Γιώργος Ιωάννου, Μεςστους προσφυγικούς συνοικισμούς
«Πρέπει να ζούμε και να ξαναζούμε την ιστορία μας (…). Η πόλη αυτή - η Θεσσαλονίκη - που είναι
και κάτι άλλο από την Αθήνα, και εκφράζει μια άλλη περιοχή και έχει άλλη ζωή, άλλη ιστορία, άλλο
πνεύμα που απορρέει από διαφορετικές ιστορικές και κοινωνικές διαδικασίες - πρέπει να γίνει
περισσότερο σεβαστή από τους πνευματικούς ανθρώπους της, οι οποίοι μαζί με την υψηλή τέχνη
τους, καλό είναι να διασώζουν πότε-πότε και μερικά δείγματα του παλμού της (…) Σιγά σιγά
επιβάλλεται να αγγίξουμε τις πληγές μας. Να τα πούμε όλα και να τα πούμε τώρα και να μην
αφήσουμε τίποτε…»
(Γ. Ιωάννου)
1
2.
Α. ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
1. Ο συγγραφέας: η ζωή και το έργο του
Ο Γιώργος Ιωάννου (αρχικά µε το επώνυµο Σορολόπης) γεννήθηκε στη
Θεσσαλονίκη (20/11/1927) από γονείς πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη
(Ραιδεστό και Κεσσάνη). Στη γενέτειρά του, που αγάπησε όσο τίποτα και όπου έζησε
τη συγκλονιστική τραγωδία του αφανισµού των Εβραίων, έζησε τα παιδικά και
εφηβικά του χρόνια, τελείωσε το Γ’ Γυµνάσιο Αρρένων και σπούδασε στη
Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστηµίου της (Τµήµα Ιστορικό - Αρχαιολογικό), και για
ένα µικρό διάστηµα υπηρέτησε ως βοηθός στην έδρα της Αρχαίας Ιστορίας.
Από το 1954 εργάστηκε ως καθηγητής σε ιδιωτικά σχολεία της Αθήνας και της
επαρχίας έως το διορισµό του στη Μέση Εκπαίδευση, το 1960, στο Καστρί Κυνουρίας.
Το 1962 αποσπάστηκε στη Βεγγάζη της Λιβύης, όπου ιδρύει Ελληνικό Γυµνάσιο, στο
οποίο διδάσκει δύο χρόνια. Από το 1971 εγκαταστάθηκε µόνιµα στην Αθήνα,
διαµένοντας στο σπίτι της Αρλέτας (Δεληγιάννη 3), στα Εξάρχεια, που γίνεται το
πνευµατικό του εργαστήρι. Στην περίοδο αυτή υπηρέτησε αρχικά σε Γυµνάσιο και
έπειτα µε απόσπαση στο Υπουργείο Παιδείας, όπου παρέµεινε τελικά και µετά την
προαγωγή του σε Γυµνασιάρχη και τη συνακόλουθη µετάθεσή του στο Καρλόβασι
Σάµου, όπου πήγε για λίγους µήνες. Μετά τη µεταπολίτευση έγινε βασικό µέλος της Επιτροπής του Υπουργείου
Παιδείας για την έκδοση του Ανθολογίου για τα παιδιά του Δηµοτικού Σχολείου και συνεργάστηκε στο
µαθητικό περιοδικό «Ελεύθερη γενιά» (1976-1981), που εκδίδεται υπό τη διεύθυνση του Κ.Ν. Παπανικολάου.
Το σηµαντικό έργο του Γιώργου Ιωάννου, πολύπτυχο και ποικίλο, καλύπτει όλους τους τοµείς: ποίηση,
πεζογραφία, θέατρο, λαϊκό πολιτισµό (δηµοτικό τραγούδι, παραλογές, προφορική αφήγηση), παιδικό
ανάγνωσµα, µεταφράσεις αρχαιοελληνικού κειµένου, δοκίµιο, χρονογράφηµα, έκδοση περιοδικού. Βαθιά
καλλιεργηµένος άνθρωπος, µε πνευµατικές ανησυχίες, που τον φέρνουν κοντά στον Καβάφη και τον
Παπαδιαµάντη, µε έντονη κοινωνική συνείδηση και µαχητικότητα, διαµόρφωσε µια συγγραφική φυσιογνωµία
όπου συναιρούνται οι βιωµατικές εµπειρίες και η µαρτυρία, ο συναισθηµατικός τόνος και ο αυτοσαρκασµός,
η θυµοσοφική διάθεση, η έκφραση της υπαρξιακής αγωνίας και της µοναξιάς.
Πρωτοπαρουσιάστηκε ως πεζογράφος το 1964. Τη χρονιά αυτή δημοσίευσε το
πρώτο του πεζό έργο, με τον τίτλο «Για ένα φιλότιμο» και υπότιτλο «πεζογραφήματα». Σ’ αυτόν, ακριβώς, τον υπότιτλο διαφαίνεται μια συγκεκριμένη πρόθεση του
συγγραφέα: δε χαρακτηρίζει τα έργα αυτής της πρώτης του συλλογής διηγήματα ή
αφηγήματα κι αυτό, γιατί θέλει να υποδηλώσει ότι δεν τα ταυτίζει απόλυτα με την
έννοια και το χαρακτήρα των κλασικών διηγημάτων. Κατά κάποιο δηλαδή γενικό
τρόπο στον υπότιτλο «πεζογραφήματα» ο συγγραφέας προβάλλει την ιδιαιτερότητα
και τον ξεχωριστό χαρακτήρα που έχει το αφηγηματικό του έργο.
Ο Ιωάννου ως πεζογράφος ανήκει στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά. Στη γενιά
αυτή ανήκουν πεζογράφοι που πρωτοεμφανίστηκαν στα γράμματα μετά το 1960. Οι
συγγραφείς οι συνομήλικοι με τον Ιωάννου έζησαν τα παιδικά, τα εφηβικά και τα
πρώτα ώριμα χρόνια τους σε δύσκολους καιρούς. Συγκεκριμένα, όλοι αυτοί οι
συγγραφείς έζησαν τη φρίκη του δεύτερου μεγάλου πολέμου, τα μαύρα χρόνια της
γερμανι- κής κατοχής, τη δίνη του εμφυλίου πολέμου και τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια της σκληρής δεκαετίας
του ‘50. Οι μνήμες και τα βιώματα από αυτές τις δύο δύσκολες δεκαετίες (1940-1960) αποτελούν την πρώτη
πηγή από την οποία οι μεταπολεμικοί συγγραφείς αντλούν το υλικό τους και το μεταπλάθουν σε λογοτεχνική
γραφή.
Ειδικά ο Γιώργος Ιωάννου είναι ο κατεξοχήν μεταπολεμικός πεζογράφος που η συγγραφική του δημιουργία
στηρίζεται στις προσωπικές του μνήμες και τα προσωπικά του βιώματα. Όσα έζησε και όσα τον σημάδεψαν με
τρόπο ανεξίτηλο στην παιδική, εφηβική, μετα-εφηβική και την ώριμη ηλικία, αποτελούν το κύριο προσυγγραφικό του υλικό. Αυτό το πλούσιο και ποικίλο υλικό των βιωμάτων του το μεταπλάθει σε λογοτεχνική ύλη
με έναν ιδιαίτερα ξεχωριστό τρόπο, που συνιστά το απόλυτα προσωπικό του ύφος.
2. Οι παράγοντες που διαμόρφωσαν το πεζογραφικό του έργο
2
3.
1.
2.
3.
4.
5.
6.
Τα χρόνια πουσφράγισαν τη ζωή του συγγραφέα είναι εκείνα του πολέμου, της κατοχής, της
αντίστασης και του εμφυλίου, όπως τα έζησε στη Θεσσαλονίκη που μεγάλωσε.
Η οικογένεια (τα πρόσωπα: ο πατέρας, η γιαγιά, η προσφυγική καταγωγή, η οικονομική κατάσταση, οι
πολιτικές και οι θρησκευτικές πεποιθήσεις και η αγωγή που ήταν μάλλον καταπιεστική).
Ο κοινωνικός περίγυρος (γειτονιά, σχολείο, φίλοι), ένας προσφυγικός συνοικισμός. Εκεί έρχεται σε
επαφή με πρόσφυγες, Εβραίους, με ανθρώπους που μαγεύουν τα παιδιά και έλκουν την περιέργεια
τους. Από εκεί προέρχονται οι φίλοι και οι συμμαθητές (που δεν ήταν πάντα καλοί μαζί του).
Τα κατηχητικά σχολεία, οι χριστιανικές ομάδες, τα κατοχικά συσσίτια.
Οι δάσκαλοι και οι σπουδές του που τον οδήγησαν και σε εξωλογοτεχνικά αντικείμενα: μεταφράσεις,
φιλολογικές κριτικές, συλλογές δημοτικών τραγουδιών, μελέτες (παραμύθια, Καραγκιόζης κλπ.).
Η Θεσσαλονίκη ως πόλη που είναι και ο χώρος δράσης πολλών πεζογραφημάτων του και το
λογοτεχνικό της περιβάλλον («Σχολή της Θεσσαλονίκης») με τους Πεντζίκη, Καρέλλη, Ξεφλούδα κ.ά.,
οι οποίοι, τη δεκαετία του ’30, εισήγαγαν τον εσωτερικό μονόλογο, εκμεταλλευόμενοι τους συνειρμούς
με στόχο την ανάδυση όχι μόνο της ατομικής αλλά και της συλλογικής μνήμης.
3. Επιδράσεις
1.
2.
3.
4.
Τα λογοτεχνικά του διαβάσματα: Ο Ιωάννου επηρεάζεται στο έργο του από τον Ν. Πεντζίκη, τον Φ.
Κόντογλου, τον Κ. Π. Καβάφη, τον Α. Παπαδιαμάντη κ.ά. Από τον Πεντζίκη ως προς τον εσωτερικό
μονόλογο/συνειρμική γραφή, από τον Κόντογλου στην αγάπη για τη λαϊκή παράδοση και τη στροφή
στο παρελθόν, από τον Καβάφη στη χωρική εμμονή (Θεσσαλονίκη - Αλεξάνδρεια), στο υπαινικτικό
ύφος, στη λειτουργία της μνήμης, στο ερωτικό στοιχείο, από τον Παπαδιαμάντη διδάχθηκε πολλά:
επίσης την εμμονή στο χώρο (Θεσσαλονίκη - Σκιάθος), την κατασκευή ιστοριών με πυρήνα βιωματικό
υλικό και παιδικές αναμνήσεις, τη μουσικότητα του λόγου, αλλά και τις παρεκβάσεις που
χαρακτηρίζουν την τεχνική του.
Ο κινηματογράφος επηρεάζει την τεχνική της γραφής του (π.χ. αναδρομικές αφηγήσεις) και την
ατμόσφαιρα των έργων του. Χαρακτηριστικό είναι αυτό που ο ίδιος λέει: «γράφοντας σκέφτομαι
πλάνα».
Η επικαιρότητα.
Η δουλειά του και η δημοσιοϋπαλληλική του ιδιότητα.
4. Γραμματολογικά στοιχεία
Το πεζογράφηµα «Μες στους Προσφυγικούς Συνοικισµούς» ανήκει στη συλλογή «Για Ένα Φιλότιµο» που ο
Γιώργος Ιωάννου εξέδωσε το 1964, όταν πρωτοεµφανίστηκε στα Ελληνικά Γράµµατα.
Ειδικότερα αποτελεί ένα από τα 8 πεζογραφήµατα της συλλογής (συνολικά 22) όπου ο χώρος
τέλεσης των γεγονότων και της µνήµης του συγγραφέα είναι η γενέτειρά του, η Θεσσαλονίκη.
Είναι έκδηλο ότι ο Ιωάννου περιδιαβαίνοντας τις προσφυγικές συνοι-κίες της πόλης του,
έρχεται σε επαφή µε τους µοναχικούς και κατατρεγµένους, που ζουν ξεριζωµένοι από τα πάτρια
εδάφη αλλά µε τη φλόγα της πατρίδας να καίει ασταµάτητα µέσα τους, και την ίδια στιγµή µε τη
δύναµη της προσωπικής εµπειρίας και των ταυτόσηµων βιωµάτων, τροφοδοτείται και ο ίδιος
από το δράµα των προσφύγων, συγκινείται, συµπάσχει και αντιλαµβάνεται την ιδιαίτερη αξία
που αποκτά η έννοια «πατρίδα» και «ράτσα» για τον κάθε απλό άνθρωπο.
Το χαρακτηρισµό «πεζογραφήµατα» τον δίνει ο ίδιος ο Ιωάννου στα έργα του λέγοντας ότι αρέσκεται στο
πολύπτυχο «πεζογράφηµα». Αυτό που περιέχει όλα τα είδη, που είναι και δοκίµιο και χρονικό και σχόλιο πάνω
στις ιστορίες που εννοούνται διότι αυτό τον «χωράει» και τον εκφράζει. Το ονόµασε, όπως λέει, «πεζογράφηµα»
είτε γιατί περιείχε όλα τα είδη, είτε γιατί κανένα από τα πεζογραφικά είδη δεν κάλυπτε το καινούριο είδος.
Σε συνέντευξή του (1984) ο ίδιος χαρακτήρισε το αφήγημά του ως «πολύπτυχο πεζογράφημα» και το όρισε ως:
«Αυτό που περιέχει όλα τα είδη, που είναι και δοκίμιο και χρονικό και σχόλιο πάνω στις ιστορίες που
εννοούνται».Τα πεζογραφήματά του αποτελούν μικρογραφίες της καθημερινής ζωής των κατοίκων της
Θεσσαλονίκης: «μινιατούρες της καθημερινότητας» (Βιστωνίτης). «Άλλοτε πλησιάζουν τον ‘‘άμορφο’’
συνειρμικό μονόλογο […], άλλοτε υποδύονται το δοκίμιο[…], άλλοτε πάλι εμφανίζονται ως παραδοσιακά
διηγήματα […]» (Κοτζιάς).
• «Η αφήγησή του, που κατά κύριο λόγο γίνεται σε πρώτο πρόσωπο, έχει έναν χαρακτήρα καταγραφικό
και κάποτε χρονογραφικό [...].»
• «Η εμπειρία είναι το κυρίαρχο στοιχείο […].»
3
4.
•
•
«Η δομή τουείναι στοιχειώδης […]»: δεν υπάρχει κεντρικός μύθος αλλά σύνθεση συνειρμών”.
«Η συμβολή του βρίσκεται αλλού: στον τρόπο που απομονώνει το κάθε περιστατικό, στην έντονη
συγκινησιακή φόρτισή του και στην ακρίβεια και την καθαρότητα της γλώσσας του» (Βιστωνίτης).
5. Γνωρίσματα της τέχνης του
α. Η κοινωνική καταγγελία
Η αμέριστη συμπάθεια για τους καταδικασμένους, τους καταπιεσμένους, τους κοινωνικά υποδεέστερους ή και
περιθωριοποιημένους, που αναβλύζει σε κάθε σημείο του έργου του Ιωάννου, φαίνεται καθαρά πως εκκινεί από
τη δική του καταπίεση από τον οικογενειακό και εργασιακό κλοιό, από την αναστολή δικών του πράξεων και
επιθυμιών. Ο Ιωάννου πέτυχε το σωστό τόνο, και το ανατρεπτικό περιεχόμενο πέρασε σχεδόν απαρατήρητο με
όχημα το νέο λογοτεχνικό είδος. Το πεζογράφημα κατάφερε να ισορροπήσει τον κίνδυνο της έκθεσης που
δημιουργούσε η αδήριτη ανάγκη για εξομολόγηση, όντας μια φόρμα μικτή, κρυπτική, μακριά από τη γραμμική
αφήγηση μιας ιστορίας, δίχως ήρωες που πιθανόν να οδηγούσαν σε ταυτίσεις με το γράφοντα.
β. Αφηγηματικό υλικό: Ο βιωματικός – εξομολογητικός χαρακτήρας
Τα αφηγήματα του Ιωάννου έχουν ως πρώτη ύλη μαρτυρίες και βιώματα, αλλά και πρόσωπα, πράγματα και
γεγονότα από το παρελθόν, την καθημερινότητα και τη νεοελληνική πραγματικότητα (τον κόσμο της
προσφυγιάς, τον πόλεμο, την κατοχή, τη μεταπολεμική περίοδο), τα οποία ο συγγραφέας εξομολογείται,
διασώζοντάς τα με δύο κυρίως μέσα: την πολύ ισχυρή μνήμη του και τη μεγάλη παρατηρητικότητά του.
(Δρουκόπουλος).
Όταν διαβάζει κάποιος τα «πεζογραφήματα» του Ιωάννου, αποκομίζει μια πρώτη ισχυρή αίσθηση ή και
βεβαιότητα: ο συγγραφέας δίνει την εντύπωση ότι δεν επινοεί και δεν πλάθει ιστορίες με τη δημιουργική του
φαντασία. Αντίθετα, καταγράφει, με τρόπο αυστηρά προσωπικό, τα βιώματά του, στιγμιότυπα που ο ίδιος έζησε
στα χρόνια πριν και μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στη Θεσσαλονίκη και αργότερα στην Αθήνα. Συνοπτικά, θα
λέγαμε πως πρόκειται για ένα είδος βιωματικής λογοτεχνίας. Στη λογοτεχνική μετάπλαση αυτών των
προσωπικών του βιωμάτων, ο συγγραφέας-αφηγητής λειτουργεί κυρίως ως όραση και ως θεατής, που
αντιδρά με συγκεκριμένες συναισθηματικές αντιδράσεις και σκέψεις απέναντι στα όσα βλέπει, παρατηρεί και
βιώνει. Διακρίνεται εύκολα η προσωπική έντονη συµµετοχή στα δρώµενα, η αποτύπωση των γεγονότων στη
σκέψη, στη συνείδηση και τελικά στη µνήµη του. Τα περισσότερα άλλωστε κείµενα του Ιωάννου είναι παρµένα
από το χώρο της προσωπικής εµπειρίας, µε αποτέλεσµα τα κοινά βιώµατα να του προσδίδουν συναισθηµατική
συµµετοχή, υποκειµενική κρίση και δραµατοποιηµένη εξιστόρηση σε α’ πρόσωπο.
Εκ των πραγµάτων ο Ιωάννου µεταφέρει και αυτοβιογραφικά στοιχεία µέσα από το κείµενο:
Στην αρχή του κειμένου αναφέρει τη συνήθειά του να συχνάζει στο ίδιο καφενείο με τους πρόσφυγες.
Ταυτίζεται με τους πρόσφυγες και τα παιδιά τους (όπως κι εγώ).
Εντάσσει τον εαυτό του στους διεσπαρμένους.
Παρουσιάζεται να αναζητά τη δική του ράτσα και να φαντάζεται πως επιστρέφει στην πατρίδα.
Παρουσιάζει τον εαυτό του μέσα στην απομόνωση που επιβάλλει ο σύγχρονος τρόπος ζωής.
Παρουσιάζεται να νιώθει μόνος μέσα στο πλήθος και να επικοινωνεί με τους προγόνους του.
γ. Ο χρόνος
Ο χρόνος στα πεζογραφήματα του Ιωάννου δεν είναι απλός. Συνήθως παρελθόν και παρόν γίνονται ένα,
εμπλέκονται, δίνοντας στα έργα του την εικόνα της σύνθεσης παρόντος - παρελθόντος και των διαφορετικών
χρονικών στιγμών (Αράγης). Συχνά το παρελθόν εσωτερικεύεται, γίνεται παρόν κλιμακωτά ενώ αιχμαλωτίζεται
από την αφήγηση (Δρουκόπουλος).
δ. Ο χώρος
Ο χώρος (που ο ίδιος αποκαλεί «δοχείο μνήμης») είναι παρών στα περισσότερα έργα του. Ο συγγραφέας τον
αντιμετωπίζει ως αντικείμενο της πεζογραφίας του, αφού είναι ουσιαστικό στοιχείο των έργων του και όχι απλό
σκηνικό. Ο χώρος στα έργα του Ιωάννου συνδέεται και με το χρόνο αλλά και με τον εσωτερικό προσωπικό
κόσμο που διαμορφώνει και το χώρο της πόλης.
ε. Ο βιωμένος χώρος της Θεσσαλονίκης
Σημαντικό ρόλο στο έργο του Ιωάννου παίζει η πόλη της Θεσσαλονίκης, ένας χώρος βιωµένος. Η παρουσία
της είναι διάχυτη σ’ όλα του σχεδόν τα πεζογραφήματα και αποτελεί για το συγγραφέα πηγή έμπνευσης και
4
5.
αντικείμενο εξύμνησης. Ηγενέτειρά του, όπως συχνά την αποκαλεί, μας δίνεται σε όλες τις εκφάνσεις της και σ’
όλο το μάκρος της μεγάλης της ιστορίας. Και η παθολογική αγάπη που τρέφει για την πόλη ο συγγραφέας τον
κάνει να πιστεύει ότι το κάλλος της δεν μπορεί να βρεθεί αλλού. Ο Ιωάννου με ποικίλους τρόπους εκφράζει την
αγάπη και αφοσίωσή του προς τη γενέτειρά του. Επισημαίνει το κοσμοπολίτικο και πολυπολιτισμικό χρώμα
της πόλης που οφείλεται στην ιδιαιτερότητα των κατοίκων της, κυρίως των προσφύγων. Με σχολαστικότητα
δίνει τα γεωγραφο-τοπογραφικά της πόλης κατονομάζοντας συνοικίες, δρόμους, κτήρια. Το ανατολίτικο χρώµα
της Θεσσαλονίκης µε το «χαµάµι», το «καφεσαντάν» κτλ., οι περιθωριακοί και ο υπόκοσµος του Παλιού
Σταθµού και άλλων χώρων, τα διάφορα παρα-επαγγέλµατα της «φτωχο-µάνας», το κοινό των λαϊκών σινεµά
και οι λόγοι συνωστισµού σ’ αυτά, οι ξεπεσµένοι Μικρασιάτες άρχοντες και η κοινωνική αλλαγή την οποία υπέστησαν και επέφεραν, οι νέες βιοτεχνίες µε τους πρόσφυγες, η αρχιτεκτονική των σπιτιών κτλ. αποτελούν
ζητήµατα που παρουσιάζουν σοβαρό ενδιαφέρον για τον ερευνητή. Όπως επίσης σοβαρό ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αντιπαράθεση των δύο κόσµων - του παλιού και του νέου που σαν θέµα προβάλλεται και από
πολλούς άλλους σύγχρονους συγγραφείς.
Ο χώρος είναι το κατάλυµα του χρόνου, που σηµαίνει ότι ο βιωµένος χώρος συσσωµατώνει και τον αντίστοιχο
βιωµένο χρόνο. Η περιπλάνηση σ’ αυτό τον αξεδιάλυτο χωροχρόνο πραγµατώνεται µέσω της ανάµνησης. Η
Θεσσαλονίκη του Γιώργου Ιωάννου είναι πρωταρχικά µια πόλη της µνήµης. Μέσω αυτής ο αφηγητής
περιπλανάται στο χώρο και στο χρόνο της. «Το ταξίδι», άλλωστε, στο χρόνο (παρελθόν) είναι ουσιαστικά πάλι
«ταξίδι στο χώρο». Ο αφηγητής, τον οποίο υποδύεται ο συγγραφέας, βλέπει την πόλη καθώς περιπλανάται σ’
αυτήν. Η οπτική του, οπτική ενός πλάνητα, δεν είναι παρά ενός ενήλικα, ο οποίος επιζητά να ανασυνθέσει τη
χαµένη πόλη, τη χαµένη νιότη, τη χαµένη παιδικότητα και αθωότητα. Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη της
αναζήτησης του «χαµένου χρόνου». Άλλωστε, ο ίδιος ο συγγραφέας έχει οµολογήσει πως «µε τα κείµενα αυτά
προσπαθώ περισσότερο το χρόνο να αιχµαλωτίσω κι όχι τον τόπο», προχωρώντας στην επεξήγηση ότι «πόλεις
βρίσκονται στο εντελώς πρώτο επίπεδο, ενώ εγώ σκοπεύω πολύ παρακάτω». Αυτό σηµαίνει πως οι χώροι οι
οποίοι εµφανίζονται στα κείµενα, όπως τους ανασυνθέτει ο αφηγητής µέσω της µνήµης του, είναι χώροι οι
οποίοι λειτουργούν µεταφορικά µε συνδηλώσεις, έτσι που να µετατρέπονται σε χώρους ποιητικούς.
Ό,τι λοιπόν παραπέµπει στην πραγµατική πόλη δεν είναι παρά ένα τέχνασµα του συγγραφέα. Έτσι,
διαµορφώνεται µια νέα πόλη, αυτή που ανασυνθέτει ο αφηγητής µέσω της µνήµης του. Ο αναγνώστης
συµµετέχει σ’ αυτήν τη µεταµόρφωση, υιοθετώντας την οπτική του αφηγητή και αναζητώντας κι εκείνος µε τη
σειρά του το «χαµένο χρόνο» µέσα σε µια πόλη η οποία κινείται ανάµεσα στην πραγµατικότητα και στη
φαντασία. Άλλωστε, όπως σηµειώνει ο Edmund Keely για µια άλλη σπουδαία πόλη της φαντασίας, την
καβαφική Αλεξάνδρεια, «η πιο σηµαντική υπηρεσία που προσφέρει η µνήµη είναι το ότι ξεγελάει το χρόνο,
καθηλώνοντας και ξαναφέροντας πίσω ό,τι άλλαξε µε τον καιρό, έτσι που το αρχικό σχήµα των πραγµά-των
µπορεί να αναπλαστεί µέσα στην τέχνη του ποιητή και να κρατηθεί εκεί όσο ζήσει η ποίησή του».
στ. Η αμφιθυμία
Από τα χαρακτηριστικά του έργου και της ζωής του Ιωάννου είναι η αμφιθυμία, δηλ. η ψυχική κατάσταση που
χαρακτηρίζεται από τη συνύπαρξη δύο αντίθετων συναισθημάτων. Στο διδασκόμενο πεζογράφημα
χαρακτηριστική περίπτωση αμφιθυμίας (αλλά όχι και η μοναδική) αποτελεί η συναισθηματική κατάσταση που
βιώνει ανάμεσα σε δύο κόσμους: του κόσμου της πόλης και του κόσμου των προσφύγων.
Ο κόσμος της πόλης
Αντιμετωπίζει με λύπη και αποστροφή τη ζωή της
πόλης και τους ανθρώπους της. Είναι ένας κόσμος
θορυβώδης, ανώνυμος, ξένος. Είναι άνθρωποι
απομονωμένοι, βολεμένοι στα έτοιμα και στα σπίτιακλουβιά τους. Είναι άχρωμοι, άοσμοι, άγνωστοι,
αλλοτριωμένοι. Χωρίς αξίες, χωρίς δεσμούς και
συνοχή. Αυτόν τον κόσμο ο αφηγητής τον
απεχθάνεται και επιθυμεί διακαώς τη φυγή του.
Ο κόσμος των προσφύγων
Για τον αφηγητή είναι μια ζεστή ανθρώπινη κοινωνία,
όπου οι άνθρωποι μιλάνε μεταξύ τους, χαίρονται και
λυπούνται μαζί, συναισθάνονται, νιώθουν ότι έχουν
πολλά κοινά. Άνθρωποι που τους ενώνει το παρελθόν,
η ιστορία, ο πολιτισμός, η ράτσα τους, που τους δένει
άρρηκτα η ξενιτιά. Μέσα σ’ αυτό τον κόσμο ανήκει κι
ο αφηγητής, σ’ αυτόν επιθυμεί να επιστρέψει (εφόσον
δεν είναι εφικτό να γυρίσει στην πατρίδα του), γιατί
αυτοί οι άνθρωποι παρά τις προσπάθειες κάποιων δεν
έχουν ακόμα αλλοτριωθεί.
ζ. Αφηγηματικές τεχνικές
(i) Οπτική γωνία
5
6.
Μονοεστιακή ή μονομερήςαφήγηση: Ο αφηγητής αφηγείται σχεδόν πάντα μέσα από τη δική του οπτική
Ποικίλλει όμως ο βαθμός συμμετοχής του στην αφήγηση, αφού άλλοτε εξομολογείται προσωπικά του βιώματα
σε πρώτο πρόσωπο και άλλοτε θεάται και σχολιάζει ευθέως ή με υπαινιγμούς. Τα υπόλοιπα αφηγηματικά
πρόσωπα παρουσιάζονται συνήθως από τη δική του οπτική. Η αφήγηση μπορεί να είναι σε πρώτο ή δεύτερο
πρόσωπο (πολύ σπανίως και σε τρίτο).
(ii) Η τεχνική των συνειρμών
Η τεχνική των συνειρμών και της σύζευξης διαφόρων στοιχείων (ο Ιωάννου παρατηρεί, θυμάται, συγκεντρώνει
αποκόμματα). Οι συνειρμοί ωθούνται από την επικαιρότητα, από το χώρο, από τις σκέψεις, τις αναμνήσεις, τις
κουβέντες, τα αντικείμενα, τις λέξεις, τους ήχους κλπ. Η αφετηρία των συνειρμών άλλοτε δηλώνεται με έμφαση
και άλλοτε όχι, οπότε η αφήγηση αρχίζει «ανεπαίσθητα». Χαρακτηριστικό είναι ότι έτσι καταργούνται συχνά οι
αφηγηματικές συμβάσεις (Μαρωνίτης).
(iii) Η τεχνική του διασπασμένου θέματος
Το τεράστιο και ετερόκλητο υλικό της αφήγησης οργανώνεται με την τεχνική του διασπασμένου θέματος, από το
οποίο γεννώνται πεζογραφήματα - σπαράγματα, μικρογραφίες της καθημερινότητας, που κάποτε κινούνται στο
πλαίσιο της νεοελληνικής πραγματικότητας και κάποτε μυθοποιούν την παιδική ηλικία του αφηγητή, ο οποίος
αντιμετωπίζει τα πράγματα και τα γεγονότα μέσα από το δικό του το προσωπικό αλλά όχι το αυστηρά
εξατομικευμένο πρίσμα. Η μνήμη και τα πρόσωπα του παρελθόντος είναι κυρίαρχα στο παρόν και
ανακαλούνται μέσω συνειρμών (συνειρμική οργάνωση του αφηγηματικού υλικού).
6
7.
(iv) Η τεχνικήτου αδιάσπαστου θέματος
Στο επίπεδο της θεµατογραφίας του διδαγμένου κειµένου, ο Ιωάννου κάνει χρήση της τεχνικής του
αδιάσπαστου θέµατος, αφού το κείµενό του έχει αρχή (αφόρµηση από τη ζωή των προσφύγων), µέση (αναφορά
στις έννοιες ράτσα, πατρίδα, πρόγονοι και µοναξιά) και τέλος (µε την έκφραση της ιδιαίτερης επιθυµίας του
συγγραφέα).
(v) Λοιπές αφηγηματικές τεχνικές
i.
Η τεχνική του συγκερασμού, όταν η αφήγηση είναι σύνθεση πολλών και συχνά αντιθετικών
πραγμάτων, ενός υλικού που τροποποιείται άλλοτε με τον ένα και άλλοτε με τον άλλο τρόπο για
να εξυπηρετήσει την εκάστοτε αφήγηση.
ii.
Η τεχνική του εγκιβωτισμού που μπορεί να έχει ή τη μορφή της αναδρομικής / οπισθοχωρητικής
αφήγησης ή τη μορφή διαφόρων ιστοριών που αφηγείται ο αφηγητής διακόπτοντας την αρχική,
για να επηρεάσει πρόσωπα και πράγματα.
iii.
Η τεχνική της κυκλικής δομής στην περίπτωση που το πεζογράφημα αρχίζει και τελειώνει με το
ίδιο γεγονός.
η. Λοιπά γνωρίσματα του έργου του
i.
Η μαρτυρία, το βίωμα, η εξομολόγηση, η έκφραση της υπαρξιακής αγωνίας και του αδιεξόδου
τροφοδοτούν τα κείμενά του. […]
ii.
Το εξωτερικό σκηνικό κατά κανόνα συνοδεύεται από την εσωτερική του περιπλάνηση στο χώρο
της ατομικής και συλλογικής μνήμης.
iii.
Οι αποτυπώσεις του, οι περιγραφές –άλλοτε λιτές και άλλοτε εμποτισμένες στο ποιητικό κλίμα- η
λεπτή παρατήρηση, το σχόλιο, η ανεπιτήδευτη γραφή, η ανάκληση του παρελθόντος αλλά και η
διαπραγμάτευση του παρόντος, τον οδηγούν σε νέους τρόπους οργάνωσης του αφηγηματικού
υλικού.
iv.
Απελευθερωμένος από τη δεσποτεία του κεντρικού μύθου και της πλοκής, συνθέτει τα περιστατικά
που εξιστορεί και σκιαγραφεί τα πρόσωπά του […] , θρυμματίζοντας τη χρονική και αφηγηματική
αλληλουχία του κειμένου.
v.
Ο αναγνώστης […] θέλγεται από την αμεσότητα της γραφής του...
vi.
Χιούμορ, απουσία μελοδραματισμού, νηφαλιότητα.
θ. Γλώσσα – Ύφος
i.
Η γλώσσα των έργων του είναι ακριβής, απλή και καθημερινή, μια γλώσσα βιωμένη που
κατευθύνεται εσωτερικά. Ο λόγος του είναι γενικά μικροπερίοδος και σε μερικά μόνο έργα (γύρω
στο 1976) μακροπερίοδος.
ii.
Το ύφος του είναι συχνά ακτινοειδές, διότι, ό,τι συμβαίνει στην ενότητα είτε ξεκινάει από ένα
κεντρικό σημείο που έχει αντίκτυπο στην περιφέρεια, είτε κινείται αντίστροφα από την περιφέρεια
προς το κέντρο.
iii.
Ο Ιωάννου υπαινίσσεται με δύο τρόπους: α) λέγοντας και ταυτόχρονα μη λέγοντας κάτι, όταν
χρησιμοποιεί λέξεις / φράσεις γεμάτες νόημα αλλά ατελείς και β) μεταθέτοντας σε άλλα πρόσωπα,
τόπους, εποχές, γεγονότα που συμβαίνουν εδώ και τώρα (Δρουκόπουλος).
7
8.
Το κείμενο
6. Οτίτλος
Ο τίτλος αποτελούμενος από τέσσερις λέξεις σχηματίζει μια επιρρηματική φράση που προϊδεάζει τον αναγνώστη
για το θέμα του πεζογραφήματος. Μας εντάσσει στους προσφυγικούς συνοικισμούς της Θεσσαλονίκης (δε
δηλώνεται ρητά) που σχηματίστηκαν μετά την Μικρασιατική τραγωδία του 1922 από τους Έλληνες της
Ανατολίας. Επομένως, πρόκειται για τίτλο νοηματικό ενεργό.
7. Ο αφηγηματικός μύθος (η «ιστορία»)
Ο αφηγητής, καθισµένος στο συνηθισµένο καφενείο, κοιτάζει τα παιδιά που παίζουν µπάλα. Σκέφτεται τους
µεγάλους που θα αρχίσουν σε λίγο να καταφτάνουν σχολώντας από τη δουλειά. Τους αναγνωρίζει γιατί
διατηρούν τη γνησιότητα της ράτσας τους. Το στοιχείο αυτό ο αφηγητής, που κατάγεται από την ίδια πόλη µε
τους ανθρώπους αυτούς, το διακρίνει καθαρά. Ιδιαίτερα µέσα στο συγκεκριµένο περιβάλλον η καθαρότητα των
χαρακτηριστικών της ράτσας είναι έκδηλη.
Ο αφηγητής θεωρεί τον εαυτό του αλάνθαστο στο να αναγνωρίζει την καταγωγή των προσφύγων είτε
πρόκειται για ανθρώπους που ήρθαν από το Ικόνιο, τον Καύκασο ή τις µικρασιατικές ακτές είτε για
Κωνσταντινουπολίτες, από µέσα ή από τα περίχωρα. Σπάνια να κάνει λάθος, και αν αυτό συµβεί δεν πρόκειται
για σφάλµα, αλλά για απλή διαπίστωση.
Η παραµονή στο καφενείο και η συζήτηση µε τους θαµώνες του, πρόσφυγες, συγκινεί τον αφηγητή. Οι
φυσιογνωµίες τους, αδρές και τίµιες, και η προφορά τους του φέρνει στο νου ονόµατα και λαούς δικούς του,
πρόσωπα της φυλής του και της πατρίδας που δε γνώρισε ποτέ, όµως τη λαχταράει σαν να γεννήθηκε και ο ίδιος
εκεί. Περπατώντας µέσα στους προσφυγικούς συνοικισµούς, ο συγγραφέας νιώθει πάντα την ίδια λαχτάρα της
φυλής. Ανάµεσα στους ανθρώπους αναγνωρίζει Θράκες, Χετταίους, Φρύγες και Λυδούς, ονόµατα που οι
πρόσφυγες αγνοούν, αλλά που στον ίδο δηµιουργούν πάντα µυστηριώδη συγκίνηση. Σκέφτε ται πως αυτοί οι
άνθρωποι, που του συµπεριφέρονται µε διακριτικότητα, χωρίς να δείχνουν ότι τους παραξενεύει η παρoυσία
του, έγιναν αντικείµενα εκµετάλλευσης άλλων, οι οποίοι, αφού τους δηµιούργησαν εσωτερικά προβλήµατα,
τώρα τους ωθούν στη µετανάστευση για να τους ξεφορτωθούν.
Ο αφηγητής αισθάνεται αποξενωµένος µέσα στις µεγάλες αρτηρίες. Και κάποιες στιγµές, σταµα-τώντας σ’ ένα
πεζοδρόµιο, ακούει τα βήµατα των ανθρώπων και του έρχεται η επιθυµία να γονατίσει, για να περάσει από
πάνω του το ποτάµι των προγόνων, σαν να πρόκειται για Ψυχοσάββατο ή σαν να επιστρέφουν οι ψυχές στον
Άδη µετά τη σύντοµη «άνοδό» τους στη γη, κατά τη λαϊκή δοξασία.
Το παράπονο όμως τον επαναφέρει στη σκληρή πραγµατικότητα. Ο αφηγητής εκφράζει την απέχθειά του
για την αποξένωση, µέσα στην οποία είναι υποχρεωµένος να ζει. Ξένος ανάµεσα σε ανθρώπους µε τους οποίους
δεν έχει ούτε καν µικροδιαφορές, ανάµεσα σε ανθρώπους που κρύβουν τα στοιχεία τους σαν κακοποιοί και που
προφασίζονται πως είναι πολιτισµένοι. Θα προτιµούσε να ζει σ’ έναν προσφυγικό συνοικισµό, ανάµεσα σε
ανθρώπους της ράτσας του, και ζηλεύει εκείνους που ζουν στα πατρογονικά τους, ανάµεσα στους συγγενείς
τους.
8. Ο αφηγητής & η οπτική γωνία
Ο αφηγητής είναι ομοδιηγητικός – χρήση α’ ενικού προσώπου, γεγονός που οδηγεί στον εξατομικευμένο
χαρακτήρα των παρατηρήσεων και των σχολίων. Ωστόσο, αυτό δε σημαίνει ότι οι παρατηρήσεις του αφηγητή
έχουν αυτοβιογραφικό και εξατομικευμένο χαρακτήρα.
Η αφήγηση είναι μονομερής ή μονοεστιακή: τα πάντα μάς δίνονται μέσα από την όραση, τα συναισθήματα,
τη σκέψη και την αίσθηση ενός μονάχα προσώπου. Ο αφηγητής μένοντας πιστός στα όρια της ανθρώπινης
εμπειρίας, αναφέρεται στην εσωτερική ζωή ενός μονάχα προσώπου. Τα υπόλοιπα αφηγηματικά πρόσωπα μάς
δίνονται εξωτερικά, δηλ. όπως τα βλέπει, τα ακούει ή ακούει να μιλάνε άλλοι γι’ αυτά.
8
9.
9. Το είδοςτης αφήγησης
Εσωτερική, πρωτοπρόσωπη, μονοεστιακή, μονομερής: ο αφηγητής παρατηρεί από κοντά αλλά και μετέχει σε
όσα αφηγείται, τα οποία παρουσιάζει από τη δική του οπτική γωνία.
10. Αφηγηματικές τεχνικές
i.
ii.
Η πλοκή οργανώνεται χαλαρά με βάση τους συνειρμούς και τις σκέψεις του αφηγητή.
Η αφήγηση προχωρεί ευθύγραμμα και ξαναγυρίζει στην αρχή (κυκλική αφήγηση).
11. Η οργάνωση του αφηγηματικού υλικού
Γίνεται μέσω συνειρμών και παρεκβάσεων:
α. η παρουσίαση των φυλών,
β. η παρέκβαση των αρχαίων λαών και
γ. η εκμετάλλευση των προσφύγων.
12. Αφηγηματικοί τρόποι
Περιγραφή: εικόνες της καθημερινής ζωής του περίγυρου της Θεσσαλονίκης (π.χ. το καφενείο, τα παιδιά που
παίζουν μπάλα). Ο συγγραφέας περιγράφει με συγκίνηση τα χαρακτηριστικά των προσφύγων (με κύριο
γνώρισμα τη γνησιότητα ως προς τη διατήρηση των φυλετικών χαρακτηριστικών).
Εσωτερικός μονόλογος: ο αφηγητής «διαλέγεται» με τον εαυτό του: μιλά στον εαυτό του, μιλά, επίσης, με τον
εαυτό του.
Σχόλια: εκφράζει την πικρία του για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι πρόσφυγες και τη μεταχείριση
που τους επιφυλάσσει η εξουσία.
13. Τα πρόσωπα
Στην πρώτη παράγραφο του κειµένου δίνονται τα πρόσωπα από τα οποία αφορµάται ο συγγραφέας. Τα
πρόσωπα αυτά είναι τα παιδιά και, σε µια αντίθεση ηλικίας, οι µεγάλοι, άνθρωποι της εργατιάς και του µόχθου (κουρασµένοι απ’ τη δουλειά). Πρέπει βέβαια να αναφερθεί και το πρόσωπο του ίδιου του συγγραφέα, ο
οποίος είναι παρών σε όλο το κείµενο µιλώντας σε α’ πρόσωπο, όπως συµβαίνει σε όλα τα κείµενά του· εδώ
µάλιστα ταυτίζεται µε τους «µεγάλους» (γεννήθηκαν εδώ σ' αυτή την πόλη, όπως κι εγώ). Η παρουσία του αυτή είναι
έντονη από την αρχή, στην πρώτη παράγραφο και στην αρχή της δεύτερης: κοιτάζω, κάθοµαι, όπως κι εγώ, από
µας - και εφτά ακόµα ρήµατα της δεύτερης παραγράφου.
14. Ο χώρος και ο χρόνος
Ο χώρος του Ιωάννου σχεδόν σε όλα τα κείµενα του είναι καλυµµένα η Θεσσαλονίκη, η πόλη που έχει
στιγµατίσει τη ζωή του και την ανακαλεί συχνά είτε µε νοσταλγία είτε ως τυραννική ανάµνηση. Οι
καταστάσεις που βίωσε στο συγκεκριµένο χώρο κυριαρχούν στο έργο του (απουσιάζει παντελώς το
φυσικό τοπίο) και η Θεσσαλονίκη, ως σύγχρονη µεγαλούπολη, ως πρωτεύουσα προσφύγων γίνεται το
κατάλληλο υπόβαθρο για να εκτυλιχθούν οι σκέψεις και οι µνήµες του συγγραφέα.
Ο χρόνος: τεχνική της σύνθεσης του χρόνου (πολλαπλές χρονικές συνδέσεις - ο χρόνος δεν είναι
ενιαίος): ο συγγραφέας έχει ως αφετηρία και κατάληξη το παρόν (δεκαετία του ΄60), αλλά από εκεί και
πέρα ξετυλίγει το κουβάρι της σκέψης και της μνήμης του (μικρασιατική καταστροφή του 1922), για να
μας δώσει τους δεσμούς των προσφύγων με την πατρίδα, τη ράτσα, τους δεσμούς μεταξύ τους, σε
αντίθεση με τη μοναξιά και την αποξένωση που κυριαρχούν στα αναπτυσσόμενα αστικά κέντρα.
Επιζητώντας να εκπολιορκήσει το ανθρώπινο μυστήριο αυτής της πόλης, μέσα από μια γραφή, συχνά
κινηματογραφική («…γράφοντας, σκέφτομαι, πλάνα» θα πει ο ίδιος) προσπαθεί να αιχμαλωτίσει το
χρόνο διότι όπως τονίζει: «…Καμιά φωτογραφία και καμιά ταινία δεν μπορεί να αποτυπώσει αυτή την
παλιά μορφή της Θεσσαλονίκης και της ζωής μέσα σ’ αυτήν, όπως ένα κείμενο».
15. Η γλώσσα – το ύφος – ο τόνος
Η γλώσσα του Ιωάννου χαρακτηρίζεται κυρίως από:
Την ευαίσθητη αλλά όχι μελοδραματική γραφή. Πρόκειται για γλώσσα καθημερινή, απλή, ακριβή:
«Εγώ όμως από τώρα είμαι βαριά παραπονεμένος. Μέσα στους ξένους και στα ξένα πράγματα ζω διαρκώς, στα έτοιμα
9
10.
και στα ενοικιασμένα».Έκδηλη η παρουσία ευαισθησίας αλλά και η απουσία μελοδραματισμού.
Περισσότερο ενδιαφέρει τον Ιωάννου η χρήση των ουσιαστικών και των ρηµάτων να αποπνέει
συναίσθηµα, να φορτίζει τον αναγνώστη, να µεταφέρει την υποβλητικότητα που είναι βασικό στοιχείο
της γραφής του. Η ακρίβεια, η καθαρότητα των νοηµάτων και η απόδοση του συγκεκριµένου, του
δεδοµένου χωρίς περιστροφές είναι στόχος του τον οποίο επιτυγχάνει σε τεράστιο βαθµό δίνοντας
χαρακτήρα µοναδικού και ανεπανάληπτου γλωσσικού γεγονότος στο κείµενό του.
Το μικροπερίοδο λόγο και την απλή καθημερινή γλώσσα: «Στέκομαι κοιτάζω … συναντημένοι».
Τις λιτές εικόνες-σκηνές, που αγγίζουν τον αναγνώστη, χωρίς να τον καταβάλλουν ψυχικά:
«Ολομόναχος, ξένος, παντάξενος, χάνομαι στις μεγάλες αρτηρίες. Όταν ανάβει κόκκινο και σταματούν τ’
αυτοκίνητα, μου φαίνεται για μα στιγμή πως παύει εντελώς κάθε θόρυβος».
Τις συγκρατημένες παρομοιώσεις, μεταφορές και προσωποποιήσεις: «Ερυθρά και λευκά αιμοσφαίρια σα να
κυκλοφορούν».
Συγχρόνως το ύφος του κειµένου είναι απλό, συγκρατηµένο και παρά την συναισθηµατική φόρτιση του
συγγραφέα, απουσιάζουν οι λυρικές εξάρσεις και οι µελοδραµατισµοί, ενώ ο τόνος είναι ασφαλώς εξοµολογητικός (προδηλώνεται από το α’ πρόσωπο) αλλά πάντα µε τη διάθεση το ατοµικό να καθολικεύεται, γιατί η
ιδιωτική υπόθεση κρύβει µέσα της το γενικότερο ανθρώπινο αδιέξοδο, τη µοίρα του ανθρώπου.
16. Ενότητες – δομή
Η δομή είναι κυκλική: αρχίζει με τον αφηγητή να κάθεται σ’ ένα καφενείο προσφυγικού συνοικισμού και
κλείνει με την επιθυμία του να ζήσει σ’ έναν προσφυγικό συνοικισμό.
Το κείµενο αποτελεί µιαν εκτεταµένη περιπλάνηση του συγγραφέα στο χώρο των προσφύγων και διαρθρώνεται
µέσα από το βασικό ιστό της, σε επιµέρους ενότητες, µε βάση τη συλλογιστική πορεία του γράφοντος και τα
ιδιαίτερα στοιχεία στα οποία εστιάζει κάθε φορά.
1η ενότητα
2η ενότητα
Στέκοµαι ... συναντηµένοι
Η αλήθεια πάντως ... είναι διαπίστωση
3η ενότητα
4η ενότητα
5η ενότητα
6η ενότητα
Οι θαμώνες ενός καφενείου.
Οι ράτσες των προσφύγων και η ιδιαίτερη
ικανότητα αναγνώρισής τους από το συγγραφέα.
Ο έντονος συναισθηµατισµός του συγγραφέα.
Η διχόνοια και η διασπορά των προσφύγων.
Η μοναξιά του συγγραφέα-αφηγητή.
Η νοσταλγία της πατρίδας και η ταύτιση µε τους
αγνούς πρόσφυγες.
Κι όµως ... έτσι η αλήθεια
Κι όµως .. στις παρέες τους
Ολοµόναχος ... οι αταξίες
Γι’ αυτό ... της ράτσες µου τριγύρω
17. Η ιδιομορφία της αφήγησης
Το κεντρικό θέμα (η συνοχή των προσφύγων, οι δεσμοί τους, η ζεστασιά και η μνήμη του παρελθόντος) εκτίθεται
κατά τρόπο αδιάσπαστο, δηλ. το σημαντικότερο ρόλο παίζει η παρατήρηση πραγμάτων, προσώπων ή
καταστάσεων, η οποία οδηγεί σε μια μορφή αφήγησης του συγκεκριμένου. Όπως ο ίδιος παρατηρεί σχετικά με
τα πεζογραφήματά του: «… δεν είναι κείμενα που προσπαθούν να δώσουν την ιστορία (…) αλλά μια μικρή
καταβολή, γιατί βλέπω ότι αυτά τα πολύτιμα πράγματα πάνε να χαθούνε (…) καμιά ιστορία δεν τα πιάνει (…).
Απέφυγα με επιμέλεια κάθε ιστορικό θέμα που δεν ήταν του καιρού μου. Προσπάθησα να δω τα γεγονότα που
έζησα και που δεν έπιασε ούτε ο τύπος της εποχής μου. Και δεν είναι που θα χαθούν αυτά καθ’ εαυτά, θα χαθεί
και το πνεύμα της εποχής».
18. Ερμηνευτικές παρατηρήσεις
18.1. Το θέμα και η πρόθεση του συγγραφέα
Βασικό θέµα του κειμένου αποτελεί η προσωπική ενασχόληση του συγγραφέα µε την ιδιαίτερη «ράτσα» των
προσφύγων που κατοικούν στη Θεσσαλονίκη (ο χώρος δεν ονοµάζεται αλλά δίνεται µόνο υπαινικτικά). Η
έντονη ευαισθησία του Ιωάννου τον ωθεί να αφιερώσει τη σκέψη του στις οµάδες του πληθυσµού που
αποκόπηκαν από την ιδιαίτερη πατρίδα τους και βιώνουν τη µοναξιά και την αποµόνωση της µεγαλούπολης
προσπαθώντας να διατηρήσουν τα στοιχεία που προσδίδουν την ξεχωριστή καταγωγή τους. Πρόθεση του
συγγραφέα είναι να παρουσιάσει το δεσμό των προσφύγων με την πατρίδα και τη ράτσα τους καθώς και τη
χειρότερη μοναξιά στην οποία περιέπεσαν στη συνέχεια ως κάτοικοι σύγχρονης μεγαλούπολης.
18.2. Η 1η ενότητα
10
11.
(i) Η αφόρμηση
Οσυγγραφέας αφορµάται από µια σκηνή της καθηµερινότητας για να εκθέσει το πλήθος των σκέψεών του.
Εστιάζει το βλέµµα του σε κάποια παιδιά που παίζουν έξω από ένα ορισµένο καφενείο και ο συνειρµός του τον
οδηγεί µέσα στο συγκεκριµένο χώρο όπου συχνάζουν οι απλοί άνθρωποι της ξενιτιάς µε τις ιδιαιτερότητές τους.
Ο συγγραφέας µε τη δύναµη της φαντασίας του πλάθει την εικόνα των προσφύγων και τα στοιχεία που
καθορίζουν την αυθεντικότητα και τη γνησιότητά τους.
- Είναι δεύτερης γενιάς, γεννημένοι στη Θεσσαλονίκη, όπως ο
αφηγητής.
- Διατηρούν όμως τα χαρακτηριστικά της ράτσας και της ψυχή τους.
Η ταυτότητα των προσφύγων
- Βιοπαλαιστές, αληθινοί και γνήσιοι στον καθημερινό αγώνα τους.
(ii) Η σκόπιμη αοριστία
Είναι χαρακτηριστικό ότι σε κανένα σηµείο της 1 ης ενότητας δεν επιχειρεί ο Ιωάννου να καθορίσει µε σαφήνεια
ούτε ποια είναι τα παιδιά που κοιτάζει, ούτε ποιο είναι το ορισµένο καφενείο ούτε η πόλη ούτε οι µεγάλοι που
πρόκειται να έρθουν. Προτιµά να αναφερθεί γενικευτικά και υπαινικτικά, να αποφύγει τη
συγκεκριµενοποίηση των καταστάσεων που εξετάζει, δείχνοντας ότι στην ίδια ακριβώς θέση θα µπορούσε να
βρίσκεται κάθε άνθρωπος, ενώ συγχρόνως κάθε πόλη µπορεί να είναι πρωτεύουσα προσφύγων φιλοξενώντας
ανθρώπους από διάφορες χαµένες πατρίδες που αναζητούν µια καλύτερη ζωή. Γι’ αυτό άλλωστε ο χώρος και ο
χρόνος του κειµένου δεν προδηλώνονται άµεσα. Η Θεσσαλονίκη και το καφενείο είναι δυο µέρη καθαρά
συµβολικά, γιατί η παρουσία των προσφύγων είναι εξίσου έντονη και ισχυρή σε οποιοδήποτε σηµείο της
Ελληνικής επικράτειας, όπου οι πρόσφυγες δίνουν τον ίδιο απεγνωσµένο αγώνα επιβίωσης αλλά και
διατήρησης των ευγενών χαρακτηριστικών τους που δε θα οδηγήσει στην εξάλειψη της «ράτσας» τους.
(iii) Οι συγκρίσεις
Επιχειρώντας να ορίσει τη γνησιότητα των ανθρώπων που παρατηρεί ο συγγραφέας προβαίνει σε τρεις
αλλεπάλληλες συγκρίσεις.
Μέτρο σύγκρισης: οι καταστάσεις. Αναφέρει ότι οι πρόσφυγες κουρασµένοι από τη δουλειά είναι πολύ πιο
αληθινοί. Στοιχείο απόλυτα ταιριαστό µε τη συγκεκριµένη κατηγορία ανθρώπων, γιατί η κούραση συµβαδίζει,
δένει απόλυτα µε τις ταλαιπωρίες και τις ατελείωτες κακουχίες της ζωής τους. Η έκφραση της κούρασης δηλώνει
εύγλωττα την αλήθεια της εµφάνισής τους, παρουσιάζει τη γνησιότητά τους αποτελε-σµατικότερα παρά αν τους
φανταζόταν ήρεµους και ευδιάθετους. Άξιο προσοχής το ρήμα «είναι», που δηλώνει αδιαμφισβήτητη
αντικειμενική κρίση.
Μέτρο σύγκρισης: οι χώροι. Συγχρόνως ο συγγραφέας αναφέροντας ότι όταν τους βλέπω εδώ µου φαίνονται πιο
γνήσιοι τοποθετεί τους πρόσφυγες σ’ ένα συγκεκριµένο χωρικό περιβάλλον, τον περιχαρακωµένο χώρο ενός
ορισµένου καφενείου, ενός τόπου συνάντησης συγκέντρωσης µε τον οποίο τους έχει ταυτίσει και εύκολα µπορεί
να τους ξεχωρίσει και να τους αναγνωρίσει από οποιονδήποτε άλλο εξωτερικό χώρο. Αξίζει βέβαια να προσέξει
κανείς τη χρήση τού «µου φαίνονται», που µεταφέρει την ατοµική γνώµη, την υποκειµενική άποψη του
συγγραφέα, την ιδιαίτερη καταγραφή των προσφύγων όπως την επιχειρεί στο µυαλό του ο δηµιουργός του
κειµένου.
Μέτρο σύγκρισης: τα χαρακτηριστικά της ράτσας και η ψυχή. Η τρίτη όµως αναφορά στους πρόσφυγες
ασφαλώς καταγράφεται ως η δυνατότερη από όλες. Ο συγγραφέας διατείνεται ότι διατηρούν πιο καθαρά τα
χαρακτηριστικά της ράτσας τους και την ψυχή τους από µας τους διεσπαρµένους. Η αντιπαράθεση συνίσταται
ανάµεσα στο προσφυγικό στοιχείο και τους ανθρώπους της Διασποράς, δηλαδή τους µετανάστες και τους
οµογενείς που ακολούθησαν την ίδια πορεία ζωής µε τους πρόσφυγες, αλλά πιθανόν αφοµοι-ώθηκαν
εντονότερα µέσα στο νέο περιβάλλον ζωής τους. Επίσης, «διεσπαρμένοι» μπορεί να χαρακτηριστούν όσοι
έφυγαν μεμονωμένα από τις πατρικές εστίες και δεν κατέλυσαν σε συνοικισμούς προσφυγικούς όταν
ξενιτεύτηκαν. Έτσι, έχασαν κάτι από τα χαρακτηριστικά της ράτσας τους.
(iv) Η «ψυχή»
Ο όρος ψυχή έρχεται να δηλώσει κάποια ιδιαίτερα γνωρίσµατα της ψυχοσύνθεσης, αλλά και της εξωτερικής
συµπεριφοράς των προσφύγων, ενώ συνάµα (πιθανόν) να υποκρύπτει και έναν έµµεσο θετικό υπαινιγµό του
11
12.
συγγραφέα για τηναξία και τη λεβεντιά της ψυχής των προσφύγων που συνεχίζουν να επιβιώνουν και να
υπάρχουν παρά τις δυσκολίες και τις αναποδιές της ζωής τους.
(v) Η «ράτσα»
Πίσω από το συγκεκριµένο όρο κρύβεται µια οµάδα Ελλήνων από συγκεκριµένες περιοχές που διαφοροποιείται
κυρίως στα πολιτιστικά γνωρίσµατα όπως η γλώσσα, καθώς και στα εξωτερικά χαρακτηριστικά που την
καθιστούν εύκολα αναγνωρίσιµη. Άρα έχουμε να κάνουμε με περιγραφική διάκριση των ανθρώπων ανάλογα με
τον τόπο της καταγωγής τους και με κάποια δευτερεύοντα χαρακτηριστικά γνωρίσματά τυος. Τα κυριότερα
γνωρίσµατα που συνιστούν τη ράτσα, ο Ιωάννου τα παρουσιάζει κυρίως στη 2 η ενότητα και πρόκειται για α) τη
γραµµή του κορµιού, β) την οµιλία (ιδίωµα ή διάλεκτος), γ) την µελαχρινάδα (το χρώµα του δέρµατος), δ) το
χρώµα των µαλλιών (καστανό, ξανθό) και ε) την προφορά (την ποιότητα της φωνής). Ασφαλώς απέχει σε πολύ
µεγάλο βαθµό η τοποθέτηση του συγγραφέα από την έννοια του ρατσισµού. Ο Ιωάννου ψάχνει τις ιδιαίτερες
φυλές από συγκίνηση και θαυµασµό, από συναισθηµατικό δέσιµο µαζί τους, γι’ αυτό άλλωστε από την αρχή του
κειµένου όλες οι αναφορές του γίνονται στο α’ πρόσωπο. Επιθυµεί να δηλώσει την παρουσία του στο χώρο, να
είναι παρών στις δύσκολες καταστάσεις της ζωής των προσφύγων, να ταυτιστεί µαζί τους (γεννήθηκαν εδώ σ’ αυτή
την πόλη, όπως κι εγώ). Η παρουσία του είναι ζωηρή, το ενδιαφέρον έντονο, η προσωπική συµµετοχή αναµφισβήτητη για ένα κοµµάτι του ελληνικού πληθυσµού που ο ίδιος πιστεύει ότι αξίζει την προσοχή και την
ευαισθησία όλων των υπόλοιπων Ελλήνων.
18.3. Η 2η ενότητα
(i) Η αναγνώριση
Ο συγγραφέας αρχίζει να εµβαθύνει στο χώρο των προσφυγικών πληθυσµών µε έντονη τη βεβαιότητα της
ξεχωριστής του ικανότητας να τους αναγνωρίζει. Η ιδιαίτερη αυτή ικανότητα θα αµφισβητηθεί, θα
αντιπαρατεθεί µε τη χρήση του ρήµατος µπερδεύοµαι που ο συγγραφέας χρησιµοποιεί στο τέλος της ενότητας.
Πιθανότατα η σπάνια ικανότητά του να αποτελεί περισσότερο φραστικό / λογοτεχνικό εύρηµα, για να µην
επιχειρήσει µιαν επιφανειακή εξέταση των προσφύγων, αλλά να τονώσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη για την
τύχη και την πορεία της ζωής των µετακινούµενων πληθυσµών (εφόσον και ο ίδιος προερχόταν από προσφυγική
οικογένεια, χωρίς όµως να έχει ζήσει άµεσα την τραγωδία της προσφυγιάς). Κατ’ αυτόν τον τρόπο επεξηγείται
και η χρήση ρηµάτων που αναδεικνύουν τη δυνατότητα του συγγραφέα να αναγνωρίζει τους πρόσφυγες όπως:
έχω φοβερά εξασκηθεί, τον διακρίνω από µακριά, σπανίως θα πέσω έξω, είμαι ολότελα αλάνθαστος, έχω τόση πεποίθηση.
(ii) Οι ράτσες και τα γνωρίσματά τους
Η αναφορά του ξεκινάει από τη δυναµικότερη και πολυπληθέστερη προσφυγική οµάδα των Ποντίων που
ακόµα και σήµερα κατακλύζουν κυρίως τις περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, περνάει στους Καππαδόκες (κάτοικοι
της Καραµανίας), στους Καυκάσιους, στους Μικρασιάτες (από τα παράλια κυρίως της Μικράς Ασίας), στους
Κωνσταντινουπολίτες, για να καταλήξει τελικά στους κατοίκους της Ανατολικής Θράκης τους οποίους δε
λησµονεί εφόσον και ο ίδιος έχει την ιδιαίτερη καταγωγή του από αυτή την περιοχή και έχει συνηθίσει την
προφορά τους.
Επιχειρεί λοιπόν να µην αφήσει ακάλυπτη καµία προσφυγική οµάδα, αφού η καθεμιά ξεχωριστά αλλά και
όλες µαζί συνθέτουν τον ιστό του πληθυσµού της Θεσσαλονίκης, και ασφαλώς το «µπέρδεµα», η παρανόηση του
συγγραφέα, σε πολλές περιπτώσεις έρχεται να δηλώσει την ανάµιξη των πληθυσµών µέσα στην
πολυπολιτισμική Θεσσαλονίκη, το γεγονός ότι οι πρόσφυγες, µέσα από τη συγκατοίκηση, την ανάπτυξη
δεσµών φιλίας και συνεργασίας, τους συναισθηµατικούς δεσµούς, δηµιούργησαν ένα κοινό σύνολο,
αφοµοίωσαν και αφοµοιώθηκαν στη νέα κοινή τους πατρίδα.
18.4. Η 3η ενότητα
(i) Τα συναισθήματα του αφηγητή
Ο συγγραφέας ανακαλώντας στη µνήµη του ιστορικές µνήµες και στοιχεία περνάει από το επίπεδο καταγραφής
των προσφύγων στο επίπεδο έκφρασης ατοµικών συναισθηµάτων γι’ αυτούς. Πρώτα δίνεται η γενική
συναισθηματική κατάσταση («πόση συγκίνηση έχει») και στη συνέχεια τα συγκεκριμένα συναισθήματα με
διάσπαρτη χρήση ρηµάτων και εκφραστικών ουσιαστικών όπως: συγκίνηση, λαχτάρα, ευχαρίστηση, µυστήριο, αγάπη
αλλά και µεθώ, ανατριχιάζω.
(ii) Οι πανάρχαιες ράτσες («Ονόματα … ολόκληρους»)
12
13.
Όλα αυτά αποκαλύπτουντην έντονη συναισθηµατική φόρτιση του συγγραφέα που δεν είναι πλαστή, δεν είναι
κατασκευασµένη, αλλά αποτέλεσµα της επαναφοράς της σκέψης του σε αρχαίους πολιτισµούς, σε λαούς και
ράτσες που έσβησαν και σχεδόν ξεχάστηκαν ακόµα και από τους ίδιους τους πρόσφυγες. Οι πρόσφυγες του 1922
προέρχονταν από περιοχές στις οποίες ήταν εγκατεστημένες ελληνικές φυλές από τα πανάρχαια χρόνια (Ίωνες,
Αιολείς και Δωριείς στα παράλια της Μ. Ασίας) ή Έλληνες άποικοι (Βυζάντιο, Πόντος κ.ά.) και επομένως ήταν
απόγονοί τους. Ο ίδιος όµως θαρρείς ότι αναβιώνει χαµένες πατρίδες και ελληνικά φύλα, όπως τους Χετταίους,
τους Φρύγες, τους Λυδούς, τους Θράκες που ζουν και υπάρχουν (κατά το συγγραφέα) έστω και µέσα από τους
απογόνους τους, µεταφέροντας το αίµα και τα ονόµατά τους, τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής τους στους
πρόσφυγες. Ο αφηγητής, λοιπόν, στα τίμια πρόσωπα των προσφύγων βλέπει την πορεία του ελληνισμού στους
αιώνες, βλέπει τη ράτσα του και την πατρίδα του. Αναγνωρίζει πανάρχαιους λαούς που δε χάθηκαν αλλά
αφομοιώθηκαν με τους Έλληνες. Αυτούς τους λαούς κουβαλούν μέσα τους οι πρόσφυγες. Φανερά
συναισθηµατική εκδήλωση που λειτουργεί στο βάθος της ψυχής του Ιωάννου και αναπαριστά την αλήθεια των
πραγµάτων για µια µόνο στιγµή έστω και αν η ζωντανή πραγµατικότητα δεν επιβεβαιώνει απόλυτα τους
συνειρµούς του συγγραφέα (και αν ακόµα δεν είναι, πολύ θα ήθελα να ήταν έτσι η αλήθεια).
(iii) Η πατρίδα
Η ιδιαιτερότητα της έννοιας «πατρίδα» για τον κάθε άνθρωπο αλλά ξεχωριστά για τον Ιωάννου είναι τεράστια.
Ο αφηγητής, αν και γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου και μεγάλωσε, ως παιδί προσφύγων, θεωρεί πατρίδα του
τη γη των πατέρων του, την Ανατολική Θράκη, από όπου ξενιτεύτηκαν οι γονείς του. Έχει μπολιαστεί με την
αγάπη για την «χαμένη πατρίδα», γι’ αυτό και βιώνει την κοινωνία των προσφύγων στη Θεσσαλονίκη ως δική
του κοινωνία και λαχταρά το νόστο στα πάτρια εδάφη της Ανατολικής Θράκης. Όπως ο ίδιος αναφέρει πατρίδα
δεν είναι κατ’ ανάγκην ο τόπος γέννησης, αλλά προπάντων ο τόπος καταγωγής των προγόνων του, έστω και αν
δεν αξιώθηκε ποτέ να τον γνωρίσει. Η άσβηστη και ισχυρότατη επιθυµία για επιστροφή και γνωριµία µε τα
πάτρια εδάφη παραµένει (λαχτάρα) και η νοσταλγία είναι ακατάβλητο συναίσθηµα που ωθεί την ύπαρξη του
συγγραφέα σε όλη του την πορεία. Η διάσταση που προσδίδει ο Ιωάννου στον όρο «πατρίδα», η διαφοροποίηση
δηλαδή της γενέτειρας γης από τον τόπο καταγωγής, φαίνεται να έχει λησµονηθεί στις µέρες µας, όπως και το
συνολικότερο νόηµα της έννοιας. Για τους σύγχρονους ανθρώπους η πατρίδα περιχαρακώνεται στα στενά
πλαίσια του τόπου γέννησης ή έστω στη χώρα όπου ζώντας ως πολίτες µοιράζονται τους κοινούς ιστορικούς και
πολιτισµικούς δεσµούς. Η αναζήτηση της χαµένης - ξεχασµένης πατρίδας δε φαντάζει τόσο ισχυρή, αφού όχι
µόνο δεν αναζητούνται οι ξεχωριστές ρίζες του καθενός, αλλά συνάµα µέσα σ’ ένα πνεύµα παγκοσµιοποίησης
αρχίζουν να χαλαρώνουν ολοένα και περισσότερο οι δεσµοί ακόµα και µε το χώρο γέννησης και διαβίωσης.
Ασφαλώς πρόκειται για σκληρή διαπίστωση που, όµως, επιβεβαιώνεται από την καθηµερινή πρακτική των
σύγχρονων ανθρώπων, που ίσως δεν έχουν δοκιµάσει την απώλεια της φυσικής τους πατρίδας για να
επιβεβαιώσουν τον πόνο και το µάτωµα της ψυχής που προκαλεί και να δικαιολογήσουν την αγωνία, τη
λαχτάρα, την ανίκητη επιθυµία όσων ανθρώπων (κυρίως προσφύγων) στερούνται την επαφή µε το ιδανικό της
πατρίδας.
(iv) Το αίμα («Το αίμα μου … λαχτάρα;»)
Αντίστοιχα ισχυρή είναι η σηµασία της έννοιας «αίμα» στον Ιωάννου. Με τη μεταφορά και ταυτόχρονα τον
ιδωματισμό «Το αίμα μου από κει μονάχα τραβάει» δηλώνει πως για τον ίδιο το αίμα νοείται ως µια ακατάβλητη
εσωτερική φωνή που τον ωθεί νοσταλγικά προς τη χαµένη πατρίδα, είναι ο οµφάλιος λώρος και ο
συνεκτικός δεσµός που βρίσκεται σε λήθαργο και ενεργοποιείται κάθε φορά που ο συγγραφέας (αλλά και κάθε
άνθρωπος) έρχεται σε επαφή µε έναν άνθρωπο της φυλής του, της πατρίδας του. Το κοινό αίµα που ρέει στις
φλέβες των «οµοκαταγόµενων» ανθρώπων λειτουργεί και θα λειτουργεί πάντα ως η δύναµη έλξης του ενός προς
τον άλλον είναι η αόρατη δύναµη, η ανεξάντλητη πηγή ενέργειας που πλησιάζει δυο πρόσφυγες και µέσα από
την κοινή τους καταγωγή φορτίζονται συναισθηµατικά και επιχειρούν να διατηρήσουν όλα τα ξεχωριστά
χαρακτηριστικά της φυλής τους, προκειµένου να τα µεταφέρουν στους απογόνους τους. Αυτό το αίμα ξυπνάει
στην ψυχή του συγγραφέα σα ζεστό κύμα όταν του μιλά κάποιος και σκέφτεται ότι είναι δικός του άνθρωπος, της
φυλής του και συμπατριώτης του. Έτσι, οι συναντήσεις των προσφύγων ή των παιδιών τους φορτίζονται
συναισθηματικά, επειδή θυμίζουν την κοινή πατρίδα και καταγωγή και κυρίως την ιδιότητα του πρόσφυγα,
μέσα στον ξένο τόπο όπου καλούνται πια να ζήσουν.
Γι’ αυτό και ο αφηγητής – συγγραφέας είναι πρόθυμος να απαρνηθεί τον τόπο όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε.
Για να πείσει μάλιστα εκφράζει το εξής επιχείρημα: Ο άνθρωπος δεν αποτελείται μόνο απ’ αυτά που τρώει και
πίνει, δηλ. όχι μόνο από την υλική του υπόσταση αλλά και από την ψυχο-πνευματική. Αν όντως υπήρχε μόνο η
13
14.
πρώτη, τότε κιαυτός θα είχε πατρίδα του τη Θεσσαλονίκη, αλλά τότε δε θα εξηγείτο η λαχτάρα του να
επιστρέψει στην Ανατολική Θράκη.
18.5. Η 4η ενότητα
(i) Η παρέκβαση: Οι επεμβάσεις των γραφειοκρατών (συμπάθεια vs οργή: έκφραση αμφιθυμίας)
Στην 4η ενότητα, όµως, έρχεται η απόλυτη αντίθεση στα θετικά συναισθήµατα που διατύπωσε ο συγγραφέας στις
προηγούμενες παραγράφους. Σε μια παρέκβαση ο αφηγητής με γλώσσα σκληρή και συναισθηματικά
φορτισμένη, καταφέρεται εναντίον των «εγκληματιών των γραφείων» και όλους όσοι δυσκόλεψαν με τη στάση
και τη συμπεριφορά τους την ενσωμάτωση των προσφύγων στην ελληνική κοινωνία και τους εξωθούν στη
διχόνοια και τη μετανάστευση.
Τη συµπάθεια για τους πρόσφυγες έρχεται να διαδεχτεί µια φυσιολογική και καθ’ όλα αναµενόµενη οργή για
την αντιµετώπιση που έτυχαν οι προσφυγικοί πληθυσµοί από την «µητέρα - πατρίδα». Μέσα από σκληρές
εκφράσεις όπως εγκληµατίες και εκµεταλλεύτηκαν ο Ιωάννου στηλιτεύει ανοιχτά και απροκάλυπτα τον ύποπτο
ρόλο που διαδραµάτισαν απέναντι στους πρόσφυγες κάποιες αόρατες δυνάµεις εξουσίας, κάποιες
γραφειοκρατικές στενόµυαλες συνειδήσεις (χωρίς να τις κατονοµάζει) και τους οδήγησαν αρχικά στον
εσωτερικό σπαραγµό και τη σφαγή και µετέπειτα ξανά στο δρόµο της ξενιτιάς και της µετανά-στευσης. Ο
Ιωάννου εισάγει, λοιπόν, στο κείµενο και την έννοια του «µετανάστη», δίνοντας σηµασία κυρίως στην πολιτική
µετανάστευση στην οποία υποχρεώθηκε µια µεγάλη µερίδα του πληθυσµού στις δεκαετίες του '50 και του '60.
Ασφαλώς οι δύο έννοιες προσφυγιά και µετανάστευση έχουν εντελώς διαφορετική βάση και αφορµή, όµως οι
ευθύνες και τα βέλη του συγγραφέα εξακοντίζονται προς τη µητέρα - πατρίδα και τους εκφραστές της, που (όπως
πιστεύει ο συγγραφέας) έδειξαν αστοργία και αδιαφορία για τα προβλήµατα των προσφύγων και προτίµησαν
αντί για την πλήρη ενωμάτωσή τους, την εύκολη λύση της µετανάστευσης, που αποτέλεσε φαινόµενο ιδιαίτερα
διαδεδοµένο για τον Ελληνισµό, αφού ξεκινάει από τα πανάρχαια χρόνια (µετακίνηση ελληνικών φύλων) και
φτάνει µέχρι και τα τραγικά γεγονότα της Κύπρου.
(ii) Η αλληλεγγύη του συγγραφέα με τους πρόσφυγες («Κάθε φορά … παρέες τους»)
Έτσι ο ίδιος ο συγγραφέας, γνωρίζοντας ότι τον διακρίνουν ευγενή αισθήµατα απέναντι στους πρόσφυγες, τους
παρακολουθεί να τον χαιρετούν χωρίς να παραξενεύονται, παρόλο που δεν τον γνωρίζουν. Είναι όµως το κοινό
αίµα, οι αγνές προθέσεις, οι όµοιες προσδοκίες που τον φέρνουν κοντά µαζί τους αλλά συγχρόνως και το σπάνιο
ήθος, η εντιµότητα, η καθαρότητα ψυχής, η ευγένεια, η ανθρωπιά που χαρακτήριζε και χαρακτηρίζει ανέκαθεν
τους κατατρεγµένους ανθρώπους και επιβάλλει µια τέτοιου είδους συµπερι-φορά στον συνάνθρωπο.
18.6. Η 5η ενότητα
(i) Η αλλοτρίωση – Η αναχώρηση
Στην 5η ενότητα ο Ιωάννου στην πορεία των σκέψεών του για τον προσφυγικό πληθυσµό, έρχεται αντιµέ-τωπος
µε το οξύ πρόβληµα της µοναξιάς που το θεωρεί ένα στοιχείο που ενθαρρύνει, αυξάνει, τροφοδοτεί την έννοια
της προσφυγιάς στο σύγχρονο τρόπο ζωής της Θεσσαλονίκης. Με τις δηλωτικές λέξεις ολοµό-ναχος, παντάξενος,
χάνοµαι στις µεγάλες αρτηρίες, επιχειρεί να εµφανίσει την αλλοτρίωση, τη µετάλ-λαξη, τις νέες συνθήκες που
επικρατούν στην σύγχρονη µεγαλούπολη και καθιστούν το συγγραφέα (αλλά και κάθε πρόσφυγα) ξένο µέσα
στην ίδια του την πόλη, ξένο ανάµεσα σε χιλιάδες ξένους, έρηµη ψυχή χωρίς πιθανότητα επικοινωνίας µε το
συνάνθρωπο.
(ii) Η παραίσθηση
Ο σύγχρονος τρόπος ζωής δηλώνεται από τις µεγάλες αρτηρίες, από τα αυτοκίνητα, από το πλήθος από τις µηχανές,
ενώ µε την επιτυχηµένη παροµοίωση των οδικών αρτηριών µε τις αρτηρίες του αίµατος όπου κινούνται
ταχύτατα ερυθρά και λευκά αιµοσφαίρια, δηλ. άνθρωποι αδιάφοροι και βιαστικοί, καταφέρνει ο Ιωάννου να πετύχει
την αντιπαραβολή ανάµεσα στο ταπεινό αλλά φιλόξενο εκείνο καφενείο της 1 ης ενότητας, το οποίο ήταν ο χώρος
της ανθρώπινης ζεστασιάς και επικοινωνίας (σύμβολο της συνοχής), µε τις σύγχρονες αρτηρίες, που ανάγονται
σε χώρο αποµάκρυνσης, αποξένωσης, αποµόνωσης των ανθρώπινων ψυχών.
(iii) Η σκιώδης παρουσία των προγόνων
Μέσα στο κλίµα αποµόνωσης και απογοήτευσης του σύγχρονου τρόπου ζωής, όµως, ο Ιωάννου νιώθει βαθιά
µέσα στην ψυχή του την έντονη παρουσία των προγόνων, µιας µαζικής δύναµης που έρχεται µε όλα τα
πολιτιστικά στοιχεία και τις λαϊκές δοξασίες της να τον συνεπάρει και να εγκατασταθεί στα βάθη της ψυχής του.
14
15.
Είναι ασφαλώς ηµοναδική δύναµη στήριξης για τον άνθρωπο - Ιωάννου, γιατί µόνο µε την ενδοσκόπηση, µε
τη στροφή στα βάθη της ψυχής του, όπου φωλιάζουν οι πρόγονοι, µπορεί να αντισταθεί στην εξωτερική
πραγµατικότητα, που εµφανίζεται δυσοίωνη και απογοητευτική. Μια πραγµατικότητα που δηµιουρ-γεί δυνατά
παράπονα στον αφηγητή, εφόσον διαπιστώνει όχι µόνο την καθηµερινή ανυπαρξία σχέσεων αλλά συγχρόνως
την επιφυλακτικότητα, την απουσία θέλησης για επαφή, τη στροφή στον ατοµικισµό, την αποστασιοποίηση από
το σύνολο για να δικαιολογηθούν (κατά την γνώµη του) οι ηθικές ή άλλες παρεκκλίσεις. Οι σύγχρονοι άνθρωποι
κρύβονται πίσω από τις προφάσεις πολιτισµού, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει («προφάσεις πολιτισμού, για να
διευκολύνονται οι αταξίες»), όχι µόνο γιατί επιθυµούν την ιδιοτελή, ατοµική και µόνο πρόοδο, αλλά κυρίως γιατί
δεν µπορούν να νιώσουν την δύναµη της ράτσας, των προγόνων, της πατρίδας ή οποιουδήποτε άλλου
συνεκτικού δεσµού που πλησιάζει τους ανθρώπους, που εξοµαλύνει τις σχέσεις τους, που διατηρεί την αγνότητα
και την ντοµπροσύνη της ύπαρξής τους. Ίσως λοιπόν η στροφή στην αποµόνωση και τη µοναξιά να είναι και
λύση ανάγκης, εφόσον οι αδύναµοι άνθρωποι αδυνατούν να νιώσουν το συλλογικό πνεύµα, την αξία της
προσφοράς και της επικοινωνίας µε τον οµόφυλο άνθρωπο.
Ο αφηγητής νιώθει την ανάγκη να βρίσκεται ανάμεσα στους πρόσφυγες. Είναι λογικό να αισθάνεται έτσι και
να επιθυμεί διακαώς την επιστροφή στην πατρίδα του ή τουλάχιστον τη διαμονή του σε προσφυγικούς
συνοικισμούς. Είναι παιδί προσφύγων και συνεπώς οι γονείς του του έχουν μεταλαμπαδεύσει τη νοσταλγία για
τον τόπο του αλλά και την αγάπη για τους ομοίους του. Πέραν αυτού, όμως, η οπτική του έχει και
αντικειμενική διάσταση, δηλ. η αλλοτρίωση των αστών αποτελεί πραγματικότητα και μάλιστα τόσο σκληρή, όσο
αντιπαραβάλλεται με τη ζεστασιά, την ανθρωπιά και τη συνοχή των προσφύγων.
(iv) Οι δύο εικόνες
α. Ο συλλογισμένος διαβάτης στους άξενους δρόμους της πόλης μέσα στο πλήθος.
β. Ο σκυμμένος στο έδαφος αφηγητής που αφήνει να περάσει από πάνω του το «βουβό ποτάμι των προγόνων του».
18.7. Η 6η ενότητα
Οι τρεις τελευταίες γραµµές του κειµένου επαναφέρουν τη σκέψη και την αναζήτηση του συγγραφέα εκεί από
όπου ξεκίνησε: στον πόθο και τη λαχτάρα, στη θετική ζήλια για τους ανθρώπους που ζουν στον τόπο τους
δεµένοι µε τα πρόσωπα και τις καταστάσεις, που βιώνουν ίσως στερηµένη από αγαθά αλλά σίγουρα πιο
αυθεντική ζωή. Γι’ αυτό η ευχή του συγγραφέα δηλώνει και την προσωπική του επιθυµία, δηλ. ότι είναι
προτιµότερο να ζει κανείς µέσα σ’ έναν προσφυγικό συνοικισµό όπου οι συνάνθρωποι είναι της ίδιας ράτσας,
έχουν τις ίδιες ανησυχίες και προσδοκίες παρά στην εξοντωτική ανωνυµία του τεράστιου πλήθους όπου οι
δεσµοί αίµατος είναι παντελώς ανύπαρκτοι. Το απόφθεγµα του Ιωάννου διατρανώνει την αξία του ανθρώπινου
δεσµού, της διατήρησης του αίµατος και της ράτσας, που δεδοµένα είναι η δύσκολη απαίτηση της ανθρώπινης
ζωής, ενώ καταβαραθρώνει τη µοναξιά, την αδιαφορία, τον εγωκεντρισµό, που τείνουν να µετατρέψουν τη
σύγχρονη ζωή σε καθεστώς µονάδων, ατόµων και όχι πραγµατικού, ενιαίου και αδιαίρετου συνόλου.
Στην παράγραφο αυτή ο αφηγητής θίγει άμεσα, ανάγλυφα, παραστατικά και πολύ περιεκτικά την
αλλοτρίωση των ανθρώπων στις σύγχρονες πόλεις. Η αδιαφορία για το συνάνθρωπο, πολύ περισσότερο αν
πρόκειται για πρόσφυγα, η έλλειψη επικοινωνίας, η αποξένωση των ανθρώπων σε συνδυασμό με τον εκφυλισμό
των αξιών και την ηθική αταξία, αποδίδουν την έννοια της αλλοτρίωσης. Τα στοιχεία αυτά όμως προσβάλλουν
βάναυσα το σύγχρονο πολιτισμό και γι’ αυτό ο αφηγητής τον σαρκάζει και το απορρίπτει.
19. Τελικά συμπεράσματα
Η προσπάθεια του Γ. Ι. να αποθησαυρίσει και να προβάλει τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της ιστορικής
φυσιογνωμίας της Θεσσαλονίκης εφοδιάζει τους αναγνώστες του με την απαιτούμενη ευαισθησία και τους
τροφοδοτεί με άφθονα ερεθίσματα για νέες ανιχνεύσεις στους δημιουργικούς δρόμους που χάραξε και άνοιξε με
το έργο του.
20. Συνολική θεώρηση
Το βιωματικό υλικό
- Η προσφυγική καταγωγή του
αφηγητή
- Η καταγωγή από τη Θράκη
Το αφηγηματικό υλικό
- Η προσφυγιά
- Η μετανάστευση
- Η βιολογική και πολιτισμική
15
Το εθνογραφικό – γεωγραφικό –
ιστορικό υλικό
- Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε
ομάδας προσφύγων.
- Οι τόποι καταγωγής και τα
16.
- Η γέννησηστη Θεσσαλονίκη
- Η μοναχική ζωή στην πόλη
- Η γνώση των θρησκευτικών
εθίμων και των λαϊκών δοξασιών
- Η ιστορική κατάρτιση του
αφηγητή.
καταγωγή του ανθρώπου
- Η σύγχρονη ζωή στις
μεγαλουπόλεις
τοπωνύμια.
- Τα ονόματα αρχαίων λαών που
ζούσαν στους τόπους των
προσφύγων.
Β. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΧΟΛΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
1.
Τι νόημα προσδίδει ο αφηγητής στους όρους
«πρόσφυγες», «ράτσα», «πατρίδα»; Πιστεύετε πως το ίδιο νοηματικό περιεχόμενο υφίσταται στις μέρες
μας ή έχει τροποποιηθεί;
2.
Στο κείμενο ο αφηγητής κινείται σε δύο διαφορετικές
ανθρώπινες κοινότητες: τους ανθρώπους της πόλης και τους πρόσφυγες. Πώς αντιμετωπίζει τους
κόσμους αυτούς; (α’ Ποια είναι εκείνα τα σημεία όπου αυτοβιογραφείται; β’ Τι τον ωθεί να μιλά με
συγκίνηση για επιστροφή «επιτέλους στην πατρίδα», ενώ βρίσκεται ήδη στον τόπο που γεννήθηκε;)
3.
Κατά πόσο στο παρόν πεζογράφημα βρίσκουν
εφαρμογή τα λόγια του Νίκου Καζαντζάκη στην Ασκητική: Το πρώτο χρέος, εκτελώντας τη θητεία σου στη
ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους προγόνους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους κα να συνεχίσεις το
έργο του. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει.
Γ. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΟΥ Κ.Ε.Ε.
1.
Ο εξοµολογητικός προσωπικός τόνος χαρακτηρίζει
συχνά το έργο του Ιωάννου. Σε ποια σηµεία του κειμένου µπορείτε να τον επισηµάνετε;
2.
Το έργο του Ιωάννου αποπνέει την έντονη αίσθηση
µιας χαµένης ζωής µέσα σε µια σύγχρονη µεγαλούπολη µε µεγάλη ιστορία. Ποια βιώµατα του
συγγραφέα µπορεί να συνέβαλαν, κατά τη γνώµη σας, σ’ αυτή την αίσθηση;
3.
Τα πεζογραφήµατα του Ιωάννου «άλλοτε πλησιάζουν
τον άµορφο µονόλογο […], άλλοτε υποδύονται το δοκίµιο, άλλοτε πάλι εµφανίζονται ως παραδοσιακά διηγήµατα».
Να δώσετε µερικά παραδείγ-µατα µέσα από το κείμενο από τα οποία να φαίνονται οι διαφορετικές
µορφές γραφής του.
4.
Τα πεζογραφήµατα του Ιωάννου θεωρήθηκαν ως µια
φυλετική και ιστορική συνείδηση της πόλης του, της Θεσσαλονίκης. Να γράψετε δύο παραδείγματα από
το κείμενο που επιβεβαιώνουν αυτή τη διαπίστωση.
5.
«Η αφηγηµατική ύλη των πεζογραφηµάτων του Ιωάννου
«θησαυρίστηκε» µε δύο κυρίως «όργανα»: τη µνήµη και την παρατήρηση». Με τη βοήθεια του κειμένου να
προσπαθήσετε να διακρίνετε τι «θυµάται» και τι «παρατηρεί» συνήθως ο συγγραφέας.
6.
Ο συγγραφέας εστιάζει συχνά το ενδιαφέρον του στα
παιδιά. Ποιες πτυχές της παιδικής ηλικίας και της παιδικής προσωπικότητας πιστεύετε ότι προβάλλει
περισσότερο; Να απαντήσετε σε αναφορά µε τα διηγήµατα που ανθολογούνται στο βιβλίο σας.
7.
Ποιες εικόνες της καθηµερινής ζωής αποτελούν την
αφόρµηση του πεζογραφήµατος; Ποιο είναι το θεµατικό του κέντρο;
8.
Θα µπορούσατε να χαρακτηρίσετε το συγκεκριµένο
αφήγηµα ως µια µικρογραφία της καθηµερινότητας και του περίγυρου; Να αιτιολογήσετε τη γνώµη σας.
9.
Ο συγγραφέας αρέσκεται στην περιγραφή του
συγκεκριµένου, ενδιαφέρεται για τη λεπτοµέρεια. Σε ποια σηµεία του κειµένου χρησιµοποιείται
εντονότερα αυτή η τεχνική;
16
17.
10.
Να βρείτε µερικάαπό τα εκφραστικά µέσα / τρόπους
του κειµένου που επιτρέπουν να χαρακτηρίσουµε τη γραφή του συγγραφέα ευαίσθητη, αλλά όχι
µελοδραµατική.
11.
Ο συγγραφέας κινείται ανάµεσα σε δύο διαφορετικούς
κόσµους: εκείνον της πόλης και εκείνον των προσφύγων. Πώς περιγράφει τον καθένα από αυτούς; Ποιες
αντιθέσεις µπορείτε να εντοπίσετε στα χαρακτηριστικά τους;
12.
Η δοµή της αφήγησης είναι κυκλική και το κεντρικό
θέµα της αφήγησης παρουσιάζεται αδιάσπαστο. Πώς διαπιστώνεται αυτό;
13.
Πιστεύετε ότι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση δίνει
εξατοµικευµένο χαρακτήρα στις παρατηρήσεις και στις απόψεις του αφηγητή; Να δικαιολογήσετε τη
θέση σας.
14.
Χαρακτηριστικό αρκετών πεζογραφηµάτων του
Ιωάννου είναι ο µικροπερίοδος λόγος και η απλή καθηµερινή γλώσσα. Να επισηµάνετε στο εξεταζόµενο
αφήγηµα χωρία που επαληθεύουν την παραπάνω άποψη.
15.
Ποιες παρατηρήσεις κάνει στην πρώτη παράγραφο
του πεζογραφήµατος ο συγγραφέας; Ποιες σκέψεις διατυπώνει;
16.
Ο αφηγητής νιώθει την ανάγκη να βρίσκεται ανάµεσα
στους πρόσφυγες. Πώς ερµηνεύει ο ίδιος αυτή του τη λαχτάρα; Πώς την κατανοείτε εσείς;
17.
«Θαρρείς και γύρισα επιτέλους στην πατρίδα»: Σε ποια
επιστροφή αναφέρεται µ’ αυτά τα λόγια ο αφηγητής;
18.
Πώς αντιµετώπισε
πληθυσµός; Ποιο µεγάλο κοινωνικό πρόβληµα θίγεται έµµεσα εδώ;
19.
Να σχολιάσετε τις φράσεις: «Ονόµατα από σβησµένους
τάχα λαούς και χώρες, δειλιάζουν µέσα στο νου· Το αίµα µου από κει µονάχα τραβάει, … Τους πληροφορεί το αίµα
τους για µένα, όπως και το δικό µου µε κάνει να τους κατέχω ολόκληρους.»
20.
Να αποδώσετε σύντοµα µε δικά σας λόγια τη βασική
εικόνα της παραγράφου: «Ολοµόναχος, ξένος παντάξενος … παραπονιάρικο βόµβο». Πώς συνδέεται µε το
υπόλοιπο πεζογράφηµα;
21.
Ποιο είναι το παράπονο που εκφράζει ο αφηγητής στο
τέλος του πεζογραφήµατος και σε ποιο πρόβληµα των σύγχρονων πόλεων αναφέρεται;
22.
Ο αφηγητής µοιάζει ενσωµατωµένος περισσότερο στην
κοινωνία των προσφύγων και λιγότερο στην κοινωνία της πόλης του. Σε ποια σηµεία του κειµένου
προβάλλεται περισσότερο, κατά τη γνώµη σας, αυτό; Πού πιστεύετε ότι οφείλεται;
23.
Ποια χαρακτηριστικά αποδίδει στους πρόσφυγες ο
αφηγητής και ποια στους ανθρώπους των σύγχρονων πόλεων και στον πολιτισµό τους;
πρόσφυγες
ο
γηγενής
«Το αίµα µου …όλη αυτή η λαχτάρα»: Να σχολιάσετε το
24.
απόσπασµα.
25.
τους
Ποια προβλήµατα του «πολιτισµού» µας φέρνει στο
προσκήνιο ο αφηγητής µέσα από τις παρατηρήσεις και τα παράπονα που εκφράζει στο πεζογράφηµα;
Γ. ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
1. Πώς παρουσιάζονται οι πρόσφυγες στα δύο κείμενα. Ποια τα προβλήματά τους; Βλέπετε κοινά στοιχεία
με το πεζογράφημα του Ιωάννου;
(Α)
«Μείναμε στην προσφυγική συνοικία "Χωράφια". Από τον Κήπο που μέναμε ήταν καλύτερα, αλλά ένα
δωματιάκι μας έδωσαν με τόσα άτομα μέσα, που ήταν εξαθλίωση. Προσφυγικός συνοικισμός: πείνα, αρρώστιες
17
18.
και δυστυχία. Όσοιέπεσαν στα προσφυγικά σπίτια και δεν γλίτωσαν γρήγορα από αυτά, έμειναν στάσιμοι. Η
παράγκα ρήμαξε το ηθικό του κόσμου, του αφαίρεσε την όρεξη για ζωή, τους συμβίβασε με την ανέχεια και τη
φτώχεια. Τον έκανε βαθιά μέσα στην ψυχή του να νιώθει πρόσφυγας. Οι παράγκες της προσφυγιάς ήταν η
ντροπή μας» (μαρτυρία Τ. Κακλαμάνου).
(Β)
Θέματα Προσομοίωσης Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Θεωρητικής Κατεύθυνσης
Γιώργος Ιωάννου, Μες στους προσφυγικούς συνοικισμούς
ΘΕΜΑΤΑ
1. Επιδράσεις στο έργο του Ιωάννου, εκτός των άλλων, έχουν ασκήσει: το λογοτεχνικό περιβάλλον της «Σχολής
της Θεσσαλονίκης» και η πεζογραφία του Αλ. Παπαδιαμάντη. Επαληθεύστε αυτές τις επιρροές με παραδείγματα
από το κείμενο.
2. «Γράφοντας σκέφτομαι πλάνα», ισχυριζόταν ο ίδιος ο συγγραφέας. Πώς επιβεβαιώνεται στο κείμενο η
παραπάνω παρατήρηση;
3. α. Τι έχετε να παρατηρήσετε για το είδος του αφηγητή και το είδος της εστίασης;
β. Να βρείτε τρεις (3) διαφορετικούς αφηγηματικούς τρόπους που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας και να εξηγήσετε
τι πετυχαίνει κάθε φορά.
4. Να σχολιάσετε τις φράσεις: «Ονόµατα από σβησµένους τάχα λαούς και χώρες, δειλιάζουν µέσα στο νου· Το αίµα µου
από κει µονάχα τραβάει, … Τους πληροφορεί το αίµα τους για µένα, όπως και το δικό µου µε κάνει να τους κατέχω
ολόκληρους.»
5. Αφού μελετήσετε συγκριτικά το παρακάτω απόσπασμα με το δοθέν κείμενο του Ιωάννου, να ασχοληθείτε με
τα εξής:
α. Πώς αντιμετωπίζει ο αφηγητής στο πεζογράφημα του Ιωάννου και ο κύριος Μ. το θέμα της προσφυγιάς;
β. Πώς αντιμετωπίζει η τοπική κοινωνία και στα δύο κείμενα τους πρόσφυγες;
Με το λεωφορείο
Στο παρακάτω διήγημα, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Τ. Καλούτσα, Το καινούριο αμάξι (1995), ο κύριος Μ., αστυνομικός
διευθυντής των ΜΑΤ στη Θεσσαλονίκη, παρατηρεί τους συνεπιβάτες του στο αστικό λεωφορείο, οι οποίοι στην πλειονότητά τους
είναι πρόσφυγες..
Τηλεφώνησε στη γυναίκα του ότι, λόγω μιας ξαφνικής βλάβης που έπαθε το αμάξι τους -είχε σπάσει η ντίζα του συμπλέκτη-, θα
πήγαινε με το λεωφορείο. Λίγο αργότερα, ο κύριος Μ., αστυνομικός διευθυντής των ΜΑΤ,* που διένυε το μεσοδιάστημα των
καλοκαιρινών του διακοπών, ξεκινούσε μες στο καταμεσήμερο για το παραθαλάσσιο προάστιο στ' ανατολικά της πόλης.
Στην αφετηρία ο υπάλληλος, υπομειδιώντας σαρκαστικά*, του έκανε νόημα να στριμωχτεί στην ουρά, όπου τον πήρε αμέσως
σβάρνα* ένα πολυθόρυβο τσούρμο ανθρώπων. Ο κύριος Μ., που είχε πολλά χρόνια να πατήσει το πόδι του σε λεωφορείο αυτής της
γραμμής, ένιωσε τον εαυτό του να υφαρπάζεται, ν' ανυψώνεται από 'να δυνατό κύμα και τέλος να ξεβράζεται, ζουλιγμένος στη μέση
του ανθρωποσωρού, μπροστά στον εισπράχτορα. Έπιασε το αυτί του τη σιγανή φωνή μιας γυναίκας, που παραπονιόταν δίπλα του
πως οι μυρωδιές του ιδρώτα τής έφερναν ξινίλα, κι έβαλε το χέρι του πάνω στις μεγάλες στάμπες που είχαν ποτίσει το πουκάμισό
του, σα να 'θελε να τις κρύψει.
Μετά το πρώτο ξάφνιασμα, άρχισε τις σκέψεις. Όλο αυτό το ανθρωπολόι γύρω του το αποτελούσαν, χωρίς αμφιβολία,
πρόσφυγες. Τους γνώριζε από την κοψιά τους, διάβαζε τις φάτσες τους, άκουγε τις φωνές τους. Τον έσπρωξαν κι άλλο και
προχώρησε στο βάθος. Πήρε το μάτι του μια άδεια θέση, βιάστηκε να κάτσει, αλλά την τελευταία στιγμή είδε πεταγμένο πάνω στο
κάθισμα ένα τσαλακωμένο πεντακοσάρικο. «Κάθονται», του είπε κοφτά ένας τύπος, με τετράγωνο σαγόνι. Χειρονομούσε σ' ένα
φίλο του, πίσω του, κι εκείνος τού έγνεφε συνωμοτικά. Ο κύριος Μ. κούνησε το κεφάλι του και κρεμάστηκε από τα λουριά πάνω από
την καπαρωμένη* θέση. Του ερχόταν να γελάσει.
18
19.
Σκέφτηκε το μάκροςτης διαδρομής και τα γόνατά του λύγισαν. Θα μπορούσε ασφαλώς να επικαλεστεί την κοινή λογική ή
οτιδήποτε άλλο (κάτι θα έβρισκε), για να αποδείξει στον τύπο με το ταυρίσιο κορμί ότι αυτό που έκανε δεν ήταν σωστό. Κάποιος
άλλος στη θέση του μπορεί και να νευρίαζε ή, στην ανάγκη, να έκανε ακόμα και χρήση του αξιώματος του, όμως ο κύριος Μ., μόνο
που του πέρασε αυτή η σκέψη, ένιωσε αλλεργία. Ποτέ δε θα έπεφτε τόσο χαμηλά. Στο κάτω κάτω, έβρισκε τη συμπεριφορά του
πρόσφυγα γνήσια ρωμέικη και μάλλον διασκεδαστική. [...] Έτσι, περίμενε υπομονετικά, κι όταν ο χοντρολαίμης φίλος του
εμφανίστηκε, παραμέρισε για να καθίσει, κι ας ήταν αρκετά χρόνια νεότερός του.
Σε λίγο ξεκίνησαν. Μπροστά του, στο σημείο που βρισκόταν η φυσούνα του λεωφορείου, μια ζωηρή παρέα νεαρών σχημάτιζε
κύκλο. Μελετούσε τα ρούχα τους, τις κινήσεις, τις εκφράσεις του προσώπου τους, που άλλαζαν διαρκώς. Οι περισσότεροι φορούσαν
φτηνά πουκάμισα, σκούρα ή πολύχρωμα, που κρέμονταν έξω από τα παντελόνια, ή τα φαρδιά σαλβάρια* τους, μακό σταμπωτά
μπλουζάκια και ξώφτερνα πέδιλα ή σαγιονάρες. Πιαστήκανε στις πλάκες και τα χωρατά. Ένα τεράστιο μαγνητόφωνο που
κουβαλούσε κάποιος στον ώμο του, έπαιζε σαν δαιμονισμένο αμερικάνικη χορευτική μουσική. [...]
Από πού είχαν ξεφυτρώσει όλα αυτά τα παιδιά, αυτός ο καινούριος κόσμος, αναρωτιόταν συχνά. Πολλούς τους φόβιζε η
κατάσταση που είχε δημιουργηθεί ξαφνικά, τα τελευταία χρόνια. Άλλοι πάλι λέγαν πως ήταν φυσιολογικά αναμενόμενο αυτό το
ορμητικό προσφυγικό ξέσπασμα,* ύστερα από τις αλλαγές και όλη την ανακατωσιά στις ανατολικές χώρες. Πιο αναμενόμενο
μάλιστα από άλλοτε - γιατί δεν ήταν, βέβαια, ιστορικά άγνωστο το φαινόμενο. Το θέμα ωστόσο ήταν άλλο, σκεφτόταν ο κύριος Μ.,
που παρακολουθούσε τα γεγονότα ως θεατής, και δε διέθετε κανένα άλλο ιδιαίτερο τεκμήριο φυλετικής συγγένειας μαζί τους. Ποιος
ή ποιοι μπόρεσαν να ψυχανεμιστούν, όταν έπρεπε, τις συνέπειες, ώστε να προλάβουν, έγκαιρα, να κάνουν κάτι; Κι αυτά που έγιναν
έστω μετά, ήταν όσα έπρεπε να γίνουν; Και τι θα γινόταν τώρα με αυτά τα παιδιά που ψάχναν στα τυφλά μια θέση στον ήλιο, μια
δουλειά, μια ταυτότητα;
Έβλεπε το προσφυγικό κύμα που φούσκωνε κι έσκαζε γλείφοντας τις παρυφές* της πόλης, μα σταματούσε εκεί, χωρίς να
καταφέρνει να γλιστρήσει και στο εσωτερικό της, στη ζωή της. Η κοινωνία αυτής της πόλης έμοιαζε να περιφρουρεί ζηλότυπα τα
άδυτά* της, ενώ κρατούσε για τους πρόσφυγες κλειστή ακόμα και την πίσω πόρτα. Στη γειτονιά του είχανε πιάσει όλα τα υπόγεια,
μέχρι και το ρημαδιακό* της γωνίας, με τους μισογκρεμισμένους σοβάδες, και αργά το σούρουπο, βγάζαν στο κατώφλι τους μια δυο
καρέκλες ή κάθονταν στο κότσι δίπλα στο πεζοδρόμιο και κουβέντιαζαν ώρες ατέλειωτες για χαμαλοδουλειές.* Αν πέρναγες από
μπροστά τους, σε κοίταζαν στα μάτια κι έλεγαν πρώτοι «καλησπέρα». Συχνά, πίσω από τα μισόκλειστα παράθυρα των σπιτιών τους
ανέβαινε ένας σκοπός λυπητερός -τραγουδούσαν οι ίδιοι- ή έβαζαν στο πικάπ ένα αλέγρο* ρώσικο τραγούδι. Από τα δωμάτια, όπου
κοίμιζαν τα παιδιά τους, αναδινόταν μια βαριά μυρωδιά υγρασίας και μούχλας. Κάποτε, θυμόταν ο κύριος Μ., έμενε κι εκείνος σε
μια υπόγεια, πατωμένη κάμαρη που μύριζε μούχλα. Στο μεταξύ, όμως, η ελληνική κοινωνία είχε αλλάξει και μόνο αυτοί μοιάζανε
τώρα σαν να μην το είχανε πάρει χαμπάρι. Δημιούργησαν τη νέα φτωχολογιά• μπαίναν και στοιβάζονταν στ' ανήλια υπόγεια και τις
χθαμαλές κάμαρες του αλλοτινού καιρού, απ' όπου, λίγο πολύ, τα είχαν καταφέρει να ξεγλιστρήσουν οι ντόπιοι.
[…]
Κρεμασμένος πάνω από τους ώμους του χοντρολαίμη πρόσφυγα, με το βλέμμα του να βουτάει στο πράσινο της Γεωργικής
Σχολής, ο κύριος Μ. συλλογιζόταν τι έπρεπε να γίνει. Δεν είχε έτοιμη καμιά μαγική συνταγή, αλλά ήξερε πως έπρεπε να βρεθεί μια
λύση. Οι άνθρωποι αυτοί έρχονταν σε μια χώρα που την έβλεπαν σαν πατρίδα τους και, λίγο πολύ, σαν επίγειο παράδεισο• οι
συνθήκες όμως που αντιμετώπιζαν, τους έσπρωχναν συχνά στην απόγνωση, την πορνεία, τα ναρκωτικά. Δεν του άρεσε καθόλου να
τους βλέπει γύρω του παρατημένους στο έλεος της τύχης τους, κακοπαθημένους ή κυνηγημένους. [...]
Μήπως παραήταν καλοπροαίρετος; αναρωτήθηκε και τίναξε με μια κίνηση το κεφάλι του προς τα πίσω. Ίσως, με όλη την
κούρασή του πάντως, ένιωθε άνετα ανάμεσά τους, υπομένοντας ευχάριστα την ασταμάτητη βαβούρα* τους. Ένας νεαρός
προωθήθηκε δίπλα του, με δυο κοπέλες να τον ακολουθούν. […] Δεν μπόρεσε να μη θυμηθεί εδώ τα λόγια ενός παλιότερου σοφού
κυβερνήτη του έθνους* που είχε πει, μιλώντας πάλι για τους πρόσφυγες, πως αποτελούν πληθυσμό που διαθέτει «υπέροχο
ανθρώπινο υλικό». Ναι, συμφωνούσε κι αυτός, ασφαλώς θα τα κατάφερναν. Είχανε κάτι από την αρετή των προγόνων μέσα τους
αυτά τα παιδιά. Είχαν τη νιότη και την υγεία, ας έκρυβαν τ' αθλητικά κορμιά τους μέσα σε άβολα ρούχα. Ενώ αυτός είχε αρχίσει να
κάνει στομάχι. Το κοίταξε μια στιγμή μελαγχολικά, περνώντας το χέρι του ανάλαφρα πάνω του, κι αποφάσισε να μη φάει το
μεσημέρι, θα άρχιζε δίαιτα [...].
Έπειτα από στάσεις κατέβηκε. Η θορυβώδης παρέα θα συνέχιζε την πορεία της. Το πουκάμισό του ήταν μούσκεμα στον
ιδρώτα. Μόλις πάτησε το πόδι του στη γη, κάτι απασφαλίστηκε μέσα του. Χαλάρωσε.
Έτσι ένιωθε τη στιγμή που έμενε μόνος του, αποχωρώντας από το γραφείο του. Το κακό ήταν πως, όταν βρισκόταν με κόσμο,
τον πλάκωνε ένα σφίξιμο, κι ένιωθε μονίμως σα να 'ταν εν υπηρεσία - κι ας είχε άδεια, όπως τώρα. Ένα πράγμα ακατανόητο, που
δεν μπορούσε να το κοντρολάρει*, λες και βρισκόταν σε διαρκή επιφυλακή. Τέλος πάντων. Προχώρησε μέσα απ' την πλατεία
ατενίζοντας την άπλα της θάλασσας - ακύμαντο μπλε ως εκεί που έφτανε το μάτι.
Έφτασε στο ισόγειο διαμερισματάκι του -δυο καμαρούλες όλο κι όλο- με μια μικρούλα αυλή μπροστά και σωριάστηκε ψόφιος
σε μια καρέκλα, κάτω από τον ίσκιο της μιμόζας. Πήρε μια δυο βαθιές ανάσες• αυτό που τον ανακούφιζε εδώ ήταν ο αέρας. Η
γυναίκα του βγήκε και τον χαιρέτησε.
Ένας γέρος εμφανίστηκε, καμπουριασμένος, μπρος στην πόρτα του. «Τι δέντρο είν' αυτό;», τον ρώτησε.
«Μιμόζα». Ο γέρος δεν είχε ακούσει κι αναγκάστηκε να το επαναλάβει.
19
20.
«Νόμιζα πως ήτανελιά», του είπε ο γέρος. «Μυρίζει όμορφα», πρόσθεσε μετά.
Τον έβλεπε που το παρατηρούσε με προσοχή. Το δέντρο είχε ξεπεταχτεί, σαν από θαύμα, σε ένα παρτέρι ενάμισι μέτρο. Ποτέ
δεν είχε φανταστεί ότι θα ψήλωνε τόσο• φορτωμένο ανθούς, έγερνε πιο βαρύ από τη μια μπάντα, έτοιμο να ξηλώσει το κάγκελο του
φράχτη.
«Τα λουλούδια του είναι κίτρινα», μουρμούρισε ο γέρος.
«Είχατε τέτοια στα δικά σας χώματα;», τον ρώτησε, γιατί κατάλαβε αμέσως πως ήταν πρόσφυγας. Απ' το θλιμμένο βλέμμα του
το κατάλαβε, που τον έτρωγε μια κρυφή νοσταλγία.
«Καράμισι...», ψέλλισε αργά, με αφηρημένο ύφος ο γέρος, προφέροντας έντονα παχύ το σίγμα. Με σπασμένη προφορά άρχισε
να του εξηγεί πως τα φύλλα του μοιάζαν σαν της πορτοκαλιάς, μόνο που ήταν λίγο πιο γυαλιστερά. Ο κορμός του, όχι πολύ μεγάλος,
σαν της μηλιάς, και τα λουλούδια του άσπρα, μικρά και μυρωμένα. Φέραν κι εδώ, του είπε, να σπείρουν. Τέτοια εποχή ο καρπός του
γινόταν σαν το βυσσινοκέρασο. Τα στέγνωναν εκεί, τα ξέραιναν και τα πουλούσαν. Αλλά εδώ, τα δέντρα χαλάσανε• τα έφαγε το
σκουλήκι, το έντομο...
Φαινόταν σα να μιλούσε μόνος του, ανοιγοκλείνοντας τα ξέθωρα γαλάζια μάτια του, όπου ο κύριος Μ. ήταν σε θέση να
διακρίνει ένα κομμάτι από το άλλο γαλάζιο που κρύβει μέσα του κάθε άνθρωπος, τσαλαπατημένο. Σταμάτησε απότομα, σα να 'χε
ήδη πει πολλά.
«Έλα μέσα να κάτσεις, παππού, να πιεις καφέ», του πρότεινε, κι εκείνος αρνήθηκε. Πήγε μόνο να τσακίσει ένα κλαδάκι, κι ο
κύριος Μ. τον παρότρυνε ευγενικά να το κάμει.
Ο γέρος έφερε το κλαδάκι στη μύτη του. Μετά, κουνώντας αργά το κεφάλι του και μ' ένα ευχαριστημένο ύφος, συνέχισε το
δρόμο του. Ο κύριος Μ. τον παρακολουθούσε, ώσπου μάκρυνε σκυφτός κι έστριψε στη γωνία. Του θύμιζε μια φωτογραφία που είχε
δει στις εφημερίδες: ένας γέροντας, ξεριζωμένος, από το Σοχούμι της Γεωργίας, που κουβαλούσε όλα τα υπάρχοντά του -μια
βαλίτσα κι ένα στρώμα στην πλάτη του- κι είχε διπλωθεί το σώμα του από το βάρος.
Είπε στη γυναίκα του να μην του ετοιμάσει τραπέζι, γιατί δεν πεινούσε. Επιθεωρώντας μελαγχολικά το στενό παρτέρι, στη
βάση της μιμόζας, σκεφτόταν να πάρει έναν υπνάκο και να σηκωθεί μετά να φροντίσει τα λουλούδια του.
20
21.
Παράλληλο κείμενο γιατο πεζογράφημα του Γ. Ιωάννου «Μες στους προσφυγικούς
συνοικισμούς»
Εργασία: Να βρείτε τρεις (3) τουλάχιστον ομοιότητες περιεχομένου και δύο (2)
τουλάχιστον κοινές αφηγηματικές τεχνικές ανάμεσα στα δύο κείμενα.
Το 1955 στην Τούμπα ήταν όλο παράγκες ξύλινες και παρόμοια χαμόσπιτα με σκεπές από
τενεκέδες ή κεραμίδια και μικρές ασπρισμένες αυλές. Αστραφτοκοπούσε ο ασβέστης και η
πάστρα μέσα σε κείνη τη μουντάδα. Για στολίδια είχανε γλάστρες με σκουλαρικιές, με
μπιγκόνιες και με γεράνια και στο χώμα φυτεμένα λουλούδια και δέντρα. Πιο πολύ ακακίες.
Ή καμιά καϊσιά με κείνα τα καΐσια τα μεγάλα, τα ζουμερά, που το άρωμά τους μας μεθούσε
και τα κουκούτσια τους τα τσακίζαμε ανάμεσα στις πέτρες και τα τρώγαμε με λαχτάρα.
Είχανε και μουριές για τον παχύ τους ίσκιο· το καλοκαίρι πέφτανε καταγής τα μούρα και
μαυροκοκινίζανε οι αυλές και πλάκωναν οι μέλισσες που με το βουητό και τις τσιμπιές τους
δεν αφήνανε σε ησυχία τον κόσμο. Μερικοί φυτεύανε και λεμονιές σε μεγάλα βαρέλια και τις
κουκουλώνανε τη βαρυχειμωνιά με τσουβάλια ή με χοντρά νάυλον για να μην καούνε, μια
και το ψυχρό κλίμα της Βορείου Ελλάδος δεν σήκωνε τέτοια δέντρα ευαίσθητα. Ήταν και τα
λεμόνια ακριβά και πολλές φορές δυσεύρετα. Όλα φτωχικά και ταπεινά μα περιποιημένα και
ανοιχτόκαρδα. Κάθε τιτίζα1 νοικοκυρά στην αυλίτσα της ένιωθε παραπάνω από βασίλισσα. Ο
κόσμος ήτανε μαθημένος σε πέντε αναγκαία πράματα, εκεί πάνω χτίζανε την καθημερινή
ευτυχία τους. Έτσι ήτανε δασκαλεμένοι απ’ τους παππούδες τους. Το λίγο τούς φαινότανε
πολύ. Όχι σα σήμερα που το πολύ δεν μας γεμίζει καθόλου κι όσο αυγαταίνει εκείνο τόσο
αδειάζουμε εμείς. Πολλά σπίτια είχανε τσαρδάκια σκεπασμένα με σαλκίμια 2 και κληματαριές
και καθόταν από κάτω ο κόσμος κι έπινε το καφεδάκι του κι έκαναν οι γείτονες μουχαμπέτι 3.
Σε σκαμνάκια, σε καρεκλάκια ψάθινα, που περνούσαν οι γύφτοι κάθε τόσο και τα διόρθωναν
τραγουδώντας καθισμένοι σταυροπόδι κατάχαμα. Μουχαμπέτι, καφεδάκι, κουλουράκι το
πρωί, μουχαμπέτι, καφεδάκι, κουραμπιεδάκι το απόγευμα. Τα γλυκά, όλα σπιτικά, σπάνια
του ζαχαροπλαστείου, μόνο τις τρανές γιορτές οι πάστες. Σοκολατίνες επί το πλείστον, μια
και η σοκολάτα ήτανε περιζήτητη. Μόλις έπαιρνε να βραδιάζει, πάλι μουχαμπέτι, μεζεδάκια
και ρακί. Τραγούδια λέγανε τα δικά τους, τα προσφυγικά, όμως ακούγανε κι απ’ το
ραδιόφων, ό,τι τους έβαζαν οι κρατικοί σταθμοί κι ο Ενόπλων Δυνάμεων.
[…] Έτσι την περνούσαμε. Χαμοζωή. Σπιτάκια προσφυγικά, του εποικισμού. Είχαμε, βέβαια,
και μικρές πολυκατοικίες που αργότερα έγιναν μεγαλύτερες, και στο τέλος με την
αντιπαροχή του Καραμανλή η περιοχή έγινε αγνώριστη, ακόμη και για μας τους καθεαυτού
Τουμπιώτες. Οι πιο πολλοί δρόμοι, τι δρόμοι, τα σοκάκια, ήταν χωματόδρομοι. Μόνο οι
κεντρικοί ήταν ασφαλτοστρωμένοι. Καλντερίμια δεν είχε. Όλοι οι προσφυγικοί συνοικισμοί
ήταν αγροί, χωράφια ακατοίκητα…. Το κράτος δεν γύριζε να μας κοιτάξει, και τα
αυτοκίνητα κυκλοφορούσαν αραιά και πού, λιγοστά. Κι εκείνα, όχι σαν τώρα, της κακιάς
1
2
3 [1] Τιτίζα (τουρκ. titiz): σχολιαστική, τυπική.
[2] Σαλκίμι (τουρκ. salkim): είδος αναρριχώμενης ακακίας με μωβ τσαμπιά.
[3] Μουχαμπέτι (τουρκ. muhabbet): κουβεντολόι.
21
22.
ώρας, σαραβαλάκια. Σπάνιανα δεις καμιά αμαξάρα. Μόνο αν περνούσε κανένας πολιτικός,
αν μας καταδεχόταν κανένας μητροπολίτης.
(Θωμάς Κοροβίνης, Ο γύρος του θανάτου, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2010, σελ. 35-38)
22