Οµώνυµα ή Οµόηχα λέγονται οι λέξεις που προφέρονται
το ίδιο, αλλά έχουν διαφορετική σηµασία. Οι οµόηχες λέξεις
έχουν συνήθως και διαφορετική ορθογραφία. Οι συχνότερες
οµόηχες λέξεις είναι:
αυτί αυτή ( προσωπική αντωνυμία)
βάζο (το ανθοδοχείο) Βάζω (τοποθετώ)
δανεικός (< δανείζω) δανικός (από τη Δανία)
διάλειµµα (διακοπή) διάλυµα (< διαλύω)
δύο (ο αριθμος) δύω( όταν ο ήλιος πηγαίνω στη δύση)
ήδη (πια) είδη (ποικιλία)
έκκληση (~ σε βοήθεια) έκλυση (θερµότητας )
εξάρτηση (< εξαρτώµαι) εξάρτυση (~ του στρατιώτη)
εφορία (οικονοµική υπηρεσία) ευφορία ( α) πλούσια παραγωγή,
β) ευεξία)
κλίµα (ενός τόπου) κλήµα (το αµπέλι)
κλείνω (την πόρτα) κλίνω (ένα ρήµα )
κόµµα (το σηµείο στίξης) κώµα (λήθαργος)
κριτικός (αυτός που ασκεί κριτική) κρητικός (από την Κρήτη)
λίρα (το νόµισµα) λύρα (το µουσικό όργανο)
λιµός (πείνα) λοιµός (επιδηµική νόσος)
λύπη (η στεναχώρια) λείπει (απουσιάζει)
λυτός (αυτός που έχει λυθεί) λιτός (αυτός που αρκείται σε λίγα)
πιάνο πιάνω (ρήμα)
όρος (συµφωνία) όρος (βουνό)
σήκω (ρήµα) σύκο (το φρούτο)
σατιρικός (αυτός που σατιρίζει) σατυρικός (ο σχετικός µε το σάτυρο)
τρία (ο αριθμός) Τροία (η πόλη)
σκηνή (η) σκοινί (το)
σωρός (ο) (στοίβα από πράγµατα) σορός (η) ( το νεκρό σώµα)
τοίχος (ο) τείχος (το)
ύλη (το υλικό) ίλη (µονάδα τεθωρακισµένων)
φύλλο (δέντρου) φύλο (αρσενικό ή θηλυκό)
χήρος (αυτός που έχασε τη γυναίκα
του)
χοίρος (το γουρούνι)
ψηλός ( αυτός που έχει ύψος) ψιλός (λεπτός)
Η μηλίτσα
Στη μηλίτσα στη μηλιά
πήγανε χίλια πουλιά .
Κάθε μήλο μίλημα ,
κάθε φύλλο , φίλημα .
Η μηλίτσα η μηλιά
γέμισε τρελή λαλιά
μήλα , φύλλα χρώματα
φτερωτά καμώματα .
Αχ, μηλίτσα μου μηλιά ,
τώρα έχεις και μιλιά .
Θέτις Χορτιάτη
: μήλα - μίλα , μηλιά - μιλιά , φύλλο - φύλο , φύλλα - φίλα

ομοηχες

  • 1.
    Οµώνυµα ή Οµόηχαλέγονται οι λέξεις που προφέρονται το ίδιο, αλλά έχουν διαφορετική σηµασία. Οι οµόηχες λέξεις έχουν συνήθως και διαφορετική ορθογραφία. Οι συχνότερες οµόηχες λέξεις είναι: αυτί αυτή ( προσωπική αντωνυμία) βάζο (το ανθοδοχείο) Βάζω (τοποθετώ) δανεικός (< δανείζω) δανικός (από τη Δανία) διάλειµµα (διακοπή) διάλυµα (< διαλύω) δύο (ο αριθμος) δύω( όταν ο ήλιος πηγαίνω στη δύση) ήδη (πια) είδη (ποικιλία) έκκληση (~ σε βοήθεια) έκλυση (θερµότητας ) εξάρτηση (< εξαρτώµαι) εξάρτυση (~ του στρατιώτη) εφορία (οικονοµική υπηρεσία) ευφορία ( α) πλούσια παραγωγή, β) ευεξία) κλίµα (ενός τόπου) κλήµα (το αµπέλι) κλείνω (την πόρτα) κλίνω (ένα ρήµα ) κόµµα (το σηµείο στίξης) κώµα (λήθαργος) κριτικός (αυτός που ασκεί κριτική) κρητικός (από την Κρήτη) λίρα (το νόµισµα) λύρα (το µουσικό όργανο) λιµός (πείνα) λοιµός (επιδηµική νόσος) λύπη (η στεναχώρια) λείπει (απουσιάζει) λυτός (αυτός που έχει λυθεί) λιτός (αυτός που αρκείται σε λίγα) πιάνο πιάνω (ρήμα) όρος (συµφωνία) όρος (βουνό) σήκω (ρήµα) σύκο (το φρούτο) σατιρικός (αυτός που σατιρίζει) σατυρικός (ο σχετικός µε το σάτυρο) τρία (ο αριθμός) Τροία (η πόλη) σκηνή (η) σκοινί (το)
  • 2.
    σωρός (ο) (στοίβααπό πράγµατα) σορός (η) ( το νεκρό σώµα) τοίχος (ο) τείχος (το) ύλη (το υλικό) ίλη (µονάδα τεθωρακισµένων) φύλλο (δέντρου) φύλο (αρσενικό ή θηλυκό) χήρος (αυτός που έχασε τη γυναίκα του) χοίρος (το γουρούνι) ψηλός ( αυτός που έχει ύψος) ψιλός (λεπτός) Η μηλίτσα Στη μηλίτσα στη μηλιά πήγανε χίλια πουλιά . Κάθε μήλο μίλημα , κάθε φύλλο , φίλημα . Η μηλίτσα η μηλιά γέμισε τρελή λαλιά μήλα , φύλλα χρώματα φτερωτά καμώματα . Αχ, μηλίτσα μου μηλιά , τώρα έχεις και μιλιά . Θέτις Χορτιάτη : μήλα - μίλα , μηλιά - μιλιά , φύλλο - φύλο , φύλλα - φίλα