ΠΑΡΑ∆ΕΙΓΜΑ ΚΛΙΣΗΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑ ΥΓΡΟΛΗΚΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:
Ενεργητική φωνή (ρ. φθείρω, θέµα φθερ-)
οριστική

προστακτική απαρέµφατο µετοχή

υποτακτική ευκτική

φθερ«

φθερο›µι/φθεροίην

φθερε›ς
φθερε›
φθερο˵εν
φθερε›τε
φθεροËσι(ν)

φθερε›ν

φθερο›ς / φθεροίης
φθερο›/φθεροίη
φθερο›µεν
φθερο›τε
φθερο›εν

φθερ«ν,
φθεροËσα
φθεροËν

Μέση φωνή
οριστική

υποτακτική

ευκτική

φθερο˵αι

φθεροίµην

φθερε›/-ª
φθερε›ται
φθερούµεθα
φθερε›σθε
φθεροËνται

προστακτική απαρέµφατο

φθερο›ο
φθερο›το
φθεροίµεθα
φθερο›σθε
φθερο›ντο

φθερε›σθαι

µετοχή 1
φθερούµενος,
φθερουµένη,
φθερούµενον

ΠΑΡΑ∆ΕΙΓΜΑ ΚΛΙΣΗΣ ΑΟΡΙΣΤΟΥ ΥΓΡΟΛΗΚΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ:
Ενεργητική φωνή (ρ. νέµω)
οριστική

υποτακτική

ευκτική

¶νειµα

νείµω

νείµαιµι

¶νειµας

νείµη+ς

¶νειµε(ν)

νείµη+

§νείµαµεν
§νείµατε
¶νειµαν

νείµωµεν
νείµητε
νείµωσι(ν)

νείµαις /
νείµειας
νείµαι /
νείµειε(ν)
νείµαιµεν
νείµαιτε
νείµαιεν /
νείµειαν

προστακτική
-

απαρέµφατο

µετοχή

νε›µαι

νείµας,

νε›µον

νείµασα,

νειµάτω

νε›µαν
-

νείµατε
νειµάντων /
νειµάτωσαν

Μέση φωνή
οριστική

υποτακτική

ευκτική

§νειµάµην

νείµωµαι

νειµαίµην

§νείµω
§νείµατο
§νειµάµεθα
§νείµασθε
§νείµαντο

νείµη+
νείµηται
νειµώµεθα
νείµησθε
νείµωνται

νείµαιο
νείµαιτο
νειµαίµεθα
νείµαισθε
νείµαιντο

προστακτική
νε›µαι
νειµάσθω
νείµασθε
νειµάσθων /
νειµάσθωσαν

απαρέµφατο
νείµασθαι

µετοχή
νειµάµενος,
νειµαµένη,
νειµάµενον
ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Τ Ν ΒΑΣΙΚ Ν ΕΝΡΙΝΟΛΗΚΤ Ν – ΥΓΡΟΛΗΚΤ Ν ΡΗΜΑΤ Ν

ΕΝΕΣΤ ΤΑΣ

ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

éγγέλλω - éγγέλλοµαι
éµύνω - éµύνοµαι

éγγελ« - éγγελο˵αι
éµυν« - éµυνο˵αι

≥γγειλα - ±γγειλάµην
≥µυνα - ±µυνάµην

α‡ρω - α‡ροµαι
βάλλω - βάλλοµαι
καθαίρω - καθαίροµαι
κτείνω
κρίνω - κρίνοµαι

éρ« - éρο˵αι
βαλ« - βαλο˵αι
καθαρ« - καθαρο˵αι
κτεν«
κριν« - κρινο˵αι

∑ρα - ±ράµην
(αόριστος β΄)
§κάθηρα - §καθηράµην
®κτεινα
¶κρινα - §κρινάµην

µαραίνω

µαραν«

§µάρανα

µιαίνω
µένω
νέµω – νέµοµαι
Ùδύροµαι
Ùξύνω
στέλλω- στέλλοµαι
σύρω - σύροµαι
σφάλλω- σφάλλοµαι

µιαν«
µεν«
ν嵫 - νεµο˵αι
Ùδυρο˵αι
Ùξυν«
στελ« - στελο˵αι
συρ«
σφαλ« -σφαλο˵αι

§µίανα
¶µεινα
¶νειµα - §νειµάµην
»δυράµην
Ãξυνα
¶στειλα - §στειλάµην
¶συρα - §συράµην
¶σφηλα

τείνω - τείνοµαι

τεν« - τενο˵αι

¶τεινα - §τεινάµην

φαίνω- φαίνοµαι
φθείρω - φθείροµαι
Íγιαίνω

φαν« -φανο˵αι
φθερ« - φθερο˵αι
Íγιαν«

¶φηνα - §φηνάµην
¶φθειρα
Íγίανα

Να συµπληρώσετε τον πίνακα µε τους τύπους των ρηµάτων που λείπουν:
οριστική

υποτακτική

ευκτική

προστακτική

βαλο˵εν
≥γγειλαν

κρίνηται
σφαλο›/οίη
φήνασθε
§στείλω
µείνωµεν
Ùδυράσθων
éµυνο›ντο
παρώξυνας
διαφθερε›ται

απαρέµφατο

µετοχή

Μέλλων, αόριστος ενρινολήκτων-.υγρολήκτων ρημάτων της αρχαίας ελληνικής

  • 1.
    ΠΑΡΑ∆ΕΙΓΜΑ ΚΛΙΣΗΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΥΓΡΟΛΗΚΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ: Ενεργητική φωνή (ρ. φθείρω, θέµα φθερ-) οριστική προστακτική απαρέµφατο µετοχή υποτακτική ευκτική φθερ« φθερο›µι/φθεροίην φθερε›ς φθερε› φθερο˵εν φθερε›τε φθεροËσι(ν) φθερε›ν φθερο›ς / φθεροίης φθερο›/φθεροίη φθερο›µεν φθερο›τε φθερο›εν φθερ«ν, φθεροËσα φθεροËν Μέση φωνή οριστική υποτακτική ευκτική φθερο˵αι φθεροίµην φθερε›/-ª φθερε›ται φθερούµεθα φθερε›σθε φθεροËνται προστακτική απαρέµφατο φθερο›ο φθερο›το φθεροίµεθα φθερο›σθε φθερο›ντο φθερε›σθαι µετοχή 1 φθερούµενος, φθερουµένη, φθερούµενον ΠΑΡΑ∆ΕΙΓΜΑ ΚΛΙΣΗΣ ΑΟΡΙΣΤΟΥ ΥΓΡΟΛΗΚΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ: Ενεργητική φωνή (ρ. νέµω) οριστική υποτακτική ευκτική ¶νειµα νείµω νείµαιµι ¶νειµας νείµη+ς ¶νειµε(ν) νείµη+ §νείµαµεν §νείµατε ¶νειµαν νείµωµεν νείµητε νείµωσι(ν) νείµαις / νείµειας νείµαι / νείµειε(ν) νείµαιµεν νείµαιτε νείµαιεν / νείµειαν προστακτική - απαρέµφατο µετοχή νε›µαι νείµας, νε›µον νείµασα, νειµάτω νε›µαν - νείµατε νειµάντων / νειµάτωσαν Μέση φωνή οριστική υποτακτική ευκτική §νειµάµην νείµωµαι νειµαίµην §νείµω §νείµατο §νειµάµεθα §νείµασθε §νείµαντο νείµη+ νείµηται νειµώµεθα νείµησθε νείµωνται νείµαιο νείµαιτο νειµαίµεθα νείµαισθε νείµαιντο προστακτική νε›µαι νειµάσθω νείµασθε νειµάσθων / νειµάσθωσαν απαρέµφατο νείµασθαι µετοχή νειµάµενος, νειµαµένη, νειµάµενον
  • 2.
    ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΚΑΙ ΑΟΡΙΣΤΟΣ ΤΝ ΒΑΣΙΚ Ν ΕΝΡΙΝΟΛΗΚΤ Ν – ΥΓΡΟΛΗΚΤ Ν ΡΗΜΑΤ Ν ΕΝΕΣΤ ΤΑΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ éγγέλλω - éγγέλλοµαι éµύνω - éµύνοµαι éγγελ« - éγγελο˵αι éµυν« - éµυνο˵αι ≥γγειλα - ±γγειλάµην ≥µυνα - ±µυνάµην α‡ρω - α‡ροµαι βάλλω - βάλλοµαι καθαίρω - καθαίροµαι κτείνω κρίνω - κρίνοµαι éρ« - éρο˵αι βαλ« - βαλο˵αι καθαρ« - καθαρο˵αι κτεν« κριν« - κρινο˵αι ∑ρα - ±ράµην (αόριστος β΄) §κάθηρα - §καθηράµην ®κτεινα ¶κρινα - §κρινάµην µαραίνω µαραν« §µάρανα µιαίνω µένω νέµω – νέµοµαι Ùδύροµαι Ùξύνω στέλλω- στέλλοµαι σύρω - σύροµαι σφάλλω- σφάλλοµαι µιαν« µεν« ν嵫 - νεµο˵αι Ùδυρο˵αι Ùξυν« στελ« - στελο˵αι συρ« σφαλ« -σφαλο˵αι §µίανα ¶µεινα ¶νειµα - §νειµάµην »δυράµην Ãξυνα ¶στειλα - §στειλάµην ¶συρα - §συράµην ¶σφηλα τείνω - τείνοµαι τεν« - τενο˵αι ¶τεινα - §τεινάµην φαίνω- φαίνοµαι φθείρω - φθείροµαι Íγιαίνω φαν« -φανο˵αι φθερ« - φθερο˵αι Íγιαν« ¶φηνα - §φηνάµην ¶φθειρα Íγίανα Να συµπληρώσετε τον πίνακα µε τους τύπους των ρηµάτων που λείπουν: οριστική υποτακτική ευκτική προστακτική βαλο˵εν ≥γγειλαν κρίνηται σφαλο›/οίη φήνασθε §στείλω µείνωµεν Ùδυράσθων éµυνο›ντο παρώξυνας διαφθερε›ται απαρέµφατο µετοχή