Σύμφωνα με τοΓέροντα Παϊσιο η ιεροσύνη δεν είναι
μέσο για να σωθεί ο άνθρωπος. Αν κάποιος αισθάνεται
αδύναμος για την ιεροσύνη, αλλά τον παρακινούν
άλλοι, πρέπει αυτός να λέει το λογισμό του. Αν όμως
το δεχθεί από υπακοή και με ταπείνωση και βάλει λίγο
φιλότιμο και λίγη αγάπη, τότε όλα θα τα αναπληρώσει
ο Θεός. Εξάλλου ο κόσμος έχει αλάθητο κριτήριο και
διακρίνει ποιοι έγιναν ιερείς από αγάπη προς το Θεό,
για να διακονήσουν την Εκκλησία Του.
3.
Παλιά οι ιερείςέκαναν άσκηση, είχαν αρετή, ήταν
άγιοι και οι άνθρωποι τους ευλαβούνταν. Σήμερα
οι άνθρωποι θέλουν δύο πράγματα από τον ιερέα.
Να μην είναι φιλοχρήματος και να έχει αγάπη.
Ο ιερέας δεν μπορεί ποτέ να κλείσει την πόρτα του
– έχει μεγάλη ευθύνη. Πρέπει να ανταποκρίνεται
πάντα, χωρίς διακρίσεις, σε ό,τι του ζητούν οι
άνθρωποι. Οφείλει να δείχνει ενδιαφέρον όχι μόνο
για τους πιστούς, αλλά και για τους απίστους, τους
άθεους και τους εχθρούς της Εκκλησίας.
Διάκονος, (κοινώς Διάκος),στην
Ορθόδοξη, αλλά και σε άλλες
Εκκλησίες, είναι ο κληρικός που
φέρει τον πρώτο βαθμό της
ιεροσύνης.
Οι διάκονοι, δεν μπορούν μεν να
τελέσουν τα Μυστήρια, βοηθούν
όμως τον επίσκοπο και τον ιερέα
στην τέλεσή τους.
Τα ιερά άμφια των διακόνων
είναι τρία, το οράριο, το
στιχάριο και τα επιμάνικα. Όταν
τα φορούν οι διάκονοι λέγουν
στίχους από την Αγία Γραφή.
6.
Αρχιδιάκονος είναι
θρησκευτικός τίτλοςεπί
του κατωτέρου
χριστιανικού ιερατικού
βαθμού, παλαιό αξίωμα
και σήμερα απλός
τιμητικός τίτλος σε
διακόνους που υπηρετούν
πλησίον Επισκόπων.
7.
Σήμερα, στις
Ελληνορθόδοξες
Εκκλησίες, τόσοοι απλοί
διάκονοι, όσο και οι
Αρχιδιάκονοι συνηθίζουν
να φέρουν το διπλό οράριο,
ενώ στις Σλαβορθόδοξες
Εκκλησίες οι απλοί
διάκονοι φέρουν το απλό
οράριο, το οποίο απλά
κρέμεται πάνω στον
αριστερό ώμο τους.
8.
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία
καιτην Ρωμαιοκαθολική
Εκκλησία το αξίωμα του
πρεσβύτερου ταυτίζεται με
εκείνο του ιερέα. Οι
πρεσβύτεροι πρέπει να
είναι ειρηνοποιοί,
αγωνιστές στην προσευχή,
δάσκαλοι, ηγέτες με το
παράδειγμά τους και να
παίρνουν αποφάσεις.
9.
Ο πρεσβύτερος ήο
επίσκοπος δεν έχει τη χάρη
να τελέσει κανένα
μυστήριο ή οποιαδήποτε
άλλη τελετή χωρίς το
επιτραχήλιο (πετραχήλι),
που συμβολίζει τη Χάρη
του Θεού, που χορηγείται
στον ιερέα, και τον ζυγό
του Χριστού.
10.
Πρωτοπρεσβύτερος στην
Ορθόδοξη Εκκλησίαείναι
οφφίκιο που αποδίδεται σε
έγγαμο μόνο κληρικό που
φέρει τον δεύτερο βαθμό
της ιεροσύνης. Είναι ο
ανώτερος βαθμός στον
οποίο μπορεί να φτάσει
έγγαμος κληρικός.
Διακρίνεται από τον
πρεσβύτερο, καθώς φοράει
επιγονάτιο και σταυρό.
11.
Αρχιμανδρίτης στην Ορθόδοξη
Εκκλησίαείναι οφφίκιο που
αποδίδεται αποκλειστικά και
μόνο σε άγαμο κληρικό, ή «εν
χηρεία», που φέρει τον δεύτερο
βαθμό της ιεροσύνης. Ιεραρχικά
θεωρείται ο ανώτερος τίτλος
πριν τον επίσκοπο.
Το άμφιο που τον διακρίνει από
τον πρεσβύτερο είναι ιδιαίτερα
το επιγονάτιο (μόνο όταν
ιερουργεί), και το
επανωκαλύμμαυχο που φέρει και
εκτός ιερουργίας.
12.
Επίσκοπος ονομάζεται ένα
χειροτονημένομέλος της
χριστιανικής εκκλησίας το οποίο
κατέχει θέση πνευματικής
επίβλεψης των πιστών μιας
εκκλησίας ή εκκλησιάσματος.
Ο επίσκοπος επιπλέον φοράει το
ωμοφόριο, που συμβολίζει το
χαμένο πρόβατο που παίρνει ο
Κύριος στους ώμους του για να
το σώσει, δηλαδή καθέναν από
μας, και κρατάει την
ποιμαντορική ράβδο που
συμβολίζει την ποιμαντική
εξουσία του επισκόπου.
13.
Στην Ορθόδοξη Ανατολική
Εκκλησίαο κληρικός που
διοικεί μία μητροπολιτική
περιφέρεια ονομάζεται
μητροπολίτης. Ο βαθμός
ιεροσύνης που οφείλει να
κατέχει κάποιος ως
μητροπολίτης είναι αυτός
του επισκόπου.
Πατριάρχης είναι οαρχηγός της
πατριάς, του γένους.
Στην εκκλησιαστική Ιστορία
αναφέρεται ότι αρχικά όλοι οι
επίσκοποι ελάμβαναν αυτό τον
τίτλο του Πατριάρχη. Από τον
5ο όμως αιώνα άρχισε να
περιορίζεται, χορηγούμενος
μόνο στους επισκόπους των
πέντε πρεσβυγενών θρόνων της
χριστιανοσύνης, δηλαδή της
Ρώμης, Κωνσταντινούπολης,
Αλεξάνδρειας, Αντιόχειας και
Ιερουσαλήμ.
16.
Ο οικουμενικός πατριάρχηςπροσφωνείται
«Παναγιώτατος», οι άλλοι πατριάρχες και οι
αρχιεπίσκοποι αρχηγοί των αυτοκεφάλων εκκλησιών
«Μακαριώτατος», οι αρχιεπίσκοποι, που δεν είναι
αρχηγοί εκκλησιών «Σεβασμιώτατος» και ο
επαρχιούχος μητροπολίτης «Σεβασμιώτατος», εκτός
από την περίπτωση όπου τον προσφωνεί ο
οικουμενικός πατριάρχης, οπότε τον αποκαλεί
«Ιερώτατο», οι τιτουλάριοι μητροπολίτες
«Πανιερώτατος» και οι επίσκοποι γενικώς
«Θεοφιλέστατος»
Μοναχός ή Μοναχήλέγεται το πρόσωπο, το οποίο
ακολουθεί τον ασκητισμό, αναχωρεί δηλαδή από τον
κόσμο, διαμένει μόνος του ή σε κοινόβιο (μοναστήρι),
και διαμέσου συνεχούς προσευχής επιδιώκει την
προσέγγιση του πνεύματός του με το Θεό.
Χαρακτηριστικά γνωρίσματα όλων των μοναχών είναι
το μοναχικό ένδυμα, η νηστεία και η αγαμία.
20.
Όσοι επιθυμούν ναγίνουν μοναχοί και να μονάσουν σε
μια ανδρώα ή γυναικεία Μονή (ανάλογα με το φύλο
τους), ξεκινούν τον μοναστικό τους βίο σε αυτήν, αρχικά
ως δόκιμοι μοναχοί.
Η ενδυμασία τους είναι το εσώρασο (αντερί) και ο
μοναχικός σκούφος, ενώ ενδέχεται να φορούν και
δερμάτινη ζώνη. Η περίοδος της δοκιμής, μπορεί να
διαρκέσει και τρία χρόνια.
Πολλοί μοναχοί από ταπεινότητα επιλέγουν να μείνουν
σε όλη τους τη ζωή δόκιμοι. Αν όμως επιλέξουν να γίνουν
μοναχοί, τότε γυρνάνε πίσω στο κόσμο για ένα χρόνο με
σκόπο να βεβαιωθούν για την θέληση τους, να γίνουν
μοναχοί.