Οδυσσέας Ελύτης
:
( 1911-1996 , Ποιητής, Νόμπελ 1979)
Ως φιλολογικό ψευδώνυμο ο
Οδυσσέας Αλεπουδέλης
χρησιμοποιούσε το Ελύτης. Γεννήθηκε
στο Ηράκλειο με καταγωγή από τη
Μυτιλήνη.
 Διακρίθηκε το 1960 με το Κρατικό
Βραβείο Ποίησης και το 1979 με το
βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Γνωστά ποιητικά του έργα: "Άξιον
Εστί", "Ήλιος ο πρώτος",
"Προσανατολισμοί" κ.α. Διαμόρφωσε
ένα προσωπικό ποιητικό ιδίωμα και
θεωρείται ένας από τους ανανεωτές
της ελληνικής ποίησης.
Το μονόγραμμα-υπόθεση:
Ο Ελύτης δημιουργεί εδώ μια σύγχρονη ερωτική τραγωδία, με
ελλειπτική όμως αποτύπωση του μύθου, ώστε ο κάθε αναγνώστης να
μπορεί να βρει τις δικές του προεκτάσεις και να ταυτιστεί με ποικίλους
τρόπους με το ερωτευμένο ζευγάρι.
Τα βασικά σημεία, πάντως, είναι πως οι δύο ερωτευμένοι
αντιμετωπίζουν μια σφοδρή εναντίωση στον έρωτά τους από τους
άλλους ανθρώπους, σε σημείο που η κοπέλα, μη αντέχοντας προφανώς
την κατακραυγή, αυτοκτονεί.
Ο τρόπος που πεθαίνει η κοπέλα υπονοείται στο ποίημα με τη
διακειμενική αναφορά στην Οφηλία, ενισχύοντας έτσι τη σύνδεση του
ποιήματος με τις ερωτικές τραγωδίες, όπου το πρωταγωνιστικό ζευγάρι
καλείται ν’ αντιμετωπίσει τις έντονες αντιρρήσεις της οικογένειας και
του γενικότερου κοινωνικού περιβάλλοντος.
Συγκυρία:
Ο Ελύτης επηρεασμένος από την ποίηση του Καβάφη και του Ανδρέα
Εμπειρίκου γράφει τα «Πρώτα Ποιήματα» το 1934.
Γράφει κυρίως σαρκολατρικά και κοσμοπολιτικά ποιήματα, και δέχεται
τις επιρροές του περιοδικού Πρωτοπορία, που εξέδιδε ο Φώτος
Γιοφύλλης.
Σταδιακά όμως η επαφή του με τον υπερρεαλισμό σηματοδοτεί μια
στροφή στην ποίησή του. Σε πολύ λίγα χρόνια, έχει αποκρυσταλλώσει
έναν προσωπικό τρόπο έκφρασης.
Ο Ελύτης έχει πια αποκτήσει το προσωπικό του ύφος γραφής στα μέσα
της δεκαετίας του ’30. Είναι η εποχή που διαβάζει Περικλή Γιαννόπουλο
και Ίωνα Δραγούμη, καθώς και τους πρώτους πεζογράφους της γενιάς
του 1930.
Τίτλος:
Μονόγραμμα είναι ένα γράμμα ή ο συνδυασμός δύο ή
περισσότερων γραμμάτων, συνήθως τα αρχικά ονόματος, για τη
δημιουργία μιας σφραγίδας. Μπορούμε οπότε να σκεφτούμε το
μονόγραμμα ως τα αρχικά του ονόματος της αγαπημένης του
ποιητή ή το συνδυασμό των αρχικών γραμμάτων από τα
ονόματά τους, σε μια σφραγίδα που φτιάχνει ο έρωτας,
φέρνοντας του δύο αγαπημένους για πάντα μαζί. Έτσι ο
ποιητής γράφει το Μονόγραμμα σε μια προσπάθεια να σώσει
την αγάπη του από τη φθορά του χρόνου.
Απόσπασμα από το ποίημα του
Ελύτη, «Μονόγραμμα»:
Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός
Πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.
1η Ενότητα:
Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός
Πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.
Ανάλυση:

Σε αυτή την ενότητα ο ποιητής μιλάει για την μοίρα και
για το πως αυτή καθορίζει τις ζωές των ανθρώπων.
Η Μοίρα που έχει τον έλεγχο της ζωής των ανθρώπων θ’ αλλάξει τις
γραμμές στην παλάμη του χεριού, θ’ αλλάξει δηλαδή τα
α γραμμένα και μαζί μ’ αυτή θα συγκατατεθεί και ο Καιρός, και ο
χρόνος, ώστε ό,τι συνέβη ν’ αλλάξει πορεία, όσο ανέκκλητο κι αν
μοιάζει. Ο Καιρός και η Μοίρα θα υποχωρήσουν μπροστά στη δύναμη
της αγάπης, ώστε ό,τι συνέβη κι ό,τι ήταν αναπόφευκτο να συμβεί,
ν’ αναστραφούν, δίνοντας στους αγαπημένους την ευκαιρία να είναι και
πάλι μαζί. Η σκληρότητα του κόσμου που ώθησε
την αγαπημένη του στο πρόωρο τέλος της, θα λάβει την απάντησή του,
θα μάθει την αλήθεια και τότε θα νιώσει πόσο άδικα έκρινε τους δύο
αγαπημένους.
2η Ενότητα:
Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ' άλλα που πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια
Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν
γλυκά
Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τα «πίστεψέ με» και τα «μη»
Μια στον αέρα, μια στη μουσική
Τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας
Που γύρευαν ν' ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο

Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
Και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ' τις ξερολιθιές, πίσω απ' τους φράχτες
Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου
Κι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από
τους καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
Στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
Τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά
Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το
απλησίαστο
Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο
κόσμος.
Ανάλυση:
Ο ποιητής έχοντας πια χάσει την αγαπημένη του πενθεί τον ήλιο και τη ζωή,
που δεν έχει πια νόημα χωρίς εκείνη και τα χρόνια που έρχονται χωρίς οι δυο
τους να είναι μαζί. Το μόνο που του απομένει είναι η ανάμνηση των χρόνων
που πέρασαν μαζί, όσα έζησε κοντά της, αν βέβαια κι αυτά είναι αλήθεια, αν
συνέβησαν πράγματι, μιας κι ο πόνος του χαμού της τον κάνει ν’ αμφιβάλει
ακόμη και για τις στιγμές που είχε την ευτυχία να είναι κοντά της.
Τα λόγια των ερωτευμένων ήταν τόσο οικεία και τόσο τρυφερά, τα «πίστεψέ
με» και τα ερωτικά «μη», που άλλοτε ακούγονταν στον αέρα απ’ τους ίδιους, κι
άλλοτε καθρεφτίζονταν στη μουσική μες τα ερωτικά τραγούδια. Αναφέρει τις
ερωτικές τους στιγμές, όπου τα χέρια τους,που σα δυο μικρά ζώα
προσπαθούσαν να ανέβουν κρυφά το ένα στο άλλο με κάθε ευκαιρία και κάθε
στιγμή.
Μέσα σε λίγους στίχους ο ποιητής συμπυκνώνει τις εμπειρίες ενός καλοκαιριού,
δίνοντας στιγμιότυπα απ’ τις μεταξύ τους τρυφερές συναντήσεις κι επιτρέπει
στους αναγνώστες με την ελλειπτικότητα του να διατυπώσουν δικές τους εικόνες.
Όσο ακόμα ο ποιητής ήταν με την αγαπημένη του είχε την ευκαιρία ν’ αντικρίσει
πολλές εικόνες, οι οποίες τον σημάδεψαν. Εικόνες που τώρα αποκτούν μια
διαφορετική αξία, μιας και λειτουργούν ως μέσα υπενθύμισης της μορφής της και
του αγγίγματός της. Στο τέλος της ενότητας ο ποιητής πενθεί για το ρούχο που
άγγιξε και του ήρθε ο κόσμος, δηλαδή πενθεί για το πρώτο πρώτο άγγιγμα του
ρούχου της, που έφερε στη ζωή του έναν ολόκληρο κόσμο.
3η Ενότητα
Έτσι μιλώ για σένα και για μένα
Επειδή σ’ αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες
στ’ αχανή
σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά – κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μέσ’ από φεγγερά περάσματα και κρυφές
της θάλασσας
στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που
ασημίζουνε
Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα
Πως χαϊδεύεις, πως φιλάς
Πως λες ψιθυριστά το ‘‘τι’’ και το ‘‘ε’’
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά
Πάντα εσύ τ’ αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό
πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και εγώ η σκιά
που μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ’ αγαπώ και σ’ αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το
εξαργυρώνει:
Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ ουρανού με τ’ άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή
Που πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες τους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο
Δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ για σένα και για μένα.
Στάσεις ζωής
Στο πρώτο κομμάτι της τρίτης ενότητας, ο ποιητής μας μιλάει για την
αγάπη που νιώθει προς τη σύντροφο του, η οποία έχει πεθάνει, και για την
επιθυμία του να της προσφέρει μοναδικές, εξωπραγματικές εμπειρίες.
Στο δεύτερο, η θάλασσα είναι παρούσα σε όλες τις τρυφερές στιγμές
του ποιητή μαζί με την αγαπημένη του γιατί μας λέει ότι ήξερε πως
φιλούσε, πως χάιδευε, πως έλεγε το ‘‘τι’’ και το ‘‘ε’’
Στο τρίτο, ο ποιητής μας περνάει μέσα από τα λόγια την έννοια της
αλληλοσυμπλήρωσης στην αγάπη και την ανάγκη της συνύπαρξης των δύο
ερωτευμένων προσώπων. Επίσης, όπου και να βρίσκεται η αγαπημένη του
θα προσπαθήσει να την βρει και να την συμπληρώσει για να μην είναι μόνη
της γιατί το θέμα της αγάπης είναι η στήριξη που δέχεται ο ένας από τον
άλλον.
Τέλος, στο τέταρτο και στο πέμπτο κομμάτι φαίνεται να νιώθει
μόνος στου ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους και μιλάει για στην
αγάπη του χωρίς να παίρνει απάντηση, η φωνή του γυρίζει στον
ίδιο. Όλα αυτά γίνονται γιατί ο άνθρωποι δεν έχουν ξαναζήσει
έναν τόσο έντονο, αγνό, και πέρα από τα συνηθισμένα, έρωτα και
αυτό έχει ως συνέπεια να είναι επιφυλακτικοί και γι’ αυτό τον λόγο
ο ποιητής φοβάται να μιλήσει και πιστεύει ότι είναι νωρίς να
αποκαλύψει την αγάπη που νιώθει για τη σύντροφο του.
Οι στάσεις ζωής σε αυτή την ενότητα είναι η αγάπη, ο έρωτας
και η προθυμία του ποιητή να κάνει τα πάντα για την αγαπημένη
του. Επίσης, φόβος για την αντιμετώπιση τους από τους άλλους
ανθρώπους τον κάνει διατακτικό.
4η Ενότητα:
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ’ ακούς
Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ’ ακούς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ’ ακούς
Είμ’ εγώ, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, μ’ ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ’ ακούς
Που μ’ αφήνεις, που πας και ποιος, μ’ ακούς
Σου κρατεί το χέρι πάνω απ’ τους κατακλυσμούς
Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα ‘ρθει μέρα, μ’ ακούς
Να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ’ ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ’ ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει
Στα νερά ένα ένα, μ’ ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ’ ακούς
4η Ενότητα
Όπου κάποτε οι φιγούρες
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ’ ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’ ακούς
Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ’ ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δε γίνεται ν’ ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς
Σ' άλλη γη, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ ακούς
Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ’ άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ’ ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει -ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει -ακούς;
Είμ’ εγώ που φωνάζω κι είμ’ εγώ που κλαίω, μ’ ακούς;
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς.
Ανάλυση:
• Ο ποιητής έχει χάσει την αγαπημένη του, τον άνθρωπο που μοιραζόταν
τις χαρές και τις δυστυχίες του. Τον άνθρωπο που αγαπούσε με όλη του
την ψυχή και την καρδιά. Και τώρα που αυτή είναι νεκρή δεν θέλει να
μιλήσει σε κανέναν άλλον για τον θάνατό της παρά μόνο στην ίδια.
Γι αυτό το λόγω γράφει το Μονόγραμμα και το αφιερώνει στον αδικοχαμένο
τους έρωτα. Η επανάληψη της φράσεις <<μ’ ακούς>> στο τέλος κάθε
πρότασης φανερώνει την βαθιά ανάγκη του ποιητή να της απολογηθεί, να
της εξηγήσει γιατί ο έρωτας τους αντιμετωπίστηκε τόσο σκληρά από τους
ανθρώπους. Γι αυτό το λόγο ξεκινάει το ποίημά του λέγοντας στην
αγαπημένη του πως είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν και πως τα
τέρατα δεν έχουν εξημερωθεί, οι άνθρωποι δηλαδή δεν έχουν φτάσει σε
σημείο να μπορούν να αποδεχτούν τον έρωτά τους.
• Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ’ ακούς , Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς Και των άστρων τους
κλώνους τσακίζει, μ’ ακούς Είμ’ εγώ, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, μ’ ακούς

Ο πόνος του ποιητή είναι τόσο μεγάλος που αντικρίζει με
οργή ακόμα και τον ουρανό. Τίποτα δεν μπορεί και δεν πρέπει
να μείνει στη θέση του από τη στιγμή που εκείνη πέθανε.
• Που μ’ αφήνεις, που πας και ποιος, μ’ ακούς
Σου κρατεί το χέρι πάνω απ’ τους κατακλυσμούς

Ο ποιητής δεν μπορεί να αποδεχτεί το γεγονός ότι η αγαπημένη του
έδωσε τέλος στη ζωή της ξεχνώντας πως εκείνος ήταν πάντα κοντά της
καθώς της κρατούσε το χέρι και τη βοηθούσε να ξεπεράσουν μαζί τις
δυσκολίες της αγάπης τους.
• Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες Θα ‘ρθει μέρα, μ’ ακούς
Να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα,
μ’ ακούς Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ’ ακούς Των ανθρώπων

Η φύση υποτάσσεται και αναγνωρίζει την αγάπη τους κάνοντάς τους
αγάλματα λαμπερά που πάνω τους καθρεφτίζεται η σκληρότητα και η
απονιά του κόσμου. Καθώς τα αγάλματα αντέχουν στο χρόνο θα
υπενθυμίζουν για πάντα στους ανθρώπους τις επιπτώσεις των
κατακραυγών τους.
• Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ’ ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες
Των Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς. Πουθενά δεν πάω, μ’ ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’ ακούς

Ο πόνος και η θλίψη κατακλύσουν τον ποιητή που σε μια προσπάθεια να
απελευθερωθεί από αυτά τα αβάσταχτα συναισθήματα σκέφτεται να δώσει
τέλος στη ζωή του. Αισθάνεται τους αγγέλους να τον προσκαλούν στον
παράδεισο και να του ανοίγουν οι καμπάνες πέρασμα. Αλλά αυτός γνωρίζει
πως η αγάπη του δεν θα βρίσκεται εκεί μαζί του, έτσι απαρνείται ακόμη κα
τον παράδεισο για χάρη της.
Εφόσον δεν μπορεί να υπάρξει ούτε στη γη, ούτε και στον παράδεισο χωρίς
αυτήν έτσι είναι αναγκασμένος να μείνει μόνος με τη θλίψη ως μοναδική του
συντροφιά. Επίσης στο παραπάνω κομμάτι φαίνεται πως η αγάπη τους είναι
πάνω από τους νόμους της εκκλησίας καθώς όταν οι άγγελοι τον προσκαλούν
να έρθει κοντά τους αυτός τους αψηφά επειδή αρνείται να πάει χωρίς το
άλλο του μισό.
• Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ’ ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου

Σε αυτό το κομμάτι ο ποιητής υμνεί την αγάπη τους που υπήρξε τόσο δυνατή
ώστε ξεπέρασε τα εμπόδια που καμία άλλη δεν είχε τολμήσει ή καταφέρει.
• Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει -ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει -ακούς;
Είμ’ εγώ που φωνάζω κι είμ’ εγώ που κλαίω, μ’ ακούς;

Στο τέλος της φανερώνει πόσο πολύ θρηνεί για τον χαμό της και πόσο αυτός τον
έχει καταστρέψει αφήνοντάς τον μόνο να την γυρεύει , να μιλάει στα νερά και
να φωνάζει, να κλαίει στη σκέψη πως δεν υπάρχει κανένα μέρος γι αυτόν-ούτε
καν τον παράδεισο- που να μπορεί να του προσφέρει ευτυχία ανάλογη με αυτήν
που ένιωσε μαζί της.
• Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς.

Της λέει πως την αγαπάει δύο φορές σα να θέλει να σιγουρευτεί πως
θα τον ακούσει.

Στάσεις ζωής:
Ο Οδυσσέας Ελύτης μέσα από το ποίημά του διατυπώνει πολλές
από τις δικές του αντιλήψεις για τη ζωή. Πιστεύει πως η αγάπη
είναι πάνω από όλα. Πως η ιερότητά και η σημασία της επισκιάζει
τις ανθρώπινες αντιλήψεις καθώς και τους νόμους της φύσης και
της εκκλησίας. Η ζωή δεν αξίζει, όπως λέει, αν δεν ζει κανείς μαζί με
το άλλο του μισό στον κόσμο της αγάπης τους.
Ε

5η Ενότητα:
Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν
καλπασμό
Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι
Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά
Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης

Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν
ηφαιστειακή
Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν
αυλόγυρο
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα ν’όλα της τά βοτάνια
Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή
θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.
Ανάλυση:
Ο ποιητής παρουσιάζει την κοπέλα σαν αγρίμι, το οποίο πάντα αναζητά το
νέο και το καινούργιο . Δεν μπορεί να καταλάβει πως δυο τόσο άγνωστες
ψυχές θέλουν να είναι μαζί.
Πιστεύει πως μόνο ο Θεός ήθελε τους δυο αυτούς ενωμένους αφού η γυναίκα
ήταν τόσο ανεξάρτητη με αδάμαστη ψυχή , ελεύθερη , απρόβλεπτη . Μια
ύπαρξη μοναδική , ένα πλάσμα ξεχωριστό που κανείς πρωτύτερα δεν γνώριζε ,
παρά μόνο ο ποιητής και η μουσική . Μια γυναίκα για την οποία το μόνο που
γνώριζε είναι η μυρωδιά , που του έρχεται στο μυαλό καθώς την θυμάται , το
χώμα τα περιστέρια και η αρχαία γη.
Στάση ζωής:
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό

Εδώ ο ποιητής επιλέγει μια αγωνιστική στάση ζωής με ένταση και πάθος.
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.

Ο ποιητής μας παρουσιάζει την κοπέλα σαν έναν άνθρωπο ο οποίος επιθυμούσε
ζει ελεύθερα με δικαιοσύνη.
7η Ενότητα:
Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα
Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδειο.

Στην 7η ενότητα ο ποιητής βλέπουμε πως χαρακτηρίζει την κοπέλα ως
‘παράδεισο’ . Καταλαβαίνουμε πως θέλει να ζει με την ανάμνηση της. Κάθε
μέρα που ξυπνά την σκέπτεται και αυτό μας δείχνει πως δεν θέλει να την
βγάλει από τη σκέψη και το μυαλό του.
Άννα Τιάγκου
Σουσάννα Τζελέπη
Μαρία Παπαρούνα
Νικολέτα Νταπούλια

Μονόγραμμα Ελύτης

  • 1.
    Οδυσσέας Ελύτης : ( 1911-1996, Ποιητής, Νόμπελ 1979)
  • 2.
    Ως φιλολογικό ψευδώνυμοο Οδυσσέας Αλεπουδέλης χρησιμοποιούσε το Ελύτης. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο με καταγωγή από τη Μυτιλήνη.  Διακρίθηκε το 1960 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το 1979 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Γνωστά ποιητικά του έργα: "Άξιον Εστί", "Ήλιος ο πρώτος", "Προσανατολισμοί" κ.α. Διαμόρφωσε ένα προσωπικό ποιητικό ιδίωμα και θεωρείται ένας από τους ανανεωτές της ελληνικής ποίησης.
  • 3.
    Το μονόγραμμα-υπόθεση: Ο Ελύτηςδημιουργεί εδώ μια σύγχρονη ερωτική τραγωδία, με ελλειπτική όμως αποτύπωση του μύθου, ώστε ο κάθε αναγνώστης να μπορεί να βρει τις δικές του προεκτάσεις και να ταυτιστεί με ποικίλους τρόπους με το ερωτευμένο ζευγάρι. Τα βασικά σημεία, πάντως, είναι πως οι δύο ερωτευμένοι αντιμετωπίζουν μια σφοδρή εναντίωση στον έρωτά τους από τους άλλους ανθρώπους, σε σημείο που η κοπέλα, μη αντέχοντας προφανώς την κατακραυγή, αυτοκτονεί. Ο τρόπος που πεθαίνει η κοπέλα υπονοείται στο ποίημα με τη διακειμενική αναφορά στην Οφηλία, ενισχύοντας έτσι τη σύνδεση του ποιήματος με τις ερωτικές τραγωδίες, όπου το πρωταγωνιστικό ζευγάρι καλείται ν’ αντιμετωπίσει τις έντονες αντιρρήσεις της οικογένειας και του γενικότερου κοινωνικού περιβάλλοντος.
  • 5.
    Συγκυρία: Ο Ελύτης επηρεασμένοςαπό την ποίηση του Καβάφη και του Ανδρέα Εμπειρίκου γράφει τα «Πρώτα Ποιήματα» το 1934. Γράφει κυρίως σαρκολατρικά και κοσμοπολιτικά ποιήματα, και δέχεται τις επιρροές του περιοδικού Πρωτοπορία, που εξέδιδε ο Φώτος Γιοφύλλης. Σταδιακά όμως η επαφή του με τον υπερρεαλισμό σηματοδοτεί μια στροφή στην ποίησή του. Σε πολύ λίγα χρόνια, έχει αποκρυσταλλώσει έναν προσωπικό τρόπο έκφρασης. Ο Ελύτης έχει πια αποκτήσει το προσωπικό του ύφος γραφής στα μέσα της δεκαετίας του ’30. Είναι η εποχή που διαβάζει Περικλή Γιαννόπουλο και Ίωνα Δραγούμη, καθώς και τους πρώτους πεζογράφους της γενιάς του 1930.
  • 6.
    Τίτλος: Μονόγραμμα είναι έναγράμμα ή ο συνδυασμός δύο ή περισσότερων γραμμάτων, συνήθως τα αρχικά ονόματος, για τη δημιουργία μιας σφραγίδας. Μπορούμε οπότε να σκεφτούμε το μονόγραμμα ως τα αρχικά του ονόματος της αγαπημένης του ποιητή ή το συνδυασμό των αρχικών γραμμάτων από τα ονόματά τους, σε μια σφραγίδα που φτιάχνει ο έρωτας, φέρνοντας του δύο αγαπημένους για πάντα μαζί. Έτσι ο ποιητής γράφει το Μονόγραμμα σε μια προσπάθεια να σώσει την αγάπη του από τη φθορά του χρόνου.
  • 7.
    Απόσπασμα από τοποίημα του Ελύτη, «Μονόγραμμα»: Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός Πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.
  • 8.
    1η Ενότητα: Θα γυρίσειαλλού τις χαρακιές Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός Πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.
  • 9.
    Ανάλυση: Σε αυτή τηνενότητα ο ποιητής μιλάει για την μοίρα και για το πως αυτή καθορίζει τις ζωές των ανθρώπων. Η Μοίρα που έχει τον έλεγχο της ζωής των ανθρώπων θ’ αλλάξει τις γραμμές στην παλάμη του χεριού, θ’ αλλάξει δηλαδή τα α γραμμένα και μαζί μ’ αυτή θα συγκατατεθεί και ο Καιρός, και ο χρόνος, ώστε ό,τι συνέβη ν’ αλλάξει πορεία, όσο ανέκκλητο κι αν μοιάζει. Ο Καιρός και η Μοίρα θα υποχωρήσουν μπροστά στη δύναμη της αγάπης, ώστε ό,τι συνέβη κι ό,τι ήταν αναπόφευκτο να συμβεί, ν’ αναστραφούν, δίνοντας στους αγαπημένους την ευκαιρία να είναι και πάλι μαζί. Η σκληρότητα του κόσμου που ώθησε την αγαπημένη του στο πρόωρο τέλος της, θα λάβει την απάντησή του, θα μάθει την αλήθεια και τότε θα νιώσει πόσο άδικα έκρινε τους δύο αγαπημένους.
  • 10.
    2η Ενότητα: Πενθώ τονήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ' άλλα που πέρασαν Εάν είναι αλήθεια Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νερά Τα «πίστεψέ με» και τα «μη» Μια στον αέρα, μια στη μουσική Τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μας Που γύρευαν ν' ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες Και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί Πάνω απ' τις ξερολιθιές, πίσω απ' τους φράχτες Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου Κι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από τους καταρράχτες Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό Στον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά Τη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.
  • 11.
    Ανάλυση: Ο ποιητής έχονταςπια χάσει την αγαπημένη του πενθεί τον ήλιο και τη ζωή, που δεν έχει πια νόημα χωρίς εκείνη και τα χρόνια που έρχονται χωρίς οι δυο τους να είναι μαζί. Το μόνο που του απομένει είναι η ανάμνηση των χρόνων που πέρασαν μαζί, όσα έζησε κοντά της, αν βέβαια κι αυτά είναι αλήθεια, αν συνέβησαν πράγματι, μιας κι ο πόνος του χαμού της τον κάνει ν’ αμφιβάλει ακόμη και για τις στιγμές που είχε την ευτυχία να είναι κοντά της. Τα λόγια των ερωτευμένων ήταν τόσο οικεία και τόσο τρυφερά, τα «πίστεψέ με» και τα ερωτικά «μη», που άλλοτε ακούγονταν στον αέρα απ’ τους ίδιους, κι άλλοτε καθρεφτίζονταν στη μουσική μες τα ερωτικά τραγούδια. Αναφέρει τις ερωτικές τους στιγμές, όπου τα χέρια τους,που σα δυο μικρά ζώα προσπαθούσαν να ανέβουν κρυφά το ένα στο άλλο με κάθε ευκαιρία και κάθε στιγμή.
  • 12.
    Μέσα σε λίγουςστίχους ο ποιητής συμπυκνώνει τις εμπειρίες ενός καλοκαιριού, δίνοντας στιγμιότυπα απ’ τις μεταξύ τους τρυφερές συναντήσεις κι επιτρέπει στους αναγνώστες με την ελλειπτικότητα του να διατυπώσουν δικές τους εικόνες. Όσο ακόμα ο ποιητής ήταν με την αγαπημένη του είχε την ευκαιρία ν’ αντικρίσει πολλές εικόνες, οι οποίες τον σημάδεψαν. Εικόνες που τώρα αποκτούν μια διαφορετική αξία, μιας και λειτουργούν ως μέσα υπενθύμισης της μορφής της και του αγγίγματός της. Στο τέλος της ενότητας ο ποιητής πενθεί για το ρούχο που άγγιξε και του ήρθε ο κόσμος, δηλαδή πενθεί για το πρώτο πρώτο άγγιγμα του ρούχου της, που έφερε στη ζωή του έναν ολόκληρο κόσμο.
  • 13.
    3η Ενότητα Έτσι μιλώγια σένα και για μένα Επειδή σ’ αγαπώ και στην αγάπη ξέρω Να μπαίνω σαν Πανσέληνος Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ’ αχανή σεντόνια Να μαδάω γιασεμιά – κι έχω τη δύναμη Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω Μέσ’ από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνε Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα Πως χαϊδεύεις, πως φιλάς Πως λες ψιθυριστά το ‘‘τι’’ και το ‘‘ε’’ Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο Πάντα εμείς το φως κι η σκιά
  • 14.
    Πάντα εσύ τ’αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και εγώ η σκιά που μεγαλώνει Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ Επειδή σ’ αγαπώ και σ’ αγαπώ Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει: Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική Καμάρα τ’ ουρανού με τ’ άστρα Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή
  • 15.
    Που πια δενέχω τίποτε άλλο Μες τους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου Να μυρίζω από σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο Δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου Να μιλώ για σένα και για μένα.
  • 16.
    Στάσεις ζωής Στο πρώτοκομμάτι της τρίτης ενότητας, ο ποιητής μας μιλάει για την αγάπη που νιώθει προς τη σύντροφο του, η οποία έχει πεθάνει, και για την επιθυμία του να της προσφέρει μοναδικές, εξωπραγματικές εμπειρίες. Στο δεύτερο, η θάλασσα είναι παρούσα σε όλες τις τρυφερές στιγμές του ποιητή μαζί με την αγαπημένη του γιατί μας λέει ότι ήξερε πως φιλούσε, πως χάιδευε, πως έλεγε το ‘‘τι’’ και το ‘‘ε’’ Στο τρίτο, ο ποιητής μας περνάει μέσα από τα λόγια την έννοια της αλληλοσυμπλήρωσης στην αγάπη και την ανάγκη της συνύπαρξης των δύο ερωτευμένων προσώπων. Επίσης, όπου και να βρίσκεται η αγαπημένη του θα προσπαθήσει να την βρει και να την συμπληρώσει για να μην είναι μόνη της γιατί το θέμα της αγάπης είναι η στήριξη που δέχεται ο ένας από τον άλλον.
  • 17.
    Τέλος, στο τέταρτοκαι στο πέμπτο κομμάτι φαίνεται να νιώθει μόνος στου ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους και μιλάει για στην αγάπη του χωρίς να παίρνει απάντηση, η φωνή του γυρίζει στον ίδιο. Όλα αυτά γίνονται γιατί ο άνθρωποι δεν έχουν ξαναζήσει έναν τόσο έντονο, αγνό, και πέρα από τα συνηθισμένα, έρωτα και αυτό έχει ως συνέπεια να είναι επιφυλακτικοί και γι’ αυτό τον λόγο ο ποιητής φοβάται να μιλήσει και πιστεύει ότι είναι νωρίς να αποκαλύψει την αγάπη που νιώθει για τη σύντροφο του. Οι στάσεις ζωής σε αυτή την ενότητα είναι η αγάπη, ο έρωτας και η προθυμία του ποιητή να κάνει τα πάντα για την αγαπημένη του. Επίσης, φόβος για την αντιμετώπιση τους από τους άλλους ανθρώπους τον κάνει διατακτικό.
  • 18.
    4η Ενότητα: Είναι νωρίςακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ’ ακούς Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ’ ακούς Μαχαίρι Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ’ ακούς Είμ’ εγώ, μ’ ακούς Σ’ αγαπώ, μ’ ακούς Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ’ ακούς Που μ’ αφήνεις, που πας και ποιος, μ’ ακούς Σου κρατεί το χέρι πάνω απ’ τους κατακλυσμούς Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες Θα ‘ρθει μέρα, μ’ ακούς Να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ’ ακούς Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ’ ακούς Των ανθρώπων Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει Στα νερά ένα ένα, μ’ ακούς Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ ακούς
  • 19.
    Κι είναι οχρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ’ ακούς 4η Ενότητα Όπου κάποτε οι φιγούρες Των Αγίων Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ ακούς Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ ακούς Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς Πουθενά δεν πάω, μ’ ακούς Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’ ακούς Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ’ ακούς Της αγάπης Μια για πάντα το κόψαμε Και δε γίνεται ν’ ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς Σ' άλλη γη, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ ακούς
  • 20.
    Και κανείς κηπουρόςδεν ευτύχησε σ’ άλλους καιρούς Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς Μες στη μέση της θάλασσας Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ’ ακούς Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς Άκου, άκου Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει -ακούς; Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει -ακούς; Είμ’ εγώ που φωνάζω κι είμ’ εγώ που κλαίω, μ’ ακούς; Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς.
  • 21.
    Ανάλυση: • Ο ποιητήςέχει χάσει την αγαπημένη του, τον άνθρωπο που μοιραζόταν τις χαρές και τις δυστυχίες του. Τον άνθρωπο που αγαπούσε με όλη του την ψυχή και την καρδιά. Και τώρα που αυτή είναι νεκρή δεν θέλει να μιλήσει σε κανέναν άλλον για τον θάνατό της παρά μόνο στην ίδια. Γι αυτό το λόγω γράφει το Μονόγραμμα και το αφιερώνει στον αδικοχαμένο τους έρωτα. Η επανάληψη της φράσεις <<μ’ ακούς>> στο τέλος κάθε πρότασης φανερώνει την βαθιά ανάγκη του ποιητή να της απολογηθεί, να της εξηγήσει γιατί ο έρωτας τους αντιμετωπίστηκε τόσο σκληρά από τους ανθρώπους. Γι αυτό το λόγο ξεκινάει το ποίημά του λέγοντας στην αγαπημένη του πως είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν και πως τα τέρατα δεν έχουν εξημερωθεί, οι άνθρωποι δηλαδή δεν έχουν φτάσει σε σημείο να μπορούν να αποδεχτούν τον έρωτά τους.
  • 22.
    • Το χαμένομου αίμα και το μυτερό, μ’ ακούς , Μαχαίρι Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ’ ακούς Είμ’ εγώ, μ’ ακούς Σ’ αγαπώ, μ’ ακούς Ο πόνος του ποιητή είναι τόσο μεγάλος που αντικρίζει με οργή ακόμα και τον ουρανό. Τίποτα δεν μπορεί και δεν πρέπει να μείνει στη θέση του από τη στιγμή που εκείνη πέθανε.
  • 23.
    • Που μ’αφήνεις, που πας και ποιος, μ’ ακούς Σου κρατεί το χέρι πάνω απ’ τους κατακλυσμούς Ο ποιητής δεν μπορεί να αποδεχτεί το γεγονός ότι η αγαπημένη του έδωσε τέλος στη ζωή της ξεχνώντας πως εκείνος ήταν πάντα κοντά της καθώς της κρατούσε το χέρι και τη βοηθούσε να ξεπεράσουν μαζί τις δυσκολίες της αγάπης τους. • Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες Θα ‘ρθει μέρα, μ’ ακούς Να μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ’ ακούς Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ’ ακούς Των ανθρώπων Η φύση υποτάσσεται και αναγνωρίζει την αγάπη τους κάνοντάς τους αγάλματα λαμπερά που πάνω τους καθρεφτίζεται η σκληρότητα και η απονιά του κόσμου. Καθώς τα αγάλματα αντέχουν στο χρόνο θα υπενθυμίζουν για πάντα στους ανθρώπους τις επιπτώσεις των κατακραυγών τους.
  • 24.
    • Κι είναιο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ’ ακούς Όπου κάποτε οι φιγούρες Των Αγίων Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ ακούς Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ ακούς Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς. Πουθενά δεν πάω, μ’ ακούς Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’ ακούς Ο πόνος και η θλίψη κατακλύσουν τον ποιητή που σε μια προσπάθεια να απελευθερωθεί από αυτά τα αβάσταχτα συναισθήματα σκέφτεται να δώσει τέλος στη ζωή του. Αισθάνεται τους αγγέλους να τον προσκαλούν στον παράδεισο και να του ανοίγουν οι καμπάνες πέρασμα. Αλλά αυτός γνωρίζει πως η αγάπη του δεν θα βρίσκεται εκεί μαζί του, έτσι απαρνείται ακόμη κα τον παράδεισο για χάρη της. Εφόσον δεν μπορεί να υπάρξει ούτε στη γη, ούτε και στον παράδεισο χωρίς αυτήν έτσι είναι αναγκασμένος να μείνει μόνος με τη θλίψη ως μοναδική του συντροφιά. Επίσης στο παραπάνω κομμάτι φαίνεται πως η αγάπη τους είναι πάνω από τους νόμους της εκκλησίας καθώς όταν οι άγγελοι τον προσκαλούν να έρθει κοντά τους αυτός τους αψηφά επειδή αρνείται να πάει χωρίς το άλλο του μισό.
  • 25.
    • Από τόσονχειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς Μες στη μέση της θάλασσας Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ’ ακούς Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς Άκου, άκου Σε αυτό το κομμάτι ο ποιητής υμνεί την αγάπη τους που υπήρξε τόσο δυνατή ώστε ξεπέρασε τα εμπόδια που καμία άλλη δεν είχε τολμήσει ή καταφέρει. • Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει -ακούς; Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει -ακούς; Είμ’ εγώ που φωνάζω κι είμ’ εγώ που κλαίω, μ’ ακούς; Στο τέλος της φανερώνει πόσο πολύ θρηνεί για τον χαμό της και πόσο αυτός τον έχει καταστρέψει αφήνοντάς τον μόνο να την γυρεύει , να μιλάει στα νερά και να φωνάζει, να κλαίει στη σκέψη πως δεν υπάρχει κανένα μέρος γι αυτόν-ούτε καν τον παράδεισο- που να μπορεί να του προσφέρει ευτυχία ανάλογη με αυτήν που ένιωσε μαζί της.
  • 26.
    • Σ’ αγαπώ,σ’ αγαπώ, μ’ ακούς. Της λέει πως την αγαπάει δύο φορές σα να θέλει να σιγουρευτεί πως θα τον ακούσει. Στάσεις ζωής: Ο Οδυσσέας Ελύτης μέσα από το ποίημά του διατυπώνει πολλές από τις δικές του αντιλήψεις για τη ζωή. Πιστεύει πως η αγάπη είναι πάνω από όλα. Πως η ιερότητά και η σημασία της επισκιάζει τις ανθρώπινες αντιλήψεις καθώς και τους νόμους της φύσης και της εκκλησίας. Η ζωή δεν αξίζει, όπως λέει, αν δεν ζει κανείς μαζί με το άλλο του μισό στον κόσμο της αγάπης τους.
  • 27.
    Ε 5η Ενότητα: Γιά σέναέχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα ν’όλα της τά βοτάνια Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.
  • 28.
    Ανάλυση: Ο ποιητής παρουσιάζειτην κοπέλα σαν αγρίμι, το οποίο πάντα αναζητά το νέο και το καινούργιο . Δεν μπορεί να καταλάβει πως δυο τόσο άγνωστες ψυχές θέλουν να είναι μαζί. Πιστεύει πως μόνο ο Θεός ήθελε τους δυο αυτούς ενωμένους αφού η γυναίκα ήταν τόσο ανεξάρτητη με αδάμαστη ψυχή , ελεύθερη , απρόβλεπτη . Μια ύπαρξη μοναδική , ένα πλάσμα ξεχωριστό που κανείς πρωτύτερα δεν γνώριζε , παρά μόνο ο ποιητής και η μουσική . Μια γυναίκα για την οποία το μόνο που γνώριζε είναι η μυρωδιά , που του έρχεται στο μυαλό καθώς την θυμάται , το χώμα τα περιστέρια και η αρχαία γη.
  • 29.
    Στάση ζωής: Πού δένθέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό Εδώ ο ποιητής επιλέγει μια αγωνιστική στάση ζωής με ένταση και πάθος. Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή. Ο ποιητής μας παρουσιάζει την κοπέλα σαν έναν άνθρωπο ο οποίος επιθυμούσε ζει ελεύθερα με δικαιοσύνη.
  • 30.
    7η Ενότητα: Στόν Παράδεισοέχω σημαδέψει ένα νησί Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδειο. Στην 7η ενότητα ο ποιητής βλέπουμε πως χαρακτηρίζει την κοπέλα ως ‘παράδεισο’ . Καταλαβαίνουμε πως θέλει να ζει με την ανάμνηση της. Κάθε μέρα που ξυπνά την σκέπτεται και αυτό μας δείχνει πως δεν θέλει να την βγάλει από τη σκέψη και το μυαλό του.
  • 31.
    Άννα Τιάγκου Σουσάννα Τζελέπη ΜαρίαΠαπαρούνα Νικολέτα Νταπούλια