Ξενοφώντος Ελληνικά Β, 1, § 16-32 
Ομόρριζες λέξεις 
§ 16 - 21 
 ὁρμώμενοι (ὁρμάω-ῶ): ορμητήριο, ορμητικός, παρορμητικός, αφορμή, εξόρμηση, 
αυθόρμητος 
 ἐποίουν (ποιέω-ῶ) : ποίηση, ποίημα, ποιητής, ποιητικός, αχειροποίητος, 
προσποιούμαι, προσποιητός 
 ἐπέπλεον (πλέω) : αποπλέω, πλοίο, πλους, πλοηγός, πλοίαρχος, πλοιάριο, πλωτός, 
πλεούμενο 
 προσείλοντο (αἱροῦμαι): αίρεση, αναιρώ, αναίρεση, αφαίρεση, εξαίρετος, 
αρχαιρεσίες, προαιρούμαι 
 ἀφεστηκυίας (ἵστημι): σταθμός, στήλη, στήθος, στάδιο, στάθμη, ιστός, σταθερός, 
διάστημα, κατάσταση, επαναστάτης, προΐσταμαι, εικονοστάσι, εγκαθίσταμαι, 
εγκατάσταση, ενίσταμαι, ένσταση 
 ἀνήγοντο (ἀνάγομαι): άγω, εξάγω, διαγωγή, εισακτέος, αγωγός, παιδαγωγός, 
άγημα, ξεναγός, λοχαγός, ανάγωγος 
 ἡγεῖτο (ἡγοῦμαι): ηγεμόνας, ηγεμονία, ηγέτης, ηγεσία, ηγούμενος, προηγούμαι, 
περιηγούμαι, εισηγούμαι, εισήγηση, διήγηση, καθηγητής, αφήγημα, διηγηματικός, 
ανεκδιήγητος 
 προσβαλόντες (βάλλω): βέλος, βλήμα, βόλος, βαλβίδα, βολίδα, βαλτός, περιβάλλω, 
περιβολή, περιβάλλον, καταβάλω, αναβλητικός, προσβλητικός, αποβολή 
 ἀφῆκε (ἵημι): άφεση, άνεση, ένεση, κάθετος, εγκάθετος, έφεση, χειραφέτηση 
§ 22 - 24 
 ἐπιούσῃ (εἶμι) : ανεξίτηλος, εισιτήριο, εξιτήριο, ισθμός, προσιτός, απρόσιτος 
 εἰσβαίνειν (βαίνω) : κατεβαίνω, κατέβασμα, παραβαίνω, παράβαση, παραβάτης, 
αποβατικός, υπερβατικός, συμβαίνει, επέμβαση, διάβημα, βάση, βάθρο, βέβαιος, 
βάσιμος, άβατος, ορειβάτης, επιβάτης, βαθμίδα 
 κινήσοιτο (κινοῦμαι) : κίνηση, κίνημα, ακίνητος, αεικίνητος, δυσκίνητος, μετακινώ, 
κίνητρο, συγκίνηση, υποκινητής 
 παρετάξαντο (τάττω): τάγμα, τάξη, διατάζω, υποτάσσω, υποταγή, υποτακτικός, 
προστακτική, συνταγή, σύνταξη, παράταξη, παρατακτικός 
 κατιδόντας (ὁράω-ῶ): όραση, ορατός, όραμα, αόρατος, ιδέα, όψη, πρόσοψη, 
περίοπτος, κάτοπτρο, οπή, αυτόπτης, επόπτης 
 ἐξαγγεῖλαι (ἀγγέλλω): αγγελία, άγγελμα, αναγγελία, εξαγγελτικος, καταγγελτικός 
 ἐξεβίβασεν (βιβάζω): συμβιβάζω, συμβιβασμός, διαβιβάζω, διαβίβαση, υποβιβάζω, 
υποβιβασμός, υποβίβαση 
Επιμέλεια: Γ. Σόφη Σελίδα 1 
Γενικό Λύκειο Άνοιξης
§ 25 – 28 
 ἔχοντας (ἔχω) : κατέχω, κατοχή, παρέχω, ανέχομαι, ανοχή, ανεκτικός, ενέχομαι, 
ενοχή, ένοχος, προεξοχή, προσοχή, προσεκτικός, μετέχω, μετοχή, πολιούχος, 
σχεδόν, έξη, εξής, σχέση, σχετικός, άσχετος 
 εἶπε (λέγω) : λόγος, λέξη, έπος, ρήτορας, λογικός, λεξικό, επιλέγω, επιλογή, 
αντίλογος, αντίρρηση, πρόλογος, διαλογή, συλλογή, απόρρητος, λεγάμενος, 
λεξιθήρας, λεξιλόγιο, φιλόλογος, λεπτολόγος, ευφυολογία, γλωσσολογία 
 ἐσκεδασμένους (σκεδάννυμαι) : διασκέδαση, διασκεδαστικός 
 ὠνούμενοι (ὠνέομαι – οῦμαι): ψώνια, τελώνης, ωνητός, αργυρώνητος 
 ἆραι (αἴρω) : άρση, άρδην, έπαρση, αντάρτης, αρτηρία, μετέωρος, αιώρα, αορτή 
 ἔλαβε (λαμβάνω) : λήψη, λήμμα, αναλαμβάνω, ανάληψη, παραλήπτης, σύλληψη, 
περίληψη, ασύλληπτος, θρησκόληπτος λαβίδα, εργολάβος, εργολαβία 
 συνέλεξε (συλλέγω) : σύλλογος, κατάλογος, επιλογή, νεοσύλλεκτος, φτωχολογιά, 
σκυλολόι, κουβεντολόι 
§ 29 - 32 
 φεύγων (φεύγω) : φυγή, διαφεύγω, διαφυγή, πρόσφυγας, φυγάς, φυγαδεύω, 
άφευκτος=αναπόφευκτος, ξεφεύγω, φευγάτος, φευγιό, φευγάλα 
 ἔγνω (γιγνώσκω) : γνώση, γνώμη, γνωμικός, γνωστικός, αγνώμων, άγνωστος, 
διάγνωση, συγγνώμη, αυτογνωσία 
 διεφθαρμένα (φθείρω): φθορά, φθαρτός, άφθαρτος, ψυχοφθόρος, διαφθορά, 
διαφθορέας, αδιάφθορος, παραφθείρω, παραφθορά 
 κατειργάσατο (κατεργάζομαι) : εργάτης, εργατιά, εργατικός, εργαστήριο, 
κατεργασμένος, ακατέργαστος, επεξεργάζομαι, επεξεργασία, συνεργασία, 
πρωτεργάτης, λιμενεργάτης 
 ἀφικόμενος (ἀφικνέομαι-οῦμαι): άφιξη 
 βουλεύεσθαι (βουλεύομαι): βουλευτής, βουλευτικός, διαβούλευση, βούλευμα, 
βουλευτήριο, βουλή, επιβουλεύομαι 
 ἐψηφισμένοι (ψηφίζομαι) : ψήφισμα, καταψηφίζω, καταψήφιση, συμψηφίζω, 
συμψηφισμός 
 κρατήσειαν (κρατέω-ῶ) : κράτος, επικρατώ, επικράτηση, κραταιός, συγκρατημένος, 
ακράτητος, ασυγκράτητος 
 ἀποκτεῖναι (αποκτείνω): μητροκτόνος, πατροκτόνος, ανθρωποκτόνος, αυτοκτονία, 
μικροβιοκτόνο, γενοκτονία 
 προδοῦναι (δίδωμι): δόση, δώρο, δοτός, δόσιμο, προδότης, προδοσία, καταδότης, 
αιμοδότης, πληροφοριοδότης, έκδοση, ανταπόδοση, παραδοτέος 
Επιμέλεια: Γ. Σόφη Σελίδα 2 
Γενικό Λύκειο Άνοιξης

ξενοφώντος ελληνικά: ομόρριζα

  • 1.
    Ξενοφώντος Ελληνικά Β,1, § 16-32 Ομόρριζες λέξεις § 16 - 21  ὁρμώμενοι (ὁρμάω-ῶ): ορμητήριο, ορμητικός, παρορμητικός, αφορμή, εξόρμηση, αυθόρμητος  ἐποίουν (ποιέω-ῶ) : ποίηση, ποίημα, ποιητής, ποιητικός, αχειροποίητος, προσποιούμαι, προσποιητός  ἐπέπλεον (πλέω) : αποπλέω, πλοίο, πλους, πλοηγός, πλοίαρχος, πλοιάριο, πλωτός, πλεούμενο  προσείλοντο (αἱροῦμαι): αίρεση, αναιρώ, αναίρεση, αφαίρεση, εξαίρετος, αρχαιρεσίες, προαιρούμαι  ἀφεστηκυίας (ἵστημι): σταθμός, στήλη, στήθος, στάδιο, στάθμη, ιστός, σταθερός, διάστημα, κατάσταση, επαναστάτης, προΐσταμαι, εικονοστάσι, εγκαθίσταμαι, εγκατάσταση, ενίσταμαι, ένσταση  ἀνήγοντο (ἀνάγομαι): άγω, εξάγω, διαγωγή, εισακτέος, αγωγός, παιδαγωγός, άγημα, ξεναγός, λοχαγός, ανάγωγος  ἡγεῖτο (ἡγοῦμαι): ηγεμόνας, ηγεμονία, ηγέτης, ηγεσία, ηγούμενος, προηγούμαι, περιηγούμαι, εισηγούμαι, εισήγηση, διήγηση, καθηγητής, αφήγημα, διηγηματικός, ανεκδιήγητος  προσβαλόντες (βάλλω): βέλος, βλήμα, βόλος, βαλβίδα, βολίδα, βαλτός, περιβάλλω, περιβολή, περιβάλλον, καταβάλω, αναβλητικός, προσβλητικός, αποβολή  ἀφῆκε (ἵημι): άφεση, άνεση, ένεση, κάθετος, εγκάθετος, έφεση, χειραφέτηση § 22 - 24  ἐπιούσῃ (εἶμι) : ανεξίτηλος, εισιτήριο, εξιτήριο, ισθμός, προσιτός, απρόσιτος  εἰσβαίνειν (βαίνω) : κατεβαίνω, κατέβασμα, παραβαίνω, παράβαση, παραβάτης, αποβατικός, υπερβατικός, συμβαίνει, επέμβαση, διάβημα, βάση, βάθρο, βέβαιος, βάσιμος, άβατος, ορειβάτης, επιβάτης, βαθμίδα  κινήσοιτο (κινοῦμαι) : κίνηση, κίνημα, ακίνητος, αεικίνητος, δυσκίνητος, μετακινώ, κίνητρο, συγκίνηση, υποκινητής  παρετάξαντο (τάττω): τάγμα, τάξη, διατάζω, υποτάσσω, υποταγή, υποτακτικός, προστακτική, συνταγή, σύνταξη, παράταξη, παρατακτικός  κατιδόντας (ὁράω-ῶ): όραση, ορατός, όραμα, αόρατος, ιδέα, όψη, πρόσοψη, περίοπτος, κάτοπτρο, οπή, αυτόπτης, επόπτης  ἐξαγγεῖλαι (ἀγγέλλω): αγγελία, άγγελμα, αναγγελία, εξαγγελτικος, καταγγελτικός  ἐξεβίβασεν (βιβάζω): συμβιβάζω, συμβιβασμός, διαβιβάζω, διαβίβαση, υποβιβάζω, υποβιβασμός, υποβίβαση Επιμέλεια: Γ. Σόφη Σελίδα 1 Γενικό Λύκειο Άνοιξης
  • 2.
    § 25 –28  ἔχοντας (ἔχω) : κατέχω, κατοχή, παρέχω, ανέχομαι, ανοχή, ανεκτικός, ενέχομαι, ενοχή, ένοχος, προεξοχή, προσοχή, προσεκτικός, μετέχω, μετοχή, πολιούχος, σχεδόν, έξη, εξής, σχέση, σχετικός, άσχετος  εἶπε (λέγω) : λόγος, λέξη, έπος, ρήτορας, λογικός, λεξικό, επιλέγω, επιλογή, αντίλογος, αντίρρηση, πρόλογος, διαλογή, συλλογή, απόρρητος, λεγάμενος, λεξιθήρας, λεξιλόγιο, φιλόλογος, λεπτολόγος, ευφυολογία, γλωσσολογία  ἐσκεδασμένους (σκεδάννυμαι) : διασκέδαση, διασκεδαστικός  ὠνούμενοι (ὠνέομαι – οῦμαι): ψώνια, τελώνης, ωνητός, αργυρώνητος  ἆραι (αἴρω) : άρση, άρδην, έπαρση, αντάρτης, αρτηρία, μετέωρος, αιώρα, αορτή  ἔλαβε (λαμβάνω) : λήψη, λήμμα, αναλαμβάνω, ανάληψη, παραλήπτης, σύλληψη, περίληψη, ασύλληπτος, θρησκόληπτος λαβίδα, εργολάβος, εργολαβία  συνέλεξε (συλλέγω) : σύλλογος, κατάλογος, επιλογή, νεοσύλλεκτος, φτωχολογιά, σκυλολόι, κουβεντολόι § 29 - 32  φεύγων (φεύγω) : φυγή, διαφεύγω, διαφυγή, πρόσφυγας, φυγάς, φυγαδεύω, άφευκτος=αναπόφευκτος, ξεφεύγω, φευγάτος, φευγιό, φευγάλα  ἔγνω (γιγνώσκω) : γνώση, γνώμη, γνωμικός, γνωστικός, αγνώμων, άγνωστος, διάγνωση, συγγνώμη, αυτογνωσία  διεφθαρμένα (φθείρω): φθορά, φθαρτός, άφθαρτος, ψυχοφθόρος, διαφθορά, διαφθορέας, αδιάφθορος, παραφθείρω, παραφθορά  κατειργάσατο (κατεργάζομαι) : εργάτης, εργατιά, εργατικός, εργαστήριο, κατεργασμένος, ακατέργαστος, επεξεργάζομαι, επεξεργασία, συνεργασία, πρωτεργάτης, λιμενεργάτης  ἀφικόμενος (ἀφικνέομαι-οῦμαι): άφιξη  βουλεύεσθαι (βουλεύομαι): βουλευτής, βουλευτικός, διαβούλευση, βούλευμα, βουλευτήριο, βουλή, επιβουλεύομαι  ἐψηφισμένοι (ψηφίζομαι) : ψήφισμα, καταψηφίζω, καταψήφιση, συμψηφίζω, συμψηφισμός  κρατήσειαν (κρατέω-ῶ) : κράτος, επικρατώ, επικράτηση, κραταιός, συγκρατημένος, ακράτητος, ασυγκράτητος  ἀποκτεῖναι (αποκτείνω): μητροκτόνος, πατροκτόνος, ανθρωποκτόνος, αυτοκτονία, μικροβιοκτόνο, γενοκτονία  προδοῦναι (δίδωμι): δόση, δώρο, δοτός, δόσιμο, προδότης, προδοσία, καταδότης, αιμοδότης, πληροφοριοδότης, έκδοση, ανταπόδοση, παραδοτέος Επιμέλεια: Γ. Σόφη Σελίδα 2 Γενικό Λύκειο Άνοιξης