Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
1θ ενότθτα
«Εὐβουλία»:(<εὖ + βουλεφομαι = ςκζφτομαι ςωςτά, παίρνω ςωςτζσ αποφάςεισ)
Ο Ρρωταγόρασ αρχίηει να απαντά με ςαφινεια ςτα ερωτιματα που του τζκθκαν προθγουμζνωσ
από τον Σωκράτθ ςχετικά με το αντικείμενο τθσ διδαςκαλίασ του. Λςχυρίηεται, λοιπόν, ότι αυτό
που διδάςκει τουσ νζουσ είναι θ «εβουλία», δθλαδι θ ςωςτι ςκζψθ και λιψθ αποφάςεων για:
α) κζματα που αφοροφν τθν ιδιωτικι ηωι («τὰ οἰ κεῖ α»). Ο πολίτθσ, δθλαδι, κα γίνει
ικανότεροσ ςτθ διευκζτθςθ και οργάνωςθ των υποκζςεων του οίκου του.
Ραρατθροφμε ότι ο Ρρωταγόρασ ςε αυτό το ςθμείο προτάςςει το ριμα «πράξει», που αφορά
τισ πολιτικζσ αποφάςεισ και ενζργειεσ, ενϊ τοποκετεί δεφτερο ςτθ ςειρά το ριμα «μιλιςει»,
που αφορά τον πολιτικό λόγο που εκφράηεται κυρίωσ ςτθν Εκκλθςία του Διμου (πρωκφςτερο
ςχιμα). Θ πρόταξθ αυτι ςκόπιμα επιλζγεται από τον Ρρωταγόρα, για να τονιςτεί ότι θ πολιτικι
δράςθ ζχει μεγαλφτερθ ςθμαςία από τθ κεωρία. Μια δεφτερθ ερμθνεία τθσ ςειράσ των
ρθμάτων «πράξει και μιλιςει» ςυνδζεται με τον εμπειριςμό του Ρρωταγόρα, κακϊσ
υποςτθρίηει ότι θ εμπειρία/το εμπειρικό δεδομζνο κινεί τθ νόθςθ. Με αυτι τθν οπτικι θ πράξθ
(=εμπειρικό δεδομζνο) τροφοδοτεί αναγκαία το νοεῖ ν και τον λόγο του ανκρϊπου. Άρα, ο
λόγοσ παράγεται με βάςθ τα δεδομζνα τθσ εμπειρίασ και αποτελεί προϊόν τθσ νοθτικισ
επεξεργαςίασ τθσ.
Από τα παραπάνω προκφπτει και θ τεράςτια ςθμαςία που είχε για τον αρχαίο Ζλλθνα θ ςφηευξθ
λόγων και ζργων. Θ ςτάςθ αυτι εκδθλϊνεται ιδθ ςτα ομθρικά ζπθ. Συγκεκριμζνα, ςτθ ραψωδία
Λ τθσ Λλιάδασ (ςτ. 443), ο γζροντασ Φοίνικασ καλεί τον Αχιλλζα να γίνει «μφκων ῥθτὴρ πρθκτιρ
τε ἔργων», να είναι δθλαδι ικανόσ ςτα λόγια και ςτα ζργα, καλόσ ομιλθτισ και γενναίοσ
πολεμιςτισ. Ζκτοτε, διαμορφϊκθκε ςταδιακά θ άποψθ ότι τα μεγάλα λόγια πρζπει να
ςυνοδεφονται από ανάλογεσ πράξεισ, για να ζχουν αξία. Ο Κουκυδίδθσ μάλιςτα ςτον πιτάφιο
κα μιλιςει με ζμφαςθ για τθν ανάγκθ λόγων και ζργων ωσ ςτοιχείων αποδεικτικϊν τθσ
ανδρείασ και γενικά τθσ αρετισ των πολιτϊν και τθσ πόλεωσ. Άρα, αντιλαμβανόμαςτε ότι το
αντικείμενο διδαςκαλίασ του Ρρωταγόρα ανταποκρίνεται ςτθν απαίτθςθ των Ακθναίων για
ςφηευξθ λόγων και ζργων. Εν κατακλείδι, ο ολοκλθρωμζνοσ πολίτθσ οφείλει με τθν πράξθ και
τον λόγο του να δραςτθριοποιείται και ςτθν ιδιωτικι και ςτθ δθμόςια ηωι.
Ο όροσ «πολιτικι τζχνθ» αποδίδεται ςτο κείμενό μασ με τουσ όρουσ «ἀρετι», «εβουλία»,
«πολιτικὴ ἀρετι» και «ἀνδρὸσ ἀρετι». Πλοι αυτοί οι όροι αφοροφν τθ δράςθ του ατόμου ςτθν
ιδιωτικι και ςτθ δθμόςια ηωι ωσ πολίτθ, ωσ υπεφκυνου μζλουσ δθλαδι τθσ οργανωμζνθσ
πολιτικά ςυμβιωτικισ ομάδασ, γιατί μόνο μζςα ςτθν πόλθ μπορεί να δράςει και να καταξιωκεί
ευεργετικά για τον εαυτό του και για το ςφνολο. Ο Ρρωταγόρασ, λοιπόν, ιςχυρίηεται ότι με τθ
διδαςκαλία του μπορεί να μεταδϊςει ςτουσ νζουσ αρετι, ικοσ, ορκι κρίςθ, φρόνθςθ και
δεινότθτα λόγου, ϊςτε να δρουν με επιτυχία τόςο ςτισ ιδιωτικζσ όςο και ςτισ δθμόςιεσ
υποκζςεισ.
Σωκράτθσ
Στο απόςπαςμα που εξετάηουμε, παρατθροφμε ςυνεπι εφαρμογι τθσ μαιευτικισ μεκόδου από
τον Σωκράτθ, ο οποίοσ προςποιοφμενοσ άγνοια και ειρωνευόμενοσ, με τισ ερωτιςεισ του
επιχειρεί να ςυναγάγει από τον ςυνομιλθτι του τεκμθριωμζνεσ απόψεισ, να «εκμαιεφςει»
τελικά από αυτόν τθν αλικεια με τθν κατάλλθλθ εςωτερικι ενεργοποίθςι του. Θ ςωκρατικι
ειρωνεία ωσ «τζχναςμα του Λόγου» δεν υποτιμά οφτε προςβάλλει τον ςυνομιλθτι, αλλά
διευκολφνει τον διάλογο των δφο προςϊπων, γιατί αποτελεί τρόπο αμφιςβιτθςθσ τόςο του
άλλου όςο και του «εγϊ» του ίδιου του ομιλοφντοσ, με αποτζλεςμα να ελευκερϊνει τον λόγο
1
2.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
και ναεπιτρζπει τθν κοινι φιλοςοφικι αναηιτθςθ τθσ αλικειασ. Επιπλζον, ο ζλεγχοσ των
κζςεων του Ρρωταγόρα γίνεται από ζναν φιλόςοφο που προςπακεί όχι να επιβάλει ςτον
ςυνομιλθτι του ιδθ ζτοιμεσ και παγιωμζνεσ αντιλιψεισ, αλλά να εξαςφαλίςει τθν κοινι
φιλοςοφικι αναηιτθςθ.
Κριτικι τθσ επιχειρθματολογίασ του Σωκράτθ
Τα επιχειριματα του Σωκράτθ ζχουν λογικι βάςθ και κρίνονται αρκετά ικανοποιθτικά. Ωςτόςο,
μποροφμε να εντοπίςουμε και τρωτά ςθμεία. Συγκεκριμζνα, όςον αφορά το πρώτο επιχείρθμα
παρατθροφμε τα εξισ: α. Χαρακτθρίηει όλουσ τουσ Ακθναίουσ ςοφοφσ («Εγϊ λοιπόν κεωρϊ … οι
Ακθναίοι είναι ςοφοί»), παρόλο που γνωρίηουμε και από τθν Ἀπολογία Σωκράτουσ και από
άλλα πλατωνικά ζργα τθν υποτιμθτικι γνϊμθ που είχε για αυτοφσ. Εξάλλου, θ άποψθ αυτι
αποτελεί μάλλον μια υπερβολικι και υπεραπλουςτευτικι γενίκευςθ που δεν μπορεί να
ευςτακεί, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψθ μασ ιςτορικά παραδείγματα επιφανϊν πολιτικϊν τθσ
εποχισ, όπωσ ο Κλζων και ο Αλκιβιάδθσ, οι οποίοι αποδείχτθκαν διεφκαρμζνοι.
β. Ο Σωκράτθσ κεωρεί ότι θ πολιτικι αρετι δεν διδάςκεται, επειδι όλοι οι Ακθναίοι
ανεξαρτιτωσ επαγγζλματοσ, οικονομικισ κατάςταςθσ ι καταγωγισ ςυμμετζχουν ενεργά ςτα
κοινά και εκφράηουν τθ γνϊμθ τουσ ςτθν Εκκλθςία του Διμου για κζματα που αφοροφν τθν
πόλθ («Πταν όμωσ πρζπει … γενιά ςπουδαία»). Στθν πραγματικότθτα, αναφζρεται ςτα
δικαιϊματα τθσ ιςθγορίασ και τθσ παρρθςίασ, που αποτελοφςαν τισ αναγκαίεσ προχποκζςεισ
για τθν ομαλι και ςωςτι λειτουργία τθσ άμεςθσ δθμοκρατίασ που ίςχυε τότε ςτθν Ακινα. Το ότι
όμωσ όλοι οι Ακθναίοι πολίτεσ εξζφραηαν ελεφκερα τθ γνϊμθ τουσ δεν αποδεικνφει ότι θ
πολιτικι αρετι δεν διδάςκεται οφτε ότι όλοι τθ διζκεταν, κακϊσ ςτθν Εκκλθςία του Διμου
εκφράηονταν και απόψεισ που δεν διζπονταν από πολιτικι αρετι.
γ. Ο Σωκράτθσ ιςχυρίηεται ότι οι Ακθναίοι δεν ζχουν διδαχτεί από πουκενά τθν πολιτικι αρετι
(«γιατί εςφ … και ςυμβουλζσ»). Κάτι τζτοιο όμωσ δεν ιςχφει, γιατί οι Ακθναίοι από τθ νεαρι
τουσ κιόλασ θλικία ηοφςαν και ςυμμετείχαν κακθμερινά ςτα πολιτικά δρϊμενα τθσ άμεςθσ
δθμοκρατίασ: ςυμμετείχαν ενεργά ςτα κοινά, διατφπωναν πολιτικό λόγο ςτθν Εκκλθςία του
Διμου και ςτθν Αγορά, παρακολουκοφςαν λόγουσ επιφανϊν ρθτόρων, γνϊριηαν και τθροφςαν
τουσ νόμουσ, είχαν το δικαίωμα του «ἐκλζγειν» και «ἐκλζγεςκαι». Πλα αυτά αποτελοφςαν
ζμμεςθ και άτυπθ δια βίου διδαςκαλία τθσ πολιτικισ αρετισ.
Πςον αφορά το δεφτερο επιχείρθμα μποροφμε να παρατθριςουμε τα ακόλουκα: α. Ο
Σωκράτθσ ιςχυρίηεται ότι ο Ρερικλισ δεν μπόρεςε να μεταδϊςει τθν πολιτικι αρετι που ο ίδιοσ
διζκετε ςτουσ γιουσ του («Κι αυτοί … από μόνοι τουσ τθν αρετι»). Από αυτό το ςθμείο
αντιλαμβανόμαςτε ότι διαφορετικό περιεχόμενο προςδίδει ο Σωκράτθσ ςτον όρο «πολιτικι
αρετι» και διαφορετικό ο Ρρωταγόρασ (αυτό κα γίνει επίςθσ εμφανζσ ςτθν 7θ ενότθτα, όπου ο
Ρρωταγόρασ προςπακεί να αντικροφςει αυτό το επιχείρθμα του Σωκράτθ). Ειδικότερα, με τον
όρο «πολιτικι αρετι» ο Σωκράτθσ εννοεί τθν τζχνθ «τοῦ λζγειν καὶ πράττειν τὰ τῆσ πόλεωσ»,
ενϊ ο Ρρωταγόρασ εννοεί όλεσ εκείνεσ τισ αρετζσ που πρζπει να διακζτει κάποιοσ για να
λειτουργεί αποτελεςματικά ωσ πολίτθσ. Ο Σωκράτθσ, λοιπόν, εννοεί τθν αρετι ωσ ενιαία
ολότθτα που είναι ςφμφυτθ με τθ γνϊςθ και όχι άκροιςμα επιμζρουσ αρετϊν ςτο οποίο ο
κακζνασ μπορεί να ςυμμετάςχει όπωσ νομίηει, και δεν διαχωρίηει τθν ικανότθτα των μεγάλων
πολιτικϊν θγετϊν από τθν πολιτικι αρετι των απλϊν πολιτϊν. Το γεγονόσ, όμωσ, ότι οι γιοι του
Ρερικλι δεν ζφταςαν τισ ικανότθτεσ του πατζρα τουσ και δεν ζγιναν μεγάλοι πολιτικοί δεν
ςθμαίνει ότι ιταν διεφκαρμζνοι και δεν διζκεταν τθν πολιτικι αρετι ωσ πολίτεσ. β. («Ο
Ρερικλισ … να τουσ εκπαιδεφςουν») : Θ αποτελεςματικότθτα τθσ διδαςκαλίασ εξαρτάται τόςο
2
3.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
από τθμεταδοτικότθτα του δαςκάλου όςο και από τθ δεκτικότθτα των μακθτϊν. Το ότι οι γιοι
του Ρερικλι δεν μπόρεςαν να διδαχκοφν τθν πολιτικι αρετι, μπορεί να ςθμαίνει είτε ότι ο
Ρερικλισ δεν είχε τθν ικανότθτα να τουσ μεταδϊςει τισ αρετζσ του, είτε ότι οι γιοι του ιταν
ανεπίδεκτοι μακιςεωσ. Σε κάκε περίπτωςθ, όμωσ, δεν αποδεικνφεται ότι θ πολιτικι αρετι δεν
διδάςκεται. Βζβαια, μια προςεκτικότερθ εξζταςθ του ςωκρατικοφ επιχειριματοσ αναδεικνφει
τον παιδαγωγικό προβλθματιςμό του φιλοςόφου ςχετικά με τθ ςθμαςία του μακθτι ωσ
ιδιαίτερθσ και μοναδικισ ατομικότθτασ ςτθ διαδικαςία μάκθςθσ και διαμόρφωςισ του. Θ
διδαςκαλία δεν μπορεί να αγνοεί τθν «ἰ δίαν φφςιν» του μακθτι, αλλά να τθν προχποκζτει
λογικά και να τθν οδθγεί ςε μια πορεία γνϊςθσ που γίνεται ςυγχρόνωσ πορεία αυτογνωςίασ και
αυτοχπζρβαςθσ με ςκοπό τθν κατάκτθςθ τθσ αρετισ και τθσ ευδαιμονίασ.
γ. Πλοι γνϊριηαν τθ διανοθτικι κατάςταςθ των γιων του Ρερικλι. Επομζνωσ, δεν μπορεί να
αποδειχκεί ότι θ πολιτικι αρετι δεν διδάςκεται.
δ. Τζλοσ, οφτε θ περίπτωςθ του Κλεινία («Κι αν κζλεισ … τι να κάνει μαηί του») μπορεί να
κεωρθκεί παράδειγμα ικανό να αποδείξει ότι θ πολιτικι αρετι δεν διδάςκεται. Ο Κλεινίασ
αποτελοφςε μια ειδικι περίπτωςθ μακθτι, ανεπίδεκτου μακιςεωσ. Συνιςτά δθλαδι μια
μεμονωμζνθ περίπτωςθ, μια εξαίρεςθ ςτον κανόνα, ςτθν οποία δεν μποροφμε να βαςιςτοφμε
για να ςυναγάγουμε γενικά και αςφαλι ςυμπεράςματα.
Εξετάηοντασ ςυνολικά τθν επιχειρθματολογία του Σωκράτθ οδθγοφμαςτε ςτισ εξισ
διαπιςτώςεισ και ςυμπεράςματα: α. Τα επιχειριματά του είναι εμπειρικά και περιγραφικά.
Δίνονται με παραδείγματα και όχι με τθν αλλθλουχία διειςδυτικϊν λογικϊν κρίςεων και
ανικουν ςτθν κατθγορία των επιχειρθμάτων που ο Αριςτοτζλθσ ονομάηει «ἐξ εἰ κότων», δθλαδι
πικανολογικά. Ο Σωκράτθσ φαίνεται να ευκυγραμμίηεται με τα επιχειριματα εμπειρικισ
ςυλλογιςτικισ που χρθςιμοποιεί ο Ρρωταγόρασ, ςτθν ουςία όμωσ εξυπθρετείται ζτςι θ
ειρωνεία του και διευκολφνεται ο δρόμοσ τθσ κοινισ φιλοςοφικισ αναηιτθςθσ.
β. Τα επιχειριματά του εμπεριζχουν αντιφάςεισ: από τθ μία ο φιλόςοφοσ ιςχυρίηεται ότι όλοι
κατζχουν τθν πολιτικι αρετι, ενϊ από τθν άλλθ διαπιςτϊνεται ότι υπάρχουν και κάποιοι που
δεν τθν ζχουν, όπωσ οι γιοι του Ρερικλι ι ο Κλεινίασ.
Πλεσ αυτζσ οι αδυναμίεσ τθσ επιχειρθματολογίασ του Σωκράτθ προκαλοφν εντφπωςθ. Ππωσ,
όμωσ, κα διαπιςτϊςουμε και ςτθν πορεία του διαλόγου, ςτθν πραγματικότθτα εδϊ ο
φιλόςοφοσ προςαρμόηει τθν επιχειρθματολογία του ςτισ απαιτιςεισ τθσ περίςταςθσ και
προςποιείται ότι υποςτθρίηει το μθ «διδακτόν» τθσ αρετισ, για να προκαλζςει φιλοςοφικι
αντιπαράκεςθ με τον Ρρωταγόρα, ϊςτε να εμβακφνει ςτθν άποψθ του ςυνομιλθτι του, να τθν
εξετάςει πολφπλευρα και να ελζγξει τισ λογικζσ αντοχζσ τθσ επιχειρθματολογίασ του. Βζβαιοσ
ότι ο ςοφιςτισ κα αποτφχει ςτθν προςπάκειά του, ςκοπεφει να αναπτφξει τθν πειςτικι του
επιχειρθματολογία ςτθ ςυνζχεια.
«...αφοφ κεωρϊ … ζχεισ ανακαλφψει μόνοσ ςου»
Θ φράςθ αυτι υποδθλϊνει ποιεσ είναι, κατά τον Σωκράτθ, οι πθγζσ γνϊςεισ. Αυτζσ, λοιπόν,
είναι: α. θ πείρα: πρόκειται για γνϊςεισ που προκφπτουν από τα βιϊματα και τισ κακθμερινζσ
εμπειρίεσ, β. θ μάκθςθ: πρόκειται για γνϊςεισ που κατακτϊνται με τθν παιδεία, τθ διδαςκαλία
και τθ μελζτθ και γ. θ ζρευνα: πρόκειται για γνϊςεισ που είναι αποτζλεςμα προςωπικισ
προςπάκειασ και αγϊνα για τθν αναηιτθςθ τθσ αλικειασ.
3
4.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
Οι ςωκρατικζσμζκοδοι και θ ςτάςθ του Σωκράτθ απζναντι ςτον Ρρωταγόρα
Στθν ενότθτα είναι εμφανείσ οι μζκοδοι του Σωκράτθ, θ ειρωνεία, θ διαλεκτικι, θ μαιευτικι και
θ επαγωγικι μζκοδοσ. α. Θ ςωκρατικι ειρωνεία: «ςωκρατικι ειρωνεία» ονομάηεται θ
προςποιθτι άγνοια που επεδείκνυε ο Σωκράτθσ ςτισ ςυηθτιςεισ του. Ρροςποιοφνταν δθλαδι
αρχικά ότι δικεν δεν γνωρίηει τίποτα, αλλά ότι ενδιαφζρεται να τον διδάξουν οι άλλοι το όςιο
και το ανόςιο, το καλό και το άςχθμο, το κάρροσ και τθ δειλία κ.τ.λ. Δεν υποςχόταν ότι διδάςκει
κάτι ςυγκεκριμζνο, γιατί πίςτευε ότι ο κακζνασ μπορεί μόνοσ του να βρει τθν αλικεια, αν μάκει
να χρθςιμοποιεί τον νου του. Συνεπϊσ, δεν προςζφερε ζτοιμεσ γνϊςεισ, αλλά με ερωτιςεισ
προςπακοφςε να οδθγιςει τον ςυνομιλθτι του αρχικά ςτθ ςυνειδθτοποίθςθ τθσ πλάνθσ και τθσ
πνευματικισ του κατωτερότθτασ και ςτθ ςυνζχεια ςε γνϊςεισ που είχε ιδθ μζςα του.
Θ μζκοδοσ αυτι μπορεί να εντοπιςτεί ςτο κείμενό μασ ςτα εξισ ςθμεία:
- «Μάλιςτα, ωραία τζχνθ κατζχεισ λοιπόν, αν βζβαια τθν κατζχεισ πραγματικά»: ςε αυτό το
ςθμείο χρθςιμοποιείται θ ειρωνεία ωσ ςχιμα λόγου˙ είναι δθλαδι θ προςποιθτι
χρθςιμοποίθςθ λζξεων ι φράςεων που ζχουν νόθμα αντίκετο από εκείνο που ζχει ςτον νου του
αυτόσ που μιλάει.
- «… ωραία τζχνθ»: ο Σωκράτθσ χρθςιμοποιεί ςκόπιμα τθ λζξθ «τζχνθ», θ οποία είναι αμφίςθμθ.
Μπορεί να ςθμαίνει επινόθςθ, τζχνθ, αλλά και πανουργία, απάτθ. Ζτςι, υποδθλϊνεται ειρωνικι
διάκεςθ και ο ακροατισ προβλθματίηεται για το ποιο μπορεί να είναι το περιεχόμενό τθσ.
- «… ωραία τζχνθ κατζχεισ», «Αφοφ όμωσ το λεσ εςφ …», «… ζχεισ μεγάλθ πείρα ςε πολλά
ηθτιματα»:ςτισ φράςεισ αυτζσ θ ειρωνεία καλφπτεται πίςω από φαινομενικζσ φιλοφρονιςεισ
προσ το πρόςωπο του Ρρωταγόρα. - «… αν βζβαια τθν κατζχεισ πραγματικά»: θ ειρωνεία
εκφράηεται εδϊ με τθν αμφιςβιτθςθ για τθν ειδικότθτα που ιςχυρίηεται ότι κατζχει ο
ςυνομιλθτισ του.
Μελετϊντασ ςυνολικά τθ ςτάςθ του Σωκράτθ απζναντι ςτον ςοφιςτι Ρρωταγόρα παρατθροφμε
ότι ο φιλόςοφοσ δεν διατυπϊνει τισ κζςεισ του δογματικά, αλλά εκφράηεται με ευγζνεια και
μετριοφροςφνθ («δεν κεωροφςα …», «νομίηω πωσ …»). Ραράλλθλα, δείχνει να ςζβεται τθν
άποψθ του ςυνομιλθτι του και να αναγνωρίηει το κφροσ του («δεν μπορϊ να το αμφιςβθτιςω»,
«κάμπτομαι και πιςτεφω … μόνοσ ςου»). Συνεπϊσ, θ λεπτι ειρωνεία που επιςθμάναμε ςτο φφοσ
του φιλοςόφου δεν ζχει ωσ ςτόχο να προςβάλει και να υπονομεφςει το κφροσ και τθν αξία του
Ρρωταγόρα, αλλά απλϊσ να τον προκαλζςει και να τον αναγκάςει να αναπτφξει διεξοδικά τισ
κζςεισ του.
β. Θ διαλεκτικι μζκοδοσ: θ διαλεκτικι είναι θ μζκοδοσ του διαλόγου. Ρρωταρχικόσ ςτόχοσ του
Σωκράτθ είναι να αναιρζςει ςταδιακά τισ κζςεισ του ςυνομιλθτι του κζτοντασ απλοϊκζσ
ερωτιςεισ και ςτθ ςυνζχεια να προςπακιςει με μία νζα ςυηιτθςθ να ςυναγάγει ζνα νζο
ςυμπζραςμα, μια νζα προςζγγιςθ τθσ αλικειασ. Ζτςι, ςτθν ενότθτα αυτι παρακολουκοφμε τον
Σωκράτθ να απευκφνει ερϊτθςθ ιπιασ και ζμμεςθσ αμφιςβιτθςθσ των λεγομζνων του
Ρρωταγόρα («Άραγε, *…+ παρακολουκϊ ςωςτά τα λεγόμενά ςου;») και ζπειτα να διατυπϊνει
και να εξθγεί τθ κζςθ του ότι θ αρετι δεν είναι κάτι που διδάςκεται. Βριςκόμαςτε δθλαδι ςτο
ςτάδιο τθσ διαλεκτικισ μεκόδου, κατά το οποίο προςπακεί να οδθγιςει τον Ρρωταγόρα ςτθν
αναίρεςθ των κζςεϊν του.
4
5.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
γ. Θμαιευτικι μζκοδοσ: με τθ χριςθ αυτισ τθσ μεκόδου γίνεται προςπάκεια να εξαχκεί θ
ςωκρατικι άποψθ από τον αντίπαλο. Ο ίδιοσ ο Σωκράτθσ, όπωσ θ μαία, βοθκάει τον ςυνομιλθτι
του να επαναφζρει ςτθ μνιμθ του τθν αλικεια που ιδθ γνωρίηει.
Ζτςι ςτθν αρχι τθσ ενότθτασ προςποιείται ότι δεν κατανοεί το περιεχόμενο των λεγομζνων του
Ρρωταγόρα («Άραγε, *…+ παρακολουκϊ ςωςτά τα λεγόμενά ςου; Γιατί απ’ ό,τι καταλαβαίνω *…+
κι εννοείσ…»), ϊςτε να κινθτοποιιςει τον αντίπαλό του να τεκμθριϊςει τισ κζςεισ του. Επίςθσ,
ςτο τζλοσ του λόγου του τον προκαλεί να αναλφςει «με τρόπο εναργζςτερο» το διδακτό τθσ
αρετισ οδθγϊντασ τον Ρρωταγόρα ςε μια διεξοδικι ανάπτυξθ των απόψεϊν του.
δ. Θ επαγωγικι μζκοδοσ («ἐπακτικοὶ λόγοι»): επαγωγικι είναι θ μζκοδοσ που ακολουκοφςε ο
Σωκράτθσ για τθν αναηιτθςθ τθσ απόλυτθσ ουςίασ των θκικϊν εννοιϊν, με ςκοπό τθν εξαγωγι
κακολικϊν οριςμϊν («τὸ ὁρίηεςκαι κακόλου») και ςυμπεραςμάτων, που να ξεπερνοφν τθν
εμπειρία και να φτάνουν ςε μια απόλυτθ γνϊςθ για τθν αλικεια του καλοφ και του κακοφ, τθσ
αδικίασ και του δικαίου, τθσ ομορφιάσ και τθσ αςχιμιασ, τθσ ςωφροςφνθσ και τθσ άνοιασ, του
κάρρουσ και τθσ δειλίασ, τθσ ορκισ διακυβζρνθςθσ και τθσ δεςποτείασ. Για να πετφχει τον ςτόχο
αυτό αντλοφςε παραδείγματα από τθν κακθμερινι ηωι και τθν εμπειρία.
ΟΙ ΜΕΘΟΔΟΙ ΤΟΥ ΡΩΤΑΓΟΑ: "Πχι, Σωκράτθ ... να ςασ πω ζναν μφκο"
Οι μζκοδοι που χρθςιμοποιοφςαν οι ςοφιςτζσ ιταν ο μφκοσ, θ διάλεξθ και ο ςχολιαςμόσ
ποιθτικϊν κειμζνων. Στισ ενότθτεσ που κα διδαχτοφμε, κα παρακολουκιςουμε τον Ρρωταγόρα
να χρθςιμοποιεί τισ δφο πρϊτεσ μεκόδουσ, για να αποδείξει ότι θ πολιτικι αρετι διδάςκεται.
ΗΘΟΓΑΦΗΣΗ
Θ ηωντάνια και θ παραςτατικότθτα που διζπουν τον διάλογο μεταξφ του Ρρωταγόρα και του
Σωκράτθ μασ δίνουν τθ δυνατότθτα να διαγράψουμε με ενάργεια το ικοσ τουσ.
Ζτςι, παρατθροφμε ότι ο Ρρωταγόρασ εμφανίηεται γεμάτοσ αυτοπεποίκθςθ και ςιγουριά ότι
μπορεί να διδάξει τθν «εβουλία». Θ αυτοπεποίκθςι του κορυφϊνεται μετά τθν εςκεμμζνθ
αμφιςβιτθςθ των δυνατοτιτων του από τον Σωκράτθ. Διαφοροποιείται από τουσ άλλουσ
ςοφιςτζσ και υπερτονίηει το «εγϊ» του. Θ αυτεπίγνωςθ τθσ αξίασ του ςτουσ πνευματικοφσ
κφκλουσ τθσ Ακινασ τον οδθγεί ςε αυτοπροβολι και τάςθ επίδειξθσ. Άλλωςτε, είναι ζνασ
καταξιωμζνοσ και φθμιςμζνοσ δάςκαλοσ, που ζχει βιϊςει τον ςεβαςμό των ςυγχρόνων του και
το κφροσ του είναι αδιαμφιςβιτθτο. Πλα τα παραπάνω αποκαλφπτονται από τα εξισ χωρία :
«Το μάκθμα *το οποίο+ διδάςκω …», «Αυτό ακριβϊσ, Σωκράτθ, είναι το μάκθμα που ιςχυρίηομαι
πωσ διδάςκω», «Εγϊ νομίηω πωσ είναι πιο χαριτωμζνο να ςασ πω ζναν μφκο».
Με τθ ςειρά του, ο Σωκράτθσ είναι ζνασ άνκρωποσ που προςπακεί με ευγζνεια, ςεβαςμό και
λεπτότθτα να διαφωνιςει με τον ςυνομιλθτι του. Χρθςιμοποιεί λεπτι «ειρωνεία», χωρίσ όμωσ
να γίνεται προςβλθτικόσ. Διακρίνεται για τθ λογικι και ςυγκροτθμζνθ ςκζψθ του, ςτθν
προςπάκειά του να ανακαλφψει τθν αλικεια ςτθν οποία είναι προςθλωμζνοσ. Τζλοσ, δείχνει να
αντιμετωπίηει με θρεμία τισ αντίκετεσ απόψεισ και να μθν παραφζρεται. Δθλωτικζσ των
παραπάνω γνωριςμάτων του είναι οι φράςεισ: «Άραγε παρακολουκϊ ςωςτά τα λεγόμενά
ςου;», «Αφοφ όμωσ το λεσ εςφ, εγϊ δεν μπορϊ να το αμφιςβθτιςω.», «Αλλά το ςωςτό εκ
μζρουσ μου είναι να πω για ποιο λόγο νομίηω πωσ …», «Εγϊ λοιπόν, Ρρωταγόρα, …και κάνε το».
5
6.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
2θ Ενότθτα
Μετάφραςθ
Ιτανλοιπόν κάποτε καιρόσ που υπιρχαν κεοί, δεν υπιρχαν όμωσ κνθτά όντα. Και όταν ιρκε και γι’
αυτά ο κακοριςμζνοσ από τθ μοίρα χρόνοσ για τθ δθμιουργία τουσ, οι κεοί τα πλάκουν ςτο εςωτερικό
τθσ γθσ, αφοφ ζκαναν μείγμα από χϊμα και φωτιά και από όςα ςτοιχεία αναμειγνφονται με φωτιά και
με χϊμα. Και, όταν επρόκειτο να φζρουν αυτά ςτο φωσ, διζταξαν τον Ρρομθκζα και τον Επιμθκζα και
να τα εφοδιάςουν και να μοιράςουν ςτο κακζνα ιδιότθτεσ, όπωσ ταιριάηει. Ο Επιμθκζασ όμωσ
παρακαλεί τον Ρρομθκζα να κάνει ο ίδιοσ τθ μοιραςιά. «Και μόλισ εγϊ τελειϊςω τθ μοιραςιά», είπε,
«κάνε εςφ τον ζλεγχο». Και, αφοφ ζτςι τον ζπειςε, κάνει τθ μοιραςιά. Κακϊσ μοίραηε, λοιπόν, ςε άλλα
ζδινε δφναμθ χωρίσ ταχφτθτα, τα πιο αδφναμα όμωσ τα εφοδίαηε με ταχφτθτα˙ και ςε άλλα ζδινε
όπλα και ςε άλλα, επειδι ζδινε φφςθ χωρίσ όπλα, επινοοφςε γι’ αυτά κάποια άλλθ ικανότθτα για τθ
ςωτθρία τουσ. Πςα δθλαδι από αυτά τα ζκανε μικρόςωμα, τουσ προίκιηε με φτερά για να πετοφν ι με
υπόγεια κατοικία˙ και όςα ζκανε μεγαλόςωμα, με τθν ίδια ακριβϊσ ιδιότθτα εξαςφάλιηε τθ ςωτθρία
τουσ˙ μοίραηε και τα άλλα χαρακτθριςτικά, κάνοντάσ τα με αυτόν τον τρόπο ιςοδφναμα. Και αυτά
επινοοφςε, γιατί πρόςεχε μιπωσ κάποιο γζνοσ αφανιςτεί˙ και αφοφ τα εφοδίαςε ςε ικανοποιθτικό
βακμό με τα μζςα αποφυγισ τθσ αλλθλοεξόντωςισ τουσ, επινοοφςε μζςα προςταςίασ για τισ
μεταβολζσ του καιροφ (που προζρχονται) από τον Δία, ντφνοντάσ τα και με πυκνά τριχϊματα και με
γερά δζρματα, ικανά να αντιμετωπίςουν τθν κακοκαιρία, αλλά κατάλλθλα και για τισ ηζςτεσ, και για
να χρθςιμεφουν αυτά τα ίδια (τα τριχϊματα και τα δζρματα) ςτο κακζνα, όταν πθγαίνουν ςτισ φωλιζσ
τουσ, ςαν ςτρϊμα και ςκζπαςμα και ταιριαςτό και δοςμζνο από τθ φφςθ˙ και ακόμα βάηοντασ για
υποδιματα ςε άλλα οπλζσ και ςε άλλα *τρίχωμα και+ δζρμα ςκλθρό και χωρίσ αίμα. Φςτερα από αυτό
εξαςφάλιηε τροφζσ διαφορετικζσ για το κάκε είδοσ, δθλαδι για άλλα χορτάρι από τθ γθ, για άλλα
καρποφσ δζντρων και για άλλα ρίηεσ˙ ςε οριςμζνα μάλιςτα (από αυτά) επζτρεψε να είναι τροφι τουσ
θ ςάρκα άλλων ηϊων˙ και ς’ αυτά ζδωςε μικρι γονιμότθτα, ενϊ ς’ εκείνα που τρϊγονταν από αυτά
ζδωςε μεγάλθ γονιμότθτα, εξαςφαλίηοντασ ςωτθρία για το είδοσ τουσ.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ – ΟΜΟΙΖΑ
Γζνθ, γενζςεωσ, γζνοσ, ὀλιγογονίαν, πολυγονίαν, γζνει < γίγνομαι: γζννθςθ, γενεά, γενιά,
γενζτειρα, γενετιςιοσ, γενζκλιοσ, γθγενισ, εγγενισ, ςυγγενισ, γενικόσ, γόνοσ, γονζασ, γονικόσ,
γονίδιο, γόνιμοσ, γονιμότθτα, υπογονιμότθτα, νεογνό, γνιςιοσ
εἱ μαρμζνοσ < μείρομαι: μζροσ, μερίδα, μερίδιο, μερικόσ, μερτικό, μζριςμα, απόμεροσ,
παράμεροσ, ανωμερίτθσ, κατωμερίτθσ, επιμεριςμόσ, καταμεριςμόσ, μοίρα, μοιραίοσ, άμοιροσ,
δφςμοιροσ, κακόμοιροσ, μεμψίμοιροσ, μοίραρχοσ, μοιρολό(γ)ι, μοιρολάτρθσ, μοιρολατρικόσ,
μοιραςιά, μοίραςμα, μοίραρχοσ, μοιρογνωμόνιο, μόριο, ςυμμορία
μείξαντεσ < μείγνυμι: μείγμα, μείξθ, μ(ε)ικτόσ, πρόςμειξθ, ανάμ(ε)ιξθ, ανάμ(ε)ικτοσ, ςφμμιξθ,
ςφμμικτοσ, επιμιξία, αιμομιξία, μιγάσ, αμιγισ
κεράννυται < κεράννυμαι: κζραςμα, κράμα, κράςθ, κραςί, κρατιρασ, άκρατοσ, εφκρατοσ,
ακζραςτοσ
ἄγειν < ἄγω: αγωγι, αγωγόσ, παραγωγόσ, δθμαγωγόσ, προςαγωγόσ, νθπιαγωγόσ, αγϊνασ,
άγθμα, άξονασ, απαγωγι, ςυναγωγι, διαγωγι, ειςαγωγζασ, αρχθγόσ, ςτρατθγόσ, λοχαγόσ,
6
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
ανκρϊπου. Ρροβάλλειτθν ζννοια του χρόνου ωσ κυρίαρχου φυςικοφ μεγζκουσ ςτο οποίο
εγγράφεται θ φπαρξθ των κεϊν και των κνθτϊν όντων.
Ζτςι λοιπόν, με τθ λζξθ «χρόνοσ» ο ςοφιςτισ εννοεί τθν αρχι του χρόνου, τθν αρχι τθσ
δθμιουργίασ, το ςθμείο εκείνο που ακολουκεί τθ κεογονία, δθλαδι τθ γζνεςθ των κεϊν. Είναι
χαρακτθριςτικό πωσ ςτθν αρχαιοελλθνικι μυκολογικι ςκζψθ υπάρχει μόνο κεογονία, και όχι
κοςμογονία, όπωσ ςε άλλεσ μυκολογίεσ ι ςτθν εβραιοχριςτιανικι Γζνεςθ. Αντίκετα από τον
Θςίοδο, ο οποίοσ ςτθ Κεογονία του αναφζρει, μετά τθ δθμιουργία των κεϊν, τθν φπαρξθ των
ανκρϊπων, χωρίσ να εξθγεί πϊσ πλάςτθκαν και από ποιον (κεοκεντρικι προςζγγιςθ), ο
Ρρωταγόρασ μεταφζρει το κζντρο του ενδιαφζροντοσ ςτον άνκρωπο (ανκρωποκεντρικι
προςζγγιςθ). Στον μφκο του παρακολουκοφμε τθ διαδικαςία με τθν οποία τα μεν ηϊα
«διαμορφϊκθκαν», απζκτθςαν δθλαδι το κακζνα τισ δικζσ του ιδιότθτεσ, ο δε άνκρωποσ
απζκτθςε τα χαρακτθριςτικά εκείνα, τισ αρετζσ, που ςυνιςτοφν τελικά τθν ανκρϊπινθ ουςία
του.
Κεωρείται ςθμαντικι θ προςφορά του πρωταγόρειου μφκου, γιατί ςε αντίκεςθ με τισ
παραπάνω κοςμολογικζσ εκδοχζσ (Κεογονία του Θςιόδου κ.τ.λ.) εκφράηει μια αιςιόδοξθ
ενατζνιςθ τθσ εξζλιξθσ του ανκρϊπινου πολιτιςμοφ. Συνιςτά μινυμα εμπιςτοςφνθσ ςτθν
προοδευτικι πορεία του ανκρϊπινου γζνουσ, το οποίο ξεκινϊντασ από ατελζςτερεσ μορφζσ
βίου κατζκτθςε και κατακτά υψθλότερεσ βακμίδεσ, αξιόλογα πολιτιςτικά επιτεφγματα, ςε μια
προοπτικι ανανεωνόμενων δυνατοτιτων για νζεσ κατακτιςεισ.
2. «κνθτὰ δὲ γζνθ»
Σφμφωνα με τον πρωταγόρειο μφκο τα ηϊα και ο άνκρωποσ δθμιουργοφνται μαηί. Θ
διαφοροποίθςι τουσ αρχίηει κατά το ςτάδιο τθσ βιολογικισ ςυγκρότθςθσ του είδουσ, δθλαδι το
επιμθκεϊκό, και ολοκλθρϊνεται με το προμθκεϊκό. Το περιεχόμενο του μφκου παρουςιάηει
ιδιαίτερο ενδιαφζρον για τισ βιολογικζσ, ανκρωπολογικζσ, κοινωνιολογικζσ, πολιτικζσ και
πολιτειακζσ κεωριςεισ τθσ αρχαίασ ςοφιςτικισ και ειδικότερα του Ρρωταγόρα.
B. Η ΑΧΗ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΓΙΑΣ ΤΩΝ ΖΩΩΝ ΑΡΟ ΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ : «Ἐ
πειδὴ δὲ καὶ ... κεράννυται.»
Γενικό ερμθνευτικό ςχόλιο:
Οι κεοί και τα κνθτά όντα κινοφνται ςτον χρόνο και μάλιςτα κατά τθ λογικι ςφμφωνα με τθν
οποία προθγοφνται χρονικά οι κεοί και ακολουκοφν τα κνθτά γζνθ ωσ δθμιουργιματά τουσ
(«τυποῦςιν ατὰ κεοί»), υπακοφοντασ ςτθν ειμαρμζνθ, ςτθ μοίρα, που είναι δφναμθ
αναπότρεπτθ και ιςχυρότερθ ακόμθ και από τουσ κεοφσ. Θ ειμαρμζνθ γίνεται ο ρυκμιςτισ του
χρόνου δθμιουργίασ των κεϊν και των κνθτϊν πλαςμάτων («καὶ τοφτοισ»). Τα κνθτά όντα
γεννιοφνται από κοςμογονικά ςτοιχεία από τα οποία τα ςπουδαιότερα είναι το χϊμα και θ
φωτιά. Το χϊμα, πυκνότερο ςτοιχείο, παραπζμπει ςτθ μθτζρα – γθ, που γονιμοποιεί και δίνει
ευφορία και ανάπτυξθ ςτα όντα. Θ φωτιά, αραιότερο ςτοιχείο, αποδίδει τθν αςτείρευτθ
ενζργεια, τθν αζναθ κίνθςθ, θ οποία δίνει ηωι ςτα όντα, τα ςυγκροτεί ςε φπαρξθ ι τα
μεταβάλλει ωσ είδοσ. Π,τι ηωντανό προκφπτει ωσ ςφνκεςθ των κοςμογονικϊν ςτοιχείων είναι
κνθτό, ζχει αρχι και τζλοσ φπαρξθσ. Στθν εικόνα τθσ δθμιουργίασ των κνθτϊν όντων οι κεοί
εκφράηουν τθν ιδζα τθσ δθμιουργίασ, θ οποία από τθ μια ςυνδζεται με τθν ειμαρμζνθ και από
τθν άλλθ με τθ μείξθ των κοςμογονικϊν ςτοιχείων ςε κνθτζσ οντότθτεσ.
1. «Ἐπειδὴ δὲ καὶ τοφτοισ χρόνοσ ἦλκεν εἱ μαρμζνοσ γενζςεωσ»
Στον πρωταγόρειο μφκο θ ειμαρμζνθ αναφζρεται δφο φορζσ: ο ειμαρμζνοσ χρόνοσ (2θ ενότθτα)
και θ ειμαρμζνθ θμζρα (3θ ενότθτα), ωσ ςτοιχεία που προςδιορίηουν χρονικά τθν εξζλιξθ. Με
τισ εκφράςεισ αυτζσ αποδίδεται «το πλιρωμα του χρόνου», θ αναγκαιότθτα δθλαδι που οδθγεί
το πζραςμα από μία εποχι ςε άλλθ, από μία μορφι ηωισ ςε άλλθ. Θ πίεςθ τθσ ανάγκθσ για
επιβίωςθ, για βελτίωςθ των όρων ηωισ, θ χρεία, γίνεται κινθτιρια δφναμθ τθσ εξζλιξθσ, θ οποία
οφτε αυτόματθ οφτε τυχαία οφτε ςτιγμιαία είναι.
8
9.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
2. «ὅτεκεοὶ μὲν ἦςαν», «τυποῦςιν αὐτὰ κεοὶ » . Εντφπωςθ μασ προκαλεί θ αναφορά του
Ρρωταγόρα ςτθν φπαρξθ των κεϊν, όπωσ προδίδεται από τισ φράςεισ «ὅτε κεοὶ μὲν
ἦςαν», «τυποῦςιν ατὰ κεοί». Ρολλοί μελετθτζσ κεϊρθςαν αρχικά ότι εδϊ υπάρχει
αντίκεςθ με τισ ιδζεσ του ςοφιςτι, ο οποίοσ ιταν αγνωςτικιςτισ. Δεν πρζπει, όμωσ, να
ξεχνάμε ότι το κείμενο αυτό είναι ζνασ μφκοσ, ςτον οποίο θ παρουςία των κεϊν ζχει
αλλθγορικι, ςυμβολικι ςθμαςία. Συγκεκριμζνα, ο Δίασ ςυμβολίηει τθ νομοτζλεια που
διζπει τθ φφςθ, τον λόγο, τθ λογικι, ενϊ ο Ρρομθκζασ, ο Επιμθκζασ και ο Ερμισ (που κα
τον δοφμε ςτθν 4θ ενότθτα) αποτελοφν τα όργανα αυτισ τθσ νομοτζλειασ, θ οποία
ρυκμίηει τισ ςχζςεισ των όντων εξαςφαλίηοντασ τθ μεταξφ τουσ ιςορροπία. Άλλωςτε,
όπωσ φανερϊνεται και από τθ ςυνζχεια του μφκου, ο Ρρωταγόρασ δεν ενδιαφζρεται
τόςο για το κζμα τθσ φπαρξθσ των κεϊν όςο για τθν εξιγθςθ τθσ γζνεςθσ του
κρθςκευτικοφ ςυναιςκιματοσ. Επιπλζον, δεν κεωρεί τουσ κεοφσ αιϊνιουσ, αλλά ότι κι
αυτοί, όπωσ και τα ηϊα («καὶ τοφτοισ»), δθμιουργικθκαν μια δεδομζνθ χρονικι ςτιγμι,
που προθγικθκε από τον χρόνο δθμιουργίασ των κνθτϊν όντων.
3. «γῆσ ἔνδον»
Θ φράςθ αυτι υποδθλϊνει τθν αρχζγονθ αντίλθψθ τθσ μθτζρασ-γθσ, μζςα ςτα ςπλάχνα τθσ
οποίασ δθμιουργικθκαν όλα τα ζμβια όντα. Ρρζπει να επιςθμανκεί ότι ςτθ φράςθ αυτι θ λζξθ
«γθ» ςθμαίνει το ςϊμα, τθ γιινθ ςφαίρα, ενϊ ςτθ φράςθ «ἐκ γῆσ καὶ πυρὸσ» ςθμαίνει τθν φλθ,
το χϊμα. Στον μθτρικό κόλπο τθσ γθσ (γῆ παμμιτωρ, μιτθρ πάντων) αποδίδεται θ δθμιουργία
όλων των οργανιςμϊν, ηϊων και φυτϊν, και από αυτόν αναδίδονται τα είδθ των ηϊων και
φυτϊν.
Επιπλζον, από τθν ίδια φράςθ διαφαίνεται θ αντίλθψθ του αυτοχκονιςμοφ, τθσ πεποίκθςθσ
δθλαδι κάποιων φυλϊν ότι ξεφφτρωςαν από τθ γθ ςτθν οποία ςτθ ςυνζχεια ζηθςαν και οι ίδιοι
και οι απόγονοί τουσ κάνοντάσ τθν πατρίδα τουσ. Θ πεποίκθςθ αυτι τουσ ζδινε ζνα αίςκθμα
περθφάνιασ, προνομιακισ ςχζςθσ με τθν πατρίδα και ευγενικισ καταγωγισ (πχ. ο μφκοσ του
Κάδμου). Θ ιδζα τθσ αυτοχκονίασ αναφζρεται και από τον Κουκυδίδθ ςτον Επιτάφιο του
Ρερικλι, παρουςιάηοντασ τουσ Ακθναίουσ να νιϊκουν περιφανοι για τθν αυτοχκονία τουσ.
Ζτςι, ενιςχφεται θ κεωρία του Ρρωταγόρα για τθ δθμιουργία των πλαςμάτων κάτω από τθ γθ.
4. «ἐκ γῆσ καὶ πυρὸσ ... κεράννυται»
Σφμφωνα με τον Ρρωταγόρα, οι κεοί δθμιοφργθςαν τα κνθτά όντα από δφο βαςικά ςτοιχεία, το
χϊμα και τθ φωτιά. Θ άποψθ αυτι φαίνεται να ακολουκεί τθν κοςμογονικι κεωρία του
Ραρμενίδθ. Στθ ςυνζχεια, όμωσ, με τθ φράςθ «τ ὅςα πυρὶ καὶ γῇ κεράννυται» θ άποψι του
ν
εμπλουτίηεται και από τθ κεωρία του Εμπεδοκλι, ςφμφωνα με τον οποίο τα ζμβια όντα
προιλκαν από τθ ςφνκεςθ τθσ φωτιάσ, του χϊματοσ, του νεροφ και του αζρα. Τα δφο τελευταία
ςτοιχεία, το νερό και ο αζρασ, δεν κατονομάηονται από τον ςοφιςτι.
Γ. Η ΕΝΤΟΛΗ ΤΩΝ ΘΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΙΔΙΟΤΗΤΩΝ ΣΤΑ ΖΩΑ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΣΤΟΦΗ ΤΩΝ
ΟΛΩΝ ΤΟΥ ΡΟΜΗΘΕΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΡΙΜΗΘΕΑ: «Ἐπειδὴ δ’ ἄγειν ... πείςασ νζμει.»
Οι κεοί αναλαμβάνουν να πλάςουν ςε ζνα πρϊτο ςτάδιο τα ηϊα ςτο εςωτερικό τθσ γθσ και ςτθ
ςυνζχεια, ανακζτουν τον εφοδιαςμό τουσ με τισ απαραίτθτεσ ιδιότθτεσ ςτουσ δφο Τιτάνεσ, τον
Ρρομθκζα και τον Επιμθκζα. Αποφαςιςτικι για τθν εξζλιξθ του μφκου ςτάκθκε θ επικυμία του
Επιμθκζα να αντιςτρζψουν τουσ ρόλουσ με τον αδερφό του και να αναλάβει ο ίδιοσ το ζργο τθσ
κατανομισ ιδιοτιτων. Το αποτζλεςμα ιταν, όπωσ κα δοφμε και ςτθν επόμενθ ενότθτα, να
εξαντλιςει όλα τα εφόδια ςτα ηϊα και να αφιςει τον άνκρωπο ανυπεράςπιςτο και αβοικθτο.
Ζτςι, κινθτοποιείται ο Ρρομθκζασ και αναλαμβάνει να κλζψει τθ φωτιά του Θφαίςτου και τθν
«ἔντεχνον ςοφίαν» τθσ Ακθνάσ, προκειμζνου να εξαςφαλίςει τθν επιβίωςθ του ανκρϊπινου
είδουσ. Θ αντιςτροφι των ρόλων των δφο τιτάνων εξυπθρετεί άριςτα τθν οικονομία του μφκου,
9
10.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
κακϊσ οΕπιμθκζασ εκφράηει τθ φάςθ τθσ βιολογικισ ςυγκρότθςθσ των όντων, ενϊ ο
Ρρομθκζασ τθ φάςθ κατά τθν οποία ο άνκρωποσ διαφοροποιείται ωσ είδοσ από τα άλλα είδθ
ηωικϊν οργανιςμϊν ζχοντασ τθν ιδιότθτα του ζλλογου όντοσ. Το δεφτερο ςτάδιο είναι ανϊτερο
από το πρϊτο και αρχίηει να διαγράφεται θ αιςιόδοξθ αντίλθψθ του Ρρωταγόρα για τθν
προοδευτικι εξζλιξθ του ανκρϊπινου γζνουσ.
Τα χαρακτθριςτικά του Ρρομθκζα και του Επιμθκζα
Ο Ρρομθκζασ και ο Επιμθκζασ ιταν Τιτάνεσ, γιοι του Λαπετοφ και τθσ Ωκεανίδασ Κλυμζνθσ.
Ειδικότερα, οΡρομθκζασ είναι αυτόσ που, όπωσ δθλϊνει και το όνομά του (ςφνκετο από τισ
λζξεισ πρὸ + μῆτισ = ςκζψθ), ςκζφτεται πριν κάνει κάτι, ςτακμίηει τισ ςυνζπειεσ και ζπειτα
προβαίνει ςε πράξεισ. Αποκαλείται ςοφϊτατοσ των Τιτάνων, βοθκόσ του Δία. Κα μποροφςαμε,
λοιπόν, να τον χαρακτθρίςουμε προνοθτικό, διορατικό, ςϊφρονα, ςυνετό, προςεκτικό. Στον
μφκο του Ρρωταγόρα παρουςιάηεται ωσ ευεργζτθσ του ανκρϊπου, κακϊσ με τα δϊρα που
ζκλεψε από τουσ κεοφσ (τθ φωτιά και τθν ζντεχνθ ςοφία) βοικθςε τον άνκρωπο να κυριαρχιςει
πάνω ςτθ φφςθ και να αναπτφξει πολιτιςμό. Από τθν άλλθ μεριά, ο Επιμθκζασείναι αυτόσ που,
όπωσ δθλϊνει και το όνομά του (ςφνκετο από τισ λζξεισ ἐπὶ + μῆδοσ), ςκζφτεται μετά τθν
εκτζλεςθ μιασ ενζργειασ και βρίςκεται αντιμζτωποσ με τισ ςυνζπειζσ τθσ. Είναι «ἁμαρτίνοοσ» ι
«ὀψίνοοσ». Κα μποροφςαμε, λοιπόν, να τον χαρακτθρίςουμε αςτόχαςτο, απερίςκεπτο,
επιπόλαιο, παρορμθτικό. Στον μφκο του Ρρωταγόρα παρουςιάηεται λόγω απρονοθςίασ να
εξαντλεί όλα τα εφόδια ςτα ηϊα και να αφινει τον άνκρωπο εντελϊσ αβοικθτο και
ανυπεράςπιςτο.
Δ. Ο ΕΡΙΜΗΘΕΑΣ ΚΑΤΑΝΕΜΕΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΣΤΑ ΖΩΑ: «Νζμων ... πορίηων»
Γενικό ερμθνευτικό ςχόλιο:
Ο ιδεολογικόσ πυρινασ του μφκου ςτο εδάφιο αυτό ςυνίςταται ςτθ ςκόπιμθ ιςορροπία που
χαρακτθρίηει τον ηωικό κόςμο. Ο Ρρωταγόρασ εξθγεί τελεολογικά τον «νόμο τθσ αναπλιρωςθσ»
ςτθ φφςθ, αφοφ ςφμφωνα με τουσ βιολογικοφσ νόμουσ κάκε ηϊο ζχει εφοδιαςτεί με τα
αναγκαία μζςα επιβίωςθσ, αυτοςυντιρθςθσ και διαιϊνιςθσ του είδουσ του. Ειδικότερα,
παρατθροφμε ότι οι ιδιότθτεσ μοιράηονται ςτα ηϊα ζτςι ϊςτε μία αδυναμία να αναπλθρϊνεται
από μία ικανότθτα, με ςκοπό να εξαςφαλίηονται με αυτόν τον τρόπο α) θ φπαρξθ και θ
διαιϊνιςθ του κάκε είδουσ και β) θ ιςορροπία του οικοςυςτιματοσ μζςα από τθν εξιςορρόπθςθ
των αντίρροπων δυνάμεων που λειτουργοφν ςτο εςωτερικό του. Ακόμθ φαίνεται ότι θ ποικιλία
των ηωικϊν ειδϊν με διαφορετικζσ ιδιότθτεσ και ικανότθτεσ δείχνει ότι ςτον ηωικό κόςμο
επικρατεί ςυνεχισ αγϊνασ για επιβίωςθ, ζνασ διαρκισ πόλεμοσ για τθν φπαρξθ, και επιπλζον
ότι θ τελικι ιςορροπία του οικοςυςτιματοσ προκφπτει από τθν εναρμόνιςθ των αντικζτων, ωσ
ενότθτα αντικζτων (διαφαίνεται θ κζςθ του Θράκλειτου, για τθν «παλίντονον/ἀφανῆ
ἁρμονίθν»). Ακόμθ να προςκζςουμε ότι οι ιδιότθτεσ των ηϊων προβάλλονται ωσ δϊρα των
κεϊν, δθλαδι ωσ δοςμζνεσ εκ των προτζρων ιδιότθτεσ που τα ηωικά είδθ ζχουν χωρίσ καμία
ενεργθτικι ςυμμετοχι τουσ ςτθν απόκτθςι τουσ και παρζχονται μάλιςτα από τθν κατϊτερθ και
ελλιπζςτερθ κεϊκι μορφι του Επιμθκζα. Τζλοσ, θ τελεολογικι εξιγθςθ τθσ αντιςτακμιςτικισ και
ςφμμετρθσ κατανομισ των ιδιοτιτων ςτα ηϊα, που επιχειρεί ο Ρρωταγόρασ ςτθν εξεταηόμενθ
ενότθτα, γίνεται ιδιαίτερα αντιλθπτι ςτθ χριςθ τθσ γλϊςςασ με το πλικοσ αντικετικϊν
ςχθμάτων και προςδιοριςμϊν του τελικοφ αιτίου.
1. Η κατανομι εφοδίων ςτα ηώα
Αφοφ τα δφο αδζρφια άλλαξαν ρόλουσ, ο Επιμθκζασ ανζλαβε να μοιράςει εφόδια ςτα ηϊα και
ςτον άνκρωπο και ο Ρρομθκζασ τθν τελικι επικεϊρθςθ. Στθν ενότθτα αυτι παρακολουκοφμε
τθν κατανομι εφοδίων ςτα ηϊα, ενϊ ςτθν επόμενθ κα παρακολουκιςουμε τι ςυνζβθ με τον
10
11.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
άνκρωπο. Πςοναφορά, λοιπόν, τα ηϊα θ μοιραςιά που ζκανε ο Επιμθκζασ ιταν ςοφι, αφοφ
πζτυχε τθν αντιςτακμιςτικι και ιςόρροπθ κατανομι εφοδίων για τθ διαιϊνιςθ όλων των ειδϊν.
Ο Επιμθκζασ ιταν ςε κζςθ να επινοιςει, όχι όμωσ και να προνοιςει. Θ επινόθςθ ωσ πράξθ του
νου επζτρεψε ςτον Επιμθκζα να μοιράςει εφόδια και να εξιςορροπιςει αντικζςεισ ανάμεςα
ςτα ηωικά είδθ. Επρόκειτο όμωσ για μονομερι πράξθ του νου από τθν οποία ζλειπε θ
κατανόθςθ, αναγκαία για να προκφψει θ δυνατότθτα τθσ πρόνοιασ, τθσ προβλεπτικότθτασ. Ζτςι
θ επινοθτικότθτα του Επιμθκζα ςε ςχζςθ με το ηωικό βαςίλειο εκδθλϊνεται ωσ εξισ:
α. Ραρζχει μζςα προφφλαξθσ από τουσ εχκροφσ (τα άλλα ηώα): «Νζμων δὲ ... ἀϊςτωκείθ·»
Για να προφυλάξει τα ηϊα από τα άλλα ηϊα, ζδωςε: ςε άλλα ςωματικι δφναμθ, ςε άλλα, που
ιταν αδφναμα, ταχφτθτα, ςε άλλα όπλα, όπωσ νφχια, δόντια, κζρατα, οπλζσ, ςε άλλα μικρό
ςϊμα, και ωσ όπλα για να αντιμετωπίηουν τουσ κινδφνουσ, φτερά ι υπόγεια κατοικία, ςε άλλα
μεγάλο ςϊμα, και ωσ όπλο για να αντιμετωπίηουν τουσ κινδφνουσ, το ίδιο το μζγεκόσ τουσ.
β. Δίνει μζςα προςταςίασ από τισ δυςμενείσ καιρικζσ ςυνκικεσ: «ἐπειδὴ δὲ αὐτοῖ σ ... καὶ
ἀναίμοισ.» Για να προφυλάξει τα ηϊα από τθν εναλλαγι των εποχϊν και τισ δυςμενείσ καιρικζσ
ςυνκικεσ, που προζρχονται από τον Δία, ζδωςε: ςε άλλα πλοφςιο τρίχωμα, ςε άλλα χοντρό
δζρμα,ςε άλλα χοντρό δζρμα και χωρίσ αίμα (πχ. φολίδεσ, λζπια)
γ. Φροντίηει για τθν εξαςφάλιςθ τροφισ: «Τοὐντεῦκεν ... ἄλλων βοράν·»
Φρόντιςε να δϊςει διαφορετικά είδθ τροφισ ςε κάκε ηωικό είδοσ, για να μθν εξαντλθκοφν
ςυγκεκριμζνα είδθ διατροφισ. Ζτςι, ζδωςε τθ δυνατότθτα: ςτα φυτοφάγα ηϊα να τρϊνε χόρτα,
καρποφσ δζντρων ι ρίηεσ, ςτα ςαρκοφάγα ηϊα να τρϊνε τισ ςάρκεσ άλλων ηϊων.
δ. Εξιςορροπεί τισ αντίρροπεσ δυνάμεισ ςτθ φφςθ με ςκοπό τθ διαιώνιςθ των ειδών: «καὶ
τοῖ σ μὲν ὀλιγογονίαν ... τῷγζνει πορίηων.»
Ρροκειμζνου να εξαςφαλιςτεί θ ιςορροπία ςτθ φφςθ και θ διαιϊνιςθ όλων των ειδϊν, ζδωςε: ολιγογονία, δθλαδι μικρι γονιμότθτα, ςτα ςαρκοφάγα ηϊα και πολυγονία, δθλαδι μεγάλθ
γονιμότθτα, ςε όςα γίνονται βορά άλλων ηϊων.
Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι ςτθ φφςθ ιςχφει ο νόμοσ τθσ αναπλιρωςθσ, ςφμφωνα με
τον οποίο μια αδυναμία αναπλθρϊνεται από μια ικανότθτα. Ζτςι, προκφπτει ότι ο Ρρωταγόρασ
εξθγεί τελεολογικά αυτό τον νόμο, εξθγεί δθλαδι τισ ιδιότθτεσ και τισ ικανότθτεσ ανάλογα με
τον ςκοπό που υπθρετοφν και τθ λειτουργία που επιτελοφν. Συγκεκριμζνα: θ ταχφτθτα
αντιςτακμίηει τθν αδυναμία, τα φτερά ι θ υπόγεια κατοικία αντιςτακμίηουν το μικρό ςωματικό
μζγεκοσ, όςα ηϊα ζχουν δφναμθ, δεν χρειάηονται ταχφτθτα, όςα ζχουν μεγάλο ςωματικό
μζγεκοσ, ςϊηονται χάρθ ς’ αυτό, τα όπλα αντιςτακμίηουν τθν ζλλειψθ δφναμθσ και ταχφτθτασ,
για να αντιμετωπίηουν τισ μεταβολζσ του καιροφ, εφοδιάηονται με πυκνό τρίχωμα και γερό
δζρμα, ςε αυτά που γίνονται βορά άλλων ηϊων δίνεται θ δυνατότθτα να γεννοφν πολλοφσ
απογόνουσ, όςα τρζφονται με άλλα ηϊα, γεννοφν λίγουσ απογόνουσ, δίνονται διαφορετικά είδθ
τροφισ ςε κάκε είδοσ ηϊου, για να μθν εξαντλθκοφν ςυγκεκριμζνα είδθ διατροφισ.
αγνωςτικιςμόσ ο : (φιλος.) κεωρία θ οποία αρνείται τθ δυνατότθτα τθσ γνϊςθσ ςχετικά με τθν
φπαρξθ ι τθ φφςθ οποιαςδιποτε ζςχατθσ πραγματικότθτασ και ιδίωσ του Κεοφ: Κρθςκευτικόσ /
κοςμικόσ
11
12.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
3θ Ενότθτα
ΜΕΤΑΦΑΣΗ
Επειδιλοιπόν ο Επιμθκζασ δεν ιταν και πολφ ςοφόσ, ξόδεψε χωρίσ να το καταλάβει (ι:
διζφυγε τθσ προςοχισ του και ξόδεψε) τισ ιδιότθτεσ ςτα άλογα όντα˙ του απζμενε μάλιςτα
χωρίσ εφόδια ακόμθ το γζνοσ των ανκρϊπων και βριςκόταν ςε αμθχανία τι να κάνει. Κι ενϊ
αυτόσ βριςκόταν ςε αμθχανία, ζρχεται ο Ρρομθκζασ για να επικεωριςει τθ μοιραςιά και βλζπει
τα άλλα ηϊα ότι ιταν εφοδιαςμζνα με όλα τα κατάλλθλα μζςα, τον άνκρωπο όμωσ γυμνό και
ξυπόλθτο και χωρίσ ςτρωςίδια και χωρίσ όπλα˙ και ςτο μεταξφ ζφτανε πια και θ κακοριςμζνθ
από τθ μοίρα μζρα, κατά τθν οποία ζπρεπε και ο άνκρωποσ να βγει από τθ γθ ςτο φωσ. Επειδι
λοιπόν ο Ρρομθκζασ βρζκθκε ςε δφςκολθ κζςθ, ποια λογισ ςωτθρία να βρει για τον άνκρωπο,
αποφαςίηει να κλζψει τισ τεχνικζσ γνϊςεισ του Θφαίςτου και τθσ Ακθνάσ μαηί με τθ φωτιά –
γιατί ιταν αδφνατο να αποκτθκοφν αυτζσ από κάποιον ι να χρθςιμοποιθκοφν χωρίσ τθ φωτιά–
και με αυτόν τον τρόπο λοιπόν τισ δωρίηει ςτον άνκρωπο. Τισ γνϊςεισ του λοιπόν για τθν
αντιμετϊπιςθ των βιοτικϊν αναγκϊν ζτςι τισ απζκτθςε ο άνκρωποσ, τθν πολιτικι όμωσ τζχνθ
δεν τθν είχε˙ γιατί αυτι τθν κατείχε ο Δίασ. Και ο Ρρομθκζασ δεν είχε πια τα χρονικά περικϊρια
να μπει ςτθν ακρόπολθ, τθν κατοικία του Δία –εκτόσ αυτοφ και οι φρουροί του Δία ιταν
φοβεροί– μπαίνει όμωσ κρυφά ςτο κοινό εργαςτιρι τθσ Ακθνάσ και του Θφαίςτου, μζςα ςτο
οποίο οι δυο τουσ αςκοφςαν με αγάπθ τισ τζχνεσ τουσ, και αφοφ ζκλεψε και τθν τζχνθ τθσ
φωτιάσ του Θφαίςτου και τθν άλλθ τθσ Ακθνάσ, τισ δίνει ςτον άνκρωπο. Και με τον τρόπο αυτόν
εξαςφαλίηεται βζβαια για τον άνκρωπο αφκονία μζςων για τθ ηωι του, ο Ρρομθκζασ όμωσ
εξαιτίασ του Επιμθκζα αργότερα, όπωσ λζγεται, διϊχτθκε δικαςτικά για κλοπι (ι:
καταδικάςτθκε για κλοπι).
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΟΜΟΙΖΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
Ἔ
λακεν, λακὼ < λανκάνω: λάκοσ, αλάκθτοσ, λικθ, λθςμονιά, λακραίοσ, λακρεπιβάτθσ,
ν
λακρεμπόριο, λακροκυνθγόσ, αλικεια, αναλθκισ
καταναλϊςασ < κατὰ + ἀναλίςκω: καταναλωτισ, (κατ-)ανάλωςθ, παρανάλωμα, καταναλωτικόσ
δυνάμεισ < δφναμαι: δυνατόσ, δυνατότθτα, δφναμθ, δυναμικόσ, δυναμικό (το), δυναμιςμόσ,
δυνθτικόσ, δυνάςτθσ, δυναςτεία, καταδυνάςτευςθ, δυναμίτθσ, ενδυνάμωςθ, αδφναμοσ,
αδυναμία
λοιπὸν < λείπω: λείψανο, λειψόσ, λειψυδρία, λειψανδρία, ζκλειψθ, παράλειψθ, διάλειψθ,
εγκατάλειψθ, ζλλειψθ, διάλειμμα, ζλλειμμα, ελλειπτικόσ, ελλιπισ, λιποβαρισ, λιπόψυχοσ,
λιποκυμία, λιπόςαρκοσ, λιποτάκτθσ, λιποταξία, λοιπόσ, λοιπόν, κατάλοιποσ, υπόλοιποσ
χριςαιτο < χριομαι -
μαι: χριςθ, χριςτθσ, χριςιμοσ, χρθςιμοκιρασ, χρθςτικόσ, χρθςιμότθτα,
χρθςιμοποίθςθ, αχρθςιμοποίθτοσ, χρθςτόσ, εφχρθςτοσ, δφςχρθςτοσ, άχρθςτοσ, ιδιοχρθςία,
χριμα, χρθματικόσ, χρθςμόσ ἀποροῦντι < ἀπορ < ἄποροσ < ἀ- ςτερθτικό + πόροσ: πορεία,
πορκμόσ, εφποροσ, άποροσ, απορία, βιοποριςμόσ, βιοποριςτικόσ, οδοιπόροσ, οδοιπορία,
οδοιπορικόσ, αργοπορία, πεηοπόροσ, πεηοπορία, αεροπόροσ, αεροπορία, πρωτοπόροσ,
πρωτοπορία
ἐμμελ < ἐμμελισ < ἐν + μζλοσ (= μελωδία, μουςικι): μελογράφοσ, μελογραφία, μελοποιόσ,
σ
μελωδόσ, μελωδία ἔδει < δεῖ : δζθςθ, ενδεισ αδζθτοσ
εὕροι < ερίςκω: δυςεφρετοσ, ευρεςιτεχνία, εφρετρα, εφρθμα, ευρθματικόσ, εφευρζτθσ
κλζπτει < κλζπτω: κλοπι, κλοπιμαία, κλζφτθσ, υποκλοπι, κλεπτομανισ, κλεψφδρα
πυρὶ < πῦρ: πυρά, πυρκαγιά, πφρινοσ, πυρετόσ, πυρινασ, πυρςόσ, πυρίμαχοσ, πυρπόλθςθ,
πφραυλοσ, πυραγόσ, πυραςφάλεια, πυρόπλθκτοσ, πυρομανισ, πυροβόλοσ, πυροςβζςτθσ,
πυροδότθςθ, πυροκροτθτισ, πυρομαχικά (τα), πυροτζχνθμα, πυροτεχνουργόσ, πυρότουβλο,
πυροφάνι, πυράκτωςθ, αναηωπφρωςθ
12
13.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
ἀμιχανον <ἀ- ςτερθτικό + μθχανι < μῆχοσ (τό): μθχανι, μθχάνθμα, μθχανικόσ, μθχανιςμόσ,
πολυμιχανοσ, αμιχανοσ, μθχανοκίνθτοσ, μθχανόβιοσ, μθχανογράφθςθ, μθχανοργάνωςθ,
μθχανοδθγόσ, μθχανολόγοσ, μθχανοςτάςιο, βιομθχανία
κτθτὴν < κτάομαι -
μαι: κτιμα, κτιςθ, κτθτικόσ, κτιτορασ, κτινοσ, κτθματίασ, κτθματικόσ,
ακτιμονασ, γαιοκτιμονασ, κτθματομεςίτθσ, κτθματολόγιο, ανάκτθςθ, κατάκτθςθ, κατακτθτικόσ,
επανάκτθςθ, αγανάκτθςθ, αγρόκτθμα, απόκτθμα, επίκτθτοσ, ιδιόκτθτοσ, ιδιοκτιτθσ, ιδιοκτθςία,
πλοιοκτιτθσ
δωρεῖ ται < δωροῦμαι < δ
ρον < δίδωμι: δωρεά, δωρθτισ, δωροδότθσ, δωροκζτθσ, δϊρθμα,
δωροδοκία, δόςθ, μιςκοδοςία, λογοδοςία, θλεκτροδότθςθ, ςθματοδότθσ, δοςολογία,
δοςίλογοσ, επίδοςθ, παράδοςθ, ζκδοςθ, απόδοςθ, μετάδοςθ, δότθσ, αιμοδότθσ, καταδότθσ,
εκδοτικόσ, αποδοτικόσ, ενδοτικόσ, μεταδοτικόσ ἐνεχϊρει < ἐν + χωρζω- αναχϊρθςθ,
:
αναχωρθτισ, αχϊρθτοσ ςυγχϊρθςθ, χωρικόσ, χϊροσ
ἐφιλοτεχνείτθν < φιλοτεχνζω- άτεχνοσ, φιλοτζχνθμα, φιλοτζχνθςθ, φιλοτεχνικόσ, φιλότεχνοσ
:
Ερμθνευτικά ςχόλια
Α. Ο ΕΡΛΜΘΚΕΑΣ ΣΥΝΘΔΘΤΟΡΟΛΕΛ ΤΘΝ ΑΡΟΝΟΘΣΛΑ ΤΟΥ. Θ ΦΥΣΛΚΘ ΕΝΔΕΛΑ ΤΟΥ ΑΝΚΩΡΟΥ
«Ἅτε δὴ οὖν … ὅ,τι χριςαιτο.»
Ιδθ από τθν αρχι τθσ (διδακτικισ) ενότθτασ τονίηεται θ κατάςταςθ φυςικισ αδυναμίασ ςτθν
οποία βρζκθκε ο άνκρωποσ λόγω τθσ απρονοθςίασ του Επιμθκζα, θ οποία ιταν αποτζλεςμα τθσ
πνευματικισ του κατωτερότθτασ («ο πάνυ τι ςοφὸσ ὢ ὁ πιμθκεὺσ»). Ενϊ, λοιπόν, ο
ν
Επιμθκζασ είχε δϊςει με φροντίδα και ςοφία όλα τα απαραίτθτα εφόδια ςτα ηϊα, ςτο τζλοσ τθσ
μοιραςιάσ διαπίςτωςε ότι βριςκόταν ςε αδιζξοδο («ἠπόρει ὅ,τι χριςαιτο»), γιατί τα εφόδια
εξαντλικθκαν και ο άνκρωποσ ζμεινε «ἀκόςμθτοσ». Θ ςυμβολικι/μυκικι αυτι αποτίμθςθ του
τρόπου, με τον οποίο ο Επιμθκζασ μοίραςε τισ φυςικζσ ιδιότθτεσ ςτουσ ηωικοφσ οργανιςμοφσ,
αποκαλφπτει ςταδιακά τθν πρωταγόρεια ςκζψθ. Θ επιμθκεϊκι φάςθ, που αντιςτοιχεί ςτον
φυςικό χρόνο του βιολογικοφ ςχθματιςμοφ των ηωικϊν ειδϊν, κλείνει με το ανκρϊπινο είδοσ το
οποίο εμφανίηεται τελευταίο ςτθ ςειρά των ηωικϊν οργανιςμϊν. Ωσ τελευταίο μζνει
«ἀκόςμθτον», που ςθμαίνει ότι ζχει τα λιγότερα φυςικά εφόδια για να επιβιϊςει ωσ είδοσ ςτθ
φφςθ. Συνεπϊσ, θ φυςικι κατάςταςθ του ανκρϊπου κατά το ςτάδιο ςχθματιςμοφ των ειδϊν
μπορεί να αποδοκεί με τθν ζννοια τθσ «ἀπορίασ», δθλαδι τθσ φυςικισ αδυναμίασ και
ςυγχρόνωσ τθσ ανάγκθσ για εξεφρεςθ τρόπων και μζςων αντιμετϊπιςισ τθσ (ἠπόρει ὅ,τι
χριςαιτο). Ο άνκρωποσ αναγκάηεται να αναηθτιςει τον πόρο, τθ λφςθ του προβλιματοσ και τθν
υπζρβαςθ τθσ δυςκολίασ. Αξιοςθμείωτθ θ τριπλι επανάλθψθ τθσ απορίασ ςτο κείμενο: ἠπόρει,
ἀποροῦντι, ἀπορίᾳ. Από τθν άποψθ αυτι ο Ρρωταγόρασ προβάλλει από τθν αρχι τθ φυςικι
ζνδεια του ανκρϊπου, γιατί, από τθ ςτιγμι που ο άνκρωποσ δεν διακζτει φυςικά εφόδια
αυτοςυντιρθςθσ του είδουσ του, θ φπαρξι του εξαρτάται από τον ίδιο και όχι από τθ φφςθ.
Επίςθσ, ζτςι κα οδθγθκεί λογικά ςτο διδακτό τθσ αρετισ και ςτθ δικαίωςθ του ρόλου του ωσ
δάςκαλου τθσ ευβουλίασ.
«τὸ ἀνκρϊπων γζνοσ»
Στον μφκο του Ρρωταγόρα χρθςιμοποιείται και ο όροσ «τὸ ἀνκρϊπων γζνοσ» ωσ ζννοια γενικι
και αναφζρεται ςτουσ ανκρϊπουσ ςυνολικά. Με τθ χριςθ του ςυγκεκριμζνου όρου
προβάλλεται θ απροκατάλθπτθ ενότθτα του ανκρϊπινου γζνουσ, το οποίο δεν χαρακτθρίηεται
από διακρίςεισ και ανιςότθτεσ που οφείλονται ςτθ φφςθ. Ο Ρρωταγόρασ με τθ ςυγκεκριμζνθ
ζκφραςθ φαίνεται ότι υπεραςπίηεται τθν άποψθ ότι οι άνκρωποι είναι φφςει ίςοι, αλλά κζςει
άνιςοι, δθλαδι θ φφςθ προίκιςε τουσ ανκρϊπουσ με τα ίδια γνωρίςματα, αλλά θ κοινωνικι
ςυμβίωςθ και οργάνωςθ τελικά τουσ κακιςτά άνιςουσ. Θ άποψθ αυτι εκφράηει το ίδιο
πρωτοποριακό και ιδεολογικά ριηοςπαςτικό πνεφμα που χαρακτθρίηει τισ κζςεισ πολλϊν
ςοφιςτϊν για τθν ενότθτα και τθν ιςότθτα των ανκρϊπων. Λδιαίτερα οι ςοφιςτζσ Αντιφϊντασ
13
14.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
και Αλκιδάμαστάχκθκαν κατά των κοινωνικϊν και φυλετικϊν διακρίςεων και ο Λππίασ, ο οποίοσ
αναφζρεται ςτον Ρρωταγόρα (κεφ. ΚΔ’), υπζρ τθσ ενότθτασ των ανκρϊπων.
Β. Ο ΡΟΜΘΚΕΑΣ ΔΛΑΡΛΣΤΩΝΕΛ ΟΤΛ Ο ΑΝΚΩΡΟΣ ΕΧΕΛ ΜΕΛΝΕΛ ΑΝΕΦΟΔΛΑΣΤΟΣ «Ἀποροῦντι δὲ
ατῶ… ἐκ γῆσ εἰ σ φ
σ.»
Κακϊσ ο Επιμθκζασ βρίςκεται ςε αδιζξοδο ςχετικά με τθν κατάςταςθ του ανκρϊπου (ἠπόρει,
ἀποροῦντι), ο Ρρομθκζασ αναλαμβάνει να επικεωριςει το ζργο του αδελφοφ του.
Αντιλαμβάνεται τότε ότι ο άνκρωποσ απζμεινε γυμνόσ και ξυπόλθτοσ και χωρίσ ςτρωςίδια και
χωρίσ όπλα («γυμνόν τε καὶ ἀνυπόδθτον καὶ ἄςτρωτον καὶ ἄοπλον»), ον χωρίσ δυνατότθτα
αυτό-υπεράςπιςθσ, τθ ςτιγμι μάλιςτα που πλθςίαηε θ κακοριςμζνθ μζρα τθσ εξόδου του προσ
το φωσ. Πμωσ, θ ζξοδοσ του ανκρϊπου από το εςωτερικό τθσ γθσ, «ἐκ γῆσ», ςτο φωσ του ιλιου
δεν οφείλεται ςτισ ζτοιμεσ δυνάμεισ φπαρξθσ που του χάριςε θ φφςθ (Επιμθκζασ), όπωσ ζγινε
για τα άλλα ηωικά είδθ. Για τα ηωικά είδθ θ ανοδικι πορεία από το εςωτερικό τθσ γθσ ςτο φωσ
ιταν απλϊσ μια πορεία προσ τθ βιολογικι φπαρξθ. Αντίκετα, για τον άνκρωπο θ πορεία από το
εςωτερικό τθσ γθσ ςτο φωσ ςυνιςτά μια ανοδικι πορεία από τισ εξαρτιςεισ τθσ βιολογικισ
φπαρξθσ ςτθν αυτονομία του νοιμονοσ όντοσ. Αυτό το ποιοτικά διαφορετικό, ςε ςχζςθ με τα
ηωικά είδθ, πζραςμα του ανκρϊπου από τθ γθ ςτο φωσ, από τθ βιολογικι παρουςία ςτθ
νοιμονα και αυτοπροςδιοριηόμενθ φπαρξθ, αποδίδεται ςυμβολικά με τθ μορφι του Ρρομθκζα.
Από τα παραπάνω γίνεται αντιλθπτό ότι, ςφμφωνα με τον Ρρωταγόρα (αλλά και τθ ςφγχρονθ
φιλοςοφικι ανκρωπολογία), ο άνκρωποσ ιταν το πιο ελλιπζσ και το πιο απροςτάτευτο από όλα
τα ζμβια όντα όςον αφορά το βιολογικό εξοπλιςμό του, που υποδθλϊνεται με το επίκετο
«ἀκόςμθτον». Θ υλικι υπόςταςθ και θ βιολογικι κωράκιςθ του ανκρϊπου είναι ανίςχυρεσ
ςτουσ κινδφνουσ του περιβάλλοντοσ, ο οποίοσ μάλλον βρίςκεται ςτο ζλεοσ φυςικϊν δυνάμεων.
Ωςτόςο, τθν άποψθ ότι ο άνκρωποσ είναι το πλζον απροςτάτευτο από τα ηϊα επικρίνει ο
Αριςτοτζλθσ, ο οποίοσ ςτο ζργο του Ρερὶ ηῴ μορίων (IV, 10) υποςτθρίηει ότι θ δθμιουργία του
ων
ανκρϊπου ιταν τζλεια και «όςοι λζνε ότι είναι ανυπόδθτοσ, γυμνόσ, χωρίσ οπλιςμό για να
αμυνκεί, λακεφουν».
«ἡ εἱ μαρμζνθ ἡμζρα»
Θ φράςθ αυτι, όπωσ και θ φράςθ τθσ προθγοφμενθσ ενότθτασ «χρόνοσ εἱ μαρμζνοσ», αποτελεί
ςτοιχείο του μφκου που προςδιορίηει χρονικά τα ςτάδια τθσ εξζλιξθσ του ανκρϊπου. Εκφράηει
το πλιρωμα του χρόνου, το πζραςμα από μία εποχι ςε άλλθ, από μία μορφι ηωισ ςε άλλθ, που
δεν είναι οφτε ςτιγμιαίο οφτε αυτόματο, αλλά υπακοφει ςε δφναμθ αναπότρεπτθ, ιςχυρότερθ
και από τουσ κεοφσ (ο Πμθροσ ςτθν Λλιάδα, Ρ 441, αναφζρει τθν αίςα ι μοίρα και ο Αιςχφλοσ
ςτισ τραγωδίεσ του τθν Ανάγκθ). Αν αφαιρζςουμε το περίβλθμα του μφκου, ςθμαίνει ότι το
πζραςμα ςε μια επόμενθ φάςθ εξζλιξθσ γίνεται κάτω από τθν πίεςθ τθσ ανάγκθσ για επιβίωςθ ι
βελτίωςθ τθσ ηωισ. Ανάλογθ είναι θ χριςτιανικι φράςθ «ὅτε ἦλκε τὸ πλιρωμα τοῦ χρόνου».
Γ. Ο ΡΟΜΘΚΕΑΣ ΚΛΕΒΕΛ ΤΛΣ ΤΕΧΝΛΚΕΣ ΓΝΩΣΕΛΣ ΑΡΟ ΤΘΝ ΑΚΘΝΑ ΚΑΛ ΤΘ ΦΩΤΛΑ ΑΡΟ ΤΟΝ
ΘΦΑΛΣΤΟ ΓΛΑ ΧΑΘ ΤΩΝ ΑΝΚΩΡΩΝ «Ἀπορίᾳ οὖν ςχόμενοσ … δωρεῖ ται ἀνκρϊπῳ
.»
Πταν ο Ρρομθκζασ αντιλιφκθκε το αδιζξοδο ςτο οποίο κατζλθξε το ζργο του Επιμθκζα,
αποφαςίηει να μπει κρυφά ςτο εργαςτιρι τθσ Ακθνάσ και του Θφαίςτου και να κλζψει τθν
«ἔντεχνον ςοφίαν» και τθ φωτιά που κα βοθκοφςαν τον άνκρωπο ςτθν επιβίωςθ και εξζλιξι
του. Θ μετάβαςθ του ανκρϊπου από τθν κατάςταςθ των βιολογικϊν εξαρτιςεων ςτθν
αναηιτθςθ τθσ αυτονομίασ του ςυμβολίηεται με τον Ρρομθκζα και τθ φιλάνκρωπθ κλοπι των
«δϊρων» του για τον άνκρωπο από το εργαςτιρι τθσ Ακθνάσ και του Θφαίςτου. Ζτςι θ κλοπι
δεν κρίνεται ωσ παράβαςθ θκικισ φφςεωσ που δεν ζπρεπε να γίνει, αλλά ωσ ευρθματικι πράξθ
του Ρρομθκζα-ανκρϊπου που υπαγορεφεται από τθν ίδια τθν αρχι τθσ αναπλιρωςθσ ςτθ
φφςθ, θ οποία κατθφκυνε και τθ μοιραςιά του Επιμθκζα. Τα «δϊρα» αναπλθρϊνουν τθ φυςικι
αδυναμία του ανκρϊπου ςτον κόςμο. Θ κατ’ αναγκαιότθτα, λοιπόν, παράβαςθ ζχει πρακτικό
14
15.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
αντίκριςμα ςτονάνκρωπο, κακϊσ θ τεχνικι και θ γνϊςθ τθσ τζχνθσ τθσ φωτιάσ επιτρζπουν ςτον
άνκρωπο να επινοεί τα προσ το ηῆν και να εφαρμόηει πρακτικά τισ επινοιςεισ του. Ο άνκρωποσ
είναι ςε κζςθ με τισ δφο αυτζσ κατακτιςεισ να μεταςχθματίηει τουσ ςχεδιαςμοφσ και τισ
επινοιςεισ του ςε πρακτικό πρόγραμμα ηωισ. Ειδικότερα θ κατάκτθςθ τεχνικισ ςυνδζεται με
τθν ανάπτυξθ τεχνικϊν δεξιοτιτων, τθν οργάνωςθ τθσ εργαςίασ ωσ καταςκευαςτικισ
διαδικαςίασ, για παράδειγμα ςπιτιϊν, όπλων, εργαλείων, με τθν επινόθςθ ςυμβολικϊν
ςυςτθμάτων επικοινωνίασ και αντιμετϊπιςθσ κακθμερινϊν αναγκϊν, πχ. γλϊςςα, γραφι,
αρίκμθςθ, με τθν καλλιζργεια, πχ. γθσ, και με τθν αγωγι, κακϊσ όλα αυτά δεν είναι εξωτερικά
προσ τθ φφςθ του ανκρϊπου, αλλά τθν επθρεάηουν και οδθγοφν τον άνκρωπο ςταδιακά ςε
ζλεγχο των πακϊν και οργάνωςθ τθσ άμυνάσ του προσ τουσ άλλουσ. Θ μυκικι μορφι με τθν
οποία ο Ρρωταγόρασ ντφνει τθν άποψι του για τθ γζνεςθ του πολιτιςμοφ δεν μασ επιτρζπει να
πάρουμε κάκε λζξθ του τοισ μετρθτοίσ. Ρρόκειται βζβαια για ςυμβολιςμοφσ και κα πρζπει να
δοφμε τθν επζμβαςθ του Ρρομθκζα ωσ φάςθ τθσ εξζλιξθσ, ςτθν οποία δθμιουργοφνται οι
προχποκζςεισ για τθν επιβίωςθ του ανκρϊπου και τθν προςαρμογι του ςτο φυςικό
περιβάλλον, πραγματοποιείται θ γζνεςθ των τεχνϊν και ςχθματίηονται οι πρϊτεσ κοινωνίεσ. Δεν
πρόκειται δθλαδι για γνϊςεισ χορθγθμζνεσ εκ των προτζρων ωσ ολοκλθρωμζνο ςφνολο, a
priori. Στθν προθγοφμενθ φάςθ του Επιμθκζα ςυντελείται ο βιολογικόσ ςχθματιςμόσ του
ανκρϊπου και ςτθ φάςθ του Ρρομθκζα εκδθλϊνεται ο πνευματικόσ ςχθματιςμόσ του, ο οποίοσ
τον ορίηει άλλωςτε ωσ είδοσ. Θ ερμθνεία αυτι ςυμφωνεί με τθν άποψθ των ςοφιςτϊν και του
Ρρωταγόρα ότι όλα είναι προϊόντα τθσ πείρασ που ςυςςωρεφεται με τθν πάροδο του χρόνου,
δθλαδι πρόκειται για επϊδυνεσ, δφςκολεσ και κοπιαςτικζσ κατακτιςεισ του ανκρϊπου μζςα
ςτον χρόνο. Ραράλλθλα για τα προμθκεϊκά δϊρα υπάρχει και θ ερμθνευτικι άποψθ (κφριοσ
εκφραςτισ τθσ ο W.K.C. Guthrie, Οι Σοφιςτζσ, ΜΛΕΤ 1991, ςελ. 90-95) ότι οι τεχνικζσ γνϊςεισ
δίνονται ςτον άνκρωπο εκ των προτζρων ωσ ολοκλθρωμζνο ςφνολο, a priori, και όχι ωσ
κθςαφριςμα ςταδιακισ πείρασ μζςα ςτουσ αιϊνεσ. Θ ερμθνεία αυτι ςτθρίηεται ςτο ότι τα δϊρα
δίνονται πριν ο άνκρωποσ βγει ςτο φωσ, τθ ςτιγμι τθσ δθμιουργίασ του, και ςυνεπϊσ τα
προχποκζτει για τθ δθμιουργία πολιτιςμοφ. Λςοδυναμοφν με τθ δεξιοτεχνία (ςφνεςισ ςτον
Ευριπίδθ) που δωρίηουν οι κεοί ςτον άνκρωπο, ςφμφωνα με τον Αιςχφλο και τον Ευριπίδθ.
Τα δϊρα του Ρρομθκζα ςτο ανκρϊπινο γζνοσ
α) «ἔντεχνοσ ςοφία»: το επίκετο «ἔντεχνοσ» υποδθλϊνει αυτόν που είναι μζςα ςτα όρια τθσ
τζχνθσ, τον ζμπειρο, τον επιδζξιο. Στθ φράςθ «ἔντεχνοσ ςοφία», θ λζξθ «ςοφία» υποδθλϊνει τθ
ςοφία που εμπεριζχει τθν τζχνθ, τθ ςοφία που ςυμπορεφεται με τθν τζχνθ, τισ τεχνικζσ γνϊςεισ.
Αρχικά θ ζννοια τθσ ςοφίασ ζχει κυρίωσ να κάνει με τθ δεξιότθτα και τθν εμπειρία ςε κάποια
τζχνθ, τθν αρχιτεκτονικι, τθ γλυπτικι, τθ μεταλλουργία, τθν ιατρικι, κ.τ.λ. Ο προςδιοριςμόσ
«ἔντεχνοσ» επιτρζπει εδϊ ςτον Ρρωταγόρα να διευκρινίςει, επομζνωσ, πωσ αυτοφ του είδουσ
τθ ςοφία εννοεί και όχι αυτι που ςυνδζουμε με τθ γνϊςθ των επιςτθμϊν και τθ φιλοςοφία,
δθλαδι τισ κεωρθτικζσ γνϊςεισ. Ωσ προσ τισ καλζσ τζχνεσ, θ ζντεχνθ ςοφία δεν ςχετίηεται με τθ
ςφλλθψθ τθσ ιδζασ ενόσ καλλιτεχνικοφ ζργου, αλλά με τθν αναγκαιότθτα χριςθσ τεχνικϊν
γνϊςεων και εργαλείων για τθ δθμιουργία κάποιων από αυτά (πχ. Αρχιτεκτονικι, γλυπτικι).
Κατανοοφμε, λοιπόν, τον όρο ωσ τεχνογνωςία, θ οποία επιτρζπει ςτον άνκρωπο να προβεί ςε
επινοιςεισ και εφαρμογζσ ςωτιριεσ για τθ ηωι του που προωκοφν τθν εν γζνει παρουςία του
ςτον κόςμο. Ειδικότερα, θ τεχνογνωςία ςυνδζεται με τισ τεχνικζσ δεξιότθτεσ και τθν
καταςκευαςτικι ικανότθτα του ανκρϊπου. Αυτό ςθμαίνει ότι ο άνκρωποσ είναι ςε κζςθ να
ςυλλάβει και να οργανϊςει τθ διαδικαςία τθσ εργαςίασ, θ οποία ςυμπυκνϊνει με τον καλφτερο
τρόπο το άλμα του πρϊθν, απλϊσ «ηωικοφ οργανιςμοφ» ςε ιδθ άνκρωπο που αποδεςμεφεται
ςταδιακά από τισ αλυςίδεσ τθσ βιολογικισ νομοτζλειασ και προ-νοεί για τισ επόμενεσ ςτιγμζσ
τθσ ηωισ του. Συνδεδεμζνθ με τθ διαδικαςία τθσ εργαςίασ είναι θ διαδικαςία καταςκευισ και
15
16.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
επινόθςθσ, καλλιζργειασκαι αγωγισ. Με τθν καταςκευαςτικι και επινοθτικι ικανότθτα ο
άνκρωποσ δίνει υπόςταςθ ςτουσ ςχεδιαςμοφσ του και τα ευριματα του νου του,
καταςκευάηοντασ ςπίτια, ςκεφθ, εργαλεία, όπλα, αλλά και προβαίνει ςε επινοιςεισ ςυμβολικϊν
ςυςτθμάτων όπωσ θ γλϊςςα, θ γραφι, θ αρίκμθςθ, που διευρφνουν τα όρια τθσ ελευκερίασ
του ςε ςχζςθ με τθ βιολογικι αιτιότθτα. Με τθν καλλιζργεια (γθσ, γραμμάτων, τεχνϊν και καλϊν
τεχνϊν) και τθν αγωγι διαμορφϊνει ςκόπιμα τισ προχποκζςεισ για παραγωγι ζργων και μζςων
και για νζεσ δθμιουργίεσ μζςα από τθν αξιοποίθςθ εργαλείων και γνϊςεων τεχνικισ. Πμωσ, θ
ςυνολικι διαδικαςία γίνεται ςυγχρόνωσ και τρόποσ αγωγισ τθσ φφςθσ του, τρόποσ εξζλιξθσ και
διαμόρφωςισ του, κακϊσ περιζρχεται ςτθ κζςθ να ελζγξει τα πάκθ του, να τικαςεφςει το
ζνςτικτο και να οργανϊςει τισ άμυνεσ του εαυτοφ του ςτον αγϊνα επιβίωςθσ.
β) «ἔμπυροσ τζχνθ»: Θ φωτιά, θ πρϊτθ μεγάλθ πθγι ενζργειασ που ζμακε να μεταχειρίηεται ο
άνκρωποσ, εφλογα τοποκετείται ςτθ βάςθ όλων των ζωσ τότε τεχνολογικϊν κατακτιςεων. Ωσ
πθγι ενζργειασ υπιρξε αναγκαία ςυνκικθ για να οδθγθκεί ο άνκρωποσ ςτα υψθλά τεχνικά
επιτεφγματα και να αντιςτακμίςει με αυτά τθ φυςικι αδυναμία του. Θ «ἔμπυροσ τζχνθ»
εκφράηει τθν εφαρμοςμζνθ, τθν καταςκευαςτικι εκδιλωςθ τθσ ανκρϊπινθσ δραςτθριότθτασ. Θ
«ἔμπυροσ τζχνθ» είναι θ πρακτικι εφαρμογι των τεχνικϊν γνϊςεων κυρίωσ με τθ χριςθ τθσ
φωτιάσ, κακϊσ είναι γνωςτό ότι πολλά υλικά, όπωσ τα μζταλλα, μποροφν να γίνουν αντικείμενο
κατεργαςίασ με τθ χριςθ τθσ φωτιάσ. Ο Ρρωταγόρασ, λοιπόν, πρζπει να είχε ςτο μυαλό του
αυτό που ςιμερα ονομάηουμε τεχνολογία, τθρουμζνων των αναλογιϊν. Εννοοφμε, βζβαια, μια
τεχνολογία προςαρμοςμζνθ ςτα μζςα και τισ δυνατότθτεσ τθσ εποχισ. Με τθν κλοπι τθσ
φωτιάσ, που ςυμβολίηει επιπλζον τθ δθμιουργικότθτα, τθ ηωτικότθτα και τθ φανταςία,
αψθφϊντασ τισ άλογεσ και αυκαίρετεσ αποφάςεισ του Δία, ο Ρρομθκζασ εκφράηει και ενιςχφει
τθν ορκολογικι πίςτθ ότι ο άνκρωποσ μπορεί με τθ γνϊςθ και τθν πράξθ να κυριαρχιςει πάνω
ςτθ φφςθ, να τθν αλλάξει και να καλυτερζψει τθ ηωι του.
Δ. ΑΡΟΣΛΤΘ Θ ΡΟΛΛΤΛΚΘ ΤΕΧΝΘ «Τὴν μὲν οὖν περὶ τὸν βίον ςοφίαν … φοβεραὶ ἦςαν-»
Τα δϊρα του Ρρομθκζα ςυνετζλεςαν ςτο να αποκτιςει ο άνκρωποσ «τὴν περὶ τὸν βίον
ςοφίαν», χριςιμεσ δθλαδι γνϊςεισ, προκειμζνου να αντιςτακμίςει τισ ελλείψεισ των εφοδίων
που είχαν δοκεί ςτα υπόλοιπα ζμβια όντα. Ο Ρρωταγόρασ όμωσ κεωρεί ςκόπιμο να αναφζρει
ςτο ςθμείο αυτό τθσ αφιγθςθσ ότι ο Ρρομθκζασ δεν μπόρεςε να δϊςει ςτουσ ανκρϊπουσ τθν
πολιτικι τζχνθ, το υψθλότερο και καλφτερο δϊρο, φυλαγμζνο από τον ίδιο τον Δία, αλλά με τθν
πράξθ κλοπισ περιορίςτθκε ςτο δϊρο τθσ τεχνογνωςίασ, ευεργετικό βζβαια, αλλά κατϊτερο.
Γίνεται ςαφζσ ότι θ πολιτικι τζχνθ είναι ανϊτερθ κατάκτθςθ, θ οποία ςτον μφκο χαρακτθρίηει
τθν κοινότθτα των κεϊν και όχι των ανκρϊπων, και αποτελεί ςτοιχείο εξουςίασ του Δία
απζναντι ςτουσ άλλουσ κεοφσ και τον κόςμο. Θ παρουςίαςι τουσ ωσ δϊρων των κεϊν και όχι ωσ
ανακαλφψεων του ανκρϊπου μπορεί να κεωρθκεί και ωσ ζνδειξθ ςεβαςμοφ προσ αυτοφσ και
προςπάκεια αποφυγισ φβρθσ εκ μζρουσ των ανκρϊπων. Λδιαίτερθσ ςθμαςίασ είναι θ άποψθ
που ςυνάγεται από τον μφκο και αποδίδεται ςτον Ρρωταγόρα ότι ςτθν προϊςτορία του
ανκρϊπινου γζνουσ προθγικθκε θ κατάκτθςθ τεχνικισ πρόςφορθσ για τον βιοποριςμό του και
ακολοφκθςε θ κατάκτθςθ τθσ πολιτικισ τζχνθσ. Άρα θ κατάκτθςθ τθσ τεχνικισ από τον
άνκρωπο, που χαρακτθρίηεται ςαν τιτανικι πράξθ κλοπισ, ςυνζβθ ςε μια πρϊιμθ φάςθ,
προκοινωνικι και δείχνει τισ τότε δυνατότθτεσ του ανκρϊπινου πνεφματοσ. Αντίκετα, θ πολιτικι
ιταν ακόμθ απρόςιτθ ςχεδόν ςτο ανκρϊπινο πνεφμα και κατακτικθκε ςε υςτερότερθ ςτιγμι
τθσ ιςτορίασ του ανκρϊπου και αφοφ είχαν διαμορφωκεί οι κατάλλθλεσ ςυνκικεσ.
«Διὸσ φυλακαὶ φοβεραὶ ἦςαν»
Οι φφλακεσ του Δία ιταν θ Βία και το Κράτοσ, που αναφζρονται τόςο ςτθ Κεογονία του
Θςιόδου όςο και ςτον Ρρομθκζα Δεςμϊτθ του Αιςχφλου. Ρρόκειται για τα όργανα εξουςίασ του
Δία. Στον μφκο του Ρρωταγόρα ςυμβολίηουν τθ δυςκολία και τισ επίπονεσ προςπάκειεσ του
16
17.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
ανκρϊπινου γζνουσνα αποκτιςει τθν πολιτικι τζχνθ, τισ γνϊςεισ δθλαδι για τθν οργάνωςθ
κοινωνιϊν και για τθν ανάπτυξθ πνευματικοφ πολιτιςμοφ. Ζμμεςα προβάλλει τθν αξία και τθ
ςθμαςία τθσ τζχνθσ που υπόςχεται ότι διδάςκει ςτουσ νζουσ τθσ Ακινασ.
Ε. ΤΑ ΑΡΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΘΣ ΡΑΞΘΣ ΤΟΥ ΡΟΜΘΚΕΑ «εἰ σ δὲ τὸ τῆσ Ἀκθνᾶσ … δίκθ μετῆλκεν.»
Στθν εξζλιξθ του μφκου και ςτο εδάφιο «Τὴν μὲν οὖν περὶ τὸν βίον ςοφίαν … ἐκ τοφτου επορία
μὲν ἀνκρϊπῳ τοῦ βίου γίγνεται» παρατθροφμε τθν επιμονι του αφθγθτι ςτθ ςθμαςία των
«δϊρων» («περὶ τὸν βίον ςοφίαν …επορία μὲν ἀνκρϊπῳ τοῦ βίου»). Είναι φανερό: πιο πάνω
από τθν τεχνικι είναι θ πολιτικι, αλλά όχι ακόμθ για τον άνκρωπο. Ρροθγείται θ επίλυςθ
ηωτικϊν αιτθμάτων των υλικϊν ςυνκθκϊν φπαρξθσ του ανκρϊπου, θ οποία ςτθ ςυνζχεια του
επιτρζπει να ςκεφτεί για τα επιτεφγματά του, τθν κυριαρχία του ςτθ φφςθ και τθν προαγωγι
των ςυνκθκϊν ηωισ του. Κάκε ςτάδιο προετοιμάηεται από το προθγοφμενο και προετοιμάηει το
επόμενο ςε μια δυναμικι πορεία, όπου θ κάκε κατάκτθςθ γίνεται βάςθ για τθν επόμενθ με
πολφ κόπο και με μεγάλο τίμθμα κάποιεσ φορζσ, οπωςδιποτε κακόλου ανϊδυνα. Κάκε
επίτευγμα απαιτεί ανυπολόγιςτεσ κυςίεσ ςε μια πορεία ςυνεχοφσ αναηιτθςθσ του καλφτερου.
Και αυτι τθ διπλι διάςταςθ τθσ επιτυχίασ και του τιμιματόσ τθσ υπενκυμίηει θ λιτι αναφορά
ςτθν τιμωρία του Ρρομθκζα. Το επίτευγμα για να ζχει αξία και διάρκεια προχποκζτει
αυταπάρνθςθ και ανιδιοτζλεια και αυτό το υπαινίςςεται θ φράςθ του Ρρωταγόρα ςτθν οποία
φαίνεται ότι ο κεόσ που λυπικθκε τουσ ανκρϊπουσ και ζκλεψε τθ φωτιά, τιμωρικθκε για τθν
πράξθ του.
1. «εἰ σ δὲ τὸ τῆσ Ἀκθνᾶσ καὶ Ἡ
φαίςτου οἴ κθμα τὸ κοινὸν»
Σφμφωνα με τθ μυκολογία, ο Ιφαιςτοσ και θ Ακθνά ςυνδζονταν πολφ ςτενά μεταξφ τουσ.
Μάλιςτα, ςε πολλά μζρθ τθσ αρχαίασ Ελλάδασ οι δφο κεοί λατρεφονταν μαηί ςε κοινζσ γιορτζσ,
όπωσ αυτζσ των Απατουρίων και Χαλκείων, ενϊ υπιρχαν και κοινά ιερά που αφιερϊνονταν ςε
αυτοφσ, όπωσ αυτό ςτθν Αγορά τθσ αρχαίασ Ακινασ. Ειδικότερα, θ Ακθνά γεννικθκε από το
κεφάλι του Δία, ιταν θ κεά τθσ ςοφίασ και των τεχνϊν και αντιπροςϊπευε τθ γνϊςθ. Ο
Ιφαιςτοσ ιταν γιοσ του Δία και τθσ Ιρασ, λατρευόταν ωσ κεόσ τθσ φωτιάσ και αντιπροςϊπευε
τισ πρακτικζσ γνϊςεισ. Επιπλζον, θ Ακθνά ιταν παιδαγωγόσ του γιου του Θφαίςτου, του
Εριχκονίου. Θ αναφορά του Ρρωταγόρα ςτθν Ακθνά και τον Ιφαιςτο και ςτο εργαςτιρι τουσ
ςυνιςτά και ζναν ςαφι υπαινιγμό οργάνωςθσ τθσ κεϊκισ κοινότθτασ ςτθ βάςθ ενόσ
«καταμεριςμοφ των εργαςιϊν», όπου ο Δίασ κατζχει τθν φψιςτθ πολιτικι τζχνθ, ενϊ θ Ακθνά
και ο Ιφαιςτοσ καταγίνονται με τζχνεσ ςυνδεδεμζνεσ με τθν αντιμετϊπιςθ των κακθμερινϊν
αναγκϊν επιβίωςθσ, τθν πρακτικι επινοθτικότθτα και τθν καταςκευαςτικι ικανότθτα.
2. Θ τιμωρία του Ρρομθκζα «Ρρομθκζα δὲ … κλοπῆσ δίκθ μετῆλκεν»
Ο Ρρομθκζασ τιμωρικθκε ςκλθρά για τθν πράξθ κλοπισ που ζκανε από αγάπθ προσ το
ανκρϊπινο γζνοσ. Στο κείμενο αναφζρεται πολφ λιτά ότι ο Ρρομθκζασ δικάςτθκε για κλοπι
εξαιτίασ τθσ απρονοθςίασ του αδερφοφ του, του Επιμθκζα. Ο Ρρωταγόρασ ςυνδζει τθν
αφιγθςι του με τθ γνωςτι μυκικι αφιγθςθ για τθν τιμωρία του Ρρομθκζα, τθν οποία
παραλείπει ωσ γνωςτι. Βζβαια, άλλεσ πθγζσ αναφζρουν ότι ο Δίασ, οργιςμζνοσ από τθν πράξθ
του, του επζβαλε μια ςκλθρότατθ τιμωρία: τον ζδεςε με αλυςίδεσ ςε ζναν βράχο του Καυκάςου
και ζςτειλε ζναν γυπαετό να του καταςπαράηει το ςυκϊτι, το οποίο ξαναγινόταν τθ νφχτα. Από
το μαρτφριο αυτό, που επαναλαμβανόταν κακθμερινά, τον απάλλαξε ο Θρακλισ ςκοτϊνοντασ
το ςαρκοβόρο πουλί.
ΑΛΣΚΘΤΛΚΑ ΣΧΟΛΛΑ
Αιςκθτικά ο μφκοσ του Ρρωταγόρα παρουςιάηει ςυνδυαςμό ςτοιχείων λαϊκοφ φφουσ και
περίτεχνθσ ςυςςϊρευςθσ ποιθτικϊν εκφράςεων και ςχθμάτων λόγου.
17
18.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
Στοιχεία λαϊκοφφφουσ, απλι ςφνταξθ, παρατακτικι ςφνδεςθ, ςχιμα μείωςθσ και λιτότθτασ,
αντικζςεισ, πολυςφνδετο ςχιμα, βραχυλογία: «ἦν γὰρ παρὰ τῶ Διὶ » αντί «ἡ γὰρ πολιτικὴ τζχνθ
ἦν παρὰ τῶΔιὶ ».
4θ Ενότθτα
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Επειδό λοιπόν ο ϊνθρωποσ πόρε μερύδιο από θεώκϊ πρϊγματα, πρώτα πρώτα λόγω τησ
ςυγγϋνειϊσ (του) με τον θεό, μόνοσ από τα ζώα πύςτεψε ςε θεούσ και επιχειρούςε να
καταςκευϊζει και βωμούσ και (να φιλοτεχνεύ) αγϊλματα θεών˙ ϋπειτα, γρόγορα ϊρθρωςε με
την τϋχνη του φθόγγουσ και λϋξεισ και επινόηςε κατοικύεσ και ρούχα και παπούτςια και
ςτρωςύδια και τισ τροφϋσ από τη γη. Με αυτϊ λοιπόν τα μϋςα εφοδιαςμϋνοι οι ϊνθρωποι
κατοικούςαν ςτην αρχό διαςκορπιςμϋνοι, πόλεισ όμωσ δεν υπόρχαν˙ καταςπαρϊςςονταν
λοιπόν από τα θηρύα, γιατύ όταν από κϊθε ϊποψη πιο αδύναμοι από αυτϊ και οι τεχνικϋσ
γνώςεισ όταν βϋβαια βοηθόσ τουσ καλόσ για την ανεύρεςη τησ τροφόσ, ανεπαρκόσ όμωσ για
τον πόλεμο με τα θηρύα – γιατύ δεν κατεύχαν ακόμη την πολιτικό τϋχνη, μϋροσ τησ οπούασ
εύναι η πολεμικό τϋχνη – επιδύωκαν λοιπόν να ςυγκεντρώνονται και να εξαςφαλύζουν τη
ςωτηρύα τουσ χτύζοντασ πόλεισ˙ κϊθε φορϊ λοιπόν που ςυγκεντρώνονταν, αδικούςαν ο ϋνασ
τον ϊλλον, επειδό δεν εύχαν την πολιτικό τϋχνη, με αποτϋλεςμα να διαςκορπύζονται και να
απειλούνται με αφανιςμό. Ο Δύασ, λοιπόν, επειδό φοβόθηκε για το γϋνοσ μασ μόπωσ χαθεύ
ολότελα, ςτϋλνει τον Ερμό να φϋρει ςτουσ ανθρώπουσ και τον ςεβαςμό ςτουσ ϊγραφουσ
νόμουσ και την αντύληψη περύ του δικαύου, για να εξαςφαλύζουν και την τϊξη ςτισ πόλεισ και
να αποτελούν τουσ ςυνεκτικούσ δεςμούσ φιλύασ ανϊμεςα ςτουσ ανθρώπουσ. Ρωτϊει λοιπόν
ο Ερμόσ τον Δύα με ποιον ϊραγε τρόπο να δώςει τον ςεβαςμό και τη δικαιοςύνη ςτουσ
ανθρώπουσ˙ «Ποιο από τα δύο, όπωσ ϋχουν μοιραςτεύ οι τεχνικϋσ γνώςεισ, ϋτςι να τα
μοιρϊςω και αυτϊ; Έχουν μοιραςτεύ βϋβαια με αυτόν τον τρόπο: ϋνασ που κατϋχει την
ιατρικό εύναι αρκετόσ για πολλούσ μη ειδικούσ πολύτεσ, το ύδιο και οι ϊλλοι τεχνύτεσ˙ με τον
ύδιο τρόπο λοιπόν να βϊλω μϋςα ςτουσ ανθρώπουσ και τον ςεβαςμό και τη δικαιοςύνη ό να
τα μοιρϊςω ςε όλουσ;» «ε όλουσ», εύπε ο Δύασ «και να ϋχουν όλοι μερύδιο˙ γιατύ δεν εύναι
δυνατόν να υπϊρξουν πόλεισ, αν μετϋχουν λύγοι ς’ αυτϊ, όπωσ ακριβώσ (μετϋχουν) ςε ϊλλεσ
τϋχνεσ˙ και μϊλιςταθϋςπιςε νόμο από μϋρουσ μου να ςκοτώνουν ςαν αρρώςτια τησ πόλησ
αυτόν που δεν μπορεύ να μετϋχει ςτον ςεβαςμό και ςτη δικαιοςύνη». Έτςι, λοιπόν,
ωκρϊτη, και γι’ αυτούσ τουσ λόγουσ και οι ϊλλοι και οι Αθηναύοι, όταν γύνεται λόγοσ για
ικανότητα ςτην οικοδομικό ό ςε κϊποιον ϊλλον τεχνικό τομϋα, νομύζουν ότι λύγοι ϋχουν το
δικαύωμα να δύνουν ςυμβουλϋσ, και, εϊν κϊποιοσ, που εύναι ϋξω από τουσ λύγουσ, επιχειρεύ να
δύνει ςυμβουλϋσ, δεν του το επιτρϋπουν, όπωσ εςύ υποςτηρύζεισ – εύλογα, όπωσ λϋω εγώ.
Όταν όμωσ ϋρχονται να ςυμβουλϋψουν για ζότημα πολιτικόσ αρετόσ, η οπούα πρϋπει να
διϋπεται ολόκληρη από δικαιοςύνη και ςωφροςύνη, δικαιολογημϋνα δϋχονται γενικϊ κϊθε
ϊντρα, με το ςκεπτικό ότι ταιριϊζει ςτον καθϋνα να μετϋχει βϋβαια ς’ αυτό την αρετό,
διαφορετικϊ, δεν εύναι δυνατόν, να υπϊρχουν πόλεισ. Αυτό, ωκρϊτη, εύναι η αιτύα αυτού
του πρϊγματοσ.
ΕΣΤΜΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΟΜΟΡΡΙΖΑ ΣΗ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
Βωμούσ < βαύνω: ακροβϊτησ, ανϊβαςη, αναβϊτησ, βϊδην, βαθμόσ, βϊθρο, βϊςη, βατόρασ,
βατόσ, βόμα, βηματοδότησ, διϊβαςη, διαβϊτησ, διϊβημα, δύςβατοσ, ϋμβαςμα, επιβϊτησ,
κατϊβαςη, παραβϊτησ, πρόςβαςη. //ποδϋςεισ < πὸ + δϋω (= δϋνω): δϋμα, δϋςιμο,
δϋςμιοσ, δεςμόσ, δεςμοφύλακασ, δεςμώτησ, διϊδημα, επύδεςμοσ, περύδεςη, υπόδημα.
Σϋχνη < τύκτω: απότοκοσ, αρχιτεκτονικό, ϊτεκνοσ, ϊτεχνοσ, ϋντεχνοσ, επιτόκιο, επύτοκοσ,
περύτεχνοσ, τεκνοπούηςη, τϋκτονασ, τεχνικόσ, τεχνύτησ, τεχνοκρϊτησ, τεχνολογύα,
τεχνολογύα, τεχνοτροπύα, τοκετόσ, τόκοσ. //Ἱ κανὴ < ἱ κνοῦ μαι: ανϋφικτοσ, ϊφιξη, εφικτόσ,
ικανοπούηςη, ικανοποιητικόσ, ικανόσ, ικανότητα, ικανώσ, ικεςύα, ικετευτικόσ, ικετεύω,
18
19.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
ικετόριοσ, ικϋτησ,προύκα. //Βοηθόσ < βοὴ + θϋω (= τρϋχω): αβοόθητοσ, βοόθεια, βοόθημα,
βοηθητικόσ, βοηθώ, υποβοόθηςη. //κεδαννύμενοι < ςκεδϊννυμαι: διαςκϋδαςη,
διαςκεδαςτόσ, διαςκεδαςτικόσ, ςκϋδαςισ. //Δεύςασ < δϋδοικα ό δϋδια< δεύδω: δειλύα, δειλόσ,
δεινόσ, δεινότητα, δειςιδαιμονύα, δϋοσ, επιδεύνωςη, πϊνδεινα, περιδεόσ. Κόςμοσ: απόκοςμοσ,
διακόςμηςη, διϊκοςμοσ, κόςμημα, κοςμηματοπώλησ, κοςμητόσ, κοςμητικόσ, κοςμητολογύα,
κοςμότορασ, κοςμητόσ, κοςμότωρ, κοςμικόσ, κοςμικότητα, κόςμιοσ, κοςμιότητα, κοςμύωσ,
κοςμογονύα,
κοςμοκαλόγεροσ,
κοςμοκρϊτορασ,
κοςμολογικόσ,
κοςμοναύτησ,
κοςμοπλημμύρα, κοςμοπολύτησ, κοςμοπολύτικοσ, κοςμοςυρροό, κοςμώ, μικρόκοςμοσ,
υπόκοςμοσ. //Δούη < δύδωμι: αιμοδότησ, ανδρϊποδο, ανϋκδοτοσ, αποδοτικόσ, δόςη,
δοςύλογοσ, δοςολογύα, δότησ, δοτόσ, δωρεϊ, δώρημα, δώρο, δωροδοκύα, δωροδότησ,
δωροθϋτησ, δωςύλογοσ, ϋκδοςη, εκδοτικόσ, ενδοτικόσ, ηλεκτροδότηςη, καταδότησ,
λογοδοςύα, μετϊδοςη, μεταδοτικόσ, μιςθοδοςύα, παρϊδοςη, ςηματοδότησ. //Νεύμω < νϋμω:
αγορανομύα, ανομύα, απονομό, αςτυνομύα, αςτυνομικόσ, αςτυνόμοσ, αυτονομύα, αυτόνομοσ,
δαςονομύα, δαςονόμοσ, διανομϋασ, διανομό, εξοικονόμηςη, κατανομό, νϋμεςη, νομαδικόσ,
νομϊσ, νομό, νομικό, νομικόσ, νόμιςμα, νομιςματικόσ, νομοθϋτησ, νομομαθόσ, νομόσ, νομόσ,
νομοςχϋδιο, νομοταγόσ, οικονομύα, οικονόμοσ, παρανομύα, παρϊνομοσ, ταξινόμηςη,
τροχονόμοσ, υπόνομοσ, χειρονομύα. //Ἔχων < ἔ χω: ακατϊςχετοσ, ανακωχό, ανεκτόσ,
ανθεκτικόσ, ανοχό, αντοχό, αποχό, διπλωματούχοσ, εκεχειρύα, ϋνοχοσ, ϋξη, εξόσ, εξοχό,
ευεξύα, εφεκτικόσ, εχεμύθεια, εχϋμυθοσ, εχϋφρων, ηνύοχοσ, κατεχόμενα, κατοχό, κϊτοχοσ,
καχεκτικόσ, καχεξύα, κληρούχοσ, μετοχό, μϋτοχοσ, νουνεχόσ, οχυρό, παροχό, πϊροχοσ,
πολιούχοσ, προνομιούχοσ, ραβδούχοσ, ςυνεχόσ, ςχϋδιο, ςχεδόν, ςχϋςη, ςχετικόσ, ςχόμα,
ςχολεύο, υπϋροχοσ, χειρόκτιο, χτικιό. //Ἰ ατρικὴ ν < ἰ ϊομαι-μαι: ανύατοσ, ύαμα, ιαματικόσ,
ύαςη, ιϊςιμοσ, ιατόσ, ιατρεύον, ιατρόσ. //Θ < τύθημι: αδιαθεςύα, ανϊθεμα, αντύθετοσ,
απόθεμα, αποθηκϊριοσ, αποθόκη, διϊθεςη, διαθόκη, ϋκθεμα, ϋκθεςη, εκθϋτησ, ϋκθετοσ,
εμπρόθετοσ, επύθεςη, επιθετικόσ, θϋμα, θεμϋλιο, θεμελιώδησ, θϋςη, θεςμόσ, θετόσ, θόκη,
κατϊθεςη, καταθϋτησ, νουθεςύα, παρϊθεμα, παρϊθεςη, παρακαταθόκη, πρόςθετοσ,
ςύνθεςη, ςυνθετικόσ, ςύνθετοσ, ςυνθόκη, τοποθεςύα, υιοθεςύα, υπερθετικόσ, υποθετικόσ.
Ἴωςιν < ἔ ρχομαι-εἶ μι: ανεξύτηλοσ, διϋλευςη, ειςιτόριο, ελευθερύα, ϋλευςη, Ελευςύνα,
εξιτόριο, ϋπηλυσ, ερχομόσ, ιςθμόσ, οδόσ, προςϋλευςη, προςηλυτιςμόσ, προςόλυτοσ,
προςιτόσ. //ωφροςύνησ < ςώφρων < ςσ (= ςοσ) + φρόν: ευφροςύνη, εχϋφρων,
παραφροςύνη, παρϊφρων, ςχιζοφρϋνεια, ςωφρονητικόσ, ςωφρονύζω, ςωφρονιςμόσ,
ςωφρονιςτόσ, ςωφρονώ, ςωφρόνωσ, φρενύτιδα, φρενοβλαβόσ, φρενοκομεύο.// Ἀρετό <
ἀ ραρύςκω (= τακτοποιώ, προετοιμϊζω, ςυνδϋω): αρϋςκεια, αρεςτόσ, ϊρθρο, αριθμόσ,
αριςτεύο, αριςτοκρατύα, ϊριςτοσ, ϊρμα, αρμονύα, αρμόσ, δυςαρϋςκεια, ενϊρετοσ, πανϊρετοσ,
φιλαρϋςκεια.
Α. ΣΟ ΠΡΟΜΗΘΕΪΚΟ ΣΑΔΙΟ ΕΞΕΛΙΞΗ ΣΟΤ ΑΝΘΡΩΠΟΤ
Σα «δώρα» του Προμηθϋα καθιςτούν τον ϊνθρωπο ικανό να επεμβαύνει ςτη φύςη, να
προςπαθεύ να την αλλϊξει και να καλυτερϋψει τη ζωό του. Ο Προμηθϋασ ϋδωςε ςτον
ϊνθρωπο τη δυνατότητα όχι απλώσ να επιβιώςει, αλλϊ και να διαφοροποιηθεύ από τουσ
ϊλλουσ ζωικούσ οργανιςμούσ, δημιουργώντασ θεμελιώδεισ μορφϋσ πολιτιςμού, «πρτον
μὲ ν… τροφὰ σ ηὕ ρετο.» Η βαςικό αρχό που προώποτύθεται ςτον μύθο για τον Προμηθϋα
εύναι ότι ο ϊνθρωποσ δημιουργεύ τον εαυτό του και τον κόςμο του. Σο παρϊδειγμα του
Προμηθϋα εκφρϊζει επύςησ τα αιτόματα του ανθρωπιςμού, καθώσ ο Προμηθϋασ αναπτύςςει
και ενιςχύει το ανεξϊρτητο και φιλϊνθρωπο όθοσ του με την πρόθεςη να απαλλϊξει τουσ
ςυνανθρώπουσ του από την υποταγό ςτη φύςη, δηλαδό ςε μια ϊλογη μορφό αυθεντύασ.
Έτςι χρηςιμοποιώντασ ο ϊνθρωποσ την πρακτικό νοημοςύνη του εξαςφϊλιςε τροφό, ςτϋγη,
ενδυμαςύα, ακόμη περιςςότερο ϊρθρωςε λόγο και αιςθητοπούηςε τη μεταφυςικό του
αγωνύα ςε θρηςκευτικϊ ςύμβολα, με τα οπούα εκδηλώνεται εντονότερα η διαφορϊ του
εύδουσ του από τα ϊλλα ϋμβια όντα και η ϋλλογη ιδιότητϊ του.
19
20.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
Όμωσ όλααυτϊ τα επιτεύγματα του ανθρώπου, τα οπούα ο Πρωταγόρασ παρουςιϊζει με
αξιολογικό ςειρϊ και όχι χρονικό, εντϊςςονταν ςε ϋνα καθαυτό προ-ηθικό ςτϊδιο τησ
πολιτιςμικόσ εξϋλιξησ. Όςα εύχαν επιτευχθεύ όταν ςημαντικϊ, αλλϊ δεν όταν και πανϊκεια.
Απϋβλεπαν κυρύωσ ςτην αυτοςυντόρηςη των ανθρώπων, οι οπούοι ζούςαν
διαςκορπιςμϋνοι, και ςτο πλαύςιο αυτό εκδηλώθηκαν οι πρώτεσ ομϊδεσ ςυμβύωςησ χωρύσ
όμωσ ςταθερϋσ δομϋσ, για να αντιμετωπύςουν τισ επιθϋςεισ των ζώων. Ωςτόςο η ιδιότυπη
αυτό εκδόλωςη κοινωνικότητασ δεν ςυνοδευόταν από πολιτικό οργϊνωςη και αυτό
πρακτικϊ ςόμαινε ότι οι ϊνθρωποι γύνονταν επιθετικού και βύαιοι μεταξύ τουσ και ςυνεπώσ
επικύνδυνοι ο ϋνασ για τον ϊλλον. Έτςι μαζύ με τον φυςικό κύνδυνο από τα ϊγρια θηρύα ο
ϊνθρωποσ αντιμετώπιζε τώρα και τον κοινωνικό κύνδυνο που απϋρρεε από την τυχαύα και
χωρύσ οργϊνωςη ςυνύπαρξό του με τουσ ομούουσ του. Ακόμη μύα φορϊ όταν αντιμϋτωποσ με
την πρόκληςη τησ επιβύωςόσ του.
1. Οι πολιτιςμικϋσ κατακτόςεισ του ανθρώπου: βωμού καὶ ἀ γϊλματα θεν , φωνὴ ν
καὶ ὀ νόματα , οἰ κόςεισ, ἐ ςθῆ τασ , ποδϋςεισ ςτρωμνὰ σ, ἐ κ γῆ σ τροφὰ σ
Η ςειρϊ με την οπούα αναφϋρονται οι πολιτιςμικϋσ κατακτόςεισ του ανθρώπου δεν εύναι
χρονικό αλλϊ αξιολογικό, κατιούςασ κλύμακασ. Έτςι, προτϊςςονται η θρηςκεύα και η
γλώςςα (πνευματικόσ πολιτιςμόσ) και ακολουθούν καταςκευϋσ και επινοόςεισ για την
ικανοπούηςη των βιοτικών αναγκών του ανθρώπου (υλικόσ πολιτιςμόσ). Η ςειρϊ εύναι
κατιούςα, αφού αρχύζει με το πνευματικϊ υψηλότερο, τη θρηςκεύα, και τελειώνει με το
υλικϊ κατώτερο και πλϋον αυτονόητο, την τροφό. Για τον λόγο αυτόν ϊλλωςτε τα
επιρρόματα «πρτον»και «ἔ πειτα» πρϋπει να τα εννοόςουμε με αξιολογικό και διαιρετικό
ςημαςύα και όχι χρονικό.
2. «πειδὴ δὲ ὁ ἄ νθρωποσ θεύασ μετϋςχε μούρασ»
το πλαύςιο του μύθου η φωτιϊ αποτελεύ το θεώκό μερύδιο που εύχαν την τύχη, χϊρη ςτην
παρϋμβαςη του Προμηθϋα, να λϊβουν οι ϊνθρωποι. Εύναι θεώκό : α) γιατύ το κατεύχαν ωσ
τότε μόνο οι θεού, β) γιατύ οι ϊνθρωποι το απϋκτηςαν με θεώκό παρϋμβαςη του Προμηθϋα,
γ) γιατύ, επιτρϋποντασ ςτον ϊνθρωπο να αναπτύξει πολιτιςμό, του επϋτρεψε κατϊ ςυνϋπεια
να αναγνωρύςει την ύπαρξη των θεών. Η πρώτη, με την ϋννοια τησ κορυφαύασ, και ϊμεςη
ςυνϋπεια του δώρου τησ φωτιϊσ, ςύμφωνα με τον Πρωταγόρα, εύναι ακριβώσ η εμφϊνιςη
τησ θρηςκεύασ.
Η φωτιϊ αλλϊ και οι τεχνικϋσ γνώςεισ, η «ϋντεχνοσ ςοφύα», επϋτρεψαν ςτον ϊνθρωπο να
δημιουργόςει τεχνικό πολιτιςμό, μεταβϊλλοντασ την όψη τησ φύςησ, κατϊ κϊποιο τρόπο
ςαν δημιουργόσ-θεόσ. Η μεταμορφωτικό δύναμη του ςτοιχεύου τησ φωτιϊσ θεωρούνταν
αποκλειςτικό κτόμα των θεών, δηλαδό ςτοιχεύο τησ θεώκόσ ουςύασ και ϋνα από τα μυςτικϊ
τησ δύναμόσ τουσ. Η ϋννοια τησ φωτιϊσ ωσ δυναμογόνου φυςικού ςτοιχεύου απαςχολεύ όδη
τον Ηρϊκλειτο (ἀ εύζωον πῦ ρ).
3. «πρτον μὲ ν διὰ τὴν τοῦ θεοῦ ςυγγϋνειαν ζῴων μόνον θεοὺ σ ἐ νόμιςεν, καὶ ἐ πεχεύρει
βωμούσ τε ἱ δρύεςθαι καὶ ἀ γϊλματα θεν»
Ο Πρωταγόρασ αρχύζει την παρουςύαςη των κατακτόςεων του ανθρώπου από τη θρηςκεύα,
παρϊ τον θρηςκευτικό αγνωςτικιςμό του. Αυτό μπορεύ να εξηγηθεύ αρχικϊ με βϊςη την
ανϊγκη ςυνοχόσ του μύθου (θεύασ μετϋςχε μούρασ, πρτον μὲ ν διὰ τὴ ν τοῦ θεοῦ
ςυγγϋνειαν ζῴων μόνον θεοὺ σ ἐ νόμιςεν, καὶ ἐ πεχεύρει βωμούσ τε ἱ δρύεςθαι καὶ
ἀ γϊλματα θεν˙) και λογικόσ αλληλουχύασ των νοημϊτων του μύθου. Δηλαδό, εφόςον οι
ϊνθρωποι πόραν μϋροσ ςε κϊτι που μϋχρι τότε ανόκε μόνο ςτουσ θεούσ, ςύμφωνα με τον
μύθο, αυτό τουσ οδόγηςε ςτην πύςτη ότι υπϊρχουν θεού και ότι οι ϊνθρωποι ϋχουν
πνευματικό ςυγγϋνεια με αυτούσ. Αποτϋλεςμα όταν να αναπτύξουν θρηςκεύα και
θρηςκευτικό τϋχνη. Επιπλϋον η πρόταξη θρηςκευτικόσ ςυμπεριφορϊσ («ἐ πεχεύρει βωμούσ
τε ἱ δρύεςθαι καὶ ἀ γϊλματα θεν») και θρηςκευτικού ςυναιςθόματοσ («θεοὺ σ ἐ νόμιςεν»)
μπορεύ να ερμηνευθεύ και ωσ προβολό του υψηλότερου ςημεύου ανϊπτυξησ που παρουςύαςε
20
21.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
το ανθρώπινοεύδοσ ςτο προμηθεώκό ςτϊδιο. Αυτό ςημαύνει ότι ο Πρωταγόρασ αξιολόγηςε
τη θρηςκεύα ωσ πολύ ςημαντικό κατϊκτηςη του ανθρώπου ανϊμεςα ςτισ ϊλλεσ, γιατύ
δεύχνει ότι ο ϊνθρωποσ απϋκτηςε εξελικτικϊ τη δυνατότητα να τον απαςχολεύ η ϋννοια τησ
δημιουργύασ και να ςυνειδητοποιεύ τη δικό του θνητότητα απϋναντι ςτην παντοδυναμύα τησ
φύςησ. Από την ϊποψη τησ ιςτορικόσ προςϋγγιςησ η πύςτη ςτουσ θεούσ εύναι εκδόλωςη
πνευματικόσ ωριμότητασ του ανθρώπου, γιατύ ο ϊνθρωποσ περνϊ από την απλό,
ενςτικτώδη ύπαρξη ςτην αναζότηςη των παραγόντων που δημιούργηςαν τη φύςη και
πιθανότατα και των τρόπων να τουσ επηρεϊζει για τη βελτύωςη των όρων τησ ζωόσ του.
Έτςι οι ϊνθρωποι αναπτύςςουν θρηςκεύα και θρηςκευτικό τϋχνη: αρχύζουν να πιςτεύουν
ςτην ύπαρξη των θεών και να δημιουργούν τισ προώποθϋςεισ για την οργϊνωςη και τϋλεςη
των θρηςκευτικών τελετών (καταςκευό βωμών και φιλοτϋχνηςη αγαλμϊτων θεών).
Αναμφιςβότητα εντύπωςη προκαλεύ το γεγονόσ ότι ϋνασ αγνωςτικιςτόσ, κϊποιοσ δηλαδό
που αμφϋβαλλε για την ύπαρξη των θεών, ο ςοφιςτόσ Πρωταγόρασ, κϊνει αναφορϊ ς’
αυτούσ ςτον μύθο. Οι απόψεισ που δικαιολογούν την αναφορϊ αυτό εύναι οι εξόσ: α) ύςωσ
πρόκειται για πλατωνικό θεωρύα που ϋντεχνα τοποθετεύται ςτο ςτόμα του Πρωταγόρα, β) η
λατρεύα των θεών εύναι αναμφιςβότητη πραγματικότητα, ϋνα ανθρωπολογικό δεδομϋνο
που χρειϊζεται εξόγηςη. γ) η χρόςη ςυμβόλων αποτελεύ χαρακτηριςτικό του μύθου και η
αναφορϊ ςτουσ θεούσ φαύνεται να εύναι ςυμβολικό: ο Δύασ ςυμβολύζει τη νομοτϋλεια που
υπϊρχει ςτη φύςη, ενώ ο Προμηθϋασ, ο Επιμηθϋασ (που ςυναντόςαμε ςτην προηγούμενη
ενότητα) και ο Ερμόσ αποτελούν τα όργανα αυτόσ τησ νομοτϋλειασ, που ρυθμύζουν τισ
ςχϋςεισ των όντων και εξαςφαλύζουν ιςορροπύα.
4. «ἔ πειτα φωνὴ ν καὶ ὀ νόματα ταχὺ διηρθρώςατο τῇ τϋχνῃ »
τον πνευματικό πολιτιςμό εντϊςςεται και η γλώςςα, η οπούα δημιουργεύται κατϊ την
εξϋλιξη του ανθρώπινου πολιτιςμού. Φρειϊζεται να κατανοόςουμε τη γλώςςα ωσ ομιλητικό
ικανότητα του ανθρώπου που εξελύςςεται μαζύ με τη ςκϋψη του και όχι απλώσ ωσ μϋςο
επικοινωνύασ. κϋψη και γλώςςα ςυνυφαύνονται και αναπτύςςονται κατϊ τη διεργαςύα
αξιοπούηςησ τησ ϋντεχνησ ςοφύασ ςτον αγώνα επιβύωςησ του ανθρώπου. Αναμφιςβότητα η
γλώςςα ςυνιςτϊ τεκμόριο πολιτιςμικόσ προόδου, καθώσ ςημαύνει ότι ο ϊνθρωποσ ϋχει
αποκτόςει την ωριμότητα που του επιτρϋπει να κωδικοποιεύ τισ ςκϋψεισ ςε λϋξεισ και
ϋννοιεσ, να οργανώνει λογικϋσ προτϊςεισ που τον εκφρϊζουν και τον εξυπηρετούν ςτη
ςυνεννόηςό του με τουσ ϊλλουσ. Κατϊ την ϊποψη του Πρωταγόρα, ο κώδικασ αυτόσ
πλϊςτηκε από τον ύδιο τον ϊνθρωπο, ο οπούοσ από πολύ νωρύσ («ταχύ»: εννοεύ ςτα πρώτα
ςτϊδια τησ ύπαρξησ του ανθρώπου και όχι ςε ςύντομο χρονικό διϊςτημα) ϊρχιςε να
μετουςιώνει τουσ ϊναρθρουσ ςε ϋναρθρουσ φθόγγουσ, να τουσ ςυνδυϊζει φτιϊχνοντασ
λϋξεισ και ςτη ςυνϋχεια, προτϊςεισ, εκδηλώνοντασ ςυγχρόνωσ την ϋλλογη ιδιότητϊ του.
Η ϊποψη αυτό φαύνεται να ςυμφωνεύ με την ϊποψη των ςοφιςτών, ότι η γλώςςα
δημιουργόθηκε νόμῳ, αλλϊ και με την ϊποψη ςύγχρονων γλωςςολόγων. Αντύθετη ς’ αυτό
εύναι η λεγόμενη θεοκρατικό αντύληψη, την οπούα υποςτόριζε ο Ηρόδοτοσ. ύμφωνα μ’
αυτό, η γλώςςα υπϊρχει φύςει, δηλαδό τη χϊριςε ςτον ϊνθρωπο ο θεόσ, μόλισ τον ϋπλαςε.
Πιο ςύνθετη προςϋγγιςη τησ γλώςςασ κϊνει αργότερα ο Αριςτοτϋλησ, ο οπούοσ ςυνθϋτει
ςτοιχεύα και από τη φύςει και από τη νόμῳ θεώρηςη τησ γλώςςασ.
5. «καὶ οἰ κόςεισ καὶ ἐ ςθῆ τασ καὶ ποδϋςεισ καὶ ςτρωμνὰ σ καὶ τὰ σ ἐ κ γῆ σ τροφὰ σ
ηὕ ρετο»
Η ανϊγκη του ανθρώπου να αντιμετωπύςει τισ δυςκολύεσ τησ φύςησ (πχ. τα ϊγρια θηρύα), να
προςτατευτεύ από τισ καιρικϋσ ςυνθόκεσ και να καλύψει τισ βιοτικϋσ του ανϊγκεσ οδόγηςε
ςτη γϋνεςη του υλικού-τεχνικού πολιτιςμού. Έτςι, από τη μύα επινόηςε και καταςκεύαςε
κατοικύεσ, ρούχα, υποδόματα και ςτρωςύδια, και από την ϊλλη εξαςφϊλιζε τη διατροφό του,
προςπορύζοντϊσ την από τα εκϊςτοτε και κατϊ τόπουσ αυτοφυό προώόντα.
21
22.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
6. «Οὕτω δὴ παρεςκευαςμϋνοι κατ’ ἀ ρχὰ σ ἄ νθρωποι ᾤκουν ςπορϊδην, … ὥςτε πϊλιν
ςκεδαννύμενοι διεφθεύροντο» τη ςυνϋχεια του μύθου παρακολουθούμε τον Πρωταγόρα να
παρουςιϊζει τισ θαυμαςτϋσ ανθρώπινεσ κατακτόςεισ –παρϊγωγεσ τησ αξιοπούηςησ των
τεχνικών γνώςεων και των πολυμορφικών εφαρμογών από τη χρόςη τησ φωτιϊσ– να
ςυμβαύνουν ςε κατϊςταςη ακοινωνηςύασ, αγριότητασ και αδυναμύασ για οργανωμϋνη ζωό,
αφού αρχικϊ οι ϊνθρωποι κατοικούςαν διαςκορπιςμϋνοι («ᾤκουν ςπορϊδην»). Κινδύνευαν
όμωσ από τα θηρύα, τα οπούα δεν μπορούςαν να τα αντιμετωπύςουν λόγω: α) τησ ϋλλειψησ
ςωματικών δυνατοτότων ςε ςχϋςη με αυτϊ, β) τησ ϋλλειψησ κοινωνικόσ και πολιτικόσ
οργϊνωςησ, αλλϊ και τησ πολεμικόσ τϋχνησ, η οπούα, ςύμφωνα με τον Πρωταγόρα,
αναπτύςςεται μόνο μϋςα ςτο πλαύςιο μιασ οργανωμϋνησ κοινωνύασ. Έτςι, λοιπόν,
προκειμϋνου να αντιμετωπύςουν αυτούσ τουσ κινδύνουσ, αναγκϊζονται να ςυγκεντρωθούν
και να ςυγκροτόςουν τισ πρώτεσ μορφϋσ κοινωνύασ.
Ο πραγματιςμόσ (ρεαλιςμόσ) του Πρωταγόρα δηλώνεται και εδώ, αφού ςυνδϋει το
πρόβλημα τησ φυςικόσ εξόντωςησ των ανθρώπων με την ανϊγκη επύλυςόσ του και την
εύρεςη τησ λύςησ του. Η ανϊγκη, η χρεύα, ενεργοποιεύ την ανθρώπινη ευρηματικότητα, η
οπούα εκδηλώνεται ϊμεςα και πρωτόγονα με την πρϊξη τησ αθροιςτικόσ (όχι ακόμα
λειτουργικόσ) ςυνύπαρξησ των ανθρώπων για την από κοινού αντιμετώπιςη του φυςικού
κινδύνου από τα ϊγρια ζώα. υγκεκριμϋνα ςτο εδϊφιο: «ἐ ζότουν δὴ ἁ θρούζεςθαι καὶ
ςῴζεςθαι κτύζοντεσ πόλεισ˙ ὅ τ’ οὖ ν ἁ θροιςθεῖ εν» ο Πρωταγόρασ κϊνει λόγο για μια πρώτη
εκδόλωςη κοινωνικότητασ, τϊςησ ςυνύπαρξησ προσ ϋνα ςκοπό (ςῴζεςθαι = να
προςτατευθούν από τα ϊγρια θηρύα) χωρύσ όμωσ οργϊνωςη και αποκατϊςταςη
λειτουργικών ςχϋςεων ανϊμεςα ςτα μϋλη αυτών των πρώτων κοινωνικών
ςυςςωματώςεων, όπωσ φαύνεται από την επανϊληψη του ρόματοσ ἁ θρούζω. Αυτό υπόρξε
χρονοβόρο, όπωσ δηλώνει η χρόςη του ρόματοσ ἐ ζότουν (= επεδύωκαν, προςπαθούςαν, δεν
όταν καθόλου δεδομϋνη η επιτυχύα του εγχειρόματοσ) ςε χρόνο μϊλιςτα παρατατικό, που
επιτεύνει τη διϊρκεια των προςπαθειών του ανθρώπου για ςωτηρύα. Επιπλϋον η
καταςκευαςτικό ικανότητα του ανθρώπου «κτύζοντεσ πόλεισ» προβϊλλεται πϊλι και ωσ
τρόποσ ςωτηρύασ αλλϊ και ωσ αποτϋλεςμα ςτην υλικό εμφϊνιςη των πόλεων η οπούα
προηγεύται χρονικϊ κατϊ τον Πρωταγόρα ςε ςχϋςη με τουσ θεςμούσ τησ και τον ϊυλο
πολιτιςμό τησ, που ακολουθεύ. υνεπώσ η τϊςη κοινωνικόσ ςυνύπαρξησ δεν εκδηλώνεται
από εςωτερικό αναγκαιότητα του ανθρώπου, αλλϊ από την εξωτερικό αναγκαιότητα που
επιβϊλλει η φυςικό υπεροχό των ϊγριων θηρύων.
Αποτϋλεςμα τησ πρωτοκοινωνικόσ εκδόλωςησ των ανθρώπων, δηλαδό τησ τυχαύασ
αθροιςτικόσ ςυνύπαρξόσ τουσ, χωρύσ εςωτερικούσ δεςμούσ και κανόνεσ που οριοθετούν την
ςυμπεριφορϊ τουσ, όταν η εμφϊνιςη πρόςθετου κινδύνου αφανιςμού τουσ. Λόγω τησ
ϋλλειψησ πολιτικόσ οργϊνωςησ οι ϊνθρωποι ϊρχιςαν να αδικούν ο ϋνασ τον ϊλλον
(«ἠ δύκουν ἀ λλόλουσ») και να αλληλοςκοτώνονται, με αποτϋλεςμα να βρεθούν και πϊλι
ςτην ύδια χαοτικό κατϊςταςη («ὥςτε πϊλιν ςκεδαννύμενοι διεφθεύροντο»). Γιατύ η
επιςτροφό τουσ ςτη φύςη τούσ εξϋθετε ςτον θανϊςιμο κύνδυνο των ϊγριων θηρύων, ενώ η
ςυνύπαρξό τουσ ςτον κύνδυνο τησ αλληλοεξόντωςόσ τουσ. Σο ανθρώπινο εύδοσ, λοιπόν, πϊλι
αντιμϋτωπο με την πρόκληςη τησ επιβύωςόσ του.
7. «-πολιτικὴ ν γὰ ρ τϋχνην οὔ πω εἶ χον, ἧ σ μϋροσ πολεμικὴ -» Γιατύ ο Πρωταγόρασ αναφϋρει
παρενθετικϊ ότι η πολεμικό τϋχνη εύναι μϋροσ τησ πολιτικόσ;
Η πολιτικό τϋχνη εύναι ςυνώνυμο τησ οργανωμϋνησ κοινωνύασ, η οπούα προώποθϋτει
ςταθερό τόπο κατοικύασ, κοινό γλώςςα, την ύπαρξη θεςμών και νόμων, ςτρατού και
ςτόλου, ηθών, εθύμων, παραδόςεων και ιδανικών, ανϊπτυξη γραμμϊτων και τεχνών, και
γενικϊ την ανϊπτυξη τεχνολογύασ και πολιτιςμού. Η πολεμικό τϋχνη αναπτύςςεται μόνο
μϋςα ςτο πλαύςιο μιασ οργανωμϋνησ κοινωνύασ, γιατύ εκεύ παρουςιϊζεται για πρώτη φορϊ η
ανϊγκη να υπεραςπιςτούν οι ϊνθρωποι τα υπϊρχοντϊ τουσ και τα τεχνολογικϊ και
22
23.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
πολιτιςμικϊ επιτεύγματϊτουσ (που αναφϋραμε προηγουμϋνωσ) από κϊθε εύδουσ εξωτερικό
εχθρό, εκδηλώνεται δηλαδό η ςυνεύδηςη του ςυνανόκειν και τησ ςυνυπευθυνότητασ των
μελών τησ οργανωμϋνησ κοινωνύασ. Πρϋπει να επιςημανθεύ επύςησ ότι ο πόλεμοσ, εδώ, παρϊ
τισ ςυμφορϋσ που προξενεύ, μπορεύ να νοηθεύ με τη «θετικό» του ςημαςύα: δεν εύναι ο
πόλεμοσ που ϋχει ωσ ςτόχο την κατϊκτηςη νϋων εδαφών και τον αλληλοςπαραγμό των
λαών (επεκτατικόσ πόλεμοσ), αλλϊ ο πόλεμοσ που αναπτύςςει τισ ευγενεύσ ορμϋσ του
ανθρώπου, την ϊμυνα υπϋρ του δικαύου και τησ ελευθερύασ, που θϋτει ςε λειτουργύα τα
αντανακλαςτικϊ των εθνών για δημιουργικό επιβύωςη.
Β. ΣΟ ΣΑΔΙΟ ΣΗ ΠΡΟΥΟΡΑ ΣΟΤ ΔΙΑ ΣΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΣΟΤ ΠΟΛΙΣΙΜΟΤ
Κορυφώνοντασ τη διόγηςη ο Πρωταγόρασ παρουςιϊζει τον Δύα να ανηςυχεύ για τη δυςχερό
θϋςη των ανθρώπων και να δεύχνει ϋμπρακτα το ενδιαφϋρον του ςτϋλνοντασ τον Ερμό να
τουσ δώςει την αιδώ και τη δύκη. Έτςι μεριμνϊ για την πολιτιςμϋνη ςυμβύωςό τουσ ςε
οργανωμϋνη πια πολιτικό κοινωνύα. Η εξϋλιξη αυτό του μύθου με δεδομϋνο τον
αγνωςτικιςμό του Πρωταγόρα ςτον οπούο ϋχουμε όδη αναφερθεύ, μπορεύ να ερμηνευθεύ ωσ
εξόσ: α) ο Πλϊτωνασ ωσ ςυγγραφϋασ του διαλόγου μεθοδεύει τη διόγηςη του Πρωταγόρα
κατϊ τρόπο ώςτε να προβϊλλεται η μϋριμνα του Δύα για τουσ ανθρώπουσ. Έτςι η μϋριμνα
του Δύα ςυμφωνεύ με τη γενικότερη αντύληψη του Πλϊτωνα για το θεύο και εύναι πλατωνικό
ϊποψη και όχι του Πρωταγόρα. β) ο Πρωταγόρασ ςτη διόγηςό του, που ϋχει τη μορφό
λαώκόσ μυθολογύασ, ςυμβολύζει το ανώτερο ςτϊδιο εξϋλιξησ του πολιτιςμού με τον Δύα,
οπούοσ αποτελεύ την αλληγορικό απόδοςη του λόγου, τησ λογικόσ και τησ νομοτϋλειασ ςτη
φύςη. Απόλυτα ςυνεπόσ ςτη διόγηςό του αντιςτοιχεύ τα ςτϊδια εξϋλιξησ του ανθρώπου με
θεούσ ςε ανιούςα κλύμακα ωσ προσ τη δύναμη και τη ςημαςύα τουσ (ανώνυμοι θεού,
Επιμηθϋασ, Προμηθϋασ, Αθηνϊ-Ήφαιςτοσ και Δύασ με όργανο τον Ερμό). Άρα το ςτϊδιο του
Δύα ςυμβολικϊ αποδύδει ϋνα μεταγενϋςτερο ςτϊδιο εξϋλιξησ του ανθρώπου, ποιοτικϊ
ανώτερο από τα προηγούμενα, όπου διαμορφώνεται η «κρύςιμη μϊζα» τησ
ηθικοπνευματικόσ ωρύμανςησ, αναγκαύασ και ικανόσ για να εννοόςουν οι ϊνθρωποι την
αιδώ και τη δύκη ωσ αιτόματα τησ ηθικόσ, απολύτωσ αναγκαύα για τη ςυγκρότηςη πολιτικόσ
κοινωνύασ και για τη ςυμβύωςό τουσ ςε πολιτιςμϋνη κοινωνύα. Σα «δώρα» του Δύα, η αιδώσ
και η δύκη, ανόκουν ςτην ηθικό περιοχό του ανθρώπου και διϋπουν την κοινωνικό
ςυμπεριφορϊ του, προκειμϋνου να μην παρεκτρϋπεται ςε πρϊξεισ ϊδικεσ και εξοντωτικϋσ
για τον ςυνϊνθρωπό του.
1. «Ζεὺ σ οὖ ν δεύςασ … δεςμοὶ φιλύασ ςυναγωγοὶ »
ύμφωνα με τη μυθολογύα, η Δύκη (ό Νϋμεςισ) όταν η κόρη του Δύα και τησ Θϋμιδασ, ενώ η
Αἰ δὼσ όταν ςύντροφοσ τησ Δύκησ και καθόταν ςε θρόνο δύπλα ςτον Δύα. Η Δύκη, που τη
βοηθούςαν οι Ερινύεσ, επϋβλεπε την τόρηςη τησ ηθικόσ τϊξησ ςτον κόςμο και τιμωρούςε
όςουσ επιχειρούςαν να την ανατρϋψουν. το κεύμενο δεν παρουςιϊζονται όμωσ ωσ
θεότητεσ, αλλϊ ωσ ηθικϋσ ιδιότητεσ ό αξύεσ, που μοιρϊζονται και διδϊςκονται ςτουσ
ανθρώπουσ. Ο Δύασ, για να διαςφαλύςει την προοπτικό επιβύωςησ των ανθρώπων που
διϋτρεχαν ϊμεςο κύνδυνο αφανιςμού, αποφαςύζει να τουσ προςφϋρει τόν αἰ δ καύ τόν
δύκην. Έτςι, θα εύναι δυνατό η ςυγκρότηςη κοινωνιών και η περαιτϋρω ανϊπτυξη του
πολιτιςμού. Η ενϋργεια αυτό του Δύα δεύχνει το ενδιαφϋρον και τη φροντύδα του για τουσ
ανθρώπουσ. Αἰ δώσ: εύναι ο ςεβαςμόσ, το αύςθημα ντροπόσ του κοινωνικού ανθρώπου για
κϊθε πρϊξη που προςκρούει ςτον καθιερωμϋνο ηθικό κώδικα του κοινωνικού
περιβϊλλοντοσ. Η δρϊςη τησ εύναι αναςταλτικό και αποτρεπτικό και ςυμπύπτει με τη
λειτουργύα τησ ηθικόσ ςυνεύδηςησ. Σο ςυναύςθημα αυτό λειτουργεύ και ωσ κύνητρο για την
εκτϋλεςη του χρϋουσ και του καθόκοντοσ που επιβϊλλει η κοινωνύα ςτα μϋλη τησ, αφού με
τον τρόπο αυτό αποφεύγεται η αγανϊκτηςη και η αποδοκιμαςύα των ϊλλων. Δύκη: εύναι το
ςυναύςθημα τησ δικαιοςύνησ, η ενύπαρκτη ςτον ϊνθρωπο αντύληψη για το δύκαιο και το
ϊδικο, ο ςεβαςμόσ των γραπτών και ϊγραφων νόμων και των δικαιωμϊτων των ϊλλων,
23
24.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
καθώσ καιοι ενϋργειεσ για την αποκατϊςταςη αυτών των δικαιωμϊτων, όταν
καταςτρατηγούνται βϊναυςα από κϊποιον. Η δύκη εκδηλώνεται με τη δημιουργύα και την
τόρηςη κανόνων δικαύου, την κατοχύρωςη του δικαύου, του ορθού και του νόμιμου. Έτςι
περιςτϋλλεται ο ατομικιςμόσ και ο εγωιςμόσ και εξαςφαλύζεται η αρμονικό κοινωνικό
ςυμβύωςη. Κϊθε πολιτιςμικϊ προηγμϋνη κοινωνύα θεμελιώνεται ςτισ αξύεσ τησ αιδούσ και
τησ δύκησ. Οι αξύεσ αυτϋσ εύναι καθολικϋσ και ςυνιςτούν παρϊγωγα τησ εξϋλιξησ τόςο τησ
ηθικόσ ςυνεύδηςησ, όςο και του πολιτιςμού που την εκφρϊζει και την κατευθύνει.
«ἵ ν’ εἶ εν πόλεων κόςμοι τε καὶ δεςμοὶ φιλύασ ςυναγωγοὶ »
Με τη φρϊςη αυτό διατυπώνεται ϋξοχα η κοινωνιοπλαςτικό αποςτολό τησ αιδούσ και τησ
δύκησ. Φϊρη ςτην αιδώ και ςτη δύκη εξαςφαλύζεται η αρμονικό ςυμβύωςη μϋςα ςτην πόλη, η
ςυνοχό του ςυνόλου, η ιςορροπύα και η ευταξύα. Με αυτϋσ αναπτύςςονται μεταξύ των
ανθρώπων ςχϋςεισ φιλύασ, ςυνεργαςύασ, αλληλεγγύησ και αλληλοςεβαςμού. Ειδικότερα η
αἰ δὼσ οδηγεύ ςε ό,τι ονομϊζεται «πόλεων κόςμοι», δηλαδό εμπνϋει ςτουσ πολύτεσ κόςμια
ςυμπεριφορϊ και ςυντελεύ ςτην κατϊκτηςη τησ αυτονομύασ τουσ, αναγκαύα για την αρμονύα
τησ κοινωνύασ. Η δύκη παραπϋμπει ςτο «πόλεων δεςμού», δηλαδό ςε υπαγορεύςεισ με τισ
οπούεσ οι πολύτεσ υποβϊλλονται ςε δεςμεύςεισ τησ ςυμπεριφορϊσ τουσ, ώςτε να
επιβϊλλεται η ςυνοχό τησ πολιτικόσ κοινωνύασ. Η ςυμπληρωματικό λειτουργύα των δύο
«δώρων» ςυνεπϊγεται φιλύαν, που ςημαύνει ηθικό ενότητα τησ πολιτεύασ, ςύμπνοια και
ομόνοια των πολιτών, ώςτε να ςυμβιώνουν αρμονικϊ. Φρειϊζεται βϋβαια να διευκρινιςθεύ
ότι οι δύο αξύεσ δόθηκαν ωσ πρότυπα που ϋπρεπε να κατακτηθούν από τουσ ανθρώπουσ με
τη λογικό και τον προςωπικό αγώνα. Άλλωςτε ο Δύασ, αν και κατεύχε την πολιτικό τϋχνη, δεν
τη δώριςε ςτον ϊνθρωπο. Αντύθετα δώριςε την αἰ δὼ και τη δύκη για να εξοικονομόςει την
πολιτικό τϋχνη μόνοσ του ο ϊνθρωποσ με τον προςωπικό αγώνα του. Όταν οι ϊνθρωποι
γνωρύςουν ςε βϊθοσ τισ ϋννοιεσ αυτϋσ, που προβϊλλονται ωσ αιτόματα τησ ηθικόσ, και εύναι
ςε θϋςη να τισ πραγματώςουν ςτισ ςχϋςεισ τουσ, τότε η οργϊνωςη τησ πολιτικόσ κοινωνύασ
θα ςτηρύζεται ςε αυτϋσ. Η πολιτεύα που θεμελιώνεται ςε αυτϋσ εύναι δημοκρατικό, γιατύ ο
αμοιβαύοσ ςεβαςμόσ και το αύςθημα δικαιοςύνησ των πολιτών εμπεδώνει την εμπιςτοςύνη
μεταξύ τουσ και με την πολιτεύα και εξαςφαλύζει ιςορροπύα ςτισ ςχϋςεισ τουσ.
ύγκριςη δώρων Προμηθϋα και Δύα
ε όλεσ τισ πολιτιςμικϋσ εκφϊνςεισ, όπωσ απεικονύζονται με τη μυθικό αφόγηςη, κϊθε
ςτϊδιο τησ ανθρώπινησ παρουςύασ και εξϋλιξησ ςτον κόςμο ςυμβολύζεται με κϊποιον θεό
και την προςφορϊ του ςτον ϊνθρωπο. Σο ςτϊδιο τησ βιολογικόσ ςυγκρότηςησ του
ανθρώπου ςυμβολύζεται με τον Επιμηθϋα, το επόμενο, τησ δημιουργύασ τεχνικού
πολιτιςμού, με τον Προμηθϋα και τα δώρα του και το τελευταύο, του ςχηματιςμού τησ
πολιτικόσ κοινωνύασ, με τον Δύα και τη δικό του προςφορϊ ςτον ϊνθρωπο. Αξιολογώντασ
και ςυγκρύνοντασ τα δώρα του Προμηθϋα και του Δύα, αρχικϊ μπορούμε να πούμε ότι
ςυνδϋονται με διαφορετικϋσ φϊςεισ εξϋλιξησ και ανταποκρύνονται ςε διαφορετικϋσ ανϊγκεσ
του ανθρώπου. Ειδικότερα, τα «δώρα του Προμηθϋα», προώόν κλοπόσ από την Αθηνϊ και
τον Ήφαιςτο, βοόθηςαν τον ϊνθρωπο να προφυλαχθεύ από τη φύςη και παρϊλληλα ϋθεςαν
τα θεμϋλια του υλικού και τεχνικού πολιτιςμού. Εκφρϊζουν την ανϊγκη του ανθρώπου να
αντιςταθμύςει τη φυςικό του αδυναμύα με δικϊ του δημιουργόματα και να επιβιώςει
απϋναντι ςτην ϊλογη δύναμη τησ φύςησ. Όμωσ με αυτϊ ο ϊνθρωποσ παρϊ τα ςπουδαύα
βόματα που ϋκανε δεν μπόρεςε να επιβληθεύ ςτη φύςη και να υπεραςπύςει αποτελεςματικϊ
την ύπαρξό του, δηλαδό δεν μπόρεςε ούτε να αντιμετωπύςει τα θηρύα ούτε να οργανώςει
κοινωνύεσ. Αντύθετα, τα δώρα του Δύα, που όταν προςφορϊ του ύδιου, ϋςωςαν τον ϊνθρωπο
από τον αφανιςμό, αλλϊ κυρύωσ τον βοόθηςαν να αποκτόςει την πολιτικό αρετό, να
μεταςχηματύςει τα κοινωνικϊ μορφώματα ςε κοινωνύεσ με ςυνειδητοποιημϋνη ςυναύςθηςη
δημιουργικότητασ και να αναπτύξει υψηλό επύπεδο πολιτιςμού. Αξύζει να παρατηρόςουμε
ότι ο Δύασ δεν δώριςε ςτον ϊνθρωπο την πολιτικό τϋχνη, αν και την κατεύχε, αλλϊ την αιδώ
24
25.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
και τηδύκη, με τισ οπούεσ το ξεχωριςτό για τον θεό πλϊςμα εύναι ςε θϋςη να κατακτόςει την
πολιτικό τϋχνη. Σα «δώρα του Δύα» εκφρϊζουν ϋνα ανώτερο ςτϊδιο εξϋλιξησ του
πολιτιςμού, κατϊ το οπούο ο ϊνθρωποσ ωριμϊζει ηθικοπνευματικϊ και παρϊγει πολιτιςμό,
του οπούου οι ςυντεταγμϋνεσ ορύζονται όχι μόνο από την ανϊγκη του ζῆ ν, αλλϊ από τη
ςυνειδητοπούηςη τησ αξύασ του εὖ ζῆ ν.
2. «Πότερον ὡσ αἱ τϋχναι νενϋμηνται, οὕ τω καὶ ταύτασ νεύμω;»
Ο Δύασ ςτϋλνει τα δώρα του ςτουσ ανθρώπουσ με τον Ερμό, ο οπούοσ προβληματύζεται αν
πρϋπει να δοθούν ςε όλουσ τουσ ανθρώπουσ. Η ερώτηςη του Ερμό φαντϊζει αφελόσ και
κωμικό και δημιουργεύ μια ατμόςφαιρα θυμηδύασ, που ωςτόςο ϋχει τη λειτουργικότητϊ τησ,
καθώσ: α) χαλαρώνει προσ το παρόν τον ακροατό και τον προετοιμϊζει για το ςυμπϋραςμα
του μύθου, β) η εναλλαγό ευθϋοσ και πλαγύου λόγου δύνει ζωντϊνια και παραςτατικότητα
ςτην αφόγηςη, γ) η ερώτηςη του Ερμό δημιουργεύ το αναγκαύο κλύμα για τη δικαύωςη τησ
επιτακτικόσ θεώκόσ απαύτηςησ και παρϊλληλα προοιωνύζεται την ϋκφανςό τησ.
Ο Πρωταγόρασ με τη φρϊςη «αἱ τϋχναι νενϋμηνται» φαύνεται ότι αντιλαμβϊνεται τη
ςημαςύα του καταμεριςμού τησ εργαςύασ για την πρόοδο του πολιτιςμού, για αυτό και θϋτει
το ερώτημα με τον Ερμό. Αν όμωσ ςτον καταμεριςμό τησ εργαςύασ ενταςςόταν και η
πολιτικό, οι ϊνθρωποι δεν θα αποδϋχονταν κοινϋσ ηθικϋσ αξύεσ, και ςυνεπώσ δεν θα όταν
δυνατόν να διαμορφωθούν πολιτικϋσ κοινωνύεσ που να ςτηρύζονται ςτη βϊςη κοινών αξιών.
Αντύθετα, οι κοινωνικού ανταγωνιςμού θα οξύνονταν και θα κατϋληγαν ςτην
αλληλοεξόντωςη των ανθρώπων. υνεπώσ το ερώτημα του Ερμό εύναι καύριο για την
εμφϊνιςη τησ πολιτικόσ κοινωνύασ, γιατύ ο Δύασ δεν μοιρϊζει την πολιτικό τϋχνη, αλλϊ δύο
ηθικϋσ ιδιότητεσ αναγκαύεσ ςτουσ ανθρώπουσ για να οργανώςουν πολιτικό κοινωνύα. Έτςι ο
Πρωταγόρασ με την καθολικότητα και την αναγκαιότητα τησ αιδούσ και τησ δύκησ
προβαύνει ςτην ηθικό θεμελύωςη τησ πολιτικόσ, θϋςη που υπεραςπύζονται και ο Πλϊτωνασ
και ο Αριςτοτϋλησ.
3. «εἷ σ ἔ χων ἰ ατρικὴ ν πολλοῖ σ ἱ κανὸ σ ἰ διώταισ, καὶ οἱ ἄ λλοι δημιουργοὶ »
’ αυτό το ςημεύο γύνεται αναφορϊ ςτη χρηςιμότητα του καταμεριςμού ςτην εργαςύα. Όςον
αφορϊ, λοιπόν, τισ τϋχνεσ ο καταμεριςμόσ εύναι απολύτωσ απαραύτητοσ, διότι ϋτςι: α)
εξυπηρετούνται καλύτερα οι πολύτεσ, αφού ϋνασ τεχνύτησ μπορεύ να εξυπηρετόςει πολλούσ
πολύτεσ, β) υπϊρχει δυνατότητα εμβϊθυνςησ και εξειδύκευςησ ςε κϊθε τομϋα, με
αποτϋλεςμα την πρόοδο και την ευημερύα τησ κοινωνύασ και γ) η επιλογό του επαγγϋλματοσ
εύναι υπόθεςη προςωπικό του κϊθε ανθρώπου και ςυνδϋεται ςε μεγϊλο βαθμό με τισ ειδικϋσ
δεξιότητεσ, ικανότητεσ, ταλϋντα, κλύςεισ που μπορεύ να ϋχει. Έτςι οι δημιουργού (< δόμοσ +
ϋργον) εύναι αυτού που παρϊγουν ϋνα ϋργο ωφϋλιμο ςτον δόμο, ςτον λαό. τα ομηρικϊ
χρόνια ςτουσ δημιουργούσ ανόκαν οι μϊντεισ, οι γιατρού, οι κόρυκεσ, οι οικοδόμοι κ.τ.λ. και ο
καταμεριςμόσ τησ εργαςύασ αφορϊ τουσ ἰ διώτασ και όχι τουσ πολύτασ.
4. «καὶ δύκην δὴ καὶ αἰ δ …ὥςπερ ἄ λλων τεχνν» Η καθολικότητα τησ πολιτικόσ αρετόσ
τον διϊλογο αυτό ο Δύασ θεωρεύ απαραύτητη την καθολικότητα των αξιών τησ αιδούσ και
τησ δύκησ για τουσ ανθρώπουσ, με την αιτιολόγηςη-επιχεύρημα ότι η κοινωνύα δεν μπορεύ να
ςυγκροτηθεύ πολιτικϊ, αν οι βαςικϋσ ιδιότητεσ που θεμελιώνουν την πολιτικό ςυγκρότηςη
δεν εύναι κοινϋσ ςε όλα τα μϋλη τησ. την πολιτικό αρετό (την οπούα ο ϊνθρωποσ κατακτϊ με
την αιδώ και τη δύκη) πρϋπει να ςυμμετϋχουν όλοι ανεξαιρϋτωσ οι πολύτεσ, γιατύ μόνο ϋτςι
μπορούν να ςυγκροτηθούν οργανωμϋνεσ και βιώςιμεσ κοινωνύεσ. Η αιδώσ και η δύκη
λειτουργούν ωσ ςυνεκτικό δύναμη τησ κοινωνύασ και η απουςύα τουσ ςυνεπϊγεται τη
διϊλυςό τησ.
5. «καὶ νόμον γε θὲ σ …κτεύνειν ὡσ νόςον πόλεωσ.»
Ο Πρωταγόρασ τελειώνει τον μύθο με τον Δύα να επιβϊλλει αυςτηρϊ την ανϊγκη τησ
καθολικότητασ τησ πολιτικόσ αρετόσ και μϊλιςτα με την ποινό του θανϊτου δηλώνοντασ
ϋτςι την πολύ μεγϊλη ςημαςύα που δύνει ςτισ αξύεσ τησ αιδούσ και τησ δύκησ για τη
25
26.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
ςυγκρότηςη καιτη διατόρηςη τησ πολιτεύασ. Η ςημαςύα και η αυςτηρότητα του νόμου του
Δύα τονύζεται από την επιβολό θανατικόσ ποινόσ («κτεύνειν ὡσ νόςον πόλεωσ») ςε όποιον
δεν ςυμμορφώνεται ςτισ εντολϋσ του. Η παρομούωςη όποιου δεν ςυμμετϋχει ςτην πολιτικό
αρετό με αρρώςτια τησ πόλησ υποδηλώνει ότι αποτελεύ κύνδυνο γι’ αυτό και πρϋπει να
θανατωθεύ για να διαφυλαχθεύ η τϊξη και η ιςορροπύα του ςυνόλου. Ο Δύασ ζητϊει το
απόλυτο και το απαιτεύ με αμεύλικτη ςκληρότητα. Επιπλϋον η επιβολό τησ ποινόσ του
θανϊτου από τον Δύα, και ςυνεπώσ η αδυναμύα του να εξαςφαλύςει την καθολικότητϊ τουσ,
δεύχνει ότι οι αξύεσ τησ αιδούσ και τησ δύκησ δεν εύναι ϋμφυτεσ, γιατύ δεν αποτελούςαν
γνώριςμα τησ αρχικόσ ανθρώπινησ φύςησ και ότι ο ςκληρόσ νόμοσ που τισ επιβϊλλει εύναι
«ϋργο του χρόνου, τησ πικρόσ πεύρασ και τησ ανϊγκησ». Με αυτόν τον τρόπο οι πολύτεσ
διαμορφώνουν κοινωνικοπολιτικό ςυνεύδηςη και αναδεικνύονται υπεύθυνοι για τη χρηςτό
διούκηςη, αφού αυτό εξαρτϊται από το δικαύωμϊ τουσ να ϋχουν βαρύνουςα ϊποψη για τη
διαχεύριςη των δημόςιων υποθϋςεων.
6. Σϋλοσ του μύθου. υνοπτικό, διαγραμματικό παρουςύαςη των ςταδύων τησ εξϋλιξησ τησ
ανθρωπότητασ Με τον μύθο ο Πρωταγόρασ:
α) παρουςιϊζει την ιςτορικό εξϋλιξη τησ ανθρωπότητασ ωσ ςυνεχό πορεύα εξανθρωπιςμού
και βελτύωςησ τησ ζωόσ (βιολογικόσ ςχηματιςμόσ του ανθρώπου -> υλικοτεχνικόσ
πολιτιςμόσ -> ηθικοπνευματικόσ πολιτιςμόσ / πολιτικό κοινωνύα). Ο προοδευτικόσ
χαρακτόρασ τησ εξϋλιξησ του πολιτιςμού διαφοροποιεύται από την αντύληψη τησ κυκλικόσ
ιςτορικόσ εξϋλιξησ (Πλϊτων, Θουκυδύδησ), κατϊ την οπούα δεν ϋχουμε δημιουργύα, αλλϊ
επανϊληψη, γιατύ η ανθρώπινη φύςη παραμϋνει αμετϊβλητη ςτα βαςικϊ χαρακτηριςτικϊ
τησ. Επύςησ, η αντύληψη του Πρωταγόρα για την προοδευτικό εξϋλιξη του πολιτιςμού
ςυνιςτϊ και απϊντηςη ςε απαιςιόδοξεσ απόψεισ ότι η ιςτορύα τησ ανθρωπότητασ αποτελεύ
παρακμό (Ηςύοδοσ, Πλϊτων). β) Τπεραςπύζεται τη δημοκρατικό αντύληψη ςτη λόψη των
πολιτικών αποφϊςεων, αναςκευϊζοντασ το επιχεύρημα του ωκρϊτη. Η αιδώσ και η δύκη
μοιρϊςτηκαν ςε όλουσ τουσ ανθρώπουσ και δεν ακολουθούν τη λογικό του καταμεριςμού
τησ εργαςύασ. Η ύπαρξη οργανωμϋνων πολιτικϊ κοινωνιών προώποθϋτει την καθολικότητα
των αξιών αυτών. γ) Δεύχνει ότι η πολιτικό αρετό εύναι διδακτό, γιατύ οι ϊνθρωποι την
απϋκτηςαν ςε μεταγενϋςτερο ςτϊδιο τησ ιςτορύασ τουσ.
τισ απόψεισ αυτϋσ φαύνεται και ο αιςιόδοξοσ ανθρωπιςμόσ που εκφρϊζει ο Πρωταγόρασ με
τον μύθο και γενικότερα με τη ςτϊςη του ςε θϋματα φιλοςοφικόσ ανθρωπολογύασ.
Γ. ΤΜΠΕΡΑΜΑ-ΕΠΙΜΤΘΙΟ: Η ΚΑΘΟΛΙΚΟΣΗΣΑ ΣΗ ΠΟΛΙΣΙΚΗ ΑΡΕΣΗ
Οὕ τω δό, ὦ ώκρατεσ, … τούτου αἰ τύα.
Ο Πρωταγόρασ επαναλαμβϊνει τη θϋςη που υποςτόριξε ο ωκρϊτησ ςτην 1η ενότητα του
βιβλύου μασ και φαύνεται να τη δϋχεται, αλλϊ να την ερμηνεύει με διαφορετικό τρόπο. Σα
ςυμπερϊςματα που προκύπτουν από τον μύθο εύναι τα εξόσ: α) Σο ότι όλοι οι Αθηναύοι
ϋχουν την πολιτικό αρετό, δεν ςημαύνει ότι αυτό δεν διδϊςκεται, όπωσ υποςτόριξε ο
ωκρϊτησ, αλλϊ ότι εύναι αναγκαύα η ύπαρξό τησ για την οργϊνωςη κοινωνιών, β) Ο
Πρωταγόρασ δϋχεται και αιτιολογεύ την καθολικότητα και την αναγκαιότητα τησ πολιτικόσ
αρετόσ, και ςε αυτό τη βϊςη ςτηρύζει το διδακτό τησ αρετόσ. γ) Σα επιχειρόματα του
Πρωταγόρα για το διδακτό τησ πολιτικόσ αρετόσ που ςυνϊγονται από τον μύθο και τα
κεφαλαιοποιεύ ςτο επιμύθιο εύναι τα εξόσ:
1) Οι τεχνικϋσ γνώςεισ δεν δόθηκαν ςε όλουσ τουσ ανθρώπουσ και γι' αυτό ϋνασ που κατϋχει
μύα τϋχνη, πχ. την αρχιτεκτονικό ό την ιατρικό, μπορεύ να καλύψει πολλούσ ιδιώτεσ. Έτςι
αιτιολογεύται γιατύ οι Αθηναύοι επιτρϋπουν μόνο ςε ειδικούσ να εκφϋρουν γνώμη για
ζητόματα τεχνικόσ ειδύκευςησ.
2) Άποψη του Πρωταγόρα εύναι ότι η πολιτικό αρετό δόθηκε ςτον ϊνθρωπο ς’ ϋνα
μεταγενϋςτερο ςτϊδιο και όχι από την αρχό τησ δημιουργύασ του. Αυτϋσ τισ δύο αξύεσ τισ
διαθϋτει ο ϊνθρωποσ ωσ ηθικϋσ καταβολϋσ και προδιϊθεςη. Για να γύνουν όμωσ κτόμα του
26
27.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
και ναφτϊςει ςτην πλόρη κατϊκτηςη τησ πολιτικόσ αρετόσ πρϋπει να καταβϊλει
προςπϊθεια και αγώνα. Ο ϊνθρωποσ δεν γεννιϋται, αλλϊ γύνεται κϊτοχοσ τησ πολιτικόσ
αρετόσ μϋςα από μαθητεύα ςε αυτόν, δηλαδό με διδαχό και προςπϊθεια. ’ αυτό θα
ςυντελϋςουν οι φορεύσ αγωγόσ αλλϊ και οι νόμοι με τισ ποινϋσ και τισ κυρώςεισ τουσ («πὶ
πϊντασ,»… «καὶ πϊντεσ μετεχόντων»… κτεύνειν ὡσ νόςον πόλεωσ.»). Σην ϊποψη αυτό θα
επιχειρόςει να αποδεύξει ςτισ επόμενεσ ενότητεσ, για να καταλόξει ςτο ςυμπϋραςμα ότι η
πολιτικό αρετό διδϊςκεται.
Η ϋννοια τησ πολιτικόσ αρετόσ και οι επιμϋρουσ αξύεσ
- «ὅ ταν δὲ εἰ σ ςυμβουλὴ ν πολιτικῆ σ ἀ ρετῆ σ ἴ ωςιν, ἣ ν δεῖ διὰ δικαιοςύνησ πᾶ ςαν ἰ ϋναι
καὶ ςωφροςύνησ» το περιεχόμενο τησ πολιτικόσ αρετόσ, πϋρα από την αἰ δ και τη δύκην,
ο Πρωταγόρασ εντϊςςει και τη ςωφροςύνη και την ευςϋβεια (η τελευταύα θα αναφερθεύ
ςτισ ενότητεσ 5 και 7) και προοικονομεύ τη ςχετικό ςωκρατικό αναζότηςη των μερών τησ
αρετόσ προκειμϋνου να οριςτεύ η αρετό, που θα ακολουθόςει ςτον διϊλογο.ύγκριςη
απόψεων Πρωταγόρα και Αριςτοτϋλη για τα αύτια γϋνεςησ και τουσ ςτόχουσ τησ πολιτικόσ
κοινωνύασ α. Πρωταγόρασ: ςύμφωνα με την ϊποψη του Πρωταγόρα η πολιτικό κοινότητα
δημιουργόθηκε «νόμῳ», από την ανϊγκη δηλαδό των ανθρώπων να προςτατευτούν από τα
ϊγρια θηρύα και να εξαςφαλύςουν την επιβύωςό τουσ. κοπόσ τησ όταν η ικανοπούηςη των
βιολογικών τουσ αναγκών και η διαςφϊλιςη τησ ζωόσ τουσ. β. Αριςτοτϋλησ: ο Αριςτοτϋλησ
διαφοροποιεύται από τον Πρωταγόρα και θεωρεύ ότι η πολιτικό κοινότητα δημιουργόθηκε
από φυςικό αναγκαιότητα («φύςει»), όταν ϋμφυτη δηλαδό ςτον ϊνθρωπο η ανϊγκη να
ςυμβιώνει με ϊλλουσ ανθρώπουσ ςε κοινωνύεσ οργανωμϋνεσ με πολύτευμα, θεςμούσ και
νόμουσ (ο ϊνθρωποσ εύναι «φύςει ζῶον πολιτικόν»). κοπόσ τησ δημιουργύασ τησ δεν όταν
απλώσ η ικανοπούηςη βιοτικών αναγκών και η επιβύωςη, αλλϊ ϋνασ ανώτεροσ ςτόχοσ, το
«εὖ ζῆ ν», δηλαδό η ηθικό τελεύωςη, η ευδαιμονύα των πολιτών, η οπούα επιτυγχϊνεται μϋςω
τησ αυτϊρκειασ.
ΑΙΘΗΣΙΚΑ ΦΟΛΙΑ
Πολυςύνδετο ςχόμα:
«καὶ οἰ κόςεισ καὶ ἐ ςθῆ τασ καὶ ποδϋςεισ καὶ ςτρωμνὰ σ καὶ τὰ σ ἐ κ γῆ σ τροφὰ σ
ηὕ ρετο»
Αντύθεςη: «πρὸ σ μὲ ν τροφὴ ν ἱ κανὴ βοηθὸ σ ἦ ν, πρὸ σ δὲ τὸ ν τν θηρύων πόλεμον ἐ νδεὴ σ»
Εναλλαγό ευθϋοσ και πλαγύου λόγου/ ςχόμα αποςτροφόσ:
«ρωτᾷ οὖ ν ρμῆ σ Δύα τύνα οὖ ν τρόπον δούη δύκην καὶ αἰ δ ἀ νθρώποισ˙ «Πότερον ὡσ αἱ
τϋχναι νενϋμηνται, οὕ τω καὶ ταύτασ νεύμω; Νενϋμηνται δὲ ὧδε˙ εἷ σ ἔ χων ἰ ατρικὴ ν
πολλοῖ σ ἱ κανὸ σ ἰ διώταισ, καὶ οἱ ἄλλοι δημιουργού˙ καὶ δύκην δὴ καὶ αἰ δ οὕ τω θ ἐ ν
τοῖ σ ἀ νθρώποισ, ἢ ἐ πὶ πϊντασ νεύμω;» «πὶ πϊντασ,» ἔ φη ὁ Ζεύσ, «καὶ πϊντεσ
μετεχόντων˙…» Επανϊληψη: 6 φορϋσ επαναλαμβϊνεται η λϋξη «πό λισ»
27
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
5θ Ενότθτα
ΜΕΤΑΦΑΣΗ
Καιγια να μθ νομίηεισ ότι εξαπατάςαι, πάρε πάλι ωσ απόδειξθ ότι πραγματικά όλοι οι άνκρωποι
πιςτεφουν πωσ κάκε άντρασ μετζχει και ςτθ δικαιοςφνθ και ςτθν άλλθ πολιτικι αρετι, το εξισ˙
ςτισ άλλεσ δθλαδι ικανότθτεσ, όπωσ ακριβϊσ εςφ λεσ, εάν κάποιοσ ιςχυρίηεται ότι είναι ικανόσ
αυλθτισ, ι (ικανόσ) ςε οποιαδιποτε άλλθ τζχνθ, ςτθν οποία δεν είναι, τον περιγελοφν ι
αγανακτοφν, και οι ςυγγενείσ του τον πλθςιάηουν και τον ςυμβουλεφουν με τθ ςκζψθ ότι είναι
τρελόσ˙ ςτθ δικαιοςφνθ όμωσ και ςτθν άλλθ πολιτικι αρετι, και αν ακόμα γνωρίηουν για
κάποιον ότι είναι άδικοσ, αν αυτόσ ο ίδιοσ λζει τθν αλικεια εναντίον του εαυτοφ του μπροςτά
ςε πολλοφσ, πράγμα το οποίο ςτθν πρϊτθ περίπτωςθ κεωροφςαν ότι είναι ςωφροςφνθ, το να
λζει δθλαδι κανείσ τθν αλικεια, ς’ αυτι τθν περίπτωςθ (το κεωροφν) τρζλα, και ιςχυρίηονται
ότι όλοι πρζπει να λζνε ότι είναι δίκαιοι, είτε είναι είτε όχι, διαφορετικά (ιςχυρίηονται) ότι είναι
τρελόσ αυτόσ που δεν προςποιείται ότι κατζχει τθ δικαιοςφνθ˙ γιατί, κατά τθ γνϊμθ τουσ, είναι
αναγκαίο ο κακζνασ να μετζχει με οποιονδιποτε τρόπο ς’ αυτι, διαφορετικά (είναι αναγκαίο)
να μθ ςυγκαταλζγεται ανάμεςα ςτουσ ανκρϊπουσ. Πτι λοιπόν εφλογα δζχονται κάκε άνκρωπο
ωσ ςφμβουλο γι’ αυτι τθν αρετι, επειδι πιςτεφουν ότι όλοι μετζχουν ς’ αυτι, αυτά φζρνω ωσ
επιχειριματα˙ ότι όμωσ νομίηουν ότι αυτι δεν είναι ζμφυτθ, οφτε εμφανίηεται τυχαία, αλλά ότι
μπορεί να διδαχκεί και ότι φςτερα από φροντίδα γίνεται κτιμα, ςε όποιον γίνεται κτιμα, αυτό
κα προςπακιςω ςτθ ςυνζχεια να ςου αποδείξω. Γιατί για όςα κακά νομίηουν οι άνκρωποι, ο
ζνασ για τον άλλο, ότι ζχουν από τθ φφςθ τουσ ι από τφχθ, κανείσ δεν οργίηεται οφτε
ςυμβουλεφει οφτε διδάςκει οφτε τιμωρεί όςουσ τα ζχουν, για να μθν είναι τζτοιοι, αλλά τουσ
λυποφνται˙ για παράδειγμα, ςτουσ άςχθμουσ ι μικρόςωμουσ ι αςκενικοφσ ποιοσ είναι τόςο
ανόθτοσ, ϊςτε να προςπακεί να (τουσ) κάνει κάτι από αυτά; Γιατί γνωρίηουν, νομίηω, ότι αυτά
υπάρχουν ςτουσ ανκρϊπουσ από τθ φφςθ και από τθν τφχθ, δθλαδι οι καλζσ ιδιότθτεσ και οι
αντίκετζσ τουσ˙ όςεσ όμωσ καλζσ ιδιότθτεσ νομίηουν ότι τισ αποκτοφν οι άνκρωποι με φροντίδα
και άςκθςθ και διδαςκαλία, εάν κάποιοσ δεν ζχει αυτζσ, αλλά τισ αντίκετζσ τουσ κακζσ, ς’αυτζσ
τισ περιπτϊςεισ, υποκζτω, προκαλοφνται και οι κυμοί και οι τιμωρίεσ και οι ςυμβουλζσ˙ μία από
αυτζσ (τισ κακζσ ιδιότθτεσ) είναι και θ αδικία και θ αςζβεια και με ζναν λόγο κακετί το αντίκετο
ςτθν πολιτικι αρετι.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΟΜΟΙΖΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
Ὄ < εἰ μί: ανοφςιοσ, απουςία, επουςιϊδθσ, εξουςία, ομοοφςιοσ, ον, οντολογία, οντολογικόσ,
ντι
όντωσ, ουςία, ουςιαςτικόσ, ουςιϊδθσ, παρουςία, περιουςιακόσ, περιοφςιοσ.
Λαβζ < λαμβάνω: ακατάλθπτοσ, αμερολθψία, ανάλθψθ, αντιλαβι, ανεπανάλθπτοσ, αντίλθψθ,
απολαβι, αςφλλθπτοσ, δικολάβοσ, εικονολιπτθσ, επανάλθψθ, επιλθψία, εργολάβοσ,
ευυπόλθπτοσ, θχολιπτθσ, θχολθψία, κρθςκολθψία, κατάλθψθ, λαβι, λάφυρο, λιμμα, λιψθ,
μερολθψία, μετάλθψθ, παραλαβι, παραλιπτθσ, περίλθψθ, προκατάλθψθ, πρόςλθψθ,
ςυλλαβι, ςφλλθψθ, υπόλθψθ, χειρολαβι.
Φῇ < φθμί: αντίφαςθ, αντιφατικόσ, απόφαςθ, άφατοσ, διαφιμιςθ, διαφθμιςτικόσ, δυςφιμιςθ,
δυςφθμιςτικόσ, ζμφαςθ, εμφατικόσ, επίφαςθ, κατάφαςθ, καταφατικόσ, περίφθμοσ, πρόςφατοσ,
πρόφαςθ, προφιτθσ, φιμθ, φθμολογία.
Ρροςιόντεσ < προςζρχομαι < πρὸσ + ζρχομαι: ανεξίτθλοσ, διζλευςθ, ειςιτιριο, ελευκερία,
ζλευςθ, Ελευςίνα, εξιτιριο, ζπθλυσ, ερχομόσ, ιςκμόσ, οδόσ, προςζλευςθ, προςθλυτιςμόσ,
προςιλυτοσ, προςιτόσ (ςτο ςχολικό εγχειρίδιο δίνεται ετυμολόγθςθ από το ριμα προςίθμι <
πρὸσ + ἵ θμι: άνεςθ, αφζτθσ, αφετθρία, δίεςθ, ζνεςθ, ζφεςθ, εφετείο).
Εἰ δ
ςιν, ἴ ςαςιν < οἶ δα: ειδιμων, είδθςθ, ειδικόσ, ειδοποιόσ, είδοσ, ιςτορία.
31
32.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
ἀλικεια <ἀλθκισ < ἀ- ςτερθτικό + λικθ (< λανκάνω): αλθκεφω, αλθκινόσ, αλθκοφάνεια,
επαλθκεφω, φιλαλικεια, φιλαλικθσ.
δεῖ ν < δεῖ (απρόςωπο): αντιδεοντολογικόσ, δεοντολογία, δεοντολογικόσ.
εἰ κότωσ < ἔοικα: εικαςία, εικόνα, εικονικόσ, επιεικισ
πειράςομαι < πειράομαι -
μαι: απειρία, απόπειρα, εμπειρία, πείρα, πείραγμα, πείραμα,
πειραματόηωο, πειρατεία, πειρατισ, πειρατικόσ, πειραχτιρι, πειραςμόσ
ἀςκενεῖ σ < ἀ- ςτερθτικό + ςκζνοσ: αςκζνεια, αςκενϊ, αςκενϊσ, εξαςκενϊ
ἀςζβεια < ἀςεβὴσ < ἀ- ςτερθτικό + ςζβω: αςζβθμα, αςεβϊ, ςεβάηομαι, ςζβασ, ςζβαςμα,
ςεβαςτόσ.
ςυλλιβδθν < ςὺν + λαμβάνω: ςυλλαβι, ςυλλαβίηω, ςφλλθψθ
ΕΜΗΝΕΥΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ
Α. ΤΟ «ΤΕΚΜΘΛΟΝ» ΓΛΑ ΤΘΝ ΚΑΚΟΛΛΚΟΤΘΤΑ ΤΘΣ ΑΕΤΘΣ
Ο πλατωνικόσ Ρρωταγόρασ ςτθν ενότθτα αυτι επιχειρεί να αποδείξει λογικά ό,τι ιδθ ζχει πει με
τον μφκο και δεν ειςάγει νζα κζματα προσ ςυηιτθςθ. Χρθςιμοποιεί τα επιχειριματα του
Σωκράτθ, ςυμμεριηόμενοσ τον προβλθματιςμό του, για να αποδείξει όμωσ το διδακτό τθσ
πολιτικισ αρετισ, δθλαδι το αντίκετο τθσ ςωκρατικισ ριςθσ ότι θ πολιτικι αρετι δεν
διδάςκεται. Θ τακτικι του Ρλάτωνα να χρθςιμοποιοφν οι ςυνομιλθτζσ τα ίδια επιχειριματα για
να ςυνάγουν αντίκετα ςυμπεράςματα, δείχνει ότι δεν είναι εφκολθ και απλι υπόκεςθ θ
ςυηιτθςθ για το διδακτό τθσ πολιτικισ αρετισ. Αντίκετα, απαιτεί ςυςτθματικι εκτφλιξθ τθσ
ςκζψθσ των ςυνομιλθτϊν και ερμθνευτικι ευελιξία. Ειδικότερα, ακολουκϊντασ ο Ρρωταγόρασ
το πρϊτο επιχείρθμα του Σωκράτθ, που αναφερόταν ςτον ειδικό ςτθ ναυπθγικι και ςτθν
οικοδομικι, χρθςιμοποιεί τθν περίπτωςθ του αυλθτι για να δείξει τθν κακολικότθτα τθσ
πολιτικισ αρετισ. Ο Ρρωταγόρασ προβάλλει ρεαλιςτικά τθ ςυμβατικι αντίλθψθ τθσ ακθναϊκισ
κοινωνίασ ότι δεν μπορεί να υπάρχει άνκρωποσ (οφτε κοινωνία) χωρίσ ςτοιχειϊδθ αίςκθςθ
δικαιοςφνθσ, γι’ αυτό και δεν ανζχονται οι Ακθναίοι κανζναν να ομολογεί ότι είναι άδικοσ, ότι
δθλαδι αρνείται τθ δυνατότθτα, το δικαίωμα και τθν υποχρζωςθ να είναι δίκαιοσ. Συγχρόνωσ,
διαφαίνεται και θ κοινωνικι θκικι τθσ ακθναϊκισ κοινωνίασ που απαιτοφςε κάκε πολίτθσ να
ζχει πολιτικι και κοινωνικι ςυνείδθςθ που ςτοιχειωδϊσ εκδθλϊνεται με κατάφαςθ του
δικαίου. Αυτό αναγκαςτικά οδθγοφςε ςτο να υποςτθρίηει κανείσ, ζςτω με τα λόγια, ότι ιταν
δίκαιοσ, γιατί διαφορετικά κα κεωροφνταν απειλι για τθ ςυνοχι τθσ κοινωνίασ. Συνεπϊσ, ο
Ρρωταγόρασ προβάλλει ωσ «τεκμιριον» για τθν κακολικότθτα τθσ πολιτικισ αρετισ το
ςυμβατικό αίςκθμα δικαίου που χαρακτθρίηει τθν ακθναϊκι κοινωνία.
1. Θ αποδεικτζα κζςθ: «Ἵνα δὲ μὴ οἴ ῃ ἀπατᾶςκαι ὡ τῶ ὄντι ἡγοῦνται πάντεσ ἄνκρωποι πάντα
σ
ἄνδρα μετζχειν δικαιοςφνθσ τε καὶ τῆσ ἄλλθσ πολιτικῆσ ἀρετῆσ, τόδε αὖ λαβὲ τεκμιριον.»
Θ φράςθ αυτι αποτελεί τθν αποδεικτζα κζςθ για τθν κακολικότθτα τθσ αρετισ, ότι όλοι δθλαδι
οι άνκρωποι ζχουν μερίδιο ς’ αυτι. Ο Σωκράτθσ, ςτο επιχείρθμα για τουσ ειδικοφσ που
ςυμβουλεφουν ςε ειδικά κζματα ςε αντίκεςθ με τθν πολιτικι, για τθν οποία όλοι αδιακρίτωσ
ζχουν λόγο, αφινει να νοθκεί ότι για τθν πολιτικι μιλοφν όλοι, γιατί ιςχφει θ κακολικότθτα τθσ
πολιτικισ αρετισ ωσ κοινισ ιδιότθτασ όλων των ανκρϊπων. Επιπλζον, πρζπει να επιςθμανκεί
ότι ςτα ςυςτατικά τθσ πολιτικισ αρετισ ο Ρρωταγόρασ προςκζτει εδϊ και τθ δικαιοςφνθ. Στο
τζλοσ του κεφαλαίου κα προςκζςει, επίςθσ, τθν ευςζβεια.
Ο Ρρωταγόρασ για να αποδείξει τθ κζςθ του για τθν κακολικότθτα τθσ πολιτικισ αρετισ
προβαίνει ςτθ ςυγκριτικι εξζταςθ δφο παραδειγμάτων από τθν ακθναϊκι κοινωνία. Το πρϊτο
αναφζρεται ςτθ ςτάςθ τθσ κοινισ γνϊμθσ απζναντι ςτουσ ειδικοφσ ςε ζναν τεχνικό τομζα, εδϊ
ςε ζναν αυλθτι, και το δεφτερο ςτθ ςτάςθ τθσ κοινισ γνϊμθσ απζναντι ςτον πολίτθ και ςτθ
ςχζςθ του με τθ δικαιοςφνθ. Θ διαφορετικι ςτάςθ τθσ κοινισ γνϊμθσ ςτθ μια και ςτθν άλλθ
32
33.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
περίπτωςθ είναιγια τον Ρρωταγόρα επαρκισ λόγοσ για να πείςει τον Σωκράτθ και το
ακροατιριό του για τθν κακολικότθτα τθσ πολιτικισ αρετισ.
Τα παραδείγματα που τεκμθριϊνουν τθν αποδεικτζα κζςθ:
1ο παράδειγμα: «ν γὰρ ταῖ σ ἄλλαισ ἀρεταῖ σ, ὥ
ςπερ ςὺ λζγεισ, ἐάν τισ φῇ ἀγακὸσ αλθτὴσ
εἶ ναι, ἢ ἄλλθν ἡντινοῦν τζχνθν ἣν μι ἐςτιν, ἢ καταγελ ἢ χαλεπαίνουςιν, καὶ οἱ οἰ κεῖ οι
ςιν
προςιόντεσ νουκετοῦςιν ὡ μαινόμενον˙» Θ αρετι, εδϊ, δεν ζχει θκικό περιεχόμενο, αλλά
σ
αποδίδει τθν ικανότθτα και τισ γνϊςεισ ςε ζναν ειδικό τομζα. Θ κοινι γνϊμθ των Ακθναίων,
απορρίπτει αυςτθρά όποιον ιςχυρίηεται ότι ζχει ειδικζσ γνϊςεισ, ενϊ δεν ζχει, δθλαδι όποιον
δεν διακζτει τθ ςτοιχειϊδθ αυτογνωςία για το τι γνωρίηει και τι είναι. Πςον αφορά, λοιπόν, τθν
ικανότθτα ι τισ γνϊςεισ ςε κάποια τζχνθ, επαινείται το να λζει κανείσ τθν αλικεια.
Διαφορετικά, καταδικάηεται ςτθ ςυνείδθςθ τθσ κοινισ γνϊμθσ.
2ο παράδειγμα: «ἐν δὲ δικαιοςφνῃ καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ πολιτικῇ ἀρετῇ, ἐάν τινα καὶ εἰ δ ὅτι
ςιν
ἄδικόσ ἐςτιν, ἐὰν οὗτοσ ατὸσ κακ’ ατοῦ τἀλθκῆ λζγῃ ἐναντίον πολλ ὃ ἐκεῖ ςωφροςφνθν
ν,
ἡγοῦντο εἶ ναι, τἀλθκῆ λζγειν, ἐνταῦκα μανίαν …» Αντίκετα, όςον αφορά τθ δικαιοςφνθ (και τθν
πολιτικι αρετι γενικότερα), κεωρείται ςωςτό το να λζνε όλοι ότι είναι δίκαιοι, ακόμα κι αν δεν
είναι. Θ κοινι γνϊμθ αποδζχεται ότι ο κακζνασ είτε είναι δίκαιοσ είτε όχι πρζπει να υποςτθρίηει
ότι είναι ι να φαίνεται δίκαιοσ. Πποιοσ αποκλίνει από τθ ςτάςθ αυτι, δεν μπορεί να γίνεται
αποδεκτόσ ωσ μζλοσ τθσ κοινωνίασ. Φαίνεται εδραιωμζνθ θ αντίλθψθ ότι θ κοινωνικι
ςυνφπαρξθ των ανκρϊπων δεν ςυμφωνεί με τθν αδικία, θ οποία απειλεί με διάςπαςθ τθ
ςυνοχι τθσ κοινωνίασ, και ότι δεν υπάρχει άνκρωποσ που τουλάχιςτον δεν καταφάςκει ςτθ
δικαιοςφνθ.
Ειδικότερα, το ςκεπτικό του Ρρωταγόρα μπορεί να ερμθνευκεί και ωσ εξισ:
α) ακόμα κι ζνασ άδικοσ είναι ςε κζςθ να διακρίνει τθ δίκαιθ από τθν άδικθ πράξθ. Αυτό
ςθμαίνει ότι ζχει μζςα του κάποια ςτοιχεία δικαιοςφνθσ, που όμωσ δεν ζχουν καλλιεργθκεί
επαρκϊσ, ϊςτε να τον αποτρζψουν από τθ διάπραξθ τθσ αδικίασ. Άρα, δεν κα πει αλικεια, αν
ιςχυριςτεί ότι είναι άδικοσ.
β) το να ομολογεί κάποιοσ δθμόςια τθν αλικεια, ότι δθλαδι είναι άδικοσ, κεωρείται
παραφροςφνθ, διότι: κα υποςτεί ποινζσ και κα αμαυρωκεί θ δθμόςια εικόνα του.
Κανζνασ λογικόσ άνκρωποσ δεν κζλει να του ςυμβεί κάτι τζτοιο. Ο Ρρωταγόρασ φαίνεται να
διειςδφει ςτθ νοοτροπία των ανκρϊπων και να παρατθρεί ότι δεν τουσ ενδιαφζρει το τι πρζπει
ι είναι ςωςτό να κάνουν, αλλά το τι τουσ ςυμφζρει να κάνουν. Επίςθσ, δεν τουσ ενδιαφζρει θ
πραγματικι τουσ εικόνα (το εἶ ναι), όςο θ εικόνα που ςυνάδει με τα προβαλλόμενα κοινωνικά
πρότυπα και το κοινϊσ αποδεκτό ςφςτθμα αξιϊν (το φαίνεςκαι). Συνεπϊσ, θ κοινωνικι θκικι
και το ςυμβατικό αίςκθμα δικαίου αφορά (και πρζπει να αφορά) όλουσ τουσ ανκρϊπουσ,
διαφορετικά κζτουν τον εαυτό τουσ ζξω από τθν κοινωνία και υφίςτανται ό,τι ςυνεπάγεται
αυτό.
Θ άποψθ του Ρρωταγόρα για τθν κακολικότθτα τθσ πολιτικισ αρετισ ςυμπλθρϊνεται και
ςτθρίηεται από δφο ακόμθ αιτιολογιςεισ, που αποδίδονται ωσ ςχόλια τθσ κοινισ γνϊμθσ:
α) «καί φαςιν πάντασ δεῖ ν φάναι εἶ ναι δικαίουσ»: όλοι πρζπει να λζνε ότι κατζχουν τθν
πολιτικι αρετι, β) «ὡ ἀναγκαῖ ον οδζνα ὅντιν’ οχὶ ἁμ γζ πωσ μετζχειν ατῆσ, ἢ μὴ εἶ ναι ἐν
σ
σ
ἀνκρϊποισ.»: Είναι ανάγκθ όλοι οι άνκρωποι να ζχουν μερίδιο ςτθν πολιτικι αρετι και να
ςυμμετζχουν ςτθ δικαιοςφνθ, ι ζςτω να αποδζχονται καταρχιν το δίκαιο, για να μποροφν να
υπάρξουν κοινωνίεσ. ἢ μὴ εἶ ναι ἐν ἀνκρϊποισ.»
Σ’ αυτό το ςθμείο ο Ρρωταγόρασ φαίνεται ότι δζχεται πωσ θ πολιτικι ιδιότθτα, ζςτω και ωσ
κατάφαςθ ςτθν ζννοια τθσ δικαιοςφνθσ, είναι ειδοποιό γνϊριςμα του ανκρϊπου και
απαραίτθτθ προχπόκεςθ για να είναι δεκτόσ ςτθν πολιτικι κοινωνία. Πταν και αυτό το ελάχιςτο
τθσ κατάφαςθσ ςτθν ζννοια του δικαίου λείπει από κάποιον, ο άνκρωποσ αυτόσ δεν μπορεί να
33
34.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
ςυγκαταλζγεται ανάμεςαςτουσ ανκρϊπουσ, γιατί υςτερεί και αποτελεί απειλι για τουσ
ιδρυτικοφσ ςκοποφσ τθσ πολιτικισ κοινωνίασ. Ζτςι, ς’ αυτι τθν ενότθτα προτείνεται αυτόσ να μθ
ςυγκαταλζγεται μεταξφ των ανκρϊπων, δθλαδι να εξορίηεται και να του ςτεροφνται τα πολιτικά
του δικαιϊματα. Από τθν άλλθ, ςτθν 4θ ενότθτα είχε προτακεί από τον Δία θ κανατικι ποινι
(«κτείνειν ὡ νόςον πόλεωσ»). Μςωσ θ ποινι του Ρρωταγόρα να φαίνεται θπιότερθ ςε ςχζςθ με
σ
αυτι που επιβάλλει ο Δίασ˙ ζχουν όμωσ και οι δφο τον ίδιο ςκοπό: να οδθγιςουν τουσ
ανκρϊπουσ ςτθν αρετι. Ζτςι, προβάλλεται ο παιδευτικόσ ρόλοσ των νόμων. Αν, βζβαια,
λάβουμε υπόψθ μασ τθ ςθμαςία που ζχει θ πόλθ και θ ςυμμετοχι του πολίτθ ςτα κοινά τθν
εποχι αυτι, καταλαβαίνουμε πωσ θ ποινι που αναφζρει ο Ρρωταγόρασ είναι ιςάξια ι και
αυςτθρότερθ από αυτι που προτείνεται από τον Δία.
3. «Ὅ μὲν οὖν πάντ’ ἄνδρα εἰ κότωσ ἀποδζχονται περὶ ταφτθσ τῆσ ἀρετῆσ ςφμβουλον διὰ τὸ
τι
ἡγεῖ ςκαι παντὶ μετεῖ ναι ατῆσ, ταῦτα λζγω˙»
Θ φράςθ αυτι αποτελεί τθν κατακλείδα και το ςυμπζραςμα του «τεκμθρίου». Εδϊ, δθλαδι,
κλείνει το κζμα τθσ κακολικότθτασ τθσ πολιτικισ αρετισ και διατυπϊνεται το ςυμπζραςμα.
Αυτό καταδεικνφεται και από τισ λζξεισ οὖν και ταῦτα λζγω. Επιπλζον, ςυνδζεται με όςα είχε πει
ο Σωκράτθσ για τουσ Ακθναίουσ ςτθν 1θ ενότθτα. Ο Ρρωταγόρασ, δθλαδι, από τθ μια
επιβεβαίωςε τθν άποψθ του Σωκράτθ ότι οι Ακθναίοι δικαιολογθμζνα δζχονται οποιονδιποτε
για ςφμβουλο ςε κζματα πολιτικισ αρετισ και από τθν άλλθ αιτιολόγθςε τθν άποψθ αυτι
λζγοντασ ότι αυτό γίνεται, επειδι πιςτεφουν ότι όλοι ζχουν μερίδιο ςτθν πολιτικι αρετι.
Διαγραμματικι παρουςίαςθ του πρωταγορικοφ ςυλλογιςμοφ
Αποδεικτζα κζςθ: όλοι οι άνκρωποι πιςτεφουν πωσ κακζνασ ςυμμετζχει ςτθν πολιτικι αρετι.
(«ἡγοῦνται πάντεσ ἄνκρωποι πάντα ἄνδρα μετζχειν δικαιοςφνθσ τε καὶ τῆσ ἄλλθσ πολιτικῆσ
ἀρετῆσ»). Ραραδείγματα: α) Στισ τζχνεσ: ζςτω ότι κάποιοσ δεν είναι καλόσ αυλθτισ.
Κεωρείται μυαλωμζνοσ, αν πει τθν αλικεια˙ αλλιϊσ, κεωρείται τρελόσ.
β) Στθν αρετι-δικαιοςφνθ: ζςτω ότι κάποιοσ δεν είναι δίκαιοσ.
Κεωρείται μυαλωμζνοσ, αν προςποιθκεί ότι είναι δίκαιοσ, ακόμα κι αν δεν είναι˙ αλλιϊσ,
κεωρείται τρελόσ.
Φράςεισ-αιτιολογιςεισ, που τεκμθριϊνουν τθν αποδεικτζα κζςθ:
α) επειδι όλοι πρζπει να ιςχυρίηονται ότι είναι δίκαιοι
(«καί φαςιν πάντασ δεῖ ν φάναι εἶ ναι δικαίουσ»)
β) επειδι είναι αναγκαίο να ζχει ο κακζνασ μερίδιο ςτθν πολιτικι αρετι
(«ὡ ἀναγκαῖ ον οδζνα ὅντιν’ οχὶ ἁμ γζ πωσ μετζχειν ατῆσ»)
σ
σ
Συμπζραςμα: όλοι οι άνκρωποι πιςτεφουν πωσ κακζνασ ςυμμετζχει ςτθν πολιτικι αρετι.
(«ἡγοῦνται πάντεσ ἄνκρωποι πάντα ἄνδρα μετζχειν δικαιοςφνθσ τε καὶ τῆσ ἄλλθσ πολιτικῆσ
ἀρετῆσ»).
Κριτικι του «τεκμθρίου» του Ρρωταγόρα
Το «τεκμιριον» του Ρρωταγόρα είναι μια υποδειγματικι εφαρμογι των τεχνικϊν και των
κανόνων τθσ ρθτορικισ. Αποτελεί επίκλθςθ ςτθν εμπειρία και μάλιςτα εμπειρία κοινι και
αποδεκτι από όλουσ και γι’ αυτό είναι τυπικό τεκμιριο. Επιπλζον, το ςχιμα τθσ αντίκεςθσ, που
χρθςιμοποιεί ο ριτορασ για να δείξει τι ιςχφει ςτον χϊρο τθσ τεχνικισ γνϊςθσ και τι ςτον χϊρο
τθσ δικαιοςφνθσ, είναι ζνα κλαςικό, τυπικό ςτοιχείο ρθτορικισ που χρθςιμοποιείται ςτουσ
ρθτορικοφσ λόγουσ. Ωςτόςο, θ αξιολόγθςθ του τεκμθρίου του Ρρωταγόρα φανερϊνει τα εξισ
τρωτά ςθμεία του: α) θ αποδεικτζα κζςθ ζχει αποφαντικι διατφπωςθ («ἡγοῦνται … μετζχειν»),
ενϊ ςτισ δφο αιτιολογιςεισ υπάρχει δεοντολογικι διατφπωςθ («δεῖ ν φάναι - ἀναγκαῖ ον
μετζχειν»), θ οποία όμωσ δεν ζχει αποδεικτικι ιςχφ. Δεν ευςτακεί ο ςυλλογιςμόσ ότι «όλοι
ζχουν τθν πολιτικι αρετι, επειδι όλοι πρζπει να λζνε ότι είναι δίκαιοι και επειδι είναι
34
35.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
αναγκαίο ναζχουν όλοι μερίδιο ς’ αυτι». Αυτό που μασ ενδιαφζρει είναι τι πραγματικά
ςυμβαίνει και όχι τι πρζπει να ςυμβαίνει. Ο ςυλλογιςμόσ κα ιταν λογικά ορκόσ, αν είχε ωσ
ςυμπζραςμα τθ φράςθ: «ἡγοῦνται πάντεσ ἄνκρωποι πάντα ἄνδρα δεῖ ν μετζχειν δικαιοςφνθσ τε
καὶ τῆσ ἄλλθσ πολιτικῆσ ἀρετῆσ».
β) «ἐάντε ὦ ἐάντε μι»: θ φράςθ ζρχεται ςε αντίφαςθ με τθν κακολικότθτα τθσ αρετισ, που
ςιν
υποςτθρίχτθκε ςτθν αποδεικτζα κζςθ, κακϊσ εδϊ δθλϊνεται ότι υπάρχουν και άδικοι
άνκρωποι.
γ) ο ςυλλογιςμόσ ζχει περιοριςμζνθ αποδεικτικι αξία, γιατί ωσ προσ τθ μορφι είναι υποκετικόσ,
ςτθρίηεται δθλαδι ςε κρίςεισ που ιςχφουν υπό όρουσ και όχι απόλυτα.
δ) οι προκείμενεσ δεν είναι λογικζσ κρίςεισ, αλλά εμπειρικά παραδείγματα και χαρακτθρίηονται
από υποκειμενιςμό.
Β. ΡΩΤΘ ΑΡΟΔΕΛΞΘ ΓΛΑ ΤΟ ΟΤΛ Θ ΡΟΛΛΤΛΚΘ ΑΕΤΘ ΔΛΔΑΣΚΕΤΑΛ
«ὅτι δὲ ατὴν ο φφςει ἡγοῦνται εἶ ναι οδ’ ἀπὸ τοῦ ατομάτου, ἀλλὰ διδακτόν τε καὶ ἐξ
ἐπιμελείασ παραγίγνεςκαι ᾧἂν παραγίγνθται, τοῦτό ςοι μετὰ τοῦτο πειράςομαι ἀποδεῖ ξαι.»
Ο Ρρωταγόρασ με τθ ςυγκριτικι παρουςίαςθ των δφο παραδειγμάτων του αυλθτι και του
άδικου επιβεβαίωςε τον ςωκρατικό ιςχυριςμό για τθν άνευ όρων ςυμμετοχι όλων των πολιτϊν
ςτον πολιτικό διάλογο και υποχρεϊνεται τϊρα να προχωριςει ςτθν ανατροπι τθσ ςωκρατικισ
κζςθσ ότι θ πολιτικι αρετι δεν διδάςκεται. Το κφριο επιχείρθμα, που χρθςιμοποιεί, ζχει κζμα
τθ διαφοροποίθςθ τθσ ανκρϊπινθσ ςυμπεριφοράσ και αντίδραςθσ ςτα ζμφυτα και επίκτθτα
γνωρίςματα τθσ ανκρϊπινθσ φφςθσ. Οργανϊνει το επιχείρθμα κατά το τυπικό του ρθτορικοφ
λόγου, δθλαδι με υποδειγματικι «πρόκεςιν» (κεματικι περίοδο) και «απόδειξιν», και
προςφεφγει και πάλι ςτθν εμπειρία και τθ ρθτορικι αντίκεςθ (φυςικά – επίκτθτα, κετικά –
αρνθτικά χαρακτθριςτικά και ςυμπονετικι/ανεκτικι – κριτικι/«παρεμβατικι» ςυμπεριφορά).
Θ φράςθ «ὅτι δὲ ατὴν … παραγίγνεςκαι ᾧἂν παραγίγνθται» αποτελεί τθν αποδεικτζα κζςθ του
επιχειριματοσ για το ότι θ πολιτικι αρετι διδάςκεται. Ο Ρρωταγόρασ δεν αφίςταται από αυτό
που οι άνκρωποι γενικά πιςτεφουν, δθλαδι ότι: α) θ πολιτικι αρετι δεν είναι ζμφυτθ ςτον
άνκρωπο οφτε είναι αυτόματθ θ εμφάνιςι τθσ και β) διδάςκεται, καλλιεργείται και γίνεται
κτιμα του ανκρϊπου με επιμζλεια και άςκθςθ. Ραράλλθλα χρθςιμοποιϊντασ το ςχιμα άρςθσκζςθσ κα αποδείξει ότι θ αρετι δεν προζρχεται από τθ φφςθ ι τθν τφχθ, χωρίσ τθν προςπάκεια
του ανκρϊπου, αλλά ότι είναι αποτζλεςμα διδαςκαλίασ, φροντίδασ και άςκθςθσ. Με τθν
αναφορά ςτο ηεφγοσ «φφςει ι τφχῃ» ο Ρρωταγόρασ δείχνει ότι τίποτε δεν μπορεί να κεωρθκεί
τυχαίο ςτθ φφςθ, αλλά προϊόν τθσ ςκοπιμότθτασ του δθμιουργοφ του. Συνεπϊσ, και θ πολιτικι
αρετι οφείλεται ςτθ ςκοπιμότθτα τθσ πολιτικισ κοινωνίασ, δθλαδι ςτθν εξαςφάλιςθ του ηῆν
και του εὖ ηῆν των ανκρϊπων που τθν ςυναποτελοφν.
Ο Ρρωταγόρασ, ςτθν πορεία απόδειξθσ τθσ κζςθσ του, διακρίνει δφο κατθγορίεσ
χαρακτθριςτικϊν ςτον άνκρωπο, τα φυςικά/ζμφυτα και τα επίκτθτα:
«Ὅ γὰρ ἡγοῦνται ἀλλιλουσ κακὰ ἔχειν ἄνκρωποι φφςει ἢ τφχῃ, οδεὶ σ κυμοῦται οδὲ
ςα
νουκετεῖ οδὲ διδάςκει οδὲ κολάηει τοὺσ ταῦτα ἔχοντασ, ἵ να μὴ τοιοῦτοι ὦ
ςιν, ἀλλ’ ἐλεοῦςιν˙
οἷ ον τοὺσ αἰ ςχροὺσ ἢ ςμικροὺσ ἢ ἀςκενεῖ σ τί σ οὕτωσ ἀνόθτοσ ὥ
ςτε τι τοφτων ἐπιχειρεῖ ν
ποιεῖ ν; Ταῦτα μὲν γὰρ οἶ μαι ἴ ςαςιν ὅτι φφςει τε καὶ τφχῃ τοῖ σ ἀνκρϊποισ γίγνεται, τὰ καλὰ καὶ
τἀναντία τοφτοισ˙» Σ’ αυτό το χωρίο ο Ρρωταγόρασ αναφζρεται ςτα προτεριματα και τα
ελαττϊματα που προζρχονται από τθ φφςθ και τθν τφχθ και ςχετίηονται με τθν εξωτερικι
εμφάνιςθ και τον ανκρϊπινο οργανιςμό. Φυςικά, δεν τον απαςχολοφν τα φυςικά προτεριματα,
γιατί αυτά δεν του είναι απαραίτθτα για τθν απόδειξι του, αφοφ όλοι καυμάηουν αυτοφσ που
τα ζχουν. Με όποιον, όμωσ, ζχει φυςικά ελαττϊματα (αςχιμια, μικρό ανάςτθμα, αςκενικό
ςϊμα) κανείσ δεν οργίηεται οφτε προςπακεί να τα διορκϊςει με ςυμβουλζσ, διδαςκαλία και
35
36.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
τιμωρίεσ, γιατίδεν εξαρτϊνται από τθ βοφλθςθ και τθν ευκφνθ του ανκρϊπου («ἀπό τοῦ
ατομάτου»). Αντίκετα, νιϊκουν οίκτο και ςυμπόνια για τθ ςκλθρότθτα τθσ φφςθσ ι τθσ τφχθσ.
Αξίηει, εδϊ, να ςθμειωκεί θ κακαρι αποςταςιοποίθςθ του ςοφιςτι από κεοκρατικζσ ερμθνείεσ,
ςε αντίκεςθ με τθν 4θ ενότθτα, όπου, ςτο πλαίςιο του μφκου, γινόταν αναφορά ςτθ κεϊκι
προζλευςθ τθσ αἰ δοῦσ και τθσ δίκθσ. Δζχεται, λοιπόν, τθν φπαρξθ μιασ τελεολογικισ αρχισ ςτθ
φφςθ, ότι όλα δθλαδι γίνονται για να εξυπθρετιςουν κάποιο ςκοπό, και προςκζτει τον
αςτάκμθτο παράγοντα του τυχαίου. Ρουκενά, όμωσ, δεν γίνεται λόγοσ για παρουςία ι
παρζμβαςθ του κείου.
Επιπλζον, μζςα από τθν ανάπτυξθ των παραπάνω κζςεων αποκαλφπτεται θ ανκρωπιςτικι
ςτάςθ του Ρρωταγόρα, θ οποία κρίνεται ιδιαίτερα πρωτοποριακι για τθν εποχι τθσ. Άνκρωποι
που ζχουν αδικθκεί από τθ φφςθ αξίηουν τθν κατανόθςθ, τθ ςυμπαράςταςθ και τθ ςυμπάκεια
των άλλων ανκρϊπων.
3. «ὅςα δὲ ἐξ ἐπιμελείασ καὶ ἀςκιςεωσ καὶ διδαχῆσ οἴ ονται γίγνεςκαι ἀγακὰ ἀνκρϊποισ, ἐάν
τισ ταῦτα μὴ ἔχῃ, ἀλλὰ τἀναντία τοφτων κακά, ἐπὶ τοφτοισ που οἵ τε κυμοὶ γίγνονται καὶ αἱ
κολάςεισ καὶ αἱ νουκετιςεισ. Ὧ ἐςτιν ἓν καὶ ἡ ἀδικία καὶ ἡ ἀςζβεια καὶ ςυλλιβδθν πᾶν τὸ
ν
ἐναντίον τῆσ πολιτικῆσ ἀρετῆσ.» Σ’ αυτό το χωρίο αναφζρεται ο ςοφιςτισ ςτα χαρακτθριςτικά
που αποκτοφν οι άνκρωποι φςτερα από φροντίδα, άςκθςθ και διδαςκαλία. Σ’ αυτι τθν
κατθγορία εντάςςονται ςτοιχεία, που ζχουν να κάνουν με τον χαρακτιρα του ανκρϊπου και τισ
αρετζσ. Εφλογα, και πάλι, δεν αςχολείται με όςουσ ιδθ διακζτουν αυτζσ τισ αρετζσ. Σε αυτό,
λοιπόν, το ςθμείο κυρίωσ ςτθρίηει τθν απόδειξθ του «διδακτοφ» τθσ αρετισ: όποιοσ δεν ζχει
αρετζσ, αλλά τα αντίκετα χαρακτθριςτικά (για παράδειγμα τθν αδικία και τθν αςζβεια),
προκαλεί τθν κοινι γνϊμθ και οι άνκρωποι κυμϊνουν μαηί του, τον τιμωροφν και τον
ςυμβουλεφουν, διότι αδιαφόρθςε να τα καλλιεργιςει. Άρα, θ πολιτικι αρετι διδάςκεται.
Συνεπϊσ, θ κοινωνικι φφςθ του ανκρϊπου είναι επιδεκτικι καλλιζργειασ, ευαιςκθτοποίθςθσ
και θκικοποίθςθσ.
«ἐξ ἐπιμελείασ καὶ ἀςκιςεωσ καὶ διδαχῆσ»
Οι παράγοντεσ που κα ςυντελζςουν ςτθν κατάκτθςθ τθσ πολιτικισ αρετισ είναι θ φροντίδα, θ
άςκθςθ και θ διδαςκαλία, που αποτελοφν τισ τρεισ μορφζσ αγωγισ. Ωσ βοθκθτικά ςτοιχεία
αναφζρονται επιπλζον θ νουκεςία και θ τιμωρία. Ριο ςυγκεκριμζνα:
α) Θ φροντίδα (ἐπιμζλεια) είναι θ επιλογι των παιδευτικϊν/μορφωτικϊν αγακϊν που κα
παραςχεκοφν. β) Θ άςκθςθ (ἄςκθςισ) είναι θ εξαςφάλιςθ πραγματικϊν ςυνκθκϊν αγωγισ. Οι
άνκρωποι οφείλουν να να αςκθκοφν, δθλαδι να μάκουν να εφαρμόηουν αυτά που
διδάςκονται, ϊςτε να είναι ζτοιμοι να ανταποκρικοφν ικανοποιθτικά ςτουσ ρόλουσ, που κα
αναλάβουν αργότερα ςτο πλαίςιο τθσ κοινωνίασ και ςτθ ςυναναςτροφι τουσ με τουσ
ςυνανκρϊπουσ και τουσ ςυμπολίτεσ τουσ. Αυτό ςθμαίνει ότι ςτθ διαδικαςία τθσ αγωγισ είναι
ςθμαντικό να αποκτιςουν οι άνκρωποι με τον εκιςμό τθν προςδοκϊμενθ από τθν πολιτεία
ςυμπεριφορά. γ) Θ διδαςκαλία (διδαχι) είναι θ κεωρθτικι κατάρτιςθ και θ ςυςτθματικι
παροχι γνϊςεων ςτον μακθτι από τον δάςκαλο, που ζχει τθν ευκφνθ κακοδιγθςθσ. Για να
είναι, βζβαια, αποτελεςματικι θ διαδικαςία τθσ αγωγισ οι παραπάνω μορφζσ αγωγισ
χρειάηεται να βρίςκονται ςε ςχζςθ αλλθλεξάρτθςθσ και ςυμπλθρωματικότθτασ. Οφείλουμε,
ωςτόςο, να ςθμειϊςουμε ότι ςτισ μορφζσ αγωγισ εντάςςεται και θ μίμθςθ, τθν οποία ςκόπιμα
παραλείπει ο Ρρωταγόρασ, γιατί δεν εξυπθρετεί τθν επιχειρθματολογία του. Θ μίμθςθ που ζχει
ςτόχο ανϊτερα πρότυπα είναι κεμιτι. Πταν, όμωσ, κάποιοσ μιμείται άκριτα ι αρνθτικά
πρότυπα, τότε ελλοχεφουν κίνδυνοι τόςο για τθν ανκρϊπινθ προςωπικότθτα όςο και για το
κοινωνικό ςφνολο. Επομζνωσ, θ αποτελεςματικότθτα τθσ μίμθςθσ είναι αμφιςβθτιςιμθ και θ
αναφορά του ς’ αυτι κα ανζτρεπε όλθ του τθ κεωρία για το «διδακτόν» τθσ αρετισ ι κα
36
37.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
ζςτρεφε τθςυηιτθςθ ςε κζματα άςχετα ι με χαλαρι ςχζςθ με το βαςικό ηθτοφμενο για το
διδακτό τθσ αρετισ.
Τζλοσ, θ αναφορά ςτισ τρεισ μορφζσ αγωγισ ζμμεςα προβάλλει τθν αναγκαιότθτα του καλοφ
δαςκάλου, δθλαδι του κατάλλθλου και ικανοφ παιδαγωγοφ να αναλάβει τθν αγωγι του νζου.
Ζνασ τζτοιοσ δάςκαλοσ είναι ο Ρρωταγόρασ, από τον λόγο του οποίου ςυνάγεται και θ αξία του
ωσ παιδαγωγοφ. Ειδικά ο μεκοδικόσ τρόποσ, με τον οποίο πραγματεφεται το κζμα του, θ
ςυναγωγι ςυμπεραςμάτων από ςειρά επιχειρθμάτων και θ ταξινόμθςθ προχποκζςεων,
επιχειρθμάτων και παραδειγμάτων τον κακιςτοφν άξιο ςμιλευτι του παιδαγωγικοφ λόγου και
τον ςπουδαιότερο ίςωσ εκπρόςωπο του ελλθνικοφ διαφωτιςμοφ.
Σφντομθ απόδοςθ του ςυλλογιςμοφ του Ρρωταγόρα
Μείηων προκείμενθ: ο άνκρωποσ ανζχεται τα φυςικά μειονεκτιματα/ελαττϊματά του, όχι όμωσ
και τα επίκτθτα, τα οποία μεταςτρζφει ςε αρετζσ με τθν επιμζλεια, τθν άςκθςθ και τθ διδαχι.
Ελάςςων προκείμενθ: θ αςζβεια και θ αδικία ωσ επίκτθτα ελαττϊματα είναι το αντίκετο τθσ
πολιτικισ αρετισ. Συμπζραςμα: άρα θ πολιτικι αρετι ωσ το αντίκετο τθσ αςζβειασ και τθσ
αδικίασ αποκτάται με τθν επιμζλεια, τθν άςκθςθ και τθ διδαχι.
Διαγραμματικι παρουςίαςθ του ςυλλογιςμοφ του Ρρωταγόρα
Κριτικι τθσ απόδειξθσ για το «διδακτόν» τθσ αρετισ
Θ απόδειξθ του Ρρωταγόρα κεμελιϊνεται ςε ςκζψθ που διζπεται από πραγματικό ανκρωπιςμό
και λαμβάνει τον άνκρωπο ωσ μζτρο ςφγκριςθσ. Από τθν άλλθ οργανϊνεται με ςοφιςτικό τρόπο
με αποτζλεςμα να αποβλζπει ςτθν πεικϊ απλϊσ του δζκτθ και όχι ςτθν αναηιτθςθ και εφρεςθ
τθσ μίασ και μοναδικισ αλικειασ, που είναι το ηθτοφμενο του Σωκράτθ. Ειδικότερα, ο μεκοδικόσ
τρόποσ, με τον οποίο πραγματεφεται ο Ρρωταγόρασ το κζμα του, και θ ταξινόμθςθ
προχποκζςεων, επιχειρθμάτων και λογικϊν παραδειγμάτων φανερϊνουν ότι ο ςοφιςτισ
αγωνιά για τθν πειςτικότθτα των λόγων του και όχι για τθν εφρεςθ τθσ απόλυτθσ αλικειασ. Ο
ςοφιςτικόσ τρόποσ προςζγγιςθσ του κζματοσ φαίνεται, λοιπόν, ςτα εξισ: α) Θ βαςικι φράςθ
37
38.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
που χρθςιμοποιείωσ τεκμιριο για τθν απόδειξθ τθσ αρετισ («ὅςα δὲ ἐξ ἐπιμελείασ καὶ
ἀςκιςεωσ καὶ διδαχῆσ οἴ ονται γίγνεςκαι ἀγακὰ ἀνκρϊποισ») αποτελεί τθν ίδια τθν αποδεικτζα
κζςθ, αυτό δθλαδι που χρειάηεται να αποδειχκεί. Ζχουμε, λοιπόν, το είδοσ ςοφίςματοσ που
ονομάηεται «λῆψισ τοῦ ηθτουμζνου». β) «ᾧ ἂν παραγίγνθται» / «ἐάν τισ ταῦτα μὴ ἔχῃ»: Οι δφο
φράςεισ ζρχονται ςε αντίφαςθ είτε με τθ κεωρία ότι θ αρετι διδάςκεται, αφοφ αφινεται να
εννοθκεί ότι κάποιοι δεν μποροφν να τθν αποκτιςουν με τθ διδαςκαλία, είτε με τθ κεωρία για
τθν κακολικότθτα τθσ αρετισ, αφοφ δζχεται ότι υπάρχουν και κάποιοι που δεν τθν κατζχουν.
γ) Ραρουςιάηει ωσ άποψθ γενικά των ανκρϊπων, τθ δικι του απλϊσ άποψθ για το κζμα. δ)
Υπολανκάνει θ απαίτθςθ του ικανοφ και κατάλλθλου δαςκάλου, όπωσ ο ίδιοσ, για να διδάξει
τθν πολιτικι αρετι. Συνολικά για τον αποδεικτικό λόγο του Ρρωταγόρα ςτθν ενότθτα αυτι,
μποροφμε να ποφμε ότι θ ζλλειψθ πειςτικότθτασ των επιχειρθμάτων του Ρρωταγόρα οφείλεται
κυρίωσ ςτθν αςάφεια τθσ διατφπωςισ του. Ριο ςυγκεκριμζνα, όταν ο Ρρωταγόρασ ιςχυρίηεται
ότι όλοι οι άνκρωποι κατζχουν τθν πολιτικι αρετι («ἡγοῦνται πάντεσ ἄνκρωποι πάντα ἄνδρα
μετζχειν δικαιοςφνθσ τε καὶ τῆσ ἄλλθσ πολιτικῆσ ἀρετῆσ») εννοεί ότι όλοι ζχουν μζςα τουσ
ςτοιχεία πολιτικισ αρετισ ωσ προδιάκεςθ και καταβολζσ. Ρρζπει, όμωσ, να μεςολαβιςει θ
διδαςκαλία για να φτάςουν ςτθν πλιρθ κατάκτθςι τθσ. Πταν, πάλι, ιςχυρίηεται ότι υπάρχουν
και κάποιοι που δεν τθν ζχουν, εννοεί αυτοφσ που δεν τθν ζχουν αναπτφξει πλιρωσ, που ζχουν
αδιαφοριςει να τθν κατακτιςουν μζςω τθσ διδαςκαλίασ και, επομζνωσ, ζχουν μείνει ςτο
ςτάδιο τθσ προδιάκεςθσ, των καταβολϊν («ἐάντε ὦ ἐάντε μὴ / ᾧ ἂν παραγίγνθται» / «ἐάν τισ
ςιν
ταῦτα μὴ ἔχῃ»). Συνεπϊσ, το πρόβλθμα, κατά τον Ρρωταγόρα, είναι πϊσ ο άνκρωποσ με
δεδομζνθ τθ γενικι αίςκθςθ του δικαίου (που του χαρίηουν θ αιδϊσ και θ δίκθ ωσ προδιάκεςθ
και καταβολζσ) μπορεί και πρζπει να παιδεφεται και να ευαιςκθτοποιείται προκειμζνου να
κατακτιςει μια δίκαιθ ςυμπεριφορά από κοινωνικοπολιτικι άποψθ.
ΑΛΣΚΘΤΛΚΑ ΣΧΟΛΛΑ
Αντικζςεισ: «ν γὰρ ταῖ σ ἄλλαισ ἀρεταῖ σ … ἐν δὲ δικαιοςφνῃ …»
«Ὅ γὰρ ἡγοῦνται … ὅςα δὲ ἐξ ἐπιμελείασ …»
ςα
Άρςθ-κζςθ: «ὅτι δὲ ατὴν ο φφςει ἡγοῦνται εἶ ναι οδ’ ἀπὸ τοῦ ατομάτου, ἀλλὰ διδακτόν τε
καὶ ἐξ ἐπιμελείασ παραγίγνεςκαι» «οδεὶ σ κυμοῦται οδὲ νουκετεῖ οδὲ διδάςκει οδὲ
κολάηει τοὺσ ταῦτα ἔχοντασ … ἀλλὰ ἐλεοῦςιν» Ανιοφςα κλιμάκωςθ:
«οδεὶ σ κυμοῦται οδὲ νουκετεῖ οδὲ διδάςκει οδὲ κολάηει τοὺσ ταῦτα ἔχοντασ»
«οἵ τε κυμοὶ γίγνονται καὶ αἱ κολάςεισ καὶ αἱ νουκετιςεισ»
Ρολυςφνδετο ςχιμα:
«οἵ τε κυμοὶ γίγνονται καὶ αἱ κολάςεισ καὶ αἱ νουκετιςεισ»
38
39.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
6θ Ενότθτα
ΜΕΤΑΦΑΣΗ
Στθνπερίπτωςθ αυτι, λοιπόν, ο κακζνασ κυμϊνει με τον κακζνα και τον ςυμβουλεφει,
ολοφάνερα επειδι κατά τθ γνϊμθ του (θ αρετι) μπορεί να αποκτθκεί με επιμζλεια και μάκθςθ˙
αν πράγματι κζλεισ, Σωκράτθ, να καταλάβεισ τι τζλοσ πάντων ςθμαίνει το να τιμωρεί κανείσ
αυτοφσ που αδικοφν, αυτό το ίδιο κα ςου αποδείξει ότι οι άνκρωποι πράγματι πιςτεφουν πωσ θ
αρετι είναι κάτι που μπορεί να αποκτθκεί. Γιατί κανζνασ δεν τιμωρεί αυτοφσ που αδικοφν
ζχοντασ αυτό ςτο νου του και εξαιτίασ αυτοφ, επειδι δθλαδι διζπραξε ζνα αδίκθμα, εκτόσ αν
κάποιοσ εκδικείται αςυλλόγιςτα, όπωσ ακριβϊσ ζνα κθρίο˙ όποιοσ όμωσ επιχειρεί να τιμωρεί με
ςφνεςθ δεν παίρνει εκδίκθςθ για το αδίκθμα που ζχει ιδθ διαπραχκεί –γιατί δεν μπορεί βζβαια
να κάνει αυτό που ζγινε να μθν ζχει γίνει– αλλά για χάρθ του μζλλοντοσ, δθλαδι για να μθν
αδικιςει πάλι οφτε αυτόσ ο ίδιοσ οφτε άλλοσ που είδε ότι αυτόσ τιμωρικθκε. Και εφόςον
ςκζφτεται με αυτόν τον τρόπο κεωρεί ότι είναι δυνατό να διδαχτεί θ αρετι˙ επομζνωσ τιμωρεί
για να αποτραπεί ςτο μζλλον επανάλθψθ τθσ αδικίασ. Αυτι λοιπόν τθ γνϊμθ ζχουν όλοι, όςοι
ακριβϊσ επιβάλλουν τιμωρίεσ και ςτθν ιδιωτικι και ςτθ δθμόςια ηωι. Και τιμωροφν για
εκδίκθςθ και για ςωφρονιςμό όποιουσ τυχόν νομίηουν ότι αδικοφν και οι άλλοι άνκρωποι και
προπαντόσ οι Ακθναίοι, οι ςυμπολίτεσ ςου˙ ςυνεπϊσ, ςφμφωνα μ’ αυτό τον ςυλλογιςμό και οι
Ακθναίοι είναι από αυτοφσ που πιςτεφουν ότι θ αρετι μπορεί να αποκτθκεί και να διδαχτεί. Πτι
δικαιολογθμζνα, λοιπόν, δζχονται οι ςυμπολίτεσ ςου και τον χαλκιά και τον τςαγκάρθ να δίνει
ςυμβουλζσ για τα πολιτικά πράγματα (ι ηθτιματα), και ότι νομίηουν πωσ θ αρετι μπορεί να
διδαχτεί και να αποκτθκεί, ςου το ζχω αποδείξει, Σωκράτθ, επαρκϊσ, όπωσ τουλάχιςτον μου
φαίνεται.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΟΜΟΙΖΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
Κυμοῦται < κυμόομαι –οῦμαι < κυμόσ < κφω (= κινοφμαι με ορμι): κυμωμζνοσ, ράκυμοσ,
ρακυμία, αμφικυμία, κυμοειδισ, κυμθδία, εφκυμοσ, ευκυμία, πρόκυμοσ, προκυμία,
απρόκυμοσ, απροκυμία, οξφκυμοσ, λιποκυμία, λιποκυμικόσ, επικυμία, κυκλοκυμικόσ,
κυμόςοφοσ.
νουκετεῖ < νοῦσ + τίκθμι: νουκεςία, νουκζτθςθ, νουκζτθμα, νουκετθτισ.
α. νοῦσ: < νοζω - νουσ, νόθςθ, νοθτικόσ, νόθμα, νοθματικόσ, νοιμων, νοθμοςφνθ,
:
νοθςιαρχικόσ, παράνοια, παρανοϊκόσ, πρόνοια, προνοθτικόσ, μετάνοια, διχόνοια, διάνοια,
διανοθτικόσ, άνοια, ανόθτοσ, επίνοια, επινοθτικόσ, εφνοια, ευνοϊκόσ, υπόνοια, υπονοοφμενο,
κατανόθςθ, επινόθςθ, παρανόθςθ, διανόθςθ.
β. τίκθμι: κεςμόσ, κζςθ, διάκεςθ, παράκεςθ, ζκκεςθ, επίκεςθ, ςφνκεςθ, κζμα, απόκεμα,
παράκεμα, ζκκεμα, κετόσ, πρόςκετοσ, εμπρόκετοσ, ςφνκετοσ, ζκκετοσ, αντίκετοσ, εκκζτθσ,
κατακζτθσ, υιοκεςία, αδιακεςία, τοποκεςία, νουκεςία, κικθ, διακικθ, παρακατακικθ,
ςυνκικθ, αποκικθ, αποκθκάριοσ, υποκετικόσ, επικετικόσ, ςυνκετικόσ, υπερκετικόσ, κεμζλιο,
κεμελιϊδθσ.
κτθτῆσ < κτ
μαι: κτιμα, κτιςθ, κτθτικόσ, κτθματικόσ, κτθματομεςίτθσ, κτιτορασ, κτθματίασ,
ιδιοκτιτθσ, πλοιοκτιτθσ, ιδιόκτθτοσ.
οὔςθσ < εἰ μί: ουςία, παρουςιαςτικό, ευπαρουςίαςτοσ, εςκλόσ, ζτυμον, ετυμολογία,
ετυμολογικόσ, όντωσ, οντολογικόσ, οντολογία, παροντικόσ, παρουςία, εξουςία, εξουςιαςτικόσ,
ςυνουςία, απουςία.
ἐκζλεισ < ἐκζλω: κζλθμα, εκελοφςιοσ, ακζλθτοσ, κελθματικόσ, εκελοντικόσ, εκελοντιςμόσ,
εκελοντισ, εκελοκυςία, εκελόδουλοσ.
39
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
διδάςκεται. ΟΡρωταγόρασ ςυνεχίηει να αξιοποιεί ωσ βάςθ του ςκεπτικοφ του τθν κοινι
αντίλθψθ (πᾶσ παντὶ ) που ζχει θ κοινωνία για τον ρόλο τθσ τιμωρίασ ςτθ διαπαιδαγϊγθςθ του
ανκρϊπου.
2. ΑΝΑΛΥΣΘ ΤΟΥ ΕΡΛΧΕΛΘΜΑΤΟΣ
α) «Εἰ γὰρ ἐκζλεισ ἐννοῆςαι τὸ κολάηειν, ὦ Σϊκρατεσ, τοὺσ ἀδικοῦντασ τί ποτε δφναται, ατό ςε
διδάξει ὅτι οἵ γε ἄνκρωποι ἡγοῦνται παραςκευαςτὸν εἶ ναι ἀρετιν.»
Ο θκικοπλαςτικόσ χαρακτιρασ τθσ ποινισ ωσ επιχείρθμα απόδειξθσ για το διδακτό τθσ αρετισ
Ο ςοφιςτισ ειςάγει ςτον λόγο του δεφτερο ςυλλογιςμό, ςτον οποίο, αξιοποιϊντασ τθν υπό
όρουσ αναγκαιότθτα τθσ τιμωρίασ, αποδεικνφει το διδακτό τθσ αρετισ. Θ ουςία του
αποδεικτικοφ λόγου του Ρρωταγόρα είναι ότι ο άδικοσ δεν ζχει μάκει (ι ενδεχομζνωσ δεν κζλει
να μάκει) να ςυμμορφϊνεται με τουσ θκικοφσ κανόνεσ και, ςυνεπϊσ, με τθν τιμωρία του
παραδειγματίηονται οι άλλοι άνκρωποι και ςωφρονίηεται ο ίδιοσ. Το γεγονόσ τθσ τιμωρίασ των
ανκρϊπων, επειδι αδικοπραγοφν, ςθμαίνει ότι κα μποροφςαν να αποφφγουν τθ διάπραξθ τθσ
αδικίασ, αν είχαν μακθτεφςει ςτθν αρετι. Υποςτθρίηεται, λοιπόν, ότι ο παιδευτικόσ χαρακτιρασ
τθσ τιμωρίασ αποτελεί απόδειξθ του διδακτοφ τθσ αρετισ. Και πάλι θ ςχζςθ του παιδευτικοφ
χαρακτιρα τθσ τιμωρίασ και του διδακτοφ τθσ πολιτικισ αρετισ ςυνιςτά μεκερμινευςθ τθσ
κοινισ γνϊμθσ για το κζμα από τον Ρρωταγόρα (οἵ γε ἄνκρωποι ἡγοῦνται).
β) «Οδεὶ σ γὰρ κολάηει τοὺσ ἀδικοῦντασ πρὸσ τοφτῳ τὸν νοῦν ἔχων καὶ τοφτου ἕνεκα, ὅτι
ἠδίκθςεν, ὅςτισ μὴ ὥ
ςπερ κθρίον ἀλογίςτωσ τιμωρεῖ ται˙ ὁ δὲ μετὰ λόγου ἐπιχειρ κολάηειν ο
ν
τοῦ παρελθλυκότοσ ἕνεκα ἀδικιματοσ τιμωρεῖ ται –ο γὰρ ἂν τό γε πραχκὲν ἀγζνθτον κείθ–
ἀλλὰ τοῦ μζλλοντοσ χάριν, ἵ να μὴ αὖκισ ἀδικιςῃ μιτε ατὸσ οὗτοσ μιτε ἄλλοσ ὁ τοῦτον ἰ δὼ
ν
κολαςκζντα.»
Θ άλογθ και θ ζλλογθ τιμωρία
Χριςιμο είναι να αναφζρουμε τισ ςθμαςίεσ που ζχει θ λζξθ «λόγοσ» («μετὰ λόγου») ςτο
κείμενο. Αρχικά, ζχει τθ ςθμαςία του ζναρκρου λόγου, κακϊσ πρζπει να επιχειρείται ο
ςωφρονιςμόσ του παραβάτθ μζςω νουκεςιϊν. Επίςθσ, ο λόγοσ ζχει τθ ςθμαςία τθσ διάνοιασ,
τθσ ςκζψθσ (που εκφράηεται με τον ζναρκρο λόγο και τθν ομιλία), του λογικοφ, του ορκοφ
λόγου, κακϊσ αυτόσ που επιβάλλει τιμωρίεσ πρζπει να λειτουργεί με βάςθ τθ λογικι και όχι με
κίνθτρα εκδίκθςθσ. Ο Ρρωταγόρασ αποδίδοντασ παιδαγωγικι ςθμαςία ςτθν ποινι προχποκζτει
τθ ςτοιχειϊδθ ζςτω λογικι και αιςκιματα ςτον άνκρωπο, τα οποία χαρακτθρίηονται από τθ
δυνατότθτα περαιτζρω καλλιζργειασ και εξανκρωπιςμοφ. Από τθν άποψθ αυτι ο άνκρωποσ
διακζτει θκικι ςυνείδθςθ, περιςςότερο ι λιγότερο αναπτυγμζνθ, θ οποία με τθν ποινι μπορεί
να τον οδθγιςει ςτθν ανακεϊρθςθ των πράξεϊν του και ςτθν αυτεπίγνωςι του. Γίνεται
φανερό, λοιπόν, ότι θ τιμωρία ωσ ςκόπιμθ ενζργεια μζςα ςτθν κοινωνία απορρζει και πρζπει να
απορρζει από τθ λογικι. Θ λογικι είναι θ βάςθ για τθν οργάνωςθ τθσ κοινωνικισ ηωισ, για τθ
ςυνεννόθςθ των ανκρϊπων και τθ ςυμβίωςι τουσ. Σε ζνα τζτοιο πλαίςιο θ ποινι ζχει ςθμαςία
και ςκοπό, είναι δθλαδι προϊόν λογικισ. Αποβλζπει ςτθ ςυνζτιςθ αυτοφ που αδικοπραγεί και
ςτον παραδειγματιςμό των άλλων, που γίνονται μάρτυρεσ τθσ τιμωρίασ του. Συνεπϊσ, δεν
πρόκειται για ενςτικτϊδθ εκδιλωςθ αυτοςυντιρθςθσ που κατατείνει ςτθν εξόντωςθ του
«εχκροφ», οφτε για πράξθ τυφλισ αντεκδίκθςθσ και ανταπόδοςθσ. Πποιοσ επιβάλλει ποινζσ
ἀλογί ςτωσ, δεν πιςτεφει ςτον παιδευτικό χαρακτιρα τθσ ποινισ. Αντίκετα, θ ζλλογθ τιμωρία
είναι ζνασ τρόποσ παροχισ βοικειασ προσ τον άλλον, αφοφ αποβλζπει ςτθν αναςυγκρότθςθ τθσ
ανκρϊπινθσ υπόςταςθσ, ςτθ βελτίωςι τθσ και ςτθν αναμόρφωςι τθσ. Ο Ρρωταγόρασ προκαλεί
διακριτικά τον Σωκράτθ με τθν αντίκεςθ «ἀλογί ςτωσ» και «μετά λόγου», γιατί τον υποχρεϊνει
να ςυμφωνιςει ι να διαφωνιςει με ζνα από αυτά. Αν ο Σωκράτθσ φζρει αντίρρθςθ για τον
42
43.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
ςωφρονιςτικό χαρακτιρατθσ ποινισ, τότε ςυμφωνεί με το «ὅςτισ ὥ
ςπερ κθρί ον ἀλογί ςτωσ
τιμωρεῖ ται».
O ςωφρονιςτικόσ και παραδειγματικόσ χαρακτιρασ τθσ ποινισ
Σ’ αυτό το απόςπαςμα ο Ρρωταγόρασ αναφζρεται ςε δφο είδθ τιμωρίασ κάνοντασ χριςθ δφο
διαφορετικϊν ρθμάτων: α) Με το ριμα τιμωροῦμαι αναφζρεται ςτθν τιμωρία που ζχει ωσ ςτόχο
τθν εκδίκθςθ και τθν ικανοποίθςθ του αδικθκζντοσ. β) Με το ριμα κολάηω αναφζρεται ςτθν
ζλλογθ τιμωρία του αδικιςαντοσ με ςκοπό τον ςωφρονιςμό του. Κατά τθ γνϊμθ του, ο
άνκρωποσ ωσ ζλλογο ον οφείλει να επιβάλλει τιμωρίεσ για ςωφρονιςμό και παραδειγματιςμό,
απορρίπτοντασ τα κίνθτρα τθσ ανταπόδοςθσ και τθσ αντεκδίκθςθσ. Θ τιμωρία, για τον
Ρρωταγόρα, ζχει παιδευτικό χαρακτιρα και όχι εκδικθτικό και καταςταλτικό. Στόχοσ τθσ δεν
είναι θ κεραπεία ενόσ αδικιματοσ που ζχει ιδθ διαπραχκεί, γιατί αυτό αποτελεί μια
ςυντελεςμζνθ πια πραγματικότθτα, θ οποία δεν μπορεί να αλλάξει («ο γὰρ ἂν τό γε πραχκὲν
ἀγζνθτον κείθ»). Αντίκετα, αφορά τθν αποτροπι διάπραξθσ μιασ άδικθσ πράξθσ ςτο μζλλον
(«τοῦ μζλλοντοσ χάριν»). Ριο ςυγκεκριμζνα, ο ςτόχοσ τθσ είναι διττόσ: α) ο ςωφρονιςμόσ του
παραβάτθ («ἵ να μὴ αὖκισ ἀδικιςῃ μιτε ατὸσ οὗτοσ»), ϊςτε να μθ διαπράξει ποτζ ξανά ςτο
μζλλον αδίκθμα και β) ο παραδειγματιςμόσ («μιτε ἄλλοσ ὁ τοῦτον ἰ δὼ κολαςκζντα») των
ν
υπολοίπων.
γ) «Καὶ τοιαφτθν διάνοιαν ἔχων διανοεῖ ται παιδευτὴν εἶ ναι ἀρετιν˙ ἀποτροπῆσ γοῦν ἕνεκα
κολάηει.»
Ο αποτρεπτικόσ χαρακτιρασ τθσ ποινισ
Ο Ρρωταγόρασ, πρωτοπόροσ για τθν εποχι του, ειςθγείται τον «αποτρεπτικό χαρακτιρα» τθσ
ποινισ, ο οποίοσ ωσ όροσ υπάρχει ωσ τϊρα ςτθ κεωρία του δικαίου. Πταν θ οργανωμζνθ
κοινωνία υιοκετεί τθν τιμωρία ωσ μζςο για να αποτρζψει τα μζλθ τθσ από μελλοντικζσ
αδικοπραγίεσ, ςυγχρόνωσ αποδζχεται ωσ προχπόκεςθ ότι οι άνκρωποι διακζτουν εκείνθ τθν
ιδιαίτερθ ιδιότθτα που τουσ επιτρζπει κάποια ςτιγμι με τθν κατάλλθλθ νουκεςία, άςκθςθ και
καλλιζργεια, να ανακεωριςουν και να εναρμονιςτοφν με το τι επιτρζπεται και τι απαγορεφεται
ςτθν ευνομοφμενθ πολιτεία. Συνεπϊσ, για τον Ρρωταγόρα επιβάλλεται θ ποινι για να
αποτρζψει από το κακό τουσ ανκρϊπουσ. Ο ςκοπόσ αυτόσ είναι θ λογικι εξιγθςθ τθσ φπαρξθσ
τθσ ποινισ. Σε αυτό το ςθμείο, βζβαια, θ αναφορά ςτθ ςωφρονιςτικι ςκοπιμότθτα τθσ ποινισ
είναι γενικι και μάλλον δεοντολογικι (δθλαδι αυτό που είναι ορκό να γίνεται, και όχι αυτό που
γίνεται).
δ) «Ταφτθν οὖν τὴν δόξαν πάντεσ ἔχουςιν ὅςοιπερ τιμωροῦνται καὶ ἰ δίᾳ καὶ δθμοςίᾳ.
Τιμωροῦνται δὲ καὶ κολάηονται οἵ τε ἄλλοι ἄνκρωποι οὓσ ἂν οἴ ωνται ἀδικεῖ ν, καὶ οχ ἥκιςτα
Ἀκθναῖ οι οἱ ςοὶ πολῖ ται˙»
Θ ςυναίνεςθ τθσ κοινισ γνϊμθσ για τθν αποτρεπτικότθτα τθσ ποινισ και το διδακτό τθσ αρετισ
Ο Ρρωταγόρασ ενιςχφει τθν άποψι του για τον αποτρεπτικό χαρακτιρα τθσ ποινισ
επικαλοφμενοσ και πάλι τθν κοινι αντίλθψθ και πρακτικι για το κζμα. Θ επίκλθςι του αυτι δεν
πρζπει να εκλθφκεί ωσ αδυναμία επιχειρθματολογίασ, αλλά ωσ ςυνζπεια των γνωςιολογικϊν
του αρχϊν, ςφμφωνα με τισ οποίεσ θ αλικεια είναι ςχετικι και όχι απόλυτθ. Δεν υπάρχουν
απόλυτα κριτιρια που να εγγυϊνται τθ μία και μοναδικι αλικεια και, ςυνεπϊσ, ςε ζναν τζτοιο
κόςμο ςχετικότθτασ το μόνο ζγκυρο κριτιριο που μπορεί να γίνει αποδεκτό είναι αυτό τθσ
γνϊμθσ τθσ πλειοψθφίασ. Ζτςι, για τον Ρρωταγόρα ιςχφει ο ςωφρονιςτικόσ και αποτρεπτικόσ
χαρακτιρασ τθσ ποινισ και ςτον ιδιωτικό και ςτον δθμόςιο βίο. Στον ιδιωτικό, ςτισ ςχζςεισ των
ανκρϊπων ςτθν οικογζνεια και το ςχολείο, και ςτον δθμόςιο, ςτισ ςχζςεισ των πολιτϊν με τθν
πολιτεία. Στθν ιδιωτικι ηωι (ἰ δίᾳ), οι γονείσ και οι παιδαγωγοί τιμωροφν τα παιδιά και τουσ
μακθτζσ τουσ. Στθ δθμόςια ηωι (δθμοςίᾳ), τα όργανα του κράτουσ επιβάλλουν ποινζσ ςε όςουσ
παραβιάηουν τουσ νόμουσ. Θ ακθναϊκι κοινωνία φαίνεται ότι αποδζχεται τθ λογικι πωσ μζςα
43
44.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
από τθνποινι είναι δυνατόν να διαμορφωκοφν θκικζσ και ςφννομεσ ςυνειδιςεισ πολιτϊν.
Μζςα ς’ αυτό το ςφνολο ανικουν και οι Ακθναίοι, τουσ οποίουσ αναφζρει ο Ρρωταγόρασ για να
απαντιςει ςτθ κζςθ του Σωκράτθ. Ο τελευταίοσ είχε ιςχυριςτεί ότι οι Ακθναίοι δεν πιςτεφουν
ότι θ αρετι είναι διδακτι. Ο Ρρωταγόρασ με τον ςυλλογιςμό του αποδεικνφει ότι οι Ακθναίοι
επιβάλλουν τιμωρίεσ και, επομζνωσ, πιςτεφουν ότι θ αρετι διδάςκεται. Χρθςιμοποιεί τθν
Ακινα ωσ παράδειγμα για να υποςτθρίξει τθ κζςθ του, και για λόγουσ αντικειμενικότθτασ,
κακϊσ τα παραδείγματα αντλοφνται από τθν ακθναϊκι ηωι, τθν οικεία ςτον Σωκράτθ, και όχι
από τθν προςωπικι του εμπειρία και πατρίδα. Το φφοσ μάλιςτα του λόγου γίνεται λεπτά
ειρωνικό ςτισ φράςεισ «...οἱ ςοὶ πολῖ ται·» και «...καὶ χαλκέωσ καὶ ςκυτοτόμου
ςυμβουλεύοντοσ...»
Κριτικι του επιχειριματοσ του Ρρωταγόρα για τθν παιδευτικι ςθμαςία τθσ τιμωρίασ
Θ άποψθ του Ρρωταγόρα για τον αποτρεπτικό, παιδευτικό και τελεολογικό χαρακτιρα τθσ
ποινισ κρίνεται ιδιαίτερα ρθξικζλευκθ και πρωτοποριακι για τθν εποχι τθσ, ςτθν οποία θ ποινι
είχε τθ μορφι τθσ εκδίκθςθσ. Ο Ρρωταγόρασ υπερβαίνοντασ ιδεολογικά τθν εποχι του
ειςθγείται τον εξανκρωπιςμό τθσ δικαιοςφνθσ. Ραρόμοιεσ αντιλιψεισ άρχιςαν να ακοφγονται
και να εφαρμόηονται για πρϊτθ φορά τα νεότερα χρόνια τθν εποχι του ευρωπαϊκοφ
Διαφωτιςμοφ (18οσ μ.Χ. αιϊνασ) από τον Τςεηάρε Μπεκαρία ςτο ζργο του Ρερί Εγκλθμάτων και
Ροινϊν. Το επιχείρθμα του Ρρωταγόρα μπορεί να κεωρθκεί μθ πειςτικό για τουσ εξισ λόγουσ:
α) Θ άποψθ ότι οι άνκρωποι επιβάλλουν τιμωρίεσ ςε όςουσ διαπράττουν αδικιματα, επειδι
αδιαφόρθςαν να αποκτιςουν τθν αρετι, και, επομζνωσ, ότι θ αρετι είναι διδακτι, είναι μια
άποψθ που δεν μπορεί να υιοκετθκεί ανεπιφφλακτα, γιατί πρζπει πρϊτα να αποδειχκεί. Ο
Ρρωταγόρασ χρθςιμοποιεί, δθλαδι, τθν αποδεικτζα κζςθ (ότι θ πολιτικι αρετι διδάςκεται) και
ωσ αποδεικτικό ςτοιχείο. Για άλλθ μια φορά, λοιπόν, ζχουμε τοςόφιςμα τθσ λιψεωσ του
ηθτουμζνου.
β) Θ πρωτοποριακι και γενικά αποδεκτι κζςθ του Ρρωταγόρα για τθν παιδευτικι ςθμαςία τθσ
τιμωρίασ κεωρείται δεδομζνθ, αλλά ανικει μάλλον ςτθ ςφαίρα τθσ κεωρίασ και τθσ
δεοντολογίασ (= τι πρζπει να ςυμβαίνει) και δεν ανταποκρίνεται ςτθν πραγματικότθτα,
ιδιαίτερα εκείνθσ τθσ εποχισ. Ζτςι, ο Ρρωταγόρασ επικαλείται μάλλον ζνα ιδανικό παρά
αποδίδει μια ρεαλιςτικι κατάςταςθ τθσ εποχισ του ςτθν Ακινα. Για τθν εποχι του ιταν μάλλον
ανεφάρμοςτθ θ ςωφρονιςτικι ςκοπιμότθτα τθσ ποινισ, γιατί οι Ακθναίοι ςυνζδεαν
περιςςότερο τθν τιμωρία με τθν εκδίκθςθ και με τθν ικανοποίθςθ του ίδιου του πακόντοσ ι των
ςυγγενϊν ενόσ κφματοσ. Ππωσ πίςτευαν ότι θ αλαηονεία (ὕβρισ) προκαλεί τθν οργι (τίςισ) και
τθν τιμωρία (νζμεςισ) των κεϊν με ςτόχο τθν αποκατάςταςθ τθσ θκικισ τάξθσ, κάτι ανάλογο
ακολουκοφςαν και ςτθν κακθμερινότθτά τουσ ςτθ ςυναναςτροφι τουσ με τουσ άλλουσ
ανκρϊπουσ.
Ο Ρρωταγόρασ, λοιπόν, επιχειρεί να αποδείξει τον παιδευτικό ρόλο τθσ ποινισ και, ςυνεπϊσ, το
διδακτό τθσ αρετισ, αναφερόμενοσ ςτο τι κα ζπρεπε να κάνουν οι Ακθναίοι, όταν δικάηουν, και
όχι τι πραγματικά κάνουν, όταν δικάηουν. Άλλωςτε ο ςοφιςτισ δεν κάνει λόγο κακαρά για τον
τρόπο με τον οποίο οι Ακθναίοι δίκαηαν. Το επιχείρθμα του Ρρωταγόρα, επομζνωσ, είναι
ζμμεςα δεοντολογικό και μπορεί να αποδοκεί περίπου ωσ εξισ « θ αρετι είναι διδακτι, εφόςον
οι ποινζσ (πρζπει να) ζχουν παιδευτικό/ςωφρονιςτικό χαρακτιρα». Και είναι λογικό ότι με τθ
ςωφρονιςτικι ςκοπιμότθτα τθσ ποινισ και με το τι κα ζπρεπε να κάνουν οι Ακθναίοι, όταν
δικάηουν, δεν κα μποροφςε να διαφωνιςει ο Σωκράτθσ.
Ο παιδευτικόσ χαρακτιρασ τθσ ποινισ και θ κανατικι ποινι
44
45.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
Και πριναπό το επιχείρθμά του για τον παιδευτικό χαρακτιρα τθσ ποινισ, ο Ρρωταγόρασ
αναφζρκθκε ιδθ ςτθν ποινι ςτθν 4θ ενότθτα, ςτο πλαίςιο του μφκου. Ο Ρρωταγόρασ ςτθν 4θ
ενότθτα, διά ςτόματοσ Δία ςτον μφκο, πρότεινε για όποιον δεν ςυμμετζχει ςτθν αἰ δ και τθ
δίκθ τθ κανατικι ποινι («κτείνειν ὡ νόςον πόλεωσ»). Σ’ αυτι τθν ενότθτα, αντίκετα, μιλά για
σ
τθν παιδευτικι ςθμαςία τθσ τιμωρίασ («ἵ να μὴ αὖκισ ἀδικιςῃ μιτε ατὸσ οὗτοσ μιτε ἄλλοσ ὁ
τοῦτον ἰ δὼ κολαςκζντα»). Φαινομενικά, λοιπόν, ερχόμαςτε αντιμζτωποι με μια αντίφαςθ: θ
ν
κανατικι ποινι δεν αφινει περικϊρια βελτίωςθσ ςτον δράςτθ, άρα αίρεται ο ςωφρονιςτικόσ
χαρακτιρασ τθσ και ςυνεπϊσ θ ζλλογθ ςκοπιμότθτα που πρζπει να ζχει κάκε ποινι. Κατά
ςυνζπεια, θ αποδοχι τθσ κανατικισ ποινισ αντιφάςκει με τθν αποδοχι του ςωφρονιςτικοφ
χαρακτιρα τθσ ποινισ εν γζνει. Θ αντίφαςθ αίρεται ωσ ζναν βακμό, αν λάβουμε υπόψθ μασ και
το ακόλουκο χωρίο τθσ 7θσ ενότθτασ: «… πρζπει να εκδιϊκουμε από τθν πόλθ ι να ςκοτϊνουμε
ωσ ανίατο όποιον δεν υπακοφει ςε αυτό το πράγμα ακόμα και μετά τθ διδαςκαλία, ακόμα και
μετά τθν τιμωρία». Θ κανατικι ποινι αποτελεί, λοιπόν, ζςχατο μζςο τιμωρίασ που επιβάλλεται,
όταν οι άλλεσ μορφζσ τιμωρίασ (νουκεςίεσ, κυμοί, μικρζσ τιμωρίεσ, εξορία και ςτζρθςθ
πολιτικϊν δικαιωμάτων) δεν ζχουν επιφζρει τα επικυμθτά αποτελζςματα, δθλαδι τον
ςωφρονιςμό του δράςτθ. Μάλιςτα, επιβάλλεται όχι για να εκδικθκεί θ πολιτεία αυτόν που
διζπραξε ζνα αδίκθμα, αλλά για να διαφυλάξει τθν αρμονικι ςυμβίωςθ και ιςορροπία μζςα
ςτθν πόλθ, απομακρφνοντασ οποιοδιποτε ταραχοποιό ςτοιχείο. Ωςτόςο, προβάλλει και πάλι το
όριο του πολιτιςμικοφ επιπζδου που ζχει κατακτιςει και βιϊνει ςτισ κακθμερινζσ ςυνκικεσ
πραγμάτωςισ του μια κοινωνία. Αν το κεςμικό πλαίςιο δεν διαμορφϊκθκε από ςυνειδιςεισ
που ζχουν αναγάγει τθν ανκρϊπινθ ηωι ςε υπζρτατθ αξία, τότε κα παρατθροφνται ρωγμζσ ςε
οριακζσ ςτιγμζσ, κατά τθ διελκυςτίνδα των οποίων θ ηυγαριά κα γζρνει όχι ςτον άνκρωπο, αλλά
ςτθν ανάγκθ διατιρθςθσ του ςυςτιματοσ. Στον βακμό που θ κοινωνία ςυμπεριφζρεται κατά τον
ίδιο τρόπο με τον παρεκτραπζντα, ςυνιςτά αποδεικτικό ςθμάδι τθσ ιδεολογικισ, θκικισ και
ςυνειδθςιακισ ανεπάρκειάσ τθσ. Αν θ κεςπιςμζνθ πολιτεία χρθςιμοποιεί λαιμθτόμουσ, κϊνεια
ι θλεκτρικζσ καρζκλεσ για να αφαιρζςει ζνα μοναδικό γεγονόσ με βίαιο τρόπο, ςε τι διαφζρει το
αποτζλεςμα τθσ πράξθ τθσ από εκείνο του αδικοπραγιςαντα; Μια ορκολογικά διαμορφωμζνθ
κοινωνία δεν μεταμορφϊνεται ςε Μιδεια. Αφοςιϊνεται ςτθ διαπαιδαγϊγθςθ και ςτθ
ςυνειδθςιακι διαμόρφωςθ των πολιτϊν κατευκφνοντάσ τουσ πάντα προσ τθ βίωςθ τθσ ανάγκθσ
για τθν ζκφραςθ τθσ θκικοπνευματικισ ιδιοςυςταςίασ τουσ.
3. ΣΥΜΡΕΑΣΜΑΤΑ
«ὥ
ςτε κατὰ τοῦτον τὸν λόγον καὶ Ἀκθναῖ οί εἰ ςι τ ἡγουμζνων παραςκευαςτὸν εἶ ναι καὶ
ν
διδακτὸν ἀρετιν. Ὡ μὲν οὖν εἰ κότωσ ἀποδζχονται οἱ ςοὶ πολῖ ται καὶ χαλκζωσ καὶ
σ
ςκυτοτόμου ςυμβουλεφοντοσ τὰ πολιτικά, καὶ ὅτι διδακτὸν καὶ παραςκευαςτὸν ἡγοῦνται
ἀρετιν, ἀποδζδεικταί ςοι, ὦ Σϊκρατεσ, ἱ καν ὥ γζ μοι φαίνεται.» Ο Ρρωταγόρασ
σ, σ
ςυγκεφαλαιϊνει τα ςυμπεράςματά του απευκυνόμενοσ ςτον Σωκράτθ. Καταλιγει, λοιπόν, ςτισ
εξισ τρεισ κζςεισ:
α) θ αρετι είναι διδακτι.
β) αυτι είναι και θ κζςθ των Ακθναίων, γι’ αυτό ςωςτά ο κάκε πολίτθσ ανεξάρτθτα από το
επάγγελμά του, είτε είναι χαλκιάσ είτε τςαγκάρθσ, ζχει το δικαίωμα να ςυμβουλεφει για τα
πολιτικά.
γ) αναςκευι του ιςχυριςμοφ του Σωκράτθ ότι θ αρετι δεν είναι διδακτι.
α) «ὥ κατὰ τοῦτον τὸν λόγον καὶ Ἀκθναῖ οί εἰ ςι τ ἡγουμζνων παραςκευαςτὸν εἶ ναι καὶ
ςτε
ν
διδακτὸν ἀρετιν» Με το πρϊτο ςυμπζραςμα ο Ρρωταγόρασ επαναδιατυπϊνει τθν αρχικι του
κζςθ, ότι θ αρετι μπορεί να αποκτθκεί και να διδαχκεί. Εφόςον κάποιοσ κάνει χριςθ τθσ
ζλλογθσ τιμωρίασ με ςτόχο να αποτρζψει τθν επανάλθψθ ενόσ αδικιματοσ ςτο μζλλον, αυτό
ςθμαίνει πωσ πιςτεφει ότι θ αρετι μπορεί να διδαχκεί˙ κεωρεί, δθλαδι, ότι με τθν επίδραςθ τθσ
45
46.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
ποινισ, ενόσεξωτερικοφ παράγοντα, ο άνκρωποσ που αδίκθςε μπορεί να αποβάλει τθν αδικία,
να ςυνετιςτεί, να βελτιωκεί και να ςτραφεί ςτθν αρετι κάνοντάσ τθ ςταδιακά κτιμα του. Αν
υπιρχε θ αντίλθψθ ότι θ αρετι είναι ζμφυτο χαρακτθριςτικό, κα ιταν μάταιο να επιβάλλονται
ποινζσ, αφοφ όλοι κα γεννιόμαςτε με ι χωρίσ τθν αρετι, χωρίσ όμωσ αυτό να μπορεί να
μεταβλθκεί.
β) «Ὡ μὲν οὖν εἰ κότωσ ἀποδζχονται οἱ ςοὶ πολῖ ται καὶ χαλκζωσ καὶ ςκυτοτόμου
σ
ςυμβουλεφοντοσ τὰ πολιτικά» Το δεφτερο ςυμπζραςμα ςυνιςτά τθν απάντθςθ του Ρρωταγόρα
ςτο πρϊτο επιχείρθμα του Σωκράτθ (ενότθτα 1θ: «Μάλιςτα, ωραία τζχνθ κατζχεισ λοιπόν …
αυτό είναι κάτι που διδάςκεται»). Ζχει, λοιπόν, από τθ μια αποδείξει ότι αποδζχεται τθν άποψθ
του Σωκράτθ για τθν κακολικότθτα τθσ αρετισ και από τθν άλλθ ζχει αναςκευάςει τθ κζςθ του
ότι θ αρετι δεν είναι διδακτι. Ο Ρρωταγόρασ ςυχνά επικαλοφνταν τθν κοινι γνϊμθ τθσ
ακθναϊκισ κοινωνίασ και προςάρμοηε ςε αυτι και ςτισ εμπειρικζσ εφαρμογζσ τθσ τισ απόψεισ
του για το διδακτό τθσ αρετισ. Ζτςι, θ ςτάςθ τθσ ακθναϊκισ κοινωνίασ εδϊ φαίνεται να
δικαιϊνεται μζςα από το επιχείρθμά του.
γ) «…καὶ ὅτι διδακτὸν καὶ παραςκευαςτὸν ἡγοῦνται ἀρετιν, ἀποδζδεικταί ςοι, ὦ Σϊκρατεσ,
ἱ καν ὥ γζ μοι φαίνεται.» Ο Ρρωταγόρασ ολοκλθρϊνει το επιχείρθμά του γεμάτοσ
σ, σ
αυτοπεποίκθςθ και αυταρζςκεια (ἱ καν πιςτεφοντασ ότι αντιμετϊπιςε με πειςτικότθτα τον
σ),
αντίπαλό του, Σωκράτθ, και ανζτρεψε το επιχείρθμά του για το μθ διδακτό τθσ πολιτικισ
αρετισ. Ζτςι, ικανοποιεί τθ ματαιοδοξία του και ενιςχφει το κφροσ του ωσ κορυφαίου διανοθτι
τθσ εποχισ του. Συγχρόνωσ, ςτο τζλοσ, μετριάηει ευγενικά τθ ςτάςθ του με τθ φράςθ «ὥ γζ μοι
σ
φαίνεται».
ΑΛΣΚΘΤΛΚΑ ΣΧΟΛΛΑ
Αντίκεςθ ἀλογίςτωσ … ὁ δὲ μετὰ λόγου.
Λιτότθτα οχ ἥκιςτα, μὴ ἀλογίςτωσ.
Υπερβατό ὡ ἐξ ἐπιμελείασ καὶ μακιςεωσ κτθτῆσ οὔςθσ, ὁ δὲ μετὰ λόγου ἐπιχειρ
σ
ν,
παραςκευαςτὸν εἶ ναι καὶ διδακτὸν ἀρετιν.
Ραρομοίωςθ ὥ
ςπερ κθρίον
46
47.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
7θ Ενότθτα
Ηδιδαςκαλία τθσ αρετισ από τθν οικογζνεια και τθν κοινωνία
Α. Ο «ΛΟΓΟΣ» ΤΟΥ ΡΩΤΑΓΟΑ: ΟΛ ΑΛΣΤΟΛ ΑΝΔΕΣ ΔΛΔΑΣΚΟΥΝ ΤΘΝ ΡΟΛΛΤΛΚΘ ΑΕΤΘ ΣΤΑ
ΡΑΛΔΛΑ ΤΟΥΣ. ΤΟ ΑΝΤΛΚΕΤΟ ΜΟΛΑΗΕΛ ΡΑΑΛΟΓΟ.
1. Από τον μφκο ςτον λόγο
«Υπάρχει ακόμθ μια απορία… αλλά λόγο.»
Ο Ρρωταγόρασ ωσ τϊρα ανζπτυξε τα επιχειριματά του και τισ ςκζψεισ του, επιχειρϊντασ να
απαντιςει ςτθν πρϊτθ απορία- ζνςταςθ του Σωκράτθ ότι θ αρετι δεν διδάςκεται. Ο ςοφιςτισ
χρθςιμοποίθςε τον μφκο για να δείξει ότι θ «θ αρετι του πολίτθ» ενυπάρχει ωσ δυνατότθτα ςε
όλουσ, αφοφ θ αιδϊσ και θ δίκθ δόκθκαν ςε όλουσ ςφμφωνα με τον μφκο. Πμωσ είναι
απαραίτθτθ θ διδαςκαλία και θ κατάλλθλθ αγωγι και εξάςκθςθ για να αφομοιωκοφν. Στθ
ςυνζχεια με τθ φράςθ «Υπάρχει ακόμθ μία απορία…» ο ςοφιςτισ μασ ειςάγει ςτθν αναςκευι
τθσ δεφτερθσ απορίασ-ζνςταςθσ του Σωκράτθ ότι οι άριςτοι άνδρεσ, και ωσ τζτοιουσ κα
εννοιςουμε τουσ πολιτικοφσ με το ακζραιο ικοσ και τισ διαπιςτωμζνεσ ικανότθτεσ, δεν
μποροφν να διδάξουν ι ζςτω να μεταγγίςουν ςτα παιδιά τουσ τθν πολιτικι αρετι.
Ο Ρρωταγόρασ δθλϊνει ότι κα εγκαταλείψει τθ μζκοδο του μφκου, που χρθςιμοποίθςε για να
απαντιςει ςτο πρϊτο επιχείρθμα του Σωκράτθ, και κα χρθςιμοποιιςει τον λόγο. Ο ςοφιςτισ
αποφαςίηει να αλλάξει μζκοδο και να περάςει από τθ γλϊςςα των εμπειρικϊν
αναπαραςτάςεων, των ςυμβολιςμϊν, των αλλθγοριϊν και των ποιθτικϊν εκφράςεων, ςτθ
γλϊςςα τθσ λογικισ, των επιχειρθμάτων, των πυκνότερων νοθμάτων, των ορκολογικϊν
αποδείξεων, των τεκμθριωμζνων ςτοιχείων και των πραγματικϊν γεγονότων. Γενικά, θ εξζλιξθ
του διαλόγου και τθσ παρουςίαςθσ του κζματοσ απαιτεί πια μια περιςςότερο ορκολογικι
οργάνωςθ και μια διειςδυτικότερθ προςζγγιςθ, ϊςτε να γίνει και πειςτικότεροσ.
Θ απάντθςθ του Ρρωταγόρα : «Σκζψου λοιπόν, (…) Μποροφμε να πιςτζψουμε κάτι τζτοιο,
Σωκράτθ;» Ο Ρρωταγόρασ, χρθςιμοποιϊντασ ζνα εκτενζσ επιχείρθμα, αναπτφςςει τθ
ςυλλογιςτικι του, για να αποδείξει ότι οι ςπουδαίοι πολιτικοί άνδρεσ οπωςδιποτε
ενδιαφζρονται να διδάξουν τθν πολιτικι τζχνθ ςτα παιδιά τουσ. Το επιχείρθμα οργανϊνεται ωσ
εξισ: α) αρχίηει με τθν προχπόκεςθ ότι θ αρετι είναι ενιαία και όλοι οι πολίτεσ μετζχουν ςε
αυτι, γιατί ςτθν αντίκετθ περίπτωςθ δεν κα υπιρχε πόλθ. β) ςυςτατικά μζρθ τθσ πολιτικισ
αρετισ είναι θ δικαιοςφνθ, θ ςωφροςφνθ και θ οςιότθτα, τα οποία αποτελοφν τουσ ςυνεκτικοφσ
δεςμοφσ για τθν φπαρξθ τθσ πόλθσ. γ) για να υπάρξει και να διατθρείται θ πόλθ χρειάηεται οι
άνκρωποι να ςυνδζονται με τθν αρετι και τα μζρθ τθσ, είτε με τθ διδαςκαλία είτε με τθν
τιμωρία και τον εξαναγκαςμό. δ) όποιοσ αδυνατεί να δεχτεί και να προςαρμόςει τθ
ςυμπεριφορά του ςτθν πολιτικι αρετι και τα μζρθ τθσ, δεν ζχει κζςθ μζςα ςτθν κοινωνία,
εξορίηεται ι κανατϊνεται. ε) τζλοσ, ςυμπυκνϊνοντασ τον ςυλλογιςμό του, καταλιγει ςτθ
διερϊτθςθ / ρθτορικό ερϊτθμα τι είδουσ μεγάλοι άνδρεσ είναι αυτοί που μεριμνοφν να
διδάξουν ςτα παιδιά τουσ όλα τα άλλα και δεν φροντίηουν να τουσ διδάξουν τθν πολιτικι αρετι,
τθσ οποίασ θ παραμζλθςθ ςυνεπάγεται εξορία και κάνατο για τον παραβάτθ τθσ. Στον
ςυλλογιςμό αυτό ο Ρρωταγόρασ επικαλείται το ηθτοφμενο ωσ δεδομζνο και χρθςιμοποιεί τθν
αποδεικτζα κζςθ ωσ αποδεικτικό λόγο, χρθςιμοποιεί δθλαδι το ςόφιςμα τθσ «λιψθσ του
ηθτουμζνου». Αναλυτικά, ο Ρρωταγόρασ επικαλοφμενοσ τθν κοινι εμπειρία και αντίλθψθ κάνει
47
48.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
τθν υπόκεςθότι είναι παράλογο οι ςπουδαίοι πολιτικοί να κζλουν τα παιδιά τουσ να
εξορίηονται ι να κανατϊνονται, γιατί δεν μετζχουν ςτθν πολιτικι αρετι και τα μζρθ τθσ. Αυτό
ακριβϊσ ςτθ ςυνζχεια το κεωρεί δεδομζνο, απτι πραγματικότθτα, τθν οποία και επικαλείται ωσ
επιχείρθμα.
α) «Σκζψου λοιπόν… που ζχεισ.» Στο ςθμείο αυτό, ο Ρρωταγόρασ επαναλαμβάνει μια κζςθ που
ζχει αποδείξει ςε προθγοφμενεσ ενότθτεσ, ότι είναι αναγκαίο να κατζχουν όλοι τθν πολιτικι
αρετι, προκειμζνου να υπάρχουν πόλεισ. Και ςτθ ςυνζχεια, ςτθν ανάλυςθ τθσ αρετισ ςτα μζρθ
τθσ, ο Ρρωταγόρασ κα ζχει μία ακόμθ ευκαιρία να τονίςει τθν ανάγκθ διατιρθςθσ τθσ ςυνοχισ
τθσ πολιτικισ κοινωνίασ και, κατά ςυνζπεια, τθν ανάγκθ να εξοικειϊνονται όλοι με τθν πολιτικι
αρετι ωσ ενότθτα των μερϊν τθσ, γιατί ζτςι κακίςταται εφικτι θ ομαλι και αρμονικι ηωι ςτθν
πολιτικι κοινωνία.
β) «Διότι, εάν μεν… όλα μαηί ἀνδρὸσ ἀρετιν.» Ο Ρρωταγόρασ ζχει και πάλι τθν ευκαιρία να
αναφερκεί ςτο περιεχόμενο τθσ πολιτικισ αρετισ και τθ ςθμαςία τθσ. Συγχρόνωσ υιοκετεί μια
πιο αυςτθρι αποδεικτικι πορεία, κακϊσ οδθγείται από το γενικό ι κακολικό ςτο μερικό. Ζτςι,
προτάςςει το όλον τθσ αρετισ, ότι θ αρετι είναι μία και κοινι για όλουσ τουσ πολίτεσ, για να
παρουςιάςει τα μζρθ τθσ, τθ δικαιοςφνθ, τθ ςωφροςφνθ και τθν οςιότθτα. Αφοφ θ πολιτικι
αρετι είναι μία και ενιαία, άριςτοσ και αγακόσ άνδρασ είναι όποιοσ ςυνδυάηει και τα τρία μζρθ
τθσ ωσ γνϊριςμά του, κακϊσ φαίνεται αντιφατικό κάποιοσ να είναι όςιοσ, αλλά όχι δίκαιοσ ι
φρόνιμοσ, και αντίςτροφα. Μάλιςτα, αναφζρεται ς’ αυτι με τον όρο «ἀνδρὸσ ἀρετιν», με τον
οποίο δθλϊνεται θ ανδροκρατοφμενθ κοινωνία τθσ εποχισ του και ιδιαίτερα ςτθν Ακινα. Σ’
αυτι, μόνο οι άνδρεσ μποροφςαν να ςυμμετζχουν ςτα κοινά, ενϊ οι γυναίκεσ είχαν
υποδεζςτερθ κζςθ, αςχολοφνταν μόνο με τθν οργάνωςθ του νοικοκυριοφ και ζπρεπε να
υπακοφουν ςτον άντρα τουσ.
γ) «εάν υπάρχει λοιπόν… με τθν τιμωρία, να βελτιωκεί˙» Ππωσ ο ςπουδαίοσ πολιτικόσ ζτςι και ο
απλόσ πολίτθσ χρειάηεται να χαρακτθρίηεται από το ενιαίο τθσ πολιτικισ αρετισ, για να υπάρξει
πόλθ και ο ίδιοσ αρμονικά ενταγμζνοσ μζςα ςε αυτι. Ρροσ αυτι τθν κατεφκυνςθ
προςανατολιςμζνθ θ διαπαιδαγϊγθςθ του πολίτθ αποβλζπει ςτο να του εμφυςιςει τθν αρετι
και τα μζρθ τθσ, ϊςτε να ενεργεί κατά τρόπο ςυμβατό με τον τρόπο φπαρξθσ τθσ πόλθσ. Αν
όμωσ θ διαπαιδαγϊγθςθ αςτοχεί και αποτυγχάνει, και δεν ςυμμορφϊνεται ο πολίτθσ ςτισ αρχζσ
τθσ αρετισ, τότε επιβάλλονται ποινζσ, τιμωρίεσ, κολαςμοί, ϊςτε να εκιςτεί, ζςτω και με αυτό
τον τρόπο, ςτο ενιαίο τθσ αρετισ.
δ) «και εάν ςε περίπτωςθ που κάποιοσ … και μετά τθν τιμωρία˙» Ραρόλο, όμωσ, που θ
κακολικότθτα τθσ αρετισ αποτελεί αναγκαία προχπόκεςθ για τθ ςυγκρότθςθ των πολιτικϊν
κοινωνιϊν, μερικοί είναι ανεπίδεκτοι και αδυνατοφν να οικειωκοφν και ςτοιχειωδϊσ τθν αρετι
και τα μζρθ τθσ. Αυτοί, λοιπόν, ςφμφωνα με τα λεγόμενα του Ρρωταγόρα, πρζπει να
εκδιϊκονται από τθν πόλθ ι ακόμα και να κανατϊνονται. Μάλιςτα, θ εξορία και θ διμευςθ τθσ
περιουςίασ κεωροφνταν βαρφτατεσ ποινζσ, διότι οδθγοφςαν ςτον ςυνεχι διαςυρμό ολόκλθρθσ
τθσ γενιάσ. Εδϊ παρατθροφμε ότι ο ςοφιςτισ αναφζρει τισ ποινζσ με ανιοφςα κλιμάκωςθ και
διαπιςτϊνουμε αυτό που επιςθμάναμε και ςτθν 6θ ενότθτα: θ κανατικι ποινι επιβάλλεται
μόνο ωσ ζςχατο μζςο τιμωρίασ, όταν οι άλλεσ μορφζσ τιμωρίασ δεν ζχουν επιφζρει τα
επικυμθτά αποτελζςματα και με ςκοπό να διαφυλαχκεί θ ιςορροπία και θ αρμονικι ςυμβίωςθ
μζςα ςτθν πόλθ.
ε) «Για το κζμα αυτό … να πιςτζψουμε κάτι τζτοιο, Σωκράτθ;» Τζλοσ, το ςυμπζραςμα ςτο οποίο
καταλιγει ο Ρρωταγόρασ είναι το εξισ: είναι αδφνατον και παράλογο οι πολιτικοί άνδρεσ να
διδάςκουν ςτα παιδιά τουσ άλλα πράγματα, που δεν είναι τόςο ςθμαντικά, και να μθ τουσ
διδάςκουν τθν πολιτικι αρετι, θ ζλλειψθ τθσ οποίασ επιφζρει βαρφτατεσ ποινζσ (εξορία,
διμευςθ περιουςιϊν) ι ακόμα και τον κάνατο. Καταλιγει ο Ρρωταγόρασ ςτθ διατφπωςθ του
48
49.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
ςυμπεράςματόσ του,που δίνεται και αυτό ρθτορικά, με τθ μορφι διερϊτθςθσ, μετά από μια
ρθτορικι ερϊτθςθ («υπάρχει ζνα πράγμα ςτο οποίο είναι αναγκαίο να μετζχουν όλοι οι
πολίτεσ, προκειμζνου να είναι δυνατι θ φπαρξθ πόλεωσ, ι δεν υπάρχει;»), εφτά διαδοχικζσ
υποκετικζσ προτάςεισ («εάν …»), που διατυπϊνονται με ρθτορικό τρόπο και εκλαμβάνονται ωσ
δεδομζνεσ κζςεισ, με ζντονα ςτοιχεία προφορικότθτασ, επαναλιψεισ και πλατειαςμοφσ.
Επιπλζον ςτο ςυμπζραςμα αξιοποιείται ο ςυλλογιςμόσ «ἐκ τοῦ ἐλάςςονοσ πρὸσ τὸ μεῖ ηον»,
δθλαδι ο λόγοσ ςταδιακά κορυφϊνεται κακϊσ προτάςςει ςτθν αναφορά του το λιγότερο
ςπουδαίο (πχ. διδαςκαλία γλϊςςασ, αρικμθτικισ κ.τ.λ.) ςτο ςπουδαιότερο, που εδϊ είναι θ
διδαςκαλία τθσ αρετισ. Πλοι αυτοί οι εκφραςτικοί τρόποι χρθςιμοποιοφνται πικανόν για
λόγουσ εντυπωςιαςμοφ ι αποδεικνφουν τθν αμθχανία και τθ δυςκολία του ςοφιςτι να πείςει
τον αντίπαλό του.
Κριτικι τθσ απόδειξθσ του Ρρωταγόρα
Το επιχείρθμα του Ρρωταγόρα δεν κρίνεται ιδιαίτερα πειςτικό για τουσ εξισ λόγουσ: α.
αλλοιϊνει τθ κζςθ του Σωκράτθ αποδεικνφοντασ τελικά μια άποψθ που ο ίδιοσ πιςτεφει και
κεωρεί δεδομζνθ, β. χρθςιμοποιεί ρθτορικι ερϊτθςθ και μια ςειρά εφτά διαδοχικϊν
υποκζςεων, από τισ οποίεσ προκφπτει μια κζςθ που ο ίδιοσ κεωρεί δεδομζνθ χωρίσ να
προςκομίηει άλλα αποδεικτικά ςτοιχεία, γ. χρθςιμοποιεί δεοντολογικι διατφπωςθ («πρζπει να
μετζχουν, πρζπει να ενεργεί, πρζπει να τον διδάςκουμε και να τον τιμωροφμε, πρζπει να
εκδιϊκουμε»), θ οποία δεν ζχει αποδεικτικι ιςχφ, κακϊσ αναφζρει τι πρζπει να ςυμβαίνει και
όχι τι ςυμβαίνει ςτθν πραγματικότθτα, δ. κεωρεί ότι θ πολιτικι αρετι διδάςκεται, επειδι θ
πολιτεία επιβάλλει ποινζσ ςε όποιον αδιαφόρθςε να τθν αποκτιςει. Θ κζςθ αυτι, όμωσ, δεν
ζχει αποδειχκεί (ςόφιςμα λιψεωσ του ηθτουμζνου).
Β. Θ ΔΛΑ ΒΛΟΥ ΕΚΡΑΛΔΕΥΣΘ ΤΩΝ ΑΚΘΝΑΛΩΝ ΑΡΟΔΕΛΚΝΥΕΛ ΟΤΛ Θ ΡΟΛΛΤΛΚΘ ΑΕΤΘ ΔΛΔΑΣΚΕΤΑΛ
Ο Ρρωταγόρασ, ςυνεχίηοντασ τθν απόδειξθ για το διδακτό τθσ αρετισ, επικαλείται ζνα
εμπειρικό και γι’ αυτό ιςχυρότερο τεκμιριο. Αναφζρεται ςτθ μζριμνα των ανκρϊπων για τθν
θκικι και πολιτικι αγωγι των παιδιϊν τουσ. Ραρουςιάηει το εκπαιδευτικό ςφςτθμα τθσ Ακινασ
εγκωμιαςτικά ωσ πρότυπο παιδείασ και αγωγισ που υπθρετεί με ςυνζπεια τθν πολιτικι αγωγι
και τον πολιτιςμό. Βζβαια, θ περιγραφι του ακθναϊκοφ εκπαιδευτικοφ ςυςτιματοσ γίνεται για
να φανεί το διδακτό τθσ αρετισ και αυτό ςθμαίνει ότι δεν αποτελεί μια πλιρθ και λεπτομερι
απόδοςι του, παρά τισ πολφτιμεσ πλθροφορίεσ, που διαςϊκθκαν, γιατί ο ςκοπόσ του
Ρρωταγόρα δεν ιταν αυτόσ. Ο Ρρωταγόρασ κα παρουςιάςει τθ δομι και τθ λειτουργία του
εκπαιδευτικοφ ςυςτιματοσ τθσ Ακινασ μιλϊντασ για τισ βακμίδεσ που περιλαμβάνει, για να
καταλιξει τελικά ςτο ςυμπζραςμά του ότι θ πολιτικι αρετι διδάςκεται.
Βακμίδεσ
εκπαίδευςθσ
Ρροςχολικι
αγωγι (ζωσ 6/7
ετών)
Φορείσ
αγωγισ
γονείσ
παραμάνα
παιδαγωγόσ
Ρρωτοβάκμια
εκπαίδευςθ
(6/7 - 14 ετών)
δάςκαλοι
γραμματιςτζσ
κικαριςτζσ
Μορφωτικά
αγακά
αξίεσ
ςυμπεριφορά
αξίεσ γραφι
μουςικι
Μζκοδοσ
Στόχοι
Μζςα
νουκεςίεσ
διδαςκαλία
τιμωρία
μετάδοςθ
θκικϊν
αξιϊν
απειλζσ
χτυπιματα
διδαςκαλία
«εκοςμία»
αμοιβζσ
τιμωρίεσ
49
50.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
Δευτεροβάκμια γραμματιςτζσ
εκπαίδευςθ(14 κικαριςτζσ
- 18/20 ετών)
παιδοτρίβεσ
(ακολουκοφςε θ
τριτοβάκμια
εκπαίδευςθ)
ποιιματα
μεγάλων
ποιθτϊν
γραφι
μουςικι
γυμναςτικι
διδαςκαλία
μίμθςθ
προτφπων
ευρυκμία
ευαρμοςτία
(αρμονία)
ευεξία
ανάγνωςθ
και
αποςτικιςθ
Τελικό ςτάδιο
θ πόλθ
νόμοι
ἄρχειν και
πολιτικι
Ροινζσ
αγωγισ (18/20
ἄρχεςκαι
αρετι
εκῦναι*
ετών και εξισ)
Καλό είναι να ςθμειϊςουμε ς’ αυτό το ςθμείο τον ρόλο των φορζων αγωγισ. Ραραμάνα: ιταν
δοφλθ ι φτωχι ελεφκερθ, ζμμιςκθ, που φρόντιηε μαηί με τθ μθτζρα τα παιδιά ςτθ βρεφικι και
νθπιακι θλικία. Θ γυναίκα που κιλαηε το βρζφοσ ονομαηόταν «τίτκθ», και εκείνθ που είχε τθ
γενικι φροντίδα του παιδιοφ, «τικινθ» ι «τροφόσ». Ραιδαγωγόσ: δεν είχε τθ ςθμαςία που ζχει
ςιμερα θ λζξθ. Ο ρόλοσ του ιταν μόνο ςυνοδευτικόσ: ιταν δοφλοσ που ςυνόδευε το παιδί
ςτουσ περιπάτουσ και αργότερα ςτο ςχολείο, το ςυμβοφλευε και επζβλεπε τθ μελζτθ των
μακθμάτων του και τθ ςυμπεριφορά του. Γραμματιςτισ: δίδαςκε ανάγνωςθ, αρικμθτικι και
γραφι. Συνικιηε τα παιδιά να απομνθμονεφουν και να απαγγζλλουν ποιιματα μεγάλων
ποιθτϊν, από τα οποία οι μακθτζσ αντλοφςαν ςυμβουλζσ, διδάγματα και πρότυπα που ικελαν
να μιμθκοφν. Κικαριςτισ: δίδαςκε τραγοφδι, αλλά και τθν τζχνθ του αυλοφ, τθσ κικάρασ και τθσ
λφρασ. Θ μουςικι είχε ςπουδαία κζςθ ςτθν εκπαίδευςθ των νζων. Ρίςτευαν ότι ςυνζβαλλε ςτθν
θμζρωςθ τθσ ψυχισ και ςτθ διαμόρφωςθ εφρυκμου χαρακτιρα μεταδίδοντασ τθν αίςκθςθ του
μζτρου και τθσ ιςορροπίασ. Ραιδοτρίβθσ: αναλάμβανε τθν εκγφμναςθ των νζων ςτθν
«παλαίςτρα», ζνα τετράγωνο γιπεδο περιτριγυριςμζνο από τοίχουσ. Οι Ακθναίοι ςτόχευαν ςτθ
ςφηευξθ υγιοφσ ψυχισ και υγιοφσ ςϊματοσ («νοῦσ γιὴσ ἐν ςϊματι γιεῖ »).
*«εκῦναι»: παρατθροφμε ότι ο Ρρωταγόρασ κάνει ζνα γλωςςικό παιχνίδι με τθ λζξθ «εκεία».
Στθν 1θ βακμίδα εκπαίδευςθσ αναφζρει ότι, όταν ζνα παιδί παρεκκλίνει από τθ κεμιτι
ςυμπεριφορά, το επαναφζρουν ςτθν ευκεία, όπωσ ιςιϊνουν ζνα δζντρο που λυγίηει και γζρνει.
Θ παρομοίωςθ του παιδιοφ με δζντρο προετοιμάηει για τθν ετυμολογικι ερμθνεία τθσ λζξθσ
«εκῦναι», που κα δοκεί ςτθν τελικι βακμίδα εκπαίδευςθσ. «Εκῦναι» ονομαηόταν θ
λογοδοςία που ιταν υποχρεωμζνοσ να κάνει μπροςτά ςε ειδικοφσ ελεγκτζσ ζνασ άρχοντασ για
τισ πράξεισ του, όταν τελείωνε ο χρόνοσ τθσ κθτείασ του. (Αντίκετα, όταν ιταν υποχρεωμζνοσ να
λογοδοτιςει ςτθν αρχι τθσ κθτείασ του υποβαλλόταν ςτθ «δοκιμαςία», πβλ. τθν περίπτωςθ του
Μαντίκεου ςτον λόγο του Λυςία πὲρ Μαντικζου.) Ζτςι ονομάηονταν και οι κυρϊςεισ που του
επιβάλλονταν, αν διαπιςτωνόταν κατάχρθςθ τθσ εξουςίασ του ι παραλείψεισ. Με βάςθ τθν
περιγραφι του εκπαιδευτικοφ ςυςτιματοσ των Ακθναίων από τον Ρρωταγόρα, μποροφμε να
ςυναγάγουμε οριςμζνα βαςικά γνωρίςματά του:
α. θ αγωγι των Ακθναίων πολιτϊν ιταν μια διαδικαςία που διαρκοφςε όλθ τουσ τθ ηωι.
Επρόκειτο, δθλαδι, για μια διά βίου μάκθςθ.
β. θ εκπαίδευςθ είχε ιδιωτικό χαρακτιρα και επομζνωσ απευκυνόταν κυρίωσ ςτισ εφπορεσ
οικογζνειεσ. Θ διδαςκαλία γινόταν ςτο ςπίτι του μακθτι ι του δαςκάλου, ενϊ το περιεχόμενο
τθσ εκπαίδευςθσ δεν ιταν ςαφϊσ κακοριςμζνο από τθν πολιτεία, αλλά εξαρτιόταν από το
κριτιριο του δαςκάλου ι τθσ οικογζνειασ. γ. το περιεχόμενο τθσ εκπαίδευςθσ ιταν κυρίωσ
θκοπλαςτικό, αφοφ αποςκοποφςε ςτο να διαμορφωκοφν θκικά ενάρετοι άνκρωποι. Αυτό
υποδθλϊνεται ςε όλεσ τισ βακμίδεσ εκπαίδευςθσ. Συγκεκριμζνα, ςτθν πρϊτθ βακμίδα οι φορείσ
αγωγισ επιδίδονταν ςτθ μετάδοςθ βαςικϊν αρχϊν θκικισ ςυμπεριφοράσ. Στθ δεφτερθ
βακμίδα, ο δάςκαλοσ φρόντιηε περιςςότερο για τθν «εκοςμία», τθν ευπρεπι, δθλαδι,
ςυμπεριφορά των παιδιϊν, και λιγότερο για τθ μετάδοςθ γνϊςεων. Θ τρίτθ απζβλεπε κυρίωσ
50
51.
Ρλάτωνοσ «Ρρωταγόρασ»
ςτο αρμονικόδζςιμο τθσ ψυχισ και του ςϊματοσ. Τζλοσ, ςτθν τελικι βακμίδα, θ υπακοι ςτουσ
νόμουσ είχε ωσ ςτόχο να ρυκμίςει τθ ςυμπεριφορά των πολιτϊν, ϊςτε να αναπτυχκοφν μεταξφ
τουσ ςχζςεισ ςυνεργαςίασ, αλλθλεγγφθσ και αλλθλοςεβαςμοφ. Χαρακτθριςτικό είναι μάλιςτα το
γεγονόσ ότι οι νόμοι αναγράφονταν ςε ξφλινεσ πινακίδεσ και τοποκετοφνταν ςε δθμόςιο χϊρο,
για να μποροφν να τουσ διαβάηουν όλοι οι πολίτεσ.
Συμπζραςμα ςυλλογιςμοφ: «Ενϊ λοιπόν είναι … αν θ αρετι είναι διδακτι;»
Στθ φράςθ αυτι διατυπϊνεται το ςυμπζραςμα του Ρρωταγόρα για το «διδακτὸν» τθσ πολιτικισ
αρετισ. Αφοφ, λοιπόν, μίλθςε διεξοδικά για το εκπαιδευτικό ςφςτθμα τθσ Ακινασ και τισ
βακμίδεσ που περιλαμβάνει, καταλιγει ςτο λογικό επακόλουκο ότι θ πολιτικι αρετι
διδάςκεται. Ριο ςυγκεκριμζνα, υποςτθρίηει ότι δεν είναι δυνατόν να μθ διδάςκεται θ πολιτικι
αρετι, εφόςον καταβάλλονται τόςεσ προςπάκειεσ από τουσ ανκρϊπουσ και ςε ιδιωτικό και ςε
δθμόςιο επίπεδο για τθ μετάδοςι τθσ. Αν οι άνκρωποι κεωροφςαν ότι θ αρετι δεν διδάςκεται,
κα ιταν μάταιο να το προςπακοφν μζςω τθσ παιδείασ.
Κριτικι του ςυμπεράςματοσ
α. Κάποιοι μελετθτζσ κεωροφν πειςτικό το ςυμπζραςμα του Ρρωταγόρα, κακϊσ ςτθρίηεται ςε
πραγματικά γεγονότα. β. Άλλοι, πάλι, μελετθτζσ το κεωροφν μθ πειςτικό για τουσ εξισ λόγουσ:
• το ςυμπζραςμα διατυπϊνεται και πάλι μζςω μιασ ρθτορικισ ερϊτθςθσ, ςτθν οποία θ
απάντθςθ κεωρείται δεδομζνθ, χωρίσ να προςκομίηονται άλλα αποδεικτικά ςτοιχεία,
• ο Ρρωταγόρασ κεωρεί ότι θ πολιτικι αρετι διδάςκεται, επειδι γίνονται προςπάκειεσ να
διδαχκεί και ςε ιδιωτικό και ςε δθμόςιο επίπεδο. Θ κζςθ αυτι, όμωσ, δεν ζχει αποδειχκεί
(ςόφιςμα λιψεωσ του ηθτουμζνου).
ΑΙΣΘΗΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ
Αντικζςεισ: «δεν κα ςου πω μφκο, αλλά λόγο» «αυτό είναι δίκαιο και το άλλο άδικο» «και ότι
αυτό είναι καλό και το άλλο αιςχρό» «και αυτό όςιο κι εκείνο ανόςιο» «και ότι αυτά πρζπει να
τα κάνεισ και αυτά να μθν τα κάνεισ»
θτορικζσ ερωτιςεισ: «υπάρχει ζνα πράγμα … ι δεν υπάρχει;» «μποροφμε να πιςτζψουμε κάτι
τζτοιο, Σωκράτθ;» «Ενϊ λοιπόν είναι … αν θ αρετι είναι διδακτι;»
Ρολυςφνδετο ςχιμα: «εάν αυτό το πράγμα δεν είναι οφτε θ οικοδομικι οφτε θ μεταλλουργία
οφτε θ κεραμικι, αλλά θ δικαιοςφνθ και θ ςωφροςφνθ και το όςιον» «και θ παραμάνα του και θ
μθτζρα του και ο παιδαγωγόσ του και ο ίδιοσ ο πατζρασ του» Άρςθ – κζςθ: «εάν αυτό το
πράγμα δεν είναι οφτε θ οικοδομικι οφτε θ μεταλλουργία οφτε θ κεραμικι, αλλά θ δικαιοςφνθ
και θ ςωφροςφνθ και το όςιον»
Ανιοφςα κλιμάκωςθ: «πρζπει να τον διδάςκουμε -> και να τον τιμωροφμε -> πρζπει να
εκδιϊκουμε από τθν πόλθ -> ι να ςκοτϊνουμε ωσ ανίατο»
Συλλογιςμόσ «ἐκ τοῦ ἐλάςςονοσ πρὸσ τὸ μεῖ ηον»: «Ενϊ όμωσ είναι το πράγμα αυτό διδακτό …
με κάκε δυνατι επιμζλεια!»
Ραρομοίωςθ: «… το "ιςιϊνουν", ςαν δζντρο που λυγίηει και γζρνει»
51