Ιακώβ και Ησαύ

1,517 views

Published on

Published in: Education
0 Comments
0 Likes
Statistics
Notes
  • Be the first to comment

  • Be the first to like this

No Downloads
Views
Total views
1,517
On SlideShare
0
From Embeds
0
Number of Embeds
904
Actions
Shares
0
Downloads
8
Comments
0
Likes
0
Embeds 0
No embeds

No notes for slide

Ιακώβ και Ησαύ

  1. 1. Ι α κώ β κα ι Η σ α ύ
  2. 2. Ο Ιζαάθ θαη ε Ρεβέθθα απέθηεζακ δύμ δίδομα αγόνηα, ημκ Ηζαύ θαη ημκ Ιαθώβ.  Ο Ηζαύ ήηακ θοκεγόξ. Σμο άνεζε κα γονμθένκεη ζηα βμοκά θαη ζηα ιαγθάδηα. Ήηακ θμθθηκςπόξ θη όηακ μεγάιςζε έγηκε πμιύ ηνηπςηόξ. Ήηακ μ πνςηόημθμξ, μ αγαπεμέκμξ ημο παηένα ημο.  Ο Ιαθώβ ήηακ ήνεμμξ θαη πνάμξ. Αγαπμύζε ηε δςή ημο ζπηηημύ. Έμεκε θμκηά ζηε μεηένα ημο θαη ηε βμεζμύζε ζηηξ δμοιεηέξ ηεξ. Κη αοηή ημο είπε πενηζζόηενε αδοκαμία.
  3. 3. Μια μέρα ο Θακώβ μαγείρευε θακές. Ο Ηζαύ γύριζε πολύ κοσραζμένος και πειναζμένος από ηο κσνήγι. Οι θακές μοζτοβολούζαν. Ζήηηζε ένα πιάηο από ηον αδελθό ηοσ. Ιι εκείνος εκμεηαλλεύθηκε ηην πείνα ηοσ. «Θα ζνπ δώζσ», ηοσ είπε πονηρά, «αλ κνπ πνπιήζεηο ην δηθαίσκα πνπ έρεηο σο πξσηόηνθνο».
  4. 4. «ακηί πηκαθίμο θαθήξ…»  Όμςξ μ Ηζαύ μπνμζηά ζηεκ πείκα ημο δεκ ιμγάνηαζε ηίπμηα. - «Ση κα ηα θάκς ηα πνςημηόθηα», είπε, «αθμύ δεκ θναηηέμαη ζηα πόδηα μμο;». - «Ονθίζμο μμο όηη μμο ηα δίκεηξ», επέμεκε μ Ιαθώβ. • Ο Ηζαύ μνθίζηεθε θη έηζη γηα έκα πηάημ θαθέξ ακηάιιαλε ηα πνςημηόθηα
  5. 5. Ανθεηά πνόκηα ανγόηενα, όηακ μ Ιζαάθ γέναζε πμιύ, ζέιεζε κα εοιμγήζεη ημκ πνςηόημθμ γημ ημο, ημκ Ηζαύ. Σμκ θώκαλε ιμηπόκ θαη ημο είπε:  Ο Ηζαύ έθογε γνήγμνα, πνόζομμξ κα εθηειέζεη ηεκ επηζομία ημο παηένα ημο. «Παηδί μμο, πιεζηάδεη ε ώνα ημο ζακάημο μμο. Θέις κα ζ’ εοιμγήζς. Πήγαηκε κα θοκεγήζεηξ. Άμα πεηύπεηξ θάηη ζημ θοκήγη, μαγείνερέ ημ. Φηηάλε έκα θαιό θαγεηό θαη θένε μμο κα θάς θαη κα ζμο δώζς μέζα από ηεκ θανδηά μμο ηεκ εοιμγία μμο».
  6. 6. Η Ρεβέθθα άθμοζε ηα ιόγηα ημο Ιζαάθ. Φώκαλε ημκ αγαπεμέκμ ηεξ Ιαθώβ θαη ημο είπε: «΢ήμενα μ παηέναξ ζμο ζα εοιμγήζεη ημκ αδειθό ζμο. Σμκ άθμοζα κα ημο δεηάεη κα θοκεγήζεη θαη κα μαγεηνέρεη γη’ αοηόκ θη έηζη κα πάνεη ηεκ εοιμγία θαη ηα δηθαηώμαηά ημο. Άθμο ηη ζα ζμο πς θαη πνάλε όπςξ ζα ζε πνμζηάλς. Πήγαηκε ζημ θμπάδη θαη δηάιελε δομ θαηζηθάθηα ηνοθενά θαη θαιμθαμςμέκα. Εημίμαζέ ηα θαη θέν’ ηα μμο κα ηα μαγεηνέρς ζύμθςκα με ημ γμύζημ ημο παηένα ζμο. Θα ημο πνμζθένεηξ εζύ ημ θαγεηό θη εζύ ζα πάνεηξ ηηξ εοιμγίεξ ημο».
  7. 7. «Μα κεηέξα, είκαη ηόζν δηαθνξεηηθόο από ηνλ Ηζαύ! Εθείλνο είλαη ηξηρσηόο. Ο παηέξαο καο δελ βιέπεη, αιιά ζα κε θαιέζεη θνληά ηνπ, ζα κε αγγίμεη θαη ζα θαηαιάβεη όηη είκαη ν Ιαθώβ. Αληί λα κε επινγήζεη ζα κε θαηαξαζηεί, γηαηί ηνλ θνξόηδεςα».
  8. 8. Πνάγμαηη, μ Ιαθώβ έθακε όπςξ ημκ ζομβμύιερε ε μεηένα ημο…  Εθείκε μαγείνερε ημ πημ κόζηημμ θαγεηό. Ύζηενα θόνεζε ζημκ Ιαθώβ ημ νμύπμ ημο Ηζαύ θαη ζηα μπνάηζα θαη ημ ιαημό ημο ηύιηλε θμμμάηηα από ηεκ πνμβηά ηςκ θαηζηθηώκ. Σμο πανέδςζε ημ θαγεηό θαη ημκ έζηεηιε ζημκ παηένα ημο.  Ο Ιζαάθ δεκ έβιεπε από ηα γενάμαηα...
  9. 9. «Παηέξα», «είκαη ν Ηζαύ, ν πξσηόηνθνο. Σνπ έθεξα ην θαγεηό πνπ δήηεζεο. Φάγε, επραξηζηήζνπ θαη δώζε κνπ ηελ επινγία ζνπ». «Έια, παηδί κνπ, θνληά πώο πέηπρεο ηόζν γξήγνξα ην θπλήγη;» «Ο Θεόο κνύ ην έθεξε κπξνζηά κνπ», «Έια θνληά κνπ, λα ζ’ αγγίμσ, γηαηί δε βιέπσ θαιά»…
  10. 10. Ο Ιαθώβ πιεζίαζε θη έζθορε ημ θεθάιη ημο μπνμζηά ζημκ παηένα ημο. Εθείκμξ έπηαζε ηεκ πνμβηά ηςκ θαηζηθηώκ ζηα μπνάηζα θαη ημ ζβένθμ θαη πίζηερε πςξ ήηακ μ Ηζαύ. Έθαγε με πμιιή εοπανίζηεζε ημ θαιμμαγεηνεμέκμ θαγεηό θη ύζηενα έδςζε όιεξ ηηξ εοιμγίεξ θαη ηα δηθαηώμαηα ημο πνςηόημθμο ζημκ Ιαθώβ.
  11. 11. Αργόηερα επέζηρευε και ο Ηζαύ από ηο κσνήγι. Εηοίμαζε ηα θαγηηό και πήγε ζηον παηέρα ηοσ για ηην εσλογία. Γρήγορα αποκαλύθθηκε η απάηη ηοσ Θακώβ. Ο Θζαάκ ζηενατφρήθηκε πάρα πολύ, αλλά δεν μπορούζε πια να πάρει πίζφ ό,ηι με εσλογία είτε δώζει ζηον Θακώβ. Μεγάλο μίζος μπήκε ηόηε ζηην καρδιά ηοσ Ηζαύ για ηον αδελθό ηοσ…
  12. 12. Η Ρεβέθθα θαηάιαβε ημκ ζθμπό ημο Ηζαύ θαη ηνόμαλε. Φώκαλε ημκ Ιαθώβ θαη ημκ ζομβμύιερε κα θύγεη, γηα κα γιηηώζεη. Σμκ έζηεηιε ζηε Χαννάκ, ζηε Μεζμπμηαμία, ζημκ αδειθό ηεξ, θαη ημο δήηεζε κα μείκεη εθεί μέπνη κα πενάζεη μ ζομόξ ημο αδειθμύ ημο. Εθείκε ζα ημκ εηδμπμημύζε πόηε κα επηζηνέρεη.

×