Προφητεία Εφραίμ του Σύρου




Οσίου Εφραίμ του Σύρου

Εις την Β' Παρουσίαν του Κυρίου


Ο των όλων Θεός έρχεται κρίναι ζώντας και νεκρούς...

Και θα ανοιχθούν τα φοβερά εκείνα βιβλία, όπου είναι γραμμένα και τα έργα μας
και λόγοι και οι πράξεις μας, τα οποία είπαμε και επράξαμε εις αυτήν την ζωήν,
δηλαδή οι διαλογισμοί και τα ενθυμήματα, για τα οποία θα αποδώσουμε λόγον εις
τον Κριτήν.

Τότε θα ζητηθή από τον καθένα μας η ομολογία της πίστεως και η συνταγή του
βαπτίσματος, και την πίστι καθαρή από κάθε αίρεσι και την σφραγίδα άθραυστη και
τον χιτώνα
αμόλυντον...


Μετά την χάριν (του αγίου βαπτίσματος) ο ποιών τα πονηρά έργα, εξέπεσε της
χάριτος, και ο Χριστός αυτόν εις τίποτε δεν θα ωφελήση, εάν επιμένη εις την
αμαρτίαν. Διότι έχει γραφεί, ότι όλοι θα παρασταθούμε εμπρός εις το βήμα του
Χριστού, διά να προσκομίση κάθε ένας όσα έπραξε με το σώμα του, είτε καλόν είτε
κακόν (Β' Κορ. 5, 10).

Διότι όσοι έχουν τα καλά έργα και τους καλούς καρπούς χωρίζονται από τους
ακάρπους και αμαρτωλούς, οι οποίοι και θα εκλάψουν, σαν τον ήλιον. Αυτοί είναι
όσοι εφύλαξαν τις εντολές του Κυρίου, οι ελεήμονες, οι φιλόπτωχοι, οι
φιλόρφανοι, οι ξενοδοχούντες, οι αντιλήπτορες των καταπονουμένων, οι
επισκέπται των ασθενών, οι πενθήσαντες τώρα, καθώς είπεν ο Κύριος, οι
πτωχεύσαντες τώρα διά τον πλούτον που ευρίσκεται εις τους ορφανούς, οι
συγχωρούντες τα παραπτώματα των αδελφών, οι φυλάξαντες την σφραγίδα της
πίστεως άθραυστον και αμόλυντον από πάθε αίρεσιν.

*Οι ευρισκόμενοι πάλιν εξ αριστερών είναι οι άκαρποι, εκείνοι που έχουν
παροξύνει τον Καλόν Ποιμένα, εκείνοι που τον καιρόν αυτόν της μετανοίας τον
επέρασαν παίζοντες και τρυφώντες, οι οποίοι εδαπάνησαν σε ασωτεία, μέθη και
ασπλαχνία όλον τον χρόνον της ζωής των, σαν εκείνον τον πλούσιον, που ποτέ
δεν ελέησε τον πτωχόν Λάζαρον, δι' αυτό και κατεκρίθησαν, ως ανελεήμονες και
άσπλαχνοι και μη έχοντες καρπούς μετανοίας, ούτε έλαιον εις τας λαμπάδας των.
*Επειδή δεν ελεήσατε, έτσι και τώρα δεν θα ελεηθείτε, επειδή της φωνής μου δεν
ακούσατε, έτσι ούτε εγώ τώρα θα ακούσω τους δικούς σας οδυρμούς. Διότι δεν
διακονήσατε εμένα, ούτε με εθρέψατε πεινώντα, ούτε με εποτίσατε διψώντα, ούτε
με εφιλοξενήσατε, ούτε γυμνητεύοντα με ενδύσατε, ούτε ασθενούντα με
επισκεφθήκατε, ούτε όταν ήμουν εις την φυλακήν ήλθατε προς με. Άλλου Κυρίου
εγίνατε εργάται και υπουργοί, δηλαδή του Διαβόλου...

*Τότε θα στενάζουν άρχοντες και πλούσιοι άσπλαχνοι, και θα προσβλέπουν
παντού στενοχωρούμενοι, και κανείς δεν θα υπάρχει να μπορή να βοηθήση. Ούτε
ο πλούτος φαίνεται, ούτε οι κόλακες παρεβρίσκονται, ούτε θα εύρουν έλεος, διότι
δεν ελέησαν, ούτε προαπέστειλαν, δια να εύρουν...η γαρ κρίσις ανίλεως τω μη
πράξαντι έλεος.

*Ας μη απιστήση κανείς, ότι είναι μόνον λόγια που λέγονται για την κρίσι. Αλλά με
ακρίβεια και με ασφάλεια όλοι να πιστεύσουμε εις τον Κύριον, ότι υπάρχει
ανάστασις νεκρών και κρίσις και ανταπόδοσις και των καλών και των κακών, κατά
τις θείες Γραφές. Και παραβλέποντες όλα τα πρόσκαιρα, περιφρονούντες αυτά, να
φροντίσουμε διά τα όσα αφορούν εις την απολογίαν και παράστασί μας εις το
φοβερό βήμα, και την φρικτήν εκείνην ημέρα και φοβερήν ώραν...,η οποία θα
δοκιμάση όλην την ζωήν.




                                      ***

Αλλοίμονον εις εκείνους που μολύνονται μετά των βλασφήμων αιρετικών.
Αλλοίμονον εις εκείνους που χλευάζουν τας θείας Γραφάς. Αλλοίμονον εις όσους
μιαίνουν την αγίαν πίστι με αιρέσεις, ή συγκαταβαίνουν στους αιρετικούς.




(Αγ. Εφραίμ ο Σύρος) Ορθόδοξος Φιλόθεος μαρτυρία Έκδοσις "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ"

Η νήψη στο έργο του αγίου Εφραίμ του Σύρου
Δεν μπορείς να εφησυχάζεις, όταν ο εχθρός άγρυπνος πολεμάει. Δεν μπορείς
αμέριμνος να καθεύδεις, όταν τα «πεπυρωμένα βέλη» του πονηρού και των
παθών βάλλουν καταιγιστικά και αδιάκοπα.

Σκληρός και αδυσώπητος τούτος ο πόλεμος. Δε γνωρίζει ανακωχή. Τα πάθη
ξεσπούν σαν ηφαίστειο και καίνε σαν την πυρακτωμένη λάβα. Συγκλονίζουν
την ύπαρξη εξουθενωτικά και παραλυτικά. Πολύ οδυνηρό για πάντα το
ερωτηματικό: «Τις με ῥύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου;» (Ρωμ.
ζ΄ 24).

Ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος – ένας απ’ τους έξοχους Πατέρες της Εκκλησίας και
σύγχρονος των τριών Καππαδοκών – υπήρξε διδάσκαλος της μετάνοιας και
της νήψης (εγρήγορσης). Η άριστη γνώση της ανθρώπινης ψυχής, οι άγιες
προσωπικές εμπειρίες της μακαρίας απάθειας και το ύψος της αγιότητός
του, τον αναδεικνύουν μοναδικό οδηγό της νήψης και της πνευματικής ζωής.
Ο λόγος του – γεμάτος χάρη και δύναμη – εμπνέει, οικοδομεί, ενισχύει,
στηρίζει αλλά και αφυπνίζει συνειδήσεις.

Έχοντας επίγνωση των σχεδίων και των παγίδων του πολυμήχανου διαβόλου
και της αέναης εσωτερικής τρικυμίας των παθών και της αμαρτίας, ο
άνθρωπος πρέπει πολύ να κοπιάσει και ν’ αθλήσει για τη σωτηρία του.
«Πολλοῦ καμάτου χρεία εἰς τό σωθῆναι καί πολλοῦ αἰῶνος» (χρόνου).

Η νήψη είναι νίκη, και η νίκη προϋποθέτει συνεχή άσκηση. «Οὐ γάρ παίγνιον
ἐστιν ἡ ἄσκησις», λέγει ο άγιος Εφραίμ, «ἀλλ’ ἐν πολλῇ ἀκριβείᾳ ἡ τῆς ψυχῆς
σωτηρία κατορθοῦται». Χρειάζεται πολλή επιμέλεια και προθυμία ψυχής. Εάν
χαλαρώσουμε τον αγώνα, τότε ο διάβολος «ὁλόκληρον καταπίνει τόν μή
νήφοντα».

Βρισκόμαστε σ’ εμπόλεμη κατάσταση. «Ἐν μεγάλῳ πολέμῳ ἐσμεν ἐν τῷδε τῷ
βίῳ καί ὁ ἐχθρός μαίνεται· ἀλλ’ οὐ παραιτητέον τόν ἀγῶνα». Μέγας ο
πόλεμος και λυσσαλέος ο εχθρός, αλλά καμιά υποχώρηση, καμιά λιποταξία.
Εγκατάλειψη του αγώνα ισοδυναμεί με προδοσία.

Είναι στιγμές που ο πνευματικός αγωνιστής μέσα στη φωτιά και την αντάρα
της μάχης, παθιασμένος θ’ αναφωνήσει: «ω, τι δεινός ο πόλεμος! Ω, τι
χαλεπός!»… Αλλά ο άγιος Πατέρας με τις άγιες διδαχές του, μεταγγίζει
θάρρος και αισιοδοξία, ιδιαίτερα στους νέους. «Ὀξυπόδησον ἐν τῷ ἀγῶνι τῆς
ἀσκήσεώς σου, ὦ νεότης», λέει. Τρέξε γρήγορα και γενναία το δρόμο της
πνευματικής σου άσκησης. Και μ’ ένα τόνο ηρωικό θα προσθέσει: «Μή
συνηθίσῃς ἧτταν ἐν τῷ πολέμῳ. Ἡ γάρ συνήθεια δευτέρα φύσις». Η συνήθεια,
για πάντα, είτε στο καλό είτε στο κακόμ είναι «δευτέρα φύσις». Εδώ «ἧτταν
ἐν τῷ πολέμῳ» εννοεί την υποχώρηση, την πτώση, την αμαρτία. Κι όπως
είναι γνωστό, η μια πτώση φέρνει την άλλη.

Όποιος πολεμάει, προσέχει απ’ όλες τις μεριές και κατοπτεύει τα πάντα. Δεν
αφήνει κερκόπορτες ανοιχτές και διόδους αφύλακτες. Οι απροσεξίες πολύ
κοστίζουν. Κάποτε και μικρές λεπτομέρειες επιφέρουν πανωλεθρία και
συντριβλη. «Μικρά ἀμέλεια τίκτει μεγάλην ἁμαρτίαν». Όπως και αντίθετα,
«μικρά νῆψις ἀποστρέφει πολλήν ζημίαν».

Ο άνθρωπος, βέβαια, είναι αδύνατος και ο συνεχής και τραχύς αγώνας τον
κουράζςι. Σε τούτες ακριβώς τις στιγμές της ανθρώπινης αδυναμίας
παραμονεύει ο μεγάλος κίνδυνος της ακηδίας και της ραθυμίας. Μειώνονται
οι πνευματικές δυνάμεις, η αντίσταση αδυβατίζει και ο εχθρός είναι «προ
των πυλών». Γι’ αυτό, συμβουλεύρι ο όσιος Εφραιμ, «ἐάν πνεῦμα ἀκηδίας
ἔλθῃ ἐπί σέ, διά τῆς ὑπομονῆς ἀντίστηθι πρός αὐτήν». Συχνά στον αγώνα
επιβάλλεται αντίσταση και άμυνα «μέχρις αίματος». Αντίσταση κατά της
ραθυμίας και της ακηδίας και της χαυνότητας. «Φεῦγε τήν χαυνότητα…
Ἄσκησον ἡσυχίαν, μελέτα ψαλμωδίαν».

Απόρθητο για να παραμείνει το κάστρο της ψυχής, χρειάζεται άγρυπνο μάτι,
δύναμη θέλησης και άριστη χρήση των πνευματικών όπλων. «Έχεις όπλα, ω
άνθρωπε, κατά παντός εναντίου. Έχεις όπλα, διάφορα προς τας μηχανάς του
αντιπάλου». Κι είναι τούτα τα όπλα πανίσχυρα και συντριπτικά. Όσες κι αν
είναι οι «μηχανές» (τα τεχνάσματα) του εχθρού διαβόλου, τα όπλα της δικής
μας στρατείας είναι «δυνατά τῷ Θεῷ προς καθαίρεσιν ὀχυρωμάτων» (Β΄
Κορ. ι΄ 4).

Όπως συμβαίνει στο σύγχρονο πόλεμο με τους αντιβαλλιστικούς πυραύλους
που σημαδεύουν και καταρίπτουν τους πυραύλους του εχθρού μετά την
εκτόξευσή τους, έτσι και ο νηπτικός άνθρωπος με τ’ αντιβαλλιστικά όπλα
της χάριτος του Θεού, εξουδετερώνει κάθε εχθρική επίθεση.

Η νήψη – αληθινή έκφραση ελευθερίας και υπέρβαση κάθε νωθρότητας και
ακηδίας –συντελεί στην «εν Χριστώ» τελείωση του ανθρώπου. Τρόποι και
μέσα μιας αυξημένης επαγρύπνησης είναι η «φυλακή του νοός», ο φόβος του
Θεού, η αδιάλειπτη προσευχή, η μνήμη του θανάτου, ο θείος έρωτας και ο
επίμονος και επίπονος προσωπικός αγώνας.

Ο φόβος του Θεού, κατά τον όσιο Εφραίμ, είναι «φυλακτήριον ψυχής», είναι
«κυβερνήτης ψυχής», είναι «παιδευτήριον ψυχής». «Ὁ ἔχων φόβον Θεοῦ οὐκ
ἀμεριμνᾷ· νήφει γάρ πάντοτε». Δηλαδή όποιος ολόθερμα ευλαβείται και
αγαπά το Θεό, δεν μπορεί να παραμένει αδιάφορος στο μέγα θέμα της
σωτηρίας. Βρίσκεται πάντοτε σε κατάσταση εγρήγορσης.. Αντίθετα, «ὁ μή
ἔχων τόν φόβον τοῦ Θεοῦ ἐν ἑαυτὦ, ὁ τοιοῦτος εὐάλωτος ἐστι τοῖς τοῦ
διαβόλου επιχειρήμασιν… Μετεωρίζεται· ἀδιαφορεῖ· καθεύδει ἀμερίμνως».
Δίχως φόβο Θεού, εύκολα ο άνθρωπος πέφτει στις πλεκτάνες του διαβόλου...
«Κτῆσαι φόβον Θεοῦ, ὅπως καί οἱ δαίμονες φοβηθήσονταί σε».

Άγιος τούτος ο φόβος. Είναι φόβος θείος και ιερός. Είναι υπερφυσικό δώρο
της θείας Χάριτος. Είναι ενδεικτικό παρουσίας του Αγίου Πνεύμαοτς. Είναι
φόβος άφοβος, γιατί δε φοβάται τον εχθρό. Όπου «φόβος Θεού», εκεί και η
παρουσία του Θεού· και όπου η παρουσία του Θεού, εκεί και η απουσία του
διαβόλου και κάθε κακού.
«Μακάριος ὁ ἀεί ἔχων ἐν ἑαυτῷ μνήμην Θεοῦ». Όσο ψυχοζημιογόνος είναι η
«λήθη», τόσο ωφέλιμη και προστατευτική είναι η «μνήμη Θεού». Αλλά
«μνήμη Θεού» δεν μπορεί να υπάρξει δίχως αδιάλειπτη προσευχή. Αυτή
μονάχα είναι «όπλον κατά του διαβόλου». Κατά τον όσιο Εφραίμ, «ὁ
προσευχόμενος νηφόντως καίει τούς δαίμονας».

Θερμές προσευχές είναι φωτιές, που καίνε. Τέτοιες προσευχές τις τρέμουν οι
δαίμονες. Μακάριος ο άνθρωπος της ζωντανής και αδιάλειπτης προσευχής.
Έχει πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής του. «Προσευχή άοκνος» είναι
προσευχή νηπτική, προσευχή δυνατή. «Γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε, ἵνα μή
εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν», είχε πει ο Κύριος στους Μαθητές Του. Η εγρήγορση
ποτίζει την προσευχή, αλλά και η προσευχή διατηρεί την εγρήγορση.
Προσευχή και νήψη πάνε μαζί. Συνυπάρχουν. Είναι αδελφές.

Ανάμεσα στους συντελεστές της καρδιακής νήψεως και της εν Χριστώ ζωής,
είναι και η μνήμη θανάτου, για την οποία ο άγιος Εφραίμ – καθώς και άλλοι
Πατέρες – κάνουν ιδιαίτερο λόγο.

Η μνήμη θανάτου είναι κατάφαση της πίστης και της ελπίδας. Είναι κάθαρση
λογισμών και υπαρξιακή αυτοσυνειδησία. Είναι μετάθεση της καρδιάς απ’ τα
γήινα στα ουράνια και αιώνια. Κατασιγάζει τα πάθη και κρατάει άγρυπνη και
αγωνιστική την ψυχή. Διώχνει κάθε ανησυχία και κάθε εσωτερική ταραχή. Γι’
αυτό, «μακάριος ὁ μελετῶν καθ’ ἑκάστην τόν θάνατον». Είναι εξαιρετικά
σπουδαίο τούτο το μάθημα για κάθε πνευματικό αγωνιστή. Μάθημα που το
μελετάει «καθ’ εκάστην». Μάθημα με πολλές αγίες προεκτάσεις. Αλλά και
μάθημα κατάλληλο για όλες τις ηλικίες. «Μακάριος, λοιπόν, ὁ ἔχων πρό
ὀφθαλμῶν τήν ἡμέραν τῆς ἐξόδου».

  Ο ΑΓΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΣΥΡΟΣ ΠΕΡΙ ΑΓΑΠΗΣ


Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἀγάπη

Δὲν ἀποστρέφεται ποτὲ κανέναν. Οὔτε μεγάλο. Οὔτε μικρό. Οὔτε
φτωχό. Οὔτε πλούσιο.
Γίνεται γιὰ ὅλους τὸ ἀκάθαρτο σφουγγάρι, ποὺ ὅλα τὰ σκουπίζει (Ἀ'
Κόρ. 4, 13). Ὅλα τὰ σκεπάζει. Ὅλα τὰ ὑπομένει.
Δὲν ὑπερηφανεύεται ἐναντίον κάποιου. Δὲν ξιπάζεται. Κανένα δὲν
κατακρίνει. Ἀλλὰ κι αὐτοὺς ποὺ κατακρίνουν, τοὺς ἀποφεύγει.
Δὲν σκέφτεται μὲ δόλο. Δὲν ἐξαπατᾷ τὸν ἀδελφό του.
Δὲν ζηλεύει. Δὲν φθονεῖ. Δὲν συκοφαντεῖ.
Δὲν χαίρεται μὲ τὰ σφάλματα τῶν ἄλλων. Δὲν διασύρει αὐτὸν ποὺ
ἁμάρτησε. Ἀλλὰ λυπᾶται μαζί του. Καί του συμπαραστέκεται.
Δὲν ἀγνοεῖ τὸν ἀδελφό του, ὅταν βρίσκεται σὲ κάποια ἀνάγκη. Ἀλλὰ
τὸν βοηθᾷ μὲ κάθε τρόπο. Καὶ ἐν ἀνάγκῃ πεθαίνει μαζί του.
Ἐκτελεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καὶ εἶναι μαθητής Του. Γιατί ὁ ἴδιος ὁ
καλός μας Δεσπότης Χριστὸς εἶπε:
«Ἀπὸ αὐτὸ θὰ μάθουν ὅλοι ὅτι εἶσθε μαθητές μου, ἐὰν ἔχετε ἀγάπη
μεταξὺ σας» ('Ἰω. 13,35).

Ἀντίθετα εκείνος ποὺ δὲν ἔχει ἀγάπη:

Θυμώνει εὔκολα. Ὀργίζεται. Μισεῖ. Χαίρεται μὲ τὴν ἀδικία τῶν
ἄλλων.
Δὲν συμπάσχει μὲ αὐτὸν ποὺ ἁμάρτησε. Δὲν ἁπλώνει τὸ χέρι του νὰ
βοηθήσει αὐτόν, ποὺ ἔπεσε.
Δὲν συμβουλεύει αὐτόν, ποὺ παρασύρθηκε. Δὲν στηρίζει αὐτόν, ποὺ
κλονίζεται.
Ἔτσι γίνεται φίλος τοῦ διαβόλου καὶ ἐφευρέτης κάθε πονηρίας.
Γίνεται ἐργάτης τῆς ὑπερηφάνειας καὶ σκεῦος τῆς ἀλαζονείας.
Ο Αντίχριστος, επειδή είναι εχθρός του Θεού, επιθυμεί να χαθούμε όλοι και αυτός ο
τύραwος θα χρησιμοποιήσει όλους τους τρόπους για να πάρουν όλοι τη σφραγίδα του
θηρίου, μόλις θα έρθει για να παραπλανήσει όλο τον κόσμο. Να προσέχετε αδελφοί
μου, τους διάφορους πονηρούς τρόπους που θα χρησιμοποιήσει το θηρίο. Η αρχή
γίνεται από την κοιλιά, ώστε όταν κανείς βρεθεί σε δύσκολη θέση, αφού δε θα έχει
τροφές, θ’ αναγκαστεί να πάρει το σφράγισμα του Αντίχριστου στο δεξί χέρι και στο
μέτωπο, όχι τυχαία, αλλά για να μην μπορεί ο άνθρωπος να κάνει με το δεξί του χέρι το
σημείο του Σταυρού, και να μην μπορεί να σημειώνει το Άγιο όνομα του Κυρίου στο
μέτωπο. Επειδή ξέρει ο πανάθλιος, ότι όταν ο άνθρωπος σφραγισθεί με το σημείο
του Σταυρού, ελευθερώνεται ο άνθρωπος απ’ τις δυνάμεις του διαβόλου. Γι αυτό
το λόγο σφραγίζει το δεξί χέρι του ανθρώπου” (Οσιος Εφραίμ ο Σύρος).

   Ημάς προς ηθών τελειότητα, τοις ιεροίς σου ρυθμίζεις διδάγμασιν, Εφραίμ
                                   Όσιε".

                         Αγαπητοί Πατέρες και Αδελφοί.

 Ο Ιανουάριος είναι ο μήνας κατά τον οποίον η Αγία μας Εκκλησία εορτάζει και
  πανηγυρίζει τιμητικώς πολλούς Οσίους Πατέρες, αναστήματα πνευματικά, οι
οποίοι εβάδισαν πριν από εμάς τη μοναχική οδό καί κατεστάθησαν οι καθηγητές
                  και διδάσκαλοί μας στη μοναδική πολιτεία.
   Ανάμεσα τους ξεχωρίζει τόσο για την εγκύκλιο παιδεία του, όσο και για τις
   αρετές του ο αυστηρός στα ήθη και γλυκύς στους τρόπους Εφραίμ ο Σύρος.
 Τόση δε απήχηση είχε η προσωπικότητά του και το πνευματικό του μεγαλείο,
 ώστε αφ' ενός ο Μέγας Βασίλειος να τον χαρακτηρίζει ως "τον ελλογιμότερον
   πάντων των κατά τους χρόνους εκείνους διαβιούντων", αφ' ετέρου ο Άγιος
Ιωάννης ο Χρυσόστομος να αναφέρεται σε αυτόν νοσταλγικώς λέγοντας: "Που ο
   Εφραίμ ο πολύς, η παραμυθία των αθυμούντων, η παιδαγωγία των νέων, η
 χειραγωγία των μετανοούντων, η κατά των αιρετικών ρομφαία, το δοχείον του
                                Πνεύματος;".
 Άνθρωπος της ησυχίας και της νήψεως, πραγματοποίησε το μοναχικό ιδεώδες,
    όχι σε κάποιες ερήμους, αλλά στην πολυάνθρωπη Νίσιβη και, όταν αυτή
καταλήφθηκε από τους Πέρσες, στην Έδεσσα της Μεσοποταμίας. Έτσι, μέσα σε
δυο θορυβώδεις πόλεις έζησε την ξενιτεία και την αποταγή σε τέτοιο βαθμό,
   ώστε στο βίο του να καταγράφεται: "εις τούς τοιούτους λογισμούς σχολάζων
  εμάκρυνε φυγαδεύων πάντας τους θορύβους του βίου (...) εις την έρημον (την
             πνευματική) αυλιζόμενος (...) ωφελών και ωφελούμενος".
 Για το λόγο αυτό η μελέτη του βίου του είναι εξόχως διδακτική για όλους εμάς,
 οι οποίοι διαβιούμε υπο παρόμοιες με τον Όσιο συνθήκες έχοντας ταυτοχρόνως
     τον ίδιο πόθο, τήν πνευματική μας θεραπεία μέσα απο την κατά Χριστόν
  άσκηση. Και τούτο διότι "ουχ ο τόπος αλλ' ο τρόπος" της ζωής ενός εκάστου
  μορφοποιεί "τον Χριστόν εν ημίν", και κατακοσμεί την ψυχή με τα δώρα του
                                Αγίου Πνεύματος.
Διδάσκει ο σήμερον τιμώμενος Όσιος Πατήρ ημών Εφραίμ ο Σύρος, όχι μόνο με
τους λόγους του, αλλά κυρίως με την αγία ζωή του, ότι η εισαγωγή στη μοναχική
   ζωή ισοδυναμεί με θάνατο που ακολουθείται απο μιαν Ανάσταση. Ο μοναχός
     αγωνίζεται να νεκρώσει τον "παλαιόν ΄΄άνθρωπον", να αποκοπεί από τον
  προηγούμενο τρόπο ζωής του, για να "ενδυθή τον νέον" άνθρωπο της Χάριτος
 του Θεού και να βιάσει την αγγελομίμητη ζωή ως ειδική προσωπική του κλίση.
   Για να συμβεί όμως, αυτό πρέπει να προηγηθεί η λεγομένη "υποταγή", λέξη
  γνωστή στη μοναχική γλώσσα, άγνωστη όμως, σε πολλούς, ιδίως ως προς τον
    τρόπο κατά τον οποίο αυτή κατορθώνεται. Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος
     μάλιστα ομιλεί περί τριών αποταγών, οι οποίες πρέπει να ακολουθήσουν
αλληλοδιαδόχως η μια την άλλη, προκειμένου ο "κατά την προαίρεσιν μάρτυς",
        ο Μοναχός να εισέλθει "στεφανηφορών εις τον ουράνιον νυμφώνα".
 Ως πρώτη θεωρείται η αποταγή"των πραγμάτων και ανθρώπων και γονέων", η
       έξοδος ουσιαστικώς από το μέχρι εκείνη τη στιγμή γνωστό και οικείο
  περιβάλλον, ώστε ο άνθρωπος μακρυά απο την ψευδαίσθηση της ανθρώπινης
 βοηθείας και συναντιλήψεως, "μόνος μόνω Θεώ", να στραφεί ολοκληρωτικώς
προς τον πλάστη και δημιουργό του, εξαρτώντας απο αυτόν και μόνο, τη σύνολή
                                   του ύπαρξη.
    Ως δεύτερη αποταγή ορίζεται "η εκκοπή του ιδίου θελήματος", η αποβολή
    δηλαδή του μεταπτωτικού φρονήματος προκειμένου να αντικατασταθεί το
    ατομικό και εγωιστικό απο το θείο θέλημα. Έτσι, ο άνθρωπος μαθαίνει να
      αναγνωρίζει τι πραγματικώς ζητά ο Θεός απο αυτόν και ελευθέρως και
                  ασυγχύτως να εργάζεται την πραγμάτωσή του.
    Ως τρίτη δε αποταγή ορίζεται η αποβολή της κενοδοξίας, ώστε ο άνθρωπος
απαλλαγμένος απο κοσμικές ή ανθρώπινες επιθυμίες, να ποθεί μόνο "την τελείαν
         των τελείων ατέλεστον τελειότητα", την Βασιλεία των Ουρανών.
  Απο όλα τα παραπάνω κατανοούμε γιατί ο Μοναχισμός, βιούμενος στη σωστή
    του διάσταση, μπορεί να είναι ησυχαστικός, αλλά καθόλου εφησυχαστικός.
  Μπορεί να είναι απάρνηση, αλλά καθόλου απόρριψη, μπορεί να είναι αγώνας,
 αλλά καθόλου αγωνία, μπορεί να είναι πίστη, αλλά καθόλου ιδεοληψία, μπορεί
 να είναι σταυρός, αλλά καθόλου γογγυσμός. Και τούτο διότι ο Μοναχός παλεύει
 να κερδίσει καθημερινώς την πραγμάτωση και των τριών ανωτέρω αποταγών.
  Αφιερώνει τη ζωή του ολόκληρη στο να καταστεί δοχειίο της Χάριτος και να
             απαλλαγεί απο ο,τιδήποτε μπορεί να χωρίσει απο το Θεό.
Κι αυτός ο αγώνας, ακριβώς επειδή"ουκ έστι πάλη προς σάρκα και αίμα", αλλά
 τόπον έχει ουρανίου αθλήσεως, καταλήγει τελικώς να γίνεται: "απαρρησίαστον
    ήθος, άγνωστος σοφία, αδημοσίευτος σύνεσις, απόκρυφος βίος, αθεώρητος
σκοπός, αφανής λογισμός". Με άλλα λόγια δε γίνεται αντιληπτός απο τους γύρω
  και μάλιστα απο τους κοσμικούς ανθρώπους, με αποτέλεσμα πολλές φορές να
  είναι ανυποψίαστοι για τη συνεχή σταυρική, αλλά και χαριτωμένη πορεία του
Μοναχού. Έτσι, ο Μοναχός γίνεται "ο αλλόγλωσσος εν ετερογλώσσοις", δηλαδή
      εκείνος που μιλά διαφορετική γλώσσα απο τους γύρω του, ως μέτρο της
     ετερότητός του και της διαφοροποιήσεώς του απο το κοσμικό συμβαίνειν.
  Ως μέτρο μάλιστα της διαφοροποιήσεώς του αυτής, ο Μοναχός καλείται ευθύς
 εξαρχής να πραγματώσει όλες βεβαίως τις αρετές, ειδικώτερον όμως, τρείς. Την
  παρθενία, την ακτημοσύνη και την υπακοή, ως αντιστοιχούσες η καθεμιά στις
τρεις μορφές αποταγής που ανωτέρω αναφέρθηκαν. Έτσι, έρχεται η Παρθενία να
θεραπεύσει τη φιληδονία και να ολοκληρώσει την αποταγή απο τους ανθρώπους.
        Έρχεται πάλι η Ακτημοσύνη για να θεραπεύσει τη φιλαργυρία και να
 ολοκληρώσει την αποταγή απο το "ίδιον θέλημα". Έρχεται, τέλος, η υπακοή να
 θεραπεύσει τον εγωισμό και να ολοκληρώσει την αποταγή από την κενοδοξία. Η
απόκτηση δε των τριών αυτών αρετών φέρει την προσευχή και η προσευχή φέρει
                 τη Θεολογία, ως κατά Χάρη Θέωση και Θεοπτία.
 Έτσι, ο Μοναχός ζεί καθημερινώς την πρόκληση της πραγματώσεως των τριών
 αυτών αρετών ως πρόκριμα πνευματικής ανελίξεως και αγιασμού, αλλά και ως
    παράδειγμα των υπολοίπων, μιας που οι τρεις "μοναχικές", όπως λέγονται,
       αρετές δεν είναι μόνο "μοναχικές", αλλά χριστιανικές και ευαγγελικές,
    απευθυνόμενες και, τηρουμένων των αναλογιών, βιούμενες απο όλους τους
  Χριστιανούς που επιθυμούν τη σωτηρία τους. Και αυτό ακριβώς, συνιστά την
                     ιεραποστολική διάσταση του Μοναχισμού.
 Εν oψει των ανωτέρω κατανοούμε άριστα γιατί ο Όσιος πατήρ Ημών Εφραίμ ο
   Σύρος, η ιερά μνήμη του οποίου συνεκέντρωσε όλους εμάς σήμερα στον ιερό
  αυτό χώρο του Καθολικού της Ιεράς και Σεβασμίας Μονής Πετράκη, ώστε με
    την αγρυπνία αυτή να τον τιμήσουμε διδασκόμενοι από την αγία βιοτή του,
   κατανοούμε λέγω, άριστα γιατί τιμήθηκε τόσο απο τους συγχρόνους του και
  άφησε φήμη πνευματέμφορου ανδρός, ακριβώς διότι οι ασκητικοί του αγώνες
       και τα παλαίσματα, δυσνόητα ίσως στους πολλούς και κοσμικούς, τον
απεκαθάρισαν από "παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος", καθιστώντας τον
    δοχείον της Χάριτος, ενώ ταυτοχρόνως κατέλιπε παράδειγμα μοναδικό και
  εξαίσιο πραγματώσεως του Ευαγγελίου της Χάριτος στην ερημία των πόλεων
   όπου έζησε, αγωνίσθηκε και εδίδαξε δίνοντας την πραγματική διάσταση της
                   μοναχικής ζωής ως τρόπου βιώσεως του Θεού.
                               Πατέρες και αδελφοί.
      Και εμείς σε πολυάνθρωπο πόλη ζούμε, με ποικίλους περισπασμούς και
προκλήσεις. Μας διακατέχει όμως, ο πόθος της αγγελομιμήτου ζωής και η αγάπη
   προς τον Κύριο Ιησού, το Σωτήρα καί Λυτρωτή μας. Με τα ίδια ξεκίνησε τη
 μοναχική του βιοτή και ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος, για να αναδειχθεί με τη Χάρη
   του Θεού, αστήρ αειλαμπής του παμφώτου στερεώματος της Βασιλείας των
 Ουρανών. Ας επικαλεσθούμε οι πάντες τις θεοπειθείς προς Κύριον ευχές του και
       ας εκζητήσουμε όλοι την προς το Θεό πρεσβεία του, ώστε και εμείς να
   κατορθώσουμε, έστω και κατά ένα ελάχιστο μέρος, τα σπουδαία, στα οποία
    αυτός προυπορεύθη, για να αγαλλόμεθα όλοι μαζί με τον Άγιο στα ουράνια
        σκηνώματα του Παραδείσου, του οποίου την απόλαυση επιζητούμε,
  προσευχόμαστε και παρακαλούμε να μας χαρίσει το άπειρο Θείον έλεος. Αμήν

                 ← Η ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ | Η Αγία Αγάθη(Κατάνη Σικελίας) →
Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑ ΑΓΙΟΥ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ
  χωρίς σχόλια har | Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2008 12:52 πμ
Μέσα από το χορό των Μαρτύρων της Εκκλησίας

                                                μας, ξεπροβάλλει αγγελοπρεπώς ο 'Αγιος

                                                Μεγαλομάρτυρας Προκόπιος. Άνδρας πoλέμιoς

                                                αρχικά της Εκκλησίας, νικάται από την αγάπη του

                                                Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και «Θείω ζήλω

                                                πυρπολούμενος, κατά τον υμνογράφο,

                                                κατακολουθεί, ώσπερ ο Παύλος τον Χριστόν».


                                                Σκεύος θειότατο του Αγίου Πνεύματος και πηγή

                                                ζωής αιωνίου ο Άγιος, έλκυε και ελκύει στο φως

τους διψασμένους χριστιανούς. Πολλά πρόβατα έφερε στη λογική μάντρα του Χριστού με τη θερμή

προσευχή του. Ακόμα και τούς κατηγόρους του δικαστές και τους μέλλοντες να τον θανατώσουν

στρατιώτες.


Υπέμεινε καρτερικά φρικώδη βασανιστήρια αναψυχόμενος από την ακατάπαυστη προσευχή και τη

γλυκύτητα της χάριτος και όταν έφτασε η ορισμένη ώρα, παρέδωσε την ψυχή του στό Χριστό και πήρε

τό στεφάνι της ουράνιας δόξας.


ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ


1. Εποχή διωγμών


Είναι η επoχή τών διωγμών. Αυτοκράτορας στη Ρώμη ο Διοκλητιανός. Νούς διοικητικός και άνδρας

ικανός επέφερε στό αχανές Ρωμαϊκό κράτος σοβαρές μεταρρυθμίσεις, ώστε παρά την πολλαπλότητα

των εθνών, να επιτευχθεί η περίφημη ενότητα τών Pωμαίων. Αλλά η ιστορική προσωπικότητα του

Διοκλητιανού είναι γνωστή κυρίως για τη σκληρότητα του απέναντι στούς χριστιανούς. Φοβερά ήταν

τα βασανιστήρια που ύπέφεραν οι χριστιανοί .


Δεν ήταν δυνατόν όμως να διαλυθεί η Εκκλησία, γιατί τη διατήρηση της ανά τους αιώνες υποσχέθηκε

ο ίδιος ο Κύριος: «Πύλαι Άδου ού κατισχύσουσιν αυτής». Η Εκκλησία απλώς ακολουθεί το δρόμο που

της χάραξε ο Θεάνθρωπος ιδρυτής της: Το δρόμο του Σταυρού που οδηγεί στην Ανάσταση.


2. Ειδωλολατρική ανατροφή


Στην εποχή του Διοκλητιανού στην Αντιόχεια ζούσε μια πλούσια χήρα ευγενικής καταγωγής, η

Θεοδοσία. που πίστευε στα είδωλα. 0 άνδρας της, που ήταν χριστιανός και ονομαζόταν Χριστόφορος,
πέθανε αφήνοντας της ένα γιό τον Νεανία, ο οποίος ανατράφηκε από τη μητέρα του και διδάχτηκε την

ειδωλολατρεία.


Ενώ ο αυτοκράτορας ήταν στη Αντιόχεια, επιστρέφοντας από καταστολή επαναστάσεως κάποιου

Αχιλλέα στην Αίγυπτο, η Θεοδοσία, καθώς ήταν από τις πρώτες αρχόντισσες της πόλης, θέλησε να του

ζητήσει να τιμήσει το γιό της με μεγάλο αξίωμα. Την άκουσε ο Διοκλητιανός, και προσέχοντας τη

σωφροσύνη και την εξαιρετική μόρφωση του Νεανία, τον διόρισε Δούκα σ' όλη την Αλεξάνδρεια..


0 Νεανίας τότε ανεχώρησε γιά την επαρχία του, συνοδευόμενος από δύο τάγματα στρατιώτες και πήρε

από τό Διοκλητιανό τη διαταγή, όσους χριστιανούς βρίσκει, που δεν αρνούνται τό Χριστό, να τους

εξολοθρεύει, αρπάζοντας πρώτα όλα τα υπάρχοντά τους και μετά από φρικτά βασανιστήρια να τους

δίνει επώδυνο Θανατο.


3. Αποκάλυψη τού Χριστού


Η πορεία από την Αντιόχεια στην Αλεξάνδρεια ήταν πολύ κουραστική. Την ημέρα ο ήλιος ήταν τόσο

καυτερός, ώστε τα άλογα κινδύνευαν να ψοφήσουν από τη δίψα. Αναγκάζονταν έτσι, Δούκας και

στρατιώτες να πεζοπορούν τη νύχτα.


Στην Απάμεια της Συρίας, βγήκε η πόλη ολόκληρη να τους υποδεχτεί. Έμειναν εκεί ώσπου νύχτωσε

και μετά συνέχισαν την πορεία τους. Την τρίτη ώρα της νύχτας, σεισμός μεγάλος τράνταξε τη γή.

'Ενας φοβερός κεραυνός έσκισε το ουράνιο στερέωμα. Μέσα από το φως της αστραπής ακούστηκε

φωνή μεγάλη που έλεγε:

«Νεανία, που πας; και ποιόν καταδιώκεις;»


0 Νεανίας με απορία απάντησε στην άγνωστη φωνή:

« O αυτοκράτορας με διόρισε Δούκα στην Αλεξάνδρεια, όπου και με αποστέλλει να θανατώσω όλους

τους χριστιανούς» και παρατηρούσε γύρω και τριγύρω με αμηχανία.


Τότε φάνηκε στόν κατάμαυρο ουρανό ένας ολόλαμπρος Σταυρός, που έμοιαζε σαν από κρύσταλλο.

Mέσα από τό άπλετο και υπερκόσμιο φώς του Σταυρού εξήλθε φωνή που έλεγε:

« Είμαι ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού, αυτός που καταδιώκεις».


4. Κατασκευή χρυσού Σταυρού


Η εμφάνιση του Θεανθρώπου Ιησού στο νεαρό ειδωλολάτρη, άρχισε να γκρεμίζει μέσα του τον παλαιό

ανθρωπο. Μια νέα ζωή ανέτειλλε: το Φως της Αλήθειας εξαφάνισε το σκότος της πλάνης. 0 Θεός των

χριστιανών άρχισε να γίνεται πια και δικός του προβληματισμός. Η οπτασία του αφησε μιά ανείπωτη
χαρά, μαζί με μιά αίσθηση ασφάλειας και προστατευτικότητας από το σημείο του Τιμίου Σταυρου που

είδε.


Συνεχίζοντας την πορεία του ο Νεανίας έφτασε στη Σκυθόπολη. Εκεί μάζεψε τους χρυσοχόους τής

πόλης και τους είπε:

«Θέλω να μου υποδείξετε τόν καλύτερο τεχνίτη, για να μου κατασκευάσει ένα σκεύος πολύτιμο».


Oι χρυσοχόοι του υπέδειξαν έναν που ονομαζόταν Μάρκος που όπως είπαν ήξερε καλά την τέχνη. Τότε

ο Νεανίας κάλεσε το Μάρκο ιδιαίτερα στο δωμάτιο του και του παράγγειλε να του κατασκευάσει ένα

σταυρό, όπως τον είδε στη Θεια οπτασία. 0 Μάρκος αντέδρασε και του είπε:

«Φοβούμαι να τόν κατασκευάσω, γιατί αν τό μάθει ο βασιλιάς θα με θανατώσει».


0 Νεανίας όμως του υποσχέθηκε ότι θα το κρατήσει μυστικό και δε θα το ομολογήσει σε κανένα.


Πείσθηκε ο Μάρκος και κλειδωμένος μέσα στό σπίτι του Νεανία κατασκεύαζε κρυφά τό σταυρό. Όταν

τον τελείωσε είδε ένα παρόδοξο θέαμα: φάνηκαν στο σταυρό τρείς εικόνες και γράμματα εβραϊκά. Στό

πάνω μέρος έγραφε: «Η μορφή τού Δεσπότη». Στο δεξί μέρος φαινόταν ένας άγγελος καί γραφόταν

«Μιχαήλ» και στο αριστερό το ίδιο, με το όνομα «Γαβριήλ». 0 χρυσοχόος προσπάθησε με επιμoνή να

εξαλείψει τις εικόνες, αλλά δεν τα κατάφερε.


Τη νύχτα έφτασε στο σπίτι ο Νεανίας για να δεί αν τελείωσε. Μόλις τον είδε τελειωμένο, χάρηκε πολύ

και τον προσκύνησε. Ρώτησε τον Μάρκο για τις εικόνες, τι σημαίνουν. Αυτός τού απάντησε ότι δεν

γνώριζε, γιατί δεν το κατασκεύασε ο ίδιος, αλλά τυπώθηκαν μόνες τους. 0 Νεανίας τότε κατάλαβε ότι

έγιναν με Θεία ενέργεια και γονατιστός το προσκύνησε με πολλή ευλάβεια.


Έδωσε στο χρυσοχόο πολλά χρήματα όπως υποσχέθηκε και τον ευχαρίστησε. 'Υστερα αφού τύλιξε με

πολύτιμη πορφύρα το σταυρό, αναχώρησε με τους στρατιώτες του για την Αλεξάνδρεια.


5. Mε το σταυρό νικητής


Στην Αλεξάνδρεια εκείνο τον καιρό έκαναν επιδρομές Αγαρηνοί. Άρπαζαν με τη βία τις θυγατέρες των

επισήμων ανδρών και τις έκαμαν συζύγους τους. Μη μπορώντας οι γονείς τους να αντισταθούν,

έκλαιαν για τη συμφορά τους και βρισκόταν σε αμηχανία.


Η εμφάνιση στην πόλη τού νέου Δούκα ήταν για τους ανθρώπους της Αλεξάνδρειας μιά ελπίδα. Μιά

ομάδα τον επισκέφτηκε και με δάκρυα στα μάτια ζητούσαν προστασία από τους βαρβάρους. 0 νεαρός

άρχοντας τους συμπόνεσε γιά τη συμφορά τους κι έδωσε εντoλή νά ετοιμαστούν οι στρατιώτες για τη

συμπλοκή. 'Οταν μαζεύτηκαν και παρατάχτηκαν μπροστά του, τους έδωσε τις πολεμικες οδηγίες και
τελειώνοντας τους είπε:

«Με τη δύναμη τού Eσταυpωμένoυ Χριστού Θα νικήσουμε».


Και ο λόγος του έγινε πραγματικότητα: Με τόση δύναμη πολεμούσαν τους Αγαρηνούς, ώστε νικημένοι

κατά κράτος έφευγαν οι βάρβαροι αφήνοντας στό πεδίο της μάχης περισσότερους από έξη χιλιάδες

νεκρούς. Από τους στρατιώτες τού Νεανία, με τη χάρη τού Θεού, δε σκοτώθηκε κανένας.


6. Αντίδραση της μητέρας του


Μετά τη νίκη του ο Nεανίας ειδοποίησε τη μητέρα του να έλθει στην Αλεξάνδρεια. Όταν έφτασε η

μητέρα του και άκουσε τα ανδραγαθήματα του χάρηκε πολύ. Με πολλή αγαλλίαση τού είπε:

«Πρέπει νά ευχαριστήσεις τους Θεούς, παιδί μου, που παρακάλεσα όταν άρχισες τόν αγώνα. Γιατί

αυτοί σου έδωσαν τη νίκη».


Τότε ο Νεανίας είπε: «Ευλογημένος νάναι ο αληθινός Θεός που με βοήθησε».


Και η μητέρα του:

«Mη λέγεις, παιδί μου αγαπημένο, ότι σε βοήθησε ένας Θεός, για να μην οργισθούν οι άλλοι».


Βρήκε τότε ο Νεανίας την εύκαιρία να μιλήσει στη μητέρα του, για τη γνωριμία του με τόν Χριστό, της

εξιστόρησε πως ο αληθινός Θεός τόν επισκέφθηκε και τον απάλαξε από το σκοτάδι της πλάνης των

ειδώλων.


Η ευλάβεια της Θεοδοσίας στα είδωλα της προκάλεσε μεγάλη αντίδραση για την αλλαγή του γιού της.

0 θυμός της ξεπέρασε και αυτή τη μητρική αγάπη για το μονάκριβο παιδί της. Έτρεξε στον

αυτοκράτορα και του ανάγγειλε το γεγονός: «Έχασε τα μυαλά του ο γιός μου, βασιλιά, πιστεύει και

αυτός στον Εσταυρωμένο»!


Την άκουσε ο βασιλιάς και σάστισε, οργισμένος έγραψε στόν Ουλκίωνα, τον ηγεμόνα της Παλαιστίνης.

Τον πρόσταξε να επισκεφθεί τον Νεανία, το Δούκα της Αλεξάνδρειας, και να του ζητήσει λόγο για την

πίστη του στο Χριστό. Αν δεν πεισθεί να εγκαταλείψει την πλάνη του, να τον σκοτώσει για να

παραδειγματιστούν και οι άλλοι.


Σαν πήρε το γράμμα ο Ουλκίωνας, ενήργησε όπως τον πρόσταζε ο αύτοκράτορας: με άλλους άρχοντες

συγκλητικούς, έφτασε στο ανάκτορο του Δούκα. Τον χαιρέτησε και του έδωσε τα βασιλικά γράμματα.

Όταν διάβασε ο Άγιος τα γράμματα, είπε άφοβα:

- Χριστιανός είμαι ! Κάμε ό,τι σε προστάζουνε.


Ο Ουλκίωνας μπροστά στο θάρρος του νεαρού Δούκα είπε:

- Εγώ Δούκα, σε εκτιμώ, αλλά φοβούμαι το βασιλιά και δεν ξέρω, τι να κάνω. Σε συμβουλεύουμε,
τόσο εγώ όσο και οι άρχοντες που βρίσκονται εδώ, να προσποιηθείς ότι θυσιάζεις. Έτσι θα φανεί ότι

εκτελείς την εντολή του βασιλιά και θα γλυτώσεις τη ζωή σου.


0 Άγιος απάντησε:

- Θα θυσιάσω Ουλκίωνα, καλά είπες. Όχι όμως στα είδωλα, αλλα τόν εαυτό μου θα θυσιάσω στο

Χριστό, που αγάπησα με όλη μου την ψυχή.


7. Βασανιστήρια και φυλάκιση


Ήταν αμετάπειστος ο Νεανίας. Η αγάπη του στο Χριστό τον είχε κυριεύσει. 0 Ουλκίωνας πρόσταξε να

τον δέσουν και να τον οδηγήσουν στην Καισάρεια. Σαν έφτασαν, έδωσε ο Ουλκίωνας διαταγή να

μαζευτεί ο λαός. Κρέμασαν το μακάριο Νεανία μπροστά στο πλήθος και άρχισαν τα βασανιστήρια

ξεσκίζοντας τις σάρκες του. Ήταν πολλοί που τον συμπονούσαν και έκλαιαν. 0 Νεανίας όμως, που

υπέφερε με γενναιότητα τα σκληρά βασανιστήρια, τους έλεγε:

"Μην κλαίτε για μένα, γιατί μου παραστέκεται τώρα ο Κύριος και Θεός μου και ευφραίνομαι"!!


Τον βασάνιζαν μ' αυτό τον τρόπο, ώσπου νύχτωσε. Τότε τον κατέβασαν από το ξύλο και τον έριξαν

στη φυλακή.


Ο δεσμοφύλακας, που ονομαζόταν Τερέντιος, είχε κάποτε ευεργετηθεί απ'; αυτόν και ήταν φίλος του.

Ετοίμασε κρυφά απαλό στρώμα και σεντόνια και τον φρόντιζε όσο μπορούσε. Τα μεσάνυχτα, άγγελοι

Κυρίου επισκέφτηκαν τον Άγιο στη φυλακή. Αμέσως λύθηκαν τα δεσμά, όχι μόνο του Νεανία, αλλά και

των άλλων καταδίκων.


Φώναξαν τον Άγιο και του είπαν:

«Κοίταξε μας, Νεανία.»


Όταν τους είδε ο Νεανίας. ρώτησε ποιοι ήταν. Αυτοί είπαν,

«Άγγελοι του Θεού είμαστε και μας έστειλε να σου παραβρεθούμε.


Επιφυλακτικός από τις απάτες των δαιμόνων ο Άγιος είπε:

«Εάν είστε Άγγελοι, κάμετε το σταυρό σας».


Αυτοί υπάκουσαν και μετά τον ρώτησαν:

«Γιατί δε μας πίστεψες;».


Ο ταπεινός Νεανίας απάντησε:

«Στους τρεις Παίδες έστειλε ο Κύριος αγγέλους και τους δρόσιζαν, γιατί αυτοί ήταν ριγμένοι στη

φωτιά. Εγώ τι έκαμα ώστε να αξιωθώ τέτοιας παρηγοριάς;»
Ύστερα εμφανίστηκε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Φως λαμπρότατο περιέλουσε τον Νεανία και το

χώρο της φυλακής. Άρρητη ευωδία και υπερκόσμια αγαλλίαση πλημμύρισε το νεαρό μάρτυρα. Άκουσε

δε και φωνή να του λέει:

«Προκόπιος θα ονομάζεσαι στο εξής, γιατί θα προκόψεις στην αρετή και θα προσφέρεις ποίμνιο στον

Πατέρα μου, λοιπόν, πολέμα γενναία».


0 ταπεινός δούλος του Θεού, έπεσε στα γόνατα και είπε:

«Κύριε μου σε παρακαλώ, δυνάμωσε την ασθενική ψυχή μου. Γιατί φοβούμαι μήπως δεν αντέξω τα

βάσανα».


Και ο πολυεύσπλαχνος Κύριος του είπε:

«Μη Φοβάσαι, γιατί εγώ είμαι κοντά σου».


Όταν ο Χριστός έφυγε, ο Άγιος, που μετονομάστηκε Προκόπιος, γέμισε από θάρρος και αγαλλίαση. Οι

πληγές του θεραπεύτηκαν και η ψυχή του ενδυναμώθηκε, την επομένη ο Ουλκίωνας έστειλε άνθρωπο

να δει αν ο Άγιος πέθανε.


Σαν έφτασε στη φυλακή ο απεσταλμένος, και τον είδε υγιή και χαρούμενο δεν πίστευε στα μάτια του.

Έτρεξε στο παλάτι και διηγιόταν σ' όλους το θαυμαστό γεγονός. 0 ηγεμόνας πρόσταξε και τον έφεραν

κοντά του. Το πρόσωπο του Αγίου Προκοπίου έλαμπε σαν τον ήλιο. Εκπλάγηκαν οι στρατιώτες που

τον είδαν και εκφράζανε θαυμασμό για τη δύναμη του θεού του. Αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο να

πιστέψουν στον Ιησού, ο Ουλκίωνας είπε προς το πλήθος:

«Τι παράξενο βλέπετε και θαυμάζετε; Τον λυπήθηκαν οι Θεοί, τον ασεβέστατο, και τον θεράπευσαν».


Ο Άγιος τότε του αποκρίθηκε:

«Αφού είσαι βέβαιος ότι οι Θεοί με θεράπευσαν, ας πάμε στο ναό να δούμε τη δύναμη τους».


Ο βασιλιάς θέλησε να πιστέψει ότι ο Νεανίας θα θυσίαζε. Πρόσταξε να στολίσουν το δρόμο από το

παλάτι ως το ναό και κήρυκες να καλούν το λαό να παραβρεθεί:

«Ο Νεανίας πάει στο ναό να θυσιάσει στους Θεούς! ! 0 Νεανίας θα προσκυνήσει τους Θεούς!!».


8. «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Aγίοις αυτού...»


Μαζεύτηκε όλη η πόλη να παρακολουθήσει το μεγάλο γεγονός. Συνόδευσαν τον Άγιο ως το ναό και

μόλις έφτασαν, ο μακάριος τους είπε:

«Μείνετε έξω για να προσευχηθώ στους Θεούς να με συγχωρέσουν που τους καταφρόνησα. Ύστερα

ελάτε και εσείς να δείτε τη θυσία»!


Μπήκε μέσα ο Άγιος κι έκλεισε τις θύρες του ναού. Στρεφόμενος στην ανατολή ύψωσε τα χέρια του και

προσευχόμενος είπε:
« Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, εσύ που δημιούργησες όλο τον κόσμο με το παντοδύναμο Xέρι

Σου, επάκουσε τη δέηση του δούλου σου και σύντριψε τα είδωλα αυτά που πλανούν τους ανθρώπους

σου για να δοξαστεί απ';όλους το όνομα σου».


Ύστερα έκαμε το σημείο του σταυρού και είπε:

«Στο όνομα του αληθινού Θεού, διαλυθείτε όλα και γίνετε νερό για να φύγετε απ'; εδώ μέσα».


Και επάκουσε ο Θεός τό δούλο του: κατέπεσαν τα είδωλα του ναού και έγιναν νερό που χυνόταν από

τη θύρα έξω.


9. Nέοι Χριστιανοί


Όταν είδε ο λαός τό θαυμάσιο συμβάν εντυπωσιασμένος κραύγαζε:

«0 Θεός των Χριστιανών, βοήθησε μας».


Η ομάδα των στρατιωτών και οι δύο δικαστές που συνόδευαν τον Άγιο, πίστεψαν στο Χριστό. 0

ηγεμόνας εξεμάνη από το γεγονός και οργισμένος έριξε πάλι τον Προκόπιο στη φυλακή. Σαν νύχτωσε

πήγαν κρυφά και τον επισκέφθηκαν οι στρατιώτες με τους δικαστές και του ζήτησαν να βαφτιστούν. 0

Άγιος τους δέχθηκε με χαρά και παρακάλεσε το φύλακα να τον αφήσει να φύγει, με την υπόσχεση ότι

θα γυρίσει πριν ξημερώσει. Γνώριζε ο Τερέντιος την ενάρετη ζωή του Αγίου και τον φυγάδεψε.

Έφυγαν όλοι για τον επίσκοπο που ονομαζόταν Λεόντιος και του είπαν να τους βαφτίσει στο όνομα

του Τριαδικού Θεού. Ο αρχιερέας αφού τους κατήχησε με συντομία στα μυστήρια και τα δόγματα της

Πίστης μας, τους βάφτισε όλους και ύστερα τους κοινώνησε το Άγιο Σώμα και Αίμα του Χριστού.


Μετά το βάπτισμα πήγαν όλοι μαζί στη φυλακή, όπου ο Θείος Προκόπιος φωτισμένος από το Άγιο

Πνεύμα. τους δίδασκε:

«Αδελφοί μου, τώρα που γίνατε στρατιώτες του Βασιλιά των oυρανών, φροντίστε να διατηρήσετε

θερμή την πίστη σας. Μη νικηθείτε απ'όσα ευχάριστα ή δυσάρεστα σας συμβούν. Αγαπήστε το Θεό

πάνω απ'όλα και μη φοβηθείτε τα βασανιστήρια που πρόκειται να πάθετε. Το πυρ τούτο κρατά μία

ώρα. Η μακαριότητα και η χαρά που θα σας οδηγήσει θα είναι αιώνια. Οι χαρές του κόσμου τούτου

μπροστά στα αιώνια αγαθά του Αγίου Πνεύματος είναι μηδαμινές. Πιστέψετε με, τίποτα δεν μπορεί να

παρηγορήσει την ψυχή παρά μόνο ο Θεός, του οποίου το κάλος είναι ανείπωτο και η δόξα

ανεκδιήγητη. Τη μακαριότητα και την ειρήνη που χαρίζει σ' όσους τον αγαπούν, δεν μπορεί να την

καταλάβει ο ανθρώπινος νους».


Οι διδαχές του αγιότατου Προκόπιου δεν ήταν παρά μία περιγραφή δικών του βιωμάτων. Το Άγιο

Πνεύμα φέρνει σε κοινωνία τον άνθρωπο με το Θεό:

«Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Πατρός και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος

είη μετά πάντων ημών», ακούμε στη Λειτουργία. Η κοινωνία του σκοτισμένου από τα πάθη και τους
δαίμονες ανθρώπου με το Θεό που είναι Φως, φωτίζει με το χρόνο τον πρώτο ώσπου, όσο επιτρέπει η

αδύνατη φύση μας, να γίνει και ο ίδιος Φως. «Υμείς εστέ το Φως του κόσμου...», είπε ο Κύριος στους

Αποστόλους. Το φως αυτό, δεν είναι απλώς μόνο η διανοητική σοφία, αλλά και η άκτιστη ενέργεια

του Θεού που περιλούζει όλη την ανθρώπινη ύπαρξη. Αυτό επιβεβαιώνει και η ευωδία των Αγίων

λειψάνων. Τη σοφία αύτη που αναφέρεται σε όλη την ύπαρξη είχε ο πνευματοφόρος Προκόπιος, και

οι διψασμένες ψυχές των νέων χριστιανών χόρταιναν από τη Θεία τροφή και αγάλλονταν.


10. Αποκεφαλισμός των μαθητών του


Η μεταστροφή των δικαστών και φρουρών όμως είχε μαθευτεί. Ο Ουλκίωνας εξαγριώθηκε σαν το

άκουσε και πρόσταξε αμέσως να τους παρουσιάσουν μαζί με τον Άγιο μπροστά του. Μόλις τους

έφεραν τούς είπε:

«τι είναι αυτό που μαθαίνω; Εσείς άνδρες σωφρονέστατοι, και παρασυρθήκατε απ αυτόν τον

πλανεμένο;»


Και αυτοί οι μακάριοι του απάντησαν:

«Πως θα συνεχίζαμε να πιστεύουμε σε Θεούς που τους εξαφάνισε ένας φυλακισμένος: Εμείς

πιστεύουμε στό Χριστό που είναι ο μόνος αληθινός Θεός, με τη δύναμη του οποίου διαλύθηκαν τα

είδωλα».


Η ακλόνητη Πίστη του στο Χριστό εξόργισε τον Ουλκίωνα. Δεν έφτανε ο Προκόπιος, βρέθηκαν κι'

άλλοι άνθρωποι του βασιλιά να γίνουν χριστιανοί. Διέταξε αμέσως να τους αποκεφαλίσουν. Τον

Προκόπιο τον έδεσαν με βαριά σίδερα και τον έβαλαν να παρακολουθήσει τη σφαγή για να τον

φοβερίσουν. 0 Άγιος έβλεπε τους αδελφούς του να ρίχνονται στο μαρτύριο για χάρη του Χριστού, και

προσευχόταν θερμά. Προσευχόμενος άκουσε μέσα του φωνή να λέει: «Επέβλεψε ο Θεός στην αγάπη

των δούλων του, Προκόπιε».


Απέκοψαν τις κεφαλες των μακαρίων εκείνων στρατιωτών και των δύο δικαστών (τα ονόματα των

οποίων διατηρήθηκαν από την παράδοση: Νικόστρατος και Αντίοχος), στις 22 Μαίου.


11. Η μετάνοια της μητέρας του


Ο Άγιος έμεινε κλεισμένος στη φυλακή. Μία ημέρα έφεραν δώδεκα γυναίκες από αρχοντικές

οικογένειες, και τις έριξαν στη φυλακή γιατί ομολόγησαν δημόσια ότι πιστεύουν στο Χριστό.


Ήταν όλες ριγμένες σε μια βαθιά περισυλλογή και ήταν φοβισμένες, γιατί γνώριζαν τι θα

επακολουθούσε. Σαν τις είδε ο Άγιος τις συμπόνεσε. Και ενώ περνούσαν από μπροστά του τις κράτησε

για μια στιγμή και τους είπε να μή φοβούνται τα προσωρινά βασανιστήρια, γιατί μ' αυτά θα οδηγηθούν

κοντά στο Χριστό και θα είναι μαζί του αιώνια σε μια ατελεύτητη χαρά και ευφροσύνη. 0ι γυναίκες

άκουαν τα Θεία λόγια και ο φόβος σιγά-σιγά απομακρυ- νόταν, δίνοντας τη θέση του σε μια Θεία
παρηγοριά. Είχαν πια αποδεχτεί το θάνατο και οδηγούνταν στην αθανασία με γενναιότητα έχοντας

ασάλευτη την ελπίδα στο Θεό, την επομένη, με προσταγή του ηγεμόνα, οδηγήθηκαν οι γυναίκες στο

θέατρο της πόλης, όπου λαός πολύς ήταν μαζεμένος.


Ο Ουλκίωνας τους είπε να θυσιάσουν και θα τους αποδώσει τιμές.


Αλλά αυτές οι μακάριες του αποκρίθηκαν:

«Φύλαξε τις τιμές αυτές για σένα. Τιμή και καύχημα γιά μας είναι ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού».


Εξοργισμένος για την απείθεια τους ο ηγεμόνας, διέταξε να τις βασανίσουν αλύπητα. Mε φωτιές τις

κατάφλεγαν, μα αυτές εχοντάς το νου υψωμένο στον Παντοδύναμο Θεό, έπαιρναν ουράνια βοήθεια

και παρηγοριά. Αυτός τις ειρωνευόταν γιατί δεν ερχόταν ο Θεός τους να τις βοηθήσει, και τις

κοροϊδευε ότι μάταια τον πίστευαν. Όμως εκείνες υπέμεναν με καρτερία τα πάντα, και έλυωναν σιγά-

σιγά σαν το κερί, δίνοντας την ύπαρξη τους για το Φως του Χριστού.


Ανάμεσα στο λαό που παρακολουθούσε το μαρτύριο των δούλων του Χριστού, βρισκόταν και η μητέρα

του Θείου Προκόπιου. Bλέποντας την καρτερία των μαρτύρων και γνωρίζοντας ότι η γυναικεία φύση

δεν άντεχε χωρίς βοήθεια στα τόσα βάσανα, ένοιωσε μεσα της την παρουσία του Χριστού.


Δάκρυα μετανοίας μαλάκωσαν την καρδιά της και μέσα στο συντετριμμένο πνεύμα της άρχισε να

διεισδύει το φως της Θείας Χάριτος. Και ξαφνικά «Θείω ζήλω κινουμένη» ορμά στο μέσo του θεάτρου

και χωρίς τίποτα να υπολογίσει, ούτε και αυτή την ζωή της, φώναξε δυνατά:

- Και εγώ είμαι δούλη του Χριστού!


Ξαφνιασμένος ο ηγεμόνας από την αιφνίδια μεταστροφή της, την φώναξε και της είπε:

- Κυρά Θεοδοσία, πως πλανήθηκες και άφησες τους πατρώους Θεούς;


Και η Θεοδοσία άφοβα του απάντησε:

- Πρώτα ήμουν στο σκοτάδι της πλάνης, Ουλκίωνα γιατί προσκυνούσα τ' άψυχα είδωλα. Τώρα ο

Χριστός με βοήθησε να καταλάβω ότι είναι ο αληθινός Θεός και σ' Αυτόν πιστεύω». 0 ηγεμόνας έμεινε

άφωνος.


Αυτή ήταν η γυναίκα που για την ευσέβεια στους Θεούς, πρόδωσε κι αυτόν το γιό της. Και τώρα

γίνεται κι' αυτή χριστιανή. Η γνωριμία με το Χριστό είναι θέμα ταπεινώσεως και μετάνοιας που

πρoϋπoθέτoυν αναγνώριση των αδυναμιών μας. Όλα αυτά ήταν γνωστά στο βασανιστή ηγεμόνα και η

αδυναμία του να επιβληθεί τον εξόργιζε και τον πείσμωνε.


12. Τό μαρτύριο της μητέρας του
Ύστερα από τη σταθερή ομολογία της Θεοδοσίας, ο ηγεμόνας την έρριξε με τις άλλες στη φυλακή,

ώσπου να αποφασίσει τι θα κάνει. Στη φυλακή η Θεοδοσία διακονούσε τις καταματωμένες αδελφές

της. Φρόντιζε την καθεμία με αγάπη και τις μακάριζε ευχόμενη να έχει και αυτή την πίστη τους. Ο

Άγιος Προκόπιος, σαν έμαθε ότι η μητέρα του βρίσκεται στη φυλακη για την αγάπη του Χριστού,

δόξαζε το Θεό. Mε τη βοήθεια του Τερέντιου, πήγαν όλοι μαζί, ο Άγιος, η μητέρα του και οι γυναίκες,

που με Θεία βοήθεια θεραπεύονταν, στον Επίσκοπο και βαφτίστηκαν. 'Υστερα επέστρεψαν στη

φυλακή, όπου μιλούσαν για τη μακαριότητα που απολαμβάνουν, στη γη και στον ουρανό, όσοι

αγάπησαν το Θεό και τήρησαν τις εντολές του.


Το πρωί έφεραν τη Θεοδοσία μπροστά στον ηγεμόνα:

- Bλέπεις ότι δεν σε παιδεύω γιατί σε εκτιμώ, της είπε. Λοιπόν, παρακάλεσε τους Θεούς να σε

συγχωρέσουν για να μην αναγκαστώ να φανώ σκληρός.


Η Θεοδοσία με την ενίσχυση του Αγίου Πνεύματος που πυρπολούσε στην καρδιά της έρωτα Θείο πέρα

από κάθε γήϊνη χαρά του απάντησε ήρεμα:

- Είμαι χριστιανή!


Τότε δίνει διαταγή ο ηγεμόνας να τη βασανίσουν. Με ραβδισμούς την κτυπούσαν αλύπητα και με

σιδερένια νύχια έγδερναν τις πλευρές της. Οι άλλες γυναίκες. που έβλεπαν τα αίματα της να τρέχουν

σαν νερό, αναλύθηκαν σε διαρκή προσευχή. Ζητούσαν από το Mεγαλoδύναμo Θεό να της δίνει δύναμη

και αναψυχή.


Οι θερμές προσευχές των μελλοθανάτων γυναικών κατάκαιαν το μισάνθρωπο δαίμονα. Και

μηχανεύτηκε να παρακινήσει τους βασανιστές να κτυπούν με μολυβένιες σφαίρες τις σιαγόνες των

γυναικών για να σιωπήσουν.


Στον σημερινό άνθρωπο φαίνονται σαν μύθος οι διηγήσεις των μαρτυρίων των χριστιανών των

πρώτων αιώνων, ίσως γιατί σήμερα μας λείπει το μέτρο με το οποίο θα αντιληφθούμε πως άντεχαν οι

μάρτυρες στα τόσα σκληρά βασανιστήρια. Το μέτρο είναι η αγάπη στο Θεό. Αγάπη στο Θεό χωρίς

αγάπη στον συνάνθρωπο δεν είναι η αγάπη που κήρυξε ο Χριστός. Όποιος γεύτηκε έστω και στο

ελάχιστο την αγάπη αυτή θαυμάζει τους Μάρτυρες και είναι σίγουρος για την πραγματικότητα της

αντοχής τους. Αντίθετα αυτός που δε γεύτηκε δεν έχει το μέτρο. Πώς θα κρίνει;


Ύστερα από τη θαυμαστή αντοχή των γυναικών, ο Ουλκίωνας αντιλήφθηκε ότι ήταν αδύνατο να τις

μεταπείσει. Έτσι διέταξε να τις δέσουν όλες με μία αλυσίδα και να τις αποκεφαλίσουν. Όταν έφτασαν

στον τόπο της καταδίκης, έκλιναν οι ευλογημένες τις κεφαλές και δέχτηκαν το μακάριο τέλος στις 29

Μαίου.


13. Προσφορά στον πλησίον
Ύστερα από το μαρτυρικό τέλος τόσων ανθρώπων ο Ουλκίωνας στράφηκε προς τον Προκόπιο. Του

πρότεινε πολλές φορές να θυσιάσει στους Θεούς, όμως ο Άγιος όχι μόνο αρνιόταν, αλλά σαν εικόνα

του Θεού που τον έβλεπε, προσκαλούσε το βασανιστή του στο δρόμο της μετανοίας. Αυτός όμως δεν

ήθελε, και αντίθετα τον χλεύαζε και τον ειρωνευόταν ότι πίστευε σ' έναν καταδικασμένο και

περιφρονημένο, από τους ανθρώπους, Μετά διέταξε να τον βασανίσουν ξεσκίζοντας τις σάρκες του

και κτυπώντας τον με μανία. Το παράδοξο είναι ότι. ενώ το θύμα υπέφερε καρτερικά έχοντας σαν

αναψυχή την ενοικούσα μέσα του Θεία χάρη, ο βάναυσος θύτης από τη λύπη του που δεν τον

μετέπειθε, προσβλήθηκε από θανάσιμο πυρετό.


Δεν άντεξε στην αρρώστεια του ο Ουλκίωνας, πέθανε μέσα σε φρικτούς πόνους, Η θέση του

αναπληρώθηκε από κάποιο Φλαβιανό, όμοια σκληρόκαρδο και βάναυσο με τον προκάτοχο του.

Ακολουθώντας την ίδια τακτική, με απειλές βασάνων καί θανάτου, πίεζε τον 'Αγιο να θυσιάσει στά

είδωλα. 0 Θειότατος Προκόπιος μέσα στη φυλακή που βρισκόταν φώτιζε με τις διδαχές και τα

θαύματα του τους «εν σκότει καθεύδοντας». Πολλοί ήταν οι φυλακισμένοι που εύρισκαν κοντά του την

σωτηρία.


Οι Άγιοι δεν ενδιαφέρθηκαν να κάμουν μεγάλα και κοινωφελή έργα στην εποχή τους. Έβλεπαν ότι,

εάν επιτύχουν παρρησία στο Θεό, αν γίνουν φίλοι του Θεού, θα έχουν να προσφέρουν στους

συνανθρώπους τους ανυπολόγιστες ευεργεσίες σε όλους τους αιώνες και θα βοηθήσουν τους εν

Χριστώ αδελφούς τους στην αιώνια σωτηρία τους, και αυτή είναι η πιό αληθινή προσφορά στον

πλησίον.


Η προσφορά πραγμάτων που φθείρονται δεν τους συγκινούσε, φρόντιζαν να καθαρισθούν από τα

πάθη με την αδιάλειπτη προσευχή, τη νηστεία, την εγκράτεια. Η δυνατότητα του αγιασμού δόθηκε σε

κάθε άνθρωπο, με την Ανάσταση του Χριστού. Αυτός που αγωνίζεται να καθαρισθεί από τα πάθη είναι

ένας αγωνιστής για ολόκληρη την ανθρωπότητα, γιατί τα πάθη είναι ασθένεια της κοινής φύσης μας.

Αυτή είναι και η αληθινή αρχή της Ιεραποστολής: η κάθαρση από τα πάθη. Τα πάθη δεν καθαρίζονται

με τη σκέψη ή την αυθυποβολή σε ορισμένες «καλές πράξεις», αλλά με εκζήτηση ταπεινού πνεύματος

από το Θεό που φέρνει μέσα μας το Άγιο Πνεύμα, αυτό μας καθαρίζει. Ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ

λέγει επιγραμματικά: «Σκοπός της ζωής είναι η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος».


14. Στεφάνι Ουράνιας δόξας


Η αδυναμία του να επιβληθεί, στη δύναμη του πνεύματος και της σοφίας του Αγίου, εξόργισε το

Φλαβιανό. Δεν είχε άλλο τρόπο να επιβάλει τη θέληση του, παρά μόνο με τη βία. Πρόσταξε μία μέρα

τον Αρχέλαο, ένα στρατιώτη του, να τον θανατώσει με το σπαθί του. Μα μόλις σήκωσε το χέρι του ο

στρατιώτης να σκοτώσει τόν 'Αγιο, έπεσε κάτω και ξεψύχησε. 0 ταλαίπωρος Φλαβιανός, αντί να

νουθετηθεί και να μετανοήσει από τη θέα του θαυμαστού συμβάντος, περισσότερο σκληρύνθηκε και

πρόσταξε τόσο φρικτά βασανιστήρια, που μόνο το άκουσμα τους να προκαλεί αποτροπιασμό: τον
μαστίγωναν, του έβαζαν στην πλάτη αναμμένα κάρβουνα, πύρωναν σουβλιά και κατάκαιαν το

ξεσκισμένο σώμα του, ρίπτοντας ύστερα αλάτι στις πληγές του.


0 ακαταμάχητος πόθος του βασανιστή να γίνει το θέλημα του, επινόησε ένα τέχνασμα προκειμένου να

κάμει τον Άγιο να υποκύψει: ετοίμασαν ένα βωμό και τοποθέτησαν πάνω αναμμένα κάρβουνα. Ύστερα

έσπρωχναν και κρατούσαν με σίδερα το δεξί χέρι του Αγίου, όπου έβαλαν κάτι προς θυσία. πάνω από

τα κάρβουνα, ώστε να αναγκαστεί από τη θερμότητα να ρίξει το προς θυσία και να φανεί η πράξη του

σαν θυσία στους Θεούς. 0 Άγιος όμως αφησε ακίνητο το χέρι του, ώσπου κατακάηκε χωρίς να ρίξει το

προς θυσία!!!


0 κοσμικός άνθρωπος αγωνίζεται για να ικανοποιήσει τις βιολογικές του ανάγκες. Ζεί κάτω από τις

βιολογικές του ανάγκες και αυτός ο τρόπος ζωής του δημιουργεί φυσικό και τον ανάλογο τρόπο

σκέψης: δεν μπορεί να κατανοήσει τι ωφελεί η νηστεία και η άσκηση και ποιά η αναγκαιότητα της

προσευχής. Αντίθετα ο πνευματικός άνθρωπος επειδή αγωνίζεται να ενωθεί με το Θεό που είναι η

αυτοζωή (δεν έχει τις βιολογικές ανάγκες) σε πρώτη θέση έχει τον αντίθετο τρόπο σκέψεως:

αγωνίζεται. κατά το δυνατό, να περιορίσει στο αναγκαίο τις βιολογικές ανάγκες. Γι' αυτό, νηστεύει,

εγκρατεύεται. προσεύχεται. Έτσι φτάνουμε στο να ακούμε ότι οι μεγάλοι ασκητές μέρες ολόκληρες

δεν έτρωγαν καθόλου ή έμεναν ολόγυμνοι μέσα στο φοβερό κρύο.


Με αυτό τον τρόπο σκέψεως, χωρίς εμείς να είμαστε σε τέτοια μέτρα, ξέρουμε ότι οι Άγιοι ξεπέρασαν

και τις βιολογικές τους ανάγκες ακόμη, μεταξύ των οποίων είναι και ο πόνος, που προειδοποιεί τον

άνθρωπο για ένα κακό που πρόκειται νό πάθει.


0 αγιότατος Προκόπιος ήταν πιά ένας επίγειος άγγελος και ένας ουράνιος άνθρωπος. Ξεπέρασε τον

πόνο τοϋ σώματος, γιατί με την άσκηση, τη νηστεία και την προσευχή πάλεψε μαζί του και το νίκησε.

Αλλ' ούτε το θαυμασιότατο αυτό θέαμα έκαμψε την αδιαλλαξία του βασανιστή. Αντίθετα πείσμωσε και

πρόσταξε να πετάξουν τόν Άγιο μέσα σε πυρακτωμένη κάμινο. Μόλις τόν έφεpαν στο στόμιο της

καμίνου ο Άγιος έκαμε το σημείο του σταυρού και αμέσως η φωτιά διασκορπίστηκε. 0 βάναυσος

ηγεμόνας τότε έγραψε την τελευταία απόφαση του για τον Άγιο: να κοπεί η κεφαλή του έξω από την

πόλη.


Όταν έφτασαν στον τόπο της καταδίκης, ζήτησε ο ισάγγελος Προκόπιος λίγη ώρα για να προσευχηθεί.

Δεήθηκε στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, για την πόλη, την Εκκλησία, και τον κόσμο ολόκληρο. Ζήτησε

από τον Ουράνιο Βασιλέα, να τον αξιώσει να γίνει κληρονόμος της Βασιλείας του. Ύστερα έκλινε τον

αυχένα και του έκοψαν την μακαρία κεφαλή του, παίρνοντας από το στεφανοδότη Χριστό, το στεφάνι

της ουράνιας δόξας και μακαριότητας.


Η Αγία μας Εκκλησία γιορτάζει την μνήμη του στις 8 Ιουλίου.
Ο ΣΑΛΟΣ ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΙ Η ΣΑΛΟΤΗΤΑ
                         ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

                                 Του κ. Παναγιώτη Μαρτίνη
                              Δρ. Θεολογίας, τ. Σχολ. Συμβούλου



                                        Μια μορφή πνευματικής άσκησης υπήρξε και η
                                        "σαλότης" ή η "δια Χριστόν μωρία", η οποία
                                        εμφανίζεται τον 4ο μ.Χ. αι. Αφετηρία της πρέπει να
                                        υπήρξε η Αίγυπτος, στη Συρία όμως βρίσκει, ίσως,
                                        το πιο κατάλληλο έδαφος για να αναπτυχθεί. Έχει
                                        τη βιβλική της θεμελίωση (Α' Κορ. 3,18) και ο Απ.
                                        Παύλος θεωρείται ο "πνευματικός δάσκαλος" των
                                        "δια Χριστόν σαλών".

                                        Πρώτος "σαλός", που μεταφέρει τη μορφή αυτή
                                        άσκησης από την έρημο στον κόσμο, είναι ο Αγ.
                                        Συμεών (6ος αι.), που καταγόταν από την Έδεσσα
                                        της Συρίας.

                                        Οι "δια Χριστόν σαλοί" ήσαν ασκητές, οι οποίοι
                                        προσποιούνταν τους τρελούς για να φέρουν τα θεία
                                        μηνύματα στον κόσμο. Η "δια Χριστόν σαλότης"
                                        ήταν μια προσποιητή "μωρία" και γι' αυτό η πιο
                                        δύσκολη και επικίνδυνη πνευματική άσκηση. Είναι
                                        ένα επικίνδυνο "παιχνίδι" γι' αυτούς τους ασκητές,
οι οποίοι, φαινομενικά, αρνούνται τα μοναχικά τους ιδεώδη. Το βασικό τους έργο είναι η
ανακάλυψη και η αποκάλυψη της αμαρτίας. Γι' αυτό κυκλοφορούν ελεύθερα στην αγορά,
στις πλατείες, στις ταβέρνες, στα δημόσια λουτρά, ακόμη και στα κακόφημα σπίτια, εκεί και
όπου με το διορατικό τους χάρισμα "βλέπουν" να φωλιάζει η αμαρτία.

Τέλος ο "σαλός" γίνεται ο "αλήτης του Θεού", που διαρκώς φεύγει και παντού είναι ξένος.

Και ο Αγ. Ανδρέας ο "σαλός" αυτό το δύσκολο και επικίνδυνο "παιχνίδι", την προσποιητή
τρέλα, αναλαμβάνει, ύστερα από θεία κλήση, να "παίξει" στην Κωνσταντινούπολη του 9ου
μ.Χ. αι. Το δύσκολο ρόλο του, μαζί με άλλα προβλήματα, όπως είναι ο πραγματικός χρόνος
της συγγραφής του "βίου" του, η ιστορικότητά του, προσπαθεί να ερευνήσει αυτή η μελέτη,
που έγινε και το αντικείμενο διδακτορικής διατριβής στο Pont. Institute Orientale της Ρώμης.
Βασίζεται στα κείμενα: Acta S.S. (Maii, t vi, p.p. 4-111) και στην Patrologia Greca του Z. P.
Migne ( t. 111, 621-888).

Ο Αγ. Ανδρέας ο "σαλός" "Σκύθης τω γένει" γίνεται ο εισηγητής της "σαλότητος" στην
πατρίδα του τη Ρωσία. Οι "yurodivi", οι Ρώσοι "δια Χριστόν σαλοί", είναι πολύ γνωστοί και
αγαπητοί άγιοι στο ρωσικό λαό.
ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ "ΑΚΡΟΤΗΤΕΣ" ΣΤΟΝ
                             ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟ

                                Του κ. Παναγιώτη Μαρτίνη
                             Δρ. Θεολογίας, τ. Σχολ. Συμβούλου



                                       Όπως κοιτίδα του μοναχισμού θεωρείται η
                                       Αίγυπτος, έτσι και η Συρία θεωρείται η κοιτίδα του
                                       ερημιτικού βίου. Στη Συρία θα αναπτυχθούν οι
                                       ακραίες μορφές του αναχωρητισμού, όπως είναι οι
                                       "δια Χριστόν σαλοί", οι έγκλειστοι, οι στυλίτες,
                                       "βοσκοί", κ.ά.

                                       Σ' αυτή τη μελέτη αναπτύσσονται και οι δύο τύποι
                                       του ερημιτισμού. Ο τύπος του "ανοικτού μέσου",
                                       που ανήκουν οι στυλίτες ή κιονίτες, δενδρίτες και
                                       "βοσκοί", καθώς και ο τύπος του "κλειστού μέσου",
                                       στον οποίο ανήκουν κυρίως οι έγκλειστοι ασκητές.

                                       Ξεκινάμε τη μελέτη μας με τους στυλίτες και τους
                                       δενδρίτες.

                                       Στην αρχή αναφερόμαστε στη βιβλική και
                                       συμβολική σημασία του "στύλου" και στη συνέχεια
                                       παραθέτουμε σε περιληπτική μετάφραση (το
                                       πρωτότυπο σε υποσημείωση) τους "βίους" γνωστών
στυλιτών.

Από την Ασκητική Γραμματεία (Θεοδώρητος Κύρου, Ιωάννης Μόσχος, Συμεών ο
Μεταφραστής) παίρνουμε πληροφορίες για τους Οσ. Συμεών τον παλαιό, Δανιήλ το Στυλίτη,
Συμεών τον Νέο, Αλύπιο τον Κιονίτη, κ.ά., για να καταλήξουμε στην ύπαρξη στυλιτών μέχρι
τον 19ο αι.

Υπήρξε στυλίτης και στην Πάτρα, καθώς και στο Zεμενό Κορινθίας (10ος αι.).

Την ίδια με τους στυλίτες άσκηση ακολουθούν και οι δενδρίτες, που χρησιμοποιούν αντί του
στύλου το δέντρο. Γνωστοί δενδρίτες ήσαν ο όσιος Δαβίδ ο "εν Θεσσαλονίκη" (5ος - 6ος αι.)
και ο βούλγαρος οσ. Ιωάννης της Ρίλα (9ος - 10ος αι.)

Στον "ανοικτού μέσου" τύπο ανήκουν και οι "βοσκοί" (Pastori). Σύμφωνα με τους "βίους"
ζούσαν ελεύθερα στην έρημο ή στα όρη και τρέφονταν ως "οι βόσκοντες" με χόρτα και
ρίζες. Νυχθημερόν δοξολογούσαν τον Θεό.

Για την κατηγορία αυτή των ασκητών μας πληροφορούν οι ασκητικοί συγγραφείς, Ευάγριος
ο Σχολαστικός, ο ιστορικός Σωζόμενος, ο οσ. Εφραίμ ο Σύρος και ο αγ. Σωφρόνιος,
πατριάρχης Ιεροσολύμων. Στην κατηγορία των "βοσκών" ανήκει και η οσ. Μαρία η
Αιγυπτία.

Στον "κλειστού μέσου" τύπο ανήκουν οι έγκλειστοι (Reclusi). Ο τρόπος αυτός άσκησης
ζεκινάει τον 4ο αι. Οι ασκητές αυτού του τύπου κλείνονταν σε κελλί ή σε σπηλιά, ακόμη και
σε τάφο, σφράγιζαν την είσοδο και άφηναν ένα μικρό άνοιγμα για να παίρνουν τη λιτή
τροφή τους και να διδάσκουν τους επισκέπτες τους.

Τις περισσότερες, συγκλονιστικές πράγματι, ιστορίες γι' αυτούς τους ασκητές μας διασώζει ο
επίσκοπος Κύρου Θεοδώρητος (5ος - 6ος αι.) στο έργο του "Φιλόθεος Ιστορία". Σ' αυτό
αναφέρονται οι όσιοι Μαρκιανός, Σαλαμάνης, Μάρης, Θαλέλαιος, καθώς και οι αδελφές
Μαράννα και Κύρα.

Ονομαστοί, επίσης, έγκλειστοι υπήρξαν οι όσιοι Βαρσανούφιος και Ιωάννης ο προφήτης
(6ος αι.), καθώς και ο οσ. Νεόφυτος ο Κύπριος (12ος αι.).

Τελευταίος έγκλειστος υπήρξε ο οσ. Θεοφάνης ο Ρώσος (19ος αι.). Έζησε ως έγκλειστος
στην έρημο Visensk 28 χρόνια και ασχολήθηκε με την "Ταχυδρομική ποιμαντική".

Ανακηρύχθηκε άγιος από την Ι. Σύνοδο της Ρωσικής Εκκλησίας το 1988.

   Ο Εφραίμ ο Σύρος (περ. 306 -378 ή 379), ο αποκαλούμενος και «Όσιος», ήταν ένας
   από τους πρώτους εκκλησιαστικούς συγγραφείς. Γεννήθηκε στη Νίσιβη της
   Μεσοποταμίας, από όπου και έλαβε το όνομα «Σύρος».

   Οι χριστιανοί γονείς του ομολόγησαν την πίστη τους την εποχή των διωγμών.
   Ανατράφηκε από τον επίσκοπο Ιάκωβο και βαπτίστηκε σε ηλικία 18 ετών. Στη
   συνέχεια έζησε ως ασκητής στην Έδεσσα της Μεσοποταμίας. Χειροτονήθηκε
   διάκονος στην Καισάρεια από τον Βασίλειο Καισαρείας. Τον διέκριναν η ηθική
   αυστηρότητα και η φιλανθρωπία. Πέθανε στην Έδεσσα.

   Ο Εφραίμ άφησε σημαντικό έργο, όπως βίους πατριαρχών της Βίβλου, ύμνους,
   λόγους, ερμηνευτικά της Αγίας Γραφής και πολλά άλλα. Ο Μέγας Βασίλειος τον
   περιέγραψε ως «πάντων ἐλλογιμώτερος»[1] από αυτούς που ζούσαν εκείνη την
   εποχή. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος τον περιέγραψε ως εξής: «Ἐφραῒμ ὁ πολὺς, ἡ
   παραμυθία τῶν ἀθυμούντων, ἡ παιδαγωγία τῶν νέων, ἡ χειραγωγία τῶν
   μετανοούντων, ἡ κατὰ τῶν αἱρετικῶν ῥομφαία, τὸ δοχεῖον τοῦ Πνεύματος, τὸ
   σκεῦος τῶν ἀρετῶν»[2].

   Η μνήμη του οσίου Εφραίμ εορτάζεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις 28
   Ιανουαρίου.

   Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακας πιθανότατα γεννήθηκε το β΄ μισό του τον 6ο αιώνα
   μ.Χ. Ήταν γιος πλούσιας και ευσεβούς οικογένειας. Σε νεαρή ηλικία, παρακολούθησε
   ανώτερο κύκλο μορφώσεως, ώστε να διακρίνεται ανάμεσα στους συνομήλικούς του.
   Εκείνος όμως, ενδιαφερόταν περισσότερο για την προσευχή, τις θεολογικές μελέτες,
   την συγγραφική εργασία και την άσκηση.

   Πήγε στο Όρος Σινά, κοντά στον φημισμένο αναχωρητή Μαρτύριο, ο οποίος
   καθοδήγησε πνευματικά τον νεαρό Ιωάννη. Μετά από τέσσερα χρόνια άσκησης,
   εκάρη μοναχός ενώ η φήμη των αρετών και της σοφίας του είχε ευρύτερα διαδοθεί.
   Γι' αυτό πολλοί μοναχοί και λαϊκοί, αλλά και αξιωματούχοι έρχονταν στη Μονή για
να ζητήσουν τη συμβουλή του. Είχε και το χάρισμα της θαυματουργίας. Λόγω της
διαβίωσής του στην Ιερά Μονή Σινά ονομάζεται και Σιναΐτης.

Μετά το θάνατο του ηγούμενου της Μονής και κατόπιν απαιτήσεως των αδελφών
δέχθηκε να γίνει Ηγούμενος της ιεράς Μονής Σινά για μερικά χρόνια. Η νοσταλγία,
όμως, της ερημικής ζωής, έκανε τον Ιωάννη να αποσυρθεί πάλι στην έρημο και να
αφοσιωθεί πάλι στις μελέτες του.

Εκοιμήθη εν ειρήνη περί το 650 και άφησε δύο σπουδαιότατα συγγράμματα, την
«Κλίμακα» και τον «Λόγον προς τον Ποιμένα».

Η «Κλίμακα» περιλαμβάνει τριάντα λόγους περί αρετής, όπου ο καθένας λόγος
περιλαμβάνει και μια αρετή, ξεκινώντας από τις πιο πρακτικές και ανεβαίνοντας σαν
σκαλοπάτια κατέληξε στις θεωρητικά υψηλές. Στη πνευματική ζωή έχουμε βαθμίδες
χαμηλές και υψηλές, καταστάσεις κατώτερες και ανώτερες. Γι' αυτό και το
σύγγραμμα ονομάζεται Κλίμακα των αρετών.

Στο έργο του αυτό ο συγγραφέας παρουσιάζει συστηματικά τις ιδέες του για την
κοινοβιακή κυρίως, αλλά και για την ερημική ζωή, ταξινομώντας αυτές κατά τρόπο
που δείχνει πορεία προς την ηθική τελείωση. Είναι γραμμένο σε κομψή ελληνική
γλώσσα, καλοδουλεμένη με χάρη και μελωδικότητα. Έχει διαύγεια, γλαφυρότητα,
παραστατικότητα και παρουσιάζει πλούτο εκφράσεως, καλαισθησία και ευγένεια.
Στη διακόσμηση του λόγου με εικόνες και παρομοιώσεις ο ιερός συγγραφέας είναι
απαράμιλλος. Πάσης φύσεως σχήματα λόγου αναδύονται καθώς και ωραίες και
επιτυχημένες προσωποποιήσεις.


Από την αρχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής το σύγγραμμά του διαβάζεται σε όλα τα
ορθόδοξα μοναστήρια. Επειδή είναι παγκόσμιο κειμήλιο αναλύσεως όλων των παθών
και των αρετών, η Εκκλησία τιμά ιδιαίτερα σε αυτή τη πνευματική περίοδο τον
συγγραφέα άγιο Ιωάννη της Κλίμακας και το προτείνει για ανάγνωσμα.

Η μνήμη του εορτάζεται στις 30 Μαρτίου και την Δ΄ Κυριακή των Νηστειών της
Μεγάλης Τεσσαρακοστής

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
   ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΕΝΔΟΞΟΥ
   ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ
    ΕΙΡΗΝΗΣ
Εἰρήνη, ἡ Ἁγία αὕτη Μεγαλομάρτυς, ἧτο μονογενὴς θυγάτηρ Λικινίου καὶ
Λικινίας, καταγομένη ἐκ τῆς πόλεως Μαγεδὼν καὶ ἀκμάσασα κατὰ τὸ ἔτος 315,
ὠνομάσθη δὲ πρότερον ὑπὸ τῶν γονέων της Πηνελόπη. Ἐπειδὴ δὲ ἦτο ὡραία καὶ
ὑπερέβαλλε κατὰ τὸ κάλλος ὅλας τὰς συγχρόνους της κόρας, διὰ τοῦτο διέμενεν
ἐπὶ ὑψηλοῦ τινος πύργου, κτισθέντοςπαρὰ τοῦ πατρός της, μετὰ δεκατριῶν
ὡραίων θεραπαινῶν, διάγουσα ἐν μέσῳ πλούτου πολλοῦ καὶ ἔχουσα θρόνον,
τράπεζαν καὶ λυχνίαν κατεσκευασμένα ἐκ χρυσοῦ. Ὅταν δὲ ὡρίσθη παρὰ τοῦ
πατρός της νὰ μένῃ ἐν τῷ πύργῳ, ἧτο ἑξαετὴς καὶ ἐπαιδαγωγεῖτο καὶ ἐδιδάσκετο
ὑπό τινος γέροντος, Ἀπελλιανοῦ ὀνομαζομένου, τὸν ὁποῖον διώρισεν ὁ πατήρ της
Λικίνιος, ἵνα ἐπιτηρῇ ταύτην.
Μίαν ἡμέραν εἶδεν ἡ Ἁγία περιστερὰν εἰσελθοῦσαν εἰς τὸν πύργον καὶ φέρουσαν
κλάδον ἐλαίας εἰς τὸ στόμα της, τὸν ὁποῖον ἀπέθεσεν ἐπὶ τῆς χρυσῆς τραπέζης.
Καθ᾿ ὅμοιον τρόπον εἶδε καὶ ἀετὸν κρατοῦντα διὰ τοῦ ράμφους του στέφανον,
πεπλεγμένον μὲ ἄνθη, τὸν ὁποῖον καὶ οὗτος ἀφῆκεν ἐπὶ τῆς αὐτῆς τραπέζης καὶ
ἐπειτα εἶδε κόρακα εἰσελθόντα ἐκ τοῦ ἄλλου παραθύρου καὶ κρατοῦντα ὄφιν, τὸν
ὁποῖον ἀπέθηκεν ἐπὶ τῆς ἰδίας τραπέζης. Βλέπουσα δὲ ταῦτα ἡ κόρη, ἠπόρει καὶ
ἐσυλλογίζετο τί ἄρα ταῦτα δηλοῦσιν.

Τότε ὁ γέρων Ἀπελλιανός, ὁ διδάσκαλός της, ἐξήγησε ταῦτα, εἰπὼν πρὸς ταύτην.
Ἡ μὲν περιστερὰ δηλοῖ τὴν παιδείαν τῆς γνώμης, ὁ δὲ κλάδος ἐλαίας σημεῖον
θαυμαστὸν γεγονότων καὶ τύπον βαπτίσματος, ὁ ἀετός, ἐπειδὴ εἶναι βασιλεὺς
τῶν πτηνῶν, προεικονίζει, διὰ τοῦ στεφάνου, μέλλουσαν νίκην εἰς ἐκλεκτὰς καὶ
ἀγαθὰς πράξεις· ὁ δὲ κόραξ διὰ τοῦ ὄφεως δηλοῖ, ὅτι θέλεις δοκιμάσει θλίψιν καὶ
ταλαιπωρίαν. Ἵνα δὲ συντόμως εἴπωμεν, διὰ τῆς ἐξηγήσεως, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ
Ἀπελλιανός, ἀπεκάλυπτε τὸν ἀγῶνα τοῦ μαρτυρίου, τὸν ὁποῖον ἔμελλεν ἡ Ἁγία νὰ
τελειώσῃ, διὰ τὴν ἀγάπην της πρὸς τὸν Θεόν. Τὰ δὲ ἐν συνεχείᾳ ἐξιστορούμενα
περὶ τῆς Ἁγίας ταύτης, πράγματι εἶναι παράδοξα καὶ ὑπερφυσικά.

Λέγουσι, δηλαδή, ὅτι Ἄγγελος Κυρίου ἔδωκεν εἰς αὐτὴν τὸ ὄνομα καὶ ἀντὶ
Πηνελόπης μετωνόμασεν αὐτὴν Εἰρήνην καὶ ἀκολούθως, ὅτι Ἄγγελος Κυρίου τὴν
ἐδίδαξε τὴν τοῦ Χριστοῦ πίστιν καὶ προεῖπεν εἰς αὐτήν, ὅτι πολλαὶ μυριάδες
ψυχῶν θὰ σωθῶσι δι᾿ αὐτῆς καὶ ὅτι θέλει ἔλθη πρὸς αὐτὴν παραδόξως ὁ
Ἀπόστολος Τιμόθεος, ὁ τοῦ Παύλου μαθητής, ὅστις θέλει βαπτίσει αὐτήν. Ὅταν
δὲ ὅλα ταῦτα ἐπραγματοποιήθησαν, τότε ἡ μακαρία Εἰρήνη ἐκρήμνησε τὰ εἴδωλα
τοῦ πατρός της, συντρίψασα ταῦτα. Πρῶτον λοιπὸν ἐξητάσθη ὑπὸ τοῦ ἰδίου
πατρός τῃς, ὁ ὁποῖος, ὡς εἶδεν ὅτι αὕτη ἐπέμενεν εἰς τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ,
προσέταξε νὰ τὴν δέσωσι καὶ οὕτω δεδεμένην νὰ καταπατήσωσιν οἱ ἵπποι. Εἷς δὲ
ἐκ τῶν ἴππων αὐτῶν, ἀντὶ νὰ βλάψῃ τὴν Ἁγίαν, ἐξηγριώθη κατὰ τοῦ πατρός της
καὶ τοῦτον ρίψας κατὰ γῆς, συνέτριψε τὴν δεξιάν του χεῖρα. Οὕτως, αὐτὸν μὲν
ἐθανάτωσε, τὴν δὲ Ἁγίαν ἐμακάρισε μὲ ἀνθρωπίνην φωνήν.

Λυθεῖσα δὲ ἡ Μάρτυς ἐκ τῶν δεσμῶν, παρεκλήθη ὑπὸ τῶν παρεστώτων καὶ
προσευχηθεῖσα ἀνέστησε τὸν πατέρα της, ὁ ὁποῖος ἐπίστευσεν εἰς τὸν Χριστὸν
μετὰ τῆς συζύγου του καὶ τριῶν ἄλλων χιλιάδων ἀνθρώπων, οἵτινες ἅπαντες
ἐδέχθησαν τὸ Ἅγιον Βάπτισμα. Ὁ δὲ πατήρ της, ἐγκαταλείψας μετὰ ταῦτα τὴν
βασιλεία, κατῴκησεν εἰς τὸν πύργον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἔκτισε διὰ τὴν θυγατέρα
του καὶ ἐκεῖ διῆλθε τὸ ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς του ἐν μετανοίᾳ.

Ἀποθανόντος δὲ τοῦ πατρός της, ἐγένετο ἄλλος βασιλεύς, Σεδεκίας
ὀνομαζόμενος, ὁ ὁποῖος ἠνάγκασε τὴν Ἁγίαν νὰ θυσιάσῃ εἰς τὰ εἴδωλα. Ἐπειδὴ
ὅμως αὕτη οὐδόλως ἐπείθετο, ἐπρόσταξε καὶ ἔρριψαν ταύτην τὴν μακαρίαν
πρηνῆ, ἐντὸς βαθυτάτου λάκκου, ὅπου εὑρίσκοντο διάφορα ἑρπετὰ καὶ
δηλητηριώδεις ὄφεις. Ἡ δὲ Ἁγία, ἂν καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δεκατέσσαρας ἡμέρας, ὅμως
ἐξῆλθεν ἀβλαβής. Ὅθεν ἐπριόνισαν μὲν αὐτῆς τοὺς πόδας, δι᾿ ἐπιστασίας ὅμως
θείου Ἀγγέλου κατέστη πάλιν ὑγιής. Ἔπειτα ἔδεσαν αὐτὴν εἰς τροχόν, τὸ δὲ
ὕδωρ, τὸ ὁποῖον ἐκίνει τὸν τροχόν, κάτω φερόμενον, ἐσταμάτησε πάραυτα, ἡ δὲ
Ἁγία ἔμεινεν οὕτω τελείως ἀβλαβής. Ἐξ αἰτίας δὲ τοῦ τοιούτου θαύματος
ἐπίστευσαν εἰς τὸν Χριστὸν ὀκτὼ χιλιάδες ψυχαί. Ἀφοῦ δὲ ὁ βασιλεὺς Σεδεκίας
ἐξέπεσε τῆς βασιλείας καὶ ὁ υἱός του Σαβὼρ ἐπολέμει τοὺς ἐκθρονίσαντας τὸν
πατέρα του, τότε ἡ Ἁγία Εἰρήνη συνήντησεν ἐκτὸς τῆς πόλεως Μαγεδὼν τὸν
Σαβὼρ καὶ τὸ στράτευμα αὐτοῦ. Ὡς δὲ προσευχήθη, ἅπαντες ἐτυφλώθησαν καὶ
δὲν ἔβλεπον ποῦ νὰ ὑπάγωσι. Προσευχηθεῖσα δὲ πάλιν ἐδώρησεν εἰς αὐτοὺς διὰ
τῆς θείας χάριτος, τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν των. Διὰ τοῦτο ἀφοῦ ἐκάρφωσαν οἱ
ἀχάριστοι τὰς πτέρνας τῆς Ἁγίας, ἐφόρτωσαν αὐτὴν μὲ σάκκον πλήρη ἄμμου καὶ
οὕτω πεφορτωμένην ἐδίωξαν αὐτὴν βιαίως εἰς τριῶν μιλίων ἀπόστασιν.

Ἐπειδὴ δὲ ἀμέσως τότε ἡ γῆ ἐσχίσθη εἰς δύο καὶ ἐδέχθη ἐντὸς αὐτῆς δέκα
χιλιάδας ἀπίστων, τούτου ἕνεκα προσῆλθον εἰς τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ ἕως
τριάκοντα χιλιάδες ἄνθρωποι. Ὁ βασιλεὺς ὅμως ἔμενεν ἐν τῇ ἀπιστίᾳ. Ὅθεν
ἐλθὼν Ἄγγελος Κυρίου, ἐκτύπησεν αὐτὸν καὶ τὸν ἐθανάτωσε. Τότε ἡ Ἁγία,
λαβοῦσα ἄδειαν, περιεπάτει ἐλευθέρως ἐντὸς τῆς πόλεως καὶ ἐποίει πολλὰ
θαύματα. Πορευθεῖσα δὲ καὶ εἰς τὸν πύργον, ὅπου ἦτο ὁ πατήρ της μετὰ τοῦ
ἱερέως Τιμοθέου, κατώρθωσε διὰ τῆς διδασκαλίας της, νὰ προσέλθωσιν εἰς τὴν
πίστιν τοῦ Χριστοῦ πέντε χιλιάδες εἰδωλολατρῶν. Μετ᾿ αὐτῶν δέ, ἐπίστευσαν καὶ
τριάκοντα τρεῖς ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἦσαν διωρισμένοι νὰ φυλάττωσι τὸν πύργον,
ἅπαντες δὲ οὗτοι ἔλαβον τὸ Ἅγιον Βάπτισμα. Μετὰ ταῦτα ἦλθεν ἡ Ἁγία εἰς τὴν
πόλιν τὴν ὀνομαζομένην Καλλίνικον, ὅπου ἦτο ὁ βασιλεὺς Νουμεριανός, συγγενἠς
τῶν πρῴην βασιλέων καὶ ἀφοῦ παρουσιάσθη εἰς αὐτόν, ὡμολόγησε τὸν Χριστόν.
Ὅθεν ἐνέκλεισαν αὐτὴν ἐντὸς τριῶν χαλκίνων βοῶν πεπυρωμένων καὶ μετέθετον
ταύτην ἀπὸ τὸν πρῶτον εἰς τὸν δεύτερον καὶ ἀπὸ τοῦ δευτέρου εἰς τὸν τρίτον. Ὁ
δὲ τρίτος βοῦς καίτοι ἄψυχος ὤν, παραδόξως περιεπάτησε καὶ ἔπειτα ἐσχίσθη.
Ὅθεν ἐξῆλθεν ἡ Ἁγία ἐξ αὐτοῦ ἄφλεκτος καὶ ἀβλαβής. Πολλοὶ δὲ ἄπιστοι ἰδόντες
τὸ τοιοῦτον θαυμάσιον, ἐπίστευσαν εἰς τὸν Χριστόν. Ἦσαν δὲ οὗτοι ἕως δέκα
μυριάδες. Ὅταν δὲ ὁ βασιλεὺς ἔμελλε νὰ ἀποθάνῃ, παρήγγειλεν εἰς τὸν ἔπαρχον
νὰ τιμωρήση μὲ διαφόρους βασάνους τὴν Ἁγίαν· ὁ δὲ ἔπαρχος δέσας τὴν μάρτυρα
μὲ ἁλύσεις, ἤναψε μεγάλην πυρὰν κάτωθεν αὐτῆς, ἀλλὰ κατελθὼν Ἄγγελος
Κυρίου καὶ τὸ πῦρ σβέσας, διεφύλαξε τὴν Ἁγίαν ἀβλαβῆ. Ὅθεν ὁ ἔπαρχος, βλέπων
τοῦτο, ἐπίστευσεν εἰς τὸν Χριστὸν μετὰ τῶν οἰκείων του.

Ἀλλ᾿ ἡ φήμη τῶν θαυμασίων τῆς Ἁγίας ἔφθασε καὶ μέχρι τοῦ Σαβωρίου τοῦ τῶν
Περσῶν βασιλέως, ὅστις ἔζη κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ μεγάλου Κωνσταντίνου ἐν
ἔτει 330· οὗτος δὲ προσέταξε νὰ ἀποκεφαλίσωσι τὴν μάρτυρα. Ἀπεκεφαλίσθη
λοιπὸν ἡ τοῦ Χριστοῦ καλλίνικος Εἰρήνη καὶ ἐτέθη ἐντὸς τάφου, ἀλλὰ πάλιν
ἀνεστήθη ὑπὸ θείου Ἀγγέλου, ὁ ὁποῖος ἐμακάρισεν αὐτήν, διότι ἐμαρτύρησεν
ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἐπίσης καὶ ἐκείνους ὅσους ἐπίστευσαν εἰς τὸν Χριστὸν δι᾿
αὐτῆς καὶ ὅσους θὰ μνημονεύωσι τὸ ὄνομά της, ἑορτάζοντες τὴν ἡμέραν τοῦ
μαρτυρίου της. Ἀφοῦ δὲ ἀνέστη, λέγεται ὅτι εἰσῆλθεν εἰς τὴν πόλιν τὴν
καλουμένην Μεσημβρίαν, κρατοῦσα εἰς τὰς χεῖρας της κλάδον ἐλαίας καὶ οὕτω
παρουσιάσθη εἰς τὸν βασιλέα, ὁ ὁποῖος ἰδὼν αὐτήν, ἐπίστευσεν εἰς τὸν Χριστὸν
καὶ ἐβαπτίσθη ὑπὸ τοῦ πρεσβυτέρου Τιμοθέου μετὰ πολλῶν μυριάδων ἀνθρώπων.
Ἔπειτα μετέβη ἡ Ἁγία εἰς τὴν ἰδίαν αὐτῆς πόλιν Μαγεδὼν πρὸς τοὺς γονεῖς της
καὶ τὸν μὲν πατέρα της ἐπένθησεν, ὡς προαποθανόντα, ἀφοῦ δὲ εἶδε καὶ
ἀπεχαιρέτησε τὴν μητέρα της, ἀνελήφθη ὑπὸ νεφέλης καὶ ἔφθασεν εἰς τὴν
Ἔφεσον, ὅπου διέτριψεν ἐπί τινα καιρόν, πλεῖστα θαύματα τελοῦσα καὶ τιμωμένη
ὡς ἰσαπόστολος. Μετὰ δὲ ταῦτα συνήντησε τὸν διδάσκαλόν της Ἀπελλιανόν.

Ἀφοῦ δὲ ἡ Ἁγία ἐδίδαξε τοὺς ἐν Ἐφέσῳ, παρέλαβε μεθ᾿ ἑαυτῆς μόνους ἓξ καὶ τὸν
Ἀπελλιανὸν καὶ ἐξῆλθε τῆς πόλεως τῆς Ἐφέσου· εὑροῦσα δὲ κάπου ἐκεῖ
νεώρυκτον τάφον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου οὐδεὶς εἶχε ταφῆ, εἰσῆλθεν ἐν αὐτῷ καὶ ἐπὶ
τοῦ τάφου αὐτοῦ ἔθεσεν ὁ Ἀπελλιανὸς λίθον. Διέταξε δὲ ἡ Ἁγία, ἔτι ζῶσα, ὅτι ἐπὶ
τέσσαρας ἡμέρας νὰ μὴ κινήσῃ τις τὸν λίθον, τὸν ὁποῖον ἔμελλε νὰ τοποθετήσῃ
ἐπὶ τοῦ τάφου ὁ διδάσκαλός της. Μετὰ δὲ δύο ἡμέρας πορευθεὶς εἰς τὸν τάφον ὁ
Ἀπελλιανός, ὢ τοῦ θαύματος! εὗρεν ἐγηγερμένον τὸν λίθον καὶ μὴ ὑπάρχον ἐκεῖ
τὸ σῶμα τῆς μάρτυρος. Ταῦτα κατὰ μὲν τοὺς ταπεινοὺς καὶ ἀσθενεῖς λογισμοὺς
τῶν ἀνθρώπων, ἴσως φανῶσιν ἀπίθανα, εἰς τὸν Θεὸν ὅμως εἶναι τὰ πάντα
δυνατά. Ἐκλήθη δὲ ἡ Ἁγία ἵνα δικασθῇ, πρῶτον μὲν ὑπὸ τοῦ πατρός της Λικινίου,
δεύτερον ὑπὸ τοῦ Σεδεκίου καὶ Σαβὼρ τοῦ Νουμεριανοῦ, υἱοῦ Σεβαστιανοῦ, ὡς
καὶ ὑπὸ τοῦ ἐπάρχου Βαύδωνος καὶ Σαβωρίου τοῦ βασιλέως τῶν Περσῶν. Αἱ δὲ
πόλεις, εἰς τὰς ὁποίας ἐμαρτύρησεν εἶναι αὗται· Μαγεδὼν ἡ πατρίς της,
Καλλίνικος, Κωνσταντίνα καὶ Μεσημβρία



Ο βίος του Αγίου Συμεών του δια Χριστόν Σαλού
                          ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΝΕΑΠΟΛΕΩΣ
Μετάφραση:
                         Γ. Μπουδούρης, φιλόλογος
                          Π. Γιαχανατζής, θεολόγος



                   (Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας»)




                                    Ι
                                 Προοίμιο

        Αυτοί που επιδιώκουν να διδάσκουν τους άλλους, οφείλουν να
επιτελούν το έργο αυτό με βάση τη δική τους πνευματική εμπειρία και να
αποτελούν οι ίδιοι παράδειγμα αρετής και ένθεης ζωής, σύμφωνα με τα λόγια
του Κυρίου: «Έτσι πρέπει να λάμψει το φως σας εμπρός στους ανθρώπους,
για να δουν τα καλά σας έργα και να δοξάσουν τον Πατέρα σας που είναι
στους ουρανούς» (Ματθ. 5, 16). Είναι πιθανόν, ενώ προσπαθούν να
νουθετούν και να καταρτίζουν και να καθοδηγούν τους άλλους, προτού
διδάξουν τον εαυτό τους και τον καθαρίσουν με την εργασία των θείων
εντολών, να λησμονήσουν να κλάψουν το δικό τους νεκρό, καθώς
ασχολούνται με τους άλλους. Θα εκπληρωθούν έτσι τα αψευδή λόγια της
Γραφής, που ταιριάζουν στην περίπτωσή τους: «Όποιος διδάξει χωρίς να
εφαρμόσει τα διδασκόμενα, αυτός θα ονομαστεί ελάχιστος στη βασιλεία των
ουρανών» (Ματθ. 5, 19), και ακόμη: «Υποκριτή, βγάλε πρώτα το δοκάρι από
το δικό σου μάτι και τότε θα δεις καθαρά για να βγάλεις την αγκίδα από το
μάτι του αδελφού σου» (Ματθ. 7, 5). Γι' αυτό ακριβώς και ο σοφός
συγγραφέας των Πράξεων των Αποστόλων λέει τα εξής για τον μεγάλο και
αληθινό Θεό μας και διδάσκαλο: «Όσα άρχισε ο Ιησούς να πράττει και να
διδάσκει» (Πράξ. 1, 1). Για το ίδιο θέμα και ο Παύλος, το σκεύος της εκλογής,
έγραφε στους Ρωμαίους, επιπλήττοντάς τους, μέσα στα άλλα και τα εξής:
«Και συ που διδάσκεις τον άλλο, τον εαυτό σου δεν τον διδάσκεις;» (Ρωμ. 2,
21).
        Επειδή λοιπόν αδυνατούμε να διδάξουμε και να παρουσιάσουμε τον
τρόπο της εργασίας των αρετών με βάση τα προσωπικά μας βιώματα, γιατί
κουβαλάμε μέσα μας τα πάθη της αμαρτίας, θα σας προσφέρουμε τροφή από
την εργασία και τους ιδρώτες άλλων, τροφή που δεν χάνεται, αλλά οδηγεί τις
ψυχές μας στην αιώνια ζωή. Γιατί, ενώ ο άρτος στηρίζει το σώμα, ο λόγος του
Θεού ωθεί την ψυχή στην αρετή και κυρίως αυτών που είναι πιο ράθυμοι και
δείχνουν αμέλεια στην τήρηση των θείων εντολών. Αυτούς βέβαια που είναι
ενάρετοι και έχουν το νου τους στραμμένο στο Θεό, η συνείδησή τους είναι
ικανή να τους διδάξει συμβουλεύοντάς τους τα αγαθά και αποτρέποντάς τους
από τα πονηρά. Εκείνοι όμως που δεν είναι στα μέτρα αυτών, έχουν ανάγκη
από τις εντολές και την καθοδήγηση του γραπτού νόμου. Αν κάποιος δεν
πορεύεται την οδό της αρετής με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είναι ανάγκη είτε
βλέποντας είτε ακούγοντας το ζήλο και την επιμέλεια των άλλων να ανάψει το
θείο πόθο μέσα του, να διώξει τον ύπνο της ψυχής και να αρχίσει να οδεύει το
στενό και δυσκολοβάδιστο δρόμο και να βιώνει την αιώνια ζωή. Εξάλλου από
εμάς εξαρτάται το να καταφρονήσουμε τα παρόντα ως παροδικά,
επιθυμώντας τα μέλλοντα, ή πάλι το να χάσουμε τα μέλλοντα αγαθά
ποθώντας τα παρόντα.
        Την αλήθεια των λεγομένων την επιβεβαιώνουν όλοι όσοι μέχρι τώρα
ευαρέστησαν το Θεό, αν και είχαν την ίδια μ' εμάς φύση, και κυρίως τα μεγάλα
αναστήματα της γενιάς μας. Ένας από αυτούς, ο πάνσοφος και σεβάσμιος
Συμεών, έφτασε σε τόσο ύψος καθαρότητας και απάθειας, ώστε πέρασε ο
καθαρότατος δια μέσου αυτών που για τους εμπαθείς και σαρκώδεις
θεωρούνται μολυσμός και βλάβη και εμπόδιο της ενάρετης ζωής, χωρίς να
μολυνθεί, σαν μαργαριτάρι από βόρβορο. Εννοώ δηλαδή τη ζωή μέσα στην
πόλη, την συναναστροφή με γυναίκες και την εν γένει απάτη του βίου. Έδειξε
έτσι στους πιο ράθυμους και σ' αυτούς που προφασίζονται αδυναμία στο να
ζουν ενάρετη ζωή, τη δύναμη που παρέχει ο Θεός σ' αυτούς που αγωνίζονται
με όλη τους την ψυχή εναντίον των πονηρών πνευμάτων.
        Ζητώ όμως από αυτούς που θα ακούσουν ή θα διαβάσουν τη
διήγηση αυτής της αγγελικής πολιτείας, να προσέξουν τα λεγόμενα με φόβο
Κυρίου και με πίστη χωρίς δισταγμούς, όπως αρμόζει σε αληθινούς
χριστιανούς. Γνωρίζω βέβαια ότι οι ανόητοι και οι καταφρονητές θα
θεωρήσουν τα γραφόμενα απίστευτα και γελοία. Γιατί, αν γνώριζαν ότι αυτός
που θέλει να είναι σοφός σ' αυτόν τον κόσμο, πρέπει να γίνει μωρός για να
γίνει σοφός (Α΄ Κορ. 3, 18), και ότι εμείς θεωρούμαστε μωροί για χάρη του
Χριστού (Α΄ Κορ. 4, 10), και ότι η μωρία του Θεού είναι σοφότερη των
ανθρώπων (Α΄ Κορ. 1, 25), δε θα θεωρούσαν γελοία τα έργα αυτού του
γνήσιου αθλητή, αλλά θα τον θαύμαζαν πολύ περισσότερο απ’ αυτούς που
αγωνίστηκαν σε άλλα είδη αρετής. Γιατί αυτός δεν επέστρεψε στον κόσμο
απροετοίμαστος και έχοντας ακόμη ανάγκη από πνευματικό οδηγό, αλλά
συνέβη στην περίπτωσή του κάτι ανάλογο μ' αυτό που βλέπουμε στις
πολεμικές παρατάξεις, όταν όλοι οι στρατιώτες είναι παραταγμένοι μαζί. Εκεί
όσοι έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, περισσότερο όμως στη δύναμη του
Θεού και στα πολεμικά τους όπλα και στην εξαιρετική και πολυχρόνια
πολεμική εμπειρία τους, μόνοι αυτοί βγαίνουν έξω από το πλήθος για να
μονομαχήσουν με τους αντιπάλους τους. Το ίδιο έκανε και αυτός. Όταν
αγωνίστηκε σωστά και νόμιμα τον καλό αγώνα, όταν είδε τον εαυτό του
θωρακισμένο με τη δύναμη του Πνεύματος, όταν απόκτησε τη δύναμη να
πατά επάνω σε φίδια και σκορπιούς (Λουκ. 10, 19),, όταν έσβησε τελείως το
πύρωμα της σάρκας με τη δρόσο του Αγίου Πνεύματος, όταν βδελύχθηκε την
τρυφή και τη δόξα του βίου σαν ιστό αράχνης — και τι άλλο να πω; — όταν με
την ταπεινοφροσύνη ντύθηκε την απάθεια εσωτερικά και εξωτερικά, και
αξιώθηκε την υιοθεσία σύμφωνα με τα λόγια του Χριστού προς την καθαρή
και απαθή ψυχή στο Άσμα των Ασμάτων: «Όλη καλή η πλησίον μου, και
μώμος εν σοι ουκ έστιν» (Άσμα 4,7), τότε και αυτός βγήκε από την έρημο στον
κόσμο, ύστερα από θεία κλήση, για να μονομαχήσει με το διάβολο. Πίστευε
ότι δεν είναι δίκαιο αυτός που τιμήθηκε και υψώθηκε τόσο από το Θεό, να
περιφρονήσει την σωτηρία των συνανθρώπων του. Έχοντας λοιπόν ως
πρότυπο Αυτόν που είπε: «Να αγαπήσεις τον πλησίον σου όπως τον εαυτό
σου» (Λουκ. 10, 27), ο Οποίος και μορφή δούλου καταδέχθηκε να ντυθεί για
τη σωτηρία του δούλου, χωρίς να υποστεί καμιά αλλοίωση, μιμείται και αυτός
τον Κύριό του, προσφέροντας την ψυχή και το σώμα του, για να προσφέρει τη
σωτηρία.
        Θα διηγηθώ πρώτα τον τρόπο με τον οποίο ήρθε από την έρημο
στον κόσμο, και έπειτα τις παράδοξες και αξιοθαύμαστες πράξεις του.


                                   ΙΙ
                            Φυγή του κόσμου

         Στα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού, τη γιορτή της υψώσεως
του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, συγκεντρώθηκαν οι ευσεβείς χριστιανοί,
όπως συνήθιζαν, στους Αγίους Τόπους του Χριστού, για να προσκυνήσουν.
Γνωρίζουν όλοι όσοι συνηθίζουν να συγκεντρώνονται εκεί κατά την άγια αυτή
γιορτή, ότι σχεδόν από όλα τα μέρη συγκεντρώνεται πλήθος πιστών, που
ευλαβείται ιδιαίτερα το σταυρό του Κυρίου.
         Σ' αυτή λοιπόν τη μεγάλη γιορτή συνέβη, κατ' οικονομία Θεού, να
συναντηθούν δύο νέοι από τη Συρία. Ο ένας ονομαζόταν Ιωάννης και ο άλλος
Συμεών. Έμειναν εκεί μερικές μέρες και όταν τελείωσε η άγια γιορτή,
αναχώρησε ο καθένας για την πόλη του. Από τότε που συναντήθηκαν οι δύο
αυτοί νέοι και συνδέθηκαν με αγάπη αναμεταξύ τους, δεν χωρίστηκαν ποτέ.
Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, επιστρέφοντας στην πατρίδα τους πορεύτηκαν
μαζί, έχοντας και τους γονείς τους. Ο Ιωάννης είχε ένα γέροντα πατέρα,
μητέρα όμως όχι. Ήταν είκοσι δύο ετών και εκείνο το χρόνο είχε νυμφευθεί. Ο
Συμεών δεν είχε πατέρα, αλλά μόνο μητέρα που ήταν ογδόντα περίπου ετών,
και κανέναν άλλο συγγενή.
         Πήγαιναν λοιπόν όλοι μαζί και αφού κατέβηκαν τον κατήφορο της
Ιεριχώ και πέρασαν την πόλη, ο Ιωάννης βλέποντας τα μοναστήρια τα γύρω
από τον Ιορδάνη είπε στο Συμεών: «Ξέρεις ποιοι μένουν στα σπίτια αυτά
απέναντί μας;» Εκείνος του απάντησε: «Ποιοί;» Ο Ιωάννης είπε: «Άγγελοι του
Θεού». Τον ρωτάει τότε ο Συμεών με απορία: «Μπορούμε άραγε να τους
δούμε;». Του λέει εκείνος: «Ναι, αν γίνουμε σαν κι αυτούς». Και οι δύο
κάθονταν πάνω σε άλογα, γιατί οι γονείς τους ήταν πολύ εύποροι. Κατέβηκαν
λοιπόν αμέσως από τα άλογα και τα έδωσαν στους δούλους τους λέγοντάς
τους να προχωρήσουν, προσποιούμενοι ότι θα καθήσουν για λίγο σ' εκείνο το
μέρος. Κατά συγκυρία βρέθηκαν επάνω στο δρόμο που οδηγούσε στον
Ιορδάνη. Στάθηκαν λοιπόν και οι δύο και λέει ο Ιωάννης στο Συμεών,
δείχνοντας με το δάκτυλό του το δρόμο του Ιορδάνη: «Να ο δρόμος που
οδηγεί στη ζωή». Κατόπιν δείχνοντας το δημόσιο, στον οποίο προπορεύονταν
οι γονείς τους, είπε: «Και να ο δρόμος που οδηγεί στο θάνατο. Έλα λοιπόν ας
προσευχηθούμε και ας σταθούμε ο καθένας μας σ' έναν από αυτούς τους
δρόμους΄ και αφού ρίξουμε κλήρο, θα ακολουθήσουμε το δρόμο εκείνου που
θα κερδίσει». Γονάτισαν λοιπόν και είπαν αναστενάζοντας: «Θεέ μας, Θεέ
μας, Θεέ μας, εσύ που θέλεις να σώσεις όλο τον κόσμο, φανέρωσε το θέλημά
Σου στους δούλους Σου». Έριξαν κατόπιν κλήρο και έτυχε στο Συμεών δέκα
παραπάνω από τον Ιωάννη. Ο Συμεών στεκόταν στο δρόμο που οδηγούσε
στον Ιορδάνη. Τότε χαρούμενοι, ξεχνώντας όλα τα υπάρχοντα και τους γονείς
τους, καταφιλούσαν ο ένας τον άλλο. Γνώριζαν ακόμα τέλεια τα ελληνικά και
ήταν στολισμένοι με πολλή φρόνηση.
Όλα αυτά τα διηγήθηκε ο ενάρετος Συμεών σε κάποιον αξιόλογο και
ενάρετο άνδρα, διάκονο της εκκλησίας της Έμεσας, όπου και προσποιήθηκε
τον σαλό΄ αυτός επειδή ήταν χαριτωμένος άνθρωπος κατανόησε την εργασία
του γέροντα. Σ' αυτόν έκανε και θαύμα φοβερό ο μακάριος Συμεών, που θα το
διηγηθούμε παρακάτω. Ο ενάρετος λοιπόν αυτός διάκονος, που ονομαζόταν
Ιωάννης, μας διηγήθηκε σχεδόν ολόκληρο τον βίο του αγίου, προβάλλοντας
τον Κύριο ως μάρτυρα για το ότι όχι μόνο δεν πρόσθεσε τίποτα, αλλά μάλλον
τα περισσότερα τα ξέχασε με το πέρασμα των χρόνων.
        Καθώς λοιπόν κατέβαιναν το δρόμο που τους οδήγησε στην
πραγματική ζωή, έτρεχαν χαρούμενοι, όπως ο Πέτρος και ο Ιωάννης προς το
ζωοποιό τάφο του Κυρίου (Ιω. 20, 4), και προσπαθούσαν να διεγείρουν ο
ένας την προθυμία του άλλου. Γιατί ο Ιωάννης φοβόταν μήπως η αγάπη προς
τη μητέρα σταματήσει το Συμεών, ενώ ο Συμεών μήπως η έλξη της νεαρής
συζύγου τραβήξει πίσω σαν μαγνήτης τον Ιωάννη. Γι' αυτό το λόγο έλεγαν ο
ένας προς τον άλλο συμβουλευτικά και ενθαρρυντικά λόγια. Κι έλεγε ο ένας:
«Καθόλου να μη ραθυμήσεις αδελφέ Συμεών. Γιατί ελπίζουμε στο Θεό ότι
σήμερα αναγεννηθήκαμε. Τί άλλο παρά να μας βλάψουν θα μπορούσαν ο
πλούτος και τα μάταια πράγματα του βίου κατά την ημέρα της Κρίσεως; Ούτε
πάλι η νεότητα και η ομορφιά του σώματος παραμένουν αμάραντα μέχρι το
τέλος, αλλά ή από τα γηρατειά ή με τον πρόσκαιρο θάνατο χάνονται και
σβήνουν». Τέτοια και άλλα πολλά έλεγε προς το Συμεών ο Ιωάννης και
εκείνος απαντούσε με τον ίδιο τρόπο λέγοντας: «Εγώ αδελφέ Ιωάννη, εκτός
από την ταπεινή εκείνη γερόντισσα που με γέννησε, δεν έχω ούτε πατέρα
ούτε αδελφούς ούτε αδελφές. Και δε φοβάμαι τόσο για μένα, όσο για σένα
μήπως η επιθυμία της νεαρής συζύγου σε αποσπάσει από αυτόν τον καλό
δρόμο».
        Ενώ έλεγαν αυτά και άλλα πολλά, φτάνουν στο μοναστήρι του αββά
Γερασίμου. Είχαν ζητήσει πρωτύτερα από το Θεό να βρουν ανοιχτή την
πόρτα του μοναστηριού, στο οποίο Αυτός θα ήθελε να παραμείνουν. Έτσι και
έγινε. Υπήρχε σ' αυτό το μοναστήρι ένας θαυμάσιος άνθρωπος που λεγόταν
Νίκων και που η ζωή του ήταν σύμφωνη με το όνομά του΄ γιατί νικούσε τους
δαίμονες, έκανε θαύματα και σημεία και είχε τιμηθεί με το προφητικό αξίωμα
από το Θεό. Αυτός λοιπόν προγνώρισε τον ερχομό τους. Είδε στον ύπνο του,
την ημέρα που ήρθαν, κάποιον να του λέει: «Σήκω και άνοιξε την πόρτα από
το μαντρί, για να μπουν τα πρόβατά μου». Έτσι και έκανε. Μόλις λοιπόν
έφτασαν και βρήκαν την πόρτα ανοιγμένη και τον αββά να κάθεται και να τους
περιμένει, είπε ο Ιωάννης στο Συμεών: «Καλό σημάδι, αδελφέ΄ η πόρτα είναι
ανοιχτή και ο πορτάρης στη θέση του». Όταν πλησίασαν, τους λέει ο
ηγούμενος: «Καλώς ήρθαν τα πρόβατα του Χριστού». Και αμέσως στο
Συμεών: «Καλώς ήρθες, Σαλέ. Αλήθεια, δέκα περισσότερα τα δικά σου από
του αββά Ιωάννη και σε περιμένουν», και εννοούσε την τελειότητα της
ενάρετης ζωής. Τους δέχτηκε λοιπόν ως θεόσταλτους και τους έβαλε να
αναπαυθούν.


                                   ΙΙΙ
                      Στη Μονή του αββά Γερασίμου

       Την άλλη ημέρα, πριν του πουν τίποτε, άρχισε να τους λέει με το
φωτισμό του Κυρίου: «Πολύ καλή και άξια η αγάπη σας προς το Θεό, μόνο
προσέξτε μήπως δείξετε νωθρότητα και τη σβήσει ο αντίδικος της σωτηρίας
μας. Καλός ο αγώνας σας, αλλά να μη σταματήσετε μέχρις ότου
στεφανωθείτε. Καλή η προαίρεσή σας, μόνο να μη δείξετε αμέλεια, για να μη
σβήσει η φωτιά που καίει σήμερα τις καρδιές σας. Καλά κάνατε και
προτιμήσατε τα αιώνια από τα προσωρινά. Καλοί οι κατά σάρκα γονείς σας
και καλό να τους υπηρετείτε, ασύγκριτα καλύτερο όμως είναι να ευαρεστείτε
το Θεό. Καλοί είναι οι κατά σάρκα αδελφοί, συμφερότεροι όμως οι
πνευματικοί. Καλοί οι φίλοι για το Χριστό που έχετε στον κόσμο, αλλά
καλύτερο το να έχετε φίλους τους αγίους, που θα μεσιτεύουν στον Κύριο.
Καλοί είναι αυτοί που σας προστατεύουν από τους άρχοντες, αλλά δεν είναι
το ίδιο με το να έχουμε τους αγίους αγγέλους να ικετεύουν για μας. Καλή και
επαινετή η αγαθοεργία και η προς τους φτωχούς ελεημοσύνη, αλλά τίποτε δεν
ζητά ο Θεός τόσο πολύ από εμάς, όσο το να του προσφέρουμε τις ψυχές μας.
Γλυκεία η απόλαυση των αγαθών της ζωής, αλλά δεν μπορεί να συγκριθεί με
την τρυφή του Παραδείσου. Γλυκός ο πλούτος και πολλοί τον επιθυμούν,
αλλά δεν μπορεί να εξισωθεί με εκείνα που μάτι δεν είδε και αυτί δεν άκουσε
και νους ανθρώπου δεν διανοήθηκε (Α΄ Κορ. 2, 9). Καλή η ομορφιά της
νεανικής ηλικίας, αλλά δεν είναι τίποτε μπροστά στο κάλλος του επουράνιου
νυμφίου Χριστού, όπως λέει ο Δαυίδ: "Ωραίος κάλλει παρά τους υιούς των
ανθρώπων" (Ψαλμ. 44, 3),. Σπουδαίο και σημαντικό να στρατεύεσαι για τον
επίγειο βασιλιά, αλλά είναι πρόσκαιρη και επικίνδυνη αυτή η στράτευση».
         Με αυτά και άλλα παρόμοια τους συμβούλευε ο όσιος και δεν ήθελε
να σταματήσει βλέποντας να τρέχουν από τα μάτια τους ποταμοί δακρύων.
Πρόσεχαν τα λόγια του σαν να μην είχαν ακούσει ποτέ θείο λόγο. Στράφηκε
τότε στο Συμεών και του λέει: «Μη θλίβεσαι και μην κλαις για τη γερόντισσα
μητέρα σου, γιατί ο Θεός βλέποντας τους αγώνες σου μπορεί να την
παρηγορήσει πολύ περισσότερο απ' ό,τι η δική σου παρουσία. Γιατί, αν
περιμένεις να γίνεις μοναχός μετά το θάνατό της, υπάρχει περίπτωση να
πεθάνεις εσύ πριν από αυτήν στερημένος από αρετές και να φύγεις έτσι,
χωρίς να έχεις κανένα που να μπορεί να σε σώσει από τα μέλλοντα κακά.
Γιατί ούτε η αγάπη του πατέρα και της μητέρας, ούτε τα αδέλφια ούτε ο
πλούτος ούτε η δόξα ούτε η γυναίκα ούτε το ενδιαφέρον των παιδιών
μπορούν να εξιλεώσουν το Θεό, παρά μόνο η ενάρετη ζωή και οι κόποι και οι
αγώνες, που γίνονται γι' Αυτόν». Στον Ιωάννη είπε: «Μήτε σ' εσένα, παιδί
μου, ο εχθρός των ψυχών μας να βάλει τη σκέψη: "Ποιός άραγε θα
γηροκομήσει τους γονείς μου; Ποιός θα παρηγορήσει τη σύζυγό μου; Ποιός
θα σταματήσει τα δάκρυά τους;» Γιατί αν τους εγκαταλείπατε για να
αφιερώσετε τη ζωή σας σε κάποιον άλλο θεό, με το δίκιο σας θα αγωνιούσατε
και θα αναρωτιόσασταν αν τους φροντίζει και τους παρηγορεί ή όχι. Τώρα
όμως που τρέξατε και αφιερώσατε τους εαυτούς σας σ' Αυτόν, στον Οποίο
εκείνους εγκαταλείψατε, πρέπει να έχετε θάρρος και να σκέφτεστε ότι όταν
ακόμη παραμένατε στον κόσμο απορροφημένοι στα βιοτικά, για όλα φρόντιζε
η πρόνοια του Θεού΄ πόσο περισσότερο όμως δε θα φροντίσει τους δικούς
σας τώρα που Τον υπηρετείτε και προσπαθείτε να Τον ευαρεστείτε με όλη
σας τη ψυχή; Γι' αυτό, παιδιά μου, έχοντας στο νου σας τα λόγια του Κυρίου:
"Άφησε τους νεκρούς να θάψουν τους δικούς τους νεκρούς" προς αυτόν που
του είπε: "Επίτρεψέ μου πρώτα να επιστρέψω για να θάψω τον πατέρα μου"
(Ματθ. 8, 21-22), ακολουθείστε Τον με σταθερή και αμετάβλητη απόφαση. Για
σκεφτείτε΄ αν ο επίγειος βασιλιάς σας παρακινούσε να υπηρετήσετε ως
πατρίκιοι ή θαλαμηπόλοι στο παλάτι του, που θα χαθεί κάποτε και θα
αφανιστεί σαν σκιά και όνειρο, δεν θα καταφρονούσατε τα πάντα και δεν θα
τρέχατε αμέσως σ' αυτόν με την επιθυμία να δείτε το πρόσωπό του, να
μιλήσετε μαζί του και να απολαύσετε τιμές κοντά του; Και δεν θα
προτιμούσατε να υπομείνετε κάθε πόνο και κόπο και το θάνατο ακόμη, μόνο
και μόνο για να αξιωθείτε να δείτε εκείνη την ημέρα, που ο βασιλιάς, μπροστά
σε όλη τη σύγκλητο, θα σας δεχόταν τιμητικά στην υπηρεσία του;» Και αφού
αυτοί συμφώνησαν, ο μέγας Νίκων συνέχισε: «Επομένως, με ασυγκρίτως
μεγαλύτερη ζέση και κατάνυξη, παιδιά μου, οφείλουμε εμείς ως ευγνώμονες
δούλοι να ακολουθούμε τον αιώνιο Βασιλιά, ενθυμούμενοι την αγάπη που μας
έδειξε ο Θεός, ο Οποίος δε λυπήθηκε τον Υιό του τον μονογενή, αλλά τον
πρόσφερε για την σωτηρία μας (Ιω. 3, 16). Γι' αυτό το λόγο, κι αν ακόμη
χύσουμε το αίμα μας, εμείς που λυτρωθήκαμε από τη φθορά και το θάνατο με
το τίμιό Του αίμα και από δούλοι γίναμε γιοί, τίποτε που να είναι αντάξιο της
θυσίας Του δεν Του προσφέρουμε. Γιατί, αδελφοί μου, δεν είναι το ίδιο
πράγμα να χυθεί βασιλικό αίμα και αίμα δούλου».
         Αυτά και πολλά άλλα τους έλεγε ο θεοφόρος, καθώς προγνώριζε και
είχε πληροφορηθεί από τον Θεό τον αγώνα και το δρόμο που θα έκαναν, και
εννοώ βέβαια την ερημική και τελείως άστεγη και αναχωρητική ζωή. Και δεν
το θεωρούσε αυτό ασήμαντο, ούτε ότι μπορούν οι πολλοί να το κατορθώσουν
και να το επιτελέσουν άμεμπτα, τη στιγμή που έβλεπε ότι οι δύο νέοι είχαν
σώματα απαλά, ντυμένα με μαλακά ρούχα, και ότι είχαν μεγαλώσει με
καλοπέραση και είχαν συνηθίσει στις ανέσεις και τις απατηλές απολαύσεις της
ζωής.
         Τότε ο σοφός γιατρός και δάσκαλος, με τη θεία γνώση και πείρα που
διέθετε, αφού τους προετοίμασε και τους όπλισε με τέτοιες συμβουλές και
νουθεσίες, λέει και στους δυό: «Θέλετε να καρείτε μοναχοί ή να παραμείνετε
για ένα μικρό ακόμη χρονικό διάστημα λαϊκοί;» Αμέσως και οι δύο, σαν να
κινούνταν από την ίδια σκέψη ή μάλλον από το ίδιο Άγιο Πνεύμα, έπεσαν στα
πόδια του ηγουμένου ζητώντας να τους κουρέψει οπωσδήποτε εκείνη τη
στιγμή. Και έλεγε ο Συμεών ότι, αν δεν το κάνει αυτό γρήγορα, θα πήγαιναν σ'
άλλο μοναστήρι. Ο Συμεών ήταν άκακος και απονήρευτος, ενώ ο Ιωάννης είχε
περισσότερη πείρα και γνώση.
         Πήρε τότε τον καθένα χωριστά ο όσιος Νίκων, θέλοντας να δοκιμάσει
την αφοσίωσή τους στο Θεό, και με λογικά επιχειρήματα προσπαθούσε να
τους πείσει να μην καρούν εκείνη την ημέρα. Επειδή δεν πειθόταν κανένας
από τους δύο, πήγαινε στον καθένα και του έλεγε: «Έπεισα τον αδελφό σου
να μείνει ένα χρόνο λαϊκός». Αμέσως αυτός του απαντούσε: «Αν θέλει να
μείνει, ας μείνει. Πάντως εγώ, πάτερ, δεν δέχομαι κάτι τέτοιο». Ο Συμεών
μάλιστα, όταν μίλησε ιδιαιτέρως με τον όσιο Νίκωνα, του είπε και αυτό: «Κάνε
γρήγορα, πάτερ, για τ' όνομα του Θεού, επειδή τρέμει η καρδιά μου για τον
Ιωάννη, που φέτος νυμφεύθηκε με μία πολύ εύπορη και ωραία γυναίκα,
μήπως τυχόν τον καταλάβει πάλι ο πόθος γι' αυτήν και του σβήσει τον πόθο
του για το Θεό». Αλλά κι ο Ιωάννης με πολλά παρακάλια και δάκρυα (είχε από
φυσικού του περισσότερα από ό,τι ο αδελφός Συμεών) είπε ιδιαιτέρως στον
όσιο: «Πάτερ, βοήθησέ με να μη χάσω τον αδελφό μου, γιατί έχει μόνο μητέρα
και τόσο πολύ δεμένοι ήταν μεταξύ τους, ώστε δεν μπορούσε να μείνει ούτε
δύο ώρες μακριά της, αλλά μέχρι σήμερα κοιμόνταν και οι δύο μαζί, μη
μπορώντας να χωριστούν ούτε τη νύχτα, πράγμα που πολύ με βασανίζει
μέχρις ότου τον δω μοναχό, για να σταματήσω να μεριμνώ γι' αυτόν».
Ο όσιος είδε το ενδιαφέρον του ενός για τον άλλο και επειδή γνώριζε
ότι ο Θεός δεν ντροπιάζει ούτε παραβλέπει αυτούς που ολόψυχα και
αδίστακτα καταφεύγουν σ' Αυτόν, έφερε το ψαλίδι και αφού το τοποθέτησε
κατά την τάξη πάνω στο άγιο θυσιαστήριο, έκανε την κουρά τους. Ύστερα,
αφού τους έβγαλε τα ρούχα, τους έντυσε με άλλα που ήταν πολύ φτωχικά,
αλλά μαλακά, γιατί τους σπλαχνίστηκε ο σοφός και στοργικός, επειδή τα
σώματά τους ήταν απαλά και ασυνήθιστα στην κακοπάθεια. Ενώ γινόταν η
κουρά, ο Ιωάννης έκλαιγε συνέχεια και ο Συμεών, επειδή δεν καταλάβαινε για
ποιο λόγο κλαίει, τον σκουντούσε να σταματήσει, γιατί νόμιζε ότι κλαίει από
λύπη για τους γονείς του και από αγάπη για τη γυναίκα του. Όταν τελείωσε η
κουρά τους και έγινε η αγία σύναξη, ο ηγούμενος συνέχισε να τους
συμβουλεύει όλη σχεδόν την υπόλοιπη μέρα, γιατί ήξερε ότι ο Θεός θα τα
οικονομούσε έτσι ώστε να μη μείνουν πολύ καιρό κοντά του.
         Την άλλη μέρα, που ήταν Κυριακή, σκόπευε να τους δώσει και το
άγιο σχήμα. Γι' αυτό κάποιοι από τους αδελφούς τους είπαν: «Είστε μακάριοι,
γιατί αύριο θα αναγεννηθείτε και θα καθαριστείτε από κάθε αμαρτία, σαν να
έχετε ξαναβαπτιστεί». Παραξενεύτηκαν αυτοί και έτρεξαν και οι δύο στο θείο
Νίκωνα, το βράδυ του Σαββάτου, και πέφτοντας στα πόδια του του είπαν:
«Πάτερ, σε παρακαλούμε μη μας βαπτίσεις. Είμαστε χριστιανοί από
χριστιανούς γονείς». Αυτός, επειδή δεν κατάλαβε τι είχαν ακούσει από τους
πατέρες του κοινοβίου, τους ρώτησε: «Ποιός, παιδιά μου, θέλει να σας
βαπτίσει;» Εκείνοι απάντησαν: «Οι κύριοι και δεσπότες μας, οι πατέρες του
μοναστηρίου, μας είπαν ότι αύριο θα ξαναβαπτιστούμε». Τότε ο ηγούμενος,
επειδή κατάλαβε ότι τους είχαν μιλήσει για το άγιο σχήμα, τους είπε: «Καλά
σας είπαν, παιδιά μου. Γιατί, αν θέλει ο Θεός, αύριο θα σας ντύσουμε με το
άγιο και αγγελικό σχήμα». Όταν είδαν οι απονήρευτοι δούλοι του Χριστού ότι
τίποτα δεν τους λείπει από τη μοναχική ενδυμασία, του λένε: «Πες μας,
πάτερ, χρειαζόμαστε τίποτε άλλο για να ντυθούμε εκείνο το αγγελικό σχήμα
που λες;».
         Την προηγούμενη εβδομάδα, που ήταν και η γιορτή της Υψώσεως
του Τιμίου Σταυρού, είχε δώσει ο όσιος σε κάποιο νέο αδελφό το άγιο σχήμα
και, επειδή δεν είχαν ακόμη συμπληρωθεί εφτά ημέρες, το φορούσε ακόμα,
όπως συνηθιζόταν. Σ' αυτόν παράγγειλε να έρθει αμέσως και να σταθεί
μπροστά τους. Όταν λοιπόν ήρθε και τον είδαν και οι δύο, έπεσαν αμέσως
στα πόδια του αββά και του είπαν: «Σε παρακαλούμε, αν πρόκειται έτσι κι
εμάς να ντύσεις και να μας δώσεις τέτοια τιμή και δόξα, κάν' το τώρα, μήπως
συμβεί, καθώς είμαστε άνθρωποι, να πεθάνουμε αυτή τη νύχτα κι έτσι να
χάσουμε τόση δόξα και χαρά και μια τέτοια συνοδεία κι ένα τέτοιο στεφάνι».
Όταν άκουσε ο ηγούμενος να λένε ότι θα χάσουν τέτοια συνοδεία και στεφάνι,
κατάλαβε ότι είδαν κάποια οπτασία γύρω από αυτόν που φορούσε το άγιο
σχήμα. Απευθύνθηκε τότε σ' αυτόν και του είπε να επιστρέψει στο μέρος που
ήταν αφότου είχε ντυθεί το άγιο σχήμα.
         Όταν έφυγε, λυπήθηκαν πολύ οι δύο δούλοι του Χριστού και λένε
στον ηγούμενο: «Για τ' όνομα του Θεού, πάτερ, κάνε μας κι εμάς όπως
εκείνον, γιατί σ' όλο σου το μοναστήρι δεν υπάρχει άνθρωπος με τόση τιμή
όση εκείνος». Ρώτησε ο αββάς: «Ποιά τιμή;» Αυτοί του απάντησαν: «Ο Θεός
είναι μάρτυράς μας, που μας αξιώνει να φορέσουμε αυτό το σχήμα και μας
κάνει μια τέτοια τιμή, ότι θα είμαστε μακάριοι αν θα συνοδευόμαστε κι εμείς
από τόσο πλήθος μοναχών με κεριά στα χέρια και αν θα φορέσουμε τέτοιο
λαμπρό στεφάνι στο κεφάλι μας». Νόμιζαν ότι και ο ηγούμενος έβλεπε τα όσα
οι ίδιοι έβλεπαν. Εκείνος όμως, επειδή το κατάλαβε, δεν τους είπε ότι τίποτα
δεν έβλεπε, αλλά σώπασε κατάπληκτος από την πολλή τους αγνότητα και
καθαρότητα και ιδίως του Συμεών. Μόνο αυτό τους έλεγε χαριτωμένα ο
μεγάλος αυτός άνθρωπος: «Αύριο θα ντύσουμε και σας με τη χάρη του Αγίου
Πνεύματος». Όπως διαβεβαίωνε ο οσιότατος διάκονος, ο αψευδής Συμεών
ισχυριζόταν ότι, όταν έλαβαν το σχήμα, έβλεπε ο ένας το πρόσωπο του άλλου
την νύχτα, όπως και την ημέρα, και ακόμη έβλεπε ο ένας στο κεφάλι του
άλλου στεφάνι, όπως εκείνο που φορούσε ο μοναχός που είδαν
προηγουμένως. «Σε τόσο μεγάλη χαρά, έλεγε, βρισκόταν η ψυχή μας, που
δεν θέλαμε εύκολα ούτε να φάμε ούτε να πιούμε».


                                 IV
                        Αναχώρηση από τη Μονή

         Μετά δυο μέρες αφότου πήραν το άγιο σχήμα, βλέπουν αυτόν που το
είχε πάρει πριν από εφτά ημέρες και που είχε το στεφάνι και τη συνοδεία, να
φοράει ένα φθαρμένο ράσο και να κάνει το διακόνημά του, χωρίς να έχει πια
ούτε το στεφάνι ούτε τους μοναχούς με τα κεριά που τον συνόδευαν, και
απόρησαν. Λέει τότε ο Συμεών στον Ιωάννη: «Πίστεψέ με, αδελφέ μου, κι
εμείς, όταν περάσουν εφτά μέρες, δεν θα έχουμε αυτήν την ευπρέπεια και τη
χάρη». Λέει ο Ιωάννης: «Και τί θέλεις να γίνει, αδελφέ μου;» Του λέει πάλι ο
Συμεών: «Άκουσέ με. Όπως εγκαταλείψαμε και απομακρυνθήκαμε από τα
κοσμικά, έτσι να απομακρυνθούμε από οποιαδήποτε άλλη ύπαρξη. Γιατί άλλη
ζωή και παράξενα πράγματα αντιλαμβάνομαι και βλέπω σ' αυτό το σχήμα.
Από τη στιγμή που ο δούλος του Θεού μας έντυσε μ' αυτό, καίγονται τα
σωθικά μου, χωρίς να ξέρω από τι, και η ψυχή μου ποθεί να μη δει κανένα,
ούτε να μιλήσει ή να ακούσει κανένα». Του αποκρίνεται ο Ιωάννης: «Και τί θα
τρώμε αδελφέ μου;» Του λέει ο Συμεών: «Ό,τι τρώνε οι λεγόμενοι βοσκοί*, για
τους οποίους μας μίλησε χθες ο Νίκων. Ίσως επειδή ήθελε να κάνουμε κι
εμείς την ίδια ζωή, μας διηγήθηκε πως ζουν, πως κοιμούνται και όλα τα
σχετικά μ' αυτούς». «Και πώς μπορεί να γίνει αυτό, αφού ούτε να ψάλλουμε
ούτε τη μοναχική τάξη γνωρίζουμε;» ρώτησε ο Ιωάννης. Τότε ο Θεός
πλημμύρισε με τη χάρη Του την καρδιά του αββά Συμεών, που είπε: «Αυτός
που έσωσε αυτούς που έζησαν σύμφωνα με το θέλημά Του, πριν από τον
Δαυίδ, Αυτός θα σώσει κι εμάς. Κι αν φανούμε άξιοι, θα διδάξει κι εμάς, όπως
δίδαξε και το Δαυίδ τότε, που ήταν με τα πρόβατα στην έρημο. Μη θελήσεις
λοιπόν, αδελφέ, να μου ανακόψεις την προθυμία. Αφού πήραμε την απόφαση
να ζήσουμε σύμφωνα μ' αυτόν τον τρόπο, ας μη δείξουμε αμέλεια». Είπε τότε
ο Ιωάννης: «Ας κάνουμε όπως θέλεις. Πώς όμως θα μπορέσουμε να βγούμε,
αφού η πύλη κλείνει τη νύχτα;» Του απαντάει ο Συμεών: «Αυτός που μας
άνοιξε τη μέρα, Αυτός θα μας ανοίξει και τη νύχτα».
         Όταν πήραν την απόφαση, μόλις έπεσε η νύχτα, ο ηγούμενος βλέπει
στον ύπνο του κάποιον να ανοίγει την πύλη του μοναστηριού και να λέει:
«Βγήτε έξω να βοσκήσετε, πρόβατα που έχετε τη σφραγίδα του Χριστού».
Αμέσως ξύπνησε, κατεβαίνει στην πύλη, την βρίσκει ανοιχτή, και επειδή
νόμισε ότι βγήκαν από εκεί, κάθησε στεναχωρημένος, αναστενάζοντας και
λέγοντας: «Δεν αξιώθηκα εγώ ο αμαρτωλός να πάρω την ευχή των πατέρων
μου. Πραγματικά, αυτοί ήταν πατέρες μου και δεσπότες και δάσκαλοι και γι'
αυτό έχασα τις συμβουλές τους. Αλλοίμονο, πόσοι πολύτιμοι λίθοι, όπως λέει
η Γραφή (Ζαχ. 9, 16), κυλάνε στη γη χωρίς να το καταλαβαίνουμε, και πολλοί
τους βλέπουν, λίγοι όμως τους αντιλαμβάνονται». Καθώς σκεφτόταν αυτά
στεναχωρημένος, εμφανίζονται οι νυμφίοι οι καθαροί του Χριστού, που
ετοιμάζονταν να βγουν. Μπροστά απ' αυτούς έβλεπε ο καθαρότατος
ηγούμενος Νίκων μερικούς ευνούχους να κρατούν λαμπάδες και άλλους να
κρατούν σκήπτρα στο ένα χέρι. Μόλις τους είδε, γέμισε χαρά, επειδή θα
εκπληρωνόταν η επιθυμία του. Οι μακάριοι τον είδαν και έκαναν να γυρίσουν
πίσω, επειδή δεν κατάλαβαν ότι ήταν ο ηγούμενος. Έτρεξε όμως ο όσιος
Νίκων και τους κάλεσε κοντά του. Όταν κατάλαβαν ότι ήταν ο ηγούμενος,
χάρηκαν κι αυτοί πολύ, και μάλιστα όταν είδαν ότι η πύλη ήταν ανοιχτή.
Κατάλαβαν ότι ο Θεός του το αποκάλυψε κι αυτό. Θέλησαν τότε να του
βάλουν μετάνοια. Αυτός όμως τους εμπόδισε λέγοντας ότι δεν μπορούσαν να
κάνουν κάτι τέτοιο, εξαιτίας του αγγελικού σχήματος που φορούσαν.
         Του είπαν λοιπόν αμέσως: «Σ' ευχαριστούμε, πάτερ, και δεν ξέρουμε
τι να προσφέρουμε στο Θεό και σε σένα. Ποιός περίμενε ότι εμείς θα
αξιωθούμε τέτοιων δωρεών; Ποιός βασιλιάς θα μπορούσε να μας τιμήσει με
τέτοιο αξίωμα; Ποιοί επίγειοι θησαυροί τόσο ξαφνικά θα μπορούσαν να μας
κάνουν πλούσιους; Ποιά λουτρά θα μπορούσαν να καθαρίσουν έτσι την ψυχή
μας; Ποιοί γονείς θα μπορούσαν έτσι να μας αγαπήσουν και να μας σώσουν;
Ποιά δώρα θα μπορούσαν να μας δώσουν την άφεση των αμαρτιών μας τόσο
σύντομα, όπως το έκανες εσύ, τίμιε πάτερ, που αντί όλων των προγόνων μας
και των γονέων μας, εσύ είσαι μετά το Χριστό πατέρας μας και μητέρα μας;
Εσύ είσαι ο κύριός μας, εσύ είσαι που μας κατάρτισες, εσύ μας πήρες από το
χέρι, εσύ μας καθοδήγησες, εσύ είσαι όσα η γλώσσα δεν μπορεί να εκφράσει.
Χάρη σε σένα βρήκαμε τον ασφαλή αυτό θησαυρό, χάρη σε σένα
αποκτήσαμε το πολύτιμο μαργαριτάρι, μάθαμε με ακρίβεια τη δύναμη του
βαπτίσματος για το οποίο μας μιλούσαν οι όσιοι πατέρες, γνωρίσαμε
πραγματικά την πλήρη καταστροφή των αμαρτιών μας από τη φωτιά που
πυρπολεί τις καρδιές μας, μολονότι δεν την αντέχουμε έτσι που κατακαίει το
είναι μας. Ζητάμε από σένα, μακάριε πάτερ, να κάνεις μια εκτεταμένη ευχή και
να απολύσεις τους δούλους σου για να υπηρετήσουμε ολόψυχα και αληθινά
το Θεό, στον Οποίο αφιερώσαμε τους εαυτούς μας! Σε ικετεύουμε, ποτέ να μη
λησμονήσεις τα άθλια παιδιά σου, όταν σηκώνεις τα τίμια χέρια σου για
προσευχή. Ναι, ναι, σε παρακαλούν οι ξένοι, όσιε, να θυμάσαι την ορφάνια
τους». Έχοντας αγκαλιάσει τα γόνατα του οσίου, έλεγαν πάλι: «Θυμήσου,
πάτερ, τα ταπεινά σου πρόβατα, που τα θυσίασες στο Θεό. Θυμήσου τα ξένα
φυτά, που έτρεξες να τα φυτέψεις στον όμορφο κήπο του Παραδείσου. Μη
λησμονείς τους οκνηρούς εργάτες, που μίσθωσες την ενδέκατη ώρα στον
αμπελώνα του Χριστού (Ματθ. 20, 6-7)». Απορούσε και θαύμαζε ο ποιμένας
βλέποντας αυτούς που πριν δύο μέρες ήταν κοσμικοί να έχουν αποκτήσει έτσι
ξαφνικά τόση σοφία με το να περιβληθούν το άγιο σχήμα.
         Αφού έκλαψαν για αρκετή ώρα και οι δυό, γονάτισε ο όσιος Νίκων και
αφού τοποθέτησε το Συμεών στα δεξιά του και τον Ιωάννη στα αριστερά του,
σηκώθηκε και υψώνοντας τα χέρια στον ουρανό είπε: «Θεέ δίκαιε και
πανύμνητε, Θεέ μεγάλε και παντοδύναμε, Θεέ προαιώνιε, άκουσε αυτήν την
ώρα έναν αμαρτωλό. Εισάκουσέ με, Θεέ μου, εισάκουσέ με δείχνοντας τη
δύναμή Σου χωρίς να λάβεις υπόψη Σου, κατά τη διάρκεια αυτής της
προσευχής, τις συνεχείς παρακοές της δικής μου αδυναμίας. Άκουσέ με,
άκουσέ με, Κύριε, κάνοντας πύρινη την προσευχή μου όπως και τότε την
προσευχή του προφήτη Σου (Γ΄ Βασ. 18, 36-37). Ναι, Θεέ των αγίων
δυνάμεων, ναι Δημιουργέ των ασωμάτων, ναι, Εσύ που είπες: "Ζητάτε και θα
λάβετε" (Ιω. 16, 24), μη με αποστραφείς επειδή έχω ακάθαρτα χείλη και είμαι
δεμένος με αμαρτίες. Άκουσέ με, Εσύ που υποσχέθηκες να ακούς αυτούς που
σε παρακαλούν ειλικρινά΄ και οδήγησε τα βήματα και τα πόδια των δούλων
Σου σε ειρηνικό δρόμο. Δείξε συμπάθεια για τα άκακα παιδιά Σου που
βρίσκονται στα ξένα, Εσύ που είπες: "Να γίνετε άκακοι όπως τα περιστέρια"
(Ματθ. 10, 16). Φώναξα προς Εσένα μ' όλη μου την καρδιά΄ Θεέ μου, Θεέ
μου, άκουσέ με, η ελπίδα όλης της γης και αυτών που βρίσκονται στα μακρινά
ξένα (Ψαλμ. 64, 6). Διώξε τα ακάθαρτα πνεύματα μακριά από τα παιδιά Σου.
Πάρε όπλο και ασπίδα και σήκω να τους βοηθήσεις. Βγάλε το σπαθί Σου και
απομάκρυνε αυτούς που τους καταδιώκουν. Πες, Κύριε, Κύριε, στην ψυχή
τους: "Εγώ είμαι η σωτηρία σου" (Ψαλμ. 34, 2-3). Ας απομακρυνθεί από τη
διάνοιά τους κάθε πνεύμα δειλίας, ακηδίας, υπερηφάνειας και οποιασδήποτε
κακίας και ας σβηστεί από αυτούς κάθε πύρωση και κάθε παρόρμηση, που
προέρχεται από διαβολική ενέργεια. Ας φωτιστεί το σώμα τους και η ψυχή
τους και το πνεύμα τους με το φως της γνώσεώς Σου, ώστε, αφού φτάσουν
στην ενότητα της πίστεως και στην επίγνωση της Αγίας και Προσκυνητής
Τριάδας και γίνουν άνδρες τέλειοι σε πνευματική ωριμότητα (Εφεσ. 4, 13), να
δοξάζουν μαζί με τους αγγέλους και με όλους αυτούς που σε ευαρέστησαν,
Θεέ μου, το πάντιμο και αγαθό όνομά Σου, του Πατρός και του Υιού και του
Αγίου Πνεύματος. Αμήν. Χάρισέ τους ακόμη μαζί με όλα τα αγαθά, Κύριε, να
έχουν πάντα στην καρδιά τους τα λόγια αυτής της οικτρής και ανάξιας ικεσίας
μου, για να δοξολογούν και να υμνολογούν την αγαθότητά Σου».
         Τους έλεγε ακόμη με πολλά δάκρυα: «Ο Θεός, που Τον διαλέξατε,
καλά μου παιδιά, και στον Οποίο προστρέξατε, Αυτός θα στείλει τον άγγελό
Του μπροστά σας και θα προετοιμάσει τον δρόμο για να βαδίσουν τα πόδια
σας (Μάρκ. 1, 2),. Ο άγγελος, όπως λέει ο μεγάλος Ιακώβ, που με σώζει από
όλες τις εχθρικές δυνάμεις (Γεν. 48, 16), αυτός θα προηγείται στο δρόμο σας.
Αυτός που φύλαξε τον προφήτη Του από το στόμα των λιονταριών (Δαν. 6,
2), Αυτός θα σας προστατέψει από τα χέρια του λιονταριού διαβόλου. Ο Θεός
που σας διάλεξε, Αυτός θα φυλάξει αμώμητη τη θυσία μου». Αφού αυτά κι
ακόμα περισσότερα τους ευχήθηκε ο θεοφόρος, έπεσε στο λαιμό τους και
έλεγε: «Σώσε, Θεέ μου, σώσε αυτούς που αγάπησαν μ' όλη τους την καρδιά
το όνομά Σου. Δεν είσαι άδικος, Κύριε, για να αδιαφορήσεις και να
εγκαταλείψεις αυτούς που εγκατέλειψαν τα μάταια πράγματα της ζωής».
Ύστερα συνέχισε προς αυτούς: «Προσέχετε, παιδιά μου. Ξεκινήσατε πόλεμο
φοβερό και αόρατο. Αλλά μη φοβάστε, γιατί έχει τη δύναμη ο Θεός να μην
επιτρέψει να υποστείτε πειρασμό μεγαλύτερο απ' αυτόν που μπορείτε να
σηκώσετε (Α΄ Κορ. 10, 13). Αγωνιστείτε, παιδιά μου, να μη νικηθείτε απ'
αυτόν, αλλά δειχθείτε γενναίοι έχοντας σαν όπλο εναντίον του το άγιο σχήμα.
Να θυμάστε Αυτόν που είπε: "Κανείς που αρχίζει να οργώνει και κοιτάζει προς
τα πίσω δεν είναι κατάλληλος για τη βασιλεία των ουρανών" (Λουκ. 9, 62), και
ακόμα είπε για την οικοδόμηση του πύργου (Λουκ. 14, 28-30)΄ προσέξτε τώρα
που αρχίσατε αυτήν την τέλεια και υψηλή οικοδομή και πολιτεία μήπως
δείξετε αμέλεια και πραγματοποιηθεί σε σας το: "άρχισαν να οικοδομούν και
δεν είχαν δύναμη και προθυμία για να τελειώσουν αυτό που θεμελίωσαν".
Πάρτε τα μέτρα σας, παιδιά μου, ο πόλεμος είναι μικρός, αλλά μεγάλο το
στεφάνι, ο κόπος είναι πρόσκαιρος, αλλά η ανάπαυση αιώνια».
         Πέρασε όμως η ώρα και άρχισε να χτυπάει το σήμαντρο. Καθώς
ετοιμάζονταν να περάσουν την πύλη, πήρε ο Συμεών τον ηγούμενο ιδιαιτέρως
και του είπε: «Προσευχήσου, πάτερ στο Θεό για να βγάλει από το μυαλό του
αδελφού μου Ιωάννη τη θύμηση της γυναίκας του, μήπως παρασυρθεί από
τον πονηρό και μ' αφήσει και έτσι χαθώ από τη λύπη μου γι' αυτόν, που θα
τον χάσω και θα τον αποχωριστώ. Προσευχήσου, σε παρακαλώ για το Θεό,
να παρηγορήσει ο Θεός και τους γονείς του, για να μην αγωνιούν γι' αυτόν».
Επειδή ο γέροντας απόρησε για τη στοργή που έχει για τον αδελφό του, δεν
απάντησε τίποτα. Όμως, κατά τον ίδιο τρόπο, τον πήρε ιδιαιτέρως ο αββάς
Ιωάννης και τον παρακαλούσε: «Για τ' όνομα του Θεού, πάτερ, μη ξεχνάς στις
προσευχές σου τον αδελφό μου, για να μη με εγκαταλείψει από αγάπη για τη
μητέρα του, και μου συμβεί να ναυαγήσω, ενώ βρίσκομαι μέσα στο λιμάνι».
Όπως είπαμε, έμεινε έκπληκτος κι από τους δύο για την αγάπη που είχαν
μεταξύ τους και τους λέει: «Πηγαίνετε, παιδιά μου, και σας αναγγέλλω ότι
Αυτός που σας άνοιξε εδώ, Αυτός ήδη σας έχει ανοίξει και τα εκεί». Αφού τους
σταύρωσε τα μέτωπα και τα στήθη και ολόκληρο το σώμα, τους άφησε να
φύγουν με ειρήνη.


                                    V
                                Στην έρημο

         Όταν λοιπόν βγήκαν έξω από το μοναστήρι, έλεγαν: «Θεέ του
μεγάλου Σου δούλου, οδήγησέ μας που είμαστε ξένοι και αβοήθητοι, γιατί δεν
γνωρίζουμε ούτε τον τόπο ούτε την περιοχή, αλλά καθώς ερχόμαστε κοντά
Σου παραδώσαμε τους εαυτούς μας για να πεθάνουμε στο πέλαγος αυτής της
ερήμου». Λέει ο Ιωάννης στον Συμεών: «Τί γίνεται τώρα; Πού θα πάμε;». Του
απάντησε εκείνος: «Ας πάμε προς τα δεξιά, γιατί όλα όσα βρίσκονται προς τα
δεξιά είναι καλά». Προχωρώντας έφτασαν στη Νεκρά θάλασσα, στον τόπο
που ονομάζεται Αρνωνάς. Έτσι οικονόμησε τα πράγματα ο Θεός, που ποτέ
δεν εγκαταλείπει αυτούς που πιστεύουν ολόψυχα σ' Αυτόν, ώστε βρήκαν ένα
μέρος, όπου κατοικούσε κάποιος γέροντας που είχε κοιμηθεί πριν από λίγες
μέρες. Σ' αυτό το μέρος υπήρχαν μερικά μικρά σκεύη και τρυφερά χόρτα,
ώστε να μπορούν να τραφούν΄ από αυτά έτρωγε και ο γέροντας που ήταν
θαμμένος εκεί. Μόλις είδαν τον τόπο οι αοίδιμοι, ευχαριστήθηκαν τόσο πολύ,
σαν να βρήκαν θησαυρό. Κατάλαβαν ότι ετοιμάστηκε και στάλθηκε γι' αυτούς
από τον Θεό. Έτσι άρχισαν να Τον ευχαριστούν, όπως επίσης και τον μεγάλο
γέροντα Νίκωνα. Έλεγαν: «Πίστεψέ με, μας ήρθαν όλα καλά με τη βοήθεια
των ευχών εκείνου».
         Όταν πέρασαν λίγες μέρες, μη μπορώντας να υποφέρει την αρετή
των δούλων του Χριστού ο εχθρός των ψυχών μας, ο διάβολος, άρχισε να
τους πολεμάει, τον Ιωάννη με την θύμηση της γυναίκας του και το Συμεών με
την μεγάλη του αγάπη για τη μητέρα του. Μόλις καταλάβαινε ο ένας από τους
δύο ότι στενοχωριόταν, αμέσως έλεγε στον άλλο: «Αδελφέ, σήκω να
προσευχηθούμε». Έλεγαν την προσευχή του μεγάλου γέροντα, που έμαθαν
αμέσως απέξω και οι δυό με τη χάρη του Θεού, γιατί ο γέροντας
προσευχήθηκε λέγοντας: «Τύπωσε, Κύριε, στην καρδιά τους τα λόγια αυτής
της προσευχής». Αυτή την προσευχή έλεγαν πάντοτε σε περίπτωση
πειρασμού και κάθε φορά που ζητούσαν κάτι από το Θεό. Μερικές φορές,
όπως μας έλεγε ο θεοφόρος Σαλός, ο διάβολος τους πύρωνε, σαν να
έτρωγαν κρέας και να έπιναν κρασί. Άλλοτε πάλι προσπαθούσε να τους
προκαλέσει δειλία και ακηδία για την άσκηση, ώστε μερικές φορές να θέλουν
να επιστρέψουν από την έρημο στο μοναστήρι. Επίσης άλλες φορές στον
ύπνο, άλλες φορές με τη φαντασία, τους έκανε ο διάβολος να βλέπουν τους
δικούς τους, άλλους να κλαίνε και άλλους να έχουν τρελαθεί΄ και άλλα πολλά
έβλεπαν που είναι αδύνατο να τα διηγηθεί κανένας, αν δεν έχει πείρα από
αυτού του είδους τους πειρασμούς. Όσες φορές όμως έφερναν στο μυαλό
τους το στεφάνι, που είδε ο ένας να βρίσκεται στο κεφάλι του άλλου, όπως και
τη διδασκαλία και τα δάκρυα του γέροντα, σαν από λάδι αγιασμένο
καταπραΰνονταν και παρηγοριόταν η καρδιά τους.
         Μερικές φορές εμφανιζόταν στ' όνειρό τους και ο όσιος Νίκων, άλλοτε
νουθετώντας τους, άλλοτε προσευχόμενος γι' αυτούς, μερικές φορές μάλιστα
διδάσκοντας τους ψαλμούς΄ και τότε ξυπνούσαν προσπαθώντας να μάθουν
απέξω όσα διδάσκονταν στον ύπνο τους και χαίρονταν πάρα πολύ γι' αυτό.
Ήξεραν ότι ενδιαφέρεται πολύ γι' αυτούς, και το αντιλαμβάνονταν από αυτά τα
γεγονότα. Πριν λοιπόν να ζητήσουν ο,τιδήποτε από το Θεό, προσευχήθηκαν
και οι δυό για το εξής πράγμα: ο Συμεών, να παρηγορηθεί και να σιγουρευτεί
η καρδιά της μητέρας του΄ ο Ιωάννης, να πάρει ο Θεός κοντά Του τη γυναίκα
του, ώστε να πάψει να τη σκέφτεται. Ο Θεός που είπε ότι θα
πραγματοποιήσει το θέλημα αυτών που Τον φοβούνται (Ψαλμ. 144, 19), τους
άκουσε΄ και αφού πέρασαν δυό χρόνια, ο όσιος Συμεών πληροφορήθηκε απ'
το Θεό ότι η μητέρα του δεν λυπάται πια γι' αυτόν και ότι τη νύχτα
παρουσιάζεται σ' αυτήν, την παρηγορεί και της λέει στη Συριακή διάλεκτο: "λα
δέχρε λιχ έμ", που σημαίνει: «"Μη λυπάσαι μητέρα", γιατί κι εγώ και ο Ιωάννης
είμαστε καλά και υπηρετούμε στο παλάτι του βασιλιά και φοράμε στεφάνια,
που μας έδωσε ο βασιλιάς, και πολύ όμορφες στολές. Παρηγόρησε όμως και
τους γονείς του αδελφού Ιωάννη, γιατί υπηρετεί κι αυτός μαζί μου. Λοιπόν, μη
λυπάστε καθόλου». Όμως και ο αββάς Ιωάννης είδε κάποιον λευκοντυμένο να
του λέει: «Οικονόμησα, ώστε ο πατέρας σου να μη λυπάται΄ και τη γυναίκα
σου σε λίγο θα την πάρω μαζί μου».
         Διηγήθηκαν ο ένας στον άλλον αυτά που είδαν και χάρηκαν και
ευφράνθηκε η καρδιά τους. Αφού ο Θεός τους απάλλαξε από τον λογισμό των
γονέων τους, αμέσως άρχισαν να ζουν χωρίς φροντίδα, χωρίς να λυπούνται
καθόλου γι' αυτούς και χωρίς να αισθάνονται κόπο ή οκνηρία συνέχισαν τον
δρόμο της ασκήσεως νύχτα και μέρα, μην έχοντας άλλη ασχολία παρά μόνο
τον "απερίσπαστο περισπασμό" και την "αμέριμνη μέριμνα", εννοώ βέβαια
την αδιάλειπτη προσευχή. Σ' αυτή σύντομα προόδευσαν οι άοκνοι εργάτες,
ώστε σε λίγα χρόνια αξιώθηκαν θείων δράσεων, πληροφοριών και θαυμάτων.
         Πέρασε πάλι λίγος καιρός και ο ένας ησύχαζε σε απόσταση "λίθου
βολής" από τον άλλο. Είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους το έξης: να αναχωρούν
και να ζουν χωριστά όποτε ήθελε ο καθένας να προσεύχεται μόνος του΄ όταν
όμως συμβεί να παρουσιαστούν λογισμοί ή ακηδία, να έρχεται ο ένας προς
τον άλλον και από κοινού να προσεύχονται στον Θεό για να απαλλαγούν απ’
τον πειρασμό. Μια μέρα λοιπόν, ενώ καθόταν ο Συμεών στο μέρος που
συνήθιζε, έρχεται σε έκσταση και βλέπει τον εαυτό του σαν να βρισκόταν στην
Έδεσα (από εκεί ήταν η καταγωγή του) κοντά στην άρρωστη μητέρα του και
να της λέει στα Συριακά: «Πώς είσαι μητέρα;» Εκείνη απάντησε: «Καλά, παιδί
μου». Της λέει πάλι: «Πήγαινε κοντά στο Βασιλιά. Μη φοβάσαι, γιατί Τον
παρακάλεσα και σου ετοίμασε καλό μέρος, και όταν θέλει, θα έρθω κι εγώ
κοντά σου».
         Αφού συνήλθε, κατάλαβε ότι εκείνη την ώρα κοιμήθηκε η μητέρα του.
Τρέχει γρήγορα στον αδελφό του Ιωάννη και του λέει: «Σήκω, αδελφέ, να
προσευχηθούμε». Επειδή εκείνος ταράχτηκε (νόμισε ότι είχε κάποιο
πειρασμό), του λέει ο Συμεών: «Μη ταράζεσαι, αδελφέ, δεν έχω τίποτα κακό
με τη χάρη του Θεού». Του λέει πάλι ο Ιωάννης: «Τότε για ποιό λόγο έκανες
τόσο δρόμο, πάτερ Συμεών;» Τον αποκάλεσε έτσι γιατί τον τιμούσε και τον
σεβόταν πάρα πολύ, όπως κι εκείνος σεβόταν τον Ιωάννη. Τότε τα μάτια του
γέμισαν δάκρυα που έτρεχαν σαν μαργαριτάρια πάνω στο στήθος του, και
λέει στον Ιωάννη: «Αυτήν την ώρα ο Κύριος παίρνει κοντά Του την καλή μου
και ευλογημένη μητέρα». Και του διηγήθηκε το δράμα.
         Γονάτισαν και άρχισαν να προσεύχονται. Τότε μπορούσε να ακούσει
κανείς το Συμεών να λέει προς τον Θεό λόγια συγκινητικά και ικετευτικά. Τα
σπλάχνα του πονούσαν και ταράζονταν από τη φυσική αγάπη του γιου προς
τη μητέρα. Έλεγε: «Θεέ μου, Εσύ που δέχτηκες την θυσία του Αβραάμ (Γεν.
22, 1-12), Εσύ που πρόσεξες το ολοκαύτωμα του Ιεφθάε (Κριτ. 11, 30-39),
Εσύ που δεν γύρισες το πρόσωπό Σου απ' τα δώρα του Άβελ (Γεν. 4, 4), Εσύ
που ανάδειξες προφήτιδα την Άννα για χάρη του δούλου Σου Σαμουήλ (Α΄
Βασ. 2, 1-10), Εσύ, Κύριέ μου, Κύριε, για χάρη του δούλου Σου, δέξε την
ψυχή της μητέρας μου. Θυμήσου, Θεέ μου, τους κόπους και τους μόχθους
της, που έκανε για μένα. Θυμήσου, Κύριε, τους στεναγμούς και τα δάκρυα
που έχυσε, όταν για χάρη Σου έφυγα μακριά της. Θυμήσου, Κύριε, τα στήθη
με τα οποία θήλασε εμένα τον ταπεινό, για να χαρεί την νεότητά μου, που
όμως δεν χάρηκε. Μη ξεχνάς, Κύριε, ότι δεν μπορούσε να κάνει μακριά μου
ούτε ώρα, κι όμως χωρίστηκε από μένα τόσα χρόνια. Θυμήσου, Κύριε που
γνωρίζεις τα πάντα, ότι όταν ήθελε να χαρεί για μένα, τότε για το δικό Σου
όνομα με στερήθηκε. Μη ξεχνάς, δίκαιε, το σπαραγμό που ένιωσε τη μέρα
που ήρθα κοντά Σου. Γνωρίζεις, Κύριε, πόσο αγρύπνησε κάθε νύχτα για να
θυμάται τη νεότητά μου, από τότε που την εγκατέλειψα. Εσύ γνωρίζεις, Κύριε,
πόσες νύχτες έχασε τον ύπνο της ζητώντας το πρόβατο που κοιμόταν μαζί
της. Μην ξεχνάς, φιλάνθρωπε, πόσος πόνος γέμιζε την καρδιά της, όταν
βλέποντας τα ρούχα μου, έλιωνε για το μαργαριτάρι της που τα φορούσε.
Θυμήσου ακόμη, Κύριε, ότι της στέρησα την παρηγοριά και τη χαρά και την
αγαλλίαση, για να υπηρετήσω Εσένα τον δικό μου και δικό της Θεό, και Κύριο
των όλων. Δώσε της για συνοδεία αγγέλους, που θα προστατεύουν την ψυχή
της από τα πονηρά και άσπλαχνα πνεύματα και θηρία του αέρα, που
προσπαθούν να αποσπάσουν και να καταπιούν αυτούς που περνούν
ανάμεσα από αυτά. Κύριε, Κύριε, στείλε της δυνατούς φύλακες, για να
επιτιμούν κάθε ακάθαρτη δύναμη που θα συναντάει. Πρόσταξε ακόμη, Θεέ
μου, να χωριστεί η ψυχή από το σώμα της χωρίς λύπη και βάσανα. Και αν,
σαν γυναίκα, σ’ αυτή τη ζωή αμάρτησε είτε με λόγια είτε με έργα, συγχώρεσε
την ψυχή της, χάρη της θυσίας που γέννησε και που σου πρόσφερε, δηλαδή
εμένα τον ανάξιό Σου δούλο. Ναι, Κύριε, Κύριε, Θεέ μου, Εσύ που είσαι
δίκαιος κριτής και φιλάνθρωπος, μη την οδηγήσεις από θλίψη σε θλίψη, από
οδύνη σε οδύνη, από στεναγμό σε στεναγμό, αλλά για τη λύπη που ένιωσε
για το μοναδικό της παιδί, οδήγησέ την στη χαρά, αντί για δάκρυα δώσ' της
αγαλλίαση, αυτή την αγαλλίαση που έχεις προετοιμάσει για τους αγίους Σου,
Θεέ μου, Θεέ μου, στους αιώνες. Αμήν».
         Όταν σταμάτησαν να προσεύχονται και σηκώθηκαν, άρχισε ο
αδελφός Ιωάννης να τον παρηγορεί και να του λέει: «Να, λοιπόν, αδελφέ
Συμεών, ο Θεός σε παρηγόρησε, άκουσε την προσευχή σου και πήρε τη
μητέρα σου κοντά Του. Τώρα όμως κοπίασε μαζί μου και ας προσευχηθούμε
μαζί στον Κύριο, για να ελεήσει αυτήν που επέτρεψε να ονομαστεί σύζυγός
μου, και ή να την οδηγήσει να πάρει την απόφαση να γίνει κι αυτή μοναχή ή
να την ελεήσει παίρνοντάς την κοντά Του». Προσευχήθηκαν λοιπόν για λίγο
καιρό και κάποια νύχτα βλέπει ο αββάς Ιωάννης τη μητέρα του Συμεών να
έρχεται, να πιάνει το χέρι της συζύγου του και να της λέει: «Σήκω, αδελφή
μου, έλα κοντά μου, γιατί ο Βασιλιάς, στου Οποίου την υπηρεσία στρατεύτηκε
ο γιος μου, μου χάρισε μια όμορφη κατοικία. Άλλαξε όμως τα ρούχα σου και
φόρεσε καθαρά». Όπως έλεγε ο Ιωάννης, εκείνη αμέσως σηκώθηκε και την
ακολούθησε. Έτσι κατάλαβε ότι κοιμήθηκε κι αυτή και ότι και οι δύο ήταν σε
καλό μέρος, και χάρηκε πάρα πολύ.
         Παρέμειναν ασκητεύοντας στην έρημο άλλα είκοσι εννιά χρόνια,
ζώντας με μεγάλη άσκηση και κακοπάθεια, με κρύο και με ζέστη, και
υπέμειναν πολλούς και ανεκδιήγητους πειρασμούς από τον διάβολο και τον
νίκησαν και έφτασαν σε μεγάλα μέτρα, ιδιαίτερα ο Συμεών με την ακακία και
καθαρότητα που είχε. Αυτός, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος που υπήρχε σ'
αυτόν, αισθανόταν να μη φοβάται ούτε πάθος ούτε κρύο ή πείνα ή ζέστη,
αλλά σχεδόν είχε φτάσει σε μέτρα που ξεπερνούσαν την ανθρώπινη φύση.
Λέει λοιπόν στον Ιωάννη: «Σε τί μας ωφελεί, αδελφέ μου, να συνεχίσουμε να
μένουμε σ' αυτή την έρημο; Αν όμως θέλεις να μ' ακούσεις, σήκω να φύγουμε,
για να σώσουμε κι άλλους, γιατί εδώ δεν ωφελούμε παρά μόνο τους εαυτούς
μας και δεν έχουμε μισθό από κανέναν άλλο». Και άρχισε να του λέει από την
Αγία Γραφή τα εξής: «Κανείς να μη ζητά το δικό του συμφέρον, αλλά του
άλλου» (Α΄ Κορ. 10, 24), και «Σε όλους έγινα τα πάντα, για να σώσω
μερικούς» (Α΄ Κορ. 9, 22). Επίσης από το Ευαγγέλιο: «Έτσι να λάμψει το φως
σας μπροστά στους ανθρώπους, για να δουν τα καλά σας έργα και να
δοξάσουν τον Πατέρα σας στον ουρανό» (Ματθ. 5, 16) και άλλα παρόμοια.
Αποκρίθηκε ο Ιωάννης λέγοντάς του: «Νομίζω, αδελφέ μου, ότι ο Σατανάς
μίσησε την ησυχία μας και σου δημιούργησε αυτό το λογισμό. Κάθησε
καλύτερα να τελειώσουμε στην έρημο αυτό το δρόμο που αρχίσαμε και στον
οποίο μας κάλεσε ο Θεός».
         Του λέει ο Συμεών: «Πίστεψέ με, εγώ δεν πρόκειται να μείνω, αλλά με
τη δύναμη του Θεού θα πάω να εμπαίξω τον κόσμο». Του λέει πάλι ο
αδελφός του: «Μη, καλέ μου αδελφέ, μη σε παρακαλώ, για τ' όνομα του
Κυρίου μας, μη με αφήσεις μόνο μου, τον ταπεινό. Εγώ δεν έφτασα ακόμα σ'
αυτά τα μέτρα, για να εμπαίξω τον κόσμο. Όμως, για το όνομα Αυτού που μας
συνέδεσε, μη θελήσεις να χωριστείς απ’ τον αδελφό σου. Γνωρίζεις καλά ότι
μετά από το Θεό δεν έχω παρά μόνο εσένα, αδελφέ μου. Τους αρνήθηκα
όλους, προσκολήθηκα σε σένα, και τώρα θέλεις να με αφήσεις, σαν σε
πέλαγος, μέσα σ' αυτήν την έρημο. Θυμήσου εκείνη την μέρα που ρίξαμε
κλήρο και πηγαίναμε προς τον όσιο Νίκωνα, ότι υποσχεθήκαμε να μη
χωρίζεται ο ένας από τον άλλον. Θυμήσου εκείνη την φοβερή ώρα, τότε που
φορέσαμε το άγιο σχήμα και ήμαστε οι δύο σαν μια ψυχή, ώστε όλοι να
παραξενεύονται για την αγάπη μας. Μην ξεχνάς τα λόγια του μεγάλου
γέροντα που μ' αυτά μας συμβούλεψε την νύχτα που φύγαμε, μη, σε
παρακαλώ, μήπως χαθώ και ζητήσει την ψυχή μου από σένα ο Θεός». Του
λέει πάλι ο Συμεών: «Ας υποθέσουμε ότι πέθαινα΄ δεν θα έπρεπε να
φροντίζεις εσύ τον εαυτό σου, καθώς θα έμενες μόνος; Πίστεψε με, αν έρθεις,
έχει καλώς, αλλιώς εγώ δεν πρόκειται να μείνω».
         Μόλις είδε ο αδελφός Ιωάννης ότι επέμενε, κατάλαβε ότι είχε
πληροφορία από τον Θεό να το κάνει΄ επειδή δεν μπορούσε τίποτε να τους
χωρίσει, παρά μόνο ο θάνατος, ίσως ούτε κι αυτός. Μάλιστα πολλές φορές
παρακάλεσαν τον Θεό, να τους πάρει κοντά Του μαζί και τους δύο, και
πίστευαν ότι ο Κύριος θα κάνει δεκτή αυτή τους την αίτηση, όπως έκανε κι
όλες τις άλλες. Λέει λοιπόν ο Ιωάννης: «Πρόσεχε, Συμεών, μήπως ο διάβολος
θέλει να σε περιπαίξει». Αυτός όμως του είπε: «Εσύ μόνο να μη με ξεχάσεις
στην προσευχή σου, όπως ούτε εγώ εσένα, και ο Θεός και οι προσευχές σου
θα με σώσουν». Άρχισε πάλι ο αδελφός να τον συμβουλεύει και να του λέει:
«Πρόσεξε, φυλάξου, αδελφέ μου Συμεών μήπως όσα μάζεψε η έρημος, τα
σκορπίσει ο κόσμος΄ και ό,τι ωφέλησε η ησυχία, το καταστρέψει η ταραχή΄ και
όσα σου πρόσφερε η αγρυπνία, τα χάσεις με τον ύπνο. Ασφαλίσου, αδελφέ
μου, μήπως τη σωφροσύνη της μοναχικής ζωής την καταστρέψει η απατηλή
κοσμική ζωή. Πρόσεχε μήπως τον καρπό της στερήσεως των γυναικών από
τις οποίες σε έσωσε μέχρι σήμερα ο Θεός, τον καταστρέψει η συναναστροφή
σου μ' αυτές. Πρόσεχε μήπως την ακτημοσύνη την αφαιρέσει η
φιλοκτημοσύνη, μήπως το σώμα που έλιωσε από τη νηστεία, παχύνει πάλι
από τις τροφές. Πρόσεχε, αδελφέ μου, μήπως χάσεις την κατάνυξή σου με το
γέλιο και την προσευχή σου με την αμέλεια. Πρόσεχε, σε παρακαλώ, μήπως,
ενώ το πρόσωπό σου γελάει, ο νους σκορπίζεται, μήπως αυτά που αγγίζουν
τα χέρια τ' αγγίζει και η ψυχή, μήπως ενώ το στόμα τρώει, η καρδιά
αισθάνεται ηδονή, μήπως, ενώ τα πόδια βαδίζουν, διαταραχθεί με τρόπο
άτακτο η εσωτερική σου ησυχία και με λίγα λόγια, μήπως όσα κάνει το σώμα
εξωτερικά τα κάνει και η ψυχή εσωτερικά. Αλλά, αν πήρες από το Θεό
δύναμη, αδελφέ μου, ώστε ο,τιδήποτε και να κάνει το σώμα, σχήματα, λόγια ή
πράξεις, να μένει ατάραχος και ασύγχυτος ο νους και η καρδιά σου και να μη
μολύνεται και να μη βλάπτεται καθόλου από αυτά, πραγματικά εγώ χαίρομαι
για τη σωτηρία σου, μόνο παρακάλεσε το Θεό να μη μας χωρίσει εκεί τον ένα
από τον άλλο». Του λέει τότε ο αββάς Συμεών: «Μη φοβάσαι, αδελφέ Ιωάννη,
γιατί αυτό που κάνω δεν το κάνω από μόνος μου, αλλά επειδή μου το
προστάζει ο Θεός. Και από αυτό θα καταλάβεις ότι με την βοήθεια του Θεού,
το έργο μου Τον ευαρέστησε, όταν, πριν πεθάνω, θα έρθω και θα σε
προσκαλέσω και θα σε ασπαστώ και ύστερα από λίγες μέρες θα έρθεις και θα
με συναντήσεις. Σήκω όμως για να προσευχηθούμε».
         Αφού προσευχήθηκαν για πολλή ώρα και αλληλοασπάστηκαν
έχοντας μουσκέψει τα στήθη τους με τα δάκρυά τους, τον άφησε να φύγει
συνοδεύοντάς τον για αρκετή απόσταση. Δεν του έκανε καρδιά να χωριστούν,
αλλά όταν του έλεγε ο αββάς Συμεών: «Γύρνα πίσω, αδελφέ», αισθανόταν
σαν να τον χώριζε μαχαίρι από το σώμα του και τον παρακαλούσε πάλι να
τον συνοδέψει ακόμη λίγο. Επειδή όμως τον πίεσε πολύ ο αββάς Συμεών,
γύρισε πίσω βρέχοντας την γη με δάκρυα.


                                  VI
                      Ο Συμεών εμπαίζει τον κόσμο

        Αμέσως ο Συμεών κατευθύνθηκε προς την Αγία Πόλη του Χριστού
και Θεού μας. Όπως έλεγε, διψούσε πολύ και φλεγόταν τόσα χρόνια από την
επιθυμία να απολαύσει τους Αγίους Τόπους του Χριστού. Επισκέφθηκε
λοιπόν τον Άγιο και ζωοποιό Τάφο του Χριστού, όπως επίσης και το Γολγοθά,
τον πρόξενο της σωτηρίας μας και το νικητή του θανάτου, και έτσι εκπλήρωσε
την επιθυμία του. Έμεινε στην Αγία Πόλη τρεις μέρες, πήγαινε και
προσκυνούσε στους πάνσεπτους τόπους του Κυρίου και προσευχόταν. Η
προσευχή του ήταν να μην αποκαλυφθεί η εργασία του, μέχρις ότου να φύγει
απ’ τη ζωή, για να αποφύγει την δόξα που προσφέρουν οι άνθρωποι από την
οποία δημιουργείται η υπερηφάνεια και η υπεροψία στον άνθρωπο, αυτή που
οδήγησε και αγγέλους στην πτώση από τους ουρανούς. Άκουσε την
προσευχή του Αυτός που είπε: «Προσευχήθηκαν οι δίκαιοι με θερμότητα και ο
Κύριος τους άκουσε» (Ψαλμ. 33, 18), γιατί, ενώ έκανε τόσα πολλά θαύματα
και τόσα παράδοξα πράγματα, όπως μπορεί κανείς να πληροφορηθεί από τα
παρακάτω, δεν φανερώθηκε η εργασία του στους ανθρώπους. Το αίτημά του
έγινε ένα είδος καλύμματος στις καρδιές αυτών που έβλεπαν αυτά που έκανε,
μέχρις ότου κοιμήθηκε. Πώς ήταν δυνατόν, αν δεν συνέβαινε αυτό, δηλαδή να
αποκρύπτει ο Θεός από τους ανθρώπους την αρετή του μακαρίου Συμεών για
να τον προφυλάξει από τον έπαινό τους, να μη γίνεται φανερός σ' όλους, τη
στιγμή που άλλοτε θεράπευε δαιμονισμένους, άλλοτε κρατούσε στα χέρια του
αναμμένα κάρβουνα, σ' άλλους πολλές φορές πρόλεγε αυτά που θα
συνέβαιναν και σ' άλλους φανέρωνε αυτά που έλεγαν γι' αυτόν μακριά του΄
άλλοτε, με αστείο τρόπο, πρόσφερε μέσα στην έρημο πλούσια γεύματα,
μερικές φορές μετάστρεφε στην ευσέβεια Εβραίους και κακόπιστους,
θεράπευε αρρώστους, και άλλους έσωζε από διάφορους κινδύνους; Πολλές
φορές και γυναίκες άσεμνες ή πόρνες, άλλες οδηγούσε με παιγνιώδεις
ενέργειες σε νόμιμο γάμο, άλλες προσελκύοντάς τις με χρήματα τις σωφρόνιζε
και άλλες, με την καθαρότητα που τον διέκρινε, τις έφερνε σε κατάνυξη ώστε
να ακολουθήσουν το μοναχικό βίο. Δεν απορώ, φιλόχριστοι, που έμεινε
άγνωστος, έχοντας κάνει με τη χάρη του Θεού τέτοια πράγματα. Γιατί Αυτός
που πολλές φορές φανερώνει σ' όλους τις κρυμμένες αρετές των δούλων
Του, ο ίδιος οικονόμησε, ώστε να γίνουν φανερές σ' όλους και οι πριν
άγνωστες αρετές αυτού του οσίου.
         Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, μετά την τριήμερη παραμονή του
στους Αγίους Τόπους, πήγε στην Έμεσα. Πριν μπει μέσα στην πόλη, βρήκε ο
αοίδιμος ένα ψόφιο σκύλο πάνω στην κοπριά και, αφού έλυσε το σχοινένιο
ζωνάρι του, έδεσε το πόδι του σκύλου και άρχισε να τρέχει σέρνοντάς τον.
Έτσι μπήκε από την πύλη, κοντά στην οποία ήταν ένα σχολείο. Μόλις τον
είδαν τα παιδιά άρχισαν να φωνάζουν: «Ε, ένας τρελός αββάς» και να
τρέχουν από πίσω του και να τον χτυπούν. Την άλλη μέρα, που ήταν
Κυριακή, πήρε καρύδια, πήγε στην εκκλησία στην αρχή της θείας Λειτουργίας
και άρχισε να τα πετάει και να σβήνει τις καντήλες. Άρχισαν τότε να τον
κυνηγούν για να τον βγάλουν έξω, αλλά αυτός ανέβηκε στον άμβωνα και από
εκεί χτυπούσε τις γυναίκες με τα καρύδια. Με πολύ κόπο τον έβγαλαν έξω,
αλλά καθώς έβγαινε, αναποδογύρισε τα τραπέζια μερικών που πουλούσαν
μικρές πίτες. Αυτοί τότε τον χτύπησαν μέχρι που κόντευε να πεθάνει. Όταν
είδε πόσο είχε κακοποιηθεί από τα χτυπήματα, είπε στον εαυτό του: «Φτωχέ
Συμεών, πράγματι ούτε μια εβδομάδα δεν μπορείς να ζήσεις έτσι στα χέρια
αυτών των ανθρώπων».
         Κατ' οικονομία Θεού τον είδε κάποιος φουσκάριος* και μη ξέροντας
ότι προσποιείται το σαλό του λέει: «Θέλεις, κύριε αββά, αντί να γυροφέρνεις,
να στέκεσαι και να πουλάς λούπινα;» Εκείνος δέχτηκε. Όταν λοιπόν τον έβαλε
να πουλάει, άρχισε αυτός να τα μοιράζει στον κόσμο και να τρώει και ο ίδιος
άπληστα. (Είχε όμως να φάει μία εβδομάδα). Είπε τότε στον φουσκάριο η
γυναίκα του: «Πού τον βρήκες και μας τόν έφερες αυτόν τον αββά; Αν τρώει
έτσι, δεν έχουμε ανάγκη να πουλήσουμε τίποτε. Έφαγε ένα δοχείο λούπινα
από αυτά που έχω για να μετράω τις ποσότητες». Δεν ήξεραν βέβαια πως ό,τι
περιείχαν τα υπόλοιπα δοχεία δηλ. κουκιά, φακές, ρεβύθια και όλα τα άλλα, τα
είχε μοιράσει σ' όσους έκαναν την ίδια δουλειά και σ' άλλους ανθρώπους,
αλλά νόμιζαν ότι τα πούλησε. Όταν όμως άνοιξαν το ταμείο και δεν βρήκαν
χρήματα, τον χτύπησαν και τον έδιωξαν, αφού του μάδησαν και τα γένια.
         Όταν έγινε απόγευμα θέλησε να θυμιατίσει. Δεν είχε φύγει όμως από
αυτούς, αλλά κοιμήθηκε έξω από την πόρτα τους. Και επειδή δεν έβρισκε
κανένα κεραμίδι, έβαλε το χέρι του στην ανθρακιά, το γέμισε με κάρβουνα και
άρχισε να θυμιατίζει. Επειδή ήταν θέλημα Θεού να σωθεί ο φουσκάριος
(ανήκε στην αίρεση των "ακεφάλων" Σευηριτών*) είδε η γυναίκα του τον
Συμεών να θυμιατίζει με το χέρι του και έκπληκτη του λέει: «Για τ' όνομα του
Θεού, αββά Συμεών, με το χέρι σου θυμιατίζεις;» Όταν άκουσε αυτό ο
γέροντας, προσποιήθηκε ότι καιγόταν και έριξε τα κάρβουνα από το χέρι του
στο παλιό ράσο που φορούσε, λέγοντας: «Αν δε θέλεις με το χέρι μου, να, με
το ράσο μου θυμιατίζω». Και όπως ο Θεός διαφύλαξε από τη φωτιά τη βάτο
(Έξοδ. 3, 2), και τους τρεις νέους (Δαν. 3, 23), έτσι ούτε ο όσιος ούτε το ράσο
του καίγονταν από τα κάρβουνα. Με ποιο τρόπο σώθηκαν ο φουσκάριος και η
γυναίκα του, θα αναφερθεί σε άλλο σημείο.
         Κάθε φορά που έκανε κάτι το θαυμαστό, έφευγε από το μέρος εκείνο,
μέχρι να ξεχαστεί η πράξη του. Και μάλιστα βιαζόταν να κάνει καμιά τρέλα για
να καλύψει το κατόρθωμά του.
         Κάποτε πρόσφερε θερμά ποτά σ' ένα καπηλειό, για να εξοικονομεί το
φαγητό του. Ήταν άσπλαχνος όμως ο κάπηλος και πολλές φορές δεν του
έδινε ούτε φαγητό, μολονότι έκανε πολλή δουλειά εξαιτίας του. Γιατί οι
άνθρωποι αστειευόμενοι έλεγαν μεταξύ τους: «Ας πάμε να πιούμε εκεί που
είναι ο Σαλός». Μια μέρα μπήκε μέσα στο καπηλειό ένα φίδι και ήπιε κρασί
από μία στάμνα και αφού έβγαλε το δηλητήριό του μέσα σ' αυτήν έφυγε. Ο
αββάς Συμεών δεν ήταν μέσα, αλλά έπαιζε έξω με τον κόσμο. Όταν μπήκε
μέσα είδε γραμμένη επάνω στη στάμνα αόρατα τη λέξη "θάνατος". Αμέσως
κατάλαβε τι είχε συμβεί και με ένα ξύλο την έσπασε, όπως ήταν γεμάτη. Ο
κάπηλος τότε του πήρε από τα χέρια το ξύλο, τον χτύπησε μέχρι που
κουράστηκε και τον έδιωξε. Την άλλη μέρα ο αββάς Συμεών πήγε και
κρύφτηκε πίσω από την πόρτα. Σε λίγο ήλθε πάλι το φίδι να πιει και, όταν το
είδε ο κάπηλος, πήρε το ξύλο για να το σκοτώσει. Μη μπορώντας όμως να το
χτυπήσει, έσπασε όλες τις στάμνες και τα ποτήρια. Τότε παρουσιάστηκε
μπροστά του ο Σαλός και του λέει: «Τί γίνεται, τρελέ; Όπως βλέπεις, δεν κάνω
μόνο εγώ άσκοπα πράγματα». Τότε αντιλήφθηκε για ποιο λόγο έσπασε ο
αββάς Συμεών τη στάμνα και οικοδομήθηκε και τον θεωρούσε άγιο.
         Θέλοντας ο όσιος να τον κάνει να αλλάξει γνώμη, για να μη τον
φανερώσει, μια μέρα, που ο κάπηλος έδινε κρασί και η γυναίκα του κοιμόταν
μόνη της, πήγε κοντά της και έκανε πως βγάζει τα ρούχα του. Εκείνη έβαλε τις
φωνές και μόλις ήρθε ο άντρας της του λέει: «Πέταξε έξω αυτόν τον
τρισκατάρατο, γιατί ήθελε να με βιάσει». Τον έβγαλε έξω στην παγωνιά —
έκανε πολύ κρύο κι έβρεχε— χτυπώντας τον με γροθιές. Και από τότε ο
κάπηλος όχι μόνο τον θεωρούσε τρελό, αλλά και αν έβλεπε κανένα να
προβληματίζεται σχετικά με το αν προσποιείται ο αββάς ή όχι, του έλεγε
αμέσως: «Πίστεψέ με, είναι αληθινά δαιμονισμένος. Τον είδα με τα μάτια μου,
και κανείς δεν μπορεί να με μεταπείσει ότι ήθελε να βιάσει τη γυναίκα μου και
ότι τρώει κρέας ο αθεόφοβος». Πράγματι έτρωγε πολλές φορές και κρέας ο
δίκαιος, χωρίς όμως να έχει φάει όλη την εβδομάδα. Και κανείς δεν γνώριζε τη
νηστεία που έκανε΄ έτρωγε όμως το κρέας μπροστά σ' όλους, για να καλύψει
την αρετή του.
         Ήταν σαν να μην είχε σώμα και ακόμη δεν έδινε σημασία στην
ασχημοσύνη των ανθρώπων και των φυσικών αναγκών. Γιατί πολλές φορές
θέλοντας να ικανοποιήσει τη σωματική ανάγκη, αμέσως, χωρίς να ντρέπεται
κανένα, καθόταν σε κάποιο σημείο της αγοράς μπροστά σε όλους΄ κι αυτό
γιατί ήθελε να τους πείσει ότι ενεργεί έτσι, επειδή δεν είναι στα λογικά του.
Όπως έχουμε πει πολλές φορές, ξεπερνούσε τη σαρκική πύρωση, με την
οποία ήθελε να τον προσβάλλει ο διάβολος, και δεν βλαπτόταν καθόλου από
αυτήν με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Μια μέρα ο ενάρετος και θεοφιλής
διάκονος Ιωάννης, που μας διηγήθηκε το βίο του, τον είδε εξαντλημένο και
λιωμένο από την άσκηση (ήταν απόπασχα και είχε μείνει άσιτος όλη την Αγία
Τεσσαρακοστή). Τον λυπήθηκε και θαύμασε την ανεκδιήγητή του
σκληραγωγία, μολονότι ζούσε μέσα σε πόλη και συναναστρεφόταν με
γυναίκες και άλλους ανθρώπους. Θέλησε λοιπόν να τον βοηθήσει να
ανακτήσει τις δυνάμεις του και δήθεν πειράζοντας τον, του είπε: «Έρχεσαι να
λουστείς Σαλέ;» Εκείνος του απάντησε γελώντας: «Ναι, πάμε πάμε» και, ενώ
έλεγε αυτά, έβγαλε το ένδυμά του και το έδεσε επάνω στο κεφάλι του σαν
μαντήλα. Του λέει τότε ο Ιωάννης: «Φόρεσέ το αδελφέ, γιατί, αν περπατάς
έτσι γυμνός, εγώ δεν έρχομαι μαζί σου». Του απαντάει ο αββάς Συμεών:
«Πήγαινε, τρελέ, εγώ ετοιμάστηκα, κι αν δεν έρθεις, θα πάω πιο μπροστά από
σένα». Τον άφησε και προχώρησε λίγο πιο μπροστά. Υπήρχαν δύο λουτρά το
ένα κοντά στο άλλο, το ένα ανδρικό και το άλλο γυναικείο. Άφησε το λουτρό
των ανδρών ο Σαλός και όρμησε θεληματικά στο γυναικείο. Ο Ιωάννης τον
φώναζε: «Ε, Σαλέ, πού πάς; Σταμάτα, εκείνο είναι των γυναικών». Γύρισε τότε
ο θαυμάσιος και του είπε: «Φύγε από δω, τρελέ. Κι εκεί ζέστη και νερό κι εδώ
ζέστη και νερό. Τίποτε περισσότερο δεν υπάρχει ούτε εκεί ούτε εδώ», και
μπήκε τρέχοντας ανάμεσα στις γυναίκες σαν να βρισκόταν μπροστά στη δόξα
του Θεού. Όρμησαν αμέσως όλες καταπάνω του και τον έβγαλαν έξω
χτυπώντας τον. Όταν διηγήθηκε όλη τη ζωή του στον θεοφιλή διάκονο
Ιωάννη, τον ρώτησε εκείνος: «Για το Θεό, πάτερ, πως αισθανόσουν, όταν
μπήκες στο λουτρό των γυναικών;» «Πίστεψέ με, παιδί μου», του είπε,
«ήμουν σαν ξύλο ανάμεσα σε ξύλα. Δεν αισθανόμουν ότι είχα σώμα ούτε ότι
ήμουν ανάμεσα σε σώματα, αλλά όλος μου ο νους ήταν στο έργο του Θεού
και δεν απομακρύνθηκα καθόλου απ’ αυτό». Γιατί άλλα από τα έργα του
έκανε ο δίκαιος κινούμενος από αγάπη για τη σωτηρία των ανθρώπων και
άλλα για να καλύψει τα κατορθώματά του.
         Μια άλλη φορά πάλι έπαιζαν μερικοί λυσόπορτα* τρέχοντας έξω από
την πόλη. Ένας από αυτούς, που ήταν γιος του διακόνου Ιωάννη, του φίλου
του, είχε πορνεύσει πριν από λίγες μέρες με μία γυναίκα, που ήταν
παντρεμένη. Αυτός δαιμονίστηκε τη στιγμή που έβγαινε από το σπίτι της,
χωρίς να τον δει κανείς. Επειδή θέλησε ο όσιος να τον γιατρέψει, αλλά και να
τον σωφρονίσει, λέει σ' αυτούς που έτρεχαν: «Αν δεν με παίξετε κι εμένα, δεν
θα σας αφήσω να τρέξετε», και άρχισε να τους πετροβολεί. Θέλησαν τότε
αυτοί να τον πάρουν στο παιχνίδι και να τον βάλουν στο μέρος που έτρεχε
αυτός που ήθελε να γιατρέψει. Όταν το είδε αυτό ο αββάς Συμεών, πήγε στο
άλλο μέρος, γιατί ήξερε τι έμελε να κάνει. Όταν άρχισαν να τρέχουν, ορμάει ο
όσιος προς το δαιμονισμένο νέο, τον φτάνει και, χωρίς να καταλάβει κανείς
τίποτε, τον χτυπάει στο σαγόνι και του λέει: «Να μη μοιχεύσεις άλλη φορά,
ταλαίπωρε, και δεν θα σε πειράξει ο δαίμονας». Μόλις είπε αυτά, τον σπάραξε
το δαιμόνιο, και μαζεύτηκαν όλοι από πάνω του. Έτσι που ήταν πεσμένος
κάτω και άφριζε, βλέπει το Σαλό να διώχνει από μέσα του ένα σκύλο μαύρο
χτυπώντας τον με ένα ξύλινο σταυρό. Όταν μετά από πολλές ώρες συνήλθε
και τον ρωτούσαν τι είχε πάθει, δεν μπορούσε να τους πει τίποτε άλλο παρά
μόνο ότι: «Κάποιος μου είπε, να μη πορνεύσω άλλη φορά». Μόνο μετά το
θάνατο του αββά, σαν να είχε καθαρίσει ο νους του, διηγόταν σ' όλους το
περιστατικό με κάθε λεπτομέρεια.
         Κάποτε μερικοί μίμοι έκαναν το νούμερό τους στο θέατρο. Μαζί τους
ήταν και κάποιος ταχυδακτυλουργός. Θέλοντας να τον κάνει να σταματήσει
αυτά που έκανε (γιατί είχε κάνει μερικά καλά έργα), δεν το θεώρησε
υποτιμητικό να πάει στο θέατρο, αλλά πήγε και στάθηκε κάτω από την εξέδρα
που έπαιζαν οι μίμοι. Όταν είδε ότι ο ταχυδακτυλουργός άρχισε να κάνει
αθέμιτα πράγματα, ρίχνει μια πολύ μικρή πέτρα, αφού έκανε πάνω της το
σημείο του σταυρού, και τον χτύπησε στο δεξί του χέρι και του το ξέρανε,
χωρίς να καταλάβει κανείς ποιος έριξε την πέτρα. Παρουσιάστηκε κατόπιν τη
νύχτα στον ύπνο του ο όσιος και του λέει: «Πραγματικά σε πέτυχα΄ κι αν δεν
ορκιστείς ότι δεν θα κάνεις άλλη φορά τέτοια πράγματα, δεν πρόκειται να
γιατρευτείς». Ορκίστηκε αυτός στη Θεοτόκο και όταν σηκώθηκε είδε ότι το χέρι
του είχε θεραπευτεί. Και διηγόταν όλα όσα είδε στον ύπνο του, μόνο που δεν
μπορούσε να πει ότι ο Σαλός ήταν αυτός που του τα είπε. Δεν μπόρεσε να πει
τίποτε άλλο παρά μόνο ότι: «Κάποιος μοναχός που φορούσε στεφάνι από
βάγια μου τα είπε».
         Κάποτε που ήταν να γίνει μεγάλος σεισμός στην πόλη, την εποχή
που καταστράφηκε η Αντιόχεια, στα χρόνια της βασιλείας του Μαυρικίου (τότε
ήταν που έφυγε από την έρημο ο όσιος και κατέβηκε στον κόσμο), άρπαξε το
λουρί από το σχολείο και άρχισε να χτυπάει τους στύλους και να λέει στον
καθένα: «Είπε ο κύριός σου να σταθείς». Και όταν έγινε σεισμός, κανείς απ'
όσους στύλους χτύπησε δεν έπεσε. Σε κάποιο στύλο όμως είχε πει: «Εσύ
ούτε να πέσεις ούτε να σταθείς». Αυτός σχίστηκε από πάνω μέχρι κάτω,
έγειρε λίγο κι έμεινε έτσι. Κανείς δεν είχε καταλάβει τι έκανε ο μακάριος, αλλά
όλοι πίστευαν, ότι από την παραφροσύνη του είχε χτυπήσει τους στύλους.
Ήταν να δοξάζει κανείς το Θεό και να απορεί για τα θαυμάσιά Του, αφού όσες
ενέργειες του αγίου θεωρούσαν μερικοί άπρεπες, μ' αυτές φανέρωνε τα
παράδοξα και απροσδόκητα. Κάποτε, που ήταν να πέσει θανατικό στην πόλη,
πέρασε απ' όλα τα σχολεία και φιλούσε τα παιδιά λέγοντας στο καθένα σαν γι'
αστείο: «Πήγαινε στο καλό, καλό μου». Δεν τα φίλησε όλα, αλλά όσα του
υπέδειξε η χάρη του Θεού. Στο δάσκαλο κάθε σχολείου έλεγε: «Για το Θεό
σου, τρελέ, μη δείρεις τα παιδιά που φιλώ, γιατί έχουν να βαδίσουν πολύ
δρόμο». Οι δάσκαλοι τον κορόιδευαν και μερικές φορές μάλιστα τον
χτυπούσαν με το λουρί και έκαναν νόημα και στα παιδιά και τον κοροϊδεύανε.
Όταν έπεσε το θανατικό δεν έμεινε ούτε ένα παιδί ζωντανό απ' όσα φίλησε ο
αββάς Συμεών, αλλά πέθαναν όλα.
         Είχε τη συνήθεια ο όσιος να πηγαίνει στα σπίτια των πλουσίων και να
παίζει και να προσποιείται πολλές φορές ότι φιλάει τις δούλες τους. Μια φορά
κάποιος άφησε έγκυο μια δούλη κάποιου πλουσίου. Όταν η κυρία της τη
ρώτησε ποιος τη διέφθειρε, επειδή δεν ήθελε να το φανερώσει, είπε: «Ο
Σαλός Συμεών με βίασε». Όταν ήρθε ο άγιος, όπως το συνήθιζε, στο σπίτι
αυτό, του είπε η κυρία της κοπέλας: «Μπράβο, αββά Συμεών, διέφθειρες και
άφησες έγκυο τη δούλη μου». Αμέσως γέλασε εκείνος, έσκυψε το κεφάλι του
και χειρονομώντας με το δεξί του χέρι της έλεγε, έχοντας ενωμένα τα πέντε
δάχτυλά του: «Έλα, έλα, καημένη, θα σου γεννήσει και θα έχεις ένα μικρό
Συμεώνη». Όσο χρόνο ήταν αυτή έγκυος, της κουβαλούσε ο αββάς Συμεών
ψωμιά, κρέατα και ψάρια λέγοντας: «Φάε, γυναίκα μου». Όταν ήρθε η ώρα να
γεννήσει, κοιλοπόνησε τρεις μέρες κινδυνεύοντας να πεθάνει. Είπε τότε η
κυρία της στο Σαλό: «Προσευχήσου, αββά Συμεών, γιατί η γυναίκα σου δεν
μπορεί να γεννήσει». Εκείνος της απάντησε χορεύοντας και χτυπώντας τα
χέρια του: «Μα τον Ιησού, μα τον Ιησού, ταπεινή, δεν θα μπορέσει να
γεννήσει το παιδί, αν δεν πει ποιος είναι ο πατέρας του». Όταν άκουσε αυτό η
δούλη που κινδύνευε, ομολόγησε ότι συκοφάντησε τον αββά και φανέρωσε
τον αληθινό πατέρα. Αμέσως τότε γέννησε. Θαύμασαν όλοι και, ενώ οι
άνθρωποι του σπιτιού αυτού τον είχαν για άγιο, οι άλλοι έλεγαν: «Με τη
βοήθεια του Σατανά μαντεύει, αφού είναι τελείως τρελός».
         Δύο πατέρες σε κάποιο μοναστήρι κοντά στην Έμεσα συζητούσαν
και προσπαθούσαν να εξηγήσουν γιατί έπεσε ο Ωριγένης, ο αιρετικός, τη
στιγμή που είχε τιμηθεί με τέτοια γνώση και σοφία από το Θεό. Ο ένας έλεγε:
«Η γνώση που είχε δεν ήταν από το Θεό, αλλά ήταν φυσικό πλεονέκτημα.
Επειδή λοιπόν είχε φυσικά προσόντα, κυρίως όμως με την ανάγνωση της
Αγίας Γραφής και τη μελέτη των αγίων πατέρων όξυνε το νου του και έτσι
μπόρεσε να γράψει τα βιβλία που έγραψε». Ο άλλος απαντούσε: «Δεν μπορεί
κανείς μόνο με το φυσικό πλεονέκτημα του μυαλού να πει αυτά που εξέθεσε ο
Ωριγένης, και μάλιστα στα εξαπλά* του». (Γι’ αυτό και μέχρι σήμερα τα δέχεται
αυτά ως αναγκαία η καθολική εκκλησία). Ο άλλος αποκρινόταν πάλι:
«Πίστεψέ με, υπάρχουν Έλληνες που απόκτησαν περισσότερη σοφία απ’
αυτόν και περισσότερα βιβλία έγραψαν. Τί λες; Πρέπει κι αυτούς να
επαινέσουμε για τις φλυαρίες τους;» Επειδή δεν κατάφεραν τελικά να
συμφωνήσουν, είπαν: «Ακούμε από αυτούς που έρχονται από τους Αγίους
Τόπους ότι η έρημος του Ιορδάνη έχει μεγάλους μοναχούς- ας πάμε σ’
αυτούς, για να μας διαφωτίσουν». Πήγαν λοιπόν στους Αγίους Τόπους και,
αφού προσευχήθηκαν, προχώρησαν προς την έρημο της Νεκράς Θάλασσας,
όπου είχαν εγκατασταθεί οι αείμνηστοι Ιωάννης και Συμεών. Δεν πήγε
χαμένος ο κόπος τους, γιατί με τη βοήθεια του Θεού βρήκαν τον αββά Ιωάννη
που είχε ήδη φτάσει σε μέτρα τελειότητας. Μόλις τους είδε, είπε: «Καλώς
όρισαν αυτοί που άφησαν τη θάλασσα και ήρθαν στη λίμνη την ξερή, για να
πάρουν νερό». Συζήτησαν αρκετή ώρα διάφορα πνευματικά θέματα και
υστέρα του είπαν το λόγο που έκαναν μια τόσο μεγάλη πορεία. Τους είπε
τότε: «Πατέρες, δεν απόκτησα ακόμη το χάρισμα να εξιχνιάζω τις βουλές του
Θεού. Πηγαίνετε στο σαλό Συμεών, στη χώρα σας, και αυτός θα σας εξηγήσει
κι αυτό και ό,τι άλλο θέλετε. Ακόμη να του πείτε να προσευχηθεί για τον
Ιωάννη, για να τύχει κι αυτός δέκα». Όταν πήγαν στην Έμεσα και ρώτησαν
που βρίσκεται εκεί κάποιος σαλός Συμεών, όλοι τους κορόιδευαν και έλεγαν:
«Τί θέλετε από αυτόν πατέρες; Είναι άνθρωπος παράξενος κι όλους τους
κάνει κακό και τους κοροϊδεύει, και προπαντός τους μοναχούς». Εκείνοι τον
αναζήτησαν και τον βρήκαν στο μαγαζί ενός φουσκαρίου* να τρώει λούπινα
σαν αρκούδα. Αμέσως ο ένας σκανδαλίστηκε και είπε μέσα του: «Αλήθεια,
μεγάλο σοφό ήρθαμε να δούμε΄ πολλά έχει να μας πει». Όταν τον πλησίασαν
και του είπαν «Ευλογείτε», τους λέει: «Κακώς ήρθατε, και αυτός που σας
έστειλε είναι τρελός». Έπιασε τότε το αυτί αυτού που σκανδαλίστηκε και του
έδωσε ένα τέτοιο μπάτσο, που φαινόταν για τρεις μέρες, και είπε: «Γιατί
κατηγοράτε τα λούπινα; Σαράντα μέρες βράχηκαν. Ο Ωριγένης δεν τρώει από
αυτά, γιατί μπήκε πολύ μέσα στη θάλασσα και δεν μπόρεσε να βγει και
πνίγηκε στο βυθό». Έμειναν έκπληκτοι, γιατί τους τα προείπε όλα, και μάλιστα
συμπλήρωσε: «Τα δέκα θέλει ο σαλός; Τρελός είναι κι αυτός σαν κι εσάς. Θα
πάρεις, πέστε του, κλωτσιά στό καλάμι; Άντε, άντε, πηγαίνετε». Και αμέσως
σήκωσε τη χύτρα με τη ζεστή φούσκα* καί τους έκαψε τα χείλη τους, για να
μην μπορούν να πουν τα όσα τους είπε.
         Κάποτε, που ήταν στο φουσκάριο, πήρε μία μέρα ένα πανδούρι* και
άρχισε να παίζει σ’ ένα στενοσόκακο, όπου υπήρχε πνεύμα ακάθαρτο.
Έπαιζε και έλεγε την ευχή του μεγάλου Νίκωνα, για να διώξει από τον τόπο
εκείνο το πνεύμα, επειδή σε πολλούς είχε κάνει κακό. Όταν έφυγε το δαιμόνιο,
πέρασε με τη μορφή Αιθίοπα από το μαγαζί και έσπασε όλα τα πήλινα και
γυάλινα αντικείμενα. Επέστρεψε ο θαυμάσιος και λέει στη γυναίκα του
αφεντικού του: «Ποιός τα έσπασε αυτά;» Εκείνη του απάντησε: «Ένας μαύρος
καταραμένος ήρθε και τα έσπασε όλα». Της λέει γελώντας: «Κοντός κοντός;»
Εκείνη του απαντάει: «Ναι, πράγματι, Σαλέ». Της λέει τότε: «Αλήθεια, εγώ τον
έστειλα, για να τα σπάσει όλα». Όταν το άκουσε αυτό εκείνη, προσπάθησε να
τον χτυπήσει. Αυτός όμως έσκυψε, πήρε χώματα, τα έριξε στα μάτια της και
της είπε: «Δεν μπορείς να με πιάσεις΄ ή θα κοινωνείτε στην εκκλησία μου ή ο
μαύρος θα τα σπάνει όλα κάθε μέρα». (Ήταν αιρετικοί "ακέφαλοι"*). Έφυγε ο
άγιος και την άλλη μέρα ήρθε πάλι ο μαύρος την ίδια ώρα και τα έσπασε όλα.
Κάτω από αυτήν την πίεση έγιναν ορθόδοξοι, έχοντας το Συμεών για
φάρμακο. Δεν τολμούσαν να μιλήσουν σε κανέναν γι' αυτόν, μολονότι ο Σαλός
περνούσε κάθε μέρα από εκεί και τους κορόιδευε. Κάποιος από τους τεχνίτες
στην πόλη, κατάλαβε την αρετή του —τον είχε δει μια φορά να λούζεται και να
συνομιλεί με δυο αγγέλους— και θέλησε να το κάνει γνωστό σ’ όλους. Ο
τεχνίτης αυτός ήταν Εβραίος και βλασφημούσε πολύ το Χριστό.
Παρουσιάστηκε στον ύπνο του ο όσιος λέγοντάς του να μην πει σε κανέναν
αυτό που είδε. Την άλλη μέρα πρωί-πρωί ο Εβραίος θέλησε να
πραγματοποιήσει την απόφασή του, αλλά παρουσιάστηκε μπροστά του ο
όσιος, του ακούμπησε τα χείλη του και έχασε τη φωνή του, μη μπορώντας να
πει τίποτε σε κανένα. Άρχισε να ακολουθεί τον αββά Συμεών κάνοντάς του
νοήματα με το χέρι, για να τον κάνει να μιλήσει. Παρίστανε το σαλό ο αββάς
και του απαντούσε κι αυτός με νοήματα σαν τρελός. Του έκανε νοήματα για να
κλείσει το στόμα του. Ήταν φοβερό να τους βλέπει κανείς να κάνουν νοήματα
ο ένας στον άλλο. Παρουσιάστηκε πάλι στο όνειρό του ο γέροντας και του
λέει: «Ή θα βαπτιστείς ή θα μείνεις έτσι». Ο Εβραίος δεν θέλησε να
υπακούσει΄ όταν όμως πέθανε ο αββάς Συμεών και είδε πόσο τον είχε τιμήσει
ο Θεός και ότι μετατέθηκε το λείψανό του, τότε βαπτίστηκε ο ίδιος κι όλη η
οικογένειά του. Και όταν βγήκε από την κολυμβήθρα, βρήκε αμέσως τη μιλιά
του. Τελούσε και τη μνήμη του Σαλού κάθε χρόνο και προσκαλούσε και τους
φτωχούς.
         Σε τέτοια μέτρα καθαρότητας και απάθειας έφτασε ο μακάριος, ώστε
πολλές φορές χόρευε κρατώντας θεατρίνες με το ένα και το άλλο χέρι. Ακόμη
πολλές φορές βρισκόταν μέσα στο πλήθος και έπαιζε, και μερικές φορές οι
άσεμνες γυναίκες έβαζαν τα χέρια τους στον κόρφο του και τον πείραζαν, του
έδιναν μπάτσους και τον τσιμπούσαν. Ο γέροντας, σαν καθαρός χρυσός,
καθόλου δεν μολύνονταν από αυτές. Όπως έλεγε, όταν στην έρημο είχε το
σαρκικό πόλεμο, παρακάλεσε το Θεό και τον όσιο Νίκωνα, να τον
ανακουφίσει από τον πόλεμο της πορνείας. Είδε τότε όραμα, ότι ήρθε ο
αοίδιμος και του είπε: «Πώς είσαι αδελφέ;» Εκείνος του απάντησε: «Άσχημα,
αν δεν προφτάσεις, γιατί η σάρκα με ενοχλεί, και δεν ξέρω γιατί». Χαμογέλασε
τότε ο θαυμάσιος Νίκων, πήρε νερό από τον άγιο Ιορδάνη, το σταύρωσε, τον
ράντισε κάτω από τον αφαλό και του είπε: «Να, έγινες υγιής». Από τότε, όπως
διαβεβαίωνε, δεν αισθανόταν πύρωση ή κίνηση σωματική ούτε στον ύπνο του
ούτε στο ξύπνο. Έχοντας θάρρος από αυτό κατέβηκε στον κόσμο ο γενναίος,
για να συμπαρασταθεί και να σώσει τους πολεμουμένους. Μερικές φορές
έλεγε στις πόρνες: «Θέλεις να γίνεις φίλη μου και να σου δίνω εκατό
νομίσματα;» Πολλές δελεάζονταν και συμφωνούσαν, τη στιγμή μάλιστα που
τις έδειχνε και τα χρήματα. Είχε ο όσιος όσα ήθελε, γιατί του χορηγούσε
αοράτως ο Θεός για τον άγιο σκοπό του. Όσες μάλιστα έπαιρναν τα χρήματα
τις έβαζε να ορκιστούν ότι θα του είναι πιστές.
         Όλα όσα έκανε τα κάλυπτε με τρελή και παράξενη συμπεριφορά,
αλλά δεν είναι δυνατόν τα λόγια να αποδώσουν την πραγματικότητα. Πότε
λόγου χάρη έκανε τον κουτσό, πότε χοροπηδούσε, πότε σερνόταν σαν
ανάπηρος και πότε έβαζε τρικλοποδιά σε κάποιο που έτρεχε και τον έριχνε
κάτω. Όταν έβγαινε το καινούργιο φεγγάρι έκανε πως κοιτούσε στον ουρανό
και έπεφτε κάτω και κλωτσούσε. Μερικές φορές κραύγαζε σαν δαιμονισμένος,
γιατί υποστήριζε ότι από όλα τα φερσίματα αυτό ήταν το πιο κατάλληλο και
ταιριαστό για κείνους πού προσποιούνται μωρία για το Χριστό. Πολλές φορές
μ' αυτόν τον τρόπο έλεγχε, σταματούσε αμαρτίες, έστελνε δοκιμασίες σε
ορισμένους για να τους διορθώσει, όπως επίσης προέλεγε ορισμένα
πράγματα και έκανε όσα ήθελε, με μόνη την αλλαγή της φωνής και των
κινήσεών του.
         Αν καμιά φορά παρέβαινε τη συμφωνία τους κάποια από τις «φίλες»
του, αμέσως το καταλάβαινε με το πνεύμα του ότι πόρνευσε, και έλεγε
φωνάζοντας δυνατά: «Παράβηκες, παράβηκες. Αγία, αγία δώσ' της», και ή
προσευχόταν να της έρθει κάποια βαριά ασθένεια ή πολλές φορές, αν
εξακολουθούσε να πορνεύει, της έστελνε και δαίμονα ακόμη. Έτσι ανάγκαζε
όλες να σωφρονούν και να μην παραβαίνουν τη συμφωνία τους.
         Έμεινε κοντά στην Έμεσα κάποιος άρχοντας, κι όταν άκουσε για τον
άγιο, είπε: «Πιστέψτε με, αν τον δω, θα καταλάβω αν προσποιείται ή αν είναι
πράγματι τρελός». Πήγε λοιπόν στην πόλη και κατά σύμπτωση τον βρήκε την
ώρα που μια γυναίκα τον κρατούσε και μια άλλη τον χτυπούσε με λουρί.
Αμέσως σκανδαλίστηκε και σκέφτηκε στα Συριακά: «Άραγε ο ίδιος ο Σατανάς
δεν το πιστεύει ότι αυτός ο ψευτοαββάς πορνεύει με αυτές τις γυναίκες;»
Αμέσως ο όσιος τις άφησε και πλησίασε τον άρχοντα που βρισκόταν σε
απόσταση όσο ρίχνει κανείς μια πέτρα και του έδωσε ένα χαστούκι. Γύμνωσε
ύστερα τα ρούχα του και του είπε χορεύοντας και σφυρίζοντας: «Έλα παίξε,
ταλαίπωρε΄ εδώ δεν υπάρχει δόλος». Κατάλαβε τότε εκείνος ότι ο όσιος
αντιλήφθηκε τις σκέψεις του και θαύμασε. Και όταν πήγαινε να το πει σε
κανέναν, δενόταν η γλώσσα του και δεν μπορούσε να μιλήσει.
         Είχε και το χάρισμα της εγκράτειας, όσο λίγοι άγιοι. Όταν ερχόταν η
Μεγάλη Σαρακοστή, δεν έτρωγε τίποτε μέχρι τη Μεγάλη Πέμπτη. Από το πρωί
όμως της Μεγάλης Πέμπτης καθόταν στο ζαχαροπλαστείο κι έτρωγε, με
αποτέλεσμα να σκανδαλίζονται όσοι τον έβλεπαν, επειδή δεν νήστευε ούτε
την Μεγάλη Πέμπτη. Ο διάκονος Ιωάννης όμως ήξερε ότι ο Θεός τον φώτιζε
για να ενεργεί μ' αυτόν τον τρόπο. Μια φορά που τον είδε να τρώει από το
πρωί της Μ. Πέμπτης στο ζαχαροπλαστείο, του λέει: «Πόσο θα σου κοστίσει
αυτό, Σαλέ;» Εκείνος πήρε τότε στο χέρι του σαράντα νομίσματα και του λέει:
«Είναι γεμάτο το πουγγί μου, ταλαίπωρε», εννοώντας ότι έχει να φάει
σαράντα μέρες.
Ήταν σε κάποιο δρόμο της πόλεως ένας δαίμονας. Μια μέρα που
περνούσε από εκεί ο όσιος τον είδε που ήθελε να χτυπήσει κάποιον από τους
περαστικούς. Πήρε τότε στην αγκαλιά του πέτρες και άρχισε να τις πετάει εδώ
κι εκεί στην αγορά, εμποδίζοντας έτσι όσους ήθελαν να περάσουν. Πέρασε
όμως ένα σκυλί, το χτύπησε ο δαίμονας και άρχισε να αφρίζει. Τότε είπε σ'
όλους ο όσιος: «Περάστε τώρα, ανόητοι». Ήξερε ο πάνσοφος ότι, αν
περνούσε άνθρωπος, αυτόν θα χτυπούσε ο δαίμονας αντί του σκύλου, και γι'
αυτό τους εμπόδισε να περάσουν.
         Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, ο σκοπός του πάνσοφου Συμεών
ήταν πρώτα να σώσει ψυχές, είτε με τιμωρίες, που προκαλούσε με κωμικό
τρόπο ή με μέθοδο, είτε με θαύματα, που έκανε παριστάνοντας τον ανόητο,
είτε με νουθεσίες, που τις έλεγε κάνοντας τον τρελό΄ και έπειτα να μη γίνει
γνωστή η αρετή του και αποκτήσει έπαινο και τιμές από τους ανθρώπους.
         Μια μέρα χόρευαν και γελούσαν σε ένα δρόμο κάτι κορίτσια και
αποφάσισε να περάσει από εκεί. Όταν τον είδαν άρχισαν να κατηγορούν τους
μοναχούς. Ο δίκαιος για να τις σωφρονίσει, προσευχήθηκε και αμέσως ο
Θεός τις τύφλωσε όλες. Άρχισαν τότε να λένε τι τις συνέβη και κατάλαβαν ότι
αυτός τις τύφλωσε και άρχισαν να τρέχουν ξοπίσω του κλαίγοντας και
φωνάζοντας: «Λύσε τα μάγια, Σαλέ, λύσε τα μάγια», γιατί νόμιζαν ότι τις
τύφλωσε με μάγια. Τον έφτασαν, τον κράτησαν με τη βία και τον εξόρκιζαν να
λύσει αυτό που έδεσε. Τις λέει λοιπόν παίζοντας: «Όποια από σας θέλει να
γίνει καλά, ας έρθει να φιλήσω το μάτι της που τυφλώθηκε και θα γίνει καλά».
Όσες θέλησε ο Θεός να γίνουν καλά, έλεγε ο όσιος, δέχτηκαν. Οι υπόλοιπες
που δεν δέχτηκαν να τις φιλήσει, έμειναν έτσι κλαίοντας. Έφυγε τότε ο όσιος
από κοντά τους, αλλά μετά από λίγο άρχισαν και οι υπόλοιπες να τρέχουν
από πίσω του φωνάζοντας: «Σταμάτα, Σαλέ, σταμάτα, για το όνομα του Θεού
σταμάτα και φίλησε και μας». Και έβλεπε κανείς να τρέχει μπροστά ο
γέροντας και τα κορίτσια από πίσω του. Άλλοι έλεγαν ότι παίζουν μαζί του,
άλλοι σκέφτονταν ότι τρελάθηκαν και τα κορίτσια. Έμειναν λοιπόν έτσι
αθεράπευτα για πάντα. Έλεγε ο όσιος γι' αυτό: «Αν δεν τις στράβωνε ο Θεός,
θα ξεπερνούσαν στην ασωτία όλες τις γυναίκες τις Συρίας. Έτσι με την
αρρώστια των ματιών τους γλυτώνουν από τα πολλά τους κακά».
         Μια φορά τον κάλεσε σε γεύμα ο φίλος του ο διάκονος Ιωάννης και
κρέμονταν εκεί λαρδιά. Άρχισε τότε ο αββάς Συμεών να κόβει και να τρώει
ωμό λαρδί. Ο πάνσοφος Ιωάννης, επειδή δεν ήθελε να μιλήσει δυνατά, πήγε
κοντά στο αυτί του και του λέει: «Δεν με σκανδαλίζεις, κι αν ακόμη φας ωμό
κρέας καμήλας. Κάνε ό,τι θέλεις λοιπόν». Γνώριζε βέβαια την αρετή του
Σαλού, γιατί ήταν κι αυτός πνευματικός άνθρωπος.
         Πήγαν κάποτε μερικοί Εμεσηνοί στους Αγίους Τόπους για να
γιορτάσουν το Άγιο Πάσχα. Ο ένας από αυτούς, που ήταν έμπορος, κατέβηκε
στον άγιο Ιορδάνη για να προσευχηθεί. Καθώς περνούσε από τις σπηλιές των
ασκητών, έδινε στους πατέρες ευλογίες*. Συνέβη να συναντήσει κατ'
οικονομία Θεού τον αββά Ιωάννη, τον αδελφό του αββά Συμεών, στην έρημο.
Μόλις τον είδε ο έμπορος, έπεσε στο έδαφος ζητώντας να πάρει την ευχή του.
Τον ρωτάει ο αββάς Ιωάννης: «Από που είσαι;» Του απαντάει εκείνος: «Από
την Έμεσα, πάτερ». Του λέει τότε: «Τί ζητάς από εμένα τον φτωχό, αφού έχεις
εκεί τον αββά Συμεών το λεγόμενο Σαλό; Κι εγώ και όλος ο κόσμος έχουμε
ανάγκη από τις ευχές του». Πήρε τον έμπορο μέσα στη σπηλιά του ο αββάς
Ιωάννης και του έκανε πλούσιο τραπέζι. Από το Θεό ήταν όλα όσα είχε. Πώς
αλλιώς να βρεθούν στην ξερή εκείνη έρημο καθαρά ψωμιά, ζεστά τηγανιτά
ψάρια, καλό κρασί και καλοδουλεμένη στάμνα; Αφού έφαγαν και χόρτασαν,
του έδωσε τρία ψωμιά ζεστά, που κι αυτά ήταν από το Θεό, και του λέει:
«Δώσ' τα στο Σαλό και πες του από μένα΄ "Για τήν αγάπη του Κυρίου, να
εύχεσαι για τον αδελφό σου Ιωάννη"». Κατ' οικονομία Θεού, όταν πήγε ο
έμπορος στην Έμεσα, τον συνάντησε στην πύλη της πόλεως ο αββάς Συμεών
και του λέει: «Τί γίνεται τρελέ; Πώς είναι ο σαλός, ο όμοιός σου, ο αββάς
Ιωάννης; Μήπως έφαγες τα ψωμιά πού σου έδωσε; Πράγματι, αν τα έφαγες
και τα τρία, δύσκολα θα τα χωνέψεις». Εκείνος θαύμασε, όταν άκουσε όλα
όσα ο ίδιος ήθελε να του πει. Τον πήρε μέσα στο καλύβι του ο Σαλός και,
όπως έλεγε αργότερα ο έμπορος, του πρόσφερε τα ίδια ακριβώς που του είχε
προσφέρει κι ο αββάς Ιωάννης. Ακόμη και το μέγεθος της στάμνας ήταν το
ίδιο. Έλεγε ακόμη: «Όταν φάγαμε, του έδωσα τα τρία ψωμιά και έφυγα για το
σπίτι μου. Ντρεπόμουν να πω τίποτα σε κανένα γι' αυτόν, γιατί όλοι, τον είχαν
σίγουρα για τρελό».
         Είπαμε πιο πάνω, ότι έκανε κάποιο θαύμα στον θεοφιλή εκείνον
άνθρωπο, που μας διηγήθηκε και το βίο του. Το θαύμα αυτό έχει ως εξής.
Κάποιοι κακούργοι, έκαναν ένα φόνο και παίρνοντας το πτώμα το έριξαν από
μια μικρή πόρτα μέσα στο σπίτι του θεοφιλέστατου Ιωάννη. Επειδή έγινε
μεγάλη αναταραχή, έφτασε η είδηση στον άρχοντα και αυτός αποφάσισε να
απαγχονιστεί ο Ιωάννης. Καθώς τον πήγαιναν για να τον θανατώσουν, τίποτε
άλλο δεν έλεγε μέσα του παρά μόνο: «Θεέ του Σαλού, βοήθησέ με. Θεέ του
Σαλού, στάσου κοντά μου την ώρα αυτή». Επειδή ήταν θέλημα Θεού να
σωθεί από αυτή την συκοφαντία, πήγε κάποιος στον αββά Συμεών και του
λέει: «Φτωχέ, το φίλο σου εκείνον τον Ιωάννη, πάνε να τον κρεμάσουν κι αν
πεθάνει, θα πεθάνεις και συ από την πείνα, γιατί κανείς δεν σε φροντίζει όπως
εκείνος». Του διηγήθηκε ακόμη και τα σχετικά με το φόνο. Αφού
προσποιήθηκε πάλι, όπως συνήθιζε, τον τρελό, τον άφησε και πήγε σ' ένα
κρυφό μέρος, που πάντοτε προσευχόταν, και που κανείς δεν το ήξερε παρά
μόνο ο φίλος του, ο ευσεβής Ιωάννης. Εκεί γονάτισε και παρακαλούσε το Θεό
να γλυτώσει το δούλο Του από ένα τόσο μεγάλο κίνδυνο. Όταν έφτασαν αυτοί
που θα τον κρεμούσαν στον τόπο που θα έστηναν την κρεμάλα, ήρθαν
τρέχοντας καβαλάρηδες και είπαν να τον αφήσουν ελεύθερο, γιατί είχαν
βρεθεί οι πραγματικοί δολοφόνοι. Όταν τον άφησαν ελεύθερο, πήγε αμέσως
στο μέρος που ήξερε ότι προσεύχεται πάντοτε ο αββάς Συμεών. Τον είδε από
μακριά με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό και φοβήθηκε. Ορκιζόταν ότι
έβλεπε πύρινες σφαίρες να ανεβαίνουν από αυτόν στον ουρανό και αυτόν στο
μέσο ενός καμινιού που έκαιγε γύρω του ώστε δεν τολμούσε να πλησιάσει,
μέχρι που τελείωσε την προσευχή του. Γύρισε τότε το κεφάλι του ο όσιος, τον
είδε και αμέσως του λέει: «Τί γίνεται, διάκονε; Μα τον Ιησού, μα τον Ιησού,
παρά λίγο θα το έπινες κι αυτό. Πήγαινε τώρα να προσευχηθείς. Σου έγινε
αυτός ο πειρασμός, γιατί ήρθαν χθες σ' εσένα οι δύο εκείνοι φτωχοί και, ενώ
ήσουν σε θέση να τους βοηθήσεις, δεν το έκανες. Μήπως είναι δικά σου τα
όσα δίνεις, αδελφέ; Ή δεν πιστεύεις σ' Αυτόν που είπε ότι εκατονταπλάσια θα
πάρετε σ' αυτήν τη ζωή και στην άλλη θα κληρονομήσετε την αιωνιότητα
(Ματθ. 19, 29); Αν τον πιστεύεις, δίνε. Αν δεν δίνεις, είναι ολοφάνερο ότι δεν
πιστεύεις στον Κύριο». Να λόγια σαλού, μάλλον σοφού αγίου. Μπροστά στο
διάκονο Ιωάννη, όταν ήταν μόνοι τους, δεν προσποιόταν τον σαλό, αλλά του
μιλούσε με τόσο ωραίο τρόπο και τόση κατάνυξη, που πολλές φορές, όπως
διαβεβαίωνε ο ίδιος ο διάκονος, «έβγαινε ευωδία από το στόμα του, και δεν
μπορούσα να πιστέψω ότι είναι ο πριν από λίγο Σαλός».
Μπροστά στους άλλους συμπεριφερόταν διαφορετικά. Μερικές φορές
την Κυριακή έπαιρνε μια σειρά λουκάνικα, τα φορούσε για ωράριο και
κρατώντας στο αριστερό του χέρι σινάπι τα βουτούσε και τα έτρωγε από το
πρωί. Μερικούς απ' αυτούς που έρχονταν να παίξουν μαζί του τους άλειφε
στο στόμα με το σινάπι. Κάποτε που ήρθε να παίξει μαζί του κάποιος
χωρικός, που είχε άσπρα λευκώματα στα δυό του μάτια, τον άλειψε με το
σινάπι στα μάτια και του είπε, καθώς αυτός ένιωθε αφόρητους πόνους:
«Πήγαινε να πλυθείς, τρελέ, με ξύδι και σκόρδα και θα γίνεις αμέσως καλά».
Εκείνος πήγε στους γιατρούς, πιστεύοντας ότι κάτι θα πετύχει, αλλά
τυφλώθηκε περισσότερο. Τελικά, από την μανία του, ορκίστηκε στα Συριακά:
«Μα το Θεό τ' ουρανού, θα κάνω ό,τι μου είπε ο Σαλός κι ας πεταχτούν έξω
τα μάτια μου»΄ και αφού πλύθηκε όπως του είχε πει, θεραπεύτηκαν τελείως τα
μάτια του και έγιναν καθαρά, όπως ήταν όταν γεννήθηκε, και δόξαζε το Θεό.
Όταν τον συνάντησε ο Σαλός του λέει: «Είδες, έγινες καλά, τρελέ΄ να μη
κλέβεις άλλη φορά τα γίδια του γείτονά σου».
         Είχαν κλέψει από κάποιον στην Έμεσα πεντακόσια νομίσματα και,
ενώ τα αναζητούσε, συνάντησε τον αββά Συμεών. Θέλοντας να αλλάξει
διάθεση, του λέει: «Μπορείς να κάνεις τίποτα, τρελέ, για να βρεθούν τα
χρήματά μου;» Του απαντάει εκείνος: «Αν θέλεις, ναί». Λέει πάλι ο άλλος:
«Κάνε, κι αν βρεθούν, θα σου δώσω δέκα». Του λέει ο Σαλός: «Αν κάνεις ό,τι
σου πω, θα τα βρεις στο ντουλάπι σου αυτήν την νύχτα». Διαβεβαίωσε με
όρκους ότι θα κάνει ό,τι του πει, αρκεί μόνο να μη του πει τίποτε το παράλογο.
Του λέει τότε ο όσιος: «Πήγαινε, τα χρήματά σου τα πήρε ο δούλος σου, που
σε υπηρετεί στο τραπέζι. Να μου ορκιστείς όμως, ότι δεν θα δέρνεις ούτε
αυτόν ούτε κανέναν άλλο μέσα στο σπίτι σου». Το είπε αυτό ο άγιος, γιατί
έδερνε πολύ. Εκείνος νόμισε ότι του είπε να μη δείρει κανένα για τα
νομίσματα. Ο αββάς όμως του είπε να μη δείρει ποτέ κανέναν. Έδωσε λοιπόν
το λόγο του και έκανε φρικτούς όρκους, ότι δεν θα δέρνει κανέναν. Πήγε
ύστερα και βρήκε το δούλο του και με το καλό του πήρε τα χρήματά του. Από
τότε, όσες φορές πήγαινε να δείρει κάποιον, δεν μπορούσε και αμέσως
πιανόταν το χέρι του. Καταλάβαινε τότε κι έλεγε: «Αυτό το παθαίνω από το
Σαλό». Πήγαινε λοιπόν και του έλεγε: «Λύσε, Σαλέ, τον όρκο». Εκείνος
παρίστανε τον τρελό και έκανε ότι δεν καταλάβαινε τι του έλεγε. Επειδή
επέμενε να τον ενοχλεί, παρουσιάστηκε στον ύπνο του και του λέει: «Αν λύσω
τον όρκο, θα λύσω και το πορτοφόλι σου και θα σκορπίσω όλα τα χρήματά
σου. Δεν συμπεριφέρεσαι άσχημα με το να θέλεις να δέρνεις τους
συνδούλους σου, οι οποίοι πηγαίνουν πριν από σένα στη μέλλουσα ζωή;».
Όταν λοιπόν είδε αυτά, έπαψε να τον ενοχλεί.
         Συμπονούσε τους δαιμονισμένους περισσότερο από κάθε άλλον,
ώστε πήγαινε μερικές φορές και εξομοιωνόταν με αυτούς και ζώντας μαζί τους
θεράπευε με την προσευχή του πολλούς από αυτούς΄ και γι' αυτό μερικοί
δαιμονισμένοι κραύγαζαν και έλεγαν: «Κακό που μας βρήκε, Σαλέ! Όλο τον
κόσμο περιπαίζεις και ήρθες και σ' εμάς να μας παιδεύεις; Φύγε από δω, δεν
είσαι σαν κι εμάς. Γιατί μας βασανίζεις και μας καις όλη την νύχτα;». Όταν
ήταν μαζί τους ο όσιος, κραύγαζε σαν δαιμονισμένος, ελέγχοντας με το
φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, άλλους ότι είχαν κλέψει, άλλους ότι είχαν
πορνεύσει΄ άλλους τους κατηγορούσε φωνάζοντας ότι δεν κοινωνούσαν
συχνά, άλλους τους έλεγχε γιατί ήταν επίορκοι, και έτσι μ' αυτόν τον τρόπο
εμπόδιζε όλη την πόλη να κάνει αμαρτίες.
Ήταν εκείνο τον καιρό μια γυναίκα μάντισσα που έκανε φυλαχτά και
ξόρκια. Ο δίκαιος σχεδίαζε να αποκτήσει φιλία μαζί της δίνοντάς της είτε
χρήματα είτε ψωμιά είτε ρούχα, όσα συγκέντρωνε από αυτούς που του
έδιναν. Μια μέρα της λέει: «Θέλεις να σου κάνω εγώ ένα φυλαχτό, για να μη
σε πιάνει ποτέ το μάτι;» Δέχτηκε εκείνη με τη σκέψη ότι, κι αν ακόμη είναι
σαλός, ίσως μπορεί να το κάνει. Πήγε λοιπόν κι έγραψε σε μια μικρή πινακίδα
στα Συριακά: «Να καταργήσει ο Θεός τη δύναμή σου και να σε σταματήσει να
οδηγείς σ' εσένα τους ανθρώπους, αποστρέφοντάς τους από Αυτόν». Της το
έδωσε και το φόρεσε και από τότε δεν μπόρεσε να κάνει σε κανένα ούτε
μαντεία ούτε φυλαχτό.
         Μια φορά πάλι καθόταν μαζί με άλλους και ζεσταινόταν κοντά στο
καμίνι ενός υαλουργού, που ήταν εβραίος. Σε μια στιγμή λέει στους φτωχούς
παίζοντας: «Θέλετε να σας κάνω να γελάσετε; Να, για κάθε ποτήρι που κάνει
ο τεχνίτης, θα κάνω το σημείο του σταυρού και θα σπάνε». Όταν έσπασε το
ένα μετά το άλλο εφτά ποτήρια, άρχισαν οι φτωχοί να γελάνε. Το είπαν όμως
στον υαλουργό κι εκείνος τον έκαψε και τον έδιωξε. Καθώς έφευγε, του
φώναξε: «Αλήθεια, νόθε, μέχρι να κάνεις σταυρό στο μέτωπο σου, όλα θα
σπάζουν». Έσπασε πάλι άλλα δεκατρία το ένα μετά το άλλο- συγκλονίστηκε
τότε ο Εβραίος, έκανε σταυρό στο μέτωπό του, και δεν έσπασε πια τίποτε.
Ύστερα απ' αυτό πήγε κι έγινε χριστιανός.
         Κάποτε δέκα δημότες έπλεναν τα ρούχα τους έξω από την πόλη.
Περνώντας από εκεί ο μακάριος τους λέει: «Ελάτε, τρελοί, και θα σας
προσφέρω πλουσιοπάροχο γεύμα». Οι πέντε από αυτούς είπαν: «Ξέρει ο
Θεός, ας πάμε». Οι υπόλοιποι τους εμπόδιζαν λέγοντας: «Ναι, από το τίποτα
θα μας κάνει το τραπέζι. Από που έχει αυτός; Αυτός ζητιανεύει από πόρτα σε
πόρτα. Μόνο να μας καθυστερήσει θέλει». Οι πέντε τέλος τον πίστεψαν και
πήγαν μαζί του. Τους λέει: «Μείνετε εδώ», και αφού τους άφησε, πήγε πιο
μακριά και προσευχήθηκε χωρίς να τον βλέπουν. Τότε είπαν εκείνοι:
«Πράγματι μας κορόιδεψε. Μάλλον χορτάρι θέλει να μας φέρει ο αββάς
Συμεών, για να βοσκήσουμε». Ενώ έλεγαν αυτά, τον βλέπουν να τους κάνει
νόημα για να πάνε κοντά του. Είχε προσευχηθεί, όπως είπαμε, και τους είχε
ετοιμάσει τα πάντα, με τη δύναμη του Θεού. Όταν πήγαν κοντά του βρήκαν να
έχει μπροστά του, με τη δύναμη του Κυρίου, ψωμιά, πίτα, κεφτέδες, ψάρια,
εξαιρετικό κρασί, γλυκά και ό,τι άλλο επιθυμητό υπάρχει. Όταν έφαγαν, τους
είπε: «Πάρτε, κακόμοιροι, και για τις γυναίκες σας και, αν στο εξής γίνεται
φρόνιμοι πολίτες, δεν θα λείψουν αυτά από τα σπίτια σας μέχρι να πεθάνω».
Όταν έφυγαν, είπαν συζητώντας αναμεταξύ τους: «Ας δοκιμάσουμε μια
εβδομάδα και αν δεν μας λείψουν, δεν θα δημιουργήσουμε με τους
συντρόφους μας προβλήματα στους συμπολίτες μας. Όταν είδαν ότι δεν
τελείωναν τα τρόφιμα, μολονότι καθημερινά ξόδευαν από αυτά, δεν έκαναν
πια τίποτε το κακό. Οι τρεις μάλιστα από αυτούς έγιναν μοναχοί, επειδή είχαν
κατανυγεί από τη ζωή του Σαλού. Όσο όμως ήταν ζωντανός ο Σαλός, δεν
μπορούσαν να πουν σε κανέναν τίποτε.
         Αξίζει ακόμη να προσθέσουμε στη διήγηση, τι έκανε ο όσιος σε
κάποιον φτωχό, αλλά αγαθό μουλαρά. Έκανε ελεημοσύνες ο μουλαράς, αλλά
εξαιτίας διαφόρων γεγονότων φτώχαινε. Μια μέρα που πήγαινε να φέρει
κρασί, για το σπίτι του και για πούλημα, τον συναντάει ο μακάριος και του λέει:
«Πού πάς τρελέ;» Είχε πάντα αυτή τη λέξη στο στόμα του, σε ανάλογες
περιπτώσεις. Του απαντάει εκείνος: «Για κρασί, Σαλέ». Του αποκρίθηκε ο
αββάς Συμεών: «Φέρε και γλιχώνι* όταν θα έρθεις». Ο μουλαράς το θεώρησε
αυτό κακό σημάδι και έλεγε από μέσα του, καθώς πήγαινε: «Άραγε ποιος
σατανάς μού 'στειλε πρωί - πρωί τον αββά αυτόν να μου ζητήσει να του φέρω
γλιχώνι; Πράγματι, θα γίνει γρουσουζιά στο κρασί και ή ξυνίζει ή δεν ξέρω κι
εγώ τι». Όταν γύρισε φέρνοντας πολύ καλό κρασί, από τη χαρά του ξέχασε να
φέρει γλιχώνι. Τον συνάντησε ο αββάς Συμεών στην πόρτα και του λέει: «Τί
γίνεται, τρελέ; Έφερες το γλιχώνι;» Του λέει εκείνος: «Αλήθεια, καημένε, το
ξέχασα». Του λέει ο αββάς χαμογελώντας: «Πήγαινε, η υπόθεσή σου
τακτοποιήθηκε». Όταν λοιπόν πήγε να τακτοποιήσει τα ασκιά, βρήκε μέσα σ'
αυτά ξύδι που και να το μύριζε ακόμα άνθρωπος, θα πέθαινε. Τότε κατάλαβε
ότι ο Σαλός αββάς το έκανε και άρχισε να λέει: «Αλήθεια, τώρα κιόλας θα πάω
για γλιχώνι». Πήγε τρέχοντας στο Σαλό και τον παρακαλούσε: «Λύσε, Σαλέ,
αυτό που έκανες». Πίστευε ότι, όπως ακριβώς ο ταχυδακτυλουργός κάνει
οφθαλμαπάτη, το ίδιο έκανε κι αυτός. Τον ρωτάει εκείνος: «Τί έκανα;» Του
απαντάει ο μουλαράς: «Αγόρασα καλό κρασί και έγινε ξύδι σε δυο ώρες». Του
λέει τότε ο όσιος: «Μη σε νοιάζει. Πήγαινε, πήγαινε κι άνοιξε φέτος μαγαζί να
πουλάς φούσκα* και σε συμφέρει». Ο σκοπός και η ευχή του γέροντα ήταν να
ευλογηθεί ο κόπος του μουλαρά, γιατί έκανε ελεημοσύνες. Από την άλλη πάλι
δεν ήθελε να κάνει τίποτε φανερά, αλλά όλα τα έκανε παίζοντας. Κατανύχθηκε
τότε ο μουλαράς και είπε: «Και ευλογητός ο Θεός, θα το κάνω». Άνοιξε μαγαζί
και τον ευλόγησε ο Θεός. Αντί όμως να ευγνωμονεί το Σαλό, του κρατούσε
κακία, γιατί δεν καταλάβαινε τι του έκανε. Σε τελευταία ανάλυση όμως ήταν ο
Θεός που κάλυπτε το σκοπό του αββά Συμεών.
          Κάποτε αρρώστησε ένας από τους μεγιστάνες της πόλεως. Είχε τη
συνήθεια ο όσιος να πηγαίνει και να παίζει στο σπίτι του. Όταν η κατάστασή
του χειροτέρεψε και κόντευε να πεθάνει, έβλεπε στον ύπνο του πως παίζει
τάβλι με ένα μαύρο. Αυτός ήταν ο θάνατος. Ήταν η σειρά του αρρώστου να
ρίξει, κι αν δεν έριχνε τρεις φορές έξι, θα έχανε. Του παρουσιάστηκε στον
ύπνο του ο αββάς Συμεών και του λέει: «Τί γίνεται, τρελέ; Αλήθεια, θα σε
νικήσει τώρα αυτός ο μαύρος. Δώσε μου το λόγο σου ότι δεν θα απατήσεις
άλλη φορά τη γυναίκα σου, κι εγώ θα ρίξω για σένα και δεν θα σε νικήσει».
Ορκίστηκε τότε αυτός, και ο όσιος πήρε τα ζάρια, έριξε κι έπεσαν τρεις φορές
έξι. Όταν ξύπνησε ο άρρωστος, πήγε ο Σαλός στο σπίτι του και του λέει:
«Καλή ζαριά έριξες, ανόητε. Πίστεψέ με όμως, αν παραβείς τον όρκο σου, θα
σε πνίξει εκείνος ο μαύρος». Και αφού έβρισε αυτόν κι όσους ήταν στο σπίτι,
έφυγε τρέχοντας.
          Στο καλύβι του (είχε καλύβι για να κοιμάται η μάλλον για να αγρυπνεί
τις νύχτες) δεν είχε απολύτως τίποτα ο σοφός παρά μόνο μια αγκαλιά
κληματσίδες. Πολλές φορές, ενώ προσευχόταν όλη τη νύχτα μέχρι το πρωί
βρέχοντας το χώμα με τα δάκρυά του, έβγαινε το πρωί, έκοβε ένα κλωνάρι
ελιάς ή χόρτα, έκανε στεφάνι, το φορούσε και κρατώντας και στο χέρι του ένα
κλαδί χόρευε φωνάζοντας: «Νίκες για το βασιλιά και την πόλη». Με την
"πόλη" εννοούσε την ψυχή, ενώ με το "βασιλιά" εννοούσε το νου.
          Είχε ακόμη ζητήσει από το Θεό ο άγιος να μη μεγαλώσουν τα μαλλιά
του ούτε τα γένια του, μήπως κόβοντάς τα φανεί ότι προσποιείται το Σαλό. Γι'
αυτό, όσο χρόνο παρέμεινε σ' αυτήν την πόλη, κανείς δεν είδε να μεγαλώνουν
τα μαλλιά του ή να τα κόψει.
          Πολλές φορές είχε κάνει εκτεταμένες και ωφέλιμες συζητήσεις μόνο
με τον Ιωάννη το διάκονο και απειλούσε ότι, αν τον φανερώσει, θα βασανιστεί
πάρα πολύ στην άλλη ζωή. Όταν του διηγήθηκε όλη τη ζωή του, δυο μέρες
πριν φύγει από αυτήν τη ζωή, του έλεγε: «Σήμερα πήγα στον αδελφό Ιωάννη
και τον βρήκα να έχει προκόψει πολύ, με τη βοήθεια του Θεού, και χάρηκα.
Τον είδα να φοράει στεφάνι με την επιγραφή "στεφάνι υπομονής της ερήμου".
Και μου λέει εκείνος ο ευλογημένος: «Είδα, καθώς ήρθες, κάποιον να σου
λέει: "Έλα, έλα, Σαλέ, για να πάρεις όχι ένα στεφάνι, αλλά τα στεφάνια των
ψυχών που μου πρόσφερες"». Ξέρω, αρχιδιάκονε ότι δεν είδε τίποτα τέτοιο
για μένα, αλλά μου έκανε φιλοφρόνηση. Τρελός και παλαβός άνθρωπος τί
μισθό μπορεί να έχει;».
         Του έλεγε ακόμη: «Σε ικετεύω να μην περιφρονήσεις ποτέ κανέναν
και μάλιστα μοναχό ή φτωχό σ' οποιαδήποτε κατάσταση κι αν τον δεις.
Γνωρίζει η αγάπη ότι υπάρχουν φτωχοί και κυρίως τυφλοί, που έχουν
καθαριστεί και λάμπουν σαν τον ήλιο με την υπομονή τους και τα βάσανά
τους. Πόσους ντόπιους γεωργούς δεν είδα πολλές φορές στην πόλη να
πηγαίνουν να κοινωνήσουν και να είναι πιο καθαροί κι από το χρυσάφι,
επειδή ήταν άκακοι, απερίεργοι και επειδή έτρωγαν το ψωμί τους με τον
ιδρώτα του προσώπου τους. Μη με κατηγορήσεις κύριέ μου, γι' αυτά που σου
λέω. Γιατί η αγάπη μου για σένα με ώθησε να σου διηγηθώ όλη την αμέλεια
της αξιοθρήνητής μου ζωής. Να ξέρεις ότι και σένα ο Κύριος θα σε πάρει
γρήγορα κοντά Του. Φρόντισε την ψυχή σου μ' όλη σου τη δύναμη, για να
μπορέσεις να περάσεις ανεμπόδιστα ανάμεσα από τους σκοτεινούς
κοσμοκράτορες στον αέρα (Εφεσ. 6, 12). Γνωρίζει ο Κύριος πόση μέριμνα και
φόβο έχω, μέχρις ότου απαλλαγώ από αυτούς. Αυτή είναι η "ημέρα η
πονηρά" για την οποία μίλησαν ο Απόστολος (Εφεσ. 6, 13) και ο Δαυίδ
(Ψαλμ. 40, 2). Γι' αυτό σε παρακαλώ, παιδί μου και αδελφέ μου Ιωάννη,
αγάπησε με όλη σου τη δύναμη, αν είναι δυνατόν πάνω από τη δύναμή σου,
τον πλησίον σου με την ελεημοσύνη, γιατί αυτή η αρετή περισσότερο απ' όλες
θα μας βοηθήσει τότε. Γιατί λέει η Γραφή: "Είναι μακάριος ο άνθρωπος που
φροντίζει το φτωχό και στερημένο΄ κατά την ημέρα την πονηρή θα τον σώσει
ο Κύριος" (Ψαλμ. 40, 2). Ακόμη σε παρακαλώ να μη σταθείς ποτέ μπροστά
στο άγιο θυσιαστήριο έχοντας μέσα σου τίποτε εναντίον κανενός, μήπως η
αμαρτία σου κάνει και άλλους ανάξιους της επιφοιτήσεως του Αγίου
Πνεύματος».
         Αυτά και άλλα πολλά του είπε, μερικά από τα οποία τον παρακάλεσε
να μην τα πει ποτέ σε κανένα, επειδή δεν μπορούν να τα δεχτούν όλοι με
πίστη. «Παρηγορήσου, γιατί μέσα σε τρεις μέρες θα πάρει κοντά Του ο Κύριος
το Σαλό τον ελάχιστο και τον Ιωάννη τον αδελφό του. Μάλιστα εγώ ο ίδιος
πήγα και του είπα: "Έλα, αδελφέ, ας πηγαίνουμε, είναι καιρός πια". Μετά δυο
μέρες να έρθεις στο καλύβι μου, να δεις τι θα βρεις, γιατί θέλω να μνημονεύεις
τον τιποτένιο και αμαρτωλό Σαλό». Και αφού του είπε αυτά και πολλά άλλα,
πήγε και περιορίστηκε στο καλύβι του.


                                    VII
                            Το τέλος του Σαλού

          Ήρθε η ώρα, αγαπητοί, να σας διηγηθώ τον αξιοθαύμαστό του
θάνατο ή μάλλον ύπνο, γιατί κι αυτός προσφέρει όχι ασήμαντη ωφέλεια, αλλά
είναι και πιο σπουδαίος απ' όσα είπαμε μέχρι τώρα. Είναι ακόμη σφραγίδα και
επιβεβαίωση των κατορθωμάτων του και πιστοποίηση της αμόλυντης ζωής
του. Όταν κατάλαβε ο μέγας ότι έφτασε το τέλος της εδώ ζωής του, θέλοντας
ούτε μετά το θάνατό του να τιμηθεί από τους ανθρώπους, τι κάνει; Μπήκε
κάτω από τις κληματσίδες στο ιερό του καλύβι και εκεί κοιμήθηκε και
παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα του στον Κύριο. Οι γνωστοί του, επειδή δεν τον
είδαν τις δυο μέρες, λένε: «Πάμε να δούμε, μήπως είναι άρρωστος ο Σαλός».
Όταν πήγαν, τον βρήκαν νεκρό κάτω από τις κληματσίδες. Λένε τότε: «Άραγε
δεν θα πιστέψουν τώρα όλοι, ότι ήταν τρελός; Να, ακόμη και ο θάνατός του το
δείχνει». Τον πήραν τότε δύο και, χωρίς να τον πλύνουν, χωρίς ψαλμωδίες,
χωρίς κεριά και θυμιάματα, πήγαν και τον έθαψαν στον τόπο που έθαβαν
τους ξένους.
         Καθώς περνούσαν αυτοί που πήγαιναν να τον θάψουν από το σπίτι
του Εβραίου του υαλουργού, που ο όσιος τον είχε κάνει Χριστιανό, όπως
διηγήθηκα πιο πάνω, ακούει ο Εβραίος ψαλμωδίες που χείλη ανθρώπων δεν
μπορούσαν να ψάλλουν και πλήθος όσο δεν μπορούσε να συγκεντρώσει όλη
η ανθρωπότητα. Έκπληκτος από τις ψαλμωδίες και το πλήθος σκύβει έξω και
βλέπει τον όσιο να μεταφέρεται από δύο μόνο άτομα, που κουβαλούσαν το
τίμιό του σώμα. Λέγει τότε: «Μακάριος είσαι, Σαλέ, γιατί, καθώς δεν έχεις
ανθρώπους να σου ψάλλουν, έχεις ουράνιες δυνάμεις να σε τιμούν με
ύμνους»΄ και αμέσως κατέβηκε και τον έθαψε ο ίδιος. Ακόμη διηγήθηκε σε
όλους τις ψαλμωδίες των αγγέλων που άκουσε. Το άκουσε αυτό και ο
Ιωάννης ο διάκονος και ήρθε τρέχοντας με πολλούς άλλους στον τόπο που
τον έθαψαν, θέλοντας να πάρει το τίμιό του λείψανο για να το κηδεύσει με
τιμές. Όταν όμως άνοιξαν τον τάφο, δεν τον βρήκαν μέσα. Τον μετέθεσε ο
Κύριος δοξάζοντάς τον. Τότε όλοι, σαν να ξύπνησαν από ύπνο, έλεγαν ο ένας
στον άλλο όσα θαυμαστά έκανε στον καθένα και ότι για το Θεό προσποιόταν
τό σαλό.
         Αυτός, φιλόχριστοι, είναι ο βίος και η πολιτεία του θαυμαστού
Συμεών. Αυτές είναι οι λίγες αρετές που συγκεντρώσαμε από τις πολλές που
είχε. Αυτός είναι ο κρυφός του και πραγματικά ουράνιος δρόμος, που, ενώ
κανένας δεν τον έβλεπε, φανερώθηκε ξαφνικά σ' όλους. Αυτός είναι ο νέος
Λωτ΄ όπως εκείνος στα Σόδομα (Γεν. 19), έτσι κι αυτός πέρασε από τον
κόσμο χωρίς να γίνει αντιληπτός. Προσπαθήσαμε να γράψουμε τα θαύματά
του και τα πανύμνητα κατορθώματά του, όσο ήταν δυνατό σε μας τους
μηδαμινούς. Εκτός βέβαια από αυτή, έχουμε γράψει ακόμα μια διήγηση πιο
σύντομη, επειδή δεν είχαμε υπόψη μας τις λεπτομέρειες της θαυμάσιας αυτής
διηγήσεως. Το να τιμηθεί αυτός με εγκώμια δεν είναι έργο της δικής μας
γνώσεως, αλλά εκείνων που έχουν την δύναμη και μπορούν να
συναγωνίζονται την αρετή του. Άραγε ποιος λόγος θα μπορούσε να επαινέσει
αυτόν που τιμήθηκε πάνω από κάθε λογική, ή πώς σάρκινα χείλη μπορούν να
τιμήσουν αυτόν που αποδείχτηκε άσαρκος, ενώ είχε σώμα; Με ποιόν τρόπο η
σοφία της γλώσσας μπορεί να τιμήσει αυτόν που με την κατά Θεόν μωρία του
εξαφάνισε κάθε σοφία και φρόνηση; Πραγματικά ο άνθρωπος βλέπει στο
πρόσωπο, ενώ ο Θεός στην καρδιά΄ πραγματικά δεν βλέπει ο Θεός όπως
βλέπει ο άνθρωπος (Α΄ Βασ. 16, 7). Είναι σίγουρο πως κανείς δεν γνωρίζει τα
του ανθρώπου, παρά μόνο το πνεύμα του ανθρώπου (Α΄ Κορ. 2, 11).
Πραγματικά ας μη κρίνουμε κανένα, φιλόχριστοι, μέχρις ότου έρθει ο Κύριος,
που θα φωτίσει όλους (Α΄ Κορ. 4, 5). Ποιός γνώριζε, φιλόχριστοι, ότι ο Ιούδας
που σωματικά βρισκόταν μαζί με τους μαθητές, ήταν με την καρδιά του στους
Ιουδαίους; Ποιός φανταζόταν ότι η Ραχάβ, που σωματικά βρισκόταν στο
πορνείο στην Ιεριχώ, ήταν με το πνεύμα της στον Κύριο (Ι. Ναυή 2); Ποιός
περίμενε ότι εκείνος ο φτωχός Λάζαρος, που ζούσε σε μια τόσο μεγάλη
ταλαιπωρία από τις πληγές του, θα απολάμβανε τέτοια ευημερία μέσα στους
κόλπους του Αβραάμ (Λουκ. 16, 20-22); Αυτά έχοντας υπόψη μας, αγαπητοί
μου, ας υπακούσουμε σ' αυτόν που σωστά μας συμβουλεύει να προσέχουμε
μόνο τον εαυτό μας (Δευτ. 15, 9)΄ ούτε τα δικά μας ούτε αυτούς που
βρίσκονται γύρω μας, αλλά μόνο τον εαυτό μας, γιατί ο καθένας θα
κουβαλήσει το δικό του φορτίο (Γαλ. 6, 5) και θα πάρει το δικό του μισθό (Α΄
Κορ. 3, 8) από τον ουράνιο βασιλιά, το Χριστό, στον Οποίο ανήκει η δόξα και
η δύναμη μαζί με τον Πατέρα και το Πανάγιο Πνεύμα στους αιώνες των
αιώνων. Αμήν.
        Αναπαύθηκε ο Συμεών που ονομάστηκε για το Χριστό Σαλός, και
έζησε στη γη μια ζωή αγγελική και υπερθαύμαστη, στις 21 του μηνός Ιουλίου,
αφού λαμπρύνθηκε με τα σύμφωνα με το θέλημα του Θεού κατορθώματά του
και κατέπληξε και αυτές τις υπερκόσμιες δυνάμεις των ασωμάτων με τις
αρετές του. Στέκεται τώρα δίπλα στον απρόσιτο θρόνο του Θεού και Πατέρα
των φώτων και έχοντας παρρησία Τον δοξάζει με ακατάπαυστους ύμνους
μαζί με όλες τις επουράνιες δυνάμεις. Είθε ο Κύριος να μας καταστήσει
συμμέτοχους και συγκληρονόμους στην αιώνια βασιλεία Του μαζί με τον άγιο
Συμεών και όλους τους αγίους, γιατί δική Του είναι η δόξα στους αιώνες των
αιώνων. Αμήν.




                              (*) Σημειώσεις

Ακέφαλοι: Έτσι ονομάστηκαν αρχικά οι Αιγύπτιοι Μονοφυσίτες (5ος αι.) οι
οποίοι αποσχίστηκαν από τον μετριοπαθή αρχιεπίσκοπό τους Πέτρο
Αλεξανδρείας το Μογγό, μένοντας χωρίς επίσκοπο (χωρίς «κεφαλή»). Στη
συνέχεια, η ονομασία δόθηκε σ' όλους τους Μονοφυσίτες της Βυζαντινής
Αυτοκρατορίας.

Βοσκοί: Αναχωρητές που ζούσαν στο ύπαιθρο, χωρίς στέγη, τρεφόμενοι με
χόρτα.

Γλιχώνι: Κρασί αρωματισμένο με γλιχώνι (παραφθορά της λέξεως «βλήχων»
= φλησκούνι).

Εξαπλά: Μνημειώδης εργασία του Ωριγένη (185-254) με σκοπό την
αποκατάσταση του κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης. Είχε γραμμένα, σε εξ
παράλληλες στήλες, τα εξής κείμενα της Π.Δ.: το Εβραϊκό, τη μετάφραση του
Ακύλα, του Συμμάχου, των Εβδομήκοντα και του Θεοδοτίωνος.

Ευλογίες: Δώρα, κυρίως τρόφιμα ή ψωμιά.

Λυσόπορτα: Ομαδικό παιγνίδι της εποχής.

Πανδούρι: Τρίχορδο μουσικό όργανο της οικογένειας του λαούτου.

Σευηρίτης: Μονοφυσίτης οπαδός του Σευήρου (βλ. λέξη).
Σευήρος: Πατριάρχης Αντιοχείας, ηγέτης της Μονοφυσιτικής κινήσεως του
ΣΤ' αιώνα.

Φούσκα: Λαϊκό ρόφημα των Βυζαντινών. Κατά το λεξικό Du Cange, «φούσκα
εστίν όξος και ύδωρ θερμόν και ωά δύο».

Φουσκάριος: Πωλητής φούσκας (βλ. λέξη), αλλά και άλλων ειδών (φακές,
ρεβύθια, κουκιά).



                               Οι δια Χριστόν Σαλοί ως
                                     ιεραπόστολοι *


                                            του Διονύση Σπεντζάρη




                         Αν επιχειρήσουμε να ρίξουμε μια
                      ματιά στη βιογραφία ενός δια Χριστόν
                      Σαλού,       αυτό       που     θα      τραβήξει
                      ιδιαιτέρως       την     προσοχή        μας     και
                      μάλιστα θα μας ξαφνιάσει, θα είναι
                      μάλλον η παραδοξότητα, η υπερβολή
                      και η «τρέλα» της συμπεριφοράς του
                      Σαλού.
                         Ωστόσο, αν μετά το πρώτο μας
                      ξάφνιασμα θελήσουμε η ματιά μας να
                      γίνει     περισσότερα         απαιτητική,         θ’
                      ανακαλύψουμε            μια      καταπληκτική
                      ιεραποστολική                 θέαση            της
                      εκκλησιαστική          μας    ζωής      η     οποία
                      φανερώνει        τα     βάθος     της       σχέσης
                      Εκκλησίας        και     κόσμου.      Γι’     αυτό
καλύτερα να πάρουμε τα πράγματα από
την αρχή.
  Δια Χριστόν Σαλοί, δηλαδή τρελοί
για χάρη του Χριστού, καθιερώθηκε
από τον 6ο αιώνα περίπου (με την
εμφάνιση του αγίου Συμεών από την
Έμεσα) να αποκαλούνται οι Χριστιανοί
εκείνοι,      συνήθως         μοναχοί,        που
προσποιούνται τον τρελό προκειμένου
να      ανταποκριθούν,            μέσα        από
περίεργους και ασυνήθιστους δρόμους
τις εντολές του Χριστού. Όχι όμως για
να σώσουν μονάχα την δική τους ψυχή
αλλά και πλήθος άλλων συνανθρώπων.
Η ζωή τους, δηλαδή, διαπνεόταν από
κίνητρο ιεραποστολικό.
  Αυτό      που    πρέπει    να    προσέξουμε
στους «Βίους» τους είναι ότι ο χώρος
δράσης      τους    είναι    η    κοινωνία,    οι
πόλεις. Όσοι από τους δια Χριστόν
Σαλούς      ήσαν     μοναχοί,      άφησαν      το
μοναστήρι ή το ασκητήριό τους και
εισήλθαν στη κοινωνία. Οι κοινωνίες,
όμως,      στις    οποίες    εισήλθαν     ήσαν
πάντοτε χριστιανικές. Αυτές ήσαν το
πεδίο της δράσης τους. Οι πράξεις που
έκαναν        ήσαν          παράλογες         και
προκλητικές, πράξεις ενός τρελού, οι
οποίες    όμως        είχαν      ένα     βαθύτερο
περιεχόμενο. Οι Σαλοί σύχναζαν σε
ταβέρνες,       σε    κακόφημες          συνοικίες,
έκαναν        παρέα        με      τις        πόρνες,
συμμετείχαν σε όλες τις διαστάσεις
του     περιθωρίου          πλην       μίας:        της
αμαρτίας.
  Ποιο     ήταν       αυτό        το     βαθύτερο
περιεχόμενο;         και    γιατί        οι     Σαλοί
έδρασαν στις χριστιανικές κοινωνίες;
  Στους         πρώτους            αιώνες           της
χριστιανικής εποχής οι πιστοί βίωναν
περισσότερο έντονα το γεγονός ότι
ήσαν     μέλη    της       ίδιας       οικογένειας.
Όμως,     όταν       με    το    διάταγμα        των
Μεδιολάνων η Χριστιανική Εκκλησία
γνώρισε την αναγνώριση, οι χριστιανοί
άρχισαν να εφησυχάζουν μέσα στον
ιστό    της    κοινωνικής         τάξης       και    οι
αδελφικές σχέσεις χαλάρωσαν. Τώρα
πια ο Χριστιανισμός έγινε κοινωνικά
αποδεκτός,            απέκτησε                κρατική
υποστήριξη και εδραιώθηκε με κοσμικό
πνεύμα στις συνειδήσεις, ο θεσμός της
ιδιοκτησίας.         Τώρα       πια    άρχισε        να
κυριαρχεί η διάκριση μεταξύ του «δικού
μου» και του «δικού σου». Κι αυτή
ήταν, σύμφωνα με τη μαρτυρία του
αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, μία
από      τις     αιτίες      αλλοίωσης           του
χριστιανικού           ήθους.          Ενδεικτικά
αναφέρουμε ότι τον 4ο αιώνα στην
Κωνσταντινούπολη            οι     περισσότεροι
άνθρωποι ζούσαν μέσα στη φτώχια,
στην ταλαιπωρία και στους πόνους. Σε
αντίθεση        μ’   αυτούς,      η     ζωή      των
πλουσίων ήταν ιδιαίτερα προκλητική.
Δεν      αφορούσε          όμως        μόνο      τις
κοινωνικές ανισότητες ο νέος άνεμος
που έπνεε τον 4ο αιώνα. Οι χριστιανοί
απολάμβαναν τιμές, αξιώματα, θέσεις
στην, χριστιανική πια, Αυτοκρατορία.
Ξαφνικά η Εκκλησία κατακλύσθηκε από
πλήθη που έφεραν χωρίς κόπο την
ετικέτα        «Χριστιανός».           Ο      ιερός
Χρυσόστομος ένοιωθε στεναχώρια για
το μεγάλο αριθμό των κατ’ όνομα
Χριστιανών,          που    τους        θεωρούσε
μάλιστα μια επιπλέον τροφή για το πυρ
της     γεένης.      Κάτω    από       αυτές     τις
συνθήκες,       η    χριστιανική       ταυτότητα
έχανε     τη    βασική      ιδιότητά       της    να
λειτουργεί ως άλας της γης, ως η ζύμη
που   θα       αναπλάσει     το       φύραμα,     το
ανθρώπινο φύραμα.
  Εδώ      ακριβώς         φανερώνεται             η
ιεραποστολική             συνείδηση           και
δραστηριότητα            των     δια     Χριστόν
Σαλών. Οι Σαλοί ήλθαν να εργαστούν
για μια ουσιαστική μεταστροφή στο
Χριστό      και    για    την    γέννηση     της
πραγματικά         χριστιανικής        κοινωνίας.
Δεν διακήρυξαν μια άλλη θρησκεία ή
μια άλλη Εκκλησία, αλλά κατέθεσαν το
αίτημα της ανανέωσης, την ανάγκη
μιας    αναβάπτισης.           Υπενθύμισαν    το
μήνυμα του Χριστού και κάλεσαν σε
γνήσια αποδοχή του. Οι Σαλοί ήσαν μια
γροθιά            στο      στομάχι           της
εφησυχασμένης μετά τους διωγμούς,
χριστιανικής κοινωνίας, τάραξαν τα
λιμνάζοντα ύδατα της ασφάλειας, της
ευημερίας και της τυπολατρείας.
     Αυτή την τυπολατρεία «τσαλάκωσε»
ο Άγιος Συμεών όταν, Κυριακάτικα,
γέμισε τις τσέπες του καρύδια, πήγε
στην Εκκλησία, στην αρχή της θείας
Λειτουργίας κι άρχισε να σβήνει τις
καντήλες.          Ακολούθησε            πανικός.
Άρχισαν να τον κυνηγούν για να τον
βγάλουν έξω, αλλά αυτός ανέβηκε στον
άμβωνα και εκεί χτυπούσε τις γυναίκες
με     τα   καρύδια.       Επιτέλους       αυτές
ξύπνησαν. Ναι! Όπως μαρτυρούν και τα
κείμενα     του      ιερού      Χρυσοστόμου,
πολλές γυναίκες, μέσα στο πλαίσιο
προφανώς της εξοικείωσης τους με τη
λειτουργική       ζωή,         συνήθιζαν         να
παίρνουν      έναν       υπνάκο    στη          θεία
Λειτουργία.         Οι       άνδρες         είχαν
«σοβαρότερες»             ασχολίες,         αφού
στηνόταν      μεταξύ       τους     κανονικός
διάλογος      για        «τόκους        αριθμών,
λογισμούς      δανεισμάτων»           ή     «περί
κερδών,       περί        εμπορίας,             περί
καπηλείας». Γι’ αυτό ο Χρυσόστομος
δεν   δίσταζε       να    ομολογεί        ότι     οι
πραγματικά           καλοί          χριστιανοί
αποτελούσαν ένα μικρό κλάσμα από τον
ολικό αριθμό των εκκλησιαζομένων. Οι
περισσότεροι         εκκλησιάζονταν             από
συνήθεια.
  Αυτή δεν ήταν η μοναδική ενέργεια
του    Συμεών,           από      την      οποία
αναστατώθηκαν και προκλήθηκαν οι
κάτοικοι της Έμεσας. Τον συναντούμε
να εισβάλει στα γυναικεία λουτρά της
πόλης, να επιχειρεί τάχα να βιάσει τη
γυναίκα το ταβερνιάρη εργοδότη του.
Κίνητρό του; Να γκρεμίσει τη σιγουριά
και   το    νομικίστικο         πνεύμα,         που
κατατάσσει τους ανθρώπους με βάση
τα εξωτερικά, επιδερμικά κριτήρια και
παραβλέπει ότι η σωτηρία είναι ζήτημα
βαθιάς    μετάνοιας         κι     όχι     απλώς
τήρησης            ενός                  κοσμικού
καθωσπρεπισμού.        Ο    βιογράφος          του,
Λεόντιος ο επίσκοπος Νεαπόλεως, ο
οποίος ρητά μας διαβεβαιώνει ότι η
είσοδός    του    ήταν      προσχεδιασμένη,
επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό μας. «Πώς
αισθανόσουν Πάτερ, όταν μπήκες στα
λουτρά των γυναικών;» τον ρώτησε ο
διάκονος Ιωάννης, ο μόνος που γνώριζε
την    αληθινή     πολιτεία        του     αγίου.
«Πίστεψέ με, παιδί μου ήμουν σαν ξύλο
ανάμεσα σε ξύλα» του είπε ο Συμεών.
  Ο Άγιος Ανδρέας ο δια Χριστόν
Σαλός έδρασε στην Κωνσταντινούπολη
τον 9ο αιώνα. Κοντά στα άλλα του
χαρίσματα φαίνεται ότι διέθετε και
πολύ «βαρύ χέρι». Τα ευεργετικά του
αποτελέσματα       αισθάνθηκαν           για    τα
καλά      δυο     κλέφτες,         οι      οποίοι
απολάμβαναν τα «αγαθά» της λείας
τους σε μια ταβέρνα. Ο τρόπος που
μεταχειρίσθηκε ο Άγιος σίγουρα μας
ξαφνιάζει.      Αλλά   αν        έμπαινε       στην
ταβέρνα κι άρχιζε το κήρυγμα σε μια
γλώσσα       οικεία        σε      αξιοπρεπείς
νοικοκυραίους, ποιος θα τον άκουγε; Ο
πόνος από τα χαστούκια που δέχθηκαν
οι δυο κλέφτες ήταν ένα είδος γλώσσας
κατανοητό από τους ανθρώπους του
υποκόσμου, και διαπέρασε το σώμα και
την ψυχή τους. Περισσότερο αυτήν. Το
φανέρωμα        της    «πληγής»     μας,    η
συνειδητοποίηση των αμαρτιών μας
είναι το πρώτο βήμα προς τη σωτηρία.
Αυτό πέτυχε ο Άγιος.
  Όταν, κατά την περίοδο της μεγάλης
Τεσσαρακοστής, ο Ρώσσος Νικόλαος ο
Σαλός (16ος αιώνας) διασταυρώθηκε με
τον τσάρο Ιβάν τον Τρομερό ο οποίος
είχε εγκαθιδρύσει μια βασιλεία του
τρόμου, του προσέφερε να φάει ένα
κομμάτι         ωμό    κρέας.      Ο     Ιβάν
οπισθοχώρησε                    αηδιασμένος,
παίρνοντας το μήνυμα, ότι χειρότερο
από το να φας κρέας τη Σαρακοστή
είναι να «καταβροχθίζεις» ανθρώπινο
κρέας με την τυραννική εξουσία σου. Ο
Σαλός     δεν    επαναπαύθηκε      στο     ότι
τυπικά η εξουσία ήταν χριστιανική,
αλλά φανέρωσε τα ουσιαστικά κριτήρια
χριστιανικότητας.
  Πιστεύουμε, ότι με τη ζωή και τη
δράση     τους    οι   δια   Χριστόν   Σαλοί
μιμήθηκαν την κένωση του ίδιου του
                       Ιησού Χριστού, που κατέβηκε μέχρι τα
                       κατώτατα του Άδη για να καλέσει κάθε
                       άνθρωπο            στο      Σώμα        του.   Οι   Σαλοί
                       απευθύνουν ένα διαρκές μήνυμα σε όλο
                       το σώμα της Εκκλησίας, σε όλες τις
                       εποχές και υπενθυμίζουν τη θεμελιώδη
                       ιεραποστολική φυσιογνωμία της. Μας
                       καλούν,            έτσι,     σε    αυτοκριτική,       σε
                       αναζήτηση             γνήσιου           εκκλησιαστικού
                       τρόπου              ζωής.           Συνεχώς          μας
                       υπενθυμίζουν               ότι    δεν    μπορούμε     να
                       εφησυχάζουμε, νομίζοντας ότι είμαστε
                       Χριστιανοί επειδή γεννηθήκαμε σε ένα
                       από τα λεγόμενα «χριστιανικά έθνη».


                       ----------------
                       * Περιοδικό Πάντα τα έθνη, Ιούλιος -
                       Σεπτέμβριος 2003

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΤΟΥ ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΥ
   ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥΣ

  Μεταξύ άλλων αγίων των οποίων εμπειρίες εξωσωματικές έχουν
καταγραφεί ξεχωρίζει η περίπτωση του οσίου Ανδρέα που ταξίδεψε μέχρι
τον ουρανό και είδε τουλάχιστον τρία διαφορετικά επίπεδα ή παραδείσους.
Έζησε κατά τον 4ο αιώνα στην Κωνσταντινούπολη, όπως φαίνεται και από
το σύνολο του κειμένου του βίου του και από την επικοινωνία με τον όσιο
Δανιήλ το στυλίτη.Το ταξίδι αυτό έγινε κατά διάρκεια ενός ισχυρού ψύχους
το οποίο βρήκε τον όσιο Ανδρέα στο δρόμο , άστεγο και μόνο. Διήρκεσε δε
14 μέρες περίπου και το διηγείται στο βιογράφο του που απορούσε γιατί
δεν τον είδε τόσες μέρες.Το κείμενο προέρχεται από το βίο του που
εξέδωσε σε διασκευή και μετάφραση η Ιερά Μονή Παρακλήτου Αττικής και
χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία από διαφορετικά χειρόγραφα τα οποία σε
κάποια σημεία διασκευάστηκαν ή δε δημοσιεύτηκαν πλήρως.

"Όσο μιλούσε ο όσιος, σχημάτιζα την εντύπωση ότι σ' εκείνη τη δοκιμασία
κάποιο θαύμα του είχε συμβεί , γι' αυτό μου τα έλεγε αυτά.Άρχισα λοιπόν
να τον ρωτώ και να τον καλοπιάνω με γλυκόλογα και να τον ερωτώ με
έντονο ενδιαφέρον:
-Πως πέρασες αγαπητέ τις μέρες τις δοκιμασίας;Σε ορκίζω στο Θεό του
ουρανού και της γης :μη μου αποκρύψεις τα παράδοξα που σου
φανέρωσε!


-Πως αλλιώς θα μπορούσε να περάσει τον καιρό του ένας τρελλός παρά με
τις τρέλλες, όπως πάντα, και με τα παιχνίδια του; Η αγάπη σου όμως και ο
πολύς πόθος με εξαναγκάζει να σου τα εξομολογηθώ όλα. Σε ορκίζω
λοιπόν στο Θεό τον ποιητή του ουρανού και της γης, να μην πεις όσοσ ζω
σε κανέναν αυτά που θα ακούσεις. Θα τα πω σε σένα , επειδή σου τρέφω
άπειρη αγάπη.
Τότε εκείνος άνοιξε το τίμιο στόμα του και είπε:
-Δε μπορούσα αγαπητέ μου να υποφέρω το φοβερό κρύο και τον αέρα ,
που και σύ θα δοκίμασες γιατί ήμουν γυμνός , ξυπόλητος και άστεγος.
Κατέφυγα λοιπόν στους φτωχούς τους ομοίους μου αλλά δε με δέχονταν.
Με σιχαίνονταν και με έδιωχναν με τα ραβδιά σα σκύλο."Φύγε από δω
σκύλε" μου έλεγαν,"εξαφανίσου".Τόπο να καταφύγω και να σωθώ δεν
εύρισκα. Απελπίστηκα. φοβήθηκα πως θα πεθάνω.Ας είναι δοξασμένο,
είπα το όνομα του Θεού, γιατί και αν ακόμα πεθάνω θα μου λογιστεί σαν
μαρτύριο. Ο Θεός δεν είναι άδικος.Αυτός που έστειλε την παγωνιά θα μου
δώσει και την υπομονή. Πήγα λοιπόν σε μια γωνιά της στοάς και βρήκα
ένα σκυλάκι.Ξάπλωσα δίπλα του με την ελπίδα πως θα με ζεστάνει λίγο.
Εκείνο όμως όταν με είδε κοντά του σηκώθηκε και έφυγε.
Είπα στον εαυτό μου:"Βλέπεις ταλαίπωρε, πόσο αμαρτωλός εισαι;Ακόμη
και τα σκυλιά σε περιφρονούν και φεύγουν από κοντά σου και δε σε
δέχονται ούτε σαν όμοιό τους. Οι άνθρωποι σε αποστρέφονται σαν πονηρό
δαίμονα. Οι όμοιοί σου φτωχοί σε διώχνουν.Τι απομένει λοιπόν; Πέθανε,
άσωτε , πέθανε!Δεν υπάρχει για σένα σωτηρία σε αυτό τον κόσμο."

Ενώ όμως έλεγα αυτά με πολύ πόνο, ήρθα σε κατάνυξη. Κι επειδή με
έσφιγγε το κρύο και ο τρόμος, αναλύθηκα σε δάκρυα,με τα μάτια της
ψυχής στραμμένα προς το Θεό.Τα μέλη μου όλα πάγωσαν.Νόμισα εκείνη
τη στιγμή ότι θα ξεψυχήσω...
Ξαφνικά ένιωσα ζεστασιά. Ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω ένα νέο πολύ
ωραίο να αστράφτει πιο πολύ από τον ήλιο.Στο χέρι του κρατούσε ένα
χρυσό κλαδί. Ήταν πλεγμένο με δροσερά κρίνα και τριαντάφυλλα που δεν
έμοιαζαν του κόσμου τούτου, όχι! Είχαν θαυμαστή ποικιλία. Ήσαν
αλλοιώτικα στη φύση και στη θωριά τους. Κρατώντας αυτό το ωραίο κλαδί
με κοίταξε και μου είπε:"Ανδρέα που ήσουν;" "Εν σκοτεινοίς και εν σκιά
θανάτου" αποκρίθηκα.. Και ενώ ακόμα μιλούσα με χτύπησε στο πρόσωπο
με το ανθοστόλιστο κλαδί λέγοντάς μου:"Ας πάρει δύναμη το σώμα σου
και ζωή ακατανίκητη".
Αμέσως η ευωδιά εκείνων των λουλουδιών μπήκε στην καρδιά μου
αστραπιαία και μου έδωσε ζωή.Ακούω τότε μια φωνή να λέει:"Πηγαίνετέ
τον να τον παρηγορήσετε για δύο εβδομάδες και πάλι να επιστρέψει , γιατί
θέλω να αγωνιστεί ακόμη".
Ενώ κρατούσε ακόμη ο λόγος μου φάνηκε πως βυθίστηκα σε βαθύτατο
ύπνο και δεν κατάλαβα τι μου συνέβη. Ζούσα για δύο εβδομάδες εκεί που
διέταξε η βουλή του Θεού, σα να κοιμήθηκα ευχάριστα όλη τη νύχτα και
ξύπνησα το πρωί.
Βλέποντας ότι βρίσκομαι σε πάντερπνο και θαυμαστό παράδεισο σάστισα.
Διερωτώμουν τι να σήμαινε αυτό.Ήξερα ότι έμενα στην
Κωνσταντινούπολη. Τι δουλειά όμως είχα εκεί, δεν καταλάβαινα.Θαύμαζα
και δε μπορούσα να δώσω κάποια εξήγηση. "Για δες ", είπα στον εαυτό
μου,"πραγματικά είμαι παράλογος. Ο Θεός με ευεργέτησε και , ενώ θα
έπρεπε να τον δοξάζω και να τον ευχαριστώ κάθομαι και πολυεξετάζω
αυτό το εξαίσιο θαύμα".Ένιωθα σαν άσαρκος.Φορούσα χιτώνα χιονάτο,
αστραφτερό,στολισμένο με πολύτιμα πετράδια και με ευχαριστούσε πολύ
η ομορφιά του. Στο κεφάλι φορούσα στεφάνι ολόχρυσο και λαμπρό, στα
πόδια σανδάλια, και ήμουν ζωσμένος με κόκκινη αστραφτερή ζώνη. Ο
παράδεισος ήταν όλο φως, αλλά φως πρωτόγνωρο και πολύ λαμπρό που ,
καθώς ακτινοβολούσαν τα λουλούδια, έπαιρνε ένα απαλό ρόδινο
χρώμα.Μια θεϊκή ευωδία με διαδοχικές παραλλαγές πλησίαζε την
όσφρησή μου και με μεθούσε. Πίστεψέ με , σου τα λέω αυτά και φρίττω.
Μέσα στον κήπο του Θεού ήμουν σαν βασιλιάς. Χαιρόμουν πολύ να βλέπω
τον εαυτό μου να κατοικεί σε τέτοιο παράδεισο. Εκεί ο Θεός έκανε να
φυτρώνουν πολλά δέντρα. Δεν έμοιαζαν όμως με του φθαρτού
κόσμου.Ήσαν πάντοτε θαλερά ,ευωδιαστά και φουντωτά. ήσαν πάντοτε
ψηλά, πολλύφυλα και απολαυστικά.Τα κλαδιά τους έγερναν και, καθώς
κυμάτιζαν μεταξύ τους, γέμιζαν ευωδία την ατμόσφαιρα και σχημάτιζαν
ουράνιο τόξο.Όλα αυτά τα απολαμβάνουν οι μακάριοι και η ψυχή τους
αλλοιώνεται από την ηδονή εκείνη, την ευφροσύνη και την αγαλλίαση.
Παράδοξο επίσης ήταν και τούτο:άλλα δέντρα είχαν μόνο άνθη,άλλα
καρπό και άλλα μόνο άνθη και φύλλα. Πανω σ'αυτά υπήρχε κάτι
θαυμαστό:διάφορα ωραία πουλιά μικρά και μεγάλα με χρυσά και χιονάτα
φτερά. Μερικά κελαηδούσαν χωμένα στα φύλλα, και το κελάηδημά τους,
ωραίο και τερπνό, ακουγόταν ως την άκρη τ' ουρανού.
Προσπαθούσα να καταλάβω πως ήσαν εκείνα τα πουλιά και η παράδοξη
θωριά τους με μεθούσε.Ήσαν όμορφα σαν τριαντάφυλλα ή κρίνα ή σαν
κάποιο άλλο άνθος που δεν ξέρω πως να το ονομάσω.Τόσο ασυνήθιστα και
ανάλαφρα ήσαν.Παρατηρούσα με θαυμασμό την ομορφιά ενός πουλιού. Ο
χρωματισμός του είχε μια χάρη αλλιώτικη, μια θέα διαφορετική.Η μελωδία
του ήταν ασταμάτητη και απολαυστική.
Ποιός μπορεί να διηγηθεί τα παράδοξα και θαυμαστά κάλλη που
έβλεπα;Όλα εκείνα τα ωραία δέντρα στέκονταν συμμετρικά σε δύο
δεντροστοιχίες, σαν δύο αντιμέτωπες παρατάξεις.Μακάριο το χέρι που τα
φύτεψε!Προχωρούσα στα ενδότερα του τερπνού παραδείσου και νόμιζα
πως δε θα ξαναδώ το σκοτάδι αυτού του κόσμου. Σε σύγκριση μ' εκείνα,
τα εδώ είναι σκοτάδι.
Καθώς βάδιζα χαρούμενος , να! βλέπω ένα μεγάλο ποτάμι να διασχίζει τον
παράδεισο και να ποτίζει όλα εκείνα τα δέντρα περιβρέχοντας αθόρυβα τις
ρίζες τους . Εκεί έρχονταν άφοβα να πιουν τα ωραία πουλιά.Δεξιά και
αριστερά από το ποτάμι απλωνόταν ένα αμπέλι με χρυσαφένια φύλλα και
περιποιημένα κλήματα.Ήταν γεμάτο με πολύ μεγάλα και ωραία σταφύλια,
και απλωνόταν σε όλο τον παράδεισο, ώστε να στεφανώνονται τα άλλα
φυτά και να στολίζωνται με την περιπλοκή των κλημάτων του.

Οι μυρωμένοι άνεμοι του παραδείσου

Βλέποντας αυτά χαιρόταν η καρδιά μου και μεταφερόμουν από φόβο σε
θαυμασμό και από θαυμασμό σε έκπληξη.Για πολλή ώρα στεκόμουν έτσι
και άκουγα τον ήχο κάποιου ανέμου που ερχόταν από την ανατολή.Καθώς
ερρίπιζε τα δέντρα, τα έκανε να κυματίζουν και να αποπνέουν ανέκφραστη
ευωδία. Απελάμβανα με ευχαρίστηση το άρωμα που σκόρπιζε εκείνος ο
άνεμος. Νόμιζα πως θύμιαζαν άγγελοι μπροστά στον Υιό του Θεού. Ο
άνεμος σταμάτησε και μαζί του η ευωδία.Τότε σαν να άκουσα το ελαφρό
φύσημα άλλου ανέμου που ερχόταν από τη δύση.Έμοιαζε με χιόνι και και
με γέμιζε γλυκύτητα.
Εκείνα τα δέντρα ξεπερνούσαν στην ομορφιά και ευωδία τόσο πολύ τα
δέντρα της γης που με έκαναν να λησμονήσω ότι είχα απολάυσει ως τότε
στον περίπατό μου.Ύστερα όταν άκουγα εκείνα τα πουλιά να τραγουδούν
εκείνα τα διάπυρα και χαρμόσυνα άσματά τους, γινόμουν εκτός εαυτού. Αν
ήσαν πουλιά ή άγγελοι ο Θεός γνωρίζει...
Άρχισε τότε να φυσά από το βοριά άλλος άνεμος. Είχε μια πυρόξανθη
ακτινοβολία, σαν τους χρωματισμούς που παίρνει ο ήλιος όταν
βασιλεύει.Φυσούσε ήσυχα και τα θαυμάσια εκείνα δέντρα κυμάτιζαν και
ευωδίαζαν. Για πολλή ώρα έμεινα έκθαμβος.Με έτερπε υπερβολικά η
γλυκύτης αυτής της ευωδίας.
"Πως άραγε συνέβη σ' εμένα τέτοια ευλογία " σκεπτόμουν με απορία και
φρίκη.Σταματησε εν τω μεταξύ και ο τρίτος άνεμος και απλώθηκε μεγάλη
σιγή. Προχώρησα λίγο για να περάσω το ποτάμι. Βαδίζοντας σ' εκείνη την
πεδιάδα παρατηρούσα με προσοχή τον ανέκφρατο πλούτο του
παντοκράτορος Θεού, που ήταν πολλαπλάσια θησαυρισμένος εκεί. Δε
μπορώ αγαπητέ μου εν Κυρίω, να διηγηθώ με ανθρώπινο στόμα για τον
ανεξιχνίαστο πλούτο του Δεσπότου Χριστού.
Καθώς λοιπόν διέσχιζα τον κήπο εκείνο και παρατηρούσα τα άγια των
αγίων, να ! φύσηξε πάλι από το βοριά μυρωμένος αέρας. Είχε το άρωμα
των ρόδων και των κρίνων, ενώ το χρώμα του ήταν σαν του μενεξέ. Καθώς
κυμάτιζαν τα δέντρα, έβγαζαν μια μυρωδιά ανώτερη από του μύρου και
του μόσχου, που έμπαινε στην καρδιά μου.
Δεν ξέρω αν ήσαν τα μάτια μου πνευματικά ή σωματικά, ο Θεός ξέρει.Στην
αρχή είχα την αίσθηση ότι ήμουν εκεί με το σώμα. Δεν ένιωθα όμως το
βάρος, την επιθυμία ή κάποιο άλλο χαρακτηριστικό του φθαρτού
σώματος ,γιαυτό άλλαξα γνώμη,εκτός αν έχει ορίσει αλλιώς ο Θεός.
Καθώς κυμάτιζαν παράδοξα τα δέντρα και με το θρόισμά τους ξέχυναν
τερπνή μελωδία,ένιωθα πάλι την ευωδία και τη γλυκύτητα και έμενα
εκστατικός.Ο νους μου είχε εισχωρήσει σε μια μυστική μεγαλοπρέπεια.
Όλα αυτά με γέμιζαν χαρά και αγαλλίαση.
Όταν σταμάτησε και ο τέταρτος άνεμος συνειδηοποίησα ένα φοβερό
θαύμα:Σ' όλο αυτό το διάστημα δεν είδα καθόλου νύχτα. Εκεί υπήρχε
αδιάλλειπτο φως, εκεί βασίλευε χαρά,ζωή,λαπρότης και αγαλλίασις.

Στον ουρανό του ουρανού

Ξαφνικά έπεσα σε έκσταση. Ένιωθα πως πατούσα πάνω στον ουρανό, πως
με οδηγούσε κάποιος λαμπρός νέος φορώντας μανδύα, με πρόσωπο
λαμπρό σαν τον ήλιο.Νόμιζα πως ήταν εκείνος που με χτύπησε στο
πρόσωπο με το ανθισμένο κλαδί την ώρα που ξεψυχούσα από το κρύο,και
διέταξε τους υπηρέτες τουνα με σηκώσουν.
Καθώς με οδηγούσε, βλέπω ξαφνικά έναν ωραίο και μεγάλο
σταυρό.Τριγύρω του υπήρχαν τέσσερα ανάερα πέπλα, που έμοιαζαν με
φωτεινή νεφέλη.Τα δύα από αυτά έλαμπαν σαν αστραπή και τα άλλα δύο
ήσαν λευκά σαν χιόνι.Κυκλικά είχαν σταθεί λευκοί μελωδισταί , ψηλοί και
ωραίοι. Τα μάτια τους άστραφταν με πύρινες ακτίνες.Έψαλλαν ένα γλυκύ
μέλος για τον Σταυρωθέντα.
Ο οδηγός μου περνώντας μπροστά από το σταυρό τον κατεφίλησε και μου
έκανε νόημα να κάνω το ίδιο.Έσκυψα λοιπόν με τη σειρά μου και τον
προσκύνησα. Μόλις ασπάσηκα εκείνο το κοκκινωπό τίμιο ξύλο. γέμισα από
ευωδία μέλιτος, που δεν οσφράνθηκα παρόμοια στον παράδεισο. Καθώς
ανασήκωσα τα μάτια μου από το σταυρό τι να δω!Κάτω από μας η άβυσσος
της θαλάσσης.Με κυρίευσε τρόμος. Φοβήθηκα μήπως γλιστρήσω και
φώναξα στον οδηγό μου:"Κύριέ μου περπατώ στο κενό, νομίζω πως
βαδίζω πάνω σε σύννεφο,φοβάμαι μήπως δε με βαστάξει και πέσω στη
θάλασσα""Μη φοβάσαι.Πρέπει να ανεβούμε ψηλότερα" μου λέει και μου
δίνει το χέρι. Βεθήκαμε αμέσως στο δεύτερο στερέωμα που ήταν λευκό
σαν χιόνι.Εκεί βλέπω δύο σταυρούς όμοιους με του κάτω
στερεώματος.Γύρω τους παράστεκε μεγαλειώδης ακολουθία όπως και στον
πρώτο σταυρό. Ο αέρας εκεί ήταν πύρινος και ξεκούραζε πολύ τους
όμορφους νέους.Ασπάστηκα κι εκείνους τους τίμιους σταυρούς με πόθο
και έρωτα θεϊκό. Η ευωδία τους ακατάληπτη και ανερμήνευτη,
προκαλούσε ευφροσύνη και τερπνότητα μεγαλύτερη από του πρώτου
σταυρού.Ξαφικά βλέπω μια φωτιά που κατέφλεγε τα πάντα. Φοβήθηκα και
ζήτησα πάλι βοήθεια από τον οδηγού μου."Δώσε το χέρι, μου λέει, θα
ανεβούμε ακόμη ψηλότερα". Και αμέσως βρεθήκαμε στον τρίτο ουρανό."

Ο τρίτος ουρανός


"Και αμέσως βρεθήκαμε στον τρίτο ουρανό. Ο ουρανός αυτός δεν έμοιαζε
καθόλου με τον ουρανό που βλέπουμε από τη γη.Απλωνόταν σα
χρυσαφένιο δέρμα σε σχήμα πετάλου. Στα πρόθυρά του συναντήσαμε
άλλους τρεις σταυρούς, πιο μεγάλους και επιβλητικούς,που είχαν τη
λάμψη της αστραπής.Ο οδηγός μου πήρε θάρρος μπήκε μέσα στη φωτιά
και τους προσκύνησε.Εγώ δεν τόλμησα να κάνω το ίδιο. Προσκύνησα από
μακριά και προσπέρασα.
Προχωρήσαμε αρκετά και φθάσαμε στο δεύτερο παραπέτασμα. Εκεί είδα
κάτι σαν αστραπή απλωμένη στον αέρα. Ανεβήκαμε και περάσαμε
μέσα.Ουράνια στρατιά από πλήθος αγγέλων αινούσαν και δοξολογούσαν
το Θεό. Προσπεράσαμε κιαυτό και βρεθήκαμε σε άλλο χώρισμα από βύσσο
και πορφύρα ανέκφραστη.
Φθάσαμε σε μια λαμπρή τοποθεσία. Υπήρχε εκεί ένα άλλο θαυμαστό
παραπέτασμα που έμοιαζε με πολύ λαμπρό και ξαθαρό ήλεκτρο.Κάποιο
χέρι τον παραμέρισε και μας εδειξε να περάσουμε.Μέσα σ' αυτό
συναντήσαμε αναρίθμητο πλήθος αγίων αγγέλων. Τα πρόσωπά τους
φλογερά, έλαμπαν από μακριά πιο πολύ από τον ήλιο. Είχαν σταθεί με
τάξη και πολλή κοσμιότητα με τα άυλα αναστήματά τους, μετέωροι σε
κείνο το τρομερό ύψος. Στα χέρια τους κρατούσαν φοβερά σκήπτρα.
Σχημάτιζαν αναρίθμητες λεγεώνες παρατεταγμένες δεξιά και αριστερά.
"Όταν σηκωθεί αυτό το παραπέτασμα ",μου είπε ο οδηγός μου,δείχνοντάς
το,"θα δεις τον Υιό του ανθρώπου να κάθεται στα δεξιά του Πατρός. Να
πέσεις να τον προσκυνήσεις. Ο νους σου να είναι όλος προσηλωμένος σ'
Εκείνον, για ν' ακούσεις τι θα σου πει".
Ενώ άκουγα τις συμβουλές του, κοιτάζω το παραπέτασμα και βλέπω ένα
μεγαλόπρεπο περιστέρι να κατεβαίνει και να κάθεται πάνω σ' αυτό.Το
κεφάλι του ήταν σαν από χρυσάφι,το στήθος πορφυρό,τα φτερά λαμπερά
σαν φλόγα, τα πόδια λευκά,ενώ τα μάτια τόξευαν φωτεινές ακτίνες. Καθώς
απελάμβανα την ομορφιά του, ξαφνικά πέταξε στα ύψη.


"Ενώπιος ενωπίω"

Παραμερίστηκε και αυτό το παραπέτασμα και βλέπω τότε στο αχανές
εκείνο ύψος, που καταπλήττει κάθε νου και διάνοια,θρόνο φοβερό
,υπερυψωμένο.Κανείς δεν τον κρατούσε, κρεμόταν μετέωρος. Από μέσα
του έβγαιναν φλόγες πιο λευκές κι από το χιόνι.Επάνω στο θρόνο
άστραφτε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Φορούσε βαθυκόκκινα και
ολόλευκα ενδύματα. Η λαμπρότης του όμως -από συγκατάβαση στη δική
μου αδυναμία-ήταν περιορισμένη.Είδα λοιπόν τη θεανθρώπινη ευπρέπεια
και ωραιότητά του. Ήταν σαν να βλέπει κανείς τον ήλιο να σκορπίζει
χαρούμενα τις πρώτες ακτίνες της ανατολής.Έπεσα και τον προσκύνησα
τρεις φορές.Προσπάθησα ν' ανασηκωθώ και να αντικρύσω πάλι την
ωραιότητά του, την πύρινη λαμπρότητα της δυνάμεώς του, αλλά δε
μπόρεσα. Με είχε κυριεύσει ανέκφραστος φόβος , φρίκη και χαρά.
Μέσα απ΄αυτό το φως ακούσθηκε μια φωνή, που με το δυνατό της ήχο
έσχιζε τον αέρα.Ήταν μελιστάλαχτη ,ήπια και γλυκιά. Μου είπε τρεις
λέξεις. Το νόημά τους το κατάλαβα και δοκίμασα πρωτόγνωρη πνευματική
ηδονή.Σε λίγο μου είπε άλλες τρεις λέξεις,που μόλις τις άκουσα γέμισε η
καρδιά μου από θεϊκή χαρά.Κατόπιν μου είπε για τρίτη φορά άλλες τρεις
και ξαφνικά ακούστηκε ισχυρή δοξολογική καυγή από τα αγγελικά
τάγματα:Άγιος, Άγιος,Άγιος. Κατάλαβα ότι αυτό έγινε για μένα. Η
δοξολογία τους βέβαια ήταν ακατάπαυστη.Εκείνη όμως η εξαίσια μελωδία
ήταν για την εύνοια που τόσο πλούσια έδειξε σε μένα ο Δεσπότης Χριστός.
Μόλις άκουσα αυτές τις ανέκφραστες και θεϊκές λέξεις,κατέβηκα με τον
ίδιο τρόπο που ανέβηκα. Ήρθα πάλι στον εαυτό μου και είδα πως βρέθηκα
στον κήπο, απ' όπου είχε γίνει η αρπαγή μου. Αναλογιζόμουν με απορία τα
όσα μου συνέβησαν.Που ήμουν και που βρέθηκα! Δε μπορούσα να
καταλάβω πως πήγα σ' εκείνο το θεϊκό τόπο.Φέρνοντας στο νου μου τα
όσα είδα εκεί και άκουσα, μονολογούσα:"Άραγε έχει έρθει και άλλος εδώ ή
μόνον εγώ;"

Αυτά σκεπτόμουν και ξαφνικά βλέπω ν' απλώνεται μπροστά μου μια
πεδιάδα. δεν είχε δέντρα. Αλλά ήταν ωραία,χλοερή και ανθηρή, ασφυκτικά
γεμάτη με κρίνα και τριαντάφυλλα.Είχε πηγές που ανάβλυζαν μέλι και
γάλα. Αναδιδόταν μάλιστα θαυμάσια ευωδία. Αυτό το απαλό τοπίο, αυτή η
αναπαυτική χλόη με έκανα να απορώ και να εκπλήττομαι για τα θαυμάσια
του Θεού,που συναγωνίζονταν το ένα το άλλο σε λαμπρότητα.
Και να! βλέπω έναν άνδρα αστραφτερό. Φορούσε χιτώνα σαν φωτεινή
νεφέλη και κρατούσε στο χέρι σταυρό.Με πλησιάζει και μου λέει:"Η χάρις
του σταυρωθέντος Κυρίου μας ας είναι μαζί σου. Μακάριοι οι σαλοί, γιατί
έχουν μεγάλη φρόνηση.Ο Θεός εδώ σε έχει κατατάξει.Πήγαινε πρώτα στο
καμίνι του κόσμου, εκεί που βρίσκονται συναγμένα τα τριβόλια και οι
οχιές, τα φίδια και οι δράκοντες. Πάντως η παρουσία σου σ' αυτόν το χώρο
είναι κάτι ασυνήθιστο και παράδοξο.Κανείς δεν ήρθε εδώ παρά μόνο
εκείνος που κοπίασε περισσότερο απ' όλους για το ευαγγέλιο του
Χριστού.Δεύτερος είσαι εσύ, επειδή άδραξες την ταπείνωση στην πιο
τέλεια μορφή της. Ξέρω όμως πως την απέκτησες!Με την τέλεια
πτωχεία,με το "φύγε σαλέ", με την εξουδένωση. Την απέκτησες γιατί
μπήκες γυμνός και κάνοντας το σαλό στο στάδιο του κοσμοκράτορος, γιατί
μονομάχησες μαζί του και τον νίκησες και έριξες το θρόνο του στη γη.
Είδες τα εδώ μυστήρια; Κατάλαβες την αληθινή ανταπόδοση των
δικαίων;Γνώρισες τον παράδεισο του Χριστού;Αντιλαμβάνομαι βέβαια ότι
τα είδες και έφριξες.Πως σου φάνηκε ο μάταιος κόσμος συγκριτικά με
τούτον; Τι λες, είδες λαμπρότητα; Είδες από ποια χαρά θέλουν να
στερήσουν το εαυτό τους οι αμαρτωλοί;"

Ενώ μου έλεγε αυτά ο λαμπροφόρος άνδρας με κοίταζε χαρούμενος και
ευχαριστημένος. "Η κυρία Θεοτόκος,"συνέχισε να μου λέει, "η
υπέρλαμπρη βασίλισσα των επουρανίων δυνάμεων δεν είναι εδώ.
Περιέρχεται τον μάταιο κόσμο και βοηθεί όσους επικαλούνται τον
μονογενή Υιό και Λόγο του Θεού και το πανάγιο όνομά της. Καλό θα ήταν
να σου έδειχνα την υπέρλαμπρη κατοικία της, αλλά τώρα πρέπει να
επιστρέψεις στον τόπο σου. Έτσι διέταξε ο Δεσπότης Χριστός".

Ενώ μιλούσε, μου φάνηκε πως έπεσα σε ύπνο γλυκό και , σα να κοιμήθηκα
από το βράδυ ως το πρωί, βρέθηκα όπως με βλέπεις εδώ. Τώρα λοιπόν να
ευφρανθείς αγαπημένε μου φίλε, και ας αγωνιστούμε για τη σωτηρία μας
και την κληρονομία των αιωνίων αγαθών"

ΑΓΙΟΣ ΟΝΟΥΦΡΙΟΣ
12η Ιουνίου : Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ὀνουφρίου.

ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟΝ
Εἰς τό, Κύριε ἐκέκραξα, ψάλλομεν Στιχηρὰ Προσόμοια.
Ἦχος πλ. δ'
Ὧ τοῦ παραδόξου θαύματος
Πάτερ θεόφρον Ὀνούφριε, ἐν ἐρημίᾳ μὲ νύν, τῶν παθῶν αὐλιζόμενον, εἰς ὁδὸν
εὐθείάν με, ἀρετῶν χειραγώγησον, πρὸς μετανοίας, τρίβον πρεσβείαις σου, πρὸς
θελημάτων, Θεοῦ ἐκπλήρωσιν, πρὸς ἀδαπάνητον τῶν καλῶν ἀπόλαυσιν, ὅπως τὸ
σόν, χαίρων παναοίδιμε, τελῶ μνημόσυνον.
Πάτερ θεόφρον Ὀνούφριε, τὸν παγετὸν τῆς νυκτός, καὶ ἡμέρας τὸν καύσωνα, τὴ
ἐλπίδι Ὅσιε, τῶν μελλόντων ὑπέμεινας, τὰ ἐπὶ γῆς σου, μέλη νεκρώσας γάρ, τῆς
οὐρανίου ζωῆς ἐπέτυχες, ἔνδον γενόμενος, τῆς παστάδος Ἅγιε, περιχαρῶς, κάλλος
τὸ ἀμήχανον, Ὁρῶν τοῦ Κτίστου σου.
Πάτερ θεόφρον Ὀνούφριε, τῆς κοσμικῆς σεαυτόν, ἀποστήσας συγχύσεως, πρὸς
τὴν ὑπερκόσμιον, ἀνηνέχθης ἀκρότητα, αὐτὴν ποθήσας, τῶν ἀγαθῶν τὴν πηγήν,
αὐτὸ τὸ ὄντως ἐφετὸν ἔφθασας, οὗ ταὶς ἑλλάμψεσι, μάκαρ πυρσευόμενος
ἁμαρτιῶν, ζόφου ταὶς πρεσβείαις σου, ἡμᾶς ἐξάρπασον.
Δόξα... Ἦχος πλ. β'
Ὅσιε Πάτερ, εἰς πᾶσαν τὴν γήν, ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος τῶν κατορθωμάτων σου, διὸ
ἐν τοῖς οὐρανοίς, εὗρες μισθὸν τῶν καμάτων σου, τῶν δαιμόνων ὤλεσας τὰς
φάλαγγας, τῶν Ἀγγέλων ἔφθασας τὰ τάγματα, ὧν τὸν βίον ἀμέμπτως ἐζήλωσας,
Παρρησίαν ἔχων πρὸς Κύριον, ἐκτενῶς ἱκέτευε, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.



Τον Δ΄ αιώνα, κατά τον οποίον εμφανίζεται ο Μοναχισμός στους κόλπους της Αγίας
του Χριστού Εκκλησίας, ως κίνηση απομακρύνσεως από τις οργανωμένες κοινωνίες
προς τις έρημους, γεννήθηκε ο Όσιος Ονούφριος.
Η Αίγυπτος είναι πατρίς του Οσίου, αλλά και του Μοναχισμού. Εις αυτήν
διεμορφώθησαν οι μοναχικοί τύποι και τα μοναστικά συστήματα. Ο βιογράφος του,
όσιος Παφνούτιος, αναφέρει ως πατρίδα του Ονουφρίου την Περσία, πράγμα όμως
που δεν μνημονεύεται ούτε εις τα εν χρήσει Συναξάρια, ούτε και εις τον Κανόνα της
εορτής αυτοί).
Ο όσιος Ονούφριος στην αρχήν της μοναχικής του πολιτείας εισέρχεται σε Κοινόβιον
παρά τη Ερμουπόλει της Θηβαΐδος. Το κοινοβιακό σύστημα αποτελεί αυστηροτέρα
μορφή του Λαυρεωτικού και διεμορφώθη υπό του Οσίου Παχωμίου του Μεγάλου τον
Δ' αιώνα εις την Αίγυπτον. Ούτος συνήγαγε τους μοναχούς εις ένα οικοδόμημα και
έδωκεν εις τον μοναχικόν βίον κοινωνικωτέραν μορφήν. Το πρώτον κοινόβιον ιδρύθη
περί το 320 εις Ταβεννίσιδα (= Φοίνικες της Ισιδος) παρά την ανατολικήν όχθην του
Νείλου πόταμου. Εις το κοινόβιον της Ερμουπόλεως ο Ονούφριος εδιδάχθη τα του
μοναχικού βίου. Εκεί ήκουσε δια την ήσυχον και ερημικήν ζωήν δύο μεγάλων
μορφών της Εκκλησίας μας, τον ασκητικόν και ερημικόν βίον του Προφήτου Ήλιου
του Θεσβίτου, ο οποίος ήτο «ενδεδυμένος μηλωτήν (= δέρμα προβάτου) και ζώνην
δερματίνην περιζωσμένος την οσφήν αυτού» και τον μιμητήν αυτού Ιωάννην τον
Πρόδρομον και προετοιμαστήν της παρουσίας Χρίστου, ο όποιος, ως και ο Ηλίας,
φέρων ασκητικόν ένδυμα και ακολουθών τον ερημικόν βίον εκήρυξεν εις τον λαόν το
βάπτισμα μετανοίας.
Τῆς μακαριότητος τῆς ὑπὲρ νοῦν ὀρεγόμενος, ἑλογίσω θεσπέσιε, τρυφὴν τὴν
ἐγκράτειαν, τὴν πτωχείαν πλοῦτον, τὴν ἀκτημοσύνην, περιουσίαν ἀληθῆ, καὶ
εὐδόξίαν τὴν μετριότητα, διὸ καὶ τῆς ἐφέσεως, τῆς κατὰ γνώμην ἐπέτυχες, ἐν
σκηναῖς αὐλιζόμενος τῶν Ἁγίων Ὀνούφριε.
Στίχ. Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ Ὁσίου αὐτοῦ.
Δρόμον τῆς ἀσκήσεως, ἀπεριτρέπτως τετέλεκας, καὶ τὴν πίστιν τετήρηκας,
ἐντεῦθεν καὶ στέφανον, ἐκομίσω Πάτερ, τῆς δικαιοσύνης, ὃν σοὶ ἡτοίμασε
Χριστὸς ὁ κατ' ἀξίαν νέμων τὰ ἔπαθλα, καὶ γέρα χαριζόμενος καὶ τὴν τῶν πόνων
ἀντίδοσιν, ὃν καὶ νὺν ἡμᾶς ῥύσασθαι, ἐκ κινδύνων δυσώπησον.
Στίχ. Μακάριος ἀνὴρ ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον.
Πᾶσαν ἡδυπάθειαν, ὑπωπιάζων τὸ σώμά σου, ἀπηρνήσω θεόσοφε, πικραίνων τὴν
αἴσθησιν, ἐγκρατείας πόνοις, καὶ σκληραγωγίας, ὑπομονή τε πειρασμῶν, καὶ
καρτερία τῶν περιστάσεων, ἀνθ' ὧν τὴν ἀτελεύτητον, ἀντιλαμβάνεις ἀπόλαυσιν,
καὶ τρυφὴν ἀδιάδοχον, καὶ χαρὰν ἀνεκλάλητον.
Δόξα... Ἦχος πλ. δ'
Τῶν μοναστῶν τὰ πλήθη, τὸν καθηγητὴν σὲ τιμῶμεν Ὀνούφριε, διὰ σοῦ γὰρ τὴν
τρίβον, τὴν ὄντως εὐθεῖαν πορεύεσθαι ἔγνωμεν, Μακάριος εἶ, τῶ Χριστῷ
δουλεύσας, καὶ ἐχθροῦ θριαμβεύσας τὴν δύναμιν, Ἀγγέλων συνόμιλε, Ὁσίων
συμμέτοχε Καὶ Δικαίων, μεθ' ὧν πρέσβευε τῶ Κυρίω, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.


Μετά τα όσα άκουσεν στο Κοινόβιον της Ερμουπόλεως, ο Όσιος Ονούφριος
ενθουσιάσθηκε δια τον ερημιτικό βίο και τον αναχωρητισμό. Η αναχωρητική και
ερημιτική μορφή του μοναχικού βίου αποτελεί το πρώτον είδος αυτού και
επαρουσιάσθηκε στην Αίγυπτον κατά την περίοδον των διωγμών και μάλιστα των
του Δεκίου (249 - 251). Οι ερημίτες μοναχοί, οι οποίοι κατά την εποχήν του Μεγάλου
Αντωνίου ανήρχοντο εις 5.000, καταφρονούντες δε την σκληρότητα της ερήμου έζων
επί της πυρακτωμένης άμμου και εβίουν απομεμονωμένοι. Ούτοι μόνον κατά τις
Κυριακές και μεγάλες εορτές προσήρχοντο εις τον πλησιέστερον Ναόν, προκειμένου
να συμπροσευχηθούν και να κοινωνήσουν των άχραντων Μυστηρίων.

Ο όσιος Ονούφριος, νεκρώσας «τα έπι της γης μέλη» και υπομείνας «τον παγετόν της
νυκτός και της ημέρας τον καύσωνα» επέτυχε της ουρανίου ζωής, βλέπων, όπως
τονίζει ο υμνογράφος αυτού, «το αμήχανον κάλλος του Κτιστού» του. Έφθασε το
πράγματι «εφετόν» δια της απαρνήσεως κάθε κοσμικής συγχύσεως και κατώρθωσε
την ποθουμένην «υπερκόσμιον ακρότατα». Επέτυχεν εις την έρημον, όπου έζησε
περίπου 60 έτη, να έχει ως τροφή την εγκράτειαν και ως πλούτον την πτωχείαν και
την ακτημοσύνην. Έφθασε δέ εις τοιούτον βαθμόν υπομονής εις τους πειρασμούς,
ώστε την ηδυπάθειαν, την σκληραγωγίαν και τους πόνους της εγκράτειας να τους
αντιμετωπίζει με καρτερίαν και χαράν ανεκλάλητον.
Εμελέτησεν εις την έρημον τον νόμον του Χριστού, τον οποίον είχε πάντοτε εις την
καρδίαν του. Ευρισκόμενος εις την άβατον ερημον κατά μόνας, επιποθούσε μόνον
τον Χριστόν και εντρυφούσεν εις το άγιον και φωτεινόν κάλλος Του. Εγέμισε τον
εαυτόν του, ο όσιος Ονούφριος, με το φως της αληθινής και θείας γνώσεως και έτσι
επέτυχε της διασκεδάσεως των παθών και έφθασεν εις το σημείον της απάθειας.
Πληρωθείς του Ακτίστου Φωτός μετεμορφώθη και ούτως ομοιώθη τω Δημιουργώ και
Πλάστη αυτού. Συνηριθμήθη με τους Αγγέλους ο Όσιος του Θεού, διότι ελαβεν εις
την καρδίαν του κατόπιν όλων των πνευματικών αγώνων που ανεφέραμε, το
ουράνιον φως και απεδείχθη δοχείον της «ακηράτου Τριάδος». Επλήρωσε τον νουν
του η αγάπη και το υπέρλαμπρον Φως της Τρισηλίου Θεότητος. Δια της ουράνιας
ευφροσύνης και Χάρι¬τος του Θεού κατέστη «πασών τών αρετών το Κεφάλαιον».
Έχων ο θεσπέσιος ούτος πατήρ πολλήν εγκράτειαν εθέρισε τον στάχυν της αγνείας,
επτέρωσε την ψυχήν του προς τον ουρανόν και ενούμενος μετά του Θεού δια της
αγάπης ήκουσε της «ευλογημένης φωνής» εκ του θρόνου του Παντάνακτος Θεού, ότι
πράγματι είναι το δοχείον του θείου Πνεύματος. Επεδίωκεν ο μακάριος, κατά την
ρησιν του ψαλμωδού, Ονούφριος πάντοτε να ευαρέστη τω Κυρίω και επεπόθη
συνεχώς να συνομιλη με τον Δημιουργόν του διά της αδιάλειπτου προσευχής. Ο
όσιος είχεν ως ένδυμα, κατά την προτροπήν του αγίου Αποστόλου Παύλου, τον
Ιησούν Χριστόν, ένδυμα το οποίον ουδέποτε προσέβαλε διά πνεύματος αργίας,
περιεργίας, φιλαρχίας και αργολογίας.
Επιβραβεύων ο Κύριος της δόξης την αμέριστον προς Αυτόν αγάπην και αφοσίωσιν,
άλλα και τους υπέρ Αυτού πνευματικούς και σωματικούς αγώνας του όσιου
Ονουφρίου, ωδήγησε προς αυτόν, προ της κοιμήσεως του, τον Παφνούτιον, άνδρα
ενάρετον και φίλον της ησυχίας και της αδιάλειπτου προσευχής, προκειμένου να δει
την πνευματικήν καταξίωσα» του Οσίου και μεριμνήσει και επιληφθή τα της ταφής
του ηγιασμένου αυτού σκήνους.

Ὑπῆλθες τὸν Χριστοῦ ζυγόν, Ὀνούφριε, ἐρήμοις ἀβάτοις σὺ καταμόνας, ὁμιλεῖν
ἐπιποθῶν αὐτῷ, καὶ τοῦ κάλλους τρυφᾶν, δόξης τῆς θείας αὐτοῦ.
Φωτίσας σεαυτὸν φωτὶ τῆς γνώσεως, καὶ γνόφον σκεδάσας τῶν παθημάτων, ἐν
πλαξὶ ταὶς τῆς καρδίας σου, ἀπαθείας τὸν νόμον Πάτερ εἴληφας.
Θεοτοκίον
Ῥανίδι συμπαθῶς τὴ τῆς πρεσβείας σου, τὴν φλόγα κατάσβεσον τῆς ψυχῆς μου,
Θεοτόκε ἀειπάρθενε, συμπαθείας πηγὴν μοὶ ἐπαρδεύουσα.
Ὁ Εἱρμὸς
«Στερέωσον ἡμᾶς ἐν σοὶ Κύριε, ὁ ξύλω νεκρώσας τὴν ἁμαρτίαν, καὶ τὸν φόβον
σου ἐμφύτευσον, εἰς τὰς καρδίας ἡμῶν τῶν ὑμνούντων σέ».
Κάθισμα Ἦχος δ'
Ταχὺ προκατάλαβε
Ἐμάκρυνας Ὅσιε, καὶ ἐν ἐρήμοις σαφῶς, ηὐλίσθης τὸν Κύριον, ῥυόμενόν σε
δεινῶν, ἀεὶ ἐκδεχόμενος, Ὅθεν εὐαρεστήσας, τῶ Δεσπότη παμμάκαρ, εἴληφας
τὴν ἀγήρω, οὐρανῶν βασιλείαν, ἐν ἢ νὺν αὐλιζόμενος, μνήσθητι τῶν τιμώντων
σε.



Προ της τελευτής του και παρουσία του Παφνουτίου ο όσιος Ονούφριος είπε την
εξής προσευχήν: «Ύψιστε Θεέ και αόρατε, ου ή δύναμις ανεξιχνίαστος και η δόξα
ακατανόητος και ανέκφραστος, και το έλεος άπειρον και αμέτρητον, υμνώ, ευλογώ,
προσκυνώ και δοξάζω Σε, Ον επόθησα εκ νεότητος μου και Σοι ηκολούθησα.
Επάκουσόν μου, προς Σε γαρ εκέκραξα, ότι επείδες την ταπεινωσίν μου, έσωσας εκ
των αναγκών τήν ψυχήν μου, ου συνέκλεισάς με εις χείρας εχθρών, άλλ' έστησας εν
εύρυχώρω τους πόδας μου. Δέομαι Σου, Κύριε μου τη Ση δεξιά σκέπασόν με, ίνα μη
ταραχθή η ψυχή μου από τους δαίμονας, όταν εξέρχεται εκ του σώματος, άλλα
παράλαβε αυτήν δι' άγιων Αγγέλων Σου και κατάταξον αυτήν ένθα επισκοπεί το φώς
του προσώπου Σου, ότι ευλογητός ει και δεδοξασμένος εις τους αιώνας. Μνήσθητι
Πανοικτίρμον και Πολυέλεε του πιστού λαού Σου. Και όστις ευρεθή εις κίνδυνον
θαλάσσης ή εις θυμόν δικαστού ή εις άλλην τινά στενοχωρίαν, και Σε επικαλεσθή
λέγων Παντοδύναμε Κύριε, δια πρεσβειών του δούλου σου Ονουφρίου ελέησον με,
παρακαλώ την βασιλείαν Σου, καθώς μου έταξες επάκουσόν της δεήσεως αυτού».

Αφού είπε την ως άνω προσευχήν, έλεξε και τα εξής «Κύριε εις χείρας Σου
παρατίθημι το πνεύμα μου». Ο όσιος Ονούφριος ετελεύτησε την εδώ βιοτή του την
12ην Ιουνίου, ημέραν κατά την οποίαν η Ορθόδοξος Εκκλησία μας τίμα και γεραίρει
την μνήμην του.

Ο βιογράφος του, Παφνούτιος, αναφέρει ότι δύο λέοντες ήνοιξαν τον τάφον του
Οσίου.

Βιβλιογραφία
   1. Χορτάτος, Αρχιμ. Τίτος. Ιερά Μονή Οσίου Ονουφρίου. 2η Έκδοση. Αθήνα :
       Εκδόσεις Ιεράς Μονής Οσίου Ονουφρίου εν Ιερουσαλήμ, 2006.

  Βίος και Πολιτεία της Οσιομάρτυρος Μητρός ημών Φιλοθέης της Αθηναίας

                                        †Διονυσίου Ψαριανού, Επισκόπου Ρωγών,
                                      Εκδ. Αποστολική Διακονία, 1953, σελ. 55-62

...Μία κατ' εκείνους εχρημάτισε και η νυν εις ευφημίαν και μνήμην προκειμένη αγία,
η οποία ωρμάτο εκ της πόλεως των Αθηνών, μητρός μεν Συρίγης, πατρός δε Αγγέλου
    Μπενιζέλου τουπίκλην, από του οποίου το γένος εισέτι και νυν διασώζεται εν
   Αθήναις, αμφοτέρων φιλευσεβών, ευγενών και πλουσίων. Μάλιστα η ειρημένη
 Συρίγα όσο είχε την εξωτερική υπερηφάνειαν και πλουσιότητα, τόσον επλούτει και
   την εσωτερικήν, ούσα κατάκοσμος από διαφόρους αρετάς και το πλέον από την
  χριστομίμητον ελεημοσύνην. Ούσα δε στείρα και άγονος και περί τούτου ως εικός
λυπουμένη, δεν επρόσδραμε εις ανθρωπίνας τέχνας και ιατρείας, καθώς ομοιοπαθείς
     γυναίκες συνηθίζουν την σήμερον, αλλά γενναίω φρονήματι μιμουμένη την
    θεοχαρίτωτον εκείνην και προφήτιδα ʼνναν, κατέφυγε μετά πίστεως προς την
   παντοδύναμον και πανάγαθον Ιατρόν και εις την μεσιτείαν της Αειπαρθένου και
Θεοτόκου Μαρίας, εκλιπαρούσα ταύτην θερμώς να διαλύση την επώδυνον στείρωσιν.
   Και γε της δεήσεως ου παρήκουσεν ο το θέλημα των φοβουμένων αυτόν ποιών
     Κύριος. Εν μια γαρ των ημερών εισελθούσα κατά το ειωθός αυτή εις τον της
      Θεοτόκου Ναόν και από τον κόπον της συντόνου και επιμόνου προσευχής
αποκοιμηθείσα ολίγον, βλέπει ότι εξήλθεν εκ της θεομητορικής εικόνος φως μέγα και
 έκλαμπρον και εμβήκεν εις την κοιλίαν της και ούτως αφυπνώσασα και καθ' εαυτήν
 κρίνουσα το οραθέν, έλαβε πληροφορίαν, πως επέτυχε της αιτήσεως, ο και εγένετο.
Μετ ' ολίγον γαρ συλλαβούσα, εγέννησε θυγατέρα και επωνόμασεν αυτήν Ρεβούλαν.
 Η οποία ως τέκνον δι' ευχής θεόθεν δεδωρημένον εξ απαλών ονύχων προεμήνυε τα
   μετά ταύτα ενάρετα αυτής και θεοειδή κατορθώματα και όσον ήυξανε κατά την
  σωματικήν ηλικίαν, τόσον προέκοπτε και κατά την ψυχήν, έχουσα και προσεχές το
   παράδειγμα της μητρός της και ως δένδρον πεφυτευμένον παρά των υδάτων τας
          διεξόδους, έσπευδε να αποδώση εκατονταπλασίονα τον καρπόν.

Λοιπόν φθάσασα τον δωδεκαετή χρόνον της ηλικίας της, εζητήθη επί γαμική συζυγία
παρά τινός των τότε πρωτίστων της πόλεως, αλλ' αύτη η αοίδιμος τρέφουσα πόθον εις
την καρδίαν της εις το να φυλάξη την παρθενίαν και ασκητικώς να πολιτευθή, το μεν
 πρώτον απέβαλε το τέτοιον ζήτημα ως απάδον εις τον θεοφιλή της σκοπό. Ύστερον
   δε από την πολλήν βίαν και τας ενοχλήσεις, όπου καθ' εκάστην οι γονείς αυτής
έκαμναν, δικαιολογούμενοι ότι δεν έχουν διάδοχον έταιρον της ενούσης αυτής
περιουσίας, έστερξε και ακουσίως και συνεζεύχθη νομίμω ανδρί, όστις με το να έτυχε
  γνώμης σκληράς και σχεδόν απανθρώπου, την έθλιβεν καθημερινώς με διαφόρους
   κακώσεις και τιμωρίας. Η δε αείμνηστος υπομένουσα ευχαρίστως ένα τοιούτον
  τύραννον και όχι ομόζυγον, επραγματεύετο παντοιοτρόπως την σωτηρίαν και την
 διόρθωσίν του, πότε μεν τον Θεόν παρακαλούσα να μεταβάλη του τρόπου αυτού το
εκτεθηριωμένον και φαύλον, πότε δε αυτόν εκείνον νουθετούσα και διελέγχουσα. Και
έτσι επέρασε μετ ' αυτού τρεις όλους χρόνους δια πολλών θλίψεων και βασάνων, έως
 οπού ο Θεός, βλέπων την ταύτης υπομονήν και το εκείνου αμετανόητον, τον εθέρισε
                           με το δρέπανον του θανάτου.

Η δε Αγία μετά την αυτού αποβίωσιν διέτριβε του λοιπού εις το πατρικόν της σπήτιον
προς ένα και μόνον σκοπόν αφορώσα, το πώς να ευαρεστήση εις τον Θεόν με όλα τα
 είδη της αρετής, τον οποίον και καθικέτευεν νυκτός και ημέρας δια να την ενισχύση
  εις ον και πρότερον είχε σκοπόν, με όλον οπού πάλιν οι γονείς της δεν έπαυον από
  του να της προβάλλουν καθ' εκάστην και δεύτερον γάμον, διότι εζητείτο επιμόνως
 παρά πάντων των εν τη πόλει περιφανών δια τε το ευγενές και περιόν του πλούτου.
   Αλλ' ήσαν πλέον «αδάμαντα παίοντες και λίθον εψώντες », κατά την παροιμίαν.
     Μάλιστα, οπού ως θυσίαν αινέσεως τω Κυρίω προσέφερεν, ηξιώθη και θείας
       οπτασίας επιστηρίζουσης αυτήν εις την θεοφιλή και θεάρεστον γνώμην.

Δέκα χρόνοι ήσαν της χηρείας της περασμένοι και οι μεν γονείς αυτής αφέντες τας εν
  γη διατριβάς απέρασαν εις την άλλην ζωήν, η δε Αγία ελευθερωθείσα από τέτοια
       εμπόδια και δοξάσασα τον Θεόν, ήρξατο εν ταπεινοφροσύνη πνεύματος
 ασκητικωτέρας διαγωγής, νηστείαις, αγρυπνίαις και προσευχαίς σχολάζουσα και ως
 φιλόπονος μέλισσα ειργάζετο το γλυκύτατον μέλι της αρετής. Και πρώτον μεν δι' εν
 οράματι επιταγής του Αγίου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου οικοδομεί Παρθενώνα, επ'
ονόματι τούτου τούτον τιμήσασα, με ικανά κελλία και άλλα αναγκαία οικοδομήματα
     και περιοχάς και τον επροικοδότησε με μετόχια και υποστατικά ικανά προς
  αναγκαίαν ζωοτροφίαν των εν αυτώ μοναζουσών, ο οποίος Παρθενών σώζεται εν
 Αθήναις μέχρι της σήμερον, Θεού χάριτι κατοικημένος από μοναζούσας παρθένους
και πλουτισμένος ου μόνον με υποστατικά διάφορα και μετόχια, ως προείρηται, αλλά
και με πολυειδή χρυσοΰφαντα ιερατικά και σκεύη δια τας ετησίους ιερατικάς τελετάς
     και ολονυκτίας όπου επιτελούνται και προ τούτων πάντων σεμνυνόμενο και
εγκαλλωπιζόμενος με τον θησαυρόν του τιμίου αυτής και αγίου Λειψάνου, το οποίον
 είναι αποτεταμιευμένον και αποτεθειμένον εις το δεξιόν μέρος του Ιερού Βήματος,
    παρά πάντων ευλαβώς ασπαζόμενον και θαυμαστήν αποπνέον την ευωδίαν εις
                    εναργή μαρτυρίαν και σημείο της αγιότητος.

 Ύστερον δε, μετά την του Παρθενώνος λέγω τελείωσιν, πρώτη αύτη κειραμένη την
   κόμην, Φιλοθέη μετονομασθείσα, ως εν σταδίω της ασκήσεως αυτώ εισεπήδησε,
    συνεπαγομένη μεθ ' εαυτής και τας θεραπαινίδας, όπου είχε διατρίβουσα εν τω
πατρικώ αυτής οίκω ούσας παρ' αυτής προκατηχημένας και προπαρασκευασμένας εις
      την κατά Θεόν πολιτείαν. Ου μην δε αλλά και ουκ ολίγαι των εν τη πόλει
 περιβλέπτων παρθένων ασμένως αποτασσόμεναι τοις προσκαίροις και φθειρομένοις
 του κόσμου τούτου τερπνοίς και το μοναχικόν ενδυόμεναι Σχήμα, υπό καθηγουμένη
τη μακαρία τήδε υπετάσσοντο και υπέκυπτον. Διότι, ποία ακούουσα τα ψυχοσωτήρια
εκείνης και γλυκύτατα λόγια ή ποία το πράον της γνώμης και την πάσαν των αγαθών
 σύρροιαν κατανοούσα δεν ήθελε ελκυθή ως υπό μαγνήτου ο σίδηρος; Το δε εις τους
 δεομένους συμπαθές και φιλάνθρωπον και την καθημερινήν φροντίδαν και έγνοιαν,
οπού είχεν υπέρ αυτών, ποιούσα και λέγουσα μετά Παύλου, « τίς ἀσθενεῖ καί οὐκ
     ἀσθενῶ ;» ποίος ήθελεν ημπορέσει αξίως να επαινέση ; Τα Νοσοκομεία και
Ξενοδοχεία, οπού ολίγον μακράν του Μοναστηρίου έκτισεν, είναι αρκετόν τεκμήριον
της φιλοικτίρμονος εκείνης και ευσπλαγχνικωτάτης ψυχής, εις τα οποία εισερχομένη
η ιδία αυτή επεσκέπτετο τους διαφόροις νοσήμασι κατεχομένους, ου μόνον με όλα τα
  προς τροφήν και σωματικήν ανάπαυσιν αναγκαία, αλλά και με παραμυθητικά και
 ευαγγελικά λόγια, διατρέφοντα την ψυχήν, γινομένη τα πάντα τοις πάντοις, ίνα τους
                πάντας κερδήση, κατά τον Παύλον ή τους πλείονας.

      Ούτω γουν ώστινος πηγής πολυχεύμονος ελέους και συμπαθείας της Αγίας
  γνωριζομένης και λεγομένης και πάντων των χρηζόντων προς αυτήν συρρεόντων,
     συνέβη το Μοναστήριον να καταντήση εις εσχάτην πτωχείαν και αι εν αυτώ
    μονάζουσαι ήρχισαν να γογγύζουν κατά της Αγίας και να μικροψυχούν δια την
 στέρησιν των προς το ζην αναγκαίων. Αλλ' η θεοχαρίτωτος αύτη δεν έπαυε από του
να τας νουθετή λέγουσα, ότι να έχουν πίστιν εις τον Θεόν, τον και τους νεοσσούς των
  κοράκων τους επικαλουμένους αυτόν διατρέφοντα και να στέκωσι στερεαί εις τα
αψευδέστατα αυτού και πανάγια λόγια, οπού λέγουν: « ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν
  τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ και ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν ». Το
  οποίον και έγινε μετ ' ολίγας ημέρας εμπράκτως δια μέσου δύο αρχόντων, οίτινες
  κατά θείαν νεύσιν ήλθον χάριν προσκυνήσεως εις το Μοναστήριον και έδωκαν τη
     Αγία μιαν πλουσιοπάροχον ελεημοσύνην και έτσι αι αδελφαί εδόξασαν τον
   πλουτοδότην Θεόν και εθαύμασαν την προς αυτόν της Αγίας αδίστακτον πίστιν.

     Ήσαν δε κατ' εκείνο του καιρού υπό τους Αγαρηνούς γυναίκες αιχμάλωτοι από
     διαφόρους τόπους εν ταις Αθήναις. Αλλ' την συμπάθειαν και φιλανθρωπίαν και
      πειρασμούς και κινδύνους, οπού υπέρ της εκείνων σωτηρίας και αναρρύσεως
 υπέμεινεν η αείμνηστος, πας λόγος αδυνατεί προς αξίαν να παραστήση. Ημείς όμως
      εν εκ πολλών ειπόντες, θέλομεν κάμει τους αναγινώσκοντας να συμπεράνουν
    ποταπήν ζέσιν και πόθεν είχεν η όντως φιλόθεη Φιλοθέη υπέρ της των αδελφών
     σωτηρίας. Τέσσαρες γυναίκες αιχμάλωτοι ακούσασαι την της Αγίας φήμην και
  ευκαιρίας τυχούσαι, εδραπέτευσαν από τους αυθέντας τους, όπου τους εβίαζαν εις
την της πίστεως εξάρνησιν και κατέφυγον προς αυτήν. Η οποία με την συνηθισμένην
της ευμένειαν και φιλοφροσύνην αυτάς υποδεξαμένη, και νουθετήσασα ικανώς εις το
  να στέκουν ανδρείαι εις τους υπέρ πίστεως κινδύνους και να μην λυπούνται πολλά
   δια τη δουλείαν, επαρατηρούσε καιρόν αρμόδιον εις το να τας κατευοδώση εις τα
    ιδίας αυτών πόλεις. Ου πολύ το εν μέσω και οι κύριοι των φυγάδων μαθόντες τα
γενόμενα, ώρμησαν ως άγριοι θήρες εις την κέλλαν της Αγίας και αρπάσαντες αυτήν,
        και τοι γε ούσαν κλινοπετή ημέρας πολλάς, παρέστησαν τω τότε ηγεμόνι,
  μουσουλμάνω και αυτώ όντι, και την έβαλαν εις σκοτεινήν φυλακήν. Η δε χαρείσα
 επί τούτω μάλλον ή λυπηθείσα, ήτο έτοιμη να θυσιάση και αυτήν την ζωήν, παρά να
   προδώση τας ικέτιδας εκείνας γυναίκας, δεικνύουσα εμπράκτως την λέγουσαν εν
 Ευαγγελίοις φωνήν : «μείζονα ταύτης αγάπη ουδείς έχει, ίνα τις θη την ψυχήν αυτού
    υπέρ των φίλων αυτού». Ποίος ήθελε κρίνη ολιγώτερον τούτο από εκείνο, οπού
  έκαμε πάλαι ο μέγας Πατήρ ημών και ουρανοφάντωρ Βασίλειος;Ούτος γαρ δια μια
χήραν γυναίκα των ευγενών, όπου εβιάζετο τότε από τον ύπαρχον εις δευτέρου γάμου
     κοινωνίαν και εις διαφέντευσιν της οικείας σωφροσύνης κατέφυγε προς αυτόν,
   αντέστη γενναιοφρόνως και μετά χαράς πρότερον ήθελε προτείνει εις σφαγήν τον
  αυχένα, παρά να προδώση την σώφρονα εκείνου χήραν. Και περί τούτου ανάγνωθι
       και στοχάσου πόσον υπερθαυμάζεται εις τον επιτάφιον αυτού λόγον, οπού
         συνέγραψεν ο ομότροπος αυτώ και σύγχρονος Γρηγόριος ο Θεολόγος.
Τη επαύριον πάλιν συνάγεται πλήθος πολύ των Αγαρηνών, και ως κατά του Κυρίου
  πάλαι οι Ιουδαίοι, εβόων το « ἔνοχος θανάτου ἐστί ». Τότε ο ηγεμών εκβαλών της
 φυλακής την αγίαν της επροέβαλε να διαλέξη από τα δύο το εν, ήτοι δηλονότι το δια
ξίφους θάνατον ή την εξόμωσιν της θειοτάτης και ευαγούς ημών λατρείας. Αλλ' ω της
 εκείνου ανοίας και ματαιοφροσύνης, εις ποίαν πέτραν τα βέλη της αθεΐας εδοκίμασε
     να ρίψη ο δείλαιος! «Εγώ, λέγει, ω ηγεμών, διψώ να υπομείνω διάφορα είδη
 κολαστηρίων δια το όνομα του Χριστού, το οποίον εξ όλης ψυχής και καρδίας Θεόν
   αληθινόν και άνθρωπον τέλειον λατρεύω και προσκυνώ και μου κάμνεις μεγάλην
      χάριν, αν μια ώραν προτύτερα με ήθελες εξαποστείλει προς αυτόν δια του
μαρτυρικού τούδε στεφάνου». Με τέτοια λόγια τω τυράννω αποκριθείσα η τρισολβία
 και φερώνυμος Φιλοθέη, βέβαια εντός ολίγου ήθελε τελειωθή δια μαρτυρίου ανίσως
   και μετ ' ου πολύ κατά θείαν άντικρυς βούλησιν δεν ήθελαν προφθάσει τινές των
  χριστιανών και την πάσαν αλήθειαν ερευνήσαντες και τον κριτήν καταπραΰναντες,
 ήθελαν την ελευθερώσει. Και ούτως απήλθεν εις τα ίδια η Αγία Μάρτυς αναίμακτος,
   καθώς επί Κωνσταντνίνου του Μεγάλου ο μυροβλήτης Νικόλαος, και πάλιν μετά
         πολλών ετών περιόδους ο από Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ο Παλαμάς.

    Τέτοια περιστατικά άρα γε να επροξένησαν εις την Αγίαν καμμίαν ψυχρότητα ή
  αμέλειαν εις τον δρόμο της αρετής; Ουδαμώς. Αλλ' έκτοτε πάλιν η παμμακάριστος
  των με όπισθεν επιλανθανομένη, τοις δε εμπροσθεν επεκτεινομένη, δεν έπαυε καθ'
  εκάστην από τας συνηθισμένας της αγαθοεργίας, ου μόνον την ιδίαν της την ψυχήν
   κατακοσμούσα με όλην την καλλονήν και ευπρέπειαν των αρετών, αλλά και των
   άλλων τους μεν επιστηρίζουσα εις το καλόν, τους δε βελτιούσα και εις μετάνοιαν
   άγουσα. Δια τούτο και αποκλειστικώς διεπέρασεν εις την νήσον Τζίαν, ένθα προ
   πολλού είχε οικοδομημένον Μετόχιον, δια να αποστέλλη τας μοναζούσας εκείνας
  παρθένους, οπού είχον φόβον από διαφόρους αιτίας να διατρίβωσιν εν Αθήναις και
επιμείνασα εκεί χρόνον συχνόν, και τας ασκουμένας αδελφάς θεαρέστως κατηχήσασα
 εις της μοναδικής ζωής την ακρίβειαν, επέστρεψε πάλι εις τας Αθήνας. Τις αριθμήση
    πλέον τα μετά την επάνοδον αυτής ένθεα κατορθώματα; Την εις τους δεομένους
 αφθονίαν, το φιλόξενον, τας παννυχίους στάσεις, την άκραν εγκράτειαν ; Ούτως ουν
    εν πράξει και θεωρία τελείως τον εαυτής βίον ρυθμίσασα, ηξιώθη παρά Θεού να
           επιτελή θαυμάσια, από τα οποία θέλομεν ειπεί εν εις μαρτυρίαν.

 Νεανίας τις, ποιμήν προβάτων, δεδομένος εκ νεαράς ηλικίας εις κλεψίας και άλλας
ραδιουργίας, κατά Θεού παραχώρησιν κατεκρατήθη υπό του Σατανά, όθεν γυμνός και
τετραχηλισμένος εφέρετο εις όρη και σπήλαια, θέαμα όντως ελεεινόν. Πολλάκις όταν
 ήρχετο εις τον εαυτόν του εσύχναζεν εις τα πέριξ μοναστήρια δια να εύρη ιατρείαν
 του πάθους του, πλην εις μάτην. Τέλος πάντων παρ' άλλων οδηγηθείς προσήλθε και
τη Αγία, η οποία ευσπλαγχνιθείσα αυτόν, μετά συντόνου και εκτενούς προσευχής τον
   ελύτρωσε της διαβολικής εκείνης μάστιγος και νουθετήσασα αυτόν ικανώς τον
 εκούρευσε και Μοναχόν και ούτως επέρασε το υπόλοιπο της ζωής του εν μετανοία
                     και ασκήσει, θαυμαζόμενος υπό πάντων.

   Πολλοί λοιπόν τόσο εκ της ιδίας πολιτείας των Αθηνών, όσον και εκ των πέριξ
  κωμών ακούοντες την φήμην της Αγίας, προσερχόμενοι ελάμβανον ψυχικάς και
    σωματικάς ιατρείας, όθεν δια την τοιαύτην ενόχλησιν και δια το πλήθος των
     Μοναζουσών, οπού καθ' εκάστην ημέραν ηύξανον και εστεναχωρείτο το
 Μοναστήριον, επαρακινήθη η Αγία και ωκοδόμησε και έτερον μακράν ολίγον της
πόλεως εις τόπον λεγόμενον Πατήσια, προς τελειοτέραν ησυχίαν των αδελφών, εις το
οποίο συχνάζουσα συνεφιλοσόφει και συνησκείτο μετά των υπ' αυτήν. Όπως δε
           ηξιώθη η αείμνηστος και μαρτυρικού ήδη τέλους, ακούσατε.

Των εκ της ʼγαρ τινές τρέφοντες προ πολλού κατ' αυτής μίσος και έχθραν ανείκαστον
  δια τας αιτίας εκείνας, οπού εν προοιμίοις ειρήκαμεν, επήγαν δια νυκτός εις το εν
  Πατήσιοις ειρημένον Μονύδριον (έτυχε δε τότε να επιτελήται η μνήμη του Αγίου
Ιερομάρτυρος Διονυσίου του Αρεοπαγείτου και η Αγία μετά των λοιπών αδελφών να
  προσμένωσι τω θείω Ναώ, ολονύκτιον ακολουθίαν ποιούσαι ) και εισπηδήσαντες
πέντε εξ αυτών, ήρπασαν την Αγίαν και από τας περισσάς μάστιγας και τα τραύματα
      την άφησαν σχεδόν ημιθανή. Η δε επί τούτω πολλάς ευχαριστίας τω Θεώ
αναπέμψασα, μετ ' ολίγον καιρόν των πληγών εκείνων εδέξατο το μακάριον τέλος και
    απήλθε προς τας ουρανίους Χοροστασίας κατά το χιλιοστόν πεντακοσιοστόν
  ογδοηκοστόν ένατον έτος από Χριστού, του Φεβρουαρίου μηνός δεκάτην ενάτην.

  Αυτά είναι, αγαπητοί αδελφοί, της αοιδίμου και όντος φιλοθέου Φιλοθέης τα ένθεα
 κατορθώματα, την οποία ας αγωνίζεται καθ' ένας να μιμήται το κατά δύναμιν, ο μεν
 το εις τους δεομένους αυτής κοινωνικόν και ευμετάδοτον, ο δε το εν πειρασμοίς και
     θλίψεσι καρτερικόν και ευχάριστον. ʼλλος το εν νηστείαις και προσευχαίς οίον
 ασώματόν τε και άϋλον και άλλος άλλο, ως έκαστος έχει κλίσεως και δυνάμεως και
ας μη προφασιζώμεθα προφάσεις εν αμαρτίαις, λέγοντες, ότι τάχα αύται αι θεάρεστοι
και ενάρετοι πράξεις εγίνοντο τον τότε καιρόν. Αύται αι αιτιολογίαι είναι μάταιαι και
  διαβολικαί. Διότι ο Θεός ως παντοδύναμος και πανάγαθος επίσης, πάντοτε δίδει εις
  όλους την χάριν του και θέλει πάντας σωθήναι, παρ' ημών δε μόνον την προαίρεσιν
 και την κλίσιν εις το καλόν απαιτεί, καθώς το βλέπομεν και από άλλα παραδείγματα,
 μάλιστα από την προκειμένην Αγίαν. Δεν ήτο και αυτή φύσεως ασθενεστέρας, καθό
 γυνή; Δεν ήτο εις τον καιρόν εκείνον, καθ' ον την σήμερον και ημείς; Δεν απήντησε
   τόσους και τόσους πειρασμούς, και εμπόδια εις τον δρόμο της πολιτείας της; Αλλ'
    όμως κανένα από αυτά δεν εδυνήθη να παραλύση και να ψυχράνη την ζέσιν και
  αγάπην οπού είχε προς τον Θεόν. Δια τούτο και ημείς ας αγωνισθώμεν τον δυνατόν
τρόπον να προσφέρωμεν εις τον Θεόν κανέναν καρπόν αρετής, δια να μη έλθη καιρός
να μετανοήσωμεν ανωφελώς. Ας εκριζώσωμεν καν από την ψυχή μας τα πάθη εκείνα,
  όπου είναι αναπολόγητα και παρά Θεώ και παρά ανθρώποις, λέγω τον φθόνον, την
      κατάκρισιν, την μνησικακίαν, δια να μην ηθέλαμεν γένη ένοχοι της αιωνίου
     κολάσεως, αλλά θεαρέστως πολιτευσάμενοι, ηθέλαμεν αξιωθή της επουρανίου
    βασιλείας, χάριτι και φιλανθρωπία της υπερφώτου και παναγίας Τριάδος, και δια
              πρεσβειών της οσίας και θεοφόρου μητρός Φιλοθέης. Αμήν.

Ἀπὸ τὸ βίο τῆς ἁγίας Συγκλητικῆς
Ἡ μακαρία Συγκλητικὴ ἔλεγε, ὅτι ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι τόσο μεγάλη (ἀρετή),
ὥστε ὁ διάβολος, ἐνῷ μπορεῖ ὅλες σχεδὸν τὶς ἀρετὲς νὰ τὶς μιμεῖται, αὐτὴν οὔτε
ποὺ ξέρει κἂν τί εἶναι. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ ἀπόστολος Πέτρος, γνωρίζοντας πόση
ἀσφάλεια καὶ σταθερότητα ἐξασφαλίζει αὐτὴ (στὴν πνευματικὴ ζωή), μᾶς
προτρέπει νὰ δεθοῦμε μαζί της (βλ. Α´ Πετρ. 5:5), ἔτσι ποὺ νὰ τὴν ἔχουμε, θὰ
λέγαμε, ἀναπόσπαστη (ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας), καὶ νὰ δένουμε γερὰ μ᾿ αὐτὴ καὶ νὰ
συγκρατοῦμε ὅλες τὶς ἄλλες ἀρετές. Γιατὶ ὅπως ἀκριβῶς εἶναι ἀδύνατον νὰ
κατασκευαστεῖ πλοῖο χωρὶς καρφιά, ἔτσι εἶναι ἀκατόρθωτο νὰ σωθεῖ κανεὶς
χωρὶς ταπεινοφροσύνη. Βλέπεις καὶ τὸν ὕμνο τῶν Τριῶν Παίδων; Πῶς δηλαδή,
ἐνῷ δὲν ἀναφέρθηκαν καὶ πολὺ στὶς ἄλλες ἀρετές, ἐνῷ δὲν ἔκαναν λόγο γιὰ τοὺς
ἁγνοὺς ἢ τοὺς ἀκτήμονες, ἀπαρίθμησαν ὅμως ἀνάμεσα στοὺς ὑμνητὲς (τοῦ
Κυρίου) τοὺς ταπεινοὺς (Δαν., Ὕμνος Τριῶν Παίδων: 64); Ἀλλὰ καὶ ὁ Κύριος,
ἐκπληρώνοντας τὸ προαιώνιο σχέδιό Του γιὰ μᾶς, αὐτὴν (τὴν ταπεινοφροσύνη)
ἐνδύθηκε: «Μάθετε», λέει, «ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾶος εἰμὶ καὶ ταπεινός τῇ καρδίᾳ, καὶ
εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν» (Ματθ. 11:29). Ἀρχὴ καὶ τέλος λοιπὸν
(ὅλων) τῶν ἀγαθῶν ἂς εἶναι γιὰ σένα ἡ ταπεινοφροσύνη

ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΒΑΒΥΛΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ




4 Σεπτεμβρίου

Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα




                                        Ο άγιος ιερομάρτυς Βαβύλας έζησε τον 3ο αιώνα
                                        μ. Χ., στα χρόνια του βασιλιά Νουμεριανού, και
                                        ήταν Επίσκοπος Αντιοχείας. Εποίμανε το ποίμνιό
                                        του με θυσιαστική αγάπη. Αξιώθηκε δε και του
                                        μαρτυρίου και γιʼ αυτό αποκαλείται Ιερομάρτυρας.
                                        Δεν δίστασε να ελέγξη τον βασιλιά Νουμεριανό
                                        για έγκλημα που εκείνος διέπραξε και το γεγονός
                                        αυτό ήταν η αφορμή του μαρτυρίου του.

                                        Ο Νουμεριανός κρατούσε αιχμάλωτο τον γιο του
                                        βασιλέα των Περσών και τον θανάτωσε με
                                        απάνθρωπο τρόπο. Τότε ο άγιος Βαβύλας τον
                                        ήλεγξε αυστηρά για την ενέργειά του αυτή. Ο
                                        Νουμεριανός θέλησε να εκδικηθή τον Επίσκοπο
                                        και μαζί με αυτόν πολλούς από τους Χριστιανούς
                                        και μάλιστα θέλησε να πραγματοποιήση την
                                        σκληρή απόφασή του κατά την διάρκεια της θείας
                                        Λειτουργίας. Όταν, όμως, επεχείρησε να εισέλθη
                                        στον Ιερό Ναό, ο άγιος Βαβύλας τον ήλεγξε και
                                        πάλι και του απαγόρευσε την είσοδο. Εκείνος
                                        οργισμένος, διέταξε την επομένη ημέρα να τον
                                        σύρουν στην φυλακή και εκεί τον αποκεφάλισε.
                                        Οι πιστοί πήραν το σώμα του μάρτυρος Επισκόπου
                                        τους και το ενταφίασαν μαζί με τα δεσμά του,
                                        όπως ήταν η επιθυμία του.

                                       Μαζί με την μνήμη του Ιερομάρτυρος Βαβύλα
                                       συνεορτάζεται και η μνήμη των τριών παιδιών,
                                       που μαρτύρησαν μαζί του. Τον ακολούθησαν με
                                       αυταπάρνηση όταν εκείνος οδηγείτο
                                       σιδηροδέσμιος στην φυλακή, με αποτέλεσμα να
                                       συλληφθούν και αυτά. Επειδή ομολόγησαν με
                                       παρρησία την πίστη τους στον Χριστό τα
θανάτωσαν και έτσι έλαβαν τον στέφανο του μαρτυρίου.

Ο βίος και η πολιτεία του αγίου Βαβύλα και των αγίων τριών παιδιών που μαρτύρησαν μαζί
του μας δίνουν την αφορμή να τονίσουμε τα ακόλουθα:

Πρώτον. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή και ευλογία από το μαρτύριο. Δηλαδή από το να
αξιωθή κάποιος Χριστιανός να δώση την μαρτυρία του για τον Χριστό και στην συνέχεια να
την σφραγίση με το αίμα του. «Όπως ο Χριστός έχυσε το αίμα του για μας, άμποτε να μας
αξιώση να χύσουμε και εμείς το αίμα μας γιʼ Αυτόν», έλεγε ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός και ο
Θεός τον αξίωσε αυτής της υψίστης τιμής. Βέβαια, στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας είναι
καταχωρημένοι ως μάρτυρες εκείνοι οι οποίοι σε καιρούς διωγμών ομολόγησαν την πίστη
τους στον Χριστό και στην συνέχεια σφράγισαν την ομολογία τους αυτή με το αίμα τους.
Μάρτυρες, όμως, αναδεικνύονται καθημερινά και σε περιόδους ειρήνης, επειδή υπάρχουν
πολλοί τρόποι μαρτυρίου. Μαρτύριο είναι και ο αγώνας για την κάθαρση της καρδιάς από τα
πάθη, προκειμένου να «ενοικήση και εμπεριπατήση» σε αυτήν ο Θεός. Μαρτύριο είναι,
επίσης, το να υπομένη κανείς τα λυπηρά της ζωής, τα οποία επιτρέπει ο Θεός για τον
καταρτισμό μας, χωρίς γογγυσμό και αγανάκτηση, αλλά με υπομονή, ευχαριστώντας και
δοξολογώντας τον Θεό για όλα. Μαρτύριο είναι και το να αγαπά κανείς ανιδιοτελώς τους
πάντας, και αυτούς ακόμα τους εχθρούς, και να προσεύχεται αδιαλείπτως για όλον τον
κόσμο. «Το να προσεύχεσαι για τους ανθρώπους σημαίνει να χύνης αίμα... αλλά πρέπει να
προσευχόμαστε» (Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης).

Σημαντικό γεγονός στην ζωή του κάθε ανθρώπου είναι, και έτσι πρέπει να θεωρήται, ο
τρόπος με τον οποίο φεύγει από αυτόν τον κόσμο, επειδή έχει σχέση με το αιώνιο μέλλον
του, αφού, ενώ ο επίγειος βίος έχει τέλος, η ζωή δεν τελειώνει ποτέ. Γιʼ αυτό και πρέπει να
μας απασχολή σοβαρά και να προετοιμαζόμαστε σε όλη μας την ζωή για την ώρα της
εξόδου μας. Άλλωστε, το «να ζη κανείς χριστιανικά είναι ακατόρθωτο. Χριστιανικά μπορεί
κανείς μόνο να πεθαίνει, όπως πέθαινε καθημερινά και ο Απόστολος Παύλος» (Γέροντας
Σωφρόνιος Σαχάρωφ). Κάποιος, στο ερώτημα γιατί έγινε Ορθόδοξος απάντησε: «Για να
μπορέσω να πεθάνω καλά» («Εκκλησιαστική Παρέμβαση», τευχ. 141, σελ. 10). Δηλαδή,
στην πραγματικότητα, για να μπορέση να ζη καλά αιωνίως.

Δεύτερον. Τα τρία παιδιά που έδειξαν μεγάλη αγάπη στον Θεό και αφοσίωση στον Επίσκοπο
και πνευματικό τους Πατέρα, θυμίζουν με τον βίο και την πολιτεία τους τα τρία παιδιά της
Παλαιάς Διαθήκης, τον Ανανία, τον Αζαρία και τον Μισαήλ, τα οποία δεν υπέκυψαν στις
απειλές του ασεβούς βασιλιά Ναβουχοδονόσορα. Έμειναν πιστά στον Θεό των Πατέρων
τους και γιʼ αυτό ρίχθηκαν στην κάμινο του πυρός, από την οποία, όμως, τα έσωσε ο Θεός
με θαυμαστόν τρόπο. Ο Θεός της Εκκλησίας δεν είναι μια αφηρημένη ύπαρξη, μια ανώτερη
δύναμη απρόσωπη, αλλά είναι Πρόσωπο, είναι Αγάπη. Είναι «ο Θεός των Πατέρων ημών»,
που αγαπά όλους τους ανθρώπους και ενδιαφέρεται για όλους μαζί, αλλά και για τον
καθέναν ξεχωριστά και όλοι έχουμε την δυνατότητα να αποκτήσουμε προσωπική κοινωνία
μαζί Του.

Η αγάπη και η υπακοή στον Επίσκοπο δεν είναι προσωπολατρεία, αλλά φανερώνει
εκκλησιαστικό φρόνημα, επειδή ο Επίσκοπος είναι «εις τύπον και τόπον» της Κεφαλής της
Εκκλησίας, ήτοι του Χριστού. Είναι η ορατή παρουσία του Χριστού επί της γης και γιʼ αυτό,
«όπου ο Επίσκοπος εκεί και η Εκκλησία» (Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος).

Στις ημέρες μας, δυστυχώς, υπάρχει μεγάλη σύγχυση γύρω από τα εκκλησιολογικά θέματα,
ακόμη και σε πολλούς από εκείνους που διακονούν από διάφορες θέσεις την Εκκλησία.
Κυρίως από εκείνους που εισέρχονται στον ιερό Κλήρο χωρίς τις κανονικές προϋποθέσεις,
με αποτέλεσμα να δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα και να προξενούνται πληγές στο
Σώμα της Εκκλησίας. Η διακονία μέσα στην Εκκλησία και κυρίως η εισδοχή στον ιερό Κλήρο
πρέπει να γίνεται με τις απαραίτητες κανονικές προϋποθέσεις, επειδή η παραβίαση των
ιερών Κανόνων γενικά, αλλά και ειδικά των Κανόνων που αναφέρονται στα «κωλυτικά» της
ιερωσύνης είναι σοβαρό παράπτωμα με πολλές παρενέργειες.

Ο σεβασμός στην Εκκλησία δεν είναι ανεξάρτητος από τον σεβασμό και την υπακοή στον
Επίσκοπο, τα Δόγματα, τους ιερούς Κανόνας, αλλά και τους Θεόπτας Αγίους, που είναι τα
πραγματικά μέλη της.

Πηγή: "Εκκλησιαστική Παρέμβαση"

    2.   ΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔOΣΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ
         ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ

                                   Η οσία Μακρίνα

Η οσία Μακρίνα έζησε τον 4ο αιώνα μ. Χ. και ήταν αδελφή του Μ. Βασιλείου
και του αγίου Γρηγορίου Νύσσης. Ο δεύτερος συνέγραψε τον βίο της, τον
οποίο αξίζει να μελετήσουμε όλοι, επειδή έχουμε πολλά να ωφεληθούμε.
Ήταν η πρώτη στην σειρά από τα δέκα παιδιά των γονέων της και απετέλεσε
πρότυπο και στήριγμα για τα μικρότερα αδέλφια της. Την αρραβώνιασε ο
πατέρας της, αλλά πριν γίνει ο γάμος ο αρραβωνιαστικός της εγκατέλειψε
ξαφνικά τα γήινα. Τότε η αγία εθεώρησε σωστό να αφιερωθή στον Θεό και
«η απόφασή της ήταν σταθερότερη από την ηλικία της».

Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης την αποκαλεί μεγάλη, όχι γιατί ήταν η
μεγαλύτερη στην ηλικία, αλλά επειδή ήταν μεγάλο πνευματικό ανάστημα.
Ήταν όντως μεγάλη σε όλα• στην ταπείνωση, την αγάπη, την διάκριση, την
σωφροσύνη, την ανδρεία. Γιʼ αυτό και ανεδείχθη διδάσκαλος και
πνευματικός οδηγός των αδελφών της, αλλά και της ίδιας της μητέρας της,
της αγίας Εμμέλειας, η οποία στο τέλος του επιγείου βίου της έγινε μοναχή
στο Μοναστήρι που ήταν ηγουμένη η οσία Μακρίνα.

Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης περιγράφει παραστατικά την συνομιλία που είχε
μαζί της λίγο πριν εκείνη αναχωρήση από την παρούσα πρόσκαιρη ζωή και
ενώ βρισκόταν άρρωστη στο στρώμα, καθώς και τα γεγονότα που
ακολούθησαν μετά την έξοδό της. Δηλαδή, το κλάμα του ιδίου και των
μοναχών, που ήταν γεμάτο πόνο και θλίψη, αλλά και ελπίδα ζωής αιωνίου.

Ο βίος και η πολιτεία της οσίας μας δίνουν την αφορμή να τονίσουμε τα
ακόλουθα:

Πρώτον. Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε η οσία Μακρίνα την ασθένειά
της, τις τελευταίες στιγμές της επίγειας ζωής της και τον επικείμενο θάνατο,
δείχνουν την μεγάλη αξία της Ορθοδόξου πίστεως, η οποία είναι τρόπος
ζωής. Είναι ο τρόπος ζωής των αγίων, αλλά και όλων εκείνων που
επιθυμούν και αγωνίζονται να επιτύχουν τον προσωπικό τους αγιασμό.

Όταν ο άνθρωπος είναι άρρωστος και μάλιστα όταν βρίσκεται κοντά στο
τέλος του επιγείου βίου του, τότε αποκαλύπτεται ο εσωτερικός του κόσμος
και βγαίνουν στην επιφάνεια όλα εκείνα τα οποία είχε επιμελώς κλεισμένα
και αφανέρωτα. Και εάν μεν έχει εσωτερική καθαρότητα και αυτά που
έκρυβε είναι οι αρετές του, που δεν τις φανέρωνε από ταπείνωση, τότε τις
τελευταίες στιγμές πριν την έξοδό του θα είναι ήρεμος, ειρηνικός και
γαλήνιος και θα φύγη προσευχόμενος. Εάν όμως έχει περάσει την επίγεια
ζωή του χωρίς μετάνοια και κυριαρχείται από τα πάθη, τότε μπροστά στον
επικείμενο θάνατο θα είναι φοβισμένος, θλιμμένος, ταραγμένος και αντί να
προσεύχεται και να ετοιμάζεται για το μεγάλο ταξίδι, θα ασχολείται και θα
μιλά για πράγματα που έχουν σχέση με τον παρόντα αιώνα «τον απατεώνα»,
ήτοι με τα πάθη και την αμαρτία, διότι «εκ του περισσεύματος της καρδίας
λαλεί το στόμα».

Οι άνθρωποι του Θεού εγκαταλείπουν τα εγκόσμια προσευχόμενοι και
προετοιμασμένοι κατάλληλα με εξομολόγηση και θεία Κοινωνία και κυρίως
με την ελπίδα της αιωνίου θείας ζωής. Η αγία Μακρίνα, τις τελευταίες
στιγμές του επιγείου βίου της ήταν ήρεμη, προσευχόταν και η όψη της ήταν
τόσο φωτεινή που έμοιαζε με άγγελο. «Με υψηλό φρόνημα φιλοσοφεί για
όσα την αφορούσαν στη ζωή αυτή από την αρχή ως την τελευταία της
αναπνοή... και έλεγα πως θα ήταν κάποιος άγγελος που κατʼ οικονομία είχε
πάρει ανθρώπινη μορφή... και έκανε γνωστή σε όλους την διάθεσή της με
την βιασύνη της προς τον ποθητό της, για να φθάση το γρηγορότερο κοντά
Του ελευθερωμένη από τα δεσμά του σώματος... κι αφού σταμάτησε να μιλά
σε μας, μιλούσε πια προσευχομένη στον Θεό... Η προσευχή της ήταν τέτοια,
ώστε να μην αμφιβάλλομε ότι και προς τον Θεό απευθυνόταν και ότι εκείνος
την άκουε» (Άγιος Γρηγόριος Νύσσης).

Δεύτερον. Όπως ανεφέρθηκε πιο πάνω, ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης είχε
συνομιλία με την αδελφή του αγία Μακρίνα, που αναφερόταν κυρίως στο
μυστήριο του θανάτου, της αναστάσεως και της αιωνίου ζωής. Πριν αρχίση
όμως αυτή η συνομιλία, ο άγιος Γρηγόριος της ανέφερε «τα βάσανα που
περνούσε, πρώτα που ο βασιλιάς Ουάλης τον κατεδίωκε για την πίστη του
και έπειτα που η σύγχυση των Εκκλησιών τον καλούσε σε άθλους και σε
κόπους» και τότε εκείνη τον έβαλε στην θέση του, κατά το κοινώς λεγόμενο,
λέγοντάς του ότι δεν πρέπει να παραπονήται, αλλά να ευγνωμονή τον Θεό
για την Χάρη και τα χαρίσματα που του έδωσε και κατέληξε με τα εξής:
«Ούτε καταλαβαίνεις την αιτία τόσο μεγάλων αγαθών, ότι είναι οι ευχές των
γονέων μας που σε ανεβάζουν τόσο ψηλά, ενώ από τον εαυτό σου δεν έχεις
καμιά η λίγη ικανότητα;».

Πράγματι, οι ευχές των γονέων είναι κάτι το πολύ σημαντικό και
διαδραματίζουν σπουδαίο ρόλο στην εξέλιξη της ζωής του κάθε ανθρώπου.
Σε μια «ευχή» του μυστηρίου του γάμου τονίζεται το γεγονός αυτό και
συγκεκριμένα λέγεται ότι «ευχαί γονέων στηρίζουσι θεμέλια οίκων». Βέβαια,
αυτό γίνεται κυρίως όταν οι γονείς είναι σωστοί και αληθινοί, επειδή γονείς
στην πραγματικότητα δεν είναι εκείνοι που απλώς γεννούν βιολογικά, αφού
αυτό το κάνουν και τα άλογα ζώα, αλλά αληθινοί γονείς είναι όσοι
αναγεννούν τα παιδιά τους, με την έννοια ότι τα ανατρέφουν «εν παιδεία και
νουθεσία Κυρίου» και φροντίζουν για την πνευματική τους αναγέννηση, η
οποία επιτυγχάνεται με την ενσωμάτωσή τους στην Εκκλησία και την
οικείωση του τρόπου ζωής που Αυτή προσφέρει. Αυτών των γονέων η ευχή
έχει άλλη βαρύτητα και γίνεται πρόξενος μεγάλης Χάριτος και πλουσίων
δωρεών και ευλογιών από τον δωρεοδότη Κύριο.

Η οσία Μακρίνα ανεδείχθη άγιο τέκνο αγίων γονέων, φωτεινός οδοδείκτης
και αληθινό πρότυπο για όλους εκείνους που ποθούν τον προσωπικό τους
αγιασμό και εκζητούν ταπεινά τις πρεσβείες της



Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα


Ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ (ἑορτὴ Ἀλέξιος,
Ἀλεξία)
17 Μαρτίου


Ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος γεννήθηκε στὴ Ρώμη κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ
αὐτοκράτορα Ἀρκαδίου (395-408 μ.Χ.) καὶ Ὀνωρίου (395-423 μ.Χ.)
ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ εὔπορους γονεῖς. Ὁ πατέρας του Εὐφημιανὸς ἦταν
συγκλητικός, φιλόπτωχος καὶ συμπαθής, ὥστε καθημερινὰ τρεῖς
τράπεζες παρέθετε στὸ σπίτι του γιὰ τὰ ὀρφανά, τὶς χῆρες καὶ τοὺς
ξένους ποὺ ἦταν πτωχοί. Ἡ γυναῖκα του ὀνομαζόταν Ἀγλαΐς καὶ
ἦταν ἄτεκνη. Στὴ δέησή της νὰ ἀποκτήσουν παιδί, ὁ Θεὸς τὴν
εἰσάκουσε. Καὶ τοὺς χάρισε υἱό. Ἀφοῦ τὸ παιδὶ μεγάλωσε καὶ ἔλαβε
τὴν κατάλληλη παιδεία, ἔγινε σοφότατος καὶ θεοδίδακτος. Ὅταν
ἔφθασε στὴ νόμιμη ἡλικία, τὸν στεφάνωσαν μὲ θυγατέρα ἀπὸ
βασιλικὴ καὶ εὐγενικὴ γενιά. Τὸ βράδυ ὅμως στὸ συζυγικὸ δωμάτιο
ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ πῆρε τὸ χρυσὸ δακτυλίδι καὶ τὴν ζώνη, τὰ ἐπέστρεψε
στὴν σύζυγό του καὶ ἐγκατέλειψε τὸν κοιτῶνα. Παίρνοντας ἀρκετὰ
χρήματα ἀπὸ τὰ πλούτη του ἔφυγε μὲ πλοῖο περιφρονώντας τὴ
ματαιότητα τῆς ἐπίγειας δόξας. Καταφθάνει στὴν Λαοδικία τῆς
Συρίας καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴν Ἔδεσσα τῆς Μεσοποταμίας. Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος
Ἀλέξιος μοίρασε τὰ χρήματα στοὺς πτωχούς, ἀκόμα καὶ τὰ ἱμάτιά
του καί, ἀφοῦ ἐνδύθηκε μὲ κουρελιασμένα καὶ χιλιομπαλωμένα
ροῦχα, κάθισε στὸ νάρθηκα τοῦ ναοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ὡς
ἕνας ἀπὸ τοὺς πτωχούς. Προτίμησε ἔτσι νὰ ζεῖ μὲ νηστεία ὅλη τὴν
ἑβδομάδα καὶ νὰ μεταλαμβάνει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων κάθε
Κυριακή, ἐνῷ μόνο τότε ἔτρωγε λίγο ἄρτο καὶ ἔπινε λίγο νερό.

Οἱ γονεῖς του ὅμως τὸν ἀναζητοῦσαν παντοῦ καὶ ἔστειλαν τοὺς
ὑπηρέτες τους νὰ τὸν βροῦν. Στὴν ἀναζήτησή τους ἔφθασαν μέχρι
καὶ στὸ ναὸ τῆς Ἔδεσσας, χωρὶς ὡστόσο νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν. Οἱ
δοῦλοι ἐπέστρεψαν ἄπρακτοι στὴ Ρώμη, ἐνῷ ἡ μητέρα τοῦ Ἀλεξίου
μὲ ὀδύνη, φορώντας πτωχὰ ἐνδύματα, καθόταν σὲ μία θύρα τοῦ
σπιτιοῦ πενθώντας νύχτα καὶ ἡμέρα. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ νύφη, ποὺ φόρεσε
τρίχινο σάκο καὶ περίμενε κοντὰ στὴν πεθερά της.

Ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος γιὰ δεκαεπτὰ χρόνια παρέμεινε στὸ νάρθηκα τοῦ
ναοῦ τῆς Θεοτόκου εὐαρεστώντας τὸν Θεό. Καὶ μία νύχτα ἡ
Θεοτόκος παρουσιάσθηκε στὸν προσμονάριο τοῦ ναοῦ σὲ ὄνειρο καὶ
τοῦ ζήτησε νὰ τοῦ φέρει μέσα στὸ ναὸ τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ. Τότε
ὁ προσμονάριος, ἀφοῦ βγῆκε ἀπὸ τὸ ναὸ καὶ δὲν βρῆκε κανέναν
παρὰ μόνο τὸν Ἀλέξιο, δεήθηκε στὴν Θεοτόκο νὰ τοῦ ὑποδείξει τὸν
ἄνθρωπο, ὅπως καὶ ἔγινε. Τότε πῆρε ἀπὸ τὸν Ὅσιο Ἀλέξιο καὶ τὸν
εἰσήγαγε στὸ ναὸ μὲ κάθε τιμὴ καὶ μεγαλοπρέπεια.

Μόλις ὁ Ὅσιος κατάλαβε ὅτι ἔγινε γνωστὸς ἐκεῖ, ἔφυγε κρυφὰ καὶ
σκέφθηκε νὰ πάει στὴν Ταρσό, στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Παύλου τοῦ
Ἀποστόλου, ὅπου ἐκεῖ θὰ ἦταν ἄγνωστος. Ἄλλα ὅμως σχεδίασε ἡ
Θεία Πρόνοια. Γιατί βίαιος ἄνεμος ἅρπαξε τὸ πλοῖο καὶ τὸ μετέφερε
στὴν Ρώμη. Βγαίνοντας ἀπὸ τὸ πλοῖο, κατάλαβε ὅτι ὁ Κύριος ἤθελε
νὰ ἐπανέλθει ὁ Ἀλέξιος σπίτι του.

Ὅταν συνάντησε τὸν πατέρα του, ποὺ δὲν ἀναγνώρισε τὸν υἱό του,
τοῦ ζήτησε νὰ τὸν ἐλεήσει καὶ νὰ τὸν ἀφήσει νὰ τρώει ἀπὸ τὰ
περισσεύματα τῆς τράπεζάς του. Μὲ μεγάλη προθυμία ὁ πατέρας
του δέχθηκε νὰ τὸν ἐλεήσει καὶ μάλιστα τοῦ ἔδωσε κάποιον
ὑπηρέτη γιὰ νὰ τὸν βοηθάει. Κάποιοι βέβαια ἀπὸ τοὺς δούλους τῆς
οἰκίας του τὸν πείραζαν καὶ τὸν κορόιδευαν, ὅμως αὐτὸν δὲν τὸν
ἔνοιαζε. Ἔδινε τὴν τροφή του σὲ ἄλλους, παραμένοντας ὅλη τὴν
ἑβδομάδα χωρὶς τροφὴ καὶ νερὸ καὶ μόνο μετὰ τὴν Κοινωνία τῶν
Θείων καὶ Ἀχράντων Μυστηρίων δεχόταν λίγο ἄρτο καὶ νερό.

Ἔμεινε λοιπὸν γιὰ δεκαεπτὰ χρόνια στὸν πατρικὸ οἶκο χωρὶς νά τὸν
γνωρίζει κανένας. Ὅταν ἔφθασε ὁ καιρὸς τῆς κοιμήσεώς του, τότε
κάθισε καὶ ἔγραψε σὲ χαρτὶ ὅλο τὸν βίο του, τοὺς τόπους ποὺ
πέρασε, ἀλλὰ καὶ κάποια ἀπὸ τὰ μυστήρια ποὺ γνώριζαν μόνο οἱ
γονεῖς του. Κάποια Κυριακή, ὅταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἰννοκέντιος
τελοῦσε τὴν Θεία Λειτουργία, ἀκούσθηκε φωνὴ ἀπὸ τὸ Ἅγιο
Θυσιαστήριο, ποὺ καλοῦσε τοὺς συμμετέχοντες νὰ ἀναζητήσουν
τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ. Τὴν Παρασκευὴ ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος παρέδωσε
τὸ πνεῦμα του στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, ἐνῷ τὸ ἀπόγευμα τῆς ἴδιας
ἡμέρας οἱ πιστοὶ βασιλεῖς καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, προσῆλθαν στὸ ναὸ
γιὰ νὰ δεηθοῦν στὸν Θεὸ νὰ τοῦ ἀποκαλύψει τὸν ἅγιο ἄνθρωπο τοῦ
Θεοῦ. Τότε μία φωνὴ τοὺς κατηύθυνε στὸ σπίτι τοῦ Εὐφημιανοῦ.
Λίγο ἀργότερα οἱ βασιλεῖς μαζὶ μὲ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο ἔφθασαν στὸ
σπίτι τοῦ Εὐφημιανοῦ, προξενώντας μάλιστα τὴν ἀπορία τῆς
γυναίκας καὶ τῆς νύφης του γιὰ τὴν παρουσία τους ἐκεῖ καὶ
ρώτησαν τὸν Εὐφημιανό. Ὅμως ἐκεῖνος, ἀφοῦ πρῶτα ρώτησε τοὺς
ὑπηρέτες, ἀποκρίθηκε ὅτι δὲν γνώριζε τίποτα. Στὴν συνέχεια ὁ
ὑπηρέτης ποὺ φρόντιζε τὸν Ὅσιο Ἀλέξιο, παρακινούμενος ἀπὸ Θεία
δύναμη, ἀνέφερε τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τοῦ πτωχοῦ, τὸν ὁποῖο
ἐξυπηρετοῦσε. Τότε ὁ Εὐφημιανὸς χωρὶς νὰ γνωρίζει ὅτι ὁ Ὅσιος
εἶναι ἤδη νεκρός, ἀποκάλυψε τὸ πρόσωπο αὐτοῦ, ποὺ ἔλαμπε σὰν
πρόσωπο ἀγγέλου. Στὸ χέρι τοῦ Ὁσίου μάλιστα, εἶδε χαρτὶ ποὺ δὲν
μποροῦσε νὰ ἀποσπάσει. Στὴν συνέχεια ἀνέφερε στοὺς ἐπισκέπτες
του ὅτι βρέθηκε ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Οἱ βασιλεῖς καὶ ὁ
Ἀρχιεπίσκοπος τότε δεήθηκαν στὸν Ὅσιο νὰ τοὺς ἐπιτρέψει νὰ δοῦν
τὸ χαρτὶ ποὺ εἶχε στὸ χέρι του. Μόλις ὁ ἀρχειοφύλακας πῆρε στὸ
χέρι του τὸ χαρτί, ὁ Εὐφημιανὸς ἀντιλήφθηκε ὅτι πρόκειται γιὰ τὸν
υἱό του, τὸν ὁποῖο ἀναζητοῦσε χρόνια τώρα, καὶ μεγάλο πένθος
ἔπεσε στὴν οἰκογένειά του. Θρῆνος μεγάλος καὶ ἀπὸ τὴν γυναῖκα
του καὶ τὴ νύφη του.

Ὁ βασιλεὺς Ὀνώριος καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος μετέφεραν τὸ τίμιο
λείψανο τοῦ Ὁσίου στὸ μέσο τῆς πόλεως καὶ κάλεσαν ὅλο τὸν λαό,
γιὰ νὰ ἔλθει νὰ προσκυνήσει καὶ νὰ λάβει εὐλογία. Ὅσοι
προσέρχονταν καὶ ἀσπάζονταν τὸ τίμιο λείψανο, ἄλαλοι, κουφοί,
τυφλοί, λεπροί, δαιμονισμένοι, ὅλοι θεραπεύονταν. Βλέποντας αὐτὰ
τὰ θαύματα οἱ πιστοὶ δόξαζαν τὸν Θεό. Ἦταν τόσος ὁ κόσμος ποὺ
προσέρχονταν νὰ δεῖ τὸ τίμιο λείψανο, ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ
μεταφέρουν στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Βονιφατίου γιὰ νὰ τὸ ἐνταφιάσουν.
Ἔριξαν ἀκόμη καὶ χρυσὸ καὶ ἄργυρο στὸν κόσμο γιὰ νὰ τοῦ
ἀποσπάσουν τὴν προσοχή, ἀλλὰ μάταια. Ὅταν πιὰ μεταφέρθηκε τὸ
τίμιο λείψανο στὸ ναό, γιὰ ἑπτὰ ἡμέρες ἑόρταζαν πανηγυρικὰ καὶ
στὴν ἑορτὴ συμμετεῖχαν οἱ γονεῖς καὶ ἡ νύφη. Στὴ συνέχεια
τοποθετήθηκε τὸ τίμιο λείψανο σὲ θήκη φτιαγμένη ἀπὸ χρυσό,
ἄργυρο καὶ πολύτιμους λίθους. Ἀμέσως ἄρχισε νὰ εὐωδιάζει καὶ νὰ
ἀναβλύζει μύρο, τὸ ὁποῖο καὶ ἔγινε ἴαμα καὶ θεραπεία γιὰ ὅλους.
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δʼ. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ἐκ ρίζης ἐβλάστησας, περιφανοῦς καὶ κλεινῆς, ἐκ πόλεως ἤνθησας,
βασιλικῆς καὶ λαμπρᾶς, Ἀλέξιε πάνσοφε, πάντων δ' ὑπερφρονήσας
ὡς φθαρτῶν καὶ ρεόντων, ἔσπευσας συναφθήναι, τῷ Χριστῷ καὶ
Δεσπότη. Αὐτὸν οὒν ἐκδυσώπει ἀεί, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.



Κοντάκιον. Ἦχος δʼ. Ἐπεφάνης σήμερον.

  3. Ἀλεξίου σήμερον τοῦ πανολβίου, ἑορτὴν τὴν πάνσεπτον,
     ἐπιτελοῦντες εὐσεβῶς, αὐτὸν ὑμνήσωμεν λέγοντες, χαίροις
     Ὁσίων τερπνὸν ἐγκαλλώπισμα


         Η Αγία Λυδία - Η πρώτη Ευρωπαία Χριστιανή
Η λατρεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τα τελούμενα στους
ιερούς Ναούς, όπως και τα σωζόμενα μνημεία του
παρελθόντος και του παρόντος-αψευδείς μάρτυρες των
γεγονότων-, βοηθούν τον πιστό στην υπέρβαση των
τοπικών και χρονικών περιορισμών και στη βίωση της εν
Χριστώ ενότητος και της θαυμαστής παρουσίας της
Εκκλησίας μέσα στον κόσμο. Ο συνοδοιπόρος ου Παύλου και
οικείος των Φιλιππησίων Ευαγγελιστής Λουκάς καταγράφει
στο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων για την πρώτη
επίσκεψή τους στους Φιλίππους και το βάπτισμα της
πορφυροπώλιδος Λυδίας: ''... Όταν είδε το
όραμα,εζητήσαμεν αμέσως να φέρωμεν εις αυτούς το
χαρμόσυνον άγγελμα. Αφού λοιπόν ξεκινήσαμε από την
Τρωάδα, επλεύσαμεν κατ'ευθείαν εις την Σαμοθράκην, την δε
επομένην εις την Νεάπολιν ( την σημερινή Καβάλα ) και από
εκεί εις τους Φιλίππους, η οποία είναι η πρώτη πόλις της
περιοχής εκείνης της Μακεδονίας, μια αποικία Ρωμαϊκή, και
εμείναμεν εις την πόλιν αυτήν μερικές μέρες.

   Την ημέραν του Σαββάτου εβγήκαμεν έξω από την πόλιν
σε μέρος κοντά εις τον ποταμόν, όπου ενομίζαμεν ότι
υπήρχε τόπος προσευχής και εκαθίσαμε και εμιλούσαμε στις
γυναίκες που είχαν μαζευθεί εκεί. Κάποια γυναίκα, από την
πόλιν των θυατείρων, ονομαζόμενη Λυδία, η οποία
επωλούσε πορφύραν, γυναίκα θεοσεβής, άκουε και ο Κύριος
της άνοιξε την καρδιά, δια να προσέχει εις όσα έλεγε ο
Παύλος. Όταν εβαπτίσθηκε αυτή και οι οικιακοί της μας είπε,
" Εάν με εκρίνατε ότι είμαι πιστή εις τον Κύριον, ελάτε να
μείνετε εις το σπίτι μου, και μας επίεζε..."(Πραξ16,10-15).

  Στην πηγαία και ανεπιτήδευτη περιγραφή του πρώτου
βαπτίσματος στους Φιλίππους από τον πρωτοκορυφαίο
Απόστολο Παύλο εύκολα διακρίνεται η διαδικασία και
επισημαίνονται οι βασικές προϋποθέσεις για τη συμμετοχή
του νέου πιστού στην καινούργια εν Χριστώ ζωή και την
ένταξή του στους κόλπους της Εκκλησίας.

  Οι Απόστολοι εκήρυσσαν "Χριστόν εσταυρωμένον" και
όσοι από τους ακροατές αποδεχόταν αβίαστα την
αποστολική διδασκαλία, ακολουθούσαν την πράξη, που
καθορίσθηκε ήδη την ημέρα της Πεντηκοστής. Μετανοούσαν
και βαπτιζόταν στο όνομα Ιησού Χριστού, εξασφαλίζοντας
έτσι την συγχώρηση των αμαρτιών τους και τα χαρίσματα
του Αγίου Πνεύματος ( Πραξ. 2,38 ), την δυνατότητα να
αναγεννηθούν στη νέα εν Χριστώ ζωή.

  Στην όχθη του ποταμού Ζυγάκτη, έξω από τα τείχη των
Φιλίππων, η θεοσεβής Λυδία μαζί με άλλες γυναίκες ακούει
προσεκτικά την χριστοκεντρική διδασκαλία του Παύλου και
με ανοικτή τη φωτισμένη καρδιά της αποδέχεται τη σωτήρια
διδασκαλία. Αμέσως καταβαίνει στα τρεχούμενα νερά του
νέου Ιορδάνη και βαπτίζεται, μαζί με όλα τα μέλη της
οικογενείας της. Πανηγυρικά και έμπρακτα ομολογεί την
πίστη της στο Χριστό και η ομολογία επιβραβεύεται με την
αποστολικήν πράξη της βαπτίσεως και της επιθέσεως των
χειρών επάνω στους βαπτισθέντες για να μεταδοθούν οι
δωρεές του Αγίου Πνεύματος και να ξεκινήσει η εφαρμογή
στο βίο τους όλων εκείνων που είναι αληθινά, σεμνά, δίκαια,
αγνά, αγαπητά και η επιδίωξη οποιασδήποτε αρετής και
οποιουδήποτε επαίνου ( Φιλ. 4,8 ).
Η μετάβαση όλων στο σπίτι της Λυδίας επισφράγισε το
πασχάλιο μυστήριο του Χριστού, την ολοκλήρωση της
πνευματικής ευωχίας της ευλογημένης εκείνης μέρας, κατά
την οποία στο σώμα της Εκκλησίας εντάχθηκε με το
βάπτισμα η πρώτη Ευρωπαία Χριστιανή των Φιλίππων.

ΟΣΙΟΣ ΟΝΟΥΦΡΙΟΣ

(12 Ιουνίου)

Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα



                     Ο όσιος Ονούφριος είναι ένας από τους μεγαλύτερους
                     ασκητές της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Καταγόταν από
                     την Περσία και έζησε ασκητικά σε μια από τις
                     αιγυπτιακές ερήμους. Σε νεαρή ηλικία εγκαταβίωσε
                     σε Κοινόβιο Μοναστήρι, όπου παρέμεινε για αρκετά
                     χρόνια στην άσκηση και την υπακοή. Αργότερα με την
                     ευλογία του Γέροντός του αποσύρθηκε στην έρημο.
                     Εκεί συνάντησε τον ερημίτη Ερμία, ο οποίος, μετά από
                     θεία αποκάλυψη, τον περίμενε και τον οδήγησε σε μια
                     καλύβη κάτω από έναν πελώριο φοίνικα κοντά στον
                     οποίο υπήρχε πηγή καθαρού νερού. Εκεί στην ησυχία
                     επεδόθη σε μεγαλύτερα πνευματικά γυμνάσματα και
                     προσευχόταν αδιαλείπτως για όλη την οικουμένη. Με
                     την εν χάριτι άσκηση καθάρισε την ψυχή του από τα
                     πάθη και έφθασε στον φωτισμό και την θέωση. Η
                     άκτιστη Χάρη του Θεού πλημμύρισε όλη του την
                     ύπαρξη, την ψυχή και το σώμα του, και γι’ αυτό το
                     σκήνωμά του μετά την οσιακή του κοίμηση ευωδίαζε.
                     «Όποιος έχει την Χάρη του Αγίου Πνεύματος και στην
                     ψυχή και στο σώμα, έχει την τέλεια αγάπη. Και αν
                     κανείς διαφυλάξει αυτήν την χάρη, θα αγιάσουν τα
                     λείψανά του, όπως των αγίων μαρτύρων, των
                     προφητών η των άλλων μεγάλων αγίων» (άγιος
                     Σιλουανός ο Αθωνίτης).

                      Κάποτε, επισκέφθηκε τον όσιο Ονούφριο ο Αββάς
Παφνούτιος. Οι δύο ασκητές χάρηκαν ο ένας την παρουσία του άλλου,
αντήλλαξαν τις εμπειρίες τους και ενισχύθηκαν πνευματικά. Ο Θεός όμως
οικονόμησε έτσι τα πράγματα ούτως ώστε η συνάντηση αυτή να συμπέση με
την ώρα της «εξόδου» του οσίου Ονουφρίου και έτσι το σώμα του
ενταφιάσθηκε από τον αββά Παφνούτιο κάτω από τον μεγάλο φοίνικα, η δε
ψυχή του «συναγάλλεται εν ουρανοίς μετά πάντων των αγίων».

Ο βίος και η πολιτεία του οσίου Ονουφρίου μας δίνουν την αφορμή να
τονίσουμε τα ακόλουθα.
Πρώτον. Συνήθως, όταν ακούη κανείς για άσκηση και ασκητές πάει ο νους
του στους μοναχούς και κυρίως στους ερημίτες και γι’ αυτό θα πρέπη να
τονισθή ότι ο ασκητικός τρόπος ζωής που διδάσκει η Ορθόδοξη Εκκλησία
είναι, κατ’ αναλογίαν, ο ίδιος για όλους τους πιστούς. Άσκηση είναι ο
αγώνας του ανθρώπου να ζήση σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, είναι η
προσπάθεια να μεταμορφώση τα πάθη του και να αποκτήση υπαρξιακή
κοινωνία με τον Θεό. Ονομάζεται δε και πρακτική ζωή η πράξη και αποτελεί
«επίβασιν της θεωρίας». Αυτό σημαίνει ότι για να φθάση κανείς στην
θεωρία, ήτοι στην υπαρξιακή κοινωνία με τον Θεό, πρέπει να καθαρθή από
τα πάθη. Όταν γίνεται αυτό τότε κατασκηνώνει μέσα στον άνθρωπο η Χάρη
του Αγίου Πνεύματος και δια της Χάριτος γνωρίζει τον Θεό, αποκτά την
τέλεια αγάπη και δεν φοβάται τον θάνατο, επειδή τον νικά και τον
υπερβαίνει στα όρια της προσωπικής του ζωής. Και θεωρεί όλα τα γήϊνα και
πρόσκαιρα πράγματα, ήτοι χρήματα, κτήματα, ηδονή, δόξα κλ.π., «ως
σκύβαλα». Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, ο οποίος γεύθηκε την γλυκύτητα
του «ουρανού», δηλαδή γνώρισε υπαρξιακά τον Θεό «εν Πνεύματι Αγίω»,
έλεγε ότι «η ψυχή μου πλήττει στη γη».

Δεύτερον. Οι Άγιοι είναι μέσα στις ανθρώπινες κοινωνίες ο,τι ακριβώς και οι
οάσεις μέσα στην έρημο. Όσοι έχουν βρεθεί στην έρημο έστω και για λίγο
αυτοί μπορούν να καταλάβουν καλύτερα. Ο δυνατός ήλιος της ερήμου
προκαλεί κόπωση, ιδρώτα, δίψα και παράλυση των ψυχοσωματικών
δυνάμεων. Και τότε σε αυτή την κατάσταση και μόνον η θέα της όασης,
δηλαδή της σκιας των δένδρων και του δροσερού νερού, προκαλούν
ανάπαυση και αγαλλίαση. Κάτι ανάλογο συμβαίνει με τους Αγίους, οι οποίοι
αποτελούν τις πνευματικές οάσεις μέσα στον καύσωνα των πειρασμών, των
αμφιβολιών, της ανασφάλειας και του άγχους, μέσα στην έρημο των
απρόσωπων ανθρωπίνων κοινωνιών, όπου αναζητά κανείς αληθινούς
ανθρώπους με τον φανό του Διογένους. Αισθάνεται κανείς ενδυνάμωμα,
ανακούφιση, παρηγοριά, πνευματική ανακαίνιση και ξεδίψασμα από το
γάργαρο νερό των λόγων των Αγίων, που δεν είναι ευσεβείς σκέψεις και
στοχασμοί ενός δυνατού μυαλού, αλλά απόσταγμα πνευματικής εμπειρίας
μιας καρδιάς πλημμυρισμένης από την άκτιστη Χάρη του Αγίου Πνεύματος
και από την ανιδιοτελή αγάπη.

Έρημος όμως γίνεται και η καρδιά του ανθρώπου όταν απωλέση την θεία
Χάρη. Εκείνοι οι οποίοι γεύθηκαν την γλυκύτητα της θείας Χάριστος, έστω
και λίγο, και στην συνέχεια συνέβη να την χάσουν, αυτοί την αναζητούν
όπως η μητέρα το μικρό παιδί της που το έχει χάσει μέσα σε κάποιο
συνωστισμό και φωνάζει και τρέχει και το αναζητεί με δάκρυα και πόνο. Και
όταν το βρη τότε χαίρει και αγάλλεται και το σφίγγει στην αγκαλιά της
προσέχοντας να μη το ξαναχάση. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με εκείνον
που γεύθηκε την θεία Χάρη και για κάποιο λόγο την απώλεσε. Αισθάνεται
την καρδιά του έρημη και αδειανή, και κράζει, και φωνάζει, και προσεύχεται
αδιαλείπτως. Και όταν μετά από μεγάλο αγώνα, αγωνία, αναζήτηση, πόνο
και κλάμα την ξαναβρή, τότε χαίρει και αγάλλεται και φωνάζει μαζί με τον
Προφήτη Ησαΐα, «ευφράνθητι έρημος διψώσα...».

Ο άγιος Σιλουανός ο Αθνωνίτης όταν αναφέρεται στον θρήνο του Αδάμ, μετά
την παρακοή και την απώλεια του Παραδείσου, ουσιαστικά περιγράφει τον
δικό του θρήνο όταν απώλεσε την Χάρη του Θεού και για αρκετά χρόνια την
αναζητούσε με πόνο και δάκρυα. Και διδάσκει, από την εμπειρία του, ότι ο
ασφαλέστερος δρόμος για την εύρεση και διαφύλαξη της θείας Χάριτος είναι
εκείνος της ταπεινώσεως.

Ο ασκητικός αγώνας είναι ουσιαστικά το πέρασμα από την «στενήν και
τεθλιμμένην οδόν», που όμως γλυκαίνει και νοηματοδοτεί την ύπαρξη. Αλλά
και τροφοδοτεί τον πνευματικό οργανισμό με ισχυρά αντισώματα, για να
είναι σε θέση να αντέχη στα δύσκολα, να αποδιώχνη την πίκρα των
λυπηρών και να βιώνη την γλυκειά χαρμολύπη.–

           Η ΙCΑΠΟΣΤΟΛΟC ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ Η ΦΙΛΙΠΠΗCIA




  Ο Απόστολος των Εθνών καλείται να κατακτήσει την πόλη
των Φιλίππων. Περιέρχεται τους δρόμους, στις πλατείες και
την αγορά. Αναζητεί σημεία επαφής. Βλέπει τους ανθρώπους
και διαβάζει στα πρόσωπά τους τα προβλήματα και τα
ενδιαφέροντά τους. Διαπιστώνει το βαθύ σκότος που
καλύπτει τις ψυχές τους. Αντιλαμβάνεται ότι η μάχη εδώ θα
είναι σκληρή. Δεν απογοητεύεται και δεν φοβάται. Είναι
αποφασισμένος να πέσει μαχόμενος. Θα σαλπίσει τον
Ευαγγελικό παιάνα και πιστεύει πως τα είδωλα θα σεισθούν
εκ θεμελίων. Θα πολεμήσει, μέχρις εσχάτων, για την
απελευθέρωσιν των σκλαβωμένων αδελφών από την πλέον
φρικτή δουλεία, της ειδωλολατρίας. Αυτά σκέπτεται ο Απ.
Παύλος και χωρίς να το αντιληφθεί βρέθηκε στην άκρη της
πόλεως πλησίον του Ζυγάκτου ποταμού, κοντά σε έναν
κήπο.

  Αλήθεια, τι όμορφος κήπος! Γεμάτος μαγεία. Δίπλα του
κυλάνε τα κρυσταλλένια νερά του Ζυγάκτη. Τα άνθη
σκορπίζουν γύρω τους το μεθυστικό τους άρωμα. Ένας
κήπος που μοιάζει πολύ με τον κήπο του Χριστού. Και στην
άκρη του κήπου μία ομάδα γυναικών που γεμάτες ευλάβεια
επιτελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Αυτός είναι ο
τόπος της προσευχής. Όπου ο άνθρωπος προσεύχεται, ο
τόπος αγιάζεται, γίνεται πάντα ένας κήπος ουράνιος, που η
γλυκειά αύρα της Χάριτος του Θεού μεθάει τις ψυχές που
ξέρουν να προσεύχονται. Αυτός ο κήπος είναι το πρώτο
σημείο επαφής.

  «Τη τε ημέρα των σαββάτων εξήλθομεν έξω της πόλεως
παρά ποταμόν ου ενομίζετο προσευχή είναι και καθίσαντες
ελαλούμεν ταις συνελθούσαις γυναιξί" (Πραξ.16,13). Από τον
κήπο αυτό αρχίζει ο μεγάλος κατακτητής της Ευρώπης την
μάχη. Εδώ ακούγεται το πρώτο κήρυγμα. Εδώ η προσευχή
των προσευχομένων γυναικών καρποφορεί και ο καλός Θεός
ικανοποιεί τα αιτηματά τους. Εν μέσω των γυναικών και η
προσήλυτος έμπορος από τα Θυάτειρα, η Λυδία. Οι
θεοφοβούμενες γυναίκες ακούνε για πρώτη φορά τόσο
γλυκιά διδασκαλία. Κάθε Λόγος του Παύλου και μιά σταγόνα
δροσιάς στις ψυχές τους. Αλλά εκείνη που περισσότερο από
όλες ενθουσιάζεται είναι η Λυδία. Μέσα της γίνεται ένας
σεισμός και ανάμεσα από τα χαλάσματα της καρδιάς της
ξεπροβάλλει ένας καινούργιος κόσμος.

  Η καρδιά της Λυδίας είναι ανήσυχη. Το δωδεκάθεο του
Ολύμπου της προκαλεί αηδία. Δεν μπορεί να λατρεύσει θεούς
και θεές που οργιάζουν μεταξύ τους. Τα κενά της ψυχής της
και ο πόθος να γνωρίσει τον αληθινό Θεό, την οδηγούν
στον κήπο της προσευχής. Η γνωριμία και ο δεσμός με την
μικρή κοινότητα των Ισραηλιτών της ανοίγει τον δρόμο για
το ποθούμενο.

  Μέσα στο νόμο του Ισραήλ, βρίσκει ψήγματα χρυσού η
έμπορος της πορφύρας. Ο νόμος που παίζει τον ρόλο του
παιδαγωγού στον Χριστό, της ανάβει τη δίψα για την
αναζήτηση αυτού του Μεσσία. Σε αυτή τη κατάσταση
βρίσκεται η Λυδία, όταν για πρώτη φορά ακούει τον Απ.
Παύλο ομιλούντα για τον Λυτρωτή του κόσμου.

  Ο Απ. Παύλος , ο γίγας αυτός του πνεύματος, με την
ικανότητα που τον διακρίνει, περιγράφει με παλλόμενη
καρδιά Εκείνον, εις την Βασιλεία του οποίου εργάζεται, και
ζωγραφίζει με τα ωραιότερα χρώματα την εικόνα του
Εσταυρωμένου. Περιγράφει με απλότητα και σαφήνεια τις
ευαγγελικές αλήθειες και δηλώνει στις θεοφοβούμενες
γυναίκες: Αυτόν εις τον οποίον προσεύχεσθε, Αυτόν τον
Μεσσία τον οποίον αναμένετε, Αυτόν ημείς σας κηρύττομε.
Ο Χριστός είναι ο Μεσσίας. Ο Χριστός είναι ο ενανθρωπήσας
Θεός. Ο Χριστός είναι το φως του κόσμου, ο άρτος της ζωής,
το ύδωρ το ζων, ο ποιμήν ο καλός. Ο Χριστός είναι ο
λυτρωτής του κόσμου.

  Η Λυδία με καρφωμένα τα μάτια στο πρόσωπο του Απ.
Παύλου και με έκδηλο και ζωηρό το ενδιαφέρον, ακούει με
προσοχή και ευλάβεια τα λόγια του αγνώστου Ιουδαίου. Η
έμπορος της πορφύρας, βαθιά θρησκευτική προσωπικότητα,
γεμάτη από ενθουσιασμό και θαυμασμό, αποδέχεται χωρίς
καμία αντίρρηση τη νέα διδασκαλία. Πιστεύει ολόψυχα στο
Χριστό και δηλώνει κατηγορηματικά πως κι΄ αυτή θέλει να
γίνει Χριστιανή.

  Και ο Απ. Παύλος ολοκληρώνει το έργο του. Στα γάργαρα
νερά του ποταμού Ζυγάκτη βαπτίζει την Λυδία.

  Η πρώτη Χριστιανή της Ευρώπης φοράει το ένδυμα της
νεοφωτίστου. Η πρώτη Χριστιανή της Μακεδονίας
πολιτογραφείται στην την Βασιλεία των Ουρανών. Τώρα
είναι το πρώτο μέλος της πρώτης Εκκλησίας της Ελλάδος. Η
καρδία της λουσμένη στο φως και στη χάρη του Θεού,
πλημμυρίζει από αισθήματα ευγνωμοσύνης προς αυτούς που
της άνοιξαν τα μάτια της ψυχής, της απεκάλυψαν την
αλήθεια και οδήγησαν τα βήματά της εις την οδών της
σωτηρίας. Πως λοιπόν να τους ευχαριστήσει; Είναι έτοιμη να
προσφέρει τα χρήματά της, την πορφύρα που εμπορεύεται,
το σπίτι της και ό,τι άλλο έχει, για να δείξει την
ευγνωμοσύνη της. Αλλά οι ακτήμονες της Ιουδαίας δεν έχουν
ανάγκη από υλικά αγαθά. Τηρούν την παραγγελία του
Κυρίου. Τίποτε δεν θέλουν για τον εαυτό τους. Όλα για την
δόξα του Θεού. Αυτό είναι το σύνθημά τους. Όμως η
νεοφώτιστη επιμένει. Ζητεί, τουλάχιστον, να δεχθούν την
φιλοξενία : "Ει κεκρίκατέ με πιστήν τω Κυρίω είναι,
εισελθόντες εις τον οικόν μου μείνατε* και παρεβιάσατο
ημάς". (Πραξ.16,15). Τόσο πολύ επέμεινε η Λυδία, ώστε ο
Παύλος με την συνοδεία του αναγκάζονται να
ικανοποιήσουν το αίτημά της και δέχονται την φιλοξενία.

  Η Λυδία τα προσφέρει όλα στο το έργο της Εκκλησίας. Τι
αξίζουν όμως όλα αυτά μπροστά στην άλλη προσφορά, στην
προσφορά του εαυτού της; Η Λυδία δεν ανήκει πλέον εις τον
εαυτό της. Ανήκει στον Χριστό. Είναι το πρόβατο του
Χριστού, είναι η μαθήτρια του Ναζωραίου. Η καρδιά της
είναι αιχμάλωτος της αγάπης του Χριστού. Απ' εδώ και πέρα
αφοσιώνεται εις το έργον της ιεραποστολής. Οδηγεί τους
δικούς της πρώτα εις την νέα πίστη και επιδίδεται
συστηματικά εις τον ευαγγελισμό και άλλων ψυχών. Γίνεται
Σαμαρείτις των Φιλίππων και αναδεικνύεται ζωντανό μέλος
της Εκκλησίας. Εργάζεται με όλες τις δυνάμεις της εις τα
διακονήματα της Εκκλησίας και δίδει την παρουσία της σε
όλες τις ευγενείς κοινωνικές εκδηλώσεις. Έτσι εργαζόμενη
και ζώσα σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, παραδίδει το
πνεύμα της και απέρχεται του ματαίου τούτου κόσμου,
δοξάζουσα το υπερύμνητο όνομα του Κυρίου.

  Η Εκκλησία μας ενέγραψε το όνομά της εις τα βιβλία των
αγίων της και τιμά την μνήμην της την 20ην Μαΐου.



                     Η ΑΓΙΑ ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΣ ΘΕΚΛΑ

                       1. Ποιά ήταν η Αγία
Η Αγία Θέκλα η ένδοξος, η Πρωτόαθλος και Πρωτομάρτυς,
εγεννήθηκε στο Ικόνιο της Μικράς Ασίας. Ήταν κόρη της ευγενούς
και επιφανούς Ελληνίδας Θεόκλειας, έζησε δε κατά τους
Αποστολικούς χρόνους. Επίστευε στα είδωλα, όπως και η μητέρα
της και ήταν αρραβωνιασμένη με ένα νέο άρχοντα της πόλεως του
Ικονίου, που λεγόταν Θάμυρις. Με τούτον επρόκειτο εντός ολίγου
να τελέσει τους γάμους της. Οι γάμοι όμως αυτοί δεν έγιναν γιατί ο
Πανάγαθος Κύριος βλέποντας την αγαθή προαίρεση της και την
καθαρή ψυχή της την απεμάκρυνε από την ειδωλολατρία, με τρόπο
θαυμαστό, και την οδήγησε όχι μόνο στη σωτηρία, αλλά και στην
αγιωσύνη.
Ιδού, πως ο Κύριος εκάλεσε πλησίον Του τη 18έτηδα ωραιότάτη και
πλούσια ειδωλολάτρισσα παρθένο Θέκλα.
         2. Ο Απόστολος Παύλος πηγαίνει στο Ικόνιο
Την εποχή εκείνη, ο Απόστολος Παύλος έκανε περιοδείες σε πόλεις
της Μικράς Ασίας κηρύττοντας το Ευαγγέλιο του Χριστού. Μια μέρα,
λοιπόν, έφθασε και στο Ικόνιο, την πατρίδα της Αγίας,
προερχόμενος από την Αντιόχεια. Το μέγα κήρυκα και Ευαγγελιστή
της αλήθειας, την πολύφθογγο σάλπιγγα του Χριστού
ακολουθούσαν οι μαθητές του, Δήμας και Ερμογένης. Και οι δυό
τους ήσαν πονηροί και υποκριτές, ευλαβούμενοι μόνο - φαινομενικά
- τον Απόστολο. Ο θείος Παύλος, ως μιμητής του Ιησού Χριστού και
αγαθός άνθρωπος, δεν είχε πονηρία μέσα του και τους αγαπούσε ως
αδελφούς του. Με ευχαρίστηση τους δίδασκε όλη την ένσαρκο
οικονομία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Δηλαδή, πως του
αποκαλύφθηκε ο Κύριος ενώ βάδιζε προς τη Δαμασκό, τι έμαθε από
τους άλλους Αποστόλους και πως πίστευσε σ' Εκείνον.
α. Φιλοξενία στο σπίτι του ευσεβούς Ονησίφορου
Την άφιξη του Παύλου στο Ικόνιο, μόλις πληροφορήθηκε ένας
κάτοικος που έμενε εκεί και ήταν ευσεβής και πιστός άνθρωπος ο
Ονησίφορος, έτρεξε αμέσως με τη γυναίκα του και τα παιδιά του
προς συνάντηση του. Ο Ονησίφορος δεν είχε δει άλλη φορά τον
Απόστολο Παύλο. Είχε όμως μάθει τα χαρακτηριστικά του από τον
Τίτο, το μαθητή του Παύλου. Ότι ήταν ένας μικρόσωμος άνδρας,
φαλακρός και καμπυλομύτης, όμως ήταν ευλογημένος, και γεμάτος
Πνεύματος Αγίου και Χάριτος. Μόλις τον αντίκρυσε, τον αναγνώρισε
από τα χαρακτηριστικά που αναφέραμε και του είπε:
- Χαίρε, υπηρέτη του ευλογημένου Χριστού.
Ο δε Παύλος αποκρίθηκε:
- Η χάρη του σπιτιού να σκεπάζει το σπίτι σου.
Τότε ο Δήμας και Ερμογένης χολωθέντες από τον χαιρετισμό του
Ονησιφόρου, είπαν:
- Άραγε δεν είμαστε και εμείς δούλοι του Χριστού; Γιατί εχαιρέτησες
μόνο αυτόν( τον Παύλο);
Ο Ονησιφόρος, καταλαβαίνοντας την κακία τους, παρενέβη αμέσως:
- Εγώ δεν βλέπω σε σας καρπό δικαιοσύνης· όμως, καλώς ήλθετε·
κοπιάστε και σείς στο σπίτι μου ν' αναπαυθήτε.
Ακολούθως, ο Παύλος και οι δύο συνοδοί του πήγαν στο σπίτι του
Ονησιφόρου, όπου τους παρέθεσε τραπέζι και τους φιλοξένησε με
ιδιαίτερη φροντίδα για αρκετές ημέρες.
β. Κηρύττει το Ευαγγέλιο και εξαίρει την παρθενία
Από την πρώτη κιόλας ώρα στο σπίτι του Ονησιφόρου έγινε ένα ιερό
βήμα, από το οποίο ο Απόστολος του Χριστού εκήρυττε για τον
Θεάνθρωπο και το Ευαγγέλιο Του. Τόση μάλιστα ήταν η απήχηση
των λόγων του Παύλου για τη νέα θρησκεία, ώστε στο σπίτι κάθε
μέρα προσήρχοντο πολλοί ακροατές. Ένα βράδυ ο Παύλος στο
κήρυγμα του εξύψωσε την εγκράτεια και παρθενία, λέγοντας,
μεταξύ των άλλων·
" Μακάριοι, όσοι έχουν καθαρή την καρδία τους, διότι, αυτοί θα
δουν τον Θεό. Μακάριοι οι σώφρονες και εγκρατείς, οι οποίοι δεν
εμόλυναν την παρθενία τους· διότι αυτοί γίνονται ναοί και
κατοικητήρια του Αγίου Πνεύματος. Μακάριοι εκείνοι, που έλαβαν
το θείο βάπτισμα και ετήρησαν τα σώματα τους άσπιλα και καθαρά
ως τέλους, διότι αυτοί θα αξιωθούν μεγάλης δόξας στον Παράδεισο
και δεν θα δοκιμάσουν καμιά βάσανο της αιώνιας κολάσεως."
  3. Η Θέκλα συναρπάζεται από το κήρυγμα του Αποστόλου
                         Παύλου
Μεταξύ των πολλών ακροατών ήταν και η Θέκλα. Στην ομιλία
βρέθηκε από περιέργεια. Η συρροή του κόσμου, που με τόση δίψα
έτρεχε ν' ακούσει για τη νέα θρησκεία, της προσέλκυσε την
προσοχή. Ήταν τότε η Θέκλα μια νεαρή, σεμνή και ευειδέστατη
παρθένος. Την ημέρα, βέβαια, δεν είχε το θάρρος να εισέλθει στο
σπίτι του Ονησιφόρου, διότι μπορούσε να γίνει αντιληπτή από τη
μητέρα της, η οποία ήταν ειδωλολάτρισσα και θ' αντιδρούσε. Γι'
αυτό μόλις νύχτωσε, επωφελήθηκε το σκότος και πήγε κρυφά ν'
ακούσει τον Απόστολο Παύλο. Στάθηκε κοντά στην πόρτα και άκουε
με προσοχή την πρωτάκουστη διδασκαλία του Χριστού, χωρίς να
βλέπει τον εξαίρετο Χριστιανό κήρυκα.
Τα ζωήρρυτα και γλυκύτατα εκείνα λόγια του, όντως, την
σαγήνευσαν, ώστε αλλοίωσαν την καρδιά της και την γέμισαν με
θείο έρωτα. Παραδόξως, ξέχασε κάθε πρόβλημα της και άρχισε να
κάνει σοβαρές σκέψεις για τη σωτηρία της ψυχής της.
Τα θεόπνευστα λόγια που άκουσε, περί εγκρατείας και παρθενίας,
επηρέασαν τόσο πολύ το πνεύμα της, ώστε και το άλλο βράδυ
επανήλθε στο κήρυγμα. Επειδή όμως, ο συναρπαστικός λόγος του
Αποστόλου αργούσε, καθυστέρησε να επιστρέψει στο σπίτι της που
την περίμενε η μητέρα της.
Η πανέξυπνη Θέκλα δεν ανησυχούσε, γιατί την είχε κατασκοπεύσει
και εγνώριζε που βρισκόταν. Αλλά και η ίδια δεν της απέκρυψε την
αλήθεια, όταν ρωτήθηκε.
 4. Ομολογεί οτι είναι Χριστιανή και αρνείται να παντρευτεί
Της ομολόγησε ευθέως, οτι καθυστέρησε, διότι παρακολουθούσε το
κήρυγμα ενός Χριστιανού, ονομαζόμενου Παύλου. Η μητέρα της
εκνευρίστηκε κι άρχισε να βρίζει τη Χριστιανική Θρησκεία και τους
οπαδούς της. Η Θέκλα με ηρεμία της είπε, οτι την είχε ελκύσει η
διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου και οτι πιστεύει κι αυτή στο
Χριστό, διότι είναι ο αληθινός Θεός. Την παρακάλεσε δε να μην
βρίζει.
Η αυταρχική Θεόκλεια, μόλις άκουσε τα λόγια αυτά από την κόρη
της, έγινε έξω φρενών, ξέσπασε σε βρισιές, κραυγές, απειλές και
κλάματα. Δεν μπορούσε ποτέ να ανεχθεί αυτή την προσβολή της
αλλαξοπιστίας της κόρης της. Αφού σκέφθηκε λίγο, κατέστωσε ένα
σχέδιο, το οποίο πίστευε οτι θα έφερνε το ποθούμενο αποτέλεσμα.
Χωρίς χρονοτριβή, κάλεσε τον μνηστήρα της Θέκλας, τον άρχοντα
Θάμυρι και του είπε, οτι θα ήταν καλό οι γάμοι με την κόρη της να
γίνουν, όσο το δυνατό πιό σύντομα. Εκείνος δέχτηκε την πρόταση
της Θεόκλειας με μεγάλη χαρά.
Ο Θάμυρις κατόπιν πλησιάζει τη Θέκλα και άρχισε με τα
συνηθισμένα ερωτικά λόγια να την παρακαλεί να κάνουν τους
γάμους τους. Αλλά ματαίως! Στις θερμές παρακλήσεις του και τις
συνεχείς πιέσεις της μητέρας της δίνει αρνητική απάντηση. Ήθελε
να μείνει παρθένος. Η διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου περί
παρθενίας την είχε συναρπάσει. Την καρδιά της την είχε δώσει
οριστικά στο Θεάνθρωπο Ιησού. Επιθυμούσε να γίνει νύμφη
Χριστού. Τα εγκόσμια πιά δεν την συγκινούσαν. Ο Θάμυρις, αφού
είδε, οτι με το καλό δεν μετεπείθετο, άρχισε τις φοβέρες. Αλλά
εκείνη παρέμενε ακλόνητη στην απόφαση της και δεν του
απαντούσε. Για τη μεταστροφή της είχαν στενοχωρηθεί όλοι οι
συγγενείς της. Η μακαρία, χωρίς καθόλου να κλονισθεί, συνέχισε να
παρακολουθεί τακτικώτατα τα κηρύγματα του Παύλου.
 5. Ο μνηστήρας της στρέφεται κατά του Αποστόλου Παύλου
Ο Θάμυρις, μετά την απροσδόκητη συμπεριφορά της Αγίας και τη
δήλωση της οτι είναι Χριστιανή, θύμωσε και ήθελε να ερευνήσει
ποιός ήταν αυτός ο Παύλος, ο οποίος απορρόφησε το νου της και
διέστρεψε την καρδιά της. Το ερωτικό του πάθος για τη Θέκλα και
το μίσος του για τον Παύλο δεν τον άφηναν να ησυχάσει.
Ξεκίνησε λοιπόν, με πολλή περιέργεια να δει με τα μάτια του το
λαοπλάνο κήρυκα. Ο διδάσκαλος αυτός ήταν ένας κοντός,
φαλακρός άνδρας, και δεν είχε ωραία εξωτερική εμφάνιση. Παρ'
όλα αυτά, η μορφή του είχε μια υπέροχη έκφραση. Αλλά ο Θάμυρις
δεν είχε οφθαλμούς πνευματικούς για υψηλότερες παρατηρήσεις.
Ώστε αυτός ο ανθρωπάκος τα κατάφερε να γίνει αιτία όλου αυτού
του κακού εις βάρος του άρχοντα Θαμύριδος. Δεν πειράζει
σκέφθηκε. Υπάρχει τρόπος να τον "διορθώσει", να απαλλαγεί από
την παρουσία του.
Κάποια ημέρα γνωρίσθηκε με τους δύο συνοδούς του Παύλου, το
Δήμα και τον Ερμογένη. Δεν πέρασε πολλή ώρα και αντιλήφθηκε,
οτι δεν ήταν πιστοί άνθρωποι, διότι το πνεύμα τους ήταν
υπερήφανο και η καρδιά τους φθονερή. Παρ' οτι ήταν μαθητές του
Παύλου, εντούτοις διαπίστωνε, οτι αυτοί δεν μπορούσαν να
ανεχθούν την υπεροχή του, αλλά και τη μεγάλη ευλάβεια που
έδειχνε ο κόσμος προς αυτόν. Ήταν δε πρόθυμοι, οχι μόνο να
στεναχωρήσουν με τη συμπεριφορά τους το διδάσκαλο τους, αλλά
και να συνεργήσουν στην καταστροφή του έργου του.
   6. Συλλαμβάνεται ο Απόστολος Παύλος και φυλακίζεται
Ως γνωστόν, ο Παύλος δεν πολεμούσε τον γάμο. Απεναντίας τον
συνιστούσε τονίζοντας ιδιαίτερα, οτι είναι μεγάλο μυστήριο, το
οποίο ενώνει τον άνδρα με τη γυναίκα, κατά τον τύπο του Χριστού
που αγαπάει και είναι ενωμένος με την Εκκλησία Του. Προκειμένου
όμως, περί ανθρώπων, που προτιμούσαν τον παρθενικό βίο, ο
οποίος είναι ανώτερος από το γάμο, τότε επεδοκίμαζε την
εγκράτεια, την αγνότητα, την παρθενία. Δεν επέβαλλε την
παρθενία, ούτε παρακινούσε κανένα προς αυτήν· απλώς την
ενέκρινε. Ο Ερμογένης και ο Δήμας, κατά τη σύσκεψη που είχαν με
τον Θάμυρι, ανέφεραν τα εξής για τον Παύλο και τη διδασκαλία
του:
- Εμείς δεν γνωρίζουμε από που είναι αυτός. Πάντως, συνεχώς
διδάσκει, οτι όποιος φυλάξει παρθενία θα μείνει αθάνατος και με τα
λόγια αυτά παρασύρει τις γυναίκες και χωρίζουν από τους άντρες,
καθώς το έπαθε και η Θέκλα. Αλλά αν θέλεις να την φέρεις στο
θέλημα σου, πήγαινε στον ηγέμονα της πόλεως, διέβαλε
(κατηγόρισε ψεύτικα) τον Παύλο να τον τιμωρήσει, καθώς του
πρέπει, οπότε θα φοβηθεί η μνηστή σου και δεν θα σε εγκαταλείψει.
Μετά τις πληροφορίες αυτές και υποδείξεις ο Θάμυρις τους εκάλεσε
και τους παρέθεσε δείπνο. Το άλλο πρωί όρμησε σαν άγριο θηρίο με
όχλο πολύ στο σπίτι του Ονησιφόρου. Άρπαξε τον Παύλο και τον
πήγε στον ηγέμονα, κατηγορώντας τον, οτι είναι κακοποιό στοιχείο
και πλανεύει τις γυναίκες και τις χωρίζει από τους άνδρες τους.
Επίσης, οτι επιβάλλει την αγαμία, οτι διαλύει τον γάμο, οτι
ανατρέπει το θεσμό της οικογένειας και οτι καταδικάζει το
ανθρώπινο γένος σε αφανισμό.
Ο ηγέμονας Καστίλλιος, αφού άκουσε για λίγο την απολογία του
Παύλου, έδωκε εντολή να τον δέσουν και μετά να τον φυλακίσουν.
Είχε επιθυμία να τον ανακρίνει ο ίδιος έπειτα από μερικές ημέρες.
 7. Η Θέκλα επισκέπτεται τον Απόστολο Παύλο στη φυλακή
Από την πρώτη κιόλας στιγμή, το δέσμιο Παύλο τον επισκέπτονταν
πολλοί. Η Θέκλα, μόλις έμαθε τη φυλάκιση του, συγκλονίσθηκε.
Μετά δε από σκέψη έλαβε μια δεύτερη απόφαση, ηρωική. Όχι μόνο
να μείνη παρθένος αλλά και να μαρτυρήσει για την αγάπη του
Χριστού. Πρώτο μέλημα της ήταν να επισκεφθεί, το ταχύτερο, τον
κρατούμενο διδάσκαλο της. Αφού πήρε μαζί της όλα τα στολίδια της
και τα μαργαριτάρια της, πήγε μεσάνυχτα στη φυλακή. Τα έδωσε
στον δεσμοφύλακα με τη συμφωνία να βλέπει ελεύθερα το
φυλακισμένο Απόστολο. Εκείνος δέχτηκε και την άφησε να τον δεί.
Ο θείος Παύλος, μόλις την είδε, ευχαριστήθηκε, διότι του δινώταν η
ευκαιρία να συμπληρώση την κατήχηση της. Ο Απόστολος του
Χριστού, τη φυλακή την είχε κάνει άμβωνα και εκήρυττε θαρραλέα
το λόγο του Θεού. Η Θέκλα, με τόσο πόθο άκουγε τα λόγια του,
ώστε της εφαίνετο ο Απόστολος, σα να ήταν ο ίδιος ο Κύριος.
Το πρωί η μητέρα της και οι συγγενείς τους, όταν είδαν οτι
απουσίαζε από το σπίτι της, βγήκαν και έψαχναν σ' όλη την πόλη.
Νόμιζαν οτι έφυγε με κακό σκοπό και οτι ήταν ερωτευμένη. Ο
Θάμυρις, ο πρώην μνηστήρας της, καθώς έψαχνε, πληροφορήθηκε
από κάποιον οτι η Θέκλα βρισκόταν στη φυλακή και συζητούσε μ'
εκείνον τον ξένο κήρυκα. Χωρίς καθυστέρηση, έσπευσε και
πράγματι την βρήκε στο κελλί του Παύλου να κάθεται παρά τους
πόδας του. Η ανεύρεση της στη φυλακή κοντά σ' ένα ξένο, τον
εξαγρίωσε και αφού πήρε μαζί του όχλο πολύ, πήγε στον ηγέμονα.
Πνέοντας άσπονδο μίσος κατά της Θέκλας, την κατήγγειλε οτι ήταν
Χριστιανή και οτι εργαζόταν κατά της θρησκείας των προγόνων της.
Ο Καστίλλιος έδωκε παρ' όλα αυτά εντολή και έφεραν ενώπιον του
τον Απόστολο. Σε λίγη ώρα οδηγήθηκε στο Κριτήριο και η Θέκλα.
Μόλις την αντίκρυσε ο όχλος, ο οποίος είχε μάθει πως έγινε
Χριστιανή κι εγκατέλειψε τον μνηστήρα της, εφώναξε προς τον
άρχοντα:
" Υψηλότατε· δώσε διαταγή να σκοτώσουν αυτό τον μάγο και
γόητα".
Ο ηγέμονας αργότερα τον ανάκρινε τον Παύλο, αλλά δεν τον βρήκε
ένοχο. Απεναντίας, ευχαριστείτο ν' ακούει τα λόγια του. Οι άλλοι
άρχοντες όμως κι ο λαός έβλεπαν με εμπάθεια το σεμνό Παύλο,
διότι υπεκινούντο από το Θάμυρι. Κατόπιν αυτού, ο Καστίλλιος, παρ'
οτι έβλεπε με συμπάθεια τον Χριστιανό κήρυκα και ήθελε να τον
αφήσει, δεν το αποτολμούσε, γιατί φοβόταν το μαινόμενο πλήθος.
        8. Η Θέκλα επιθυμεί να κηρύξει το Ευαγγέλιο
Η συμπεριφορά του Θαμύριδος, όσο και του όχλου δεν επηρέασαν
καθόλου τη Θέκλα στην απόφαση της να μείνει άγαμος. Ιδιαίτερα,
μετά απ' αυτά δεν ήθελε για κανένα λόγο ν' ακούσει για γάμο και
μέλιστα με άνδρα ειδωλολάτρη. Η ψυχή της είχε κατεφλεγεί από
έρωτα διαδόσεως του Ευαγγελίου. Αφού το διδάχθη και το
πίστευσε, δεν μπορούσε να αποσιωπήσει. Ήθελε να το διαλαλήσει
και να το κηρύξει παντού. Το κήρυγμα του όμως, θα είχε ως
αποτέλεσμα διώξεις, ενδεχομένως δε και μαρτύρια. Επομένως,
μπορούσε να γίνει Απόστολος του Χριστού και να είναι παντρεμένη;
Γι' αυτό όταν την ρώτησε ο ηγέμονας:
- Γιατί δεν θέλεις τον μνηστήρα σου;
Εκείνη έκρινε σκόπιμο να σιωπήσει. Ο Θάμυρις, μετά την τελευταία
άρνηση της Θέκλας, εξοργίσθηκε πάρα πολύ και ωρύετο.
Αλλά κι αυτή η μητέρα της στάθηκε αμείλικτη. Πωρωμένη κι άπονη
όπως ήταν, έφθασε σε τέτοιο σημείο παραλογισμού ώστε να
φωνάξει προς τον άρχοντα:
- Καύσε την άνομη στο μέσο του θεάτρου, για να φοβηθούν και οι
άλλες γυναίκες, να μη καταφρονούν τους άνδρες τους.
Την ήθελε νεκρή παρά Χριστιανή. Ο σατανάς την τύφλωσε κι έχασε
κάθε ίχνος μητρικής στοργής και αγάπης. Αλήθεια, τι αναισθησία!
           9. Διατάσσεται το κάψιμο της στο θέατρο
Όταν ο Καστίλλιος είδε, οτι όλο το πλήθος, αλλά και οι συγγενείς
της, ακόμη δε και η μητέρα της την κατεδίκαζαν, έβγαλε απόφαση
να την κάψουν ζωντανή μέσα στο θέατρο του Ικονίου, μπροστά σ'
όλο τον κόσμο της πόλεως. Ακολούθως, για να ικανοποιήσει τον
όχλο, διέταξε να φραγγελώσουν τον Παύλο και έπειτα να τον
διώξουν από την πόλη.
Μετά την καταδικαστική απόφαση εις βάρος της Θέκλας, ο ηγέμονας
σηκώθηκε από το θρόνο του και πήγε στο θέατρο, ακολουθούμενος
από πολύ πλήθος. Όλοι ήθελαν να δουν πως θα καιόταν η νεαρή
Χριστιανή.
Η ευλογημένη Θέκλα κι ενώ βρισκόταν στο μέσο του θεάτρου κι
όλος ο κόσμος περίμενε με αγωνία να δει το φρικτό της θάνατο,
ζούσε στο δικό της κόσμο. Παραδόξως, δεν σκεπτόταν τίποτε άλλο,
παρά τον πνευματικό της πατέρα και το Νυμφίο της Χριστό. Δεν
φοβόταν το θάνατο. Δε λογάριαζε τις πύρινες γλώσσες, που θα τις
κατέκαιαν σε λίγο το σώμα. Επιθυμούσε, όσο το δυνατό νωρίτερα,
να συναντήσει το Σωτήρα Χριστό. Αλλά ο Κύριος, έκρινε, οτι έπρεπε
να Τον δει κι εδώ στη γή, για να πάρει θάρρος. Γι' αυτό και
εμφανίσθηκε μπροστά της την κρίσιμη αυτή ώρα.
                  10. Εμφανίζεται ο Χριστός
Η θαρραλέα Θέκλα, καθώς φευγαλέα ρίχνει το βλέμμα της στο
πλήθος, βλέπει κάτι θαυμαστό. Βλέπει να εμφανίζεται ο Δεσπότης
Χριστός, με τη μορφή του Παύλου και να κάθεται ανάμεσα στον
όχλο (λαό). Αμέσως, παίρνει δύναμη και λέγει μέσα της:
" Επειδή είμαι ολιγόψυχη και ανυπόμονη, ήλθε ο διδάσκαλος μου
Παύλος να με ενθαρρύνει".
Αλλά ενώ έκανε αυτή τη σκέψη, ξαφνικά, είδε τον Κύριο ν'
ανεβαίνει στους Ουρανούς. Τότε βεβαιώθηκε, οτι η διδασκαλία του
Παύλου ήταν αληθινή. Έτσι μετά την εμφάνιση του Χριστού,
πορεύεται με θάρρος αλλά και αγαλλίαση προς το μαρτύριο.
Οι νέοι και οι νέες συγκέντρωσαν ξύλα για ν' ανάψουν τη φωτιά και
οι μεγάλες φλόγες υψώθηκαν στη μέση του θεάτρου. Για να
εξευτελίσουν τη Μάρτυρα, την εγύμνωσαν και την οδήγησαν
μπροστά στην τεράστια φωτιά. Εκείνη με ψυχραιμία έκανε το σημείο
του Σταυρού και πήδησε στο μέσον των φλογών. Ο ηγέμονας,
βλέποντας το κάλλος και την πραότητα της παρθένου, εξεπλάγη και
λυπήθηκε πολύ:
- Κρίμα, είπε, να χαθεί αυτή η πανέμορφη παρθένα.
Τόσο δε πόνεσε η ψυχή του ώστε δάκρυσε.
  11. Η Θέκλα δεν καίεται και η φωτιά σβήνεται από βροχή
Η μεγαλόψυχη κόρη φλεγόμενη από θεϊκό έρωτα δε φοβήθηκε
καθόλου από τη φωτιά. Έχοντας συνεχώς στραμμένα τα χέρια και
τα μάτια προς τον ουρανό προσευχόταν νοερά και περίμενε θεϊκή
βοήθεια. Και πράγματι αυτή δεν άργησε να έρθει. Ω του θαύματος!
 Οι φλόγες, αντί να κατακάψουν, την εδρόσιζαν. Ηγέμονας και λαός
έμειναν άναυδοι. Παρευθύς, ακολούθησε κι άλλο θαύμα.
Απότομα συννέφιασε και αστραπές αυλάκωσαν τον κατάμαυρο
ουρανό. Σκότο κάλυψε την πόλη κι άρχισε να πέφτει ραγδαία βροχή
εν μέσω βροντών, η οποία έσβησε τη φωτιά. Συγχρόνως δε έπεσε
τόσο πολύ και μεγάλο χαλάζι στο θέατρο που σκότωσε πολλούς.
Κατάπληκτος και τρομαγμένος ο όχλος τράπηκε σε φυγή, ενώ η
Μάρτυς, χωρίς να πάθει τίποτε, ντύθηκε τα ρούχα της και
απαρατήρητη, λόγω της μεγάλης συγχύσεως που επικρατούσε,
έφυγε από το στάδιο, αλλά και από την πόλη.
    12. Η Αγία αναζητά και βρίσκει τον Απόστολο Παύλο
Αφού σώθηκε, με τη βοήθεια του Κυρίου, έπρεπε να αναζητήσει με
κάθε τρόπο και να βρει τον Απόστολο Του. Ανησυχούσε για τη ζωή
του, γι' αυτό ρωτούσε να μάθει που βρισκόταν.
Ο φιλόθεος Παύλος, όπως προαναφέραμε, αφού μαστιγώθηκε κατ'
εντολή του ηγέμονα, εκδιώχθηκε από το Ικόνιο. Ο ευσεβέστατος
Ονησίφορος δεν τον άφησε να φύγει μόνος, αλλά τον ακολούθησε
με την σύζυγο του και τα παιδιά του. Μόλις βγήκαν από την πόλη,
κρύφτηκαν σ' ένα παλαιό τάφο ( παλιά οι τάφοι ήταν σαν σπηλιές
μέσα σε βράχους), και προσεύχονταν για τη σωτηρία της Θέκλας.
Παρέμειναν εκεί, για τρείς ημέρες, νηστικοί.
Ένα όμως από τα παιδιά του Ονησίφορου, μη ανέχοντας άλλο την
πείνα, είπε προς τον Απόστολο:
- Κύριε, ο πατέρας μας δεν φροντίζει πλέον για μας και όπως
βλέπεις πεθαίνουμε από την πείνα. Σε παρακαλώ βοήθησε μας.
Ο πονόψυχος Παύλος, έβγαλε το επανωφόρι του και του το έδωσε
να το πωλήσει, για να πάρει ψωμιά. Το παιδί, καθώς πήγαινε προς
την αγορά συνάντησε τη Θέκλα. Μόλις την είδε υγιέστατη κι
ελεύθερη, παραξενεύθηκε, διότι νόμιζε οτι την είχαν κάψει στο
θέατρο. Αφού του εξήγησε πως την ελύτρωσε ο Κύριος, ζήτησε
πληροφορίες περί του Αποστόλου Παύλου. Τότε ο αδελφός της όλο
χαρά, της λέει:
- Έλα μαζί μου και θα σε πάω στον τάφο που κρύβεται. Παρ' οτι έχει
μέρες νηστικός προσεύχεται στο Θεό για σένα.
Τον ακολούθησε και όταν μπήκε η Αγία στο μνημείο, βρήκε τον
Παύλο γονυκλινή και να προσεύχεται για τη σωτηρία της.
Συγκινημένη ευχαρίστησε το Θεό, που την αξίωσε να ξαναβρεί το
διδάσκαλο της, τον καλό πνευματικό της πατέρα.
Αλλά και ο Παύλος χάρηκε πολύ. Η προσευχή του είχε εισακουσθεί
και είπε:
- Ο Κύριος, είναι μαζι μας. Σ' ευχαριστώ καρδιογνώστα Θεέ μου,
διότι άκουσες τη δέηση μου.

Μετά από αυτή τη συνάντηση, η χαρά όλων ήταν απερίγραπτη.
Αφού έφαγαν από το ψωμί που έφερε ο νέος, η Θέκλα ζήτησε την
ευλογία του Αποστόλου:
- Σε παρακαλώ, σφράγισε με με τη σφραγίδα του Σταυρού, κι
ελπίζω σ' Αυτόν, οτι δεν θα με αγγίζει κανένα βάσανο.
- Κάμε υπομονή, της απάντησε, και θα έλθη σ' εσένα η δωρεά του
Θεού.
Έπειτα ο Παύλος απευθύνθηκε προς τον αγαπητό του Ονησίφορο
και με ύφος μειλίχιο, του είπε:
- Είναι καιρός να φύγετε για το σπίτι σας. Ευχαριστώ θερμά για την
αγάπη όλων σας. Εγώ θα πάω, όπου με προστάξει ο Κύριος.
13. Ο Απόστολος Παύλος και η Θέκλα πηγαίνουν στην
                        Αντιόχεια
Μετά τη σύσταση αυτή ο Ονησίφορος πήρε την οικογένεια του και
επέστρεψε σπίτι του, στο Ικόνιο. Ο δε Παύλος με τη Θέκλα
ανεχώρησαν για την Αντιόχεια. Παρ' οτι η Θέκλα δεν περιποιείτο
καθόλου την ομορφιά της, εντούτοις διατηρείτο τόσο ανθηρή, ώστε
ένας ειδωλολάτρης από τους επισημότερους της πόλεως,
ονομαζόμενος Αλέξανδρος, Σύρος στην καταγωγή, μόλις την είδε
τόσο την ερωτεύθηκε, που την φίλησε. Εκείνη τον απώθησε,
αρνηθείσα να δεχτεί τις προστάσεις τους για να τον παντρευθεί. Ο
Αλέξανδρος παράφορα ερωτευμένος επανέλαβε την αναιδή
απόπειρα των περιπτύξεων και αργότερα, όταν την ξανασυνάντησε.
Αλλά η Θέκλα του ξέσχισε τη χλαμύδα και στη συνέχεια τον
γελοιοποίησε, όταν του πήρε από το κεφάλι " το εορτάσιμο στεφάνι"
και το έρριψε κάτω.
     14. Η Θέκλα καταδικάζεται σε θάνατω ως ιερόσυλος
Γι' αυτή της την πράξη κατηγορήθηκε ως ιερόσυλος και
καταδικάσθηκε από τον Ανθύπατο της πόλεως σε θάνατο. Μετά από
τρείς ημέρες θα την έριχναν στα θηρία. Η Αγία κατόπιν
παρακλήσεων της, πέτυχε έγκριση του Ανθύπατου να την
παραδώσουν μέχρι τον θάνατο της σε μιά έντιμη γυναίκα. Έτσι, την
παρέδωσαν σε μιά ευγενέστατη και πλούσια χήρα, ονομαζόμενη
Τρύφαινα, της οποίας η μονάκριβη κόρη Φαλκονίλλα είχε πεθάνει
πριν λίγες ημέρες. Η Τρύφαινα, βλέποντας το αγγελικό πρόσωπο
της Θέκλας και ακούοντας μελίρρυτα λόγια επί τρείς ημέρες, τόσο
πολύ αγάπησε την παρθένο που δεν ήθελε να την αποχωρισθεί και
έκλαιε, όταν την οδηγούσαν για τα θηρία. Θέλοντας δε να δει πιό θα
ήταν το τέλος της Μάρτυρος, την ακολούθησε στο αμφιθέατρο με
άλλες γυναίκες. Πολλές νέες έκλαιαν, επειδή τη συμπονούσαν και
σχολίαζαν δυσμενώς της εις βάρος της καταδίκη.
     α. Την ρίχνουν σε θηρία αλλά αυτά δεν την εγγίζουν
Οι δήμιοι έδεσαν την Αγία και την άφησαν στο μέσο του
αμφιθεάτρου. Έπειτα απέλυσαν μια αγριώτατη λέαινα, η οποία μόλις
έφθασε κοντά στην Αγία, μετέβαλε την αγριότητα της σε πραότητα
και της έγλειφε τα πόδια.
Στο θέατρο είχε τοποθετηθεί και πινακίδα στην οποία ανεγράφετο ο
λόγος που την έρριχναν στα θηρία.
" Ως ιερόσυλος καταδικάσθηκε σε θάνατο".
Αυτά βλέποντας ο όχλος εφώναξε οτι η καταδίκη είναι άδικη. Τότε η
Τρύφαινα, δυναμωμένη από τη θεία Χάρη, μπήκε άφοβα στο
θέατρο, πήρε την πιστή Θέκλα και πήγαν χαρούμενες στο σπίτι της.
Τη νύχτα εκείνη η Τρύφαινα είδε στον ύπνο της, κατ' οικονομία
Θεού την κόρη της Φαλκονίλλα, η οποία της είπε:
- Μητέρα μου, αγάπα την Θέκλα και έχε την αντί για εμένα κόρη
σου, διότι είναι δούλη του Θεού και μπορεί να προσευχηθεί και να
με βάλει ο Κύριος στον τόπο των δικαίων.
Το πρωί, η Αγία, μόλις πληροφορήθηκε το όνειρο, προσευχήθηκε
και παρακάλεσε τον Κύριο ν' αναπαύσει τη Φαλκονίλλα μαζί με τους
δίκαιους, κατά το άγιο θέλημα Του.
Η καλοκάγαθη Τρύφαινα πολύ χαιρόταν, που είχε γνωρίσει και
φιλοξενούσε την αγνή Θέκλα. Αλλά η χαρά της δεν άργησε να
μεταβληθεί σε λύπη. Έξαφνα, καταφθάνει στο σπίτι της ένας
απεσταλμένος και της λέει:
- Κυρία, ο Ανθύπατος κάθεται στο Κριτήριο και όλος ο δήμος
συγκεντρώθηκε για να δουν το θάνατο της Θέκλας. Στείλε της,
λοιπόν, το ταχύτερο.
Η Τρύφαινα, όχι μόνο δεν τη έδωσε, αλλά και τον ύβρισε και τον
έδιωξε. Σε λίγο κατέφθασαν υπηρέτες του Ανθύπατου για να την
πάρουν με τη βία. Μη μπορώντας ν' αντισταθή στην παράδοση της
Θέκλας, άρχισε να κλαίει:
- Αλλοίμονο μου, έλεγε! Πρίν λίγες ημέρες συνόδευσα στον τάφο
την Φαλκονίλλα μου και τώρα, πάλι χάνω, εσένα, τη δεύτερη
αγαπημένη μου κόρη!!
Η Αγία συγκλονισμένη! από την αγάπη και τη θυσία της Τρύφαινας,
εδάκρυσε και κοιτάζοντας προς τον Ουρανό είπε:
- Κύριε μου και Βασιλεύ, Σε ικετεύω, αντάμειψε την φιλεύσπλαχνη
Τρύφαινα για την αγάπη που μου έδειξε και γιατί εφύλαξε την
αγνότητα μου.
Η Μάρτυς φθάνει στο θέατρο. Κατά την είσοδο της έγινε μεγάλος
θόρυβος. Ο λαός διαμαρτυρήθηκε έντονα, διότι άδικα οδηγείτο και
πάλι στο μαρτύριο. Οι δήμιοι όμως, ψυχροί και άπονοι την άρπαξαν
βίαια, την εγύμνωσαν και την έρριψαν στα θηρία· σε μεγάλα
λιοντάρια και αρκούδες φοβερές. Παραδόξως, μια πολύ άγρια
λέαινα στεκόταν κοντά στην Αγία και δεν άφηνε κανένα θηρίο να
την πλησιάσει. Μάλιστα, κάποια στιγμή, επιτέθηκε και θανάτωσε μιά
αρκούδα, όταν εστράφη αιφνιδίως κατά της
Αγίας. Προς γενική κατάπληξη, όλα τα άγρια θηρία που εξαπέλυσαν
εναντίον της στάθηκαν ήμερα πουλλάκια μπροστά της.
           β. Σε λίμνη με σαρκοβόρα ψάρια σώζεται
Αφού απέτυχαν κι αυτή τη φορά να θανατωθεί η Θέκλα,
απεφάσισαν να τη ρίξουν σε μιά βαθιά και φοβερή λίμνη με
σαρκοβόρα ψάρια. Μπαίνοντας η Αγία στη λίμνη με πίστη και
θάρρος, είπε:
- Στο Όνομα Σου, Κύριε μου Ιησού Χριστέ, λαμβάνω το άγιο
Βάπτισμα.
Ενώ οι γυναίκες έκλαιαν και περίμεναν όλοι να δουν το μαρτυρικό
της τέλος, ο Θεός δεν άφησε αβοήθητη την πιστή δούλη Του.
Έστειλε βοήθεια από τον ουρανό, με μορφή φωτιάς και αστραπών
και ενέκρωσε τα θηρία της λίμνης, ενώ νεφέλη σκέπασε τη Θέκλα
για να μη την βλέπει γυμνή ο παριστάμενος λαός.
Ο Αλέξανδρος χωρίς να συνέλθει και να μετανοήσει μετά από τόσα
θαύματα, λέγει προς τον Ανθύπατο:
- Έχω δύο ταύρους φοβερώτατους και αγριώτατους. Θα τη ρίξω σ'
αυτούς να τη θανατώσουν.
Κι εκείνος αποκρίθηκε:
- Κάμε οτι θέλεις σ' αυτήν· εγώ πλέον δεν θα βάλω το χέρι μου στα
μαρτύρια της.
Την έδεσαν, λοιπόν, και την έβαλαν στους ταύρους. Για να τους
αγριέψουν τους κατέκαιαν με πυρωμένα σίδηρα και τους
κεντούσαν. Αλλά πάλι αυτοί έμειναν ακίνητοι. Η προσευχή της
Μάρτυρος εισακόυσθηκε και ο Θεός τους ημέρεψε και τους έκανε να
αντέξουν την φωτιά και να μην την νιώθουν. Ταυτόχρονα, με τρόπο
θαυμαστό, λύθηκαν και τα δεσμά της. Όπως είδαμε η θεία Χάρη τη
διεφύλαξε από όλους τους κινδύνους . Αυτό έκαμε μεγάλη
εντύπωση στο λαό. Μάλιστα, πολλοί απο τους αυτόπτες μάρτυρες
πίστεψαν στο Χριστό. Τότε ο λαός με μιά φωνή ζήτησε την
απελευθέρωση της πολυδοκιμαζόμενης Θέκλας. Εν τω μεταξύ, η
Τρύφαινα, ζώντας με πόνο από κοντά τα τόσα μαρτύρια της
αγαπημένης της Θέκλας, λιποθύμησε και έπεσε κάτω σαν νεκρή.
                   γ. Την αφήνουν ελεύθερη
Ο Αλέξανδρος, μετά τη λιποθυμία της Τρύφαινας, φοβήθηκε, διότι
ήταν συγγενής του Καίσαρα και διέταξε να ντύσουν τη Θέκλα. Μετά
από λίγο εκάλεσε την Μάρτυρα ιδιαιτέρως, και την ρώτησε, ποιά
είναι και τι ήταν αυτό που έκανε τα θηρία να μην την πειράξουν. Η
Αγία απάντησε, οτι πιστεύει στο Χριστό, που είναι ο αληθινός Θεός.
Κι οτι, όποιος πιστεύει σ' Αυτόν, που είναι ο αρχηγός της ζωής και
του θανάτου, δεν παθαίνει τίποτα. Ο Αλέξανδρος αφού την άκουσε,
την άφησε ελεύθερη.
Η Θέκλα ευχαρίστησε αμέσως το Χριστό για τη σωτηρία της και την
απόκτηση της ελευθερίας της κι έφυγε από την Αντιόχεια.
Αναζητώντας παντού τον Απόστολο Παύλο, τον βρήκε στα Μύρα της
Λυκίας, όπου εκήρυττε. Εκεί, της διευκρίνισε, οτι την εγκατέλειψε
μόνη, για να μην ελπίζει σ' αυτόν, αλλά μόνο στον Σωτήρα Χριστό.
Αργότερα δε, της έκανε και την αποκάλυψη· οτι ήταν θέλημα Θεού
να επιστρέψει ταχέως στην πατρίδα της.
               15. Επιστέφει στην γενέτειρα της
Η ενάρετη Θέκλα, ως καλή μαθήτρια, χωρίς να εναντιωθεί στο
πρόσταγμα του, έκλινε το κεφάλι της, προσκύνησε κι αφού
ευλογήθηκε από τον Απόστολο, επέστρεψε στο Ικόνιο.
Επισκέφθηκε πρώτα τον Ονησίφορο, όπου του διηγήθηκε τα
μαρτύρια της και δοξάζοντας το Θεό είπε:
" Σ' ευχαριστώ, Κύριε Θεέ μου, διότι με φώτισες σ' αυτό το σπίτι και
Σε γνώρισα. Εσύ είσαι ο αληθινός Θεός κι Εσύ με έσωσες από τη
φωτιά και τα θηρία και σε Σένα πρέπει δόξα και προσκύνηση
αιωνίος. Αμήν".
Ο Ονησίφορος με την οικογένεια του πολύ χάρηκαν για τη σωτηρία
της Θέκλας και δόξασαν το Θεό.
Ο Θάμυρις εν το μεταξύ είχε πεθάνει. Μονάχα η μητέρα της ζούσε.
Μάταια, προσπάθησε η Αγία να την πείσει να γίνει Χριστιανή. Η
επιμονή της μητέρας της να παραμείνει στην ειδωλολατρία, την
στεναχόρησε πολύ. Περίλυπη, λοιπόν, ανεχώρησε από το Ικόνιο και
πήγε στο μνημείο, όπου είχε βρεί κρυμμένο τον Απόστολο Παύλο με
τον Ονησίφορο. Εκεί προσευχήθηκε θερμά και παρακάλεσε τον
Κύριο να της δείξη το θέλημα Του.
  16. Ασκητεύει στο όρος Καλαμών· κηρύττει και θεραπεύει
Έπειτα πήγε στη Σελεύκεια. Πλησίον της πόλης υπήρχε ένα βουνό,
που ονομαζόταν Καλαμών. Σ' αυτό μια μέρα την οδήγησε μιά
φωτεινή νεφέλη. Από το θαυμαστό τούτο γεγονός, κατάλαβε, οτι
ήταν θέλημα Θεού να κατοικήσει εκεί. Βρήκε μιά σπηλιά και έζησε σ'
αυτή για πολλά χρόνια, ασκητικώτατα. Υπέμεινε πολλούς σκληρούς
πειρασμούς από τους δαίμονες, αλλά με τη Χάρη του Κυρίου
αναπεξήλθε νικήτρια.
Η φήμη της Αγίας πολύ νωρίς έφθασε στις γύρω πόλεις. Πολλές
γυναίκες, που ήθελαν τη σωτηρία τους, έρχονταν σ' αυτήν ν'
ακούσουν για για τη Χριστιανική θρησκεία. Αρκετές απ' αυτές έγιναν
Χριστιανές, εγκατέλειψαν τα εγκόσμια και ασκήτεψαν κοντά της. Η
ευλογημένη Θέκλα, με τη βοήθεια του Κυρίου άρχισε να κάνει
θαύματα. Να θεραπεύει σωματικές και ψυχικές ασθένειες.
Πρωτοφανές! Πολλοί ασθενείς θεραπεύθηκαν, μόλις πλησίασαν στο
ασκητήριο της. Εδώ, τυφλοί ανέβλεψαν, κουτσοί περπάτησαν,
παράλυτοι σηκώθηκαν και δαιμονισμένοι απαλλάχθηκαν από τα
δαιμόνια. Το κήρυγμα της Μάρτυρος Θέκλας, αλλά κυρίως τα
αναρίθμητα θαύματα της έγιναν αιτία να μετανοήσουν πολλοί και να
βαπτισθούν Χριστιανοί.
Όλοι οι κάτοικοι της Σελεύκειας ήταν ευχαριστημένοι, διότι είχαν
βρει άμισθο ιατρό για κάθε φύσεως ασθένειες τους. Εκείνοι που
στεναχωρούνταν ήταν οι ιατροί, διότι οι αρρώστοι πήγαιναν στην
Αγία Θέκλα και αυτοί κινδύνευαν να φτωχύνουν. Κατόπιν τούτου,
έκαμαν συμβούλιο και είπαν:
" Αυτή η παρθένος είναι ιέρεια της μεγάλης Αρτέμιδος και για την
αγνή ζωή της τη βοηθάει η θεά και κάνει τόσες θεραπείες, Ας τη
μολύνουμε σαρκικά, να χάσει αυτή τη χάρη".
   17. Ιατροί πληρώνουν νέους, για να ατιμάσουν την Αγία
Οι παμμίαροι πλήρωσαν τότε μερικούς ακόλαστους νέους, να πάνε
να τη βιάσουν. Αμέσως, αυτοί πήγαν στο σπήλαιο της και χτύπησαν
την πόρτα. Η Αγία, αν και το εγνώριζε, από Θεία Χάρη, την αιτία,
για την οποία την επισκέφθηκαν, εντούτοις τους ρώτησε, τι
ζητούσαν. Αυτοί οι αναίσχυντοι της απάντησαν, οτι πήγαν για να
κοιμηθούν μαζί της.
Η ευσεβέστατη Θέκλα, μόλις άκουσε τον ανήθικο σκοπό τουςμ
χωρίς να τρομοκρατηθει, τους είπε:
- Εγώ είμαι γερόντισσα, δούλη ταπεινή του Κυρίου μου Ιησού
Χριστού. Εάν θελήσετε να κάνετε κάποιο κακό σε μένα, θα πάθετε
μεγάλη ζημιά.
- Είναι αδύνατον, της αποκρίθηκαν, να επιστρέψουμε άπρακτοι.
Κι αμέσως χωρίς να σεβασθούν τα γεράματα της επιχείρησαν να την
τραβήξουν προς το μέρος τους:
- Κάμετε υπομονή, τέκνα μου, τους είπε, κι όπου νά' ναι θα δείτε τη
δόξα του Θεού.
Και παρευθύς στρέφει τα μάτια προς τον Ουρανό και προσεύχεται
με πόνο, λέγουσα:
- Κύριε, Παντοκράτορ, ο μόνος δυνατός και οικτίρμων, η ελπίδα
των απελπισμένων, η βοήθεια των αβοήθητων, ο Οποίος από την
φωτιά και τα θηρία και του βυθού του Θαμύριδος και του
Αλεξάνδρου με διέσωσες και ευδόκισες σε μένα να δοξασθή το
Πανάγιο Ονομα Σου, ελευθέρωσε με από τα χέρια των ανόμων
αυτών και μη αφήσης να υβρίσουν την παρθενία, την οποίαν
αφιέρωσε σε Σένα, διότι σε επιποθώ Νυμφίε μου άμωμε και Θεέ
μου¨.
18. Εισήλθε σε πέτρα, που ανοιγόκλεισε θαυμαστά και εχάθη
Μόλις τελείωσε, φωνή ακούστηκε από τον ουρανό, που έλεγε:
- Μη φοβάσαι, Θέκλα δούλη μου αληθινή, διότι είμαι κοντά σου· να
η πέτρα, η οποία είναι μπροστά σου, ανοίγεται για να διαφυλάξει
την αγνότητα σου.
Πράγματι! Η Μάρτυς βλέπει την πέτρα ν' ανοίγει στα δύο. Αμέσως
μπαίνει στο σχίσμα, κλείει η πέτρα και εμφανίζεται όπως ήταν και
πριν, χωρίς ρίγμα. Οι βέβηλοι, βλέποντας το θαύμα αυτό, τα
έχασαν. Πήραν μονάχα το ωμοφόριο της για να το δείξουν ως
αποδεικτικό στοιχείο στους ιατρούς. Αργότερα τούτο, κατά θεία
οικονομία περιήλθε στα χέρια Χριστιανών. Το είχαν για φυλαχτό,
για ευλογία και προσκύνημα.
Ιδού, τι παράδοξο και πρωτοφανές τέλος είχε η παρθένος,
Απόστολος, ασκήτρια και Μάρτυς, των πρότων Χριστιανικών-
Αποστολικών χρόνων, Θέκλα. Από το 18 της χρόνια που γνώρισε
τον Χριστό, εώς τα 90 της που παρέδωσε το πνεύμα της, εργάσθηκε
άοκνα για τη διάδοση του Ευαγγελίου, προς δόξαν Θεού. Η ζωή της
υπήρξε λαμπρό παράδειγμα για άνδρες και γυναίκες. Η Εκκλησία
μας που τιμά τη μνήμη της την 24 Σεπτεμβρίου, την ονόμασε
Πρωτομάρτυρα και Πρωτόαθλο " εν γυναιξί", αλλά και Θεόκλητο και
Ισαπόστολο.
Εκδόσεις Απόστολος Βαρνάβας
Αθήνα



      Η Αγία
     μεγαλομάρ
         τυς
         και
     θαυματουρ
         γός
      Γλυκερία
      Πολιούχος
      Ηρακλείας
     της Θράκης




                   Γεννήθηκε στην Τραϊανούπολη. Η Τραϊανούπολη ήταν πόλη της
                   Δυτικής Θράκης, δυτικά του ποταμού Έβρου, επί της Εγνατίας
                   οδού, κοντά στη σημερινή Αλεξανδρούπολη.Ιδρύθηκε από τον
                   αυτοκράτορα Τραϊανό. Τα ερείπιά της (ξενώνας, θερμά λουτρά)
                   σώζονται δίπλα στο σημερινό χωριό Λουτρά,όπου κάθε χρόνο
                   συγκεντρώνονται πολλοί επισκέπτες χάρη στα ιαματικά λουτρά.
                   Η αγία κατάγονταν από αριστοκρατική οικογένεια αφού ο
                   πατέρας της διετέλεσε τρεις φορές ύπατος. Έζησε στα χρόνια του
βασιλιά Αντωνίνου (Μάρκου Αυρήλιου) και ενώ ηγεμόνας στην Τραϊανούπολη ήταν
ο Σαβίνος.
Ο Μ. Αυρήλιος ως ειδωλολάτρης θυσίαζε σ'όλα τα είδωλα και προπάντων στο Δία.
Κάποια μέρα αποφάσισε να στείλει εντολή σ'όλες τις επαρχίες ώστε όλοι οι άνθρωποι
να προσέλθουν στα ιερά και να θυσιάσουν στους θεούς. Έτσι ο Σαβίνος, που είχε έδρα
του την Ηράκλεια, ήρθε στην Τραϊανούπολη με την αυτοκρατορική εντολή και
καλούσε όλους τους πολίτες να συμμετέχουν στις
θυσίες με αναμμένες λαμπάδες.Η Αγία Γλυκερία,
αφού χάραξε στο μέτωπο της το σημείο του Τιμίου
Σταυρού, παρουσιάστηκε στον ηγεμόνα και
ομολόγησε ότι είναι Χριστιανή ονομάζοντας τον
εαυτό της δούλη Χριστού.Τότε ο ηγεμόνας την
κάλεσε να θυσιάσει στα είδωλα και η αγία μπήκε στο
ναό και προσευχήθηκε στο Χριστό. Αμέσως μετά την
προσυχή της έγινε βροντή μεγάλη και το πέτρινο
άγαλμα του Δία έπεσε και συντρίφτηκε. Τότε οι
ειδωλολάτρες που βρίσκονταν εκεί εξοργίστηκαν
πολύ και άρχισαν να την πετροβολούν, ούτε μία όμως
από τις πέτρες χτύπησε την αγία, γι'αυτό, αφού την
κρέμασαν από τις τρίχες της κεφαλής της, την
κατέσχισαν.
Μετά από αυτά έρριξαν την αγία στη φυλακή, χωρίς να της δώσουν ούτε φαγητό, ούτε
νερό για πολλές μέρες. Άγγελος Κυρίου όμως της έφερνε τροφή και γι'αυτό δεν έπαθε
κανένα κακό. Μάλιστα δε ο ηγεμόνας και οι σύντροφοί του καταλήφθηκαν από
μεγάλη έκπληξη και θαυμασμό όταν βρήκαν μέσα στη φυλακή ψωμί, γάλα και νερό,
                                ενώ η φυλακή ήταν καλά κλειδωμένη και κανένας
                                δεν είχε μπει μέσα.
                                Στη συνέχεια ο ηγεμόνας πήρε την αγία και
                                κατευθύνθηκε προς την Ηράκλεια. Οι Χριστιανοί της
                                Ηράκλειας άκουσαν για την αθληφόρο του Χριστού
                                και όταν την έφερναν στην πόλη τους έτρεξαν όλοι
                                με επικεφαλής τον επίσκοπο Δομίτιο να την
                                προϋπαντήσουν. Την άλλη μέρα οδήγησαν την αγία
                                σε δίκη και επειδή εκείνη εξακολουθούσε να
                                ομολογεί την πίστη της στον αληθινό Θεό, ο
                                ηγεμόνας διέταξε να την ρίξουν μέσα σε
                                πυρακτωμένο καμίνι. Δροσιά όμως κατέβηκε από τον
                                ουρανό, σβήστηκε η φωτιά και η Αγία παρέμεινε
                                αβλαβής. Θυμωμένος τότε ο ηγεμόνας διέταξε να της
                                γδάρουν το δέρμα της κεφαλής της μέχρι το μέτωπο.
Ούτε αυτό έκαμψε το φρόνημα της μάρτυρος η οποία και κατά την ώρα αυτού του
μαρτυρίου προσεύχονταν στο Θεό.
Ο ηγεμόνας μη υποφέροντας την ψυχική
αντοχή της αγίας διέταξε να την κλείσουν πάλι
στη φυλακή, όπου αφου την δέσουν
χειροπόδαρα να την ξαπλώσουν πάνω σε
κοφτερές πέτρες για να υποφέρει αφόρητα σε
κάθε της κίνηση. Κατέβηκε όμως και πάλι
Άγγελος Κυρίου, έλυσε την Αγία από τα
δεσμά και θεράπευσε τις πληγές της. Όταν ο
δεσμοφύλακας Λαοδίκιος είδε το θαυμαστό
αυτό γεγονός εξεπλάγη και αφού ομολόγησε
τον Χριστό αποκεφαλίστηκε και έλαβε τον
στέφανο του Μαρτυρίου.Ο Αγιος Μάρτυς
Λαοδίκιος συνεορτάζεται με την Αγία Γλυκερία στις 13 Μαίου.
Ο Ναός της Αγίας Γλυκερίας στο χωριό Λουτρά ανεγέρθηκε το 1966 με τη φροντίδα
του ιερέα π. Θεωδώρου Μητρούδη



                              Ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος

Ασκητής με πολλή απλότητα, εγκράτεια και ενθουσιώδη πίστη. Προικισμένος με
πλουσιότατη και φλογερώτατη φαντασία, εξασκούσε μεγάλη επιρροή στους συμπολίτες του.




Ο Εφραίμ γεννήθηκε στις αρχές του 4ουαιώνα, στη Νίσιβη της Συρίας. Διδάσκαλο
ευτύχησε να έχει τον επίσκοπο Ιάκωβο, άνδρα μεγάλης θεολογικής παιδείας, που τον
χειροτόνησε διάκονο.
Αλλά αυτός παραδίδεται ολοκληρωτικά στις μελέτες του και δε θέλησε να προβιβαστεί σε
ανώτερο αξίωμα. Διότι θεωρεί σπουδαιότερο αυτό που είπε ο Απόστολος Παύλος: «Πάσα
γραφή θεόπνευστος και ωφέλιμος προς διδασκαλίαν, προς έλεγχον, προς
επανόρθωσιν, προς παιδείαν την εν δικαιοσύνη, ίνα άρτιος ή ο του Θεού άνθρωπος, προς
πάν έργον αγαθόν εξηρισμένος». Δηλαδή, όλη η Γραφή έχει εμπνευστεί από το Θεό. Γι’
αυτό είναι ωφέλιμη να διδάσκει την αλήθεια, να ελέγχει τις πλάνες, να διορθώνει αυτούς
που αμαρτάνουν, να παιδαγωγεί στην αρετή και έτσι ο άνθρωπος του Θεού να είναι τέλειος,
καταρτισμένος σε κάθε έργο αγαθό.

Έτσι, με αυτόν τον τρόπο ο Εφραίμ απέκτησε ξεχωριστή θέση στην εκκλησιαστική κίνηση
του έθνους του.

Ήταν περίφημος ρήτορας, ο βαθύς και φλογερός συγγραφέας.

Ονομάστηκε προφήτης Σύρων, στύλος της Ορθοδοξίας, στόμα και κιθάρα του
Αγίου Πνεύματος.

Ο Όσιος Εφραίμ κοιμήθηκε το 379, αφού άφησε μεγάλο συγγραφικό έργο.

                                     Απολυτίκιο
    « Ρείθρον άυλον, εν τη ψυχή σου, τον ζωήρρυτον, πλουτήσας φόβον, κατανύξεως
κρατήρ,αναδέδειξαι, όθεν ημάς προς ηθών τελειότητα, τοις ιεροίς σου ρυθμίζεις διδάγμασιν.
         Εφραίμ Όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος

                           Ο Άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1322 και θείος του ήταν ο Νείλος Καβάσιλας, που
υπήρξε Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Το πατρικό όνομα του Νικολάου ήταν Χαμαετός,
κράτησε όμως το μητρικό του επώνυμο Καβάσιλας προφανώς λόγω της ισχυρής
παρουσίας του θείου του.

Σπούδασε στη Θεσσαλονίκη και στην Κωνσταντινούπολη ρητορική, Θεολογία και
φυσικές επιστήμες. Διετέλεσε σύμβουλος του Κατακουζινού και στα τελευταία χρόνια της
ζωής του, πρέπει να υπήρξε μοναχός και έμενε στο μοναστήρι των Μαγγάνων.

Ο Άγιος ήταν οπαδός του ανατολικού μυστικισμού και ησυχαστικού πνεύματος, όπως
το διαμόρφωσε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Υπήρξε πληθωρικός συγγραφέας
θεολογικών, λειτουργικών και ερμηνευτικών έργων, καθώς επίσης, πανηγυρικών
λόγων, επιστολών, επιγραμμάτων και κειμένων πολιτικού και κοινωνικού περιεχομένου.
Πέθανε λίγο μετά το 1391 και αγιοποιήθηκε στις 19 Ιουλίου 1983.

                                     Απολυτίκιο
«Ως θειος διδασκαλος, και υποφητης και σοφος, δογματων της πιστεως, και αρετων ιερων,
 Νικολαε Οσιε, ελαμψας εν τω κοσμω διαβιου και λογου. Οθεν Θεσσαλονικη τη ση δοξη
                καυχαται, και ποθω εορταζει, την πανσεπτον μνημην σου

ΑΓΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

Ὁ Ἅγιος Φιλόθεος, γόνος πτωχῆς οἰκογενείας τῆς Θεσσαλονίκης, ἐγεννήθηκε περί τὸ
1305, ἐσπούδασε φιλολογία ὑπὸ τὸν περίφημο καθηγητὴ Θωμᾶ Μάγιστρο, τοῦ ὁποίου ἦταν
ὑπηρέτης. ᾿Αργότερα ἐμφανίζεται ὡς μοναχός. Σύμφωνα μὲ εἰδήσεις τῶν πηγῶν κάποτε
ἐμόνασε στὸΣινᾶ, χωρὶ ς νὰ εἶναι εὔκολο νὰ ἐντοπισθεῖ τοῦ το χρονολογικά· ἴσως νὰ
μετέβη ἐκεῖ τὸ 1326, ὅταν καὶ ἄλλοι μοναχοὶ ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη συμπεριλαμβανομένου
τοῦ Γρηγορίου Σιναΐτου εἶχαν ἐκδηλώσει τὴν πρόθεσή τους νὰ πράξουν τοῦτο. ῎Επειτα
ἐγκαταστάθηκε στὸ ῞Αγιον ῎Ορος, καὶ μάλιστα στὴ Μονὴ Μ. Λαύρας, ὅπου συνδέθηκε
στενὰ μὲ τὸν Γρηγόριο Παλαμᾶ, τὸν ὁποῖο εἶχε συναντήσει γιὰ πρώτη φορά, ἴσως πρὸ τῆς
μοναχικῆς ἀναχωρήσεώς του, στὴν Θεσσαλονίκη τὸ 1325-1326. Διαδέχθηκε τὸν Μακάριο
στὴν ἡγουμενία τῆς Μονῆς Μ. Λαύρας, σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ἐθεωρεῖ το ἀντιπρόσωπος τοῦ
Παλαμᾶ στὸ῎ Ορος (1342). ῾Η διστακτικότητά του ὁρισμένες στιγμὲς προκαλοῦσε τὰ
παράπονα τοῦ Γρηγορίου, οὐσιαστικὰ ὅμως παρέμενε σταθερὰ ἀφοσιωμένος στὶς ἀπόψεις
τούτου. ῎Οχι μόνο ἐπρωτοστάτησε στὴν ὑπογραφὴ τοῦ ῾Αγιορειτικοῦ Τόμου τὸ 1341, ἀλλὰ
καὶ ἔγραψε δύο ἰδικά του δοκίμια περὶ τοῦ θείου φωτὸς τὸ1346.

Μετὰ τὸ θρίαμβο τοῦ Καντακουζηνοῦ (1347) ἐξελέγη Μητροπολίτης ῾Ηρακλείας, ποὺ λόγῳ
τῆς θέσεώς του ἦταν πρόεδρος τῶν ὑπερ τίμων καὶ πρῶτος στὴν τάξη τῶν Μητροπολιτῶν
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. ᾿Απὸ τότε μετέσχε ἐνεργῶς στὰ κοινὰ τῆς ᾿Εκκλησίας
καί ἐπρωτοστάτησε στὶς συζητήσεις γιὰ τὴν εἰρήνευσή της. Στὶς 10 ᾿Ιουνίου 1350
ἐχειροτόνησε τὸν ἱερομόναχο Κάλλιστο ὡς Ἐπίσκοπο, ποὺ εἶχε ἐκλεγεῖ διάδοχος τοῦ
ἀποθανόντος ᾿Ισιδώρου. Στὴ Σύνοδο τοῦ 1351 ἔπαιξε τὸν δεύτερο μετὰ τὸν Παλαμᾶ ρόλο
ἀνάμεσα στοὺς ὑποστηρικτές τῆς ὀρθόδοξης μερίδος. ᾿Επιμελήθηκε τῆς συντάξεως τοῦ
Τόμου τῆς Συνόδου, ποὺ περιέλαβε τὰ πρακτικὰ τῶν συζητήσεων καὶ τὶς ἀποφάσεις. Τὸ
ἑπόμενο ἔτος, ἐνῶ αὐτὸς εὑρισκόταν στὴν Κωνσταντινούπολη, ἡ ῾Ηράκλεια καταλήφθηκε
καὶ ἐλεηλατήθηκε ἀπὸ τοὺς Γενουᾶτες· εὐτυχῶς ποὺ αὐτὸς ἦταν ἐλεύθερος, ὥστε νὰ
φροντίσει γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῶν αἰχμαλώτων μελῶν τοῦ ποιμνίου του μὲ λίγα λύτρα
καὶ γιὰ τὴ νἀ να συγκρότηση τῆς πόλεως. Κατὰ τὴ νέα σύγκρουση μεταξὺ τοῦ᾿Ιωαννου
τοῦ Καντακουζηνοῦ καὶ τοῦ Ἰωάννου Παλαιολόγου, ὁ Πατριάρχης Κάλλιστος ἐτάχθηκε μὲ
τὸ μέρος τοῦ δευτέρου, μὴ ἐπιθυμώντας νὰ στέψει συναυτοκράτορα τὸν Ματθαῖο
Καντακουζηνὸ καὶ νὰ συνεργήσει στὴν ἀνάδειξη ἑνὸςἀκόμη ἀνταγωνιστοῦ τοῦ νομίμου
αὐτοκράτορος᾿Ιωάννου Παλαιολόγου, καὶ ἐγκατέλειψε τὸν θρόνο. Τότε ὁ Καντακουζηνὸς
ἀπὸ τοὺς τρεῖς προταθέντες ἐκ μέρους τῶν ἱεραρχῶν ὑποψηφίους Φιλόθεο῾Ηρακλείας,
Μακάριο Φιλαδελφείας, Νικόλαο Καβάσιλα ἐπέλεξε γιὰ Πατριάρχη τὸν πρῶτο. Παρέμεινε
στὸ θρόνο μόνο ἐπὶ ἕνα ἔτος, διότι τὸ φθινόπωρο τοῦ 1354, ὅταν ἀποσύρθηκε ἀπὸ τὸ
αὐτοκρατορικὸ ἀξίωμα ὁ Καντακουζηνός, ἀναγκάσθηκε νὰ παραιτηθεῖκαί αὐτός.
᾿Ανεχώρησε γιὰ τὸ ῞Αγιον ῎Ορος καί, μολονότι εἶχε κηρυχθεῖ ἔκπτωτος, ὁ Κάλλιστος τοῦ
ἐπέτρεψε ἀργότερα νὰ ἐπανέλθει στὴ μητροπολιτικὴ ἕδρα του, στὴν῾Ηράκλεια.
Διαδέχθηκε ἄλλη μιὰ φορὰ τὸν Κάλλιστο, μετὰ τὸ θάνατό του, καί ἔμεινε στὸ θρόνο μιὰ
ὁλόκληρη ἐξαιρετικὰ καρποφόρο δωδεκαετία, μέχρις ὅτου παραιτήθηκε (1376) λόγῳ
γήρατος καὶ ἄλλων δυσχερειῶν. Κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ ἀνέπτυξε πολύπλευρη
δραστηριότητα. Καὶ πρῶτα συνέβαλε ἀποτελεσματικά στὴνἐπικράτηση τοῦ ἡσυχασμοῦ. Τὴ
συγγραφική του παραγωγὴ ὑπὲρ τῶν ἡσυχαστικῶν ἀπόψεων εἶχε ἀρχίσει κατὰ τὸ
ἱερομοναχικό του στάδιο, ἀλλὰ συνέχισεὡς ἀρχιερεὺς ἐντονώτερα. Κατὰ κάποιον τὰ ἔργα
του εἶναι παράλληλα πρὸς τὰ τοῦ διδασκάλου του Γρηγορίου Παλαμᾶ καὶ ἀναπαράγουν τὶς
ἀπόψεις ποὺἔχει διατυπώσει αὐτός.῞Οπως εἴδαμε, εἶχε λάβει ἐνεργὸμέρος στὴ σύνοδο
τοῦ1351, ἐνῶ διὰ τῆς Συνόδου τοῦ 1368, ποὺεἶναι ἔργοἰδικό του, ἐδόθηκε ὁριστικὸ
κτύπημα στὴν ἀντιησυχαστικὴ κίνηση καὶ ἐτερματίσθηκε ἡ ἔριδα. Πρέπει ὅμως νὰ
σημειωθεῖ ὅτι ὁ Φιλόθεος ἐνήργησε γενικώτερα, ὥστε νὰ διαποτισθεῖ πλήρως ἡ ᾿Εκκλησία
μὲ τὸ ἡσυχαστικὸ πνεῦμα. Σ᾿ αὐτὸν κυρίως ὀφείλεται ἡ προσθήκη τοῦ μακαρισμοῦ τῶν
ἡσυχαστῶν καὶ τοῦ ἀναθεματισμοῦ τῶν ἀντιησυχαστῶν στὸ Συνοδικὸν τῆς᾿Ορθοδοξίας ,ἡ
ὑπὸ ἡσυχαστικὸ πνεῦμα ἀνασύνταξη τῆςὁμολογίας τῶν ὑποψηφίων Ἐπισκόπων, ἡ
προσαρμογὴ τοῦ λειτουργικοῦ τυπικοῦ καὶ τοῦ ὁμιλιαρίου, καθὼς καὶ ἡ ἀλλαγὴ
τεχνοτροπίας στὴν ἁγιογραφία, ποὺ παρατηρεῖται ἤδη ἐμφανῶς στὰ ἔργα τοῦ μεγάλου
καλλιτέχνη Θεοφάνους τοῦ Γραικοῦ, τὸν ὁποῖο ὁ ἴδιος ἔστειλε στὴ Ρωσία.῎Εντονη ὑπῆρξε
ἡ δραστηριότης τοῦ Φιλοθέου στὸ πεδίο τῶν σχέσεων τῶν δύο᾿Εκκλησιῶν. ᾿Ενῶ οἱ μεταξὺ
αὐτοῦ καὶ τοῦ ᾿Ιωάννου Ε΄ Παλαιολόγου σχέσεις ὑπῆρξαν πάντοτε ἀδιατάρακτες, οἱ δυὸ
ἄνδρες ἀκολούθησαν ἀπόλυτα διάφορη τακτικὴ στὰ ἐκκλησιαστικὰ θέματα, ὅπως
παλαιότερα στὰ πολιτικά. ῞Οπως εἶναι φυσικὸ ὁ Παλαιολόγος ἐνδιαφερόταν πρωτίστως
γιὰ τὴν ἀκεραιότητα τῆς πολιτείας, ἐνῶ ὁ Φιλόθεος ἐνδιαφερόταν πρωτίστως γιὰ τὴν
ἀκεραιότητα τῆς ᾿Εκκλησίας. ᾿Ακολούθησαν ὁ καθένας ἰδιαίτερο δρόμο γιὰ τὴν ἐπίτευξη
τοῦ σκοποῦ, ὁ ὁποῖος στὸ βάθος καθίστατο κοινός, διότι ἦταν συνδυασμένος ὁ στόχος τῆς
διατηρήσεως καὶ τῶν δύο ὀργανισμῶν στὴ ζωή. Προφανῶς γι᾿αὐτὸ δὲν ἦλθαν ποτὲ σὲ
σύγκρουση, ἔχοντας ἂν ὄχι σιωπηρὴ συμφωνία, τουλάχιστο ἀξιοθαύμαστη
ἀλληλοκατανόηση. Τὴν πρωτοβουλία στὶς σχετικὲς οἰκουμενικὲς συζητήσεις εἶχε ὁ
αὐτοκράτορας καὶ κύριος ἐκπρόσωπος τῆς Ἀνατολικῆς᾿Ορθοδοξίας ἦταν ὁ πρώην
αὐτοκράτορας ᾿Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός, τώρα μοναχὸς ᾿Ιωάσαφ. ῾Ο λατῖνος
κληρικὸς Παῦλος ἦλθε ὡς λεγᾶτος τοῦ Πάπα στὴν Κωνσταντινούπολη δυὸ φορές, τὴν
δεύτερη μάλιστα φορὰ μὲ τὸν τίτλο τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (1367).
Φέροντας τέτοιον τίτλο δὲν ἦταν διατεθειμένος νὰ συνομιλήσει μὲ τὸν Φιλόθεο, τὸν ὁποῖο
ἐθεωροῦσεὡς ἀντικανονικὸ διεκδικητὴ τοῦ τίτλου, ἀλλ᾿ οὔτε ὁ Φιλόθεος εἶχε διάθεση νὰ
συζητήσει μαζί του.῾Ο Καντακουζηνὸς ἔθεσε τὸ πρόβλημα τῆς ἑνώσεως ἐπάνω σὲ νέα
βάση, στὴ σύγκληση Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ θὰ ἐξέταζε συνολικά τὰ σπουδαῖα
ζητήματα τῆς᾿Εκκλησίας.᾿Ενῶ ὁ Παῦλος ἐδέχθηκε αὐτὴ τὴ βάση, ὁ Πάπας τὴν ἀπέρριψε·ὁ
σπόρος ὅμως ποὺἐρρίφθηκε τότε ἐδῶ, ἐφύτρωσε ἀργότερα στὴ Δύση μὲ τὴν σύγκλησι τῆς
Συνόδου τῆς Κωνσταντίας καὶ τέλος τῆς Συνόδου τῆς Φλωρεντίας.῾Ο Πάπας ἀπέρριψε τὴν
πρόταση, διότι ἐθεωροῦσε τὰ θέματα λελυμένα κατὰ τὶς δυτικὲς ἀπόψεις καὶ ἐπέμενε νὰ
πραγματοποιηθεῖ ἡ ἕνωση μὲ μόνο ἕνα διάταγμα τοῦ αὐτοκράτορος. Τότε ὁ αὐτοκράτορας
᾿Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος, διαχωρίζοντας τὴ θέση του ἀπὸ ὅλους σχεδὸν τοὺς
Ἀνατολικούς, ὁμολόγησε ἀφοσίωση στὸν Πάπα μὲ αὐτοπρόσωπη ἐμφάνιση ἐνώπιόν του.
᾿Αλλ᾿ ἔμεινε μόνος σχεδόν, διότι τὸ διάταγμά του δὲν εἶχε καμμιὰ ἀπήχηση.

Ἀντιθέτως ὁ Φιλόθεος, βλέποντας τὴν ἀντικειμενικὴ ἀδυναμία τῆς Δύσεως νὰ βοηθήσει
ἀποτελεσματικά τὸΒυζάντιο, ἐφρόντισε νὰ εὕρει ὑποκατάστατο αὐτῆς τῆς βοηθείας.῎Οχι
μόνο ἕνωσε τοὺς ἡγέτες τῆς᾿Ορθοδόξου᾿Εκκλησίας σὲ κοινὸ μέτωπο κατὰ τῆς
ἑτεροδοξίας, ἀλλ᾿ ἦλθε σὲ συνεννόηση καὶ μὲ τοὺς ἡγεμόνες τῶν Ὀρθοδόξων Χωρῶν τοῦ
βορρᾶ. Θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ σχηματισθεῖ μία συμμαχία ἀρκετὰ ἰσχυρὴ πρὸς ἀπόκρουση
τῶν Τούρκων.῾Η προσπάθεια ἐφαινόταν ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιτύχει, ἂν ἐνεργοῦσε καὶ ἡ
πολιτεία κατάλληλα·ἀλλ᾿ ἦταν πλέον ἀργά.

Ὁ Φιλόθεος ἀποκατέστησε τὶς σχέσεις τοῦΠατριαρχείου μὲ τὴν Σερβικὴ ᾿Εκκλησία.
᾿Επειδὴ ὁ Στέφανος Δουσὰν εἶχε ἀλλοιώσει τὴ σύνθεση τῆς ἱεραρχίας τῶν χωρῶν ποὺ εἶχε
καταλάβει (Μακεδονίας καὶ᾿Ηπείρου), ὁ Κάλλιστος Α΄ ἀναγκάσθηκε ν᾿ ἀφορίσει αὐτὸν καὶ
τὴν᾿Εκκλησία του στὶς ἀρχὲς τοῦ 1353. ῾Ο Φιλόθεος ἦρε τὸ ἀνάθεμα σὲ δυὸ φάσεις·πρῶτα
γιὰ τὸ σερβικὸ δεσποτᾶτο τῶν Σερρῶν, κατόπινἐκκλήσεως τοῦ᾿Ιωάννου Οὔγγλεση (1371),
ἔπειτα δὲ γιὰ ὁλόκληρη τὴνἐπικράτεια τοῦ Πατριαρχείου τῶν Σέρβων, κατόπιν
πρωτοβουλίας Σέρβων ἡσυχαστῶν, μοναχῶν τοῦ κύκλου τοῦ Φιλοθέου, μεταξὺ τῶν ὁποίων
ἦσαν ὁ ᾿Ησαΐας, ὁ Νικόδημος, ὁ Νήφων καὶ ὁ Σίλβεστρος.

Μετὰ τὴν πρώτη σύντομη πατριαρχεία του συνδέθηκε στενὰ μαζί του ὁ Κυπριανὸς
Τσάμπλακ, μέλος τῆς γνωστῆς μεγάλης ἑλληνοβουλγαροβλαχικῆς οἰκογενείας, καὶ ἔγινε
ἀπὸ τότε συνεργάτης του. Τὸν συνόδευσε στὸ ῞Αγιον ῎Ορος μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσή του
ἀπὸ τὸ θρόνο καί ἔμεινε σ᾿ αὐτὸ ἀρκετὸ χρόνο, διότι τὸ ἐθεωροῦσε σχολὴ πνευματικῆς
ἀσκήσεως. ῞Οταν ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταντινούπολη, ἔμεινε μαζί του ὡς συνεργάτης καὶ
σύγκελλος κατὰ τὴν διάρκεια τῆς δευτέρας πατριαρχείας του.

Στὴν Οὑγγροβλαχία κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Φιλοθέουὁἡ γεμὼν Βλαδισλάβος Βόδας,
αἰσθανόμενος τὴν πίεση τῆς ρωμαιοκαθολικῆς προπαγάνδας ἀπὸ τὴν Οὑγγαρία, ἐζήτησε
τὴν χειροτονία τοῦ ᾿Ανθίμου Κριτοπούλου σὲ Μητροπολίτη μὲ εὐθύνη ποιμαντορικὴ ἐπὶ
τμήματος τῆς χώρας ποὺ εἶχε ἕδρα τὸ Σεβερῖνο.῾Ο Φιλόθεος ἐχειροτόνησε τὸν῎ Ανθιμο
τὸ1370, ἀργότερα δὲ ἐτοποθέτησε στὴν Κούρτεα Ντὲ ῎Αργκες ὡς Μητροπολίτη τὸν
Χαρίτωνα σὲ διαδοχὴ τοῦ ἀποθανόντος῾Υακίνθου (1372).

Τὴ διοργάνωση τοῦ μοναχικοῦ βίου στὴ Ρουμανία ἀνέλαβε ὁ ἑλληνοσέρβος ἁγιορείτης
μοναχὸς Νικόδημος,ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν πορεία του πρὸς τὸν βορρᾶ ἵδρυσε μονὲς στὴν
περιοχὴ τῆς Κράϊνας τῆς Βουλγαρίας, κατὰ τὰ ἀθωνικὰ πρότυπα. Λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ1370,
περνώντας τὸν Δούναβη, ἦλθε στὶς παραδουνάβιες ἡγεμονίες, προφανῶς ὑπὸ τὴν
καθοδήγηση τοῦ Φιλοθέου. Μὲ ἔγκριση τοῦ Χαρίτωνος ὁ Νικόδημος ἵδρυσε δυὸ κεντρικὲ ς
μονὲ ς κατὰ τὸ τυπικὸ τῆς Μεγίστης Λαύρας· τῆς ἑλληνόφωνης Βοδίτσας καὶ τῆς
σλαβόφωνης Τισμάνας. ῞Ιδρυσε βέβαια καὶ ἄλλες μονὲς βορείως τῶν Καρπαθίων, τὶς
ὁποῖες ἐπεξέτειναν καὶ αὔξησαν οἱ μαθητές του. ῎Ετσι ἐδημιουργήθηκε ἕναἰ σχυρὸτεῖχος
ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ διαπεράσουν εὔκολα οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ προσηλυτιστές . Μαθητές
του ὀργάνωσαν τὸ μοναχισμὸ στὴν Μολδαβία, ὅπου μεταξὺ ἄλλων ἵδρυσαν τὶς μονὲς
Νεάμτσου καὶ Μαραμοῦρες, ὅπουἐπέβαλαν τὸ βυζαντινὸ τυπικό.

Στὰ μέσα τοῦ ΙΔ΄ αἰῶνος μ.Χ. ἐπὶ τοῦ χώρου Ρωσίας, Πολωνίας καὶ Βαλτικῆς εἶχαν
διαμορφωθεῖ τρεῖς μείζονες κρατικὲς ἐξουσίες· τῆς Μεγάλης Ρωσίας, τῆς Πολωνίας καὶ
τῆς Λιθουανίας. ῏Ηταν εὔλογο νὰ διαμορφωθοῦν ἐπίσης τρεῖς ἐκκλησιαστικὲς περιφέρειες,
ἂν καὶ οἱ ἕδρες εἶναι περισσότερες, διότι ἐναλλάσσονται· Κίεβο, Μόσχα, Βλαδίμηρο,
Νόβγοροντ, Γαλικία. ῾Η ἡγεμονία τῆς Μόσχας εἶχε ἀναδειχθῆ στὸ ἰσχυρότεροἀ πὸτὰ κράτη
τῆς Ρωσίας καὶ ἡ δύναμή της αὐξανόταν συνεχῶς. Τὸ ἔτος 1367 ἀποτελεῖ σταθμὸ στὴν
ἱστορία της, διότι τότε ἀνοικοδομήθηκε τὸ λίθινο κρεμλῖνο της, τὸ φρούριό της,ὁ πότε ἡ
ἡγεμονία ἀπέκτησε ἀπόρθητη ἑστία. ῾Ο Μητροπολίτης Μόσχας ᾿Αλέξιος, ποὺ εἶχε
χειροτονηθεῖ ἀπὸ τὸν Φιλόθεο κατὰ τὴν πρώτη πατριαρχεία του, συντάχθηκε πλήρως στὸ
πλευρὸ τοῦ ἡγεμόνος τῆς Μόσχας Δημητρίου σ᾿ ὅλες τὶς πολιτικές του ἐπιδιώξεις, πρᾶγμα
ποὺ δυσαρέστησε καὶ ἄλλους μικροτέρους ἡγεμόνες, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἰσχυροὺς ἡγεμόνες τῆς
Πολωνίας Καζίμιρ καὶ Λιθουανίας ῎Ολγκερδ, τῶν ὁποίων μάλιστα ὁ δεύτερος εἶχε
καταλάβει τὸ Κίεβο τὸ 1362. Κατόπιν τῶν παραπόνων τους ὁ Φιλόθεος ἔστειλε στὴ Ρωσία
τὸ1374, ὡ ς παρατηρητὴ καὶ συντονιστὴ τῆς πολιτικῆς του, τὸν Κυπριανὸ Τσάμπλακ, ὁ
ὁποῖος, ἀφοῦ κατέβαλε μάταιες προσπάθειες συμφιλιώσεως τῶν ἡγεμόνων αὐτῶν μὲ τὸν
᾿Αλέξιο, ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ νὰ ἐκθέσει περὶ τῆ ς καταστάσεως. ῾Ο
Φιλόθεος τότε τὸν ἐχειροτόνησε Μητροπολίτη Κιέβου (1376) μ᾿ ἐντολὴ νὰ ποιμάνει «ὅσα
ἀφῆκε νἀ προνόητα ἐπὶ πολλοῖς χρόνοις ὁ μητροπολίτης κῦρ ᾿Αλέξιος» .
῾Η ἀποστολὴ τοῦ Κυπριανοῦ, μαθητοῦ τοῦ Φιλοθέου, ὅπως εἴδαμε, καὶ πιστοῦ ἡσυχαστοῦ ,
δὲν εἶχε σκοπὸ νὰ τριχοτομήσει τὴν ἤδη διχοτομημένη᾿Εκκλησία τῆς Ρωσίας (Μόσχα,
Κίεβο, Γαλικία), ὅ πως ἀπὸ πρώτη ὄψη φαίνεται, ἀλλὰ τὴν ἐξοικονόμηση τῶν πραγμάτων
ἀπέναντι στὸν κίνδυνο λατινοποιήσεως, ποὺ ἡ ἀπρόσεκτη πολιτικὴ τοῦ ᾿Αλεξίου ἐπέτρεψε
νὰ δημιουργηθεῖ, μὲ τοὺς δύο δυσαρεστημένους ἡγεμόνες ἕτοιμους νὰ παραδώσουν τὸ
Ὀρθόδοξο ποίμνιο στὴ Ρωμαιοκαθολικὴ ᾿Εκκλησία. ῾Ο Φιλόθεος ἐνεργοῦσε μὲ προοπτικὴ
νὰ ἑνωθεῖ κάποτε ὁριστικά ἡ ᾿Εκκλησία. ᾿Εκεῖνο ποὺἔ παιξε σπουδαῖο ρόλο στὴν ἀπόφασή
του νὰ στείλει τὸν Κυπριανὸ ἦταν ἡ ἡσυχαστικὴ ἰδεολογία του. ῎Επειτα ἀπὸ πολλὲς
περιπέτειες, κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ Κυπριανὸς ἐπετέλεσε σπουδαῖο ἔργο μεταξὺ τῶν
᾿Ορθοδόξων τῆς Λιθουανίας, στὴν ὁποία ὑπαγόταν τότε καὶ ἡ Οὐκρανία, ἀναγνωρίσθηκε
τέλος Μητροπολίτης ὅλης τῆς ἑνοποιημένης Ρωσίας μὲ ἕδρα τὴ Μόσχα (1390- 1406).

Μιὰ ἑλληνικὴ φυσιογνωμία ποὺ στὴ ρωσικὴ πνευματικὴ καὶ καλλιτεχνικὴ ζωὴ κατέχει τὴ
θέση ἑνὸς γίγαντος εἶναι ὁ Θεοφάνης ὁ Γραικός, ἕνα παλαιὸπρότυπο τοῦ Δομινίκου
Θεοτοκοπούλου. ῾Ο βιογράφος του ᾿Επιφάνιος τὸν ἀποκαλεῖ « σοφὸν καὶ φιλόσοφον», ποὺ
σημαίνει ὅτι ἦταν πεπαιδευμένος καὶ ἀσκητικός. Τὸ κύριο ὅμως ἔργο του εἶναι ὅτι
μετέφερε στὴν Ρωσία τὸ ἡσυχαστικὸ πνεῦμα μὲ τὴν τέχνη του ποὺ κοσμεῖ πολλοὺς ναοὺς
τῆς χώρας. Εἶχε φθάσει ἐκεῖ τὴν δεκαετία τοῦ 1370, τὴν ἴδια ἐποχὴ μὲ τὸν Κυπριανὸ
Τσάμπλακ καὶ κατὰ σύσταση τοῦ Φιλοθέου χωρὶς ἀμφιβολία. Τὸ ὅτι ἡ ᾿Ορθοδοξία στὸν
χῶρο ἐκεῖ νο κατόρθωσε νά ἀντέξει στὶ ς μεταγενέστερες τρομερὲς πιέσεις εἶναι
ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς πολιτικῆς τοῦ Φιλοθέου.

 ῍Αν καὶ κατ᾿ ἀρχὴν ἡ εὐρεῖα μόρφωση τοῦ Φιλοθέουἦταν κλασικῆ ς καὶ ἀνθρωπιστικῆς
κατευθύνσεως, ὁ σύνδεσμός του μὲ τὸν Γρηγόριο Παλαμᾶ καὶ τοὺς ἡσυχαστές τὸν
ὁδήγησε νὰ διοχετεύσει τὴν πλούσια συγγραφική του δραστηριότητα στὴν ὑπηρεσία τῆς
πίστεως καὶ τῆς ᾿Εκκλησίας.

Α'. Δογματικὰ ἔργα : Τὸ κυριώτερο ἀπὸ αὐτὰ εἶναι οἱ ᾿Αντιρρητικοὶ Λόγοι πρὸς τὰ
συγγράμματα τοῦ Νικηφόρου Γρηγορᾶ. Πρόκειται περὶ μιᾶς μεγάλης συνθέσεως
ἐκτεινομένης σὲ δεκαπέντε πραγματεῖες, μὲ τὶς ὁποῖες ἀνασκευάζονται οἱ ἀρνητικὲς
ἀπόψεις τοῦ Γρηγορᾶ περὶ τῆς θείας χάριτος καὶ τῆς θεοφανείας. Οἱ τρεῖς τελευταῖες
πραγματεῖες (1315), τῶν ὁποίων ἡ δεκάτη πέμπτη ἀποτελεῖ τὸν ἐπίλογο, εἶχαν γραφεῖ
πρῶτες, πρὶν ἀπὸ τὴν κυκλοφόρηση τῶν θεολογικῶν πραγματειῶν τοῦ Γρηγορᾶ, ἐνῶ οἱ
πρῶτες (112) ἐγράφησαν ἀργότερα. ῍Αν καὶ ἀκολουθεῖ τὴ γραμμὴ τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ
πιστά, ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ Φιλοθέου ἔχει καὶ ὁρισμένα νέα στοιχεῖα. Οἱ δύο σειρὲς
πραγματειῶν συνενώθηκαν ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Φιλόθεο, ὅπως μαρτυρεῖται στὸν πρόλογο τοῦ
ἔργου.

῎Αλλα δογματικὰ κείμενα τοῦ Φιλοθέου, ποὺ δὲν ἐκδόθηκαν ἀκόμη, εἶναι ἡ ᾿Ανατροπὴ τῶν
14 κεφαλαίων, τὴν ὁποία συνέταξε ὅταν ἦταν ἀκόμη Μητροπολίτης῾Ηρακλείας, οἱ δύο
Δογματικοὶ λόγοι πρὸς τὸν ᾿Ακίνδυνον καὶ τὴν μερίδα αὐτοῦ καὶ ἡ δογματικὴ ᾿Επιστολὴ
πρὸς Πετριώτην, προφανῶ ς τὸν πολιτικὸ ἀξιωματοῦχο Μανουὴλ Πετριώτη.

Β'.῾ Ομιλίες : ῍Αν καὶ μόνο τρεῖς ὁμιλίες τοῦ Φιλοθέου τυπικῆς μορφῆς ἔχουν ἐκδοθῆ (Εἰς
τὴν ῞ Υψωσιν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, Εἰς τὴν ᾿Αναστήλωσιν τῶν εἰκόνων, Περὶ Φιλαργυρίας),
ἡ προσφορά του στὴν ὁμιλητικὴ εἶναι πολὺ σημαντική. Πλὴν τοῦ ὅτι ὑπάρχουν καὶ μερικὲς
αὐτοτελεῖς ἀνέκδοτες ὁμιλίες του, σπουδαία εἶναι ἡ προσπάθειά του νὰ ἀνασυντάξει τὸ
σύστημα τοῦ Κυριακοδρομίου, ποὺ εἶχε παλαιότερα, τὸν ΙΒ΄ αἰώνα μ.Χ., διαρθρωθεῖ ἀπὸ
τὸν Πατριάρχη ᾿Ιωάννη Ι΄ ᾿Αγαπητό. ῾Η συμβολὴ τοῦ Φιλοθέου στὴ σύνταξη τῶν ὁμιλιῶν
ἀπέβλεπε, ὅπως εἶναι φανερό, στὴν διαπότισή τους μὲ τὸ ἡσυχαστικὸ πνεῦμα. ῾Η συλλογὴ
ὡς σύνολο παραμένει ἀνέκδοτη. Θαυμάσιος εἶναι ὁ Λόγος ἱστορικός, ποὺ ἀπευθύνεται
πρὸς τοὺς διεσπαρμένους ῾Ηρακλειῶτες μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Πόλεως ἀπὸ τοὺς Λατίνους
(1352).

Γ'.῾ Αγιολογικὰ Κείμενα : ῾Ο Φιλόθεος ἀφιέρωσε σημαντικὸ μέρος τῆς δραστηριότητός
του στὴ σύνταξη ἁγιολογικῶν κειμένων, στὰ ὁποῖ α προβάλλει τὴν καθαρότητα τοῦ βίου
τῶν ἡρώων του, τὴ θαυματουργική τους δύναμη, τὴ θεωρία τοῦ θείου φωτός, τὴν ἄνθηση
τοῦ γλυκασμοῦ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν ἀπὸ τὸν παρόντα βίο. Δεκαέξι ποικίλης μορφῆ
ς κείμενα αὐτῆ ς τῆς κατηγορίας προέρχονται ἀπὸ τὴν γραφίδα του. Στὴν πρώτη θέση
ἔρχονται πέντε κείμενα ποὺ ἀναφέρονται σὲ Ἁγίους, οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἀπὸ τὴν
Θεσσαλονίκη ἢ συνδέονται μὲ αὐτὴν καὶ μὲ τὸν Φιλόθεο. Εἶναι τὰ κατ᾿ἐξοχὴν ἁγιολογικά
του ἔ ργα, διότι περιγράφει σ᾿ αὐ τὰ τὸν βίο τῶν ἡρώων του, ὅπως τὸν ἐγνώριζε ὁ ἴδιος
μάλιστα, καὶ τὴ θαυματουργική τους δραστηριότητα. Εἶναι ὁ ἐκτενέστατος Βίος τοῦ Ἁγίου
Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, διδασκάλου καὶ συνεργάτου του, ὁ ἐπίσης ἐκτενέστατος Βίος τοῦ
Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ᾿Ισιδώρου Θεσσαλονικέως, καὶ οἱ Βίοι τῶν διαπρεπῶν
συγχρόνων ἀσκητῶν Γερμανοῦ Μαρούλη καὶ Σάββα Βατοπεδινοῦ. Τὸ ῾Υπόμνημα εἰς τὸν
ὅσιον Νικόδημον τὸν Νέον, τὸν Βερροιώτη ἀσκητὴ ποὺ ἀπέθανε σὲ ἡλικία σαράντα ἐτῶν
τὸ 1308, εἶναι σύντομο κείμενο ποὺ θέλει νὰ τονίσει τὴν ἁγιότητα τοῦ Νικοδήμου. Σαφῶς
ἁγιολογικὸ χαρακτῆρα ἔχουν καὶ τὰ ᾿Εγκώμια στοὺς Θεσσαλονικεῖς Μάρτυρες τῆς
παλαιᾶς ἐποχῆς Ἅγιο Δημήτριο καὶ Ἁγία ᾿Ανυσία, ἂν καὶ σ᾿ αὐτὰ ὑπερέχει τὸ ἐγκωμιαστικὸ
καὶ ἠθικολογικὸ στοιχεῖο. Τὰ ἄλλα ἐγκώμιά του, τὰ περισσότερα ἀνέκδοτα, εἶναι στοὺς
῾Αγίους ᾿Αποστόλους, ῾Αγίους Πάντες, Ἀπόστολο Θωμᾶ, Τρεῖς ῾Ιεράρχες, Ἅγιο᾿Ονούφριο,
Ἁγία Φεβρωνία, Ἅγιο Φωκᾶ, Θεόδωρο Τήρωνα, ᾿Ιωάννη Χρυσόστομο.

Δ'.῾ Ερμηνευτικὰ Κείμενα : Δύο ὁμιλίες στὸν ψαλμὸ 37, ποὺ ἐκφωνήθηκαν σὲ δύο
συνεχόμενες ἡμέρες καὶ ἀφιε ρώθηκαν σὲ φιλικὸ πρόσωπο, ἐπεξεργάζονται τὸ θέμα τῆς
μετανοίας. Τρεῖς λόγοι ἐπὶ τοῦ χωρίου τῶν Παροιμιῶν « ῾Η Σοφία ᾠκοδόμησενἑ αυτῇ
οἶκον», εἶναι μᾶλλον ἑρμηνευτικὰ δοκίμια. Τρία σημειώματα ἐπὶ τῶν μακαρισμῶν
ἀφιερώθηκαν στὴ βασίλισσα ῾Ελένη Καντακουζηνή. Δύο ὁμιλίες στὴν Κυριακὴ τῆς
συγκυπτούσης γυναικὸς ἐκφωνήθηκαν στὴν Κωνσταντινούπολη ἀμέσως μετὰ τὴν ἅλωση
τῆς ῾Ηρακλείας ἀπὸ τοὺς Λατίνους (1352).

Ε'.῎ Αλλα Κείμενα : ᾿ Ανάμεσα σ᾿ αὐτὰ πρέπει νὰ μνημονευθοῦν ἡ Διάταξις περὶ θείας
Λειτουργίας καὶ ἡ Διάταξις περὶ τῆς ἱεροδιακονίας, ποὺ ἐγράφησαν ἀπὸ τὸν Φιλόθεο ὅταν
ἦταν ἡγούμενος στὴ Μεγίστη Λαύρα. Σ᾿ ἕνα μικρὸ δοκίμιό του καταπολεμεῖται ὁ
ἀναθεματισμὸς ποὺ συνέταξε ὁ Κωνσταντίνος ᾿Αρμενόπουλος ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι
συνετέλεσαν τὸ 1353 στὴν ἔκπτωση τοῦ ᾿Ιωάννου Ε΄ Παλαιολόγου καὶ μεταξὺ τῶν ὁποίων
περιλαμβανόταν καὶ ὁ Φιλόθεος. ᾿Απὸ τὶς εὐχὲ ς ποὺ συνέταξε μία ἀναπέμφθηκε κατὰ τὴν
χειροτονία του, μία πρὸ τῆς πύλης τῆς ῾Ηρακλείας, ὅταν ἀνελάμβανε τὴν ἕδρα του καὶ μία
κατὰ τὴν ἐποχὴ ἐχθρικῆς ἐπιδρομῆς. ᾿Απὸ τὰ ποιητικά του κείμενα εἶναι γνωστὰ ἡ
᾿Ακολουθία του στὸν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ καὶ ἕνας παρακλητικὸς κανόνας σέ αὐτόν,
ἕνας παρακλητικὸς κανόνας στὸν Ἅγιο Δημήτριο, ᾿Ακολουθία στὴν μνήμη τῶν Πατέρων
τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Κανὼν στὸν Κύριο ᾿Ιησοῦ Χριστό, Κανὼν στὰ θαύματα τῆς
ἱερᾶς εἰκόνος τῆς Θεοτόκου.

 ῾Ο Φιλόθεος ἀναφέρεται πολὺ ἐνωρὶς ὡς ἅγιος, ἀλλὰ δὲν διασώθηκε ᾿Ακολουθία του οὔτε
ἡμέρα ἑορτῆ ς του. Στὰ τέλη τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνος μ.Χ. συντάχθηκε ἡ ᾿Ακολουθία του
συνοδευομένη ἀπὸ ἐκτενῆ Βίο ὑπὸ τύπο συναξαρίου. ῍Αν καὶ ὁ Βίος ἐγράφηκε τόσο ἀργὰ
καὶ ὁ συντάκτης του εἶναι ἄγνωστος τὰ προσφερόμεναἱ στορικὰ στοιχεῖα εἶναι σ᾿ ἕνα
μεγάλο μέρος ἀκριβῆ. ῾Ο Βίος καὶ ἡ ᾿Ακολουθία ἔχουν ἐκδοθεῖ ἀπὸ τὸν Β. Δεντάκη 171. ῾Η
μνήμη αὐτοῦ τελεῖται τὴν 11η ᾿Οκτωβρίου 172.


            Άγιος Νήφων Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης
               (Ανακατεύθυνση από: Αγιος Νηφων Πατριαρχης Κωνσταντινουπολης*)

                             Άγιος που εορτάζει στις: 11/08/2008


                              Λιπών ο Nήφων την κάτω προεδρίαν,
                             Xριστώ παρέστη τω προέδρω των όλων.



Βιογραφία
Πρόκειται για τον Πατριάρχη Νήφωνα τον Β', που πατριάρχευσε τρεις φορές: α) 1486-1488. β) 1497-
1498 και γ) 1502. Καταγόταν από την Πελοπόννησο και γεννήθηκε από τους Μανουήλ και Μαρία. Το
κοσμικό του όνομα ήταν Νικόλαος. Προσκολλήθηκε σε κάποιον μοναχό Αντώνιο και έγινε μοναχός στην
Επίδαυρο με το όνομα Νήφων. Μετά τον θάνατο του γέροντα του, πήγε στο κάστρο της Νάρδας, όπου
γνώρισε τον ενάρετο Αγιορείτη Ζαχαρία, με τον όποιο εγκαταστάθηκε στη Μονή της Θεοτόκου στην
Αχρίδα. Όταν ο Ζαχαρίας εκλέχτηκε αρχιεπίσκοπος Αχριδών, ο Νήφων αναχώρησε στο Άγιον Όρος,
όπου χειροτονήθηκε διάκονος και Ιερέας στη Μονή Διονυσίου. Από τη Μονή αυτή κλήθηκε να γίνει
Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και από εκεί, μετά τον θάνατο του Συμεών, ανέλαβε τον οικουμενικό
θρόνο. Απομακρύνθηκε δύο φορές από τον θρόνο και κατέφυγε στη Βλαχία και από κει στο Άγιον Όρος
στη Μονή Διονυσίου. Την τρίτη φορά που κλήθηκε στον Οικουμενικό θρόνο δεν πήγε στην
Κωνσταντινούπολη και πέθανε στη Μονή, αφού έζησε ζωή ασκητική.



Απολυτίκιο
Ήχος                         γ'.                         Θείας                         πίστεως.
Έργοις έλαμψας, της ευσέβειας, πάσαν ηύγασας, την Εκκλησίαν, της ταπεινώσεως τρόποις υψούμενος,
ασκητικώς δοξασθείς γαρ εν Άθωνι, Πατριαρχών καλλονή εχρημάτισας. Νήφων ένδοξε, θείων χαρίτων
έμπλησον, τους πίστει και πόθω σε μεγαλώνοντας

προφητεία εφραίμ-του-σύρου

  • 1.
    Προφητεία Εφραίμ τουΣύρου Οσίου Εφραίμ του Σύρου Εις την Β' Παρουσίαν του Κυρίου Ο των όλων Θεός έρχεται κρίναι ζώντας και νεκρούς... Και θα ανοιχθούν τα φοβερά εκείνα βιβλία, όπου είναι γραμμένα και τα έργα μας και λόγοι και οι πράξεις μας, τα οποία είπαμε και επράξαμε εις αυτήν την ζωήν, δηλαδή οι διαλογισμοί και τα ενθυμήματα, για τα οποία θα αποδώσουμε λόγον εις τον Κριτήν. Τότε θα ζητηθή από τον καθένα μας η ομολογία της πίστεως και η συνταγή του βαπτίσματος, και την πίστι καθαρή από κάθε αίρεσι και την σφραγίδα άθραυστη και τον χιτώνα αμόλυντον... Μετά την χάριν (του αγίου βαπτίσματος) ο ποιών τα πονηρά έργα, εξέπεσε της χάριτος, και ο Χριστός αυτόν εις τίποτε δεν θα ωφελήση, εάν επιμένη εις την αμαρτίαν. Διότι έχει γραφεί, ότι όλοι θα παρασταθούμε εμπρός εις το βήμα του Χριστού, διά να προσκομίση κάθε ένας όσα έπραξε με το σώμα του, είτε καλόν είτε κακόν (Β' Κορ. 5, 10). Διότι όσοι έχουν τα καλά έργα και τους καλούς καρπούς χωρίζονται από τους ακάρπους και αμαρτωλούς, οι οποίοι και θα εκλάψουν, σαν τον ήλιον. Αυτοί είναι όσοι εφύλαξαν τις εντολές του Κυρίου, οι ελεήμονες, οι φιλόπτωχοι, οι φιλόρφανοι, οι ξενοδοχούντες, οι αντιλήπτορες των καταπονουμένων, οι επισκέπται των ασθενών, οι πενθήσαντες τώρα, καθώς είπεν ο Κύριος, οι πτωχεύσαντες τώρα διά τον πλούτον που ευρίσκεται εις τους ορφανούς, οι συγχωρούντες τα παραπτώματα των αδελφών, οι φυλάξαντες την σφραγίδα της πίστεως άθραυστον και αμόλυντον από πάθε αίρεσιν. *Οι ευρισκόμενοι πάλιν εξ αριστερών είναι οι άκαρποι, εκείνοι που έχουν παροξύνει τον Καλόν Ποιμένα, εκείνοι που τον καιρόν αυτόν της μετανοίας τον επέρασαν παίζοντες και τρυφώντες, οι οποίοι εδαπάνησαν σε ασωτεία, μέθη και ασπλαχνία όλον τον χρόνον της ζωής των, σαν εκείνον τον πλούσιον, που ποτέ δεν ελέησε τον πτωχόν Λάζαρον, δι' αυτό και κατεκρίθησαν, ως ανελεήμονες και άσπλαχνοι και μη έχοντες καρπούς μετανοίας, ούτε έλαιον εις τας λαμπάδας των.
  • 2.
    *Επειδή δεν ελεήσατε,έτσι και τώρα δεν θα ελεηθείτε, επειδή της φωνής μου δεν ακούσατε, έτσι ούτε εγώ τώρα θα ακούσω τους δικούς σας οδυρμούς. Διότι δεν διακονήσατε εμένα, ούτε με εθρέψατε πεινώντα, ούτε με εποτίσατε διψώντα, ούτε με εφιλοξενήσατε, ούτε γυμνητεύοντα με ενδύσατε, ούτε ασθενούντα με επισκεφθήκατε, ούτε όταν ήμουν εις την φυλακήν ήλθατε προς με. Άλλου Κυρίου εγίνατε εργάται και υπουργοί, δηλαδή του Διαβόλου... *Τότε θα στενάζουν άρχοντες και πλούσιοι άσπλαχνοι, και θα προσβλέπουν παντού στενοχωρούμενοι, και κανείς δεν θα υπάρχει να μπορή να βοηθήση. Ούτε ο πλούτος φαίνεται, ούτε οι κόλακες παρεβρίσκονται, ούτε θα εύρουν έλεος, διότι δεν ελέησαν, ούτε προαπέστειλαν, δια να εύρουν...η γαρ κρίσις ανίλεως τω μη πράξαντι έλεος. *Ας μη απιστήση κανείς, ότι είναι μόνον λόγια που λέγονται για την κρίσι. Αλλά με ακρίβεια και με ασφάλεια όλοι να πιστεύσουμε εις τον Κύριον, ότι υπάρχει ανάστασις νεκρών και κρίσις και ανταπόδοσις και των καλών και των κακών, κατά τις θείες Γραφές. Και παραβλέποντες όλα τα πρόσκαιρα, περιφρονούντες αυτά, να φροντίσουμε διά τα όσα αφορούν εις την απολογίαν και παράστασί μας εις το φοβερό βήμα, και την φρικτήν εκείνην ημέρα και φοβερήν ώραν...,η οποία θα δοκιμάση όλην την ζωήν. *** Αλλοίμονον εις εκείνους που μολύνονται μετά των βλασφήμων αιρετικών. Αλλοίμονον εις εκείνους που χλευάζουν τας θείας Γραφάς. Αλλοίμονον εις όσους μιαίνουν την αγίαν πίστι με αιρέσεις, ή συγκαταβαίνουν στους αιρετικούς. (Αγ. Εφραίμ ο Σύρος) Ορθόδοξος Φιλόθεος μαρτυρία Έκδοσις "ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ" Η νήψη στο έργο του αγίου Εφραίμ του Σύρου Δεν μπορείς να εφησυχάζεις, όταν ο εχθρός άγρυπνος πολεμάει. Δεν μπορείς αμέριμνος να καθεύδεις, όταν τα «πεπυρωμένα βέλη» του πονηρού και των παθών βάλλουν καταιγιστικά και αδιάκοπα. Σκληρός και αδυσώπητος τούτος ο πόλεμος. Δε γνωρίζει ανακωχή. Τα πάθη ξεσπούν σαν ηφαίστειο και καίνε σαν την πυρακτωμένη λάβα. Συγκλονίζουν την ύπαρξη εξουθενωτικά και παραλυτικά. Πολύ οδυνηρό για πάντα το ερωτηματικό: «Τις με ῥύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου;» (Ρωμ. ζ΄ 24). Ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος – ένας απ’ τους έξοχους Πατέρες της Εκκλησίας και σύγχρονος των τριών Καππαδοκών – υπήρξε διδάσκαλος της μετάνοιας και της νήψης (εγρήγορσης). Η άριστη γνώση της ανθρώπινης ψυχής, οι άγιες προσωπικές εμπειρίες της μακαρίας απάθειας και το ύψος της αγιότητός του, τον αναδεικνύουν μοναδικό οδηγό της νήψης και της πνευματικής ζωής.
  • 3.
    Ο λόγος του– γεμάτος χάρη και δύναμη – εμπνέει, οικοδομεί, ενισχύει, στηρίζει αλλά και αφυπνίζει συνειδήσεις. Έχοντας επίγνωση των σχεδίων και των παγίδων του πολυμήχανου διαβόλου και της αέναης εσωτερικής τρικυμίας των παθών και της αμαρτίας, ο άνθρωπος πρέπει πολύ να κοπιάσει και ν’ αθλήσει για τη σωτηρία του. «Πολλοῦ καμάτου χρεία εἰς τό σωθῆναι καί πολλοῦ αἰῶνος» (χρόνου). Η νήψη είναι νίκη, και η νίκη προϋποθέτει συνεχή άσκηση. «Οὐ γάρ παίγνιον ἐστιν ἡ ἄσκησις», λέγει ο άγιος Εφραίμ, «ἀλλ’ ἐν πολλῇ ἀκριβείᾳ ἡ τῆς ψυχῆς σωτηρία κατορθοῦται». Χρειάζεται πολλή επιμέλεια και προθυμία ψυχής. Εάν χαλαρώσουμε τον αγώνα, τότε ο διάβολος «ὁλόκληρον καταπίνει τόν μή νήφοντα». Βρισκόμαστε σ’ εμπόλεμη κατάσταση. «Ἐν μεγάλῳ πολέμῳ ἐσμεν ἐν τῷδε τῷ βίῳ καί ὁ ἐχθρός μαίνεται· ἀλλ’ οὐ παραιτητέον τόν ἀγῶνα». Μέγας ο πόλεμος και λυσσαλέος ο εχθρός, αλλά καμιά υποχώρηση, καμιά λιποταξία. Εγκατάλειψη του αγώνα ισοδυναμεί με προδοσία. Είναι στιγμές που ο πνευματικός αγωνιστής μέσα στη φωτιά και την αντάρα της μάχης, παθιασμένος θ’ αναφωνήσει: «ω, τι δεινός ο πόλεμος! Ω, τι χαλεπός!»… Αλλά ο άγιος Πατέρας με τις άγιες διδαχές του, μεταγγίζει θάρρος και αισιοδοξία, ιδιαίτερα στους νέους. «Ὀξυπόδησον ἐν τῷ ἀγῶνι τῆς ἀσκήσεώς σου, ὦ νεότης», λέει. Τρέξε γρήγορα και γενναία το δρόμο της πνευματικής σου άσκησης. Και μ’ ένα τόνο ηρωικό θα προσθέσει: «Μή συνηθίσῃς ἧτταν ἐν τῷ πολέμῳ. Ἡ γάρ συνήθεια δευτέρα φύσις». Η συνήθεια, για πάντα, είτε στο καλό είτε στο κακόμ είναι «δευτέρα φύσις». Εδώ «ἧτταν ἐν τῷ πολέμῳ» εννοεί την υποχώρηση, την πτώση, την αμαρτία. Κι όπως είναι γνωστό, η μια πτώση φέρνει την άλλη. Όποιος πολεμάει, προσέχει απ’ όλες τις μεριές και κατοπτεύει τα πάντα. Δεν αφήνει κερκόπορτες ανοιχτές και διόδους αφύλακτες. Οι απροσεξίες πολύ κοστίζουν. Κάποτε και μικρές λεπτομέρειες επιφέρουν πανωλεθρία και συντριβλη. «Μικρά ἀμέλεια τίκτει μεγάλην ἁμαρτίαν». Όπως και αντίθετα, «μικρά νῆψις ἀποστρέφει πολλήν ζημίαν». Ο άνθρωπος, βέβαια, είναι αδύνατος και ο συνεχής και τραχύς αγώνας τον κουράζςι. Σε τούτες ακριβώς τις στιγμές της ανθρώπινης αδυναμίας παραμονεύει ο μεγάλος κίνδυνος της ακηδίας και της ραθυμίας. Μειώνονται οι πνευματικές δυνάμεις, η αντίσταση αδυβατίζει και ο εχθρός είναι «προ των πυλών». Γι’ αυτό, συμβουλεύρι ο όσιος Εφραιμ, «ἐάν πνεῦμα ἀκηδίας
  • 4.
    ἔλθῃ ἐπί σέ,διά τῆς ὑπομονῆς ἀντίστηθι πρός αὐτήν». Συχνά στον αγώνα επιβάλλεται αντίσταση και άμυνα «μέχρις αίματος». Αντίσταση κατά της ραθυμίας και της ακηδίας και της χαυνότητας. «Φεῦγε τήν χαυνότητα… Ἄσκησον ἡσυχίαν, μελέτα ψαλμωδίαν». Απόρθητο για να παραμείνει το κάστρο της ψυχής, χρειάζεται άγρυπνο μάτι, δύναμη θέλησης και άριστη χρήση των πνευματικών όπλων. «Έχεις όπλα, ω άνθρωπε, κατά παντός εναντίου. Έχεις όπλα, διάφορα προς τας μηχανάς του αντιπάλου». Κι είναι τούτα τα όπλα πανίσχυρα και συντριπτικά. Όσες κι αν είναι οι «μηχανές» (τα τεχνάσματα) του εχθρού διαβόλου, τα όπλα της δικής μας στρατείας είναι «δυνατά τῷ Θεῷ προς καθαίρεσιν ὀχυρωμάτων» (Β΄ Κορ. ι΄ 4). Όπως συμβαίνει στο σύγχρονο πόλεμο με τους αντιβαλλιστικούς πυραύλους που σημαδεύουν και καταρίπτουν τους πυραύλους του εχθρού μετά την εκτόξευσή τους, έτσι και ο νηπτικός άνθρωπος με τ’ αντιβαλλιστικά όπλα της χάριτος του Θεού, εξουδετερώνει κάθε εχθρική επίθεση. Η νήψη – αληθινή έκφραση ελευθερίας και υπέρβαση κάθε νωθρότητας και ακηδίας –συντελεί στην «εν Χριστώ» τελείωση του ανθρώπου. Τρόποι και μέσα μιας αυξημένης επαγρύπνησης είναι η «φυλακή του νοός», ο φόβος του Θεού, η αδιάλειπτη προσευχή, η μνήμη του θανάτου, ο θείος έρωτας και ο επίμονος και επίπονος προσωπικός αγώνας. Ο φόβος του Θεού, κατά τον όσιο Εφραίμ, είναι «φυλακτήριον ψυχής», είναι «κυβερνήτης ψυχής», είναι «παιδευτήριον ψυχής». «Ὁ ἔχων φόβον Θεοῦ οὐκ ἀμεριμνᾷ· νήφει γάρ πάντοτε». Δηλαδή όποιος ολόθερμα ευλαβείται και αγαπά το Θεό, δεν μπορεί να παραμένει αδιάφορος στο μέγα θέμα της σωτηρίας. Βρίσκεται πάντοτε σε κατάσταση εγρήγορσης.. Αντίθετα, «ὁ μή ἔχων τόν φόβον τοῦ Θεοῦ ἐν ἑαυτὦ, ὁ τοιοῦτος εὐάλωτος ἐστι τοῖς τοῦ διαβόλου επιχειρήμασιν… Μετεωρίζεται· ἀδιαφορεῖ· καθεύδει ἀμερίμνως». Δίχως φόβο Θεού, εύκολα ο άνθρωπος πέφτει στις πλεκτάνες του διαβόλου... «Κτῆσαι φόβον Θεοῦ, ὅπως καί οἱ δαίμονες φοβηθήσονταί σε». Άγιος τούτος ο φόβος. Είναι φόβος θείος και ιερός. Είναι υπερφυσικό δώρο της θείας Χάριτος. Είναι ενδεικτικό παρουσίας του Αγίου Πνεύμαοτς. Είναι φόβος άφοβος, γιατί δε φοβάται τον εχθρό. Όπου «φόβος Θεού», εκεί και η παρουσία του Θεού· και όπου η παρουσία του Θεού, εκεί και η απουσία του διαβόλου και κάθε κακού.
  • 5.
    «Μακάριος ὁ ἀείἔχων ἐν ἑαυτῷ μνήμην Θεοῦ». Όσο ψυχοζημιογόνος είναι η «λήθη», τόσο ωφέλιμη και προστατευτική είναι η «μνήμη Θεού». Αλλά «μνήμη Θεού» δεν μπορεί να υπάρξει δίχως αδιάλειπτη προσευχή. Αυτή μονάχα είναι «όπλον κατά του διαβόλου». Κατά τον όσιο Εφραίμ, «ὁ προσευχόμενος νηφόντως καίει τούς δαίμονας». Θερμές προσευχές είναι φωτιές, που καίνε. Τέτοιες προσευχές τις τρέμουν οι δαίμονες. Μακάριος ο άνθρωπος της ζωντανής και αδιάλειπτης προσευχής. Έχει πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής του. «Προσευχή άοκνος» είναι προσευχή νηπτική, προσευχή δυνατή. «Γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε, ἵνα μή εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν», είχε πει ο Κύριος στους Μαθητές Του. Η εγρήγορση ποτίζει την προσευχή, αλλά και η προσευχή διατηρεί την εγρήγορση. Προσευχή και νήψη πάνε μαζί. Συνυπάρχουν. Είναι αδελφές. Ανάμεσα στους συντελεστές της καρδιακής νήψεως και της εν Χριστώ ζωής, είναι και η μνήμη θανάτου, για την οποία ο άγιος Εφραίμ – καθώς και άλλοι Πατέρες – κάνουν ιδιαίτερο λόγο. Η μνήμη θανάτου είναι κατάφαση της πίστης και της ελπίδας. Είναι κάθαρση λογισμών και υπαρξιακή αυτοσυνειδησία. Είναι μετάθεση της καρδιάς απ’ τα γήινα στα ουράνια και αιώνια. Κατασιγάζει τα πάθη και κρατάει άγρυπνη και αγωνιστική την ψυχή. Διώχνει κάθε ανησυχία και κάθε εσωτερική ταραχή. Γι’ αυτό, «μακάριος ὁ μελετῶν καθ’ ἑκάστην τόν θάνατον». Είναι εξαιρετικά σπουδαίο τούτο το μάθημα για κάθε πνευματικό αγωνιστή. Μάθημα που το μελετάει «καθ’ εκάστην». Μάθημα με πολλές αγίες προεκτάσεις. Αλλά και μάθημα κατάλληλο για όλες τις ηλικίες. «Μακάριος, λοιπόν, ὁ ἔχων πρό ὀφθαλμῶν τήν ἡμέραν τῆς ἐξόδου». Ο ΑΓΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΣΥΡΟΣ ΠΕΡΙ ΑΓΑΠΗΣ Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἀγάπη Δὲν ἀποστρέφεται ποτὲ κανέναν. Οὔτε μεγάλο. Οὔτε μικρό. Οὔτε φτωχό. Οὔτε πλούσιο. Γίνεται γιὰ ὅλους τὸ ἀκάθαρτο σφουγγάρι, ποὺ ὅλα τὰ σκουπίζει (Ἀ' Κόρ. 4, 13). Ὅλα τὰ σκεπάζει. Ὅλα τὰ ὑπομένει. Δὲν ὑπερηφανεύεται ἐναντίον κάποιου. Δὲν ξιπάζεται. Κανένα δὲν κατακρίνει. Ἀλλὰ κι αὐτοὺς ποὺ κατακρίνουν, τοὺς ἀποφεύγει. Δὲν σκέφτεται μὲ δόλο. Δὲν ἐξαπατᾷ τὸν ἀδελφό του. Δὲν ζηλεύει. Δὲν φθονεῖ. Δὲν συκοφαντεῖ. Δὲν χαίρεται μὲ τὰ σφάλματα τῶν ἄλλων. Δὲν διασύρει αὐτὸν ποὺ ἁμάρτησε. Ἀλλὰ λυπᾶται μαζί του. Καί του συμπαραστέκεται.
  • 6.
    Δὲν ἀγνοεῖ τὸνἀδελφό του, ὅταν βρίσκεται σὲ κάποια ἀνάγκη. Ἀλλὰ τὸν βοηθᾷ μὲ κάθε τρόπο. Καὶ ἐν ἀνάγκῃ πεθαίνει μαζί του. Ἐκτελεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καὶ εἶναι μαθητής Του. Γιατί ὁ ἴδιος ὁ καλός μας Δεσπότης Χριστὸς εἶπε: «Ἀπὸ αὐτὸ θὰ μάθουν ὅλοι ὅτι εἶσθε μαθητές μου, ἐὰν ἔχετε ἀγάπη μεταξὺ σας» ('Ἰω. 13,35). Ἀντίθετα εκείνος ποὺ δὲν ἔχει ἀγάπη: Θυμώνει εὔκολα. Ὀργίζεται. Μισεῖ. Χαίρεται μὲ τὴν ἀδικία τῶν ἄλλων. Δὲν συμπάσχει μὲ αὐτὸν ποὺ ἁμάρτησε. Δὲν ἁπλώνει τὸ χέρι του νὰ βοηθήσει αὐτόν, ποὺ ἔπεσε. Δὲν συμβουλεύει αὐτόν, ποὺ παρασύρθηκε. Δὲν στηρίζει αὐτόν, ποὺ κλονίζεται. Ἔτσι γίνεται φίλος τοῦ διαβόλου καὶ ἐφευρέτης κάθε πονηρίας. Γίνεται ἐργάτης τῆς ὑπερηφάνειας καὶ σκεῦος τῆς ἀλαζονείας. Ο Αντίχριστος, επειδή είναι εχθρός του Θεού, επιθυμεί να χαθούμε όλοι και αυτός ο τύραwος θα χρησιμοποιήσει όλους τους τρόπους για να πάρουν όλοι τη σφραγίδα του θηρίου, μόλις θα έρθει για να παραπλανήσει όλο τον κόσμο. Να προσέχετε αδελφοί μου, τους διάφορους πονηρούς τρόπους που θα χρησιμοποιήσει το θηρίο. Η αρχή γίνεται από την κοιλιά, ώστε όταν κανείς βρεθεί σε δύσκολη θέση, αφού δε θα έχει τροφές, θ’ αναγκαστεί να πάρει το σφράγισμα του Αντίχριστου στο δεξί χέρι και στο μέτωπο, όχι τυχαία, αλλά για να μην μπορεί ο άνθρωπος να κάνει με το δεξί του χέρι το σημείο του Σταυρού, και να μην μπορεί να σημειώνει το Άγιο όνομα του Κυρίου στο μέτωπο. Επειδή ξέρει ο πανάθλιος, ότι όταν ο άνθρωπος σφραγισθεί με το σημείο του Σταυρού, ελευθερώνεται ο άνθρωπος απ’ τις δυνάμεις του διαβόλου. Γι αυτό το λόγο σφραγίζει το δεξί χέρι του ανθρώπου” (Οσιος Εφραίμ ο Σύρος). Ημάς προς ηθών τελειότητα, τοις ιεροίς σου ρυθμίζεις διδάγμασιν, Εφραίμ Όσιε". Αγαπητοί Πατέρες και Αδελφοί. Ο Ιανουάριος είναι ο μήνας κατά τον οποίον η Αγία μας Εκκλησία εορτάζει και πανηγυρίζει τιμητικώς πολλούς Οσίους Πατέρες, αναστήματα πνευματικά, οι οποίοι εβάδισαν πριν από εμάς τη μοναχική οδό καί κατεστάθησαν οι καθηγητές και διδάσκαλοί μας στη μοναδική πολιτεία. Ανάμεσα τους ξεχωρίζει τόσο για την εγκύκλιο παιδεία του, όσο και για τις αρετές του ο αυστηρός στα ήθη και γλυκύς στους τρόπους Εφραίμ ο Σύρος. Τόση δε απήχηση είχε η προσωπικότητά του και το πνευματικό του μεγαλείο, ώστε αφ' ενός ο Μέγας Βασίλειος να τον χαρακτηρίζει ως "τον ελλογιμότερον πάντων των κατά τους χρόνους εκείνους διαβιούντων", αφ' ετέρου ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος να αναφέρεται σε αυτόν νοσταλγικώς λέγοντας: "Που ο Εφραίμ ο πολύς, η παραμυθία των αθυμούντων, η παιδαγωγία των νέων, η χειραγωγία των μετανοούντων, η κατά των αιρετικών ρομφαία, το δοχείον του Πνεύματος;". Άνθρωπος της ησυχίας και της νήψεως, πραγματοποίησε το μοναχικό ιδεώδες, όχι σε κάποιες ερήμους, αλλά στην πολυάνθρωπη Νίσιβη και, όταν αυτή καταλήφθηκε από τους Πέρσες, στην Έδεσσα της Μεσοποταμίας. Έτσι, μέσα σε
  • 7.
    δυο θορυβώδεις πόλειςέζησε την ξενιτεία και την αποταγή σε τέτοιο βαθμό, ώστε στο βίο του να καταγράφεται: "εις τούς τοιούτους λογισμούς σχολάζων εμάκρυνε φυγαδεύων πάντας τους θορύβους του βίου (...) εις την έρημον (την πνευματική) αυλιζόμενος (...) ωφελών και ωφελούμενος". Για το λόγο αυτό η μελέτη του βίου του είναι εξόχως διδακτική για όλους εμάς, οι οποίοι διαβιούμε υπο παρόμοιες με τον Όσιο συνθήκες έχοντας ταυτοχρόνως τον ίδιο πόθο, τήν πνευματική μας θεραπεία μέσα απο την κατά Χριστόν άσκηση. Και τούτο διότι "ουχ ο τόπος αλλ' ο τρόπος" της ζωής ενός εκάστου μορφοποιεί "τον Χριστόν εν ημίν", και κατακοσμεί την ψυχή με τα δώρα του Αγίου Πνεύματος. Διδάσκει ο σήμερον τιμώμενος Όσιος Πατήρ ημών Εφραίμ ο Σύρος, όχι μόνο με τους λόγους του, αλλά κυρίως με την αγία ζωή του, ότι η εισαγωγή στη μοναχική ζωή ισοδυναμεί με θάνατο που ακολουθείται απο μιαν Ανάσταση. Ο μοναχός αγωνίζεται να νεκρώσει τον "παλαιόν ΄΄άνθρωπον", να αποκοπεί από τον προηγούμενο τρόπο ζωής του, για να "ενδυθή τον νέον" άνθρωπο της Χάριτος του Θεού και να βιάσει την αγγελομίμητη ζωή ως ειδική προσωπική του κλίση. Για να συμβεί όμως, αυτό πρέπει να προηγηθεί η λεγομένη "υποταγή", λέξη γνωστή στη μοναχική γλώσσα, άγνωστη όμως, σε πολλούς, ιδίως ως προς τον τρόπο κατά τον οποίο αυτή κατορθώνεται. Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος μάλιστα ομιλεί περί τριών αποταγών, οι οποίες πρέπει να ακολουθήσουν αλληλοδιαδόχως η μια την άλλη, προκειμένου ο "κατά την προαίρεσιν μάρτυς", ο Μοναχός να εισέλθει "στεφανηφορών εις τον ουράνιον νυμφώνα". Ως πρώτη θεωρείται η αποταγή"των πραγμάτων και ανθρώπων και γονέων", η έξοδος ουσιαστικώς από το μέχρι εκείνη τη στιγμή γνωστό και οικείο περιβάλλον, ώστε ο άνθρωπος μακρυά απο την ψευδαίσθηση της ανθρώπινης βοηθείας και συναντιλήψεως, "μόνος μόνω Θεώ", να στραφεί ολοκληρωτικώς προς τον πλάστη και δημιουργό του, εξαρτώντας απο αυτόν και μόνο, τη σύνολή του ύπαρξη. Ως δεύτερη αποταγή ορίζεται "η εκκοπή του ιδίου θελήματος", η αποβολή δηλαδή του μεταπτωτικού φρονήματος προκειμένου να αντικατασταθεί το ατομικό και εγωιστικό απο το θείο θέλημα. Έτσι, ο άνθρωπος μαθαίνει να αναγνωρίζει τι πραγματικώς ζητά ο Θεός απο αυτόν και ελευθέρως και ασυγχύτως να εργάζεται την πραγμάτωσή του. Ως τρίτη δε αποταγή ορίζεται η αποβολή της κενοδοξίας, ώστε ο άνθρωπος απαλλαγμένος απο κοσμικές ή ανθρώπινες επιθυμίες, να ποθεί μόνο "την τελείαν των τελείων ατέλεστον τελειότητα", την Βασιλεία των Ουρανών. Απο όλα τα παραπάνω κατανοούμε γιατί ο Μοναχισμός, βιούμενος στη σωστή του διάσταση, μπορεί να είναι ησυχαστικός, αλλά καθόλου εφησυχαστικός. Μπορεί να είναι απάρνηση, αλλά καθόλου απόρριψη, μπορεί να είναι αγώνας, αλλά καθόλου αγωνία, μπορεί να είναι πίστη, αλλά καθόλου ιδεοληψία, μπορεί να είναι σταυρός, αλλά καθόλου γογγυσμός. Και τούτο διότι ο Μοναχός παλεύει να κερδίσει καθημερινώς την πραγμάτωση και των τριών ανωτέρω αποταγών. Αφιερώνει τη ζωή του ολόκληρη στο να καταστεί δοχειίο της Χάριτος και να απαλλαγεί απο ο,τιδήποτε μπορεί να χωρίσει απο το Θεό. Κι αυτός ο αγώνας, ακριβώς επειδή"ουκ έστι πάλη προς σάρκα και αίμα", αλλά τόπον έχει ουρανίου αθλήσεως, καταλήγει τελικώς να γίνεται: "απαρρησίαστον ήθος, άγνωστος σοφία, αδημοσίευτος σύνεσις, απόκρυφος βίος, αθεώρητος σκοπός, αφανής λογισμός". Με άλλα λόγια δε γίνεται αντιληπτός απο τους γύρω και μάλιστα απο τους κοσμικούς ανθρώπους, με αποτέλεσμα πολλές φορές να είναι ανυποψίαστοι για τη συνεχή σταυρική, αλλά και χαριτωμένη πορεία του
  • 8.
    Μοναχού. Έτσι, οΜοναχός γίνεται "ο αλλόγλωσσος εν ετερογλώσσοις", δηλαδή εκείνος που μιλά διαφορετική γλώσσα απο τους γύρω του, ως μέτρο της ετερότητός του και της διαφοροποιήσεώς του απο το κοσμικό συμβαίνειν. Ως μέτρο μάλιστα της διαφοροποιήσεώς του αυτής, ο Μοναχός καλείται ευθύς εξαρχής να πραγματώσει όλες βεβαίως τις αρετές, ειδικώτερον όμως, τρείς. Την παρθενία, την ακτημοσύνη και την υπακοή, ως αντιστοιχούσες η καθεμιά στις τρεις μορφές αποταγής που ανωτέρω αναφέρθηκαν. Έτσι, έρχεται η Παρθενία να θεραπεύσει τη φιληδονία και να ολοκληρώσει την αποταγή απο τους ανθρώπους. Έρχεται πάλι η Ακτημοσύνη για να θεραπεύσει τη φιλαργυρία και να ολοκληρώσει την αποταγή απο το "ίδιον θέλημα". Έρχεται, τέλος, η υπακοή να θεραπεύσει τον εγωισμό και να ολοκληρώσει την αποταγή από την κενοδοξία. Η απόκτηση δε των τριών αυτών αρετών φέρει την προσευχή και η προσευχή φέρει τη Θεολογία, ως κατά Χάρη Θέωση και Θεοπτία. Έτσι, ο Μοναχός ζεί καθημερινώς την πρόκληση της πραγματώσεως των τριών αυτών αρετών ως πρόκριμα πνευματικής ανελίξεως και αγιασμού, αλλά και ως παράδειγμα των υπολοίπων, μιας που οι τρεις "μοναχικές", όπως λέγονται, αρετές δεν είναι μόνο "μοναχικές", αλλά χριστιανικές και ευαγγελικές, απευθυνόμενες και, τηρουμένων των αναλογιών, βιούμενες απο όλους τους Χριστιανούς που επιθυμούν τη σωτηρία τους. Και αυτό ακριβώς, συνιστά την ιεραποστολική διάσταση του Μοναχισμού. Εν oψει των ανωτέρω κατανοούμε άριστα γιατί ο Όσιος πατήρ Ημών Εφραίμ ο Σύρος, η ιερά μνήμη του οποίου συνεκέντρωσε όλους εμάς σήμερα στον ιερό αυτό χώρο του Καθολικού της Ιεράς και Σεβασμίας Μονής Πετράκη, ώστε με την αγρυπνία αυτή να τον τιμήσουμε διδασκόμενοι από την αγία βιοτή του, κατανοούμε λέγω, άριστα γιατί τιμήθηκε τόσο απο τους συγχρόνους του και άφησε φήμη πνευματέμφορου ανδρός, ακριβώς διότι οι ασκητικοί του αγώνες και τα παλαίσματα, δυσνόητα ίσως στους πολλούς και κοσμικούς, τον απεκαθάρισαν από "παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος", καθιστώντας τον δοχείον της Χάριτος, ενώ ταυτοχρόνως κατέλιπε παράδειγμα μοναδικό και εξαίσιο πραγματώσεως του Ευαγγελίου της Χάριτος στην ερημία των πόλεων όπου έζησε, αγωνίσθηκε και εδίδαξε δίνοντας την πραγματική διάσταση της μοναχικής ζωής ως τρόπου βιώσεως του Θεού. Πατέρες και αδελφοί. Και εμείς σε πολυάνθρωπο πόλη ζούμε, με ποικίλους περισπασμούς και προκλήσεις. Μας διακατέχει όμως, ο πόθος της αγγελομιμήτου ζωής και η αγάπη προς τον Κύριο Ιησού, το Σωτήρα καί Λυτρωτή μας. Με τα ίδια ξεκίνησε τη μοναχική του βιοτή και ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος, για να αναδειχθεί με τη Χάρη του Θεού, αστήρ αειλαμπής του παμφώτου στερεώματος της Βασιλείας των Ουρανών. Ας επικαλεσθούμε οι πάντες τις θεοπειθείς προς Κύριον ευχές του και ας εκζητήσουμε όλοι την προς το Θεό πρεσβεία του, ώστε και εμείς να κατορθώσουμε, έστω και κατά ένα ελάχιστο μέρος, τα σπουδαία, στα οποία αυτός προυπορεύθη, για να αγαλλόμεθα όλοι μαζί με τον Άγιο στα ουράνια σκηνώματα του Παραδείσου, του οποίου την απόλαυση επιζητούμε, προσευχόμαστε και παρακαλούμε να μας χαρίσει το άπειρο Θείον έλεος. Αμήν ← Η ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ | Η Αγία Αγάθη(Κατάνη Σικελίας) → Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑ ΑΓΙΟΥ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ χωρίς σχόλια har | Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2008 12:52 πμ
  • 9.
    Μέσα από τοχορό των Μαρτύρων της Εκκλησίας μας, ξεπροβάλλει αγγελοπρεπώς ο 'Αγιος Μεγαλομάρτυρας Προκόπιος. Άνδρας πoλέμιoς αρχικά της Εκκλησίας, νικάται από την αγάπη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και «Θείω ζήλω πυρπολούμενος, κατά τον υμνογράφο, κατακολουθεί, ώσπερ ο Παύλος τον Χριστόν». Σκεύος θειότατο του Αγίου Πνεύματος και πηγή ζωής αιωνίου ο Άγιος, έλκυε και ελκύει στο φως τους διψασμένους χριστιανούς. Πολλά πρόβατα έφερε στη λογική μάντρα του Χριστού με τη θερμή προσευχή του. Ακόμα και τούς κατηγόρους του δικαστές και τους μέλλοντες να τον θανατώσουν στρατιώτες. Υπέμεινε καρτερικά φρικώδη βασανιστήρια αναψυχόμενος από την ακατάπαυστη προσευχή και τη γλυκύτητα της χάριτος και όταν έφτασε η ορισμένη ώρα, παρέδωσε την ψυχή του στό Χριστό και πήρε τό στεφάνι της ουράνιας δόξας. ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ 1. Εποχή διωγμών Είναι η επoχή τών διωγμών. Αυτοκράτορας στη Ρώμη ο Διοκλητιανός. Νούς διοικητικός και άνδρας ικανός επέφερε στό αχανές Ρωμαϊκό κράτος σοβαρές μεταρρυθμίσεις, ώστε παρά την πολλαπλότητα των εθνών, να επιτευχθεί η περίφημη ενότητα τών Pωμαίων. Αλλά η ιστορική προσωπικότητα του Διοκλητιανού είναι γνωστή κυρίως για τη σκληρότητα του απέναντι στούς χριστιανούς. Φοβερά ήταν τα βασανιστήρια που ύπέφεραν οι χριστιανοί . Δεν ήταν δυνατόν όμως να διαλυθεί η Εκκλησία, γιατί τη διατήρηση της ανά τους αιώνες υποσχέθηκε ο ίδιος ο Κύριος: «Πύλαι Άδου ού κατισχύσουσιν αυτής». Η Εκκλησία απλώς ακολουθεί το δρόμο που της χάραξε ο Θεάνθρωπος ιδρυτής της: Το δρόμο του Σταυρού που οδηγεί στην Ανάσταση. 2. Ειδωλολατρική ανατροφή Στην εποχή του Διοκλητιανού στην Αντιόχεια ζούσε μια πλούσια χήρα ευγενικής καταγωγής, η Θεοδοσία. που πίστευε στα είδωλα. 0 άνδρας της, που ήταν χριστιανός και ονομαζόταν Χριστόφορος,
  • 10.
    πέθανε αφήνοντας τηςένα γιό τον Νεανία, ο οποίος ανατράφηκε από τη μητέρα του και διδάχτηκε την ειδωλολατρεία. Ενώ ο αυτοκράτορας ήταν στη Αντιόχεια, επιστρέφοντας από καταστολή επαναστάσεως κάποιου Αχιλλέα στην Αίγυπτο, η Θεοδοσία, καθώς ήταν από τις πρώτες αρχόντισσες της πόλης, θέλησε να του ζητήσει να τιμήσει το γιό της με μεγάλο αξίωμα. Την άκουσε ο Διοκλητιανός, και προσέχοντας τη σωφροσύνη και την εξαιρετική μόρφωση του Νεανία, τον διόρισε Δούκα σ' όλη την Αλεξάνδρεια.. 0 Νεανίας τότε ανεχώρησε γιά την επαρχία του, συνοδευόμενος από δύο τάγματα στρατιώτες και πήρε από τό Διοκλητιανό τη διαταγή, όσους χριστιανούς βρίσκει, που δεν αρνούνται τό Χριστό, να τους εξολοθρεύει, αρπάζοντας πρώτα όλα τα υπάρχοντά τους και μετά από φρικτά βασανιστήρια να τους δίνει επώδυνο Θανατο. 3. Αποκάλυψη τού Χριστού Η πορεία από την Αντιόχεια στην Αλεξάνδρεια ήταν πολύ κουραστική. Την ημέρα ο ήλιος ήταν τόσο καυτερός, ώστε τα άλογα κινδύνευαν να ψοφήσουν από τη δίψα. Αναγκάζονταν έτσι, Δούκας και στρατιώτες να πεζοπορούν τη νύχτα. Στην Απάμεια της Συρίας, βγήκε η πόλη ολόκληρη να τους υποδεχτεί. Έμειναν εκεί ώσπου νύχτωσε και μετά συνέχισαν την πορεία τους. Την τρίτη ώρα της νύχτας, σεισμός μεγάλος τράνταξε τη γή. 'Ενας φοβερός κεραυνός έσκισε το ουράνιο στερέωμα. Μέσα από το φως της αστραπής ακούστηκε φωνή μεγάλη που έλεγε: «Νεανία, που πας; και ποιόν καταδιώκεις;» 0 Νεανίας με απορία απάντησε στην άγνωστη φωνή: « O αυτοκράτορας με διόρισε Δούκα στην Αλεξάνδρεια, όπου και με αποστέλλει να θανατώσω όλους τους χριστιανούς» και παρατηρούσε γύρω και τριγύρω με αμηχανία. Τότε φάνηκε στόν κατάμαυρο ουρανό ένας ολόλαμπρος Σταυρός, που έμοιαζε σαν από κρύσταλλο. Mέσα από τό άπλετο και υπερκόσμιο φώς του Σταυρού εξήλθε φωνή που έλεγε: « Είμαι ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού, αυτός που καταδιώκεις». 4. Κατασκευή χρυσού Σταυρού Η εμφάνιση του Θεανθρώπου Ιησού στο νεαρό ειδωλολάτρη, άρχισε να γκρεμίζει μέσα του τον παλαιό ανθρωπο. Μια νέα ζωή ανέτειλλε: το Φως της Αλήθειας εξαφάνισε το σκότος της πλάνης. 0 Θεός των χριστιανών άρχισε να γίνεται πια και δικός του προβληματισμός. Η οπτασία του αφησε μιά ανείπωτη
  • 11.
    χαρά, μαζί μεμιά αίσθηση ασφάλειας και προστατευτικότητας από το σημείο του Τιμίου Σταυρου που είδε. Συνεχίζοντας την πορεία του ο Νεανίας έφτασε στη Σκυθόπολη. Εκεί μάζεψε τους χρυσοχόους τής πόλης και τους είπε: «Θέλω να μου υποδείξετε τόν καλύτερο τεχνίτη, για να μου κατασκευάσει ένα σκεύος πολύτιμο». Oι χρυσοχόοι του υπέδειξαν έναν που ονομαζόταν Μάρκος που όπως είπαν ήξερε καλά την τέχνη. Τότε ο Νεανίας κάλεσε το Μάρκο ιδιαίτερα στο δωμάτιο του και του παράγγειλε να του κατασκευάσει ένα σταυρό, όπως τον είδε στη Θεια οπτασία. 0 Μάρκος αντέδρασε και του είπε: «Φοβούμαι να τόν κατασκευάσω, γιατί αν τό μάθει ο βασιλιάς θα με θανατώσει». 0 Νεανίας όμως του υποσχέθηκε ότι θα το κρατήσει μυστικό και δε θα το ομολογήσει σε κανένα. Πείσθηκε ο Μάρκος και κλειδωμένος μέσα στό σπίτι του Νεανία κατασκεύαζε κρυφά τό σταυρό. Όταν τον τελείωσε είδε ένα παρόδοξο θέαμα: φάνηκαν στο σταυρό τρείς εικόνες και γράμματα εβραϊκά. Στό πάνω μέρος έγραφε: «Η μορφή τού Δεσπότη». Στο δεξί μέρος φαινόταν ένας άγγελος καί γραφόταν «Μιχαήλ» και στο αριστερό το ίδιο, με το όνομα «Γαβριήλ». 0 χρυσοχόος προσπάθησε με επιμoνή να εξαλείψει τις εικόνες, αλλά δεν τα κατάφερε. Τη νύχτα έφτασε στο σπίτι ο Νεανίας για να δεί αν τελείωσε. Μόλις τον είδε τελειωμένο, χάρηκε πολύ και τον προσκύνησε. Ρώτησε τον Μάρκο για τις εικόνες, τι σημαίνουν. Αυτός τού απάντησε ότι δεν γνώριζε, γιατί δεν το κατασκεύασε ο ίδιος, αλλά τυπώθηκαν μόνες τους. 0 Νεανίας τότε κατάλαβε ότι έγιναν με Θεία ενέργεια και γονατιστός το προσκύνησε με πολλή ευλάβεια. Έδωσε στο χρυσοχόο πολλά χρήματα όπως υποσχέθηκε και τον ευχαρίστησε. 'Υστερα αφού τύλιξε με πολύτιμη πορφύρα το σταυρό, αναχώρησε με τους στρατιώτες του για την Αλεξάνδρεια. 5. Mε το σταυρό νικητής Στην Αλεξάνδρεια εκείνο τον καιρό έκαναν επιδρομές Αγαρηνοί. Άρπαζαν με τη βία τις θυγατέρες των επισήμων ανδρών και τις έκαμαν συζύγους τους. Μη μπορώντας οι γονείς τους να αντισταθούν, έκλαιαν για τη συμφορά τους και βρισκόταν σε αμηχανία. Η εμφάνιση στην πόλη τού νέου Δούκα ήταν για τους ανθρώπους της Αλεξάνδρειας μιά ελπίδα. Μιά ομάδα τον επισκέφτηκε και με δάκρυα στα μάτια ζητούσαν προστασία από τους βαρβάρους. 0 νεαρός άρχοντας τους συμπόνεσε γιά τη συμφορά τους κι έδωσε εντoλή νά ετοιμαστούν οι στρατιώτες για τη συμπλοκή. 'Οταν μαζεύτηκαν και παρατάχτηκαν μπροστά του, τους έδωσε τις πολεμικες οδηγίες και
  • 12.
    τελειώνοντας τους είπε: «Μετη δύναμη τού Eσταυpωμένoυ Χριστού Θα νικήσουμε». Και ο λόγος του έγινε πραγματικότητα: Με τόση δύναμη πολεμούσαν τους Αγαρηνούς, ώστε νικημένοι κατά κράτος έφευγαν οι βάρβαροι αφήνοντας στό πεδίο της μάχης περισσότερους από έξη χιλιάδες νεκρούς. Από τους στρατιώτες τού Νεανία, με τη χάρη τού Θεού, δε σκοτώθηκε κανένας. 6. Αντίδραση της μητέρας του Μετά τη νίκη του ο Nεανίας ειδοποίησε τη μητέρα του να έλθει στην Αλεξάνδρεια. Όταν έφτασε η μητέρα του και άκουσε τα ανδραγαθήματα του χάρηκε πολύ. Με πολλή αγαλλίαση τού είπε: «Πρέπει νά ευχαριστήσεις τους Θεούς, παιδί μου, που παρακάλεσα όταν άρχισες τόν αγώνα. Γιατί αυτοί σου έδωσαν τη νίκη». Τότε ο Νεανίας είπε: «Ευλογημένος νάναι ο αληθινός Θεός που με βοήθησε». Και η μητέρα του: «Mη λέγεις, παιδί μου αγαπημένο, ότι σε βοήθησε ένας Θεός, για να μην οργισθούν οι άλλοι». Βρήκε τότε ο Νεανίας την εύκαιρία να μιλήσει στη μητέρα του, για τη γνωριμία του με τόν Χριστό, της εξιστόρησε πως ο αληθινός Θεός τόν επισκέφθηκε και τον απάλαξε από το σκοτάδι της πλάνης των ειδώλων. Η ευλάβεια της Θεοδοσίας στα είδωλα της προκάλεσε μεγάλη αντίδραση για την αλλαγή του γιού της. 0 θυμός της ξεπέρασε και αυτή τη μητρική αγάπη για το μονάκριβο παιδί της. Έτρεξε στον αυτοκράτορα και του ανάγγειλε το γεγονός: «Έχασε τα μυαλά του ο γιός μου, βασιλιά, πιστεύει και αυτός στον Εσταυρωμένο»! Την άκουσε ο βασιλιάς και σάστισε, οργισμένος έγραψε στόν Ουλκίωνα, τον ηγεμόνα της Παλαιστίνης. Τον πρόσταξε να επισκεφθεί τον Νεανία, το Δούκα της Αλεξάνδρειας, και να του ζητήσει λόγο για την πίστη του στο Χριστό. Αν δεν πεισθεί να εγκαταλείψει την πλάνη του, να τον σκοτώσει για να παραδειγματιστούν και οι άλλοι. Σαν πήρε το γράμμα ο Ουλκίωνας, ενήργησε όπως τον πρόσταζε ο αύτοκράτορας: με άλλους άρχοντες συγκλητικούς, έφτασε στο ανάκτορο του Δούκα. Τον χαιρέτησε και του έδωσε τα βασιλικά γράμματα. Όταν διάβασε ο Άγιος τα γράμματα, είπε άφοβα: - Χριστιανός είμαι ! Κάμε ό,τι σε προστάζουνε. Ο Ουλκίωνας μπροστά στο θάρρος του νεαρού Δούκα είπε: - Εγώ Δούκα, σε εκτιμώ, αλλά φοβούμαι το βασιλιά και δεν ξέρω, τι να κάνω. Σε συμβουλεύουμε,
  • 13.
    τόσο εγώ όσοκαι οι άρχοντες που βρίσκονται εδώ, να προσποιηθείς ότι θυσιάζεις. Έτσι θα φανεί ότι εκτελείς την εντολή του βασιλιά και θα γλυτώσεις τη ζωή σου. 0 Άγιος απάντησε: - Θα θυσιάσω Ουλκίωνα, καλά είπες. Όχι όμως στα είδωλα, αλλα τόν εαυτό μου θα θυσιάσω στο Χριστό, που αγάπησα με όλη μου την ψυχή. 7. Βασανιστήρια και φυλάκιση Ήταν αμετάπειστος ο Νεανίας. Η αγάπη του στο Χριστό τον είχε κυριεύσει. 0 Ουλκίωνας πρόσταξε να τον δέσουν και να τον οδηγήσουν στην Καισάρεια. Σαν έφτασαν, έδωσε ο Ουλκίωνας διαταγή να μαζευτεί ο λαός. Κρέμασαν το μακάριο Νεανία μπροστά στο πλήθος και άρχισαν τα βασανιστήρια ξεσκίζοντας τις σάρκες του. Ήταν πολλοί που τον συμπονούσαν και έκλαιαν. 0 Νεανίας όμως, που υπέφερε με γενναιότητα τα σκληρά βασανιστήρια, τους έλεγε: "Μην κλαίτε για μένα, γιατί μου παραστέκεται τώρα ο Κύριος και Θεός μου και ευφραίνομαι"!! Τον βασάνιζαν μ' αυτό τον τρόπο, ώσπου νύχτωσε. Τότε τον κατέβασαν από το ξύλο και τον έριξαν στη φυλακή. Ο δεσμοφύλακας, που ονομαζόταν Τερέντιος, είχε κάποτε ευεργετηθεί απ'; αυτόν και ήταν φίλος του. Ετοίμασε κρυφά απαλό στρώμα και σεντόνια και τον φρόντιζε όσο μπορούσε. Τα μεσάνυχτα, άγγελοι Κυρίου επισκέφτηκαν τον Άγιο στη φυλακή. Αμέσως λύθηκαν τα δεσμά, όχι μόνο του Νεανία, αλλά και των άλλων καταδίκων. Φώναξαν τον Άγιο και του είπαν: «Κοίταξε μας, Νεανία.» Όταν τους είδε ο Νεανίας. ρώτησε ποιοι ήταν. Αυτοί είπαν, «Άγγελοι του Θεού είμαστε και μας έστειλε να σου παραβρεθούμε. Επιφυλακτικός από τις απάτες των δαιμόνων ο Άγιος είπε: «Εάν είστε Άγγελοι, κάμετε το σταυρό σας». Αυτοί υπάκουσαν και μετά τον ρώτησαν: «Γιατί δε μας πίστεψες;». Ο ταπεινός Νεανίας απάντησε: «Στους τρεις Παίδες έστειλε ο Κύριος αγγέλους και τους δρόσιζαν, γιατί αυτοί ήταν ριγμένοι στη φωτιά. Εγώ τι έκαμα ώστε να αξιωθώ τέτοιας παρηγοριάς;»
  • 14.
    Ύστερα εμφανίστηκε οΚύριος ημών Ιησούς Χριστός. Φως λαμπρότατο περιέλουσε τον Νεανία και το χώρο της φυλακής. Άρρητη ευωδία και υπερκόσμια αγαλλίαση πλημμύρισε το νεαρό μάρτυρα. Άκουσε δε και φωνή να του λέει: «Προκόπιος θα ονομάζεσαι στο εξής, γιατί θα προκόψεις στην αρετή και θα προσφέρεις ποίμνιο στον Πατέρα μου, λοιπόν, πολέμα γενναία». 0 ταπεινός δούλος του Θεού, έπεσε στα γόνατα και είπε: «Κύριε μου σε παρακαλώ, δυνάμωσε την ασθενική ψυχή μου. Γιατί φοβούμαι μήπως δεν αντέξω τα βάσανα». Και ο πολυεύσπλαχνος Κύριος του είπε: «Μη Φοβάσαι, γιατί εγώ είμαι κοντά σου». Όταν ο Χριστός έφυγε, ο Άγιος, που μετονομάστηκε Προκόπιος, γέμισε από θάρρος και αγαλλίαση. Οι πληγές του θεραπεύτηκαν και η ψυχή του ενδυναμώθηκε, την επομένη ο Ουλκίωνας έστειλε άνθρωπο να δει αν ο Άγιος πέθανε. Σαν έφτασε στη φυλακή ο απεσταλμένος, και τον είδε υγιή και χαρούμενο δεν πίστευε στα μάτια του. Έτρεξε στο παλάτι και διηγιόταν σ' όλους το θαυμαστό γεγονός. 0 ηγεμόνας πρόσταξε και τον έφεραν κοντά του. Το πρόσωπο του Αγίου Προκοπίου έλαμπε σαν τον ήλιο. Εκπλάγηκαν οι στρατιώτες που τον είδαν και εκφράζανε θαυμασμό για τη δύναμη του θεού του. Αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο να πιστέψουν στον Ιησού, ο Ουλκίωνας είπε προς το πλήθος: «Τι παράξενο βλέπετε και θαυμάζετε; Τον λυπήθηκαν οι Θεοί, τον ασεβέστατο, και τον θεράπευσαν». Ο Άγιος τότε του αποκρίθηκε: «Αφού είσαι βέβαιος ότι οι Θεοί με θεράπευσαν, ας πάμε στο ναό να δούμε τη δύναμη τους». Ο βασιλιάς θέλησε να πιστέψει ότι ο Νεανίας θα θυσίαζε. Πρόσταξε να στολίσουν το δρόμο από το παλάτι ως το ναό και κήρυκες να καλούν το λαό να παραβρεθεί: «Ο Νεανίας πάει στο ναό να θυσιάσει στους Θεούς! ! 0 Νεανίας θα προσκυνήσει τους Θεούς!!». 8. «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Aγίοις αυτού...» Μαζεύτηκε όλη η πόλη να παρακολουθήσει το μεγάλο γεγονός. Συνόδευσαν τον Άγιο ως το ναό και μόλις έφτασαν, ο μακάριος τους είπε: «Μείνετε έξω για να προσευχηθώ στους Θεούς να με συγχωρέσουν που τους καταφρόνησα. Ύστερα ελάτε και εσείς να δείτε τη θυσία»! Μπήκε μέσα ο Άγιος κι έκλεισε τις θύρες του ναού. Στρεφόμενος στην ανατολή ύψωσε τα χέρια του και προσευχόμενος είπε:
  • 15.
    « Κύριε ΙησούΧριστέ, Υιέ του Θεού, εσύ που δημιούργησες όλο τον κόσμο με το παντοδύναμο Xέρι Σου, επάκουσε τη δέηση του δούλου σου και σύντριψε τα είδωλα αυτά που πλανούν τους ανθρώπους σου για να δοξαστεί απ';όλους το όνομα σου». Ύστερα έκαμε το σημείο του σταυρού και είπε: «Στο όνομα του αληθινού Θεού, διαλυθείτε όλα και γίνετε νερό για να φύγετε απ'; εδώ μέσα». Και επάκουσε ο Θεός τό δούλο του: κατέπεσαν τα είδωλα του ναού και έγιναν νερό που χυνόταν από τη θύρα έξω. 9. Nέοι Χριστιανοί Όταν είδε ο λαός τό θαυμάσιο συμβάν εντυπωσιασμένος κραύγαζε: «0 Θεός των Χριστιανών, βοήθησε μας». Η ομάδα των στρατιωτών και οι δύο δικαστές που συνόδευαν τον Άγιο, πίστεψαν στο Χριστό. 0 ηγεμόνας εξεμάνη από το γεγονός και οργισμένος έριξε πάλι τον Προκόπιο στη φυλακή. Σαν νύχτωσε πήγαν κρυφά και τον επισκέφθηκαν οι στρατιώτες με τους δικαστές και του ζήτησαν να βαφτιστούν. 0 Άγιος τους δέχθηκε με χαρά και παρακάλεσε το φύλακα να τον αφήσει να φύγει, με την υπόσχεση ότι θα γυρίσει πριν ξημερώσει. Γνώριζε ο Τερέντιος την ενάρετη ζωή του Αγίου και τον φυγάδεψε. Έφυγαν όλοι για τον επίσκοπο που ονομαζόταν Λεόντιος και του είπαν να τους βαφτίσει στο όνομα του Τριαδικού Θεού. Ο αρχιερέας αφού τους κατήχησε με συντομία στα μυστήρια και τα δόγματα της Πίστης μας, τους βάφτισε όλους και ύστερα τους κοινώνησε το Άγιο Σώμα και Αίμα του Χριστού. Μετά το βάπτισμα πήγαν όλοι μαζί στη φυλακή, όπου ο Θείος Προκόπιος φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα. τους δίδασκε: «Αδελφοί μου, τώρα που γίνατε στρατιώτες του Βασιλιά των oυρανών, φροντίστε να διατηρήσετε θερμή την πίστη σας. Μη νικηθείτε απ'όσα ευχάριστα ή δυσάρεστα σας συμβούν. Αγαπήστε το Θεό πάνω απ'όλα και μη φοβηθείτε τα βασανιστήρια που πρόκειται να πάθετε. Το πυρ τούτο κρατά μία ώρα. Η μακαριότητα και η χαρά που θα σας οδηγήσει θα είναι αιώνια. Οι χαρές του κόσμου τούτου μπροστά στα αιώνια αγαθά του Αγίου Πνεύματος είναι μηδαμινές. Πιστέψετε με, τίποτα δεν μπορεί να παρηγορήσει την ψυχή παρά μόνο ο Θεός, του οποίου το κάλος είναι ανείπωτο και η δόξα ανεκδιήγητη. Τη μακαριότητα και την ειρήνη που χαρίζει σ' όσους τον αγαπούν, δεν μπορεί να την καταλάβει ο ανθρώπινος νους». Οι διδαχές του αγιότατου Προκόπιου δεν ήταν παρά μία περιγραφή δικών του βιωμάτων. Το Άγιο Πνεύμα φέρνει σε κοινωνία τον άνθρωπο με το Θεό: «Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Πατρός και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος είη μετά πάντων ημών», ακούμε στη Λειτουργία. Η κοινωνία του σκοτισμένου από τα πάθη και τους
  • 16.
    δαίμονες ανθρώπου μετο Θεό που είναι Φως, φωτίζει με το χρόνο τον πρώτο ώσπου, όσο επιτρέπει η αδύνατη φύση μας, να γίνει και ο ίδιος Φως. «Υμείς εστέ το Φως του κόσμου...», είπε ο Κύριος στους Αποστόλους. Το φως αυτό, δεν είναι απλώς μόνο η διανοητική σοφία, αλλά και η άκτιστη ενέργεια του Θεού που περιλούζει όλη την ανθρώπινη ύπαρξη. Αυτό επιβεβαιώνει και η ευωδία των Αγίων λειψάνων. Τη σοφία αύτη που αναφέρεται σε όλη την ύπαρξη είχε ο πνευματοφόρος Προκόπιος, και οι διψασμένες ψυχές των νέων χριστιανών χόρταιναν από τη Θεία τροφή και αγάλλονταν. 10. Αποκεφαλισμός των μαθητών του Η μεταστροφή των δικαστών και φρουρών όμως είχε μαθευτεί. Ο Ουλκίωνας εξαγριώθηκε σαν το άκουσε και πρόσταξε αμέσως να τους παρουσιάσουν μαζί με τον Άγιο μπροστά του. Μόλις τους έφεραν τούς είπε: «τι είναι αυτό που μαθαίνω; Εσείς άνδρες σωφρονέστατοι, και παρασυρθήκατε απ αυτόν τον πλανεμένο;» Και αυτοί οι μακάριοι του απάντησαν: «Πως θα συνεχίζαμε να πιστεύουμε σε Θεούς που τους εξαφάνισε ένας φυλακισμένος: Εμείς πιστεύουμε στό Χριστό που είναι ο μόνος αληθινός Θεός, με τη δύναμη του οποίου διαλύθηκαν τα είδωλα». Η ακλόνητη Πίστη του στο Χριστό εξόργισε τον Ουλκίωνα. Δεν έφτανε ο Προκόπιος, βρέθηκαν κι' άλλοι άνθρωποι του βασιλιά να γίνουν χριστιανοί. Διέταξε αμέσως να τους αποκεφαλίσουν. Τον Προκόπιο τον έδεσαν με βαριά σίδερα και τον έβαλαν να παρακολουθήσει τη σφαγή για να τον φοβερίσουν. 0 Άγιος έβλεπε τους αδελφούς του να ρίχνονται στο μαρτύριο για χάρη του Χριστού, και προσευχόταν θερμά. Προσευχόμενος άκουσε μέσα του φωνή να λέει: «Επέβλεψε ο Θεός στην αγάπη των δούλων του, Προκόπιε». Απέκοψαν τις κεφαλες των μακαρίων εκείνων στρατιωτών και των δύο δικαστών (τα ονόματα των οποίων διατηρήθηκαν από την παράδοση: Νικόστρατος και Αντίοχος), στις 22 Μαίου. 11. Η μετάνοια της μητέρας του Ο Άγιος έμεινε κλεισμένος στη φυλακή. Μία ημέρα έφεραν δώδεκα γυναίκες από αρχοντικές οικογένειες, και τις έριξαν στη φυλακή γιατί ομολόγησαν δημόσια ότι πιστεύουν στο Χριστό. Ήταν όλες ριγμένες σε μια βαθιά περισυλλογή και ήταν φοβισμένες, γιατί γνώριζαν τι θα επακολουθούσε. Σαν τις είδε ο Άγιος τις συμπόνεσε. Και ενώ περνούσαν από μπροστά του τις κράτησε για μια στιγμή και τους είπε να μή φοβούνται τα προσωρινά βασανιστήρια, γιατί μ' αυτά θα οδηγηθούν κοντά στο Χριστό και θα είναι μαζί του αιώνια σε μια ατελεύτητη χαρά και ευφροσύνη. 0ι γυναίκες άκουαν τα Θεία λόγια και ο φόβος σιγά-σιγά απομακρυ- νόταν, δίνοντας τη θέση του σε μια Θεία
  • 17.
    παρηγοριά. Είχαν πιααποδεχτεί το θάνατο και οδηγούνταν στην αθανασία με γενναιότητα έχοντας ασάλευτη την ελπίδα στο Θεό, την επομένη, με προσταγή του ηγεμόνα, οδηγήθηκαν οι γυναίκες στο θέατρο της πόλης, όπου λαός πολύς ήταν μαζεμένος. Ο Ουλκίωνας τους είπε να θυσιάσουν και θα τους αποδώσει τιμές. Αλλά αυτές οι μακάριες του αποκρίθηκαν: «Φύλαξε τις τιμές αυτές για σένα. Τιμή και καύχημα γιά μας είναι ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού». Εξοργισμένος για την απείθεια τους ο ηγεμόνας, διέταξε να τις βασανίσουν αλύπητα. Mε φωτιές τις κατάφλεγαν, μα αυτές εχοντάς το νου υψωμένο στον Παντοδύναμο Θεό, έπαιρναν ουράνια βοήθεια και παρηγοριά. Αυτός τις ειρωνευόταν γιατί δεν ερχόταν ο Θεός τους να τις βοηθήσει, και τις κοροϊδευε ότι μάταια τον πίστευαν. Όμως εκείνες υπέμεναν με καρτερία τα πάντα, και έλυωναν σιγά- σιγά σαν το κερί, δίνοντας την ύπαρξη τους για το Φως του Χριστού. Ανάμεσα στο λαό που παρακολουθούσε το μαρτύριο των δούλων του Χριστού, βρισκόταν και η μητέρα του Θείου Προκόπιου. Bλέποντας την καρτερία των μαρτύρων και γνωρίζοντας ότι η γυναικεία φύση δεν άντεχε χωρίς βοήθεια στα τόσα βάσανα, ένοιωσε μεσα της την παρουσία του Χριστού. Δάκρυα μετανοίας μαλάκωσαν την καρδιά της και μέσα στο συντετριμμένο πνεύμα της άρχισε να διεισδύει το φως της Θείας Χάριτος. Και ξαφνικά «Θείω ζήλω κινουμένη» ορμά στο μέσo του θεάτρου και χωρίς τίποτα να υπολογίσει, ούτε και αυτή την ζωή της, φώναξε δυνατά: - Και εγώ είμαι δούλη του Χριστού! Ξαφνιασμένος ο ηγεμόνας από την αιφνίδια μεταστροφή της, την φώναξε και της είπε: - Κυρά Θεοδοσία, πως πλανήθηκες και άφησες τους πατρώους Θεούς; Και η Θεοδοσία άφοβα του απάντησε: - Πρώτα ήμουν στο σκοτάδι της πλάνης, Ουλκίωνα γιατί προσκυνούσα τ' άψυχα είδωλα. Τώρα ο Χριστός με βοήθησε να καταλάβω ότι είναι ο αληθινός Θεός και σ' Αυτόν πιστεύω». 0 ηγεμόνας έμεινε άφωνος. Αυτή ήταν η γυναίκα που για την ευσέβεια στους Θεούς, πρόδωσε κι αυτόν το γιό της. Και τώρα γίνεται κι' αυτή χριστιανή. Η γνωριμία με το Χριστό είναι θέμα ταπεινώσεως και μετάνοιας που πρoϋπoθέτoυν αναγνώριση των αδυναμιών μας. Όλα αυτά ήταν γνωστά στο βασανιστή ηγεμόνα και η αδυναμία του να επιβληθεί τον εξόργιζε και τον πείσμωνε. 12. Τό μαρτύριο της μητέρας του
  • 18.
    Ύστερα από τησταθερή ομολογία της Θεοδοσίας, ο ηγεμόνας την έρριξε με τις άλλες στη φυλακή, ώσπου να αποφασίσει τι θα κάνει. Στη φυλακή η Θεοδοσία διακονούσε τις καταματωμένες αδελφές της. Φρόντιζε την καθεμία με αγάπη και τις μακάριζε ευχόμενη να έχει και αυτή την πίστη τους. Ο Άγιος Προκόπιος, σαν έμαθε ότι η μητέρα του βρίσκεται στη φυλακη για την αγάπη του Χριστού, δόξαζε το Θεό. Mε τη βοήθεια του Τερέντιου, πήγαν όλοι μαζί, ο Άγιος, η μητέρα του και οι γυναίκες, που με Θεία βοήθεια θεραπεύονταν, στον Επίσκοπο και βαφτίστηκαν. 'Υστερα επέστρεψαν στη φυλακή, όπου μιλούσαν για τη μακαριότητα που απολαμβάνουν, στη γη και στον ουρανό, όσοι αγάπησαν το Θεό και τήρησαν τις εντολές του. Το πρωί έφεραν τη Θεοδοσία μπροστά στον ηγεμόνα: - Bλέπεις ότι δεν σε παιδεύω γιατί σε εκτιμώ, της είπε. Λοιπόν, παρακάλεσε τους Θεούς να σε συγχωρέσουν για να μην αναγκαστώ να φανώ σκληρός. Η Θεοδοσία με την ενίσχυση του Αγίου Πνεύματος που πυρπολούσε στην καρδιά της έρωτα Θείο πέρα από κάθε γήϊνη χαρά του απάντησε ήρεμα: - Είμαι χριστιανή! Τότε δίνει διαταγή ο ηγεμόνας να τη βασανίσουν. Με ραβδισμούς την κτυπούσαν αλύπητα και με σιδερένια νύχια έγδερναν τις πλευρές της. Οι άλλες γυναίκες. που έβλεπαν τα αίματα της να τρέχουν σαν νερό, αναλύθηκαν σε διαρκή προσευχή. Ζητούσαν από το Mεγαλoδύναμo Θεό να της δίνει δύναμη και αναψυχή. Οι θερμές προσευχές των μελλοθανάτων γυναικών κατάκαιαν το μισάνθρωπο δαίμονα. Και μηχανεύτηκε να παρακινήσει τους βασανιστές να κτυπούν με μολυβένιες σφαίρες τις σιαγόνες των γυναικών για να σιωπήσουν. Στον σημερινό άνθρωπο φαίνονται σαν μύθος οι διηγήσεις των μαρτυρίων των χριστιανών των πρώτων αιώνων, ίσως γιατί σήμερα μας λείπει το μέτρο με το οποίο θα αντιληφθούμε πως άντεχαν οι μάρτυρες στα τόσα σκληρά βασανιστήρια. Το μέτρο είναι η αγάπη στο Θεό. Αγάπη στο Θεό χωρίς αγάπη στον συνάνθρωπο δεν είναι η αγάπη που κήρυξε ο Χριστός. Όποιος γεύτηκε έστω και στο ελάχιστο την αγάπη αυτή θαυμάζει τους Μάρτυρες και είναι σίγουρος για την πραγματικότητα της αντοχής τους. Αντίθετα αυτός που δε γεύτηκε δεν έχει το μέτρο. Πώς θα κρίνει; Ύστερα από τη θαυμαστή αντοχή των γυναικών, ο Ουλκίωνας αντιλήφθηκε ότι ήταν αδύνατο να τις μεταπείσει. Έτσι διέταξε να τις δέσουν όλες με μία αλυσίδα και να τις αποκεφαλίσουν. Όταν έφτασαν στον τόπο της καταδίκης, έκλιναν οι ευλογημένες τις κεφαλές και δέχτηκαν το μακάριο τέλος στις 29 Μαίου. 13. Προσφορά στον πλησίον
  • 19.
    Ύστερα από τομαρτυρικό τέλος τόσων ανθρώπων ο Ουλκίωνας στράφηκε προς τον Προκόπιο. Του πρότεινε πολλές φορές να θυσιάσει στους Θεούς, όμως ο Άγιος όχι μόνο αρνιόταν, αλλά σαν εικόνα του Θεού που τον έβλεπε, προσκαλούσε το βασανιστή του στο δρόμο της μετανοίας. Αυτός όμως δεν ήθελε, και αντίθετα τον χλεύαζε και τον ειρωνευόταν ότι πίστευε σ' έναν καταδικασμένο και περιφρονημένο, από τους ανθρώπους, Μετά διέταξε να τον βασανίσουν ξεσκίζοντας τις σάρκες του και κτυπώντας τον με μανία. Το παράδοξο είναι ότι. ενώ το θύμα υπέφερε καρτερικά έχοντας σαν αναψυχή την ενοικούσα μέσα του Θεία χάρη, ο βάναυσος θύτης από τη λύπη του που δεν τον μετέπειθε, προσβλήθηκε από θανάσιμο πυρετό. Δεν άντεξε στην αρρώστεια του ο Ουλκίωνας, πέθανε μέσα σε φρικτούς πόνους, Η θέση του αναπληρώθηκε από κάποιο Φλαβιανό, όμοια σκληρόκαρδο και βάναυσο με τον προκάτοχο του. Ακολουθώντας την ίδια τακτική, με απειλές βασάνων καί θανάτου, πίεζε τον 'Αγιο να θυσιάσει στά είδωλα. 0 Θειότατος Προκόπιος μέσα στη φυλακή που βρισκόταν φώτιζε με τις διδαχές και τα θαύματα του τους «εν σκότει καθεύδοντας». Πολλοί ήταν οι φυλακισμένοι που εύρισκαν κοντά του την σωτηρία. Οι Άγιοι δεν ενδιαφέρθηκαν να κάμουν μεγάλα και κοινωφελή έργα στην εποχή τους. Έβλεπαν ότι, εάν επιτύχουν παρρησία στο Θεό, αν γίνουν φίλοι του Θεού, θα έχουν να προσφέρουν στους συνανθρώπους τους ανυπολόγιστες ευεργεσίες σε όλους τους αιώνες και θα βοηθήσουν τους εν Χριστώ αδελφούς τους στην αιώνια σωτηρία τους, και αυτή είναι η πιό αληθινή προσφορά στον πλησίον. Η προσφορά πραγμάτων που φθείρονται δεν τους συγκινούσε, φρόντιζαν να καθαρισθούν από τα πάθη με την αδιάλειπτη προσευχή, τη νηστεία, την εγκράτεια. Η δυνατότητα του αγιασμού δόθηκε σε κάθε άνθρωπο, με την Ανάσταση του Χριστού. Αυτός που αγωνίζεται να καθαρισθεί από τα πάθη είναι ένας αγωνιστής για ολόκληρη την ανθρωπότητα, γιατί τα πάθη είναι ασθένεια της κοινής φύσης μας. Αυτή είναι και η αληθινή αρχή της Ιεραποστολής: η κάθαρση από τα πάθη. Τα πάθη δεν καθαρίζονται με τη σκέψη ή την αυθυποβολή σε ορισμένες «καλές πράξεις», αλλά με εκζήτηση ταπεινού πνεύματος από το Θεό που φέρνει μέσα μας το Άγιο Πνεύμα, αυτό μας καθαρίζει. Ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ λέγει επιγραμματικά: «Σκοπός της ζωής είναι η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος». 14. Στεφάνι Ουράνιας δόξας Η αδυναμία του να επιβληθεί, στη δύναμη του πνεύματος και της σοφίας του Αγίου, εξόργισε το Φλαβιανό. Δεν είχε άλλο τρόπο να επιβάλει τη θέληση του, παρά μόνο με τη βία. Πρόσταξε μία μέρα τον Αρχέλαο, ένα στρατιώτη του, να τον θανατώσει με το σπαθί του. Μα μόλις σήκωσε το χέρι του ο στρατιώτης να σκοτώσει τόν 'Αγιο, έπεσε κάτω και ξεψύχησε. 0 ταλαίπωρος Φλαβιανός, αντί να νουθετηθεί και να μετανοήσει από τη θέα του θαυμαστού συμβάντος, περισσότερο σκληρύνθηκε και πρόσταξε τόσο φρικτά βασανιστήρια, που μόνο το άκουσμα τους να προκαλεί αποτροπιασμό: τον
  • 20.
    μαστίγωναν, του έβαζανστην πλάτη αναμμένα κάρβουνα, πύρωναν σουβλιά και κατάκαιαν το ξεσκισμένο σώμα του, ρίπτοντας ύστερα αλάτι στις πληγές του. 0 ακαταμάχητος πόθος του βασανιστή να γίνει το θέλημα του, επινόησε ένα τέχνασμα προκειμένου να κάμει τον Άγιο να υποκύψει: ετοίμασαν ένα βωμό και τοποθέτησαν πάνω αναμμένα κάρβουνα. Ύστερα έσπρωχναν και κρατούσαν με σίδερα το δεξί χέρι του Αγίου, όπου έβαλαν κάτι προς θυσία. πάνω από τα κάρβουνα, ώστε να αναγκαστεί από τη θερμότητα να ρίξει το προς θυσία και να φανεί η πράξη του σαν θυσία στους Θεούς. 0 Άγιος όμως αφησε ακίνητο το χέρι του, ώσπου κατακάηκε χωρίς να ρίξει το προς θυσία!!! 0 κοσμικός άνθρωπος αγωνίζεται για να ικανοποιήσει τις βιολογικές του ανάγκες. Ζεί κάτω από τις βιολογικές του ανάγκες και αυτός ο τρόπος ζωής του δημιουργεί φυσικό και τον ανάλογο τρόπο σκέψης: δεν μπορεί να κατανοήσει τι ωφελεί η νηστεία και η άσκηση και ποιά η αναγκαιότητα της προσευχής. Αντίθετα ο πνευματικός άνθρωπος επειδή αγωνίζεται να ενωθεί με το Θεό που είναι η αυτοζωή (δεν έχει τις βιολογικές ανάγκες) σε πρώτη θέση έχει τον αντίθετο τρόπο σκέψεως: αγωνίζεται. κατά το δυνατό, να περιορίσει στο αναγκαίο τις βιολογικές ανάγκες. Γι' αυτό, νηστεύει, εγκρατεύεται. προσεύχεται. Έτσι φτάνουμε στο να ακούμε ότι οι μεγάλοι ασκητές μέρες ολόκληρες δεν έτρωγαν καθόλου ή έμεναν ολόγυμνοι μέσα στο φοβερό κρύο. Με αυτό τον τρόπο σκέψεως, χωρίς εμείς να είμαστε σε τέτοια μέτρα, ξέρουμε ότι οι Άγιοι ξεπέρασαν και τις βιολογικές τους ανάγκες ακόμη, μεταξύ των οποίων είναι και ο πόνος, που προειδοποιεί τον άνθρωπο για ένα κακό που πρόκειται νό πάθει. 0 αγιότατος Προκόπιος ήταν πιά ένας επίγειος άγγελος και ένας ουράνιος άνθρωπος. Ξεπέρασε τον πόνο τοϋ σώματος, γιατί με την άσκηση, τη νηστεία και την προσευχή πάλεψε μαζί του και το νίκησε. Αλλ' ούτε το θαυμασιότατο αυτό θέαμα έκαμψε την αδιαλλαξία του βασανιστή. Αντίθετα πείσμωσε και πρόσταξε να πετάξουν τόν Άγιο μέσα σε πυρακτωμένη κάμινο. Μόλις τόν έφεpαν στο στόμιο της καμίνου ο Άγιος έκαμε το σημείο του σταυρού και αμέσως η φωτιά διασκορπίστηκε. 0 βάναυσος ηγεμόνας τότε έγραψε την τελευταία απόφαση του για τον Άγιο: να κοπεί η κεφαλή του έξω από την πόλη. Όταν έφτασαν στον τόπο της καταδίκης, ζήτησε ο ισάγγελος Προκόπιος λίγη ώρα για να προσευχηθεί. Δεήθηκε στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, για την πόλη, την Εκκλησία, και τον κόσμο ολόκληρο. Ζήτησε από τον Ουράνιο Βασιλέα, να τον αξιώσει να γίνει κληρονόμος της Βασιλείας του. Ύστερα έκλινε τον αυχένα και του έκοψαν την μακαρία κεφαλή του, παίρνοντας από το στεφανοδότη Χριστό, το στεφάνι της ουράνιας δόξας και μακαριότητας. Η Αγία μας Εκκλησία γιορτάζει την μνήμη του στις 8 Ιουλίου.
  • 21.
    Ο ΣΑΛΟΣ ΑΓΙΟΣΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΙ Η ΣΑΛΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑ Του κ. Παναγιώτη Μαρτίνη Δρ. Θεολογίας, τ. Σχολ. Συμβούλου Μια μορφή πνευματικής άσκησης υπήρξε και η "σαλότης" ή η "δια Χριστόν μωρία", η οποία εμφανίζεται τον 4ο μ.Χ. αι. Αφετηρία της πρέπει να υπήρξε η Αίγυπτος, στη Συρία όμως βρίσκει, ίσως, το πιο κατάλληλο έδαφος για να αναπτυχθεί. Έχει τη βιβλική της θεμελίωση (Α' Κορ. 3,18) και ο Απ. Παύλος θεωρείται ο "πνευματικός δάσκαλος" των "δια Χριστόν σαλών". Πρώτος "σαλός", που μεταφέρει τη μορφή αυτή άσκησης από την έρημο στον κόσμο, είναι ο Αγ. Συμεών (6ος αι.), που καταγόταν από την Έδεσσα της Συρίας. Οι "δια Χριστόν σαλοί" ήσαν ασκητές, οι οποίοι προσποιούνταν τους τρελούς για να φέρουν τα θεία μηνύματα στον κόσμο. Η "δια Χριστόν σαλότης" ήταν μια προσποιητή "μωρία" και γι' αυτό η πιο δύσκολη και επικίνδυνη πνευματική άσκηση. Είναι ένα επικίνδυνο "παιχνίδι" γι' αυτούς τους ασκητές, οι οποίοι, φαινομενικά, αρνούνται τα μοναχικά τους ιδεώδη. Το βασικό τους έργο είναι η ανακάλυψη και η αποκάλυψη της αμαρτίας. Γι' αυτό κυκλοφορούν ελεύθερα στην αγορά, στις πλατείες, στις ταβέρνες, στα δημόσια λουτρά, ακόμη και στα κακόφημα σπίτια, εκεί και όπου με το διορατικό τους χάρισμα "βλέπουν" να φωλιάζει η αμαρτία. Τέλος ο "σαλός" γίνεται ο "αλήτης του Θεού", που διαρκώς φεύγει και παντού είναι ξένος. Και ο Αγ. Ανδρέας ο "σαλός" αυτό το δύσκολο και επικίνδυνο "παιχνίδι", την προσποιητή τρέλα, αναλαμβάνει, ύστερα από θεία κλήση, να "παίξει" στην Κωνσταντινούπολη του 9ου μ.Χ. αι. Το δύσκολο ρόλο του, μαζί με άλλα προβλήματα, όπως είναι ο πραγματικός χρόνος της συγγραφής του "βίου" του, η ιστορικότητά του, προσπαθεί να ερευνήσει αυτή η μελέτη, που έγινε και το αντικείμενο διδακτορικής διατριβής στο Pont. Institute Orientale της Ρώμης. Βασίζεται στα κείμενα: Acta S.S. (Maii, t vi, p.p. 4-111) και στην Patrologia Greca του Z. P. Migne ( t. 111, 621-888). Ο Αγ. Ανδρέας ο "σαλός" "Σκύθης τω γένει" γίνεται ο εισηγητής της "σαλότητος" στην πατρίδα του τη Ρωσία. Οι "yurodivi", οι Ρώσοι "δια Χριστόν σαλοί", είναι πολύ γνωστοί και αγαπητοί άγιοι στο ρωσικό λαό.
  • 22.
    ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ "ΑΚΡΟΤΗΤΕΣ" ΣΤΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟ Του κ. Παναγιώτη Μαρτίνη Δρ. Θεολογίας, τ. Σχολ. Συμβούλου Όπως κοιτίδα του μοναχισμού θεωρείται η Αίγυπτος, έτσι και η Συρία θεωρείται η κοιτίδα του ερημιτικού βίου. Στη Συρία θα αναπτυχθούν οι ακραίες μορφές του αναχωρητισμού, όπως είναι οι "δια Χριστόν σαλοί", οι έγκλειστοι, οι στυλίτες, "βοσκοί", κ.ά. Σ' αυτή τη μελέτη αναπτύσσονται και οι δύο τύποι του ερημιτισμού. Ο τύπος του "ανοικτού μέσου", που ανήκουν οι στυλίτες ή κιονίτες, δενδρίτες και "βοσκοί", καθώς και ο τύπος του "κλειστού μέσου", στον οποίο ανήκουν κυρίως οι έγκλειστοι ασκητές. Ξεκινάμε τη μελέτη μας με τους στυλίτες και τους δενδρίτες. Στην αρχή αναφερόμαστε στη βιβλική και συμβολική σημασία του "στύλου" και στη συνέχεια παραθέτουμε σε περιληπτική μετάφραση (το πρωτότυπο σε υποσημείωση) τους "βίους" γνωστών στυλιτών. Από την Ασκητική Γραμματεία (Θεοδώρητος Κύρου, Ιωάννης Μόσχος, Συμεών ο Μεταφραστής) παίρνουμε πληροφορίες για τους Οσ. Συμεών τον παλαιό, Δανιήλ το Στυλίτη, Συμεών τον Νέο, Αλύπιο τον Κιονίτη, κ.ά., για να καταλήξουμε στην ύπαρξη στυλιτών μέχρι τον 19ο αι. Υπήρξε στυλίτης και στην Πάτρα, καθώς και στο Zεμενό Κορινθίας (10ος αι.). Την ίδια με τους στυλίτες άσκηση ακολουθούν και οι δενδρίτες, που χρησιμοποιούν αντί του στύλου το δέντρο. Γνωστοί δενδρίτες ήσαν ο όσιος Δαβίδ ο "εν Θεσσαλονίκη" (5ος - 6ος αι.) και ο βούλγαρος οσ. Ιωάννης της Ρίλα (9ος - 10ος αι.) Στον "ανοικτού μέσου" τύπο ανήκουν και οι "βοσκοί" (Pastori). Σύμφωνα με τους "βίους" ζούσαν ελεύθερα στην έρημο ή στα όρη και τρέφονταν ως "οι βόσκοντες" με χόρτα και ρίζες. Νυχθημερόν δοξολογούσαν τον Θεό. Για την κατηγορία αυτή των ασκητών μας πληροφορούν οι ασκητικοί συγγραφείς, Ευάγριος ο Σχολαστικός, ο ιστορικός Σωζόμενος, ο οσ. Εφραίμ ο Σύρος και ο αγ. Σωφρόνιος, πατριάρχης Ιεροσολύμων. Στην κατηγορία των "βοσκών" ανήκει και η οσ. Μαρία η Αιγυπτία. Στον "κλειστού μέσου" τύπο ανήκουν οι έγκλειστοι (Reclusi). Ο τρόπος αυτός άσκησης
  • 23.
    ζεκινάει τον 4οαι. Οι ασκητές αυτού του τύπου κλείνονταν σε κελλί ή σε σπηλιά, ακόμη και σε τάφο, σφράγιζαν την είσοδο και άφηναν ένα μικρό άνοιγμα για να παίρνουν τη λιτή τροφή τους και να διδάσκουν τους επισκέπτες τους. Τις περισσότερες, συγκλονιστικές πράγματι, ιστορίες γι' αυτούς τους ασκητές μας διασώζει ο επίσκοπος Κύρου Θεοδώρητος (5ος - 6ος αι.) στο έργο του "Φιλόθεος Ιστορία". Σ' αυτό αναφέρονται οι όσιοι Μαρκιανός, Σαλαμάνης, Μάρης, Θαλέλαιος, καθώς και οι αδελφές Μαράννα και Κύρα. Ονομαστοί, επίσης, έγκλειστοι υπήρξαν οι όσιοι Βαρσανούφιος και Ιωάννης ο προφήτης (6ος αι.), καθώς και ο οσ. Νεόφυτος ο Κύπριος (12ος αι.). Τελευταίος έγκλειστος υπήρξε ο οσ. Θεοφάνης ο Ρώσος (19ος αι.). Έζησε ως έγκλειστος στην έρημο Visensk 28 χρόνια και ασχολήθηκε με την "Ταχυδρομική ποιμαντική". Ανακηρύχθηκε άγιος από την Ι. Σύνοδο της Ρωσικής Εκκλησίας το 1988. Ο Εφραίμ ο Σύρος (περ. 306 -378 ή 379), ο αποκαλούμενος και «Όσιος», ήταν ένας από τους πρώτους εκκλησιαστικούς συγγραφείς. Γεννήθηκε στη Νίσιβη της Μεσοποταμίας, από όπου και έλαβε το όνομα «Σύρος». Οι χριστιανοί γονείς του ομολόγησαν την πίστη τους την εποχή των διωγμών. Ανατράφηκε από τον επίσκοπο Ιάκωβο και βαπτίστηκε σε ηλικία 18 ετών. Στη συνέχεια έζησε ως ασκητής στην Έδεσσα της Μεσοποταμίας. Χειροτονήθηκε διάκονος στην Καισάρεια από τον Βασίλειο Καισαρείας. Τον διέκριναν η ηθική αυστηρότητα και η φιλανθρωπία. Πέθανε στην Έδεσσα. Ο Εφραίμ άφησε σημαντικό έργο, όπως βίους πατριαρχών της Βίβλου, ύμνους, λόγους, ερμηνευτικά της Αγίας Γραφής και πολλά άλλα. Ο Μέγας Βασίλειος τον περιέγραψε ως «πάντων ἐλλογιμώτερος»[1] από αυτούς που ζούσαν εκείνη την εποχή. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος τον περιέγραψε ως εξής: «Ἐφραῒμ ὁ πολὺς, ἡ παραμυθία τῶν ἀθυμούντων, ἡ παιδαγωγία τῶν νέων, ἡ χειραγωγία τῶν μετανοούντων, ἡ κατὰ τῶν αἱρετικῶν ῥομφαία, τὸ δοχεῖον τοῦ Πνεύματος, τὸ σκεῦος τῶν ἀρετῶν»[2]. Η μνήμη του οσίου Εφραίμ εορτάζεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις 28 Ιανουαρίου. Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακας πιθανότατα γεννήθηκε το β΄ μισό του τον 6ο αιώνα μ.Χ. Ήταν γιος πλούσιας και ευσεβούς οικογένειας. Σε νεαρή ηλικία, παρακολούθησε ανώτερο κύκλο μορφώσεως, ώστε να διακρίνεται ανάμεσα στους συνομήλικούς του. Εκείνος όμως, ενδιαφερόταν περισσότερο για την προσευχή, τις θεολογικές μελέτες, την συγγραφική εργασία και την άσκηση. Πήγε στο Όρος Σινά, κοντά στον φημισμένο αναχωρητή Μαρτύριο, ο οποίος καθοδήγησε πνευματικά τον νεαρό Ιωάννη. Μετά από τέσσερα χρόνια άσκησης, εκάρη μοναχός ενώ η φήμη των αρετών και της σοφίας του είχε ευρύτερα διαδοθεί. Γι' αυτό πολλοί μοναχοί και λαϊκοί, αλλά και αξιωματούχοι έρχονταν στη Μονή για
  • 24.
    να ζητήσουν τησυμβουλή του. Είχε και το χάρισμα της θαυματουργίας. Λόγω της διαβίωσής του στην Ιερά Μονή Σινά ονομάζεται και Σιναΐτης. Μετά το θάνατο του ηγούμενου της Μονής και κατόπιν απαιτήσεως των αδελφών δέχθηκε να γίνει Ηγούμενος της ιεράς Μονής Σινά για μερικά χρόνια. Η νοσταλγία, όμως, της ερημικής ζωής, έκανε τον Ιωάννη να αποσυρθεί πάλι στην έρημο και να αφοσιωθεί πάλι στις μελέτες του. Εκοιμήθη εν ειρήνη περί το 650 και άφησε δύο σπουδαιότατα συγγράμματα, την «Κλίμακα» και τον «Λόγον προς τον Ποιμένα». Η «Κλίμακα» περιλαμβάνει τριάντα λόγους περί αρετής, όπου ο καθένας λόγος περιλαμβάνει και μια αρετή, ξεκινώντας από τις πιο πρακτικές και ανεβαίνοντας σαν σκαλοπάτια κατέληξε στις θεωρητικά υψηλές. Στη πνευματική ζωή έχουμε βαθμίδες χαμηλές και υψηλές, καταστάσεις κατώτερες και ανώτερες. Γι' αυτό και το σύγγραμμα ονομάζεται Κλίμακα των αρετών. Στο έργο του αυτό ο συγγραφέας παρουσιάζει συστηματικά τις ιδέες του για την κοινοβιακή κυρίως, αλλά και για την ερημική ζωή, ταξινομώντας αυτές κατά τρόπο που δείχνει πορεία προς την ηθική τελείωση. Είναι γραμμένο σε κομψή ελληνική γλώσσα, καλοδουλεμένη με χάρη και μελωδικότητα. Έχει διαύγεια, γλαφυρότητα, παραστατικότητα και παρουσιάζει πλούτο εκφράσεως, καλαισθησία και ευγένεια. Στη διακόσμηση του λόγου με εικόνες και παρομοιώσεις ο ιερός συγγραφέας είναι απαράμιλλος. Πάσης φύσεως σχήματα λόγου αναδύονται καθώς και ωραίες και επιτυχημένες προσωποποιήσεις. Από την αρχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής το σύγγραμμά του διαβάζεται σε όλα τα ορθόδοξα μοναστήρια. Επειδή είναι παγκόσμιο κειμήλιο αναλύσεως όλων των παθών και των αρετών, η Εκκλησία τιμά ιδιαίτερα σε αυτή τη πνευματική περίοδο τον συγγραφέα άγιο Ιωάννη της Κλίμακας και το προτείνει για ανάγνωσμα. Η μνήμη του εορτάζεται στις 30 Μαρτίου και την Δ΄ Κυριακή των Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΕΝΔΟΞΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΕΙΡΗΝΗΣ Εἰρήνη, ἡ Ἁγία αὕτη Μεγαλομάρτυς, ἧτο μονογενὴς θυγάτηρ Λικινίου καὶ Λικινίας, καταγομένη ἐκ τῆς πόλεως Μαγεδὼν καὶ ἀκμάσασα κατὰ τὸ ἔτος 315, ὠνομάσθη δὲ πρότερον ὑπὸ τῶν γονέων της Πηνελόπη. Ἐπειδὴ δὲ ἦτο ὡραία καὶ ὑπερέβαλλε κατὰ τὸ κάλλος ὅλας τὰς συγχρόνους της κόρας, διὰ τοῦτο διέμενεν ἐπὶ ὑψηλοῦ τινος πύργου, κτισθέντοςπαρὰ τοῦ πατρός της, μετὰ δεκατριῶν ὡραίων θεραπαινῶν, διάγουσα ἐν μέσῳ πλούτου πολλοῦ καὶ ἔχουσα θρόνον, τράπεζαν καὶ λυχνίαν κατεσκευασμένα ἐκ χρυσοῦ. Ὅταν δὲ ὡρίσθη παρὰ τοῦ πατρός της νὰ μένῃ ἐν τῷ πύργῳ, ἧτο ἑξαετὴς καὶ ἐπαιδαγωγεῖτο καὶ ἐδιδάσκετο ὑπό τινος γέροντος, Ἀπελλιανοῦ ὀνομαζομένου, τὸν ὁποῖον διώρισεν ὁ πατήρ της Λικίνιος, ἵνα ἐπιτηρῇ ταύτην.
  • 25.
    Μίαν ἡμέραν εἶδενἡ Ἁγία περιστερὰν εἰσελθοῦσαν εἰς τὸν πύργον καὶ φέρουσαν κλάδον ἐλαίας εἰς τὸ στόμα της, τὸν ὁποῖον ἀπέθεσεν ἐπὶ τῆς χρυσῆς τραπέζης. Καθ᾿ ὅμοιον τρόπον εἶδε καὶ ἀετὸν κρατοῦντα διὰ τοῦ ράμφους του στέφανον, πεπλεγμένον μὲ ἄνθη, τὸν ὁποῖον καὶ οὗτος ἀφῆκεν ἐπὶ τῆς αὐτῆς τραπέζης καὶ ἐπειτα εἶδε κόρακα εἰσελθόντα ἐκ τοῦ ἄλλου παραθύρου καὶ κρατοῦντα ὄφιν, τὸν ὁποῖον ἀπέθηκεν ἐπὶ τῆς ἰδίας τραπέζης. Βλέπουσα δὲ ταῦτα ἡ κόρη, ἠπόρει καὶ ἐσυλλογίζετο τί ἄρα ταῦτα δηλοῦσιν. Τότε ὁ γέρων Ἀπελλιανός, ὁ διδάσκαλός της, ἐξήγησε ταῦτα, εἰπὼν πρὸς ταύτην. Ἡ μὲν περιστερὰ δηλοῖ τὴν παιδείαν τῆς γνώμης, ὁ δὲ κλάδος ἐλαίας σημεῖον θαυμαστὸν γεγονότων καὶ τύπον βαπτίσματος, ὁ ἀετός, ἐπειδὴ εἶναι βασιλεὺς τῶν πτηνῶν, προεικονίζει, διὰ τοῦ στεφάνου, μέλλουσαν νίκην εἰς ἐκλεκτὰς καὶ ἀγαθὰς πράξεις· ὁ δὲ κόραξ διὰ τοῦ ὄφεως δηλοῖ, ὅτι θέλεις δοκιμάσει θλίψιν καὶ ταλαιπωρίαν. Ἵνα δὲ συντόμως εἴπωμεν, διὰ τῆς ἐξηγήσεως, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ Ἀπελλιανός, ἀπεκάλυπτε τὸν ἀγῶνα τοῦ μαρτυρίου, τὸν ὁποῖον ἔμελλεν ἡ Ἁγία νὰ τελειώσῃ, διὰ τὴν ἀγάπην της πρὸς τὸν Θεόν. Τὰ δὲ ἐν συνεχείᾳ ἐξιστορούμενα περὶ τῆς Ἁγίας ταύτης, πράγματι εἶναι παράδοξα καὶ ὑπερφυσικά. Λέγουσι, δηλαδή, ὅτι Ἄγγελος Κυρίου ἔδωκεν εἰς αὐτὴν τὸ ὄνομα καὶ ἀντὶ Πηνελόπης μετωνόμασεν αὐτὴν Εἰρήνην καὶ ἀκολούθως, ὅτι Ἄγγελος Κυρίου τὴν ἐδίδαξε τὴν τοῦ Χριστοῦ πίστιν καὶ προεῖπεν εἰς αὐτήν, ὅτι πολλαὶ μυριάδες ψυχῶν θὰ σωθῶσι δι᾿ αὐτῆς καὶ ὅτι θέλει ἔλθη πρὸς αὐτὴν παραδόξως ὁ Ἀπόστολος Τιμόθεος, ὁ τοῦ Παύλου μαθητής, ὅστις θέλει βαπτίσει αὐτήν. Ὅταν δὲ ὅλα ταῦτα ἐπραγματοποιήθησαν, τότε ἡ μακαρία Εἰρήνη ἐκρήμνησε τὰ εἴδωλα τοῦ πατρός της, συντρίψασα ταῦτα. Πρῶτον λοιπὸν ἐξητάσθη ὑπὸ τοῦ ἰδίου πατρός τῃς, ὁ ὁποῖος, ὡς εἶδεν ὅτι αὕτη ἐπέμενεν εἰς τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ, προσέταξε νὰ τὴν δέσωσι καὶ οὕτω δεδεμένην νὰ καταπατήσωσιν οἱ ἵπποι. Εἷς δὲ ἐκ τῶν ἴππων αὐτῶν, ἀντὶ νὰ βλάψῃ τὴν Ἁγίαν, ἐξηγριώθη κατὰ τοῦ πατρός της καὶ τοῦτον ρίψας κατὰ γῆς, συνέτριψε τὴν δεξιάν του χεῖρα. Οὕτως, αὐτὸν μὲν ἐθανάτωσε, τὴν δὲ Ἁγίαν ἐμακάρισε μὲ ἀνθρωπίνην φωνήν. Λυθεῖσα δὲ ἡ Μάρτυς ἐκ τῶν δεσμῶν, παρεκλήθη ὑπὸ τῶν παρεστώτων καὶ προσευχηθεῖσα ἀνέστησε τὸν πατέρα της, ὁ ὁποῖος ἐπίστευσεν εἰς τὸν Χριστὸν μετὰ τῆς συζύγου του καὶ τριῶν ἄλλων χιλιάδων ἀνθρώπων, οἵτινες ἅπαντες ἐδέχθησαν τὸ Ἅγιον Βάπτισμα. Ὁ δὲ πατήρ της, ἐγκαταλείψας μετὰ ταῦτα τὴν βασιλεία, κατῴκησεν εἰς τὸν πύργον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἔκτισε διὰ τὴν θυγατέρα του καὶ ἐκεῖ διῆλθε τὸ ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς του ἐν μετανοίᾳ. Ἀποθανόντος δὲ τοῦ πατρός της, ἐγένετο ἄλλος βασιλεύς, Σεδεκίας ὀνομαζόμενος, ὁ ὁποῖος ἠνάγκασε τὴν Ἁγίαν νὰ θυσιάσῃ εἰς τὰ εἴδωλα. Ἐπειδὴ ὅμως αὕτη οὐδόλως ἐπείθετο, ἐπρόσταξε καὶ ἔρριψαν ταύτην τὴν μακαρίαν πρηνῆ, ἐντὸς βαθυτάτου λάκκου, ὅπου εὑρίσκοντο διάφορα ἑρπετὰ καὶ δηλητηριώδεις ὄφεις. Ἡ δὲ Ἁγία, ἂν καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δεκατέσσαρας ἡμέρας, ὅμως ἐξῆλθεν ἀβλαβής. Ὅθεν ἐπριόνισαν μὲν αὐτῆς τοὺς πόδας, δι᾿ ἐπιστασίας ὅμως θείου Ἀγγέλου κατέστη πάλιν ὑγιής. Ἔπειτα ἔδεσαν αὐτὴν εἰς τροχόν, τὸ δὲ ὕδωρ, τὸ ὁποῖον ἐκίνει τὸν τροχόν, κάτω φερόμενον, ἐσταμάτησε πάραυτα, ἡ δὲ Ἁγία ἔμεινεν οὕτω τελείως ἀβλαβής. Ἐξ αἰτίας δὲ τοῦ τοιούτου θαύματος ἐπίστευσαν εἰς τὸν Χριστὸν ὀκτὼ χιλιάδες ψυχαί. Ἀφοῦ δὲ ὁ βασιλεὺς Σεδεκίας ἐξέπεσε τῆς βασιλείας καὶ ὁ υἱός του Σαβὼρ ἐπολέμει τοὺς ἐκθρονίσαντας τὸν πατέρα του, τότε ἡ Ἁγία Εἰρήνη συνήντησεν ἐκτὸς τῆς πόλεως Μαγεδὼν τὸν Σαβὼρ καὶ τὸ στράτευμα αὐτοῦ. Ὡς δὲ προσευχήθη, ἅπαντες ἐτυφλώθησαν καὶ δὲν ἔβλεπον ποῦ νὰ ὑπάγωσι. Προσευχηθεῖσα δὲ πάλιν ἐδώρησεν εἰς αὐτοὺς διὰ τῆς θείας χάριτος, τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν των. Διὰ τοῦτο ἀφοῦ ἐκάρφωσαν οἱ ἀχάριστοι τὰς πτέρνας τῆς Ἁγίας, ἐφόρτωσαν αὐτὴν μὲ σάκκον πλήρη ἄμμου καὶ οὕτω πεφορτωμένην ἐδίωξαν αὐτὴν βιαίως εἰς τριῶν μιλίων ἀπόστασιν. Ἐπειδὴ δὲ ἀμέσως τότε ἡ γῆ ἐσχίσθη εἰς δύο καὶ ἐδέχθη ἐντὸς αὐτῆς δέκα χιλιάδας ἀπίστων, τούτου ἕνεκα προσῆλθον εἰς τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ ἕως
  • 26.
    τριάκοντα χιλιάδες ἄνθρωποι.Ὁ βασιλεὺς ὅμως ἔμενεν ἐν τῇ ἀπιστίᾳ. Ὅθεν ἐλθὼν Ἄγγελος Κυρίου, ἐκτύπησεν αὐτὸν καὶ τὸν ἐθανάτωσε. Τότε ἡ Ἁγία, λαβοῦσα ἄδειαν, περιεπάτει ἐλευθέρως ἐντὸς τῆς πόλεως καὶ ἐποίει πολλὰ θαύματα. Πορευθεῖσα δὲ καὶ εἰς τὸν πύργον, ὅπου ἦτο ὁ πατήρ της μετὰ τοῦ ἱερέως Τιμοθέου, κατώρθωσε διὰ τῆς διδασκαλίας της, νὰ προσέλθωσιν εἰς τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ πέντε χιλιάδες εἰδωλολατρῶν. Μετ᾿ αὐτῶν δέ, ἐπίστευσαν καὶ τριάκοντα τρεῖς ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἦσαν διωρισμένοι νὰ φυλάττωσι τὸν πύργον, ἅπαντες δὲ οὗτοι ἔλαβον τὸ Ἅγιον Βάπτισμα. Μετὰ ταῦτα ἦλθεν ἡ Ἁγία εἰς τὴν πόλιν τὴν ὀνομαζομένην Καλλίνικον, ὅπου ἦτο ὁ βασιλεὺς Νουμεριανός, συγγενἠς τῶν πρῴην βασιλέων καὶ ἀφοῦ παρουσιάσθη εἰς αὐτόν, ὡμολόγησε τὸν Χριστόν. Ὅθεν ἐνέκλεισαν αὐτὴν ἐντὸς τριῶν χαλκίνων βοῶν πεπυρωμένων καὶ μετέθετον ταύτην ἀπὸ τὸν πρῶτον εἰς τὸν δεύτερον καὶ ἀπὸ τοῦ δευτέρου εἰς τὸν τρίτον. Ὁ δὲ τρίτος βοῦς καίτοι ἄψυχος ὤν, παραδόξως περιεπάτησε καὶ ἔπειτα ἐσχίσθη. Ὅθεν ἐξῆλθεν ἡ Ἁγία ἐξ αὐτοῦ ἄφλεκτος καὶ ἀβλαβής. Πολλοὶ δὲ ἄπιστοι ἰδόντες τὸ τοιοῦτον θαυμάσιον, ἐπίστευσαν εἰς τὸν Χριστόν. Ἦσαν δὲ οὗτοι ἕως δέκα μυριάδες. Ὅταν δὲ ὁ βασιλεὺς ἔμελλε νὰ ἀποθάνῃ, παρήγγειλεν εἰς τὸν ἔπαρχον νὰ τιμωρήση μὲ διαφόρους βασάνους τὴν Ἁγίαν· ὁ δὲ ἔπαρχος δέσας τὴν μάρτυρα μὲ ἁλύσεις, ἤναψε μεγάλην πυρὰν κάτωθεν αὐτῆς, ἀλλὰ κατελθὼν Ἄγγελος Κυρίου καὶ τὸ πῦρ σβέσας, διεφύλαξε τὴν Ἁγίαν ἀβλαβῆ. Ὅθεν ὁ ἔπαρχος, βλέπων τοῦτο, ἐπίστευσεν εἰς τὸν Χριστὸν μετὰ τῶν οἰκείων του. Ἀλλ᾿ ἡ φήμη τῶν θαυμασίων τῆς Ἁγίας ἔφθασε καὶ μέχρι τοῦ Σαβωρίου τοῦ τῶν Περσῶν βασιλέως, ὅστις ἔζη κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ μεγάλου Κωνσταντίνου ἐν ἔτει 330· οὗτος δὲ προσέταξε νὰ ἀποκεφαλίσωσι τὴν μάρτυρα. Ἀπεκεφαλίσθη λοιπὸν ἡ τοῦ Χριστοῦ καλλίνικος Εἰρήνη καὶ ἐτέθη ἐντὸς τάφου, ἀλλὰ πάλιν ἀνεστήθη ὑπὸ θείου Ἀγγέλου, ὁ ὁποῖος ἐμακάρισεν αὐτήν, διότι ἐμαρτύρησεν ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἐπίσης καὶ ἐκείνους ὅσους ἐπίστευσαν εἰς τὸν Χριστὸν δι᾿ αὐτῆς καὶ ὅσους θὰ μνημονεύωσι τὸ ὄνομά της, ἑορτάζοντες τὴν ἡμέραν τοῦ μαρτυρίου της. Ἀφοῦ δὲ ἀνέστη, λέγεται ὅτι εἰσῆλθεν εἰς τὴν πόλιν τὴν καλουμένην Μεσημβρίαν, κρατοῦσα εἰς τὰς χεῖρας της κλάδον ἐλαίας καὶ οὕτω παρουσιάσθη εἰς τὸν βασιλέα, ὁ ὁποῖος ἰδὼν αὐτήν, ἐπίστευσεν εἰς τὸν Χριστὸν καὶ ἐβαπτίσθη ὑπὸ τοῦ πρεσβυτέρου Τιμοθέου μετὰ πολλῶν μυριάδων ἀνθρώπων. Ἔπειτα μετέβη ἡ Ἁγία εἰς τὴν ἰδίαν αὐτῆς πόλιν Μαγεδὼν πρὸς τοὺς γονεῖς της καὶ τὸν μὲν πατέρα της ἐπένθησεν, ὡς προαποθανόντα, ἀφοῦ δὲ εἶδε καὶ ἀπεχαιρέτησε τὴν μητέρα της, ἀνελήφθη ὑπὸ νεφέλης καὶ ἔφθασεν εἰς τὴν Ἔφεσον, ὅπου διέτριψεν ἐπί τινα καιρόν, πλεῖστα θαύματα τελοῦσα καὶ τιμωμένη ὡς ἰσαπόστολος. Μετὰ δὲ ταῦτα συνήντησε τὸν διδάσκαλόν της Ἀπελλιανόν. Ἀφοῦ δὲ ἡ Ἁγία ἐδίδαξε τοὺς ἐν Ἐφέσῳ, παρέλαβε μεθ᾿ ἑαυτῆς μόνους ἓξ καὶ τὸν Ἀπελλιανὸν καὶ ἐξῆλθε τῆς πόλεως τῆς Ἐφέσου· εὑροῦσα δὲ κάπου ἐκεῖ νεώρυκτον τάφον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου οὐδεὶς εἶχε ταφῆ, εἰσῆλθεν ἐν αὐτῷ καὶ ἐπὶ τοῦ τάφου αὐτοῦ ἔθεσεν ὁ Ἀπελλιανὸς λίθον. Διέταξε δὲ ἡ Ἁγία, ἔτι ζῶσα, ὅτι ἐπὶ τέσσαρας ἡμέρας νὰ μὴ κινήσῃ τις τὸν λίθον, τὸν ὁποῖον ἔμελλε νὰ τοποθετήσῃ ἐπὶ τοῦ τάφου ὁ διδάσκαλός της. Μετὰ δὲ δύο ἡμέρας πορευθεὶς εἰς τὸν τάφον ὁ Ἀπελλιανός, ὢ τοῦ θαύματος! εὗρεν ἐγηγερμένον τὸν λίθον καὶ μὴ ὑπάρχον ἐκεῖ τὸ σῶμα τῆς μάρτυρος. Ταῦτα κατὰ μὲν τοὺς ταπεινοὺς καὶ ἀσθενεῖς λογισμοὺς τῶν ἀνθρώπων, ἴσως φανῶσιν ἀπίθανα, εἰς τὸν Θεὸν ὅμως εἶναι τὰ πάντα δυνατά. Ἐκλήθη δὲ ἡ Ἁγία ἵνα δικασθῇ, πρῶτον μὲν ὑπὸ τοῦ πατρός της Λικινίου, δεύτερον ὑπὸ τοῦ Σεδεκίου καὶ Σαβὼρ τοῦ Νουμεριανοῦ, υἱοῦ Σεβαστιανοῦ, ὡς καὶ ὑπὸ τοῦ ἐπάρχου Βαύδωνος καὶ Σαβωρίου τοῦ βασιλέως τῶν Περσῶν. Αἱ δὲ πόλεις, εἰς τὰς ὁποίας ἐμαρτύρησεν εἶναι αὗται· Μαγεδὼν ἡ πατρίς της, Καλλίνικος, Κωνσταντίνα καὶ Μεσημβρία Ο βίος του Αγίου Συμεών του δια Χριστόν Σαλού ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΝΕΑΠΟΛΕΩΣ
  • 27.
    Μετάφραση: Γ. Μπουδούρης, φιλόλογος Π. Γιαχανατζής, θεολόγος (Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας») Ι Προοίμιο Αυτοί που επιδιώκουν να διδάσκουν τους άλλους, οφείλουν να επιτελούν το έργο αυτό με βάση τη δική τους πνευματική εμπειρία και να αποτελούν οι ίδιοι παράδειγμα αρετής και ένθεης ζωής, σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου: «Έτσι πρέπει να λάμψει το φως σας εμπρός στους ανθρώπους, για να δουν τα καλά σας έργα και να δοξάσουν τον Πατέρα σας που είναι στους ουρανούς» (Ματθ. 5, 16). Είναι πιθανόν, ενώ προσπαθούν να νουθετούν και να καταρτίζουν και να καθοδηγούν τους άλλους, προτού διδάξουν τον εαυτό τους και τον καθαρίσουν με την εργασία των θείων εντολών, να λησμονήσουν να κλάψουν το δικό τους νεκρό, καθώς ασχολούνται με τους άλλους. Θα εκπληρωθούν έτσι τα αψευδή λόγια της Γραφής, που ταιριάζουν στην περίπτωσή τους: «Όποιος διδάξει χωρίς να εφαρμόσει τα διδασκόμενα, αυτός θα ονομαστεί ελάχιστος στη βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 5, 19), και ακόμη: «Υποκριτή, βγάλε πρώτα το δοκάρι από το δικό σου μάτι και τότε θα δεις καθαρά για να βγάλεις την αγκίδα από το μάτι του αδελφού σου» (Ματθ. 7, 5). Γι' αυτό ακριβώς και ο σοφός συγγραφέας των Πράξεων των Αποστόλων λέει τα εξής για τον μεγάλο και αληθινό Θεό μας και διδάσκαλο: «Όσα άρχισε ο Ιησούς να πράττει και να διδάσκει» (Πράξ. 1, 1). Για το ίδιο θέμα και ο Παύλος, το σκεύος της εκλογής, έγραφε στους Ρωμαίους, επιπλήττοντάς τους, μέσα στα άλλα και τα εξής: «Και συ που διδάσκεις τον άλλο, τον εαυτό σου δεν τον διδάσκεις;» (Ρωμ. 2, 21). Επειδή λοιπόν αδυνατούμε να διδάξουμε και να παρουσιάσουμε τον τρόπο της εργασίας των αρετών με βάση τα προσωπικά μας βιώματα, γιατί κουβαλάμε μέσα μας τα πάθη της αμαρτίας, θα σας προσφέρουμε τροφή από την εργασία και τους ιδρώτες άλλων, τροφή που δεν χάνεται, αλλά οδηγεί τις ψυχές μας στην αιώνια ζωή. Γιατί, ενώ ο άρτος στηρίζει το σώμα, ο λόγος του Θεού ωθεί την ψυχή στην αρετή και κυρίως αυτών που είναι πιο ράθυμοι και δείχνουν αμέλεια στην τήρηση των θείων εντολών. Αυτούς βέβαια που είναι ενάρετοι και έχουν το νου τους στραμμένο στο Θεό, η συνείδησή τους είναι ικανή να τους διδάξει συμβουλεύοντάς τους τα αγαθά και αποτρέποντάς τους από τα πονηρά. Εκείνοι όμως που δεν είναι στα μέτρα αυτών, έχουν ανάγκη από τις εντολές και την καθοδήγηση του γραπτού νόμου. Αν κάποιος δεν
  • 28.
    πορεύεται την οδότης αρετής με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είναι ανάγκη είτε βλέποντας είτε ακούγοντας το ζήλο και την επιμέλεια των άλλων να ανάψει το θείο πόθο μέσα του, να διώξει τον ύπνο της ψυχής και να αρχίσει να οδεύει το στενό και δυσκολοβάδιστο δρόμο και να βιώνει την αιώνια ζωή. Εξάλλου από εμάς εξαρτάται το να καταφρονήσουμε τα παρόντα ως παροδικά, επιθυμώντας τα μέλλοντα, ή πάλι το να χάσουμε τα μέλλοντα αγαθά ποθώντας τα παρόντα. Την αλήθεια των λεγομένων την επιβεβαιώνουν όλοι όσοι μέχρι τώρα ευαρέστησαν το Θεό, αν και είχαν την ίδια μ' εμάς φύση, και κυρίως τα μεγάλα αναστήματα της γενιάς μας. Ένας από αυτούς, ο πάνσοφος και σεβάσμιος Συμεών, έφτασε σε τόσο ύψος καθαρότητας και απάθειας, ώστε πέρασε ο καθαρότατος δια μέσου αυτών που για τους εμπαθείς και σαρκώδεις θεωρούνται μολυσμός και βλάβη και εμπόδιο της ενάρετης ζωής, χωρίς να μολυνθεί, σαν μαργαριτάρι από βόρβορο. Εννοώ δηλαδή τη ζωή μέσα στην πόλη, την συναναστροφή με γυναίκες και την εν γένει απάτη του βίου. Έδειξε έτσι στους πιο ράθυμους και σ' αυτούς που προφασίζονται αδυναμία στο να ζουν ενάρετη ζωή, τη δύναμη που παρέχει ο Θεός σ' αυτούς που αγωνίζονται με όλη τους την ψυχή εναντίον των πονηρών πνευμάτων. Ζητώ όμως από αυτούς που θα ακούσουν ή θα διαβάσουν τη διήγηση αυτής της αγγελικής πολιτείας, να προσέξουν τα λεγόμενα με φόβο Κυρίου και με πίστη χωρίς δισταγμούς, όπως αρμόζει σε αληθινούς χριστιανούς. Γνωρίζω βέβαια ότι οι ανόητοι και οι καταφρονητές θα θεωρήσουν τα γραφόμενα απίστευτα και γελοία. Γιατί, αν γνώριζαν ότι αυτός που θέλει να είναι σοφός σ' αυτόν τον κόσμο, πρέπει να γίνει μωρός για να γίνει σοφός (Α΄ Κορ. 3, 18), και ότι εμείς θεωρούμαστε μωροί για χάρη του Χριστού (Α΄ Κορ. 4, 10), και ότι η μωρία του Θεού είναι σοφότερη των ανθρώπων (Α΄ Κορ. 1, 25), δε θα θεωρούσαν γελοία τα έργα αυτού του γνήσιου αθλητή, αλλά θα τον θαύμαζαν πολύ περισσότερο απ’ αυτούς που αγωνίστηκαν σε άλλα είδη αρετής. Γιατί αυτός δεν επέστρεψε στον κόσμο απροετοίμαστος και έχοντας ακόμη ανάγκη από πνευματικό οδηγό, αλλά συνέβη στην περίπτωσή του κάτι ανάλογο μ' αυτό που βλέπουμε στις πολεμικές παρατάξεις, όταν όλοι οι στρατιώτες είναι παραταγμένοι μαζί. Εκεί όσοι έχουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, περισσότερο όμως στη δύναμη του Θεού και στα πολεμικά τους όπλα και στην εξαιρετική και πολυχρόνια πολεμική εμπειρία τους, μόνοι αυτοί βγαίνουν έξω από το πλήθος για να μονομαχήσουν με τους αντιπάλους τους. Το ίδιο έκανε και αυτός. Όταν αγωνίστηκε σωστά και νόμιμα τον καλό αγώνα, όταν είδε τον εαυτό του θωρακισμένο με τη δύναμη του Πνεύματος, όταν απόκτησε τη δύναμη να πατά επάνω σε φίδια και σκορπιούς (Λουκ. 10, 19),, όταν έσβησε τελείως το πύρωμα της σάρκας με τη δρόσο του Αγίου Πνεύματος, όταν βδελύχθηκε την τρυφή και τη δόξα του βίου σαν ιστό αράχνης — και τι άλλο να πω; — όταν με την ταπεινοφροσύνη ντύθηκε την απάθεια εσωτερικά και εξωτερικά, και αξιώθηκε την υιοθεσία σύμφωνα με τα λόγια του Χριστού προς την καθαρή και απαθή ψυχή στο Άσμα των Ασμάτων: «Όλη καλή η πλησίον μου, και μώμος εν σοι ουκ έστιν» (Άσμα 4,7), τότε και αυτός βγήκε από την έρημο στον κόσμο, ύστερα από θεία κλήση, για να μονομαχήσει με το διάβολο. Πίστευε ότι δεν είναι δίκαιο αυτός που τιμήθηκε και υψώθηκε τόσο από το Θεό, να περιφρονήσει την σωτηρία των συνανθρώπων του. Έχοντας λοιπόν ως πρότυπο Αυτόν που είπε: «Να αγαπήσεις τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου» (Λουκ. 10, 27), ο Οποίος και μορφή δούλου καταδέχθηκε να ντυθεί για
  • 29.
    τη σωτηρία τουδούλου, χωρίς να υποστεί καμιά αλλοίωση, μιμείται και αυτός τον Κύριό του, προσφέροντας την ψυχή και το σώμα του, για να προσφέρει τη σωτηρία. Θα διηγηθώ πρώτα τον τρόπο με τον οποίο ήρθε από την έρημο στον κόσμο, και έπειτα τις παράδοξες και αξιοθαύμαστες πράξεις του. ΙΙ Φυγή του κόσμου Στα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού, τη γιορτή της υψώσεως του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, συγκεντρώθηκαν οι ευσεβείς χριστιανοί, όπως συνήθιζαν, στους Αγίους Τόπους του Χριστού, για να προσκυνήσουν. Γνωρίζουν όλοι όσοι συνηθίζουν να συγκεντρώνονται εκεί κατά την άγια αυτή γιορτή, ότι σχεδόν από όλα τα μέρη συγκεντρώνεται πλήθος πιστών, που ευλαβείται ιδιαίτερα το σταυρό του Κυρίου. Σ' αυτή λοιπόν τη μεγάλη γιορτή συνέβη, κατ' οικονομία Θεού, να συναντηθούν δύο νέοι από τη Συρία. Ο ένας ονομαζόταν Ιωάννης και ο άλλος Συμεών. Έμειναν εκεί μερικές μέρες και όταν τελείωσε η άγια γιορτή, αναχώρησε ο καθένας για την πόλη του. Από τότε που συναντήθηκαν οι δύο αυτοί νέοι και συνδέθηκαν με αγάπη αναμεταξύ τους, δεν χωρίστηκαν ποτέ. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, επιστρέφοντας στην πατρίδα τους πορεύτηκαν μαζί, έχοντας και τους γονείς τους. Ο Ιωάννης είχε ένα γέροντα πατέρα, μητέρα όμως όχι. Ήταν είκοσι δύο ετών και εκείνο το χρόνο είχε νυμφευθεί. Ο Συμεών δεν είχε πατέρα, αλλά μόνο μητέρα που ήταν ογδόντα περίπου ετών, και κανέναν άλλο συγγενή. Πήγαιναν λοιπόν όλοι μαζί και αφού κατέβηκαν τον κατήφορο της Ιεριχώ και πέρασαν την πόλη, ο Ιωάννης βλέποντας τα μοναστήρια τα γύρω από τον Ιορδάνη είπε στο Συμεών: «Ξέρεις ποιοι μένουν στα σπίτια αυτά απέναντί μας;» Εκείνος του απάντησε: «Ποιοί;» Ο Ιωάννης είπε: «Άγγελοι του Θεού». Τον ρωτάει τότε ο Συμεών με απορία: «Μπορούμε άραγε να τους δούμε;». Του λέει εκείνος: «Ναι, αν γίνουμε σαν κι αυτούς». Και οι δύο κάθονταν πάνω σε άλογα, γιατί οι γονείς τους ήταν πολύ εύποροι. Κατέβηκαν λοιπόν αμέσως από τα άλογα και τα έδωσαν στους δούλους τους λέγοντάς τους να προχωρήσουν, προσποιούμενοι ότι θα καθήσουν για λίγο σ' εκείνο το μέρος. Κατά συγκυρία βρέθηκαν επάνω στο δρόμο που οδηγούσε στον Ιορδάνη. Στάθηκαν λοιπόν και οι δύο και λέει ο Ιωάννης στο Συμεών, δείχνοντας με το δάκτυλό του το δρόμο του Ιορδάνη: «Να ο δρόμος που οδηγεί στη ζωή». Κατόπιν δείχνοντας το δημόσιο, στον οποίο προπορεύονταν οι γονείς τους, είπε: «Και να ο δρόμος που οδηγεί στο θάνατο. Έλα λοιπόν ας προσευχηθούμε και ας σταθούμε ο καθένας μας σ' έναν από αυτούς τους δρόμους΄ και αφού ρίξουμε κλήρο, θα ακολουθήσουμε το δρόμο εκείνου που θα κερδίσει». Γονάτισαν λοιπόν και είπαν αναστενάζοντας: «Θεέ μας, Θεέ μας, Θεέ μας, εσύ που θέλεις να σώσεις όλο τον κόσμο, φανέρωσε το θέλημά Σου στους δούλους Σου». Έριξαν κατόπιν κλήρο και έτυχε στο Συμεών δέκα παραπάνω από τον Ιωάννη. Ο Συμεών στεκόταν στο δρόμο που οδηγούσε στον Ιορδάνη. Τότε χαρούμενοι, ξεχνώντας όλα τα υπάρχοντα και τους γονείς τους, καταφιλούσαν ο ένας τον άλλο. Γνώριζαν ακόμα τέλεια τα ελληνικά και ήταν στολισμένοι με πολλή φρόνηση.
  • 30.
    Όλα αυτά ταδιηγήθηκε ο ενάρετος Συμεών σε κάποιον αξιόλογο και ενάρετο άνδρα, διάκονο της εκκλησίας της Έμεσας, όπου και προσποιήθηκε τον σαλό΄ αυτός επειδή ήταν χαριτωμένος άνθρωπος κατανόησε την εργασία του γέροντα. Σ' αυτόν έκανε και θαύμα φοβερό ο μακάριος Συμεών, που θα το διηγηθούμε παρακάτω. Ο ενάρετος λοιπόν αυτός διάκονος, που ονομαζόταν Ιωάννης, μας διηγήθηκε σχεδόν ολόκληρο τον βίο του αγίου, προβάλλοντας τον Κύριο ως μάρτυρα για το ότι όχι μόνο δεν πρόσθεσε τίποτα, αλλά μάλλον τα περισσότερα τα ξέχασε με το πέρασμα των χρόνων. Καθώς λοιπόν κατέβαιναν το δρόμο που τους οδήγησε στην πραγματική ζωή, έτρεχαν χαρούμενοι, όπως ο Πέτρος και ο Ιωάννης προς το ζωοποιό τάφο του Κυρίου (Ιω. 20, 4), και προσπαθούσαν να διεγείρουν ο ένας την προθυμία του άλλου. Γιατί ο Ιωάννης φοβόταν μήπως η αγάπη προς τη μητέρα σταματήσει το Συμεών, ενώ ο Συμεών μήπως η έλξη της νεαρής συζύγου τραβήξει πίσω σαν μαγνήτης τον Ιωάννη. Γι' αυτό το λόγο έλεγαν ο ένας προς τον άλλο συμβουλευτικά και ενθαρρυντικά λόγια. Κι έλεγε ο ένας: «Καθόλου να μη ραθυμήσεις αδελφέ Συμεών. Γιατί ελπίζουμε στο Θεό ότι σήμερα αναγεννηθήκαμε. Τί άλλο παρά να μας βλάψουν θα μπορούσαν ο πλούτος και τα μάταια πράγματα του βίου κατά την ημέρα της Κρίσεως; Ούτε πάλι η νεότητα και η ομορφιά του σώματος παραμένουν αμάραντα μέχρι το τέλος, αλλά ή από τα γηρατειά ή με τον πρόσκαιρο θάνατο χάνονται και σβήνουν». Τέτοια και άλλα πολλά έλεγε προς το Συμεών ο Ιωάννης και εκείνος απαντούσε με τον ίδιο τρόπο λέγοντας: «Εγώ αδελφέ Ιωάννη, εκτός από την ταπεινή εκείνη γερόντισσα που με γέννησε, δεν έχω ούτε πατέρα ούτε αδελφούς ούτε αδελφές. Και δε φοβάμαι τόσο για μένα, όσο για σένα μήπως η επιθυμία της νεαρής συζύγου σε αποσπάσει από αυτόν τον καλό δρόμο». Ενώ έλεγαν αυτά και άλλα πολλά, φτάνουν στο μοναστήρι του αββά Γερασίμου. Είχαν ζητήσει πρωτύτερα από το Θεό να βρουν ανοιχτή την πόρτα του μοναστηριού, στο οποίο Αυτός θα ήθελε να παραμείνουν. Έτσι και έγινε. Υπήρχε σ' αυτό το μοναστήρι ένας θαυμάσιος άνθρωπος που λεγόταν Νίκων και που η ζωή του ήταν σύμφωνη με το όνομά του΄ γιατί νικούσε τους δαίμονες, έκανε θαύματα και σημεία και είχε τιμηθεί με το προφητικό αξίωμα από το Θεό. Αυτός λοιπόν προγνώρισε τον ερχομό τους. Είδε στον ύπνο του, την ημέρα που ήρθαν, κάποιον να του λέει: «Σήκω και άνοιξε την πόρτα από το μαντρί, για να μπουν τα πρόβατά μου». Έτσι και έκανε. Μόλις λοιπόν έφτασαν και βρήκαν την πόρτα ανοιγμένη και τον αββά να κάθεται και να τους περιμένει, είπε ο Ιωάννης στο Συμεών: «Καλό σημάδι, αδελφέ΄ η πόρτα είναι ανοιχτή και ο πορτάρης στη θέση του». Όταν πλησίασαν, τους λέει ο ηγούμενος: «Καλώς ήρθαν τα πρόβατα του Χριστού». Και αμέσως στο Συμεών: «Καλώς ήρθες, Σαλέ. Αλήθεια, δέκα περισσότερα τα δικά σου από του αββά Ιωάννη και σε περιμένουν», και εννοούσε την τελειότητα της ενάρετης ζωής. Τους δέχτηκε λοιπόν ως θεόσταλτους και τους έβαλε να αναπαυθούν. ΙΙΙ Στη Μονή του αββά Γερασίμου Την άλλη ημέρα, πριν του πουν τίποτε, άρχισε να τους λέει με το φωτισμό του Κυρίου: «Πολύ καλή και άξια η αγάπη σας προς το Θεό, μόνο
  • 31.
    προσέξτε μήπως δείξετενωθρότητα και τη σβήσει ο αντίδικος της σωτηρίας μας. Καλός ο αγώνας σας, αλλά να μη σταματήσετε μέχρις ότου στεφανωθείτε. Καλή η προαίρεσή σας, μόνο να μη δείξετε αμέλεια, για να μη σβήσει η φωτιά που καίει σήμερα τις καρδιές σας. Καλά κάνατε και προτιμήσατε τα αιώνια από τα προσωρινά. Καλοί οι κατά σάρκα γονείς σας και καλό να τους υπηρετείτε, ασύγκριτα καλύτερο όμως είναι να ευαρεστείτε το Θεό. Καλοί είναι οι κατά σάρκα αδελφοί, συμφερότεροι όμως οι πνευματικοί. Καλοί οι φίλοι για το Χριστό που έχετε στον κόσμο, αλλά καλύτερο το να έχετε φίλους τους αγίους, που θα μεσιτεύουν στον Κύριο. Καλοί είναι αυτοί που σας προστατεύουν από τους άρχοντες, αλλά δεν είναι το ίδιο με το να έχουμε τους αγίους αγγέλους να ικετεύουν για μας. Καλή και επαινετή η αγαθοεργία και η προς τους φτωχούς ελεημοσύνη, αλλά τίποτε δεν ζητά ο Θεός τόσο πολύ από εμάς, όσο το να του προσφέρουμε τις ψυχές μας. Γλυκεία η απόλαυση των αγαθών της ζωής, αλλά δεν μπορεί να συγκριθεί με την τρυφή του Παραδείσου. Γλυκός ο πλούτος και πολλοί τον επιθυμούν, αλλά δεν μπορεί να εξισωθεί με εκείνα που μάτι δεν είδε και αυτί δεν άκουσε και νους ανθρώπου δεν διανοήθηκε (Α΄ Κορ. 2, 9). Καλή η ομορφιά της νεανικής ηλικίας, αλλά δεν είναι τίποτε μπροστά στο κάλλος του επουράνιου νυμφίου Χριστού, όπως λέει ο Δαυίδ: "Ωραίος κάλλει παρά τους υιούς των ανθρώπων" (Ψαλμ. 44, 3),. Σπουδαίο και σημαντικό να στρατεύεσαι για τον επίγειο βασιλιά, αλλά είναι πρόσκαιρη και επικίνδυνη αυτή η στράτευση». Με αυτά και άλλα παρόμοια τους συμβούλευε ο όσιος και δεν ήθελε να σταματήσει βλέποντας να τρέχουν από τα μάτια τους ποταμοί δακρύων. Πρόσεχαν τα λόγια του σαν να μην είχαν ακούσει ποτέ θείο λόγο. Στράφηκε τότε στο Συμεών και του λέει: «Μη θλίβεσαι και μην κλαις για τη γερόντισσα μητέρα σου, γιατί ο Θεός βλέποντας τους αγώνες σου μπορεί να την παρηγορήσει πολύ περισσότερο απ' ό,τι η δική σου παρουσία. Γιατί, αν περιμένεις να γίνεις μοναχός μετά το θάνατό της, υπάρχει περίπτωση να πεθάνεις εσύ πριν από αυτήν στερημένος από αρετές και να φύγεις έτσι, χωρίς να έχεις κανένα που να μπορεί να σε σώσει από τα μέλλοντα κακά. Γιατί ούτε η αγάπη του πατέρα και της μητέρας, ούτε τα αδέλφια ούτε ο πλούτος ούτε η δόξα ούτε η γυναίκα ούτε το ενδιαφέρον των παιδιών μπορούν να εξιλεώσουν το Θεό, παρά μόνο η ενάρετη ζωή και οι κόποι και οι αγώνες, που γίνονται γι' Αυτόν». Στον Ιωάννη είπε: «Μήτε σ' εσένα, παιδί μου, ο εχθρός των ψυχών μας να βάλει τη σκέψη: "Ποιός άραγε θα γηροκομήσει τους γονείς μου; Ποιός θα παρηγορήσει τη σύζυγό μου; Ποιός θα σταματήσει τα δάκρυά τους;» Γιατί αν τους εγκαταλείπατε για να αφιερώσετε τη ζωή σας σε κάποιον άλλο θεό, με το δίκιο σας θα αγωνιούσατε και θα αναρωτιόσασταν αν τους φροντίζει και τους παρηγορεί ή όχι. Τώρα όμως που τρέξατε και αφιερώσατε τους εαυτούς σας σ' Αυτόν, στον Οποίο εκείνους εγκαταλείψατε, πρέπει να έχετε θάρρος και να σκέφτεστε ότι όταν ακόμη παραμένατε στον κόσμο απορροφημένοι στα βιοτικά, για όλα φρόντιζε η πρόνοια του Θεού΄ πόσο περισσότερο όμως δε θα φροντίσει τους δικούς σας τώρα που Τον υπηρετείτε και προσπαθείτε να Τον ευαρεστείτε με όλη σας τη ψυχή; Γι' αυτό, παιδιά μου, έχοντας στο νου σας τα λόγια του Κυρίου: "Άφησε τους νεκρούς να θάψουν τους δικούς τους νεκρούς" προς αυτόν που του είπε: "Επίτρεψέ μου πρώτα να επιστρέψω για να θάψω τον πατέρα μου" (Ματθ. 8, 21-22), ακολουθείστε Τον με σταθερή και αμετάβλητη απόφαση. Για σκεφτείτε΄ αν ο επίγειος βασιλιάς σας παρακινούσε να υπηρετήσετε ως πατρίκιοι ή θαλαμηπόλοι στο παλάτι του, που θα χαθεί κάποτε και θα
  • 32.
    αφανιστεί σαν σκιάκαι όνειρο, δεν θα καταφρονούσατε τα πάντα και δεν θα τρέχατε αμέσως σ' αυτόν με την επιθυμία να δείτε το πρόσωπό του, να μιλήσετε μαζί του και να απολαύσετε τιμές κοντά του; Και δεν θα προτιμούσατε να υπομείνετε κάθε πόνο και κόπο και το θάνατο ακόμη, μόνο και μόνο για να αξιωθείτε να δείτε εκείνη την ημέρα, που ο βασιλιάς, μπροστά σε όλη τη σύγκλητο, θα σας δεχόταν τιμητικά στην υπηρεσία του;» Και αφού αυτοί συμφώνησαν, ο μέγας Νίκων συνέχισε: «Επομένως, με ασυγκρίτως μεγαλύτερη ζέση και κατάνυξη, παιδιά μου, οφείλουμε εμείς ως ευγνώμονες δούλοι να ακολουθούμε τον αιώνιο Βασιλιά, ενθυμούμενοι την αγάπη που μας έδειξε ο Θεός, ο Οποίος δε λυπήθηκε τον Υιό του τον μονογενή, αλλά τον πρόσφερε για την σωτηρία μας (Ιω. 3, 16). Γι' αυτό το λόγο, κι αν ακόμη χύσουμε το αίμα μας, εμείς που λυτρωθήκαμε από τη φθορά και το θάνατο με το τίμιό Του αίμα και από δούλοι γίναμε γιοί, τίποτε που να είναι αντάξιο της θυσίας Του δεν Του προσφέρουμε. Γιατί, αδελφοί μου, δεν είναι το ίδιο πράγμα να χυθεί βασιλικό αίμα και αίμα δούλου». Αυτά και πολλά άλλα τους έλεγε ο θεοφόρος, καθώς προγνώριζε και είχε πληροφορηθεί από τον Θεό τον αγώνα και το δρόμο που θα έκαναν, και εννοώ βέβαια την ερημική και τελείως άστεγη και αναχωρητική ζωή. Και δεν το θεωρούσε αυτό ασήμαντο, ούτε ότι μπορούν οι πολλοί να το κατορθώσουν και να το επιτελέσουν άμεμπτα, τη στιγμή που έβλεπε ότι οι δύο νέοι είχαν σώματα απαλά, ντυμένα με μαλακά ρούχα, και ότι είχαν μεγαλώσει με καλοπέραση και είχαν συνηθίσει στις ανέσεις και τις απατηλές απολαύσεις της ζωής. Τότε ο σοφός γιατρός και δάσκαλος, με τη θεία γνώση και πείρα που διέθετε, αφού τους προετοίμασε και τους όπλισε με τέτοιες συμβουλές και νουθεσίες, λέει και στους δυό: «Θέλετε να καρείτε μοναχοί ή να παραμείνετε για ένα μικρό ακόμη χρονικό διάστημα λαϊκοί;» Αμέσως και οι δύο, σαν να κινούνταν από την ίδια σκέψη ή μάλλον από το ίδιο Άγιο Πνεύμα, έπεσαν στα πόδια του ηγουμένου ζητώντας να τους κουρέψει οπωσδήποτε εκείνη τη στιγμή. Και έλεγε ο Συμεών ότι, αν δεν το κάνει αυτό γρήγορα, θα πήγαιναν σ' άλλο μοναστήρι. Ο Συμεών ήταν άκακος και απονήρευτος, ενώ ο Ιωάννης είχε περισσότερη πείρα και γνώση. Πήρε τότε τον καθένα χωριστά ο όσιος Νίκων, θέλοντας να δοκιμάσει την αφοσίωσή τους στο Θεό, και με λογικά επιχειρήματα προσπαθούσε να τους πείσει να μην καρούν εκείνη την ημέρα. Επειδή δεν πειθόταν κανένας από τους δύο, πήγαινε στον καθένα και του έλεγε: «Έπεισα τον αδελφό σου να μείνει ένα χρόνο λαϊκός». Αμέσως αυτός του απαντούσε: «Αν θέλει να μείνει, ας μείνει. Πάντως εγώ, πάτερ, δεν δέχομαι κάτι τέτοιο». Ο Συμεών μάλιστα, όταν μίλησε ιδιαιτέρως με τον όσιο Νίκωνα, του είπε και αυτό: «Κάνε γρήγορα, πάτερ, για τ' όνομα του Θεού, επειδή τρέμει η καρδιά μου για τον Ιωάννη, που φέτος νυμφεύθηκε με μία πολύ εύπορη και ωραία γυναίκα, μήπως τυχόν τον καταλάβει πάλι ο πόθος γι' αυτήν και του σβήσει τον πόθο του για το Θεό». Αλλά κι ο Ιωάννης με πολλά παρακάλια και δάκρυα (είχε από φυσικού του περισσότερα από ό,τι ο αδελφός Συμεών) είπε ιδιαιτέρως στον όσιο: «Πάτερ, βοήθησέ με να μη χάσω τον αδελφό μου, γιατί έχει μόνο μητέρα και τόσο πολύ δεμένοι ήταν μεταξύ τους, ώστε δεν μπορούσε να μείνει ούτε δύο ώρες μακριά της, αλλά μέχρι σήμερα κοιμόνταν και οι δύο μαζί, μη μπορώντας να χωριστούν ούτε τη νύχτα, πράγμα που πολύ με βασανίζει μέχρις ότου τον δω μοναχό, για να σταματήσω να μεριμνώ γι' αυτόν».
  • 33.
    Ο όσιος είδετο ενδιαφέρον του ενός για τον άλλο και επειδή γνώριζε ότι ο Θεός δεν ντροπιάζει ούτε παραβλέπει αυτούς που ολόψυχα και αδίστακτα καταφεύγουν σ' Αυτόν, έφερε το ψαλίδι και αφού το τοποθέτησε κατά την τάξη πάνω στο άγιο θυσιαστήριο, έκανε την κουρά τους. Ύστερα, αφού τους έβγαλε τα ρούχα, τους έντυσε με άλλα που ήταν πολύ φτωχικά, αλλά μαλακά, γιατί τους σπλαχνίστηκε ο σοφός και στοργικός, επειδή τα σώματά τους ήταν απαλά και ασυνήθιστα στην κακοπάθεια. Ενώ γινόταν η κουρά, ο Ιωάννης έκλαιγε συνέχεια και ο Συμεών, επειδή δεν καταλάβαινε για ποιο λόγο κλαίει, τον σκουντούσε να σταματήσει, γιατί νόμιζε ότι κλαίει από λύπη για τους γονείς του και από αγάπη για τη γυναίκα του. Όταν τελείωσε η κουρά τους και έγινε η αγία σύναξη, ο ηγούμενος συνέχισε να τους συμβουλεύει όλη σχεδόν την υπόλοιπη μέρα, γιατί ήξερε ότι ο Θεός θα τα οικονομούσε έτσι ώστε να μη μείνουν πολύ καιρό κοντά του. Την άλλη μέρα, που ήταν Κυριακή, σκόπευε να τους δώσει και το άγιο σχήμα. Γι' αυτό κάποιοι από τους αδελφούς τους είπαν: «Είστε μακάριοι, γιατί αύριο θα αναγεννηθείτε και θα καθαριστείτε από κάθε αμαρτία, σαν να έχετε ξαναβαπτιστεί». Παραξενεύτηκαν αυτοί και έτρεξαν και οι δύο στο θείο Νίκωνα, το βράδυ του Σαββάτου, και πέφτοντας στα πόδια του του είπαν: «Πάτερ, σε παρακαλούμε μη μας βαπτίσεις. Είμαστε χριστιανοί από χριστιανούς γονείς». Αυτός, επειδή δεν κατάλαβε τι είχαν ακούσει από τους πατέρες του κοινοβίου, τους ρώτησε: «Ποιός, παιδιά μου, θέλει να σας βαπτίσει;» Εκείνοι απάντησαν: «Οι κύριοι και δεσπότες μας, οι πατέρες του μοναστηρίου, μας είπαν ότι αύριο θα ξαναβαπτιστούμε». Τότε ο ηγούμενος, επειδή κατάλαβε ότι τους είχαν μιλήσει για το άγιο σχήμα, τους είπε: «Καλά σας είπαν, παιδιά μου. Γιατί, αν θέλει ο Θεός, αύριο θα σας ντύσουμε με το άγιο και αγγελικό σχήμα». Όταν είδαν οι απονήρευτοι δούλοι του Χριστού ότι τίποτα δεν τους λείπει από τη μοναχική ενδυμασία, του λένε: «Πες μας, πάτερ, χρειαζόμαστε τίποτε άλλο για να ντυθούμε εκείνο το αγγελικό σχήμα που λες;». Την προηγούμενη εβδομάδα, που ήταν και η γιορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, είχε δώσει ο όσιος σε κάποιο νέο αδελφό το άγιο σχήμα και, επειδή δεν είχαν ακόμη συμπληρωθεί εφτά ημέρες, το φορούσε ακόμα, όπως συνηθιζόταν. Σ' αυτόν παράγγειλε να έρθει αμέσως και να σταθεί μπροστά τους. Όταν λοιπόν ήρθε και τον είδαν και οι δύο, έπεσαν αμέσως στα πόδια του αββά και του είπαν: «Σε παρακαλούμε, αν πρόκειται έτσι κι εμάς να ντύσεις και να μας δώσεις τέτοια τιμή και δόξα, κάν' το τώρα, μήπως συμβεί, καθώς είμαστε άνθρωποι, να πεθάνουμε αυτή τη νύχτα κι έτσι να χάσουμε τόση δόξα και χαρά και μια τέτοια συνοδεία κι ένα τέτοιο στεφάνι». Όταν άκουσε ο ηγούμενος να λένε ότι θα χάσουν τέτοια συνοδεία και στεφάνι, κατάλαβε ότι είδαν κάποια οπτασία γύρω από αυτόν που φορούσε το άγιο σχήμα. Απευθύνθηκε τότε σ' αυτόν και του είπε να επιστρέψει στο μέρος που ήταν αφότου είχε ντυθεί το άγιο σχήμα. Όταν έφυγε, λυπήθηκαν πολύ οι δύο δούλοι του Χριστού και λένε στον ηγούμενο: «Για τ' όνομα του Θεού, πάτερ, κάνε μας κι εμάς όπως εκείνον, γιατί σ' όλο σου το μοναστήρι δεν υπάρχει άνθρωπος με τόση τιμή όση εκείνος». Ρώτησε ο αββάς: «Ποιά τιμή;» Αυτοί του απάντησαν: «Ο Θεός είναι μάρτυράς μας, που μας αξιώνει να φορέσουμε αυτό το σχήμα και μας κάνει μια τέτοια τιμή, ότι θα είμαστε μακάριοι αν θα συνοδευόμαστε κι εμείς από τόσο πλήθος μοναχών με κεριά στα χέρια και αν θα φορέσουμε τέτοιο λαμπρό στεφάνι στο κεφάλι μας». Νόμιζαν ότι και ο ηγούμενος έβλεπε τα όσα
  • 34.
    οι ίδιοι έβλεπαν.Εκείνος όμως, επειδή το κατάλαβε, δεν τους είπε ότι τίποτα δεν έβλεπε, αλλά σώπασε κατάπληκτος από την πολλή τους αγνότητα και καθαρότητα και ιδίως του Συμεών. Μόνο αυτό τους έλεγε χαριτωμένα ο μεγάλος αυτός άνθρωπος: «Αύριο θα ντύσουμε και σας με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος». Όπως διαβεβαίωνε ο οσιότατος διάκονος, ο αψευδής Συμεών ισχυριζόταν ότι, όταν έλαβαν το σχήμα, έβλεπε ο ένας το πρόσωπο του άλλου την νύχτα, όπως και την ημέρα, και ακόμη έβλεπε ο ένας στο κεφάλι του άλλου στεφάνι, όπως εκείνο που φορούσε ο μοναχός που είδαν προηγουμένως. «Σε τόσο μεγάλη χαρά, έλεγε, βρισκόταν η ψυχή μας, που δεν θέλαμε εύκολα ούτε να φάμε ούτε να πιούμε». IV Αναχώρηση από τη Μονή Μετά δυο μέρες αφότου πήραν το άγιο σχήμα, βλέπουν αυτόν που το είχε πάρει πριν από εφτά ημέρες και που είχε το στεφάνι και τη συνοδεία, να φοράει ένα φθαρμένο ράσο και να κάνει το διακόνημά του, χωρίς να έχει πια ούτε το στεφάνι ούτε τους μοναχούς με τα κεριά που τον συνόδευαν, και απόρησαν. Λέει τότε ο Συμεών στον Ιωάννη: «Πίστεψέ με, αδελφέ μου, κι εμείς, όταν περάσουν εφτά μέρες, δεν θα έχουμε αυτήν την ευπρέπεια και τη χάρη». Λέει ο Ιωάννης: «Και τί θέλεις να γίνει, αδελφέ μου;» Του λέει πάλι ο Συμεών: «Άκουσέ με. Όπως εγκαταλείψαμε και απομακρυνθήκαμε από τα κοσμικά, έτσι να απομακρυνθούμε από οποιαδήποτε άλλη ύπαρξη. Γιατί άλλη ζωή και παράξενα πράγματα αντιλαμβάνομαι και βλέπω σ' αυτό το σχήμα. Από τη στιγμή που ο δούλος του Θεού μας έντυσε μ' αυτό, καίγονται τα σωθικά μου, χωρίς να ξέρω από τι, και η ψυχή μου ποθεί να μη δει κανένα, ούτε να μιλήσει ή να ακούσει κανένα». Του αποκρίνεται ο Ιωάννης: «Και τί θα τρώμε αδελφέ μου;» Του λέει ο Συμεών: «Ό,τι τρώνε οι λεγόμενοι βοσκοί*, για τους οποίους μας μίλησε χθες ο Νίκων. Ίσως επειδή ήθελε να κάνουμε κι εμείς την ίδια ζωή, μας διηγήθηκε πως ζουν, πως κοιμούνται και όλα τα σχετικά μ' αυτούς». «Και πώς μπορεί να γίνει αυτό, αφού ούτε να ψάλλουμε ούτε τη μοναχική τάξη γνωρίζουμε;» ρώτησε ο Ιωάννης. Τότε ο Θεός πλημμύρισε με τη χάρη Του την καρδιά του αββά Συμεών, που είπε: «Αυτός που έσωσε αυτούς που έζησαν σύμφωνα με το θέλημά Του, πριν από τον Δαυίδ, Αυτός θα σώσει κι εμάς. Κι αν φανούμε άξιοι, θα διδάξει κι εμάς, όπως δίδαξε και το Δαυίδ τότε, που ήταν με τα πρόβατα στην έρημο. Μη θελήσεις λοιπόν, αδελφέ, να μου ανακόψεις την προθυμία. Αφού πήραμε την απόφαση να ζήσουμε σύμφωνα μ' αυτόν τον τρόπο, ας μη δείξουμε αμέλεια». Είπε τότε ο Ιωάννης: «Ας κάνουμε όπως θέλεις. Πώς όμως θα μπορέσουμε να βγούμε, αφού η πύλη κλείνει τη νύχτα;» Του απαντάει ο Συμεών: «Αυτός που μας άνοιξε τη μέρα, Αυτός θα μας ανοίξει και τη νύχτα». Όταν πήραν την απόφαση, μόλις έπεσε η νύχτα, ο ηγούμενος βλέπει στον ύπνο του κάποιον να ανοίγει την πύλη του μοναστηριού και να λέει: «Βγήτε έξω να βοσκήσετε, πρόβατα που έχετε τη σφραγίδα του Χριστού». Αμέσως ξύπνησε, κατεβαίνει στην πύλη, την βρίσκει ανοιχτή, και επειδή νόμισε ότι βγήκαν από εκεί, κάθησε στεναχωρημένος, αναστενάζοντας και λέγοντας: «Δεν αξιώθηκα εγώ ο αμαρτωλός να πάρω την ευχή των πατέρων μου. Πραγματικά, αυτοί ήταν πατέρες μου και δεσπότες και δάσκαλοι και γι' αυτό έχασα τις συμβουλές τους. Αλλοίμονο, πόσοι πολύτιμοι λίθοι, όπως λέει
  • 35.
    η Γραφή (Ζαχ.9, 16), κυλάνε στη γη χωρίς να το καταλαβαίνουμε, και πολλοί τους βλέπουν, λίγοι όμως τους αντιλαμβάνονται». Καθώς σκεφτόταν αυτά στεναχωρημένος, εμφανίζονται οι νυμφίοι οι καθαροί του Χριστού, που ετοιμάζονταν να βγουν. Μπροστά απ' αυτούς έβλεπε ο καθαρότατος ηγούμενος Νίκων μερικούς ευνούχους να κρατούν λαμπάδες και άλλους να κρατούν σκήπτρα στο ένα χέρι. Μόλις τους είδε, γέμισε χαρά, επειδή θα εκπληρωνόταν η επιθυμία του. Οι μακάριοι τον είδαν και έκαναν να γυρίσουν πίσω, επειδή δεν κατάλαβαν ότι ήταν ο ηγούμενος. Έτρεξε όμως ο όσιος Νίκων και τους κάλεσε κοντά του. Όταν κατάλαβαν ότι ήταν ο ηγούμενος, χάρηκαν κι αυτοί πολύ, και μάλιστα όταν είδαν ότι η πύλη ήταν ανοιχτή. Κατάλαβαν ότι ο Θεός του το αποκάλυψε κι αυτό. Θέλησαν τότε να του βάλουν μετάνοια. Αυτός όμως τους εμπόδισε λέγοντας ότι δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο, εξαιτίας του αγγελικού σχήματος που φορούσαν. Του είπαν λοιπόν αμέσως: «Σ' ευχαριστούμε, πάτερ, και δεν ξέρουμε τι να προσφέρουμε στο Θεό και σε σένα. Ποιός περίμενε ότι εμείς θα αξιωθούμε τέτοιων δωρεών; Ποιός βασιλιάς θα μπορούσε να μας τιμήσει με τέτοιο αξίωμα; Ποιοί επίγειοι θησαυροί τόσο ξαφνικά θα μπορούσαν να μας κάνουν πλούσιους; Ποιά λουτρά θα μπορούσαν να καθαρίσουν έτσι την ψυχή μας; Ποιοί γονείς θα μπορούσαν έτσι να μας αγαπήσουν και να μας σώσουν; Ποιά δώρα θα μπορούσαν να μας δώσουν την άφεση των αμαρτιών μας τόσο σύντομα, όπως το έκανες εσύ, τίμιε πάτερ, που αντί όλων των προγόνων μας και των γονέων μας, εσύ είσαι μετά το Χριστό πατέρας μας και μητέρα μας; Εσύ είσαι ο κύριός μας, εσύ είσαι που μας κατάρτισες, εσύ μας πήρες από το χέρι, εσύ μας καθοδήγησες, εσύ είσαι όσα η γλώσσα δεν μπορεί να εκφράσει. Χάρη σε σένα βρήκαμε τον ασφαλή αυτό θησαυρό, χάρη σε σένα αποκτήσαμε το πολύτιμο μαργαριτάρι, μάθαμε με ακρίβεια τη δύναμη του βαπτίσματος για το οποίο μας μιλούσαν οι όσιοι πατέρες, γνωρίσαμε πραγματικά την πλήρη καταστροφή των αμαρτιών μας από τη φωτιά που πυρπολεί τις καρδιές μας, μολονότι δεν την αντέχουμε έτσι που κατακαίει το είναι μας. Ζητάμε από σένα, μακάριε πάτερ, να κάνεις μια εκτεταμένη ευχή και να απολύσεις τους δούλους σου για να υπηρετήσουμε ολόψυχα και αληθινά το Θεό, στον Οποίο αφιερώσαμε τους εαυτούς μας! Σε ικετεύουμε, ποτέ να μη λησμονήσεις τα άθλια παιδιά σου, όταν σηκώνεις τα τίμια χέρια σου για προσευχή. Ναι, ναι, σε παρακαλούν οι ξένοι, όσιε, να θυμάσαι την ορφάνια τους». Έχοντας αγκαλιάσει τα γόνατα του οσίου, έλεγαν πάλι: «Θυμήσου, πάτερ, τα ταπεινά σου πρόβατα, που τα θυσίασες στο Θεό. Θυμήσου τα ξένα φυτά, που έτρεξες να τα φυτέψεις στον όμορφο κήπο του Παραδείσου. Μη λησμονείς τους οκνηρούς εργάτες, που μίσθωσες την ενδέκατη ώρα στον αμπελώνα του Χριστού (Ματθ. 20, 6-7)». Απορούσε και θαύμαζε ο ποιμένας βλέποντας αυτούς που πριν δύο μέρες ήταν κοσμικοί να έχουν αποκτήσει έτσι ξαφνικά τόση σοφία με το να περιβληθούν το άγιο σχήμα. Αφού έκλαψαν για αρκετή ώρα και οι δυό, γονάτισε ο όσιος Νίκων και αφού τοποθέτησε το Συμεών στα δεξιά του και τον Ιωάννη στα αριστερά του, σηκώθηκε και υψώνοντας τα χέρια στον ουρανό είπε: «Θεέ δίκαιε και πανύμνητε, Θεέ μεγάλε και παντοδύναμε, Θεέ προαιώνιε, άκουσε αυτήν την ώρα έναν αμαρτωλό. Εισάκουσέ με, Θεέ μου, εισάκουσέ με δείχνοντας τη δύναμή Σου χωρίς να λάβεις υπόψη Σου, κατά τη διάρκεια αυτής της προσευχής, τις συνεχείς παρακοές της δικής μου αδυναμίας. Άκουσέ με, άκουσέ με, Κύριε, κάνοντας πύρινη την προσευχή μου όπως και τότε την προσευχή του προφήτη Σου (Γ΄ Βασ. 18, 36-37). Ναι, Θεέ των αγίων
  • 36.
    δυνάμεων, ναι Δημιουργέτων ασωμάτων, ναι, Εσύ που είπες: "Ζητάτε και θα λάβετε" (Ιω. 16, 24), μη με αποστραφείς επειδή έχω ακάθαρτα χείλη και είμαι δεμένος με αμαρτίες. Άκουσέ με, Εσύ που υποσχέθηκες να ακούς αυτούς που σε παρακαλούν ειλικρινά΄ και οδήγησε τα βήματα και τα πόδια των δούλων Σου σε ειρηνικό δρόμο. Δείξε συμπάθεια για τα άκακα παιδιά Σου που βρίσκονται στα ξένα, Εσύ που είπες: "Να γίνετε άκακοι όπως τα περιστέρια" (Ματθ. 10, 16). Φώναξα προς Εσένα μ' όλη μου την καρδιά΄ Θεέ μου, Θεέ μου, άκουσέ με, η ελπίδα όλης της γης και αυτών που βρίσκονται στα μακρινά ξένα (Ψαλμ. 64, 6). Διώξε τα ακάθαρτα πνεύματα μακριά από τα παιδιά Σου. Πάρε όπλο και ασπίδα και σήκω να τους βοηθήσεις. Βγάλε το σπαθί Σου και απομάκρυνε αυτούς που τους καταδιώκουν. Πες, Κύριε, Κύριε, στην ψυχή τους: "Εγώ είμαι η σωτηρία σου" (Ψαλμ. 34, 2-3). Ας απομακρυνθεί από τη διάνοιά τους κάθε πνεύμα δειλίας, ακηδίας, υπερηφάνειας και οποιασδήποτε κακίας και ας σβηστεί από αυτούς κάθε πύρωση και κάθε παρόρμηση, που προέρχεται από διαβολική ενέργεια. Ας φωτιστεί το σώμα τους και η ψυχή τους και το πνεύμα τους με το φως της γνώσεώς Σου, ώστε, αφού φτάσουν στην ενότητα της πίστεως και στην επίγνωση της Αγίας και Προσκυνητής Τριάδας και γίνουν άνδρες τέλειοι σε πνευματική ωριμότητα (Εφεσ. 4, 13), να δοξάζουν μαζί με τους αγγέλους και με όλους αυτούς που σε ευαρέστησαν, Θεέ μου, το πάντιμο και αγαθό όνομά Σου, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν. Χάρισέ τους ακόμη μαζί με όλα τα αγαθά, Κύριε, να έχουν πάντα στην καρδιά τους τα λόγια αυτής της οικτρής και ανάξιας ικεσίας μου, για να δοξολογούν και να υμνολογούν την αγαθότητά Σου». Τους έλεγε ακόμη με πολλά δάκρυα: «Ο Θεός, που Τον διαλέξατε, καλά μου παιδιά, και στον Οποίο προστρέξατε, Αυτός θα στείλει τον άγγελό Του μπροστά σας και θα προετοιμάσει τον δρόμο για να βαδίσουν τα πόδια σας (Μάρκ. 1, 2),. Ο άγγελος, όπως λέει ο μεγάλος Ιακώβ, που με σώζει από όλες τις εχθρικές δυνάμεις (Γεν. 48, 16), αυτός θα προηγείται στο δρόμο σας. Αυτός που φύλαξε τον προφήτη Του από το στόμα των λιονταριών (Δαν. 6, 2), Αυτός θα σας προστατέψει από τα χέρια του λιονταριού διαβόλου. Ο Θεός που σας διάλεξε, Αυτός θα φυλάξει αμώμητη τη θυσία μου». Αφού αυτά κι ακόμα περισσότερα τους ευχήθηκε ο θεοφόρος, έπεσε στο λαιμό τους και έλεγε: «Σώσε, Θεέ μου, σώσε αυτούς που αγάπησαν μ' όλη τους την καρδιά το όνομά Σου. Δεν είσαι άδικος, Κύριε, για να αδιαφορήσεις και να εγκαταλείψεις αυτούς που εγκατέλειψαν τα μάταια πράγματα της ζωής». Ύστερα συνέχισε προς αυτούς: «Προσέχετε, παιδιά μου. Ξεκινήσατε πόλεμο φοβερό και αόρατο. Αλλά μη φοβάστε, γιατί έχει τη δύναμη ο Θεός να μην επιτρέψει να υποστείτε πειρασμό μεγαλύτερο απ' αυτόν που μπορείτε να σηκώσετε (Α΄ Κορ. 10, 13). Αγωνιστείτε, παιδιά μου, να μη νικηθείτε απ' αυτόν, αλλά δειχθείτε γενναίοι έχοντας σαν όπλο εναντίον του το άγιο σχήμα. Να θυμάστε Αυτόν που είπε: "Κανείς που αρχίζει να οργώνει και κοιτάζει προς τα πίσω δεν είναι κατάλληλος για τη βασιλεία των ουρανών" (Λουκ. 9, 62), και ακόμα είπε για την οικοδόμηση του πύργου (Λουκ. 14, 28-30)΄ προσέξτε τώρα που αρχίσατε αυτήν την τέλεια και υψηλή οικοδομή και πολιτεία μήπως δείξετε αμέλεια και πραγματοποιηθεί σε σας το: "άρχισαν να οικοδομούν και δεν είχαν δύναμη και προθυμία για να τελειώσουν αυτό που θεμελίωσαν". Πάρτε τα μέτρα σας, παιδιά μου, ο πόλεμος είναι μικρός, αλλά μεγάλο το στεφάνι, ο κόπος είναι πρόσκαιρος, αλλά η ανάπαυση αιώνια». Πέρασε όμως η ώρα και άρχισε να χτυπάει το σήμαντρο. Καθώς ετοιμάζονταν να περάσουν την πύλη, πήρε ο Συμεών τον ηγούμενο ιδιαιτέρως
  • 37.
    και του είπε:«Προσευχήσου, πάτερ στο Θεό για να βγάλει από το μυαλό του αδελφού μου Ιωάννη τη θύμηση της γυναίκας του, μήπως παρασυρθεί από τον πονηρό και μ' αφήσει και έτσι χαθώ από τη λύπη μου γι' αυτόν, που θα τον χάσω και θα τον αποχωριστώ. Προσευχήσου, σε παρακαλώ για το Θεό, να παρηγορήσει ο Θεός και τους γονείς του, για να μην αγωνιούν γι' αυτόν». Επειδή ο γέροντας απόρησε για τη στοργή που έχει για τον αδελφό του, δεν απάντησε τίποτα. Όμως, κατά τον ίδιο τρόπο, τον πήρε ιδιαιτέρως ο αββάς Ιωάννης και τον παρακαλούσε: «Για τ' όνομα του Θεού, πάτερ, μη ξεχνάς στις προσευχές σου τον αδελφό μου, για να μη με εγκαταλείψει από αγάπη για τη μητέρα του, και μου συμβεί να ναυαγήσω, ενώ βρίσκομαι μέσα στο λιμάνι». Όπως είπαμε, έμεινε έκπληκτος κι από τους δύο για την αγάπη που είχαν μεταξύ τους και τους λέει: «Πηγαίνετε, παιδιά μου, και σας αναγγέλλω ότι Αυτός που σας άνοιξε εδώ, Αυτός ήδη σας έχει ανοίξει και τα εκεί». Αφού τους σταύρωσε τα μέτωπα και τα στήθη και ολόκληρο το σώμα, τους άφησε να φύγουν με ειρήνη. V Στην έρημο Όταν λοιπόν βγήκαν έξω από το μοναστήρι, έλεγαν: «Θεέ του μεγάλου Σου δούλου, οδήγησέ μας που είμαστε ξένοι και αβοήθητοι, γιατί δεν γνωρίζουμε ούτε τον τόπο ούτε την περιοχή, αλλά καθώς ερχόμαστε κοντά Σου παραδώσαμε τους εαυτούς μας για να πεθάνουμε στο πέλαγος αυτής της ερήμου». Λέει ο Ιωάννης στον Συμεών: «Τί γίνεται τώρα; Πού θα πάμε;». Του απάντησε εκείνος: «Ας πάμε προς τα δεξιά, γιατί όλα όσα βρίσκονται προς τα δεξιά είναι καλά». Προχωρώντας έφτασαν στη Νεκρά θάλασσα, στον τόπο που ονομάζεται Αρνωνάς. Έτσι οικονόμησε τα πράγματα ο Θεός, που ποτέ δεν εγκαταλείπει αυτούς που πιστεύουν ολόψυχα σ' Αυτόν, ώστε βρήκαν ένα μέρος, όπου κατοικούσε κάποιος γέροντας που είχε κοιμηθεί πριν από λίγες μέρες. Σ' αυτό το μέρος υπήρχαν μερικά μικρά σκεύη και τρυφερά χόρτα, ώστε να μπορούν να τραφούν΄ από αυτά έτρωγε και ο γέροντας που ήταν θαμμένος εκεί. Μόλις είδαν τον τόπο οι αοίδιμοι, ευχαριστήθηκαν τόσο πολύ, σαν να βρήκαν θησαυρό. Κατάλαβαν ότι ετοιμάστηκε και στάλθηκε γι' αυτούς από τον Θεό. Έτσι άρχισαν να Τον ευχαριστούν, όπως επίσης και τον μεγάλο γέροντα Νίκωνα. Έλεγαν: «Πίστεψέ με, μας ήρθαν όλα καλά με τη βοήθεια των ευχών εκείνου». Όταν πέρασαν λίγες μέρες, μη μπορώντας να υποφέρει την αρετή των δούλων του Χριστού ο εχθρός των ψυχών μας, ο διάβολος, άρχισε να τους πολεμάει, τον Ιωάννη με την θύμηση της γυναίκας του και το Συμεών με την μεγάλη του αγάπη για τη μητέρα του. Μόλις καταλάβαινε ο ένας από τους δύο ότι στενοχωριόταν, αμέσως έλεγε στον άλλο: «Αδελφέ, σήκω να προσευχηθούμε». Έλεγαν την προσευχή του μεγάλου γέροντα, που έμαθαν αμέσως απέξω και οι δυό με τη χάρη του Θεού, γιατί ο γέροντας προσευχήθηκε λέγοντας: «Τύπωσε, Κύριε, στην καρδιά τους τα λόγια αυτής της προσευχής». Αυτή την προσευχή έλεγαν πάντοτε σε περίπτωση πειρασμού και κάθε φορά που ζητούσαν κάτι από το Θεό. Μερικές φορές, όπως μας έλεγε ο θεοφόρος Σαλός, ο διάβολος τους πύρωνε, σαν να έτρωγαν κρέας και να έπιναν κρασί. Άλλοτε πάλι προσπαθούσε να τους προκαλέσει δειλία και ακηδία για την άσκηση, ώστε μερικές φορές να θέλουν
  • 38.
    να επιστρέψουν απότην έρημο στο μοναστήρι. Επίσης άλλες φορές στον ύπνο, άλλες φορές με τη φαντασία, τους έκανε ο διάβολος να βλέπουν τους δικούς τους, άλλους να κλαίνε και άλλους να έχουν τρελαθεί΄ και άλλα πολλά έβλεπαν που είναι αδύνατο να τα διηγηθεί κανένας, αν δεν έχει πείρα από αυτού του είδους τους πειρασμούς. Όσες φορές όμως έφερναν στο μυαλό τους το στεφάνι, που είδε ο ένας να βρίσκεται στο κεφάλι του άλλου, όπως και τη διδασκαλία και τα δάκρυα του γέροντα, σαν από λάδι αγιασμένο καταπραΰνονταν και παρηγοριόταν η καρδιά τους. Μερικές φορές εμφανιζόταν στ' όνειρό τους και ο όσιος Νίκων, άλλοτε νουθετώντας τους, άλλοτε προσευχόμενος γι' αυτούς, μερικές φορές μάλιστα διδάσκοντας τους ψαλμούς΄ και τότε ξυπνούσαν προσπαθώντας να μάθουν απέξω όσα διδάσκονταν στον ύπνο τους και χαίρονταν πάρα πολύ γι' αυτό. Ήξεραν ότι ενδιαφέρεται πολύ γι' αυτούς, και το αντιλαμβάνονταν από αυτά τα γεγονότα. Πριν λοιπόν να ζητήσουν ο,τιδήποτε από το Θεό, προσευχήθηκαν και οι δυό για το εξής πράγμα: ο Συμεών, να παρηγορηθεί και να σιγουρευτεί η καρδιά της μητέρας του΄ ο Ιωάννης, να πάρει ο Θεός κοντά Του τη γυναίκα του, ώστε να πάψει να τη σκέφτεται. Ο Θεός που είπε ότι θα πραγματοποιήσει το θέλημα αυτών που Τον φοβούνται (Ψαλμ. 144, 19), τους άκουσε΄ και αφού πέρασαν δυό χρόνια, ο όσιος Συμεών πληροφορήθηκε απ' το Θεό ότι η μητέρα του δεν λυπάται πια γι' αυτόν και ότι τη νύχτα παρουσιάζεται σ' αυτήν, την παρηγορεί και της λέει στη Συριακή διάλεκτο: "λα δέχρε λιχ έμ", που σημαίνει: «"Μη λυπάσαι μητέρα", γιατί κι εγώ και ο Ιωάννης είμαστε καλά και υπηρετούμε στο παλάτι του βασιλιά και φοράμε στεφάνια, που μας έδωσε ο βασιλιάς, και πολύ όμορφες στολές. Παρηγόρησε όμως και τους γονείς του αδελφού Ιωάννη, γιατί υπηρετεί κι αυτός μαζί μου. Λοιπόν, μη λυπάστε καθόλου». Όμως και ο αββάς Ιωάννης είδε κάποιον λευκοντυμένο να του λέει: «Οικονόμησα, ώστε ο πατέρας σου να μη λυπάται΄ και τη γυναίκα σου σε λίγο θα την πάρω μαζί μου». Διηγήθηκαν ο ένας στον άλλον αυτά που είδαν και χάρηκαν και ευφράνθηκε η καρδιά τους. Αφού ο Θεός τους απάλλαξε από τον λογισμό των γονέων τους, αμέσως άρχισαν να ζουν χωρίς φροντίδα, χωρίς να λυπούνται καθόλου γι' αυτούς και χωρίς να αισθάνονται κόπο ή οκνηρία συνέχισαν τον δρόμο της ασκήσεως νύχτα και μέρα, μην έχοντας άλλη ασχολία παρά μόνο τον "απερίσπαστο περισπασμό" και την "αμέριμνη μέριμνα", εννοώ βέβαια την αδιάλειπτη προσευχή. Σ' αυτή σύντομα προόδευσαν οι άοκνοι εργάτες, ώστε σε λίγα χρόνια αξιώθηκαν θείων δράσεων, πληροφοριών και θαυμάτων. Πέρασε πάλι λίγος καιρός και ο ένας ησύχαζε σε απόσταση "λίθου βολής" από τον άλλο. Είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους το έξης: να αναχωρούν και να ζουν χωριστά όποτε ήθελε ο καθένας να προσεύχεται μόνος του΄ όταν όμως συμβεί να παρουσιαστούν λογισμοί ή ακηδία, να έρχεται ο ένας προς τον άλλον και από κοινού να προσεύχονται στον Θεό για να απαλλαγούν απ’ τον πειρασμό. Μια μέρα λοιπόν, ενώ καθόταν ο Συμεών στο μέρος που συνήθιζε, έρχεται σε έκσταση και βλέπει τον εαυτό του σαν να βρισκόταν στην Έδεσα (από εκεί ήταν η καταγωγή του) κοντά στην άρρωστη μητέρα του και να της λέει στα Συριακά: «Πώς είσαι μητέρα;» Εκείνη απάντησε: «Καλά, παιδί μου». Της λέει πάλι: «Πήγαινε κοντά στο Βασιλιά. Μη φοβάσαι, γιατί Τον παρακάλεσα και σου ετοίμασε καλό μέρος, και όταν θέλει, θα έρθω κι εγώ κοντά σου». Αφού συνήλθε, κατάλαβε ότι εκείνη την ώρα κοιμήθηκε η μητέρα του. Τρέχει γρήγορα στον αδελφό του Ιωάννη και του λέει: «Σήκω, αδελφέ, να
  • 39.
    προσευχηθούμε». Επειδή εκείνοςταράχτηκε (νόμισε ότι είχε κάποιο πειρασμό), του λέει ο Συμεών: «Μη ταράζεσαι, αδελφέ, δεν έχω τίποτα κακό με τη χάρη του Θεού». Του λέει πάλι ο Ιωάννης: «Τότε για ποιό λόγο έκανες τόσο δρόμο, πάτερ Συμεών;» Τον αποκάλεσε έτσι γιατί τον τιμούσε και τον σεβόταν πάρα πολύ, όπως κι εκείνος σεβόταν τον Ιωάννη. Τότε τα μάτια του γέμισαν δάκρυα που έτρεχαν σαν μαργαριτάρια πάνω στο στήθος του, και λέει στον Ιωάννη: «Αυτήν την ώρα ο Κύριος παίρνει κοντά Του την καλή μου και ευλογημένη μητέρα». Και του διηγήθηκε το δράμα. Γονάτισαν και άρχισαν να προσεύχονται. Τότε μπορούσε να ακούσει κανείς το Συμεών να λέει προς τον Θεό λόγια συγκινητικά και ικετευτικά. Τα σπλάχνα του πονούσαν και ταράζονταν από τη φυσική αγάπη του γιου προς τη μητέρα. Έλεγε: «Θεέ μου, Εσύ που δέχτηκες την θυσία του Αβραάμ (Γεν. 22, 1-12), Εσύ που πρόσεξες το ολοκαύτωμα του Ιεφθάε (Κριτ. 11, 30-39), Εσύ που δεν γύρισες το πρόσωπό Σου απ' τα δώρα του Άβελ (Γεν. 4, 4), Εσύ που ανάδειξες προφήτιδα την Άννα για χάρη του δούλου Σου Σαμουήλ (Α΄ Βασ. 2, 1-10), Εσύ, Κύριέ μου, Κύριε, για χάρη του δούλου Σου, δέξε την ψυχή της μητέρας μου. Θυμήσου, Θεέ μου, τους κόπους και τους μόχθους της, που έκανε για μένα. Θυμήσου, Κύριε, τους στεναγμούς και τα δάκρυα που έχυσε, όταν για χάρη Σου έφυγα μακριά της. Θυμήσου, Κύριε, τα στήθη με τα οποία θήλασε εμένα τον ταπεινό, για να χαρεί την νεότητά μου, που όμως δεν χάρηκε. Μη ξεχνάς, Κύριε, ότι δεν μπορούσε να κάνει μακριά μου ούτε ώρα, κι όμως χωρίστηκε από μένα τόσα χρόνια. Θυμήσου, Κύριε που γνωρίζεις τα πάντα, ότι όταν ήθελε να χαρεί για μένα, τότε για το δικό Σου όνομα με στερήθηκε. Μη ξεχνάς, δίκαιε, το σπαραγμό που ένιωσε τη μέρα που ήρθα κοντά Σου. Γνωρίζεις, Κύριε, πόσο αγρύπνησε κάθε νύχτα για να θυμάται τη νεότητά μου, από τότε που την εγκατέλειψα. Εσύ γνωρίζεις, Κύριε, πόσες νύχτες έχασε τον ύπνο της ζητώντας το πρόβατο που κοιμόταν μαζί της. Μην ξεχνάς, φιλάνθρωπε, πόσος πόνος γέμιζε την καρδιά της, όταν βλέποντας τα ρούχα μου, έλιωνε για το μαργαριτάρι της που τα φορούσε. Θυμήσου ακόμη, Κύριε, ότι της στέρησα την παρηγοριά και τη χαρά και την αγαλλίαση, για να υπηρετήσω Εσένα τον δικό μου και δικό της Θεό, και Κύριο των όλων. Δώσε της για συνοδεία αγγέλους, που θα προστατεύουν την ψυχή της από τα πονηρά και άσπλαχνα πνεύματα και θηρία του αέρα, που προσπαθούν να αποσπάσουν και να καταπιούν αυτούς που περνούν ανάμεσα από αυτά. Κύριε, Κύριε, στείλε της δυνατούς φύλακες, για να επιτιμούν κάθε ακάθαρτη δύναμη που θα συναντάει. Πρόσταξε ακόμη, Θεέ μου, να χωριστεί η ψυχή από το σώμα της χωρίς λύπη και βάσανα. Και αν, σαν γυναίκα, σ’ αυτή τη ζωή αμάρτησε είτε με λόγια είτε με έργα, συγχώρεσε την ψυχή της, χάρη της θυσίας που γέννησε και που σου πρόσφερε, δηλαδή εμένα τον ανάξιό Σου δούλο. Ναι, Κύριε, Κύριε, Θεέ μου, Εσύ που είσαι δίκαιος κριτής και φιλάνθρωπος, μη την οδηγήσεις από θλίψη σε θλίψη, από οδύνη σε οδύνη, από στεναγμό σε στεναγμό, αλλά για τη λύπη που ένιωσε για το μοναδικό της παιδί, οδήγησέ την στη χαρά, αντί για δάκρυα δώσ' της αγαλλίαση, αυτή την αγαλλίαση που έχεις προετοιμάσει για τους αγίους Σου, Θεέ μου, Θεέ μου, στους αιώνες. Αμήν». Όταν σταμάτησαν να προσεύχονται και σηκώθηκαν, άρχισε ο αδελφός Ιωάννης να τον παρηγορεί και να του λέει: «Να, λοιπόν, αδελφέ Συμεών, ο Θεός σε παρηγόρησε, άκουσε την προσευχή σου και πήρε τη μητέρα σου κοντά Του. Τώρα όμως κοπίασε μαζί μου και ας προσευχηθούμε μαζί στον Κύριο, για να ελεήσει αυτήν που επέτρεψε να ονομαστεί σύζυγός
  • 40.
    μου, και ήνα την οδηγήσει να πάρει την απόφαση να γίνει κι αυτή μοναχή ή να την ελεήσει παίρνοντάς την κοντά Του». Προσευχήθηκαν λοιπόν για λίγο καιρό και κάποια νύχτα βλέπει ο αββάς Ιωάννης τη μητέρα του Συμεών να έρχεται, να πιάνει το χέρι της συζύγου του και να της λέει: «Σήκω, αδελφή μου, έλα κοντά μου, γιατί ο Βασιλιάς, στου Οποίου την υπηρεσία στρατεύτηκε ο γιος μου, μου χάρισε μια όμορφη κατοικία. Άλλαξε όμως τα ρούχα σου και φόρεσε καθαρά». Όπως έλεγε ο Ιωάννης, εκείνη αμέσως σηκώθηκε και την ακολούθησε. Έτσι κατάλαβε ότι κοιμήθηκε κι αυτή και ότι και οι δύο ήταν σε καλό μέρος, και χάρηκε πάρα πολύ. Παρέμειναν ασκητεύοντας στην έρημο άλλα είκοσι εννιά χρόνια, ζώντας με μεγάλη άσκηση και κακοπάθεια, με κρύο και με ζέστη, και υπέμειναν πολλούς και ανεκδιήγητους πειρασμούς από τον διάβολο και τον νίκησαν και έφτασαν σε μεγάλα μέτρα, ιδιαίτερα ο Συμεών με την ακακία και καθαρότητα που είχε. Αυτός, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος που υπήρχε σ' αυτόν, αισθανόταν να μη φοβάται ούτε πάθος ούτε κρύο ή πείνα ή ζέστη, αλλά σχεδόν είχε φτάσει σε μέτρα που ξεπερνούσαν την ανθρώπινη φύση. Λέει λοιπόν στον Ιωάννη: «Σε τί μας ωφελεί, αδελφέ μου, να συνεχίσουμε να μένουμε σ' αυτή την έρημο; Αν όμως θέλεις να μ' ακούσεις, σήκω να φύγουμε, για να σώσουμε κι άλλους, γιατί εδώ δεν ωφελούμε παρά μόνο τους εαυτούς μας και δεν έχουμε μισθό από κανέναν άλλο». Και άρχισε να του λέει από την Αγία Γραφή τα εξής: «Κανείς να μη ζητά το δικό του συμφέρον, αλλά του άλλου» (Α΄ Κορ. 10, 24), και «Σε όλους έγινα τα πάντα, για να σώσω μερικούς» (Α΄ Κορ. 9, 22). Επίσης από το Ευαγγέλιο: «Έτσι να λάμψει το φως σας μπροστά στους ανθρώπους, για να δουν τα καλά σας έργα και να δοξάσουν τον Πατέρα σας στον ουρανό» (Ματθ. 5, 16) και άλλα παρόμοια. Αποκρίθηκε ο Ιωάννης λέγοντάς του: «Νομίζω, αδελφέ μου, ότι ο Σατανάς μίσησε την ησυχία μας και σου δημιούργησε αυτό το λογισμό. Κάθησε καλύτερα να τελειώσουμε στην έρημο αυτό το δρόμο που αρχίσαμε και στον οποίο μας κάλεσε ο Θεός». Του λέει ο Συμεών: «Πίστεψέ με, εγώ δεν πρόκειται να μείνω, αλλά με τη δύναμη του Θεού θα πάω να εμπαίξω τον κόσμο». Του λέει πάλι ο αδελφός του: «Μη, καλέ μου αδελφέ, μη σε παρακαλώ, για τ' όνομα του Κυρίου μας, μη με αφήσεις μόνο μου, τον ταπεινό. Εγώ δεν έφτασα ακόμα σ' αυτά τα μέτρα, για να εμπαίξω τον κόσμο. Όμως, για το όνομα Αυτού που μας συνέδεσε, μη θελήσεις να χωριστείς απ’ τον αδελφό σου. Γνωρίζεις καλά ότι μετά από το Θεό δεν έχω παρά μόνο εσένα, αδελφέ μου. Τους αρνήθηκα όλους, προσκολήθηκα σε σένα, και τώρα θέλεις να με αφήσεις, σαν σε πέλαγος, μέσα σ' αυτήν την έρημο. Θυμήσου εκείνη την μέρα που ρίξαμε κλήρο και πηγαίναμε προς τον όσιο Νίκωνα, ότι υποσχεθήκαμε να μη χωρίζεται ο ένας από τον άλλον. Θυμήσου εκείνη την φοβερή ώρα, τότε που φορέσαμε το άγιο σχήμα και ήμαστε οι δύο σαν μια ψυχή, ώστε όλοι να παραξενεύονται για την αγάπη μας. Μην ξεχνάς τα λόγια του μεγάλου γέροντα που μ' αυτά μας συμβούλεψε την νύχτα που φύγαμε, μη, σε παρακαλώ, μήπως χαθώ και ζητήσει την ψυχή μου από σένα ο Θεός». Του λέει πάλι ο Συμεών: «Ας υποθέσουμε ότι πέθαινα΄ δεν θα έπρεπε να φροντίζεις εσύ τον εαυτό σου, καθώς θα έμενες μόνος; Πίστεψε με, αν έρθεις, έχει καλώς, αλλιώς εγώ δεν πρόκειται να μείνω». Μόλις είδε ο αδελφός Ιωάννης ότι επέμενε, κατάλαβε ότι είχε πληροφορία από τον Θεό να το κάνει΄ επειδή δεν μπορούσε τίποτε να τους χωρίσει, παρά μόνο ο θάνατος, ίσως ούτε κι αυτός. Μάλιστα πολλές φορές
  • 41.
    παρακάλεσαν τον Θεό,να τους πάρει κοντά Του μαζί και τους δύο, και πίστευαν ότι ο Κύριος θα κάνει δεκτή αυτή τους την αίτηση, όπως έκανε κι όλες τις άλλες. Λέει λοιπόν ο Ιωάννης: «Πρόσεχε, Συμεών, μήπως ο διάβολος θέλει να σε περιπαίξει». Αυτός όμως του είπε: «Εσύ μόνο να μη με ξεχάσεις στην προσευχή σου, όπως ούτε εγώ εσένα, και ο Θεός και οι προσευχές σου θα με σώσουν». Άρχισε πάλι ο αδελφός να τον συμβουλεύει και να του λέει: «Πρόσεξε, φυλάξου, αδελφέ μου Συμεών μήπως όσα μάζεψε η έρημος, τα σκορπίσει ο κόσμος΄ και ό,τι ωφέλησε η ησυχία, το καταστρέψει η ταραχή΄ και όσα σου πρόσφερε η αγρυπνία, τα χάσεις με τον ύπνο. Ασφαλίσου, αδελφέ μου, μήπως τη σωφροσύνη της μοναχικής ζωής την καταστρέψει η απατηλή κοσμική ζωή. Πρόσεχε μήπως τον καρπό της στερήσεως των γυναικών από τις οποίες σε έσωσε μέχρι σήμερα ο Θεός, τον καταστρέψει η συναναστροφή σου μ' αυτές. Πρόσεχε μήπως την ακτημοσύνη την αφαιρέσει η φιλοκτημοσύνη, μήπως το σώμα που έλιωσε από τη νηστεία, παχύνει πάλι από τις τροφές. Πρόσεχε, αδελφέ μου, μήπως χάσεις την κατάνυξή σου με το γέλιο και την προσευχή σου με την αμέλεια. Πρόσεχε, σε παρακαλώ, μήπως, ενώ το πρόσωπό σου γελάει, ο νους σκορπίζεται, μήπως αυτά που αγγίζουν τα χέρια τ' αγγίζει και η ψυχή, μήπως ενώ το στόμα τρώει, η καρδιά αισθάνεται ηδονή, μήπως, ενώ τα πόδια βαδίζουν, διαταραχθεί με τρόπο άτακτο η εσωτερική σου ησυχία και με λίγα λόγια, μήπως όσα κάνει το σώμα εξωτερικά τα κάνει και η ψυχή εσωτερικά. Αλλά, αν πήρες από το Θεό δύναμη, αδελφέ μου, ώστε ο,τιδήποτε και να κάνει το σώμα, σχήματα, λόγια ή πράξεις, να μένει ατάραχος και ασύγχυτος ο νους και η καρδιά σου και να μη μολύνεται και να μη βλάπτεται καθόλου από αυτά, πραγματικά εγώ χαίρομαι για τη σωτηρία σου, μόνο παρακάλεσε το Θεό να μη μας χωρίσει εκεί τον ένα από τον άλλο». Του λέει τότε ο αββάς Συμεών: «Μη φοβάσαι, αδελφέ Ιωάννη, γιατί αυτό που κάνω δεν το κάνω από μόνος μου, αλλά επειδή μου το προστάζει ο Θεός. Και από αυτό θα καταλάβεις ότι με την βοήθεια του Θεού, το έργο μου Τον ευαρέστησε, όταν, πριν πεθάνω, θα έρθω και θα σε προσκαλέσω και θα σε ασπαστώ και ύστερα από λίγες μέρες θα έρθεις και θα με συναντήσεις. Σήκω όμως για να προσευχηθούμε». Αφού προσευχήθηκαν για πολλή ώρα και αλληλοασπάστηκαν έχοντας μουσκέψει τα στήθη τους με τα δάκρυά τους, τον άφησε να φύγει συνοδεύοντάς τον για αρκετή απόσταση. Δεν του έκανε καρδιά να χωριστούν, αλλά όταν του έλεγε ο αββάς Συμεών: «Γύρνα πίσω, αδελφέ», αισθανόταν σαν να τον χώριζε μαχαίρι από το σώμα του και τον παρακαλούσε πάλι να τον συνοδέψει ακόμη λίγο. Επειδή όμως τον πίεσε πολύ ο αββάς Συμεών, γύρισε πίσω βρέχοντας την γη με δάκρυα. VI Ο Συμεών εμπαίζει τον κόσμο Αμέσως ο Συμεών κατευθύνθηκε προς την Αγία Πόλη του Χριστού και Θεού μας. Όπως έλεγε, διψούσε πολύ και φλεγόταν τόσα χρόνια από την επιθυμία να απολαύσει τους Αγίους Τόπους του Χριστού. Επισκέφθηκε λοιπόν τον Άγιο και ζωοποιό Τάφο του Χριστού, όπως επίσης και το Γολγοθά, τον πρόξενο της σωτηρίας μας και το νικητή του θανάτου, και έτσι εκπλήρωσε την επιθυμία του. Έμεινε στην Αγία Πόλη τρεις μέρες, πήγαινε και προσκυνούσε στους πάνσεπτους τόπους του Κυρίου και προσευχόταν. Η
  • 42.
    προσευχή του ήταννα μην αποκαλυφθεί η εργασία του, μέχρις ότου να φύγει απ’ τη ζωή, για να αποφύγει την δόξα που προσφέρουν οι άνθρωποι από την οποία δημιουργείται η υπερηφάνεια και η υπεροψία στον άνθρωπο, αυτή που οδήγησε και αγγέλους στην πτώση από τους ουρανούς. Άκουσε την προσευχή του Αυτός που είπε: «Προσευχήθηκαν οι δίκαιοι με θερμότητα και ο Κύριος τους άκουσε» (Ψαλμ. 33, 18), γιατί, ενώ έκανε τόσα πολλά θαύματα και τόσα παράδοξα πράγματα, όπως μπορεί κανείς να πληροφορηθεί από τα παρακάτω, δεν φανερώθηκε η εργασία του στους ανθρώπους. Το αίτημά του έγινε ένα είδος καλύμματος στις καρδιές αυτών που έβλεπαν αυτά που έκανε, μέχρις ότου κοιμήθηκε. Πώς ήταν δυνατόν, αν δεν συνέβαινε αυτό, δηλαδή να αποκρύπτει ο Θεός από τους ανθρώπους την αρετή του μακαρίου Συμεών για να τον προφυλάξει από τον έπαινό τους, να μη γίνεται φανερός σ' όλους, τη στιγμή που άλλοτε θεράπευε δαιμονισμένους, άλλοτε κρατούσε στα χέρια του αναμμένα κάρβουνα, σ' άλλους πολλές φορές πρόλεγε αυτά που θα συνέβαιναν και σ' άλλους φανέρωνε αυτά που έλεγαν γι' αυτόν μακριά του΄ άλλοτε, με αστείο τρόπο, πρόσφερε μέσα στην έρημο πλούσια γεύματα, μερικές φορές μετάστρεφε στην ευσέβεια Εβραίους και κακόπιστους, θεράπευε αρρώστους, και άλλους έσωζε από διάφορους κινδύνους; Πολλές φορές και γυναίκες άσεμνες ή πόρνες, άλλες οδηγούσε με παιγνιώδεις ενέργειες σε νόμιμο γάμο, άλλες προσελκύοντάς τις με χρήματα τις σωφρόνιζε και άλλες, με την καθαρότητα που τον διέκρινε, τις έφερνε σε κατάνυξη ώστε να ακολουθήσουν το μοναχικό βίο. Δεν απορώ, φιλόχριστοι, που έμεινε άγνωστος, έχοντας κάνει με τη χάρη του Θεού τέτοια πράγματα. Γιατί Αυτός που πολλές φορές φανερώνει σ' όλους τις κρυμμένες αρετές των δούλων Του, ο ίδιος οικονόμησε, ώστε να γίνουν φανερές σ' όλους και οι πριν άγνωστες αρετές αυτού του οσίου. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, μετά την τριήμερη παραμονή του στους Αγίους Τόπους, πήγε στην Έμεσα. Πριν μπει μέσα στην πόλη, βρήκε ο αοίδιμος ένα ψόφιο σκύλο πάνω στην κοπριά και, αφού έλυσε το σχοινένιο ζωνάρι του, έδεσε το πόδι του σκύλου και άρχισε να τρέχει σέρνοντάς τον. Έτσι μπήκε από την πύλη, κοντά στην οποία ήταν ένα σχολείο. Μόλις τον είδαν τα παιδιά άρχισαν να φωνάζουν: «Ε, ένας τρελός αββάς» και να τρέχουν από πίσω του και να τον χτυπούν. Την άλλη μέρα, που ήταν Κυριακή, πήρε καρύδια, πήγε στην εκκλησία στην αρχή της θείας Λειτουργίας και άρχισε να τα πετάει και να σβήνει τις καντήλες. Άρχισαν τότε να τον κυνηγούν για να τον βγάλουν έξω, αλλά αυτός ανέβηκε στον άμβωνα και από εκεί χτυπούσε τις γυναίκες με τα καρύδια. Με πολύ κόπο τον έβγαλαν έξω, αλλά καθώς έβγαινε, αναποδογύρισε τα τραπέζια μερικών που πουλούσαν μικρές πίτες. Αυτοί τότε τον χτύπησαν μέχρι που κόντευε να πεθάνει. Όταν είδε πόσο είχε κακοποιηθεί από τα χτυπήματα, είπε στον εαυτό του: «Φτωχέ Συμεών, πράγματι ούτε μια εβδομάδα δεν μπορείς να ζήσεις έτσι στα χέρια αυτών των ανθρώπων». Κατ' οικονομία Θεού τον είδε κάποιος φουσκάριος* και μη ξέροντας ότι προσποιείται το σαλό του λέει: «Θέλεις, κύριε αββά, αντί να γυροφέρνεις, να στέκεσαι και να πουλάς λούπινα;» Εκείνος δέχτηκε. Όταν λοιπόν τον έβαλε να πουλάει, άρχισε αυτός να τα μοιράζει στον κόσμο και να τρώει και ο ίδιος άπληστα. (Είχε όμως να φάει μία εβδομάδα). Είπε τότε στον φουσκάριο η γυναίκα του: «Πού τον βρήκες και μας τόν έφερες αυτόν τον αββά; Αν τρώει έτσι, δεν έχουμε ανάγκη να πουλήσουμε τίποτε. Έφαγε ένα δοχείο λούπινα από αυτά που έχω για να μετράω τις ποσότητες». Δεν ήξεραν βέβαια πως ό,τι
  • 43.
    περιείχαν τα υπόλοιπαδοχεία δηλ. κουκιά, φακές, ρεβύθια και όλα τα άλλα, τα είχε μοιράσει σ' όσους έκαναν την ίδια δουλειά και σ' άλλους ανθρώπους, αλλά νόμιζαν ότι τα πούλησε. Όταν όμως άνοιξαν το ταμείο και δεν βρήκαν χρήματα, τον χτύπησαν και τον έδιωξαν, αφού του μάδησαν και τα γένια. Όταν έγινε απόγευμα θέλησε να θυμιατίσει. Δεν είχε φύγει όμως από αυτούς, αλλά κοιμήθηκε έξω από την πόρτα τους. Και επειδή δεν έβρισκε κανένα κεραμίδι, έβαλε το χέρι του στην ανθρακιά, το γέμισε με κάρβουνα και άρχισε να θυμιατίζει. Επειδή ήταν θέλημα Θεού να σωθεί ο φουσκάριος (ανήκε στην αίρεση των "ακεφάλων" Σευηριτών*) είδε η γυναίκα του τον Συμεών να θυμιατίζει με το χέρι του και έκπληκτη του λέει: «Για τ' όνομα του Θεού, αββά Συμεών, με το χέρι σου θυμιατίζεις;» Όταν άκουσε αυτό ο γέροντας, προσποιήθηκε ότι καιγόταν και έριξε τα κάρβουνα από το χέρι του στο παλιό ράσο που φορούσε, λέγοντας: «Αν δε θέλεις με το χέρι μου, να, με το ράσο μου θυμιατίζω». Και όπως ο Θεός διαφύλαξε από τη φωτιά τη βάτο (Έξοδ. 3, 2), και τους τρεις νέους (Δαν. 3, 23), έτσι ούτε ο όσιος ούτε το ράσο του καίγονταν από τα κάρβουνα. Με ποιο τρόπο σώθηκαν ο φουσκάριος και η γυναίκα του, θα αναφερθεί σε άλλο σημείο. Κάθε φορά που έκανε κάτι το θαυμαστό, έφευγε από το μέρος εκείνο, μέχρι να ξεχαστεί η πράξη του. Και μάλιστα βιαζόταν να κάνει καμιά τρέλα για να καλύψει το κατόρθωμά του. Κάποτε πρόσφερε θερμά ποτά σ' ένα καπηλειό, για να εξοικονομεί το φαγητό του. Ήταν άσπλαχνος όμως ο κάπηλος και πολλές φορές δεν του έδινε ούτε φαγητό, μολονότι έκανε πολλή δουλειά εξαιτίας του. Γιατί οι άνθρωποι αστειευόμενοι έλεγαν μεταξύ τους: «Ας πάμε να πιούμε εκεί που είναι ο Σαλός». Μια μέρα μπήκε μέσα στο καπηλειό ένα φίδι και ήπιε κρασί από μία στάμνα και αφού έβγαλε το δηλητήριό του μέσα σ' αυτήν έφυγε. Ο αββάς Συμεών δεν ήταν μέσα, αλλά έπαιζε έξω με τον κόσμο. Όταν μπήκε μέσα είδε γραμμένη επάνω στη στάμνα αόρατα τη λέξη "θάνατος". Αμέσως κατάλαβε τι είχε συμβεί και με ένα ξύλο την έσπασε, όπως ήταν γεμάτη. Ο κάπηλος τότε του πήρε από τα χέρια το ξύλο, τον χτύπησε μέχρι που κουράστηκε και τον έδιωξε. Την άλλη μέρα ο αββάς Συμεών πήγε και κρύφτηκε πίσω από την πόρτα. Σε λίγο ήλθε πάλι το φίδι να πιει και, όταν το είδε ο κάπηλος, πήρε το ξύλο για να το σκοτώσει. Μη μπορώντας όμως να το χτυπήσει, έσπασε όλες τις στάμνες και τα ποτήρια. Τότε παρουσιάστηκε μπροστά του ο Σαλός και του λέει: «Τί γίνεται, τρελέ; Όπως βλέπεις, δεν κάνω μόνο εγώ άσκοπα πράγματα». Τότε αντιλήφθηκε για ποιο λόγο έσπασε ο αββάς Συμεών τη στάμνα και οικοδομήθηκε και τον θεωρούσε άγιο. Θέλοντας ο όσιος να τον κάνει να αλλάξει γνώμη, για να μη τον φανερώσει, μια μέρα, που ο κάπηλος έδινε κρασί και η γυναίκα του κοιμόταν μόνη της, πήγε κοντά της και έκανε πως βγάζει τα ρούχα του. Εκείνη έβαλε τις φωνές και μόλις ήρθε ο άντρας της του λέει: «Πέταξε έξω αυτόν τον τρισκατάρατο, γιατί ήθελε να με βιάσει». Τον έβγαλε έξω στην παγωνιά — έκανε πολύ κρύο κι έβρεχε— χτυπώντας τον με γροθιές. Και από τότε ο κάπηλος όχι μόνο τον θεωρούσε τρελό, αλλά και αν έβλεπε κανένα να προβληματίζεται σχετικά με το αν προσποιείται ο αββάς ή όχι, του έλεγε αμέσως: «Πίστεψέ με, είναι αληθινά δαιμονισμένος. Τον είδα με τα μάτια μου, και κανείς δεν μπορεί να με μεταπείσει ότι ήθελε να βιάσει τη γυναίκα μου και ότι τρώει κρέας ο αθεόφοβος». Πράγματι έτρωγε πολλές φορές και κρέας ο δίκαιος, χωρίς όμως να έχει φάει όλη την εβδομάδα. Και κανείς δεν γνώριζε τη
  • 44.
    νηστεία που έκανε΄έτρωγε όμως το κρέας μπροστά σ' όλους, για να καλύψει την αρετή του. Ήταν σαν να μην είχε σώμα και ακόμη δεν έδινε σημασία στην ασχημοσύνη των ανθρώπων και των φυσικών αναγκών. Γιατί πολλές φορές θέλοντας να ικανοποιήσει τη σωματική ανάγκη, αμέσως, χωρίς να ντρέπεται κανένα, καθόταν σε κάποιο σημείο της αγοράς μπροστά σε όλους΄ κι αυτό γιατί ήθελε να τους πείσει ότι ενεργεί έτσι, επειδή δεν είναι στα λογικά του. Όπως έχουμε πει πολλές φορές, ξεπερνούσε τη σαρκική πύρωση, με την οποία ήθελε να τον προσβάλλει ο διάβολος, και δεν βλαπτόταν καθόλου από αυτήν με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Μια μέρα ο ενάρετος και θεοφιλής διάκονος Ιωάννης, που μας διηγήθηκε το βίο του, τον είδε εξαντλημένο και λιωμένο από την άσκηση (ήταν απόπασχα και είχε μείνει άσιτος όλη την Αγία Τεσσαρακοστή). Τον λυπήθηκε και θαύμασε την ανεκδιήγητή του σκληραγωγία, μολονότι ζούσε μέσα σε πόλη και συναναστρεφόταν με γυναίκες και άλλους ανθρώπους. Θέλησε λοιπόν να τον βοηθήσει να ανακτήσει τις δυνάμεις του και δήθεν πειράζοντας τον, του είπε: «Έρχεσαι να λουστείς Σαλέ;» Εκείνος του απάντησε γελώντας: «Ναι, πάμε πάμε» και, ενώ έλεγε αυτά, έβγαλε το ένδυμά του και το έδεσε επάνω στο κεφάλι του σαν μαντήλα. Του λέει τότε ο Ιωάννης: «Φόρεσέ το αδελφέ, γιατί, αν περπατάς έτσι γυμνός, εγώ δεν έρχομαι μαζί σου». Του απαντάει ο αββάς Συμεών: «Πήγαινε, τρελέ, εγώ ετοιμάστηκα, κι αν δεν έρθεις, θα πάω πιο μπροστά από σένα». Τον άφησε και προχώρησε λίγο πιο μπροστά. Υπήρχαν δύο λουτρά το ένα κοντά στο άλλο, το ένα ανδρικό και το άλλο γυναικείο. Άφησε το λουτρό των ανδρών ο Σαλός και όρμησε θεληματικά στο γυναικείο. Ο Ιωάννης τον φώναζε: «Ε, Σαλέ, πού πάς; Σταμάτα, εκείνο είναι των γυναικών». Γύρισε τότε ο θαυμάσιος και του είπε: «Φύγε από δω, τρελέ. Κι εκεί ζέστη και νερό κι εδώ ζέστη και νερό. Τίποτε περισσότερο δεν υπάρχει ούτε εκεί ούτε εδώ», και μπήκε τρέχοντας ανάμεσα στις γυναίκες σαν να βρισκόταν μπροστά στη δόξα του Θεού. Όρμησαν αμέσως όλες καταπάνω του και τον έβγαλαν έξω χτυπώντας τον. Όταν διηγήθηκε όλη τη ζωή του στον θεοφιλή διάκονο Ιωάννη, τον ρώτησε εκείνος: «Για το Θεό, πάτερ, πως αισθανόσουν, όταν μπήκες στο λουτρό των γυναικών;» «Πίστεψέ με, παιδί μου», του είπε, «ήμουν σαν ξύλο ανάμεσα σε ξύλα. Δεν αισθανόμουν ότι είχα σώμα ούτε ότι ήμουν ανάμεσα σε σώματα, αλλά όλος μου ο νους ήταν στο έργο του Θεού και δεν απομακρύνθηκα καθόλου απ’ αυτό». Γιατί άλλα από τα έργα του έκανε ο δίκαιος κινούμενος από αγάπη για τη σωτηρία των ανθρώπων και άλλα για να καλύψει τα κατορθώματά του. Μια άλλη φορά πάλι έπαιζαν μερικοί λυσόπορτα* τρέχοντας έξω από την πόλη. Ένας από αυτούς, που ήταν γιος του διακόνου Ιωάννη, του φίλου του, είχε πορνεύσει πριν από λίγες μέρες με μία γυναίκα, που ήταν παντρεμένη. Αυτός δαιμονίστηκε τη στιγμή που έβγαινε από το σπίτι της, χωρίς να τον δει κανείς. Επειδή θέλησε ο όσιος να τον γιατρέψει, αλλά και να τον σωφρονίσει, λέει σ' αυτούς που έτρεχαν: «Αν δεν με παίξετε κι εμένα, δεν θα σας αφήσω να τρέξετε», και άρχισε να τους πετροβολεί. Θέλησαν τότε αυτοί να τον πάρουν στο παιχνίδι και να τον βάλουν στο μέρος που έτρεχε αυτός που ήθελε να γιατρέψει. Όταν το είδε αυτό ο αββάς Συμεών, πήγε στο άλλο μέρος, γιατί ήξερε τι έμελε να κάνει. Όταν άρχισαν να τρέχουν, ορμάει ο όσιος προς το δαιμονισμένο νέο, τον φτάνει και, χωρίς να καταλάβει κανείς τίποτε, τον χτυπάει στο σαγόνι και του λέει: «Να μη μοιχεύσεις άλλη φορά, ταλαίπωρε, και δεν θα σε πειράξει ο δαίμονας». Μόλις είπε αυτά, τον σπάραξε
  • 45.
    το δαιμόνιο, καιμαζεύτηκαν όλοι από πάνω του. Έτσι που ήταν πεσμένος κάτω και άφριζε, βλέπει το Σαλό να διώχνει από μέσα του ένα σκύλο μαύρο χτυπώντας τον με ένα ξύλινο σταυρό. Όταν μετά από πολλές ώρες συνήλθε και τον ρωτούσαν τι είχε πάθει, δεν μπορούσε να τους πει τίποτε άλλο παρά μόνο ότι: «Κάποιος μου είπε, να μη πορνεύσω άλλη φορά». Μόνο μετά το θάνατο του αββά, σαν να είχε καθαρίσει ο νους του, διηγόταν σ' όλους το περιστατικό με κάθε λεπτομέρεια. Κάποτε μερικοί μίμοι έκαναν το νούμερό τους στο θέατρο. Μαζί τους ήταν και κάποιος ταχυδακτυλουργός. Θέλοντας να τον κάνει να σταματήσει αυτά που έκανε (γιατί είχε κάνει μερικά καλά έργα), δεν το θεώρησε υποτιμητικό να πάει στο θέατρο, αλλά πήγε και στάθηκε κάτω από την εξέδρα που έπαιζαν οι μίμοι. Όταν είδε ότι ο ταχυδακτυλουργός άρχισε να κάνει αθέμιτα πράγματα, ρίχνει μια πολύ μικρή πέτρα, αφού έκανε πάνω της το σημείο του σταυρού, και τον χτύπησε στο δεξί του χέρι και του το ξέρανε, χωρίς να καταλάβει κανείς ποιος έριξε την πέτρα. Παρουσιάστηκε κατόπιν τη νύχτα στον ύπνο του ο όσιος και του λέει: «Πραγματικά σε πέτυχα΄ κι αν δεν ορκιστείς ότι δεν θα κάνεις άλλη φορά τέτοια πράγματα, δεν πρόκειται να γιατρευτείς». Ορκίστηκε αυτός στη Θεοτόκο και όταν σηκώθηκε είδε ότι το χέρι του είχε θεραπευτεί. Και διηγόταν όλα όσα είδε στον ύπνο του, μόνο που δεν μπορούσε να πει ότι ο Σαλός ήταν αυτός που του τα είπε. Δεν μπόρεσε να πει τίποτε άλλο παρά μόνο ότι: «Κάποιος μοναχός που φορούσε στεφάνι από βάγια μου τα είπε». Κάποτε που ήταν να γίνει μεγάλος σεισμός στην πόλη, την εποχή που καταστράφηκε η Αντιόχεια, στα χρόνια της βασιλείας του Μαυρικίου (τότε ήταν που έφυγε από την έρημο ο όσιος και κατέβηκε στον κόσμο), άρπαξε το λουρί από το σχολείο και άρχισε να χτυπάει τους στύλους και να λέει στον καθένα: «Είπε ο κύριός σου να σταθείς». Και όταν έγινε σεισμός, κανείς απ' όσους στύλους χτύπησε δεν έπεσε. Σε κάποιο στύλο όμως είχε πει: «Εσύ ούτε να πέσεις ούτε να σταθείς». Αυτός σχίστηκε από πάνω μέχρι κάτω, έγειρε λίγο κι έμεινε έτσι. Κανείς δεν είχε καταλάβει τι έκανε ο μακάριος, αλλά όλοι πίστευαν, ότι από την παραφροσύνη του είχε χτυπήσει τους στύλους. Ήταν να δοξάζει κανείς το Θεό και να απορεί για τα θαυμάσιά Του, αφού όσες ενέργειες του αγίου θεωρούσαν μερικοί άπρεπες, μ' αυτές φανέρωνε τα παράδοξα και απροσδόκητα. Κάποτε, που ήταν να πέσει θανατικό στην πόλη, πέρασε απ' όλα τα σχολεία και φιλούσε τα παιδιά λέγοντας στο καθένα σαν γι' αστείο: «Πήγαινε στο καλό, καλό μου». Δεν τα φίλησε όλα, αλλά όσα του υπέδειξε η χάρη του Θεού. Στο δάσκαλο κάθε σχολείου έλεγε: «Για το Θεό σου, τρελέ, μη δείρεις τα παιδιά που φιλώ, γιατί έχουν να βαδίσουν πολύ δρόμο». Οι δάσκαλοι τον κορόιδευαν και μερικές φορές μάλιστα τον χτυπούσαν με το λουρί και έκαναν νόημα και στα παιδιά και τον κοροϊδεύανε. Όταν έπεσε το θανατικό δεν έμεινε ούτε ένα παιδί ζωντανό απ' όσα φίλησε ο αββάς Συμεών, αλλά πέθαναν όλα. Είχε τη συνήθεια ο όσιος να πηγαίνει στα σπίτια των πλουσίων και να παίζει και να προσποιείται πολλές φορές ότι φιλάει τις δούλες τους. Μια φορά κάποιος άφησε έγκυο μια δούλη κάποιου πλουσίου. Όταν η κυρία της τη ρώτησε ποιος τη διέφθειρε, επειδή δεν ήθελε να το φανερώσει, είπε: «Ο Σαλός Συμεών με βίασε». Όταν ήρθε ο άγιος, όπως το συνήθιζε, στο σπίτι αυτό, του είπε η κυρία της κοπέλας: «Μπράβο, αββά Συμεών, διέφθειρες και άφησες έγκυο τη δούλη μου». Αμέσως γέλασε εκείνος, έσκυψε το κεφάλι του και χειρονομώντας με το δεξί του χέρι της έλεγε, έχοντας ενωμένα τα πέντε
  • 46.
    δάχτυλά του: «Έλα,έλα, καημένη, θα σου γεννήσει και θα έχεις ένα μικρό Συμεώνη». Όσο χρόνο ήταν αυτή έγκυος, της κουβαλούσε ο αββάς Συμεών ψωμιά, κρέατα και ψάρια λέγοντας: «Φάε, γυναίκα μου». Όταν ήρθε η ώρα να γεννήσει, κοιλοπόνησε τρεις μέρες κινδυνεύοντας να πεθάνει. Είπε τότε η κυρία της στο Σαλό: «Προσευχήσου, αββά Συμεών, γιατί η γυναίκα σου δεν μπορεί να γεννήσει». Εκείνος της απάντησε χορεύοντας και χτυπώντας τα χέρια του: «Μα τον Ιησού, μα τον Ιησού, ταπεινή, δεν θα μπορέσει να γεννήσει το παιδί, αν δεν πει ποιος είναι ο πατέρας του». Όταν άκουσε αυτό η δούλη που κινδύνευε, ομολόγησε ότι συκοφάντησε τον αββά και φανέρωσε τον αληθινό πατέρα. Αμέσως τότε γέννησε. Θαύμασαν όλοι και, ενώ οι άνθρωποι του σπιτιού αυτού τον είχαν για άγιο, οι άλλοι έλεγαν: «Με τη βοήθεια του Σατανά μαντεύει, αφού είναι τελείως τρελός». Δύο πατέρες σε κάποιο μοναστήρι κοντά στην Έμεσα συζητούσαν και προσπαθούσαν να εξηγήσουν γιατί έπεσε ο Ωριγένης, ο αιρετικός, τη στιγμή που είχε τιμηθεί με τέτοια γνώση και σοφία από το Θεό. Ο ένας έλεγε: «Η γνώση που είχε δεν ήταν από το Θεό, αλλά ήταν φυσικό πλεονέκτημα. Επειδή λοιπόν είχε φυσικά προσόντα, κυρίως όμως με την ανάγνωση της Αγίας Γραφής και τη μελέτη των αγίων πατέρων όξυνε το νου του και έτσι μπόρεσε να γράψει τα βιβλία που έγραψε». Ο άλλος απαντούσε: «Δεν μπορεί κανείς μόνο με το φυσικό πλεονέκτημα του μυαλού να πει αυτά που εξέθεσε ο Ωριγένης, και μάλιστα στα εξαπλά* του». (Γι’ αυτό και μέχρι σήμερα τα δέχεται αυτά ως αναγκαία η καθολική εκκλησία). Ο άλλος αποκρινόταν πάλι: «Πίστεψέ με, υπάρχουν Έλληνες που απόκτησαν περισσότερη σοφία απ’ αυτόν και περισσότερα βιβλία έγραψαν. Τί λες; Πρέπει κι αυτούς να επαινέσουμε για τις φλυαρίες τους;» Επειδή δεν κατάφεραν τελικά να συμφωνήσουν, είπαν: «Ακούμε από αυτούς που έρχονται από τους Αγίους Τόπους ότι η έρημος του Ιορδάνη έχει μεγάλους μοναχούς- ας πάμε σ’ αυτούς, για να μας διαφωτίσουν». Πήγαν λοιπόν στους Αγίους Τόπους και, αφού προσευχήθηκαν, προχώρησαν προς την έρημο της Νεκράς Θάλασσας, όπου είχαν εγκατασταθεί οι αείμνηστοι Ιωάννης και Συμεών. Δεν πήγε χαμένος ο κόπος τους, γιατί με τη βοήθεια του Θεού βρήκαν τον αββά Ιωάννη που είχε ήδη φτάσει σε μέτρα τελειότητας. Μόλις τους είδε, είπε: «Καλώς όρισαν αυτοί που άφησαν τη θάλασσα και ήρθαν στη λίμνη την ξερή, για να πάρουν νερό». Συζήτησαν αρκετή ώρα διάφορα πνευματικά θέματα και υστέρα του είπαν το λόγο που έκαναν μια τόσο μεγάλη πορεία. Τους είπε τότε: «Πατέρες, δεν απόκτησα ακόμη το χάρισμα να εξιχνιάζω τις βουλές του Θεού. Πηγαίνετε στο σαλό Συμεών, στη χώρα σας, και αυτός θα σας εξηγήσει κι αυτό και ό,τι άλλο θέλετε. Ακόμη να του πείτε να προσευχηθεί για τον Ιωάννη, για να τύχει κι αυτός δέκα». Όταν πήγαν στην Έμεσα και ρώτησαν που βρίσκεται εκεί κάποιος σαλός Συμεών, όλοι τους κορόιδευαν και έλεγαν: «Τί θέλετε από αυτόν πατέρες; Είναι άνθρωπος παράξενος κι όλους τους κάνει κακό και τους κοροϊδεύει, και προπαντός τους μοναχούς». Εκείνοι τον αναζήτησαν και τον βρήκαν στο μαγαζί ενός φουσκαρίου* να τρώει λούπινα σαν αρκούδα. Αμέσως ο ένας σκανδαλίστηκε και είπε μέσα του: «Αλήθεια, μεγάλο σοφό ήρθαμε να δούμε΄ πολλά έχει να μας πει». Όταν τον πλησίασαν και του είπαν «Ευλογείτε», τους λέει: «Κακώς ήρθατε, και αυτός που σας έστειλε είναι τρελός». Έπιασε τότε το αυτί αυτού που σκανδαλίστηκε και του έδωσε ένα τέτοιο μπάτσο, που φαινόταν για τρεις μέρες, και είπε: «Γιατί κατηγοράτε τα λούπινα; Σαράντα μέρες βράχηκαν. Ο Ωριγένης δεν τρώει από αυτά, γιατί μπήκε πολύ μέσα στη θάλασσα και δεν μπόρεσε να βγει και
  • 47.
    πνίγηκε στο βυθό».Έμειναν έκπληκτοι, γιατί τους τα προείπε όλα, και μάλιστα συμπλήρωσε: «Τα δέκα θέλει ο σαλός; Τρελός είναι κι αυτός σαν κι εσάς. Θα πάρεις, πέστε του, κλωτσιά στό καλάμι; Άντε, άντε, πηγαίνετε». Και αμέσως σήκωσε τη χύτρα με τη ζεστή φούσκα* καί τους έκαψε τα χείλη τους, για να μην μπορούν να πουν τα όσα τους είπε. Κάποτε, που ήταν στο φουσκάριο, πήρε μία μέρα ένα πανδούρι* και άρχισε να παίζει σ’ ένα στενοσόκακο, όπου υπήρχε πνεύμα ακάθαρτο. Έπαιζε και έλεγε την ευχή του μεγάλου Νίκωνα, για να διώξει από τον τόπο εκείνο το πνεύμα, επειδή σε πολλούς είχε κάνει κακό. Όταν έφυγε το δαιμόνιο, πέρασε με τη μορφή Αιθίοπα από το μαγαζί και έσπασε όλα τα πήλινα και γυάλινα αντικείμενα. Επέστρεψε ο θαυμάσιος και λέει στη γυναίκα του αφεντικού του: «Ποιός τα έσπασε αυτά;» Εκείνη του απάντησε: «Ένας μαύρος καταραμένος ήρθε και τα έσπασε όλα». Της λέει γελώντας: «Κοντός κοντός;» Εκείνη του απαντάει: «Ναι, πράγματι, Σαλέ». Της λέει τότε: «Αλήθεια, εγώ τον έστειλα, για να τα σπάσει όλα». Όταν το άκουσε αυτό εκείνη, προσπάθησε να τον χτυπήσει. Αυτός όμως έσκυψε, πήρε χώματα, τα έριξε στα μάτια της και της είπε: «Δεν μπορείς να με πιάσεις΄ ή θα κοινωνείτε στην εκκλησία μου ή ο μαύρος θα τα σπάνει όλα κάθε μέρα». (Ήταν αιρετικοί "ακέφαλοι"*). Έφυγε ο άγιος και την άλλη μέρα ήρθε πάλι ο μαύρος την ίδια ώρα και τα έσπασε όλα. Κάτω από αυτήν την πίεση έγιναν ορθόδοξοι, έχοντας το Συμεών για φάρμακο. Δεν τολμούσαν να μιλήσουν σε κανέναν γι' αυτόν, μολονότι ο Σαλός περνούσε κάθε μέρα από εκεί και τους κορόιδευε. Κάποιος από τους τεχνίτες στην πόλη, κατάλαβε την αρετή του —τον είχε δει μια φορά να λούζεται και να συνομιλεί με δυο αγγέλους— και θέλησε να το κάνει γνωστό σ’ όλους. Ο τεχνίτης αυτός ήταν Εβραίος και βλασφημούσε πολύ το Χριστό. Παρουσιάστηκε στον ύπνο του ο όσιος λέγοντάς του να μην πει σε κανέναν αυτό που είδε. Την άλλη μέρα πρωί-πρωί ο Εβραίος θέλησε να πραγματοποιήσει την απόφασή του, αλλά παρουσιάστηκε μπροστά του ο όσιος, του ακούμπησε τα χείλη του και έχασε τη φωνή του, μη μπορώντας να πει τίποτε σε κανένα. Άρχισε να ακολουθεί τον αββά Συμεών κάνοντάς του νοήματα με το χέρι, για να τον κάνει να μιλήσει. Παρίστανε το σαλό ο αββάς και του απαντούσε κι αυτός με νοήματα σαν τρελός. Του έκανε νοήματα για να κλείσει το στόμα του. Ήταν φοβερό να τους βλέπει κανείς να κάνουν νοήματα ο ένας στον άλλο. Παρουσιάστηκε πάλι στο όνειρό του ο γέροντας και του λέει: «Ή θα βαπτιστείς ή θα μείνεις έτσι». Ο Εβραίος δεν θέλησε να υπακούσει΄ όταν όμως πέθανε ο αββάς Συμεών και είδε πόσο τον είχε τιμήσει ο Θεός και ότι μετατέθηκε το λείψανό του, τότε βαπτίστηκε ο ίδιος κι όλη η οικογένειά του. Και όταν βγήκε από την κολυμβήθρα, βρήκε αμέσως τη μιλιά του. Τελούσε και τη μνήμη του Σαλού κάθε χρόνο και προσκαλούσε και τους φτωχούς. Σε τέτοια μέτρα καθαρότητας και απάθειας έφτασε ο μακάριος, ώστε πολλές φορές χόρευε κρατώντας θεατρίνες με το ένα και το άλλο χέρι. Ακόμη πολλές φορές βρισκόταν μέσα στο πλήθος και έπαιζε, και μερικές φορές οι άσεμνες γυναίκες έβαζαν τα χέρια τους στον κόρφο του και τον πείραζαν, του έδιναν μπάτσους και τον τσιμπούσαν. Ο γέροντας, σαν καθαρός χρυσός, καθόλου δεν μολύνονταν από αυτές. Όπως έλεγε, όταν στην έρημο είχε το σαρκικό πόλεμο, παρακάλεσε το Θεό και τον όσιο Νίκωνα, να τον ανακουφίσει από τον πόλεμο της πορνείας. Είδε τότε όραμα, ότι ήρθε ο αοίδιμος και του είπε: «Πώς είσαι αδελφέ;» Εκείνος του απάντησε: «Άσχημα, αν δεν προφτάσεις, γιατί η σάρκα με ενοχλεί, και δεν ξέρω γιατί». Χαμογέλασε
  • 48.
    τότε ο θαυμάσιοςΝίκων, πήρε νερό από τον άγιο Ιορδάνη, το σταύρωσε, τον ράντισε κάτω από τον αφαλό και του είπε: «Να, έγινες υγιής». Από τότε, όπως διαβεβαίωνε, δεν αισθανόταν πύρωση ή κίνηση σωματική ούτε στον ύπνο του ούτε στο ξύπνο. Έχοντας θάρρος από αυτό κατέβηκε στον κόσμο ο γενναίος, για να συμπαρασταθεί και να σώσει τους πολεμουμένους. Μερικές φορές έλεγε στις πόρνες: «Θέλεις να γίνεις φίλη μου και να σου δίνω εκατό νομίσματα;» Πολλές δελεάζονταν και συμφωνούσαν, τη στιγμή μάλιστα που τις έδειχνε και τα χρήματα. Είχε ο όσιος όσα ήθελε, γιατί του χορηγούσε αοράτως ο Θεός για τον άγιο σκοπό του. Όσες μάλιστα έπαιρναν τα χρήματα τις έβαζε να ορκιστούν ότι θα του είναι πιστές. Όλα όσα έκανε τα κάλυπτε με τρελή και παράξενη συμπεριφορά, αλλά δεν είναι δυνατόν τα λόγια να αποδώσουν την πραγματικότητα. Πότε λόγου χάρη έκανε τον κουτσό, πότε χοροπηδούσε, πότε σερνόταν σαν ανάπηρος και πότε έβαζε τρικλοποδιά σε κάποιο που έτρεχε και τον έριχνε κάτω. Όταν έβγαινε το καινούργιο φεγγάρι έκανε πως κοιτούσε στον ουρανό και έπεφτε κάτω και κλωτσούσε. Μερικές φορές κραύγαζε σαν δαιμονισμένος, γιατί υποστήριζε ότι από όλα τα φερσίματα αυτό ήταν το πιο κατάλληλο και ταιριαστό για κείνους πού προσποιούνται μωρία για το Χριστό. Πολλές φορές μ' αυτόν τον τρόπο έλεγχε, σταματούσε αμαρτίες, έστελνε δοκιμασίες σε ορισμένους για να τους διορθώσει, όπως επίσης προέλεγε ορισμένα πράγματα και έκανε όσα ήθελε, με μόνη την αλλαγή της φωνής και των κινήσεών του. Αν καμιά φορά παρέβαινε τη συμφωνία τους κάποια από τις «φίλες» του, αμέσως το καταλάβαινε με το πνεύμα του ότι πόρνευσε, και έλεγε φωνάζοντας δυνατά: «Παράβηκες, παράβηκες. Αγία, αγία δώσ' της», και ή προσευχόταν να της έρθει κάποια βαριά ασθένεια ή πολλές φορές, αν εξακολουθούσε να πορνεύει, της έστελνε και δαίμονα ακόμη. Έτσι ανάγκαζε όλες να σωφρονούν και να μην παραβαίνουν τη συμφωνία τους. Έμεινε κοντά στην Έμεσα κάποιος άρχοντας, κι όταν άκουσε για τον άγιο, είπε: «Πιστέψτε με, αν τον δω, θα καταλάβω αν προσποιείται ή αν είναι πράγματι τρελός». Πήγε λοιπόν στην πόλη και κατά σύμπτωση τον βρήκε την ώρα που μια γυναίκα τον κρατούσε και μια άλλη τον χτυπούσε με λουρί. Αμέσως σκανδαλίστηκε και σκέφτηκε στα Συριακά: «Άραγε ο ίδιος ο Σατανάς δεν το πιστεύει ότι αυτός ο ψευτοαββάς πορνεύει με αυτές τις γυναίκες;» Αμέσως ο όσιος τις άφησε και πλησίασε τον άρχοντα που βρισκόταν σε απόσταση όσο ρίχνει κανείς μια πέτρα και του έδωσε ένα χαστούκι. Γύμνωσε ύστερα τα ρούχα του και του είπε χορεύοντας και σφυρίζοντας: «Έλα παίξε, ταλαίπωρε΄ εδώ δεν υπάρχει δόλος». Κατάλαβε τότε εκείνος ότι ο όσιος αντιλήφθηκε τις σκέψεις του και θαύμασε. Και όταν πήγαινε να το πει σε κανέναν, δενόταν η γλώσσα του και δεν μπορούσε να μιλήσει. Είχε και το χάρισμα της εγκράτειας, όσο λίγοι άγιοι. Όταν ερχόταν η Μεγάλη Σαρακοστή, δεν έτρωγε τίποτε μέχρι τη Μεγάλη Πέμπτη. Από το πρωί όμως της Μεγάλης Πέμπτης καθόταν στο ζαχαροπλαστείο κι έτρωγε, με αποτέλεσμα να σκανδαλίζονται όσοι τον έβλεπαν, επειδή δεν νήστευε ούτε την Μεγάλη Πέμπτη. Ο διάκονος Ιωάννης όμως ήξερε ότι ο Θεός τον φώτιζε για να ενεργεί μ' αυτόν τον τρόπο. Μια φορά που τον είδε να τρώει από το πρωί της Μ. Πέμπτης στο ζαχαροπλαστείο, του λέει: «Πόσο θα σου κοστίσει αυτό, Σαλέ;» Εκείνος πήρε τότε στο χέρι του σαράντα νομίσματα και του λέει: «Είναι γεμάτο το πουγγί μου, ταλαίπωρε», εννοώντας ότι έχει να φάει σαράντα μέρες.
  • 49.
    Ήταν σε κάποιοδρόμο της πόλεως ένας δαίμονας. Μια μέρα που περνούσε από εκεί ο όσιος τον είδε που ήθελε να χτυπήσει κάποιον από τους περαστικούς. Πήρε τότε στην αγκαλιά του πέτρες και άρχισε να τις πετάει εδώ κι εκεί στην αγορά, εμποδίζοντας έτσι όσους ήθελαν να περάσουν. Πέρασε όμως ένα σκυλί, το χτύπησε ο δαίμονας και άρχισε να αφρίζει. Τότε είπε σ' όλους ο όσιος: «Περάστε τώρα, ανόητοι». Ήξερε ο πάνσοφος ότι, αν περνούσε άνθρωπος, αυτόν θα χτυπούσε ο δαίμονας αντί του σκύλου, και γι' αυτό τους εμπόδισε να περάσουν. Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, ο σκοπός του πάνσοφου Συμεών ήταν πρώτα να σώσει ψυχές, είτε με τιμωρίες, που προκαλούσε με κωμικό τρόπο ή με μέθοδο, είτε με θαύματα, που έκανε παριστάνοντας τον ανόητο, είτε με νουθεσίες, που τις έλεγε κάνοντας τον τρελό΄ και έπειτα να μη γίνει γνωστή η αρετή του και αποκτήσει έπαινο και τιμές από τους ανθρώπους. Μια μέρα χόρευαν και γελούσαν σε ένα δρόμο κάτι κορίτσια και αποφάσισε να περάσει από εκεί. Όταν τον είδαν άρχισαν να κατηγορούν τους μοναχούς. Ο δίκαιος για να τις σωφρονίσει, προσευχήθηκε και αμέσως ο Θεός τις τύφλωσε όλες. Άρχισαν τότε να λένε τι τις συνέβη και κατάλαβαν ότι αυτός τις τύφλωσε και άρχισαν να τρέχουν ξοπίσω του κλαίγοντας και φωνάζοντας: «Λύσε τα μάγια, Σαλέ, λύσε τα μάγια», γιατί νόμιζαν ότι τις τύφλωσε με μάγια. Τον έφτασαν, τον κράτησαν με τη βία και τον εξόρκιζαν να λύσει αυτό που έδεσε. Τις λέει λοιπόν παίζοντας: «Όποια από σας θέλει να γίνει καλά, ας έρθει να φιλήσω το μάτι της που τυφλώθηκε και θα γίνει καλά». Όσες θέλησε ο Θεός να γίνουν καλά, έλεγε ο όσιος, δέχτηκαν. Οι υπόλοιπες που δεν δέχτηκαν να τις φιλήσει, έμειναν έτσι κλαίοντας. Έφυγε τότε ο όσιος από κοντά τους, αλλά μετά από λίγο άρχισαν και οι υπόλοιπες να τρέχουν από πίσω του φωνάζοντας: «Σταμάτα, Σαλέ, σταμάτα, για το όνομα του Θεού σταμάτα και φίλησε και μας». Και έβλεπε κανείς να τρέχει μπροστά ο γέροντας και τα κορίτσια από πίσω του. Άλλοι έλεγαν ότι παίζουν μαζί του, άλλοι σκέφτονταν ότι τρελάθηκαν και τα κορίτσια. Έμειναν λοιπόν έτσι αθεράπευτα για πάντα. Έλεγε ο όσιος γι' αυτό: «Αν δεν τις στράβωνε ο Θεός, θα ξεπερνούσαν στην ασωτία όλες τις γυναίκες τις Συρίας. Έτσι με την αρρώστια των ματιών τους γλυτώνουν από τα πολλά τους κακά». Μια φορά τον κάλεσε σε γεύμα ο φίλος του ο διάκονος Ιωάννης και κρέμονταν εκεί λαρδιά. Άρχισε τότε ο αββάς Συμεών να κόβει και να τρώει ωμό λαρδί. Ο πάνσοφος Ιωάννης, επειδή δεν ήθελε να μιλήσει δυνατά, πήγε κοντά στο αυτί του και του λέει: «Δεν με σκανδαλίζεις, κι αν ακόμη φας ωμό κρέας καμήλας. Κάνε ό,τι θέλεις λοιπόν». Γνώριζε βέβαια την αρετή του Σαλού, γιατί ήταν κι αυτός πνευματικός άνθρωπος. Πήγαν κάποτε μερικοί Εμεσηνοί στους Αγίους Τόπους για να γιορτάσουν το Άγιο Πάσχα. Ο ένας από αυτούς, που ήταν έμπορος, κατέβηκε στον άγιο Ιορδάνη για να προσευχηθεί. Καθώς περνούσε από τις σπηλιές των ασκητών, έδινε στους πατέρες ευλογίες*. Συνέβη να συναντήσει κατ' οικονομία Θεού τον αββά Ιωάννη, τον αδελφό του αββά Συμεών, στην έρημο. Μόλις τον είδε ο έμπορος, έπεσε στο έδαφος ζητώντας να πάρει την ευχή του. Τον ρωτάει ο αββάς Ιωάννης: «Από που είσαι;» Του απαντάει εκείνος: «Από την Έμεσα, πάτερ». Του λέει τότε: «Τί ζητάς από εμένα τον φτωχό, αφού έχεις εκεί τον αββά Συμεών το λεγόμενο Σαλό; Κι εγώ και όλος ο κόσμος έχουμε ανάγκη από τις ευχές του». Πήρε τον έμπορο μέσα στη σπηλιά του ο αββάς Ιωάννης και του έκανε πλούσιο τραπέζι. Από το Θεό ήταν όλα όσα είχε. Πώς αλλιώς να βρεθούν στην ξερή εκείνη έρημο καθαρά ψωμιά, ζεστά τηγανιτά
  • 50.
    ψάρια, καλό κρασίκαι καλοδουλεμένη στάμνα; Αφού έφαγαν και χόρτασαν, του έδωσε τρία ψωμιά ζεστά, που κι αυτά ήταν από το Θεό, και του λέει: «Δώσ' τα στο Σαλό και πες του από μένα΄ "Για τήν αγάπη του Κυρίου, να εύχεσαι για τον αδελφό σου Ιωάννη"». Κατ' οικονομία Θεού, όταν πήγε ο έμπορος στην Έμεσα, τον συνάντησε στην πύλη της πόλεως ο αββάς Συμεών και του λέει: «Τί γίνεται τρελέ; Πώς είναι ο σαλός, ο όμοιός σου, ο αββάς Ιωάννης; Μήπως έφαγες τα ψωμιά πού σου έδωσε; Πράγματι, αν τα έφαγες και τα τρία, δύσκολα θα τα χωνέψεις». Εκείνος θαύμασε, όταν άκουσε όλα όσα ο ίδιος ήθελε να του πει. Τον πήρε μέσα στο καλύβι του ο Σαλός και, όπως έλεγε αργότερα ο έμπορος, του πρόσφερε τα ίδια ακριβώς που του είχε προσφέρει κι ο αββάς Ιωάννης. Ακόμη και το μέγεθος της στάμνας ήταν το ίδιο. Έλεγε ακόμη: «Όταν φάγαμε, του έδωσα τα τρία ψωμιά και έφυγα για το σπίτι μου. Ντρεπόμουν να πω τίποτα σε κανένα γι' αυτόν, γιατί όλοι, τον είχαν σίγουρα για τρελό». Είπαμε πιο πάνω, ότι έκανε κάποιο θαύμα στον θεοφιλή εκείνον άνθρωπο, που μας διηγήθηκε και το βίο του. Το θαύμα αυτό έχει ως εξής. Κάποιοι κακούργοι, έκαναν ένα φόνο και παίρνοντας το πτώμα το έριξαν από μια μικρή πόρτα μέσα στο σπίτι του θεοφιλέστατου Ιωάννη. Επειδή έγινε μεγάλη αναταραχή, έφτασε η είδηση στον άρχοντα και αυτός αποφάσισε να απαγχονιστεί ο Ιωάννης. Καθώς τον πήγαιναν για να τον θανατώσουν, τίποτε άλλο δεν έλεγε μέσα του παρά μόνο: «Θεέ του Σαλού, βοήθησέ με. Θεέ του Σαλού, στάσου κοντά μου την ώρα αυτή». Επειδή ήταν θέλημα Θεού να σωθεί από αυτή την συκοφαντία, πήγε κάποιος στον αββά Συμεών και του λέει: «Φτωχέ, το φίλο σου εκείνον τον Ιωάννη, πάνε να τον κρεμάσουν κι αν πεθάνει, θα πεθάνεις και συ από την πείνα, γιατί κανείς δεν σε φροντίζει όπως εκείνος». Του διηγήθηκε ακόμη και τα σχετικά με το φόνο. Αφού προσποιήθηκε πάλι, όπως συνήθιζε, τον τρελό, τον άφησε και πήγε σ' ένα κρυφό μέρος, που πάντοτε προσευχόταν, και που κανείς δεν το ήξερε παρά μόνο ο φίλος του, ο ευσεβής Ιωάννης. Εκεί γονάτισε και παρακαλούσε το Θεό να γλυτώσει το δούλο Του από ένα τόσο μεγάλο κίνδυνο. Όταν έφτασαν αυτοί που θα τον κρεμούσαν στον τόπο που θα έστηναν την κρεμάλα, ήρθαν τρέχοντας καβαλάρηδες και είπαν να τον αφήσουν ελεύθερο, γιατί είχαν βρεθεί οι πραγματικοί δολοφόνοι. Όταν τον άφησαν ελεύθερο, πήγε αμέσως στο μέρος που ήξερε ότι προσεύχεται πάντοτε ο αββάς Συμεών. Τον είδε από μακριά με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό και φοβήθηκε. Ορκιζόταν ότι έβλεπε πύρινες σφαίρες να ανεβαίνουν από αυτόν στον ουρανό και αυτόν στο μέσο ενός καμινιού που έκαιγε γύρω του ώστε δεν τολμούσε να πλησιάσει, μέχρι που τελείωσε την προσευχή του. Γύρισε τότε το κεφάλι του ο όσιος, τον είδε και αμέσως του λέει: «Τί γίνεται, διάκονε; Μα τον Ιησού, μα τον Ιησού, παρά λίγο θα το έπινες κι αυτό. Πήγαινε τώρα να προσευχηθείς. Σου έγινε αυτός ο πειρασμός, γιατί ήρθαν χθες σ' εσένα οι δύο εκείνοι φτωχοί και, ενώ ήσουν σε θέση να τους βοηθήσεις, δεν το έκανες. Μήπως είναι δικά σου τα όσα δίνεις, αδελφέ; Ή δεν πιστεύεις σ' Αυτόν που είπε ότι εκατονταπλάσια θα πάρετε σ' αυτήν τη ζωή και στην άλλη θα κληρονομήσετε την αιωνιότητα (Ματθ. 19, 29); Αν τον πιστεύεις, δίνε. Αν δεν δίνεις, είναι ολοφάνερο ότι δεν πιστεύεις στον Κύριο». Να λόγια σαλού, μάλλον σοφού αγίου. Μπροστά στο διάκονο Ιωάννη, όταν ήταν μόνοι τους, δεν προσποιόταν τον σαλό, αλλά του μιλούσε με τόσο ωραίο τρόπο και τόση κατάνυξη, που πολλές φορές, όπως διαβεβαίωνε ο ίδιος ο διάκονος, «έβγαινε ευωδία από το στόμα του, και δεν μπορούσα να πιστέψω ότι είναι ο πριν από λίγο Σαλός».
  • 51.
    Μπροστά στους άλλουςσυμπεριφερόταν διαφορετικά. Μερικές φορές την Κυριακή έπαιρνε μια σειρά λουκάνικα, τα φορούσε για ωράριο και κρατώντας στο αριστερό του χέρι σινάπι τα βουτούσε και τα έτρωγε από το πρωί. Μερικούς απ' αυτούς που έρχονταν να παίξουν μαζί του τους άλειφε στο στόμα με το σινάπι. Κάποτε που ήρθε να παίξει μαζί του κάποιος χωρικός, που είχε άσπρα λευκώματα στα δυό του μάτια, τον άλειψε με το σινάπι στα μάτια και του είπε, καθώς αυτός ένιωθε αφόρητους πόνους: «Πήγαινε να πλυθείς, τρελέ, με ξύδι και σκόρδα και θα γίνεις αμέσως καλά». Εκείνος πήγε στους γιατρούς, πιστεύοντας ότι κάτι θα πετύχει, αλλά τυφλώθηκε περισσότερο. Τελικά, από την μανία του, ορκίστηκε στα Συριακά: «Μα το Θεό τ' ουρανού, θα κάνω ό,τι μου είπε ο Σαλός κι ας πεταχτούν έξω τα μάτια μου»΄ και αφού πλύθηκε όπως του είχε πει, θεραπεύτηκαν τελείως τα μάτια του και έγιναν καθαρά, όπως ήταν όταν γεννήθηκε, και δόξαζε το Θεό. Όταν τον συνάντησε ο Σαλός του λέει: «Είδες, έγινες καλά, τρελέ΄ να μη κλέβεις άλλη φορά τα γίδια του γείτονά σου». Είχαν κλέψει από κάποιον στην Έμεσα πεντακόσια νομίσματα και, ενώ τα αναζητούσε, συνάντησε τον αββά Συμεών. Θέλοντας να αλλάξει διάθεση, του λέει: «Μπορείς να κάνεις τίποτα, τρελέ, για να βρεθούν τα χρήματά μου;» Του απαντάει εκείνος: «Αν θέλεις, ναί». Λέει πάλι ο άλλος: «Κάνε, κι αν βρεθούν, θα σου δώσω δέκα». Του λέει ο Σαλός: «Αν κάνεις ό,τι σου πω, θα τα βρεις στο ντουλάπι σου αυτήν την νύχτα». Διαβεβαίωσε με όρκους ότι θα κάνει ό,τι του πει, αρκεί μόνο να μη του πει τίποτε το παράλογο. Του λέει τότε ο όσιος: «Πήγαινε, τα χρήματά σου τα πήρε ο δούλος σου, που σε υπηρετεί στο τραπέζι. Να μου ορκιστείς όμως, ότι δεν θα δέρνεις ούτε αυτόν ούτε κανέναν άλλο μέσα στο σπίτι σου». Το είπε αυτό ο άγιος, γιατί έδερνε πολύ. Εκείνος νόμισε ότι του είπε να μη δείρει κανένα για τα νομίσματα. Ο αββάς όμως του είπε να μη δείρει ποτέ κανέναν. Έδωσε λοιπόν το λόγο του και έκανε φρικτούς όρκους, ότι δεν θα δέρνει κανέναν. Πήγε ύστερα και βρήκε το δούλο του και με το καλό του πήρε τα χρήματά του. Από τότε, όσες φορές πήγαινε να δείρει κάποιον, δεν μπορούσε και αμέσως πιανόταν το χέρι του. Καταλάβαινε τότε κι έλεγε: «Αυτό το παθαίνω από το Σαλό». Πήγαινε λοιπόν και του έλεγε: «Λύσε, Σαλέ, τον όρκο». Εκείνος παρίστανε τον τρελό και έκανε ότι δεν καταλάβαινε τι του έλεγε. Επειδή επέμενε να τον ενοχλεί, παρουσιάστηκε στον ύπνο του και του λέει: «Αν λύσω τον όρκο, θα λύσω και το πορτοφόλι σου και θα σκορπίσω όλα τα χρήματά σου. Δεν συμπεριφέρεσαι άσχημα με το να θέλεις να δέρνεις τους συνδούλους σου, οι οποίοι πηγαίνουν πριν από σένα στη μέλλουσα ζωή;». Όταν λοιπόν είδε αυτά, έπαψε να τον ενοχλεί. Συμπονούσε τους δαιμονισμένους περισσότερο από κάθε άλλον, ώστε πήγαινε μερικές φορές και εξομοιωνόταν με αυτούς και ζώντας μαζί τους θεράπευε με την προσευχή του πολλούς από αυτούς΄ και γι' αυτό μερικοί δαιμονισμένοι κραύγαζαν και έλεγαν: «Κακό που μας βρήκε, Σαλέ! Όλο τον κόσμο περιπαίζεις και ήρθες και σ' εμάς να μας παιδεύεις; Φύγε από δω, δεν είσαι σαν κι εμάς. Γιατί μας βασανίζεις και μας καις όλη την νύχτα;». Όταν ήταν μαζί τους ο όσιος, κραύγαζε σαν δαιμονισμένος, ελέγχοντας με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, άλλους ότι είχαν κλέψει, άλλους ότι είχαν πορνεύσει΄ άλλους τους κατηγορούσε φωνάζοντας ότι δεν κοινωνούσαν συχνά, άλλους τους έλεγχε γιατί ήταν επίορκοι, και έτσι μ' αυτόν τον τρόπο εμπόδιζε όλη την πόλη να κάνει αμαρτίες.
  • 52.
    Ήταν εκείνο τονκαιρό μια γυναίκα μάντισσα που έκανε φυλαχτά και ξόρκια. Ο δίκαιος σχεδίαζε να αποκτήσει φιλία μαζί της δίνοντάς της είτε χρήματα είτε ψωμιά είτε ρούχα, όσα συγκέντρωνε από αυτούς που του έδιναν. Μια μέρα της λέει: «Θέλεις να σου κάνω εγώ ένα φυλαχτό, για να μη σε πιάνει ποτέ το μάτι;» Δέχτηκε εκείνη με τη σκέψη ότι, κι αν ακόμη είναι σαλός, ίσως μπορεί να το κάνει. Πήγε λοιπόν κι έγραψε σε μια μικρή πινακίδα στα Συριακά: «Να καταργήσει ο Θεός τη δύναμή σου και να σε σταματήσει να οδηγείς σ' εσένα τους ανθρώπους, αποστρέφοντάς τους από Αυτόν». Της το έδωσε και το φόρεσε και από τότε δεν μπόρεσε να κάνει σε κανένα ούτε μαντεία ούτε φυλαχτό. Μια φορά πάλι καθόταν μαζί με άλλους και ζεσταινόταν κοντά στο καμίνι ενός υαλουργού, που ήταν εβραίος. Σε μια στιγμή λέει στους φτωχούς παίζοντας: «Θέλετε να σας κάνω να γελάσετε; Να, για κάθε ποτήρι που κάνει ο τεχνίτης, θα κάνω το σημείο του σταυρού και θα σπάνε». Όταν έσπασε το ένα μετά το άλλο εφτά ποτήρια, άρχισαν οι φτωχοί να γελάνε. Το είπαν όμως στον υαλουργό κι εκείνος τον έκαψε και τον έδιωξε. Καθώς έφευγε, του φώναξε: «Αλήθεια, νόθε, μέχρι να κάνεις σταυρό στο μέτωπο σου, όλα θα σπάζουν». Έσπασε πάλι άλλα δεκατρία το ένα μετά το άλλο- συγκλονίστηκε τότε ο Εβραίος, έκανε σταυρό στο μέτωπό του, και δεν έσπασε πια τίποτε. Ύστερα απ' αυτό πήγε κι έγινε χριστιανός. Κάποτε δέκα δημότες έπλεναν τα ρούχα τους έξω από την πόλη. Περνώντας από εκεί ο μακάριος τους λέει: «Ελάτε, τρελοί, και θα σας προσφέρω πλουσιοπάροχο γεύμα». Οι πέντε από αυτούς είπαν: «Ξέρει ο Θεός, ας πάμε». Οι υπόλοιποι τους εμπόδιζαν λέγοντας: «Ναι, από το τίποτα θα μας κάνει το τραπέζι. Από που έχει αυτός; Αυτός ζητιανεύει από πόρτα σε πόρτα. Μόνο να μας καθυστερήσει θέλει». Οι πέντε τέλος τον πίστεψαν και πήγαν μαζί του. Τους λέει: «Μείνετε εδώ», και αφού τους άφησε, πήγε πιο μακριά και προσευχήθηκε χωρίς να τον βλέπουν. Τότε είπαν εκείνοι: «Πράγματι μας κορόιδεψε. Μάλλον χορτάρι θέλει να μας φέρει ο αββάς Συμεών, για να βοσκήσουμε». Ενώ έλεγαν αυτά, τον βλέπουν να τους κάνει νόημα για να πάνε κοντά του. Είχε προσευχηθεί, όπως είπαμε, και τους είχε ετοιμάσει τα πάντα, με τη δύναμη του Θεού. Όταν πήγαν κοντά του βρήκαν να έχει μπροστά του, με τη δύναμη του Κυρίου, ψωμιά, πίτα, κεφτέδες, ψάρια, εξαιρετικό κρασί, γλυκά και ό,τι άλλο επιθυμητό υπάρχει. Όταν έφαγαν, τους είπε: «Πάρτε, κακόμοιροι, και για τις γυναίκες σας και, αν στο εξής γίνεται φρόνιμοι πολίτες, δεν θα λείψουν αυτά από τα σπίτια σας μέχρι να πεθάνω». Όταν έφυγαν, είπαν συζητώντας αναμεταξύ τους: «Ας δοκιμάσουμε μια εβδομάδα και αν δεν μας λείψουν, δεν θα δημιουργήσουμε με τους συντρόφους μας προβλήματα στους συμπολίτες μας. Όταν είδαν ότι δεν τελείωναν τα τρόφιμα, μολονότι καθημερινά ξόδευαν από αυτά, δεν έκαναν πια τίποτε το κακό. Οι τρεις μάλιστα από αυτούς έγιναν μοναχοί, επειδή είχαν κατανυγεί από τη ζωή του Σαλού. Όσο όμως ήταν ζωντανός ο Σαλός, δεν μπορούσαν να πουν σε κανέναν τίποτε. Αξίζει ακόμη να προσθέσουμε στη διήγηση, τι έκανε ο όσιος σε κάποιον φτωχό, αλλά αγαθό μουλαρά. Έκανε ελεημοσύνες ο μουλαράς, αλλά εξαιτίας διαφόρων γεγονότων φτώχαινε. Μια μέρα που πήγαινε να φέρει κρασί, για το σπίτι του και για πούλημα, τον συναντάει ο μακάριος και του λέει: «Πού πάς τρελέ;» Είχε πάντα αυτή τη λέξη στο στόμα του, σε ανάλογες περιπτώσεις. Του απαντάει εκείνος: «Για κρασί, Σαλέ». Του αποκρίθηκε ο αββάς Συμεών: «Φέρε και γλιχώνι* όταν θα έρθεις». Ο μουλαράς το θεώρησε
  • 53.
    αυτό κακό σημάδικαι έλεγε από μέσα του, καθώς πήγαινε: «Άραγε ποιος σατανάς μού 'στειλε πρωί - πρωί τον αββά αυτόν να μου ζητήσει να του φέρω γλιχώνι; Πράγματι, θα γίνει γρουσουζιά στο κρασί και ή ξυνίζει ή δεν ξέρω κι εγώ τι». Όταν γύρισε φέρνοντας πολύ καλό κρασί, από τη χαρά του ξέχασε να φέρει γλιχώνι. Τον συνάντησε ο αββάς Συμεών στην πόρτα και του λέει: «Τί γίνεται, τρελέ; Έφερες το γλιχώνι;» Του λέει εκείνος: «Αλήθεια, καημένε, το ξέχασα». Του λέει ο αββάς χαμογελώντας: «Πήγαινε, η υπόθεσή σου τακτοποιήθηκε». Όταν λοιπόν πήγε να τακτοποιήσει τα ασκιά, βρήκε μέσα σ' αυτά ξύδι που και να το μύριζε ακόμα άνθρωπος, θα πέθαινε. Τότε κατάλαβε ότι ο Σαλός αββάς το έκανε και άρχισε να λέει: «Αλήθεια, τώρα κιόλας θα πάω για γλιχώνι». Πήγε τρέχοντας στο Σαλό και τον παρακαλούσε: «Λύσε, Σαλέ, αυτό που έκανες». Πίστευε ότι, όπως ακριβώς ο ταχυδακτυλουργός κάνει οφθαλμαπάτη, το ίδιο έκανε κι αυτός. Τον ρωτάει εκείνος: «Τί έκανα;» Του απαντάει ο μουλαράς: «Αγόρασα καλό κρασί και έγινε ξύδι σε δυο ώρες». Του λέει τότε ο όσιος: «Μη σε νοιάζει. Πήγαινε, πήγαινε κι άνοιξε φέτος μαγαζί να πουλάς φούσκα* και σε συμφέρει». Ο σκοπός και η ευχή του γέροντα ήταν να ευλογηθεί ο κόπος του μουλαρά, γιατί έκανε ελεημοσύνες. Από την άλλη πάλι δεν ήθελε να κάνει τίποτε φανερά, αλλά όλα τα έκανε παίζοντας. Κατανύχθηκε τότε ο μουλαράς και είπε: «Και ευλογητός ο Θεός, θα το κάνω». Άνοιξε μαγαζί και τον ευλόγησε ο Θεός. Αντί όμως να ευγνωμονεί το Σαλό, του κρατούσε κακία, γιατί δεν καταλάβαινε τι του έκανε. Σε τελευταία ανάλυση όμως ήταν ο Θεός που κάλυπτε το σκοπό του αββά Συμεών. Κάποτε αρρώστησε ένας από τους μεγιστάνες της πόλεως. Είχε τη συνήθεια ο όσιος να πηγαίνει και να παίζει στο σπίτι του. Όταν η κατάστασή του χειροτέρεψε και κόντευε να πεθάνει, έβλεπε στον ύπνο του πως παίζει τάβλι με ένα μαύρο. Αυτός ήταν ο θάνατος. Ήταν η σειρά του αρρώστου να ρίξει, κι αν δεν έριχνε τρεις φορές έξι, θα έχανε. Του παρουσιάστηκε στον ύπνο του ο αββάς Συμεών και του λέει: «Τί γίνεται, τρελέ; Αλήθεια, θα σε νικήσει τώρα αυτός ο μαύρος. Δώσε μου το λόγο σου ότι δεν θα απατήσεις άλλη φορά τη γυναίκα σου, κι εγώ θα ρίξω για σένα και δεν θα σε νικήσει». Ορκίστηκε τότε αυτός, και ο όσιος πήρε τα ζάρια, έριξε κι έπεσαν τρεις φορές έξι. Όταν ξύπνησε ο άρρωστος, πήγε ο Σαλός στο σπίτι του και του λέει: «Καλή ζαριά έριξες, ανόητε. Πίστεψέ με όμως, αν παραβείς τον όρκο σου, θα σε πνίξει εκείνος ο μαύρος». Και αφού έβρισε αυτόν κι όσους ήταν στο σπίτι, έφυγε τρέχοντας. Στο καλύβι του (είχε καλύβι για να κοιμάται η μάλλον για να αγρυπνεί τις νύχτες) δεν είχε απολύτως τίποτα ο σοφός παρά μόνο μια αγκαλιά κληματσίδες. Πολλές φορές, ενώ προσευχόταν όλη τη νύχτα μέχρι το πρωί βρέχοντας το χώμα με τα δάκρυά του, έβγαινε το πρωί, έκοβε ένα κλωνάρι ελιάς ή χόρτα, έκανε στεφάνι, το φορούσε και κρατώντας και στο χέρι του ένα κλαδί χόρευε φωνάζοντας: «Νίκες για το βασιλιά και την πόλη». Με την "πόλη" εννοούσε την ψυχή, ενώ με το "βασιλιά" εννοούσε το νου. Είχε ακόμη ζητήσει από το Θεό ο άγιος να μη μεγαλώσουν τα μαλλιά του ούτε τα γένια του, μήπως κόβοντάς τα φανεί ότι προσποιείται το Σαλό. Γι' αυτό, όσο χρόνο παρέμεινε σ' αυτήν την πόλη, κανείς δεν είδε να μεγαλώνουν τα μαλλιά του ή να τα κόψει. Πολλές φορές είχε κάνει εκτεταμένες και ωφέλιμες συζητήσεις μόνο με τον Ιωάννη το διάκονο και απειλούσε ότι, αν τον φανερώσει, θα βασανιστεί πάρα πολύ στην άλλη ζωή. Όταν του διηγήθηκε όλη τη ζωή του, δυο μέρες πριν φύγει από αυτήν τη ζωή, του έλεγε: «Σήμερα πήγα στον αδελφό Ιωάννη
  • 54.
    και τον βρήκανα έχει προκόψει πολύ, με τη βοήθεια του Θεού, και χάρηκα. Τον είδα να φοράει στεφάνι με την επιγραφή "στεφάνι υπομονής της ερήμου". Και μου λέει εκείνος ο ευλογημένος: «Είδα, καθώς ήρθες, κάποιον να σου λέει: "Έλα, έλα, Σαλέ, για να πάρεις όχι ένα στεφάνι, αλλά τα στεφάνια των ψυχών που μου πρόσφερες"». Ξέρω, αρχιδιάκονε ότι δεν είδε τίποτα τέτοιο για μένα, αλλά μου έκανε φιλοφρόνηση. Τρελός και παλαβός άνθρωπος τί μισθό μπορεί να έχει;». Του έλεγε ακόμη: «Σε ικετεύω να μην περιφρονήσεις ποτέ κανέναν και μάλιστα μοναχό ή φτωχό σ' οποιαδήποτε κατάσταση κι αν τον δεις. Γνωρίζει η αγάπη ότι υπάρχουν φτωχοί και κυρίως τυφλοί, που έχουν καθαριστεί και λάμπουν σαν τον ήλιο με την υπομονή τους και τα βάσανά τους. Πόσους ντόπιους γεωργούς δεν είδα πολλές φορές στην πόλη να πηγαίνουν να κοινωνήσουν και να είναι πιο καθαροί κι από το χρυσάφι, επειδή ήταν άκακοι, απερίεργοι και επειδή έτρωγαν το ψωμί τους με τον ιδρώτα του προσώπου τους. Μη με κατηγορήσεις κύριέ μου, γι' αυτά που σου λέω. Γιατί η αγάπη μου για σένα με ώθησε να σου διηγηθώ όλη την αμέλεια της αξιοθρήνητής μου ζωής. Να ξέρεις ότι και σένα ο Κύριος θα σε πάρει γρήγορα κοντά Του. Φρόντισε την ψυχή σου μ' όλη σου τη δύναμη, για να μπορέσεις να περάσεις ανεμπόδιστα ανάμεσα από τους σκοτεινούς κοσμοκράτορες στον αέρα (Εφεσ. 6, 12). Γνωρίζει ο Κύριος πόση μέριμνα και φόβο έχω, μέχρις ότου απαλλαγώ από αυτούς. Αυτή είναι η "ημέρα η πονηρά" για την οποία μίλησαν ο Απόστολος (Εφεσ. 6, 13) και ο Δαυίδ (Ψαλμ. 40, 2). Γι' αυτό σε παρακαλώ, παιδί μου και αδελφέ μου Ιωάννη, αγάπησε με όλη σου τη δύναμη, αν είναι δυνατόν πάνω από τη δύναμή σου, τον πλησίον σου με την ελεημοσύνη, γιατί αυτή η αρετή περισσότερο απ' όλες θα μας βοηθήσει τότε. Γιατί λέει η Γραφή: "Είναι μακάριος ο άνθρωπος που φροντίζει το φτωχό και στερημένο΄ κατά την ημέρα την πονηρή θα τον σώσει ο Κύριος" (Ψαλμ. 40, 2). Ακόμη σε παρακαλώ να μη σταθείς ποτέ μπροστά στο άγιο θυσιαστήριο έχοντας μέσα σου τίποτε εναντίον κανενός, μήπως η αμαρτία σου κάνει και άλλους ανάξιους της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος». Αυτά και άλλα πολλά του είπε, μερικά από τα οποία τον παρακάλεσε να μην τα πει ποτέ σε κανένα, επειδή δεν μπορούν να τα δεχτούν όλοι με πίστη. «Παρηγορήσου, γιατί μέσα σε τρεις μέρες θα πάρει κοντά Του ο Κύριος το Σαλό τον ελάχιστο και τον Ιωάννη τον αδελφό του. Μάλιστα εγώ ο ίδιος πήγα και του είπα: "Έλα, αδελφέ, ας πηγαίνουμε, είναι καιρός πια". Μετά δυο μέρες να έρθεις στο καλύβι μου, να δεις τι θα βρεις, γιατί θέλω να μνημονεύεις τον τιποτένιο και αμαρτωλό Σαλό». Και αφού του είπε αυτά και πολλά άλλα, πήγε και περιορίστηκε στο καλύβι του. VII Το τέλος του Σαλού Ήρθε η ώρα, αγαπητοί, να σας διηγηθώ τον αξιοθαύμαστό του θάνατο ή μάλλον ύπνο, γιατί κι αυτός προσφέρει όχι ασήμαντη ωφέλεια, αλλά είναι και πιο σπουδαίος απ' όσα είπαμε μέχρι τώρα. Είναι ακόμη σφραγίδα και επιβεβαίωση των κατορθωμάτων του και πιστοποίηση της αμόλυντης ζωής του. Όταν κατάλαβε ο μέγας ότι έφτασε το τέλος της εδώ ζωής του, θέλοντας ούτε μετά το θάνατό του να τιμηθεί από τους ανθρώπους, τι κάνει; Μπήκε
  • 55.
    κάτω από τιςκληματσίδες στο ιερό του καλύβι και εκεί κοιμήθηκε και παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα του στον Κύριο. Οι γνωστοί του, επειδή δεν τον είδαν τις δυο μέρες, λένε: «Πάμε να δούμε, μήπως είναι άρρωστος ο Σαλός». Όταν πήγαν, τον βρήκαν νεκρό κάτω από τις κληματσίδες. Λένε τότε: «Άραγε δεν θα πιστέψουν τώρα όλοι, ότι ήταν τρελός; Να, ακόμη και ο θάνατός του το δείχνει». Τον πήραν τότε δύο και, χωρίς να τον πλύνουν, χωρίς ψαλμωδίες, χωρίς κεριά και θυμιάματα, πήγαν και τον έθαψαν στον τόπο που έθαβαν τους ξένους. Καθώς περνούσαν αυτοί που πήγαιναν να τον θάψουν από το σπίτι του Εβραίου του υαλουργού, που ο όσιος τον είχε κάνει Χριστιανό, όπως διηγήθηκα πιο πάνω, ακούει ο Εβραίος ψαλμωδίες που χείλη ανθρώπων δεν μπορούσαν να ψάλλουν και πλήθος όσο δεν μπορούσε να συγκεντρώσει όλη η ανθρωπότητα. Έκπληκτος από τις ψαλμωδίες και το πλήθος σκύβει έξω και βλέπει τον όσιο να μεταφέρεται από δύο μόνο άτομα, που κουβαλούσαν το τίμιό του σώμα. Λέγει τότε: «Μακάριος είσαι, Σαλέ, γιατί, καθώς δεν έχεις ανθρώπους να σου ψάλλουν, έχεις ουράνιες δυνάμεις να σε τιμούν με ύμνους»΄ και αμέσως κατέβηκε και τον έθαψε ο ίδιος. Ακόμη διηγήθηκε σε όλους τις ψαλμωδίες των αγγέλων που άκουσε. Το άκουσε αυτό και ο Ιωάννης ο διάκονος και ήρθε τρέχοντας με πολλούς άλλους στον τόπο που τον έθαψαν, θέλοντας να πάρει το τίμιό του λείψανο για να το κηδεύσει με τιμές. Όταν όμως άνοιξαν τον τάφο, δεν τον βρήκαν μέσα. Τον μετέθεσε ο Κύριος δοξάζοντάς τον. Τότε όλοι, σαν να ξύπνησαν από ύπνο, έλεγαν ο ένας στον άλλο όσα θαυμαστά έκανε στον καθένα και ότι για το Θεό προσποιόταν τό σαλό. Αυτός, φιλόχριστοι, είναι ο βίος και η πολιτεία του θαυμαστού Συμεών. Αυτές είναι οι λίγες αρετές που συγκεντρώσαμε από τις πολλές που είχε. Αυτός είναι ο κρυφός του και πραγματικά ουράνιος δρόμος, που, ενώ κανένας δεν τον έβλεπε, φανερώθηκε ξαφνικά σ' όλους. Αυτός είναι ο νέος Λωτ΄ όπως εκείνος στα Σόδομα (Γεν. 19), έτσι κι αυτός πέρασε από τον κόσμο χωρίς να γίνει αντιληπτός. Προσπαθήσαμε να γράψουμε τα θαύματά του και τα πανύμνητα κατορθώματά του, όσο ήταν δυνατό σε μας τους μηδαμινούς. Εκτός βέβαια από αυτή, έχουμε γράψει ακόμα μια διήγηση πιο σύντομη, επειδή δεν είχαμε υπόψη μας τις λεπτομέρειες της θαυμάσιας αυτής διηγήσεως. Το να τιμηθεί αυτός με εγκώμια δεν είναι έργο της δικής μας γνώσεως, αλλά εκείνων που έχουν την δύναμη και μπορούν να συναγωνίζονται την αρετή του. Άραγε ποιος λόγος θα μπορούσε να επαινέσει αυτόν που τιμήθηκε πάνω από κάθε λογική, ή πώς σάρκινα χείλη μπορούν να τιμήσουν αυτόν που αποδείχτηκε άσαρκος, ενώ είχε σώμα; Με ποιόν τρόπο η σοφία της γλώσσας μπορεί να τιμήσει αυτόν που με την κατά Θεόν μωρία του εξαφάνισε κάθε σοφία και φρόνηση; Πραγματικά ο άνθρωπος βλέπει στο πρόσωπο, ενώ ο Θεός στην καρδιά΄ πραγματικά δεν βλέπει ο Θεός όπως βλέπει ο άνθρωπος (Α΄ Βασ. 16, 7). Είναι σίγουρο πως κανείς δεν γνωρίζει τα του ανθρώπου, παρά μόνο το πνεύμα του ανθρώπου (Α΄ Κορ. 2, 11). Πραγματικά ας μη κρίνουμε κανένα, φιλόχριστοι, μέχρις ότου έρθει ο Κύριος, που θα φωτίσει όλους (Α΄ Κορ. 4, 5). Ποιός γνώριζε, φιλόχριστοι, ότι ο Ιούδας που σωματικά βρισκόταν μαζί με τους μαθητές, ήταν με την καρδιά του στους Ιουδαίους; Ποιός φανταζόταν ότι η Ραχάβ, που σωματικά βρισκόταν στο πορνείο στην Ιεριχώ, ήταν με το πνεύμα της στον Κύριο (Ι. Ναυή 2); Ποιός περίμενε ότι εκείνος ο φτωχός Λάζαρος, που ζούσε σε μια τόσο μεγάλη ταλαιπωρία από τις πληγές του, θα απολάμβανε τέτοια ευημερία μέσα στους
  • 56.
    κόλπους του Αβραάμ(Λουκ. 16, 20-22); Αυτά έχοντας υπόψη μας, αγαπητοί μου, ας υπακούσουμε σ' αυτόν που σωστά μας συμβουλεύει να προσέχουμε μόνο τον εαυτό μας (Δευτ. 15, 9)΄ ούτε τα δικά μας ούτε αυτούς που βρίσκονται γύρω μας, αλλά μόνο τον εαυτό μας, γιατί ο καθένας θα κουβαλήσει το δικό του φορτίο (Γαλ. 6, 5) και θα πάρει το δικό του μισθό (Α΄ Κορ. 3, 8) από τον ουράνιο βασιλιά, το Χριστό, στον Οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη μαζί με τον Πατέρα και το Πανάγιο Πνεύμα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν. Αναπαύθηκε ο Συμεών που ονομάστηκε για το Χριστό Σαλός, και έζησε στη γη μια ζωή αγγελική και υπερθαύμαστη, στις 21 του μηνός Ιουλίου, αφού λαμπρύνθηκε με τα σύμφωνα με το θέλημα του Θεού κατορθώματά του και κατέπληξε και αυτές τις υπερκόσμιες δυνάμεις των ασωμάτων με τις αρετές του. Στέκεται τώρα δίπλα στον απρόσιτο θρόνο του Θεού και Πατέρα των φώτων και έχοντας παρρησία Τον δοξάζει με ακατάπαυστους ύμνους μαζί με όλες τις επουράνιες δυνάμεις. Είθε ο Κύριος να μας καταστήσει συμμέτοχους και συγκληρονόμους στην αιώνια βασιλεία Του μαζί με τον άγιο Συμεών και όλους τους αγίους, γιατί δική Του είναι η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν. (*) Σημειώσεις Ακέφαλοι: Έτσι ονομάστηκαν αρχικά οι Αιγύπτιοι Μονοφυσίτες (5ος αι.) οι οποίοι αποσχίστηκαν από τον μετριοπαθή αρχιεπίσκοπό τους Πέτρο Αλεξανδρείας το Μογγό, μένοντας χωρίς επίσκοπο (χωρίς «κεφαλή»). Στη συνέχεια, η ονομασία δόθηκε σ' όλους τους Μονοφυσίτες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Βοσκοί: Αναχωρητές που ζούσαν στο ύπαιθρο, χωρίς στέγη, τρεφόμενοι με χόρτα. Γλιχώνι: Κρασί αρωματισμένο με γλιχώνι (παραφθορά της λέξεως «βλήχων» = φλησκούνι). Εξαπλά: Μνημειώδης εργασία του Ωριγένη (185-254) με σκοπό την αποκατάσταση του κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης. Είχε γραμμένα, σε εξ παράλληλες στήλες, τα εξής κείμενα της Π.Δ.: το Εβραϊκό, τη μετάφραση του Ακύλα, του Συμμάχου, των Εβδομήκοντα και του Θεοδοτίωνος. Ευλογίες: Δώρα, κυρίως τρόφιμα ή ψωμιά. Λυσόπορτα: Ομαδικό παιγνίδι της εποχής. Πανδούρι: Τρίχορδο μουσικό όργανο της οικογένειας του λαούτου. Σευηρίτης: Μονοφυσίτης οπαδός του Σευήρου (βλ. λέξη).
  • 57.
    Σευήρος: Πατριάρχης Αντιοχείας,ηγέτης της Μονοφυσιτικής κινήσεως του ΣΤ' αιώνα. Φούσκα: Λαϊκό ρόφημα των Βυζαντινών. Κατά το λεξικό Du Cange, «φούσκα εστίν όξος και ύδωρ θερμόν και ωά δύο». Φουσκάριος: Πωλητής φούσκας (βλ. λέξη), αλλά και άλλων ειδών (φακές, ρεβύθια, κουκιά). Οι δια Χριστόν Σαλοί ως ιεραπόστολοι * του Διονύση Σπεντζάρη Αν επιχειρήσουμε να ρίξουμε μια ματιά στη βιογραφία ενός δια Χριστόν Σαλού, αυτό που θα τραβήξει ιδιαιτέρως την προσοχή μας και μάλιστα θα μας ξαφνιάσει, θα είναι μάλλον η παραδοξότητα, η υπερβολή και η «τρέλα» της συμπεριφοράς του Σαλού. Ωστόσο, αν μετά το πρώτο μας ξάφνιασμα θελήσουμε η ματιά μας να γίνει περισσότερα απαιτητική, θ’ ανακαλύψουμε μια καταπληκτική ιεραποστολική θέαση της εκκλησιαστική μας ζωής η οποία φανερώνει τα βάθος της σχέσης Εκκλησίας και κόσμου. Γι’ αυτό
  • 58.
    καλύτερα να πάρουμετα πράγματα από την αρχή. Δια Χριστόν Σαλοί, δηλαδή τρελοί για χάρη του Χριστού, καθιερώθηκε από τον 6ο αιώνα περίπου (με την εμφάνιση του αγίου Συμεών από την Έμεσα) να αποκαλούνται οι Χριστιανοί εκείνοι, συνήθως μοναχοί, που προσποιούνται τον τρελό προκειμένου να ανταποκριθούν, μέσα από περίεργους και ασυνήθιστους δρόμους τις εντολές του Χριστού. Όχι όμως για να σώσουν μονάχα την δική τους ψυχή αλλά και πλήθος άλλων συνανθρώπων. Η ζωή τους, δηλαδή, διαπνεόταν από κίνητρο ιεραποστολικό. Αυτό που πρέπει να προσέξουμε στους «Βίους» τους είναι ότι ο χώρος δράσης τους είναι η κοινωνία, οι πόλεις. Όσοι από τους δια Χριστόν Σαλούς ήσαν μοναχοί, άφησαν το μοναστήρι ή το ασκητήριό τους και εισήλθαν στη κοινωνία. Οι κοινωνίες, όμως, στις οποίες εισήλθαν ήσαν πάντοτε χριστιανικές. Αυτές ήσαν το πεδίο της δράσης τους. Οι πράξεις που έκαναν ήσαν παράλογες και προκλητικές, πράξεις ενός τρελού, οι
  • 59.
    οποίες όμως είχαν ένα βαθύτερο περιεχόμενο. Οι Σαλοί σύχναζαν σε ταβέρνες, σε κακόφημες συνοικίες, έκαναν παρέα με τις πόρνες, συμμετείχαν σε όλες τις διαστάσεις του περιθωρίου πλην μίας: της αμαρτίας. Ποιο ήταν αυτό το βαθύτερο περιεχόμενο; και γιατί οι Σαλοί έδρασαν στις χριστιανικές κοινωνίες; Στους πρώτους αιώνες της χριστιανικής εποχής οι πιστοί βίωναν περισσότερο έντονα το γεγονός ότι ήσαν μέλη της ίδιας οικογένειας. Όμως, όταν με το διάταγμα των Μεδιολάνων η Χριστιανική Εκκλησία γνώρισε την αναγνώριση, οι χριστιανοί άρχισαν να εφησυχάζουν μέσα στον ιστό της κοινωνικής τάξης και οι αδελφικές σχέσεις χαλάρωσαν. Τώρα πια ο Χριστιανισμός έγινε κοινωνικά αποδεκτός, απέκτησε κρατική υποστήριξη και εδραιώθηκε με κοσμικό πνεύμα στις συνειδήσεις, ο θεσμός της ιδιοκτησίας. Τώρα πια άρχισε να κυριαρχεί η διάκριση μεταξύ του «δικού μου» και του «δικού σου». Κι αυτή ήταν, σύμφωνα με τη μαρτυρία του
  • 60.
    αγίου Ιωάννη τουΧρυσοστόμου, μία από τις αιτίες αλλοίωσης του χριστιανικού ήθους. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι τον 4ο αιώνα στην Κωνσταντινούπολη οι περισσότεροι άνθρωποι ζούσαν μέσα στη φτώχια, στην ταλαιπωρία και στους πόνους. Σε αντίθεση μ’ αυτούς, η ζωή των πλουσίων ήταν ιδιαίτερα προκλητική. Δεν αφορούσε όμως μόνο τις κοινωνικές ανισότητες ο νέος άνεμος που έπνεε τον 4ο αιώνα. Οι χριστιανοί απολάμβαναν τιμές, αξιώματα, θέσεις στην, χριστιανική πια, Αυτοκρατορία. Ξαφνικά η Εκκλησία κατακλύσθηκε από πλήθη που έφεραν χωρίς κόπο την ετικέτα «Χριστιανός». Ο ιερός Χρυσόστομος ένοιωθε στεναχώρια για το μεγάλο αριθμό των κατ’ όνομα Χριστιανών, που τους θεωρούσε μάλιστα μια επιπλέον τροφή για το πυρ της γεένης. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η χριστιανική ταυτότητα έχανε τη βασική ιδιότητά της να λειτουργεί ως άλας της γης, ως η ζύμη που θα αναπλάσει το φύραμα, το ανθρώπινο φύραμα. Εδώ ακριβώς φανερώνεται η
  • 61.
    ιεραποστολική συνείδηση και δραστηριότητα των δια Χριστόν Σαλών. Οι Σαλοί ήλθαν να εργαστούν για μια ουσιαστική μεταστροφή στο Χριστό και για την γέννηση της πραγματικά χριστιανικής κοινωνίας. Δεν διακήρυξαν μια άλλη θρησκεία ή μια άλλη Εκκλησία, αλλά κατέθεσαν το αίτημα της ανανέωσης, την ανάγκη μιας αναβάπτισης. Υπενθύμισαν το μήνυμα του Χριστού και κάλεσαν σε γνήσια αποδοχή του. Οι Σαλοί ήσαν μια γροθιά στο στομάχι της εφησυχασμένης μετά τους διωγμούς, χριστιανικής κοινωνίας, τάραξαν τα λιμνάζοντα ύδατα της ασφάλειας, της ευημερίας και της τυπολατρείας. Αυτή την τυπολατρεία «τσαλάκωσε» ο Άγιος Συμεών όταν, Κυριακάτικα, γέμισε τις τσέπες του καρύδια, πήγε στην Εκκλησία, στην αρχή της θείας Λειτουργίας κι άρχισε να σβήνει τις καντήλες. Ακολούθησε πανικός. Άρχισαν να τον κυνηγούν για να τον βγάλουν έξω, αλλά αυτός ανέβηκε στον άμβωνα και εκεί χτυπούσε τις γυναίκες με τα καρύδια. Επιτέλους αυτές ξύπνησαν. Ναι! Όπως μαρτυρούν και τα
  • 62.
    κείμενα του ιερού Χρυσοστόμου, πολλές γυναίκες, μέσα στο πλαίσιο προφανώς της εξοικείωσης τους με τη λειτουργική ζωή, συνήθιζαν να παίρνουν έναν υπνάκο στη θεία Λειτουργία. Οι άνδρες είχαν «σοβαρότερες» ασχολίες, αφού στηνόταν μεταξύ τους κανονικός διάλογος για «τόκους αριθμών, λογισμούς δανεισμάτων» ή «περί κερδών, περί εμπορίας, περί καπηλείας». Γι’ αυτό ο Χρυσόστομος δεν δίσταζε να ομολογεί ότι οι πραγματικά καλοί χριστιανοί αποτελούσαν ένα μικρό κλάσμα από τον ολικό αριθμό των εκκλησιαζομένων. Οι περισσότεροι εκκλησιάζονταν από συνήθεια. Αυτή δεν ήταν η μοναδική ενέργεια του Συμεών, από την οποία αναστατώθηκαν και προκλήθηκαν οι κάτοικοι της Έμεσας. Τον συναντούμε να εισβάλει στα γυναικεία λουτρά της πόλης, να επιχειρεί τάχα να βιάσει τη γυναίκα το ταβερνιάρη εργοδότη του. Κίνητρό του; Να γκρεμίσει τη σιγουριά και το νομικίστικο πνεύμα, που κατατάσσει τους ανθρώπους με βάση
  • 63.
    τα εξωτερικά, επιδερμικάκριτήρια και παραβλέπει ότι η σωτηρία είναι ζήτημα βαθιάς μετάνοιας κι όχι απλώς τήρησης ενός κοσμικού καθωσπρεπισμού. Ο βιογράφος του, Λεόντιος ο επίσκοπος Νεαπόλεως, ο οποίος ρητά μας διαβεβαιώνει ότι η είσοδός του ήταν προσχεδιασμένη, επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό μας. «Πώς αισθανόσουν Πάτερ, όταν μπήκες στα λουτρά των γυναικών;» τον ρώτησε ο διάκονος Ιωάννης, ο μόνος που γνώριζε την αληθινή πολιτεία του αγίου. «Πίστεψέ με, παιδί μου ήμουν σαν ξύλο ανάμεσα σε ξύλα» του είπε ο Συμεών. Ο Άγιος Ανδρέας ο δια Χριστόν Σαλός έδρασε στην Κωνσταντινούπολη τον 9ο αιώνα. Κοντά στα άλλα του χαρίσματα φαίνεται ότι διέθετε και πολύ «βαρύ χέρι». Τα ευεργετικά του αποτελέσματα αισθάνθηκαν για τα καλά δυο κλέφτες, οι οποίοι απολάμβαναν τα «αγαθά» της λείας τους σε μια ταβέρνα. Ο τρόπος που μεταχειρίσθηκε ο Άγιος σίγουρα μας ξαφνιάζει. Αλλά αν έμπαινε στην ταβέρνα κι άρχιζε το κήρυγμα σε μια γλώσσα οικεία σε αξιοπρεπείς
  • 64.
    νοικοκυραίους, ποιος θατον άκουγε; Ο πόνος από τα χαστούκια που δέχθηκαν οι δυο κλέφτες ήταν ένα είδος γλώσσας κατανοητό από τους ανθρώπους του υποκόσμου, και διαπέρασε το σώμα και την ψυχή τους. Περισσότερο αυτήν. Το φανέρωμα της «πληγής» μας, η συνειδητοποίηση των αμαρτιών μας είναι το πρώτο βήμα προς τη σωτηρία. Αυτό πέτυχε ο Άγιος. Όταν, κατά την περίοδο της μεγάλης Τεσσαρακοστής, ο Ρώσσος Νικόλαος ο Σαλός (16ος αιώνας) διασταυρώθηκε με τον τσάρο Ιβάν τον Τρομερό ο οποίος είχε εγκαθιδρύσει μια βασιλεία του τρόμου, του προσέφερε να φάει ένα κομμάτι ωμό κρέας. Ο Ιβάν οπισθοχώρησε αηδιασμένος, παίρνοντας το μήνυμα, ότι χειρότερο από το να φας κρέας τη Σαρακοστή είναι να «καταβροχθίζεις» ανθρώπινο κρέας με την τυραννική εξουσία σου. Ο Σαλός δεν επαναπαύθηκε στο ότι τυπικά η εξουσία ήταν χριστιανική, αλλά φανέρωσε τα ουσιαστικά κριτήρια χριστιανικότητας. Πιστεύουμε, ότι με τη ζωή και τη δράση τους οι δια Χριστόν Σαλοί
  • 65.
    μιμήθηκαν την κένωσητου ίδιου του Ιησού Χριστού, που κατέβηκε μέχρι τα κατώτατα του Άδη για να καλέσει κάθε άνθρωπο στο Σώμα του. Οι Σαλοί απευθύνουν ένα διαρκές μήνυμα σε όλο το σώμα της Εκκλησίας, σε όλες τις εποχές και υπενθυμίζουν τη θεμελιώδη ιεραποστολική φυσιογνωμία της. Μας καλούν, έτσι, σε αυτοκριτική, σε αναζήτηση γνήσιου εκκλησιαστικού τρόπου ζωής. Συνεχώς μας υπενθυμίζουν ότι δεν μπορούμε να εφησυχάζουμε, νομίζοντας ότι είμαστε Χριστιανοί επειδή γεννηθήκαμε σε ένα από τα λεγόμενα «χριστιανικά έθνη». ---------------- * Περιοδικό Πάντα τα έθνη, Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2003 ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΤΟΥ ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΥ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥΣ Μεταξύ άλλων αγίων των οποίων εμπειρίες εξωσωματικές έχουν καταγραφεί ξεχωρίζει η περίπτωση του οσίου Ανδρέα που ταξίδεψε μέχρι τον ουρανό και είδε τουλάχιστον τρία διαφορετικά επίπεδα ή παραδείσους. Έζησε κατά τον 4ο αιώνα στην Κωνσταντινούπολη, όπως φαίνεται και από το σύνολο του κειμένου του βίου του και από την επικοινωνία με τον όσιο Δανιήλ το στυλίτη.Το ταξίδι αυτό έγινε κατά διάρκεια ενός ισχυρού ψύχους το οποίο βρήκε τον όσιο Ανδρέα στο δρόμο , άστεγο και μόνο. Διήρκεσε δε 14 μέρες περίπου και το διηγείται στο βιογράφο του που απορούσε γιατί δεν τον είδε τόσες μέρες.Το κείμενο προέρχεται από το βίο του που εξέδωσε σε διασκευή και μετάφραση η Ιερά Μονή Παρακλήτου Αττικής και χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία από διαφορετικά χειρόγραφα τα οποία σε κάποια σημεία διασκευάστηκαν ή δε δημοσιεύτηκαν πλήρως. "Όσο μιλούσε ο όσιος, σχημάτιζα την εντύπωση ότι σ' εκείνη τη δοκιμασία κάποιο θαύμα του είχε συμβεί , γι' αυτό μου τα έλεγε αυτά.Άρχισα λοιπόν
  • 66.
    να τον ρωτώκαι να τον καλοπιάνω με γλυκόλογα και να τον ερωτώ με έντονο ενδιαφέρον: -Πως πέρασες αγαπητέ τις μέρες τις δοκιμασίας;Σε ορκίζω στο Θεό του ουρανού και της γης :μη μου αποκρύψεις τα παράδοξα που σου φανέρωσε! -Πως αλλιώς θα μπορούσε να περάσει τον καιρό του ένας τρελλός παρά με τις τρέλλες, όπως πάντα, και με τα παιχνίδια του; Η αγάπη σου όμως και ο πολύς πόθος με εξαναγκάζει να σου τα εξομολογηθώ όλα. Σε ορκίζω λοιπόν στο Θεό τον ποιητή του ουρανού και της γης, να μην πεις όσοσ ζω σε κανέναν αυτά που θα ακούσεις. Θα τα πω σε σένα , επειδή σου τρέφω άπειρη αγάπη. Τότε εκείνος άνοιξε το τίμιο στόμα του και είπε: -Δε μπορούσα αγαπητέ μου να υποφέρω το φοβερό κρύο και τον αέρα , που και σύ θα δοκίμασες γιατί ήμουν γυμνός , ξυπόλητος και άστεγος. Κατέφυγα λοιπόν στους φτωχούς τους ομοίους μου αλλά δε με δέχονταν. Με σιχαίνονταν και με έδιωχναν με τα ραβδιά σα σκύλο."Φύγε από δω σκύλε" μου έλεγαν,"εξαφανίσου".Τόπο να καταφύγω και να σωθώ δεν εύρισκα. Απελπίστηκα. φοβήθηκα πως θα πεθάνω.Ας είναι δοξασμένο, είπα το όνομα του Θεού, γιατί και αν ακόμα πεθάνω θα μου λογιστεί σαν μαρτύριο. Ο Θεός δεν είναι άδικος.Αυτός που έστειλε την παγωνιά θα μου δώσει και την υπομονή. Πήγα λοιπόν σε μια γωνιά της στοάς και βρήκα ένα σκυλάκι.Ξάπλωσα δίπλα του με την ελπίδα πως θα με ζεστάνει λίγο. Εκείνο όμως όταν με είδε κοντά του σηκώθηκε και έφυγε. Είπα στον εαυτό μου:"Βλέπεις ταλαίπωρε, πόσο αμαρτωλός εισαι;Ακόμη και τα σκυλιά σε περιφρονούν και φεύγουν από κοντά σου και δε σε δέχονται ούτε σαν όμοιό τους. Οι άνθρωποι σε αποστρέφονται σαν πονηρό δαίμονα. Οι όμοιοί σου φτωχοί σε διώχνουν.Τι απομένει λοιπόν; Πέθανε, άσωτε , πέθανε!Δεν υπάρχει για σένα σωτηρία σε αυτό τον κόσμο." Ενώ όμως έλεγα αυτά με πολύ πόνο, ήρθα σε κατάνυξη. Κι επειδή με έσφιγγε το κρύο και ο τρόμος, αναλύθηκα σε δάκρυα,με τα μάτια της ψυχής στραμμένα προς το Θεό.Τα μέλη μου όλα πάγωσαν.Νόμισα εκείνη τη στιγμή ότι θα ξεψυχήσω... Ξαφνικά ένιωσα ζεστασιά. Ανοίγω τα μάτια μου και βλέπω ένα νέο πολύ ωραίο να αστράφτει πιο πολύ από τον ήλιο.Στο χέρι του κρατούσε ένα χρυσό κλαδί. Ήταν πλεγμένο με δροσερά κρίνα και τριαντάφυλλα που δεν έμοιαζαν του κόσμου τούτου, όχι! Είχαν θαυμαστή ποικιλία. Ήσαν αλλοιώτικα στη φύση και στη θωριά τους. Κρατώντας αυτό το ωραίο κλαδί με κοίταξε και μου είπε:"Ανδρέα που ήσουν;" "Εν σκοτεινοίς και εν σκιά θανάτου" αποκρίθηκα.. Και ενώ ακόμα μιλούσα με χτύπησε στο πρόσωπο με το ανθοστόλιστο κλαδί λέγοντάς μου:"Ας πάρει δύναμη το σώμα σου και ζωή ακατανίκητη". Αμέσως η ευωδιά εκείνων των λουλουδιών μπήκε στην καρδιά μου αστραπιαία και μου έδωσε ζωή.Ακούω τότε μια φωνή να λέει:"Πηγαίνετέ τον να τον παρηγορήσετε για δύο εβδομάδες και πάλι να επιστρέψει , γιατί θέλω να αγωνιστεί ακόμη". Ενώ κρατούσε ακόμη ο λόγος μου φάνηκε πως βυθίστηκα σε βαθύτατο ύπνο και δεν κατάλαβα τι μου συνέβη. Ζούσα για δύο εβδομάδες εκεί που διέταξε η βουλή του Θεού, σα να κοιμήθηκα ευχάριστα όλη τη νύχτα και ξύπνησα το πρωί. Βλέποντας ότι βρίσκομαι σε πάντερπνο και θαυμαστό παράδεισο σάστισα. Διερωτώμουν τι να σήμαινε αυτό.Ήξερα ότι έμενα στην Κωνσταντινούπολη. Τι δουλειά όμως είχα εκεί, δεν καταλάβαινα.Θαύμαζα και δε μπορούσα να δώσω κάποια εξήγηση. "Για δες ", είπα στον εαυτό μου,"πραγματικά είμαι παράλογος. Ο Θεός με ευεργέτησε και , ενώ θα
  • 67.
    έπρεπε να τονδοξάζω και να τον ευχαριστώ κάθομαι και πολυεξετάζω αυτό το εξαίσιο θαύμα".Ένιωθα σαν άσαρκος.Φορούσα χιτώνα χιονάτο, αστραφτερό,στολισμένο με πολύτιμα πετράδια και με ευχαριστούσε πολύ η ομορφιά του. Στο κεφάλι φορούσα στεφάνι ολόχρυσο και λαμπρό, στα πόδια σανδάλια, και ήμουν ζωσμένος με κόκκινη αστραφτερή ζώνη. Ο παράδεισος ήταν όλο φως, αλλά φως πρωτόγνωρο και πολύ λαμπρό που , καθώς ακτινοβολούσαν τα λουλούδια, έπαιρνε ένα απαλό ρόδινο χρώμα.Μια θεϊκή ευωδία με διαδοχικές παραλλαγές πλησίαζε την όσφρησή μου και με μεθούσε. Πίστεψέ με , σου τα λέω αυτά και φρίττω. Μέσα στον κήπο του Θεού ήμουν σαν βασιλιάς. Χαιρόμουν πολύ να βλέπω τον εαυτό μου να κατοικεί σε τέτοιο παράδεισο. Εκεί ο Θεός έκανε να φυτρώνουν πολλά δέντρα. Δεν έμοιαζαν όμως με του φθαρτού κόσμου.Ήσαν πάντοτε θαλερά ,ευωδιαστά και φουντωτά. ήσαν πάντοτε ψηλά, πολλύφυλα και απολαυστικά.Τα κλαδιά τους έγερναν και, καθώς κυμάτιζαν μεταξύ τους, γέμιζαν ευωδία την ατμόσφαιρα και σχημάτιζαν ουράνιο τόξο.Όλα αυτά τα απολαμβάνουν οι μακάριοι και η ψυχή τους αλλοιώνεται από την ηδονή εκείνη, την ευφροσύνη και την αγαλλίαση. Παράδοξο επίσης ήταν και τούτο:άλλα δέντρα είχαν μόνο άνθη,άλλα καρπό και άλλα μόνο άνθη και φύλλα. Πανω σ'αυτά υπήρχε κάτι θαυμαστό:διάφορα ωραία πουλιά μικρά και μεγάλα με χρυσά και χιονάτα φτερά. Μερικά κελαηδούσαν χωμένα στα φύλλα, και το κελάηδημά τους, ωραίο και τερπνό, ακουγόταν ως την άκρη τ' ουρανού. Προσπαθούσα να καταλάβω πως ήσαν εκείνα τα πουλιά και η παράδοξη θωριά τους με μεθούσε.Ήσαν όμορφα σαν τριαντάφυλλα ή κρίνα ή σαν κάποιο άλλο άνθος που δεν ξέρω πως να το ονομάσω.Τόσο ασυνήθιστα και ανάλαφρα ήσαν.Παρατηρούσα με θαυμασμό την ομορφιά ενός πουλιού. Ο χρωματισμός του είχε μια χάρη αλλιώτικη, μια θέα διαφορετική.Η μελωδία του ήταν ασταμάτητη και απολαυστική. Ποιός μπορεί να διηγηθεί τα παράδοξα και θαυμαστά κάλλη που έβλεπα;Όλα εκείνα τα ωραία δέντρα στέκονταν συμμετρικά σε δύο δεντροστοιχίες, σαν δύο αντιμέτωπες παρατάξεις.Μακάριο το χέρι που τα φύτεψε!Προχωρούσα στα ενδότερα του τερπνού παραδείσου και νόμιζα πως δε θα ξαναδώ το σκοτάδι αυτού του κόσμου. Σε σύγκριση μ' εκείνα, τα εδώ είναι σκοτάδι. Καθώς βάδιζα χαρούμενος , να! βλέπω ένα μεγάλο ποτάμι να διασχίζει τον παράδεισο και να ποτίζει όλα εκείνα τα δέντρα περιβρέχοντας αθόρυβα τις ρίζες τους . Εκεί έρχονταν άφοβα να πιουν τα ωραία πουλιά.Δεξιά και αριστερά από το ποτάμι απλωνόταν ένα αμπέλι με χρυσαφένια φύλλα και περιποιημένα κλήματα.Ήταν γεμάτο με πολύ μεγάλα και ωραία σταφύλια, και απλωνόταν σε όλο τον παράδεισο, ώστε να στεφανώνονται τα άλλα φυτά και να στολίζωνται με την περιπλοκή των κλημάτων του. Οι μυρωμένοι άνεμοι του παραδείσου Βλέποντας αυτά χαιρόταν η καρδιά μου και μεταφερόμουν από φόβο σε θαυμασμό και από θαυμασμό σε έκπληξη.Για πολλή ώρα στεκόμουν έτσι και άκουγα τον ήχο κάποιου ανέμου που ερχόταν από την ανατολή.Καθώς ερρίπιζε τα δέντρα, τα έκανε να κυματίζουν και να αποπνέουν ανέκφραστη ευωδία. Απελάμβανα με ευχαρίστηση το άρωμα που σκόρπιζε εκείνος ο άνεμος. Νόμιζα πως θύμιαζαν άγγελοι μπροστά στον Υιό του Θεού. Ο άνεμος σταμάτησε και μαζί του η ευωδία.Τότε σαν να άκουσα το ελαφρό φύσημα άλλου ανέμου που ερχόταν από τη δύση.Έμοιαζε με χιόνι και και με γέμιζε γλυκύτητα. Εκείνα τα δέντρα ξεπερνούσαν στην ομορφιά και ευωδία τόσο πολύ τα δέντρα της γης που με έκαναν να λησμονήσω ότι είχα απολάυσει ως τότε στον περίπατό μου.Ύστερα όταν άκουγα εκείνα τα πουλιά να τραγουδούν εκείνα τα διάπυρα και χαρμόσυνα άσματά τους, γινόμουν εκτός εαυτού. Αν
  • 68.
    ήσαν πουλιά ήάγγελοι ο Θεός γνωρίζει... Άρχισε τότε να φυσά από το βοριά άλλος άνεμος. Είχε μια πυρόξανθη ακτινοβολία, σαν τους χρωματισμούς που παίρνει ο ήλιος όταν βασιλεύει.Φυσούσε ήσυχα και τα θαυμάσια εκείνα δέντρα κυμάτιζαν και ευωδίαζαν. Για πολλή ώρα έμεινα έκθαμβος.Με έτερπε υπερβολικά η γλυκύτης αυτής της ευωδίας. "Πως άραγε συνέβη σ' εμένα τέτοια ευλογία " σκεπτόμουν με απορία και φρίκη.Σταματησε εν τω μεταξύ και ο τρίτος άνεμος και απλώθηκε μεγάλη σιγή. Προχώρησα λίγο για να περάσω το ποτάμι. Βαδίζοντας σ' εκείνη την πεδιάδα παρατηρούσα με προσοχή τον ανέκφρατο πλούτο του παντοκράτορος Θεού, που ήταν πολλαπλάσια θησαυρισμένος εκεί. Δε μπορώ αγαπητέ μου εν Κυρίω, να διηγηθώ με ανθρώπινο στόμα για τον ανεξιχνίαστο πλούτο του Δεσπότου Χριστού. Καθώς λοιπόν διέσχιζα τον κήπο εκείνο και παρατηρούσα τα άγια των αγίων, να ! φύσηξε πάλι από το βοριά μυρωμένος αέρας. Είχε το άρωμα των ρόδων και των κρίνων, ενώ το χρώμα του ήταν σαν του μενεξέ. Καθώς κυμάτιζαν τα δέντρα, έβγαζαν μια μυρωδιά ανώτερη από του μύρου και του μόσχου, που έμπαινε στην καρδιά μου. Δεν ξέρω αν ήσαν τα μάτια μου πνευματικά ή σωματικά, ο Θεός ξέρει.Στην αρχή είχα την αίσθηση ότι ήμουν εκεί με το σώμα. Δεν ένιωθα όμως το βάρος, την επιθυμία ή κάποιο άλλο χαρακτηριστικό του φθαρτού σώματος ,γιαυτό άλλαξα γνώμη,εκτός αν έχει ορίσει αλλιώς ο Θεός. Καθώς κυμάτιζαν παράδοξα τα δέντρα και με το θρόισμά τους ξέχυναν τερπνή μελωδία,ένιωθα πάλι την ευωδία και τη γλυκύτητα και έμενα εκστατικός.Ο νους μου είχε εισχωρήσει σε μια μυστική μεγαλοπρέπεια. Όλα αυτά με γέμιζαν χαρά και αγαλλίαση. Όταν σταμάτησε και ο τέταρτος άνεμος συνειδηοποίησα ένα φοβερό θαύμα:Σ' όλο αυτό το διάστημα δεν είδα καθόλου νύχτα. Εκεί υπήρχε αδιάλλειπτο φως, εκεί βασίλευε χαρά,ζωή,λαπρότης και αγαλλίασις. Στον ουρανό του ουρανού Ξαφνικά έπεσα σε έκσταση. Ένιωθα πως πατούσα πάνω στον ουρανό, πως με οδηγούσε κάποιος λαμπρός νέος φορώντας μανδύα, με πρόσωπο λαμπρό σαν τον ήλιο.Νόμιζα πως ήταν εκείνος που με χτύπησε στο πρόσωπο με το ανθισμένο κλαδί την ώρα που ξεψυχούσα από το κρύο,και διέταξε τους υπηρέτες τουνα με σηκώσουν. Καθώς με οδηγούσε, βλέπω ξαφνικά έναν ωραίο και μεγάλο σταυρό.Τριγύρω του υπήρχαν τέσσερα ανάερα πέπλα, που έμοιαζαν με φωτεινή νεφέλη.Τα δύα από αυτά έλαμπαν σαν αστραπή και τα άλλα δύο ήσαν λευκά σαν χιόνι.Κυκλικά είχαν σταθεί λευκοί μελωδισταί , ψηλοί και ωραίοι. Τα μάτια τους άστραφταν με πύρινες ακτίνες.Έψαλλαν ένα γλυκύ μέλος για τον Σταυρωθέντα. Ο οδηγός μου περνώντας μπροστά από το σταυρό τον κατεφίλησε και μου έκανε νόημα να κάνω το ίδιο.Έσκυψα λοιπόν με τη σειρά μου και τον προσκύνησα. Μόλις ασπάσηκα εκείνο το κοκκινωπό τίμιο ξύλο. γέμισα από ευωδία μέλιτος, που δεν οσφράνθηκα παρόμοια στον παράδεισο. Καθώς ανασήκωσα τα μάτια μου από το σταυρό τι να δω!Κάτω από μας η άβυσσος της θαλάσσης.Με κυρίευσε τρόμος. Φοβήθηκα μήπως γλιστρήσω και φώναξα στον οδηγό μου:"Κύριέ μου περπατώ στο κενό, νομίζω πως βαδίζω πάνω σε σύννεφο,φοβάμαι μήπως δε με βαστάξει και πέσω στη θάλασσα""Μη φοβάσαι.Πρέπει να ανεβούμε ψηλότερα" μου λέει και μου δίνει το χέρι. Βεθήκαμε αμέσως στο δεύτερο στερέωμα που ήταν λευκό σαν χιόνι.Εκεί βλέπω δύο σταυρούς όμοιους με του κάτω στερεώματος.Γύρω τους παράστεκε μεγαλειώδης ακολουθία όπως και στον πρώτο σταυρό. Ο αέρας εκεί ήταν πύρινος και ξεκούραζε πολύ τους όμορφους νέους.Ασπάστηκα κι εκείνους τους τίμιους σταυρούς με πόθο
  • 69.
    και έρωτα θεϊκό.Η ευωδία τους ακατάληπτη και ανερμήνευτη, προκαλούσε ευφροσύνη και τερπνότητα μεγαλύτερη από του πρώτου σταυρού.Ξαφικά βλέπω μια φωτιά που κατέφλεγε τα πάντα. Φοβήθηκα και ζήτησα πάλι βοήθεια από τον οδηγού μου."Δώσε το χέρι, μου λέει, θα ανεβούμε ακόμη ψηλότερα". Και αμέσως βρεθήκαμε στον τρίτο ουρανό." Ο τρίτος ουρανός "Και αμέσως βρεθήκαμε στον τρίτο ουρανό. Ο ουρανός αυτός δεν έμοιαζε καθόλου με τον ουρανό που βλέπουμε από τη γη.Απλωνόταν σα χρυσαφένιο δέρμα σε σχήμα πετάλου. Στα πρόθυρά του συναντήσαμε άλλους τρεις σταυρούς, πιο μεγάλους και επιβλητικούς,που είχαν τη λάμψη της αστραπής.Ο οδηγός μου πήρε θάρρος μπήκε μέσα στη φωτιά και τους προσκύνησε.Εγώ δεν τόλμησα να κάνω το ίδιο. Προσκύνησα από μακριά και προσπέρασα. Προχωρήσαμε αρκετά και φθάσαμε στο δεύτερο παραπέτασμα. Εκεί είδα κάτι σαν αστραπή απλωμένη στον αέρα. Ανεβήκαμε και περάσαμε μέσα.Ουράνια στρατιά από πλήθος αγγέλων αινούσαν και δοξολογούσαν το Θεό. Προσπεράσαμε κιαυτό και βρεθήκαμε σε άλλο χώρισμα από βύσσο και πορφύρα ανέκφραστη. Φθάσαμε σε μια λαμπρή τοποθεσία. Υπήρχε εκεί ένα άλλο θαυμαστό παραπέτασμα που έμοιαζε με πολύ λαμπρό και ξαθαρό ήλεκτρο.Κάποιο χέρι τον παραμέρισε και μας εδειξε να περάσουμε.Μέσα σ' αυτό συναντήσαμε αναρίθμητο πλήθος αγίων αγγέλων. Τα πρόσωπά τους φλογερά, έλαμπαν από μακριά πιο πολύ από τον ήλιο. Είχαν σταθεί με τάξη και πολλή κοσμιότητα με τα άυλα αναστήματά τους, μετέωροι σε κείνο το τρομερό ύψος. Στα χέρια τους κρατούσαν φοβερά σκήπτρα. Σχημάτιζαν αναρίθμητες λεγεώνες παρατεταγμένες δεξιά και αριστερά. "Όταν σηκωθεί αυτό το παραπέτασμα ",μου είπε ο οδηγός μου,δείχνοντάς το,"θα δεις τον Υιό του ανθρώπου να κάθεται στα δεξιά του Πατρός. Να πέσεις να τον προσκυνήσεις. Ο νους σου να είναι όλος προσηλωμένος σ' Εκείνον, για ν' ακούσεις τι θα σου πει". Ενώ άκουγα τις συμβουλές του, κοιτάζω το παραπέτασμα και βλέπω ένα μεγαλόπρεπο περιστέρι να κατεβαίνει και να κάθεται πάνω σ' αυτό.Το κεφάλι του ήταν σαν από χρυσάφι,το στήθος πορφυρό,τα φτερά λαμπερά σαν φλόγα, τα πόδια λευκά,ενώ τα μάτια τόξευαν φωτεινές ακτίνες. Καθώς απελάμβανα την ομορφιά του, ξαφνικά πέταξε στα ύψη. "Ενώπιος ενωπίω" Παραμερίστηκε και αυτό το παραπέτασμα και βλέπω τότε στο αχανές εκείνο ύψος, που καταπλήττει κάθε νου και διάνοια,θρόνο φοβερό ,υπερυψωμένο.Κανείς δεν τον κρατούσε, κρεμόταν μετέωρος. Από μέσα του έβγαιναν φλόγες πιο λευκές κι από το χιόνι.Επάνω στο θρόνο άστραφτε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Φορούσε βαθυκόκκινα και ολόλευκα ενδύματα. Η λαμπρότης του όμως -από συγκατάβαση στη δική μου αδυναμία-ήταν περιορισμένη.Είδα λοιπόν τη θεανθρώπινη ευπρέπεια και ωραιότητά του. Ήταν σαν να βλέπει κανείς τον ήλιο να σκορπίζει χαρούμενα τις πρώτες ακτίνες της ανατολής.Έπεσα και τον προσκύνησα τρεις φορές.Προσπάθησα ν' ανασηκωθώ και να αντικρύσω πάλι την ωραιότητά του, την πύρινη λαμπρότητα της δυνάμεώς του, αλλά δε μπόρεσα. Με είχε κυριεύσει ανέκφραστος φόβος , φρίκη και χαρά. Μέσα απ΄αυτό το φως ακούσθηκε μια φωνή, που με το δυνατό της ήχο έσχιζε τον αέρα.Ήταν μελιστάλαχτη ,ήπια και γλυκιά. Μου είπε τρεις
  • 70.
    λέξεις. Το νόημάτους το κατάλαβα και δοκίμασα πρωτόγνωρη πνευματική ηδονή.Σε λίγο μου είπε άλλες τρεις λέξεις,που μόλις τις άκουσα γέμισε η καρδιά μου από θεϊκή χαρά.Κατόπιν μου είπε για τρίτη φορά άλλες τρεις και ξαφνικά ακούστηκε ισχυρή δοξολογική καυγή από τα αγγελικά τάγματα:Άγιος, Άγιος,Άγιος. Κατάλαβα ότι αυτό έγινε για μένα. Η δοξολογία τους βέβαια ήταν ακατάπαυστη.Εκείνη όμως η εξαίσια μελωδία ήταν για την εύνοια που τόσο πλούσια έδειξε σε μένα ο Δεσπότης Χριστός. Μόλις άκουσα αυτές τις ανέκφραστες και θεϊκές λέξεις,κατέβηκα με τον ίδιο τρόπο που ανέβηκα. Ήρθα πάλι στον εαυτό μου και είδα πως βρέθηκα στον κήπο, απ' όπου είχε γίνει η αρπαγή μου. Αναλογιζόμουν με απορία τα όσα μου συνέβησαν.Που ήμουν και που βρέθηκα! Δε μπορούσα να καταλάβω πως πήγα σ' εκείνο το θεϊκό τόπο.Φέρνοντας στο νου μου τα όσα είδα εκεί και άκουσα, μονολογούσα:"Άραγε έχει έρθει και άλλος εδώ ή μόνον εγώ;" Αυτά σκεπτόμουν και ξαφνικά βλέπω ν' απλώνεται μπροστά μου μια πεδιάδα. δεν είχε δέντρα. Αλλά ήταν ωραία,χλοερή και ανθηρή, ασφυκτικά γεμάτη με κρίνα και τριαντάφυλλα.Είχε πηγές που ανάβλυζαν μέλι και γάλα. Αναδιδόταν μάλιστα θαυμάσια ευωδία. Αυτό το απαλό τοπίο, αυτή η αναπαυτική χλόη με έκανα να απορώ και να εκπλήττομαι για τα θαυμάσια του Θεού,που συναγωνίζονταν το ένα το άλλο σε λαμπρότητα. Και να! βλέπω έναν άνδρα αστραφτερό. Φορούσε χιτώνα σαν φωτεινή νεφέλη και κρατούσε στο χέρι σταυρό.Με πλησιάζει και μου λέει:"Η χάρις του σταυρωθέντος Κυρίου μας ας είναι μαζί σου. Μακάριοι οι σαλοί, γιατί έχουν μεγάλη φρόνηση.Ο Θεός εδώ σε έχει κατατάξει.Πήγαινε πρώτα στο καμίνι του κόσμου, εκεί που βρίσκονται συναγμένα τα τριβόλια και οι οχιές, τα φίδια και οι δράκοντες. Πάντως η παρουσία σου σ' αυτόν το χώρο είναι κάτι ασυνήθιστο και παράδοξο.Κανείς δεν ήρθε εδώ παρά μόνο εκείνος που κοπίασε περισσότερο απ' όλους για το ευαγγέλιο του Χριστού.Δεύτερος είσαι εσύ, επειδή άδραξες την ταπείνωση στην πιο τέλεια μορφή της. Ξέρω όμως πως την απέκτησες!Με την τέλεια πτωχεία,με το "φύγε σαλέ", με την εξουδένωση. Την απέκτησες γιατί μπήκες γυμνός και κάνοντας το σαλό στο στάδιο του κοσμοκράτορος, γιατί μονομάχησες μαζί του και τον νίκησες και έριξες το θρόνο του στη γη. Είδες τα εδώ μυστήρια; Κατάλαβες την αληθινή ανταπόδοση των δικαίων;Γνώρισες τον παράδεισο του Χριστού;Αντιλαμβάνομαι βέβαια ότι τα είδες και έφριξες.Πως σου φάνηκε ο μάταιος κόσμος συγκριτικά με τούτον; Τι λες, είδες λαμπρότητα; Είδες από ποια χαρά θέλουν να στερήσουν το εαυτό τους οι αμαρτωλοί;" Ενώ μου έλεγε αυτά ο λαμπροφόρος άνδρας με κοίταζε χαρούμενος και ευχαριστημένος. "Η κυρία Θεοτόκος,"συνέχισε να μου λέει, "η υπέρλαμπρη βασίλισσα των επουρανίων δυνάμεων δεν είναι εδώ. Περιέρχεται τον μάταιο κόσμο και βοηθεί όσους επικαλούνται τον μονογενή Υιό και Λόγο του Θεού και το πανάγιο όνομά της. Καλό θα ήταν να σου έδειχνα την υπέρλαμπρη κατοικία της, αλλά τώρα πρέπει να επιστρέψεις στον τόπο σου. Έτσι διέταξε ο Δεσπότης Χριστός". Ενώ μιλούσε, μου φάνηκε πως έπεσα σε ύπνο γλυκό και , σα να κοιμήθηκα από το βράδυ ως το πρωί, βρέθηκα όπως με βλέπεις εδώ. Τώρα λοιπόν να ευφρανθείς αγαπημένε μου φίλε, και ας αγωνιστούμε για τη σωτηρία μας και την κληρονομία των αιωνίων αγαθών" ΑΓΙΟΣ ΟΝΟΥΦΡΙΟΣ
  • 71.
    12η Ιουνίου :Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ὀνουφρίου. ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟΝ Εἰς τό, Κύριε ἐκέκραξα, ψάλλομεν Στιχηρὰ Προσόμοια. Ἦχος πλ. δ' Ὧ τοῦ παραδόξου θαύματος Πάτερ θεόφρον Ὀνούφριε, ἐν ἐρημίᾳ μὲ νύν, τῶν παθῶν αὐλιζόμενον, εἰς ὁδὸν εὐθείάν με, ἀρετῶν χειραγώγησον, πρὸς μετανοίας, τρίβον πρεσβείαις σου, πρὸς θελημάτων, Θεοῦ ἐκπλήρωσιν, πρὸς ἀδαπάνητον τῶν καλῶν ἀπόλαυσιν, ὅπως τὸ σόν, χαίρων παναοίδιμε, τελῶ μνημόσυνον. Πάτερ θεόφρον Ὀνούφριε, τὸν παγετὸν τῆς νυκτός, καὶ ἡμέρας τὸν καύσωνα, τὴ ἐλπίδι Ὅσιε, τῶν μελλόντων ὑπέμεινας, τὰ ἐπὶ γῆς σου, μέλη νεκρώσας γάρ, τῆς οὐρανίου ζωῆς ἐπέτυχες, ἔνδον γενόμενος, τῆς παστάδος Ἅγιε, περιχαρῶς, κάλλος τὸ ἀμήχανον, Ὁρῶν τοῦ Κτίστου σου. Πάτερ θεόφρον Ὀνούφριε, τῆς κοσμικῆς σεαυτόν, ἀποστήσας συγχύσεως, πρὸς τὴν ὑπερκόσμιον, ἀνηνέχθης ἀκρότητα, αὐτὴν ποθήσας, τῶν ἀγαθῶν τὴν πηγήν, αὐτὸ τὸ ὄντως ἐφετὸν ἔφθασας, οὗ ταὶς ἑλλάμψεσι, μάκαρ πυρσευόμενος ἁμαρτιῶν, ζόφου ταὶς πρεσβείαις σου, ἡμᾶς ἐξάρπασον. Δόξα... Ἦχος πλ. β' Ὅσιε Πάτερ, εἰς πᾶσαν τὴν γήν, ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος τῶν κατορθωμάτων σου, διὸ ἐν τοῖς οὐρανοίς, εὗρες μισθὸν τῶν καμάτων σου, τῶν δαιμόνων ὤλεσας τὰς φάλαγγας, τῶν Ἀγγέλων ἔφθασας τὰ τάγματα, ὧν τὸν βίον ἀμέμπτως ἐζήλωσας, Παρρησίαν ἔχων πρὸς Κύριον, ἐκτενῶς ἱκέτευε, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν. Τον Δ΄ αιώνα, κατά τον οποίον εμφανίζεται ο Μοναχισμός στους κόλπους της Αγίας του Χριστού Εκκλησίας, ως κίνηση απομακρύνσεως από τις οργανωμένες κοινωνίες προς τις έρημους, γεννήθηκε ο Όσιος Ονούφριος. Η Αίγυπτος είναι πατρίς του Οσίου, αλλά και του Μοναχισμού. Εις αυτήν διεμορφώθησαν οι μοναχικοί τύποι και τα μοναστικά συστήματα. Ο βιογράφος του, όσιος Παφνούτιος, αναφέρει ως πατρίδα του Ονουφρίου την Περσία, πράγμα όμως που δεν μνημονεύεται ούτε εις τα εν χρήσει Συναξάρια, ούτε και εις τον Κανόνα της εορτής αυτοί). Ο όσιος Ονούφριος στην αρχήν της μοναχικής του πολιτείας εισέρχεται σε Κοινόβιον παρά τη Ερμουπόλει της Θηβαΐδος. Το κοινοβιακό σύστημα αποτελεί αυστηροτέρα μορφή του Λαυρεωτικού και διεμορφώθη υπό του Οσίου Παχωμίου του Μεγάλου τον Δ' αιώνα εις την Αίγυπτον. Ούτος συνήγαγε τους μοναχούς εις ένα οικοδόμημα και έδωκεν εις τον μοναχικόν βίον κοινωνικωτέραν μορφήν. Το πρώτον κοινόβιον ιδρύθη περί το 320 εις Ταβεννίσιδα (= Φοίνικες της Ισιδος) παρά την ανατολικήν όχθην του Νείλου πόταμου. Εις το κοινόβιον της Ερμουπόλεως ο Ονούφριος εδιδάχθη τα του μοναχικού βίου. Εκεί ήκουσε δια την ήσυχον και ερημικήν ζωήν δύο μεγάλων μορφών της Εκκλησίας μας, τον ασκητικόν και ερημικόν βίον του Προφήτου Ήλιου του Θεσβίτου, ο οποίος ήτο «ενδεδυμένος μηλωτήν (= δέρμα προβάτου) και ζώνην δερματίνην περιζωσμένος την οσφήν αυτού» και τον μιμητήν αυτού Ιωάννην τον Πρόδρομον και προετοιμαστήν της παρουσίας Χρίστου, ο όποιος, ως και ο Ηλίας, φέρων ασκητικόν ένδυμα και ακολουθών τον ερημικόν βίον εκήρυξεν εις τον λαόν το βάπτισμα μετανοίας.
  • 72.
    Τῆς μακαριότητος τῆςὑπὲρ νοῦν ὀρεγόμενος, ἑλογίσω θεσπέσιε, τρυφὴν τὴν ἐγκράτειαν, τὴν πτωχείαν πλοῦτον, τὴν ἀκτημοσύνην, περιουσίαν ἀληθῆ, καὶ εὐδόξίαν τὴν μετριότητα, διὸ καὶ τῆς ἐφέσεως, τῆς κατὰ γνώμην ἐπέτυχες, ἐν σκηναῖς αὐλιζόμενος τῶν Ἁγίων Ὀνούφριε. Στίχ. Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ Ὁσίου αὐτοῦ. Δρόμον τῆς ἀσκήσεως, ἀπεριτρέπτως τετέλεκας, καὶ τὴν πίστιν τετήρηκας, ἐντεῦθεν καὶ στέφανον, ἐκομίσω Πάτερ, τῆς δικαιοσύνης, ὃν σοὶ ἡτοίμασε Χριστὸς ὁ κατ' ἀξίαν νέμων τὰ ἔπαθλα, καὶ γέρα χαριζόμενος καὶ τὴν τῶν πόνων ἀντίδοσιν, ὃν καὶ νὺν ἡμᾶς ῥύσασθαι, ἐκ κινδύνων δυσώπησον. Στίχ. Μακάριος ἀνὴρ ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον. Πᾶσαν ἡδυπάθειαν, ὑπωπιάζων τὸ σώμά σου, ἀπηρνήσω θεόσοφε, πικραίνων τὴν αἴσθησιν, ἐγκρατείας πόνοις, καὶ σκληραγωγίας, ὑπομονή τε πειρασμῶν, καὶ καρτερία τῶν περιστάσεων, ἀνθ' ὧν τὴν ἀτελεύτητον, ἀντιλαμβάνεις ἀπόλαυσιν, καὶ τρυφὴν ἀδιάδοχον, καὶ χαρὰν ἀνεκλάλητον. Δόξα... Ἦχος πλ. δ' Τῶν μοναστῶν τὰ πλήθη, τὸν καθηγητὴν σὲ τιμῶμεν Ὀνούφριε, διὰ σοῦ γὰρ τὴν τρίβον, τὴν ὄντως εὐθεῖαν πορεύεσθαι ἔγνωμεν, Μακάριος εἶ, τῶ Χριστῷ δουλεύσας, καὶ ἐχθροῦ θριαμβεύσας τὴν δύναμιν, Ἀγγέλων συνόμιλε, Ὁσίων συμμέτοχε Καὶ Δικαίων, μεθ' ὧν πρέσβευε τῶ Κυρίω, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν. Μετά τα όσα άκουσεν στο Κοινόβιον της Ερμουπόλεως, ο Όσιος Ονούφριος ενθουσιάσθηκε δια τον ερημιτικό βίο και τον αναχωρητισμό. Η αναχωρητική και ερημιτική μορφή του μοναχικού βίου αποτελεί το πρώτον είδος αυτού και επαρουσιάσθηκε στην Αίγυπτον κατά την περίοδον των διωγμών και μάλιστα των του Δεκίου (249 - 251). Οι ερημίτες μοναχοί, οι οποίοι κατά την εποχήν του Μεγάλου Αντωνίου ανήρχοντο εις 5.000, καταφρονούντες δε την σκληρότητα της ερήμου έζων επί της πυρακτωμένης άμμου και εβίουν απομεμονωμένοι. Ούτοι μόνον κατά τις Κυριακές και μεγάλες εορτές προσήρχοντο εις τον πλησιέστερον Ναόν, προκειμένου να συμπροσευχηθούν και να κοινωνήσουν των άχραντων Μυστηρίων. Ο όσιος Ονούφριος, νεκρώσας «τα έπι της γης μέλη» και υπομείνας «τον παγετόν της νυκτός και της ημέρας τον καύσωνα» επέτυχε της ουρανίου ζωής, βλέπων, όπως τονίζει ο υμνογράφος αυτού, «το αμήχανον κάλλος του Κτιστού» του. Έφθασε το πράγματι «εφετόν» δια της απαρνήσεως κάθε κοσμικής συγχύσεως και κατώρθωσε την ποθουμένην «υπερκόσμιον ακρότατα». Επέτυχεν εις την έρημον, όπου έζησε περίπου 60 έτη, να έχει ως τροφή την εγκράτειαν και ως πλούτον την πτωχείαν και την ακτημοσύνην. Έφθασε δέ εις τοιούτον βαθμόν υπομονής εις τους πειρασμούς, ώστε την ηδυπάθειαν, την σκληραγωγίαν και τους πόνους της εγκράτειας να τους αντιμετωπίζει με καρτερίαν και χαράν ανεκλάλητον. Εμελέτησεν εις την έρημον τον νόμον του Χριστού, τον οποίον είχε πάντοτε εις την καρδίαν του. Ευρισκόμενος εις την άβατον ερημον κατά μόνας, επιποθούσε μόνον τον Χριστόν και εντρυφούσεν εις το άγιον και φωτεινόν κάλλος Του. Εγέμισε τον εαυτόν του, ο όσιος Ονούφριος, με το φως της αληθινής και θείας γνώσεως και έτσι επέτυχε της διασκεδάσεως των παθών και έφθασεν εις το σημείον της απάθειας. Πληρωθείς του Ακτίστου Φωτός μετεμορφώθη και ούτως ομοιώθη τω Δημιουργώ και Πλάστη αυτού. Συνηριθμήθη με τους Αγγέλους ο Όσιος του Θεού, διότι ελαβεν εις την καρδίαν του κατόπιν όλων των πνευματικών αγώνων που ανεφέραμε, το ουράνιον φως και απεδείχθη δοχείον της «ακηράτου Τριάδος». Επλήρωσε τον νουν
  • 73.
    του η αγάπηκαι το υπέρλαμπρον Φως της Τρισηλίου Θεότητος. Δια της ουράνιας ευφροσύνης και Χάρι¬τος του Θεού κατέστη «πασών τών αρετών το Κεφάλαιον». Έχων ο θεσπέσιος ούτος πατήρ πολλήν εγκράτειαν εθέρισε τον στάχυν της αγνείας, επτέρωσε την ψυχήν του προς τον ουρανόν και ενούμενος μετά του Θεού δια της αγάπης ήκουσε της «ευλογημένης φωνής» εκ του θρόνου του Παντάνακτος Θεού, ότι πράγματι είναι το δοχείον του θείου Πνεύματος. Επεδίωκεν ο μακάριος, κατά την ρησιν του ψαλμωδού, Ονούφριος πάντοτε να ευαρέστη τω Κυρίω και επεπόθη συνεχώς να συνομιλη με τον Δημιουργόν του διά της αδιάλειπτου προσευχής. Ο όσιος είχεν ως ένδυμα, κατά την προτροπήν του αγίου Αποστόλου Παύλου, τον Ιησούν Χριστόν, ένδυμα το οποίον ουδέποτε προσέβαλε διά πνεύματος αργίας, περιεργίας, φιλαρχίας και αργολογίας. Επιβραβεύων ο Κύριος της δόξης την αμέριστον προς Αυτόν αγάπην και αφοσίωσιν, άλλα και τους υπέρ Αυτού πνευματικούς και σωματικούς αγώνας του όσιου Ονουφρίου, ωδήγησε προς αυτόν, προ της κοιμήσεως του, τον Παφνούτιον, άνδρα ενάρετον και φίλον της ησυχίας και της αδιάλειπτου προσευχής, προκειμένου να δει την πνευματικήν καταξίωσα» του Οσίου και μεριμνήσει και επιληφθή τα της ταφής του ηγιασμένου αυτού σκήνους. Ὑπῆλθες τὸν Χριστοῦ ζυγόν, Ὀνούφριε, ἐρήμοις ἀβάτοις σὺ καταμόνας, ὁμιλεῖν ἐπιποθῶν αὐτῷ, καὶ τοῦ κάλλους τρυφᾶν, δόξης τῆς θείας αὐτοῦ. Φωτίσας σεαυτὸν φωτὶ τῆς γνώσεως, καὶ γνόφον σκεδάσας τῶν παθημάτων, ἐν πλαξὶ ταὶς τῆς καρδίας σου, ἀπαθείας τὸν νόμον Πάτερ εἴληφας. Θεοτοκίον Ῥανίδι συμπαθῶς τὴ τῆς πρεσβείας σου, τὴν φλόγα κατάσβεσον τῆς ψυχῆς μου, Θεοτόκε ἀειπάρθενε, συμπαθείας πηγὴν μοὶ ἐπαρδεύουσα. Ὁ Εἱρμὸς «Στερέωσον ἡμᾶς ἐν σοὶ Κύριε, ὁ ξύλω νεκρώσας τὴν ἁμαρτίαν, καὶ τὸν φόβον σου ἐμφύτευσον, εἰς τὰς καρδίας ἡμῶν τῶν ὑμνούντων σέ». Κάθισμα Ἦχος δ' Ταχὺ προκατάλαβε Ἐμάκρυνας Ὅσιε, καὶ ἐν ἐρήμοις σαφῶς, ηὐλίσθης τὸν Κύριον, ῥυόμενόν σε δεινῶν, ἀεὶ ἐκδεχόμενος, Ὅθεν εὐαρεστήσας, τῶ Δεσπότη παμμάκαρ, εἴληφας τὴν ἀγήρω, οὐρανῶν βασιλείαν, ἐν ἢ νὺν αὐλιζόμενος, μνήσθητι τῶν τιμώντων σε. Προ της τελευτής του και παρουσία του Παφνουτίου ο όσιος Ονούφριος είπε την εξής προσευχήν: «Ύψιστε Θεέ και αόρατε, ου ή δύναμις ανεξιχνίαστος και η δόξα ακατανόητος και ανέκφραστος, και το έλεος άπειρον και αμέτρητον, υμνώ, ευλογώ, προσκυνώ και δοξάζω Σε, Ον επόθησα εκ νεότητος μου και Σοι ηκολούθησα. Επάκουσόν μου, προς Σε γαρ εκέκραξα, ότι επείδες την ταπεινωσίν μου, έσωσας εκ των αναγκών τήν ψυχήν μου, ου συνέκλεισάς με εις χείρας εχθρών, άλλ' έστησας εν εύρυχώρω τους πόδας μου. Δέομαι Σου, Κύριε μου τη Ση δεξιά σκέπασόν με, ίνα μη ταραχθή η ψυχή μου από τους δαίμονας, όταν εξέρχεται εκ του σώματος, άλλα παράλαβε αυτήν δι' άγιων Αγγέλων Σου και κατάταξον αυτήν ένθα επισκοπεί το φώς του προσώπου Σου, ότι ευλογητός ει και δεδοξασμένος εις τους αιώνας. Μνήσθητι Πανοικτίρμον και Πολυέλεε του πιστού λαού Σου. Και όστις ευρεθή εις κίνδυνον θαλάσσης ή εις θυμόν δικαστού ή εις άλλην τινά στενοχωρίαν, και Σε επικαλεσθή
  • 74.
    λέγων Παντοδύναμε Κύριε,δια πρεσβειών του δούλου σου Ονουφρίου ελέησον με, παρακαλώ την βασιλείαν Σου, καθώς μου έταξες επάκουσόν της δεήσεως αυτού». Αφού είπε την ως άνω προσευχήν, έλεξε και τα εξής «Κύριε εις χείρας Σου παρατίθημι το πνεύμα μου». Ο όσιος Ονούφριος ετελεύτησε την εδώ βιοτή του την 12ην Ιουνίου, ημέραν κατά την οποίαν η Ορθόδοξος Εκκλησία μας τίμα και γεραίρει την μνήμην του. Ο βιογράφος του, Παφνούτιος, αναφέρει ότι δύο λέοντες ήνοιξαν τον τάφον του Οσίου. Βιβλιογραφία 1. Χορτάτος, Αρχιμ. Τίτος. Ιερά Μονή Οσίου Ονουφρίου. 2η Έκδοση. Αθήνα : Εκδόσεις Ιεράς Μονής Οσίου Ονουφρίου εν Ιερουσαλήμ, 2006. Βίος και Πολιτεία της Οσιομάρτυρος Μητρός ημών Φιλοθέης της Αθηναίας †Διονυσίου Ψαριανού, Επισκόπου Ρωγών, Εκδ. Αποστολική Διακονία, 1953, σελ. 55-62 ...Μία κατ' εκείνους εχρημάτισε και η νυν εις ευφημίαν και μνήμην προκειμένη αγία, η οποία ωρμάτο εκ της πόλεως των Αθηνών, μητρός μεν Συρίγης, πατρός δε Αγγέλου Μπενιζέλου τουπίκλην, από του οποίου το γένος εισέτι και νυν διασώζεται εν Αθήναις, αμφοτέρων φιλευσεβών, ευγενών και πλουσίων. Μάλιστα η ειρημένη Συρίγα όσο είχε την εξωτερική υπερηφάνειαν και πλουσιότητα, τόσον επλούτει και την εσωτερικήν, ούσα κατάκοσμος από διαφόρους αρετάς και το πλέον από την χριστομίμητον ελεημοσύνην. Ούσα δε στείρα και άγονος και περί τούτου ως εικός λυπουμένη, δεν επρόσδραμε εις ανθρωπίνας τέχνας και ιατρείας, καθώς ομοιοπαθείς γυναίκες συνηθίζουν την σήμερον, αλλά γενναίω φρονήματι μιμουμένη την θεοχαρίτωτον εκείνην και προφήτιδα ʼνναν, κατέφυγε μετά πίστεως προς την παντοδύναμον και πανάγαθον Ιατρόν και εις την μεσιτείαν της Αειπαρθένου και Θεοτόκου Μαρίας, εκλιπαρούσα ταύτην θερμώς να διαλύση την επώδυνον στείρωσιν. Και γε της δεήσεως ου παρήκουσεν ο το θέλημα των φοβουμένων αυτόν ποιών Κύριος. Εν μια γαρ των ημερών εισελθούσα κατά το ειωθός αυτή εις τον της Θεοτόκου Ναόν και από τον κόπον της συντόνου και επιμόνου προσευχής αποκοιμηθείσα ολίγον, βλέπει ότι εξήλθεν εκ της θεομητορικής εικόνος φως μέγα και έκλαμπρον και εμβήκεν εις την κοιλίαν της και ούτως αφυπνώσασα και καθ' εαυτήν κρίνουσα το οραθέν, έλαβε πληροφορίαν, πως επέτυχε της αιτήσεως, ο και εγένετο. Μετ ' ολίγον γαρ συλλαβούσα, εγέννησε θυγατέρα και επωνόμασεν αυτήν Ρεβούλαν. Η οποία ως τέκνον δι' ευχής θεόθεν δεδωρημένον εξ απαλών ονύχων προεμήνυε τα μετά ταύτα ενάρετα αυτής και θεοειδή κατορθώματα και όσον ήυξανε κατά την σωματικήν ηλικίαν, τόσον προέκοπτε και κατά την ψυχήν, έχουσα και προσεχές το παράδειγμα της μητρός της και ως δένδρον πεφυτευμένον παρά των υδάτων τας διεξόδους, έσπευδε να αποδώση εκατονταπλασίονα τον καρπόν. Λοιπόν φθάσασα τον δωδεκαετή χρόνον της ηλικίας της, εζητήθη επί γαμική συζυγία παρά τινός των τότε πρωτίστων της πόλεως, αλλ' αύτη η αοίδιμος τρέφουσα πόθον εις την καρδίαν της εις το να φυλάξη την παρθενίαν και ασκητικώς να πολιτευθή, το μεν πρώτον απέβαλε το τέτοιον ζήτημα ως απάδον εις τον θεοφιλή της σκοπό. Ύστερον δε από την πολλήν βίαν και τας ενοχλήσεις, όπου καθ' εκάστην οι γονείς αυτής
  • 75.
    έκαμναν, δικαιολογούμενοι ότιδεν έχουν διάδοχον έταιρον της ενούσης αυτής περιουσίας, έστερξε και ακουσίως και συνεζεύχθη νομίμω ανδρί, όστις με το να έτυχε γνώμης σκληράς και σχεδόν απανθρώπου, την έθλιβεν καθημερινώς με διαφόρους κακώσεις και τιμωρίας. Η δε αείμνηστος υπομένουσα ευχαρίστως ένα τοιούτον τύραννον και όχι ομόζυγον, επραγματεύετο παντοιοτρόπως την σωτηρίαν και την διόρθωσίν του, πότε μεν τον Θεόν παρακαλούσα να μεταβάλη του τρόπου αυτού το εκτεθηριωμένον και φαύλον, πότε δε αυτόν εκείνον νουθετούσα και διελέγχουσα. Και έτσι επέρασε μετ ' αυτού τρεις όλους χρόνους δια πολλών θλίψεων και βασάνων, έως οπού ο Θεός, βλέπων την ταύτης υπομονήν και το εκείνου αμετανόητον, τον εθέρισε με το δρέπανον του θανάτου. Η δε Αγία μετά την αυτού αποβίωσιν διέτριβε του λοιπού εις το πατρικόν της σπήτιον προς ένα και μόνον σκοπόν αφορώσα, το πώς να ευαρεστήση εις τον Θεόν με όλα τα είδη της αρετής, τον οποίον και καθικέτευεν νυκτός και ημέρας δια να την ενισχύση εις ον και πρότερον είχε σκοπόν, με όλον οπού πάλιν οι γονείς της δεν έπαυον από του να της προβάλλουν καθ' εκάστην και δεύτερον γάμον, διότι εζητείτο επιμόνως παρά πάντων των εν τη πόλει περιφανών δια τε το ευγενές και περιόν του πλούτου. Αλλ' ήσαν πλέον «αδάμαντα παίοντες και λίθον εψώντες », κατά την παροιμίαν. Μάλιστα, οπού ως θυσίαν αινέσεως τω Κυρίω προσέφερεν, ηξιώθη και θείας οπτασίας επιστηρίζουσης αυτήν εις την θεοφιλή και θεάρεστον γνώμην. Δέκα χρόνοι ήσαν της χηρείας της περασμένοι και οι μεν γονείς αυτής αφέντες τας εν γη διατριβάς απέρασαν εις την άλλην ζωήν, η δε Αγία ελευθερωθείσα από τέτοια εμπόδια και δοξάσασα τον Θεόν, ήρξατο εν ταπεινοφροσύνη πνεύματος ασκητικωτέρας διαγωγής, νηστείαις, αγρυπνίαις και προσευχαίς σχολάζουσα και ως φιλόπονος μέλισσα ειργάζετο το γλυκύτατον μέλι της αρετής. Και πρώτον μεν δι' εν οράματι επιταγής του Αγίου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου οικοδομεί Παρθενώνα, επ' ονόματι τούτου τούτον τιμήσασα, με ικανά κελλία και άλλα αναγκαία οικοδομήματα και περιοχάς και τον επροικοδότησε με μετόχια και υποστατικά ικανά προς αναγκαίαν ζωοτροφίαν των εν αυτώ μοναζουσών, ο οποίος Παρθενών σώζεται εν Αθήναις μέχρι της σήμερον, Θεού χάριτι κατοικημένος από μοναζούσας παρθένους και πλουτισμένος ου μόνον με υποστατικά διάφορα και μετόχια, ως προείρηται, αλλά και με πολυειδή χρυσοΰφαντα ιερατικά και σκεύη δια τας ετησίους ιερατικάς τελετάς και ολονυκτίας όπου επιτελούνται και προ τούτων πάντων σεμνυνόμενο και εγκαλλωπιζόμενος με τον θησαυρόν του τιμίου αυτής και αγίου Λειψάνου, το οποίον είναι αποτεταμιευμένον και αποτεθειμένον εις το δεξιόν μέρος του Ιερού Βήματος, παρά πάντων ευλαβώς ασπαζόμενον και θαυμαστήν αποπνέον την ευωδίαν εις εναργή μαρτυρίαν και σημείο της αγιότητος. Ύστερον δε, μετά την του Παρθενώνος λέγω τελείωσιν, πρώτη αύτη κειραμένη την κόμην, Φιλοθέη μετονομασθείσα, ως εν σταδίω της ασκήσεως αυτώ εισεπήδησε, συνεπαγομένη μεθ ' εαυτής και τας θεραπαινίδας, όπου είχε διατρίβουσα εν τω πατρικώ αυτής οίκω ούσας παρ' αυτής προκατηχημένας και προπαρασκευασμένας εις την κατά Θεόν πολιτείαν. Ου μην δε αλλά και ουκ ολίγαι των εν τη πόλει περιβλέπτων παρθένων ασμένως αποτασσόμεναι τοις προσκαίροις και φθειρομένοις του κόσμου τούτου τερπνοίς και το μοναχικόν ενδυόμεναι Σχήμα, υπό καθηγουμένη τη μακαρία τήδε υπετάσσοντο και υπέκυπτον. Διότι, ποία ακούουσα τα ψυχοσωτήρια εκείνης και γλυκύτατα λόγια ή ποία το πράον της γνώμης και την πάσαν των αγαθών σύρροιαν κατανοούσα δεν ήθελε ελκυθή ως υπό μαγνήτου ο σίδηρος; Το δε εις τους δεομένους συμπαθές και φιλάνθρωπον και την καθημερινήν φροντίδαν και έγνοιαν,
  • 76.
    οπού είχεν υπέραυτών, ποιούσα και λέγουσα μετά Παύλου, « τίς ἀσθενεῖ καί οὐκ ἀσθενῶ ;» ποίος ήθελεν ημπορέσει αξίως να επαινέση ; Τα Νοσοκομεία και Ξενοδοχεία, οπού ολίγον μακράν του Μοναστηρίου έκτισεν, είναι αρκετόν τεκμήριον της φιλοικτίρμονος εκείνης και ευσπλαγχνικωτάτης ψυχής, εις τα οποία εισερχομένη η ιδία αυτή επεσκέπτετο τους διαφόροις νοσήμασι κατεχομένους, ου μόνον με όλα τα προς τροφήν και σωματικήν ανάπαυσιν αναγκαία, αλλά και με παραμυθητικά και ευαγγελικά λόγια, διατρέφοντα την ψυχήν, γινομένη τα πάντα τοις πάντοις, ίνα τους πάντας κερδήση, κατά τον Παύλον ή τους πλείονας. Ούτω γουν ώστινος πηγής πολυχεύμονος ελέους και συμπαθείας της Αγίας γνωριζομένης και λεγομένης και πάντων των χρηζόντων προς αυτήν συρρεόντων, συνέβη το Μοναστήριον να καταντήση εις εσχάτην πτωχείαν και αι εν αυτώ μονάζουσαι ήρχισαν να γογγύζουν κατά της Αγίας και να μικροψυχούν δια την στέρησιν των προς το ζην αναγκαίων. Αλλ' η θεοχαρίτωτος αύτη δεν έπαυε από του να τας νουθετή λέγουσα, ότι να έχουν πίστιν εις τον Θεόν, τον και τους νεοσσούς των κοράκων τους επικαλουμένους αυτόν διατρέφοντα και να στέκωσι στερεαί εις τα αψευδέστατα αυτού και πανάγια λόγια, οπού λέγουν: « ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ και ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν ». Το οποίον και έγινε μετ ' ολίγας ημέρας εμπράκτως δια μέσου δύο αρχόντων, οίτινες κατά θείαν νεύσιν ήλθον χάριν προσκυνήσεως εις το Μοναστήριον και έδωκαν τη Αγία μιαν πλουσιοπάροχον ελεημοσύνην και έτσι αι αδελφαί εδόξασαν τον πλουτοδότην Θεόν και εθαύμασαν την προς αυτόν της Αγίας αδίστακτον πίστιν. Ήσαν δε κατ' εκείνο του καιρού υπό τους Αγαρηνούς γυναίκες αιχμάλωτοι από διαφόρους τόπους εν ταις Αθήναις. Αλλ' την συμπάθειαν και φιλανθρωπίαν και πειρασμούς και κινδύνους, οπού υπέρ της εκείνων σωτηρίας και αναρρύσεως υπέμεινεν η αείμνηστος, πας λόγος αδυνατεί προς αξίαν να παραστήση. Ημείς όμως εν εκ πολλών ειπόντες, θέλομεν κάμει τους αναγινώσκοντας να συμπεράνουν ποταπήν ζέσιν και πόθεν είχεν η όντως φιλόθεη Φιλοθέη υπέρ της των αδελφών σωτηρίας. Τέσσαρες γυναίκες αιχμάλωτοι ακούσασαι την της Αγίας φήμην και ευκαιρίας τυχούσαι, εδραπέτευσαν από τους αυθέντας τους, όπου τους εβίαζαν εις την της πίστεως εξάρνησιν και κατέφυγον προς αυτήν. Η οποία με την συνηθισμένην της ευμένειαν και φιλοφροσύνην αυτάς υποδεξαμένη, και νουθετήσασα ικανώς εις το να στέκουν ανδρείαι εις τους υπέρ πίστεως κινδύνους και να μην λυπούνται πολλά δια τη δουλείαν, επαρατηρούσε καιρόν αρμόδιον εις το να τας κατευοδώση εις τα ιδίας αυτών πόλεις. Ου πολύ το εν μέσω και οι κύριοι των φυγάδων μαθόντες τα γενόμενα, ώρμησαν ως άγριοι θήρες εις την κέλλαν της Αγίας και αρπάσαντες αυτήν, και τοι γε ούσαν κλινοπετή ημέρας πολλάς, παρέστησαν τω τότε ηγεμόνι, μουσουλμάνω και αυτώ όντι, και την έβαλαν εις σκοτεινήν φυλακήν. Η δε χαρείσα επί τούτω μάλλον ή λυπηθείσα, ήτο έτοιμη να θυσιάση και αυτήν την ζωήν, παρά να προδώση τας ικέτιδας εκείνας γυναίκας, δεικνύουσα εμπράκτως την λέγουσαν εν Ευαγγελίοις φωνήν : «μείζονα ταύτης αγάπη ουδείς έχει, ίνα τις θη την ψυχήν αυτού υπέρ των φίλων αυτού». Ποίος ήθελε κρίνη ολιγώτερον τούτο από εκείνο, οπού έκαμε πάλαι ο μέγας Πατήρ ημών και ουρανοφάντωρ Βασίλειος;Ούτος γαρ δια μια χήραν γυναίκα των ευγενών, όπου εβιάζετο τότε από τον ύπαρχον εις δευτέρου γάμου κοινωνίαν και εις διαφέντευσιν της οικείας σωφροσύνης κατέφυγε προς αυτόν, αντέστη γενναιοφρόνως και μετά χαράς πρότερον ήθελε προτείνει εις σφαγήν τον αυχένα, παρά να προδώση την σώφρονα εκείνου χήραν. Και περί τούτου ανάγνωθι και στοχάσου πόσον υπερθαυμάζεται εις τον επιτάφιον αυτού λόγον, οπού συνέγραψεν ο ομότροπος αυτώ και σύγχρονος Γρηγόριος ο Θεολόγος.
  • 77.
    Τη επαύριον πάλινσυνάγεται πλήθος πολύ των Αγαρηνών, και ως κατά του Κυρίου πάλαι οι Ιουδαίοι, εβόων το « ἔνοχος θανάτου ἐστί ». Τότε ο ηγεμών εκβαλών της φυλακής την αγίαν της επροέβαλε να διαλέξη από τα δύο το εν, ήτοι δηλονότι το δια ξίφους θάνατον ή την εξόμωσιν της θειοτάτης και ευαγούς ημών λατρείας. Αλλ' ω της εκείνου ανοίας και ματαιοφροσύνης, εις ποίαν πέτραν τα βέλη της αθεΐας εδοκίμασε να ρίψη ο δείλαιος! «Εγώ, λέγει, ω ηγεμών, διψώ να υπομείνω διάφορα είδη κολαστηρίων δια το όνομα του Χριστού, το οποίον εξ όλης ψυχής και καρδίας Θεόν αληθινόν και άνθρωπον τέλειον λατρεύω και προσκυνώ και μου κάμνεις μεγάλην χάριν, αν μια ώραν προτύτερα με ήθελες εξαποστείλει προς αυτόν δια του μαρτυρικού τούδε στεφάνου». Με τέτοια λόγια τω τυράννω αποκριθείσα η τρισολβία και φερώνυμος Φιλοθέη, βέβαια εντός ολίγου ήθελε τελειωθή δια μαρτυρίου ανίσως και μετ ' ου πολύ κατά θείαν άντικρυς βούλησιν δεν ήθελαν προφθάσει τινές των χριστιανών και την πάσαν αλήθειαν ερευνήσαντες και τον κριτήν καταπραΰναντες, ήθελαν την ελευθερώσει. Και ούτως απήλθεν εις τα ίδια η Αγία Μάρτυς αναίμακτος, καθώς επί Κωνσταντνίνου του Μεγάλου ο μυροβλήτης Νικόλαος, και πάλιν μετά πολλών ετών περιόδους ο από Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ο Παλαμάς. Τέτοια περιστατικά άρα γε να επροξένησαν εις την Αγίαν καμμίαν ψυχρότητα ή αμέλειαν εις τον δρόμο της αρετής; Ουδαμώς. Αλλ' έκτοτε πάλιν η παμμακάριστος των με όπισθεν επιλανθανομένη, τοις δε εμπροσθεν επεκτεινομένη, δεν έπαυε καθ' εκάστην από τας συνηθισμένας της αγαθοεργίας, ου μόνον την ιδίαν της την ψυχήν κατακοσμούσα με όλην την καλλονήν και ευπρέπειαν των αρετών, αλλά και των άλλων τους μεν επιστηρίζουσα εις το καλόν, τους δε βελτιούσα και εις μετάνοιαν άγουσα. Δια τούτο και αποκλειστικώς διεπέρασεν εις την νήσον Τζίαν, ένθα προ πολλού είχε οικοδομημένον Μετόχιον, δια να αποστέλλη τας μοναζούσας εκείνας παρθένους, οπού είχον φόβον από διαφόρους αιτίας να διατρίβωσιν εν Αθήναις και επιμείνασα εκεί χρόνον συχνόν, και τας ασκουμένας αδελφάς θεαρέστως κατηχήσασα εις της μοναδικής ζωής την ακρίβειαν, επέστρεψε πάλι εις τας Αθήνας. Τις αριθμήση πλέον τα μετά την επάνοδον αυτής ένθεα κατορθώματα; Την εις τους δεομένους αφθονίαν, το φιλόξενον, τας παννυχίους στάσεις, την άκραν εγκράτειαν ; Ούτως ουν εν πράξει και θεωρία τελείως τον εαυτής βίον ρυθμίσασα, ηξιώθη παρά Θεού να επιτελή θαυμάσια, από τα οποία θέλομεν ειπεί εν εις μαρτυρίαν. Νεανίας τις, ποιμήν προβάτων, δεδομένος εκ νεαράς ηλικίας εις κλεψίας και άλλας ραδιουργίας, κατά Θεού παραχώρησιν κατεκρατήθη υπό του Σατανά, όθεν γυμνός και τετραχηλισμένος εφέρετο εις όρη και σπήλαια, θέαμα όντως ελεεινόν. Πολλάκις όταν ήρχετο εις τον εαυτόν του εσύχναζεν εις τα πέριξ μοναστήρια δια να εύρη ιατρείαν του πάθους του, πλην εις μάτην. Τέλος πάντων παρ' άλλων οδηγηθείς προσήλθε και τη Αγία, η οποία ευσπλαγχνιθείσα αυτόν, μετά συντόνου και εκτενούς προσευχής τον ελύτρωσε της διαβολικής εκείνης μάστιγος και νουθετήσασα αυτόν ικανώς τον εκούρευσε και Μοναχόν και ούτως επέρασε το υπόλοιπο της ζωής του εν μετανοία και ασκήσει, θαυμαζόμενος υπό πάντων. Πολλοί λοιπόν τόσο εκ της ιδίας πολιτείας των Αθηνών, όσον και εκ των πέριξ κωμών ακούοντες την φήμην της Αγίας, προσερχόμενοι ελάμβανον ψυχικάς και σωματικάς ιατρείας, όθεν δια την τοιαύτην ενόχλησιν και δια το πλήθος των Μοναζουσών, οπού καθ' εκάστην ημέραν ηύξανον και εστεναχωρείτο το Μοναστήριον, επαρακινήθη η Αγία και ωκοδόμησε και έτερον μακράν ολίγον της πόλεως εις τόπον λεγόμενον Πατήσια, προς τελειοτέραν ησυχίαν των αδελφών, εις το
  • 78.
    οποίο συχνάζουσα συνεφιλοσόφεικαι συνησκείτο μετά των υπ' αυτήν. Όπως δε ηξιώθη η αείμνηστος και μαρτυρικού ήδη τέλους, ακούσατε. Των εκ της ʼγαρ τινές τρέφοντες προ πολλού κατ' αυτής μίσος και έχθραν ανείκαστον δια τας αιτίας εκείνας, οπού εν προοιμίοις ειρήκαμεν, επήγαν δια νυκτός εις το εν Πατήσιοις ειρημένον Μονύδριον (έτυχε δε τότε να επιτελήται η μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος Διονυσίου του Αρεοπαγείτου και η Αγία μετά των λοιπών αδελφών να προσμένωσι τω θείω Ναώ, ολονύκτιον ακολουθίαν ποιούσαι ) και εισπηδήσαντες πέντε εξ αυτών, ήρπασαν την Αγίαν και από τας περισσάς μάστιγας και τα τραύματα την άφησαν σχεδόν ημιθανή. Η δε επί τούτω πολλάς ευχαριστίας τω Θεώ αναπέμψασα, μετ ' ολίγον καιρόν των πληγών εκείνων εδέξατο το μακάριον τέλος και απήλθε προς τας ουρανίους Χοροστασίας κατά το χιλιοστόν πεντακοσιοστόν ογδοηκοστόν ένατον έτος από Χριστού, του Φεβρουαρίου μηνός δεκάτην ενάτην. Αυτά είναι, αγαπητοί αδελφοί, της αοιδίμου και όντος φιλοθέου Φιλοθέης τα ένθεα κατορθώματα, την οποία ας αγωνίζεται καθ' ένας να μιμήται το κατά δύναμιν, ο μεν το εις τους δεομένους αυτής κοινωνικόν και ευμετάδοτον, ο δε το εν πειρασμοίς και θλίψεσι καρτερικόν και ευχάριστον. ʼλλος το εν νηστείαις και προσευχαίς οίον ασώματόν τε και άϋλον και άλλος άλλο, ως έκαστος έχει κλίσεως και δυνάμεως και ας μη προφασιζώμεθα προφάσεις εν αμαρτίαις, λέγοντες, ότι τάχα αύται αι θεάρεστοι και ενάρετοι πράξεις εγίνοντο τον τότε καιρόν. Αύται αι αιτιολογίαι είναι μάταιαι και διαβολικαί. Διότι ο Θεός ως παντοδύναμος και πανάγαθος επίσης, πάντοτε δίδει εις όλους την χάριν του και θέλει πάντας σωθήναι, παρ' ημών δε μόνον την προαίρεσιν και την κλίσιν εις το καλόν απαιτεί, καθώς το βλέπομεν και από άλλα παραδείγματα, μάλιστα από την προκειμένην Αγίαν. Δεν ήτο και αυτή φύσεως ασθενεστέρας, καθό γυνή; Δεν ήτο εις τον καιρόν εκείνον, καθ' ον την σήμερον και ημείς; Δεν απήντησε τόσους και τόσους πειρασμούς, και εμπόδια εις τον δρόμο της πολιτείας της; Αλλ' όμως κανένα από αυτά δεν εδυνήθη να παραλύση και να ψυχράνη την ζέσιν και αγάπην οπού είχε προς τον Θεόν. Δια τούτο και ημείς ας αγωνισθώμεν τον δυνατόν τρόπον να προσφέρωμεν εις τον Θεόν κανέναν καρπόν αρετής, δια να μη έλθη καιρός να μετανοήσωμεν ανωφελώς. Ας εκριζώσωμεν καν από την ψυχή μας τα πάθη εκείνα, όπου είναι αναπολόγητα και παρά Θεώ και παρά ανθρώποις, λέγω τον φθόνον, την κατάκρισιν, την μνησικακίαν, δια να μην ηθέλαμεν γένη ένοχοι της αιωνίου κολάσεως, αλλά θεαρέστως πολιτευσάμενοι, ηθέλαμεν αξιωθή της επουρανίου βασιλείας, χάριτι και φιλανθρωπία της υπερφώτου και παναγίας Τριάδος, και δια πρεσβειών της οσίας και θεοφόρου μητρός Φιλοθέης. Αμήν. Ἀπὸ τὸ βίο τῆς ἁγίας Συγκλητικῆς Ἡ μακαρία Συγκλητικὴ ἔλεγε, ὅτι ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι τόσο μεγάλη (ἀρετή), ὥστε ὁ διάβολος, ἐνῷ μπορεῖ ὅλες σχεδὸν τὶς ἀρετὲς νὰ τὶς μιμεῖται, αὐτὴν οὔτε ποὺ ξέρει κἂν τί εἶναι. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ ἀπόστολος Πέτρος, γνωρίζοντας πόση ἀσφάλεια καὶ σταθερότητα ἐξασφαλίζει αὐτὴ (στὴν πνευματικὴ ζωή), μᾶς προτρέπει νὰ δεθοῦμε μαζί της (βλ. Α´ Πετρ. 5:5), ἔτσι ποὺ νὰ τὴν ἔχουμε, θὰ λέγαμε, ἀναπόσπαστη (ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας), καὶ νὰ δένουμε γερὰ μ᾿ αὐτὴ καὶ νὰ συγκρατοῦμε ὅλες τὶς ἄλλες ἀρετές. Γιατὶ ὅπως ἀκριβῶς εἶναι ἀδύνατον νὰ κατασκευαστεῖ πλοῖο χωρὶς καρφιά, ἔτσι εἶναι ἀκατόρθωτο νὰ σωθεῖ κανεὶς χωρὶς ταπεινοφροσύνη. Βλέπεις καὶ τὸν ὕμνο τῶν Τριῶν Παίδων; Πῶς δηλαδή, ἐνῷ δὲν ἀναφέρθηκαν καὶ πολὺ στὶς ἄλλες ἀρετές, ἐνῷ δὲν ἔκαναν λόγο γιὰ τοὺς ἁγνοὺς ἢ τοὺς ἀκτήμονες, ἀπαρίθμησαν ὅμως ἀνάμεσα στοὺς ὑμνητὲς (τοῦ Κυρίου) τοὺς ταπεινοὺς (Δαν., Ὕμνος Τριῶν Παίδων: 64); Ἀλλὰ καὶ ὁ Κύριος, ἐκπληρώνοντας τὸ προαιώνιο σχέδιό Του γιὰ μᾶς, αὐτὴν (τὴν ταπεινοφροσύνη)
  • 79.
    ἐνδύθηκε: «Μάθετε», λέει,«ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾶος εἰμὶ καὶ ταπεινός τῇ καρδίᾳ, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν» (Ματθ. 11:29). Ἀρχὴ καὶ τέλος λοιπὸν (ὅλων) τῶν ἀγαθῶν ἂς εἶναι γιὰ σένα ἡ ταπεινοφροσύνη ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΒΑΒΥΛΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ 4 Σεπτεμβρίου Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα Ο άγιος ιερομάρτυς Βαβύλας έζησε τον 3ο αιώνα μ. Χ., στα χρόνια του βασιλιά Νουμεριανού, και ήταν Επίσκοπος Αντιοχείας. Εποίμανε το ποίμνιό του με θυσιαστική αγάπη. Αξιώθηκε δε και του μαρτυρίου και γιʼ αυτό αποκαλείται Ιερομάρτυρας. Δεν δίστασε να ελέγξη τον βασιλιά Νουμεριανό για έγκλημα που εκείνος διέπραξε και το γεγονός αυτό ήταν η αφορμή του μαρτυρίου του. Ο Νουμεριανός κρατούσε αιχμάλωτο τον γιο του βασιλέα των Περσών και τον θανάτωσε με απάνθρωπο τρόπο. Τότε ο άγιος Βαβύλας τον ήλεγξε αυστηρά για την ενέργειά του αυτή. Ο Νουμεριανός θέλησε να εκδικηθή τον Επίσκοπο και μαζί με αυτόν πολλούς από τους Χριστιανούς και μάλιστα θέλησε να πραγματοποιήση την σκληρή απόφασή του κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας. Όταν, όμως, επεχείρησε να εισέλθη στον Ιερό Ναό, ο άγιος Βαβύλας τον ήλεγξε και πάλι και του απαγόρευσε την είσοδο. Εκείνος οργισμένος, διέταξε την επομένη ημέρα να τον σύρουν στην φυλακή και εκεί τον αποκεφάλισε. Οι πιστοί πήραν το σώμα του μάρτυρος Επισκόπου τους και το ενταφίασαν μαζί με τα δεσμά του, όπως ήταν η επιθυμία του. Μαζί με την μνήμη του Ιερομάρτυρος Βαβύλα συνεορτάζεται και η μνήμη των τριών παιδιών, που μαρτύρησαν μαζί του. Τον ακολούθησαν με αυταπάρνηση όταν εκείνος οδηγείτο σιδηροδέσμιος στην φυλακή, με αποτέλεσμα να συλληφθούν και αυτά. Επειδή ομολόγησαν με παρρησία την πίστη τους στον Χριστό τα θανάτωσαν και έτσι έλαβαν τον στέφανο του μαρτυρίου. Ο βίος και η πολιτεία του αγίου Βαβύλα και των αγίων τριών παιδιών που μαρτύρησαν μαζί του μας δίνουν την αφορμή να τονίσουμε τα ακόλουθα: Πρώτον. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή και ευλογία από το μαρτύριο. Δηλαδή από το να αξιωθή κάποιος Χριστιανός να δώση την μαρτυρία του για τον Χριστό και στην συνέχεια να την σφραγίση με το αίμα του. «Όπως ο Χριστός έχυσε το αίμα του για μας, άμποτε να μας αξιώση να χύσουμε και εμείς το αίμα μας γιʼ Αυτόν», έλεγε ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός και ο Θεός τον αξίωσε αυτής της υψίστης τιμής. Βέβαια, στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας είναι καταχωρημένοι ως μάρτυρες εκείνοι οι οποίοι σε καιρούς διωγμών ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό και στην συνέχεια σφράγισαν την ομολογία τους αυτή με το αίμα τους. Μάρτυρες, όμως, αναδεικνύονται καθημερινά και σε περιόδους ειρήνης, επειδή υπάρχουν
  • 80.
    πολλοί τρόποι μαρτυρίου.Μαρτύριο είναι και ο αγώνας για την κάθαρση της καρδιάς από τα πάθη, προκειμένου να «ενοικήση και εμπεριπατήση» σε αυτήν ο Θεός. Μαρτύριο είναι, επίσης, το να υπομένη κανείς τα λυπηρά της ζωής, τα οποία επιτρέπει ο Θεός για τον καταρτισμό μας, χωρίς γογγυσμό και αγανάκτηση, αλλά με υπομονή, ευχαριστώντας και δοξολογώντας τον Θεό για όλα. Μαρτύριο είναι και το να αγαπά κανείς ανιδιοτελώς τους πάντας, και αυτούς ακόμα τους εχθρούς, και να προσεύχεται αδιαλείπτως για όλον τον κόσμο. «Το να προσεύχεσαι για τους ανθρώπους σημαίνει να χύνης αίμα... αλλά πρέπει να προσευχόμαστε» (Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης). Σημαντικό γεγονός στην ζωή του κάθε ανθρώπου είναι, και έτσι πρέπει να θεωρήται, ο τρόπος με τον οποίο φεύγει από αυτόν τον κόσμο, επειδή έχει σχέση με το αιώνιο μέλλον του, αφού, ενώ ο επίγειος βίος έχει τέλος, η ζωή δεν τελειώνει ποτέ. Γιʼ αυτό και πρέπει να μας απασχολή σοβαρά και να προετοιμαζόμαστε σε όλη μας την ζωή για την ώρα της εξόδου μας. Άλλωστε, το «να ζη κανείς χριστιανικά είναι ακατόρθωτο. Χριστιανικά μπορεί κανείς μόνο να πεθαίνει, όπως πέθαινε καθημερινά και ο Απόστολος Παύλος» (Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ). Κάποιος, στο ερώτημα γιατί έγινε Ορθόδοξος απάντησε: «Για να μπορέσω να πεθάνω καλά» («Εκκλησιαστική Παρέμβαση», τευχ. 141, σελ. 10). Δηλαδή, στην πραγματικότητα, για να μπορέση να ζη καλά αιωνίως. Δεύτερον. Τα τρία παιδιά που έδειξαν μεγάλη αγάπη στον Θεό και αφοσίωση στον Επίσκοπο και πνευματικό τους Πατέρα, θυμίζουν με τον βίο και την πολιτεία τους τα τρία παιδιά της Παλαιάς Διαθήκης, τον Ανανία, τον Αζαρία και τον Μισαήλ, τα οποία δεν υπέκυψαν στις απειλές του ασεβούς βασιλιά Ναβουχοδονόσορα. Έμειναν πιστά στον Θεό των Πατέρων τους και γιʼ αυτό ρίχθηκαν στην κάμινο του πυρός, από την οποία, όμως, τα έσωσε ο Θεός με θαυμαστόν τρόπο. Ο Θεός της Εκκλησίας δεν είναι μια αφηρημένη ύπαρξη, μια ανώτερη δύναμη απρόσωπη, αλλά είναι Πρόσωπο, είναι Αγάπη. Είναι «ο Θεός των Πατέρων ημών», που αγαπά όλους τους ανθρώπους και ενδιαφέρεται για όλους μαζί, αλλά και για τον καθέναν ξεχωριστά και όλοι έχουμε την δυνατότητα να αποκτήσουμε προσωπική κοινωνία μαζί Του. Η αγάπη και η υπακοή στον Επίσκοπο δεν είναι προσωπολατρεία, αλλά φανερώνει εκκλησιαστικό φρόνημα, επειδή ο Επίσκοπος είναι «εις τύπον και τόπον» της Κεφαλής της Εκκλησίας, ήτοι του Χριστού. Είναι η ορατή παρουσία του Χριστού επί της γης και γιʼ αυτό, «όπου ο Επίσκοπος εκεί και η Εκκλησία» (Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος). Στις ημέρες μας, δυστυχώς, υπάρχει μεγάλη σύγχυση γύρω από τα εκκλησιολογικά θέματα, ακόμη και σε πολλούς από εκείνους που διακονούν από διάφορες θέσεις την Εκκλησία. Κυρίως από εκείνους που εισέρχονται στον ιερό Κλήρο χωρίς τις κανονικές προϋποθέσεις, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα και να προξενούνται πληγές στο Σώμα της Εκκλησίας. Η διακονία μέσα στην Εκκλησία και κυρίως η εισδοχή στον ιερό Κλήρο πρέπει να γίνεται με τις απαραίτητες κανονικές προϋποθέσεις, επειδή η παραβίαση των ιερών Κανόνων γενικά, αλλά και ειδικά των Κανόνων που αναφέρονται στα «κωλυτικά» της ιερωσύνης είναι σοβαρό παράπτωμα με πολλές παρενέργειες. Ο σεβασμός στην Εκκλησία δεν είναι ανεξάρτητος από τον σεβασμό και την υπακοή στον Επίσκοπο, τα Δόγματα, τους ιερούς Κανόνας, αλλά και τους Θεόπτας Αγίους, που είναι τα πραγματικά μέλη της. Πηγή: "Εκκλησιαστική Παρέμβαση" 2. ΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔOΣΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ Η οσία Μακρίνα Η οσία Μακρίνα έζησε τον 4ο αιώνα μ. Χ. και ήταν αδελφή του Μ. Βασιλείου και του αγίου Γρηγορίου Νύσσης. Ο δεύτερος συνέγραψε τον βίο της, τον οποίο αξίζει να μελετήσουμε όλοι, επειδή έχουμε πολλά να ωφεληθούμε. Ήταν η πρώτη στην σειρά από τα δέκα παιδιά των γονέων της και απετέλεσε
  • 81.
    πρότυπο και στήριγμαγια τα μικρότερα αδέλφια της. Την αρραβώνιασε ο πατέρας της, αλλά πριν γίνει ο γάμος ο αρραβωνιαστικός της εγκατέλειψε ξαφνικά τα γήινα. Τότε η αγία εθεώρησε σωστό να αφιερωθή στον Θεό και «η απόφασή της ήταν σταθερότερη από την ηλικία της». Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης την αποκαλεί μεγάλη, όχι γιατί ήταν η μεγαλύτερη στην ηλικία, αλλά επειδή ήταν μεγάλο πνευματικό ανάστημα. Ήταν όντως μεγάλη σε όλα• στην ταπείνωση, την αγάπη, την διάκριση, την σωφροσύνη, την ανδρεία. Γιʼ αυτό και ανεδείχθη διδάσκαλος και πνευματικός οδηγός των αδελφών της, αλλά και της ίδιας της μητέρας της, της αγίας Εμμέλειας, η οποία στο τέλος του επιγείου βίου της έγινε μοναχή στο Μοναστήρι που ήταν ηγουμένη η οσία Μακρίνα. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης περιγράφει παραστατικά την συνομιλία που είχε μαζί της λίγο πριν εκείνη αναχωρήση από την παρούσα πρόσκαιρη ζωή και ενώ βρισκόταν άρρωστη στο στρώμα, καθώς και τα γεγονότα που ακολούθησαν μετά την έξοδό της. Δηλαδή, το κλάμα του ιδίου και των μοναχών, που ήταν γεμάτο πόνο και θλίψη, αλλά και ελπίδα ζωής αιωνίου. Ο βίος και η πολιτεία της οσίας μας δίνουν την αφορμή να τονίσουμε τα ακόλουθα: Πρώτον. Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε η οσία Μακρίνα την ασθένειά της, τις τελευταίες στιγμές της επίγειας ζωής της και τον επικείμενο θάνατο, δείχνουν την μεγάλη αξία της Ορθοδόξου πίστεως, η οποία είναι τρόπος ζωής. Είναι ο τρόπος ζωής των αγίων, αλλά και όλων εκείνων που επιθυμούν και αγωνίζονται να επιτύχουν τον προσωπικό τους αγιασμό. Όταν ο άνθρωπος είναι άρρωστος και μάλιστα όταν βρίσκεται κοντά στο τέλος του επιγείου βίου του, τότε αποκαλύπτεται ο εσωτερικός του κόσμος και βγαίνουν στην επιφάνεια όλα εκείνα τα οποία είχε επιμελώς κλεισμένα και αφανέρωτα. Και εάν μεν έχει εσωτερική καθαρότητα και αυτά που έκρυβε είναι οι αρετές του, που δεν τις φανέρωνε από ταπείνωση, τότε τις τελευταίες στιγμές πριν την έξοδό του θα είναι ήρεμος, ειρηνικός και γαλήνιος και θα φύγη προσευχόμενος. Εάν όμως έχει περάσει την επίγεια ζωή του χωρίς μετάνοια και κυριαρχείται από τα πάθη, τότε μπροστά στον επικείμενο θάνατο θα είναι φοβισμένος, θλιμμένος, ταραγμένος και αντί να προσεύχεται και να ετοιμάζεται για το μεγάλο ταξίδι, θα ασχολείται και θα μιλά για πράγματα που έχουν σχέση με τον παρόντα αιώνα «τον απατεώνα», ήτοι με τα πάθη και την αμαρτία, διότι «εκ του περισσεύματος της καρδίας λαλεί το στόμα». Οι άνθρωποι του Θεού εγκαταλείπουν τα εγκόσμια προσευχόμενοι και προετοιμασμένοι κατάλληλα με εξομολόγηση και θεία Κοινωνία και κυρίως με την ελπίδα της αιωνίου θείας ζωής. Η αγία Μακρίνα, τις τελευταίες στιγμές του επιγείου βίου της ήταν ήρεμη, προσευχόταν και η όψη της ήταν τόσο φωτεινή που έμοιαζε με άγγελο. «Με υψηλό φρόνημα φιλοσοφεί για όσα την αφορούσαν στη ζωή αυτή από την αρχή ως την τελευταία της αναπνοή... και έλεγα πως θα ήταν κάποιος άγγελος που κατʼ οικονομία είχε πάρει ανθρώπινη μορφή... και έκανε γνωστή σε όλους την διάθεσή της με
  • 82.
    την βιασύνη τηςπρος τον ποθητό της, για να φθάση το γρηγορότερο κοντά Του ελευθερωμένη από τα δεσμά του σώματος... κι αφού σταμάτησε να μιλά σε μας, μιλούσε πια προσευχομένη στον Θεό... Η προσευχή της ήταν τέτοια, ώστε να μην αμφιβάλλομε ότι και προς τον Θεό απευθυνόταν και ότι εκείνος την άκουε» (Άγιος Γρηγόριος Νύσσης). Δεύτερον. Όπως ανεφέρθηκε πιο πάνω, ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης είχε συνομιλία με την αδελφή του αγία Μακρίνα, που αναφερόταν κυρίως στο μυστήριο του θανάτου, της αναστάσεως και της αιωνίου ζωής. Πριν αρχίση όμως αυτή η συνομιλία, ο άγιος Γρηγόριος της ανέφερε «τα βάσανα που περνούσε, πρώτα που ο βασιλιάς Ουάλης τον κατεδίωκε για την πίστη του και έπειτα που η σύγχυση των Εκκλησιών τον καλούσε σε άθλους και σε κόπους» και τότε εκείνη τον έβαλε στην θέση του, κατά το κοινώς λεγόμενο, λέγοντάς του ότι δεν πρέπει να παραπονήται, αλλά να ευγνωμονή τον Θεό για την Χάρη και τα χαρίσματα που του έδωσε και κατέληξε με τα εξής: «Ούτε καταλαβαίνεις την αιτία τόσο μεγάλων αγαθών, ότι είναι οι ευχές των γονέων μας που σε ανεβάζουν τόσο ψηλά, ενώ από τον εαυτό σου δεν έχεις καμιά η λίγη ικανότητα;». Πράγματι, οι ευχές των γονέων είναι κάτι το πολύ σημαντικό και διαδραματίζουν σπουδαίο ρόλο στην εξέλιξη της ζωής του κάθε ανθρώπου. Σε μια «ευχή» του μυστηρίου του γάμου τονίζεται το γεγονός αυτό και συγκεκριμένα λέγεται ότι «ευχαί γονέων στηρίζουσι θεμέλια οίκων». Βέβαια, αυτό γίνεται κυρίως όταν οι γονείς είναι σωστοί και αληθινοί, επειδή γονείς στην πραγματικότητα δεν είναι εκείνοι που απλώς γεννούν βιολογικά, αφού αυτό το κάνουν και τα άλογα ζώα, αλλά αληθινοί γονείς είναι όσοι αναγεννούν τα παιδιά τους, με την έννοια ότι τα ανατρέφουν «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» και φροντίζουν για την πνευματική τους αναγέννηση, η οποία επιτυγχάνεται με την ενσωμάτωσή τους στην Εκκλησία και την οικείωση του τρόπου ζωής που Αυτή προσφέρει. Αυτών των γονέων η ευχή έχει άλλη βαρύτητα και γίνεται πρόξενος μεγάλης Χάριτος και πλουσίων δωρεών και ευλογιών από τον δωρεοδότη Κύριο. Η οσία Μακρίνα ανεδείχθη άγιο τέκνο αγίων γονέων, φωτεινός οδοδείκτης και αληθινό πρότυπο για όλους εκείνους που ποθούν τον προσωπικό τους αγιασμό και εκζητούν ταπεινά τις πρεσβείες της Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα Ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ (ἑορτὴ Ἀλέξιος, Ἀλεξία) 17 Μαρτίου Ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος γεννήθηκε στὴ Ρώμη κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀρκαδίου (395-408 μ.Χ.) καὶ Ὀνωρίου (395-423 μ.Χ.) ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ εὔπορους γονεῖς. Ὁ πατέρας του Εὐφημιανὸς ἦταν συγκλητικός, φιλόπτωχος καὶ συμπαθής, ὥστε καθημερινὰ τρεῖς
  • 83.
    τράπεζες παρέθετε στὸσπίτι του γιὰ τὰ ὀρφανά, τὶς χῆρες καὶ τοὺς ξένους ποὺ ἦταν πτωχοί. Ἡ γυναῖκα του ὀνομαζόταν Ἀγλαΐς καὶ ἦταν ἄτεκνη. Στὴ δέησή της νὰ ἀποκτήσουν παιδί, ὁ Θεὸς τὴν εἰσάκουσε. Καὶ τοὺς χάρισε υἱό. Ἀφοῦ τὸ παιδὶ μεγάλωσε καὶ ἔλαβε τὴν κατάλληλη παιδεία, ἔγινε σοφότατος καὶ θεοδίδακτος. Ὅταν ἔφθασε στὴ νόμιμη ἡλικία, τὸν στεφάνωσαν μὲ θυγατέρα ἀπὸ βασιλικὴ καὶ εὐγενικὴ γενιά. Τὸ βράδυ ὅμως στὸ συζυγικὸ δωμάτιο ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ πῆρε τὸ χρυσὸ δακτυλίδι καὶ τὴν ζώνη, τὰ ἐπέστρεψε στὴν σύζυγό του καὶ ἐγκατέλειψε τὸν κοιτῶνα. Παίρνοντας ἀρκετὰ χρήματα ἀπὸ τὰ πλούτη του ἔφυγε μὲ πλοῖο περιφρονώντας τὴ ματαιότητα τῆς ἐπίγειας δόξας. Καταφθάνει στὴν Λαοδικία τῆς Συρίας καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴν Ἔδεσσα τῆς Μεσοποταμίας. Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος μοίρασε τὰ χρήματα στοὺς πτωχούς, ἀκόμα καὶ τὰ ἱμάτιά του καί, ἀφοῦ ἐνδύθηκε μὲ κουρελιασμένα καὶ χιλιομπαλωμένα ροῦχα, κάθισε στὸ νάρθηκα τοῦ ναοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς πτωχούς. Προτίμησε ἔτσι νὰ ζεῖ μὲ νηστεία ὅλη τὴν ἑβδομάδα καὶ νὰ μεταλαμβάνει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων κάθε Κυριακή, ἐνῷ μόνο τότε ἔτρωγε λίγο ἄρτο καὶ ἔπινε λίγο νερό. Οἱ γονεῖς του ὅμως τὸν ἀναζητοῦσαν παντοῦ καὶ ἔστειλαν τοὺς ὑπηρέτες τους νὰ τὸν βροῦν. Στὴν ἀναζήτησή τους ἔφθασαν μέχρι καὶ στὸ ναὸ τῆς Ἔδεσσας, χωρὶς ὡστόσο νὰ τὸν ἀναγνωρίσουν. Οἱ δοῦλοι ἐπέστρεψαν ἄπρακτοι στὴ Ρώμη, ἐνῷ ἡ μητέρα τοῦ Ἀλεξίου μὲ ὀδύνη, φορώντας πτωχὰ ἐνδύματα, καθόταν σὲ μία θύρα τοῦ σπιτιοῦ πενθώντας νύχτα καὶ ἡμέρα. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ νύφη, ποὺ φόρεσε τρίχινο σάκο καὶ περίμενε κοντὰ στὴν πεθερά της. Ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος γιὰ δεκαεπτὰ χρόνια παρέμεινε στὸ νάρθηκα τοῦ ναοῦ τῆς Θεοτόκου εὐαρεστώντας τὸν Θεό. Καὶ μία νύχτα ἡ Θεοτόκος παρουσιάσθηκε στὸν προσμονάριο τοῦ ναοῦ σὲ ὄνειρο καὶ τοῦ ζήτησε νὰ τοῦ φέρει μέσα στὸ ναὸ τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ. Τότε ὁ προσμονάριος, ἀφοῦ βγῆκε ἀπὸ τὸ ναὸ καὶ δὲν βρῆκε κανέναν παρὰ μόνο τὸν Ἀλέξιο, δεήθηκε στὴν Θεοτόκο νὰ τοῦ ὑποδείξει τὸν ἄνθρωπο, ὅπως καὶ ἔγινε. Τότε πῆρε ἀπὸ τὸν Ὅσιο Ἀλέξιο καὶ τὸν εἰσήγαγε στὸ ναὸ μὲ κάθε τιμὴ καὶ μεγαλοπρέπεια. Μόλις ὁ Ὅσιος κατάλαβε ὅτι ἔγινε γνωστὸς ἐκεῖ, ἔφυγε κρυφὰ καὶ σκέφθηκε νὰ πάει στὴν Ταρσό, στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Παύλου τοῦ Ἀποστόλου, ὅπου ἐκεῖ θὰ ἦταν ἄγνωστος. Ἄλλα ὅμως σχεδίασε ἡ Θεία Πρόνοια. Γιατί βίαιος ἄνεμος ἅρπαξε τὸ πλοῖο καὶ τὸ μετέφερε στὴν Ρώμη. Βγαίνοντας ἀπὸ τὸ πλοῖο, κατάλαβε ὅτι ὁ Κύριος ἤθελε νὰ ἐπανέλθει ὁ Ἀλέξιος σπίτι του. Ὅταν συνάντησε τὸν πατέρα του, ποὺ δὲν ἀναγνώρισε τὸν υἱό του, τοῦ ζήτησε νὰ τὸν ἐλεήσει καὶ νὰ τὸν ἀφήσει νὰ τρώει ἀπὸ τὰ περισσεύματα τῆς τράπεζάς του. Μὲ μεγάλη προθυμία ὁ πατέρας του δέχθηκε νὰ τὸν ἐλεήσει καὶ μάλιστα τοῦ ἔδωσε κάποιον ὑπηρέτη γιὰ νὰ τὸν βοηθάει. Κάποιοι βέβαια ἀπὸ τοὺς δούλους τῆς οἰκίας του τὸν πείραζαν καὶ τὸν κορόιδευαν, ὅμως αὐτὸν δὲν τὸν ἔνοιαζε. Ἔδινε τὴν τροφή του σὲ ἄλλους, παραμένοντας ὅλη τὴν
  • 84.
    ἑβδομάδα χωρὶς τροφὴκαὶ νερὸ καὶ μόνο μετὰ τὴν Κοινωνία τῶν Θείων καὶ Ἀχράντων Μυστηρίων δεχόταν λίγο ἄρτο καὶ νερό. Ἔμεινε λοιπὸν γιὰ δεκαεπτὰ χρόνια στὸν πατρικὸ οἶκο χωρὶς νά τὸν γνωρίζει κανένας. Ὅταν ἔφθασε ὁ καιρὸς τῆς κοιμήσεώς του, τότε κάθισε καὶ ἔγραψε σὲ χαρτὶ ὅλο τὸν βίο του, τοὺς τόπους ποὺ πέρασε, ἀλλὰ καὶ κάποια ἀπὸ τὰ μυστήρια ποὺ γνώριζαν μόνο οἱ γονεῖς του. Κάποια Κυριακή, ὅταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἰννοκέντιος τελοῦσε τὴν Θεία Λειτουργία, ἀκούσθηκε φωνὴ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Θυσιαστήριο, ποὺ καλοῦσε τοὺς συμμετέχοντες νὰ ἀναζητήσουν τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ. Τὴν Παρασκευὴ ὁ Ὅσιος Ἀλέξιος παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, ἐνῷ τὸ ἀπόγευμα τῆς ἴδιας ἡμέρας οἱ πιστοὶ βασιλεῖς καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, προσῆλθαν στὸ ναὸ γιὰ νὰ δεηθοῦν στὸν Θεὸ νὰ τοῦ ἀποκαλύψει τὸν ἅγιο ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ. Τότε μία φωνὴ τοὺς κατηύθυνε στὸ σπίτι τοῦ Εὐφημιανοῦ. Λίγο ἀργότερα οἱ βασιλεῖς μαζὶ μὲ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο ἔφθασαν στὸ σπίτι τοῦ Εὐφημιανοῦ, προξενώντας μάλιστα τὴν ἀπορία τῆς γυναίκας καὶ τῆς νύφης του γιὰ τὴν παρουσία τους ἐκεῖ καὶ ρώτησαν τὸν Εὐφημιανό. Ὅμως ἐκεῖνος, ἀφοῦ πρῶτα ρώτησε τοὺς ὑπηρέτες, ἀποκρίθηκε ὅτι δὲν γνώριζε τίποτα. Στὴν συνέχεια ὁ ὑπηρέτης ποὺ φρόντιζε τὸν Ὅσιο Ἀλέξιο, παρακινούμενος ἀπὸ Θεία δύναμη, ἀνέφερε τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τοῦ πτωχοῦ, τὸν ὁποῖο ἐξυπηρετοῦσε. Τότε ὁ Εὐφημιανὸς χωρὶς νὰ γνωρίζει ὅτι ὁ Ὅσιος εἶναι ἤδη νεκρός, ἀποκάλυψε τὸ πρόσωπο αὐτοῦ, ποὺ ἔλαμπε σὰν πρόσωπο ἀγγέλου. Στὸ χέρι τοῦ Ὁσίου μάλιστα, εἶδε χαρτὶ ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ ἀποσπάσει. Στὴν συνέχεια ἀνέφερε στοὺς ἐπισκέπτες του ὅτι βρέθηκε ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Οἱ βασιλεῖς καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τότε δεήθηκαν στὸν Ὅσιο νὰ τοὺς ἐπιτρέψει νὰ δοῦν τὸ χαρτὶ ποὺ εἶχε στὸ χέρι του. Μόλις ὁ ἀρχειοφύλακας πῆρε στὸ χέρι του τὸ χαρτί, ὁ Εὐφημιανὸς ἀντιλήφθηκε ὅτι πρόκειται γιὰ τὸν υἱό του, τὸν ὁποῖο ἀναζητοῦσε χρόνια τώρα, καὶ μεγάλο πένθος ἔπεσε στὴν οἰκογένειά του. Θρῆνος μεγάλος καὶ ἀπὸ τὴν γυναῖκα του καὶ τὴ νύφη του. Ὁ βασιλεὺς Ὀνώριος καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος μετέφεραν τὸ τίμιο λείψανο τοῦ Ὁσίου στὸ μέσο τῆς πόλεως καὶ κάλεσαν ὅλο τὸν λαό, γιὰ νὰ ἔλθει νὰ προσκυνήσει καὶ νὰ λάβει εὐλογία. Ὅσοι προσέρχονταν καὶ ἀσπάζονταν τὸ τίμιο λείψανο, ἄλαλοι, κουφοί, τυφλοί, λεπροί, δαιμονισμένοι, ὅλοι θεραπεύονταν. Βλέποντας αὐτὰ τὰ θαύματα οἱ πιστοὶ δόξαζαν τὸν Θεό. Ἦταν τόσος ὁ κόσμος ποὺ προσέρχονταν νὰ δεῖ τὸ τίμιο λείψανο, ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ μεταφέρουν στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Βονιφατίου γιὰ νὰ τὸ ἐνταφιάσουν. Ἔριξαν ἀκόμη καὶ χρυσὸ καὶ ἄργυρο στὸν κόσμο γιὰ νὰ τοῦ ἀποσπάσουν τὴν προσοχή, ἀλλὰ μάταια. Ὅταν πιὰ μεταφέρθηκε τὸ τίμιο λείψανο στὸ ναό, γιὰ ἑπτὰ ἡμέρες ἑόρταζαν πανηγυρικὰ καὶ στὴν ἑορτὴ συμμετεῖχαν οἱ γονεῖς καὶ ἡ νύφη. Στὴ συνέχεια τοποθετήθηκε τὸ τίμιο λείψανο σὲ θήκη φτιαγμένη ἀπὸ χρυσό, ἄργυρο καὶ πολύτιμους λίθους. Ἀμέσως ἄρχισε νὰ εὐωδιάζει καὶ νὰ ἀναβλύζει μύρο, τὸ ὁποῖο καὶ ἔγινε ἴαμα καὶ θεραπεία γιὰ ὅλους.
  • 85.
    Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δʼ.Ταχὺ προκατάλαβε. Ἐκ ρίζης ἐβλάστησας, περιφανοῦς καὶ κλεινῆς, ἐκ πόλεως ἤνθησας, βασιλικῆς καὶ λαμπρᾶς, Ἀλέξιε πάνσοφε, πάντων δ' ὑπερφρονήσας ὡς φθαρτῶν καὶ ρεόντων, ἔσπευσας συναφθήναι, τῷ Χριστῷ καὶ Δεσπότη. Αὐτὸν οὒν ἐκδυσώπει ἀεί, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἠμῶν. Κοντάκιον. Ἦχος δʼ. Ἐπεφάνης σήμερον. 3. Ἀλεξίου σήμερον τοῦ πανολβίου, ἑορτὴν τὴν πάνσεπτον, ἐπιτελοῦντες εὐσεβῶς, αὐτὸν ὑμνήσωμεν λέγοντες, χαίροις Ὁσίων τερπνὸν ἐγκαλλώπισμα Η Αγία Λυδία - Η πρώτη Ευρωπαία Χριστιανή
  • 86.
    Η λατρεία τηςΟρθοδόξου Εκκλησίας, τα τελούμενα στους ιερούς Ναούς, όπως και τα σωζόμενα μνημεία του παρελθόντος και του παρόντος-αψευδείς μάρτυρες των γεγονότων-, βοηθούν τον πιστό στην υπέρβαση των τοπικών και χρονικών περιορισμών και στη βίωση της εν Χριστώ ενότητος και της θαυμαστής παρουσίας της Εκκλησίας μέσα στον κόσμο. Ο συνοδοιπόρος ου Παύλου και οικείος των Φιλιππησίων Ευαγγελιστής Λουκάς καταγράφει στο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων για την πρώτη επίσκεψή τους στους Φιλίππους και το βάπτισμα της πορφυροπώλιδος Λυδίας: ''... Όταν είδε το
  • 87.
    όραμα,εζητήσαμεν αμέσως ναφέρωμεν εις αυτούς το χαρμόσυνον άγγελμα. Αφού λοιπόν ξεκινήσαμε από την Τρωάδα, επλεύσαμεν κατ'ευθείαν εις την Σαμοθράκην, την δε επομένην εις την Νεάπολιν ( την σημερινή Καβάλα ) και από εκεί εις τους Φιλίππους, η οποία είναι η πρώτη πόλις της περιοχής εκείνης της Μακεδονίας, μια αποικία Ρωμαϊκή, και εμείναμεν εις την πόλιν αυτήν μερικές μέρες. Την ημέραν του Σαββάτου εβγήκαμεν έξω από την πόλιν σε μέρος κοντά εις τον ποταμόν, όπου ενομίζαμεν ότι υπήρχε τόπος προσευχής και εκαθίσαμε και εμιλούσαμε στις γυναίκες που είχαν μαζευθεί εκεί. Κάποια γυναίκα, από την πόλιν των θυατείρων, ονομαζόμενη Λυδία, η οποία επωλούσε πορφύραν, γυναίκα θεοσεβής, άκουε και ο Κύριος της άνοιξε την καρδιά, δια να προσέχει εις όσα έλεγε ο Παύλος. Όταν εβαπτίσθηκε αυτή και οι οικιακοί της μας είπε, " Εάν με εκρίνατε ότι είμαι πιστή εις τον Κύριον, ελάτε να μείνετε εις το σπίτι μου, και μας επίεζε..."(Πραξ16,10-15). Στην πηγαία και ανεπιτήδευτη περιγραφή του πρώτου βαπτίσματος στους Φιλίππους από τον πρωτοκορυφαίο Απόστολο Παύλο εύκολα διακρίνεται η διαδικασία και επισημαίνονται οι βασικές προϋποθέσεις για τη συμμετοχή του νέου πιστού στην καινούργια εν Χριστώ ζωή και την ένταξή του στους κόλπους της Εκκλησίας. Οι Απόστολοι εκήρυσσαν "Χριστόν εσταυρωμένον" και όσοι από τους ακροατές αποδεχόταν αβίαστα την αποστολική διδασκαλία, ακολουθούσαν την πράξη, που καθορίσθηκε ήδη την ημέρα της Πεντηκοστής. Μετανοούσαν και βαπτιζόταν στο όνομα Ιησού Χριστού, εξασφαλίζοντας έτσι την συγχώρηση των αμαρτιών τους και τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος ( Πραξ. 2,38 ), την δυνατότητα να αναγεννηθούν στη νέα εν Χριστώ ζωή. Στην όχθη του ποταμού Ζυγάκτη, έξω από τα τείχη των Φιλίππων, η θεοσεβής Λυδία μαζί με άλλες γυναίκες ακούει προσεκτικά την χριστοκεντρική διδασκαλία του Παύλου και με ανοικτή τη φωτισμένη καρδιά της αποδέχεται τη σωτήρια διδασκαλία. Αμέσως καταβαίνει στα τρεχούμενα νερά του νέου Ιορδάνη και βαπτίζεται, μαζί με όλα τα μέλη της οικογενείας της. Πανηγυρικά και έμπρακτα ομολογεί την πίστη της στο Χριστό και η ομολογία επιβραβεύεται με την αποστολικήν πράξη της βαπτίσεως και της επιθέσεως των χειρών επάνω στους βαπτισθέντες για να μεταδοθούν οι δωρεές του Αγίου Πνεύματος και να ξεκινήσει η εφαρμογή στο βίο τους όλων εκείνων που είναι αληθινά, σεμνά, δίκαια, αγνά, αγαπητά και η επιδίωξη οποιασδήποτε αρετής και οποιουδήποτε επαίνου ( Φιλ. 4,8 ).
  • 88.
    Η μετάβαση όλωνστο σπίτι της Λυδίας επισφράγισε το πασχάλιο μυστήριο του Χριστού, την ολοκλήρωση της πνευματικής ευωχίας της ευλογημένης εκείνης μέρας, κατά την οποία στο σώμα της Εκκλησίας εντάχθηκε με το βάπτισμα η πρώτη Ευρωπαία Χριστιανή των Φιλίππων. ΟΣΙΟΣ ΟΝΟΥΦΡΙΟΣ (12 Ιουνίου) Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα Ο όσιος Ονούφριος είναι ένας από τους μεγαλύτερους ασκητές της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Καταγόταν από την Περσία και έζησε ασκητικά σε μια από τις αιγυπτιακές ερήμους. Σε νεαρή ηλικία εγκαταβίωσε σε Κοινόβιο Μοναστήρι, όπου παρέμεινε για αρκετά χρόνια στην άσκηση και την υπακοή. Αργότερα με την ευλογία του Γέροντός του αποσύρθηκε στην έρημο. Εκεί συνάντησε τον ερημίτη Ερμία, ο οποίος, μετά από θεία αποκάλυψη, τον περίμενε και τον οδήγησε σε μια καλύβη κάτω από έναν πελώριο φοίνικα κοντά στον οποίο υπήρχε πηγή καθαρού νερού. Εκεί στην ησυχία επεδόθη σε μεγαλύτερα πνευματικά γυμνάσματα και προσευχόταν αδιαλείπτως για όλη την οικουμένη. Με την εν χάριτι άσκηση καθάρισε την ψυχή του από τα πάθη και έφθασε στον φωτισμό και την θέωση. Η άκτιστη Χάρη του Θεού πλημμύρισε όλη του την ύπαρξη, την ψυχή και το σώμα του, και γι’ αυτό το σκήνωμά του μετά την οσιακή του κοίμηση ευωδίαζε. «Όποιος έχει την Χάρη του Αγίου Πνεύματος και στην ψυχή και στο σώμα, έχει την τέλεια αγάπη. Και αν κανείς διαφυλάξει αυτήν την χάρη, θα αγιάσουν τα λείψανά του, όπως των αγίων μαρτύρων, των προφητών η των άλλων μεγάλων αγίων» (άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης). Κάποτε, επισκέφθηκε τον όσιο Ονούφριο ο Αββάς Παφνούτιος. Οι δύο ασκητές χάρηκαν ο ένας την παρουσία του άλλου, αντήλλαξαν τις εμπειρίες τους και ενισχύθηκαν πνευματικά. Ο Θεός όμως οικονόμησε έτσι τα πράγματα ούτως ώστε η συνάντηση αυτή να συμπέση με την ώρα της «εξόδου» του οσίου Ονουφρίου και έτσι το σώμα του ενταφιάσθηκε από τον αββά Παφνούτιο κάτω από τον μεγάλο φοίνικα, η δε ψυχή του «συναγάλλεται εν ουρανοίς μετά πάντων των αγίων». Ο βίος και η πολιτεία του οσίου Ονουφρίου μας δίνουν την αφορμή να τονίσουμε τα ακόλουθα.
  • 89.
    Πρώτον. Συνήθως, ότανακούη κανείς για άσκηση και ασκητές πάει ο νους του στους μοναχούς και κυρίως στους ερημίτες και γι’ αυτό θα πρέπη να τονισθή ότι ο ασκητικός τρόπος ζωής που διδάσκει η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι, κατ’ αναλογίαν, ο ίδιος για όλους τους πιστούς. Άσκηση είναι ο αγώνας του ανθρώπου να ζήση σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, είναι η προσπάθεια να μεταμορφώση τα πάθη του και να αποκτήση υπαρξιακή κοινωνία με τον Θεό. Ονομάζεται δε και πρακτική ζωή η πράξη και αποτελεί «επίβασιν της θεωρίας». Αυτό σημαίνει ότι για να φθάση κανείς στην θεωρία, ήτοι στην υπαρξιακή κοινωνία με τον Θεό, πρέπει να καθαρθή από τα πάθη. Όταν γίνεται αυτό τότε κατασκηνώνει μέσα στον άνθρωπο η Χάρη του Αγίου Πνεύματος και δια της Χάριτος γνωρίζει τον Θεό, αποκτά την τέλεια αγάπη και δεν φοβάται τον θάνατο, επειδή τον νικά και τον υπερβαίνει στα όρια της προσωπικής του ζωής. Και θεωρεί όλα τα γήϊνα και πρόσκαιρα πράγματα, ήτοι χρήματα, κτήματα, ηδονή, δόξα κλ.π., «ως σκύβαλα». Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, ο οποίος γεύθηκε την γλυκύτητα του «ουρανού», δηλαδή γνώρισε υπαρξιακά τον Θεό «εν Πνεύματι Αγίω», έλεγε ότι «η ψυχή μου πλήττει στη γη». Δεύτερον. Οι Άγιοι είναι μέσα στις ανθρώπινες κοινωνίες ο,τι ακριβώς και οι οάσεις μέσα στην έρημο. Όσοι έχουν βρεθεί στην έρημο έστω και για λίγο αυτοί μπορούν να καταλάβουν καλύτερα. Ο δυνατός ήλιος της ερήμου προκαλεί κόπωση, ιδρώτα, δίψα και παράλυση των ψυχοσωματικών δυνάμεων. Και τότε σε αυτή την κατάσταση και μόνον η θέα της όασης, δηλαδή της σκιας των δένδρων και του δροσερού νερού, προκαλούν ανάπαυση και αγαλλίαση. Κάτι ανάλογο συμβαίνει με τους Αγίους, οι οποίοι αποτελούν τις πνευματικές οάσεις μέσα στον καύσωνα των πειρασμών, των αμφιβολιών, της ανασφάλειας και του άγχους, μέσα στην έρημο των απρόσωπων ανθρωπίνων κοινωνιών, όπου αναζητά κανείς αληθινούς ανθρώπους με τον φανό του Διογένους. Αισθάνεται κανείς ενδυνάμωμα, ανακούφιση, παρηγοριά, πνευματική ανακαίνιση και ξεδίψασμα από το γάργαρο νερό των λόγων των Αγίων, που δεν είναι ευσεβείς σκέψεις και στοχασμοί ενός δυνατού μυαλού, αλλά απόσταγμα πνευματικής εμπειρίας μιας καρδιάς πλημμυρισμένης από την άκτιστη Χάρη του Αγίου Πνεύματος και από την ανιδιοτελή αγάπη. Έρημος όμως γίνεται και η καρδιά του ανθρώπου όταν απωλέση την θεία Χάρη. Εκείνοι οι οποίοι γεύθηκαν την γλυκύτητα της θείας Χάριστος, έστω και λίγο, και στην συνέχεια συνέβη να την χάσουν, αυτοί την αναζητούν όπως η μητέρα το μικρό παιδί της που το έχει χάσει μέσα σε κάποιο συνωστισμό και φωνάζει και τρέχει και το αναζητεί με δάκρυα και πόνο. Και όταν το βρη τότε χαίρει και αγάλλεται και το σφίγγει στην αγκαλιά της προσέχοντας να μη το ξαναχάση. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με εκείνον που γεύθηκε την θεία Χάρη και για κάποιο λόγο την απώλεσε. Αισθάνεται την καρδιά του έρημη και αδειανή, και κράζει, και φωνάζει, και προσεύχεται αδιαλείπτως. Και όταν μετά από μεγάλο αγώνα, αγωνία, αναζήτηση, πόνο και κλάμα την ξαναβρή, τότε χαίρει και αγάλλεται και φωνάζει μαζί με τον Προφήτη Ησαΐα, «ευφράνθητι έρημος διψώσα...». Ο άγιος Σιλουανός ο Αθνωνίτης όταν αναφέρεται στον θρήνο του Αδάμ, μετά την παρακοή και την απώλεια του Παραδείσου, ουσιαστικά περιγράφει τον
  • 90.
    δικό του θρήνοόταν απώλεσε την Χάρη του Θεού και για αρκετά χρόνια την αναζητούσε με πόνο και δάκρυα. Και διδάσκει, από την εμπειρία του, ότι ο ασφαλέστερος δρόμος για την εύρεση και διαφύλαξη της θείας Χάριτος είναι εκείνος της ταπεινώσεως. Ο ασκητικός αγώνας είναι ουσιαστικά το πέρασμα από την «στενήν και τεθλιμμένην οδόν», που όμως γλυκαίνει και νοηματοδοτεί την ύπαρξη. Αλλά και τροφοδοτεί τον πνευματικό οργανισμό με ισχυρά αντισώματα, για να είναι σε θέση να αντέχη στα δύσκολα, να αποδιώχνη την πίκρα των λυπηρών και να βιώνη την γλυκειά χαρμολύπη.– Η ΙCΑΠΟΣΤΟΛΟC ΑΓΙΑ ΛΥΔΙΑ Η ΦΙΛΙΠΠΗCIA Ο Απόστολος των Εθνών καλείται να κατακτήσει την πόλη των Φιλίππων. Περιέρχεται τους δρόμους, στις πλατείες και την αγορά. Αναζητεί σημεία επαφής. Βλέπει τους ανθρώπους και διαβάζει στα πρόσωπά τους τα προβλήματα και τα ενδιαφέροντά τους. Διαπιστώνει το βαθύ σκότος που καλύπτει τις ψυχές τους. Αντιλαμβάνεται ότι η μάχη εδώ θα είναι σκληρή. Δεν απογοητεύεται και δεν φοβάται. Είναι αποφασισμένος να πέσει μαχόμενος. Θα σαλπίσει τον Ευαγγελικό παιάνα και πιστεύει πως τα είδωλα θα σεισθούν εκ θεμελίων. Θα πολεμήσει, μέχρις εσχάτων, για την απελευθέρωσιν των σκλαβωμένων αδελφών από την πλέον
  • 91.
    φρικτή δουλεία, τηςειδωλολατρίας. Αυτά σκέπτεται ο Απ. Παύλος και χωρίς να το αντιληφθεί βρέθηκε στην άκρη της πόλεως πλησίον του Ζυγάκτου ποταμού, κοντά σε έναν κήπο. Αλήθεια, τι όμορφος κήπος! Γεμάτος μαγεία. Δίπλα του κυλάνε τα κρυσταλλένια νερά του Ζυγάκτη. Τα άνθη σκορπίζουν γύρω τους το μεθυστικό τους άρωμα. Ένας κήπος που μοιάζει πολύ με τον κήπο του Χριστού. Και στην άκρη του κήπου μία ομάδα γυναικών που γεμάτες ευλάβεια επιτελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Αυτός είναι ο τόπος της προσευχής. Όπου ο άνθρωπος προσεύχεται, ο τόπος αγιάζεται, γίνεται πάντα ένας κήπος ουράνιος, που η γλυκειά αύρα της Χάριτος του Θεού μεθάει τις ψυχές που ξέρουν να προσεύχονται. Αυτός ο κήπος είναι το πρώτο σημείο επαφής. «Τη τε ημέρα των σαββάτων εξήλθομεν έξω της πόλεως παρά ποταμόν ου ενομίζετο προσευχή είναι και καθίσαντες ελαλούμεν ταις συνελθούσαις γυναιξί" (Πραξ.16,13). Από τον κήπο αυτό αρχίζει ο μεγάλος κατακτητής της Ευρώπης την μάχη. Εδώ ακούγεται το πρώτο κήρυγμα. Εδώ η προσευχή των προσευχομένων γυναικών καρποφορεί και ο καλός Θεός ικανοποιεί τα αιτηματά τους. Εν μέσω των γυναικών και η προσήλυτος έμπορος από τα Θυάτειρα, η Λυδία. Οι θεοφοβούμενες γυναίκες ακούνε για πρώτη φορά τόσο γλυκιά διδασκαλία. Κάθε Λόγος του Παύλου και μιά σταγόνα δροσιάς στις ψυχές τους. Αλλά εκείνη που περισσότερο από όλες ενθουσιάζεται είναι η Λυδία. Μέσα της γίνεται ένας σεισμός και ανάμεσα από τα χαλάσματα της καρδιάς της ξεπροβάλλει ένας καινούργιος κόσμος. Η καρδιά της Λυδίας είναι ανήσυχη. Το δωδεκάθεο του Ολύμπου της προκαλεί αηδία. Δεν μπορεί να λατρεύσει θεούς και θεές που οργιάζουν μεταξύ τους. Τα κενά της ψυχής της και ο πόθος να γνωρίσει τον αληθινό Θεό, την οδηγούν στον κήπο της προσευχής. Η γνωριμία και ο δεσμός με την μικρή κοινότητα των Ισραηλιτών της ανοίγει τον δρόμο για το ποθούμενο. Μέσα στο νόμο του Ισραήλ, βρίσκει ψήγματα χρυσού η έμπορος της πορφύρας. Ο νόμος που παίζει τον ρόλο του παιδαγωγού στον Χριστό, της ανάβει τη δίψα για την αναζήτηση αυτού του Μεσσία. Σε αυτή τη κατάσταση βρίσκεται η Λυδία, όταν για πρώτη φορά ακούει τον Απ. Παύλο ομιλούντα για τον Λυτρωτή του κόσμου. Ο Απ. Παύλος , ο γίγας αυτός του πνεύματος, με την ικανότητα που τον διακρίνει, περιγράφει με παλλόμενη
  • 92.
    καρδιά Εκείνον, ειςτην Βασιλεία του οποίου εργάζεται, και ζωγραφίζει με τα ωραιότερα χρώματα την εικόνα του Εσταυρωμένου. Περιγράφει με απλότητα και σαφήνεια τις ευαγγελικές αλήθειες και δηλώνει στις θεοφοβούμενες γυναίκες: Αυτόν εις τον οποίον προσεύχεσθε, Αυτόν τον Μεσσία τον οποίον αναμένετε, Αυτόν ημείς σας κηρύττομε. Ο Χριστός είναι ο Μεσσίας. Ο Χριστός είναι ο ενανθρωπήσας Θεός. Ο Χριστός είναι το φως του κόσμου, ο άρτος της ζωής, το ύδωρ το ζων, ο ποιμήν ο καλός. Ο Χριστός είναι ο λυτρωτής του κόσμου. Η Λυδία με καρφωμένα τα μάτια στο πρόσωπο του Απ. Παύλου και με έκδηλο και ζωηρό το ενδιαφέρον, ακούει με προσοχή και ευλάβεια τα λόγια του αγνώστου Ιουδαίου. Η έμπορος της πορφύρας, βαθιά θρησκευτική προσωπικότητα, γεμάτη από ενθουσιασμό και θαυμασμό, αποδέχεται χωρίς καμία αντίρρηση τη νέα διδασκαλία. Πιστεύει ολόψυχα στο Χριστό και δηλώνει κατηγορηματικά πως κι΄ αυτή θέλει να γίνει Χριστιανή. Και ο Απ. Παύλος ολοκληρώνει το έργο του. Στα γάργαρα νερά του ποταμού Ζυγάκτη βαπτίζει την Λυδία. Η πρώτη Χριστιανή της Ευρώπης φοράει το ένδυμα της νεοφωτίστου. Η πρώτη Χριστιανή της Μακεδονίας πολιτογραφείται στην την Βασιλεία των Ουρανών. Τώρα είναι το πρώτο μέλος της πρώτης Εκκλησίας της Ελλάδος. Η καρδία της λουσμένη στο φως και στη χάρη του Θεού, πλημμυρίζει από αισθήματα ευγνωμοσύνης προς αυτούς που της άνοιξαν τα μάτια της ψυχής, της απεκάλυψαν την αλήθεια και οδήγησαν τα βήματά της εις την οδών της σωτηρίας. Πως λοιπόν να τους ευχαριστήσει; Είναι έτοιμη να προσφέρει τα χρήματά της, την πορφύρα που εμπορεύεται, το σπίτι της και ό,τι άλλο έχει, για να δείξει την ευγνωμοσύνη της. Αλλά οι ακτήμονες της Ιουδαίας δεν έχουν ανάγκη από υλικά αγαθά. Τηρούν την παραγγελία του Κυρίου. Τίποτε δεν θέλουν για τον εαυτό τους. Όλα για την δόξα του Θεού. Αυτό είναι το σύνθημά τους. Όμως η νεοφώτιστη επιμένει. Ζητεί, τουλάχιστον, να δεχθούν την φιλοξενία : "Ει κεκρίκατέ με πιστήν τω Κυρίω είναι, εισελθόντες εις τον οικόν μου μείνατε* και παρεβιάσατο ημάς". (Πραξ.16,15). Τόσο πολύ επέμεινε η Λυδία, ώστε ο Παύλος με την συνοδεία του αναγκάζονται να ικανοποιήσουν το αίτημά της και δέχονται την φιλοξενία. Η Λυδία τα προσφέρει όλα στο το έργο της Εκκλησίας. Τι αξίζουν όμως όλα αυτά μπροστά στην άλλη προσφορά, στην προσφορά του εαυτού της; Η Λυδία δεν ανήκει πλέον εις τον εαυτό της. Ανήκει στον Χριστό. Είναι το πρόβατο του
  • 93.
    Χριστού, είναι ημαθήτρια του Ναζωραίου. Η καρδιά της είναι αιχμάλωτος της αγάπης του Χριστού. Απ' εδώ και πέρα αφοσιώνεται εις το έργον της ιεραποστολής. Οδηγεί τους δικούς της πρώτα εις την νέα πίστη και επιδίδεται συστηματικά εις τον ευαγγελισμό και άλλων ψυχών. Γίνεται Σαμαρείτις των Φιλίππων και αναδεικνύεται ζωντανό μέλος της Εκκλησίας. Εργάζεται με όλες τις δυνάμεις της εις τα διακονήματα της Εκκλησίας και δίδει την παρουσία της σε όλες τις ευγενείς κοινωνικές εκδηλώσεις. Έτσι εργαζόμενη και ζώσα σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, παραδίδει το πνεύμα της και απέρχεται του ματαίου τούτου κόσμου, δοξάζουσα το υπερύμνητο όνομα του Κυρίου. Η Εκκλησία μας ενέγραψε το όνομά της εις τα βιβλία των αγίων της και τιμά την μνήμην της την 20ην Μαΐου. Η ΑΓΙΑ ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΣ ΘΕΚΛΑ 1. Ποιά ήταν η Αγία Η Αγία Θέκλα η ένδοξος, η Πρωτόαθλος και Πρωτομάρτυς, εγεννήθηκε στο Ικόνιο της Μικράς Ασίας. Ήταν κόρη της ευγενούς και επιφανούς Ελληνίδας Θεόκλειας, έζησε δε κατά τους Αποστολικούς χρόνους. Επίστευε στα είδωλα, όπως και η μητέρα της και ήταν αρραβωνιασμένη με ένα νέο άρχοντα της πόλεως του Ικονίου, που λεγόταν Θάμυρις. Με τούτον επρόκειτο εντός ολίγου να τελέσει τους γάμους της. Οι γάμοι όμως αυτοί δεν έγιναν γιατί ο Πανάγαθος Κύριος βλέποντας την αγαθή προαίρεση της και την καθαρή ψυχή της την απεμάκρυνε από την ειδωλολατρία, με τρόπο θαυμαστό, και την οδήγησε όχι μόνο στη σωτηρία, αλλά και στην αγιωσύνη. Ιδού, πως ο Κύριος εκάλεσε πλησίον Του τη 18έτηδα ωραιότάτη και πλούσια ειδωλολάτρισσα παρθένο Θέκλα. 2. Ο Απόστολος Παύλος πηγαίνει στο Ικόνιο Την εποχή εκείνη, ο Απόστολος Παύλος έκανε περιοδείες σε πόλεις της Μικράς Ασίας κηρύττοντας το Ευαγγέλιο του Χριστού. Μια μέρα, λοιπόν, έφθασε και στο Ικόνιο, την πατρίδα της Αγίας, προερχόμενος από την Αντιόχεια. Το μέγα κήρυκα και Ευαγγελιστή της αλήθειας, την πολύφθογγο σάλπιγγα του Χριστού ακολουθούσαν οι μαθητές του, Δήμας και Ερμογένης. Και οι δυό τους ήσαν πονηροί και υποκριτές, ευλαβούμενοι μόνο - φαινομενικά - τον Απόστολο. Ο θείος Παύλος, ως μιμητής του Ιησού Χριστού και αγαθός άνθρωπος, δεν είχε πονηρία μέσα του και τους αγαπούσε ως αδελφούς του. Με ευχαρίστηση τους δίδασκε όλη την ένσαρκο οικονομία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Δηλαδή, πως του
  • 94.
    αποκαλύφθηκε ο Κύριοςενώ βάδιζε προς τη Δαμασκό, τι έμαθε από τους άλλους Αποστόλους και πως πίστευσε σ' Εκείνον. α. Φιλοξενία στο σπίτι του ευσεβούς Ονησίφορου Την άφιξη του Παύλου στο Ικόνιο, μόλις πληροφορήθηκε ένας κάτοικος που έμενε εκεί και ήταν ευσεβής και πιστός άνθρωπος ο Ονησίφορος, έτρεξε αμέσως με τη γυναίκα του και τα παιδιά του προς συνάντηση του. Ο Ονησίφορος δεν είχε δει άλλη φορά τον Απόστολο Παύλο. Είχε όμως μάθει τα χαρακτηριστικά του από τον Τίτο, το μαθητή του Παύλου. Ότι ήταν ένας μικρόσωμος άνδρας, φαλακρός και καμπυλομύτης, όμως ήταν ευλογημένος, και γεμάτος Πνεύματος Αγίου και Χάριτος. Μόλις τον αντίκρυσε, τον αναγνώρισε από τα χαρακτηριστικά που αναφέραμε και του είπε: - Χαίρε, υπηρέτη του ευλογημένου Χριστού. Ο δε Παύλος αποκρίθηκε: - Η χάρη του σπιτιού να σκεπάζει το σπίτι σου. Τότε ο Δήμας και Ερμογένης χολωθέντες από τον χαιρετισμό του Ονησιφόρου, είπαν: - Άραγε δεν είμαστε και εμείς δούλοι του Χριστού; Γιατί εχαιρέτησες μόνο αυτόν( τον Παύλο); Ο Ονησιφόρος, καταλαβαίνοντας την κακία τους, παρενέβη αμέσως: - Εγώ δεν βλέπω σε σας καρπό δικαιοσύνης· όμως, καλώς ήλθετε· κοπιάστε και σείς στο σπίτι μου ν' αναπαυθήτε. Ακολούθως, ο Παύλος και οι δύο συνοδοί του πήγαν στο σπίτι του Ονησιφόρου, όπου τους παρέθεσε τραπέζι και τους φιλοξένησε με ιδιαίτερη φροντίδα για αρκετές ημέρες. β. Κηρύττει το Ευαγγέλιο και εξαίρει την παρθενία Από την πρώτη κιόλας ώρα στο σπίτι του Ονησιφόρου έγινε ένα ιερό βήμα, από το οποίο ο Απόστολος του Χριστού εκήρυττε για τον Θεάνθρωπο και το Ευαγγέλιο Του. Τόση μάλιστα ήταν η απήχηση των λόγων του Παύλου για τη νέα θρησκεία, ώστε στο σπίτι κάθε μέρα προσήρχοντο πολλοί ακροατές. Ένα βράδυ ο Παύλος στο κήρυγμα του εξύψωσε την εγκράτεια και παρθενία, λέγοντας, μεταξύ των άλλων· " Μακάριοι, όσοι έχουν καθαρή την καρδία τους, διότι, αυτοί θα δουν τον Θεό. Μακάριοι οι σώφρονες και εγκρατείς, οι οποίοι δεν εμόλυναν την παρθενία τους· διότι αυτοί γίνονται ναοί και κατοικητήρια του Αγίου Πνεύματος. Μακάριοι εκείνοι, που έλαβαν το θείο βάπτισμα και ετήρησαν τα σώματα τους άσπιλα και καθαρά ως τέλους, διότι αυτοί θα αξιωθούν μεγάλης δόξας στον Παράδεισο και δεν θα δοκιμάσουν καμιά βάσανο της αιώνιας κολάσεως." 3. Η Θέκλα συναρπάζεται από το κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου Μεταξύ των πολλών ακροατών ήταν και η Θέκλα. Στην ομιλία βρέθηκε από περιέργεια. Η συρροή του κόσμου, που με τόση δίψα
  • 95.
    έτρεχε ν' ακούσειγια τη νέα θρησκεία, της προσέλκυσε την προσοχή. Ήταν τότε η Θέκλα μια νεαρή, σεμνή και ευειδέστατη παρθένος. Την ημέρα, βέβαια, δεν είχε το θάρρος να εισέλθει στο σπίτι του Ονησιφόρου, διότι μπορούσε να γίνει αντιληπτή από τη μητέρα της, η οποία ήταν ειδωλολάτρισσα και θ' αντιδρούσε. Γι' αυτό μόλις νύχτωσε, επωφελήθηκε το σκότος και πήγε κρυφά ν' ακούσει τον Απόστολο Παύλο. Στάθηκε κοντά στην πόρτα και άκουε με προσοχή την πρωτάκουστη διδασκαλία του Χριστού, χωρίς να βλέπει τον εξαίρετο Χριστιανό κήρυκα. Τα ζωήρρυτα και γλυκύτατα εκείνα λόγια του, όντως, την σαγήνευσαν, ώστε αλλοίωσαν την καρδιά της και την γέμισαν με θείο έρωτα. Παραδόξως, ξέχασε κάθε πρόβλημα της και άρχισε να κάνει σοβαρές σκέψεις για τη σωτηρία της ψυχής της. Τα θεόπνευστα λόγια που άκουσε, περί εγκρατείας και παρθενίας, επηρέασαν τόσο πολύ το πνεύμα της, ώστε και το άλλο βράδυ επανήλθε στο κήρυγμα. Επειδή όμως, ο συναρπαστικός λόγος του Αποστόλου αργούσε, καθυστέρησε να επιστρέψει στο σπίτι της που την περίμενε η μητέρα της. Η πανέξυπνη Θέκλα δεν ανησυχούσε, γιατί την είχε κατασκοπεύσει και εγνώριζε που βρισκόταν. Αλλά και η ίδια δεν της απέκρυψε την αλήθεια, όταν ρωτήθηκε. 4. Ομολογεί οτι είναι Χριστιανή και αρνείται να παντρευτεί Της ομολόγησε ευθέως, οτι καθυστέρησε, διότι παρακολουθούσε το κήρυγμα ενός Χριστιανού, ονομαζόμενου Παύλου. Η μητέρα της εκνευρίστηκε κι άρχισε να βρίζει τη Χριστιανική Θρησκεία και τους οπαδούς της. Η Θέκλα με ηρεμία της είπε, οτι την είχε ελκύσει η διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου και οτι πιστεύει κι αυτή στο Χριστό, διότι είναι ο αληθινός Θεός. Την παρακάλεσε δε να μην βρίζει. Η αυταρχική Θεόκλεια, μόλις άκουσε τα λόγια αυτά από την κόρη της, έγινε έξω φρενών, ξέσπασε σε βρισιές, κραυγές, απειλές και κλάματα. Δεν μπορούσε ποτέ να ανεχθεί αυτή την προσβολή της αλλαξοπιστίας της κόρης της. Αφού σκέφθηκε λίγο, κατέστωσε ένα σχέδιο, το οποίο πίστευε οτι θα έφερνε το ποθούμενο αποτέλεσμα. Χωρίς χρονοτριβή, κάλεσε τον μνηστήρα της Θέκλας, τον άρχοντα Θάμυρι και του είπε, οτι θα ήταν καλό οι γάμοι με την κόρη της να γίνουν, όσο το δυνατό πιό σύντομα. Εκείνος δέχτηκε την πρόταση της Θεόκλειας με μεγάλη χαρά. Ο Θάμυρις κατόπιν πλησιάζει τη Θέκλα και άρχισε με τα συνηθισμένα ερωτικά λόγια να την παρακαλεί να κάνουν τους γάμους τους. Αλλά ματαίως! Στις θερμές παρακλήσεις του και τις συνεχείς πιέσεις της μητέρας της δίνει αρνητική απάντηση. Ήθελε να μείνει παρθένος. Η διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου περί παρθενίας την είχε συναρπάσει. Την καρδιά της την είχε δώσει οριστικά στο Θεάνθρωπο Ιησού. Επιθυμούσε να γίνει νύμφη
  • 96.
    Χριστού. Τα εγκόσμιαπιά δεν την συγκινούσαν. Ο Θάμυρις, αφού είδε, οτι με το καλό δεν μετεπείθετο, άρχισε τις φοβέρες. Αλλά εκείνη παρέμενε ακλόνητη στην απόφαση της και δεν του απαντούσε. Για τη μεταστροφή της είχαν στενοχωρηθεί όλοι οι συγγενείς της. Η μακαρία, χωρίς καθόλου να κλονισθεί, συνέχισε να παρακολουθεί τακτικώτατα τα κηρύγματα του Παύλου. 5. Ο μνηστήρας της στρέφεται κατά του Αποστόλου Παύλου Ο Θάμυρις, μετά την απροσδόκητη συμπεριφορά της Αγίας και τη δήλωση της οτι είναι Χριστιανή, θύμωσε και ήθελε να ερευνήσει ποιός ήταν αυτός ο Παύλος, ο οποίος απορρόφησε το νου της και διέστρεψε την καρδιά της. Το ερωτικό του πάθος για τη Θέκλα και το μίσος του για τον Παύλο δεν τον άφηναν να ησυχάσει. Ξεκίνησε λοιπόν, με πολλή περιέργεια να δει με τα μάτια του το λαοπλάνο κήρυκα. Ο διδάσκαλος αυτός ήταν ένας κοντός, φαλακρός άνδρας, και δεν είχε ωραία εξωτερική εμφάνιση. Παρ' όλα αυτά, η μορφή του είχε μια υπέροχη έκφραση. Αλλά ο Θάμυρις δεν είχε οφθαλμούς πνευματικούς για υψηλότερες παρατηρήσεις. Ώστε αυτός ο ανθρωπάκος τα κατάφερε να γίνει αιτία όλου αυτού του κακού εις βάρος του άρχοντα Θαμύριδος. Δεν πειράζει σκέφθηκε. Υπάρχει τρόπος να τον "διορθώσει", να απαλλαγεί από την παρουσία του. Κάποια ημέρα γνωρίσθηκε με τους δύο συνοδούς του Παύλου, το Δήμα και τον Ερμογένη. Δεν πέρασε πολλή ώρα και αντιλήφθηκε, οτι δεν ήταν πιστοί άνθρωποι, διότι το πνεύμα τους ήταν υπερήφανο και η καρδιά τους φθονερή. Παρ' οτι ήταν μαθητές του Παύλου, εντούτοις διαπίστωνε, οτι αυτοί δεν μπορούσαν να ανεχθούν την υπεροχή του, αλλά και τη μεγάλη ευλάβεια που έδειχνε ο κόσμος προς αυτόν. Ήταν δε πρόθυμοι, οχι μόνο να στεναχωρήσουν με τη συμπεριφορά τους το διδάσκαλο τους, αλλά και να συνεργήσουν στην καταστροφή του έργου του. 6. Συλλαμβάνεται ο Απόστολος Παύλος και φυλακίζεται Ως γνωστόν, ο Παύλος δεν πολεμούσε τον γάμο. Απεναντίας τον συνιστούσε τονίζοντας ιδιαίτερα, οτι είναι μεγάλο μυστήριο, το οποίο ενώνει τον άνδρα με τη γυναίκα, κατά τον τύπο του Χριστού που αγαπάει και είναι ενωμένος με την Εκκλησία Του. Προκειμένου όμως, περί ανθρώπων, που προτιμούσαν τον παρθενικό βίο, ο οποίος είναι ανώτερος από το γάμο, τότε επεδοκίμαζε την εγκράτεια, την αγνότητα, την παρθενία. Δεν επέβαλλε την παρθενία, ούτε παρακινούσε κανένα προς αυτήν· απλώς την ενέκρινε. Ο Ερμογένης και ο Δήμας, κατά τη σύσκεψη που είχαν με τον Θάμυρι, ανέφεραν τα εξής για τον Παύλο και τη διδασκαλία του: - Εμείς δεν γνωρίζουμε από που είναι αυτός. Πάντως, συνεχώς διδάσκει, οτι όποιος φυλάξει παρθενία θα μείνει αθάνατος και με τα λόγια αυτά παρασύρει τις γυναίκες και χωρίζουν από τους άντρες,
  • 97.
    καθώς το έπαθεκαι η Θέκλα. Αλλά αν θέλεις να την φέρεις στο θέλημα σου, πήγαινε στον ηγέμονα της πόλεως, διέβαλε (κατηγόρισε ψεύτικα) τον Παύλο να τον τιμωρήσει, καθώς του πρέπει, οπότε θα φοβηθεί η μνηστή σου και δεν θα σε εγκαταλείψει. Μετά τις πληροφορίες αυτές και υποδείξεις ο Θάμυρις τους εκάλεσε και τους παρέθεσε δείπνο. Το άλλο πρωί όρμησε σαν άγριο θηρίο με όχλο πολύ στο σπίτι του Ονησιφόρου. Άρπαξε τον Παύλο και τον πήγε στον ηγέμονα, κατηγορώντας τον, οτι είναι κακοποιό στοιχείο και πλανεύει τις γυναίκες και τις χωρίζει από τους άνδρες τους. Επίσης, οτι επιβάλλει την αγαμία, οτι διαλύει τον γάμο, οτι ανατρέπει το θεσμό της οικογένειας και οτι καταδικάζει το ανθρώπινο γένος σε αφανισμό. Ο ηγέμονας Καστίλλιος, αφού άκουσε για λίγο την απολογία του Παύλου, έδωκε εντολή να τον δέσουν και μετά να τον φυλακίσουν. Είχε επιθυμία να τον ανακρίνει ο ίδιος έπειτα από μερικές ημέρες. 7. Η Θέκλα επισκέπτεται τον Απόστολο Παύλο στη φυλακή Από την πρώτη κιόλας στιγμή, το δέσμιο Παύλο τον επισκέπτονταν πολλοί. Η Θέκλα, μόλις έμαθε τη φυλάκιση του, συγκλονίσθηκε. Μετά δε από σκέψη έλαβε μια δεύτερη απόφαση, ηρωική. Όχι μόνο να μείνη παρθένος αλλά και να μαρτυρήσει για την αγάπη του Χριστού. Πρώτο μέλημα της ήταν να επισκεφθεί, το ταχύτερο, τον κρατούμενο διδάσκαλο της. Αφού πήρε μαζί της όλα τα στολίδια της και τα μαργαριτάρια της, πήγε μεσάνυχτα στη φυλακή. Τα έδωσε στον δεσμοφύλακα με τη συμφωνία να βλέπει ελεύθερα το φυλακισμένο Απόστολο. Εκείνος δέχτηκε και την άφησε να τον δεί. Ο θείος Παύλος, μόλις την είδε, ευχαριστήθηκε, διότι του δινώταν η ευκαιρία να συμπληρώση την κατήχηση της. Ο Απόστολος του Χριστού, τη φυλακή την είχε κάνει άμβωνα και εκήρυττε θαρραλέα το λόγο του Θεού. Η Θέκλα, με τόσο πόθο άκουγε τα λόγια του, ώστε της εφαίνετο ο Απόστολος, σα να ήταν ο ίδιος ο Κύριος. Το πρωί η μητέρα της και οι συγγενείς τους, όταν είδαν οτι απουσίαζε από το σπίτι της, βγήκαν και έψαχναν σ' όλη την πόλη. Νόμιζαν οτι έφυγε με κακό σκοπό και οτι ήταν ερωτευμένη. Ο Θάμυρις, ο πρώην μνηστήρας της, καθώς έψαχνε, πληροφορήθηκε από κάποιον οτι η Θέκλα βρισκόταν στη φυλακή και συζητούσε μ' εκείνον τον ξένο κήρυκα. Χωρίς καθυστέρηση, έσπευσε και πράγματι την βρήκε στο κελλί του Παύλου να κάθεται παρά τους πόδας του. Η ανεύρεση της στη φυλακή κοντά σ' ένα ξένο, τον εξαγρίωσε και αφού πήρε μαζί του όχλο πολύ, πήγε στον ηγέμονα. Πνέοντας άσπονδο μίσος κατά της Θέκλας, την κατήγγειλε οτι ήταν Χριστιανή και οτι εργαζόταν κατά της θρησκείας των προγόνων της. Ο Καστίλλιος έδωκε παρ' όλα αυτά εντολή και έφεραν ενώπιον του τον Απόστολο. Σε λίγη ώρα οδηγήθηκε στο Κριτήριο και η Θέκλα. Μόλις την αντίκρυσε ο όχλος, ο οποίος είχε μάθει πως έγινε Χριστιανή κι εγκατέλειψε τον μνηστήρα της, εφώναξε προς τον
  • 98.
    άρχοντα: " Υψηλότατε· δώσεδιαταγή να σκοτώσουν αυτό τον μάγο και γόητα". Ο ηγέμονας αργότερα τον ανάκρινε τον Παύλο, αλλά δεν τον βρήκε ένοχο. Απεναντίας, ευχαριστείτο ν' ακούει τα λόγια του. Οι άλλοι άρχοντες όμως κι ο λαός έβλεπαν με εμπάθεια το σεμνό Παύλο, διότι υπεκινούντο από το Θάμυρι. Κατόπιν αυτού, ο Καστίλλιος, παρ' οτι έβλεπε με συμπάθεια τον Χριστιανό κήρυκα και ήθελε να τον αφήσει, δεν το αποτολμούσε, γιατί φοβόταν το μαινόμενο πλήθος. 8. Η Θέκλα επιθυμεί να κηρύξει το Ευαγγέλιο Η συμπεριφορά του Θαμύριδος, όσο και του όχλου δεν επηρέασαν καθόλου τη Θέκλα στην απόφαση της να μείνει άγαμος. Ιδιαίτερα, μετά απ' αυτά δεν ήθελε για κανένα λόγο ν' ακούσει για γάμο και μέλιστα με άνδρα ειδωλολάτρη. Η ψυχή της είχε κατεφλεγεί από έρωτα διαδόσεως του Ευαγγελίου. Αφού το διδάχθη και το πίστευσε, δεν μπορούσε να αποσιωπήσει. Ήθελε να το διαλαλήσει και να το κηρύξει παντού. Το κήρυγμα του όμως, θα είχε ως αποτέλεσμα διώξεις, ενδεχομένως δε και μαρτύρια. Επομένως, μπορούσε να γίνει Απόστολος του Χριστού και να είναι παντρεμένη; Γι' αυτό όταν την ρώτησε ο ηγέμονας: - Γιατί δεν θέλεις τον μνηστήρα σου; Εκείνη έκρινε σκόπιμο να σιωπήσει. Ο Θάμυρις, μετά την τελευταία άρνηση της Θέκλας, εξοργίσθηκε πάρα πολύ και ωρύετο. Αλλά κι αυτή η μητέρα της στάθηκε αμείλικτη. Πωρωμένη κι άπονη όπως ήταν, έφθασε σε τέτοιο σημείο παραλογισμού ώστε να φωνάξει προς τον άρχοντα: - Καύσε την άνομη στο μέσο του θεάτρου, για να φοβηθούν και οι άλλες γυναίκες, να μη καταφρονούν τους άνδρες τους. Την ήθελε νεκρή παρά Χριστιανή. Ο σατανάς την τύφλωσε κι έχασε κάθε ίχνος μητρικής στοργής και αγάπης. Αλήθεια, τι αναισθησία! 9. Διατάσσεται το κάψιμο της στο θέατρο Όταν ο Καστίλλιος είδε, οτι όλο το πλήθος, αλλά και οι συγγενείς της, ακόμη δε και η μητέρα της την κατεδίκαζαν, έβγαλε απόφαση να την κάψουν ζωντανή μέσα στο θέατρο του Ικονίου, μπροστά σ' όλο τον κόσμο της πόλεως. Ακολούθως, για να ικανοποιήσει τον όχλο, διέταξε να φραγγελώσουν τον Παύλο και έπειτα να τον διώξουν από την πόλη. Μετά την καταδικαστική απόφαση εις βάρος της Θέκλας, ο ηγέμονας σηκώθηκε από το θρόνο του και πήγε στο θέατρο, ακολουθούμενος από πολύ πλήθος. Όλοι ήθελαν να δουν πως θα καιόταν η νεαρή Χριστιανή. Η ευλογημένη Θέκλα κι ενώ βρισκόταν στο μέσο του θεάτρου κι όλος ο κόσμος περίμενε με αγωνία να δει το φρικτό της θάνατο, ζούσε στο δικό της κόσμο. Παραδόξως, δεν σκεπτόταν τίποτε άλλο,
  • 99.
    παρά τον πνευματικότης πατέρα και το Νυμφίο της Χριστό. Δεν φοβόταν το θάνατο. Δε λογάριαζε τις πύρινες γλώσσες, που θα τις κατέκαιαν σε λίγο το σώμα. Επιθυμούσε, όσο το δυνατό νωρίτερα, να συναντήσει το Σωτήρα Χριστό. Αλλά ο Κύριος, έκρινε, οτι έπρεπε να Τον δει κι εδώ στη γή, για να πάρει θάρρος. Γι' αυτό και εμφανίσθηκε μπροστά της την κρίσιμη αυτή ώρα. 10. Εμφανίζεται ο Χριστός Η θαρραλέα Θέκλα, καθώς φευγαλέα ρίχνει το βλέμμα της στο πλήθος, βλέπει κάτι θαυμαστό. Βλέπει να εμφανίζεται ο Δεσπότης Χριστός, με τη μορφή του Παύλου και να κάθεται ανάμεσα στον όχλο (λαό). Αμέσως, παίρνει δύναμη και λέγει μέσα της: " Επειδή είμαι ολιγόψυχη και ανυπόμονη, ήλθε ο διδάσκαλος μου Παύλος να με ενθαρρύνει". Αλλά ενώ έκανε αυτή τη σκέψη, ξαφνικά, είδε τον Κύριο ν' ανεβαίνει στους Ουρανούς. Τότε βεβαιώθηκε, οτι η διδασκαλία του Παύλου ήταν αληθινή. Έτσι μετά την εμφάνιση του Χριστού, πορεύεται με θάρρος αλλά και αγαλλίαση προς το μαρτύριο. Οι νέοι και οι νέες συγκέντρωσαν ξύλα για ν' ανάψουν τη φωτιά και οι μεγάλες φλόγες υψώθηκαν στη μέση του θεάτρου. Για να εξευτελίσουν τη Μάρτυρα, την εγύμνωσαν και την οδήγησαν μπροστά στην τεράστια φωτιά. Εκείνη με ψυχραιμία έκανε το σημείο του Σταυρού και πήδησε στο μέσον των φλογών. Ο ηγέμονας, βλέποντας το κάλλος και την πραότητα της παρθένου, εξεπλάγη και λυπήθηκε πολύ: - Κρίμα, είπε, να χαθεί αυτή η πανέμορφη παρθένα. Τόσο δε πόνεσε η ψυχή του ώστε δάκρυσε. 11. Η Θέκλα δεν καίεται και η φωτιά σβήνεται από βροχή Η μεγαλόψυχη κόρη φλεγόμενη από θεϊκό έρωτα δε φοβήθηκε καθόλου από τη φωτιά. Έχοντας συνεχώς στραμμένα τα χέρια και τα μάτια προς τον ουρανό προσευχόταν νοερά και περίμενε θεϊκή βοήθεια. Και πράγματι αυτή δεν άργησε να έρθει. Ω του θαύματος! Οι φλόγες, αντί να κατακάψουν, την εδρόσιζαν. Ηγέμονας και λαός έμειναν άναυδοι. Παρευθύς, ακολούθησε κι άλλο θαύμα. Απότομα συννέφιασε και αστραπές αυλάκωσαν τον κατάμαυρο ουρανό. Σκότο κάλυψε την πόλη κι άρχισε να πέφτει ραγδαία βροχή εν μέσω βροντών, η οποία έσβησε τη φωτιά. Συγχρόνως δε έπεσε τόσο πολύ και μεγάλο χαλάζι στο θέατρο που σκότωσε πολλούς. Κατάπληκτος και τρομαγμένος ο όχλος τράπηκε σε φυγή, ενώ η Μάρτυς, χωρίς να πάθει τίποτε, ντύθηκε τα ρούχα της και απαρατήρητη, λόγω της μεγάλης συγχύσεως που επικρατούσε, έφυγε από το στάδιο, αλλά και από την πόλη. 12. Η Αγία αναζητά και βρίσκει τον Απόστολο Παύλο
  • 100.
    Αφού σώθηκε, μετη βοήθεια του Κυρίου, έπρεπε να αναζητήσει με κάθε τρόπο και να βρει τον Απόστολο Του. Ανησυχούσε για τη ζωή του, γι' αυτό ρωτούσε να μάθει που βρισκόταν. Ο φιλόθεος Παύλος, όπως προαναφέραμε, αφού μαστιγώθηκε κατ' εντολή του ηγέμονα, εκδιώχθηκε από το Ικόνιο. Ο ευσεβέστατος Ονησίφορος δεν τον άφησε να φύγει μόνος, αλλά τον ακολούθησε με την σύζυγο του και τα παιδιά του. Μόλις βγήκαν από την πόλη, κρύφτηκαν σ' ένα παλαιό τάφο ( παλιά οι τάφοι ήταν σαν σπηλιές μέσα σε βράχους), και προσεύχονταν για τη σωτηρία της Θέκλας. Παρέμειναν εκεί, για τρείς ημέρες, νηστικοί. Ένα όμως από τα παιδιά του Ονησίφορου, μη ανέχοντας άλλο την πείνα, είπε προς τον Απόστολο: - Κύριε, ο πατέρας μας δεν φροντίζει πλέον για μας και όπως βλέπεις πεθαίνουμε από την πείνα. Σε παρακαλώ βοήθησε μας. Ο πονόψυχος Παύλος, έβγαλε το επανωφόρι του και του το έδωσε να το πωλήσει, για να πάρει ψωμιά. Το παιδί, καθώς πήγαινε προς την αγορά συνάντησε τη Θέκλα. Μόλις την είδε υγιέστατη κι ελεύθερη, παραξενεύθηκε, διότι νόμιζε οτι την είχαν κάψει στο θέατρο. Αφού του εξήγησε πως την ελύτρωσε ο Κύριος, ζήτησε πληροφορίες περί του Αποστόλου Παύλου. Τότε ο αδελφός της όλο χαρά, της λέει: - Έλα μαζί μου και θα σε πάω στον τάφο που κρύβεται. Παρ' οτι έχει μέρες νηστικός προσεύχεται στο Θεό για σένα. Τον ακολούθησε και όταν μπήκε η Αγία στο μνημείο, βρήκε τον Παύλο γονυκλινή και να προσεύχεται για τη σωτηρία της. Συγκινημένη ευχαρίστησε το Θεό, που την αξίωσε να ξαναβρεί το διδάσκαλο της, τον καλό πνευματικό της πατέρα. Αλλά και ο Παύλος χάρηκε πολύ. Η προσευχή του είχε εισακουσθεί και είπε: - Ο Κύριος, είναι μαζι μας. Σ' ευχαριστώ καρδιογνώστα Θεέ μου, διότι άκουσες τη δέηση μου. Μετά από αυτή τη συνάντηση, η χαρά όλων ήταν απερίγραπτη. Αφού έφαγαν από το ψωμί που έφερε ο νέος, η Θέκλα ζήτησε την ευλογία του Αποστόλου: - Σε παρακαλώ, σφράγισε με με τη σφραγίδα του Σταυρού, κι ελπίζω σ' Αυτόν, οτι δεν θα με αγγίζει κανένα βάσανο. - Κάμε υπομονή, της απάντησε, και θα έλθη σ' εσένα η δωρεά του Θεού. Έπειτα ο Παύλος απευθύνθηκε προς τον αγαπητό του Ονησίφορο και με ύφος μειλίχιο, του είπε: - Είναι καιρός να φύγετε για το σπίτι σας. Ευχαριστώ θερμά για την αγάπη όλων σας. Εγώ θα πάω, όπου με προστάξει ο Κύριος.
  • 101.
    13. Ο ΑπόστολοςΠαύλος και η Θέκλα πηγαίνουν στην Αντιόχεια Μετά τη σύσταση αυτή ο Ονησίφορος πήρε την οικογένεια του και επέστρεψε σπίτι του, στο Ικόνιο. Ο δε Παύλος με τη Θέκλα ανεχώρησαν για την Αντιόχεια. Παρ' οτι η Θέκλα δεν περιποιείτο καθόλου την ομορφιά της, εντούτοις διατηρείτο τόσο ανθηρή, ώστε ένας ειδωλολάτρης από τους επισημότερους της πόλεως, ονομαζόμενος Αλέξανδρος, Σύρος στην καταγωγή, μόλις την είδε τόσο την ερωτεύθηκε, που την φίλησε. Εκείνη τον απώθησε, αρνηθείσα να δεχτεί τις προστάσεις τους για να τον παντρευθεί. Ο Αλέξανδρος παράφορα ερωτευμένος επανέλαβε την αναιδή απόπειρα των περιπτύξεων και αργότερα, όταν την ξανασυνάντησε. Αλλά η Θέκλα του ξέσχισε τη χλαμύδα και στη συνέχεια τον γελοιοποίησε, όταν του πήρε από το κεφάλι " το εορτάσιμο στεφάνι" και το έρριψε κάτω. 14. Η Θέκλα καταδικάζεται σε θάνατω ως ιερόσυλος Γι' αυτή της την πράξη κατηγορήθηκε ως ιερόσυλος και καταδικάσθηκε από τον Ανθύπατο της πόλεως σε θάνατο. Μετά από τρείς ημέρες θα την έριχναν στα θηρία. Η Αγία κατόπιν παρακλήσεων της, πέτυχε έγκριση του Ανθύπατου να την παραδώσουν μέχρι τον θάνατο της σε μιά έντιμη γυναίκα. Έτσι, την παρέδωσαν σε μιά ευγενέστατη και πλούσια χήρα, ονομαζόμενη Τρύφαινα, της οποίας η μονάκριβη κόρη Φαλκονίλλα είχε πεθάνει πριν λίγες ημέρες. Η Τρύφαινα, βλέποντας το αγγελικό πρόσωπο της Θέκλας και ακούοντας μελίρρυτα λόγια επί τρείς ημέρες, τόσο πολύ αγάπησε την παρθένο που δεν ήθελε να την αποχωρισθεί και έκλαιε, όταν την οδηγούσαν για τα θηρία. Θέλοντας δε να δει πιό θα ήταν το τέλος της Μάρτυρος, την ακολούθησε στο αμφιθέατρο με άλλες γυναίκες. Πολλές νέες έκλαιαν, επειδή τη συμπονούσαν και σχολίαζαν δυσμενώς της εις βάρος της καταδίκη. α. Την ρίχνουν σε θηρία αλλά αυτά δεν την εγγίζουν Οι δήμιοι έδεσαν την Αγία και την άφησαν στο μέσο του αμφιθεάτρου. Έπειτα απέλυσαν μια αγριώτατη λέαινα, η οποία μόλις έφθασε κοντά στην Αγία, μετέβαλε την αγριότητα της σε πραότητα και της έγλειφε τα πόδια. Στο θέατρο είχε τοποθετηθεί και πινακίδα στην οποία ανεγράφετο ο λόγος που την έρριχναν στα θηρία. " Ως ιερόσυλος καταδικάσθηκε σε θάνατο". Αυτά βλέποντας ο όχλος εφώναξε οτι η καταδίκη είναι άδικη. Τότε η Τρύφαινα, δυναμωμένη από τη θεία Χάρη, μπήκε άφοβα στο θέατρο, πήρε την πιστή Θέκλα και πήγαν χαρούμενες στο σπίτι της. Τη νύχτα εκείνη η Τρύφαινα είδε στον ύπνο της, κατ' οικονομία Θεού την κόρη της Φαλκονίλλα, η οποία της είπε: - Μητέρα μου, αγάπα την Θέκλα και έχε την αντί για εμένα κόρη
  • 102.
    σου, διότι είναιδούλη του Θεού και μπορεί να προσευχηθεί και να με βάλει ο Κύριος στον τόπο των δικαίων. Το πρωί, η Αγία, μόλις πληροφορήθηκε το όνειρο, προσευχήθηκε και παρακάλεσε τον Κύριο ν' αναπαύσει τη Φαλκονίλλα μαζί με τους δίκαιους, κατά το άγιο θέλημα Του. Η καλοκάγαθη Τρύφαινα πολύ χαιρόταν, που είχε γνωρίσει και φιλοξενούσε την αγνή Θέκλα. Αλλά η χαρά της δεν άργησε να μεταβληθεί σε λύπη. Έξαφνα, καταφθάνει στο σπίτι της ένας απεσταλμένος και της λέει: - Κυρία, ο Ανθύπατος κάθεται στο Κριτήριο και όλος ο δήμος συγκεντρώθηκε για να δουν το θάνατο της Θέκλας. Στείλε της, λοιπόν, το ταχύτερο. Η Τρύφαινα, όχι μόνο δεν τη έδωσε, αλλά και τον ύβρισε και τον έδιωξε. Σε λίγο κατέφθασαν υπηρέτες του Ανθύπατου για να την πάρουν με τη βία. Μη μπορώντας ν' αντισταθή στην παράδοση της Θέκλας, άρχισε να κλαίει: - Αλλοίμονο μου, έλεγε! Πρίν λίγες ημέρες συνόδευσα στον τάφο την Φαλκονίλλα μου και τώρα, πάλι χάνω, εσένα, τη δεύτερη αγαπημένη μου κόρη!! Η Αγία συγκλονισμένη! από την αγάπη και τη θυσία της Τρύφαινας, εδάκρυσε και κοιτάζοντας προς τον Ουρανό είπε: - Κύριε μου και Βασιλεύ, Σε ικετεύω, αντάμειψε την φιλεύσπλαχνη Τρύφαινα για την αγάπη που μου έδειξε και γιατί εφύλαξε την αγνότητα μου. Η Μάρτυς φθάνει στο θέατρο. Κατά την είσοδο της έγινε μεγάλος θόρυβος. Ο λαός διαμαρτυρήθηκε έντονα, διότι άδικα οδηγείτο και πάλι στο μαρτύριο. Οι δήμιοι όμως, ψυχροί και άπονοι την άρπαξαν βίαια, την εγύμνωσαν και την έρριψαν στα θηρία· σε μεγάλα λιοντάρια και αρκούδες φοβερές. Παραδόξως, μια πολύ άγρια λέαινα στεκόταν κοντά στην Αγία και δεν άφηνε κανένα θηρίο να την πλησιάσει. Μάλιστα, κάποια στιγμή, επιτέθηκε και θανάτωσε μιά αρκούδα, όταν εστράφη αιφνιδίως κατά της Αγίας. Προς γενική κατάπληξη, όλα τα άγρια θηρία που εξαπέλυσαν εναντίον της στάθηκαν ήμερα πουλλάκια μπροστά της. β. Σε λίμνη με σαρκοβόρα ψάρια σώζεται Αφού απέτυχαν κι αυτή τη φορά να θανατωθεί η Θέκλα, απεφάσισαν να τη ρίξουν σε μιά βαθιά και φοβερή λίμνη με σαρκοβόρα ψάρια. Μπαίνοντας η Αγία στη λίμνη με πίστη και θάρρος, είπε: - Στο Όνομα Σου, Κύριε μου Ιησού Χριστέ, λαμβάνω το άγιο Βάπτισμα. Ενώ οι γυναίκες έκλαιαν και περίμεναν όλοι να δουν το μαρτυρικό της τέλος, ο Θεός δεν άφησε αβοήθητη την πιστή δούλη Του. Έστειλε βοήθεια από τον ουρανό, με μορφή φωτιάς και αστραπών
  • 103.
    και ενέκρωσε ταθηρία της λίμνης, ενώ νεφέλη σκέπασε τη Θέκλα για να μη την βλέπει γυμνή ο παριστάμενος λαός. Ο Αλέξανδρος χωρίς να συνέλθει και να μετανοήσει μετά από τόσα θαύματα, λέγει προς τον Ανθύπατο: - Έχω δύο ταύρους φοβερώτατους και αγριώτατους. Θα τη ρίξω σ' αυτούς να τη θανατώσουν. Κι εκείνος αποκρίθηκε: - Κάμε οτι θέλεις σ' αυτήν· εγώ πλέον δεν θα βάλω το χέρι μου στα μαρτύρια της. Την έδεσαν, λοιπόν, και την έβαλαν στους ταύρους. Για να τους αγριέψουν τους κατέκαιαν με πυρωμένα σίδηρα και τους κεντούσαν. Αλλά πάλι αυτοί έμειναν ακίνητοι. Η προσευχή της Μάρτυρος εισακόυσθηκε και ο Θεός τους ημέρεψε και τους έκανε να αντέξουν την φωτιά και να μην την νιώθουν. Ταυτόχρονα, με τρόπο θαυμαστό, λύθηκαν και τα δεσμά της. Όπως είδαμε η θεία Χάρη τη διεφύλαξε από όλους τους κινδύνους . Αυτό έκαμε μεγάλη εντύπωση στο λαό. Μάλιστα, πολλοί απο τους αυτόπτες μάρτυρες πίστεψαν στο Χριστό. Τότε ο λαός με μιά φωνή ζήτησε την απελευθέρωση της πολυδοκιμαζόμενης Θέκλας. Εν τω μεταξύ, η Τρύφαινα, ζώντας με πόνο από κοντά τα τόσα μαρτύρια της αγαπημένης της Θέκλας, λιποθύμησε και έπεσε κάτω σαν νεκρή. γ. Την αφήνουν ελεύθερη Ο Αλέξανδρος, μετά τη λιποθυμία της Τρύφαινας, φοβήθηκε, διότι ήταν συγγενής του Καίσαρα και διέταξε να ντύσουν τη Θέκλα. Μετά από λίγο εκάλεσε την Μάρτυρα ιδιαιτέρως, και την ρώτησε, ποιά είναι και τι ήταν αυτό που έκανε τα θηρία να μην την πειράξουν. Η Αγία απάντησε, οτι πιστεύει στο Χριστό, που είναι ο αληθινός Θεός. Κι οτι, όποιος πιστεύει σ' Αυτόν, που είναι ο αρχηγός της ζωής και του θανάτου, δεν παθαίνει τίποτα. Ο Αλέξανδρος αφού την άκουσε, την άφησε ελεύθερη. Η Θέκλα ευχαρίστησε αμέσως το Χριστό για τη σωτηρία της και την απόκτηση της ελευθερίας της κι έφυγε από την Αντιόχεια. Αναζητώντας παντού τον Απόστολο Παύλο, τον βρήκε στα Μύρα της Λυκίας, όπου εκήρυττε. Εκεί, της διευκρίνισε, οτι την εγκατέλειψε μόνη, για να μην ελπίζει σ' αυτόν, αλλά μόνο στον Σωτήρα Χριστό. Αργότερα δε, της έκανε και την αποκάλυψη· οτι ήταν θέλημα Θεού να επιστρέψει ταχέως στην πατρίδα της. 15. Επιστέφει στην γενέτειρα της Η ενάρετη Θέκλα, ως καλή μαθήτρια, χωρίς να εναντιωθεί στο πρόσταγμα του, έκλινε το κεφάλι της, προσκύνησε κι αφού ευλογήθηκε από τον Απόστολο, επέστρεψε στο Ικόνιο. Επισκέφθηκε πρώτα τον Ονησίφορο, όπου του διηγήθηκε τα μαρτύρια της και δοξάζοντας το Θεό είπε: " Σ' ευχαριστώ, Κύριε Θεέ μου, διότι με φώτισες σ' αυτό το σπίτι και
  • 104.
    Σε γνώρισα. Εσύείσαι ο αληθινός Θεός κι Εσύ με έσωσες από τη φωτιά και τα θηρία και σε Σένα πρέπει δόξα και προσκύνηση αιωνίος. Αμήν". Ο Ονησίφορος με την οικογένεια του πολύ χάρηκαν για τη σωτηρία της Θέκλας και δόξασαν το Θεό. Ο Θάμυρις εν το μεταξύ είχε πεθάνει. Μονάχα η μητέρα της ζούσε. Μάταια, προσπάθησε η Αγία να την πείσει να γίνει Χριστιανή. Η επιμονή της μητέρας της να παραμείνει στην ειδωλολατρία, την στεναχόρησε πολύ. Περίλυπη, λοιπόν, ανεχώρησε από το Ικόνιο και πήγε στο μνημείο, όπου είχε βρεί κρυμμένο τον Απόστολο Παύλο με τον Ονησίφορο. Εκεί προσευχήθηκε θερμά και παρακάλεσε τον Κύριο να της δείξη το θέλημα Του. 16. Ασκητεύει στο όρος Καλαμών· κηρύττει και θεραπεύει Έπειτα πήγε στη Σελεύκεια. Πλησίον της πόλης υπήρχε ένα βουνό, που ονομαζόταν Καλαμών. Σ' αυτό μια μέρα την οδήγησε μιά φωτεινή νεφέλη. Από το θαυμαστό τούτο γεγονός, κατάλαβε, οτι ήταν θέλημα Θεού να κατοικήσει εκεί. Βρήκε μιά σπηλιά και έζησε σ' αυτή για πολλά χρόνια, ασκητικώτατα. Υπέμεινε πολλούς σκληρούς πειρασμούς από τους δαίμονες, αλλά με τη Χάρη του Κυρίου αναπεξήλθε νικήτρια. Η φήμη της Αγίας πολύ νωρίς έφθασε στις γύρω πόλεις. Πολλές γυναίκες, που ήθελαν τη σωτηρία τους, έρχονταν σ' αυτήν ν' ακούσουν για για τη Χριστιανική θρησκεία. Αρκετές απ' αυτές έγιναν Χριστιανές, εγκατέλειψαν τα εγκόσμια και ασκήτεψαν κοντά της. Η ευλογημένη Θέκλα, με τη βοήθεια του Κυρίου άρχισε να κάνει θαύματα. Να θεραπεύει σωματικές και ψυχικές ασθένειες. Πρωτοφανές! Πολλοί ασθενείς θεραπεύθηκαν, μόλις πλησίασαν στο ασκητήριο της. Εδώ, τυφλοί ανέβλεψαν, κουτσοί περπάτησαν, παράλυτοι σηκώθηκαν και δαιμονισμένοι απαλλάχθηκαν από τα δαιμόνια. Το κήρυγμα της Μάρτυρος Θέκλας, αλλά κυρίως τα αναρίθμητα θαύματα της έγιναν αιτία να μετανοήσουν πολλοί και να βαπτισθούν Χριστιανοί. Όλοι οι κάτοικοι της Σελεύκειας ήταν ευχαριστημένοι, διότι είχαν βρει άμισθο ιατρό για κάθε φύσεως ασθένειες τους. Εκείνοι που στεναχωρούνταν ήταν οι ιατροί, διότι οι αρρώστοι πήγαιναν στην Αγία Θέκλα και αυτοί κινδύνευαν να φτωχύνουν. Κατόπιν τούτου, έκαμαν συμβούλιο και είπαν: " Αυτή η παρθένος είναι ιέρεια της μεγάλης Αρτέμιδος και για την αγνή ζωή της τη βοηθάει η θεά και κάνει τόσες θεραπείες, Ας τη μολύνουμε σαρκικά, να χάσει αυτή τη χάρη". 17. Ιατροί πληρώνουν νέους, για να ατιμάσουν την Αγία Οι παμμίαροι πλήρωσαν τότε μερικούς ακόλαστους νέους, να πάνε να τη βιάσουν. Αμέσως, αυτοί πήγαν στο σπήλαιο της και χτύπησαν την πόρτα. Η Αγία, αν και το εγνώριζε, από Θεία Χάρη, την αιτία, για την οποία την επισκέφθηκαν, εντούτοις τους ρώτησε, τι
  • 105.
    ζητούσαν. Αυτοί οιαναίσχυντοι της απάντησαν, οτι πήγαν για να κοιμηθούν μαζί της. Η ευσεβέστατη Θέκλα, μόλις άκουσε τον ανήθικο σκοπό τουςμ χωρίς να τρομοκρατηθει, τους είπε: - Εγώ είμαι γερόντισσα, δούλη ταπεινή του Κυρίου μου Ιησού Χριστού. Εάν θελήσετε να κάνετε κάποιο κακό σε μένα, θα πάθετε μεγάλη ζημιά. - Είναι αδύνατον, της αποκρίθηκαν, να επιστρέψουμε άπρακτοι. Κι αμέσως χωρίς να σεβασθούν τα γεράματα της επιχείρησαν να την τραβήξουν προς το μέρος τους: - Κάμετε υπομονή, τέκνα μου, τους είπε, κι όπου νά' ναι θα δείτε τη δόξα του Θεού. Και παρευθύς στρέφει τα μάτια προς τον Ουρανό και προσεύχεται με πόνο, λέγουσα: - Κύριε, Παντοκράτορ, ο μόνος δυνατός και οικτίρμων, η ελπίδα των απελπισμένων, η βοήθεια των αβοήθητων, ο Οποίος από την φωτιά και τα θηρία και του βυθού του Θαμύριδος και του Αλεξάνδρου με διέσωσες και ευδόκισες σε μένα να δοξασθή το Πανάγιο Ονομα Σου, ελευθέρωσε με από τα χέρια των ανόμων αυτών και μη αφήσης να υβρίσουν την παρθενία, την οποίαν αφιέρωσε σε Σένα, διότι σε επιποθώ Νυμφίε μου άμωμε και Θεέ μου¨. 18. Εισήλθε σε πέτρα, που ανοιγόκλεισε θαυμαστά και εχάθη Μόλις τελείωσε, φωνή ακούστηκε από τον ουρανό, που έλεγε: - Μη φοβάσαι, Θέκλα δούλη μου αληθινή, διότι είμαι κοντά σου· να η πέτρα, η οποία είναι μπροστά σου, ανοίγεται για να διαφυλάξει την αγνότητα σου. Πράγματι! Η Μάρτυς βλέπει την πέτρα ν' ανοίγει στα δύο. Αμέσως μπαίνει στο σχίσμα, κλείει η πέτρα και εμφανίζεται όπως ήταν και πριν, χωρίς ρίγμα. Οι βέβηλοι, βλέποντας το θαύμα αυτό, τα έχασαν. Πήραν μονάχα το ωμοφόριο της για να το δείξουν ως αποδεικτικό στοιχείο στους ιατρούς. Αργότερα τούτο, κατά θεία οικονομία περιήλθε στα χέρια Χριστιανών. Το είχαν για φυλαχτό, για ευλογία και προσκύνημα. Ιδού, τι παράδοξο και πρωτοφανές τέλος είχε η παρθένος, Απόστολος, ασκήτρια και Μάρτυς, των πρότων Χριστιανικών- Αποστολικών χρόνων, Θέκλα. Από το 18 της χρόνια που γνώρισε τον Χριστό, εώς τα 90 της που παρέδωσε το πνεύμα της, εργάσθηκε άοκνα για τη διάδοση του Ευαγγελίου, προς δόξαν Θεού. Η ζωή της υπήρξε λαμπρό παράδειγμα για άνδρες και γυναίκες. Η Εκκλησία μας που τιμά τη μνήμη της την 24 Σεπτεμβρίου, την ονόμασε Πρωτομάρτυρα και Πρωτόαθλο " εν γυναιξί", αλλά και Θεόκλητο και Ισαπόστολο.
  • 106.
    Εκδόσεις Απόστολος Βαρνάβας Αθήνα Η Αγία μεγαλομάρ τυς και θαυματουρ γός Γλυκερία Πολιούχος Ηρακλείας της Θράκης Γεννήθηκε στην Τραϊανούπολη. Η Τραϊανούπολη ήταν πόλη της Δυτικής Θράκης, δυτικά του ποταμού Έβρου, επί της Εγνατίας οδού, κοντά στη σημερινή Αλεξανδρούπολη.Ιδρύθηκε από τον αυτοκράτορα Τραϊανό. Τα ερείπιά της (ξενώνας, θερμά λουτρά) σώζονται δίπλα στο σημερινό χωριό Λουτρά,όπου κάθε χρόνο συγκεντρώνονται πολλοί επισκέπτες χάρη στα ιαματικά λουτρά. Η αγία κατάγονταν από αριστοκρατική οικογένεια αφού ο πατέρας της διετέλεσε τρεις φορές ύπατος. Έζησε στα χρόνια του βασιλιά Αντωνίνου (Μάρκου Αυρήλιου) και ενώ ηγεμόνας στην Τραϊανούπολη ήταν ο Σαβίνος. Ο Μ. Αυρήλιος ως ειδωλολάτρης θυσίαζε σ'όλα τα είδωλα και προπάντων στο Δία. Κάποια μέρα αποφάσισε να στείλει εντολή σ'όλες τις επαρχίες ώστε όλοι οι άνθρωποι να προσέλθουν στα ιερά και να θυσιάσουν στους θεούς. Έτσι ο Σαβίνος, που είχε έδρα του την Ηράκλεια, ήρθε στην Τραϊανούπολη με την αυτοκρατορική εντολή και καλούσε όλους τους πολίτες να συμμετέχουν στις θυσίες με αναμμένες λαμπάδες.Η Αγία Γλυκερία, αφού χάραξε στο μέτωπο της το σημείο του Τιμίου Σταυρού, παρουσιάστηκε στον ηγεμόνα και ομολόγησε ότι είναι Χριστιανή ονομάζοντας τον εαυτό της δούλη Χριστού.Τότε ο ηγεμόνας την κάλεσε να θυσιάσει στα είδωλα και η αγία μπήκε στο ναό και προσευχήθηκε στο Χριστό. Αμέσως μετά την προσυχή της έγινε βροντή μεγάλη και το πέτρινο άγαλμα του Δία έπεσε και συντρίφτηκε. Τότε οι ειδωλολάτρες που βρίσκονταν εκεί εξοργίστηκαν πολύ και άρχισαν να την πετροβολούν, ούτε μία όμως από τις πέτρες χτύπησε την αγία, γι'αυτό, αφού την κρέμασαν από τις τρίχες της κεφαλής της, την
  • 107.
    κατέσχισαν. Μετά από αυτάέρριξαν την αγία στη φυλακή, χωρίς να της δώσουν ούτε φαγητό, ούτε νερό για πολλές μέρες. Άγγελος Κυρίου όμως της έφερνε τροφή και γι'αυτό δεν έπαθε κανένα κακό. Μάλιστα δε ο ηγεμόνας και οι σύντροφοί του καταλήφθηκαν από μεγάλη έκπληξη και θαυμασμό όταν βρήκαν μέσα στη φυλακή ψωμί, γάλα και νερό, ενώ η φυλακή ήταν καλά κλειδωμένη και κανένας δεν είχε μπει μέσα. Στη συνέχεια ο ηγεμόνας πήρε την αγία και κατευθύνθηκε προς την Ηράκλεια. Οι Χριστιανοί της Ηράκλειας άκουσαν για την αθληφόρο του Χριστού και όταν την έφερναν στην πόλη τους έτρεξαν όλοι με επικεφαλής τον επίσκοπο Δομίτιο να την προϋπαντήσουν. Την άλλη μέρα οδήγησαν την αγία σε δίκη και επειδή εκείνη εξακολουθούσε να ομολογεί την πίστη της στον αληθινό Θεό, ο ηγεμόνας διέταξε να την ρίξουν μέσα σε πυρακτωμένο καμίνι. Δροσιά όμως κατέβηκε από τον ουρανό, σβήστηκε η φωτιά και η Αγία παρέμεινε αβλαβής. Θυμωμένος τότε ο ηγεμόνας διέταξε να της γδάρουν το δέρμα της κεφαλής της μέχρι το μέτωπο. Ούτε αυτό έκαμψε το φρόνημα της μάρτυρος η οποία και κατά την ώρα αυτού του μαρτυρίου προσεύχονταν στο Θεό. Ο ηγεμόνας μη υποφέροντας την ψυχική αντοχή της αγίας διέταξε να την κλείσουν πάλι στη φυλακή, όπου αφου την δέσουν χειροπόδαρα να την ξαπλώσουν πάνω σε κοφτερές πέτρες για να υποφέρει αφόρητα σε κάθε της κίνηση. Κατέβηκε όμως και πάλι Άγγελος Κυρίου, έλυσε την Αγία από τα δεσμά και θεράπευσε τις πληγές της. Όταν ο δεσμοφύλακας Λαοδίκιος είδε το θαυμαστό αυτό γεγονός εξεπλάγη και αφού ομολόγησε τον Χριστό αποκεφαλίστηκε και έλαβε τον στέφανο του Μαρτυρίου.Ο Αγιος Μάρτυς Λαοδίκιος συνεορτάζεται με την Αγία Γλυκερία στις 13 Μαίου. Ο Ναός της Αγίας Γλυκερίας στο χωριό Λουτρά ανεγέρθηκε το 1966 με τη φροντίδα του ιερέα π. Θεωδώρου Μητρούδη Ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος Ασκητής με πολλή απλότητα, εγκράτεια και ενθουσιώδη πίστη. Προικισμένος με πλουσιότατη και φλογερώτατη φαντασία, εξασκούσε μεγάλη επιρροή στους συμπολίτες του. Ο Εφραίμ γεννήθηκε στις αρχές του 4ουαιώνα, στη Νίσιβη της Συρίας. Διδάσκαλο ευτύχησε να έχει τον επίσκοπο Ιάκωβο, άνδρα μεγάλης θεολογικής παιδείας, που τον χειροτόνησε διάκονο.
  • 108.
    Αλλά αυτός παραδίδεταιολοκληρωτικά στις μελέτες του και δε θέλησε να προβιβαστεί σε ανώτερο αξίωμα. Διότι θεωρεί σπουδαιότερο αυτό που είπε ο Απόστολος Παύλος: «Πάσα γραφή θεόπνευστος και ωφέλιμος προς διδασκαλίαν, προς έλεγχον, προς επανόρθωσιν, προς παιδείαν την εν δικαιοσύνη, ίνα άρτιος ή ο του Θεού άνθρωπος, προς πάν έργον αγαθόν εξηρισμένος». Δηλαδή, όλη η Γραφή έχει εμπνευστεί από το Θεό. Γι’ αυτό είναι ωφέλιμη να διδάσκει την αλήθεια, να ελέγχει τις πλάνες, να διορθώνει αυτούς που αμαρτάνουν, να παιδαγωγεί στην αρετή και έτσι ο άνθρωπος του Θεού να είναι τέλειος, καταρτισμένος σε κάθε έργο αγαθό. Έτσι, με αυτόν τον τρόπο ο Εφραίμ απέκτησε ξεχωριστή θέση στην εκκλησιαστική κίνηση του έθνους του. Ήταν περίφημος ρήτορας, ο βαθύς και φλογερός συγγραφέας. Ονομάστηκε προφήτης Σύρων, στύλος της Ορθοδοξίας, στόμα και κιθάρα του Αγίου Πνεύματος. Ο Όσιος Εφραίμ κοιμήθηκε το 379, αφού άφησε μεγάλο συγγραφικό έργο. Απολυτίκιο « Ρείθρον άυλον, εν τη ψυχή σου, τον ζωήρρυτον, πλουτήσας φόβον, κατανύξεως κρατήρ,αναδέδειξαι, όθεν ημάς προς ηθών τελειότητα, τοις ιεροίς σου ρυθμίζεις διδάγμασιν. Εφραίμ Όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος Ο Άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1322 και θείος του ήταν ο Νείλος Καβάσιλας, που υπήρξε Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Το πατρικό όνομα του Νικολάου ήταν Χαμαετός, κράτησε όμως το μητρικό του επώνυμο Καβάσιλας προφανώς λόγω της ισχυρής παρουσίας του θείου του. Σπούδασε στη Θεσσαλονίκη και στην Κωνσταντινούπολη ρητορική, Θεολογία και φυσικές επιστήμες. Διετέλεσε σύμβουλος του Κατακουζινού και στα τελευταία χρόνια της ζωής του, πρέπει να υπήρξε μοναχός και έμενε στο μοναστήρι των Μαγγάνων. Ο Άγιος ήταν οπαδός του ανατολικού μυστικισμού και ησυχαστικού πνεύματος, όπως το διαμόρφωσε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Υπήρξε πληθωρικός συγγραφέας θεολογικών, λειτουργικών και ερμηνευτικών έργων, καθώς επίσης, πανηγυρικών λόγων, επιστολών, επιγραμμάτων και κειμένων πολιτικού και κοινωνικού περιεχομένου. Πέθανε λίγο μετά το 1391 και αγιοποιήθηκε στις 19 Ιουλίου 1983. Απολυτίκιο «Ως θειος διδασκαλος, και υποφητης και σοφος, δογματων της πιστεως, και αρετων ιερων, Νικολαε Οσιε, ελαμψας εν τω κοσμω διαβιου και λογου. Οθεν Θεσσαλονικη τη ση δοξη καυχαται, και ποθω εορταζει, την πανσεπτον μνημην σου ΑΓΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ, ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ Ὁ Ἅγιος Φιλόθεος, γόνος πτωχῆς οἰκογενείας τῆς Θεσσαλονίκης, ἐγεννήθηκε περί τὸ 1305, ἐσπούδασε φιλολογία ὑπὸ τὸν περίφημο καθηγητὴ Θωμᾶ Μάγιστρο, τοῦ ὁποίου ἦταν ὑπηρέτης. ᾿Αργότερα ἐμφανίζεται ὡς μοναχός. Σύμφωνα μὲ εἰδήσεις τῶν πηγῶν κάποτε ἐμόνασε στὸΣινᾶ, χωρὶ ς νὰ εἶναι εὔκολο νὰ ἐντοπισθεῖ τοῦ το χρονολογικά· ἴσως νὰ μετέβη ἐκεῖ τὸ 1326, ὅταν καὶ ἄλλοι μοναχοὶ ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη συμπεριλαμβανομένου τοῦ Γρηγορίου Σιναΐτου εἶχαν ἐκδηλώσει τὴν πρόθεσή τους νὰ πράξουν τοῦτο. ῎Επειτα ἐγκαταστάθηκε στὸ ῞Αγιον ῎Ορος, καὶ μάλιστα στὴ Μονὴ Μ. Λαύρας, ὅπου συνδέθηκε στενὰ μὲ τὸν Γρηγόριο Παλαμᾶ, τὸν ὁποῖο εἶχε συναντήσει γιὰ πρώτη φορά, ἴσως πρὸ τῆς μοναχικῆς ἀναχωρήσεώς του, στὴν Θεσσαλονίκη τὸ 1325-1326. Διαδέχθηκε τὸν Μακάριο στὴν ἡγουμενία τῆς Μονῆς Μ. Λαύρας, σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ἐθεωρεῖ το ἀντιπρόσωπος τοῦ Παλαμᾶ στὸ῎ Ορος (1342). ῾Η διστακτικότητά του ὁρισμένες στιγμὲς προκαλοῦσε τὰ παράπονα τοῦ Γρηγορίου, οὐσιαστικὰ ὅμως παρέμενε σταθερὰ ἀφοσιωμένος στὶς ἀπόψεις
  • 109.
    τούτου. ῎Οχι μόνοἐπρωτοστάτησε στὴν ὑπογραφὴ τοῦ ῾Αγιορειτικοῦ Τόμου τὸ 1341, ἀλλὰ καὶ ἔγραψε δύο ἰδικά του δοκίμια περὶ τοῦ θείου φωτὸς τὸ1346. Μετὰ τὸ θρίαμβο τοῦ Καντακουζηνοῦ (1347) ἐξελέγη Μητροπολίτης ῾Ηρακλείας, ποὺ λόγῳ τῆς θέσεώς του ἦταν πρόεδρος τῶν ὑπερ τίμων καὶ πρῶτος στὴν τάξη τῶν Μητροπολιτῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. ᾿Απὸ τότε μετέσχε ἐνεργῶς στὰ κοινὰ τῆς ᾿Εκκλησίας καί ἐπρωτοστάτησε στὶς συζητήσεις γιὰ τὴν εἰρήνευσή της. Στὶς 10 ᾿Ιουνίου 1350 ἐχειροτόνησε τὸν ἱερομόναχο Κάλλιστο ὡς Ἐπίσκοπο, ποὺ εἶχε ἐκλεγεῖ διάδοχος τοῦ ἀποθανόντος ᾿Ισιδώρου. Στὴ Σύνοδο τοῦ 1351 ἔπαιξε τὸν δεύτερο μετὰ τὸν Παλαμᾶ ρόλο ἀνάμεσα στοὺς ὑποστηρικτές τῆς ὀρθόδοξης μερίδος. ᾿Επιμελήθηκε τῆς συντάξεως τοῦ Τόμου τῆς Συνόδου, ποὺ περιέλαβε τὰ πρακτικὰ τῶν συζητήσεων καὶ τὶς ἀποφάσεις. Τὸ ἑπόμενο ἔτος, ἐνῶ αὐτὸς εὑρισκόταν στὴν Κωνσταντινούπολη, ἡ ῾Ηράκλεια καταλήφθηκε καὶ ἐλεηλατήθηκε ἀπὸ τοὺς Γενουᾶτες· εὐτυχῶς ποὺ αὐτὸς ἦταν ἐλεύθερος, ὥστε νὰ φροντίσει γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῶν αἰχμαλώτων μελῶν τοῦ ποιμνίου του μὲ λίγα λύτρα καὶ γιὰ τὴ νἀ να συγκρότηση τῆς πόλεως. Κατὰ τὴ νέα σύγκρουση μεταξὺ τοῦ᾿Ιωαννου τοῦ Καντακουζηνοῦ καὶ τοῦ Ἰωάννου Παλαιολόγου, ὁ Πατριάρχης Κάλλιστος ἐτάχθηκε μὲ τὸ μέρος τοῦ δευτέρου, μὴ ἐπιθυμώντας νὰ στέψει συναυτοκράτορα τὸν Ματθαῖο Καντακουζηνὸ καὶ νὰ συνεργήσει στὴν ἀνάδειξη ἑνὸςἀκόμη ἀνταγωνιστοῦ τοῦ νομίμου αὐτοκράτορος᾿Ιωάννου Παλαιολόγου, καὶ ἐγκατέλειψε τὸν θρόνο. Τότε ὁ Καντακουζηνὸς ἀπὸ τοὺς τρεῖς προταθέντες ἐκ μέρους τῶν ἱεραρχῶν ὑποψηφίους Φιλόθεο῾Ηρακλείας, Μακάριο Φιλαδελφείας, Νικόλαο Καβάσιλα ἐπέλεξε γιὰ Πατριάρχη τὸν πρῶτο. Παρέμεινε στὸ θρόνο μόνο ἐπὶ ἕνα ἔτος, διότι τὸ φθινόπωρο τοῦ 1354, ὅταν ἀποσύρθηκε ἀπὸ τὸ αὐτοκρατορικὸ ἀξίωμα ὁ Καντακουζηνός, ἀναγκάσθηκε νὰ παραιτηθεῖκαί αὐτός. ᾿Ανεχώρησε γιὰ τὸ ῞Αγιον ῎Ορος καί, μολονότι εἶχε κηρυχθεῖ ἔκπτωτος, ὁ Κάλλιστος τοῦ ἐπέτρεψε ἀργότερα νὰ ἐπανέλθει στὴ μητροπολιτικὴ ἕδρα του, στὴν῾Ηράκλεια. Διαδέχθηκε ἄλλη μιὰ φορὰ τὸν Κάλλιστο, μετὰ τὸ θάνατό του, καί ἔμεινε στὸ θρόνο μιὰ ὁλόκληρη ἐξαιρετικὰ καρποφόρο δωδεκαετία, μέχρις ὅτου παραιτήθηκε (1376) λόγῳ γήρατος καὶ ἄλλων δυσχερειῶν. Κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ ἀνέπτυξε πολύπλευρη δραστηριότητα. Καὶ πρῶτα συνέβαλε ἀποτελεσματικά στὴνἐπικράτηση τοῦ ἡσυχασμοῦ. Τὴ συγγραφική του παραγωγὴ ὑπὲρ τῶν ἡσυχαστικῶν ἀπόψεων εἶχε ἀρχίσει κατὰ τὸ ἱερομοναχικό του στάδιο, ἀλλὰ συνέχισεὡς ἀρχιερεὺς ἐντονώτερα. Κατὰ κάποιον τὰ ἔργα του εἶναι παράλληλα πρὸς τὰ τοῦ διδασκάλου του Γρηγορίου Παλαμᾶ καὶ ἀναπαράγουν τὶς ἀπόψεις ποὺἔχει διατυπώσει αὐτός.῞Οπως εἴδαμε, εἶχε λάβει ἐνεργὸμέρος στὴ σύνοδο τοῦ1351, ἐνῶ διὰ τῆς Συνόδου τοῦ 1368, ποὺεἶναι ἔργοἰδικό του, ἐδόθηκε ὁριστικὸ κτύπημα στὴν ἀντιησυχαστικὴ κίνηση καὶ ἐτερματίσθηκε ἡ ἔριδα. Πρέπει ὅμως νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὁ Φιλόθεος ἐνήργησε γενικώτερα, ὥστε νὰ διαποτισθεῖ πλήρως ἡ ᾿Εκκλησία μὲ τὸ ἡσυχαστικὸ πνεῦμα. Σ᾿ αὐτὸν κυρίως ὀφείλεται ἡ προσθήκη τοῦ μακαρισμοῦ τῶν ἡσυχαστῶν καὶ τοῦ ἀναθεματισμοῦ τῶν ἀντιησυχαστῶν στὸ Συνοδικὸν τῆς᾿Ορθοδοξίας ,ἡ ὑπὸ ἡσυχαστικὸ πνεῦμα ἀνασύνταξη τῆςὁμολογίας τῶν ὑποψηφίων Ἐπισκόπων, ἡ προσαρμογὴ τοῦ λειτουργικοῦ τυπικοῦ καὶ τοῦ ὁμιλιαρίου, καθὼς καὶ ἡ ἀλλαγὴ τεχνοτροπίας στὴν ἁγιογραφία, ποὺ παρατηρεῖται ἤδη ἐμφανῶς στὰ ἔργα τοῦ μεγάλου καλλιτέχνη Θεοφάνους τοῦ Γραικοῦ, τὸν ὁποῖο ὁ ἴδιος ἔστειλε στὴ Ρωσία.῎Εντονη ὑπῆρξε ἡ δραστηριότης τοῦ Φιλοθέου στὸ πεδίο τῶν σχέσεων τῶν δύο᾿Εκκλησιῶν. ᾿Ενῶ οἱ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ ᾿Ιωάννου Ε΄ Παλαιολόγου σχέσεις ὑπῆρξαν πάντοτε ἀδιατάρακτες, οἱ δυὸ ἄνδρες ἀκολούθησαν ἀπόλυτα διάφορη τακτικὴ στὰ ἐκκλησιαστικὰ θέματα, ὅπως παλαιότερα στὰ πολιτικά. ῞Οπως εἶναι φυσικὸ ὁ Παλαιολόγος ἐνδιαφερόταν πρωτίστως γιὰ τὴν ἀκεραιότητα τῆς πολιτείας, ἐνῶ ὁ Φιλόθεος ἐνδιαφερόταν πρωτίστως γιὰ τὴν ἀκεραιότητα τῆς ᾿Εκκλησίας. ᾿Ακολούθησαν ὁ καθένας ἰδιαίτερο δρόμο γιὰ τὴν ἐπίτευξη τοῦ σκοποῦ, ὁ ὁποῖος στὸ βάθος καθίστατο κοινός, διότι ἦταν συνδυασμένος ὁ στόχος τῆς διατηρήσεως καὶ τῶν δύο ὀργανισμῶν στὴ ζωή. Προφανῶς γι᾿αὐτὸ δὲν ἦλθαν ποτὲ σὲ σύγκρουση, ἔχοντας ἂν ὄχι σιωπηρὴ συμφωνία, τουλάχιστο ἀξιοθαύμαστη ἀλληλοκατανόηση. Τὴν πρωτοβουλία στὶς σχετικὲς οἰκουμενικὲς συζητήσεις εἶχε ὁ αὐτοκράτορας καὶ κύριος ἐκπρόσωπος τῆς Ἀνατολικῆς᾿Ορθοδοξίας ἦταν ὁ πρώην αὐτοκράτορας ᾿Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός, τώρα μοναχὸς ᾿Ιωάσαφ. ῾Ο λατῖνος κληρικὸς Παῦλος ἦλθε ὡς λεγᾶτος τοῦ Πάπα στὴν Κωνσταντινούπολη δυὸ φορές, τὴν δεύτερη μάλιστα φορὰ μὲ τὸν τίτλο τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (1367). Φέροντας τέτοιον τίτλο δὲν ἦταν διατεθειμένος νὰ συνομιλήσει μὲ τὸν Φιλόθεο, τὸν ὁποῖο ἐθεωροῦσεὡς ἀντικανονικὸ διεκδικητὴ τοῦ τίτλου, ἀλλ᾿ οὔτε ὁ Φιλόθεος εἶχε διάθεση νὰ συζητήσει μαζί του.῾Ο Καντακουζηνὸς ἔθεσε τὸ πρόβλημα τῆς ἑνώσεως ἐπάνω σὲ νέα βάση, στὴ σύγκληση Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ποὺ θὰ ἐξέταζε συνολικά τὰ σπουδαῖα ζητήματα τῆς᾿Εκκλησίας.᾿Ενῶ ὁ Παῦλος ἐδέχθηκε αὐτὴ τὴ βάση, ὁ Πάπας τὴν ἀπέρριψε·ὁ σπόρος ὅμως ποὺἐρρίφθηκε τότε ἐδῶ, ἐφύτρωσε ἀργότερα στὴ Δύση μὲ τὴν σύγκλησι τῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντίας καὶ τέλος τῆς Συνόδου τῆς Φλωρεντίας.῾Ο Πάπας ἀπέρριψε τὴν πρόταση, διότι ἐθεωροῦσε τὰ θέματα λελυμένα κατὰ τὶς δυτικὲς ἀπόψεις καὶ ἐπέμενε νὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ ἕνωση μὲ μόνο ἕνα διάταγμα τοῦ αὐτοκράτορος. Τότε ὁ αὐτοκράτορας ᾿Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος, διαχωρίζοντας τὴ θέση του ἀπὸ ὅλους σχεδὸν τοὺς
  • 110.
    Ἀνατολικούς, ὁμολόγησε ἀφοσίωσηστὸν Πάπα μὲ αὐτοπρόσωπη ἐμφάνιση ἐνώπιόν του. ᾿Αλλ᾿ ἔμεινε μόνος σχεδόν, διότι τὸ διάταγμά του δὲν εἶχε καμμιὰ ἀπήχηση. Ἀντιθέτως ὁ Φιλόθεος, βλέποντας τὴν ἀντικειμενικὴ ἀδυναμία τῆς Δύσεως νὰ βοηθήσει ἀποτελεσματικά τὸΒυζάντιο, ἐφρόντισε νὰ εὕρει ὑποκατάστατο αὐτῆς τῆς βοηθείας.῎Οχι μόνο ἕνωσε τοὺς ἡγέτες τῆς᾿Ορθοδόξου᾿Εκκλησίας σὲ κοινὸ μέτωπο κατὰ τῆς ἑτεροδοξίας, ἀλλ᾿ ἦλθε σὲ συνεννόηση καὶ μὲ τοὺς ἡγεμόνες τῶν Ὀρθοδόξων Χωρῶν τοῦ βορρᾶ. Θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ σχηματισθεῖ μία συμμαχία ἀρκετὰ ἰσχυρὴ πρὸς ἀπόκρουση τῶν Τούρκων.῾Η προσπάθεια ἐφαινόταν ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιτύχει, ἂν ἐνεργοῦσε καὶ ἡ πολιτεία κατάλληλα·ἀλλ᾿ ἦταν πλέον ἀργά. Ὁ Φιλόθεος ἀποκατέστησε τὶς σχέσεις τοῦΠατριαρχείου μὲ τὴν Σερβικὴ ᾿Εκκλησία. ᾿Επειδὴ ὁ Στέφανος Δουσὰν εἶχε ἀλλοιώσει τὴ σύνθεση τῆς ἱεραρχίας τῶν χωρῶν ποὺ εἶχε καταλάβει (Μακεδονίας καὶ᾿Ηπείρου), ὁ Κάλλιστος Α΄ ἀναγκάσθηκε ν᾿ ἀφορίσει αὐτὸν καὶ τὴν᾿Εκκλησία του στὶς ἀρχὲς τοῦ 1353. ῾Ο Φιλόθεος ἦρε τὸ ἀνάθεμα σὲ δυὸ φάσεις·πρῶτα γιὰ τὸ σερβικὸ δεσποτᾶτο τῶν Σερρῶν, κατόπινἐκκλήσεως τοῦ᾿Ιωάννου Οὔγγλεση (1371), ἔπειτα δὲ γιὰ ὁλόκληρη τὴνἐπικράτεια τοῦ Πατριαρχείου τῶν Σέρβων, κατόπιν πρωτοβουλίας Σέρβων ἡσυχαστῶν, μοναχῶν τοῦ κύκλου τοῦ Φιλοθέου, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦσαν ὁ ᾿Ησαΐας, ὁ Νικόδημος, ὁ Νήφων καὶ ὁ Σίλβεστρος. Μετὰ τὴν πρώτη σύντομη πατριαρχεία του συνδέθηκε στενὰ μαζί του ὁ Κυπριανὸς Τσάμπλακ, μέλος τῆς γνωστῆς μεγάλης ἑλληνοβουλγαροβλαχικῆς οἰκογενείας, καὶ ἔγινε ἀπὸ τότε συνεργάτης του. Τὸν συνόδευσε στὸ ῞Αγιον ῎Ορος μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσή του ἀπὸ τὸ θρόνο καί ἔμεινε σ᾿ αὐτὸ ἀρκετὸ χρόνο, διότι τὸ ἐθεωροῦσε σχολὴ πνευματικῆς ἀσκήσεως. ῞Οταν ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταντινούπολη, ἔμεινε μαζί του ὡς συνεργάτης καὶ σύγκελλος κατὰ τὴν διάρκεια τῆς δευτέρας πατριαρχείας του. Στὴν Οὑγγροβλαχία κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Φιλοθέουὁἡ γεμὼν Βλαδισλάβος Βόδας, αἰσθανόμενος τὴν πίεση τῆς ρωμαιοκαθολικῆς προπαγάνδας ἀπὸ τὴν Οὑγγαρία, ἐζήτησε τὴν χειροτονία τοῦ ᾿Ανθίμου Κριτοπούλου σὲ Μητροπολίτη μὲ εὐθύνη ποιμαντορικὴ ἐπὶ τμήματος τῆς χώρας ποὺ εἶχε ἕδρα τὸ Σεβερῖνο.῾Ο Φιλόθεος ἐχειροτόνησε τὸν῎ Ανθιμο τὸ1370, ἀργότερα δὲ ἐτοποθέτησε στὴν Κούρτεα Ντὲ ῎Αργκες ὡς Μητροπολίτη τὸν Χαρίτωνα σὲ διαδοχὴ τοῦ ἀποθανόντος῾Υακίνθου (1372). Τὴ διοργάνωση τοῦ μοναχικοῦ βίου στὴ Ρουμανία ἀνέλαβε ὁ ἑλληνοσέρβος ἁγιορείτης μοναχὸς Νικόδημος,ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν πορεία του πρὸς τὸν βορρᾶ ἵδρυσε μονὲς στὴν περιοχὴ τῆς Κράϊνας τῆς Βουλγαρίας, κατὰ τὰ ἀθωνικὰ πρότυπα. Λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ1370, περνώντας τὸν Δούναβη, ἦλθε στὶς παραδουνάβιες ἡγεμονίες, προφανῶς ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ Φιλοθέου. Μὲ ἔγκριση τοῦ Χαρίτωνος ὁ Νικόδημος ἵδρυσε δυὸ κεντρικὲ ς μονὲ ς κατὰ τὸ τυπικὸ τῆς Μεγίστης Λαύρας· τῆς ἑλληνόφωνης Βοδίτσας καὶ τῆς σλαβόφωνης Τισμάνας. ῞Ιδρυσε βέβαια καὶ ἄλλες μονὲς βορείως τῶν Καρπαθίων, τὶς ὁποῖες ἐπεξέτειναν καὶ αὔξησαν οἱ μαθητές του. ῎Ετσι ἐδημιουργήθηκε ἕναἰ σχυρὸτεῖχος ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ διαπεράσουν εὔκολα οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ προσηλυτιστές . Μαθητές του ὀργάνωσαν τὸ μοναχισμὸ στὴν Μολδαβία, ὅπου μεταξὺ ἄλλων ἵδρυσαν τὶς μονὲς Νεάμτσου καὶ Μαραμοῦρες, ὅπουἐπέβαλαν τὸ βυζαντινὸ τυπικό. Στὰ μέσα τοῦ ΙΔ΄ αἰῶνος μ.Χ. ἐπὶ τοῦ χώρου Ρωσίας, Πολωνίας καὶ Βαλτικῆς εἶχαν διαμορφωθεῖ τρεῖς μείζονες κρατικὲς ἐξουσίες· τῆς Μεγάλης Ρωσίας, τῆς Πολωνίας καὶ τῆς Λιθουανίας. ῏Ηταν εὔλογο νὰ διαμορφωθοῦν ἐπίσης τρεῖς ἐκκλησιαστικὲς περιφέρειες, ἂν καὶ οἱ ἕδρες εἶναι περισσότερες, διότι ἐναλλάσσονται· Κίεβο, Μόσχα, Βλαδίμηρο, Νόβγοροντ, Γαλικία. ῾Η ἡγεμονία τῆς Μόσχας εἶχε ἀναδειχθῆ στὸ ἰσχυρότεροἀ πὸτὰ κράτη τῆς Ρωσίας καὶ ἡ δύναμή της αὐξανόταν συνεχῶς. Τὸ ἔτος 1367 ἀποτελεῖ σταθμὸ στὴν ἱστορία της, διότι τότε ἀνοικοδομήθηκε τὸ λίθινο κρεμλῖνο της, τὸ φρούριό της,ὁ πότε ἡ ἡγεμονία ἀπέκτησε ἀπόρθητη ἑστία. ῾Ο Μητροπολίτης Μόσχας ᾿Αλέξιος, ποὺ εἶχε χειροτονηθεῖ ἀπὸ τὸν Φιλόθεο κατὰ τὴν πρώτη πατριαρχεία του, συντάχθηκε πλήρως στὸ πλευρὸ τοῦ ἡγεμόνος τῆς Μόσχας Δημητρίου σ᾿ ὅλες τὶς πολιτικές του ἐπιδιώξεις, πρᾶγμα ποὺ δυσαρέστησε καὶ ἄλλους μικροτέρους ἡγεμόνες, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἰσχυροὺς ἡγεμόνες τῆς Πολωνίας Καζίμιρ καὶ Λιθουανίας ῎Ολγκερδ, τῶν ὁποίων μάλιστα ὁ δεύτερος εἶχε καταλάβει τὸ Κίεβο τὸ 1362. Κατόπιν τῶν παραπόνων τους ὁ Φιλόθεος ἔστειλε στὴ Ρωσία τὸ1374, ὡ ς παρατηρητὴ καὶ συντονιστὴ τῆς πολιτικῆς του, τὸν Κυπριανὸ Τσάμπλακ, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ κατέβαλε μάταιες προσπάθειες συμφιλιώσεως τῶν ἡγεμόνων αὐτῶν μὲ τὸν ᾿Αλέξιο, ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταντινούπολη, γιὰ νὰ ἐκθέσει περὶ τῆ ς καταστάσεως. ῾Ο Φιλόθεος τότε τὸν ἐχειροτόνησε Μητροπολίτη Κιέβου (1376) μ᾿ ἐντολὴ νὰ ποιμάνει «ὅσα ἀφῆκε νἀ προνόητα ἐπὶ πολλοῖς χρόνοις ὁ μητροπολίτης κῦρ ᾿Αλέξιος» .
  • 111.
    ῾Η ἀποστολὴ τοῦΚυπριανοῦ, μαθητοῦ τοῦ Φιλοθέου, ὅπως εἴδαμε, καὶ πιστοῦ ἡσυχαστοῦ , δὲν εἶχε σκοπὸ νὰ τριχοτομήσει τὴν ἤδη διχοτομημένη᾿Εκκλησία τῆς Ρωσίας (Μόσχα, Κίεβο, Γαλικία), ὅ πως ἀπὸ πρώτη ὄψη φαίνεται, ἀλλὰ τὴν ἐξοικονόμηση τῶν πραγμάτων ἀπέναντι στὸν κίνδυνο λατινοποιήσεως, ποὺ ἡ ἀπρόσεκτη πολιτικὴ τοῦ ᾿Αλεξίου ἐπέτρεψε νὰ δημιουργηθεῖ, μὲ τοὺς δύο δυσαρεστημένους ἡγεμόνες ἕτοιμους νὰ παραδώσουν τὸ Ὀρθόδοξο ποίμνιο στὴ Ρωμαιοκαθολικὴ ᾿Εκκλησία. ῾Ο Φιλόθεος ἐνεργοῦσε μὲ προοπτικὴ νὰ ἑνωθεῖ κάποτε ὁριστικά ἡ ᾿Εκκλησία. ᾿Εκεῖνο ποὺἔ παιξε σπουδαῖο ρόλο στὴν ἀπόφασή του νὰ στείλει τὸν Κυπριανὸ ἦταν ἡ ἡσυχαστικὴ ἰδεολογία του. ῎Επειτα ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες, κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ Κυπριανὸς ἐπετέλεσε σπουδαῖο ἔργο μεταξὺ τῶν ᾿Ορθοδόξων τῆς Λιθουανίας, στὴν ὁποία ὑπαγόταν τότε καὶ ἡ Οὐκρανία, ἀναγνωρίσθηκε τέλος Μητροπολίτης ὅλης τῆς ἑνοποιημένης Ρωσίας μὲ ἕδρα τὴ Μόσχα (1390- 1406). Μιὰ ἑλληνικὴ φυσιογνωμία ποὺ στὴ ρωσικὴ πνευματικὴ καὶ καλλιτεχνικὴ ζωὴ κατέχει τὴ θέση ἑνὸς γίγαντος εἶναι ὁ Θεοφάνης ὁ Γραικός, ἕνα παλαιὸπρότυπο τοῦ Δομινίκου Θεοτοκοπούλου. ῾Ο βιογράφος του ᾿Επιφάνιος τὸν ἀποκαλεῖ « σοφὸν καὶ φιλόσοφον», ποὺ σημαίνει ὅτι ἦταν πεπαιδευμένος καὶ ἀσκητικός. Τὸ κύριο ὅμως ἔργο του εἶναι ὅτι μετέφερε στὴν Ρωσία τὸ ἡσυχαστικὸ πνεῦμα μὲ τὴν τέχνη του ποὺ κοσμεῖ πολλοὺς ναοὺς τῆς χώρας. Εἶχε φθάσει ἐκεῖ τὴν δεκαετία τοῦ 1370, τὴν ἴδια ἐποχὴ μὲ τὸν Κυπριανὸ Τσάμπλακ καὶ κατὰ σύσταση τοῦ Φιλοθέου χωρὶς ἀμφιβολία. Τὸ ὅτι ἡ ᾿Ορθοδοξία στὸν χῶρο ἐκεῖ νο κατόρθωσε νά ἀντέξει στὶ ς μεταγενέστερες τρομερὲς πιέσεις εἶναι ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς πολιτικῆς τοῦ Φιλοθέου. ῍Αν καὶ κατ᾿ ἀρχὴν ἡ εὐρεῖα μόρφωση τοῦ Φιλοθέουἦταν κλασικῆ ς καὶ ἀνθρωπιστικῆς κατευθύνσεως, ὁ σύνδεσμός του μὲ τὸν Γρηγόριο Παλαμᾶ καὶ τοὺς ἡσυχαστές τὸν ὁδήγησε νὰ διοχετεύσει τὴν πλούσια συγγραφική του δραστηριότητα στὴν ὑπηρεσία τῆς πίστεως καὶ τῆς ᾿Εκκλησίας. Α'. Δογματικὰ ἔργα : Τὸ κυριώτερο ἀπὸ αὐτὰ εἶναι οἱ ᾿Αντιρρητικοὶ Λόγοι πρὸς τὰ συγγράμματα τοῦ Νικηφόρου Γρηγορᾶ. Πρόκειται περὶ μιᾶς μεγάλης συνθέσεως ἐκτεινομένης σὲ δεκαπέντε πραγματεῖες, μὲ τὶς ὁποῖες ἀνασκευάζονται οἱ ἀρνητικὲς ἀπόψεις τοῦ Γρηγορᾶ περὶ τῆς θείας χάριτος καὶ τῆς θεοφανείας. Οἱ τρεῖς τελευταῖες πραγματεῖες (1315), τῶν ὁποίων ἡ δεκάτη πέμπτη ἀποτελεῖ τὸν ἐπίλογο, εἶχαν γραφεῖ πρῶτες, πρὶν ἀπὸ τὴν κυκλοφόρηση τῶν θεολογικῶν πραγματειῶν τοῦ Γρηγορᾶ, ἐνῶ οἱ πρῶτες (112) ἐγράφησαν ἀργότερα. ῍Αν καὶ ἀκολουθεῖ τὴ γραμμὴ τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ πιστά, ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ Φιλοθέου ἔχει καὶ ὁρισμένα νέα στοιχεῖα. Οἱ δύο σειρὲς πραγματειῶν συνενώθηκαν ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Φιλόθεο, ὅπως μαρτυρεῖται στὸν πρόλογο τοῦ ἔργου. ῎Αλλα δογματικὰ κείμενα τοῦ Φιλοθέου, ποὺ δὲν ἐκδόθηκαν ἀκόμη, εἶναι ἡ ᾿Ανατροπὴ τῶν 14 κεφαλαίων, τὴν ὁποία συνέταξε ὅταν ἦταν ἀκόμη Μητροπολίτης῾Ηρακλείας, οἱ δύο Δογματικοὶ λόγοι πρὸς τὸν ᾿Ακίνδυνον καὶ τὴν μερίδα αὐτοῦ καὶ ἡ δογματικὴ ᾿Επιστολὴ πρὸς Πετριώτην, προφανῶ ς τὸν πολιτικὸ ἀξιωματοῦχο Μανουὴλ Πετριώτη. Β'.῾ Ομιλίες : ῍Αν καὶ μόνο τρεῖς ὁμιλίες τοῦ Φιλοθέου τυπικῆς μορφῆς ἔχουν ἐκδοθῆ (Εἰς τὴν ῞ Υψωσιν τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, Εἰς τὴν ᾿Αναστήλωσιν τῶν εἰκόνων, Περὶ Φιλαργυρίας), ἡ προσφορά του στὴν ὁμιλητικὴ εἶναι πολὺ σημαντική. Πλὴν τοῦ ὅτι ὑπάρχουν καὶ μερικὲς αὐτοτελεῖς ἀνέκδοτες ὁμιλίες του, σπουδαία εἶναι ἡ προσπάθειά του νὰ ἀνασυντάξει τὸ σύστημα τοῦ Κυριακοδρομίου, ποὺ εἶχε παλαιότερα, τὸν ΙΒ΄ αἰώνα μ.Χ., διαρθρωθεῖ ἀπὸ τὸν Πατριάρχη ᾿Ιωάννη Ι΄ ᾿Αγαπητό. ῾Η συμβολὴ τοῦ Φιλοθέου στὴ σύνταξη τῶν ὁμιλιῶν ἀπέβλεπε, ὅπως εἶναι φανερό, στὴν διαπότισή τους μὲ τὸ ἡσυχαστικὸ πνεῦμα. ῾Η συλλογὴ ὡς σύνολο παραμένει ἀνέκδοτη. Θαυμάσιος εἶναι ὁ Λόγος ἱστορικός, ποὺ ἀπευθύνεται πρὸς τοὺς διεσπαρμένους ῾Ηρακλειῶτες μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Πόλεως ἀπὸ τοὺς Λατίνους (1352). Γ'.῾ Αγιολογικὰ Κείμενα : ῾Ο Φιλόθεος ἀφιέρωσε σημαντικὸ μέρος τῆς δραστηριότητός του στὴ σύνταξη ἁγιολογικῶν κειμένων, στὰ ὁποῖ α προβάλλει τὴν καθαρότητα τοῦ βίου τῶν ἡρώων του, τὴ θαυματουργική τους δύναμη, τὴ θεωρία τοῦ θείου φωτός, τὴν ἄνθηση τοῦ γλυκασμοῦ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν ἀπὸ τὸν παρόντα βίο. Δεκαέξι ποικίλης μορφῆ ς κείμενα αὐτῆ ς τῆς κατηγορίας προέρχονται ἀπὸ τὴν γραφίδα του. Στὴν πρώτη θέση ἔρχονται πέντε κείμενα ποὺ ἀναφέρονται σὲ Ἁγίους, οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη ἢ συνδέονται μὲ αὐτὴν καὶ μὲ τὸν Φιλόθεο. Εἶναι τὰ κατ᾿ἐξοχὴν ἁγιολογικά του ἔ ργα, διότι περιγράφει σ᾿ αὐ τὰ τὸν βίο τῶν ἡρώων του, ὅπως τὸν ἐγνώριζε ὁ ἴδιος μάλιστα, καὶ τὴ θαυματουργική τους δραστηριότητα. Εἶναι ὁ ἐκτενέστατος Βίος τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, διδασκάλου καὶ συνεργάτου του, ὁ ἐπίσης ἐκτενέστατος Βίος τοῦ
  • 112.
    Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ᾿ΙσιδώρουΘεσσαλονικέως, καὶ οἱ Βίοι τῶν διαπρεπῶν συγχρόνων ἀσκητῶν Γερμανοῦ Μαρούλη καὶ Σάββα Βατοπεδινοῦ. Τὸ ῾Υπόμνημα εἰς τὸν ὅσιον Νικόδημον τὸν Νέον, τὸν Βερροιώτη ἀσκητὴ ποὺ ἀπέθανε σὲ ἡλικία σαράντα ἐτῶν τὸ 1308, εἶναι σύντομο κείμενο ποὺ θέλει νὰ τονίσει τὴν ἁγιότητα τοῦ Νικοδήμου. Σαφῶς ἁγιολογικὸ χαρακτῆρα ἔχουν καὶ τὰ ᾿Εγκώμια στοὺς Θεσσαλονικεῖς Μάρτυρες τῆς παλαιᾶς ἐποχῆς Ἅγιο Δημήτριο καὶ Ἁγία ᾿Ανυσία, ἂν καὶ σ᾿ αὐτὰ ὑπερέχει τὸ ἐγκωμιαστικὸ καὶ ἠθικολογικὸ στοιχεῖο. Τὰ ἄλλα ἐγκώμιά του, τὰ περισσότερα ἀνέκδοτα, εἶναι στοὺς ῾Αγίους ᾿Αποστόλους, ῾Αγίους Πάντες, Ἀπόστολο Θωμᾶ, Τρεῖς ῾Ιεράρχες, Ἅγιο᾿Ονούφριο, Ἁγία Φεβρωνία, Ἅγιο Φωκᾶ, Θεόδωρο Τήρωνα, ᾿Ιωάννη Χρυσόστομο. Δ'.῾ Ερμηνευτικὰ Κείμενα : Δύο ὁμιλίες στὸν ψαλμὸ 37, ποὺ ἐκφωνήθηκαν σὲ δύο συνεχόμενες ἡμέρες καὶ ἀφιε ρώθηκαν σὲ φιλικὸ πρόσωπο, ἐπεξεργάζονται τὸ θέμα τῆς μετανοίας. Τρεῖς λόγοι ἐπὶ τοῦ χωρίου τῶν Παροιμιῶν « ῾Η Σοφία ᾠκοδόμησενἑ αυτῇ οἶκον», εἶναι μᾶλλον ἑρμηνευτικὰ δοκίμια. Τρία σημειώματα ἐπὶ τῶν μακαρισμῶν ἀφιερώθηκαν στὴ βασίλισσα ῾Ελένη Καντακουζηνή. Δύο ὁμιλίες στὴν Κυριακὴ τῆς συγκυπτούσης γυναικὸς ἐκφωνήθηκαν στὴν Κωνσταντινούπολη ἀμέσως μετὰ τὴν ἅλωση τῆς ῾Ηρακλείας ἀπὸ τοὺς Λατίνους (1352). Ε'.῎ Αλλα Κείμενα : ᾿ Ανάμεσα σ᾿ αὐτὰ πρέπει νὰ μνημονευθοῦν ἡ Διάταξις περὶ θείας Λειτουργίας καὶ ἡ Διάταξις περὶ τῆς ἱεροδιακονίας, ποὺ ἐγράφησαν ἀπὸ τὸν Φιλόθεο ὅταν ἦταν ἡγούμενος στὴ Μεγίστη Λαύρα. Σ᾿ ἕνα μικρὸ δοκίμιό του καταπολεμεῖται ὁ ἀναθεματισμὸς ποὺ συνέταξε ὁ Κωνσταντίνος ᾿Αρμενόπουλος ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν τὸ 1353 στὴν ἔκπτωση τοῦ ᾿Ιωάννου Ε΄ Παλαιολόγου καὶ μεταξὺ τῶν ὁποίων περιλαμβανόταν καὶ ὁ Φιλόθεος. ᾿Απὸ τὶς εὐχὲ ς ποὺ συνέταξε μία ἀναπέμφθηκε κατὰ τὴν χειροτονία του, μία πρὸ τῆς πύλης τῆς ῾Ηρακλείας, ὅταν ἀνελάμβανε τὴν ἕδρα του καὶ μία κατὰ τὴν ἐποχὴ ἐχθρικῆς ἐπιδρομῆς. ᾿Απὸ τὰ ποιητικά του κείμενα εἶναι γνωστὰ ἡ ᾿Ακολουθία του στὸν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ καὶ ἕνας παρακλητικὸς κανόνας σέ αὐτόν, ἕνας παρακλητικὸς κανόνας στὸν Ἅγιο Δημήτριο, ᾿Ακολουθία στὴν μνήμη τῶν Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Κανὼν στὸν Κύριο ᾿Ιησοῦ Χριστό, Κανὼν στὰ θαύματα τῆς ἱερᾶς εἰκόνος τῆς Θεοτόκου. ῾Ο Φιλόθεος ἀναφέρεται πολὺ ἐνωρὶς ὡς ἅγιος, ἀλλὰ δὲν διασώθηκε ᾿Ακολουθία του οὔτε ἡμέρα ἑορτῆ ς του. Στὰ τέλη τοῦ ΙΗ΄ αἰῶνος μ.Χ. συντάχθηκε ἡ ᾿Ακολουθία του συνοδευομένη ἀπὸ ἐκτενῆ Βίο ὑπὸ τύπο συναξαρίου. ῍Αν καὶ ὁ Βίος ἐγράφηκε τόσο ἀργὰ καὶ ὁ συντάκτης του εἶναι ἄγνωστος τὰ προσφερόμεναἱ στορικὰ στοιχεῖα εἶναι σ᾿ ἕνα μεγάλο μέρος ἀκριβῆ. ῾Ο Βίος καὶ ἡ ᾿Ακολουθία ἔχουν ἐκδοθεῖ ἀπὸ τὸν Β. Δεντάκη 171. ῾Η μνήμη αὐτοῦ τελεῖται τὴν 11η ᾿Οκτωβρίου 172. Άγιος Νήφων Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης (Ανακατεύθυνση από: Αγιος Νηφων Πατριαρχης Κωνσταντινουπολης*) Άγιος που εορτάζει στις: 11/08/2008 Λιπών ο Nήφων την κάτω προεδρίαν, Xριστώ παρέστη τω προέδρω των όλων. Βιογραφία Πρόκειται για τον Πατριάρχη Νήφωνα τον Β', που πατριάρχευσε τρεις φορές: α) 1486-1488. β) 1497- 1498 και γ) 1502. Καταγόταν από την Πελοπόννησο και γεννήθηκε από τους Μανουήλ και Μαρία. Το κοσμικό του όνομα ήταν Νικόλαος. Προσκολλήθηκε σε κάποιον μοναχό Αντώνιο και έγινε μοναχός στην Επίδαυρο με το όνομα Νήφων. Μετά τον θάνατο του γέροντα του, πήγε στο κάστρο της Νάρδας, όπου γνώρισε τον ενάρετο Αγιορείτη Ζαχαρία, με τον όποιο εγκαταστάθηκε στη Μονή της Θεοτόκου στην Αχρίδα. Όταν ο Ζαχαρίας εκλέχτηκε αρχιεπίσκοπος Αχριδών, ο Νήφων αναχώρησε στο Άγιον Όρος, όπου χειροτονήθηκε διάκονος και Ιερέας στη Μονή Διονυσίου. Από τη Μονή αυτή κλήθηκε να γίνει Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και από εκεί, μετά τον θάνατο του Συμεών, ανέλαβε τον οικουμενικό θρόνο. Απομακρύνθηκε δύο φορές από τον θρόνο και κατέφυγε στη Βλαχία και από κει στο Άγιον Όρος στη Μονή Διονυσίου. Την τρίτη φορά που κλήθηκε στον Οικουμενικό θρόνο δεν πήγε στην Κωνσταντινούπολη και πέθανε στη Μονή, αφού έζησε ζωή ασκητική. Απολυτίκιο Ήχος γ'. Θείας πίστεως.
  • 113.
    Έργοις έλαμψας, τηςευσέβειας, πάσαν ηύγασας, την Εκκλησίαν, της ταπεινώσεως τρόποις υψούμενος, ασκητικώς δοξασθείς γαρ εν Άθωνι, Πατριαρχών καλλονή εχρημάτισας. Νήφων ένδοξε, θείων χαρίτων έμπλησον, τους πίστει και πόθω σε μεγαλώνοντας