Τα τελευταία χρόνια η Τεχνητή Νοημοσύνη εισέρχεται ολοένα και περισσότερο στις καθημερινές ζωές των ανθρώπων. Ένας από τους σημαντικότερους τομείς της Τεχνητής Νοημοσύνης είναι η Επεξεργασία Φυσικής Γλώσσας, που περιλαμβάνει την κατανόηση και την παραγωγή ανθρώπινης γλώσσας από υπολογιστές. Η ψηφιοποίηση της ανθρώπινης επικοινωνίας δημιούργησε την ανάγκη σύνταξης ηλεκτρονικών κειμένων δίχως γραμματικά και συντακτικά λάθη. Τα νέα εργαλεία διαθέτουν εξελιγμένες δυνατότητες και δύνανται να συνεισφέρουν σημαντικά προς αυτήν την κατεύθυνση. Η Διόρθωση Γραμματικών Λαθών αποτελεί ένα κύριο πρόβλημα της Επεξεργασίας Φυσικής Γλώσσας, καθώς ασχολείται με τον εντοπισμό και την διόρθωση σφαλμάτων ορθογραφίας, γραμματικής ή και σύνταξης σε ένα γραπτό κείμενο. Κατά καιρούς, έχουν χρησιμοποιηθεί διάφορες τεχνικές για την αντιμετώπιση του προβλήματος, με την έλευση της αρχιτεκτονικής Μετασχηματιστών, ωστόσο, να δημιουργεί μια νέα διάσταση, πετυχαίνοντας εξαιρετικά αποτελέσματα. Τα μοντέλα αυτά εφαρμόζουν την τεχνική της Νευρωνικής Μηχανικής Μετάφρασης από μια γλώσσα που περιέχει γραμματικά λάθη, στην ίδια γλώσσα απαλλαγμένη από τα αντίστοιχα σφάλματα. Παρά το γεγονός ότι η έρευνα για την ανάπτυξη τέτοιων συστημάτων στην αγγλική γλώσσα βρίσκεται σε αρκετά προχωρημένο στάδιο, δε φαίνεται να ισχύει κάτι αντίστοιχο για λιγότερο δημοφιλείς γλώσσες, όπως τα Ελληνικά. Η παρούσα διπλωματική εργασία εστιάζει στη δημιουργία ενός μοντέλου Διόρθωσης Γραμματικών λαθών για την ελληνική γλώσσα, με τη χρήση Νευρωνικής Μηχανικής Μετάφρασης. Για να επιτευχθεί αυτό, χρησιμοποιούνται, αρχικά, δυο δημόσια σύνολα δεδομένων που περιέχουν προτάσεις με γραμματικά λάθη, καθώς και τις αντίστοιχες διορθώσεις, ονομαστικά το Greek Native Corpus και το Greek Learner Corpus Corrections. Παράλληλα, δημιουργείται ένα νέο Συνθετικό Σύνολο που αποτελείται από 60.000 παραδείγματα και περιέχει 43 διαφορετικούς τύπους λαθών που συναντώνται συχνά στα ελληνικά. Για την παραγωγή του συνόλου δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν κείμενα της ελληνικής Wikipedia. Το Συνθετικό Σύνολο αξιοποιείται, στη συνέχεια, για την περαιτέρω εκπαίδευση του μοντέλου, ενώ η εργασία ολοκληρώνεται με την αξιολόγηση της απόδοσης του συστήματος και την εξαγωγή συμπερασμάτων που προκύπτουν από τα αντίστοιχα αποτελέσματα.