Η Νεότερη Ιστορία της Καππαδοκίας (Αφύπνιση-Αναγέννηση)
Εργασία της μαθήτριας Αρσονιάδου Σοφίας στο πλαίσιο της ερευνητικής εργασίας με θέμα: Πολιτισμική χαρτογράφηση του προσφυγικού ελληνισμού στις Κρηνίδες Καβάλας: ΟΙ ΚΑΠΠΑΔΟΚΕΣ. Συντονίστρια εκπαιδευτικός: Γκούμα Όλγα
Η Νεότερη Ιστορία της Καππαδοκίας (Αφύπνιση-Αναγέννηση)
1.
1
ΑΡΣΟΝΙΑΔΟΥ ΣΟΦΙΑ
ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΣΗΤΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟΥ
ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΣΤΙΣ ΚΡΗΝΙΔΕΣ ΚΑΒΑΛΑΣ: ΟΙ
ΚΑΠΠΑΔΟΚΕΣ
Η ΝΕΟΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ
(Αφύπνιση και Αναγέννηση)
ΚΡΗΝΙΔΕΣ 2012-2013
2.
2
ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΣΗ ΤΟΥΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟΥ
ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΣΤΙΣ ΚΡΗΝΙΔΕΣ ΚΑΒΑΛΑΣ: ΟΙ
ΚΑΠΠΑΔΟΚΕΣ
Η ΝΕΟΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ
(Αφύπνιση και Αναγέννηση)
3.
3
Μέλη Ομάδας ΕρευνητικήςΕργασίας:
1. Αρσονιάδου Σοφία
2. Κελίδου Μαρία
3. Κωνσταντινίδης Νίκος
4. Μαυρουδή Ελένη
Εποπτεία:
1. Γκούμα Όλγα
5
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Το μάθημα τηςΕρευνητικής Εργασίας(Project), μιας ομάδας μαθητών της Β'
Λυκείου, είχε ως θέμα του την Πολιτισμική Χαρτογράφηση του Προσφυγικού
Ελληνισμού των Κρηνίδων Καβάλας με ιδιαίτερη αναφορά στους
Καππαδόκες.
Η Β' Ομάδα η οποία αποτελείται από τους Αρσονιάδου Σοφία, Κελίδου
Μαρία, Κωνσταντινίδη Νίκο και Μαυρουδή Ελένη μελέτησε και συνέλεξε
στοιχεία σχετικά με την νεότερη ιστορία της Καππαδοκίας.
Πιο συγκεκριμένα η ομάδα είχε αναλάβει να συλλέξει πληροφορίες για την
αφύπνιση και αναγέννηση της περιοχής μετά την επικράτηση των
Σελτζούκων-Τούρκων, την Κοινοτική οργάνωση που ανέπτυξαν στον τρόπο
διοίκησης τους, τα ιδιαίτερα επαγγέλματα που αναπτύχθηκαν στην περιοχή,
την Καραμανλήδεια γραφή που χρησιμοποιούσαν και τέλος τις περιοχές στην
Ελλάδα όπου κατέφυγαν και μεγαλούργησαν.
Η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε ήταν κυρίως η άντληση πληροφοριών απ' το
διαδίκτυο, από εγκυκλοπαίδειες ,από συνεντεύξεις κατοίκων της περιοχής,
καθώς και από τις εισηγήσεις των εποπτευόντων καθηγητών.
6.
6
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Στα τέλη του11ου αι., την Καππαδοκία υπέταξαν οι Σελτζούκοι Τούρκοι και
μετά τη διαίρεση της μεγάλης Σελτζουκικής αυτοκρατορίας, απετέλεσε μέρος
του κράτους του Ικονίου ή Σουλτανάτου του Ρουμ (Ρωμανία). Το 13ο αι., μετά
τη διάλυση και αυτού του κράτους, έγινε αυτόνομη χώρα κάτω από τη
Δυναστεία Καραμάν εξ ου και το όνομα Καραμανία. Λίγο μετά την
κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, το κράτος αυτό καταλύθηκε και η
Καππαδοκία περιήλθε στους Οθωμανούς Τούρκους.
Μετά τη κατάληψη από τους Οθωμανούς και επειδή η χώρα δεν ήταν και
τόσο εύφορη, άρχισε η μετανάστευση των χριστιανών με διεξόδους τρεις
κυρίως δρόμους: ο προς τη Μερσίνη κι από κει στην Αλεξάνδρεια, ο προς την
Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη και ο τρίτος προς Αμισό. Με το χρόνο και
με την ανάπτυξη της συγκοινωνίας στη Μικρά Ασία, άρχισε να δημιουργείται
σειρά ακμαζουσών παροικιών κατά μήκος των παραπάνω οδών, από τις
οποίες προήλθαν μεγαλέμποροι, τραπεζίτες, ακόμη και κυβερνητικοί
υπάλληλοι, οι γνωστοί Καϊσερλήδες.
Αυτές οι περιπέτειες των Καππαδοκών και η επακόλουθη αφύπνιση και
αναγέννηση τους, θα αποτελέσει αντικείμενο της δικής μου επιμέρους
διαπραγμάτευσης.
7.
7
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΠΡΟΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ
Οι επαφές της Καππαδοκίας με την πρωτεύουσα της Οθωμανικής
Αυτοκρατορίας ξεκίνησαν από τα πολύ πρώιμα χρόνια και
σχετίζονται με την πολιτική εποικισμού της Κωνσταντινούπολης που
ακολούθησε ο σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής. Μεταξύ του 1468
και του 1474 μεταφέρθηκαν εκεί υποχρεωτικά ομάδες πληθυσμού,
χριστιανοί και μουσουλμάνοι, από διάφορες περιοχές της
αυτοκρατορίας, μεταξύ των οποίων και η Καππαδοκία. Κατά την
απογραφή του 1477 καταγράφηκαν 384 σπίτια ορθοδόξων και
Αρμενίων με καταγωγή από την περιοχή της Καραμανίας. Οι
προσπάθειες του κράτους για μόνιμη εγκατάσταση νομάδων στην
περιοχή της Καισάρειας το 15ο και 16ο αιώνα και οι αναταραχές
στην περιοχή, με κυριότερες τις εξεγέρσεις των Τζελαλήδων (1590-
1620), σε συνδυασμό με τις μειωμένες δυνατότητες της αγροτικής
παραγωγής και με τα φαινόμενα υπερπληθυσμού το 16ο αιώνα,
έδωσαν ώθηση για μετακινήσεις του πληθυσμού της υπαίθρου προς
τις πόλεις, εντός και εκτός των ορίων της Καππαδοκίας. Η ύπαρξη
Καππαδοκών στην Κωνσταντινούπολη αποτέλεσε προφανώς πόλο
έλξης και για άλλους συμπατριώτες τους. Στα μέσα του 16ου, αλλά
και το 17ο αιώνα, ολόκληρες συνοικίες της Κωνσταντινούπολης
κατοικούνταν από Καραμανλήδες.
Η ανάπτυξη της Κωνσταντινούπολης κατά το 18ο αιώνα και οι
σημαντικές αλλαγές που παρατηρήθηκαν στην οικονομική και
οικιστική οργάνωση της πόλης δημιούργησαν τις κατάλληλες
συνθήκες για την πύκνωση του μεταναστευτικού ρεύματος. Οι
μετανάστες, άνδρες κατά κύριο λόγο, ασχολούνταν με το εμπόριο –
καλύπτοντας τις αυξημένες ανάγκες σε είδη επισιτισμού– και με τις
υπηρεσίες ή δραστηριοποιούνταν ως τεχνίτες. Η μετανάστευση πλέον
αφορούσε σχεδόν το σύνολο των οικισμών της Καππαδοκίας και
κυρίως εκείνους που είχαν περιορισμένες δυνατότητες για αξιόλογη
αγροτική παραγωγή. Το μεταναστευτικό ρεύμα συνεχίστηκε
αδιάκοπα μέχρι και τις αρχές του 20ού αιώνα. Γνώρισε μάλιστα νέα
σημαντική πύκνωση κυρίως κατά το β΄ μισό του 19ου αιώνα, ιδίως
λόγω της ανάπτυξης του σιδηροδρομικού και οδικού δικτύου, καθώς
8.
8
και των γενικότερωνοικονομικών αλλαγών εκείνη την περίοδο.
1.Εγκατάσταση και επαγγέλματα
Οι Καππαδόκες μετανάστες ήταν εγκατεστημένοι συχνά στις ίδιες
συνοικίες και ασκούσαν συγκεκριμένα επαγγέλματα. Είχαν μάλιστα
οργανωθεί σε συντεχνίες με βάση τον ιδιαίτερο τόπο καταγωγής τους.
Συχνά μεγάλο μέρος των μελών μιας συντεχνίας, ή και η
πλειοψηφία, κατάγονταν από την ίδια περιοχή, εξέλιξη που
σχετίζεται με την υποστήριξη που πρόσφεραν τα δίκτυα των ήδη
εγκατεστημένωνμεταναστών στους νεοφερμένους, οι οποίοι συνήθως
εργάζονταν σε καταστήματα συγγενών ή συντοπιτών τους. Πολλές
φορές εκκλησιάζονταν και σε συγκεκριμένο ναό που βρισκόταν στη
συνοικία τους, ενώ είχαν και δικό τους ιερέα. Επίσης με κριτήριο τον
τόπο καταγωγής ίδρυσαν αργότερα, το 19ο αιώνα, συλλόγους.
Το 16ο αιώνα υπήρχε ήδη η συνοικία των Καραμανών στο
Επταπύργιο, ενώ το 17ο αναφέρονται οι καραμανλίδικοι μαχαλάδες
στο Ναρλικαπί. Οι Καππαδόκες ήταν έμποροι, χρυσοχόοι και
κλειδαράδες. Εκκλησιάζονταν στον Άγιο Κωνσταντίνο στα
Ψωμαθειά. Το 1638 μετανάστες από την Καππαδοκία κυριαρχούσαν
στη συντεχνία,των μπεζιρτζήδων ενώ χριστιανοί από την Καισάρεια
και την Νίγδη ασχολούνταν με το εμπόριο παστών ψαριών.
Αρκετά στοιχεία για μια σαφέστερη επαγγελματική διαφοροποίηση
στη βάση του ιδιαίτερου τόπου καταγωγής διαθέτουμε για την
περίοδο μετά τα μέσα του 18ου αιώνα. Στη συντεχνία των
χαβιαρτζήδων υπερτερούσαν οι Σινασίτες, ενώ σε αυτή των
καϊκτσήδων οι μετανάστες από το Ουργκιούπ. Μετανάστες από το
Γκέλβερι εργάζονταν σε μπακάλικα, βουτυράδικα, ταχινοποιεία και
λαδάδικα. Εκείνοι από την Ανακού, το Νέβσεχιρ, το Ιντζέσου, τα
Ποτάμια και την Τζαλέλα ήταν μπακάληδες, ενώ οι Αραβανιώτες
ήταν είτε κουρείς και καφετζήδες είτε έμποροι ξηρών καρπών. Οι
μετανάστες από το Ζιντζίντερε εργάζονταν ως χτίστες, σιδεράδες και
πετράδες, από τη Μόλου ως αραϊτζήδες, από τοΤαλάς ως ξυλέμποροι,
πετροπελεκητές και ξυλουργοί, από το Σιβρίχισαρ ως μπακάληδες
και αχθοφόροι. Ακόμη, από το Ταβλοσούν έχουμε ξυλέμπορους και
εστιάτορες, από το Ταρσιάχ μαραγκούς και ξυλέμπορους, από το
Τάνεϊκαπνέμπορους και από το Φερτέκ ταβερνιάρηδες και εμπόρους
οινοπνευματωδών ποτών.
Ωστόσο, οι αλλαγές στον οικονομικό τομέα επηρέαζαν τους
μετανάστες και κάποτε καθιστούσαν αναγκαία την αλλαγή
επαγγέλματος. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των Σινασιτών.
Μετά την εγκατάστασή τους στην Κωνσταντινούπολη εργάζονταν
κυρίως ως μπεζιρτζήδες και κάποιοι ως παντοπώλες και ιχθυοπώλες.
9.
9
Οι τελευταίοι σταδιακάεξελίχθηκαν σε χαβιαρτζήδες. Όμως μετά τη
χαλάρωση των αυστηρών περιορισμών που αφορούσαν τις
συντεχνίες, όταν το επάγγελμα του χαβιαρτζή έπαψε να είναι τόσο
επικερδές, δραστηριοποιήθηκαν κυρίως στο εμπόριο αποικιακών
ειδών και υφασμάτων, ενώ πολλοί έγιναν παντοπώλες και
χρωματοπώλες.
2. Κοινότητα και μετανάστευση
Σε όσες κοινότητες υπήρχαν επαρκείς οικονομικοί πόροι που
επέτρεπαν την επιβίωση των μελών τους, η μετανάστευση
διατηρήθηκε σε χαμηλά επίπεδα. Όπου όμως αυτοί δεν υπήρχαν,
κυρίως λόγω της περιορισμένης αγροτικής παραγωγής, το
μεγαλύτερο ποσοστό του ενεργού ανδρικού πληθυσμού, τουλάχιστον
κατά το 19ο αιώνα, μετανάστευε στην Κωνσταντινούπολη ή σε άλλες
πόλεις της αυτοκρατορίας. Το 49% του ανδρικού πληθυσμού του
Ανδρονικίου βρισκόταν το 1834 εκτός του οικισμού, το 34%
αποτελούνταν από ηλικιωμένους και παιδιά και μόλις το 17% του
ενεργού ανδρικού πληθυσμού διέμενε μόνιμα στον οικισμό .Η
ιδιαίτερα μεγάλη έκταση της μετανάστευσης δημιούργησε μια
ιδιότυπη σχέση εξάρτησης μεταξύ παροικίας και μητρόπολης. Η ήδη
περιορισμένη αγροτική παραγωγή σταδιακά ατόνησε και πέρασε στα
χέρια των μουσουλμάνων, οι οποίοι καλλιεργούσαν τα χωράφια των
μεταναστών ως αγρολήπτες ή ως μισθωτοί εργάτες υπό την επίβλεψη
των γυναικών των τελευταίων.
Οι μετανάστες εκδήλωναν με ποικίλους τρόπους το ενδιαφέρον για
την ιδιαίτερη πατρίδα τους. Εκτός από την οικονομική υποστήριξη
που πρόσφεραν στις οικογένειές τους, προέβαιναν συχνά σε δωρεές
για την ίδρυση και ενίσχυση σχολείων και την πληρωμή δασκάλων
και ιερέων. Οι δωρεές γίνονταν είτε σε ατομικό είτε σε συλλογικό
επίπεδο, μέσω των συντεχνιών. Στη διάρκεια του 19ου αιώνα το
ρόλο αυτό ανέλαβαν οι σύλλογοι και οι αδελφότητες των
μεταναστών. Δεν έλειπαν βέβαια και οι προστριβές μεταξύ της
παροικίας και της μητρόπολης για τα όρια των αρμοδιοτήτων και τις
πρωτοβουλίες που αναλάμβαναν στον τομέα της εκπαίδευσης ή
αλλού. Τόσο η αποχώρηση όσο και η επιστροφή των μεταναστών
γινόταν ομαδικά και αποτελούσε μεγάλης σημασίας κοινωνικό
γεγονός με συμβολικές προεκτάσεις. Συνοδευόταν από ορισμένο
τελετουργικό που αναδείκνυε τη σημασία του γεγονότος και
ενδυνάμωνε την κοινωνική συνοχή του οικισμού. Σύμφωνα με
μαρτυρίες, προηγούνταν κοινός εκκλησιασμός, ενώ την ημέρα της
αναχώρησης συγκεντρωνόταν όλο το χωριό, ο ιερέας διάβαζε σχετική
ευχή και οι υπόλοιποι συνόδευαν τιμητικά την ομάδα των
μεταναστών έξω από τον οικισμό και τους εύχονταν καλό ταξίδι.
Αυτή η διαδικασία απαντά στην Ανακού, στο Αραβανίστο
10.
10
Ζιντζίντερε και στηΣινασό. Στην υποδοχή, που γινόταν έξω από τον
οικισμό, συμμετείχε εκτός από τους οικείους και ολόκληρη η γειτονιά
του μετανάστη. Στο Γκέλβερι προϋπαντούσαν την ομάδα των
μεταναστών έφιπποι έξω από το χωριό και τους συνόδευαν τιμητικά
μέχρι το σπίτι τους. Γινόταν μάλιστα ένα είδος κονταρομαχίας προς
τιμήν τους, το λεγόμενο «τζιριτί», και ακολουθούσε ομαδικό γλέντι.
11.
11
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΤΩΝ ΚΑΠΠΑΔΟΚΩΝ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ
Η φτώχεια και οι διώξεις των Τούρκων ανάγκασαν πολλούς
κατοίκους του Πόντου να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να
προωθηθούν άλλοι προς την Κωνσταντινούπολη, άλλοι προς το
εσωτερικό της Μικράς Ασίας και την ενδοχώρα του Πόντου, ενώ
πολλοί Καππαδόκες και Καραμανίτες κατευθύνθηκαν προς τα
παράλια του Ευξείνου. Η κάθοδος των Καππαδοκών προς τον
Εύξεινο και των Ποντίων της ενδοχώρας προς την Καππαδοκία
αποδεικνύεται και από τις αλληλεπιδράσεις στα γλωσσικά τους
ιδιώματα.
Τα τουρκικά αρχεία φανερώνουν έμμεσα αυτέςτις μετακινήσεις που
επισυνέβησαν το 16αι. Έτσι, ο χριστιανικός πληθυσμός της
Κασταμονής, μέσα στο 16ο αι., από 570 οικογένειες αυξήθηκε σε
1.889. Της Γάγγρας, την ίδια περίοδο, από 81 οικογένειες έγινε 453.
Ακόμη και στο λιβά Μπόλου, όπου σε προηγούμενες απογραφές δεν
σημειώνονταν χριστιανοί κάτοικοι, στην απογραφή του 1570-1580
εμφανίζονται 134 χριστιανικές οικογένειες. Ο Γάλλος περιηγητής V.
Cuinet, βασιζόμενος μόνο στις προφορικές παραδόσεις, σημείωνε ότι
οι Έλληνες της Γάγγρας των τελευταίων αιώνων ήταν εν μέρει
απόγονοι των παλιών κατοίκων της Παφλαγονίας και εν μέρει
απόγονοι Ελλήνων εμπόρων της Καισάρειας και της Άγκυρας, που
εγκαταστάθηκανεκείμεταξύ1650-1700.
Το ρεύμα έφτασε και στο Παρθένιο (Μπαρτίν), κωμόπολη που
απείχε τρεις ώρες από τον Εύξεινο. Το Μπαρτίν στις αρχές του 20ού
αι. κατοικούνταν από 1.500 Έλληνες (σε σύνολο 10.000), εποίκους
από τη Σαφράμπολη, τη Σινώπη, την Καισάρεια, το Προκόπιο κ.ά
12.
12
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Πολλοί Έλληνες τηςΚαππαδοκίας, της Καραμανίας και του Πόντου,
μεταφέρθηκαν σε άλλα κατακτημένα από τους Τούρκους μέρη, όπως
την Κωνσταντινούπολη, για να βοηθήσουν με την αξιοσύνη τους
στην αναδιοργάνωση και στο πολιτιστικό ξαναζωντάνεμα των νέων
τουρκικών κατακτήσεων. Συγκεκριμένα, μετά την άλωση της Πόλης
το 1453 από τους Τούρκους, η πρωτεύουσα της πάλαι ποτέ
βυζαντινής αυτοκρατορίας ερήμωσε. Γι’ αυτό ο Μεχμέτ Β’ ήθελε
οπωσδήποτε να την επαναλειτουργήσει. Έτσι, έδωσε εντολή να
μεταφερθούν στην Κωνσταντινούπολη χιλιάδες Ρωμιοί από τη
σφύζουσα σε Ελληνισμό Καραμανία, για να την ανασυνοικίσουν και
να της δώσουν ζωντάνια. Όλες εκείνες οι μετακινήσεις μπορεί να
βοήθησαν στο ξαναζωντάνεμα του Ελληνισμού της
Κωνσταντινούπολης και των άλλων περιοχών, όμως αραίωσαν σε
σημαντικό βαθμό τον ελληνοχριστιανικό πληθυσμό της
Καππαδοκίας.
Οι κυριότεροι δρόμοι για το μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα των
Ελλήνων της Καππαδοκίας, ήταν στην αρχή τουλάχιστον, προς την
Κωνσταντινούπολη, όπως προαναφέρθηκε, τη Μερσίνα, την
Αλεξάνδρεια, τη Σμύρνη και την Αμισό του Πόντου. Με την πάροδο
όμως των χρόνων, όλοι οι δρόμοι της Μικράς Ασίας, της
μητροπολιτικής Ελλάδας, της Ρωσίας, της Αιγύπτου και της
Αμερικής, τους οδηγούσαν στην αποδημία. Το κακό ήταν ότι το
μεταναστευτικό κύμα είχε πολλές φορές μονόδρομη φορά. Δεν ήταν
λίγοι εκείνοι που πλούτισαν, ενώ ήταν αρκετοί εκείνοι που
κατέλαβαν ανώτερες κοινωνικές και διοικητικές θέσεις. Ανέδειξαν
έτσι τη δυναμική τους και ξεχώρισαν στην παιδεία, το εμπόριο, τη
διπλωματία και την κοινωνική ζωή.
Οι απόδημοι Καππαδόκες είχαν αξιοζήλευτη αλληλεγγύη μεταξύ
τους. Οργανώνονταν σε παροικίες ή συντεχνίες των χωριών τους και
βοηθούσαν τους συμπατριώτες τους, ιδιαίτερα τους νεοφερμένους
μετανάστες μέχρι να ορθοποδήσουν κι εκείνοι. Δημιούργησαν επίσης
συλλόγους και φιλεκπαιδευτικές αδελφότητες. Ωστόσο, δε μπορούσαν
να λησμονήσουν τους τόπους και τα άγια χώματά τους, ούτε βέβαια
τα εθνικά τους σύμβολα που ήταν το σχολείο και η εκκλησία. Έτσι, με
πλούσιες δωρεές, τους έχτιζαν σχολεία και εκκλησίες, άνοιγαν
πηγάδια για νερό, βοηθούσαν τα άπορα παιδιά, έδιναν υποτροφίες
για ανώτερες σπουδές στους άξιους μαθητές, αγόραζαν βιβλία και
μισθοδοτούσαν τους δασκάλους. Η εκπαίδευση και η διάδοση της
ελληνικής παιδείας, ήταν πρωταρχικής σημασίας για τους Ρωμιούς
της Καππαδοκίας. Έτσι, ο φωτισμός των Ελλήνων της Ανατολής ήταν
πλέον θέμα χρόνου.
13.
13
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Α΄ ΒΙΒΛΙΑ
ΓιάννηςΣταματιάδης, «Βραχοκκλησίες και Πετρομονάστηρα της
Καππαδοκίας», Έκδοση ΚΕ.ΜΙ.ΠΟ. 2003.
Βασίλειος Τατάκης, « Η συμβολή της Καππαδοκίας στη Χριστιανική
σκέψη», Κ.Μ.Σ. Αθήνα , 1998.
Θεόδωρος Θεοδωρίδης, «Φαρασιώτικες παραδόσεις, μύθοι και
παραμύθια», «Λαογραφία» τόμος ΚΑ (ΧΧΙ) 1964, Αθήνα, σελ. 269-336.
Μάξιμος Χαρακόπουλος, «Ρωμιοί της Καππαδοκίας», ΕΛΛΗΝΙΚΑ
ΓΡΑΜΜΑΤΑ, ΑΘΗΝΑ 2003.
Εμμανουήλ Τσαλίκογλου, «Ελληνικά Εκπαιδευτήρια και
ελληνορθόδοξες κοινότητες της περιφέρειας Καισαρείας», Κ.Μ.Σ.
Αθήνα 1976.
Τάκης Σαλκιτζόγλου, «Η Σύλλη του Ικονίου. Μία ελληνική κωμόπολη
στην καρδιά της Μικράς Ασίας», ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΙΖΟΝΟΣ
ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ, ΑΘΗΝΑ 2005.
Δ. Λουκόπουλος – Δ. Πετρόπουλος, «Παροιμίες των Φαράσων»,Κ.Μ.Σ.,
1951.
Δ. Λουκόπουλος – Δ. Πετρόπουλος, « Η Λαϊκή λατρεία των Φαράσων»,
Κ.Μ.Σ. 1951.
Σεφέρης Γιώργος, «Τρεις μέρες στα μοναστήρια της Καππαδοκίας»,
Κ.Μ.Σ. 2005.
Βασίλης Π. Κέκης , «Καππαδοκία, Προσκύνημα από γης και
ουρανού», Εκδόσεις Ακρίτας , Αθήνα 2008.