ο Τηλέμαχος. Και να δυο αετοί - ο Δίας τους έστειλε - προμήνυμα καταστροφής. Τα ‘ορνια βλέποντας εκείνοι με τα μάτια τους ,έμειναν έκθαμβοι, ψυχανεμίστηκαν το τι κακό τους έμελλε.
  28. 28. Δώστε μου γρήγορο καράβι και είκοσι συντρόφους, να πάω στη Σπάρτη και στην Πύλο, κάτι να μάθω για το νόστο του πατέρα μου.
  29. 29. Επάκουσέ με, Αθηνά, εσύ που χτές ήλθες θεός στο σπιτικό μας, που με κινούσες με καράβι να ανοιχτώ στο θυμωμένο πέλαγος. Μετά τη συνέλευση μόνος του ο Τηλέμαχος κατέβηκε στο ακρογιάλι και ευχήθηκε στην Αθηνά. Επάκουσέ με, Αθηνά, εσύ που χτές ήλθες θεός στο σπιτικό μας, που με κινούσες με καράβι να ανοιχτώ στο θυμωμένο πέλαγος. Μετά τη συνέλευση μόνος του ο Τηλέμαχος κατέβηκε στο ακρογιάλι και ευχήθηκε στην Αθηνά. Επάκουσέ με, Αθηνά, εσύ που χτές ήλθες θεός στο σπιτικό μας, που με κινούσες με καράβι να ανοιχτώ στο θυμωμένο πέλαγος.
  30. 30. Στην πόλη κατεβαίνω να σου μαζέψω εθελοντές συντρόφους Αμέσως βρέθηκε στο πλάι του η Αθηνά με τη θωριά του Μέντορα. Αναλαμβάνω εγώ καράβι να σου βρω.
  31. 31. Όταν έδυσε ο ήλιος, η Αθηνά – Μέντορας έσυρε το γρήγορο σκαρί στη θάλασσα κι ανέβηκε στο πλοίο ο Τηλέμαχος Όταν έδυσε ο ήλιος, η Αθηνά – Μέντορας έσυρε το γρήγορο σκαρί στη θάλασσα κι ανέβηκε στο πλοίο ο Τηλέμαχος
  32. 32. Ο ήλιος πρόβαλε, αφήνοντας περίκαλλη την ωκεάνεια λίμνη, ψηλώνοντας στον χάλκινο ουρανό, να φέρει φως. Τότε κι αυτοί στην Πύλο φτάνουν. Ο ήλιος πρόβαλε, αφήνοντας περίκαλλη την ωκεάνεια λίμνη, ψηλώνοντας στον χάλκινο ουρανό, να φέρει φως. Τότε κι αυτοί στην Πύλο φτάνουν.
  33. 33. Στο περιγιάλι της θαλάσσης θυσία τελούσαν ταύρους κατάμαυρους του Κοσμοσείστη με τη χαίτη μελανή.
  34. 34. Ερχόμαστε από την Ιθάκη, ψάχνω για τη μεγάλη φήμη του πατέρα μου, ίσως και κάτι ακούσω, του καρτερικού Οδυσσέα, που πάτησε το κάστρο των Τρώων.
  35. 35. Καλό μου παιδί, γύρισα από την Τροία απληροφόρητος, δεν ξέρω πόσοι Αχαιοί έχουν σωθεί. Ωστόσο σε συμβουλεύω να πας στου Μενέλαου, γιατί ήρθε εκείνος τελευταίος από λαούς απόμακρους. Ελάτε γιοι μου, φέρετε τώρα στον Τηλέμαχο καλότριχα άλογα, ώστε να βρει το δρόμο του.
  36. 36. Τότε ο Τηλέμαχος ανέβηκε και πήρε θέση στο πανέμορφο άρμα · πλάι του βρέθηκε ο Πεισίστρατος, ο γιος του Νέστορα.
  37. 37. Κι έφτασαν, από κοιλάδες και φαράγγια, βαθιά στη Λακεδαίμονα, τράβηξαν ίσα στο παλάτι του τιμημένου Μενέλαου, τον βρήκαν σε γαμήλιο γλέντι, γιορτάζοντας γάμο διπλό, του γιου του και της άψογης της κόρης, μέσα στο αρχοντικό του.
  38. 38. Ευγενικέ Μενέλαε, ήρθα να μάθω αν κάποιαν είδηση ίσως μου πεις για τον πατέρα μου, γιατί το σπίτι μου ερημώνει απ’ τους μνηστήρες της μητέρας μου. Ευγενικέ Μενέλαε, ήρθα να μάθω αν κάποιαν είδηση ίσως μου πεις για τον πατέρα μου, γιατί το σπίτι μου ερημώνει απ’ τους μνηστήρες της μητέρας μου. Ευγενικέ Μενέλαε, ήρθα να μάθω αν κάποιαν είδηση ίσως μου πεις για τον πατέρα μου, γιατί το σπίτι μου ερημώνει απ’ τους μνηστήρες της μητέρας μου. Ευγενικέ Μενέλαε, ήρθα να μάθω αν κάποιαν είδηση ίσως μου πεις για τον πατέρα μου, γιατί το σπίτι μου ερημώνει απ’ τους μνηστήρες της μητέρας μου.
  39. 39. Ό,τι μου εξήγησε στην Αίγυπτο ο ενάλιος γέροντας, ο Πρωτέας, τίποτε απ’ αυτά δε θα σου κρύψω Ό,τι μου εξήγησε στην Αίγυπτο ο ενάλιος γέροντας, ο Πρωτέας, τίποτε απ’ αυτά δε θα σου κρύψω Ό,τι μου εξήγησε στην Αίγυπτο ο ενάλιος γέροντας, ο Πρωτέας, τίποτε απ’ αυτά δε θα σου κρύψω Ό,τι μου εξήγησε στην Αίγυπτο ο ενάλιος γέροντας, ο Πρωτέας, τίποτε απ’ αυτά δε θα σου κρύψω
  40. 40. Τον είδα σ’ ένα απόμακρο νησί, στο μέγαρο της νύφης Καλυψώς, που άθελά του τον κρατεί δικό της · κι εκείνος δεν μπορει να βρει πατρίδα, του λείπουν καράβια και σύντροφοι, για να τον ταξιδέψουν στην πλατιά ράχη της θάλασσας. Τον είδα σ’ ένα απόμακρο νησί, στο μέγαρο της νύφης Καλυψώς, που άθελά του τον κρατεί δικό της · κι εκείνος δεν μπορεί να βρει πατρίδα, του λείπουν καράβια και σύντροφοι, για να τον ταξιδέψουν στην πλατιά ράχη της θάλασσας.
  41. 41. Οι μνηστήρες στην Ιθάκη πληροφορούνται από το Νοήμονα την αναχώρηση του Τηλέμαχου Αντίνοε, ξέρουμε άραγε πότε ο Τηλέμαχος γυρίζει από τις αμμουδιές της Πύλου; Μου πήρε το καράβι κι έφυγε, και τώρα το έχω ανάγκη
  42. 42. Οι μνηστήρες καταστρώνουν ενέδρα στον Τηλέμαχο Δώστε μου γρήγορο καράβι, συντρόφους είκοσι, καρτέρι στο γυρισμό του να του στήσω, θα τον παραφυλάξω στα στενά, στη Σάμη, να δει ο θαλασσοπόρος τ’ άθλιο τέλος του, που πήγε να γυρέψει τον πατέρα του.
  43. 43. Η Πηνελόπη πληροφορείται από τον κήρυκα το ταξίδι του Τηλέμαχου και το δολερό σχέδιο των μνηστήρων Θέλουν να σκοτώσουν τον Τηλέμαχο καραδοκώντας την επιστροφή του, έφυγε εκείνος, πήγε στην Πύλο και στη Σπάρτη, να μάθει νέα του πατέρα του.
  44. 44. Στον Όλυμπο, στη συνέλευση των θεών Δία πατέρα, κανένας πια δε θυμάται το θεϊκό Οδυσσέα. Κόρη, τι λόγος βγήκε από το στόμα σου; Εσύ δεν ήσουν που αποφάσισες εκείνη τη βουλή, το νόστο του Οδυσσέα; Προκοπίου Κ
  45. 45. Ερμή μαντατοφόρε, σου παραγγέλεται να πεις στην καλλιπλόκαμη νύφη την άψογη εντολή μας, το νόστο του καρτερικού Οδυσσέα. Κι ευθύς στο γιο του Ερμή στράφηκε να του πει :
  46. 46. Μίλησε ο Δίας και δεν απείθησε ο Ερμής. Άρχισε να πετά ο κρατερός αργοφονιάς κι ολοταχώς χύθηκε στο πέλαγος κι έφτασε στο απόμακρο νησί.
  47. 47. Θεά, ο Δίας εντέλλεται όσο πιο γρήγορα μπορείς να κατευοδώσεις το θεϊκό Οδυσσέα Άσπλαχνοι και ζηλόφθονοι θεοί!
  48. 48. Δύσμοιρε, δεν έχεις λόγο πια να οδύρεσαι. Το πήρα απόφαση θα σε κατευοδώσω. Εμπρός λοιπόν, φτιάξε μια σχεδία.
  49. 49. Αν ήξερες ποια πάθη γράφει η μοίρα σου προτού πατήσεις χώμα πατρικό, εδώ μαζί μου θά ‘μενες και θά ‘σουν αθάνατος. Κι όμως εν γνώσει μου το επιθυμώ σπίτι μου να γυρίσω.
  50. 50. Ο Οδυσσέας κατασκευάζει τη σχεδία του.
  51. 51. Την πέμπτη μέρα η Καλυψώ θεόμορφη ξεπροβόδησε τον Οδυσσέα από το νησί της. Την πέμπτη μέρα η Καλυψώ θεόμορφη ξεπροβόδησε τον Οδυσσέα από το νησί της. Την πέμπτη μέρα η Καλυψώ θεόμορφη ξεπροβόδησε τον Οδυσσέα από το νησί της.
  52. 52. Όλος χαρά ο Οδυσσέας με πρίμο αγέρι ποντοπόρησε μέρες δεκαεφτά. Όμως τον είδε, απ’ τους Αιθίοπες ανεβαίνοντας, ο μέγας Ποσειδών. Χολώθηκε βαριά και είπε μόνος του: Οι θεοί άλλαξαν γνώμη, όμως ο Οδυσσέας θα χορτάσει για κάλά τη μαύρη μοίρα του.
  53. 53. Είπε και ξεσήκωσε όλες μαζί τις θύελλες και τους ανέμους και σύντριψε τη σχεδία του Οδυσσέα. Είπε και ξεσήκωσε όλες μαζί τις θύελλες και τους ανέμους και σύντριψε τη σχεδία του Οδυσσέα.
  54. 54. Δυό μερόνυχτα δοσμένος στο μεγάλο κύμα, είδε πολλές φορές το χάρο. Μόνο την τρίτη μέρα βλέπει στο πλάι του στεριά, μονάχα βράχοι μυτεροί και γύρω τους το κύμα να βρυχάται.Και τότε κολυμπώντας φτάνει στο στόμα ποταμού καλλίρροου, απ’ το ποτάμι βγαίνει και φίλησε το χώμα της ζωοδόχου γης. Δυό μερόνυχτα δοσμένος στο μεγάλο κύμα, είδε πολλές φορές το χάρο. Μόνο την τρίτη μέρα βλέπει στο πλάι του στεριά, μονάχα βράχοι μυτεροί και γύρω τους το κύμα να βρυχάται.Και τότε κολυμπώντας φτάνει στο στόμα ποταμού καλλίρροου, απ’ το ποτάμι βγαίνει και φίλησε το χώμα της ζωοδόχου γης.
  55. 55. Βρήκε το δάσος πλάι στον ποταμό, τρίπωσε εκεί κάτω από θάμνα δίδυμα, με τα χέρια του φτιάχνει το στρώμα του από φύλλα που ήταν χυμένα γύρω του κι ο ύπνος σφράγισε τα βλέφαρά του. Προκοπιου κ Βρήκε το δάσος πλάι στον ποταμό, τρίπωσε εκεί κάτω από θάμνα δίδυμα, με τα χέρια του φτιάχνει το στρώμα του από φύλλα που ήταν χυμένα γύρω του κι ο ύπνος σφράγισε τα βλέφαρά του. Προκοπιου κ
  56. 56. Σαν την πνοή του ανέμου η Αθηνά φτάνει στο θάλαμο όπου κοιμότανε μια κόρη, σαν τις αθάνατες στην όψη, η Ναυσικά, του Ακίνοου η θυγατέρα. Στάθηκε πάνω απ’ το κεφάλι της όμοια με του Δύμαντα την κόρη και της είπε: Ναυσικά, αφρόντιστα σου μένουν τα λαμπρά σου ρούχα, κι όμως ο γάμος πια σου γνέφει. Εμπρός λοιπόν, μόλις χαράξει, ας πάμε να τα πλύνουμε μαζί.
  57. 57. Η κόρη φέρνει από το θάλαμο τον πλούσιο ρουχισμό, τον απόθεσε κι ανέβηκε στο αμάξι. Όταν πλησίασαν στο ρέμα του καλλίρροου ποταμού, λύνουν τις μούλες, σηκώνουν στα χέρια τους τα ρούχα και τα βαφτίζουν στο νερό. Κι όταν απόσωσαν το πλύσιμο πήραν να παίζουν την πετόσφαιρα.
  58. 58. Γονατιστός προσπέφτω, δέσποινά μου,μόλις εχθές γλίτωσα από το μπλάβο πέλαγος. Σου ζητώ την πόλη να μου δείξεις κι ένα κουρέλι να σκεπαστώ. Τότε ξυπνά ο Οδυσσέας.
  59. 59. Ξένε, την πόλη θα σου δείξω και ρούχο δε θα σου λείψει. Ακολούθα τις μούλες και το αμάξι κι όταν θα φτάσεις στο παλάτι, τα χέρια σου να περιβάλλουν τις μάνας μου τα γόνατα, αν θέλεις μέρα επιστροφής να δεις.
  60. 60. Ο Οδυσσέας στο παλάτι των Φαιάκων, ικέτης στη βασίλισσα Αρήτη Αρήτη, προσπέφτω στα γόνατά σου, το δικό μου κατευόδιο σκεφτείτε, που είμαι χωρισμένος από τους δικούς μου τόσα χρόνια.
  61. 61. Ακούστε των Φαιάκων άρχοντες με την αυγή σας συγκαλώ στο παλάτι τον ξένο να δεχτούμε και να σκεφτούμε το δικό του κατευόδιο, πως θα γυρίσει , δίχως ταλαιπωρία και κόπο, με τη δική μας συνοδεία πίσω στην πατρίδα του.
  62. 62. Είναι οδυνηρό, βασίλισσα, τα πάθη μου να εξιστορήσω. Ωστόσο θα προσπαθήσω. Ξένε ποιος είσαι κι από πού;
  63. 63. Όταν ο Δίας τσάκισε το καράβι μου, μ’ έριξαν οι θεοί στης Ωγυγίας το νησί. Η Καλυψώ το κατοικεί, δαιμονική θεά, καλλίκομη. Με φρόντισε με αγάπη, έλεγε θα με κάνει αθάνατο εις τον αιώνα.Έμεινα στο νησί της επτά χρόνους κι από εκεί εποντοπόρησα μέρες δεκαοκτώ κι αφού γλίτωσα απ’ την τρικυμία του Ποσειδώνα, έφτασα στη χώρα σας ναυαγός.
  64. 64. Πατέρα Δία, ας γίνουν οι υποσχέσεις του Αντίνοου πράξη κι εγώ ας γυρίσω πίσω στην πατρίδα. Ξένε, θα σε ξεπροβοδήσουμε αύριο. Τώρα το στρώμα σου σε περιμένει.
  65. 65. Ελάτε αρχηγοί των Φαιάκων,να μάθετε για τον ξένο, που μόλις έφτασε στο αρχοντικό μου. Ο Αλκίνοος καλεί τους άρχοντες των Φαιάκων στο παλάτι
  66. 66. Ο Αλκίνοος παραθέτει γεύμα και αγώνες προς τιμή του ξένου
  67. 67. Καθώς τραγούδαγε ο φημισμένος αοιδός το πως φιλονίκησαν ο Οδυσσέας και ο Αχιλλέας στην Τροία, ο Οδυσσέας έφερε το πορφυρό του πανωφόρι πάνω απ’ το κεφάλι του από ντροπή που βούρκωσαν τα μάτια του.
  68. 68. Ο Αλκίνοος κατάλαβε βαρύ τον στεναγμό του και ζήτησε να σταματήσει τη γλυκόφωνη κιθάρα ο Δημόδοκος, γιατί δεν προξενούσε σ’ όλους χαρά με το τραγούδι του. Στράφηκε προς τον Οδυσσέα και είπε: Ξένε, πες πρώτα το όνομά σου και φανέρωσε τη χώρα σου, για να σε ταξιδέψουν προς τα εκεί τα πλοία μας. Πες μου σαν πού περιπλανήθηκες, ποιες χώρες έφτασες;
  69. 69. Είμαι λοιπόν ο Οδυσσέας,γιος του Λαέρτη, όλοι καλά με ξέρουν για τους δόλους μου, πατρίδα μου η Ιθάκη. Ήρθε ο καιρός ωστόσο τον πολυδάκρυτό μου νόστο να ιστορήσω.
  70. 70. Από το Ίλιο μας συνεπήρε ο άνεμος, μας έφερε στους Κίκονες, εκεί στην Ίσμαρο, όπου την πόλη τους εγώ την πόρθησα κι αρπάξαμε γυναίκες και πολλά αγαθά.
  71. 71. Τότε οι Κίκονες φωνάζουν κι άλλους αναρίθμητους,στήνουν μάχη πλάι στα γρήγορα καράβια. Έτσι αφανίστηκαν στο κάθε μας καράβι έξι δικοί μας, οι άλλοι μόλις που ξεφύγαμε τη μοίρα του θανάτου.
  72. 72. Καθώς δοκίμαζα να παρακάμψω το Μαλέα κύμα και βοριάς με πέταξαν μακριά και τη δέκατη μέρα πιάσαμε τη γη των Λωτοφάγων, που δώσαν στους συντρόφους μου να γευτούν λωτό κι όποιος κι αν έφαγε λωτό, δεν ήθελε το γυρισμό. Τότε με το στανιό τους φέρνω πίσω στα πλοία. Ξανοιχτήκαμε πιο πέρα πλέοντας
  73. 73. ωσότου φτάσαμε στη γη των αλαζονικών δίχως θεσμούς Κυκλώπων.Το μάτι μας σταμάτησε σε μια σπηλιά, όπου τις νύχτες του περνούσε ένας πελώριος άνδρας ανθρωποφάγος, ο Πολύφημος. Τον μεθύσαμε, τον εξαπατήσαμε, τον τυφλώσαμε Ούτις το όνομά μου Τον Ούτιν θα τον φάω τελευταίον
  74. 74. Και ξεφύγαμε από τη σπηλιά του κρυμμένοι κάτω από την κοιλιά των κριαριών. Τρέχαμε όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε ώσπου επιτέλους φτάσαμε στο πλοίο. Κριάρι μου καλό, μιλιά αν είχες και μιλούσες, να ομολογήσεις το πού κρύβεται εκείνος, τότε στο χώμα πάνω θα τον τσάκιζα, λίγο ν’ αλάφρωνε η ψυχή μου απ’ το κακό που μου ‘κανε ο τιποτένιος Ούτις.
  75. 75. Ο Οδυσσέας σου έβγαλε το μάτι Ποσειδώνα, κάνε να γυρίσει στην πατρίδα του χωρίς συντρόφους, πάνω σε ξενικό καράβι και μες στο σπίτι του να βρει καινούρια πάθη.
  76. 76. Στου Αιόλου το νησί βρεθήκαμε, πλωτό νησί, όλο τείχος γύρω. Με φιλοξένησε ένα φεγγάρι ολόκληρο κι όταν του το ζήτησα, ετοίμασε την αναχώρησή μου. Μου δίνει έναν ασκό κι έδεσε εκεί τους δρόμους των ανέμων που λυσσομανούν κι άφησε μόνον το Ζέφυρο να φυσά και να μας ταξιδεύει.
  77. 77. Μέρες εννιά αρμενίζαμε, ώσπου τη δέκατη φάνηκε η πατρική μας γη. Με πήρε ύπνος γλυκός κι οι σύντροφοι είπαν πως κουβανούσα χρυσό κι ασήμι για το σπίτι κι έλυσαν τον ασκό. Αμέσως έξω σκορπίστηκαν όλοι οι αγέρηδες και μας αρπάζει η θύελλα, μας έφερε μακριά από την πατρική μας γη ξανά στης Αιολίας το νησί.
  78. 78. Οδυσσέα, ποιος δαίμονας κακός σε κυνηγά; Το δίκιο δε μ’ αφήνει να δέχομαι άνθρωπο που τον μίσησαν οι αθάνατοι θεοί. Έξω απ’ το νησί μου γρήγορα.
  79. 79. Από εκεί έξι μερόνυχτα αρμενίσαμε και βρεθήκαμε στους Λαιστρυγόνες. Φάνταζαν μάλλον γίγαντες. Τότε ξηλώνοντας πέτρες ασήκωτες για τους θνητούς τις ρίχνουν καταπάνω μας, οι άντρες να αφανίζονται, καράβια να τσακίζονται.
  80. 80. Κάποτε φτάσαμε σ’ ένα νησί, την Αία, το κατοικούσε η Κίρκη, θεά δαιμονική, που έδωσε στους συντρόφους μου να πιουν κρασί, τους χτύπησε με το ραβδί της και τους έκλεισε σε χοιροστάσι.Εμένα δεν μπόρεσε να με γητέψει, γιατί είχα το αντίδοτο του Ερμή.
  81. 81. Κίρκη, λευτέρωσέ τους τιμημένους μου συντρόφους.
  82. 82. Πολυμήχανε Οδυσσέα, σου μέλλεται πρώτα να φτάσεις στον Άδη και να πάρεις χρησμό απ’ του Θηβαίου Τειρεσία την ψυχή, αν θέλεις να γυρίσεις στην πατρίδα. Μας φιλοξένησε ένα χρόνο κι όταν θελήσαμε να φύγουμε ...
  83. 83. Το καράβι μας οδηγημένο απ’ τον άνεμο που στέλνει η Κίρκη φτάνει στην άκρη του Ωκεανού, στη χώρα των Κιμμερίων, που ζούσαν την αιώνια νύχτα κι από εκεί στις πύλες του Άδη. Ανοίγουμε λάκκο, κάνουμε νεκρικές σπονδές, θυσιάζουμε ζώα και φάνηκαν μυριάδες οι νεκροί, που διψούσαν για αίμα. Η οδηγία της Κίρκης ήταν ξεκάθαρη, θα μιλούσαμε πρώτα με τον Τειρεσία.
  84. 85. Γιε μου, ο καημός σου μου στέρησε τη γλύκα της ζωής. Τότε κι η μάνα μου πλησίασε, ήπιε το μαύρο αίμα κι αμέσως μ’ αναγνώρισε.
  85. 86. Δες το δικό μου πάθημα και μην έχεις στη γυναίκα σου εμπιστοσύνη Θα προτιμούσα να ζούσα κι ας ξενοδούλευα σε άκληρο, παρά να είμαι άρχοντας στους νεκρούς Εμφανίστηκαν και οι ψυχές του Αγαμέμνονα και του Αχιλλέα.
  86. 87. Μετά μαζεύτηκαν μύρια τα σμήνη των νεκρών μ’ έναν ανήκουστον αχό και μ’ έλουσε τρόμος. Τότε έδωσα εντολή στους συντρόφους μου να φύγουμε. Όταν το καράβι άφησε τις ροές του ωκεάνειου ποταμού, φτάσαμε πάλι στο νησί της Αίας, όπου η Κίρκη μας έδειξε του γυρισμού το δρόμο. Μετά την Αία περάσαμε απ’ των Σειρήνων το νησί. Για να αποφύγουμε το θείο τραγούδι τους, πήρα κερί και βούλωσα τα αυτιά των συντρόφων μου και τους ζήτησα να με δέσουν στο κατάρτι.
  87. 88. Έλα, Οδυσσέα, ν’ ακούσεις μελιστάλακτη τη φωνή μας
  88. 89. Είχαμε αφήσει τις Σειρήνες, όταν μπροστά μου βλέπω κύμα μεγάλο κι άκουσα το σάλο · στη μια μεριά η Σκύλλα, στην άλλη η Χάρυβδη θεοτική, αναρροφώντας το αλμυρό νερό κι όποτε το ξερνούσε, θέαμα τρομερό!
  89. 90. Όταν πια περάσαμε τις Πέτρες, αντικρίσαμε το άψογο νησί, όπου κυκλοφορούσαν τα βόδια του Ηπερίονα Ήλιου, που οι σύντροφοι τα έφαγαν παρά την προειδοποίηση του Τειρεσία.
  90. 91. Ήλιε, μη σταματάς να φέγγεις κι εγώ στο υπόσχομαι να ρίξω στο γοργό καράβι τους πυρφόρο κεραυνό, να τους στερήσω το νόστο Δία πατέρα εκδίκηση! Να το πληρώσουν του Λαερτιάδη οι σύντροφοι που πήγαν κι έσφαξαν τα δικά μου βόδια.
  91. 92. Οδυσσέα, πιστεύω πως θα νοστήσεις στο νησί σου μετά από τόσα πάθη. Αλκίνοε, σας αποχαιρετώ. Ευχαριστώ για τους συνοδούς και τα φιλικά σας δώρα.
  92. 93. Το πλοίο σαν το γεράκι πετώντας έσχιζε τη θάλασσα τον άνδρα ταξιδεύοντας που τόσα πάθη πόνεσε η γενναία του ψυχή και τώρα αστόχαστος κοιμόταν. Κι όταν το πιο περίλαμπρο άστρο πρόβαλε ψηλά, ποντοπορώντας το καράβι στην Ιθάκη ακούμπησε.
  93. 94. Οι Φαίακες στην άμμο τον απίθωσαν, στον ύπνο βυθισμένο κι ευθύς μετέφεραν τα δώρα στο λάκκο της ελιάς.
  94. 95. Τότε ο Οδυσσέας ξυπνά κι ωστόσο δεν την αναγνώρισε την πατρική του γη. Την είχε η θεά Αθηνά περιβάλει με θολή ομίχλη, θέλωντας να τον κάνει και τον ίδιο αγνώριστο, να του εξηγήσει τα καθέκαστα, ότι δεν έπρεπε να τον αναγνωρίσουν γυναίκα και δικοί, προτού με την εκδίκησή του τιμωρήσει τους μνηστήρες για την ασύστολη ανομία τους.
  95. 96. Αλίμονο, σε ποιων ανθρώπων έφτασα πάλι τη χώρα! Δεν είνα δα κι ανώνυμη! Ακούστηκε το όνομα της Ιθάκης και στην Τροία.
  96. 97. Αν είσαι εσύ μες στους θνητούς πρώτος στις αποφάσεις και στα πλάνα λόγια, εγώ φημίζομαι πως ξεχωρίζω σ’ όλους τους θεούς για το ξύπνιο μου μυαλό. Γιατί μην πεις δεν αναγνώρισες την Αθηνά Παλλάδα,που παραστέκομαι στον κάθε μόχθο σου.
  97. 98. Είμαι εδώ, για να υφαίνω μαζί σου το πανούργο πλάνο: θα κρύψω πρώτα τα δώρα των Φαιάκων και προσοχή, μη φανερώσεις σε κανέναν το λόγο που επιστρέφεις.
  98. 99. Κάτω από την ελιά θεά και θνητός καταστρώνουν σχέδιο: πρώτα θα τον μεταμορφώσει σε ζητιάνο, να πάει στην καλύβα του Εύμαιου και η ίδια θα φέρει τον Τηλέμαχο από τη Σπάρτη
  99. 100. Ο Οδυσσέας μεταμορφωμένος σε ζητιάνο φτάνει στο καλύβι του χοιροβοσκού Εύμαιου. Αυτός τον φιλοξενεί και βγάζει όλη την πίκρα του για το χαμό του Οδυσσέα και τη συμπεριφορά των μνηστήρων
  100. 101. Πρέπει να φύγεις για την Ιθάκη. Πρόσεξε, πρώτα να περάσεις από το καλύβι του Εύμαιου Την ίδια νύχτα που ο Οδυσσέας κοιμάται στο καλύβι του Εύμαιου, η Αθηνά πηγαίνει στη Σπάρτη και προτρέπει τον Τηλέμαχο να επιστρέψει στην Ιθάκη.
  101. 102. Ο Οδυσσέας θα γυρίσει και θα εκδικηθεί τους μνηστήρες Η Ελένη και ο Μενέλαος προπέμπουν τον Τηλέμαχο.
  102. 103. Ο Εύμαιος υποδέχεται τον Τηλέμαχο σαν πατέρας Ήλθες παιδί μου αγαπημένο! Κι εγώ δεν έλεγα πως θα σε ξαναδούν τα μάτια μου, αφότου εμίσεψες με το καράβι σου στην Πύλο.
  103. 104. Και τώρα γέροντά μου, πήγαινε στην Πηνελόπη, το νέο να πεις πως είμαι σώος. Από τους Αχαιούς άλλος κανείς μην πάρει είδηση, αφού πολλοί θέλουν και μελετούν το κακό μου. Μιλώντας έτσι τον ξεσήκωσε και κίνησε ο χοιροβοσκός να πάει στην πόλη.
  104. 105. Οδυσσέα, ομολογήσου τώρα στο παιδί σου · οι δυο να συνταιριάξετε το φόνο των μνηστήρων. Εγώ δεν πρόκειται να σας αφήσω, φλέγομαι να μπω στη μάχη. Δεν ξέφυγε από την προσοχή της Αθηνάς πως έφυγε ο χοιροβοσκός και πήρε την όψη όμορφης γυναίκας στα ωραία εργόχειρα επιδέξιας και πλησίασε. Είπε και τον ακούμπησε με το ραβδί της και τον ξανάνιωσε.
  105. 106. Ο Τηλέμαχος χύθηκε πάνω του και βουρκωμένος τον αγκάλιασε. Τότε τους συνεπήρε και τους δυο του θρήνου ο ίμερος. Τηλέμαχε, όχι, δε σου πρέπει με τον πατέρα σου στο πλάι τόσο πολύ να αμφιβάλλεις. Δεν πρόκειται άλλος Οδυσσέας να φτάσει εδώ · είναι μπροστά σου κι είμαι εγώ.
  106. 107. Έφτασα εδώ με σύσταση της Αθηνάς, να αποφασίσουμε μαζί το φόνο των εχθρών μας. Τώρα εσύ στο σπίτι πήγαινε να βρεις τους άτροπους μνηστήρες. Ύστερα εμένα ο χοιροβοσκός θα μ’ οδηγήσει στο παλάτι όμοιο με ζητιάνο.
  107. 108. Ο Οδυσσέας και ο Εύμαιος έφτασαν στο παλάτι κι ένα σκυλί – ο Άργος του καρτερικού Οδυσσέα - που ζάρωνε, σήκωσε ξαφνικά τ’ αφτιά και το κεφάλι του, όμως τη δύναμη δε βρήκε να φτάσει πιο κοντά στον κύρη του. Ετούτο το σκυλί σ’ αυτόν ανήκει που αφανίστηκε πέρα στα ξένα.
  108. 109. Μιλώντας πια προχώρησαν στα ωραία δώματα
  109. 110. Οι μνηστήρες μόλις αντιλήφθηκαν το ζητιάνο άρχισαν να τον βρίζουν και να τον χτυπούν. Χοιροβοσκέ, τι σου ‘ρθε και στη χώρα τον έφερες;
  110. 111. Θα φυλάξω τ’ άρματα στην αποθήκη μέσα, γιατί τα μαύρισε ο καπνός στη σάλα. Αφού έφυγαν οι μνηστήρες, ο Οδυσσέας και ο Τηλέμαχος αδειάζουν την αίθουσα από τα όπλα. Το σχέδιο της μνηστηροφονίας μπαίνει σε εφαρμογή.
  111. 112. Η Πηνελόπη προσφέρει στον ξένο φιλοξενία κι αυτός ζητά η Ευρύκλεια να του πλύνει τα πόδια. Γιε μου, αλήθεια ο Οδυσσέας είσαι! Μιλιά, ψυχή να μην το μάθει μέσα στο παλάτι.
  112. 113. Η Πηνελόπη με την προτροπή της Αθηνάς αποφασίζει να προκηρύξει αγώνα τόξου · ο νικητής θα γινόταν άνδρας της.
  113. 114. Εκείνον που θα τεντώσει την κόδρα του τόξου και θα περάσει δώδεκα πελέκια με σαΐτα, θα ακολουθήσω αφήνοντας το νυφικό μου σπίτι.
  114. 115. Στο μεταξύ ο Οδυσσέας αποκαλύπτεται στον Εύμαιο και στον Φιλοίτιο. Στερνά από μύρια πάθη έφτασα στην πατρίδα μου τον εικοστό πια χρόνο
  115. 116. Ο Οδυσσέας επιστρέφει στην αίθουσα, τεντώνει το τόξο με απίστευτη ευκολία και διαπερνά τα πελέκια. Οι μνηστήρες μένουν κατατρομαγμέοι Αξίζω ακόμα! Άδικα με καταφρονούν αυτοί.
  116. 117. Οπότε ο Οδυσσέας πέταξε τα κουρέλια και την πικρή σαΐτα σημαδεύο-ντας τη ρίχνει πάνω στους μνηστήρες Σκυλιά, που λέγατε δε θα γυρίσω πια στον τόπο μου ...
  117. 118. Τι σ’ έπιασε και με εμπαίζεις με τα παράλογά σου λόγια; Όμως πάμε να δω τους σκοτωμένους Ο Οδυσσέας γύρισε, βρίσκεται μέσα στο παλάτι, τους σκότωσε τους άνομους μνηστήρες Η Ευρύκλεια φέρνει τα νέα στην Πηνελόπη.
  118. 119. Η Πηνελόπη κατέβηκε από το ανώγι,στάθηκε στον Οδυσσέα αντίκρυ άφωνη για πολύ. Μάνα, πώς το αντέχεις και δε σιμώνεις τον πατέρα μου; Νιώθω κατάπληξη και δεν μπορώ λέξη να προφέρω
  119. 120. Αν όμως πράγματι ο Οδυσσέας είναι αυτός που γύρισε στο σπίτι, μπορούμε μεταξύ μας, και καλύτερα, να γνωριστούμε · κρυφά σημάδια έχουμε, που τα γνωρίζουμε οι δυο μας μόνον, άλλος κανείς.
  120. 121. Άλλη καμιά δε θα μπορούσε να το αντέξει, να στέκει τόσην ώρα από τον άνδρα της μακριά. Αλλά στρώσε μου την κλίνη μόνος μου να πλαγιάσω. Ευρύκλεια, φέρε και στρώσε την κλίνη έξω από την κάμαρή μας.
  121. 122. Γυναίκα, στην κλίνη μας κάποιο σημάδι υπάρχει απαραγνώριστο – το ‘καμα εγώ, άλλος κανείς. Μόνο που δε γνωρίζω πια, αν παραμένει ριζωμένη η κλίνη μας ή μήπως άλλος αλλού την έστησε, κόβοντας σύρριζα το λιόδενδρο.
  122. 123. Μη μου θυμώνεις, Οδυσσέα, που την αγάπη μου δεν έδειξα νωρίτερα, γιατί η ψυχή μου ποτέ δεν έπαψε να τρέμει, μήπως μ’ εξαπατήσει κάποιος με τα λόγια του.
  123. 124. Μα τώρα που φανέρωσες σημάδια απαραγνώριστα της κλίνης μας – άλλος κανείς ποτέ του δεν την είδε, εξόν εσύ κι εγώ – τώρα λοιπόν με πείθεις. Μιλώντας σήκωσε σ’ εκείνον ίμερο ασυγκράτητο για θρήνο
  124. 125. Αγκαλιασμένο το ζευγάρι κλαίει από χαρά. Η Αθηνά μακραίνει τη νύχτα
  125. 126. Το άλλο πρωί ο Οδυσσέας, ο Τηλέμαχος και ο Εύμαιος πηγαίνουν στο Λαέρτη, όπου θα αντιμετωπίσουν τους συγγενείς των μνηστήρων. Είμαι εγώ, πατέρα μου, αυτός που αναζητούσες, μπροστά σου εδώ, έφτασα στην πατρίδα μου.
  126. 127. Αν πράγματι ο Οδυσσέας είσαι, σημάδι πες μου αληθινό, να σε πιστέψω. Ας δουν τα μάτια σου πρώτα ετούτη την ουλή, θα πω ακόμη και τα δένδρα, όσα εσύ μου χάρισες. Τόσα του είπε και του Λαέρτη λύθηκαν γόνατα και καρδιά, λιπόθυμο τον συγκρατούσε πάνω του ο Οδυσσέας.
  127. 128. Στην πόλη οι συγγενείς των μνηστήρων φροντίζουν τους νεκρούς και ξεκινούν για το κτήμα του Λαέρτη, να πάρουν εκδίκηση. Στον Όλυμπο όμως ο Δίας προτείνει συμφιλίωση που αναλαμβάνει να επιβάλει η Αθηνά. Η θεά κατεβαίνει στην Ιθάκη και δεν αφήνει τη μάχη να φουντώσει. Με την τρομερή φωνή της και τον κεραυνό του Δία βάζει τους αντίπαλους να ορκιστούν όρκους συμφιλίωσης.
  128. 129. Δώστε όρκους να μείνει ο Οδυσσέας για πάντα βασιλιάς

×