Οικιστική γεωγραφία του Δήμου Ζίτσας  μέρος 2oν
Upcoming SlideShare
Loading in...5
×
 

Οικιστική γεωγραφία του Δήμου Ζίτσας μέρος 2oν

on

  • 2,062 views

 

Statistics

Views

Total Views
2,062
Slideshare-icon Views on SlideShare
543
Embed Views
1,519

Actions

Likes
0
Downloads
1
Comments
0

2 Embeds 1,519

http://blogs.sch.gr 1518
https://www.google.gr 1

Accessibility

Categories

Upload Details

Uploaded via as Microsoft Word

Usage Rights

© All Rights Reserved

Report content

Flagged as inappropriate Flag as inappropriate
Flag as inappropriate

Select your reason for flagging this presentation as inappropriate.

Cancel
  • Full Name Full Name Comment goes here.
    Are you sure you want to
    Your message goes here
    Processing…
Post Comment
Edit your comment

    Οικιστική γεωγραφία του Δήμου Ζίτσας  μέρος 2oν Οικιστική γεωγραφία του Δήμου Ζίτσας μέρος 2oν Document Transcript

    • ΦΥΣΙΚΟΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣΟ φυσικός γεωγραφικός χώρος της Ηπείρου οργανώνεται στη βάση τωνσυγκροτημένων οικιστικών ενοτήτων, που έχουν σαν περιφερειακό χωροταξικό κέντρο ταΙωάννινα. Παράλληλα της περιμέτρου της Ηπείρου αναπτύσσονται οικονομικά, εμπορικάκέντρα μικρότερης σημασίας. Αυτή η οργανική ιεράρχηση των οικήσεων, η οποία στηρίζεταιστα φυσικά δεδομένα του χώρου, εκμεταλλεύεται τις παραγωγικές δυνατότητες του τόπουκαι συγκροτείται στη βάση της τοπικής πολιτισμικής ταυτότητας.Ο αγροτοποιμενικός χαρακτήρας της περιοχής εμβολιάζεται και εμπλουτίζεται μενέες οικονομικές πολιτισμικές δραστηριότητες και μορφές με αποτέλεσμα το φυσικόπεριβάλλον γίνεται ένα με το ανθρωπογενές και ο διαχωρισμός τους καθίσταται αδύνατος.Στην περιοχή της Ζίτσας η ανάπτυξη της αμπελουργίας έχει περιορίσει σημαντικάτη δενδρώδη βλάστηση. Εκεί έχει αναπτυχθεί μια ομοιογενής ζώνη βλάστησης από πλατάνια,ιτιές, πουρνάρια, βελανιδιές, γκορτσιές. Αντίθετα οι κορυφές των λόφων είναι γυμνές καθώςχρησιμοποιούνται σαν βοσκότοποι για τα οικόσιτα ζώα. Έτσι παρατηρείται μια ιδιαίτερηισορροπία μεταξύ ανθρώπων, φυτών και ζώων, η οποία έχει διαμορφώσει και ένα ανάλογοτοπίο.1
    • Το κλίμα της περιοχής είναι εύκρατο με παρατεταμένη την περίοδο ξηρασίας καιεμφανή την επίδραση της αύρας του Ιονίου πελάγους κατά το καλοκαίρι, γι’ αυτό καιπαλιότερα ειδικά η Ζίτσα χρησιμοποιούνταν ως θέρετρο αλλά και ως τόπος ανάρρωσηςφυματικών από τα Γιάννινα.Το ομαλό ανάγλυφο του εδάφους και τα μικρά υψίπεδα σε συνδυασμό με τοεύκρατο κλίμα, ιδιαίτερα στο νότιο-νοτιοδυτικό τμήμα, επιτρέπουν την ανάπτυξη τηςγεωργίας και ιδιαίτερα ευαίσθητων καλλιεργειών, όπως το αμπέλι. Επιπλέον, τακαλλιεργήσιμα εδάφη έχουν ομαλές κλίσεις, μεσημβρινό προσανατολισμό και τοχαρακτηριστικό να μην κρατούν υγρασία, στοιχεία που, μαζί με την ίδια τη γεωλογικήσύσταση του εδάφους, ευνοούν την ανάπτυξη της αμπελουργίας.Το τοπίο της Ζίτσας, τόσο ως προς τα δομικά όσο και ως προς τα μορφολογικά τουχαρακτηριστικά, προσεγγίζει περισσότερο το τυπικό Μεσογειακό τοπίο. Οι φυσικές επίπεδεςεκτάσεις αλλά και οι κατασκευασμένοι αγροί σε αναβαθμίδες είναι συνυφασμένοι με τηγεωργία, ενώ οι φυσικοί φράχτες και οι ξερολιθιές, που δηλώνουν και την παρουσία μιαςκάποιας κτηνοτροφίας, ζώων γενικά από τα οποία πρέπει να προστατευτούν οι καλλιέργειες,συμπληρώνουν την εικόνα ενός ανθρωπογενούς περιβάλλοντος, ενός τοπίου με έντονη τησφραγίδα της ανθρώπινης παρουσίας και δραστηριότητας. Αυτό το τοπίο, πρέπει να πούμε,ότι αποτελεί επίσης έναν εξαιρετικό βιότοπο για ένα πλήθος πτηνών και ερπετών.Το φυσικό τοπίο υμνήθηκε κατά καιρούς από διάφορους ποιητές, μεταξύ τωνοποίων και ο Λόρδος Μπάιρον, που επισκέφθηκε τη Ζίτσα το 1809 και της αφιέρωσε ένανύμνο στο βιβλίο του «Ταξίδι του Χάρολδ».2
    • Ως προς το τοπίο, πρέπει να σημειωθεί επίσης, ότι σημαντικό ρόλο στηδιαμόρφωση του ιστορικά, έπαιξαν τα Μοναστήρια, που κατείχαν σημαντικέςεκτάσεις γης, ένα μέρος της οποίας συνιστούσε βακούφικο δάσος. Το βακούφικο τηςΜονής Πατέρων αποψιλώθηκε μόλις μετά την απαλλοτρίωση των μοναστηριακώνκτημάτων και την παραχώρησή τους στις γειτονικές κοινότητες το 1930, οι οποίες καιάρχισαν την ξύλευση, με αποτέλεσμα κατά το 1940, όπως αναφέρει ο Ζιτσαίοςσυγγραφέας Β. Οικονόμου, να μην υπάρχει «ίχνος από χοντρό δέντρο σ’ αυτό».Ακόμα, η έλλειψη νερού προκάλεσε την ανάγκη κατασκευής πηγαδιών και στερνών,στοιχεία που έπαιξαν επίσης σημαντικό ρόλο της οργάνωση του χώρου, τηναισθητική του τοπίου αλλά και της ίδια την κοινωνική ζωή.3
    • Ανθρωπογεωγραφικά, η ενότητα της Ζίτσας μπορεί να χωριστεί σε δύοτμήματα, σε δύο ομάδες χωριών, που διαφοροποιούνται μεταξύ τους με βάση ταδιαφορετικά χαρακτηριστικά του φυσικού χώρου, τα οποία υπαγόρευσαν και υπαγορεύουνδιαφορετικές προσαρμογές, διαφορετικές παραγωγικές δραστηριότητες, με τον ανάλογοτρόπο ζωής. Στο Βόρειο-Βορειανατολικό τμήμα, που βρίσκεται στη φυσική οδόεπικοινωνίας της λεκάνης του Παρακαλάμου με εκείνη των Ιωαννίνων, ο φυσικός χώροςευνοεί περισσότερο την κτηνοτροφία (το χωρίο Βλαχάτανο και τοπωνυμικά εκφράζει τηνπαρουσία κτηνοτρόφων), ενώ στο νότιο-νοτιοδυτικό τμήμα όλα τα στοιχεία τηςγεωμορφολογίας και του κλίματος ευνοούν τη γεωργία και ιδιαίτερα την ευαίσθητηκαλλιέργεια του αμπελιού.Δεν είναι τυχαίο ότι τα μοναστήρια βρίσκονται σε αυτή την περιοχή (ΜονήΠατέρων, Παλιουρής, Άι-Λιας, Παναγίας-«Καλογριών»), ενώ η χρήση της περιοχής απόκτηνοτρόφους ως χειμαδιά στα νεότερα χρόνια επιβεβαιώνει τη διαφορά. Ακόμα, η παρουσίατου ποταμού Καλαμά στο δυτικό όριο της περιοχής έχει ουσιαστική συμβολή της οικολογίατης, διαμορφώνοντας μάλιστα αξιοσημείωτα γεωλογικά φαινόμενα, όπως το Θεογέφυρο, έναφυσικό γεφύρι πάνω στον Καλαμά, δίπλα στο χωρίο Λίθινο. Στον ίδιο χώρο βρίσκονται καιτα χωρία Σακελλαρικό (Κουτρουλάδες) και Δαφνότοπος (Μπουρντάρι), που υπήρξανπάντοτε η «ενδοχώρα» της Ζίτσας ή κατά τους Ζιτσιώτες τα «προάστια» της.4
    • Από το νότιο τμήμα περνούσε ένας σημαντικός ιστορικός δρόμος, ένα καλντερίμι- ταίχνη του σώζονται μέχρι σήμερα-, που οδηγούσε στην Αλβανία και φυσικά είχε τη συμβολήτου στην ανάπτυξη της Ζίτσας αλλά και της επικοινωνία της με τα κοντινά χωρία πάνω σ’αυτό τον άξονα. Έτσι , ακόμα και η Ιερομνήμη, που από την άποψη της φυσικής γεωγραφίαςεντάσσεται της ενότητα του Άνω Καλαμά, από κοινωνική και πολιτισμική άποψη είχεαρκετές σχέσεις με τη Ζίτσα. Αντίθετα, από την άλλη μεριά, ιδιαίτερα τα χωρία στοβορειότερο τμήμα «συγγενεύουν» λιγότερο με τη Ζίτσα ( Βαταβάδες, Βλαχάτανο), ενώ τοτελευταίο χωριό σ’ αυτόν τον άξονα, η Χρυσόρραχη (Ζαγόριανη), εντάσσεται στα χωριά τουΆνω Καλαμά.Η Ζίτσα υπήρξε ιστορικά το κέντρο αυτής της περιοχής. Κτισμένη πάνω στονσυγκεκριμένο οδικό άξονα και σε απόσταση τέτοια που την καθιστούσε σταθμό με τατεχνολογικά δεδομένα των μεταφορών της εποχής, εξελίχτηκε σε μικρό εμπορικό κέντρο πουεξυπηρετούσε τα χωριά της ευρύτερης περιοχής. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τηνάνθηση της αμπελουργίας, που μαρτυρείται από τα μέσα του 18ουαιώνα, που οδήγησαν τοχωριό αυτό σε μια οικονομική και κοινωνική διαφοροποίηση σε σχέση με τον υπόλοιποαγροτικό χώρο, διαφοροποίηση που ενισχύεται με τη διαμόρφωση ενός εμπορικούστρώματος που ταξιδεύει και αναπτύσσει τις δραστηριότητες του σε μια μεγάλη γεωγραφικήκλίμακα (Βλαχία, Κωνσταντινούπολη, Μικρά Ασία, Αίγυπτο).Έτσι προκύπτει και το φαινόμενο της πνευματικής ανάπτυξης, που εκφράζεται με τηνανάπτυξη εκπαιδευτικών θεσμών αρκετά νωρίς αλλά και την ανάδειξη μεγάλων πνευματικώνανδρών.5
    • Στο μοναστήρι του Αι Λία κατά την παράδοση έμαθαν τα πρώτα τους γράμματα οΟικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας Α΄( 1480-1546), ο Δοσίθεος Φιλήτης, ΜητροπολίτηςΟυγγροβλαχίας(1721-1825) και ο γιατρός Δημήτριος Νικολίδης, που, ως γνωστόν, υπήρξεστενός συνεργάτης του Ρήγα Φεραίου και μαρτύρησε μαζί του το 1798 στις φυλακέςΒελιγραδίου. Ο τελευταίος εντάσσεται της πλειάδα εκείνη των Ηπειρωτών της διασποράςπου αγωνίστηκαν για την πνευματική αναγέννηση του Ελληνισμού και την αποτίναξη τουΟθωμανικού ζυγού, δημιουργώντας μια σημαντική πνευματική πατριωτική παράδοση, πουσυνέβαλε σημαντικά, εκτός των άλλων, και στη διαμόρφωση της πνευματικής φυσιογνωμίαςτης Ηπείρου με κέντρο τα Γιάννενα.6
    • Τα Γραμμενοχώρια εντάσσονται στη μικρό-κλιματική ζώνη που σχηματίζουν τολεκανοπέδιο Ιωαννίνων, τα χωριά της Ζίτσας και οι λεκάνες Παρακαλάμου και Κόνιτσας. Ηζώνη αυτή έχει κλίμα υγρό αλλά και παρατεταμένη την Θερινή περίοδο ξηρασίας. Μια μικτήζώνη βλάστησης, μάλλον Μεσογειακή, αποτελούμενη κυρίως από πουρνάρι, αγριαπιδιά, δρυκαι ασφάκα, χλωρίδα που αντέχει τη ξηρασία, αλλά και ανάλογη πανίδα (π. χ. λύκος, αλεπού,ασβός), χαρακτηρίζουν την περιοχή.Τοπωνύμια, όπως «Λυκοστάνη», «Αλεπότρυπα», «Ασβότρυπα», «Γκορτζιές»,«Βαλανιδιές» κ. λ. π. , το δηλώνουν με το δικό τους τρόπο. Όλα αυτά, μαζί με τα χωράφια,τα κηπάρια, τα χορτολίβαδα, τα τριφύλλια, τα λιγοστά αμπέλια και τις μικρές δασικέςσυστάδες, συνιστούν το οικολογικό σύνολο του χώρου.Το τοπίο σηματοδοτεί το μικτό χαρακτήρα της τοπικής οικονομίας, γεγονός πουεπιβεβαιώνει ο μεγάλος αριθμός περιφραγμένων αγρών με ξερολίθια, για να προστατεύονταιοι καλλιέργειες από τα ζώα. Όλο αυτό το σύστημα διαμορφώνει ένα ιδιαίτερο, από άποψημορφολογίας και αισθητικής, ανθρωπογενές περιβάλλον, με βασικό χαρακτηριστικό τοπερίφραχτο με ξερολίθια τοπίο, που συνδυάζει τον αγρό, την πέτρινη κατασκευή και τηνθαμνώδη βλάστηση κατά έναν εξαιρετικό τρόπο. Αυτό το τοπίο φαίνεται να αντέχει, παρά τιςαλλαγές που σημειώνονται στον χώρο με τις νέες γεωργικές εκμεταλλεύσεις, τις7
    • κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, τις βιοτεχνί ες μαρμάρων κ. λ.π.Οι σχετικά χαμηλοί αυχένες των υψωμάτων και των λόφων της περιοχής επιτρέπουντην εύκολη επικοινωνία της με τις γειτονικές περιοχές ( λεκανοπέδιο Ιωαννίνων, Ζίτσα,Κούρεντα και Δωδώνη).8
    • Οι οικισμοί στα Γραμμενοχώρια οργανώνονται χωροταξικά στα βορειοανατολικά τουποταμού Σμολίτσα, παρουσιάζοντας εξαιρετική πυκνότητα και μικρές και περίπου ίσεςμεταξύ τους αποστάσεις. Το γεγονός αυτό μπορεί να συνδέεται και με το ιδιοκτησιακόκαθεστώς που ίσχυσε στην περιοχή, καθώς τα χωριά αυτά άνηκαν σε Οθωμανούς μπέηδες.9
    • Οι στέρνες για την αποθήκευση του πόσιμου νερού και οι «λούτσες» (ποτίστρες) γιατις ανάγκες των ζώων αποτελούν και αυτά χαρακτηριστικά στοιχεία της οργάνωσης καιαισθητικής του χώρου, δηλώνοντας παράλληλα και την έλλειψη του νερού της περιοχή10
    • Μέσα από την «ανάγνωση» του χώρου φάνηκαν ήδη αρκετά σημαντικά στοιχεία τηςκοινωνίας και οικονομίας των Γραμμενοχωρίων. Όλα αυτά όμως δεν υπάρχουν παρά ωςισχνές επιβιώσεις και ίχνη στο χώρο. Η περιοχή έχει αποψιλωθεί δημογραφικά και το τοπικόσύστημα έχει καταρρεύσει. Η γειτνίαση με τα Γιάννινα υπήρξε και είναι ακόμα καθοριστικόςπαράγοντας για την εξέλιξη της.11
    • ΑνάργυροιΛούτσα Λιγοψάς12
    • Η μορφολογία του εδάφους της περιοχής των Κουρέντων χαρακτηρίζεται από ένανμεγάλο αριθμό χαμηλών λόφων, ορεινών λεκανών και ομαλών κοιλάδων. Τα χαμηλάυψόμετρα των λόφων , ο τύπος του κλίματος και φυσικά ο ανθρώπινος παράγοντας, έχουνκαθορίσει σε σημαντικό βαθμό τη βλάστηση της περιοχής, η οποία περιλαμβάνει τιςκαλλιεργήσιμες εκτάσεις , τους πλατανότοπους, τους πουρναρότοπους, τα μικρά δάση δρυόςκαι τα βοσκοτόπια.13
    • Το οικιστικό σύστημα της περιοχής των Κουρέντων παρουσιάζει έντονα τα στοιχείατης διασποράς και της εγκατάλειψης καθώς και της πρόσφατης, όχι σημαντικής, «επιστροφήςστις ρίζες».14
    • Εξωραϊσμοί δημοσίων κτηρίων και χώρων, κατασκευές αστικής έμπνευσης καιλειτουργίας, σηματοδοτούν τη νέα εποχή.Εδώ η γεωμορφολογία και το κλίμα παίζουν σημαντικό ρόλο, αλλά εξίσου σημαντικόπαίζουν οι μορφές κοινωνικής οργάνωσης των ομάδων που εγκαθίστανται στο χώρο,εδραιώνοντας δομές, οι οποίες από ένα σημείο και μετά είναι τόσο καθοριστικές όσο και ηίδια η οικολογία.Σήμερα τα χωριά αυτά εντάσσονται βαθμιαία στη ζώνη των περιχώρων του αστικούκέντρου των Ιωαννίνων και το γεγονός αυτό φαίνεται να επηρεάζει σημαντικά το χαρακτήρατους.Το πατρικό σπίτι χρησιμοποιείται από πολλούς ως «δεύτερη κατοικία», ενώ οι νέεςσυνθήκες δίνουν τη δυνατότητα εγκατάστασης στο χωριό ανθρώπων που εργάζονται στην15
    • πόλη, με την καθημερινή μετακίνηση. Οι καταστάσεις αυτές δημιουργούν εντελώςκαινούργια δεδομένα, που συνεπάγονται τη μεταμόρφωση των οικισμών ( νέες αστικούτύπου οικοδομές, εξοχικές κατοικίες κ. λ. π. ) και βεβαίως ριζικές αλλαγές στην κοινωνικήζωή και τον πολιτισμό. Μπορεί μάλιστα να διακρίνει κανείς εύκολα δύο παράλληλεςκοινωνίες σ’ αυτά τα χωριά, δύο επίπεδα κοινωνικής λειτουργίας και τρόπου ζωής, πουαντιστοιχούν το ένα στους ηλικιωμένους, τελευταίους εκπροσώπους της «παραδοσιακής»κοινωνίας, και το άλλο στους νεότερους, φορείς των νέων ηθών, που κινούνται μεταξύ τηςπόλης και του χωριούΦαίνεται ότι η οικονομική ανάπτυξη και τεχνολογική εξέλιξη, που συνέβαλαν αρκετάστις κοινωνικές ανακατατάξεις και τον πολιτισμικό μετασχηματισμό του αγροτικού χώρου,όπως και την ίδια την δημογραφική αποψίλωσή του, δημιουργούν τώρα προϋποθέσειςεπανασύνδεσης ή ακόμα και επανεγκατάστασης στο χωριό, ανθρώπων που το είχανεγκαταλείψει, ακολουθώντας το μεγάλο ρεύμα της εσωτερικής μετανάστευσης καιαστυφιλίας, αλλά και νεότερων που δεν έζησαν ποτέ στο χωριό.Οι όροι βέβαια εγκατάστασης στο χωριό σήμερα είναι διαφορετικοί, όπωςδιαφορετικός είναι και ο τρόπος ζωής αυτών που «επιστρέφουν». Πάντως, όπως και να’ ναι,αυτή η τάση αποτελεί ένα δεδομένο των τελευταίων δεκαετιών και μπορεί να αξιοποιηθεί16
    • πολλαπλώς, δεδομένων και των έντονων συναισθηματικών δεσμών των Ηπειρωτών με τηγενέθλια γη τους.ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΟ τρόπος κατάληψης και χρήσης του φυσικού χώρου από την οικογενειακήκοινότητα αποτυπώνεται στα εδάφη της. Πρόκειται για διευθετήσεις του φυσικού χώρου και17
    • για εγκαταστάσεις οι οποίες εκφράζουν την κοινωνική δομή, την οικογενειακή οργάνωση καιτον τρόπο ζωής. Τα εδάφη της οικογενειακής κοινότητας δεν εκφράζουν μόνο οικονομικάκίνητρα, αλλά και συμφέροντα και ενδιαφέροντα, προ πάντων, ηθικής και θρησκευτικήςφύσεως. Έτσι η κοινωνική ομάδα υπαγορεύει την ατομική συμπεριφορά και ταυτόχρονακαθορίζει τα όρια της δικής της παρέμβασης στην κτηματική περιφέρεια.Υπό το πρίσμα των παραπάνω εννοιών, η οικιστική και αρχιτεκτονική τέχνη τηςπροβιομηχανικής κοινωνίας είναι πέραν από τη σύνθεση, τη λειτουργία και την αισθητική,πολλαπλού συμβολικού χαρακτήρα. Για παράδειγμα η κατοικία και ο συνοικισμός κατέχουνσημαντική θέση ανάμεσα στα σύμβολα του χώρου. Κατά κάποιο τρόπο συνιστούνολοκληρωμένες μονάδες, οι οποίες εξηγούν τον τρόπο κατοίκησής της και από την άλλη, τηνκοινωνική συγκρότησή της.Η οικειοποίηση του φυσικού χώρου στην Ήπειρο γίνεται με πολλούς και ποικίλουςτρόπους. Μερικές από αυτές είναι οι σωροί από αργές πέτρες, ένας συνήθης τρόπος πουεφαρμόζεται από τους κτηνοτρόφους για να οροθετήσουν τις βοσκές τους. Αυτές οι πολύμικρές και απλές κατασκευές από αργές πέτρες, οροθετώντας τον φυσικό χώρο,επιβεβαιώνουν την οικειοποίηση αλλά και εδραιώνουν την κατοίκησή του.18
    • Οι ξερολιθιές, το φύτεμα δέντρων, οι εγκαταστάσεις, οι πέτρες για το αλάτισμα τωνζώων, τα τυροκομεία, οι βρύσες, οι λούτσες, τα γεφύρια, οι τάφοι, τα εικονίσματα, ταξωκλήσια, τα μοναστήρια και πολλές άλλες μικρές ή μεγάλες κατασκευές.Η περίφραξη και η κατοικία καταλαμβάνουν σημαντική θέση στα σύμβολα τουχωριού. Γιατί η περίφραξη δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της τελικής διαδικασίαςοικειοποίησης του φυσικού περιβάλλοντος και η κατοικία, το κατ εξοχήν, μέσο τηςκατοίκησής του. Τα περισσότερα από αυτά, χαρακτηρίζοντας τον φυσικό χώρο, έχουνεξελιχθεί σε τοπωνύμια, χρησιμοποιούμενα μέχρι τις αρχές του 21ουαιώνα..19
    • Rhoto ΠολύδωροΗ Ηπειρωτική φύση, πηγή έμπνευσης για τον άνθρωπο οδήγησε τα πρώτα βήματατης τέχνης του. Η πέτρα και το ξύλο υπήρξαν κατ εξοχήν τα υλικά της κατασκευαστικής καικαλλιτεχνικής έκφρασης του Ηπειρώτη. Οι λιθοδομές και τα ξυλόγλυπτα έκλωσαν το νήματης ιστορικής και κοινωνικής του συνέχειας.20
    • Ο περιορισμός των δομικών υλικών και οι απλές γεωμετρικές συνθέσεις απέδωσαντην αίσθηση του χώρου στις κατασκευές, η αισθητική δε ανησυχία του Ηπειρώτη τεχνίτηαποτυπώθηκε ήδη στα πρώτα του έργα.Photo Kούρεντα21
    • Photo Kούρεντα.22
    • Photo ΒράβορηΗ αρχιτεκτονική της πέτρας γεννήθηκε. Καθαροί γεωμετρικοί όγκοι, με αυστηρέςγραμμές συνέθεσαν μία δωρική αρχιτεκτονική, προσαρμοσμένη με απόλυτη αρμονία στονΗπειρωτικό χώρο.Photo Εκκλησοχώρι23
    • Photo ΕκκλησοχώριΤο ανάγλυφο του εδάφους, το ηπειρωτικό κλίμα, η κοινωνική συγκρότηση, τοπαραγωγικό σύστημα, οι θρησκευτικοί, πολιτικοί και πολιτισμικοί θεσμοί, οδήγησαν τιςδιάσπαρτες κατοικίες (εγκαταστάσεις μιας διευρυμένης οικογένειας) στη συγκρότηση τωνπρώτων οικισμών του χώρου.24
    • Ένας παραλληλόγραμμος χώρος στο κέντρο του οποίου έκαιε πάντοτε η εστία, σύμβολοτης οικογένειας, υπήρξε η πρώτη κατοικία της Ηπείρου. Από τους ιστορικούς όμως χρόνουςη Ηπειρωτική κατοικία εξελίσσεται σε μεγαλόπρεπο διώροφο λιθόκτιστο κτίριο, μεπεριτοιχισμένη αυλή ή με αίθριο της οποίας η οργάνωση διατηρείται μέχρι τις μέρες μας.Rhoto Πολύδωρο25
    • Στο ισόγειο της Ηπειρωτικής κατοικίας διατάσσονται όλοι οι βοηθητικοί χώροι,όπως αποθήκες, μαγειρείο, τραπεζαρία και αρκετές φορές εργαστήριο υφαντικής,ασημουργίας, ή άλλης απασχόλησης, χώροι υγιεινής, καθώς επίσης και στάβλος για ταμεταφορικά ζώα.26
    • Στον όροφο της κατοικίας ευρίσκονται οι χώροι υποδοχής και τα υπνοδωμάτια(χειμερινά και καλοκαιρινά). Ο εξοπλισμός σε κινητά έπιπλα της Ηπειρωτικής κατοικίαςείναι λιγοστός και περιορίζεται μόνο στις κασέλες και στα χαμηλά τραπεζάκια. Όλα ταυπόλοιπα έπιπλα, όπως ερμάρια, κλίνες, βιβλιοθήκες κι άλλα είναι κατασκευασμένα απόξύλο στο πάτωμα ή στους τοίχους27
    • .Photo Κούρεντα28
    • Την εξωτερική δωρική όψη της οικίας αντισταθμίζουν η πολυχρωμία των εσωτερικώνχώρων, η οποία εντείνεται ακόμη περισσότερο με αναπαραστάσεις κυρίως τοπίων και με ταέντονα χρώματα των υφαντών.Rhoto ΠολύδωροΗ ΠΛΑΤΕΙΑ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ29
    • Γεωδαιτικά στοιχεία, όπως το υψόμετρο, η απόσταση, είναι απαραίτητα για τονγεωγραφικό προσδιορισμό του χώρου και συγκεκριμένα μιας πλατείας. Η κεντρική πλατείατου χωριού είναι ένα σημείο του φυσικού χώρου πάρα πολύ σημαντικό για την κοινότητα καιόχι μόνο.Η κεντρική πλατεία στον αγροτικό ηπειρωτικό χώρο δεν είναι παρά ένας ελεύθεροςφυσικός χώρος αφιερωμένος σ’ όλες τις εκφάνσεις της κοινοτικής ζωής π.χ. κοινωνικές,οικονομικές, θρησκευτικές, πολιτισμικές.Στους οικισμούς οι οποίοι έχουν ένα σχετικό πληθυσμιακό μέγεθος, οι πλατείεςιεραρχούνται και η κεντρική πλατεία αποτελεί για το σύνολο των μελών της κοινότητας, την30
    • έδρα όλων των εκδηλώσεων γενικού ενδιαφέροντος. Κάθε συνοικία του χωριού, είναι με τησειρά της επικεντρωμένη σε μια δευτερεύουσα πλατεία, η οποία παίζει συνήθως τονκοινωνικό της ρόλο, αλλά στο επίπεδο της συνοικίας.Photo ΕκκλησοχώριΑρκετά χωριά της Ηπείρου διαθέτουν περισσότερες από μια δευτερεύουσες πλατείεςπράγμα που προκύπτει από τις πολλές συνοικίες τους. Το γεγονός αυτό δεν είναι βέβαιατυχαίο γιατί το ηπειρώτικο χωριό συγκροτείται κατά γενικό κανόνα από περισσότερες τηςμιας συνοικίες, οι οποίες εκτός από ιστορικούς, διοικητικούς και πολιτικούς λόγους δεν είναιπαρά το αποτέλεσμα της οικογενειακής κοινότητας και της κοινωνικής συγκρότησης στηβάση της συγγενικής σχέσης.Η κεντρική πλατεία ενός οικισμού στον αγροτικό χώρο της Ηπείρου είναι τόποςσυναντήσεων, συναλλαγών, εκδηλώσεων και αναψυχής. Ως φυσικός χώρος τέτοιουπροορισμού, περιλαμβάνει κατά κανόνα, δέντρα, πράσινο, καθώς και όλες τις σχετικές31
    • υποδομές. Κατά παράδοση διαθέτει έναν ή περισσότερους πλατάνους, ακόμα και όταν οτόπος δε διαθέτει πηγαία νερά. Τα πυκνόφυλλα και αιωνόβια πλατάνια συναγωνίζονται σεύψος τα πέτρινα καμπαναριά των λίθινων εκκλησιών. Το πυκνό φύλλωμα και τα κλαδιά τουςσηματοδοτούν και αναδεικνύουν τη θέση τη συνεκτικής δόμησης στον ελεύθερο φυσικόχώρο.Μερικές φορές, στην κεντρική πλατεία ορισμένων χωριών, συναντάμε διαφορετικάδέντρα από τον πλάτανο, όπως π.χ. λεύκες, ακακίες, έλατα, μουριές ή ιτιές κλαίουσες.Πρόκειται για συγχρονιστικές παρεμβάσεις της κοινότητας ή του πολιτιστικού συλλόγου, οιοποίες έχουν στόχο τον εκσυγχρονισμό ή ευπρεπισμό της κεντρικής πλατείας.Άλλες φορές πάλι βλέπουμε έναν πίδακα, ένα μνημείο πεσόντων, ένα γλυπτό, μιαπροτομή, μια πινακίδα καλωσορίσματος ή πινακίδες ονομασίας οδών.Κατά κανόνα, δυο πρωτεύοντες οδικοί άξονες, έχοντας κατεύθυνση τα τέσσερασημεία του ορίζοντα, ξεκινούν ή καταλήγουν στην κεντρική πλατεία του οικισμού.Αποτελούν τους δρόμους επικοινωνίας της κοινότητας με τον έξω κόσμο και είναι εξίσου32
    • σημαντικοί και για τους επισκέπτες. Εξυπηρετούν κάθε δραστηριότητα και προσδίδουνακόμα μεγαλύτερη σημασία στην κεντρική πλατεία του χωριού.Συνοψίζοντας, υιοθετούμε την άποψη του Μ. Αράπογλου, ότι η κεντρική πλατεία«Αποτελεί το ομφάλιο σημείο του οικιστικού ιστού”. Το γεωγραφικό κέντρο τηςπαραγωγικής οργάνωσης, χωρίς να ταυτίζεται απαραίτητα με τα γεωμετρικά κέντρα τηςκοινοτικής έκτασης. Το φυσικό χώρο μέσα στον οποίο επικεντρώνεται και συμπυκνώνεταιόλη η συλλογική μνήμη της κοινότητας και τέλος τον μοναδικό διαμορφωμένο χώρο, οοποίος υποδέχεται κάθε μορφή έκφρασης της κοινοτικής ζωής”.Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ33
    • Υπάρχει μια στιγμή στην ιστορία κατά την οποία ένα σημείο του φυσικού χώρου ήένας τόπος ή ένας χώρος, αποκτά τις εθιμικές ή απαραίτητες υποδομές ώστε να λειτουργήσειως κεντρική πλατεία ή και ως δευτερεύουσα.Επειδή όμως η δημιουργία της πλατείας έχει ευρύτερη σχέση και με τη δημιουργίακαι ίδρυση του οικισμού, τίθεται το ερώτημα, αν η δημιουργία της πλατείας είναι τυχαίογεγονός ή είναι απόρροια της δυνατότητας του φυσικού χώρου του εκάστοτε χωριού.Οι απόψεις βέβαια ποικίλουν ανάλογα το χωριό και τον τόπο, αλλά σύμφωνα πάνταμε τον Αράπογλου, η κεντρική πλατεία ενός τυπικού χωριού της Ηπείρου, αποτελεί ήδη κατάτον 18οαι. ένα ιστορικό σύνολο, το οποίο εκφράζει και εκπληρώνει με τον καλύτερο δυνατότρόπο, τη θεμελιακή ανάγκη της κοινότητας να οργανώσει το φυσικό της χώρο.Κατά μια έννοια μοιάζει με την αυλή ενός σπιτιού. Ο ελεύθερος χώρος της διαγράφειμια νοητή περιφέρεια γύρω από την οποία διατάσσονται τα κτήρια. Λαμβάνοντας δε υπόψη34
    • το μικρό μέγεθος και την κυκλική μορφή της, εικάζουμε ότι τα χαρακτηριστικά τηςμαρτυρούν την οικειότητα ανάμεσα στα μέλη της κοινωνικής ομάδας αλλά και υποδηλώνουντο αίσθημα της κοινής και αδιαίρετης κοινοτικής ιδιοκτησίας.Photo ΚούρενταΈτσι, εξετάζοντας από εννοιολογική άποψη τη μορφή της, συμπεράνουμε, ότι οελεύθερος χώρος της κεντρικής πλατείας, υποκρύπτει την ενστικτώδη δημιουργικότητα της35
    • οικογενειακής κοινότητας, καθώς και τον σχεδιασμό και τη διαμόρφωση του φυσικούγεωγραφικού χώρου, χωρίς τη λογική επέμβαση και την επιβολή του.Photo ΛιγοψάΚαι δεν είναι καθόλου τυχαίο, ότι στις αρχές του 21ουαι. η κεντρική πλατεία ενόςτυπικού χωριού, διατηρεί ακόμα, τόσο την αρχική της χρήση, όσο και το συμβολισμό της.Είναι ίσως, ο μοναδικός ελεύθερος χώρος της ιστορίας του και εξυπηρετεί όχι μόνο τουςμόνιμους ή τους εποχιακούς κατοίκους του, αλλά και τους ντόπιους και ξένους επισκέπτες.Ο ΧΩΡΟΣ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣΟΙ ΟΜΟΚΕΝΤΡΟΙ ΚΥΚΛΟΙ36
    • Καθόλου τυχαία δεν είναι η θέση και η λειτουργικότητα των κτιρίων γύρω από τηνπλατεία ή αν προτιμάτε στην πρώτη από της πολλές περιφέρειες των ομόκεντρων «κύκλων»του ορεινού οικισμού. Ο κύκλος σαν γεωμετρικό σχήμα έχει την ικανότητα να εκφράζει στονχώρο την έννοια της ιεράρχησης.Πλατεία στο ΛύγγοΚαθόλου τυχαίο δεν είναι επίσης το γεγονός ότι οι κατοικίες γύρω από την πλατεία,στην περιφέρεια ενός κύκλου με λίγο μεγαλύτερη ακτίνα, ανήκουν στις ευκατάστατεςοικογένειες. Σε εκείνες που έχουν τη μεγαλύτερη εξουσία, όχι μόνο οικονομική, αλλάπολιτική και κοινωνική.Ο χώρος της κεντρικής πλατείας διαμορφώνεται και συντηρείται με ιδιαίτερηφροντίδα αλλά και αισθητική ευαισθησία από τους κατοίκους του, την κοινότητα, τονπολιτιστικό σύλλογο ή τον δήμο στον οποίο ανήκουν. Συνήθως ένας πλάτανος δεσπόζει στοκέντρο και ο ελεύθερος χώρος επιστρώνεται με σχιστές πέτρινες πλάκες, λευκές ή φαιές,ανάλογα με τη σύσταση και την απόχρωση των πετρωμάτων της περιοχής. Η επίστρωσηπαρουσιάζει διάφορα γεωμετρικά σχήματα, η περίμετρος των οποίων ακολουθεί τις ρύσειςτων όμβριων υδάτων.ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣΗ νέα αισθητική και λειτουργία του χωριού και ιδιαίτερα της κεντρικής πλατείαςφαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι οφείλεται στις σύγχρονες κατασκευές. Στην ουσία όμως το37
    • πρόβλημα είναι βαθύτερα κοινωνικό και αφορά στον σύγχρονο τρόπο ζωής. Το άγχος τουαστικού τρόπου ζωής μεταφέρεται στον αγροτικό χώρο και εκτονώνεται σε σκηνοθετημέναχωριά και πλατείες. Η σύγχρονη εικόνα ενός οικιστικού πυρηνικού οικισμού διαφέρει κατάπολύ από την ιστορική. Η επάνοδος στα χωριά καταγωγής και η συντήρηση ή ηανοικοδόμηση της πατρικής κατοικίας, η οποία εμφανίζεται στη δεκαετία του ΄80, ακολουθείτην αγροτική έξοδο προς τα μεγάλα αστικά κέντρα της Ελλάδας και τις χώρες της ΔυτικήςΕυρώπης, η οποία πραγματοποιείται στις δεκαετίες του ΄60 και ’70.Έτσι μεταφέρεται η σύγχρονη δόμηση και η χρήση των νέων δομικών υλικών στοναγροτικό χώρο και τα χωριά της Ηπείρου. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής καθορίζεται απόαστικές αντιλήψεις και επιβάλει νέες λειτουργικές και νέες αισθητικές αντιλήψεις στα χωριά .Έτσι, η κεντρική πλατεία του χωριού δέχεται όχι μόνο τις μεγαλύτερες αλλά και τιςπερισσότερες εξωτερικές πιέσεις απ ότι τα υπόλοιπα μέρη του οικιστικού του ιστού. Επίπλέον, υπάρχει και η κοινωνική προβολή, η οποία φαίνεται καλύτερα, όταν η δωρεά τηςκατασκευής βρίσκεται στην κεντρική πλατεία.ΤΑ ΞΩΚΛΗΣΙΑ38
    • Ο χώρος της συνεκτικής δόμησης του ηπειρωτικού χωριού κυκλώνεται με διάφορεςεκκλησιαστικές και κοσμικές κατασκευές. Εικονίσματα, ξωκλήσια, μοναστήρια αλλά καιυδρόμυλοι, χάνια, καλύβες, αποθήκες, βρύσες και γεφύρια, οριοθετούν την οικιστική έκτασηδιαγράφοντας μια νοητή περιφέρεια, έναν κύκλο, ο οποίος έχει ως γεωμετρικό κέντρο τηνπλατεία.MOΝΉ ΡΑΪΔΙΏΤΙΣΣΑΣ ΒΡΟΣΊΝΑ39
    • Ανεξάρτητα από τον αριθμό των εικονισμάτων και ξωκλησιών που διαθέτει κάθεηπειρωτικό χωριό, τέσσερα απ αυτά χτίζονται οπωσδήποτε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντακαι ειδικά πάνω στους δυο βασικούς οδικούς άξονες που διασχίζουν από Βορρά- Νότο,Ανατολή-Δύση, την κοινοτική έκταση.Η σημασία αυτών των σημείων του χώρου έχει πολλές διαστάσεις. Ο χώροςκαθαγιάζεται, οριοθετείται με σαφήνεια, χρησιμοποιείται και λειτουργεί οργανικά καιαποτελεσματικά, καθορίζονται οι ατομικές, κοινοτικές και εκκλησιαστικές ιδιοκτησίες καισυναρθρώνονται σ’ ένα ενιαίο σύνολο όλες οι εκφάνσεις της καθημερινής ζωής.40