ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η ιδέα δημιουργίας αυτού του ppt «γεννήθηκε» από την
επιθυμία παρουσίασης ,στους μαθητές μου ,των
πορτραίτων κάποιων εμβληματικών ,κατά τη γνώμη μου
,γυναικών, που στο πέρασμα του χρόνου, είτε στη σφαίρα
του μύθου είτε στην πραγματικότητα, άφησαν ανεξίτηλα τη
σφραγίδα τους ως μανάδες, σύζυγοι , αδελφές…..
Επίσης ,θέλησα να τους παρουσιάσω ,ακροθιγώς, το
πέρασμα της γυναίκας , ως μάνας, στη νεοελληνική
λογοτεχνία , μέσα από κάποια χαρακτηριστικά κείμενα
νεοελλήνων λογοτεχνών μας.
Κλείνοντας την παρουσίασή μου ,φτάνω στη σημερινή
εποχή, όπου η γυναίκα έχει κατακτήσει όλα τα μετερίζια
της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, χωρίς να αποποιηθεί
τους ρόλους, που φέρει, διαχρονικά.
Στο τέλος της παρουσίασης , με το πρόγραμμα wordle
«σύννεφα λέξεων» παραθέτω μια διαφάνεια που
δημιουργήθηκε με το παραπάνω πρόγραμμα στο κείμενο
με τίτλο «Η γυναίκα –μητέρα, πηγή του ανθρώπινου
πολιτισμού».
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις
αμμουδιές του Ομήρου .
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου με τα
π ρώτα -π ρώτα Δόξα Σοι !
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου με τα
π ρώτα λόγια του Ύμνου
Οδ . Ελύτης « Το Άξιον εστί »
ΔΙΑΘΕΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ : «ΓΥΝΑΙΚΑ» ΣΤΟ
ΧΩΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΟΝΟ
ΘΕΜΑΤΙΚΟΙ ΚΥΚΛΟΙ

Γυναικείες μορφές στην αρχαία Ελλάδα







Ασπασία-Ξανθίππη-ηρωίδες του
Αριστοφάνη
Γυναικείες μορφές στο Βυζάντιο
Αγία Ελένη-Θεοδώρα-Κασσιανή
Ελληνίδες του 21
Σουλιώτισσες-Μαντώ ΜαυρογένουςΛασκαρίνα Μπουμπουλίνα
ΑΣΠΑΣΙΑ




Κατά τη διάρκεια του 5 ου αιώνα , οι γυναίκες στην Αθήνα είχαν λίγα
δικαιώματα και λίγη ευκαιρία να συμμετέχουν στον αθλητισμό , το θέατρο ή
τη δημόσια ζωή . Για το λόγο αυτό ξέρουμε π ολύ λίγα π ράγματα για τη ζωή ,
τα ενδιαφέροντα και τις αναζητήσεις τους . Για την Ασ π ασία όμως η ζωή
ήταν διαφορετική …
Γεννήθηκε στη Μίλητο και δε δεσμευόταν α π ό τους ίδιους κανόνες π ου
π εριόριζαν τις Αθηναίες γυναίκες . Ο π ατέρας της ο Αξίοχος είχε ε π ιμείνει
στο να εκ π αιδευτεί η κόρη του α π ό τη μητέρα της και τους οικιακούς
σκλάβους , με έναν ασυνήθιστα λε π τομερή τρό π ο για γυναίκα . Α π ό μικρή
ηλικία έμαθε τις ιστορίες και τους μύθους για τις μεγάλες γυναίκες π ου
έμειναν στην Ιστορία . Δεν άργησε να εγκαταλείψει την π όλη της και
π ερί π ου στα 455 π. Χ . π ήγε στην Αθήνα . Η π ράξη της αυτή ήταν
αξιο π ρόσεκτη για μια γυναίκα της ηλικίας της .
Λίγο μετά την άφιξή της στην Αθήνα , δεσμεύτηκε με τον Περικλή , το
δημοκρατικό ηγέτη της π όλης . Ο Περικλής , για να μ π ορέσει να έχει σχέση
με την Ασ π ασία , χώρισε τη γυναίκα του και την άφησε μόνη της με δύο
γιους . Σαν σύντροφος του Περικλή , η Ασ π ασία έγινε γρήγορα στόχος
κουτσομ π ολιού και κατηγορήθηκε ως εταίρα .
Η Ασ π ασία διατηρούσε ένα σχολείο για τα κορίτσια των π λούσιων
οικογενειών . Εκεί σύχναζαν π ολλοί μεγάλοι Πολιτικοί και Φιλόσοφοι , π ου
μαζί με τους συντρόφους τους έ π αιρναν τις γνώσεις της . Μέσω των
διδασκαλιών και της ε π ιρροής π ου με τόση δεξιοτεχνία ασκούσε στους
ανθρώ π ους , έχουμε τις μεγάλες εργασίες του Σωκράτη , του Πλάτωνα και
του Περικλή .
Πιο π ολύ α π ό όλους η Ασ π ασία ε π ηρέασε τον Περικλή , όχι μόνο με τις
γνώσεις της , αλλά και μέσα α π ό την καθημερινή ε π αφή π ου είχαν . Ο
Πλάτωνας ε π ίσης , αν και δεν ήταν εραστής της , είχε εντυ π ωσιαστεί α π ό τη
διάνοια και τις γνώσεις της και είχε τονίσει ανοιχτά τη συμβολή της στις
δράσεις του Περικλή . Ο Σωκράτης ονομάζει την Ασ π ασία σαν τη


Ο Περικλής, βλέποντας την ιδιαιτερότητα της Ασπασίας, δε δίστασε να φανερώσει στο λαό του το
σεβασμό και την αγάπη του για αυτήν, ανατρέποντας τα αθηναϊκά δεδομένα που ήθελαν τη
γυναίκα να περνάει απαρατήρητη.
Τα κακόβουλα κουτσομπολιά δεν άργησαν να ακουστούν. Έλεγαν πως η Ασπασία διατηρούσε
πορνείο και πως η ίδια έγραφε τις ομιλίες του Περικλή. Επίσης λεγόταν πως αυτή τον επηρέασε
να κάνει τους πολέμους εναντίον της Σάμου, των Μεγάρων και τον Πελοποννησιακό πόλεμο, για
να καταφέρει να προστατέψει τη γενέτειρά της. Όλα αυτά ακολουθούσαν την Ασπασία για την
υπόλοιπη ζωή της. Το 432 π.Χ. την παρέπεμψαν σε δίκη για ασέβεια και αθεΐα, αλλά οι δικαστές
της Ηλείας την αθώωσαν χάρη στη συνηγορία του Περικλή, ο οποίος την υπερασπίστηκε με
δάκρυα.
Ο Περικλής ποτέ δεν παντρεύτηκε την Ασπασία, γιατί πολύ απλά δεν μπορούσε. Το 451, στην
προσπάθειά του να αποτρέψει τις αριστοκρατικές οικογένειες από το να συμμαχούν με άλλες
πόλεις, είχε εισάγει ένα νόμο υπηκοότητας. Κατά συνέπεια, οι γιοι των μη Αθηναίων γυναικών δε
θα μπορούσαν να γίνουν πλήρεις πολίτες. Ο Περικλής επομένως θα διακινδύνευε ολόκληρη την
πολιτική του σταδιοδρομία, εάν παντρευόταν την Ασπασία. Έτσι η Ασπασία έζησε στο πλευρό του
Περικλή ως σύντροφός του.
Απέκτησε από τον Περικλή ένα γιο, τον Περικλή το νεότερο, ένα από τους στρατηγούς που
νίκησαν στις Αργινούσες το 406 π.Χ. Οι δύο νόμιμοι γιοι του Περικλή είχαν πεθάνει, κι έτσι ο γιος
της Ασπασίας έγινε ο νόμιμος κληρονόμος του. Έτσι η Ασπασία απόλαυσε πλέον σχεδόν όλα τα
προνόμια μιας Αθηναίας ευγενούς γυναίκας.
Αργότερα όμως, μετά το θάνατο του Περικλή, τα πράγματα δυσκόλεψαν για την Ασπασία και το
γιο της. Η πόλη φάνηκε ψυχρή και στους δυο τους. Πολύ γρήγορα η Ασπασία βρήκε τον
αντικαταστάτη του Περικλή. Άρχισε να συζεί με τον Πυσικλέα, ο οποίος ήταν προβατοπώλης. Με
τις γνώσεις και τη μαεστρία της δεν άργησε να τον κάνει Πολιτευτή και Ρήτορα.
Είκοσι τρία έτη μετά το θάνατο του Περικλή, ο Περικλής ο νεότερος εκλέχτηκε γενικός ελεγκτής
πυροβολαρχίας. Δυστυχώς όμως εκτελέστηκε μετά τον πόλεμο με τη Σπάρτη.
Η ιστορία δεν καταγράφει αν η Ασπασία ήταν ζωντανή την εποχή που ο γιος της πέθανε. Αν όμως
ήταν, οι ιστορικοί υποστηρίζουν, πως ο πρόωρος θάνατος του γιου της, θα ήταν ένα τραγικό
τέλος για μια εμπνευσμένη και μη συμβατική γυναίκα όπως η Ασπασία.
Δεν υπάρχουν στοιχεία για το θάνατο της Ασπασίας. Αυτό κάνει μερικούς να υποθέτουν ότι ο
θάνατός της ήταν πολύ δύσκολος και οι ιστορικοί της εποχής δεν ήθελαν να φανερώσουν
άσχημες στιγμές της ζωής της.
Για την Ασπασία έχει γράψει ο Αισχίνης ένα διάλογο, από τον οποίο φαίνεται ότι ο Πλούταρχος
έχει αντλήσει κάποια στοιχεία στο δοκίμιό του για τον Περικλή.
ΞΑΝΘΙΠΠΗ
Ξανθίππη
η στρίγκλα
Ελάχιστες είναι γυναίκες για τις οποίες μίλησαν οι μεταγενέστεροι. Πολλοί συχνά μιλούσαν
(την ανέφεραν και στα γραπτά τους) οι μεταγενέστεροι, για τη στρίγκλα σύζυγο του
Σωκράτη Ξανθίππη. Ως παράδειγμα προς αποφυγήν.
Πρέπει να ήταν αρκετά μικρότερή του και μέχρι 40 έτη. Η παράδοση την εμφανίζει κακή και
δύστροπη, αυταρχική, οξύθυμη και ζηλιάρα. Ο Σωκράτης υπέμενε τη συμπεριφορά της
με αταραξία και χιούμορ. Οταν μια φορά κάλεσε για φαγητό τον Ευθύδημο, η Ξανθίππη
έκανε μεγάλη φασαρία, πέταξε τα φαγητά από το τραπέζι και ο καλεσμένος σηκώθηκε
να φύγει περίλυπος. Ο Σωκράτης τότε του είπε:
Γιατί κάνεις έτσι; Τις προάλλες στο σπίτι σου δεν όρμησε ένα πουλί κι έκανε τα ίδια;
Θυμώσαμε τότε μ΄ αυτό;
Οι μαθητές του απορούσαν γιατί ο Σωκράτης δεν επιχειρούσε με τη διδασκαλία του να
βελτιώσει τους τρόπους της Ξανθίππης, εκείνος όμως τους βεβαίωνε πως επίτηδες δεν
το κάνει, για να εξασκείται στην υπομονή και την εγκαρτέρηση. Το όνομά της έφτασε να
είναι συνώνυμο για ένα άτομο που γκρινιάζει και παραπονείται συνεχώς, ιδίως για μια
στρίγκλα σύζυγο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα σε αυτό αποτελεί ένα απόσπασμα από
«Το Ημέρωμα της Στρίγκλας» του Σαίξπηρ, όπου ο Πετρούκιος συγκρίνει την Καίτη με
την Ξανθίππη του Σωκράτη και χειρότερα.
Αλλες πηγές λένε πως είναι υπερβολικές αυτές οι κρίσεις. Πάντως δεν είναι απίθανο να
υπήρχαν προστριβές στο ζευγάρι, εφόσον ο Σωκράτης είχε απαρνηθεί τη βιοποριστική
πλευρά της ζωής και είχε καταδικάσει την εργασία που αμειβόταν υλικά, δεν μπορούσε
να θεωρηθεί ιδανικός τύπος οικογενειάρχη.
Το όνομα μεταδόθηκε ανεξάρτητα από την ομώνυμη μάρτυρα που καταγόταν από την
Ισπανία και συνεορτάζεται με την αδελφή της Πολυξένη, στις 23 Σεπτέμβρη. Το όνομα
Ξανθίππη (ξανθός + ίππος) εμφανίζεται 13 φορές σε δείγμα 24.415 γυναικών.
Εκκλησιάζουσες
Πρόθεση ανατροπής της καθεστηκυίας τάξης .
Το
392 π.Χ., λίγα χρόνια μετά την αναμενόμενη ήττα των Αθηναίων στον
Πελοποννησιακό πόλεμο, ο Αριστοφάνης παρουσιάζει την κωμωδία
«Εκκλησιάζουσες». Το έργο αυτό αποτελεί μία σαφή έκφραση της συγκεχυμένης
κατάστασης στην οποία περιήλθε η Αθήνα μετά το τέλος του μακροχρόνιου
πολέμου.
Η κεντρική ηρωίδα με το χαρακτηριστικό όνομα Πραξαγόρα
αυτή που δρα
στην αγορά) αποφασίζει να συσπειρώσει τις γυναίκες και να τις οδηγήσει στην
Εκκλησία του Δήμου, ώστε με τη βοήθεια της μεταμφίεσης να πάρουν την
εξουσία από τους άνδρες και να την παραδώσουν στις ίδιες. Οι γυναίκες, λοιπόν,
φορούν τα ρούχα των συζύγων τους, μεταμφιέζονται σε άνδρες και επιτυγχάνουν
το στόχο τους: αναλαμβάνουν οι ίδιες την εξουσία, καθώς οι άνδρες αδιαφορούν
πλήρως για τα κοινά και ενδιαφέρονται μόνο για την αποζημίωση από τις
συνελεύσεις. Με ξεκαρδιστικό τρόπο απορρίπτεται γρήγορα το πολιτικό σύστημα
της διαλυμένης κοινωνίας και αποκαλύπτεται η απόλυτη αντιστροφή των ρόλων
στο κράτος.
Η Πραξαγόρα παρουσιάζει διεξοδικά τη νέα οργάνωση του κράτους και το
όραμα για την εφαρμογή ενός κοινωφελούς προγράμματος, αλλά οι προσπάθειές
της πάντα προσκρούουν στο άτομο, το οποίο ενδιαφέρεται μόνο για την
προσωπική του ευημερία.
Στην αρχαία Αθήνα, κατά την περίοδο του πελοποννησιακού πολέμου, οι γυναίκες με επικεφαλής τη 
Λυσιστράτη  αποφασίζουν να σταματήσουν τον πόλεμο και να ξαναφέρουν την ειρήνη στον τόπο τους.
Ανάμεσα στις συγκεντρωμένες γυναίκες, ξεχωρίζουν εκτός από τη Λυσιστράτη, η Αθηναία  Κλεονίκη, η
νεαρήΜυρρίνη, και η Σπαρτιάτισσα Λαμπιτώ.
Την αρχική ιδέα έχει συλλάβει η Λυσιστράτη η οποία για αυτόν το λόγο έχει συγκαλέσει κρυφά όλες τις
Αθηναίες αλλά και αντιπροσώπους από τις υπόλοιπες πόλεις. Οι γυναίκες συγκεντρώνονται αλλά όταν
εκείνη τους προτείνει την κήρυξη ερωτικής αποχής μέχρι οι άντρες να αποφασίσουν τη λήξη του πολέμου,
αρχικά διαφωνούν. Τελικά και μετά από έντονους δισταγμούς πείθονται όταν η σπαρτιάτισσα Λαμπιτώ με
αποφασιστικότητα προσχωρεί στο σχέδιο της Λυσιστράτης. Η απόφαση σφραγίζεται με όρκο πάνω στο
κρασί.
Την ίδια στιγμή ακούγονται φωνές ενθουσιασμού από την Ακρόπολη, σημάδι πως το δεύτερο σκέλος του
σχεδίου της Λυσιστράτης πέτυχε. Οι ηλικιωμένες γυναίκες έχουν κυριεύσει την Ακρόπολη, εκεί όπου
βρίσκεται το θησαυροφυλάκιο των δημοσίων χρημάτων με τα οποία επιδοτούντο οι πολεμικές
επιχειρήσεις.
Η συγκέντρωση των γυναικών διαλύεται. Στη σκηνή μπαίνει τώρα ο Χορός που αποτελείται από ηλικιωμένους
άντρες και ακολουθεί ένας δεύτερος Χορός από ηλικιωμένες γυναίκες. Οι άντρες, εξοργισμένοι από την
ανταρσία των γυναικών, έρχονται κρατώντας χύτρες και αναμμένους πυρσούς. Οι γυναίκες από την άλλη
πλευρά κρατάνε σταμνιά με νερό. Αρχίζει η αναμέτρηση. Οι άντρες απειλούν τις γυναίκες με τους πυρσούς
τους, και οι γυναίκες τούς κατατροπώνουν αδειάζοντας τα σταμνιά τους πάνω στις φωτιές των αντρών.
Στη σκηνή έρχεται ένας ηλικιωμένος Πρόβουλος (μέλος μιας δωδεκαμελούς επιτροπής διακεκριμένων πολιτών,
που είχε σκοπό τον αυστηρό έλεγχο της οικονομίας). Σαν εκπρόσωπος της εκκλησίας του Δήμου,
προστάζει τους τοξότες που τον ακολουθούν να συλλάβουν τις γυναίκες. Οι γυναίκες όμως δεν το
επιτρέπουν.
Η Λυσιστράτη και ο Πρόβουλος επιδίδονται σ’ έναν αγώνα λόγων, όπου ο γυναικείος Χορός παραστέκεται στη
Λυσιστράτη και ο αντρικός στον Πρόβουλο. Η Λυσιστράτη επαναλαμβάνει στον Πρόβουλο την απόφαση
των γυναικών να επιβάλουν την ειρήνη, και ο Πρόβουλος εκδιώκεται από τις γυναίκες. Η αποχή έχει
αρχίσει να γίνεται ανυπόφορη και για τα δύο φύλα. Όμως οι άντρες έχουν αρχίσει να αισθάνονται πολύ
βαριές τις συνέπειες. Οι γυναίκες τους, σύμφωνα με τις οδηγίες της Λυσιστράτης, τους προκαλούν όσο
γίνεται περισσότερο χωρίς όμως τελικά να υποκύπτουν στις επιθυμίες τους.
Παράλληλα το σχέδιο των γυναικών έχει επιτυχία και στη Σπάρτη. Ένας Σπαρτιάτης κήρυκας έρχεται και ζητά
να ορίσουν οι Αθηναίοι αντιπροσώπους για να αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις της ειρήνης. Οι Σπαρτιάτες
απεσταλμένοι και οι Αθηναίοι, κάνουν έκκληση στη Λυσιστράτη να τους βοηθήσει στο συμβιβασμό. Η
Λυσιστράτη το πετυχαίνει με τη βοήθεια μιας καλλονής, της προσωποποιημένης Συμφιλίωσης.
Η Λυσιστράτη κατηγορεί Αθηναίους και Σπαρτιάτες γιατί πρόδωσαν την κοινή θρησκευτική και πολιτιστική τους
κληρονομιά. Οι δύο αντιπροσωπείες απορροφημένες από τα κάλλη της Συμφιλίωσης, κάνουν αμοιβαίες
παραχωρήσεις και η ειρήνη εξασφαλίζεται.
Το αίσιο τέλος σφραγίζεται με ένα συμπόσιο που παραθέτουν οι γυναίκες μέσα σε μια αποθέωση από
τραγούδια και χορούς.
ΑΓΙΑ ΕΛΕΝΗ
Κάποια αλήθεια λέει, πως πίσω από κάθε πραγματικά μεγάλο άνδρα στέκει μια
πραγματικά μεγάλη μητέρα.
Σ' αυτή και το ψυχικό της μεγαλείο χρωστά ο κόσμος τις ξεχωριστές εκείνες μορφές,
που τον ανέβασαν και τον δόξασαν.
Απόδειξη τρανή της αλήθειας αυτής είναι και το παράδειγμα των δύο θεοστέπτων
βασιλέων και ισαποστόλων, των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.
Τη μνήμη τους τιμά και γιορτάζει η Εκκλησία μας κάθε χρόνο την 21η Μαΐου.
Μια σύντομη κι ευλαβική αναδρομή της σκέψης μας στη ζωή και το έργο της αγίας
Ελένης, της εξαίρετης αυτής μητέρας και φλογερής χριστιανής και ισαποστόλου,
που η επίσκεψη και προσφορά της στο ευλογημένο νησί μας το αγιάζει μέχρι
σήμερα και θα το αγιάζει μέχρι της συντέλειας των αιώνων, πολλά θα έχει να μας
διδάξει.
Ας την παρακολουθήσουμε.
Η υπέροχη αυτή γυναίκα γεννήθηκε στη Δρεπάνη της Βιθυνίας της Μ. Ασίας γύρω
στο 248 μ.Χ. από γονείς άσημους και φτωχούς. Της επαρχίας αυτής όχι μονάχα η
πρωτεύουσα Νίκαια, αλλά και πολλές άλλες πόλεις ήσαν Ελληνικότατες. Γι' αυτό
και το όνομα Ελένη που δόθηκε στην κόρη ήταν αποτέλεσμα όχι μιας ελληνίζουσας
παραλαβής, αλλά μιας Ελληνικής συνείδησης. Από τα παιδικά της χρόνια η Ελένη
διακρινόταν για την εξαιρετική της εξυπνάδα κι ομορφιά. Από νωρίς δε οι σπάνιες
χριστιανικές αρετές της την ξεχώριζαν από τις συνομήλικες του καιρού της και την
προέβαλλαν στον κύκλο της παντού.
Γύρω στο 270, όταν η κόρη ήταν ηλικίας 22 περίπου χρόνων, πέρασε από τη Δρεπάνη
και κατέλυσε στο εκεί ξενοδοχείο του πατέρα της ένας αξιωματικός των
πραιτωριανών, που λεγόταν Κωνστάντιος Χλωρός. Το προσωνύμιο Χλωρός του
δόθηκε γιατί το πρόσωπο του ήταν πολύ χλωμό. Ο Κωνστάντιος ήταν γόνος
μεγάλης και αριστοκρατικής οικογένειας και άνθρωπος πολύ ευγενής. Κάποια μέρα
εκεί που βρισκόταν στην αυλή του ξενοδοχείου, είδε τη σεμνή κόρη κι η ευγένειά
της μαζί με άλλα χαρίσματα της τράβηξαν έντονα την προσοχή του. Η εντύπωση
του υπήρξε τέτοια, που, χωρίς να χάσει καιρό έσπευσε να παραμερίσει την
ασημότητα της καταγωγής της - πράγμα αντίθετο με τα τότε Ρωμαϊκά έθιμα - και να
την ζητήσει για σύζυγό του. Ένα χρόνο ύστερα από τους γάμους (272 μ.Χ.), το
ευτυχισμένο ζευγάρι αποκτούσε, ως ευλογημένο καρπό της ένωσης του, ένα
χαριτωμένο αγόρι, τον Κωνσταντίνο, τον αργότερα ιδρυτή της Βυζαντινής μας
αυτοκρατορίας και κραταιό προστάτη του χριστιανισμού και της Ορθοδοξίας.
Η ευτυχία δυστυχώς του νεαρού ζεύγους κι ιδιαίτερα της Ελένης δεν κράτησε για πολύ. Η
γρήγορη άνοδος του Χλωρού στο ύπατο αξίωμα του Καίσαρα από τον Διοκλητιανό κι η
ανάθεση σ' αυτόν του δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, τον έσπρωξε νωρίς
να εγκαταλείψει την πιστή κι ενάρετη σύντροφό του Ελένη, για να παντρευτεί γυναίκα της
κοινωνικής του τάξεως.
Η πράξη αυτή του Χλωρού φαίνεται σ' εμάς αληθινά παράδοξη. Κι είναι παράδοξη. Ύστερα
από την τόση εκτίμηση που η ευγενικιά αυτή ψυχή έτρεφε στη σύντροφό του Ελένη, τη
μητέρα του αγαπημένου παιδιού του, η διαγωγή όχι μόνο φαίνεται, αλλά και είναι
παράδοξη κι αδικαιολόγητη για μας. Στην πράξη όμως αυτήν καλούμαστε να θαυμάσουμε
το ψυχικό μεγαλείο της αγίας μας, μαζί με την ταπείνωση και την αυτοθυσία της.
Σημειώνουμε μερικά στοιχεία.
1. Ο διορισμός του Χλωρού σε Καίσαρα, που εξ αιτίας της χριστιανής συζύγου του Ελένης
διέκειτο κάπως ευνοϊκά προς την πίστη αυτή θα εξασφάλιζε στους χριστιανούς κάποια
ελευθερία ζωής και λατρείας. Κι αυτό το βλέπουμε στην περίπτωση του μεγάλου διωγμού,
που ο Διοκλητιανός εκίνησε ενάντια στους χριστιανούς της αυτοκρατορίας του. Οι πιστοί
στη μεγάλη επαρχία του Χλωρού δεν καταδιώχθηκαν.
2. Η ανάδειξη του Κωνσταντίνου του Χλωρού στο αξίωμα του Καίσαρος του άνοιξε τον
δρόμο και στο αξίωμα του Αυγούστου αυτοκράτορας. Κι η ανάδειξη αυτή θα είχε υψίστη
σημασία για τους χριστιανούς και την Εκκλησία τους.
3. Με την άνοδο ταυ Χλωρού ανοιγόταν ο δρόμος και για τον γιο του, τον νεαρό
Κωνσταντίνο.
Γι' αυτούς λοιπόν τους λόγους αποφασίστηκε ο χωρισμός κι έγινε η διάζευξη με τη
συναίνεση της μεγάλης κι ανώτερης εκείνης γυναίκας, της αγίας Ελένης. Θυσιάστηκε η
χριστιανή μητέρα για το καλό των αδελφών του Χριστού, των χριστιανών και την άνοδο του
παιδιού της.
Από τη στιγμή εκείνη η μαρτυρική μάνα παραμερίστηκε από το προσκήνιο της ζωής. Για
δεκατρία τόσα χρόνια η Ελένη ζούσε μόνη με συντροφιά την πίστη της στον Σωτήρα
Χριστό και στήριγμα της την προσευχή. Πολύ συχνά οι πρωινές ώρες την έβρισκαν
γονατιστή κι άγρυπνη να προσεύχεται με δάκρυα στα μάτια για το παιδί της, τον
Κωνσταντίνο. Μια ήταν η παράκλησή της. Να τον φωτίσει ο Θεός να μη παρασυρθεί από
τη δόξα και τη ματαιότητα του κόσμου. Κι η απάντηση δόθηκε. Πολύ νωρίς δόθηκε από
Εκείνον που διακήρυξε: «Όσα αν αιτήσητε εν τη προσευχή πιστεύοντες λήψεσθε». Και
δόθηκε πλουσιοπάροχα. Στ' αλήθεια: «Οι σπείροντες εν δάκρυσιν εν αγαλλιάσει θεριούσι».
Αυτοί που τον καιρό της σποράς σαν να βλέπουν την τρομερή ξηρασία, σπέρνουν με
δάκρυα απελπισίας τα χωράφια τους, όταν πέσουν οι βροχές και καρποφορήσουν αυτά, θα
Το 306 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος διαδέχτηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο της Δύσεως τον πατέρα του
Κωνστάντιο Χλωρό. Μια από τις πρώτες ενέργειες του νεαρού αυτοκράτορα, ήταν να
καλέσει κοντά του την αγαπημένη του μητέρα, να την ανακηρύξει Αυγούστα, δηλαδή
αυτοκράτειρα, και να την έχει κοντά του συνεργάτιδα, στο μεγαλόπνοο και πολύπλευρο
έργο του. Η αγάπη, μα κι η αφοσίωσή του σ' αυτή, υπήρξε απεριόριστη και παραδειγματική.
Σ' όλες τις δύσκολες, μα κι όμορφες στιγμές της ζωής του, την είχε δίπλα του και την
συμβουλευόταν. Για να την τιμήσει, έκοψε νομίσματα με τ' όνομα και τη μορφή της. Κι
ακόμη την πόλη που γεννήθηκε η αγία του μητέρα, τη Δρεπάνη της Βιθυνίας, προς τιμή της
τη μετονόμασε σε Ελενόπολη. Για να την ευχαριστήσει δε, φρόντισε σε διάφορα μέρη της
αυτοκρατορίας του να στηθούν ποικίλα ιδρύματα για την εξυπηρέτηση και ανακούφιση του
λαού. Πολλοί λένε πως κι αυτό το θησαυροφυλάκιο της μεγάλης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας
με τους αφάνταστους πόρους δεν δίστασε ο φιλόστοργος γιος να το αναθέσει ανεξέλεγκτα
στα χέρια της άξιας μάνας του. Η μεγάλη τιμή του στοργικού Κωνσταντίνου προς την άγια
του Μητέρα εκδηλώθηκε λαμπρή και λίγα χρόνια μετά τον θάνατό της. Όταν το 330 κτίστηκε
η Κωνσταντινούπολη, εκεί στη μεγάλη πλατεία που ονομαζόταν Φόρος, υψώθηκαν δύο
στήλες στο όνομα της Ελένης και του Κωνσταντίνου και ανάμεσα τους τοποθετήθηκε ένας
σταυρός, που έφερε αυτή την επιγραφή:
«Εις Άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού πατρός, Αμήν».
 
Με τούτη την επιγραφή ήθελε να διατυπώσει τη δογματική ομολογία της χριστιανικής
πίστεως, την οποία υπηρέτησε με τη βασιλεία του και την οποία στην ψυχή του φύτεψε από
αυτά τα παιδικά του χρόνια η ευσεβής και στοργική μητέρα με την όλη παιδαγωγία της.
Ψηλά, πολύ ψηλά κράτησε η ταπεινή κι υπέροχη εκείνη γυναίκα, η αγία Ελένη σ' ολόκληρη
τη ζωή της τον τιμητικό ρόλο της. Με τη στοργή και τη φρόνησή της έγινε για τον
Κωνσταντίνο ο φωτεινός σύμβουλος κι ο αναντικατάστατος οδηγός. Με τη χριστιανική
υπομονή της καλλιέργησε κι ατσάλωσε τον τραχύ χαρακτήρα του. Με τη φρόνιμη κι
επίκαιρη επέμβασή της, τον βοήθησε να αποφύγει ένα σωρό άτοπα, στα οποία θα
παρασυρόταν εξ αιτίας της τόλμης και της ορμητικότητάς του. Με την πνοή ακόμη και τον
ζήλο της του ενεφύσησε τις χριστιανικές εκείνες αρετές που τον δόξασαν και δίκαια του
προσέδωσαν τον τιμητικό και ζηλευτό τίτλο του Μεγάλου.
Η ίδια, παρά το απότομο ανέβασμά της, δεν περηφανεύτηκε. Έμεινε σ' όλη τη ζωή της η απλή,
η ταπεινή και απέριττη χριστιανή. Η χριστιανή των έργων, της διακονίας, της δράσεως.
Με τους μακροχρόνιους διωγμούς ενάντια στους χριστιανούς οι πιο πολλοί ναοί που
υπήρχαν είχαν μισογκρεμισθεί κι απογυμνωθεί από τα απαραίτητα στοιχεία για τη θεία
λατρεία. Οι χριστιανοί που έβγαιναν από «τα σπήλαια και τις οπές της γης», τις
κατακόμβες, χρειαζόντουσαν κάποιους χώρους, για να λατρεύσουν τον Θεό. Ποιος θα τους
έλυε αυτό το πρόβλημα; Ποιος θα φρόντιζε να κτισθούν οι κατάλληλοι ναοί και να
εξοπλισθούν με τα απαραίτητα αντικείμενα και ιερά σκεύη;
Ποίος άλλος από την αγία;
Αυτή με δική της πρωτοβουλία ανέλαβε το όλο ζήτημα. Με τη δική της συνδρομή και φροντίδα και
με τα άφθονα χρήματα που προσφέρει, αρκετοί ναοί αρχίζουν να κτίζονται σε πλείστα όσα
μέρη. Παρά την ηλικία της δεν διστάζει να αναλάβει και κουραστικά ταξίδια σε μακρινά
τμήματα της απέραντης αυτοκρατορίας, για να ελέγξει και παρακολουθήσει τα έργα, που
γίνονται. Οι χριστιανοί στο πρόσωπο της υποδέχονται, όχι απλώς την «Αυγούστα», αλλά τη
μητέρα, την προστάτιδα της χριστιανικής πίστεως. Σε λίγα χρόνια με την άγρυπνη φροντίδα
της περίλαμπροι ναοί υψώθηκαν όχι μονάχα σε πόλεις, μα και σε απόμερα χωριά. Ναοί!
Οάσεις πνευματικού ανεφοδιασμού και ψυχικής ανατάσεως! Διαμάντια ομορφιάς, μα και
κέντρα πολιτισμού.
Ο ιστορικός Ευσέβιος γράφει σχετικά:
«Ελένη Αυγούστα Θεώ τω Σωτήρι αυτής, Θεοφιλούς βασιλέως θεοφιλής μήτηρ, ευσεβούς
τεκμήρια διαθέσεως ίδρυσε».
Εκείνο όμως που ιδιαίτερα τίμησε την αγία, είναι η περί τα τέλη της ζωής της (326 μ.Χ.)
μετάβασή της στους τόπους όπου έζησε ο Κύριος, κι η ανεύρεση εκεί του Τιμίου και
Ζωοποιού Σταυρού, επάνω στον οποίο υψώθηκε ο Λυτρωτής μας.
Πόσους κόπους αλήθεια δεν κατέβαλε εδώ! Και πόσες νύχτες δεν πέρασε άγρυπνη ζητώντας τη
βοήθεια του Θεού για την επιτυχία του σκοπού της.
Κι η εξήγηση απλή.
Μετά το Άγιο Πάθος της Μεγάλης Παρασκευής, οι σταυρωτές πέταξαν τον Τίμιο Σταυρό σε
κάποιο λάκκωμα, εκεί κοντά στον Γολγοθά. Πάνω από αυτόν οι κάτοικοι της θεοκτόνου
πόλεως πετούσαν κάθε μέρα τα σκουπίδια και τις ακαθαρσίες τους. Αυτός δε ο αυτοκράτορας
της Ρώμης Αδριανός (118-138 μ.Χ.) με σκοπό να ματαιώσει μελλοντικά κάθε προσκυνηματική
ευλάβεια στα άγια αυτά μέρη, φρόντισε να καλυφθεί ο Γολγοθάς κι έστησε επάνω σ' Αυτόν το
άγαλμα της Αφροδίτης. Επάνω δε στον τάφο του Σωτήρος, που κι αυτός καλύφθηκε με
χώματα, στήθηκε ένα άγαλμα του Διός. Εν τούτοις όμως, όπως μας λέγει η παράδοση, η αγία
Ελένη με τον ζήλο και τις υπεράνθρωπες προσπάθειές της, κατώρθωσε τα φαινομενικά
ακατόρθωτα. Το μέρος που πετάχθηκε ο Τίμιος Σταυρός αναγνωρίσθηκε με τη βοήθεια ενός
λουλουδιού του γνωστού μας βασιλικού Μα 'κει που σκάφτουν σκυθρωπά εν άρωμα
σκορπιέται, μοσχοβολά γλυκά. Μέσ' απ' το χώμα το σκορπά μια λουλουδιά που σειέται με τ'
άνθη τα λευκά.Έκτοτε μένει σεβαστό το πράσινο βλαστάρι με τάνθος το λευκό. Τους
αγιασμούς κάμνουν μ' αυτό το παίρνουν γι' άγια χάρι το λεν βασιλικό., που βλαστούσε πάνω
από τον τόπο, που έκρυβε τον Σταυρό.
Εκεί έβαλε κι έσκαψαν η αγία. Κι οι κόποι της βραβεύθηκαν πολύ γρήγορα. Κάποια μέρα οι
εργάτες ανέσυραν από τα χώματα το ιερό σύμβολο μαζί με τους σταυρούς των δύο ληστών.
Τον γνήσιο Σταυρό τον διέκριναν από ένα θαύμα που έγινε με τη δύναμή Του. Μια νεκρή
αναστήθηκε μόλις το ευλογημένο τούτο Ξύλο άγγιξε το κορμί της. Τότε η αγία πλημμυρισμένη
από ανεκλάλητη χαρά κι αγαλλίαση κάλεσε τον επίσκοπο της Άγιας Πόλεως και ύψωσε τον
Η Θεοδώρα φέρεται να γεννήθηκε στην  Αμμόχωστο . Αν και προερχόταν από τα κατώτατα στρώματα της
βυζαντινής κοινωνίας, και όχι από εκλεκτή οικογένεια της Κωνσταντινούπολης, ανέβηκε στο
ψηλότερο σκαλοπάτι της εξουσίας και άσκησε ισχυρή επιρροή στον  Ιουστινιανό . Πατέρας της ήταν ο
Ακάκιος,αρκοτρόφος (θηριοφύλακας) των Πρασίνων στον ιππόδρομο. Πεθαίνοντας άφησε τρεις
κόρες, την Κομιτώ, τη Θεοδώρα και την Αναστασία. Όταν οι Πράσινοι έδωσαν τη θέση του Ακάκιου
σε κάποιον άλλον, τις περιμάζεψαν οι Βένετοι, γοητευμένοι από την ικεσία των κοριτσιών που
καθοδηγούσε επιδέξια η μητέρα τους, Έτσι η Θεοδώρα από πολύ μικρή συμμετείχε σε κωμικές
παραστάσεις χαμηλού επιπέδου και σύμφωνα με τα λεγόμενα του Προκόπιου ήταν  εταίρα .
Αργότερα γνώρισε τον Εκηβόλο (ή Εκηβόλιο), ανώτερο κρατικό υπάλληλο από την  Τύρο , και όταν
αυτός διορίστηκε διοικητής Πενταπόλεως τον ακολούθησε στην  Κυρηναϊκή . Διωγμένη από τον
εραστή της βρέθηκε στην  Αλεξάνδρεια  και από εκεί επέστρεψε στην  Κωνσταντινούπολη , όπου
εγκατέλειψε την παλιά της ζωή. Τότε τη γνώρισε ο Ιουστινιανός και την ερωτεύτηκε. Την ανύψωσε
στο αξίωμα της πατρικίας, δεν μπορούσε όμως να την παντρευτεί εξαιτίας της σφοδρής αντίδρασης
που προέβαλλε η αυτοκράτειρα  Ευφημία . Μόνο μετά το θάνατό της μπόρεσε να πείσει το θείο του,
τον αυτοκράτορα  Ιουστίνο , να καταργήσει τον παλαιό νόμο που απαγόρευε το γάμο συγκλητικού με 
ηθοποιό . Όταν ο Ιουστινιανός έγινε αυτοκράτορας την συμβουλευόταν συχνά και όλοι οι
αξιωματούχοι του κράτους όφειλαν να δίνουν όρκο πίστεως τόσο στον ίδιο όσο και στη σύζυγό του.
Η επιρροή της αυτή επίσης κατακρίθηκε έντονα από τον Προκόπιο.
Η Θεοδώρα στάθηκε πολύτιμη σύντροφος στο πλευρό του Ιουστινιανού. Με την αποφασιστική στάση της
τον εμψύχωσε στα γεγονότα της  Στάσης του Νίκα  και τον απέτρεψε από την ιδέα να εγκαταλείψει την
Κωνσταντινούπολη. Ήταν πάντα αφοσιωμένη στους φίλους της, όπως ο στρατηγός  Ναρσής , δεν
συγχωρούσε όμως όσους θεωρούσε απειλή για την επιρροή της. Θύμα της ήταν ο  Ιωάννης
Καππαδόκης , ο οποίος παρά τις ικανότητές του και τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει στο
αυτοκρατορικό ταμείο έχασε το 541 τη θέση του. Σ' αυτήν αποδίδονται διατάξεις της νομοθεσίας του
Ιουστινιανού υπέρ των γυναικών, όπως αυτή που απαγόρευε την πώληση προικώων ακινήτων. Στη
Θεοδώρα επίσης αποδίδεται η ίδρυση ενός οίκου για πρώην εταίρες.
Λιγότερο αποτελεσματική υπήρξε η παρέμβασή της στα εκκλησιαστικά πράγματα. Η Θεοδώρα κατά το
διάστημα της παραμονής της στην Αλεξάνδρεια ήρθε σε επαφή με  μονοφυσιτικούς  κύκλους και
περιέβαλλε με την προστασία της ηγετικές μορφές του μονοφυσιτισμού όπως ο  Σεβήρος Αντιοχείας
 και ο  Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεοδόσιος . Όταν ο τελευταίος καθαιρέθηκε από το θρόνο του, η
Θεοδώρα τον φιλοξένησε στην πρωτεύουσα σε κάποιο από τα παλάτια της και του επέτρεψε να
χειροτονήσει μονοφυσίτες επισκόπους οι οποίοι στάλθηκαν στην Ανατολή. Ένας απ’ αυτούς, ο 
Ιάκωβος Βαραδαίος , περιπλανήθηκε στις ανατολικές επαρχίες και θεωρείται ιδρυτής της 
Συριακής Ορθόδοξης Εκκλησίας  (Ιακωβιτική Εκκλησία).
Η Θεοδώρα πέθανε το 548 μ.Χ και τάφηκε στην  εκκλησία των Αγίων Αποστόλων . Το μονόγραμμά της
είναι χαραγμένο στα κιονόκρανα της Αγίας Σοφίας και η μορφή της μαζί με του Ιουστινιανού έχει
αποτυπωθεί στο λαμπρό ψηφιδωτό του Αγίου Βιταλίου της Ραβέννας.
ΚΑΣΣΙΑΝΗ
Τρεις βυζαντινοί χρονικογράφοι, ο Συμεών ο μεταφραστής, ο 
Γεώργιος Αμαρτωλός και ο Λέων ο Γραμματικός, αναφέρουν ότι έλαβε
μέρος στην τελετή επιλογή νύφης για τον αυτοκράτορα  Θεόφιλο, την
οποία είχε οργανώσει η μητριά του Ευφροσύνη. Σε αυτή, που
τοποθετείται χρονικά ή στο 821 ή στο 830,[5] ο αυτοκράτορας επέλεγε
τη σύζυγο της αρεσκείας του δίνοντας της ένα χρυσό μήλο.
Θαμπωμένος από την ομορφιά της Κασσίας, ο νεαρός αυτοκράτορας
την πλησίασε και της είπε: «Ὡς ἂρα διά γυναικός ἐῤῥρύη τὰ
φαῦλα » «Από μία γυναίκα ήρθαν στον κόσμο τα κακά [πράγματα]»,
αναφερόμενος στην αμαρτία και τις συμφορές που προέκυψαν από
την Εύα. Η Κασσία, ετοιμόλογη, του απάντησε: «Ἀλλά καὶ διά
γυναικός πηγάζει τά κρείττω » «Και από μία γυναίκα [ήρθαν στον
κόσμο] τα καλά [πράγματα]», αναφερόμενη στην ελπίδα της σωτηρίας
από την ενσάρκωση του Χριστού μέσω τηςΠαναγίας. Με βάση την
παράδοση ο ακριβής διάλογος ήταν:
-Εκ γυναικός τα χείρω. 
-Kαι εκ γυναικός τα κρείττω.
Ο εγωισμός του Θεόφιλου τραυματίστηκε με αποτέλεσμα να απορρίψει
την Κασσιανή και να επιλέξει τη Θεοδώρα από την Παφλαγονία της 
Μικράς Ασίας για σύζυγό του.
Με βάση την παράδοση ο αυτοκράτορας Θεόφιλος συνεχίζοντας να
είναι ερωτευμένος μαζί της, επιθυμούσε να την δει για μία τελευταία
φορά πριν πεθάνει κι έτσι πήγε στο μοναστήρι όπου βρισκόταν. Η
Κασσιανή ήταν μόνη στο κελί της γράφοντας το τροπάριο της όταν
αντιλήφθηκε την άφιξη της αυτοκρατορικής ακολουθίας. Τον
αγαπούσε ακόμη αλλά πλέον είχε αφιερώσει τη ζωή της στο Θεό γι
αυτό και κρύφτηκε, μη επιθυμώντας να αφήσει το παλιό της πάθος να
ξεπεράσει το μοναστικό της ζήλο. Άφησε όμως το μισοτελειωμένο
ύμνο πάνω σε ένα τραπέζι. Ο Θεόφιλος ανακάλυψε το κελί της και
μπήκε σε αυτό ολομόναχος. Την αναζήτησε αλλά μάταια. Εκείνη τον
παρακολουθούσε μέσα από μία ντουλάπα στην οποία είχε κρυφτεί. Ο
Θεόφιλος στενοχωρήθηκε, έκλαψε και μετάνιωσε που για μία στιγμή
υπερηφάνειας έχασε μία τόσο όμορφη και έξυπνη γυναίκα. Στη
συνέχεια βρήκε τα χειρόγραφα της Κασσιανής επάνω στο τραπέζι και
τα διάβασε. Μόλις ολοκλήρωσε την ανάγνωση κάθισε και πρόσθεσε
ένα στίχο στον ύμνο. Σύμφωνα με την παράδοση ο στίχος αυτός
ήταν «ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν
ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη». Φεύγοντας εντόπισε την Κασσιανή που
κρυβόταν στην ντουλάπα αλλά δεν της μίλησε, σεβόμενος την
επιθυμία της. Η Κασσιανή βγήκε από την κρυψώνα της μετά την
αναχώρηση του αυτοκράτορα, διάβασε την προσθήκη του και στη
συνέχεια ολοκλήρωσε τον ύμνο.
ΣΟΥΛΙΩΤΙΣΣΕΣ
Οι σχέσεις των φύλων στο περήφανο και αδούλωτο Σούλι ήταν διαφορετικές απ΄ ό,τι στην υπόλοιπη
Ελλάδα. Θύμιζαν τη θέση της γυναίκας στην αρχαία Σπάρτη. Οι άντρες σέβονταν τις γυναίκες τους
και συχνά ζητούσαν τη γνώμη τους, ιδιαίτερα σε κρίσιμες περιστάσεις. Οι σεβαστότερες απ΄ αυτές
αναλάμβαναν το ρόλο του διαιτητή σε διαμάχες μεταξύ των ανδρών. Αντίθετα, ουδέποτε άνδρες
ανακατεύονταν σε γυναικείους καβγάδες.
         Μερικές καπετάνισσες έπαιρναν μέρος στα στρατιωτικά συμβούλια, όπου οι γνώμες τους
υπολογίζονταν όσο και των καπεταναίων. Στο σπίτι, τέλος, οι γυναίκες ήταν οι αδιαμφισβήτητες
αφέντρες.
         Οι Σουλιώτισσες, πέρα από το νοικοκυριό, έπαιρναν όλες μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις, όπου
ο ρόλος τους ήταν, σε πρώτη φάση, εφεδρικός και βοηθητικός Όταν όμως οι περιστάσεις το
απαιτούσαν, οι γυναικείες εφεδρείες ρίχνονταν στη μάχη, άλλοτε κατρακυλώντας βράχους πάνω
στον εχθρό, άλλοτε περιβρέχοντάς τον με καυτά βόλια, άλλοτε ορμώντας μπροστά με το σπαθί στο
χέρι.
         Ο «Χορός του Ζαλόγγου» (παραμονές Χριστουγέννων 1803) αποτελεί αιώνιο σύμβολο για τη
γυναίκα που προτιμά το θάνατο από την ατίμωση και τη δυστυχία. Τη γυναίκα-ηρωίδα που «της
Ελευθερίας ο έρως» τη σπρώχνει να θυσιάσει τον εαυτό της και τα παιδιά της, να αποχαιρετήσει
παντοτινά  «τη γλυκιά ζωή» και τη «δύστυχη πατρίδα». «Στη στεριά δε ζει το ψάρι ούτ’ ανθός στην
αμμουδιά / κ’ οι Σουλιώτισσες δε ζούνε μέσ’ τη μαύρη τη σκλαβιά». Η πρώτη σέρνει το χορό,
φτάνοντας στο χείλος του γκρεμού, πηδάει και χάνεται στα βάθη του. Την ακολουθούν με τον ίδιο
τρόπο, πάντα τραγουδώντας και χορεύοντας,   η δεύτερη, η τρίτη, η τέταρτη… Γύρω ακούγεται το
μουγκρητό του ανέμου, που στροβιλίζει το χιόνι κι ανακατεύεται με το τραγούδι…
         Την ίδια χρονική στιγμή(Δεκ. 1803), η Δέσπω Σέχου-Μπότση, σύζυγος του Γιωργάκη Μπότση,
κυνηγημένη από τους Τουρκαλβανούς, μετά τη συνθηκολόγηση του Αλή Πασά με τους Σουλιώτες,
οχυρώθηκε με τις κόρες, τις νύφες και τα εγγόνια της στον πύργο του Δημουλά στη Ρηνιάσα και
ύστερα από σθεναρή αντίσταση ανατίναξε τον πύργο, για να μην παραδοθούν στον εχθρό.
         Από τις Σουλιώτισσες ξεχώρισαν άλλες δυο, οι οποίες υπήρξαν οι διασημότερες από τις άλλες,
καταφέρνοντας να περάσουν τα ονόματά τους στο δημοτικό τραγούδι κι από εκεί στη σφαίρα του
θρύλου. Η Μόσχω Τζαβέλα, σύζυγος του Λάμπρου, κατέχει τον τίτλο της «γυναίκας του Σουλίου».
Ήταν  η πρώτη και μεγαλύτερη ηρωίδα του Σουλίου. Με βαριά καρδιά έδωσε στο χέρι του αιμοβόρου
Αλή Πασά τον πρωτότοκο γιο της Φώτο, για θυσία, και έβαλε πάνω από τον ίδιο της το γιο την
αγάπη της για την πατρίδα. «Το παιδί μου  είναι παιδί του Σουλίου και σα γλιτώσει το Σούλι γλιτώνει
και το παιδί μου»,είπε χαρακτηριστικά στον πασά.
         Μια άλλη γυναίκα φυσιογνωμία που ξεχώρισε ήταν η Χάιδω Γιαννάκη Σέχου. Το όνομά της είχε
πρωτακουστεί στον πόλεμο του 1792, όπου ο ηρωισμός της , μας πληροφορούν ξένοι διπλωμάτες
την εποχή εκείνη στην κατεχόμενη Ελλάδα, προκαλούσε το σεβασμό και το θαυμασμό των
συμπατριωτών της. Πρώτη έτρεχε στη μάχη, συχνά δίπλα στους άντρες, συχνότερα μπροστά απ’
αυτούς.       Η ηρωίδα αυτή άγγιξε το απόγειο της δόξας της στη δραματική τριετία 1800-1803,
οπότε «καμιά γυναίκα δεν αναδείχθηκε όσο η Χάιδω», βεβαιώνει ο Γερμανός Μπαρτόλντι.
ΜΑΝΤΩ ΜΑΥΡΟΓΕΝΟΥΣ
Η Μαντώ Μαυρογένους ήταν ηρωίδα της ελληνικής επανάστασης του 1821.
Κόρη του εγκατεστημένου στην Τεργέστη Έλληνα μεγαλέμπορου
Νικολάου Μαυρογένους, γεννήθηκε το 1796 στην Πάρο. Μεγαλώνει στο
άνετο αστικό περιβάλλον του πατρικού σπιτιού, που την εξοπλίζει με
ξεχωριστή μόρφωση και την επηρεάζει με τις ιδέες του διαφωτισμού. Η
μόρφωσή της, ο εκρηκτικός χαρακτήρας της και η φλόγα για την
ελευθερία της Ελλάδας την ανέδειξαν σε μια ξεχωριστή μορφή της
επανάστασης.
Με την έναρξη της επανάστασης έρχεται στη Μύκονο και ξεσηκώνει τους
Μυκονιάτες. Με τα καράβια που εξοπλίζει, συμμετέχει στο ναυτικό αγώνα
και τις συγκρούσεις με τον τουρκικό στόλο, αλλά ξεκαθαρίζει και την
ευρύτερη περιοχή από τους πειρατές. Συντηρεί με δικά της έξοδα εκτός
από τα πλοία με τα πληρώματα και σώμα πεζικού. Παίρνει μέρος στις
μάχες του Πηλίου, της Φθιώτιδας και της Λιβαδειάς.
Γνωρίζοντας τη γαλλική γλώσσα ήταν η συντάκτρια της συγκινητικής
έκκλησης προς τις γυναίκες της Γαλλίας, ζητώντας τη συμπαράστασή
τους στον αγώνα και τα δεινά των Ελλήνων.
Έδωσε για τον αγώνα 700.000 γρόσια ενώ δε δίστασε να πουλήσει ακόμα
και κοσμήματά της για να περιθάλψει 2.000 Μεσολογγίτες που σώθηκαν
από την Έξοδο...
Τιμήθηκε με το βαθμό του αντιστρατήγου από τον Καποδίστρια και της
παραχωρήθηκε σπίτι στο Ναύπλιο. Στην απελευθερωμένη Ελλάδα, οι
πολιτικές ίντριγκες του Κωλέτη έχουν σαν στόχο και τη Μαντώ.
Αποσύρεται απογοητευμένη στην Πάρο το 1840, όπου πέθανε το 1848,
φτωχή και λησμονημένη, έχοντας διαθέσει όλη της την περιουσία στον
αγώνα της Ελλάδας για απελευθέρωση. 
Η Μαντώ αγάπησε κι αυτή. Κι αγάπησε έναν ξακουστό αρχηγό. Έναν
από τους ενδοξότερους άντρες της Ελλάδας. Ήταν ο Δημήτριος
Υψηλάντης, ο μόνος που αγάπησε σε όλη τη ζωή της. Η αγάπη της
δεν άλλαξε ποτέ. Ακόμη κι όταν κάθε ελπίδα να γίνει σύζυγός του
είχε χαθεί, μετά από ένα συμβάν που μου εκμυστηρεύτηκε η ίδια, με
δάκρυα στα μάτια, και το οποίο καθιστούσε αδύνατο αυτόν τον γάμο,
που τον ποθούσε εδώ και τόσα χρόνια από τα βάθη της καρδιάς
της…[…] Θα πρέπει να ήταν τότε περίπου 30 ετών. Η ομορφιά της
είχε ήδη θαμπώσει, όμως η χάρη της, οι ευγενικοί τρόποι, το πνεύμα
της, την έκαναν ακόμη τόσο όμορφη, όσο ήταν μέσα σε όλη της την
δόξα. Η ένδοξη κόρη της Μυκόνου διακρινόταν για την
μετριοφροσύνη της. Μια αρετή που άστραφτε μες στην ψυχή της.
Είχε μια τέτοια αυταπάρνηση, που δεν υπήρχε όμοιά της…».
ΛΑΣΚΑΡΙΝΑ ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑ
Κόρη του υδραίου πλοιάρχου Σταυριανού Πινότση και της επίσης υδραίας Σκεύως Κοκκίνη, που
καταγόταν από εφοπλιστική οικογένεια, γεννήθηκε στις  11 Μαΐου  1771 στις φυλακές της
Κωνσταντινούπολης, όπου ο πατέρας της εκρατείτο για συμμετοχή στα  Ορλοφικά . Στα 17 της
παντρεύτηκε τον σπετσιώτη πλοίαρχο Δημήτριο Γιάννουζα, από τον οποίο ονομάζετο και
Δημητράκαινα. Το 1797ο σύζυγός της σκοτώθηκε σε συμπλοκή με αλγερινούς πειρατές και η
Λασκαρίνα σε ηλικία 26 ετών μένει χήρα με τρία παιδιά, τον Ιωάννη, τον Γεώργιο και την Μαρία.
Το 1801 παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο τον σπετσιώτη πάμπλουτο εφοπλιστή Δημήτριο Μπούμπουλη,
από τον οποίο έλαβε το όνομα Μπουμπουλίνα, με το οποίο έγινε γνωστή. Και ο δεύτερος σύζυγός
της σκοτώθηκε σε σύγκρουση με αλγερινούς πειρατές το 1811, μεταξύ Μάλτας και Ισπανίας. Μαζί
του απέκτησε τρία παιδιά, την Ελένη, την Σκεύω και τον Νικόλαο.
Με την περιουσία του συζύγου της, που ξεπερνούσε τα 300.000 τάλληρα, η Μπουμπουλίνα
ασχολήθηκε με τα ναυτιλιακά κι έγινε μέτοχος σε διάφορα σπετσιώτικα πλοία. Όμως, το 1816 οι
Οθωμανοί επεχείρησαν να κατάσχουν την περιουσία της, επειδή τα πλοία του συζύγου της
μετείχαν υπό ρωσική σημαία στον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1806. Με τη μεσολάβηση του ρώσου
πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Στρογκάνωφ και της μητέρας του Σουλτάνου Βαλιντέ
κατόρθωσε να διασώσει την περιουσία της.ναυπήγηση του πλοίου «Αγαμέμνων», για το οποίο
δαπάνησε 25.000 δίστηλα. Με μήκος 48 πήχεις (περίπου 34 μέτρα) και εξοπλισμένο με 18
κανόνια, ο «Αγαμέμνων» καθελκύστηκε το 1820 και ήταν το μεγαλύτερο πλοίο που έλαβε μέρος
στην Επανάσταση.
Ο Εθνικός Ξεσηκωμός βρήκε την Μπουμπουλίνα «πεντη- κοντούτιδα, ωραίαν, αρειμάνιον ως αμαζόνα,
επιβλητικήν καπετάνισσαν, προ της οποίας ο άνανδρος ησχύνετο και ο ανδρείος υπεχώρει», όπως
τη σκιαγράφησε ο δημοσιογράφος και ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων. Ξόδευε την περιουσία της, όχι
μόνο για τη διατήρηση των πλοίων της, αλλά και για τα στρατεύματα στην ξηρά. Συμμετείχε με το
πλοίο της «Αγαμέμνων» στον αποκλεισμό του Ναυπλίου και ανεφοδίασε με δικές της δαπάνες τους
υπερασπιστές του Άργους. Σε μια έφοδο των Τούρκων υπό τον Κεχαγιάμπεη σκοτώθηκε ο γιος της
Ιωάννης Γιάννουζας. Στη συνέχεια έλαβε μέρος στον αποκλεισμό της Μονεμβασίας, στην
πολιορκία και την άλωση του Ναυπλίου και της Τριπόλεως, στην οποία εισήλθε πάνω σε λευκό
ίππο και έσωσε τα χαρέμια του  Χουρσίτ Πασά  από τη μήνη των πολιορκητών.
Μετά την άλωση του Ναυπλίου, το Νοέμβριο του 1822, η Μπουμπουλίνα εγκαταστάθηκε στην πόλη
(έδρα της προσωρινής κυβέρνησης), όπου έζησε έως τα μέσα του 1824. Εκδιώχθηκε από το
Ναύπλιο κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, όταν πήρε το μέρος του φυλακισμένου
Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, με τον οποίο είχε συγγενέψει, από το γάμο της κόρης της Ελένης με τον
γιο του Πάνο. Οι κυβερνητικοί σκότωσαν τον γαμπρό της και από την ίδια αφαίρεσαν το κομμάτι
γης που της είχαν δώσει για τις υπηρεσίες της στον Αγώνα.
Έτσι, η Μπουμπουλίνα επέστρεψε πικραμένη στις Σπέτσες και εγκαταστάθηκε στο σπίτι του δεύτερου
συζύγου της, μόνη με τα υπολείμματα της περιουσίας της, μέχρι το τέλος της ζωής της, που δεν
άργησε να έλθει. Τον Μάιο του 1825 ο γιος της Γεώργιος Γιάννουζας κλέφτηκε με την Ευγενία
Κούτση, κουνιάδα του ετεροθαλούς αδελφού της Μπουμπουλίνας, Λάζαρου Ορλώφ. Ο Ορλώφ,
συνοδευόμενος από μέλη της οικογένειας Κούτση, πήγε στο σπίτι της Μπουμπουλίνας σε
αναζήτηση της Ευγενίας. Στη λογομαχία που ακολούθησε, κάποιος πυροβόλησε και χτύπησε στο
μέτωπο την Μπουμπουλίνα, που έπεσε νεκρή ( 22 Μαΐου ). Δεν έχει διαλευκανθεί αν ήταν τυχαίο
περιστατικό ή δολοφονία. Τα οστά της εναποτέθηκαν στον ιδιόκτητο ναΐσκο του Αγίου Ιωάννου.
Μεταθανάτια έλαβε τον τίτλο του ναυάρχου από τη Ρωσία, πρωτοφανής τιμή για γυναίκα.
ΡΟΛΟΙ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ


ΜΑΝΑ



ΣΥΖΥΓΟΣ



ΑΔΕΛΦΗ
Γυναίκα-σύζυγος



Πηνελόπη # Κλυταιμνήστρα
Ανδρομάχη # Eλένη
ΠΗΝΕΛΟΠΗ
Ξεχωριστή γυναικεία μορφή που κυριαρχεί στα δρώμενα της
Οδύσσειας είναι η κόρη τουΙκάριου και σύζυγος του Οδυσσέα, η
Πηνελόπη. Προβάλλεται από τον Όμηρο ως πρότυπο συζυγικής
πίστης, μητρικής στοργής, γυναικείας σωφροσύνης, καρτερίας,
αξιοπρέπειας, και ευψυχίας. Χαρακτηρίζεται ωραία σαν την
Άρτεμη ή την Αφροδίτη, με «αγαθάς φρένας», άμεμπτη και
συνετή. Ανυπάκουη όμως στην προσταγή του Οδυσσέα να
προχωρήσει σε δεύτερο γάμο, αν εκείνος τυχόν σκοτωθεί στην
εκστρατεία κατά του Ιλίου, ζει πάντα με το όραμα του πανούργου
πολεμιστή και σοφίζεται τεχνάσματα με τον αργαλειό της, για να
εξαπατά τους μνηστήρες. Την πρωτοσυναντούμε μεγαλοπρεπή σε
γιορταστική συγκέντρωση στη ραψωδία α, μετά από ευωχία
φαγητού και οίνου των μνηστήρων, όταν ο ξακουστός Φήμιος
κρούει την κιθάρα του, τραγουδώντας τον πικρό γυρισμό των
Αχαιών από την Τροία και τον παρακαλεί να σταματήσει το
τραγούδι του, γιατί πληγώνεται η καρδιά της ενώ αλησμόνητος ο
πόνος της θερίζει τα σπλάχνα.
Απέναντι στις αδηφάγες επιδιώξεις των πολυάριθμων και
συνωμοτούντων μνηστήρων, που σφετερίζονται μαζί με τη
βασιλεία και τη ζωή του Τηλέμαχου, ακλόνητη κι αταλάντευτη
υψώνεται η ισχυρή φυσιογνωμία της Πηνελόπης.
Με αγωνία περιμένει την επιστροφή του Τηλέμαχου από το ταξίδι του στη Σπάρτη, όπου πήγε για να
πάρει πληροφορίες για τον πατέρα του. Και εκφράζει τη μητρική της τρυφερότητα, όταν το
αγαπημένο της παιδί επιστρέφει· με κλάματα τον αγκαλιάζει και τον φιλά στα γλυκά του μάτια.
«Γλυκερόν φάος», του λέει, «Γλυκό μου φως».
Η φήμη της Πηνελόπης για καρτερία, συζυγική πίστη κι αγνότητα περνά από τα όρια του Πάνω
Κόσμου και φθάνει μέχρι κάτω στον Άδη. Έτσι, όταν ο Οδυσσέας κατεβαίνει στον Άδη για χρησμό
από την ψυχή του Τειρεσία, η σεβαστή του μητέρα, η Αντίκλεια, τον διαβεβαιώνει:
«Ναι, εκείνη με πιστή καρδιά στ’ αρχοντικό σου μένει κι οι νύχτες της περνούν πικρές κι οι μέρες της
θλιμμένες» λ 184-185
Για την έντιμη δόξα της Πηνελόπης μιλάει ακόμη και ο αδικοσκοτωμένος Αγαμέμνονας από τον Κάτω
Κόσμο.
«Μα, εσύ Οδυσσέα, από σφαγή γυναίκας δεν φοβάσαι γιατί είναι φρόνιμη πολύ κι έχει καλή τη
γνώμη». λ 449-450
Η εικόνα της Πηνελόπης εμφανίζεται περίλαμπρη και ολοκληρωμένη, με συνέπεια στον λόγο, στην
πλούσια και γιορταστική περιποίηση του ξένου, που φτάνει μαζί σχεδόν με τον Τηλέμαχο στο νησί
τους. Η «πολυσέβαστη γυναίκα», όπως την αποκαλεί ο ξένος, ακούει πανευτυχής την είδηση ότι ο
αδάμαστος πολεμιστής ήταν πατρικός του φίλος κι ότι πολύ γρήγορα θα γυρίσει ή ίσως να γύρισε
κιόλας με πολλούς θησαυρούς στη χώρα του.
«Άμποτε, ξένε, ο λόγος σου αυτός και να αληθέψει. Τότε θα δεις τη γνώμη μου και πόσα θα σου δώσω»,
του λέγει τ 310-311
Η ειρωνεία όμως της μη αναγνώρισης του Οδυσσέα από την Πηνελόπη συνεχίζεται και στην τρυφερή
σκηνή της συνάντησης και συνομιλίας των δύο μόνο συζύγων, γιατί η Παλλάδα με πολλή σοφία έχει
φροντίσει να μεταμορφώσει τον Οδυσσέα σε γερο-επαίτη και τη σεβαστή «άλοχο» σε πανέμορφη
επιθυμητή γυναίκα.
«Κανείς κυρά, σ’ όλη τη γη δε θα σου βρει ψεγάδι. Αλήθεια, φτάνει η δόξα σου ως τα πλατιά τα
ουράνια». τ 106 βροντολαλεί ο Οδυσσέας...
Η δόξα της, που φτάνει μέχρι τα πλατιά ουράνια, την ξεχωρίζει για τη δικαιοσύνη και την κρίση της, για
την ορθή διοίκηση, την αύξηση του πλούτου και την ευδαιμονία του λαού. Γι’ αυτό ο άνδρας της της
απονέμει τιμητικούς επαίνους, του πιο άψογου βασιλιά που’ χει «αντριωμένους να κυβερνά». Κι
επίσημα ομολογεί την καταξίωσή της πρωταρχόντισσας της πόλης πριν ακόμη από την αναγνώρισή
του και πριν από την τιμωρία των μνηστήρων.
Σε αντίθεση με τον ξένο, που στις ερωτήσεις της απαντά με μακριές ψεύτικες διηγήσεις, η Πηνελόπη, με
συναισθηματική εμπιστοσύνη κι έντονη εξομολογητική διάθεση, ακουμπά τα πιο κρύφια της ψυχής
της μελήματα και τους καημούς της μετά τα πειστήρια που της φανερώνει ο ίδιος για τη γνωριμία του
με τον Οδυσσέα. Έτσι, του αποκαλύπτει και το τελευταίο της μυστικό για το «αγώνισμα του τόξου»
μεταξύ των μνηστήρων.
Στη σκηνή της «μνηστηροκτονίας» η Πηνελόπη είναι απούσα. Η Παλλάδα φροντίζει να την κρατά μακριά·
την αποσύρει με τέχνη από τα δώματά της, για να μην λερωθεί το βλέμμα της από τους σκοτωμούς
και, για να μην ακούσει τις φωνές των μνηστήρων, την αποκοιμίζει με ύπνο γλυκό.
Αλλά πώς τελικά η ταλαίπωρη Πηνελόπη να πιστέψει την επιστροφή του αγαπημένου συζύγου που της
αποκαλύπτει η καλή της βάγια Ευρύκλεια; «Καλή μου βάγια, αχ, οι θεοί σου σάλεψαν τα φρένα που
και τον πιο γερό στο νου μπορούν να τον τρελάνουν». ψ 111-112
Συγκρατημένη και με κάθε σκεπτικισμό η συνάντηση των δύο αγαπημένων προσώπων.
Μπροστά στο μεγαλείο της πιστής κι αφοσιωμένης συντρόφου της ζωής και των
στοχασμών του, ο ακαταπόνητος ταξιδευτής, ο γενναίος Οδυσσέας, ο πανούργος κι
ατρόμητος μένει δέσμιος και υπόχρεος της απόφασης της πιστής του γυναίκας. Ό,τι
πάσχισε για την αγάπη της ό,τι υπέφερε για την επιστροφή του, ό,τι πέτυχε με
πονηριά, αντοχή, τόλμη και λαχτάρα, τώρα χαμηλοθωρώντας με δειλία και συστολή
αφήνεται στην κρίση της λατρευτής του βασίλισσας. Και περιμένει σιωπηλά με
λαχτάρα και ανυπομονησία, πότε θα του απευθύνει τον λόγο. Αλλά η Πηνελόπη μένει
άλαλη, χωρίς να χάσει την αυτοκυριαρχία της, τον κοιτάζει περίεργα και εξεταστικά.
Υψηλής σύλληψης η σκηνή της αναγνώρισης του Οδυσσέα από την Πηνελόπη με το
τέχνασμα της κλίνης που είναι κατά το ομηρικό κείμενο οι «πύστεις», οι αποδείξεις τις
οποίες η «περίφρων» Πηνελόπη ζητά. Αλλά ο πανούργος Οδυσσέας, που μέχρι τώρα
στέκεται ήρεμα κι υπομονετικά μπροστά της, μόλις ακούσει την προσταγή της
βασίλισσάς του να στρωθεί το κρεβάτι του έξω από τα δώματά της, μεταμορφώνεται
σε θηρίο. Ευθύς αντιλαμβάνεται τη μικρή κατεργαριά της γυναίκας του, αυτός, που
κανένας μέχρι τώρα δεν τον ξεπέρασε στην πονηριά, και εξαγριώνεται. Με τα
αλάθευτα όμως σημάδια της νυφικής παστάδας, που ο ίδιος ο Οδυσσέας έφτιαξε, η
Πηνελόπη πείθεται και βουτηγμένη στα δάκρυα μέσα σε ένα παραλήρημα χαράς
τρέχει τον αγκαλιάζει και τον φιλά, απολογούμενη: «Μη μου θυμώνεις, άντρα μου,
που σ’ όλα στοχασμένος κι από όλους είσαι πιο πολύ. Αχ, οι θεοί τις πίκρες μας
έστειλαν, που ζήλεψαν πάντα μαζί να ζούμε. ψ 215-217
...Μη μου κακιώσεις τώρα που δε σε χάρηκα απ’ αρχής την ώρα καθώς σ’ είδα. Γιατί
έτρεμε η καρδούλα μου στα τρυφερά μου στήθια μην έρθει έστω με ψέματα κανείς και
με γελάσει»ψ 219-222
Ο ΑΝΤΙΠΟΔΑΣ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Κλυταιμήστρα, και Κλυταιμνήστρα  (ο πρώτος
τύπος είναι ο αρχαιότερος, χρησιμοποιούμενος
στις επιγραφές). Κόρη του Τυνδάρεω και της
Λήδας. Αδέλφια της είναι οι Διόσκουροι κι’ οι
αδελφές της η Φοίβη, η Φυλονόη (από άλλον
πατέρα), η ωραία Ελένη κι’ η Τιμάνδρα. Οι δύο
τελευταίες, όπως κι’ αυτή, απατούν τον άντρα
τους – είναι μια κατάρα που βαραίνει τις
Τυνδαρίδες. Πληρώνουν την οργή της Αφροδίτης
εναντίον του πατέρα τους, που δεν πρόσφερε
θυσία, όπως λέει ο Στησίχορος.
Ο Αγαμέμνονας διηγείται τα της Κλυταιμήστρας, όταν τον συνάντησε ο Οδυσσέας στον Άδη.  
Είναι αυτή δόλια, αναίσχυντη και κακούργα. Λαμβάνει μέρος στο φόνο του συζύγου της και
σκοτώνει η ίδια την Κασσάνδρα δίπλα στον Αγαμέμνονα· δε θέλει να κλείσει τα μάτια, του
ενώπιόν της αποθνήσκοντος συζύγου της, ο οποίος αναφωνεί ότι «ουκ αινότερον και
κύντερον άλλο γυναικός».
  «Διογέννητε του Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Οδυσσέα,
μήτε στα πλοία με ρήμαξε ο θεός ο Ποσειδώνας,
κακή φουρτούνα στέλνοντας μ’ ανάποδους ανέμους,
μήτε στη γης με χάλασαν οχτροί, παρά τη μοίρα
του Χάρου μου ‘φερε ο Αίγιστος με την καταραμένη
γυναίκα μου, και μ’ έκαψε· με κάλεσε σε δείπνο,
και μ’ έσφαξε όπως σφάζουνε μες στο παχνί το βόδι».
Το ήθος λοιπόν της Κλυταιμήστρας δεν παρουσιάζεται το ίδιο σε όλα τα χωρία της «Οδύσσειας»,
τα οποία όμως συμφωνούν σ’ αυτό, ότι ο φόνος έγινε στο σπίτι του Αίγισθου κατόπιν
δείπνου.
Η Κλυταιμνήστρα μετά τον φόνο του Αγαμέμνονα, πίνακας του John Collier, 1882.
Επτά χρόνια βασίλευσε ο Αίγισθος και τον όγδοο σκοτώθηκε μαζί με την Κλυταιμήστρα από
τον Ορέστη. Το τέλος τους όμως δε το διηγείται με σαφήνεια ο Όμηρος (γ 310).
Μετά τον Όμηρο ασχολήθηκαν με τη Κλυταιμήστρα οι τραγικοί. Ο Αισχύλος στην «Ορέστεια»
παρουσιάζει την Κλυταιμήστρα να διηγείται στο χορό με αναισχυντία τα του φόνου του
συζύγου της και προτρέπει το χορό να χαρεί και αυτός.
Στην απορία του χορού για την θρασύτητα και τους κομπαστικούς της λόγους επαναλαμβάνει ότι
έπρεπε να το κάνει αδιαφορώντας για τους ψόγους του χορού. Ο δε Αίγισθοςπαρουσιάζεται
ως τιμωρός του γένους του, διότι ο Ατρέας σκότωσε τον πατέρα του Θυέστη.
Και στο Σοφοκλή το ίδιο παρουσιάζεται η Κλυταιμνήστρα. Έχει μεν συνείδηση της κακή της
πράξης αλλά δε μετανοεί και προσπαθεί, χωρίς ντροπή να εξηγήσει το φόνο του συζύγου της
ως αντίποινα για τη θυσία της Ιφιγένειας.
Απ’ όλους τους αρχαίους μόνο ο Ευριπίδης προσπαθεί να δικαιολογήσει αυτή, παρουσιάζοντάς
την ως εκδικούμενη και ότι την προέτρεψαν άλλοι. Ως δείγμα κακής γυναίκας ήταν κατάλληλη
η Κλυταιμήστρα να γίνει υπόθεση και σεσοφιστικά εγκώμια. Ρητορικά μνημεία με αυτή την
υπόθεση αναφέρονται του Ισοκράτους και του σοφιστού Πολυκράτους. Αλλά και η γλυπτική
και η ζωγραφική ασχολήθηκαν με την Κλυταιμήστρα.
ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ
Η μορφή της Ανδρομάχης, όπως σκιαγραφείται από τον Όμηρο στην Ιλιάδα, έχει
διατηρηθεί στη δυτική λογοτεχνία ως πρότυπο συζυγικής πίστης και αφοσίωσης. Η
ηρωίδα εμφανίζεται να εκπληρώνει σε υπέρτατο βαθμό έναν από τους κύριους
ρόλους που η γυναίκα στην αρχαία Ελλάδα όφειλε να έχει. Στην περίφημη ομιλία
της με τον Έκτορα (Ιλιάδα Ζ 390-499) διαπιστώνει κανείς όλα τα χαρακτηριστικά
της συζύγου στην ιδεατή της μορφή (σε αντίθεση με τις γυναίκες του Σημωνίδη που
απεικονίζονται σε καταφανή παραβίαση του συζυγικού τους ρόλου). Η μεγάλη
αγάπη της προς τον Έκτορα την έχει αναγκάσει να εγκαταλείψει τον παραδοσιακό
χώρο της γυναίκας - συζύγου, το εσωτερικό δηλ. του οίκου, [1]  και να αναζητήσει
πάνω στον μεγάλο πύργο της πόλης απαντήσεις για την τύχη των Τρώων και του
Έκτορα στο πεδίο της μάχης (Ζ 386-387). Το ομηρικό χωρίο είναι αποκαλυπτικό
της αγωνίας που παρακινεί την Ανδρομάχη σε αυτή την αναζήτηση: βιαστική έχει
πάει στο τείχος,/ σαν τρελή... (Ζ 388-389, μτφρ. Ο. Κομνηνού-Κακριδή). Επιπλέον,
γίνεται φανερό ότι ως υπόβαθρο της συζυγικής αγάπης της ηρωίδας βρίσκονται
αισθήματα τρυφερότητας, που θαυμάσια απεικονίζονται από τον Όμηρο στην
κίνηση της Ανδρομάχης, μόλις συναντά τον Έκτορα, να βάλει το χέρι της μέσα στο
δικό του (Ζ 406) και δακρυσμένη να τον μαλώσει τρυφερά προσφωνώντας τον
δαιμόνιε (Ζ 407)
Το συναισθηματικό βάρος που φέρει η ηρωίδα σε αυτή τη σκηνή δεν της αφαιρεί
την ικανότητα να σκέφτεται και να εκφράζεται ορθολογικά, χαρακτηριστικά που
ήταν επαινετέα ως στοιχεία μιας άξιας συζύγου. Η λεπτομερής αναφορά της
οικογενειακής της κατάστασης, που σκιαγραφεί την απόλυτη ορφάνια της,
καταδεικνύουν την εξάρτηση που έχει η Ανδρομάχη από τον Έκτορα (Ζ 410- 413:
για μένα θα ήταν καλύτερο/ να με καταπιεί η γη, αν σε χάσω. Γιατί δεν θα έχω πια
άλλη/ χαρά όταν εσύ θα έχεις χαθεί,/ παρά καημούς μονάχα. Κι’ ούτε έχω πατέρα
και σεβάσμια μάνα, μτφρ. Ο. Κομνηνού-Κακριδή). Σε τέτοιο βαθμό επιστρατεύει τον
ορθολογισμό της η Ανδρομάχη που τολμά να προτείνει στον Έκτορα ένα
στρατηγικό σχέδιο για την απόκρουση των εχθρών (Ζ 433-439), πράξη που σαφώς
καταδεικνύει την υπέρβαση του παραδοσιακού ρόλου μιας συζύγου!
Όταν η συνάντηση των δύο συζύγων φτάνει στο τέλος της ο Έκτορας «επαναφέρει»
την Ανδρομάχη στο πλαίσιο που ο ρόλος της συζύγου απαιτεί. Τη στέλνει πίσω στο
εσωτερικό του οίκου του και της υπενθυμίζει -τρυφερά μεν αλλά αποφασιστικά- τις
ενασχολήσεις μιας γυναίκας μέσα στο σπίτι του άντρα της: επίβλεψη της δουλειάς
των δούλων, αργαλειός και ρόκα για την ίδια˙ ο πόλεμος είναι δουλειά των ανδρών
(Ζ 490-493).
ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ
Η αποκαλούμενη και Ωραία Ελένη, περίφημη για την ομορφιά της, στην ελληνική μυθολογία
ήταν κόρη του  Τυνδάρεω  και σύζυγος του Μενέλαου , του βασιλέα της Σπάρτης. Η
αρπαγή της από τον  Πάρη  και η μεταφορά της στην Τροία έγινε αφορμή, σύμφωνα με
το μύθο, του Τρωικού Πολέμου. Ο Όμηρος την ονομάζει κόρη του Δία και φαίνεται ότι
γεννήθηκε από την επαφή του με τη  Λήδα , την οποία ο θεός επεσκέφθη
μεταμορφωμένος σε κύκνο. Είναι δηλαδή αδελφή των Διοσκούρων Κάστορα και
Πολυδεύκη.
Ο θρύλος της ομορφιάς της είχε εξαπλωθεί σ' όλη την Ελλάδα. Πολύ μικρή την έκλεψε ο
Θησέας με τη βοήθεια του Πειρίθου, ενώ χόρευε στο ναό της Άρτεμης και την μετέφερε
στην Αττική, όπου την έκρυψε στις Αφίδνες για να τη φροντίζει η μητέρα του, Αίθρα.
Από εκεί την ελευθέρωσαν οι αδελφοί της οι Διόσκουροι.
Γύρισε στο Άργος και ήταν η πιο περιζήτητη νύφη όλης της Ελλάδας. Τελικά ο επίσημος
πατέρας της, ο Τυνδάρεως, διάλεξε το Μενέλαο για να την παντρέψει. Η Αφροδίτη,
σύμφωνα με την υπόσχεση που είχε δώσει στον Πάρη, κανόνισε να νιώσουν δυνατό
αμοιβαίο έρωτα κι έτσι ο Πάρις την πήρε με τη θέλησή της στην Τροία.
Τρωικός πόλεμος και διαφορετικές εκδοχές
Μετά το θάνατο του Πάρη παντρεύτηκε τον αδελφό του Δηίφοβο. Ύστερα από την πτώση
της Τροίας ακολούθησε το Μενέλαο στη Σπάρτη, όπου έφτασαν μετά από περιπέτειες
οχτώ χρόνων. Από τότε έζησαν ήσυχοι την υπόλοιπη ζωή τους. Ωστόσο, ένας άλλος
μύθος θέλει το Μενέλαο να καταπλέει στην Αίγυπτο και να συναντά την πραγματική
Ελένη, που του εκμυστηρεύεται ότι η Ελένη για την οποία πολεμούσαν στην Τροία ήταν
ένα ψεύτικο όραμα. Στο μύθο αυτό αναφέρεται ο ποιητής Στησίχορος στην περίφημη
παλινωδία του, η οποία διασώζεται μες στο Φαίδρο του Πλάτωνα[1], ο τραγικός ποιητής
Ευριπίδης στο αντιπολεμικό δράμα του Ελένη, καθώς και ο σύγχρονος ποιητής Γιώργος
Σεφέρης στο ποίημα του "Ελένη".
Χαρακτηρισμός της Ελένης
Ο Όμηρος παρουσιάζει την Ελένη ως πλάσμα ανθρώπινο με θεϊκή καταγωγή, αποφεύγει
την κατάκριση και την καταδίκη, αλλά την παρουσιάζει συχνά να αυτοκαταδικάζεται
μεταχειριζόμενη το επίθετο «κυνώπις» για τον εαυτό της. Οι λυρικοί ποιητές (Ίβυκος,
Αλκαίος) την θεωρούν υπαίτια του πολέμου και την συνδέουν με την απιστία.
Η Σαπφώ αναφέρεται στην Ελένη όχι για να την κατακρίνει σαν αιτία πολέμου, αλλά για
να δικαιωθεί ο Έρως, ο οποίος είναι δυνατόν να προκαλέσει φοβερότατα δεινά.
Ο Αισχύλοςπαρετυμολογώντας το όνομα της την αποκαλεί «Ελέναυς», «Ελέπτολις» και
«Έλανδρος». Η Ελένη στον Ευριπίδη τέλος παρουσιάζεται περισσότερο ως θύμα, παρά
ως πρόξενος κακών.
Γυναίκα-μάνα




Θεοτόκος
Θέτιδα
Η μάνα στη Ν.Ε Λογοτεχνία(ΡίτσοςΒρεττάκος-Καζαντζάκης-ΚαβάφηςΣωτηρίου)
ΓΥΝΑΙΚΑ - ΜΑΝΑ
Με αργό το βήμα η Παναγιά, με αμέτρητο τον πόνο, την νύχτα από τον Γολγοθά κατέβαινε με μόνο, τον
Ιωάννη πλάι της μες στο σκοτάδι εκείνο και οι πέτρες ανατρίχιαζαν στον μυστικό της θρήνο.
Γύρω, τριγύρω σιγαλιά, βουβός είναι ο δρόμος, θαρρείς τον κόσμο νέκρωσε κάποιος μεγάλος τρόμος.
Και όσο βαδίζουν σαν σκιές στα άχαρα εκείνα μέρη, και μοιρολόγια η Παναγιά τα πιο όμορφα που
ξέρει τα λέει και ο αντίλαλος από όπου και αν διαβαίνει κάθε λουλούδι τρυφερό που βρίσκεται
μαραίνει.
Πώς να μην κλάψει που ‘γινε για αυτήν σκοτάδι η μέρα;
Κ’αν είναι Αυτός θεάνθρωπος, εκείνη είναι μητέρα. Και να που ακόμη μια φωνή την ερημιά
ταράζει. Αχ,τι φωνή λυπητερή. Ποιος και γιατί στενάζει;
Ποιος σαν Αυτή άλλος πονεί και μοιρολόγια λέγει, μη του παιδιού της το χαμό και άλλη μανούλα
κλαίει;
Ναι, κάποια μάνα είναι αυτή, που μονάχη στην άκρη απαρηγόρητα θρηνεί και χύνει μαύρο δάκρυ
Και τούτη σαν τη Μαριάμ, τον γιό της έχει χάσει και δεν μπορεί τέτοιο κακό ποτέ να το ξεχάσει. Η
Μαριάμ τον Ιησού τον είδε σταυρωμένο και τούτη είδε τον γιόκα της στο δέντρο κρεμασμένο Και
κλαίει, μα το κλάμα της δεν συγκινεί κανέναν, νιώθει όμως τον πόνο της η Παναγιά η Παρθένα, που
την ακούει τραβά και πάει να την γνωρίσει λόγια αγάπης να της πεί, να την παρηγορήσει.
Με ένα γλυκό χαμόγελο συμπόνοια γεμάτο μάνα της κράζει, δύστυχη μη σέρνεται εδώ κάτω.
Δεν είσαι μόνη που έχασες το φώς των ματιών σου, είμαι κ’εγώ, μην δέρνεσαι ποιος ήταν πες μου ο
γιός σου;
Και αυτή δειλά, σαν ένοχος της απαντά:
αδελφή μου, Ιούδας ονομάζεται το σπλάχνο το παιδί μου. Μόνο μια μανα μόνο αυτή, σε όλο τον
κόσμο ξέρει ποιο κοφτερό νιώθει βαθιά στα σπλάχνα της μαχαίρι, Στους πέντε δρόμους ρίχτηκα,
παιδί μου σαν ζητιάνα, Αχ κάλλιο να μην έσωνα Θεέ να γίνω μάνα
Η Παναγιά κατάλαβε, τον γιό της τον γνωρίζει μα σαν μητέρα του Χριστού, δεν φεύγει, δεν γογγύζει.
Τον δικό της τον καϋμό ξεχνά την ώρα εκείνη και για τη μάνα τώρα αυτή τα δάκρυά της χύνει
Σκύβει και την ασπάζεται, χαιδεύει τα μαλλιά της, και την κρατάει με στοργή πιστά στην αγκαλιά της
Της λέει λόγια της καρδιάς και την γλυκομερώνει, της δίνει θάρρος, δύναμη και απάνω την σηκώνει.
Έλα και μείνε σπίτι μου την νύχτα να περάσεις, εκεί και οι δυό τον πόνο μας, τον μητρικό να
πούμε, το δάκρυ μας να σμίξουμε και να προσευχηθούμε. Η μια στης άλλης το πλευρό σκυφτές
ΘΕΤΙΔΑ
  Πολλά άρα Ομήρου επαινούντες, αλλά τούτο
        ουκ επαινεσόμεθα .... ουδέ Aισχύλου, όταν φη η
        Θέτις τον Aπόλλω εν τοις αυτής γάμοις άδοντα
                        «ενδατείσθαι τας εάς ευπαιδίας,
                νόσων τ’ απείρους και μακραίωνας βίους.
                Ξύμπαντα τ’ ειπών θεοφιλείς εμάς τύχας
                παιών’ επευφήμησεν, ευθυμών εμέ.
                Καγώ το Φοίβου θείον αψευδές στόμα
                ήλπιζον είναι, μαντική βρύον τέχνη:
                Ο δ’, αυτός υμνών, ............................
                ...................... αυτός εστιν ο κτανών
                τον παίδα τον εμόν».
                                        Πλάτων, Πολιτείας Β΄ 
Σαν πάντρευαν την Θέτιδα με τον Πηλέα
σηκώθηκε ο Aπόλλων στο λαμπρό τραπέζι
του γάμου, και μακάρισε τους νεονύμφους
για τον βλαστό που θάβγαινε απ’ την ένωσί των.
Είπε· Ποτέ αυτόν αρρώστια δεν θαγγίξει
και θάχει μακρυνή ζωή.— Aυτά σαν είπε,
η Θέτις χάρηκε πολύ, γιατί τα λόγια
του Aπόλλωνος που γνώριζε από προφητείες
την φάνηκαν εγγύησις για το παιδί της.
Κι όταν μεγάλωνεν ο Aχιλλεύς, και ήταν
της Θεσσαλίας έπαινος η εμορφιά του,
η Θέτις του θεού τα λόγια ενθυμούνταν.
Aλλά μια μέρα ήλθαν γέροι με ειδήσεις,
κ’ είπαν τον σκοτωμό του Aχιλλέως στην Τροία.
Κ’ η Θέτις ξέσχιζε τα πορφυρά της ρούχα,
κ’ έβγαζεν από πάνω της και ξεπετούσε
στο χώμα τα βραχιόλια και τα δαχτυλίδια.
Και μες στον οδυρμό της τα παληά θυμήθη·
και ρώτησε τι έκαμνε ο σοφός Aπόλλων,
πού γύριζεν ο ποιητής που στα τραπέζια
έξοχα ομιλεί, πού γύριζε ο προφήτης
όταν τον υιό της σκότωναν στα πρώτα νειάτα.
Κ’ οι γέροι την απήντησαν πως ο Aπόλλων
αυτός ο ίδιος εκατέβηκε στην Τροία,
και με τους Τρώας σκότωσε τον Aχιλλέα.
Η ΜΑΝΑ ΣΤΟΝ ΚΑΒΑΦΗ
Παραθέτουμε δύο
ποιήματα του
αλεξανδρινού ποιητή
που αναφέρονται στη
μάνα: « ΔΕΗΣΙΣ» και
«27 Ιουνίου 1906
2μ.μ»
27 ΙΟΥΝΙΟΥ 1906μ 2 μ.μ.

 







Σαν τόφεραν οι Χριστιανοί να το κρεμάσουν
Το δεκαεφτά χρόνων αθώο παιδί

Η μάνα του που στην κρεμάλα εκεί κοντά

Σέρνονταν και χτυπιούνταν μες στα χώματα

Κάτω απ’ τον μεσημεριανό, τον άγριον ήλιο

Πότε ούρλιαζε, και κραύγαζε σα λύκος, σα θηρίο

Και πότε εξαντλημένη η μάρτυσσα μοιρολογούσε

«Δεκαεφτά χρόνια μονάχα με τάζησες παιδί
μου»

Κι όταν το ανέβασαν στη σκάλα της κρεμάλας

Κ’ επέρασαν το σκοινί και τόπνιξαν

Το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,

Κι ελεεινά κρεμνιούνταν στο κενόν

Με τους σπασμούς της μαύρης του αγωνίας

Το εφηβικόν ωραία καμωμένο σώμα,

Η μάνα η μάρτυσσα κυλιότανε στα χώματα

Και δεν μοιρολογούσε πια για χρόνια τώρα¨

«Δεκαεφτά μέρες μοναχά» μοιρολογούσε,
«δεκαεφτά μέρες μοναχά σε χάρηκα παιδί μου
















«ΔΕΗΣΙΣ»
H Θάλασσα στα βάθη πήρ' έναν
ναύτη. H μάνα του, ανήξερη, πιαίνει κι
ανάφτει
στην Παναγία μπροστά ένα υψηλό
κερί
για να επιστρέψει γρήγορα και να ΄ν'
καλοί καιροί –
και όλο προς τον άνεμο στήνει τ'
αυτί.
Aλλά ενώ προσεύχεται και δέεται
αυτή,
η εικών ακούει, σοβαρή και
λυπημένη,
ξεύροντας πως δεν θάλθει πια ο
υιός που περιμένει
Η ΜΑΝΑ ΣΤΟ ΒΡΕΤΤΑΚΟ
Δυο μητέρες νομίζουν
πως είναι μόνες στον
κόσμο
Μάνα και γιος
Ο γιος της σκοτώθηκε πριν έξι μήνες
Τώρα κάθε πρωί που ανοίγει την
πόρτα της,
είναι ένα πένθος. Νομίζεις πως
βλέπεις,
έξω από χρόνο και χώρο: το πένθος.
Το βράδυ, το ίδιο:
Σπρώχνει την πόρτα
σα να σωριάζεται. Μπαίνει
τρεκλίζοντας
ανάβει το φως. Η μαύρη της μπόλια
είναι λυμένη. Οι άκρες της κρέμονται
ως κάτου στο πάτωμα. Στον τοίχο,
αντίκρυ της
η εικόνα ταράζεται. Η Παναγία τη
βλέπει,
τρέμουν τα χέρια της, θα της φύγει
θαρρείς,
θα της πέσει το βρέφος της.
Τα χείλη της σφίγγονται, η κόκκινη
μαντίλα της παίζει. Θέλει να την
βοηθήσει, αλλά – το σπίτι είναι έρημο.
Δεν έχει σε ποιον ν’ αφήσει σ’ αυτόν
τον κόσμο για μια στιγμή το παιδί της.

Στης ιστορίας το διάσελο όρθιος ο γιος πολέμαγε
κι η μάνα κράταε τα βουνά, όρθιος να στέκει
ο γιος της, 
μπρούντζος, χιόνι και σύννεφο. Κι αχολόγαγε
η Πίνδος
σαν να' χε ο Διόνυσος γιορτή. Τα φαράγγια
κατέβαζαν
τραγούδια κι αναπήδαγαν τα έλατα και
χορεύαν
οι πέτρες. Κι όλα φώναζαν: "Ίτε παίδες
Ελλήνων ..."
Φωτεινές σπάθες οι ψυχές σταύρωναν στον
ορίζοντα,
ποτάμια πισωδρόμιζαν, τάφοι μετακινιόνταν.
Κι οι μάνες τα κοφτά γκρεμνά σαν Παναγιές τ'
ανέβαιναν
Με τη ευκή στον ώμο τους κατά το γιο
παγαίναν
και τις αεροτραμπάλιζε ο άνεμος φορτωμένες
κι έλυνε τα τσεμπέρια τους κι έπαιρνε τα
μαλλιά τους
κι έδερνε τα φουστάνια τους και τις
σπαθοκοπούσε,
μ' αυτές αντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα την
πέτρα,
κι ανηφορίζαν στη γραμμή, όσο που μες στα
σύννεφα
χάνονταν ορθομέτωπες η μια πίσω απ' την
άλλη
Η ΜΑΝΑ ΣΤΟ ΡΙΤΣΟ


«Μητέρα» (από τον «Ορέστη»)
Κ’ η φωνή της μητέρας, πόσο σύγχρονη, καθημερινή, σωστή, μπορεί να προφέρει φυσικά τα πιο μεγάλα λόγια
ή και τα πιο μικρά, στην πιο μεγάλη σημασία τους, όπως:
“ μια πεταλούδα μπήκε απ’ το παράθυρο”,
ή: “ο κόσμος είναι ανυπόφορα υπέροχος”,
ή “θα χρειαζόταν πιότερο λουλάκι στις λινές πετσέτες”,
ή “μου διαφεύγει μια νότα απ’ αυτήν την ευωδιά της νύχτας”,
και γελάει, ίσως για να προλάβει κάποιον που μπορούσε να γελάσει –
Αυτή η βαθιά της κατανόηση κ’ η τρυφερή επιείκεια
για όλους και για όλα (σχεδόν μια περιφρόνηση), τη θαύμαζα πάντα και την τρόμαζα
μ’ αυτή την ενσυνείδητη, υψηλή περηφάνια της,
αναμιγνύοντας το μικρό, πονηρό, πολυδιάστατο γέλιο της,
με το μικρό κρότο του σπίρτου και τη φλόγα του σπίρτου,
καθώς άναβε την λάμπα της τραπεζαρίας,
κ’ ήταν εκεί, φωτισμένη απ’ τα κάτω,
μ’ εντοπισμένο πιο ισχυρό το φωτισμό το ευθύγραμμο πηγούνι της
και στα λεπτά, παλλόμενα ρουθούνια της, που για λίγο
σταματούσαν ν’ ανασαίνουν και στένευαν
σαν για να μείνει κοντά μας, να σταθεί, ν’ ακινητήσει
μη διαλυθεί σα μια στήλη γαλάζιος καπνός στις πνοές της νύχτας,
μην την πάρουν τα δέντρα με τα μακριά κλαδιά τους, μη φορέσει
τη δαχτυλήθρα ενός άστρου για ένα απέραντο εργόχειρο –
Έτσι έβρισκε πάντα η μητέρα την πιο ακριβή της κίνηση και στάση
ακριβώς τη στιγμή της απουσίας της, – πάντα φοβόμουνα
μήπως χαθεί απ’ τα μάτια μας, μήπως αναληφθεί καλύτερα, όταν έσκυβε να δέσει το σανδάλι της που άφηνε απ’ έξω τα υπέροχα
βαμμένα, κυκλαμένια νύχια της ή όταν διόρθωνε
τα μαλλιά της μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη με μια κίνηση
της παλάμης της τόσο χαριτωμένη, νεανική κι ανάλαφρη
σα να μετακινούσε – τέσσερα αστέρια στο μέτωπο του κόσμου,
σα να ‘βαζε να φιληθούν δυο μαργαρίτες πλάι στην κρήνη
ή σα να κοίταζε με τόλμη στοργική δυο σκυλιά
να κάνουν έρωτα καταμεσίς του σκονισμένου δρόμου
σ’ ένα καυτό, θερινό μεσημέρι.
Τόσο απλή και πειστική ήταν η μητέρα,
επιβλητική κι ανεξερεύνητη.» […]
Η μάνα στον Καζαντζάκη
Η μάνα μου , μια άγια
γυναίκα («Αναφορά
στον Γκρέκο»)
"Οι ώρες που περνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο•
καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου,
κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να 'ταν ο αγέρας ανάμεσά
μας γάλα και βύζαινα.
Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε.
Αγαπούσα που τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τα 'βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα εσώρουχά
μας, τα σεντόνια μας, όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.
Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μου δηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό
που γεννήθηκε, και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη
ζωή τους με τη φαντασία μου•
δε μ' έφταναν τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα,
τη λυπόμουνα, κάθιζα στα γόνατά της, της χάιδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα:
- Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μη στεναχωριέσαι, σεργιανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα,
κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα,
κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.
Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σα να μου έλεγε:
«Αλήθεια λες;» και χαμογελούσε.
Και το καναρίνι, μέσα από το κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο,
ευχαριστημένο, σαν να 'χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γης να καλοκαρδίσει τους
ανθρώπους.
Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου• δεν μπορώ
πια να μυρίσω γαζία, ν' ακούσω καναρίνι, χωρίς ν' ανέβει από το μνήμα της -από το σπλάχνο μου- η
μητέρα μου και να σμίξει με
τη μυρωδιά τούτη και το κελάδημα του καναρινιού.
Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει• χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά μαύρα μάτια της
κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα
στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να 'χαν τα χέρια της μιαν καλοπροαίρετη
μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινήν ανάγκη.
Μπορεί και να 'ναι η νεράιδα, συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά, η νεράιδα που λεν τα
παραμύθια, και κινούσε το παιδικό μυαλό μου η φαντασία να δουλεύει: μια νύχτα ο πατέρας μου,
περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντηλο, κι
από τότε την
έφερε στο σπίτι και ψάχνει να βρει το κεφαλομάντηλο, να το ρίξει στα μαλλιά της, να γίνει πάλι νεράιδα
και να φύγει. Την κοίταζα να πηγαινοέρχεται, ν' ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξεσκεπάζει τα
πιθάρια, να σκύβει κάτω από το κρεβάτι, κι έτρεμα μην τύχει και βρει το μαγικό κεφαλομάντηλο της και
γίνει άφαντη. Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια και λάβωσε βαθιά τη
νιογέννητη ψυχή μου• κι ακόμα και σήμερα αποκρατάει μέσα μου πιο ανομολόγητη η τρομάρα ετούτη:
παρακολουθώ κάθε αγαπημένο πρόσωπο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρω πως ζητάει το
κεφαλομάντηλό της να φύγει."
Η μάνα στη Διδώ Σωτηρίου
Η μητέρα μου
(«Ματωμένα χώματα»)
Η μάνα μου ήταν τρυφερή και υπομονετική γυναίκα. Η κακοτροπιά του άντρα της
την έκανε να στέκει πάντα σούζα, με τον καλό λόγο και το χαμόγελο στ’ αχείλι:
«Στον αράθυμο τον άντρα, έλεγε, σα δεν εναντιώνεσαι τον έχεις σκλάβο».
Τώρα τι σόι σκλάβο είχε τον πατέρα, μονάχα κείνη το ’ξερε που έκανε μαζί του
ένα λόχο παιδιά.
Ωστόσο μια φορά, μια και μοναδική, του εναντιώθηκε. Τον είδε να με χτυπάει με
τόση μανία, που το αίμα έτρεχε βρύση από τη μύτη και το στόμα μου. Τότες
μπήκε στη μέση, άνοιξε τα χέρια της σαν φτερούγες και με δακρυσμένα μάτια
του είπε τρομαγμένη:
― Άμοιρε, θα το χαλάσεις το σπλάχνο σου!
Στο σπίτι δυο εξουσίες υπολογίζαμε όλοι: του Θεού και του πατέρα, γιατί μ’ αυτές
είχαμε δέσει την ύπαρξή μας. Τη μάνα μας τήνε βλέπαμε σαν το σκεπασμένο
ήλιο που τόνε μαντεύεις, μα οι αχτίδες του δε φτάνουνε ίσαμε σένα να σε
ζεστάνουν. Ποτέ της δεν έβρισκε καιρό να μας χαϊδέψει, να μας πάρει στα
γόνατά της και να μας πει ένα παραμύθι. Ξύπναγε ολοχρονίς χαράματα, άναβε
φωτιά, έστηνε τσουκάλι να προκάνει τόσα στόματα. Ύστερα είχε πάντα στην
κούνια κι ένα μυξιάρικο να τσιρίζει. Είχε να φροντίσει τα ζωντανά, να βάλει
σκάφη, να ζυμώσει, να πλύνει, να γυροφέρνει το νοικοκυριό, να πιάσει βελόνι·
όλο το χωριό μιλούσε για την πάστρα και τη νοικοκυροσύνη της.
Η αλήθεια είναι πως και το γέρο μου τον σέβονταν ο κόσμος, γιατί κρατούσε λόγο,
ήταν τίμιος στο αλισβερίσι, φιλόξενος και προκομμένος. Τόνε σήκωνε πολύ κι
η αρχοντοκαμωσιά του, ψηλόλιγνος καθώς ήτανε και σγουρομάλλης, με βαθιά
γαλάζια μάτια και στρωτά γερά δόντια, που τα πήρε ατόφια στον τάφο του. Για
τούτο και καμάρωνα όταν οι γειτόνισσες λέγανε στη μάνα μου: «Ο γιος σου, ο
Μανώλης, είναι φτυστός ο μπάρμπα-Δημητρός».
Δούλευε δεκάξι με δεκαοχτώ ώρες δίχως να ξαποστάσει. Σήκωνε μοναχός του
γομάρια εξήντα εβδομήντα οκάδες, μα ποτέ δεν τον άκουγες να βαρυγκομήσει.
Η τσάπα και τ’ αλέτρι γίνονταν υπάκουα στο χέρι του. Τα ζωντανά τον τρέμανε
και τον αγαπούσανε συνάμα, γιατί τα φρόντιζε περσότερο απ’ όσο φρόντιζε
εμάς.
Με το σούρουπο γύριζε στο σπίτι δίχως να σταθεί σε καφενέ. Έπιανε το μπουκάλι
το ρακί, κατέβαζε κάμποσες γερές ρουφηξιές, έτρωγε το φαί που του φύλαγε η
μάνα. Κατά την περίσταση έδερνε δυο τρεις από μας κι έπεφτε μπαϊλντισμένος
στον ύπνο, να ροχαλίζει και να τρέμει ο τόπος.
Γυναίκα-αδελφή



Αντιγόνη-Ισμήνη
Άβατο γυναικών:Αρχαία Ολυμπία Άγιον Όρος
ΓΥΝΑΙΚΑ-ΑΔΕΛΦΗ

ΑΝΤΙΓΟΝΗ #ΙΣΜΗΝΗ
ΑΝΤΙΓΟΝΗ

 Ίσως είναι η τελειότερη μορφή σε όλη την ελληνική δραματουργία. Ένας
χαρακτήρας πολυσύνθετος. Δεν θα ήταν δύσκολο να την χαρακτηρίσει
κανείς, την στιγμή που τα ίδια της τα λόγια, οι πράξεις της, η συμπεριφορά
της αναδεικνύουν την προσωπικότητά της. Είναι μια γυναίκα που δεν
φοβάται και δεν υποτάσσεται σε κανέναν. Οδηγός της είναι το συναίσθημα
και όχι η λογική. Δεν αντιδρά στον ατίμωση του Πολυνείκη γιατί έτσι
υπαγορεύουν οι άγραφοι νόμοι, αλλά και γιατί σπρώχνεται από το αίσθημα
της αδελφικής αγάπης. Άλλωστε όπως λέει και η ίδια έχει γεννηθεί μόνο για
να αγαπάει (στίχος 523).Το θάρρος της και η ευσέβειά της προς τους θεούς
φαίνονται στους στίχους 446-55. Ο Κρέοντας την ρωτάει αν ήξερε την
διαταγή του. Θα μπορούσε να αρνηθεί ότι ήξερε και να ξεφύγει από
οποιαδήποτε κατηγορία. Όχι μόνο δεν το αρνείται αλλά του εξηγεί ότι το
έκανε γιατί δεν ήταν διαταγή του Δία και της Δίκης αλλά διαταγή ενός
θνητού.
Δεν φοβάται τις ευθύνες και γι αυτό διαψεύδει την Ισμήνη όταν εκείνη
προσπαθεί να εμφανιστεί στον Κρέοντα σαν συνεργός. Όμως πέρα απ όλα
αυτά δεν παύει η Αντιγόνη να είναι και γυναίκα. Η ιδέα του θανάτου δεν την
τρομάζει, όμως είναι και αυτή ένας απλός άνθρωπος, με αδυναμίες, γι αυτό
όταν την οδηγούν στην φυλακή θρηνεί την τύχη της. Λυπάται που δεν
μπόρεσε να ολοκληρωθεί σαν γυναίκα, δημιουργώντας μια οικογένεια, αλλά
πεθαίνει ολοκληρωμένη σαν άτομο, ξέροντας, ότι πάνω απ όλα έκανε το
χρέος της υπηρετώντας τους νόμους της ηθικής.
ΙΣΜΗΝΗ

Δεν έχει την ηρωική ψυχή της αδελφής της, η οποία
εξεγείρεται και επαναστατεί μπροστά στο άδικο. Φοβάται
και δεν διστάζει να το δείξει, σ΄αυτήν η λογική υπερτερεί
του συναισθήματος. Έτσι παρουσιάζεται στον πρόλογο
της τραγωδίας. Αλλά η μεταστροφή της στο δεύτερο
επεισόδιο είναι αισθητή.
Στίχος 558: “Κι όμως η ευθύνη της πράξεώς μας είναι ίση
και για τις δυό μας”. Μ αυτά τα λόγια προσπαθεί να
συμπαρασταθεί στην αδελφή της. Έτσι, όταν ο Κρέοντας
την αποκαλεί “άφρων”, αφού προτίμησε να κάνει άσχημες
πράξεις μαζί με τους κακούς, η Ισμήνη απαντάει: “Πώς
είναι δυνατόν να ζω μόνη, χωρίς αυτή εδώ”. Η αδελφική
αγάπη, η ίδια που παρακίνησε την Αντιγόνη να θάψει τον
αδελφό της, οδηγεί την Ισμήνη να μοιραστεί τις ευθύνες
μαζί με την αδελφή της.
Άβατο γυναικών
Αρχαία Ολυμπία-Άγιον Όρος
«Κατα δε την ες Ολυμπιαν  οδον, πριν ή διαβηναι τον Αλφειόν, εστιν ορος εκ
Σκιλλουντος  ερχομενω πετραις υψηλαις αποτομον ονομαζεται δε Τυπαιον τοοόρος.
κατα τουτου τας γυναικας Ηλειοις εστιν ωθειν  νομος, ην φωραθωσιν  ες τον αγώνα
ελθουσαι τον Ολυμπικον η και ολως  εν ταις αποειρημεναις σφισιν ημεραις διαβασαι
τον Αλφειόν.»
Όπως μαρτυρεί παραπάνω ο Παυσανίας οι γυναίκες απαγορεύεται όχι μόνο να
παρακολουθούν τους αγώνες αλλά και να διασχίσουν τον ποταμό Αλφειό.
Εξαιρούνται οι παρθένες και η ιέρεια της Δήμητρας Χαμύνης (αξίωμα που
παραχωρούν οι Ηλείοι σε διαφορετικές γυναίκες για κάποιο χρονικό διάστημα),η
οποία παρακολουθεί τους αγώνες καθισμένη σε μαρμάρινο βωμό.
      Σε πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας, οι γυναίκες μπορούν να παρακολουθήσουν
αγώνες, όπως στη Σπάρτη και στη γιορτή του Απόλλωνα στη Δήλο. Δεν μπορούν
όμως να συμμετάσχουν, ούτε ως αθλήτριες ούτε ως θεατές, στους σημαντικότερους
αγώνες που ιδρύθηκαν στον Ελληνικό χώρο και που η φήμη τους εξαπλώθηκε σε όλο
τον τότε γνωστό κόσμο και αργότερα σε όλη την υφήλιο.
      Για να έχει κανείς τη δυνατότητα να συμμετάσχει στους αγώνες, έπρεπε να είναι
Έλληνας, άνδρας και ελεύθερος πολίτης. Αποκλειόταν δηλ. η  συμμετοχή των
βαρβάρων, των γυναικών και των δούλων.
  Οι άνδρες τιμούν τους θεούς και το νεκρό «συναγωνιστή» τους με τους αγώνες. Ποιος ο
λόγος να συμμετέχουν γυναίκες; Είναι μια καθαρά «ανδρική υπόθεση».
   Στην αρχαία Ελλάδα εξάλλου συναντάμε αποκλεισμό των γυναικών από όλες τις
πολεμικές τελετές, διότι πίστευαν ότι οι συμμετέχοντες θα έχαναν την ανδρεία και τη
δύναμή τους λόγω της παρουσίας τους. Γι αυτό και δεν επιτρεπόταν να μπαίνουν στα
ιερά και στους ναούς του Ηρακλή. Οι περισσότεροι από τους μύθους που
αναφέρονται στην ίδρυση των Ολυμπιακών αγώνων, έχουν ως ιδρυτή τους τον
Ηρακλή. Ο Ηρακλής λατρεύεται στην Ολυμπία πολύ πριν γίνει ο ιερός τόπος του Δία.
Ενδεχομένως λοιπόν η απαγόρευση έχει να κάνει και με την παραπάνω δοξασία,
στοιχείο που διατηρήθηκε και στα ιστορικά χρόνια.
      Οι γυναίκες συμμετέχουν στις γιορτές σε λατρευτικούς ρόλους, παίρνουν μέρος στην
πομπή προς τιμή του θεού. Πλησιάζουν μέχρι την «πρόθυση» ,(ακόμα και σήμερα το
Ιερό των Ναών είναι τόπος απαγορευμένος για τις γυναίκες), δεν ανεβαίνουν στο
βωμό. Εκεί ανεβαίνουν μόνο οι άνδρες. Δεν μπαίνουν στο στάδιο. Εκεί μπαίνουν
μόνο οι άνδρες .Ας μην ξεχνάμε ότι αιωρείται και η απειλή της κατακρήμνισης από το
Τυπαίο όρος στην Ολυμπία, το οποίο δεν είναι και κανένα ψηλό βουνό. Προφανώς η
απειλή της τιμωρίας λειτουργούσε αποτρεπτικά. Η ντροπή και ο εξευτελισμός που θα
υφίσταντο αν παρέβαιναν την απαγόρευση ίσως τους «έκοβε τα πόδια». Έτσι λοιπόν
δεν τολμούν να παρακολουθήσουν τους αγώνες πόσο μάλλον να πάρουν μέρος.
 
Στο Άγιον ΄Ορος δεν επιτρέπεται να εισέλθει γυναίκα. Αυτό λέγεται άβατο.
Το άβατο κατοχυρώθηκε με αυτοκρατορικά χρυσόβουλα, πατριαρχικά σιγγίλια, με
σουλτανικά φυρμάνια , με άρθρα διεθνών κανονισμών , με όλα τα ελληνικά
Συντάγματα και με νομοθετικό διάταγμα. ( Φ.Ε.Κ. 268/28.9.1953 ) .
Η γυναίκα απαγορεύεται να πάει στο Άγιον Όρος. Όχι γιατί υποτιμάται το φύλο, ίσα ίσα
τιμά το Άγιον Όρος την Υπεραγία Θεοτόκο , δια της οποίας ενηνθρώπησεν ο Υιός και
Λόγος του Θεού. Εξ άλλου και το Άγιον Όρος ονομάζεται και « Περιβόλι της
Παναγίας » . Τούτο γίνεται για να μπορούν οι Μοναχοί, απερίσπαστοι να
προσεύχονται νύχτα και ημέρα και να δοξολογούν τον Θεό.
Γι αυτό στο Άγιον Όρος δεν απαγορεύεται μόνο η παρουσία της γυναίκας, αλλά και
όπως λέει ο γέρων Γεδεών , « παντός θήλεως εμψύχου, λογικού ή αλόγου ,ημέρου
και τιθασσευομένου » . Το ίδιο πράγμα μου είπε κάποτε και ένας Ρουμάνος ασκητής
που μένει στη Ρουμανική Σκήτη, πιο κάτω από τη Μεγίστη Λαύρα. « Αγράμματος
είμαι. Τι να σας πω » . Όταν τον ρωτήσαμε μαζί με άλλους 2 φοιτητές γιατί δεν
έρχονται γυναίκες στο Άγιον Όρος, απάντησε με όλη την απλότητα : « Παιδιά μου.
Το αλάτι βγαίνει από το νερό , αλλά αν πέσει μέσα στο νερό, λειώνει και χάνεται.
Έτσι και οι μοναχοί γεννιούνται από τις γυναίκες που είναι πλάσματα του Θεού , όπως
όλοι οι άνθρωποι, αλλά αν πέσουν μέσα στις κακές γυναίκες , διαλύονται και
χάνονται ». Αυτά μας είπε, γιατί ήθελε να τονίσει την αγνότητα και παρθενία των
μοναζόντων.
Επίσης στο Άγιον Όρος λέγεται ότι όταν η Πλακηδία, κόρη του Μεγάλου Θεοδοσίου
( 379-395 μ. Χ. ) θέλησε να έλθει στη Μονή Βατοπεδίου, άκουσε φωνή: « Τί θέλεις
εσύ εδώ; Εδώ είναι μοναχοί. Εσύ είσαι γυναίκα, γιατί δίνεις στον εχθρό αφορμή να
τους πολεμά; » . Στο σημείο εκείνο , που ακούστηκε η φωνή, αγιογραφήθηκε εικόνα
της Παναγίας και υπάρχει μέχρι σήμερα ακοίμητη κανδύλα .
Η εικόνα αυτή ονομάστηκε ΑΝΤΙΦΩΝΗΤΡΙΑ. ( βιβλ. Μαξίμου Μοναχού, Πλατυτέρα των
Ουρανών ) .
Άβατον σημαίνει υποτίμηση της γυναίκας;
Την ερώτηση αυτή υπεβάλαμε σε ένα λόγιο μοναχό, που μένει στη μονή των Ιβήρων και
ο οποίος μας απάντησε ότι : Το Άβατον σαν θεσμός έχει ενταχθεί στο ασκητικό
πνεύμα του Ορθοδόξου μοναχισμού. Είναι ένας τρόπος για την εν Χριστώ
Πνευματική ζωή είτε είναι ανδρική ή γυναικεία η Μονή. Για το Άβατον τονίζουν ο Μ.
Αντώνιος, ο Άγιος Σάββας, ο Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης.
Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΕΛΛΗΝΙΔΑΣ
ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΨΗΦΟΥ- ΙΣΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ
Η θέση της γυναίκας στο κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό γίγνεσθαι απασχολούσε
ανά τους αιώνες την ανθρωπότητα και συνήθως συνδεόταν με ιδέες και αντιθέσεις
γύρω από τον βιολογικό της ρόλο και την παρουσία της σε όλο το φάσμα των
δραστηριοτήτων. Επί σειρά ετών οι ρόλοι των ανθρώπων, που από μικροί
φορούσαν ροζ ή γαλάζια ανάλογα με το φύλο του, ήταν σχεδόν ολοκληρωτικά
καθορισμένοι. Όμως, υπολογίζεται ότι σε πολλές κοινωνίες στην σύγχρονη εποχή,
από την δεκαετία του 1970 οι γυναίκες άρχισαν να αναλαμβάνουν καινούργιες
θέσεις εργασίας στις αναπτυγμένες χώρες. Οι γυναίκες τώρα πια δεν έχουν μόνο
κατακτήσει τις χαμηλές βαθμίδες της ιεραρχίας στην εργασία αλλά υπάρχουν
γυναίκες επιχειρηματίες και διευθύνουσες σύμβουλοι ή γενικά υψηλόβαθμα στελέχη
περισσότερα από ότι στο παρελθόν και πολλές ασκούν τα καθήκοντα τους με
ιδιαίτερη επιτυχία, βελτιώνοντας τα οικονομικά αποτελέσματα μιας επιχείρησης.
Τίποτα όμως από όλα αυτά δεν είναι δεδομένα και εύκολα για την γυναίκα ακόμα
και σήμερα και παρόλο ότι είναι δυναμική, δραστήρια, διεκδικεί και απαιτεί,
καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια απέναντι στους «άρρενες» αντιπάλους της. Έχει να
εναντιωθεί απέναντι σε προκαταλήψεις του παρελθόντος-κυρίως των ανδρών-που
θέλουν την γυναίκα σε δύο κυρίως χώρους, την κουζίνα και την κρεβατοκάμαρα.
Έτσι πρέπει να προσπαθήσει διπλά από ότι ένας άντρας ώστε να αποδείξει την αξία
της. Επιπλέον δεν μπορούμε να αψηφήσουμε την ανάγκη της για οικογένεια και
κυρίως για την μητρότητα που πολλές φορές μπορεί να αποτελέσει τροχοπέδη στην
σταδιοδρομία της. Η μητέρα είναι συνήθως αυτή που θα βάλλει στην άκρη την
εργασία της για την ανατροφή των παιδιών της. Όλα αυτά λοιπόν μας οδηγούν σε
κάποια συμπεράσματα. Πολλά έχουν αλλάξει τα τελευταία χρόνια. Οι γυναίκες
έφυγαν από της παραδοσιακές, χαμηλόμισθες εργασίες του 20ου αιώνα και μπήκαν
στα γραφεία, στα μαγαζιά ακόμα και σε επιχειρήσεις. Οι δυσκολίες όμως
παραμένουν και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της επαγγελματικής τους ζωής, όσον
αφορά στις συνθήκες και την αμοιβή, δεν έχουν αλλάξει σημαντικά. Ο οξύς
ανταγωνισμός στους εργασιακούς χώρους ωθεί τον γυναικείο εργαζόμενο
πληθυσμό σε μια κρίσιμη καμπή. Παράλληλα, όλοι γνωρίζουν ότι την μάχη για
αλλαγή του τοπίου θα πρέπει να δώσουν οι ίδιες οι γυναίκες.
Η σύγχρονη πραγματικότητα απαιτεί από τις γυναίκες να δουλεύουν
περισσότερο και να ξεκουράζονται λιγότερο. Οι εργαζόμενες γυναίκες
περνούν περισσότερο καιρό στην δουλειά τους από ποτέ, συζητούν
περισσότερο με τους συναδέλφους τους, από ότι με την οικογένεια τους
και δεν έχουν ελεύθερο χρόνο.
Σύμφωνα με την έρευνα του 2008 του «AskaWorkingWoman» μισοί από
τους ερωτηθέντες απήντησαν ότι 10% αύξηση μισθού τους έκαναν την
ζωή των γυναικών πιο εύκολη. Εξ αιτίας της οικονομικής κρίσης, εάν οι
εργαζόμενες γυναίκες είχαν περισσότερο διαθέσιμο χρόνο, θα το
διέθεταν πιάνοντας και δεύτερη δουλειά, αντί να το περάσουν με την
οικογένεια τους και τα παιδιά τους ή να κοιμηθούν περισσότερο ή να
ασχοληθούν με ένα χόμπι ή να αθληθούν. Σύμφωνα με τα στοιχεία που
παρουσιάζονται στο βιβλίο: Γυναικεία απασχόληση από την οικιακή και
κοινωνική οικονομία, «Σήμερα οι γυναίκες αποτελούν το 50,5% του
πληθυσμού της χώρας μας, άλλα συμμετέχουν στο εργατικό της
δυναμικό σε ποσοστό γύρω στο 40%. Κατά μέσο όρο η αμοιβή των
γυναικών ανέρχεται σε ποσοστό από 75% έως 80% της αμοιβής των
ανδρών με σημαντικές αποκλίσεις ανάμεσα σε διάφορους κλάδους.
Μαστίζονται από πολύ υψηλότερο ποσοστό ανεργίας».
Ο ρόλος της εργαζόμενης γυναίκας είναι πολυδιάστατος. Οι γυναίκες που
εργάζονται έχουν στην ουσία να φροντίσουν τον εαυτό τους, την
οικογένεια τους, προσπαθούν να κάνουν καριέρα, να είναι ικανές
μητέρες, άξιες επαγγελματίες, επιθυμητές γυναίκες, ποθητές ερωμένες. Η
γυναίκα σήμερα προσπαθεί να κρατήσει ισορροπία να αναρριχηθεί
επαγγελματικά και να κάνει την οικογένεια που επιθυμεί με σύμμαχο την
πατρική οικογένεια αλλά και το σύζυγο.


Φύλλο εργασίας: Στα πλαίσια της ομαδοσυνεργατικής μάθησης,οι μαθητές χωρίζονται σε
2-3 ομάδες και δημιουργούν το «πορτραίτο» μιας
γυναίκας ,που συνάντησαν στο μάθημα των
αρχαίων ελληνικών από μετάφραση
(Ανδρομάχη), στο μάθημα των αρχαίων
ελληνικών από το πρωτότυπο (Καλλιπάτειρα)
,στη νεοελληνική λογοτεχνία (Νινέτ) ή στην
ιστορία (Σπαρτιάτισσα Γοργώ) .Όσα παιδιά είναι
εξοικειωμένα με την τεχνολογία, μπορούν να
φτιάξουν ένα ppt,άλλα παιδιά να ζωγραφίσουν,
άλλα να φτιάξουν ένα κολλάζ.

διαθεματικη προσεγγιση της εννοιας γυναικα

  • 1.
    ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η ιδέα δημιουργίαςαυτού του ppt «γεννήθηκε» από την επιθυμία παρουσίασης ,στους μαθητές μου ,των πορτραίτων κάποιων εμβληματικών ,κατά τη γνώμη μου ,γυναικών, που στο πέρασμα του χρόνου, είτε στη σφαίρα του μύθου είτε στην πραγματικότητα, άφησαν ανεξίτηλα τη σφραγίδα τους ως μανάδες, σύζυγοι , αδελφές….. Επίσης ,θέλησα να τους παρουσιάσω ,ακροθιγώς, το πέρασμα της γυναίκας , ως μάνας, στη νεοελληνική λογοτεχνία , μέσα από κάποια χαρακτηριστικά κείμενα νεοελλήνων λογοτεχνών μας. Κλείνοντας την παρουσίασή μου ,φτάνω στη σημερινή εποχή, όπου η γυναίκα έχει κατακτήσει όλα τα μετερίζια της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, χωρίς να αποποιηθεί τους ρόλους, που φέρει, διαχρονικά. Στο τέλος της παρουσίασης , με το πρόγραμμα wordle «σύννεφα λέξεων» παραθέτω μια διαφάνεια που δημιουργήθηκε με το παραπάνω πρόγραμμα στο κείμενο με τίτλο «Η γυναίκα –μητέρα, πηγή του ανθρώπινου πολιτισμού».
  • 2.
    Μονάχη έγνοια ηγλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου . Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου με τα π ρώτα -π ρώτα Δόξα Σοι ! Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου με τα π ρώτα λόγια του Ύμνου Οδ . Ελύτης « Το Άξιον εστί »
  • 3.
    ΔΙΑΘΕΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ: «ΓΥΝΑΙΚΑ» ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΟΝΟ
  • 4.
    ΘΕΜΑΤΙΚΟΙ ΚΥΚΛΟΙ Γυναικείες μορφέςστην αρχαία Ελλάδα      Ασπασία-Ξανθίππη-ηρωίδες του Αριστοφάνη Γυναικείες μορφές στο Βυζάντιο Αγία Ελένη-Θεοδώρα-Κασσιανή Ελληνίδες του 21 Σουλιώτισσες-Μαντώ ΜαυρογένουςΛασκαρίνα Μπουμπουλίνα
  • 5.
  • 6.
      Κατά τη διάρκειατου 5 ου αιώνα , οι γυναίκες στην Αθήνα είχαν λίγα δικαιώματα και λίγη ευκαιρία να συμμετέχουν στον αθλητισμό , το θέατρο ή τη δημόσια ζωή . Για το λόγο αυτό ξέρουμε π ολύ λίγα π ράγματα για τη ζωή , τα ενδιαφέροντα και τις αναζητήσεις τους . Για την Ασ π ασία όμως η ζωή ήταν διαφορετική … Γεννήθηκε στη Μίλητο και δε δεσμευόταν α π ό τους ίδιους κανόνες π ου π εριόριζαν τις Αθηναίες γυναίκες . Ο π ατέρας της ο Αξίοχος είχε ε π ιμείνει στο να εκ π αιδευτεί η κόρη του α π ό τη μητέρα της και τους οικιακούς σκλάβους , με έναν ασυνήθιστα λε π τομερή τρό π ο για γυναίκα . Α π ό μικρή ηλικία έμαθε τις ιστορίες και τους μύθους για τις μεγάλες γυναίκες π ου έμειναν στην Ιστορία . Δεν άργησε να εγκαταλείψει την π όλη της και π ερί π ου στα 455 π. Χ . π ήγε στην Αθήνα . Η π ράξη της αυτή ήταν αξιο π ρόσεκτη για μια γυναίκα της ηλικίας της . Λίγο μετά την άφιξή της στην Αθήνα , δεσμεύτηκε με τον Περικλή , το δημοκρατικό ηγέτη της π όλης . Ο Περικλής , για να μ π ορέσει να έχει σχέση με την Ασ π ασία , χώρισε τη γυναίκα του και την άφησε μόνη της με δύο γιους . Σαν σύντροφος του Περικλή , η Ασ π ασία έγινε γρήγορα στόχος κουτσομ π ολιού και κατηγορήθηκε ως εταίρα . Η Ασ π ασία διατηρούσε ένα σχολείο για τα κορίτσια των π λούσιων οικογενειών . Εκεί σύχναζαν π ολλοί μεγάλοι Πολιτικοί και Φιλόσοφοι , π ου μαζί με τους συντρόφους τους έ π αιρναν τις γνώσεις της . Μέσω των διδασκαλιών και της ε π ιρροής π ου με τόση δεξιοτεχνία ασκούσε στους ανθρώ π ους , έχουμε τις μεγάλες εργασίες του Σωκράτη , του Πλάτωνα και του Περικλή . Πιο π ολύ α π ό όλους η Ασ π ασία ε π ηρέασε τον Περικλή , όχι μόνο με τις γνώσεις της , αλλά και μέσα α π ό την καθημερινή ε π αφή π ου είχαν . Ο Πλάτωνας ε π ίσης , αν και δεν ήταν εραστής της , είχε εντυ π ωσιαστεί α π ό τη διάνοια και τις γνώσεις της και είχε τονίσει ανοιχτά τη συμβολή της στις δράσεις του Περικλή . Ο Σωκράτης ονομάζει την Ασ π ασία σαν τη
  • 7.
     Ο Περικλής, βλέπονταςτην ιδιαιτερότητα της Ασπασίας, δε δίστασε να φανερώσει στο λαό του το σεβασμό και την αγάπη του για αυτήν, ανατρέποντας τα αθηναϊκά δεδομένα που ήθελαν τη γυναίκα να περνάει απαρατήρητη. Τα κακόβουλα κουτσομπολιά δεν άργησαν να ακουστούν. Έλεγαν πως η Ασπασία διατηρούσε πορνείο και πως η ίδια έγραφε τις ομιλίες του Περικλή. Επίσης λεγόταν πως αυτή τον επηρέασε να κάνει τους πολέμους εναντίον της Σάμου, των Μεγάρων και τον Πελοποννησιακό πόλεμο, για να καταφέρει να προστατέψει τη γενέτειρά της. Όλα αυτά ακολουθούσαν την Ασπασία για την υπόλοιπη ζωή της. Το 432 π.Χ. την παρέπεμψαν σε δίκη για ασέβεια και αθεΐα, αλλά οι δικαστές της Ηλείας την αθώωσαν χάρη στη συνηγορία του Περικλή, ο οποίος την υπερασπίστηκε με δάκρυα. Ο Περικλής ποτέ δεν παντρεύτηκε την Ασπασία, γιατί πολύ απλά δεν μπορούσε. Το 451, στην προσπάθειά του να αποτρέψει τις αριστοκρατικές οικογένειες από το να συμμαχούν με άλλες πόλεις, είχε εισάγει ένα νόμο υπηκοότητας. Κατά συνέπεια, οι γιοι των μη Αθηναίων γυναικών δε θα μπορούσαν να γίνουν πλήρεις πολίτες. Ο Περικλής επομένως θα διακινδύνευε ολόκληρη την πολιτική του σταδιοδρομία, εάν παντρευόταν την Ασπασία. Έτσι η Ασπασία έζησε στο πλευρό του Περικλή ως σύντροφός του. Απέκτησε από τον Περικλή ένα γιο, τον Περικλή το νεότερο, ένα από τους στρατηγούς που νίκησαν στις Αργινούσες το 406 π.Χ. Οι δύο νόμιμοι γιοι του Περικλή είχαν πεθάνει, κι έτσι ο γιος της Ασπασίας έγινε ο νόμιμος κληρονόμος του. Έτσι η Ασπασία απόλαυσε πλέον σχεδόν όλα τα προνόμια μιας Αθηναίας ευγενούς γυναίκας. Αργότερα όμως, μετά το θάνατο του Περικλή, τα πράγματα δυσκόλεψαν για την Ασπασία και το γιο της. Η πόλη φάνηκε ψυχρή και στους δυο τους. Πολύ γρήγορα η Ασπασία βρήκε τον αντικαταστάτη του Περικλή. Άρχισε να συζεί με τον Πυσικλέα, ο οποίος ήταν προβατοπώλης. Με τις γνώσεις και τη μαεστρία της δεν άργησε να τον κάνει Πολιτευτή και Ρήτορα. Είκοσι τρία έτη μετά το θάνατο του Περικλή, ο Περικλής ο νεότερος εκλέχτηκε γενικός ελεγκτής πυροβολαρχίας. Δυστυχώς όμως εκτελέστηκε μετά τον πόλεμο με τη Σπάρτη. Η ιστορία δεν καταγράφει αν η Ασπασία ήταν ζωντανή την εποχή που ο γιος της πέθανε. Αν όμως ήταν, οι ιστορικοί υποστηρίζουν, πως ο πρόωρος θάνατος του γιου της, θα ήταν ένα τραγικό τέλος για μια εμπνευσμένη και μη συμβατική γυναίκα όπως η Ασπασία. Δεν υπάρχουν στοιχεία για το θάνατο της Ασπασίας. Αυτό κάνει μερικούς να υποθέτουν ότι ο θάνατός της ήταν πολύ δύσκολος και οι ιστορικοί της εποχής δεν ήθελαν να φανερώσουν άσχημες στιγμές της ζωής της. Για την Ασπασία έχει γράψει ο Αισχίνης ένα διάλογο, από τον οποίο φαίνεται ότι ο Πλούταρχος έχει αντλήσει κάποια στοιχεία στο δοκίμιό του για τον Περικλή.
  • 8.
  • 9.
    Ξανθίππη η στρίγκλα Ελάχιστες είναιγυναίκες για τις οποίες μίλησαν οι μεταγενέστεροι. Πολλοί συχνά μιλούσαν (την ανέφεραν και στα γραπτά τους) οι μεταγενέστεροι, για τη στρίγκλα σύζυγο του Σωκράτη Ξανθίππη. Ως παράδειγμα προς αποφυγήν. Πρέπει να ήταν αρκετά μικρότερή του και μέχρι 40 έτη. Η παράδοση την εμφανίζει κακή και δύστροπη, αυταρχική, οξύθυμη και ζηλιάρα. Ο Σωκράτης υπέμενε τη συμπεριφορά της με αταραξία και χιούμορ. Οταν μια φορά κάλεσε για φαγητό τον Ευθύδημο, η Ξανθίππη έκανε μεγάλη φασαρία, πέταξε τα φαγητά από το τραπέζι και ο καλεσμένος σηκώθηκε να φύγει περίλυπος. Ο Σωκράτης τότε του είπε: Γιατί κάνεις έτσι; Τις προάλλες στο σπίτι σου δεν όρμησε ένα πουλί κι έκανε τα ίδια; Θυμώσαμε τότε μ΄ αυτό; Οι μαθητές του απορούσαν γιατί ο Σωκράτης δεν επιχειρούσε με τη διδασκαλία του να βελτιώσει τους τρόπους της Ξανθίππης, εκείνος όμως τους βεβαίωνε πως επίτηδες δεν το κάνει, για να εξασκείται στην υπομονή και την εγκαρτέρηση. Το όνομά της έφτασε να είναι συνώνυμο για ένα άτομο που γκρινιάζει και παραπονείται συνεχώς, ιδίως για μια στρίγκλα σύζυγο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα σε αυτό αποτελεί ένα απόσπασμα από «Το Ημέρωμα της Στρίγκλας» του Σαίξπηρ, όπου ο Πετρούκιος συγκρίνει την Καίτη με την Ξανθίππη του Σωκράτη και χειρότερα. Αλλες πηγές λένε πως είναι υπερβολικές αυτές οι κρίσεις. Πάντως δεν είναι απίθανο να υπήρχαν προστριβές στο ζευγάρι, εφόσον ο Σωκράτης είχε απαρνηθεί τη βιοποριστική πλευρά της ζωής και είχε καταδικάσει την εργασία που αμειβόταν υλικά, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ιδανικός τύπος οικογενειάρχη. Το όνομα μεταδόθηκε ανεξάρτητα από την ομώνυμη μάρτυρα που καταγόταν από την Ισπανία και συνεορτάζεται με την αδελφή της Πολυξένη, στις 23 Σεπτέμβρη. Το όνομα Ξανθίππη (ξανθός + ίππος) εμφανίζεται 13 φορές σε δείγμα 24.415 γυναικών.
  • 11.
    Εκκλησιάζουσες Πρόθεση ανατροπής τηςκαθεστηκυίας τάξης . Το 392 π.Χ., λίγα χρόνια μετά την αναμενόμενη ήττα των Αθηναίων στον Πελοποννησιακό πόλεμο, ο Αριστοφάνης παρουσιάζει την κωμωδία «Εκκλησιάζουσες». Το έργο αυτό αποτελεί μία σαφή έκφραση της συγκεχυμένης κατάστασης στην οποία περιήλθε η Αθήνα μετά το τέλος του μακροχρόνιου πολέμου. Η κεντρική ηρωίδα με το χαρακτηριστικό όνομα Πραξαγόρα αυτή που δρα στην αγορά) αποφασίζει να συσπειρώσει τις γυναίκες και να τις οδηγήσει στην Εκκλησία του Δήμου, ώστε με τη βοήθεια της μεταμφίεσης να πάρουν την εξουσία από τους άνδρες και να την παραδώσουν στις ίδιες. Οι γυναίκες, λοιπόν, φορούν τα ρούχα των συζύγων τους, μεταμφιέζονται σε άνδρες και επιτυγχάνουν το στόχο τους: αναλαμβάνουν οι ίδιες την εξουσία, καθώς οι άνδρες αδιαφορούν πλήρως για τα κοινά και ενδιαφέρονται μόνο για την αποζημίωση από τις συνελεύσεις. Με ξεκαρδιστικό τρόπο απορρίπτεται γρήγορα το πολιτικό σύστημα της διαλυμένης κοινωνίας και αποκαλύπτεται η απόλυτη αντιστροφή των ρόλων στο κράτος. Η Πραξαγόρα παρουσιάζει διεξοδικά τη νέα οργάνωση του κράτους και το όραμα για την εφαρμογή ενός κοινωφελούς προγράμματος, αλλά οι προσπάθειές της πάντα προσκρούουν στο άτομο, το οποίο ενδιαφέρεται μόνο για την προσωπική του ευημερία.
  • 12.
    Στην αρχαία Αθήνα,κατά την περίοδο του πελοποννησιακού πολέμου, οι γυναίκες με επικεφαλής τη  Λυσιστράτη  αποφασίζουν να σταματήσουν τον πόλεμο και να ξαναφέρουν την ειρήνη στον τόπο τους. Ανάμεσα στις συγκεντρωμένες γυναίκες, ξεχωρίζουν εκτός από τη Λυσιστράτη, η Αθηναία  Κλεονίκη, η νεαρήΜυρρίνη, και η Σπαρτιάτισσα Λαμπιτώ. Την αρχική ιδέα έχει συλλάβει η Λυσιστράτη η οποία για αυτόν το λόγο έχει συγκαλέσει κρυφά όλες τις Αθηναίες αλλά και αντιπροσώπους από τις υπόλοιπες πόλεις. Οι γυναίκες συγκεντρώνονται αλλά όταν εκείνη τους προτείνει την κήρυξη ερωτικής αποχής μέχρι οι άντρες να αποφασίσουν τη λήξη του πολέμου, αρχικά διαφωνούν. Τελικά και μετά από έντονους δισταγμούς πείθονται όταν η σπαρτιάτισσα Λαμπιτώ με αποφασιστικότητα προσχωρεί στο σχέδιο της Λυσιστράτης. Η απόφαση σφραγίζεται με όρκο πάνω στο κρασί. Την ίδια στιγμή ακούγονται φωνές ενθουσιασμού από την Ακρόπολη, σημάδι πως το δεύτερο σκέλος του σχεδίου της Λυσιστράτης πέτυχε. Οι ηλικιωμένες γυναίκες έχουν κυριεύσει την Ακρόπολη, εκεί όπου βρίσκεται το θησαυροφυλάκιο των δημοσίων χρημάτων με τα οποία επιδοτούντο οι πολεμικές επιχειρήσεις. Η συγκέντρωση των γυναικών διαλύεται. Στη σκηνή μπαίνει τώρα ο Χορός που αποτελείται από ηλικιωμένους άντρες και ακολουθεί ένας δεύτερος Χορός από ηλικιωμένες γυναίκες. Οι άντρες, εξοργισμένοι από την ανταρσία των γυναικών, έρχονται κρατώντας χύτρες και αναμμένους πυρσούς. Οι γυναίκες από την άλλη πλευρά κρατάνε σταμνιά με νερό. Αρχίζει η αναμέτρηση. Οι άντρες απειλούν τις γυναίκες με τους πυρσούς τους, και οι γυναίκες τούς κατατροπώνουν αδειάζοντας τα σταμνιά τους πάνω στις φωτιές των αντρών. Στη σκηνή έρχεται ένας ηλικιωμένος Πρόβουλος (μέλος μιας δωδεκαμελούς επιτροπής διακεκριμένων πολιτών, που είχε σκοπό τον αυστηρό έλεγχο της οικονομίας). Σαν εκπρόσωπος της εκκλησίας του Δήμου, προστάζει τους τοξότες που τον ακολουθούν να συλλάβουν τις γυναίκες. Οι γυναίκες όμως δεν το επιτρέπουν. Η Λυσιστράτη και ο Πρόβουλος επιδίδονται σ’ έναν αγώνα λόγων, όπου ο γυναικείος Χορός παραστέκεται στη Λυσιστράτη και ο αντρικός στον Πρόβουλο. Η Λυσιστράτη επαναλαμβάνει στον Πρόβουλο την απόφαση των γυναικών να επιβάλουν την ειρήνη, και ο Πρόβουλος εκδιώκεται από τις γυναίκες. Η αποχή έχει αρχίσει να γίνεται ανυπόφορη και για τα δύο φύλα. Όμως οι άντρες έχουν αρχίσει να αισθάνονται πολύ βαριές τις συνέπειες. Οι γυναίκες τους, σύμφωνα με τις οδηγίες της Λυσιστράτης, τους προκαλούν όσο γίνεται περισσότερο χωρίς όμως τελικά να υποκύπτουν στις επιθυμίες τους. Παράλληλα το σχέδιο των γυναικών έχει επιτυχία και στη Σπάρτη. Ένας Σπαρτιάτης κήρυκας έρχεται και ζητά να ορίσουν οι Αθηναίοι αντιπροσώπους για να αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις της ειρήνης. Οι Σπαρτιάτες απεσταλμένοι και οι Αθηναίοι, κάνουν έκκληση στη Λυσιστράτη να τους βοηθήσει στο συμβιβασμό. Η Λυσιστράτη το πετυχαίνει με τη βοήθεια μιας καλλονής, της προσωποποιημένης Συμφιλίωσης. Η Λυσιστράτη κατηγορεί Αθηναίους και Σπαρτιάτες γιατί πρόδωσαν την κοινή θρησκευτική και πολιτιστική τους κληρονομιά. Οι δύο αντιπροσωπείες απορροφημένες από τα κάλλη της Συμφιλίωσης, κάνουν αμοιβαίες παραχωρήσεις και η ειρήνη εξασφαλίζεται. Το αίσιο τέλος σφραγίζεται με ένα συμπόσιο που παραθέτουν οι γυναίκες μέσα σε μια αποθέωση από τραγούδια και χορούς.
  • 13.
  • 14.
    Κάποια αλήθεια λέει,πως πίσω από κάθε πραγματικά μεγάλο άνδρα στέκει μια πραγματικά μεγάλη μητέρα. Σ' αυτή και το ψυχικό της μεγαλείο χρωστά ο κόσμος τις ξεχωριστές εκείνες μορφές, που τον ανέβασαν και τον δόξασαν. Απόδειξη τρανή της αλήθειας αυτής είναι και το παράδειγμα των δύο θεοστέπτων βασιλέων και ισαποστόλων, των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Τη μνήμη τους τιμά και γιορτάζει η Εκκλησία μας κάθε χρόνο την 21η Μαΐου. Μια σύντομη κι ευλαβική αναδρομή της σκέψης μας στη ζωή και το έργο της αγίας Ελένης, της εξαίρετης αυτής μητέρας και φλογερής χριστιανής και ισαποστόλου, που η επίσκεψη και προσφορά της στο ευλογημένο νησί μας το αγιάζει μέχρι σήμερα και θα το αγιάζει μέχρι της συντέλειας των αιώνων, πολλά θα έχει να μας διδάξει. Ας την παρακολουθήσουμε. Η υπέροχη αυτή γυναίκα γεννήθηκε στη Δρεπάνη της Βιθυνίας της Μ. Ασίας γύρω στο 248 μ.Χ. από γονείς άσημους και φτωχούς. Της επαρχίας αυτής όχι μονάχα η πρωτεύουσα Νίκαια, αλλά και πολλές άλλες πόλεις ήσαν Ελληνικότατες. Γι' αυτό και το όνομα Ελένη που δόθηκε στην κόρη ήταν αποτέλεσμα όχι μιας ελληνίζουσας παραλαβής, αλλά μιας Ελληνικής συνείδησης. Από τα παιδικά της χρόνια η Ελένη διακρινόταν για την εξαιρετική της εξυπνάδα κι ομορφιά. Από νωρίς δε οι σπάνιες χριστιανικές αρετές της την ξεχώριζαν από τις συνομήλικες του καιρού της και την προέβαλλαν στον κύκλο της παντού. Γύρω στο 270, όταν η κόρη ήταν ηλικίας 22 περίπου χρόνων, πέρασε από τη Δρεπάνη και κατέλυσε στο εκεί ξενοδοχείο του πατέρα της ένας αξιωματικός των πραιτωριανών, που λεγόταν Κωνστάντιος Χλωρός. Το προσωνύμιο Χλωρός του δόθηκε γιατί το πρόσωπο του ήταν πολύ χλωμό. Ο Κωνστάντιος ήταν γόνος μεγάλης και αριστοκρατικής οικογένειας και άνθρωπος πολύ ευγενής. Κάποια μέρα εκεί που βρισκόταν στην αυλή του ξενοδοχείου, είδε τη σεμνή κόρη κι η ευγένειά της μαζί με άλλα χαρίσματα της τράβηξαν έντονα την προσοχή του. Η εντύπωση του υπήρξε τέτοια, που, χωρίς να χάσει καιρό έσπευσε να παραμερίσει την ασημότητα της καταγωγής της - πράγμα αντίθετο με τα τότε Ρωμαϊκά έθιμα - και να την ζητήσει για σύζυγό του. Ένα χρόνο ύστερα από τους γάμους (272 μ.Χ.), το ευτυχισμένο ζευγάρι αποκτούσε, ως ευλογημένο καρπό της ένωσης του, ένα χαριτωμένο αγόρι, τον Κωνσταντίνο, τον αργότερα ιδρυτή της Βυζαντινής μας αυτοκρατορίας και κραταιό προστάτη του χριστιανισμού και της Ορθοδοξίας.
  • 15.
    Η ευτυχία δυστυχώςτου νεαρού ζεύγους κι ιδιαίτερα της Ελένης δεν κράτησε για πολύ. Η γρήγορη άνοδος του Χλωρού στο ύπατο αξίωμα του Καίσαρα από τον Διοκλητιανό κι η ανάθεση σ' αυτόν του δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, τον έσπρωξε νωρίς να εγκαταλείψει την πιστή κι ενάρετη σύντροφό του Ελένη, για να παντρευτεί γυναίκα της κοινωνικής του τάξεως. Η πράξη αυτή του Χλωρού φαίνεται σ' εμάς αληθινά παράδοξη. Κι είναι παράδοξη. Ύστερα από την τόση εκτίμηση που η ευγενικιά αυτή ψυχή έτρεφε στη σύντροφό του Ελένη, τη μητέρα του αγαπημένου παιδιού του, η διαγωγή όχι μόνο φαίνεται, αλλά και είναι παράδοξη κι αδικαιολόγητη για μας. Στην πράξη όμως αυτήν καλούμαστε να θαυμάσουμε το ψυχικό μεγαλείο της αγίας μας, μαζί με την ταπείνωση και την αυτοθυσία της. Σημειώνουμε μερικά στοιχεία. 1. Ο διορισμός του Χλωρού σε Καίσαρα, που εξ αιτίας της χριστιανής συζύγου του Ελένης διέκειτο κάπως ευνοϊκά προς την πίστη αυτή θα εξασφάλιζε στους χριστιανούς κάποια ελευθερία ζωής και λατρείας. Κι αυτό το βλέπουμε στην περίπτωση του μεγάλου διωγμού, που ο Διοκλητιανός εκίνησε ενάντια στους χριστιανούς της αυτοκρατορίας του. Οι πιστοί στη μεγάλη επαρχία του Χλωρού δεν καταδιώχθηκαν. 2. Η ανάδειξη του Κωνσταντίνου του Χλωρού στο αξίωμα του Καίσαρος του άνοιξε τον δρόμο και στο αξίωμα του Αυγούστου αυτοκράτορας. Κι η ανάδειξη αυτή θα είχε υψίστη σημασία για τους χριστιανούς και την Εκκλησία τους. 3. Με την άνοδο ταυ Χλωρού ανοιγόταν ο δρόμος και για τον γιο του, τον νεαρό Κωνσταντίνο. Γι' αυτούς λοιπόν τους λόγους αποφασίστηκε ο χωρισμός κι έγινε η διάζευξη με τη συναίνεση της μεγάλης κι ανώτερης εκείνης γυναίκας, της αγίας Ελένης. Θυσιάστηκε η χριστιανή μητέρα για το καλό των αδελφών του Χριστού, των χριστιανών και την άνοδο του παιδιού της. Από τη στιγμή εκείνη η μαρτυρική μάνα παραμερίστηκε από το προσκήνιο της ζωής. Για δεκατρία τόσα χρόνια η Ελένη ζούσε μόνη με συντροφιά την πίστη της στον Σωτήρα Χριστό και στήριγμα της την προσευχή. Πολύ συχνά οι πρωινές ώρες την έβρισκαν γονατιστή κι άγρυπνη να προσεύχεται με δάκρυα στα μάτια για το παιδί της, τον Κωνσταντίνο. Μια ήταν η παράκλησή της. Να τον φωτίσει ο Θεός να μη παρασυρθεί από τη δόξα και τη ματαιότητα του κόσμου. Κι η απάντηση δόθηκε. Πολύ νωρίς δόθηκε από Εκείνον που διακήρυξε: «Όσα αν αιτήσητε εν τη προσευχή πιστεύοντες λήψεσθε». Και δόθηκε πλουσιοπάροχα. Στ' αλήθεια: «Οι σπείροντες εν δάκρυσιν εν αγαλλιάσει θεριούσι». Αυτοί που τον καιρό της σποράς σαν να βλέπουν την τρομερή ξηρασία, σπέρνουν με δάκρυα απελπισίας τα χωράφια τους, όταν πέσουν οι βροχές και καρποφορήσουν αυτά, θα
  • 16.
    Το 306 μ.Χ.ο Κωνσταντίνος διαδέχτηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο της Δύσεως τον πατέρα του Κωνστάντιο Χλωρό. Μια από τις πρώτες ενέργειες του νεαρού αυτοκράτορα, ήταν να καλέσει κοντά του την αγαπημένη του μητέρα, να την ανακηρύξει Αυγούστα, δηλαδή αυτοκράτειρα, και να την έχει κοντά του συνεργάτιδα, στο μεγαλόπνοο και πολύπλευρο έργο του. Η αγάπη, μα κι η αφοσίωσή του σ' αυτή, υπήρξε απεριόριστη και παραδειγματική. Σ' όλες τις δύσκολες, μα κι όμορφες στιγμές της ζωής του, την είχε δίπλα του και την συμβουλευόταν. Για να την τιμήσει, έκοψε νομίσματα με τ' όνομα και τη μορφή της. Κι ακόμη την πόλη που γεννήθηκε η αγία του μητέρα, τη Δρεπάνη της Βιθυνίας, προς τιμή της τη μετονόμασε σε Ελενόπολη. Για να την ευχαριστήσει δε, φρόντισε σε διάφορα μέρη της αυτοκρατορίας του να στηθούν ποικίλα ιδρύματα για την εξυπηρέτηση και ανακούφιση του λαού. Πολλοί λένε πως κι αυτό το θησαυροφυλάκιο της μεγάλης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με τους αφάνταστους πόρους δεν δίστασε ο φιλόστοργος γιος να το αναθέσει ανεξέλεγκτα στα χέρια της άξιας μάνας του. Η μεγάλη τιμή του στοργικού Κωνσταντίνου προς την άγια του Μητέρα εκδηλώθηκε λαμπρή και λίγα χρόνια μετά τον θάνατό της. Όταν το 330 κτίστηκε η Κωνσταντινούπολη, εκεί στη μεγάλη πλατεία που ονομαζόταν Φόρος, υψώθηκαν δύο στήλες στο όνομα της Ελένης και του Κωνσταντίνου και ανάμεσα τους τοποθετήθηκε ένας σταυρός, που έφερε αυτή την επιγραφή: «Εις Άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού πατρός, Αμήν».   Με τούτη την επιγραφή ήθελε να διατυπώσει τη δογματική ομολογία της χριστιανικής πίστεως, την οποία υπηρέτησε με τη βασιλεία του και την οποία στην ψυχή του φύτεψε από αυτά τα παιδικά του χρόνια η ευσεβής και στοργική μητέρα με την όλη παιδαγωγία της. Ψηλά, πολύ ψηλά κράτησε η ταπεινή κι υπέροχη εκείνη γυναίκα, η αγία Ελένη σ' ολόκληρη τη ζωή της τον τιμητικό ρόλο της. Με τη στοργή και τη φρόνησή της έγινε για τον Κωνσταντίνο ο φωτεινός σύμβουλος κι ο αναντικατάστατος οδηγός. Με τη χριστιανική υπομονή της καλλιέργησε κι ατσάλωσε τον τραχύ χαρακτήρα του. Με τη φρόνιμη κι επίκαιρη επέμβασή της, τον βοήθησε να αποφύγει ένα σωρό άτοπα, στα οποία θα παρασυρόταν εξ αιτίας της τόλμης και της ορμητικότητάς του. Με την πνοή ακόμη και τον ζήλο της του ενεφύσησε τις χριστιανικές εκείνες αρετές που τον δόξασαν και δίκαια του προσέδωσαν τον τιμητικό και ζηλευτό τίτλο του Μεγάλου. Η ίδια, παρά το απότομο ανέβασμά της, δεν περηφανεύτηκε. Έμεινε σ' όλη τη ζωή της η απλή, η ταπεινή και απέριττη χριστιανή. Η χριστιανή των έργων, της διακονίας, της δράσεως. Με τους μακροχρόνιους διωγμούς ενάντια στους χριστιανούς οι πιο πολλοί ναοί που υπήρχαν είχαν μισογκρεμισθεί κι απογυμνωθεί από τα απαραίτητα στοιχεία για τη θεία λατρεία. Οι χριστιανοί που έβγαιναν από «τα σπήλαια και τις οπές της γης», τις κατακόμβες, χρειαζόντουσαν κάποιους χώρους, για να λατρεύσουν τον Θεό. Ποιος θα τους έλυε αυτό το πρόβλημα; Ποιος θα φρόντιζε να κτισθούν οι κατάλληλοι ναοί και να εξοπλισθούν με τα απαραίτητα αντικείμενα και ιερά σκεύη;
  • 17.
    Ποίος άλλος απότην αγία; Αυτή με δική της πρωτοβουλία ανέλαβε το όλο ζήτημα. Με τη δική της συνδρομή και φροντίδα και με τα άφθονα χρήματα που προσφέρει, αρκετοί ναοί αρχίζουν να κτίζονται σε πλείστα όσα μέρη. Παρά την ηλικία της δεν διστάζει να αναλάβει και κουραστικά ταξίδια σε μακρινά τμήματα της απέραντης αυτοκρατορίας, για να ελέγξει και παρακολουθήσει τα έργα, που γίνονται. Οι χριστιανοί στο πρόσωπο της υποδέχονται, όχι απλώς την «Αυγούστα», αλλά τη μητέρα, την προστάτιδα της χριστιανικής πίστεως. Σε λίγα χρόνια με την άγρυπνη φροντίδα της περίλαμπροι ναοί υψώθηκαν όχι μονάχα σε πόλεις, μα και σε απόμερα χωριά. Ναοί! Οάσεις πνευματικού ανεφοδιασμού και ψυχικής ανατάσεως! Διαμάντια ομορφιάς, μα και κέντρα πολιτισμού. Ο ιστορικός Ευσέβιος γράφει σχετικά: «Ελένη Αυγούστα Θεώ τω Σωτήρι αυτής, Θεοφιλούς βασιλέως θεοφιλής μήτηρ, ευσεβούς τεκμήρια διαθέσεως ίδρυσε». Εκείνο όμως που ιδιαίτερα τίμησε την αγία, είναι η περί τα τέλη της ζωής της (326 μ.Χ.) μετάβασή της στους τόπους όπου έζησε ο Κύριος, κι η ανεύρεση εκεί του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, επάνω στον οποίο υψώθηκε ο Λυτρωτής μας. Πόσους κόπους αλήθεια δεν κατέβαλε εδώ! Και πόσες νύχτες δεν πέρασε άγρυπνη ζητώντας τη βοήθεια του Θεού για την επιτυχία του σκοπού της. Κι η εξήγηση απλή. Μετά το Άγιο Πάθος της Μεγάλης Παρασκευής, οι σταυρωτές πέταξαν τον Τίμιο Σταυρό σε κάποιο λάκκωμα, εκεί κοντά στον Γολγοθά. Πάνω από αυτόν οι κάτοικοι της θεοκτόνου πόλεως πετούσαν κάθε μέρα τα σκουπίδια και τις ακαθαρσίες τους. Αυτός δε ο αυτοκράτορας της Ρώμης Αδριανός (118-138 μ.Χ.) με σκοπό να ματαιώσει μελλοντικά κάθε προσκυνηματική ευλάβεια στα άγια αυτά μέρη, φρόντισε να καλυφθεί ο Γολγοθάς κι έστησε επάνω σ' Αυτόν το άγαλμα της Αφροδίτης. Επάνω δε στον τάφο του Σωτήρος, που κι αυτός καλύφθηκε με χώματα, στήθηκε ένα άγαλμα του Διός. Εν τούτοις όμως, όπως μας λέγει η παράδοση, η αγία Ελένη με τον ζήλο και τις υπεράνθρωπες προσπάθειές της, κατώρθωσε τα φαινομενικά ακατόρθωτα. Το μέρος που πετάχθηκε ο Τίμιος Σταυρός αναγνωρίσθηκε με τη βοήθεια ενός λουλουδιού του γνωστού μας βασιλικού Μα 'κει που σκάφτουν σκυθρωπά εν άρωμα σκορπιέται, μοσχοβολά γλυκά. Μέσ' απ' το χώμα το σκορπά μια λουλουδιά που σειέται με τ' άνθη τα λευκά.Έκτοτε μένει σεβαστό το πράσινο βλαστάρι με τάνθος το λευκό. Τους αγιασμούς κάμνουν μ' αυτό το παίρνουν γι' άγια χάρι το λεν βασιλικό., που βλαστούσε πάνω από τον τόπο, που έκρυβε τον Σταυρό. Εκεί έβαλε κι έσκαψαν η αγία. Κι οι κόποι της βραβεύθηκαν πολύ γρήγορα. Κάποια μέρα οι εργάτες ανέσυραν από τα χώματα το ιερό σύμβολο μαζί με τους σταυρούς των δύο ληστών. Τον γνήσιο Σταυρό τον διέκριναν από ένα θαύμα που έγινε με τη δύναμή Του. Μια νεκρή αναστήθηκε μόλις το ευλογημένο τούτο Ξύλο άγγιξε το κορμί της. Τότε η αγία πλημμυρισμένη από ανεκλάλητη χαρά κι αγαλλίαση κάλεσε τον επίσκοπο της Άγιας Πόλεως και ύψωσε τον
  • 19.
    Η Θεοδώρα φέρεταινα γεννήθηκε στην  Αμμόχωστο . Αν και προερχόταν από τα κατώτατα στρώματα της βυζαντινής κοινωνίας, και όχι από εκλεκτή οικογένεια της Κωνσταντινούπολης, ανέβηκε στο ψηλότερο σκαλοπάτι της εξουσίας και άσκησε ισχυρή επιρροή στον  Ιουστινιανό . Πατέρας της ήταν ο Ακάκιος,αρκοτρόφος (θηριοφύλακας) των Πρασίνων στον ιππόδρομο. Πεθαίνοντας άφησε τρεις κόρες, την Κομιτώ, τη Θεοδώρα και την Αναστασία. Όταν οι Πράσινοι έδωσαν τη θέση του Ακάκιου σε κάποιον άλλον, τις περιμάζεψαν οι Βένετοι, γοητευμένοι από την ικεσία των κοριτσιών που καθοδηγούσε επιδέξια η μητέρα τους, Έτσι η Θεοδώρα από πολύ μικρή συμμετείχε σε κωμικές παραστάσεις χαμηλού επιπέδου και σύμφωνα με τα λεγόμενα του Προκόπιου ήταν  εταίρα . Αργότερα γνώρισε τον Εκηβόλο (ή Εκηβόλιο), ανώτερο κρατικό υπάλληλο από την  Τύρο , και όταν αυτός διορίστηκε διοικητής Πενταπόλεως τον ακολούθησε στην  Κυρηναϊκή . Διωγμένη από τον εραστή της βρέθηκε στην  Αλεξάνδρεια  και από εκεί επέστρεψε στην  Κωνσταντινούπολη , όπου εγκατέλειψε την παλιά της ζωή. Τότε τη γνώρισε ο Ιουστινιανός και την ερωτεύτηκε. Την ανύψωσε στο αξίωμα της πατρικίας, δεν μπορούσε όμως να την παντρευτεί εξαιτίας της σφοδρής αντίδρασης που προέβαλλε η αυτοκράτειρα  Ευφημία . Μόνο μετά το θάνατό της μπόρεσε να πείσει το θείο του, τον αυτοκράτορα  Ιουστίνο , να καταργήσει τον παλαιό νόμο που απαγόρευε το γάμο συγκλητικού με  ηθοποιό . Όταν ο Ιουστινιανός έγινε αυτοκράτορας την συμβουλευόταν συχνά και όλοι οι αξιωματούχοι του κράτους όφειλαν να δίνουν όρκο πίστεως τόσο στον ίδιο όσο και στη σύζυγό του. Η επιρροή της αυτή επίσης κατακρίθηκε έντονα από τον Προκόπιο. Η Θεοδώρα στάθηκε πολύτιμη σύντροφος στο πλευρό του Ιουστινιανού. Με την αποφασιστική στάση της τον εμψύχωσε στα γεγονότα της  Στάσης του Νίκα  και τον απέτρεψε από την ιδέα να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη. Ήταν πάντα αφοσιωμένη στους φίλους της, όπως ο στρατηγός  Ναρσής , δεν συγχωρούσε όμως όσους θεωρούσε απειλή για την επιρροή της. Θύμα της ήταν ο  Ιωάννης Καππαδόκης , ο οποίος παρά τις ικανότητές του και τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει στο αυτοκρατορικό ταμείο έχασε το 541 τη θέση του. Σ' αυτήν αποδίδονται διατάξεις της νομοθεσίας του Ιουστινιανού υπέρ των γυναικών, όπως αυτή που απαγόρευε την πώληση προικώων ακινήτων. Στη Θεοδώρα επίσης αποδίδεται η ίδρυση ενός οίκου για πρώην εταίρες. Λιγότερο αποτελεσματική υπήρξε η παρέμβασή της στα εκκλησιαστικά πράγματα. Η Θεοδώρα κατά το διάστημα της παραμονής της στην Αλεξάνδρεια ήρθε σε επαφή με  μονοφυσιτικούς  κύκλους και περιέβαλλε με την προστασία της ηγετικές μορφές του μονοφυσιτισμού όπως ο  Σεβήρος Αντιοχείας  και ο  Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεοδόσιος . Όταν ο τελευταίος καθαιρέθηκε από το θρόνο του, η Θεοδώρα τον φιλοξένησε στην πρωτεύουσα σε κάποιο από τα παλάτια της και του επέτρεψε να χειροτονήσει μονοφυσίτες επισκόπους οι οποίοι στάλθηκαν στην Ανατολή. Ένας απ’ αυτούς, ο  Ιάκωβος Βαραδαίος , περιπλανήθηκε στις ανατολικές επαρχίες και θεωρείται ιδρυτής της  Συριακής Ορθόδοξης Εκκλησίας  (Ιακωβιτική Εκκλησία). Η Θεοδώρα πέθανε το 548 μ.Χ και τάφηκε στην  εκκλησία των Αγίων Αποστόλων . Το μονόγραμμά της είναι χαραγμένο στα κιονόκρανα της Αγίας Σοφίας και η μορφή της μαζί με του Ιουστινιανού έχει αποτυπωθεί στο λαμπρό ψηφιδωτό του Αγίου Βιταλίου της Ραβέννας.
  • 20.
  • 21.
    Τρεις βυζαντινοί χρονικογράφοι,ο Συμεών ο μεταφραστής, ο  Γεώργιος Αμαρτωλός και ο Λέων ο Γραμματικός, αναφέρουν ότι έλαβε μέρος στην τελετή επιλογή νύφης για τον αυτοκράτορα  Θεόφιλο, την οποία είχε οργανώσει η μητριά του Ευφροσύνη. Σε αυτή, που τοποθετείται χρονικά ή στο 821 ή στο 830,[5] ο αυτοκράτορας επέλεγε τη σύζυγο της αρεσκείας του δίνοντας της ένα χρυσό μήλο. Θαμπωμένος από την ομορφιά της Κασσίας, ο νεαρός αυτοκράτορας την πλησίασε και της είπε: «Ὡς ἂρα διά γυναικός ἐῤῥρύη τὰ φαῦλα » «Από μία γυναίκα ήρθαν στον κόσμο τα κακά [πράγματα]», αναφερόμενος στην αμαρτία και τις συμφορές που προέκυψαν από την Εύα. Η Κασσία, ετοιμόλογη, του απάντησε: «Ἀλλά καὶ διά γυναικός πηγάζει τά κρείττω » «Και από μία γυναίκα [ήρθαν στον κόσμο] τα καλά [πράγματα]», αναφερόμενη στην ελπίδα της σωτηρίας από την ενσάρκωση του Χριστού μέσω τηςΠαναγίας. Με βάση την παράδοση ο ακριβής διάλογος ήταν: -Εκ γυναικός τα χείρω.  -Kαι εκ γυναικός τα κρείττω. Ο εγωισμός του Θεόφιλου τραυματίστηκε με αποτέλεσμα να απορρίψει την Κασσιανή και να επιλέξει τη Θεοδώρα από την Παφλαγονία της  Μικράς Ασίας για σύζυγό του.
  • 22.
    Με βάση τηνπαράδοση ο αυτοκράτορας Θεόφιλος συνεχίζοντας να είναι ερωτευμένος μαζί της, επιθυμούσε να την δει για μία τελευταία φορά πριν πεθάνει κι έτσι πήγε στο μοναστήρι όπου βρισκόταν. Η Κασσιανή ήταν μόνη στο κελί της γράφοντας το τροπάριο της όταν αντιλήφθηκε την άφιξη της αυτοκρατορικής ακολουθίας. Τον αγαπούσε ακόμη αλλά πλέον είχε αφιερώσει τη ζωή της στο Θεό γι αυτό και κρύφτηκε, μη επιθυμώντας να αφήσει το παλιό της πάθος να ξεπεράσει το μοναστικό της ζήλο. Άφησε όμως το μισοτελειωμένο ύμνο πάνω σε ένα τραπέζι. Ο Θεόφιλος ανακάλυψε το κελί της και μπήκε σε αυτό ολομόναχος. Την αναζήτησε αλλά μάταια. Εκείνη τον παρακολουθούσε μέσα από μία ντουλάπα στην οποία είχε κρυφτεί. Ο Θεόφιλος στενοχωρήθηκε, έκλαψε και μετάνιωσε που για μία στιγμή υπερηφάνειας έχασε μία τόσο όμορφη και έξυπνη γυναίκα. Στη συνέχεια βρήκε τα χειρόγραφα της Κασσιανής επάνω στο τραπέζι και τα διάβασε. Μόλις ολοκλήρωσε την ανάγνωση κάθισε και πρόσθεσε ένα στίχο στον ύμνο. Σύμφωνα με την παράδοση ο στίχος αυτός ήταν «ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη». Φεύγοντας εντόπισε την Κασσιανή που κρυβόταν στην ντουλάπα αλλά δεν της μίλησε, σεβόμενος την επιθυμία της. Η Κασσιανή βγήκε από την κρυψώνα της μετά την αναχώρηση του αυτοκράτορα, διάβασε την προσθήκη του και στη συνέχεια ολοκλήρωσε τον ύμνο.
  • 23.
  • 24.
    Οι σχέσεις τωνφύλων στο περήφανο και αδούλωτο Σούλι ήταν διαφορετικές απ΄ ό,τι στην υπόλοιπη Ελλάδα. Θύμιζαν τη θέση της γυναίκας στην αρχαία Σπάρτη. Οι άντρες σέβονταν τις γυναίκες τους και συχνά ζητούσαν τη γνώμη τους, ιδιαίτερα σε κρίσιμες περιστάσεις. Οι σεβαστότερες απ΄ αυτές αναλάμβαναν το ρόλο του διαιτητή σε διαμάχες μεταξύ των ανδρών. Αντίθετα, ουδέποτε άνδρες ανακατεύονταν σε γυναικείους καβγάδες.          Μερικές καπετάνισσες έπαιρναν μέρος στα στρατιωτικά συμβούλια, όπου οι γνώμες τους υπολογίζονταν όσο και των καπεταναίων. Στο σπίτι, τέλος, οι γυναίκες ήταν οι αδιαμφισβήτητες αφέντρες.          Οι Σουλιώτισσες, πέρα από το νοικοκυριό, έπαιρναν όλες μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις, όπου ο ρόλος τους ήταν, σε πρώτη φάση, εφεδρικός και βοηθητικός Όταν όμως οι περιστάσεις το απαιτούσαν, οι γυναικείες εφεδρείες ρίχνονταν στη μάχη, άλλοτε κατρακυλώντας βράχους πάνω στον εχθρό, άλλοτε περιβρέχοντάς τον με καυτά βόλια, άλλοτε ορμώντας μπροστά με το σπαθί στο χέρι.          Ο «Χορός του Ζαλόγγου» (παραμονές Χριστουγέννων 1803) αποτελεί αιώνιο σύμβολο για τη γυναίκα που προτιμά το θάνατο από την ατίμωση και τη δυστυχία. Τη γυναίκα-ηρωίδα που «της Ελευθερίας ο έρως» τη σπρώχνει να θυσιάσει τον εαυτό της και τα παιδιά της, να αποχαιρετήσει παντοτινά  «τη γλυκιά ζωή» και τη «δύστυχη πατρίδα». «Στη στεριά δε ζει το ψάρι ούτ’ ανθός στην αμμουδιά / κ’ οι Σουλιώτισσες δε ζούνε μέσ’ τη μαύρη τη σκλαβιά». Η πρώτη σέρνει το χορό, φτάνοντας στο χείλος του γκρεμού, πηδάει και χάνεται στα βάθη του. Την ακολουθούν με τον ίδιο τρόπο, πάντα τραγουδώντας και χορεύοντας,   η δεύτερη, η τρίτη, η τέταρτη… Γύρω ακούγεται το μουγκρητό του ανέμου, που στροβιλίζει το χιόνι κι ανακατεύεται με το τραγούδι…          Την ίδια χρονική στιγμή(Δεκ. 1803), η Δέσπω Σέχου-Μπότση, σύζυγος του Γιωργάκη Μπότση, κυνηγημένη από τους Τουρκαλβανούς, μετά τη συνθηκολόγηση του Αλή Πασά με τους Σουλιώτες, οχυρώθηκε με τις κόρες, τις νύφες και τα εγγόνια της στον πύργο του Δημουλά στη Ρηνιάσα και ύστερα από σθεναρή αντίσταση ανατίναξε τον πύργο, για να μην παραδοθούν στον εχθρό.          Από τις Σουλιώτισσες ξεχώρισαν άλλες δυο, οι οποίες υπήρξαν οι διασημότερες από τις άλλες, καταφέρνοντας να περάσουν τα ονόματά τους στο δημοτικό τραγούδι κι από εκεί στη σφαίρα του θρύλου. Η Μόσχω Τζαβέλα, σύζυγος του Λάμπρου, κατέχει τον τίτλο της «γυναίκας του Σουλίου». Ήταν  η πρώτη και μεγαλύτερη ηρωίδα του Σουλίου. Με βαριά καρδιά έδωσε στο χέρι του αιμοβόρου Αλή Πασά τον πρωτότοκο γιο της Φώτο, για θυσία, και έβαλε πάνω από τον ίδιο της το γιο την αγάπη της για την πατρίδα. «Το παιδί μου  είναι παιδί του Σουλίου και σα γλιτώσει το Σούλι γλιτώνει και το παιδί μου»,είπε χαρακτηριστικά στον πασά.          Μια άλλη γυναίκα φυσιογνωμία που ξεχώρισε ήταν η Χάιδω Γιαννάκη Σέχου. Το όνομά της είχε πρωτακουστεί στον πόλεμο του 1792, όπου ο ηρωισμός της , μας πληροφορούν ξένοι διπλωμάτες την εποχή εκείνη στην κατεχόμενη Ελλάδα, προκαλούσε το σεβασμό και το θαυμασμό των συμπατριωτών της. Πρώτη έτρεχε στη μάχη, συχνά δίπλα στους άντρες, συχνότερα μπροστά απ’ αυτούς.       Η ηρωίδα αυτή άγγιξε το απόγειο της δόξας της στη δραματική τριετία 1800-1803, οπότε «καμιά γυναίκα δεν αναδείχθηκε όσο η Χάιδω», βεβαιώνει ο Γερμανός Μπαρτόλντι.
  • 25.
  • 26.
    Η Μαντώ Μαυρογένους ήταν ηρωίδατης ελληνικής επανάστασης του 1821. Κόρη του εγκατεστημένου στην Τεργέστη Έλληνα μεγαλέμπορου Νικολάου Μαυρογένους, γεννήθηκε το 1796 στην Πάρο. Μεγαλώνει στο άνετο αστικό περιβάλλον του πατρικού σπιτιού, που την εξοπλίζει με ξεχωριστή μόρφωση και την επηρεάζει με τις ιδέες του διαφωτισμού. Η μόρφωσή της, ο εκρηκτικός χαρακτήρας της και η φλόγα για την ελευθερία της Ελλάδας την ανέδειξαν σε μια ξεχωριστή μορφή της επανάστασης. Με την έναρξη της επανάστασης έρχεται στη Μύκονο και ξεσηκώνει τους Μυκονιάτες. Με τα καράβια που εξοπλίζει, συμμετέχει στο ναυτικό αγώνα και τις συγκρούσεις με τον τουρκικό στόλο, αλλά ξεκαθαρίζει και την ευρύτερη περιοχή από τους πειρατές. Συντηρεί με δικά της έξοδα εκτός από τα πλοία με τα πληρώματα και σώμα πεζικού. Παίρνει μέρος στις μάχες του Πηλίου, της Φθιώτιδας και της Λιβαδειάς. Γνωρίζοντας τη γαλλική γλώσσα ήταν η συντάκτρια της συγκινητικής έκκλησης προς τις γυναίκες της Γαλλίας, ζητώντας τη συμπαράστασή τους στον αγώνα και τα δεινά των Ελλήνων. Έδωσε για τον αγώνα 700.000 γρόσια ενώ δε δίστασε να πουλήσει ακόμα και κοσμήματά της για να περιθάλψει 2.000 Μεσολογγίτες που σώθηκαν από την Έξοδο... Τιμήθηκε με το βαθμό του αντιστρατήγου από τον Καποδίστρια και της παραχωρήθηκε σπίτι στο Ναύπλιο. Στην απελευθερωμένη Ελλάδα, οι πολιτικές ίντριγκες του Κωλέτη έχουν σαν στόχο και τη Μαντώ. Αποσύρεται απογοητευμένη στην Πάρο το 1840, όπου πέθανε το 1848, φτωχή και λησμονημένη, έχοντας διαθέσει όλη της την περιουσία στον αγώνα της Ελλάδας για απελευθέρωση. 
  • 27.
    Η Μαντώ αγάπησεκι αυτή. Κι αγάπησε έναν ξακουστό αρχηγό. Έναν από τους ενδοξότερους άντρες της Ελλάδας. Ήταν ο Δημήτριος Υψηλάντης, ο μόνος που αγάπησε σε όλη τη ζωή της. Η αγάπη της δεν άλλαξε ποτέ. Ακόμη κι όταν κάθε ελπίδα να γίνει σύζυγός του είχε χαθεί, μετά από ένα συμβάν που μου εκμυστηρεύτηκε η ίδια, με δάκρυα στα μάτια, και το οποίο καθιστούσε αδύνατο αυτόν τον γάμο, που τον ποθούσε εδώ και τόσα χρόνια από τα βάθη της καρδιάς της…[…] Θα πρέπει να ήταν τότε περίπου 30 ετών. Η ομορφιά της είχε ήδη θαμπώσει, όμως η χάρη της, οι ευγενικοί τρόποι, το πνεύμα της, την έκαναν ακόμη τόσο όμορφη, όσο ήταν μέσα σε όλη της την δόξα. Η ένδοξη κόρη της Μυκόνου διακρινόταν για την μετριοφροσύνη της. Μια αρετή που άστραφτε μες στην ψυχή της. Είχε μια τέτοια αυταπάρνηση, που δεν υπήρχε όμοιά της…».
  • 28.
  • 29.
    Κόρη του υδραίουπλοιάρχου Σταυριανού Πινότση και της επίσης υδραίας Σκεύως Κοκκίνη, που καταγόταν από εφοπλιστική οικογένεια, γεννήθηκε στις  11 Μαΐου  1771 στις φυλακές της Κωνσταντινούπολης, όπου ο πατέρας της εκρατείτο για συμμετοχή στα  Ορλοφικά . Στα 17 της παντρεύτηκε τον σπετσιώτη πλοίαρχο Δημήτριο Γιάννουζα, από τον οποίο ονομάζετο και Δημητράκαινα. Το 1797ο σύζυγός της σκοτώθηκε σε συμπλοκή με αλγερινούς πειρατές και η Λασκαρίνα σε ηλικία 26 ετών μένει χήρα με τρία παιδιά, τον Ιωάννη, τον Γεώργιο και την Μαρία. Το 1801 παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο τον σπετσιώτη πάμπλουτο εφοπλιστή Δημήτριο Μπούμπουλη, από τον οποίο έλαβε το όνομα Μπουμπουλίνα, με το οποίο έγινε γνωστή. Και ο δεύτερος σύζυγός της σκοτώθηκε σε σύγκρουση με αλγερινούς πειρατές το 1811, μεταξύ Μάλτας και Ισπανίας. Μαζί του απέκτησε τρία παιδιά, την Ελένη, την Σκεύω και τον Νικόλαο. Με την περιουσία του συζύγου της, που ξεπερνούσε τα 300.000 τάλληρα, η Μπουμπουλίνα ασχολήθηκε με τα ναυτιλιακά κι έγινε μέτοχος σε διάφορα σπετσιώτικα πλοία. Όμως, το 1816 οι Οθωμανοί επεχείρησαν να κατάσχουν την περιουσία της, επειδή τα πλοία του συζύγου της μετείχαν υπό ρωσική σημαία στον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1806. Με τη μεσολάβηση του ρώσου πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Στρογκάνωφ και της μητέρας του Σουλτάνου Βαλιντέ κατόρθωσε να διασώσει την περιουσία της.ναυπήγηση του πλοίου «Αγαμέμνων», για το οποίο δαπάνησε 25.000 δίστηλα. Με μήκος 48 πήχεις (περίπου 34 μέτρα) και εξοπλισμένο με 18 κανόνια, ο «Αγαμέμνων» καθελκύστηκε το 1820 και ήταν το μεγαλύτερο πλοίο που έλαβε μέρος στην Επανάσταση. Ο Εθνικός Ξεσηκωμός βρήκε την Μπουμπουλίνα «πεντη- κοντούτιδα, ωραίαν, αρειμάνιον ως αμαζόνα, επιβλητικήν καπετάνισσαν, προ της οποίας ο άνανδρος ησχύνετο και ο ανδρείος υπεχώρει», όπως τη σκιαγράφησε ο δημοσιογράφος και ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων. Ξόδευε την περιουσία της, όχι μόνο για τη διατήρηση των πλοίων της, αλλά και για τα στρατεύματα στην ξηρά. Συμμετείχε με το πλοίο της «Αγαμέμνων» στον αποκλεισμό του Ναυπλίου και ανεφοδίασε με δικές της δαπάνες τους υπερασπιστές του Άργους. Σε μια έφοδο των Τούρκων υπό τον Κεχαγιάμπεη σκοτώθηκε ο γιος της Ιωάννης Γιάννουζας. Στη συνέχεια έλαβε μέρος στον αποκλεισμό της Μονεμβασίας, στην πολιορκία και την άλωση του Ναυπλίου και της Τριπόλεως, στην οποία εισήλθε πάνω σε λευκό ίππο και έσωσε τα χαρέμια του  Χουρσίτ Πασά  από τη μήνη των πολιορκητών. Μετά την άλωση του Ναυπλίου, το Νοέμβριο του 1822, η Μπουμπουλίνα εγκαταστάθηκε στην πόλη (έδρα της προσωρινής κυβέρνησης), όπου έζησε έως τα μέσα του 1824. Εκδιώχθηκε από το Ναύπλιο κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, όταν πήρε το μέρος του φυλακισμένου Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, με τον οποίο είχε συγγενέψει, από το γάμο της κόρης της Ελένης με τον γιο του Πάνο. Οι κυβερνητικοί σκότωσαν τον γαμπρό της και από την ίδια αφαίρεσαν το κομμάτι γης που της είχαν δώσει για τις υπηρεσίες της στον Αγώνα. Έτσι, η Μπουμπουλίνα επέστρεψε πικραμένη στις Σπέτσες και εγκαταστάθηκε στο σπίτι του δεύτερου συζύγου της, μόνη με τα υπολείμματα της περιουσίας της, μέχρι το τέλος της ζωής της, που δεν άργησε να έλθει. Τον Μάιο του 1825 ο γιος της Γεώργιος Γιάννουζας κλέφτηκε με την Ευγενία Κούτση, κουνιάδα του ετεροθαλούς αδελφού της Μπουμπουλίνας, Λάζαρου Ορλώφ. Ο Ορλώφ, συνοδευόμενος από μέλη της οικογένειας Κούτση, πήγε στο σπίτι της Μπουμπουλίνας σε αναζήτηση της Ευγενίας. Στη λογομαχία που ακολούθησε, κάποιος πυροβόλησε και χτύπησε στο μέτωπο την Μπουμπουλίνα, που έπεσε νεκρή ( 22 Μαΐου ). Δεν έχει διαλευκανθεί αν ήταν τυχαίο περιστατικό ή δολοφονία. Τα οστά της εναποτέθηκαν στον ιδιόκτητο ναΐσκο του Αγίου Ιωάννου. Μεταθανάτια έλαβε τον τίτλο του ναυάρχου από τη Ρωσία, πρωτοφανής τιμή για γυναίκα.
  • 30.
  • 31.
  • 32.
  • 33.
    Ξεχωριστή γυναικεία μορφήπου κυριαρχεί στα δρώμενα της Οδύσσειας είναι η κόρη τουΙκάριου και σύζυγος του Οδυσσέα, η Πηνελόπη. Προβάλλεται από τον Όμηρο ως πρότυπο συζυγικής πίστης, μητρικής στοργής, γυναικείας σωφροσύνης, καρτερίας, αξιοπρέπειας, και ευψυχίας. Χαρακτηρίζεται ωραία σαν την Άρτεμη ή την Αφροδίτη, με «αγαθάς φρένας», άμεμπτη και συνετή. Ανυπάκουη όμως στην προσταγή του Οδυσσέα να προχωρήσει σε δεύτερο γάμο, αν εκείνος τυχόν σκοτωθεί στην εκστρατεία κατά του Ιλίου, ζει πάντα με το όραμα του πανούργου πολεμιστή και σοφίζεται τεχνάσματα με τον αργαλειό της, για να εξαπατά τους μνηστήρες. Την πρωτοσυναντούμε μεγαλοπρεπή σε γιορταστική συγκέντρωση στη ραψωδία α, μετά από ευωχία φαγητού και οίνου των μνηστήρων, όταν ο ξακουστός Φήμιος κρούει την κιθάρα του, τραγουδώντας τον πικρό γυρισμό των Αχαιών από την Τροία και τον παρακαλεί να σταματήσει το τραγούδι του, γιατί πληγώνεται η καρδιά της ενώ αλησμόνητος ο πόνος της θερίζει τα σπλάχνα. Απέναντι στις αδηφάγες επιδιώξεις των πολυάριθμων και συνωμοτούντων μνηστήρων, που σφετερίζονται μαζί με τη βασιλεία και τη ζωή του Τηλέμαχου, ακλόνητη κι αταλάντευτη υψώνεται η ισχυρή φυσιογνωμία της Πηνελόπης.
  • 34.
    Με αγωνία περιμένειτην επιστροφή του Τηλέμαχου από το ταξίδι του στη Σπάρτη, όπου πήγε για να πάρει πληροφορίες για τον πατέρα του. Και εκφράζει τη μητρική της τρυφερότητα, όταν το αγαπημένο της παιδί επιστρέφει· με κλάματα τον αγκαλιάζει και τον φιλά στα γλυκά του μάτια. «Γλυκερόν φάος», του λέει, «Γλυκό μου φως». Η φήμη της Πηνελόπης για καρτερία, συζυγική πίστη κι αγνότητα περνά από τα όρια του Πάνω Κόσμου και φθάνει μέχρι κάτω στον Άδη. Έτσι, όταν ο Οδυσσέας κατεβαίνει στον Άδη για χρησμό από την ψυχή του Τειρεσία, η σεβαστή του μητέρα, η Αντίκλεια, τον διαβεβαιώνει: «Ναι, εκείνη με πιστή καρδιά στ’ αρχοντικό σου μένει κι οι νύχτες της περνούν πικρές κι οι μέρες της θλιμμένες» λ 184-185 Για την έντιμη δόξα της Πηνελόπης μιλάει ακόμη και ο αδικοσκοτωμένος Αγαμέμνονας από τον Κάτω Κόσμο. «Μα, εσύ Οδυσσέα, από σφαγή γυναίκας δεν φοβάσαι γιατί είναι φρόνιμη πολύ κι έχει καλή τη γνώμη». λ 449-450 Η εικόνα της Πηνελόπης εμφανίζεται περίλαμπρη και ολοκληρωμένη, με συνέπεια στον λόγο, στην πλούσια και γιορταστική περιποίηση του ξένου, που φτάνει μαζί σχεδόν με τον Τηλέμαχο στο νησί τους. Η «πολυσέβαστη γυναίκα», όπως την αποκαλεί ο ξένος, ακούει πανευτυχής την είδηση ότι ο αδάμαστος πολεμιστής ήταν πατρικός του φίλος κι ότι πολύ γρήγορα θα γυρίσει ή ίσως να γύρισε κιόλας με πολλούς θησαυρούς στη χώρα του. «Άμποτε, ξένε, ο λόγος σου αυτός και να αληθέψει. Τότε θα δεις τη γνώμη μου και πόσα θα σου δώσω», του λέγει τ 310-311 Η ειρωνεία όμως της μη αναγνώρισης του Οδυσσέα από την Πηνελόπη συνεχίζεται και στην τρυφερή σκηνή της συνάντησης και συνομιλίας των δύο μόνο συζύγων, γιατί η Παλλάδα με πολλή σοφία έχει φροντίσει να μεταμορφώσει τον Οδυσσέα σε γερο-επαίτη και τη σεβαστή «άλοχο» σε πανέμορφη επιθυμητή γυναίκα. «Κανείς κυρά, σ’ όλη τη γη δε θα σου βρει ψεγάδι. Αλήθεια, φτάνει η δόξα σου ως τα πλατιά τα ουράνια». τ 106 βροντολαλεί ο Οδυσσέας... Η δόξα της, που φτάνει μέχρι τα πλατιά ουράνια, την ξεχωρίζει για τη δικαιοσύνη και την κρίση της, για την ορθή διοίκηση, την αύξηση του πλούτου και την ευδαιμονία του λαού. Γι’ αυτό ο άνδρας της της απονέμει τιμητικούς επαίνους, του πιο άψογου βασιλιά που’ χει «αντριωμένους να κυβερνά». Κι επίσημα ομολογεί την καταξίωσή της πρωταρχόντισσας της πόλης πριν ακόμη από την αναγνώρισή του και πριν από την τιμωρία των μνηστήρων. Σε αντίθεση με τον ξένο, που στις ερωτήσεις της απαντά με μακριές ψεύτικες διηγήσεις, η Πηνελόπη, με συναισθηματική εμπιστοσύνη κι έντονη εξομολογητική διάθεση, ακουμπά τα πιο κρύφια της ψυχής της μελήματα και τους καημούς της μετά τα πειστήρια που της φανερώνει ο ίδιος για τη γνωριμία του με τον Οδυσσέα. Έτσι, του αποκαλύπτει και το τελευταίο της μυστικό για το «αγώνισμα του τόξου» μεταξύ των μνηστήρων. Στη σκηνή της «μνηστηροκτονίας» η Πηνελόπη είναι απούσα. Η Παλλάδα φροντίζει να την κρατά μακριά· την αποσύρει με τέχνη από τα δώματά της, για να μην λερωθεί το βλέμμα της από τους σκοτωμούς και, για να μην ακούσει τις φωνές των μνηστήρων, την αποκοιμίζει με ύπνο γλυκό. Αλλά πώς τελικά η ταλαίπωρη Πηνελόπη να πιστέψει την επιστροφή του αγαπημένου συζύγου που της αποκαλύπτει η καλή της βάγια Ευρύκλεια; «Καλή μου βάγια, αχ, οι θεοί σου σάλεψαν τα φρένα που και τον πιο γερό στο νου μπορούν να τον τρελάνουν». ψ 111-112
  • 35.
    Συγκρατημένη και μεκάθε σκεπτικισμό η συνάντηση των δύο αγαπημένων προσώπων. Μπροστά στο μεγαλείο της πιστής κι αφοσιωμένης συντρόφου της ζωής και των στοχασμών του, ο ακαταπόνητος ταξιδευτής, ο γενναίος Οδυσσέας, ο πανούργος κι ατρόμητος μένει δέσμιος και υπόχρεος της απόφασης της πιστής του γυναίκας. Ό,τι πάσχισε για την αγάπη της ό,τι υπέφερε για την επιστροφή του, ό,τι πέτυχε με πονηριά, αντοχή, τόλμη και λαχτάρα, τώρα χαμηλοθωρώντας με δειλία και συστολή αφήνεται στην κρίση της λατρευτής του βασίλισσας. Και περιμένει σιωπηλά με λαχτάρα και ανυπομονησία, πότε θα του απευθύνει τον λόγο. Αλλά η Πηνελόπη μένει άλαλη, χωρίς να χάσει την αυτοκυριαρχία της, τον κοιτάζει περίεργα και εξεταστικά. Υψηλής σύλληψης η σκηνή της αναγνώρισης του Οδυσσέα από την Πηνελόπη με το τέχνασμα της κλίνης που είναι κατά το ομηρικό κείμενο οι «πύστεις», οι αποδείξεις τις οποίες η «περίφρων» Πηνελόπη ζητά. Αλλά ο πανούργος Οδυσσέας, που μέχρι τώρα στέκεται ήρεμα κι υπομονετικά μπροστά της, μόλις ακούσει την προσταγή της βασίλισσάς του να στρωθεί το κρεβάτι του έξω από τα δώματά της, μεταμορφώνεται σε θηρίο. Ευθύς αντιλαμβάνεται τη μικρή κατεργαριά της γυναίκας του, αυτός, που κανένας μέχρι τώρα δεν τον ξεπέρασε στην πονηριά, και εξαγριώνεται. Με τα αλάθευτα όμως σημάδια της νυφικής παστάδας, που ο ίδιος ο Οδυσσέας έφτιαξε, η Πηνελόπη πείθεται και βουτηγμένη στα δάκρυα μέσα σε ένα παραλήρημα χαράς τρέχει τον αγκαλιάζει και τον φιλά, απολογούμενη: «Μη μου θυμώνεις, άντρα μου, που σ’ όλα στοχασμένος κι από όλους είσαι πιο πολύ. Αχ, οι θεοί τις πίκρες μας έστειλαν, που ζήλεψαν πάντα μαζί να ζούμε. ψ 215-217 ...Μη μου κακιώσεις τώρα που δε σε χάρηκα απ’ αρχής την ώρα καθώς σ’ είδα. Γιατί έτρεμε η καρδούλα μου στα τρυφερά μου στήθια μην έρθει έστω με ψέματα κανείς και με γελάσει»ψ 219-222
  • 36.
    Ο ΑΝΤΙΠΟΔΑΣ ΤΗΣΠΗΝΕΛΟΠΗΣ ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
  • 37.
    Κλυταιμήστρα, και Κλυταιμνήστρα (ο πρώτος τύπος είναι ο αρχαιότερος, χρησιμοποιούμενος στις επιγραφές). Κόρη του Τυνδάρεω και της Λήδας. Αδέλφια της είναι οι Διόσκουροι κι’ οι αδελφές της η Φοίβη, η Φυλονόη (από άλλον πατέρα), η ωραία Ελένη κι’ η Τιμάνδρα. Οι δύο τελευταίες, όπως κι’ αυτή, απατούν τον άντρα τους – είναι μια κατάρα που βαραίνει τις Τυνδαρίδες. Πληρώνουν την οργή της Αφροδίτης εναντίον του πατέρα τους, που δεν πρόσφερε θυσία, όπως λέει ο Στησίχορος.
  • 38.
    Ο Αγαμέμνονας διηγείται τα τηςΚλυταιμήστρας, όταν τον συνάντησε ο Οδυσσέας στον Άδη.   Είναι αυτή δόλια, αναίσχυντη και κακούργα. Λαμβάνει μέρος στο φόνο του συζύγου της και σκοτώνει η ίδια την Κασσάνδρα δίπλα στον Αγαμέμνονα· δε θέλει να κλείσει τα μάτια, του ενώπιόν της αποθνήσκοντος συζύγου της, ο οποίος αναφωνεί ότι «ουκ αινότερον και κύντερον άλλο γυναικός».   «Διογέννητε του Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Οδυσσέα, μήτε στα πλοία με ρήμαξε ο θεός ο Ποσειδώνας, κακή φουρτούνα στέλνοντας μ’ ανάποδους ανέμους, μήτε στη γης με χάλασαν οχτροί, παρά τη μοίρα του Χάρου μου ‘φερε ο Αίγιστος με την καταραμένη γυναίκα μου, και μ’ έκαψε· με κάλεσε σε δείπνο, και μ’ έσφαξε όπως σφάζουνε μες στο παχνί το βόδι». Το ήθος λοιπόν της Κλυταιμήστρας δεν παρουσιάζεται το ίδιο σε όλα τα χωρία της «Οδύσσειας», τα οποία όμως συμφωνούν σ’ αυτό, ότι ο φόνος έγινε στο σπίτι του Αίγισθου κατόπιν δείπνου. Η Κλυταιμνήστρα μετά τον φόνο του Αγαμέμνονα, πίνακας του John Collier, 1882. Επτά χρόνια βασίλευσε ο Αίγισθος και τον όγδοο σκοτώθηκε μαζί με την Κλυταιμήστρα από τον Ορέστη. Το τέλος τους όμως δε το διηγείται με σαφήνεια ο Όμηρος (γ 310). Μετά τον Όμηρο ασχολήθηκαν με τη Κλυταιμήστρα οι τραγικοί. Ο Αισχύλος στην «Ορέστεια» παρουσιάζει την Κλυταιμήστρα να διηγείται στο χορό με αναισχυντία τα του φόνου του συζύγου της και προτρέπει το χορό να χαρεί και αυτός. Στην απορία του χορού για την θρασύτητα και τους κομπαστικούς της λόγους επαναλαμβάνει ότι έπρεπε να το κάνει αδιαφορώντας για τους ψόγους του χορού. Ο δε Αίγισθοςπαρουσιάζεται ως τιμωρός του γένους του, διότι ο Ατρέας σκότωσε τον πατέρα του Θυέστη. Και στο Σοφοκλή το ίδιο παρουσιάζεται η Κλυταιμνήστρα. Έχει μεν συνείδηση της κακή της πράξης αλλά δε μετανοεί και προσπαθεί, χωρίς ντροπή να εξηγήσει το φόνο του συζύγου της ως αντίποινα για τη θυσία της Ιφιγένειας. Απ’ όλους τους αρχαίους μόνο ο Ευριπίδης προσπαθεί να δικαιολογήσει αυτή, παρουσιάζοντάς την ως εκδικούμενη και ότι την προέτρεψαν άλλοι. Ως δείγμα κακής γυναίκας ήταν κατάλληλη η Κλυταιμήστρα να γίνει υπόθεση και σεσοφιστικά εγκώμια. Ρητορικά μνημεία με αυτή την υπόθεση αναφέρονται του Ισοκράτους και του σοφιστού Πολυκράτους. Αλλά και η γλυπτική και η ζωγραφική ασχολήθηκαν με την Κλυταιμήστρα.
  • 39.
  • 40.
    Η μορφή τηςΑνδρομάχης, όπως σκιαγραφείται από τον Όμηρο στην Ιλιάδα, έχει διατηρηθεί στη δυτική λογοτεχνία ως πρότυπο συζυγικής πίστης και αφοσίωσης. Η ηρωίδα εμφανίζεται να εκπληρώνει σε υπέρτατο βαθμό έναν από τους κύριους ρόλους που η γυναίκα στην αρχαία Ελλάδα όφειλε να έχει. Στην περίφημη ομιλία της με τον Έκτορα (Ιλιάδα Ζ 390-499) διαπιστώνει κανείς όλα τα χαρακτηριστικά της συζύγου στην ιδεατή της μορφή (σε αντίθεση με τις γυναίκες του Σημωνίδη που απεικονίζονται σε καταφανή παραβίαση του συζυγικού τους ρόλου). Η μεγάλη αγάπη της προς τον Έκτορα την έχει αναγκάσει να εγκαταλείψει τον παραδοσιακό χώρο της γυναίκας - συζύγου, το εσωτερικό δηλ. του οίκου, [1]  και να αναζητήσει πάνω στον μεγάλο πύργο της πόλης απαντήσεις για την τύχη των Τρώων και του Έκτορα στο πεδίο της μάχης (Ζ 386-387). Το ομηρικό χωρίο είναι αποκαλυπτικό της αγωνίας που παρακινεί την Ανδρομάχη σε αυτή την αναζήτηση: βιαστική έχει πάει στο τείχος,/ σαν τρελή... (Ζ 388-389, μτφρ. Ο. Κομνηνού-Κακριδή). Επιπλέον, γίνεται φανερό ότι ως υπόβαθρο της συζυγικής αγάπης της ηρωίδας βρίσκονται αισθήματα τρυφερότητας, που θαυμάσια απεικονίζονται από τον Όμηρο στην κίνηση της Ανδρομάχης, μόλις συναντά τον Έκτορα, να βάλει το χέρι της μέσα στο δικό του (Ζ 406) και δακρυσμένη να τον μαλώσει τρυφερά προσφωνώντας τον δαιμόνιε (Ζ 407) Το συναισθηματικό βάρος που φέρει η ηρωίδα σε αυτή τη σκηνή δεν της αφαιρεί την ικανότητα να σκέφτεται και να εκφράζεται ορθολογικά, χαρακτηριστικά που ήταν επαινετέα ως στοιχεία μιας άξιας συζύγου. Η λεπτομερής αναφορά της οικογενειακής της κατάστασης, που σκιαγραφεί την απόλυτη ορφάνια της, καταδεικνύουν την εξάρτηση που έχει η Ανδρομάχη από τον Έκτορα (Ζ 410- 413: για μένα θα ήταν καλύτερο/ να με καταπιεί η γη, αν σε χάσω. Γιατί δεν θα έχω πια άλλη/ χαρά όταν εσύ θα έχεις χαθεί,/ παρά καημούς μονάχα. Κι’ ούτε έχω πατέρα και σεβάσμια μάνα, μτφρ. Ο. Κομνηνού-Κακριδή). Σε τέτοιο βαθμό επιστρατεύει τον ορθολογισμό της η Ανδρομάχη που τολμά να προτείνει στον Έκτορα ένα στρατηγικό σχέδιο για την απόκρουση των εχθρών (Ζ 433-439), πράξη που σαφώς καταδεικνύει την υπέρβαση του παραδοσιακού ρόλου μιας συζύγου! Όταν η συνάντηση των δύο συζύγων φτάνει στο τέλος της ο Έκτορας «επαναφέρει» την Ανδρομάχη στο πλαίσιο που ο ρόλος της συζύγου απαιτεί. Τη στέλνει πίσω στο εσωτερικό του οίκου του και της υπενθυμίζει -τρυφερά μεν αλλά αποφασιστικά- τις ενασχολήσεις μιας γυναίκας μέσα στο σπίτι του άντρα της: επίβλεψη της δουλειάς των δούλων, αργαλειός και ρόκα για την ίδια˙ ο πόλεμος είναι δουλειά των ανδρών (Ζ 490-493).
  • 41.
  • 43.
    Η αποκαλούμενη καιΩραία Ελένη, περίφημη για την ομορφιά της, στην ελληνική μυθολογία ήταν κόρη του  Τυνδάρεω  και σύζυγος του Μενέλαου , του βασιλέα της Σπάρτης. Η αρπαγή της από τον  Πάρη  και η μεταφορά της στην Τροία έγινε αφορμή, σύμφωνα με το μύθο, του Τρωικού Πολέμου. Ο Όμηρος την ονομάζει κόρη του Δία και φαίνεται ότι γεννήθηκε από την επαφή του με τη  Λήδα , την οποία ο θεός επεσκέφθη μεταμορφωμένος σε κύκνο. Είναι δηλαδή αδελφή των Διοσκούρων Κάστορα και Πολυδεύκη. Ο θρύλος της ομορφιάς της είχε εξαπλωθεί σ' όλη την Ελλάδα. Πολύ μικρή την έκλεψε ο Θησέας με τη βοήθεια του Πειρίθου, ενώ χόρευε στο ναό της Άρτεμης και την μετέφερε στην Αττική, όπου την έκρυψε στις Αφίδνες για να τη φροντίζει η μητέρα του, Αίθρα. Από εκεί την ελευθέρωσαν οι αδελφοί της οι Διόσκουροι. Γύρισε στο Άργος και ήταν η πιο περιζήτητη νύφη όλης της Ελλάδας. Τελικά ο επίσημος πατέρας της, ο Τυνδάρεως, διάλεξε το Μενέλαο για να την παντρέψει. Η Αφροδίτη, σύμφωνα με την υπόσχεση που είχε δώσει στον Πάρη, κανόνισε να νιώσουν δυνατό αμοιβαίο έρωτα κι έτσι ο Πάρις την πήρε με τη θέλησή της στην Τροία. Τρωικός πόλεμος και διαφορετικές εκδοχές Μετά το θάνατο του Πάρη παντρεύτηκε τον αδελφό του Δηίφοβο. Ύστερα από την πτώση της Τροίας ακολούθησε το Μενέλαο στη Σπάρτη, όπου έφτασαν μετά από περιπέτειες οχτώ χρόνων. Από τότε έζησαν ήσυχοι την υπόλοιπη ζωή τους. Ωστόσο, ένας άλλος μύθος θέλει το Μενέλαο να καταπλέει στην Αίγυπτο και να συναντά την πραγματική Ελένη, που του εκμυστηρεύεται ότι η Ελένη για την οποία πολεμούσαν στην Τροία ήταν ένα ψεύτικο όραμα. Στο μύθο αυτό αναφέρεται ο ποιητής Στησίχορος στην περίφημη παλινωδία του, η οποία διασώζεται μες στο Φαίδρο του Πλάτωνα[1], ο τραγικός ποιητής Ευριπίδης στο αντιπολεμικό δράμα του Ελένη, καθώς και ο σύγχρονος ποιητής Γιώργος Σεφέρης στο ποίημα του "Ελένη". Χαρακτηρισμός της Ελένης Ο Όμηρος παρουσιάζει την Ελένη ως πλάσμα ανθρώπινο με θεϊκή καταγωγή, αποφεύγει την κατάκριση και την καταδίκη, αλλά την παρουσιάζει συχνά να αυτοκαταδικάζεται μεταχειριζόμενη το επίθετο «κυνώπις» για τον εαυτό της. Οι λυρικοί ποιητές (Ίβυκος, Αλκαίος) την θεωρούν υπαίτια του πολέμου και την συνδέουν με την απιστία. Η Σαπφώ αναφέρεται στην Ελένη όχι για να την κατακρίνει σαν αιτία πολέμου, αλλά για να δικαιωθεί ο Έρως, ο οποίος είναι δυνατόν να προκαλέσει φοβερότατα δεινά. Ο Αισχύλοςπαρετυμολογώντας το όνομα της την αποκαλεί «Ελέναυς», «Ελέπτολις» και «Έλανδρος». Η Ελένη στον Ευριπίδη τέλος παρουσιάζεται περισσότερο ως θύμα, παρά ως πρόξενος κακών.
  • 44.
    Γυναίκα-μάνα    Θεοτόκος Θέτιδα Η μάνα στηΝ.Ε Λογοτεχνία(ΡίτσοςΒρεττάκος-Καζαντζάκης-ΚαβάφηςΣωτηρίου)
  • 45.
  • 46.
    Με αργό τοβήμα η Παναγιά, με αμέτρητο τον πόνο, την νύχτα από τον Γολγοθά κατέβαινε με μόνο, τον Ιωάννη πλάι της μες στο σκοτάδι εκείνο και οι πέτρες ανατρίχιαζαν στον μυστικό της θρήνο. Γύρω, τριγύρω σιγαλιά, βουβός είναι ο δρόμος, θαρρείς τον κόσμο νέκρωσε κάποιος μεγάλος τρόμος. Και όσο βαδίζουν σαν σκιές στα άχαρα εκείνα μέρη, και μοιρολόγια η Παναγιά τα πιο όμορφα που ξέρει τα λέει και ο αντίλαλος από όπου και αν διαβαίνει κάθε λουλούδι τρυφερό που βρίσκεται μαραίνει. Πώς να μην κλάψει που ‘γινε για αυτήν σκοτάδι η μέρα; Κ’αν είναι Αυτός θεάνθρωπος, εκείνη είναι μητέρα. Και να που ακόμη μια φωνή την ερημιά ταράζει. Αχ,τι φωνή λυπητερή. Ποιος και γιατί στενάζει; Ποιος σαν Αυτή άλλος πονεί και μοιρολόγια λέγει, μη του παιδιού της το χαμό και άλλη μανούλα κλαίει; Ναι, κάποια μάνα είναι αυτή, που μονάχη στην άκρη απαρηγόρητα θρηνεί και χύνει μαύρο δάκρυ Και τούτη σαν τη Μαριάμ, τον γιό της έχει χάσει και δεν μπορεί τέτοιο κακό ποτέ να το ξεχάσει. Η Μαριάμ τον Ιησού τον είδε σταυρωμένο και τούτη είδε τον γιόκα της στο δέντρο κρεμασμένο Και κλαίει, μα το κλάμα της δεν συγκινεί κανέναν, νιώθει όμως τον πόνο της η Παναγιά η Παρθένα, που την ακούει τραβά και πάει να την γνωρίσει λόγια αγάπης να της πεί, να την παρηγορήσει. Με ένα γλυκό χαμόγελο συμπόνοια γεμάτο μάνα της κράζει, δύστυχη μη σέρνεται εδώ κάτω. Δεν είσαι μόνη που έχασες το φώς των ματιών σου, είμαι κ’εγώ, μην δέρνεσαι ποιος ήταν πες μου ο γιός σου; Και αυτή δειλά, σαν ένοχος της απαντά: αδελφή μου, Ιούδας ονομάζεται το σπλάχνο το παιδί μου. Μόνο μια μανα μόνο αυτή, σε όλο τον κόσμο ξέρει ποιο κοφτερό νιώθει βαθιά στα σπλάχνα της μαχαίρι, Στους πέντε δρόμους ρίχτηκα, παιδί μου σαν ζητιάνα, Αχ κάλλιο να μην έσωνα Θεέ να γίνω μάνα Η Παναγιά κατάλαβε, τον γιό της τον γνωρίζει μα σαν μητέρα του Χριστού, δεν φεύγει, δεν γογγύζει. Τον δικό της τον καϋμό ξεχνά την ώρα εκείνη και για τη μάνα τώρα αυτή τα δάκρυά της χύνει Σκύβει και την ασπάζεται, χαιδεύει τα μαλλιά της, και την κρατάει με στοργή πιστά στην αγκαλιά της Της λέει λόγια της καρδιάς και την γλυκομερώνει, της δίνει θάρρος, δύναμη και απάνω την σηκώνει. Έλα και μείνε σπίτι μου την νύχτα να περάσεις, εκεί και οι δυό τον πόνο μας, τον μητρικό να πούμε, το δάκρυ μας να σμίξουμε και να προσευχηθούμε. Η μια στης άλλης το πλευρό σκυφτές
  • 47.
  • 48.
      Πολλά άραΟμήρου επαινούντες, αλλά τούτο         ουκ επαινεσόμεθα .... ουδέ Aισχύλου, όταν φη η         Θέτις τον Aπόλλω εν τοις αυτής γάμοις άδοντα                         «ενδατείσθαι τας εάς ευπαιδίας,                 νόσων τ’ απείρους και μακραίωνας βίους.                 Ξύμπαντα τ’ ειπών θεοφιλείς εμάς τύχας                 παιών’ επευφήμησεν, ευθυμών εμέ.                 Καγώ το Φοίβου θείον αψευδές στόμα                 ήλπιζον είναι, μαντική βρύον τέχνη:                 Ο δ’, αυτός υμνών, ............................                 ...................... αυτός εστιν ο κτανών                 τον παίδα τον εμόν».                                         Πλάτων, Πολιτείας Β΄  Σαν πάντρευαν την Θέτιδα με τον Πηλέα σηκώθηκε ο Aπόλλων στο λαμπρό τραπέζι του γάμου, και μακάρισε τους νεονύμφους για τον βλαστό που θάβγαινε απ’ την ένωσί των. Είπε· Ποτέ αυτόν αρρώστια δεν θαγγίξει και θάχει μακρυνή ζωή.— Aυτά σαν είπε, η Θέτις χάρηκε πολύ, γιατί τα λόγια του Aπόλλωνος που γνώριζε από προφητείες την φάνηκαν εγγύησις για το παιδί της. Κι όταν μεγάλωνεν ο Aχιλλεύς, και ήταν της Θεσσαλίας έπαινος η εμορφιά του, η Θέτις του θεού τα λόγια ενθυμούνταν. Aλλά μια μέρα ήλθαν γέροι με ειδήσεις, κ’ είπαν τον σκοτωμό του Aχιλλέως στην Τροία. Κ’ η Θέτις ξέσχιζε τα πορφυρά της ρούχα, κ’ έβγαζεν από πάνω της και ξεπετούσε στο χώμα τα βραχιόλια και τα δαχτυλίδια. Και μες στον οδυρμό της τα παληά θυμήθη· και ρώτησε τι έκαμνε ο σοφός Aπόλλων, πού γύριζεν ο ποιητής που στα τραπέζια έξοχα ομιλεί, πού γύριζε ο προφήτης όταν τον υιό της σκότωναν στα πρώτα νειάτα. Κ’ οι γέροι την απήντησαν πως ο Aπόλλων αυτός ο ίδιος εκατέβηκε στην Τροία, και με τους Τρώας σκότωσε τον Aχιλλέα.
  • 49.
    Η ΜΑΝΑ ΣΤΟΝΚΑΒΑΦΗ Παραθέτουμε δύο ποιήματα του αλεξανδρινού ποιητή που αναφέρονται στη μάνα: « ΔΕΗΣΙΣ» και «27 Ιουνίου 1906 2μ.μ»
  • 50.
    27 ΙΟΥΝΙΟΥ 1906μ2 μ.μ.       Σαν τόφεραν οι Χριστιανοί να το κρεμάσουν Το δεκαεφτά χρόνων αθώο παιδί  Η μάνα του που στην κρεμάλα εκεί κοντά  Σέρνονταν και χτυπιούνταν μες στα χώματα  Κάτω απ’ τον μεσημεριανό, τον άγριον ήλιο  Πότε ούρλιαζε, και κραύγαζε σα λύκος, σα θηρίο  Και πότε εξαντλημένη η μάρτυσσα μοιρολογούσε  «Δεκαεφτά χρόνια μονάχα με τάζησες παιδί μου»  Κι όταν το ανέβασαν στη σκάλα της κρεμάλας  Κ’ επέρασαν το σκοινί και τόπνιξαν  Το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,  Κι ελεεινά κρεμνιούνταν στο κενόν  Με τους σπασμούς της μαύρης του αγωνίας  Το εφηβικόν ωραία καμωμένο σώμα,  Η μάνα η μάρτυσσα κυλιότανε στα χώματα  Και δεν μοιρολογούσε πια για χρόνια τώρα¨  «Δεκαεφτά μέρες μοναχά» μοιρολογούσε, «δεκαεφτά μέρες μοναχά σε χάρηκα παιδί μου         «ΔΕΗΣΙΣ» H Θάλασσα στα βάθη πήρ' έναν ναύτη. H μάνα του, ανήξερη, πιαίνει κι ανάφτει στην Παναγία μπροστά ένα υψηλό κερί για να επιστρέψει γρήγορα και να ΄ν' καλοί καιροί – και όλο προς τον άνεμο στήνει τ' αυτί. Aλλά ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή, η εικών ακούει, σοβαρή και λυπημένη, ξεύροντας πως δεν θάλθει πια ο υιός που περιμένει
  • 51.
    Η ΜΑΝΑ ΣΤΟΒΡΕΤΤΑΚΟ Δυο μητέρες νομίζουν πως είναι μόνες στον κόσμο Μάνα και γιος
  • 52.
    Ο γιος τηςσκοτώθηκε πριν έξι μήνες Τώρα κάθε πρωί που ανοίγει την πόρτα της, είναι ένα πένθος. Νομίζεις πως βλέπεις, έξω από χρόνο και χώρο: το πένθος. Το βράδυ, το ίδιο: Σπρώχνει την πόρτα σα να σωριάζεται. Μπαίνει τρεκλίζοντας ανάβει το φως. Η μαύρη της μπόλια είναι λυμένη. Οι άκρες της κρέμονται ως κάτου στο πάτωμα. Στον τοίχο, αντίκρυ της η εικόνα ταράζεται. Η Παναγία τη βλέπει, τρέμουν τα χέρια της, θα της φύγει θαρρείς, θα της πέσει το βρέφος της. Τα χείλη της σφίγγονται, η κόκκινη μαντίλα της παίζει. Θέλει να την βοηθήσει, αλλά – το σπίτι είναι έρημο. Δεν έχει σε ποιον ν’ αφήσει σ’ αυτόν τον κόσμο για μια στιγμή το παιδί της. Στης ιστορίας το διάσελο όρθιος ο γιος πολέμαγε κι η μάνα κράταε τα βουνά, όρθιος να στέκει ο γιος της,  μπρούντζος, χιόνι και σύννεφο. Κι αχολόγαγε η Πίνδος σαν να' χε ο Διόνυσος γιορτή. Τα φαράγγια κατέβαζαν τραγούδια κι αναπήδαγαν τα έλατα και χορεύαν οι πέτρες. Κι όλα φώναζαν: "Ίτε παίδες Ελλήνων ..." Φωτεινές σπάθες οι ψυχές σταύρωναν στον ορίζοντα, ποτάμια πισωδρόμιζαν, τάφοι μετακινιόνταν. Κι οι μάνες τα κοφτά γκρεμνά σαν Παναγιές τ' ανέβαιναν Με τη ευκή στον ώμο τους κατά το γιο παγαίναν και τις αεροτραμπάλιζε ο άνεμος φορτωμένες κι έλυνε τα τσεμπέρια τους κι έπαιρνε τα μαλλιά τους κι έδερνε τα φουστάνια τους και τις σπαθοκοπούσε, μ' αυτές αντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα την πέτρα, κι ανηφορίζαν στη γραμμή, όσο που μες στα σύννεφα χάνονταν ορθομέτωπες η μια πίσω απ' την άλλη
  • 53.
    Η ΜΑΝΑ ΣΤΟΡΙΤΣΟ  «Μητέρα» (από τον «Ορέστη»)
  • 54.
    Κ’ η φωνήτης μητέρας, πόσο σύγχρονη, καθημερινή, σωστή, μπορεί να προφέρει φυσικά τα πιο μεγάλα λόγια ή και τα πιο μικρά, στην πιο μεγάλη σημασία τους, όπως: “ μια πεταλούδα μπήκε απ’ το παράθυρο”, ή: “ο κόσμος είναι ανυπόφορα υπέροχος”, ή “θα χρειαζόταν πιότερο λουλάκι στις λινές πετσέτες”, ή “μου διαφεύγει μια νότα απ’ αυτήν την ευωδιά της νύχτας”, και γελάει, ίσως για να προλάβει κάποιον που μπορούσε να γελάσει – Αυτή η βαθιά της κατανόηση κ’ η τρυφερή επιείκεια για όλους και για όλα (σχεδόν μια περιφρόνηση), τη θαύμαζα πάντα και την τρόμαζα μ’ αυτή την ενσυνείδητη, υψηλή περηφάνια της, αναμιγνύοντας το μικρό, πονηρό, πολυδιάστατο γέλιο της, με το μικρό κρότο του σπίρτου και τη φλόγα του σπίρτου, καθώς άναβε την λάμπα της τραπεζαρίας, κ’ ήταν εκεί, φωτισμένη απ’ τα κάτω, μ’ εντοπισμένο πιο ισχυρό το φωτισμό το ευθύγραμμο πηγούνι της και στα λεπτά, παλλόμενα ρουθούνια της, που για λίγο σταματούσαν ν’ ανασαίνουν και στένευαν σαν για να μείνει κοντά μας, να σταθεί, ν’ ακινητήσει μη διαλυθεί σα μια στήλη γαλάζιος καπνός στις πνοές της νύχτας, μην την πάρουν τα δέντρα με τα μακριά κλαδιά τους, μη φορέσει τη δαχτυλήθρα ενός άστρου για ένα απέραντο εργόχειρο – Έτσι έβρισκε πάντα η μητέρα την πιο ακριβή της κίνηση και στάση ακριβώς τη στιγμή της απουσίας της, – πάντα φοβόμουνα μήπως χαθεί απ’ τα μάτια μας, μήπως αναληφθεί καλύτερα, όταν έσκυβε να δέσει το σανδάλι της που άφηνε απ’ έξω τα υπέροχα βαμμένα, κυκλαμένια νύχια της ή όταν διόρθωνε τα μαλλιά της μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη με μια κίνηση της παλάμης της τόσο χαριτωμένη, νεανική κι ανάλαφρη σα να μετακινούσε – τέσσερα αστέρια στο μέτωπο του κόσμου, σα να ‘βαζε να φιληθούν δυο μαργαρίτες πλάι στην κρήνη ή σα να κοίταζε με τόλμη στοργική δυο σκυλιά να κάνουν έρωτα καταμεσίς του σκονισμένου δρόμου σ’ ένα καυτό, θερινό μεσημέρι. Τόσο απλή και πειστική ήταν η μητέρα, επιβλητική κι ανεξερεύνητη.» […]
  • 55.
    Η μάνα στονΚαζαντζάκη Η μάνα μου , μια άγια γυναίκα («Αναφορά στον Γκρέκο»)
  • 56.
    "Οι ώρες πουπερνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο• καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να 'ταν ο αγέρας ανάμεσά μας γάλα και βύζαινα. Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε. Αγαπούσα που τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τα 'βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα εσώρουχά μας, τα σεντόνια μας, όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία. Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μου δηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου• δε μ' έφταναν τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουνα, κάθιζα στα γόνατά της, της χάιδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα: - Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μη στεναχωριέσαι, σεργιανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό. Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σα να μου έλεγε: «Αλήθεια λες;» και χαμογελούσε. Και το καναρίνι, μέσα από το κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να 'χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γης να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους. Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου• δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν' ακούσω καναρίνι, χωρίς ν' ανέβει από το μνήμα της -από το σπλάχνο μου- η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και το κελάδημα του καναρινιού. Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει• χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να 'χαν τα χέρια της μιαν καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινήν ανάγκη. Μπορεί και να 'ναι η νεράιδα, συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά, η νεράιδα που λεν τα παραμύθια, και κινούσε το παιδικό μυαλό μου η φαντασία να δουλεύει: μια νύχτα ο πατέρας μου, περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντηλο, κι από τότε την έφερε στο σπίτι και ψάχνει να βρει το κεφαλομάντηλο, να το ρίξει στα μαλλιά της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει. Την κοίταζα να πηγαινοέρχεται, ν' ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξεσκεπάζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω από το κρεβάτι, κι έτρεμα μην τύχει και βρει το μαγικό κεφαλομάντηλο της και γίνει άφαντη. Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια και λάβωσε βαθιά τη νιογέννητη ψυχή μου• κι ακόμα και σήμερα αποκρατάει μέσα μου πιο ανομολόγητη η τρομάρα ετούτη: παρακολουθώ κάθε αγαπημένο πρόσωπο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρω πως ζητάει το κεφαλομάντηλό της να φύγει."
  • 57.
    Η μάνα στηΔιδώ Σωτηρίου Η μητέρα μου («Ματωμένα χώματα»)
  • 58.
    Η μάνα μουήταν τρυφερή και υπομονετική γυναίκα. Η κακοτροπιά του άντρα της την έκανε να στέκει πάντα σούζα, με τον καλό λόγο και το χαμόγελο στ’ αχείλι: «Στον αράθυμο τον άντρα, έλεγε, σα δεν εναντιώνεσαι τον έχεις σκλάβο». Τώρα τι σόι σκλάβο είχε τον πατέρα, μονάχα κείνη το ’ξερε που έκανε μαζί του ένα λόχο παιδιά. Ωστόσο μια φορά, μια και μοναδική, του εναντιώθηκε. Τον είδε να με χτυπάει με τόση μανία, που το αίμα έτρεχε βρύση από τη μύτη και το στόμα μου. Τότες μπήκε στη μέση, άνοιξε τα χέρια της σαν φτερούγες και με δακρυσμένα μάτια του είπε τρομαγμένη: ― Άμοιρε, θα το χαλάσεις το σπλάχνο σου! Στο σπίτι δυο εξουσίες υπολογίζαμε όλοι: του Θεού και του πατέρα, γιατί μ’ αυτές είχαμε δέσει την ύπαρξή μας. Τη μάνα μας τήνε βλέπαμε σαν το σκεπασμένο ήλιο που τόνε μαντεύεις, μα οι αχτίδες του δε φτάνουνε ίσαμε σένα να σε ζεστάνουν. Ποτέ της δεν έβρισκε καιρό να μας χαϊδέψει, να μας πάρει στα γόνατά της και να μας πει ένα παραμύθι. Ξύπναγε ολοχρονίς χαράματα, άναβε φωτιά, έστηνε τσουκάλι να προκάνει τόσα στόματα. Ύστερα είχε πάντα στην κούνια κι ένα μυξιάρικο να τσιρίζει. Είχε να φροντίσει τα ζωντανά, να βάλει σκάφη, να ζυμώσει, να πλύνει, να γυροφέρνει το νοικοκυριό, να πιάσει βελόνι· όλο το χωριό μιλούσε για την πάστρα και τη νοικοκυροσύνη της. Η αλήθεια είναι πως και το γέρο μου τον σέβονταν ο κόσμος, γιατί κρατούσε λόγο, ήταν τίμιος στο αλισβερίσι, φιλόξενος και προκομμένος. Τόνε σήκωνε πολύ κι η αρχοντοκαμωσιά του, ψηλόλιγνος καθώς ήτανε και σγουρομάλλης, με βαθιά γαλάζια μάτια και στρωτά γερά δόντια, που τα πήρε ατόφια στον τάφο του. Για τούτο και καμάρωνα όταν οι γειτόνισσες λέγανε στη μάνα μου: «Ο γιος σου, ο Μανώλης, είναι φτυστός ο μπάρμπα-Δημητρός». Δούλευε δεκάξι με δεκαοχτώ ώρες δίχως να ξαποστάσει. Σήκωνε μοναχός του γομάρια εξήντα εβδομήντα οκάδες, μα ποτέ δεν τον άκουγες να βαρυγκομήσει. Η τσάπα και τ’ αλέτρι γίνονταν υπάκουα στο χέρι του. Τα ζωντανά τον τρέμανε και τον αγαπούσανε συνάμα, γιατί τα φρόντιζε περσότερο απ’ όσο φρόντιζε εμάς. Με το σούρουπο γύριζε στο σπίτι δίχως να σταθεί σε καφενέ. Έπιανε το μπουκάλι το ρακί, κατέβαζε κάμποσες γερές ρουφηξιές, έτρωγε το φαί που του φύλαγε η μάνα. Κατά την περίσταση έδερνε δυο τρεις από μας κι έπεφτε μπαϊλντισμένος στον ύπνο, να ροχαλίζει και να τρέμει ο τόπος.
  • 59.
  • 60.
  • 61.
    ΑΝΤΙΓΟΝΗ  Ίσως είναι ητελειότερη μορφή σε όλη την ελληνική δραματουργία. Ένας χαρακτήρας πολυσύνθετος. Δεν θα ήταν δύσκολο να την χαρακτηρίσει κανείς, την στιγμή που τα ίδια της τα λόγια, οι πράξεις της, η συμπεριφορά της αναδεικνύουν την προσωπικότητά της. Είναι μια γυναίκα που δεν φοβάται και δεν υποτάσσεται σε κανέναν. Οδηγός της είναι το συναίσθημα και όχι η λογική. Δεν αντιδρά στον ατίμωση του Πολυνείκη γιατί έτσι υπαγορεύουν οι άγραφοι νόμοι, αλλά και γιατί σπρώχνεται από το αίσθημα της αδελφικής αγάπης. Άλλωστε όπως λέει και η ίδια έχει γεννηθεί μόνο για να αγαπάει (στίχος 523).Το θάρρος της και η ευσέβειά της προς τους θεούς φαίνονται στους στίχους 446-55. Ο Κρέοντας την ρωτάει αν ήξερε την διαταγή του. Θα μπορούσε να αρνηθεί ότι ήξερε και να ξεφύγει από οποιαδήποτε κατηγορία. Όχι μόνο δεν το αρνείται αλλά του εξηγεί ότι το έκανε γιατί δεν ήταν διαταγή του Δία και της Δίκης αλλά διαταγή ενός θνητού. Δεν φοβάται τις ευθύνες και γι αυτό διαψεύδει την Ισμήνη όταν εκείνη προσπαθεί να εμφανιστεί στον Κρέοντα σαν συνεργός. Όμως πέρα απ όλα αυτά δεν παύει η Αντιγόνη να είναι και γυναίκα. Η ιδέα του θανάτου δεν την τρομάζει, όμως είναι και αυτή ένας απλός άνθρωπος, με αδυναμίες, γι αυτό όταν την οδηγούν στην φυλακή θρηνεί την τύχη της. Λυπάται που δεν μπόρεσε να ολοκληρωθεί σαν γυναίκα, δημιουργώντας μια οικογένεια, αλλά πεθαίνει ολοκληρωμένη σαν άτομο, ξέροντας, ότι πάνω απ όλα έκανε το χρέος της υπηρετώντας τους νόμους της ηθικής.
  • 62.
    ΙΣΜΗΝΗ Δεν έχει τηνηρωική ψυχή της αδελφής της, η οποία εξεγείρεται και επαναστατεί μπροστά στο άδικο. Φοβάται και δεν διστάζει να το δείξει, σ΄αυτήν η λογική υπερτερεί του συναισθήματος. Έτσι παρουσιάζεται στον πρόλογο της τραγωδίας. Αλλά η μεταστροφή της στο δεύτερο επεισόδιο είναι αισθητή. Στίχος 558: “Κι όμως η ευθύνη της πράξεώς μας είναι ίση και για τις δυό μας”. Μ αυτά τα λόγια προσπαθεί να συμπαρασταθεί στην αδελφή της. Έτσι, όταν ο Κρέοντας την αποκαλεί “άφρων”, αφού προτίμησε να κάνει άσχημες πράξεις μαζί με τους κακούς, η Ισμήνη απαντάει: “Πώς είναι δυνατόν να ζω μόνη, χωρίς αυτή εδώ”. Η αδελφική αγάπη, η ίδια που παρακίνησε την Αντιγόνη να θάψει τον αδελφό της, οδηγεί την Ισμήνη να μοιραστεί τις ευθύνες μαζί με την αδελφή της.
  • 63.
  • 64.
    «Κατα δε τηνες Ολυμπιαν  οδον, πριν ή διαβηναι τον Αλφειόν, εστιν ορος εκ Σκιλλουντος  ερχομενω πετραις υψηλαις αποτομον ονομαζεται δε Τυπαιον τοοόρος. κατα τουτου τας γυναικας Ηλειοις εστιν ωθειν  νομος, ην φωραθωσιν  ες τον αγώνα ελθουσαι τον Ολυμπικον η και ολως  εν ταις αποειρημεναις σφισιν ημεραις διαβασαι τον Αλφειόν.» Όπως μαρτυρεί παραπάνω ο Παυσανίας οι γυναίκες απαγορεύεται όχι μόνο να παρακολουθούν τους αγώνες αλλά και να διασχίσουν τον ποταμό Αλφειό. Εξαιρούνται οι παρθένες και η ιέρεια της Δήμητρας Χαμύνης (αξίωμα που παραχωρούν οι Ηλείοι σε διαφορετικές γυναίκες για κάποιο χρονικό διάστημα),η οποία παρακολουθεί τους αγώνες καθισμένη σε μαρμάρινο βωμό.       Σε πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας, οι γυναίκες μπορούν να παρακολουθήσουν αγώνες, όπως στη Σπάρτη και στη γιορτή του Απόλλωνα στη Δήλο. Δεν μπορούν όμως να συμμετάσχουν, ούτε ως αθλήτριες ούτε ως θεατές, στους σημαντικότερους αγώνες που ιδρύθηκαν στον Ελληνικό χώρο και που η φήμη τους εξαπλώθηκε σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο και αργότερα σε όλη την υφήλιο.       Για να έχει κανείς τη δυνατότητα να συμμετάσχει στους αγώνες, έπρεπε να είναι Έλληνας, άνδρας και ελεύθερος πολίτης. Αποκλειόταν δηλ. η  συμμετοχή των βαρβάρων, των γυναικών και των δούλων.   Οι άνδρες τιμούν τους θεούς και το νεκρό «συναγωνιστή» τους με τους αγώνες. Ποιος ο λόγος να συμμετέχουν γυναίκες; Είναι μια καθαρά «ανδρική υπόθεση».    Στην αρχαία Ελλάδα εξάλλου συναντάμε αποκλεισμό των γυναικών από όλες τις πολεμικές τελετές, διότι πίστευαν ότι οι συμμετέχοντες θα έχαναν την ανδρεία και τη δύναμή τους λόγω της παρουσίας τους. Γι αυτό και δεν επιτρεπόταν να μπαίνουν στα ιερά και στους ναούς του Ηρακλή. Οι περισσότεροι από τους μύθους που αναφέρονται στην ίδρυση των Ολυμπιακών αγώνων, έχουν ως ιδρυτή τους τον Ηρακλή. Ο Ηρακλής λατρεύεται στην Ολυμπία πολύ πριν γίνει ο ιερός τόπος του Δία. Ενδεχομένως λοιπόν η απαγόρευση έχει να κάνει και με την παραπάνω δοξασία, στοιχείο που διατηρήθηκε και στα ιστορικά χρόνια.       Οι γυναίκες συμμετέχουν στις γιορτές σε λατρευτικούς ρόλους, παίρνουν μέρος στην πομπή προς τιμή του θεού. Πλησιάζουν μέχρι την «πρόθυση» ,(ακόμα και σήμερα το Ιερό των Ναών είναι τόπος απαγορευμένος για τις γυναίκες), δεν ανεβαίνουν στο βωμό. Εκεί ανεβαίνουν μόνο οι άνδρες. Δεν μπαίνουν στο στάδιο. Εκεί μπαίνουν μόνο οι άνδρες .Ας μην ξεχνάμε ότι αιωρείται και η απειλή της κατακρήμνισης από το Τυπαίο όρος στην Ολυμπία, το οποίο δεν είναι και κανένα ψηλό βουνό. Προφανώς η απειλή της τιμωρίας λειτουργούσε αποτρεπτικά. Η ντροπή και ο εξευτελισμός που θα υφίσταντο αν παρέβαιναν την απαγόρευση ίσως τους «έκοβε τα πόδια». Έτσι λοιπόν δεν τολμούν να παρακολουθήσουν τους αγώνες πόσο μάλλον να πάρουν μέρος.  
  • 65.
    Στο Άγιον ΄Οροςδεν επιτρέπεται να εισέλθει γυναίκα. Αυτό λέγεται άβατο. Το άβατο κατοχυρώθηκε με αυτοκρατορικά χρυσόβουλα, πατριαρχικά σιγγίλια, με σουλτανικά φυρμάνια , με άρθρα διεθνών κανονισμών , με όλα τα ελληνικά Συντάγματα και με νομοθετικό διάταγμα. ( Φ.Ε.Κ. 268/28.9.1953 ) . Η γυναίκα απαγορεύεται να πάει στο Άγιον Όρος. Όχι γιατί υποτιμάται το φύλο, ίσα ίσα τιμά το Άγιον Όρος την Υπεραγία Θεοτόκο , δια της οποίας ενηνθρώπησεν ο Υιός και Λόγος του Θεού. Εξ άλλου και το Άγιον Όρος ονομάζεται και « Περιβόλι της Παναγίας » . Τούτο γίνεται για να μπορούν οι Μοναχοί, απερίσπαστοι να προσεύχονται νύχτα και ημέρα και να δοξολογούν τον Θεό. Γι αυτό στο Άγιον Όρος δεν απαγορεύεται μόνο η παρουσία της γυναίκας, αλλά και όπως λέει ο γέρων Γεδεών , « παντός θήλεως εμψύχου, λογικού ή αλόγου ,ημέρου και τιθασσευομένου » . Το ίδιο πράγμα μου είπε κάποτε και ένας Ρουμάνος ασκητής που μένει στη Ρουμανική Σκήτη, πιο κάτω από τη Μεγίστη Λαύρα. « Αγράμματος είμαι. Τι να σας πω » . Όταν τον ρωτήσαμε μαζί με άλλους 2 φοιτητές γιατί δεν έρχονται γυναίκες στο Άγιον Όρος, απάντησε με όλη την απλότητα : « Παιδιά μου. Το αλάτι βγαίνει από το νερό , αλλά αν πέσει μέσα στο νερό, λειώνει και χάνεται. Έτσι και οι μοναχοί γεννιούνται από τις γυναίκες που είναι πλάσματα του Θεού , όπως όλοι οι άνθρωποι, αλλά αν πέσουν μέσα στις κακές γυναίκες , διαλύονται και χάνονται ». Αυτά μας είπε, γιατί ήθελε να τονίσει την αγνότητα και παρθενία των μοναζόντων. Επίσης στο Άγιον Όρος λέγεται ότι όταν η Πλακηδία, κόρη του Μεγάλου Θεοδοσίου ( 379-395 μ. Χ. ) θέλησε να έλθει στη Μονή Βατοπεδίου, άκουσε φωνή: « Τί θέλεις εσύ εδώ; Εδώ είναι μοναχοί. Εσύ είσαι γυναίκα, γιατί δίνεις στον εχθρό αφορμή να τους πολεμά; » . Στο σημείο εκείνο , που ακούστηκε η φωνή, αγιογραφήθηκε εικόνα της Παναγίας και υπάρχει μέχρι σήμερα ακοίμητη κανδύλα . Η εικόνα αυτή ονομάστηκε ΑΝΤΙΦΩΝΗΤΡΙΑ. ( βιβλ. Μαξίμου Μοναχού, Πλατυτέρα των Ουρανών ) . Άβατον σημαίνει υποτίμηση της γυναίκας; Την ερώτηση αυτή υπεβάλαμε σε ένα λόγιο μοναχό, που μένει στη μονή των Ιβήρων και ο οποίος μας απάντησε ότι : Το Άβατον σαν θεσμός έχει ενταχθεί στο ασκητικό πνεύμα του Ορθοδόξου μοναχισμού. Είναι ένας τρόπος για την εν Χριστώ Πνευματική ζωή είτε είναι ανδρική ή γυναικεία η Μονή. Για το Άβατον τονίζουν ο Μ. Αντώνιος, ο Άγιος Σάββας, ο Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης.
  • 66.
    Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΕΛΛΗΝΙΔΑΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΨΗΦΟΥ- ΙΣΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ
  • 67.
    Η θέση τηςγυναίκας στο κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό γίγνεσθαι απασχολούσε ανά τους αιώνες την ανθρωπότητα και συνήθως συνδεόταν με ιδέες και αντιθέσεις γύρω από τον βιολογικό της ρόλο και την παρουσία της σε όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων. Επί σειρά ετών οι ρόλοι των ανθρώπων, που από μικροί φορούσαν ροζ ή γαλάζια ανάλογα με το φύλο του, ήταν σχεδόν ολοκληρωτικά καθορισμένοι. Όμως, υπολογίζεται ότι σε πολλές κοινωνίες στην σύγχρονη εποχή, από την δεκαετία του 1970 οι γυναίκες άρχισαν να αναλαμβάνουν καινούργιες θέσεις εργασίας στις αναπτυγμένες χώρες. Οι γυναίκες τώρα πια δεν έχουν μόνο κατακτήσει τις χαμηλές βαθμίδες της ιεραρχίας στην εργασία αλλά υπάρχουν γυναίκες επιχειρηματίες και διευθύνουσες σύμβουλοι ή γενικά υψηλόβαθμα στελέχη περισσότερα από ότι στο παρελθόν και πολλές ασκούν τα καθήκοντα τους με ιδιαίτερη επιτυχία, βελτιώνοντας τα οικονομικά αποτελέσματα μιας επιχείρησης. Τίποτα όμως από όλα αυτά δεν είναι δεδομένα και εύκολα για την γυναίκα ακόμα και σήμερα και παρόλο ότι είναι δυναμική, δραστήρια, διεκδικεί και απαιτεί, καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια απέναντι στους «άρρενες» αντιπάλους της. Έχει να εναντιωθεί απέναντι σε προκαταλήψεις του παρελθόντος-κυρίως των ανδρών-που θέλουν την γυναίκα σε δύο κυρίως χώρους, την κουζίνα και την κρεβατοκάμαρα. Έτσι πρέπει να προσπαθήσει διπλά από ότι ένας άντρας ώστε να αποδείξει την αξία της. Επιπλέον δεν μπορούμε να αψηφήσουμε την ανάγκη της για οικογένεια και κυρίως για την μητρότητα που πολλές φορές μπορεί να αποτελέσει τροχοπέδη στην σταδιοδρομία της. Η μητέρα είναι συνήθως αυτή που θα βάλλει στην άκρη την εργασία της για την ανατροφή των παιδιών της. Όλα αυτά λοιπόν μας οδηγούν σε κάποια συμπεράσματα. Πολλά έχουν αλλάξει τα τελευταία χρόνια. Οι γυναίκες έφυγαν από της παραδοσιακές, χαμηλόμισθες εργασίες του 20ου αιώνα και μπήκαν στα γραφεία, στα μαγαζιά ακόμα και σε επιχειρήσεις. Οι δυσκολίες όμως παραμένουν και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της επαγγελματικής τους ζωής, όσον αφορά στις συνθήκες και την αμοιβή, δεν έχουν αλλάξει σημαντικά. Ο οξύς ανταγωνισμός στους εργασιακούς χώρους ωθεί τον γυναικείο εργαζόμενο πληθυσμό σε μια κρίσιμη καμπή. Παράλληλα, όλοι γνωρίζουν ότι την μάχη για αλλαγή του τοπίου θα πρέπει να δώσουν οι ίδιες οι γυναίκες.
  • 68.
    Η σύγχρονη πραγματικότητααπαιτεί από τις γυναίκες να δουλεύουν περισσότερο και να ξεκουράζονται λιγότερο. Οι εργαζόμενες γυναίκες περνούν περισσότερο καιρό στην δουλειά τους από ποτέ, συζητούν περισσότερο με τους συναδέλφους τους, από ότι με την οικογένεια τους και δεν έχουν ελεύθερο χρόνο. Σύμφωνα με την έρευνα του 2008 του «AskaWorkingWoman» μισοί από τους ερωτηθέντες απήντησαν ότι 10% αύξηση μισθού τους έκαναν την ζωή των γυναικών πιο εύκολη. Εξ αιτίας της οικονομικής κρίσης, εάν οι εργαζόμενες γυναίκες είχαν περισσότερο διαθέσιμο χρόνο, θα το διέθεταν πιάνοντας και δεύτερη δουλειά, αντί να το περάσουν με την οικογένεια τους και τα παιδιά τους ή να κοιμηθούν περισσότερο ή να ασχοληθούν με ένα χόμπι ή να αθληθούν. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται στο βιβλίο: Γυναικεία απασχόληση από την οικιακή και κοινωνική οικονομία, «Σήμερα οι γυναίκες αποτελούν το 50,5% του πληθυσμού της χώρας μας, άλλα συμμετέχουν στο εργατικό της δυναμικό σε ποσοστό γύρω στο 40%. Κατά μέσο όρο η αμοιβή των γυναικών ανέρχεται σε ποσοστό από 75% έως 80% της αμοιβής των ανδρών με σημαντικές αποκλίσεις ανάμεσα σε διάφορους κλάδους. Μαστίζονται από πολύ υψηλότερο ποσοστό ανεργίας». Ο ρόλος της εργαζόμενης γυναίκας είναι πολυδιάστατος. Οι γυναίκες που εργάζονται έχουν στην ουσία να φροντίσουν τον εαυτό τους, την οικογένεια τους, προσπαθούν να κάνουν καριέρα, να είναι ικανές μητέρες, άξιες επαγγελματίες, επιθυμητές γυναίκες, ποθητές ερωμένες. Η γυναίκα σήμερα προσπαθεί να κρατήσει ισορροπία να αναρριχηθεί επαγγελματικά και να κάνει την οικογένεια που επιθυμεί με σύμμαχο την πατρική οικογένεια αλλά και το σύζυγο.
  • 71.
     Φύλλο εργασίας: Σταπλαίσια της ομαδοσυνεργατικής μάθησης,οι μαθητές χωρίζονται σε 2-3 ομάδες και δημιουργούν το «πορτραίτο» μιας γυναίκας ,που συνάντησαν στο μάθημα των αρχαίων ελληνικών από μετάφραση (Ανδρομάχη), στο μάθημα των αρχαίων ελληνικών από το πρωτότυπο (Καλλιπάτειρα) ,στη νεοελληνική λογοτεχνία (Νινέτ) ή στην ιστορία (Σπαρτιάτισσα Γοργώ) .Όσα παιδιά είναι εξοικειωμένα με την τεχνολογία, μπορούν να φτιάξουν ένα ppt,άλλα παιδιά να ζωγραφίσουν, άλλα να φτιάξουν ένα κολλάζ.