Skip to main content
Αρχαία Ελληνικά
Β΄ Γυμνασίου
Επανάληψη Γραμματικής
ΔΕΥΤΕΡΟΚΛΙΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ
Ορισμός: Δευτερόκλιτα λέγονται τα επίθετα που σχηματίζουν το αρσενικό και το
ουδέτερο σύμφωνα με τη β' κλίση των ουσιαστικών. Το θηλυκό σχηματίζεται σύμφωνα
με την α' κλίση.
Κατηγορίες: Τα δευτερόκλιτα επίθετα χωρίζονται στις παρακάτω κατηγορίες:
α.1 Τριγενή και τρικατάληκτα, π.χ. ὁ σοφός, ἡ σοφή, τὸ σοφόν, ὁ δίκαιος, ἡ δικαία, τὸ
δίκαιον
α.2 Τριγενή και δικατάληκτα, π.χ, ,
ὁ ἡ ἄφθονος, τὸ ἄφθονον
Απορία: Αν τα ασυναίρετα επίθετα χωρίζονται σε:
τριγενή και τρικατάληκτα, π.χ. ὁ σοφὸς, ἡ σοφή, τὸ σοφόν, ὁ δίκαιος, ἡ δικαία, τὸ
δίκαιον
τριγενή και δικατάληκτα, π.χ. ,
ὁ ἡ ἄφθονος, τὸ ἄφθονον
α. πώς θα ξέρουμε ποια σχηματίζουν το θηλυκό σε -η και ποια σε -α; Η απάντηση εδώ.
β. πώ ς θα ξέρουμε ποια είναι τρικατάληκτα και ποια είναι δικατάληκτα; Η
απάντηση στη συνέχεια:
Τρικατάληκτα είναι:
Τα επίθετα σε ος, -η, -ον:
ἀγαθὸς (-ή, -όν), ἁγνός, θερμός, κακός, καλός, πιστός, σεμνός, ὑψηλός· ἀρχικός, ἠθικός,
θετικός, λογικός, σωματικός, φυσικός, ψυχικός· ἐαρινός, νυκτερινός, χειμερινός - φίλος
(φίλη, φίλον κ.α.
Επίσης τα ρήματ. επίθ. σε -τός: ἁλωτὸς (-ή, τόν), βατός, γραπτός, δυνατός, θαυμαστός
κ.ά.
Τα τακτικά αριθμητικά: πρῶτος (πρώτη, πρῶτον), τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, ἕκτος,
ἕβδομος, ὄγδοος,... εἰκοστός,... ἑκατοστός,... χιλιοστός κτλ. κ.ά.
Τα επίθετα σε -ος, -α, -ον: ἀραιὸς (-ά, -όν), δεξιός, παλαιός, στερεός· καθαρός, λαμπρός,
μικρός, πονηρός - ἀνδρεῖος (-εία, -εῖον), ἀρχαῖος, γενναῖος, νέος, λεῖος, ὡραῖος·
διψαλέος, θαρραλέος, πειναλέος - ἅγιος (-ία, -ιον), ἄξιος, βέβαιος, ἐπιτήδειος, πλούσιος,
τέλειος κ.ά.-.
Τα απόλυτα αριθμητικά σε πληθυντικό: διακόσιοι (-αι, -α), τριακόσιοι, τετρακόσιοι,...
χίλιοι,... μύριοι κτλ.
Τα χρονικά αριθμητικά: δευτεραῖος, τριταῖος, τεταρταῖος κτλ.·τα αναλογικά
αριθμητικά: διπλάσιος (-ία, -ιον), τριπλάσιος, τετραπλάσιος κτλ., το τακτικό αριθμητ.
δεύτερος (-έρα, -ερον) κ.ά.
Δικατάληκτα είναι:
α) τα περισσότερα από τα σύνθετα, π.χ.
,
ὁ ἡ ἄ-γονος, τὸ ἄ-γονον
,
ὁ ἡ ἔν-δοξος, τὸ ἔν-δοξον
,
ὁ ἡ ἀξιό-μαχος, τὸ ἀξιό-μαχον
β) τα απλά επίθετα: αἴθριος, αἰφνίδιος, βάναυσος, βάρβαρος, βάσκανος, βέβηλος,
γαμήλιος, δόκιμος, ἕωλος (=παλιός), ἥμερος, ἤρεμος, ἥσυχος, κίβδηλος, λάβρος,
λάλος, χέρσος, τιθασός (=ήμερος), π.χ. ,
ὁ ἡ αἰφνίδιος, τὸ αιφνίδιον.
γ) μερικά επίθετα σε -ος που χρησιμοποιούνται στο αρσενικό και το θηλυκό και ως
ουσιαστικά, π.χ.
,
ὁ ἡ ἀγωγός, τὸ ἀγωγὸν
,
ὁ ἡ βοηθός, τὸ βοηθὸν
,
ὁ ἡ τιμωρός, τὸ τιμωρὸν
,
ὁ ἡ τύραννος, τὸ τύραννον.
δ) μερικά απλά που λήγουν σε:
–ειος, π.χ. ,
ὁ ἡ βόρειος τὸ βόρειον
-ιος π.χ. ,
ὁ ἡ γαμήλιος, τὸ γαμήλιον
-ιμος ,
ὁ ἡ δόκιμος, τὸ δόκιμον
ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ 1 : Να συμπληρωθεί ο παρακάτω πίνακας με τις καταλήξεις των
τριγενώ ν τρικατάληκτων δευτερόκλιτων επιθέτων.
ΕΝΙΚΟΣ
ὁ
τοῦ
τῷ
τὸν
ὦ
σοφὸς
σοφ…
σοφ…
σοφὸν
σοφ…
ἡ
τῆς
τῇ
τὴν
ὦ
σοφὴ1
σοφ…
σοφ…
σοφ…
σοφὴ
τὸ
τοῦ
τῷ
τὸ
ὦ
σοφ…
σοφοῦ
σοφ…
σοφὸν
σοφὸν
ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
οἱ
τῶν
τοῖς
τοὺς
ὦ
σοφ…
σοφῶν
σοφ…
σοφ…
σοφοὶ
αἱ
τῶν
ταῖς
τὰς
ὦ
σοφ..
σοφῶν
σοφ…
σοφ…
σοφαὶ
τὰ
τῶν
τοῖς
τὰ
ὦ
σοφὰ
σοφῶν
σοφ…
σοφ…
σοφὰ
Ενικός αριθμός
ὁ
τοῦ
τῷ
τ ν
ὸ
ὦ
σοφ ς
ὸ
σοφοῦ
σοφῷ
σοφ ν
ὸ
σοφὲ
δίκαιος
δικαίου
δικαίῳ
δίκαιον
δίκαιε
καθαρός
καθαροῦ
καθαρῷ
καθαρόν
καθαρέ
ἡ
τ ς
ῆ
τῇ
τ ν
ὴ
ὦ
σοφὴ1
σοφ ς
ῆ
σοφῇ
σοφ ν
ὴ
σοφὴ
δικαία2
δικαίας
δικαίᾳ
δικαίαν
δικαία
καθαρά2
καθαρ ς
ᾶ
καθαρᾷ
καθαράν
καθαρά
τὸ
τοῦ
τῷ
τὸ
ὦ
σοφ ν
ὸ
σοφοῦ
σοφῷ
σοφ ν
ὸ
σοφ ν
ὸ
δίκαιον
δικαίου
δικαίῳ
δίκαιον
δίκαιον
καθαρ ν
ὸ
καθαροῦ
καθαρῷ
καθαρ ν
ὸ
καθαρ ν
ὸ
Πληθυντικός αριθμός
οἱ
τ ν
ῶ
το ς
ῖ
το ς
ὺ
ὦ
σοφοὶ
σοφ ν
ῶ
σοφο ς
ῖ
σοφο ς
ὺ
σοφοὶ
δίκαιοι
δικαίων
δικαίοις
δικαίους
δίκαιοι
καθαροὶ
καθαρ ν
ῶ
καθαρο ς
ῖ
καθαρο ς
ὺ
καθαροὶ
αἱ
τ ν
ῶ
τα ς
ῖ
τ ς
ὰ
ὦ
σοφαὶ
σοφ ν
ῶ
σοφα ς
ῖ
σοφ ς
ὰ
σοφαὶ
δίκαιαι
δικαίων
δικαίαις
δικαίας
δίκαιαι
καθαραί
καθαρ ν
ῶ
καθαρα ς
ῖ
καθαράς
καθαραί
τὰ
τ ν
ῶ
το ς
ῖ
τὰ
ὦ
σοφὰ
σοφ ν
ῶ
σοφο ς
ῖ
σοφὰ
σοφὰ
δίκαια
δικαίων
δικαίοις
δίκαια
δίκαια
καθαρὰ
καθαρ ν
ῶ
καθαροῖ
ς
καθαρὰ
καθαρὰ
1. Το θηλυκό σε -η, γιατί πριν την κατάληξη -ος του αρσενικού υπάρχει σύμφωνο εκτός από ῥ.
2. Το θηλυκό σε -α, γιατί πριν από την κατάληξη -ος του αρσενικού υπάρχει φωνήεν ή ῥ.
ΤΡΙΓΕΝΗ ΤΡΙΚΑΤΑΛΗΚΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ
Ενικός αριθμός
ὁ
τοῦ
τῷ
τ ν
ὸ
ὦ
ἡ
τ ς
ῆ
τῇ
τ ν
ὴ
ὦ
φθον
ἄ ος
φθόν
ἀ ου
φθόν
ἀ ῳ
φθον
ἄ ον
φθον
ἄ ε
τιμωρ ς
ὸ
τιμωροῦ
τιμωρῷ
τιμωρ ν
ὸ
τιμωρὲ
τὸ
τοῦ
τῷ
τὸ
ὦ
φθον
ἄ ον
φθόν
ἀ ου
φθόν
ἀ ῳ
φθον
ἄ ον
φθον
ἄ ον
τιμωρ ν
ὸ
τιμωροῦ
τιμωρῷ
τιμωρ ν
ὸ
τιμωρ ν
ὸ
Πληθυντικός αριθμός
οἱ
τ ν
ῶ
το ς
ῖ
το ς
ὺ
ὦ
αἱ
τ ν
ῶ
τα ς
ῖ
τ ς
ὰ
ὦ
φθον
ἄ οι
φθόν
ἀ ων
φθόν
ἀ οις
φθόν
ἀ ου
ς
φθον
ἄ οι
τιμωροὶ
τιμωρ ν
ῶ
τιμωρο ς
ῖ
τιμωρο ς
ὺ
τιμωροὶ
τὰ
τ ν
ῶ
το ς
ῖ
τὰ
ὦ
φθον
ἄ α
φθόν
ἀ ων
φθόν
ἀ οις
φθον
ἄ α
φθον
ἄ α
τιμωρὰ
τιμωρ ν
ῶ
τιμωρο ς
ῖ
τιμωρὰ
τιμωρὰ
ΤΡΙΓΕΝΗ ΔΙΚΑΤΑΛΗΚΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ
Οριστική Υποτακτική Προστακτική Απαρέμφατο
Ενεστώτας
ε μί
ἰ
εἶ
στί
ἐ
σμέ(ν)
ἐ
στέ
ἐ
ε σί(ν)
ἰ
ὦ
ς
ᾖ
ᾖ
μεν
ὦ
τε
ἦ
σιν
ὦ
------
σθι
ἴ
στω
ἔ
------
στε
ἔ
στων ή ντων ή
ἔ ὄ
στωσαν
ἔ
ε ναι
ἶ
Μετοχή
ν,
ὤ
ο σα,
ὖ
ν
ὄ
Μέλλοντας
Οριστική
σομαι
ἔ
σ ή σει
ἔ ῃ ἔ
σται
ἔ
σόμεθα
ἐ
σεσθε
ἔ
σονται
ἔ
Απαρέμφατο
σεσθαι
ἔ
Μετοχή
σόμενος,
ἐ
σομένη,
ἐ
σόμενον
ἐ
ΚΛΙΣΗ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΕΙΜΙ
ΕΝΟΤΗΤΑ 2η: ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΧΡΟΝΩΝ ΜΕΣΗΣ ΦΩΝΗΣ
Α) ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ
Νέα Ελληνικά Αρχαία Ελληνικά
γράφομαι ἐγώ γραφ…………… διωκ………
γράφεσαι σύ γραφ…………… διωκ………
γράφεται οὗτος γραφ…………… διωκ………
γραφόμαστε ἡμεῖς γραφ…………… διωκ………
γράφεστε ὑμεῖς γραφ…………… διωκ………
γράφονται οὗτοι γραφ…………… διωκ…………
ΑΣΚΗΣΗ 1: Συμπλήρω σε τα ρήματα με τις σω στές καταλήξεις του
ενεστώ τα μ.φ.
1. Ὑμε ς δ γωνιζ
ῖ ὲ ἀ ______________ μετ δέους
ὰ
2. Ἐγ δ το τον μόνον α σχύν
ὼ ὲ ῦ ἰ _____
3. Τ ν παιδείαν ταύτην, ν με ς α σθάν
ὴ ἣ ὑ ῖ ἰ _____ πονηρ ν κα δικον
ὰ ὶ ἄ
4. Ἐκε νοι μ ν μετ πάντων γωνίζ
ῖ ὲ ὰ ἀ _____
5. Λέγετε τι ο πίνομεν λλ’ ναπαυ
ὅ ὐ ἀ ἀ _____ δη
ἤ
6. Το το δ λέγ
ῦ ὲ _____
7. Ὑμε ς δ μηδ το ς λόγους α τ ν νέχ
ῖ ὲ ὲ ὺ ὐ ῶ ἀ ___
8. Κα με ς ρ ντες τα τα φυλαττ
ὶ ἡ ῖ ὁ ῶ ῦ ___
9. Ν ν δ με ς περ ε ρήνης βουλεύ
ῦ ὲ ὑ ῖ ὶ ἰ ___
10. Ἡ δ δύναμις ε ς τ ν νέργειαν νάγ
ὲ ἰ ὴ ἐ ἀ ___
11. Ἐ ν δ κατά
ὰ ὲ σχωμεν με ς βουλ
ἡ ῖ ἃ ___
12. Δείματος μεστ ς γίγνεται κα ναλογίζ
ὸ ὶ ἀ ___
13. Ὑμε ς σπερ πρόσθεν κύριοι σ
ῖ ὥ ἔ ___
14. Ἐπ τούτους με ς κα δ στρατευ
ὶ ἡ ῖ ὶ ὴ ___
Β) ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ
Ο μέλλοντας έχει τις ίδιες καταλήξεις με τον ενεστώτα, μόνο που προστίθεται,
όπως και στην ενεργητική φωνή, ο χρονικός χαρακτήρας -σ- πριν από τις
καταλήξεις.
οριστική ενεστώ τα οριστική μέλλοντα
βουλεύ-ομαι
βουλεύ-ῃ (ή -ει)
βουλεύ-εται
βουλευ-όμεθα
βουλεύ-εσθε
βουλεύ-ονται
βουλεύ-σ-ομαι
βουλεύ-σ-ῃ (ή -ει)
βουλεύ-σ-εται
βουλευ-σ-όμεθα
βουλεύ-σ-εσθε
βουλεύ-σ-ονται
ουρανικόληκτα χειλικόληκτα οδοντικόληκτα
πρά (ττ+σ)-………...
πρά-………………………
πρά-………………………..
πρα-……………………….
πρά-…………………
πρά-…………………
γρά (φ+σ)-…………
γρά-..........................
γρά-………………..
γρα-……………….
γρά-………………
γρά-……………….
πεί-(θ+σ) ………………
πεί-……………………..
πεί-……………………..
πει-…………………….
πεί-…………………….
πεί-……………………
Γ) ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΤΟΥ ΕΙΜΙ
Ο μέλλοντας του ρ. εἰμὶ στην οριστική είναι ἔσ ομαι και παρουσιάζει τις ίδιες
καταλήξεις με τον ενεστώτα και τον μέλλοντα μ.φ. των βαρύτονων ρημάτων.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
ἐγώ
σύ
οὗτος
ἡμεῖς
ὑμεῖς
οὗτοι
εἰμί
εἶ
ἐστί
ἐσμέ(ν)
ἐστέ
εἰσί(ν)
ἔσ-ομαι
ἔσ-ῃ (ή ἔσ-ει)
ἔσ-ται
ἐσ-όμεθα
ἔσ-εσθε
ἔσ-ονται
ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΟΡΙΣΤΙΚΗΣ ΜΕΣΗΣ ΦΩΝΗΣ (ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ –ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ)
ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ Μ.Φ (ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ –ΑΟΡΙΣΤΟΣ)
Θυμηθ είτε τη ν ΑΥ ΞΗΣΗ!!!
Τα ρήματα στην οριστική των ιστορικώ ν χρόνω ν, δηλ. του παρατατικού, του
αορίστου και του υπερσυντελίκου, παίρνουν στην αρχή του θέματος αύξηση , η οποία
δηλώνει το παρελθ όν. Υπάρχουν δύο είδη αύξ ησης: η συλλαβική και η χρονική .
Παρατηρή σεις
1. Τα ρήματα που αρχίζουν από ῥ-, όταν παίρνουν αύξηση, γράφονται με δύο ρ, π.χ.
ίπτω
ῥ → ἔρριπτον.
2. Στα σύνθετα ή παρασύνθετα ρήματα με α΄ συνθ ετικό πρόθ εση , η αύξηση μπαίνει
μετά την πρόθ εση , π.χ. πάγω
ἀ → π γον
ἀ ῆ , κφέρω
ἐ → ξ έφερον
ἐ ,
γκωμιάζω
ἐ → νεκωμίαζον
ἐ .
ρήματα που αρχίζουν
από σύμφ ω νο
ρήματα που αρχίζουν
από φ ω νήεν ή δίφ θογγο
συλλαβική αύξ ηση χρονική αύξ ηση
προσθ ήκη
ενός ἐ- πριν από το θ έμα
λ ύω
γράφω
→
→
ἔ-λ υ-ον
ἔ-γραφ-ον
έκτασ η
του αρχικού βραχύχρονου φ ω νήεντος
α, ε → η ρχ ω
ἄ → ἦρχ ον λ πίζ ω
ἐ → ἤλ πιζ ον
αι, ει → ῃ α ρω
ἴ → ᾖρον ε κ άζ ω
ἰ → ᾔκ αζ ον
ο → ω ρίζ ω
ὁ → ὥριζ ον
οι → ῳ ο κ ίζ ω
ἰ → ᾤκ ιζ ον
,
ῐ ῠ → ,
ῑ ῡ δρύω
ἱ → ἵδρυον βρίζ ω
ὑ → ὕβριζ ον
αυ, ευ → ηυ α ξ ω
ὔ → ηὖξ ον ε δω
ὕ → ηὗδον
Α. ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΥ
ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ Αρχ.
Ελληνικά
Νέα Ελληνικά λύ-ομαι διώκ-ομαι γ-ωνίζομαι
ἂ
λυνόμουν(α) γώ
ἐ ἐ -λυ-όμην -διωκ…
λυνόσουν(α) σύ ἐ -λύ- ου -διωκ…
λυνόταν(ε) ο τος
ὗ ἐ -λυ- έτο -διωκ…
λυνόμασταν με ς
ἡ ῖ ἐ -λυ- όμεθα -διωκ…
λυνόσασταν με ς
ὑ ῖ ἐ -λυ- έσθε -διωκ…
λύνονταν ο τοι
ὗ ἐ -λύ- οντο -διωκ…
Β. ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΑΟΡΙΣΤΟΥ Μ.Φ. (ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΑ)
ΑΟΡΙΣΤΟΣ Αρχαία Ελληνικά
Νέα Ελληνικά λύ -ομαι γωνίζομαι
ἀ
λύθηκα γώ
ἐ ἐ -λυ- σ- άμην
λύθηκες σύ ἐ -λύ- σ- ω
λύθηκε ο τος
ὗ ἐ -λύ- σ- ατο
λυθήκαμε με ς
ἡ ῖ ἐ -λυ- σ -άμεθα
λυθήκατε με ς
ὑ ῖ ἐ -λύ- σ -ασθε
λύθηκαν ο τοι
ὗ ἐ -λύ- σ -αντο
ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΥ –ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΥ ΜΕΣΗΣ ΦΩΝΗΣ
ΡΗΜΑΤΩΝ:ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗΣ Ε.Φ. -ΕΙΜΙ
Α. Γενικά για την υποτακτική
Η υποτακτική έγκλιση χρησιμοποιείται κυρίως
στον υποτεταγμένο λόγο (δηλαδή σε δευτερεύουσες προτάσεις) και
δείχνει κάτι προσδοκώμενο, δηλαδή κάτι που περιμένουμε να γίνει
(π.χ. Λέγω ταῦτα, ἵνα μάθητε), ή κάτι που επαναλαμβάνεται συνεχώς
στο παρόν και στο μέλλον (π.χ. Ἐπειδ
ὰν ἢ πονῶσιν ἢ γυμνάζωνται, γάλακτι πᾶν τὸ σῶμα ἱδροῦσιν).
Υποτακτική συναντάται και σε κύριες προτάσεις και τότε μπορεί να
δηλώνει:
 προτροπή (= εμπρός / ας...), π.χ. Ἴωμεν ἐπὶ τοὺς πολεμίους (=
Ας βαδίσουμε εναντίον των εχθρών / ας επιτεθούμε),
ή απαγόρευση (= μην...), π.χ. Μὴ ἄλλως (=
διαφορετικά) ποιήσῃς.
 απορία (= άραγε να...), π.χ. Εἴπω τὴν ἀλήθειαν;
Υποτακτική έγκλιση διαθέτουν μόνο ο ενεστώτας, ο αόριστος και
ο παρακείμενος.
Η υποτακτική στις καταλήξεις παρουσιάζει -η-, -ῃ- και -ω- εκεί
όπου η οριστική έγκλιση εμφανίζει -ε-, -ει- και -ο- αντίστοιχα, π.χ.
λύωμεν (λύομεν στην οριστική), λύητε (λύετε στην οριστική).
Β. ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑ ΤΟΥ ρ. εἰμί
Ενικ. α΄
β΄
γ΄
ὦ
ᾖ-ς
ᾖ
Πληθ. α΄
β΄
γ΄
ὦ-μεν
ἦ-τε
ὦ-σι(ν)
Γ. Υποτακτική ενεστώτα και αορίστου ενεργητικής φωνής των βαρύτονων
ρημάτων
Υποτακτική
ενεστώτα
λύ-ω
λύ-ῃς
λύ-ῃ)
λύ-ωμεν
λύ-ητε
λύ-ωσι(ν)
Υποτακτική
αορίστου
λύ-σω
λύ-σῃς
λύ-σῃ
λύ-σωμεν
λύ-σητε
λύ-σωσι(ν)
Παρατηρήστε ότι, για να
σχηματίσουμε την υποτακτική
του αορίστου, προσθέτουμε στο
θέμα του τις ίδιες καταλήξεις με
αυτές της υποτακτικής ενεστώτα.
Η υποτακτική του αορίστου δεν
δέχεται
αύξηση.
Παρατήρηση:Για την υποτακτική αορίστου των αφωνόληκτων ρημάτων
ισχύουν όσα γνωρίζετε από τον σχηματισμό της οριστικής, δηλ. ἔπραξα → πράξω,
ἔκοψα → κόψω, ἔπεισα → πείσω.
Δ. Υποτακτική παρακειμένου ενεργητικής φωνής
Η υποτακτική του παρακειμένου των βαρύτονων ρημάτων σχη ματίζεται τόσο
περιφραστικά (πιο εύχρηστος τύπος) από την ενεργητική μετοχή παρακειμένου
του ρήματος και την υποτακτική ενεστώτα του ρ. εἰμί.
λελυκώς, -κυῖα, -κός
λελυκώς, -κυῖα, -κός
λελυκώς, -κυῖα, -κός
λελυκότες, -κυῖαι,-κότα
λελυκότες, -κυῖαι,-κότα
λελυκότες, -κυῖαι,-κότα
ὦ
ᾖ-ς
ᾖ
ὦ-μεν
ἦ-τε
ὦ-σι(ν)
λελύκω
λελύκῃς
λελὐκῃ,
λελύκωμεν
λελ ύκητε
λελύκωσι(ν)
ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗΣ ΜΕΣΗΣ ΦΩΝΗΣ
α. Σχηματισμός και κλίση προστακτικής ενεστώτα και αορίστου
ενεργητικής φωνής βαρύτονων ρημάτων
Η προστακτική δεν έχει α΄ εν. και α΄ πληθ. πρόσωπο (όπως και στη ν.ε.).
Προστακτική έχουν ο ενεστώτας, ο αόριστος και ο παρακείμενος (βλ.
επόμενη Ενότητα). Οι τύποι προστακτικής παίρνουν άρνηση μή.
Στους πίνακες παρατίθεται η κλίση της προστακτικής ενεστώτα και
αορίστου ε.φ.:
Προστακτική
ενεστώτα
____
πίστευ-ε
πιστευ-έτω
____
πιστεύ-ετε
πιστευ-όντων ή
πιστευ-έτωσαν
Προστακτική
αορίστου
____
πίστευ-σ-ον
πιστευ-σ-άτω
____
πιστεύ-σ-ατε
πιστευ-σ-άντων ή
πιστευ-σ-άτωσαν
Παρατηρήσεις
1. Η προστακτική αορίστου, όπως και η υποτακτική και η ευκτική, δεν
δέχεται αύξηση!
2. Προσέξτε την αναλογία στον σχηματισμό και στην κλίση των δύο
προστακτικών, λαμβάνοντας υπόψη ότι:
α. η προστακτική αορίστου παρουσιάζει το χαρακτηριστικό για τον
μέλλοντα και τον αόριστο -σ- μετά το θέμα του ρήματος,
β. το χαρακτηριστικό φωνήεν της προστακτικής αορίστου είναι το -
α- (αντί για το -ε-της προστακτικής ενεστώτα).
3. Τα αφωνόληκτα ρήματα σχηματίζουν την προστακτική αορίστου με
τις γνωστές αλλαγές στο θέμα τους.
 Λαμβάνοντας υπόψη τη δεύτερη παρατήρηση, να κλίνετε παρακάτω τις
προστακτικές ενεστώτα και αορίστου των
ρημάτων προστάττω, ἀνατρέπω, μεταπείθω.
β.
προστάττω ἀνατρέπω μεταπείθω
Ενεστώτας Αόριστος Ενεστώτας Αόριστος Ενεστώτας Αόριστος
β΄ εν.
γ΄ εν.
β΄ πληθ.
γ΄ πληθ.
Σημασίες και χρήσεις της προστακτικής: Η προστακτική μπορεί να εκφράζει:
 προσταγή ή προτροπή, οπότε συχνά προτάσσονται τα: ἄγε (δή), ἴθι (δή),
ἄγετε (δή), ἴτε (δή).
π.χ. Γνῶθι σαυτόν (Χίλων).
Ἴθι δὴ (= εμπρός λοιπόν) νῦν εἰπὲ τούτοις, τίς αὐτοὺς βελτίους ποιήσει.
 απαγόρευση ή αποτροπή με άρνηση μή.
π.χ. Πρὸς θεῶν, μὴ λύετε τὰς σπονδάς (= Στο όνομα των θεών, μην
παραβαίνετε τους όρους της ανακωχής).
 συγκατάθεση ή παραχώρηση.
π.χ. Οἱ δ’ οὖν γελώντων(= Αυτοί ας γελούν).
 ευχή ή κατάρα.
π.χ. Ὑγίαινε. Ἐρρέτω (= στα κομμάτια!).
 συμβουλή.
π.χ. Τοὺς μὲν θεοὺς φοβοῦ, τοὺς δὲ γονεῖς τίμα.
 δέηση ή παράκληση.
π.χ. Μῆνιν ἄειδε θεὰ Πηληιάδεω Ἀχιλῆος.
ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑ – ΑΟΡΙΣΤΟΥ ΜΕΣΗΣ ΦΩΝΗΣ
α. Προστακτική Παρακειμένου Ε.Φ.
Η προστακτική του παρακειμένου των βαρύτονων ρημάτων
σχηματίζεται:
-περιφραστικά από την ενεργητική μετοχή παρακειμένου του
ρήματος και την υποτακτική ενεστώτα του ρ. εἰμί,
περιφραστική προστακτική
-----------------
λελυκώς, -κυῖα, -κός
λελυκώς, -κυῖα, -κός
--------------------
λελυκότες, -κυῖαι,-κότα
λελυκότες, -κυῖαι,-κότα
ἴσθι
ἔστω
ἔστε
ἔστων
β. Προστακτική Ενεστώτα του ρ. εἱμί
α΄ εν.
β΄ εν.
γ΄ εν.
α΄ πληθ.
β΄ πληθ.
γ΄ πληθ.
----
ἴσθι (να είσαι)
ἔστω (να είναι)
----
ἔστε (αν είστε)
ἔστων, ἔστωσαν, ὄντων (να είναι)
ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΥ ΜΕΣΗΣ ΦΩΝΗΣ
ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ: Γ ΚΛΙΣΗ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ
- ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΑ σε –εύς (γεν, -έως) και σε –ις (γεν. –έως)
- Ουδέτερα οδοντικόληκτα σε –α (γεν. –ατος)
ονμ. ἡ δύναμι-ς πόλῐ-ς ὁ βασιλεύς το σῆμα
γεν. τῆς δυνάμε-ως πόλε-ως τοῦ βασιλέ-ως τοῦ σήματος
δοτ. τῇ δυνάμει πόλει τῷ βασιλεῖ τῷ σήματι
αιτ. τὴν δύναμι-ν πόλι-ν τὸν βασιλέ-α το σῆμα
κλ. (ὦ) δύναμι πόλι (ὦ) βασιλεῦ ὦσῆμα
ον. αἱ δυνάμεις πόλεις οἱ βασιλεῖς τά σήματα
γεν. τῶν δυνάμε-ων πόλε-ων τῶν βασιλέ-ων τῶν σημάτων
δοτ. ταῖ
ς
δυνάμε-σι(ν) πόλε-σι(ν) τοῖς βασιλεῦ-σι(ν) τοῖς σήμασι
αιτ. τὰς δυνάμεις πόλεις τοὺς βασιλέ-ας τά σήματα
κλ. (ὦ) δυνάμεις πόλεις (ὦ) βασιλεῖς ὦσήματα
Κατά το δύναμις κλίνονται τα προπαροξύτονα θηλυκά: αἴσθησις, ἀκρόπολις, βεβαίωσις,
γένεσις, γέννησις, δήλωσις, δῄωσις, κράτησις, ποίησις κ.ά. και το αρσ. ὁπρύτανις.
Κατά το πόλις κλίνονται: ἡκόνις,ὁμάντις, ὁὄφις κ.ά.,καθώςκαιπολλάδισύλλαβααφηρημένα
ουσιαστικά: γεῦσις, ὄψις, πτῶσις κτλ.
Κατά το βασιλεύς κλίνονται: βαφεύς, γονεύς, γραμματεύς, γραφεύς, ἱερεύς, κουρεύς,
χαλκεὺς κ.ά. - Ἀμφισσεύς, Ἀχαρνεύς, Μεγαρεύς κ.ά.
Κατά τοσῆμα κλίνονται: ἅλμα, ἅρμα, δρᾶμα, θῦμα, κλάσμα, κλίμα,κῦμα, πρᾶγμα κλπ.
Γ’ ΚΛΙΣΗ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ – ΣΥΜΦΩΝΟΛΗΚΤΑ
2. ΑΦΩΝΟΛΗΚΤΑ ((Οδοντικόληκτα, Ουρανικόληκτα, Χειλικόληκτα)
ὁ κόραξ (κ-ς) ὄνυξ (χ-ς) γὺψ (π-ς) Ἄραψ (β-ς) ἡ τττέρυξ (γ-ς)
τοῦ κόρακ-ος ὄνυχ-ος γυπ-ὸς Ἄραβ-ος τῆς πτέρυγ-ος
τῷ κόρακ-ι ὄνυχ-ι γυπ-ὶ Ἄραβ-ι τῇ πτέρυγ-ι
τὸν κόρακ-α ὄνυχ-α γῦπ-α Ἄραβ-α τὴν πτέρυγ-α
(ὦ) κόραξ (κ-ς) ὄνυξ (χ-ς) γὺψ (π-ς) Ἄραψ (β-ς) (ὦ) πτέρυξ (γ-ς)
Πληθυντικός αριθμός
οἱ κόρακ-ες ὄνυχ-ες γῦπ-ες Ἄραβ-ες αἱ πτέρυγ-ες
τῶν κοράκ-ων ὀνύχ-ων γυπ-ῶν Ἀράβ-ων τῶν πτερύγ-ων
τοῖς κόραξι(κ-σι) ὄνυξι (χ-σι) γυψὶ (π-σὶ) Ἄραψι (β-σι) ταῖς πτέρυξι (γ-σι)
τοὺς κόρακ-ας ὄνυχ-ας γῦπ-ας Ἄραβ-ας τὰς πτέρυγ-ας
(ὦ) κόρακ-ες ὄνυχ-ες γῦπ-ες Ἄραβ-ες (ὦ) πτέρυγ-ες
Οδοντικόληκτα τ, δ, θ
ὁ ὄρνις (θ-ς) παῖς οἱ ὄρνιθ-ες παῖς ἡ πατρίς αἱ πατρίδες
τοῦ ὄρνιθ-ος παιδός τῶν ὀρνίθ-ων παιδός τῆς πατρίδος τῶν πατρίδων
τῷ ὄρνιθ-ι παιδί τοῖς ὄρνισι (θ-σι)παιδί τῇ πατρίδι ταῖς πατρίσι
τὸν ὄρνιν παῖδα τοὺς ὄρνιθ-ας παῖδα τὴν πατρίδα τὰς πατρίδας
(ὦ) ὄρνι παῖ (ὦ) ὄρνιθ-ες παῖ (ὦ) πατρίς (ὦ) πατρίδες
Όπως παραπάνω: ἡ δεξιότης, ἡ ποιότης, ἡ κηλίς κλπ
Ουρανικόληκτα κ, γ, χ Χειλικόληκτα π,β,φ
Ενικός Αριθμός
Γ’ ΚΛΙΣΗ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ – ΣΥΜΦΩΝΟΛΗΚΤΑ
3. ΑΦΩΝΟΛΗΚΤΑ (συνέχεια)
ὁ ἱμάς γέρων Ἕλλην χειμὼν ἡ ἀκτὶς
τοῦ ἱμάντ-ος γέροντ-ος Ἕλλην-ος χειμῶν-ος τῆς ἀκτῖν-ος
τῷ ἱμάντ-ι γέροντ-ι Ἕλλην-ι χειμῶν-ι τῇ ἀκτῖν-ι
τὸν ἱμάντ-α γέροντ-α Ἕλλην-α χειμῶν-α τὴν ἀκτῖν-α
(ὦ) ἱμὰς γέρον Ἕλλην χειμὼν (ὦ) ἀκτὶς
Πληθυντικός αριθμός
οἱ ἱμάντες γέροντ-ες Ἕλλην-ες χειμῶν-ες αἱ ἀκτῖν-ες
τῶν ἱμάντ-ων γερόντ-ων Ἑλλήν-ων χειμών-ων τῶν ἀκτίν-ων
τοῖς ἱμᾶσι (ᾰντ-
σι)
γέρουσι (γέρο
ντ-σι)
Ἕλλη-σι(ν) χειμῶ-σι(ν) ταῖ
ς
ἀκτῖ-σι(ν)
τοὺς ἱμάντ-ας γέροντ-ας Ἕλληνας χειμῶν-ας τὰς ἀκτῖν-ας
(ὦ) ἱμάντ-ες γέροντ-ες Ἕλλην-ες χειμῶν-ες (ὦ) ἀκτῖν-ες
Ενρινόληκτα μ,ν (διπλόθεμα)
ὁ ἡγεμὼν γείτων οἱ ἡγεμόν-ες γείτον-ες
τοῦ ἡγεμόν-ος γείτον-ος τῶν ἡγεμόν-ων γειτόν-ων
τῷ ἡγεμόν-ι γείτον-ι τοῖς ἡγεμό-σι(ν) γείτο-σι(ν)
τὸν ἡγεμόν-α γείτον-α τοὺς ἡγεμόν-ας γείτον-ας
(ὦ) ἡγεμὼν γεῖτον (ὦ) ἡγεμόν-ες γείτον-ες
Όπως ὁ γέρων: ὁ δράκων, ὁ λέων, ὁ τένων, ὁ Ξενοφῶν κλπ.
Όπως ὁ Ἑλλην: ὁ πυρήν, ὁ σωλήν, ἡ σειρήν κλπ
Ὀπως ὁ χειμών: ὁ έλαιών. ὁ ξεών, ὁ παρθενών, ὁ άγών, ὁ χιτών κλπ
Όπως ὁ ἡγεμών: ὁ κανών, ὁ κηδεμών, ὁ Μακεδών
Όπως ὁ γείτων: ὁ βραχίων, ὁ δαίμων, ὁ πνεύμων κλπ
Επίσης: οι μετοχές ενεστώτα και μέλλοντα σε –ων, -ον ( ὁ λύων, το λῦον) κλίνονται όπως
ὁ γέρων, ενώ οι μετοχές αορίστου σε –ας, αν (ὁ λύσας, το λῦσαν)κλίνονται όπως ὁ ἱμάς.
Οδοντικόληκτα
τ, δ, θ
(μονόθεμα
Οδοντικό-
ληκτα τ, δ, θ
(διπλόθεμα) Ενρινόληκτα μ.ν (μονόθεμα)
Ενικός Αριθμός
Γ’ ΚΛΙΣΗ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΩΝ – ΣΥΜΦΩΝΟΛΗΚΤΑ
3. ΗΜΙΦΩΝΟΛΗΚΤΑ (υγρόληκτα –σιγμόληκτα)
ὁ κλητὴρ σωτήρ το νέκταρ ὁ ῥήτωρ
τοῦ κλητῆρ-ος σωτῆρος τοῦ νέκταρ-ος τοῦ ῥήτορ-ος
τῷ κλητῆρ-ι σωτήρι τῶ νέκταρ-ι τῷ ῥήτορ-ι
τὸν κλητῆρ-α σωτήρα το νέκταρ τὸν ῥήτορ-α
(ὦ) κλητὴρ σῶτερ ὦ νέκταρ (ὦ) ῥῆτορ
Πληθυντικός αριθμός
οἱ κλητῆρ-ες σωτὴρες Δεν έχει oἱ ῥήτορ-ες
τῶν κλητήρ-ων σωτήρων τῶν ῥητόρ-ων
τοῖς κλητῆρ-σι(ν) σωτήρσι τοῖς ῥήτορ-σι(ν)
τοὺς κλητῆρ-ας σωτήρας τοὺς ῥήτορ-ας
(ὦ) κλητῆρ-ες σωτῆρες (ὦ) ῥήτορ-ες
Συγκοπτόμενα διπλόθεμα
ὁ πατὴρ ἀνὴρ ἡ Δημήτηρ μήτηρ θυγάτηρ
τοῦ πατρ-ὸς ἀνδρ-ὸς τῆς Δήμητρ-ος μητρός θυγατρός
τῷ πατρ-ὶ ἀνδρ-ὶ τῇ Δήμητρ-ι μητρί θυγατρί
τὸν πατέρ-α ἄνδρ-α τὴν Δήμητρ-α μητέρα θυγατέρα
(ὦ) πάτερ ἄνερ (ὦ) Δήμητερ μῆτερ θύγατερ
οἱ πατέρ-ες ἄνδρ-ες αἱ Δεν έχει μητέρες θυγατέρες
τῶν πατέρ-ων ἀνδρ-ῶν τῶν μητέρων θυγατέρων
τοῖς πατρ-ά-σι(ν) ἀνδρ-ά-σι(ν) ταῖς μητράσι θυγατράσι
τοὺς πατέρ-ας ἄνδρ-ας τάς μητέρας θυγατέρας
(ὦ) πατέρ-ες ἄνδρ-ες ὦ μητέρες θυγατέρες
Σιγμόληκτα
Αρσενικά σε –ης(γεν. –ους) Ουδέτερα σε –ος (γεν. –ους)
ὁ Σωκράτης Περικλῆς το βέλος ἔδαφος
τοῦ Σωκράτους Περικλέους τοῦ βέλους ἐδάφους
τῷ Σωκράτει Περικλεῖ τῶ βέλει ἐδάφει
τὸν Σωκράτη Περικλέα το βέλος ἔδαφος
(ὦ) Σώκρατες Περίκλεις ὦ βέλος ἔδαφος
οἱ τά βέλη ἐδάφη
τῶν τῶν βελῶν ἐδαφῶν
τοῖς τοῖς βέλεσι(ν) ἐδάφεσι(ν)
τοὺς τά βέλη ἐδάφη
(ὦ) ὦ βέλη ἐδάφη
Όπως ὁ κλητήρ: ὁ ζωστήρ, ὁ κρατήρ, ὁ λαμπτήρ, ὁ νιπτήρ, ὁ σπινθήρ κλπ.
Όπως ὁ ῥήτωρ: ὁ αὐτοκράτωρ, ὁ παντοκράτωρ, ὁ πράκτωρ κλπ
Ὀπως ὁ Σωκράτης: ὁ Ἀριστοφάνης, Ἱπποκράτης, ὁ Δημοσθένης
Όπως το βέλος: ἔθνος, εῦρος, ζεῦγος, κέρδος, ἦθος, πλῆθος, δάσος, κράτος, βάθος,
πάθος
Όπως το ἔδαφος: μἐγεθος, στέλεχος, τέμενος
Υγρόληκτα (λ,ρ)
μονόθεμα Υγρόληκτα (λ,ρ)
διπλόθεμα
Ενικός Αριθμός
ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟΥ – ΜΕΤΟΧΗΣ Ε.Φ.
1) ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗΣ ΦΩΝΗΣ
ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ
λύ-ω
λύ-εις
λύ-ει
λύ-ομεν
λύ-ετε
λύ-ουσιν
ἔλυ-ον
ἔλυ-ες
ἔλυ-ε
ἐλύ-ομεν
ἐλύ-ετε
ἔλυ-ον
λύσ-ω
λύσ-εις
λύσ-ει
λύσ-ομεν
λύσ-ετε
λύσ-ουσιν
ἔλυσ-α
ἔλυσ-ας
ἔλυσ-ε
ἐλύσ-αμεν
ἐλύσ-ατε
ἔλυσ-αν
λέλυκ-α
λέλυκ-ας
λέλυκ-ε
λελύκ-αμεν
λελύκ-ατε
λελύκ-ασιν
ἐλελύ-κειν
ἐλελύ-κεις
ἐλελύ-κει
ἐλελύ-κεμεν
ἐλελύ-κετε
ἐλελύ-κεσαν
2) ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΑ Ε.Φ.
ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ ΣΤΑ ΑΡΧΑΙΑ
- είναι ένας άκλιτος (ευτυχώς) ρηματικός τύπος.
- άλλοτε εμφανίζεται χωρίς άρθρο, άναρθρο απαρέμφατο, π.χ. φιλοσοφε ν
ῖ
- άλλοτε με άρθρο, έναρθρο απαρέμφατο, π.χ. τ λακωνίζειν
ὸ
- το έναρθρο απαρέμφατο ισοδυναμεί με ουσιαστικό (τ λακωνίζειν
ὸ = o λακωνισμός =να μιλάμε με λίγα
λόγια)
Ποιοι χρόνοι έχουν απαρέμφατο;
- Απαρέμφατο δεν έχουν όλοι οι χρόνοι· ευτυχώς (για δεύτερη φορά) έχουν μόνο:
ο ενεστώτας, ο μέλλοντας, ο αόριστος (ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΑΥΞΗΣΗ) και ο παρακείμενος
ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ
λύ - ειν ------ λύ- σειν λῦ- σαι λελυ-κέναι -----
1ο Κριτήριο: Η παρουσία ή απουσία του άρθρου,
οπότε διακρίνεται σε:
2ο Κριτήριο: Η απόδοση του απαρεμφάτου στα νέα
ελληνικά, οπότε διακρίνεται σε:
α. ΕΝΑΡΘΡΟ ή
Σ Υ Ν Α Ρ Θ Ρ Ο
β. ΑΝΑΡΘ ΡΟ α. Ε ΙΔ ΙΚΟ (= ότ ι) β. ΤΕ ΛΙ ΚΟ (= να)
🢙 🢙 🢙 🢙
Έχει άρθρο ουδέτερου
γένους ενικού αριθμού
Δεν έχει άρθρο  Ισοδυναμεί με δευτερεύουσα
ειδική πρόταση.
 Μεταφράζεται με ότι +
οριστική.
 Δέχεται άρνηση οὐ
(σπάνια μή).
 Μπορεί να εκφέρεται με το
δυνητικό μόριο ἄν.
 Ισοδυναμεί με δευτερεύουσα
πρόταση επιθυμίας.
 Μεταφράζεται με να +
υποτακτική.
 Δ έ χ ε τ α ι ά ρ ν η σ η μ ή .
 Δεν εκφέρεται με μόριο.
🢙 🢙
Συντακτική θέση:
1. Υποκείμενο.
2. Αντικείμενο.
3. Επεξήγηση.
4. …
Συντακτική θέση:
1. Υποκείμενο.
2. Αντικείμενο.
3. Κατηγορούμενο.
4. …
Το υποκείμενο του απαρεμφάτου τίθεται σε ονομαστική ή αιτιατική. Στην
περίπτωση αυτή έχουμε δύο διαφορετικές συντάξεις: α. ταυτοπροσωπία και β.
ετεροπροσωπία.
α. Ταυτοπροσωπία :
Για ταυτοπροσωπία κάνουμε λόγο, όταν το υποκείμενο του απαρεμφάτου είναι το
ίδιο με το υποκείμενο του ρήματος από το οποίο εξαρτάται το απαρέμφατο. Στην
περίπτωση αυτή τίθεται σε ονομαστική πτώση ή εννοείται.
Υ(Ρ)(Α) Ρ Α(Ρ) τελ. απαρ. Α(Α)
Π.χ. Οἱ Ἕλληνες ἐπειρῶντο διαβαίνειν τὸν ποταμόν.
Υ(Ρ)(Α) Ρ Α(Ρ) τελ. απαρ. Α(Α)
Οἱ νέοι ἐπιθυμοῦσι πράττειν τὰ μεγάλα.
β. Ετεροπροσω πία :
Ετεροπροσωπία ονομάζεται η σύνταξη κατά την οποία το υποκείμενο του
απαρεμφάτου είναι διαφορετικό από το υποκείμενο του ρήματος εξάρτησης. Στην
περίπτωση αυτή το υποκείμενο του απαρεμφάτου τίθεται σε αιτιατική πτώση.
Υ(Ρ) Ρ Α(Ρ) Υ(Α) Α(Ρ) τελ. απαρ. Α(Α)
Π.χ. Ὁ στρατηγὸς κελεύει αὐτὸν φυλάττειν τὸ στρατόπεδον.
Ρ Υ(Ρ) επιρρ. τρόπου Υ(Α) Α(Ρ) ειδ. απαρ. Α(Α)
Φησὶν ὁ κατήγορος οὐ δικαίως μὲ λαμβάνειν τὸ ἀργύριον.
ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟΥ
ΕΠΙΘΕΤΙΚΗ
(Έναρθ ρη - Άν αρθ ρη )
ΚΑΤΗΓΟΡΗΜ ΑΤΙΚΗ
(Άν αρθ ρη )
ΕΠΙΡΡΗΜΑ ΤΙΚΗ
(Συν η μ μ ένη ή από λ υτη )
⚫ Έναρθ ρη :
ν
Ἐ δὲ τῷ χρόνῳ τούτῳ οἱ
βουλόμενοι νεώτερα πράγματα
ν
ἐ τῇ πόλει γίγνεσθαι
πεβούλευον.
ἐ
⚫ Άναρθ ρη :
Ο Θηβα οι πεμψαν ε ς θήνας
ἱ ῖ ἔ ἰ Ἀ
γγελον
ἄ στεφανω μένον.
ἐ
Σ υντάσσεται με τα ρήματα:
α . ε μ ί ,
ἰ γ ί γ ν ο μ α ι , π ά ρ χ ω ,
ὑ φ α ί ν ο μ α ι ,
λ α ν θ ά ν ω , ο χ ο μ α ι ,
ἴ δ ι α τ ε λ ,
ῶ δ ι α μ έ ν ω ,
τ υ γ χ ά ν ω κ .ά .:
Δέκα τη
ἔ διετέλουν ε τυχο ντες.
ὐ ῦ
β. Ψυχ ικο ύ πάθ ο υς :
Ο κ
ὐ σχύνθη
ᾐ κλιπ ν
ἐ ὼ τ ν
ὴ ο κίαν.
ἰ
γ . Έ ν α ρ ξ η ς , λ ή ξ η ς , κ α ρ τ ε ρ ί α ς , α ν ο χ ή ς ,
κ α μ ά τ ο υ :
λλ’
Ἀ ο δ’
ὐ κε
ἐ ῖ παύσομαι
γράφων.
δ . Ε υ ε ρ γ ε σ ί α ς , ν ί κ η ς κ α ι τα α ν τ ί θ ε τ α :
δικε τε
Ἀ ῖ πολέμου ρχοντες.
ἄ
ε. Α ί σ θ η σ η ς , γ ν ώ σ η ς , μ ά θ η σ η ς , ά γ ν ο ι α ς ,
μ ν ή μ η ς , λ ή θ η ς :
Οἱ πολέμιοι σθοντο
ᾔ τὸ ρος
ὄ χόμενον.
ἐ
σ τ. Α γ γ ε λ ί α ς , δ ε ί ξ η ς , ε λ έ γ χ ο υ :
Πειράσομαι το το
ῦ πιδε ξαι
ἐ ῖ ψευδόμενον.
1. Τελ ική :
Δερκυλίδας ρξων
ἄ φίκετο.
ἀ
2. Υ πο θ ετικ ή :
Τα τα
ῦ ποιο ντες
ῦ τὰ δίκαια ψηφιε σθε.
ῖ
3. Χρο νική :
ρπαλος
Ἅ φυγε
ἔ Φιλίππου τι
ἔ βασιλεύοντος.
4. Αιτιο λ ο γ ικ ή :
γόρατον
Ἀ φε σαν
ἀ ῖ ς
ὡ ε εργέτην
ὐ ντα.
ὄ
5. Τρο πική :
Φίλιππος φίκετο
ἀ χων
ἔ το ς
ὺ μισθοφόρους
ππέας.
ἱ
6. Εν αν τιω μ ατικ ή ή Παραχ ω ρη τικ ή :
λέξανδρος
Ἀ καίπερ τετρωμένος το ς
ὺ
τραυματίας π λθε.
ἐ ῆ (ενατιωματική)
Ο δ
ὐ ὲ ποθανε ν
ἀ ῖ οἱ τλήμονες δύναται καὶ
μάλα ρ ντες
ἐ ῶ τούτου. (παραχωρητική)
Η ΜΕΤΟΧΗ (ΣΥΝΤΑΞΗ)
1) ΜΕΤΟΧΕΣ Ε.Φ.
Η ΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗ Ν.Ε.: Τη μετοχή την ξέρουμε πολύ καλά, γιατί τη χρησιμοποιούμε συνέχεια στη νεοελληνική
γλώσσα, με τους δυο τύπους, την ενεργητική, που είναι άκλιτη, με την κατάληξη -οντας ή -ώντας και την παθητική,
που είναι ένα επίθετο με κατάληξη -μένος, -μένη, -μένο
π.χ, διαβάζ-οντας, γελ-ώντας, διαβασ-μένος, διαβασ-μένη, διαβασ-μένο
Πάρα πολλές λέξεις της νέας ελληνικής είναι τύποι της μετοχής της αρχαίας, που έχουν απομείνει στη γλώσσα μας:
απών- απούσα, παρών- παρούσα, αιτών- αιτούσα κλπ
Η ΜΕΤΟΧΗ ΣΤΑ Α.Ε.: Στα αρχαία ελληνικά δε συναντάμε άκλιτο τύπο μετοχής.
- Η μετοχή είναι ένα ρηματικό επίθετο. Αυτό σημαίνει ότι είναι και α) ρήμα, αφού έχει χρόνους ή διαθέσεις, και β)
επίθετο με τρία γένη και τρεις καταλήξεις (τριγενές και τρικατάληκτο).
- Ποιοι χρόνοι έχουν μετοχή;
Μετοχή έχουν ο ενεστώτας, ο μέλλοντας, ο αόριστος (ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΑΥΞΗΣΗ) και ο παρακείμενος
- Σχηματισμός της μετοχής
Για να σχηματίσουμε τη μετοχή χρησιμοποιούμε το χρονικό θέμα του ρήματος προσθέτοντας στο τέλος
τις καταλήξεις.
ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΑΟΡΙΣΤΟΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ
ὁ λύ-ων
ἡ λύ-ουσα
το λῦ-ον
------------- ὁ λύ-σων
ἡ λύ-σουσα
το λῦ - σον
ὁ λύ- σας
ἡ λύ- σασα
το λῦ- σαν
ὁ λελυ – κώς
ἡ λελυ- κυῖα
τό λελυ - κός
--------------
Το υποκείμενο μιας μετοχής τίθεται πάντοτε στο ίδιο γένος, στον ίδιο αριθμό και
στην ίδια πτώση με τη μετοχή.
Π.χ. Οὗτος ἐβοήθει τῷ φίλῳ κινδυνεύοντι.
Η επιρρηματική μετοχή ανάλογα με το υποκείμενό της διακρίνεται σε:
α. συνημμένη και β. απόλυτη.
α. Συνημμένη λέγεται μια μετοχή, όταν το υποκείμενό της δεν ανήκει αποκλειστικά
σ’ αυτήν, αλλά αποτελεί συντακτικό όρο της πρότασης μέσα στην οποία βρίσκεται η
μετοχή.
Π.χ. Θηραμένης ἀναστὰς εἶπε ταῦτα.
Η λέξη Θηραμένης δεν είναι μόνο υποκείμενο της μετοχής ἀναστάς αλλά και
του ρήματος εἶπε.
β. Απόλυτη λέγεται μια μετοχή, όταν το υποκείμενό της δεν αποτελεί
συντακτικό όρο της πρότασης, αλλά ανήκει αποκλειστικά και μόνο στη μετοχή. Π.χ.
Ταῦτα ἐπράχθη Κόνωνος στρατηγοῦντος.
Η λέξη Κόνωνος είναι μόνο υποκείμενο της μετοχής στρατηγοῦντος και
ονομάζεται γενική απόλυτη ως προς το υποκείμενό της.
ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΜΕΤΟΧΗΣ
1Ο
ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΧΑΝΙΩΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ Β ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ
Το άμεσο και έμμεσο αντικείμενο
Εκτός από τα ρήματα που η σημασία τους συμπληρώνεται με ένα
αντικείμενο (μονόπτωτα ρήματα), υπάρχουν και αυτά που η
σημασία τους συμπληρώνεται με δύο αντικείμενα που δε
συνδέονται παρατακτικά μεταξύ τους (δίπτωτα ρήματα). Στην
περίπτωση που συναντάμε δίπτωτο ρήμα, διακρίνουμε τα
αντικείμενά του σε άμεσο και έμμεσο σύμφωνα με τον ακόλουθο
πίνακα:
δίπτωτα ρήματα
άμεσο
αντικείμενο
έμμεσο
αντικείμενο
παράδειγμα
αιτιατική δοτική Π σαν μ ν τ ν λ ήθ ειαν ρ .
ᾶ ὑ ῖ ὴ ἀ ἐ ῶ
αιτιατική γενική
με ς μο κούσασθ ε π σαν τ ν
Ὑ ῖ ἐ ῦ ἀ ᾶ ὴ
λ ήθ ειαν.
ἀ
αιτιατική
προσώπου
αιτιατική
πράγματος
με ς μ ς κακ ν ο δ ν πώποτε
Ἡ ῖ ὑ ᾶ ὸ ὐ ὲ
ποιήσαμεν.
ἐ
γενική δοτική
Τ ς τ ν λ λ ήνων λ ευθ ερίας
ῆ ῶ Ἐ ἐ
παρεχ ωρήσατε α τ .
ὐ ῷ
ΑΣΚΗΣΕΙΣ
1. Στις παρακάτω φράσεις να βρείτε τα αντικείμενα των προτάσεων
και να χαρακτηρίσετε τα ρήματα ω ς μονόπτω τα ή δίπτω τα
α. Βλάπτει τ ν νδρα θυμός
ὸ ἄ
αντικείμενο/
α __________________________________________________ μονόπτωτο ή δίπτωτο
β. Πολλ γαθ ο θεο παρέχουσιν το ς άνθρώ ποις.
ὰ ἀ ὰ ἱ ὶ ῖ
αντικείμενο/
α __________________________________________________ μονόπτωτο ή δίπτωτο
γ. Δίω κε δόξαν κα ρετήν.
ὶ ἀ
αντικείμενο/
α __________________________________________________ μονόπτωτο ή δίπτωτο
δ. Ο στρατηγο δίδοσαν (= έδιναν) το ς στρατιώταις κα το ς δούλοις μισθ ν κα
ἱ ὶ ἐ ῖ ὶ ῖ ὸ ὶ
σ τον.
ῖ
αντικείμενο/
α __________________________________________________ μονόπτωτο ή δίπτωτο
ε. νθρ
Ἄ ω πος ν μέμνησο (= να θυμάσαι) τ ς κοιν ς τύχης.
ὤ ῆ ῆ
αντικείμενο/
α __________________________________________________ μονόπτωτο ή δίπτωτο
στ. Ο πατέρες μ ν Μήδω ν κράτησαν (=νίκησαν).
ἱ ἡ ῶ ἐ
αντικείμενο/
α __________________________________________________ μονόπτωτο ή δίπτωτο
2. Να βρεις το υποκείμενο και τα αντικείμενα των παρακάτω προτάσεω ν. Στη συνέχεια
βρες την πτώ ση τω ν αντικειμένων και ποιο είναι άμεσο και ποιο έμμεσο.
1. Κ ρος πέκρυπτεν τούς στρατιώτας τήν αυτο λύπην.
ῦ ἀ ἑ ῦ
2. Παρέδοσαν το ς Θηβαίοις
ῖ τούς νεκρούς ποσπόνδους (= κατόπιν συμφωνίας).
ὑ
3. μο μ ν γ ρ πατ ρ κατέλιπεν (= κληροδότησε) ο δέν.
Ἐ ὶ ὁ ὲ ὰ ὴ ὐ
4. πέλυσεν Διονύσιος τ ς τιμωρίας τόν γκαλούμενον (= τον κατηγορούμενο)
Ἀ ὁ ῆ ἐ
5. παρεκάλεσε τούς νδρας τρίτον αυτόν ε ς τήν φιλίαν προσλαβέσθαι.
ἄ ἑ ἰ
6. Ο Κορίνθιοι δέοντο (=παρακαλούσαν) τ ν Βοιωτ ν ξυμμάχους γενέσθαι σφ ν τε
ἱ ἐ ῶ ῶ ῶ
καί ργείων καί τ λλα κοιν (= από κοινού) πράσσειν.
Ἀ ἆ ῇ
ΟΙ ΑΝΤΩΝΥ ΜΙΕΣ
1. Ερω τηματικές αντω νυμίες: Ερω τηματικές λέγονται οι αντωνυμίες που
εισάγουν ε ρ ω τ ή σ ε ι ς : πόσαι σοι ο κίαι σαν;
ἰ ἦ — Μανία δὲ τίνος ν;
ἦ — Κ ρος ρετο
ῦ ἤ τίς θ όρυβος ε η.
ὁ ἴ
Η ερωτηματική αντωνυμία τίς, τί (=ποιος, ποια, ποιο) είναι δικατάληκτη με τρία γένη και κλίνεται κατά την
γ΄ κλίση:
Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός
αρσ. και θηλ. ουδέτ. αρσ. και θηλ. ουδέτ.
ον. τίς τί τίνε ς τίνα
γεν. τίνος ή τοῦ τίνος ή τοῦ τίνων τίνων
δοτ. τίνι ή τῷ τίνι ή τῷ τίσι(ν) τίσι(ν)
αιτ. τίνα τί τίνας τίνα
2. Αόριστες αντω νυμίες: Αόριστες λέγονται οι αντωνυμίες που φανερώνουν κάτι αόριστο, που δεν μπορεί
κανείς ή δε θέλει να το ονομάσει: Κ ρε , λ έ γουσί
ῦ τινες (= κάποιοι) τι πολ λ πισχ νε ,...
ὅ ὰ ὑ ῖ νιοι
ἔ (= μερικοί) δ τι ο κ
ὲ ὅ ὐ
ν δύναιο ποδο ναι σα πισχ νε .
ἂ ἀ ῦ ὅ ὑ ῖ
Από τις αόριστες αντωνυμίες:
α) η αντωνυμία τίς, τὶ (=κάποιος-α –ο) είναι δικατάληκτη με τρία γένη και κλίνεται κατά την γ΄ κλίση:
Ενικός αριθμός Πληθυντικός αριθμός
αρσ. και θηλ. ουδέτ. αρσ. και θηλ. ουδέτ.
ον. τ ς
ὶ τὶ τιν ς
ὲ τινὰ ή ττα
ἄ
γεν. τιν ς
ὸ ή του τιν ς
ὸ ή του τιν ν
ῶ τιν ν
ῶ
δοτ. τινὶ ή τῳ τινὶ ή τῳ τισ (ν)
ὶ τισ (ν)
ὶ
αιτ. τινὰ τὶ τιν ς
ὰ τινὰ ή ττα
ἄ
ΕΝ ΕΡΓΗ ΤΙΚ Η Φ Ω Ν Η
Ο ρ ισ τική
Εν. Παρ. Μ ελλ. Αόρ. Παρακ. Υπ.
λ
ύ
ω ἔλ
υ
ο
ν λ
ύ
σ
ω ἔλ
υ
σ
α λ
έ
λ
υ
κ
α ἐλ
ε
λ
ύ
κ
ε
ιν
λ
ύ
ε
ις ἔλ
υ
ε
ς λ
ύ
σ
ε
ις ἔλ
υ
σ
α
ς λ
έ
λ
υ
κ
α
ς ἐλ
ε
λ
ύ
κ
ε
ις
λ
ύ
ε
ι ἔλ
υ
ε λ
ύ
σ
ε
ι ἔλ
υ
σ
ε λ
έ
λ
υ
κ
ε ἐλ
ε
λ
ύ
κ
ε
ι
λ
ύ
ο
μ
ε
ν ἐλ
ύ
ο
μ
ε
ν λ
ύ
σ
ο
μ
ε
ν ἐλ
ύ
σ
α
μ
ε
ν λ
ε
λ
ύ
κ
α
μ
ε
ν ἐλ
ε
λ
ύ
κ
ε
μ
ε
ν
λ
ύ
ε
τε ἐλύετε λ
ύ
σ
ε
τε ἐλύσατε λ
ε
λ
ύ
κ
α
τε έ
λ
ε
λ
ύ
κ
ε
τε
( )
λύουσι ν ἔλ
υ
ο
ν ( )
λύσουσι ν ἔλ
υ
σ
α
ν ( )
λ
ε
λ
ύ
κ
α
σ
ι ν ἐλ
ε
λ
ύ
κ
ε
σ
α
ν
Απαρέμφατα
λ
ύ
ε
ιν -- λ
ύ
σ
ε
ιν λ
ῦσ
α
ι λ
ε
λ
υ
κ
έ
ν
α
ι --
Μ ετο χές
λ
ύ
ω
ν
λ
ύ
ο
υ
σ
α
λ
ύ
ο
ν
-- λ
ύ
σ
ω
ν
λ
ύ
σ
ο
υ
σ
α
λ
ύ
σ
ο
ν
λ
ύ
σ
α
ς
λ
ύ
σ
α
σ
α
λ
ύ
σ
α
ν
λ
ε
λ
υ
κ
ώ
ς
λ
ε
λ
υ
κ
υ
ῖα
λ
ε
λ
υ
κ
ό
ς
--
Υποτακτική
Εν. Παρ. Μ έλλ. Αόρ. Παρακ. Υπ.
λ
ύ
ω -- -- λ
ύ
σ
ω /
λ
ε
λ
ύ
κ
ω λ
ε
λ
υ
κ
ώ
ςὧ --
λ
ύ
ῃς λ
ύ
σ
ῃς λ
ε
λ
ύ
κ
ῃ /
ς λ
ε
λ
υ
κ
ώ
ςᾗς
λ
ύ
ῃ λ
ύ
σ
ῃ λ
ε
λ
ύ
κ
ῃ/λ
ε
λ
υ
κ
ώ
ςᾗ
λ
ύ
ω
μ
ε
ν λ
ύ
σ
ω
μ
ε
ν /
λ
ε
λ
ύ
κ
ω
μ
ε
ν λ
ε
λ
υ
κ
ό
τε
ςὧμ
ε
ν
λ
ύ
η
τε λ
ύ
σ
η
τε /
λ
ε
λ
ύ
κ
η
τε λ
ε
λ
υ
κ
ό
τε
ςἧτε
( )
λύωσι ν ( )
λύσωσι ν ( )/
λ
ε
λ
ύ
κ
ω
σ
ι ν λ
ε
λ
υ
κ
ό
τε
ςὧ ( )
σ
ι ν
Προστακτική
Εν. Παρ. Μ έλλ. Αόρ. Παρακ. Υπ.
-- -- -- -- -- --
λ
ύ
ε λ
ῦσ
ο
ν λ
ε
λ
υ
κ
ώ
ς ἴσ
θ
ι
λυέτω λυσάτω λελυκώς ἔστω
-- -- --
λ
ύ
ε
τε λ
ύ
σ
α
τε λ
ε
λ
υ
κ
ό
τε
ςἔσ
τε
/
λ
υ
ό
ν
τω
ν λ
υ
έτω
σ
α
ν /
λ
υ
σ
ά
ν
τω
ν λ
υ
σ
ά
τω
σ
α
ν λελυκότες ἔ /
στων ἔστωσαν
Μ ΕΣΗ ΦΩΝΗ
Οριστική
Εν. Παρ. Μ έλλ. Αόρ. Παρακ. Υπ.
λύομ
αι ἐλυόμ
η
ν λύσομ
αι ἐλυ
σάμ
η
ν λέλυ
μ
αι ἐλελύμ
η
ν
λύῃ /λύ
ει ἐλύου λύσῃ /λ
ύ
σε
ι ἐλύσω λέλυσαι ἐλέλυσο
λύεται ἐλύετο λύσεται ἐλύσατο λέλυ
ται ἐλέλυτο
λυόμ
εθα έλυ
όμ
εθα λυσόμ
εθα ἐλυσάμ
εθα λελύμ
εθα ἐλελύμ
εθα
λύεσθε ἐλύεσθε λύσεσθε ἐλύσασθε λέλυσ
θε ἐλέλυσθε
λύον
ται ἐλύοντο λύσον
ται ἐλύσαντο λέλυ
ν
ται ἐλέλυν
το
Απαρέμφατα
λύεσθαι -- λύσεσθαι λύσασθαι λελύσθαι --
Μ ετοχές
λυόμ
εν
ος
λυομ
έν
η
λυόμ
εν
ον
-- λυσόμ
εν
ος
λυσομ
έν
η
λυσόμ
εν
ον
λυσάμ
εν
ος
λυ
σαμ
έν
η
λυ
σόμ
εν
ον
λελυμ
έν
ος
λελυμ
έν
η
λελυμ
έν
ον
--
Ενεστώτας Μέλλοντας
λύ-ω
λύ-εις
λύ-ει
λύ-ομεν
λύ-ετε
λύ-ουσιν
λύσ-ω
λύσ-εις
λύσ-ει
λύσ-ομεν
λύσ-ετε
λύσ-ουσιν
Οριστική μέλλοντα ενεργητικής φωνής αφωνόληκτων βαρύτονων ρημάτων
 Τα αφωνόληκτα ρήματα τα οποία έχουν χαρακτήρα άφωνο σύμφωνο, δηλαδή ουρανικό, χειλικό ή
οδοντικό, σχηματίζουν την οριστική του μέλλοντα όπως τα φωνηεντόληκτα, με τη διαφορά ότι από τη
συγχώνευση του χαρακτήρα των ρημάτων αυτών με τον χρονικό χαρακτήρα -σ- προκύπτουν τα
ακόλουθα:
 Χειλικός χαρακτήρας π, β, φ (πτ) + σ → ψ
 τρέπ-ω → τρέπ + σ-ω → τρέψω
 βλάπτω (θ. βλαβ-) → βλάβ + σ-ω → βλάψω
 Ουρανικός χαρακτήρας κ, γ, χ (ττ, σσ) + σ → ξ
 λέγ-ω → λέγ + σ-ω → λέξω
 τάττω (θ. ταγ-) → τάγ + σ-ω → τάξω
 Οδοντικός χαρακτήρας τ, δ, θ (ζ) + σ → αποβάλλεται ο οδοντικός χαρακτήρας και μένει το -σ-
 πείθ-ω → πείθ + σ-ω → πείσω
 ψεύδω → ψεύδ + σ-ω → ψεύσω
Παρατατικός Αόριστος
ἔ-λυ-ον
ἔ-λυ-ες
ἔ-λυ-ε
ἐ-λύ-ομεν
ἐ-λύ-ετε
ἔ-λυ-ον
ἔ-λυσ-α
ἔ-λυσ-ας
ἔ-λυσ-ε
ἐ-λύσ-αμεν
ἐ-λύσ-ατε
ἔ-λυσ-αν
Για να σχ ηματίσω τον Παρατατικό και τον Αόριστο στα Αρχ αία
ακολουθ ώ 3 ΒΗΜΑΤΑ, αφού εντοπίσω το θ έμα του ρήματος:
Συλλαβική: ἐ- (όταν το ρήμα ξ εκινάει
από σύμφω νο)
ΒΗΜ Α 1ο : ΑΥ ΞΗΣΗ Χρονική: όταν το ρήμα ξ εκινάει από
φω νήεν γ ίνονται οι εξ ής αλλαγ ές:
ᾰ - η ευ - η υ
αι – ῃ ο - ω
αυ - η υ ο ι - ῳ
ε - η ῠ - ῡ
ει - ῃ ῐ - ι
ΒΗΜ Α 2ο : ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ Σ: όπω ς στον αντίστοιχ ο μέλ λοντα,
δηλαδή
φω νηεντόληκτα συμφω νόληκτα
-σ- κ,γ ,χ , ττ
ξ
π,β,φ πτ ψ
τ, δ, θ , ζ σ
ΒΗΜ Α 3ο
: ΚΑΤΑΛΗΞΗ
ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ
-ο ν
-ες
-ε
-ο μ εν
-ετε
-ο ν
ΑΟΡΙΣΤΟΣ
-α
-ας
-ε
-αμ εν
-ατε
-αν
ΠΡΟΣΟΧΗ ΜΕΓΑΛΗ!!!
• Όσα ρήματα είναι σύνθετα με πρόθεση, δεν παίρνουν αύξηση στην αρχή του ρήματος αλλά
ανάμεσα στην πρόθεση και το ρήμα.
• Δηλαδή, το ρήμα δια-λύω, που είναι σύνθετο με την πρόθεση διά, στον παρατατικό δε θα γίνει ἐ
διά λυον αλλά δι-έ-λυον.
• Αυτή η αύξηση λέγεται εσωτερική.
• Παρόμοια είναι και τα νέα ελληνικά:
• Ο παρατατικός του ρήματος δια-γράφω κάνει διέ-γραφα και όχι ε-διά-γραφα! Ο παρατατικός του
αποβάλλω κάνει απέβαλλα.
• π.χ. Χθες με απέβαλε ο φιλόλογος, επειδή του είπα ότι δε μου αρέσουν τα αρχαία!!
• διέ-λυ-ον
• διέ-λυ-ες
• διέ-λυ-ε
• διε-λύ-ομεν
• διε-λύ-ετε
• διέ-λυ-ον
Παρακείμενος Υπερσυντέλικος
λέ-λυκ-α
λέ-λυκ-ας
λέ-λυκ-ε
λε-λύκ-αμεν
λε-λύκ-ατε
λε-λύκ-ασιν
ἐ-λε-λύ-κειν
ἐ-λε-λύ-κεις
ἐ-λε-λύ-κει
ἐ-λε-λύ-κεμεν
ἐ-λε-λύ-κετε
ἐ-λε-λύ-κεσαν
Για να σχ ηματίσω τον ΠΑΡΑΚΕΙΜ ΕΝΟ ακολουθ ώ τα
παρακάτω ΒΗΜΑΤΑ
ΒΗΜ Α 1ο : Χω ρίζ ω την κατάληξ η του ρήματος γ ια να βρω το θ έμα,
Π.χ . τοξ εύ- ω
ΒΗΜ Α 2ο
: ΑΝΑΔΙΠΛΑΣΙΑΣΜ ΟΣ (υπάρχ ο υν 3 δ ιαφ ο ρετικ ές
περιπτώ σ εις )
Το ρή μ α αρχ ίζ ει από : είδ ο ς αν αδ ιπλ ασ ιασ μ ο ύ
Α
.
1. απλ ό σ ύμ φ ω νο (εκτός του ῥ-)
2. δ ύο σ ύμ φ ω ν α, από τα οποία:
το πρώ το είναι άφω νο (κ , γ , χ , π, β, φ ,
τ, δ, θ )
και το δεύτερο υγ ρό ή ένρινο (μ , ν, λ ,
ρ )
επαν άλ η ψη το υ αρχ ικ ο ύ
σ υμ φ ώ νο υ + ε
π.χ . λ ύω → λ έλ υκ α
γ ρ άφ ω → γ έγ ρ αφ α
Β
.
1. δ ιπλ ό σ ύμ φ ω ν ο (ζ , ξ , ψ)
2. ῥ-
3. δ ύο σ ύμ φ ω ν α, χ ω ρίς να είναι το
πρώ το άφω νο και το δεύτερο υγ ρό ή
ένρινο
4. τρία σ ύμ φ ω να
σ υλ λ αβικ ή αύξ η σ η
π.χ . ψ ε ύδω → ἔψ ε υκ α
ῥάπτω → ἔρ ρ αφ α
(Προσοχ ή στον
διπλασιασμό του ρ!)
κτε ίνω → ἔκ τονα
στρ ατε ύω → ἐστρ άτε υκ α
Γ.
φ ω νή εν ή δ ίφ θ ο γ γ ο (σύμφω να με
τους κανόνες που ξ έρουμε ήδη)
χ ρο ν ικ ή αύξ η σ η
π.χ . ἐλ πίζ ω → ἤλ πικ α
ἁθ ρ οίζ ω → ἥθ ρ οικ α