21 Μαρτίου 2019
Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης
στο 4ο Δημοτικό Σχολείο
Ασπροπύργου
Α2
Χελιδόνισμα
B1 Οδυσσέας ΕλύτηςΗ ποδηλάτισσα
Το κοχύλι
Έπεσα για να κολυμπήσω
Κι άφησα την καρδιά μου πίσω.
Άφησα την καρδιά μου χάμω
Σαν το κοχύλι μες την άμμο.
Πέρασαν όλες οι κοπέλες
Με τα μαγιό και τις ομπρέλες.
Ύστερα πέρασαν οι φίλοι
Κανείς δεν βρήκε το κοχύλι.
Χρόνους και χρόνους κολυμπάω
Που να ‘ν΄ η αγάπη για να πάω.
Έφαγε η θάλασσα το βράχο
Κι έμεινε το νησί μονάχο
Του μικρού βοριά
Του μικρού βοριά παράγγειλα, να ‘ναι καλό παιδάκι
Μη μου χτυπάει πορτόφυλλα και το παραθυράκι.
Γιατί στο σπίτι π’ αγρυπνώ, η αγάπη μου πεθαίνει
Και μες τα μάτια την κοιτώ που μόλις ανασαίνει
Γεια σας περβόλια, γεια σας ρεματιές
Γεια σας φιλιά και γεια σας αγκαλιές
Γεια σας κάβοι και ξανθοί γιαλοί
Γεια σας όρκοι οι παντοτινοί
Με πνίγει ο παράπονο, γιατί στον κόσμο αυτόνα
Το καλοκαίρι το ‘χασα κι έπεσα στο χειμώνα.
Σαν το καράβι π’ άνοιξε τ’ άρμενα κι αλαργεύει
Βλέπω να χάνονται οι στεριές κι ο κόσμος λιγοστεύει.
Ντούκου ντούκου
μηχανάκι (απόσπασμα)
Σκίζει η πλώρη τα νερά
κι αντηχάνε τα βουνά.
Ντούκου ντούκου μηχανάκι,
ντούκου το παλιό μεράκι.
Τρίτη Πέμπτη και Σαββάτο
μες της θάλασσας τον πάτο.
Ποιος θα ρίξει ποιος θα πάρει
τ’ ασημένιο το φεγγάρι;
Χάιντε, χάιντε βρε παιδιά
πάμε στην Αγιά Μαρίνα.
Πάμε στην Αγιά Μαρίνα
Με την όμορφη μπενζίνα.
Το δρόμο πλάι στη θάλασσα
περπάτησα που ‘κανε κάθε
μέρα η ποδηλάτισσα.
Βρήκα τα φρούτα που ‘χε
στο πανέρι της, το δαχτυλίδι
που ‘πεσε απ’ το χέρι της.
Βρήκα το κουδουνάκι και το
σάλι της, τις ρόδες,
το τιμόνι, το πεντάλι της.
Βρήκα τη ζώνη της, βρήκα σε
μιαν άκρη, μια πέτρα
διάφανη
που ‘μοιαζε με δάκρυ.
Τα μάζεψα ένα ένα και τα
κράτησα κι έλεγα πού ‘ναι
πού ‘ναι η ποδηλάτισσα.
Την είδα να περνά πάνω
απ’ τα κύματα, την άλλη μέρα
πάνω από τα μνήματα.
B2 Οδυσσέας ΕλύτηςΗ ποδηλάτισσα
Τα τζιτζίκια
(απόσπασμα)
Η Παναγιά τα πέλαγα
κρατούσε στην ποδιά της.
Την Σίκινο, την Αμοργό
και τ’ άλλα τα παιδιά της.
Ε σεις τζιτζίκια μου άγγελοι
γεια σας κι η ώρα η καλή.
Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει;
Κι όλ’ αποκρίνονται μαζί:
Ζει και ζει και ζει και ζει και ζει και ζει και ζει
ο βασιλιάς ο ήλιος ζει.
Από την άκρη του καιρού
και πίσω απ’ τους χειμώνες
άκουγα σφύριζε η μπουρού
κι έβγαιναν οι Γοργόνες.
Του μικρού βοριά
Του μικρού βοριά παράγγειλα, να ‘ναι καλό παιδάκι
Μη μου χτυπάει πορτόφυλλα και το παραθυράκι.
Γιατί στο σπίτι π’ αγρυπνώ, η αγάπη μου πεθαίνει
Και μες τα μάτια την κοιτώ που μόλις ανασαίνει
Γεια σας περβόλια, γεια σας ρεματιές
Γεια σας φιλιά και γεια σας αγκαλιές
Γεια σας κάβοι και ξανθοί γιαλοί
Γεια σας όρκοι οι παντοτινοί
Με πνίγει ο παράπονο, γιατί στον κόσμο αυτόνα
Το καλοκαίρι το ‘χασα κι έπεσα στο χειμώνα.
Σαν το καράβι π’ άνοιξε τ’ άρμενα κι αλαργεύει
Βλέπω να χάνονται οι στεριές κι ο κόσμος λιγοστεύει.
Ντούκου ντούκου
μηχανάκι (απόσπασμα)
Σκίζει η πλώρη τα νερά
κι αντηχάνε τα βουνά.
Ντούκου ντούκου μηχανάκι,
ντούκου το παλιό μεράκι.
Τρίτη Πέμπτη και Σαββάτο
μες της θάλασσας τον πάτο.
Ποιος θα ρίξει ποιος θα πάρει
τ’ ασημένιο το φεγγάρι;
Χάιντε, χάιντε βρε παιδιά
πάμε στην Αγιά Μαρίνα.
Πάμε στην Αγιά Μαρίνα
Με την όμορφη μπενζίνα.
Το θαλασσινό
τριφύλλι
Το δρόμο πλάι στη θάλασσα
περπάτησα που ‘κανε κάθε
μέρα η ποδηλάτισσα.
Βρήκα τα φρούτα που ‘χε
στο πανέρι της, το δαχτυλίδι
που ‘πεσε απ’ το χέρι της.
Βρήκα το κουδουνάκι και το
σάλι της, τις ρόδες,
το τιμόνι, το πεντάλι της.
Βρήκα τη ζώνη της, βρήκα σε
μιαν άκρη, μια πέτρα
διάφανη
που ‘μοιαζε με δάκρυ.
Τα μάζεψα ένα ένα και τα
κράτησα κι έλεγα πού ‘ναι
πού ‘ναι η ποδηλάτισσα.
Την είδα να περνά πάνω
απ’ τα κύματα, την άλλη μέρα
πάνω από τα μνήματα.
Μια φορά στα χίλια χρόνια
του πελάγου τα τελώνια
μες στα σκοτεινά τα φύκια
μες τα πράσινα χαλίκια.
Το φυτεύουνε και βγαίνει
πριν ο ήλιος ανατείλει
το μαγεύουνε και βγαίνει
το θαλασσινό τριφύλλι.
Το θαλασσινό τριφύλλι ποιος
θα βρει να μου το στείλει.
Ποιος θα βρει να μου το στείλει
το θαλασσινό τριφύλλι.
Μια φορά στα χίλια χρόνια
κελαηδούν αλλιώς τ’ αηδόνια.
Δε γελάνε μήτε κλαίνε,
μόνο λένε μόνο λένε.
Μια φορά στα χίλια χρόνια
γίνεται η αγάπη αιώνια.
Να ‘χεις τύχη να ‘χεις τύχη
κι η χρονιά να σου πετύχει.
Το θαλασσινό τριφύλλι ποιος
θα βρει να μου το στείλει.
Ποιος θα βρει να μου το στείλει
το θαλασσινό τριφύλλι.
Γ2Ονειρο καλοκαιρινού
μεσημεριού (απόσπασμα)
Γιάννης Ρίτσος
Χτες βράδυ δεν κοιμήθηκαν καθόλου τα παιδιά.
Εἴχανε κλείσει ἕνα σωρὸ τζιτζίκια
στὸ κουτὶ τῶν μολυβιῶν,
καὶ τὰ τζιτζίκια τραγουδοῦσαν
κάτου ἀπ᾿ τὸ προσκεφάλι τους
ἕνα τραγούδι ποὺ τὸ ξέραν τὰ παιδιὰ ἀπὸ πάντα
καὶ τὸ ξεχνοῦσαν μὲ τὸν ἥλιο.
Χρυσὰ βατράχια κάθονταν
στὶς ἄκρες τῶν ποδιῶν
χωρὶς νὰ βλέπουν στὰ νερὰ τὴ σκιά τους.
κι ἤτανε σὰν ἀγάλματα μικρὰ
τῆς ἐρημιᾶς καὶ τῆς γαλήνης.
Τότε τὸ φεγγάρι σκόνταψε στὶς ἰτιὲς
κι ἔπεσε στὸ πυκνὸ χορτάρι.
Μεγάλο σούσουρο ἔγινε στὰ φύλλα.
Τρέξανε τὰ παιδιά, πῆραν στὰ παχουλά
τους χέρια τὸ φεγγάρι κι ὅλη τη νύχτα
παίζανε στὸν κάμπο.
Τώρα τὰ χέρια τους εἶναι χρυσά,
τὰ πόδια τους χρυσά, κι ὅπου πατοῦν
ἀφήνουνε κάτι μικρὰ φεγγάρια
στὸ νοτισμένο χῶμα.
Μά, εὐτυχῶς, οἱ μεγάλοι
ποὺ ξέρουν πολλά, δὲν καλοβλέπουν.
Μονάχα οἱ μάνες κάτι ὑποψιάστηκαν.
Γι᾿ αὐτὸ τὰ παιδιὰ κρύβουνε
τὰ χρυσωμένα χέρια τους στὶς ἄδειες τσέπες,
μὴν τὰ μαλώσει ἡ μάνα τους
ποὺ ὅλη τη νύχτα παίζανε κρυφὰ μὲ τὸ φεγγάρι.
Γ2Πρωινό άστρο
Γιάννης Ρίτσος
Το κυκλάμινο
Κοριτσάκι μου,
θέλω να σου φέρω
τα φαναράκια των κρίνων
να φέγγουν στον ύπνο σου.
Κοιμήσου κοριτσάκι.
Είναι μακρύς ο δρόμος.
Πρέπει να μεγαλώσεις.
Είναι μακρύς
μακρύς
μακρύς ο δρόμος.
Το παιδί μου κοιμήθηκε
Κι εγώ τραγουδάω…
Μικρὸ πουλὶ τριανταφυλλί,
δεμένο με κλωστίτσα,
με τα σγουρά φτεράκια του
στον ἥλιο πεταρίζει.
Κι ἂν τo τηράξεις μια φορά,
θα σου χαμογελάσει
κι αν το τηράξεις δυο και τρεις,
θ᾿ αρχίσεις το τραγούδι.
Γ2
Ρωμιοσύνη
Γιάννης Ρίτσος
Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται
κάτου απ’ τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται
παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο
Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τα αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως.
Ο δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.
Μαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κι οι φωνές μες στον
ασβέστη του ήλιου.
Η ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο.
Τα σκονισμένα σκοίνα. Το μουλάρι κι ο βράχος.
Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.
Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα.
Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό
πάνου απ’ την πίκρα τους.
Τα μάτια τους είναι κόκκινα απ’ την
αγρύπνια, μια βαθιά χαρακιά
σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια
τους σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δύο βουνά το λιόγερμα.
Το χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι
το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους
το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους-
έχουν στα χείλια τους απάνω τον θυμό
και έχουν τον καημό βαθιά – βαθιά στα μάτια τους
Σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.
Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο
Όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μες απ’ τ’ άγρια γένια τους
Όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν από τις άδειες τσέπες τους
Όταν σκοτώνονται η ζωή τραβάει την ανηφόρα,
με σημαίες με σημαίες και με ταμπούρλα.
Γ2
Κοριτσάκι μου
Γιάννης Ρίτσος
Κοριτσάκι μου,
μες στο βουβὸ πηγάδι τοῦ φεγγαριοῦ
σοῦ ῾πέσε ἀπόψε τὸ πρῶτο δαχτυλίδι σου.
Δὲν πειράζει.
Ἀργότερα θὰ φτιάξεις ἄλλο
νὰ παντρευτεῖς τὸν κόσμο μὲς στὸν ἥλιο.
Γιατὶ δὲν εἶναι κοριτσάκι
νὰ μάθεις μόνο ἐκεῖνο ποὺ εἶσαι,
ἐκεῖνο ποὺ ἔχεις γίνει,
εἶναι νὰ γίνεις
ὅ,τι ζητάει
ἡ εὐτυχία τοῦ κόσμου.
Ἄλλη χαρὰ
δὲν εἶναι πιὸ μεγάλη
Νὰ τὸ θυμᾶσαι κοριτσάκι.
Κοριτσάκι μου,
θέλω νὰ σοῦ φέρω
τὰ φαναράκια τῶν κρίνων
νὰ σοῦ φέγγουν τὸν ὕπνο σου.
Θέλω νὰ σοῦ φέρω ἕνα περιβολάκι
ζωγραφισμένο μὲ λουλουδόσκονη
πάνω στὸ φτερὸ μιᾶς πεταλούδας
νὰ σεργιανάει τὸ γαλανὸ ὄνειρό σου.
Θέλω νὰ σοῦ φέρω
ἕνα σταυρουλάκι αὐγινὸ φῶς
δυὸ ἀχτίνες σταυρωτὲς ἀπὸ τοὺς στίχους μου
νὰ σοῦ ξορκίζουν τὸ κακὸ
νὰ σοῦ φωτᾶνε μὴ σκοντάψεις.
Οδυσσέας Ελύτης
Δ2
Ο σκύλος λέει της γάτας:
«Τα νύχια σου ετοιμάζεις,
φυσάς και καμπουριάζεις.
Μα τι έχεις και θυμώνεις;
Ως πότε οι τσακωμοί;»
Κι εκείνη: «Μη ζυγώνεις,
σε σκίζω στη στιγμή!»
«Για στάσου, λέει ο σκύλος,
δε θέλεις να είμαι φίλος;
Μιλώ στα σοβαρά»
και κούναε την ουρά.
«Τρωγόμαστε βδομάδες,
παίρνεις και δίνεις ξύλο.
Aς πάψουν οι καυγάδες
και δέξου με για φίλο.
Δε σκέφτηκες κομμάτι
πως απ’ την γκρίνια αυτή
θα μείνω μ’ ένα μάτι,
θα μείνεις μ’ ένα αυτί;»
Η γάτα με ησυχία
το πόδι κατεβάζει,
του σκύλου η ομιλία
σε συλλογή τη βάζει.
Λόγο τιμής εδώσαν·
ήταν εχθροί, φιλιώσαν.
Ξεχάσαν τι έχει γίνει.
Συντρόφεψαν. Ειρήνη.
«Βλέπω καλά; Έχει χάζι!»
τ’ αφεντικό φωνάζει.
«Ποιοι να ’ν’ οι δυο κει κάτω
που τρων στο ίδιο πιάτο;»
Ζαχαρίας Παπαντωνίου
«Οι δύο φίλοι»
E1
Γιώργος Σεφέρης
Ε2
Γιάννης Ρίτσος
21 Μαρτίου 2019 - Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

21 Μαρτίου 2019 - Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

  • 1.
    21 Μαρτίου 2019 ΠαγκόσμιαΗμέρα Ποίησης στο 4ο Δημοτικό Σχολείο Ασπροπύργου
  • 3.
  • 4.
    B1 Οδυσσέας ΕλύτηςΗποδηλάτισσα Το κοχύλι Έπεσα για να κολυμπήσω Κι άφησα την καρδιά μου πίσω. Άφησα την καρδιά μου χάμω Σαν το κοχύλι μες την άμμο. Πέρασαν όλες οι κοπέλες Με τα μαγιό και τις ομπρέλες. Ύστερα πέρασαν οι φίλοι Κανείς δεν βρήκε το κοχύλι. Χρόνους και χρόνους κολυμπάω Που να ‘ν΄ η αγάπη για να πάω. Έφαγε η θάλασσα το βράχο Κι έμεινε το νησί μονάχο Του μικρού βοριά Του μικρού βοριά παράγγειλα, να ‘ναι καλό παιδάκι Μη μου χτυπάει πορτόφυλλα και το παραθυράκι. Γιατί στο σπίτι π’ αγρυπνώ, η αγάπη μου πεθαίνει Και μες τα μάτια την κοιτώ που μόλις ανασαίνει Γεια σας περβόλια, γεια σας ρεματιές Γεια σας φιλιά και γεια σας αγκαλιές Γεια σας κάβοι και ξανθοί γιαλοί Γεια σας όρκοι οι παντοτινοί Με πνίγει ο παράπονο, γιατί στον κόσμο αυτόνα Το καλοκαίρι το ‘χασα κι έπεσα στο χειμώνα. Σαν το καράβι π’ άνοιξε τ’ άρμενα κι αλαργεύει Βλέπω να χάνονται οι στεριές κι ο κόσμος λιγοστεύει. Ντούκου ντούκου μηχανάκι (απόσπασμα) Σκίζει η πλώρη τα νερά κι αντηχάνε τα βουνά. Ντούκου ντούκου μηχανάκι, ντούκου το παλιό μεράκι. Τρίτη Πέμπτη και Σαββάτο μες της θάλασσας τον πάτο. Ποιος θα ρίξει ποιος θα πάρει τ’ ασημένιο το φεγγάρι; Χάιντε, χάιντε βρε παιδιά πάμε στην Αγιά Μαρίνα. Πάμε στην Αγιά Μαρίνα Με την όμορφη μπενζίνα. Το δρόμο πλάι στη θάλασσα περπάτησα που ‘κανε κάθε μέρα η ποδηλάτισσα. Βρήκα τα φρούτα που ‘χε στο πανέρι της, το δαχτυλίδι που ‘πεσε απ’ το χέρι της. Βρήκα το κουδουνάκι και το σάλι της, τις ρόδες, το τιμόνι, το πεντάλι της. Βρήκα τη ζώνη της, βρήκα σε μιαν άκρη, μια πέτρα διάφανη που ‘μοιαζε με δάκρυ. Τα μάζεψα ένα ένα και τα κράτησα κι έλεγα πού ‘ναι πού ‘ναι η ποδηλάτισσα. Την είδα να περνά πάνω απ’ τα κύματα, την άλλη μέρα πάνω από τα μνήματα.
  • 5.
    B2 Οδυσσέας ΕλύτηςΗποδηλάτισσα Τα τζιτζίκια (απόσπασμα) Η Παναγιά τα πέλαγα κρατούσε στην ποδιά της. Την Σίκινο, την Αμοργό και τ’ άλλα τα παιδιά της. Ε σεις τζιτζίκια μου άγγελοι γεια σας κι η ώρα η καλή. Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει; Κι όλ’ αποκρίνονται μαζί: Ζει και ζει και ζει και ζει και ζει και ζει και ζει ο βασιλιάς ο ήλιος ζει. Από την άκρη του καιρού και πίσω απ’ τους χειμώνες άκουγα σφύριζε η μπουρού κι έβγαιναν οι Γοργόνες. Του μικρού βοριά Του μικρού βοριά παράγγειλα, να ‘ναι καλό παιδάκι Μη μου χτυπάει πορτόφυλλα και το παραθυράκι. Γιατί στο σπίτι π’ αγρυπνώ, η αγάπη μου πεθαίνει Και μες τα μάτια την κοιτώ που μόλις ανασαίνει Γεια σας περβόλια, γεια σας ρεματιές Γεια σας φιλιά και γεια σας αγκαλιές Γεια σας κάβοι και ξανθοί γιαλοί Γεια σας όρκοι οι παντοτινοί Με πνίγει ο παράπονο, γιατί στον κόσμο αυτόνα Το καλοκαίρι το ‘χασα κι έπεσα στο χειμώνα. Σαν το καράβι π’ άνοιξε τ’ άρμενα κι αλαργεύει Βλέπω να χάνονται οι στεριές κι ο κόσμος λιγοστεύει. Ντούκου ντούκου μηχανάκι (απόσπασμα) Σκίζει η πλώρη τα νερά κι αντηχάνε τα βουνά. Ντούκου ντούκου μηχανάκι, ντούκου το παλιό μεράκι. Τρίτη Πέμπτη και Σαββάτο μες της θάλασσας τον πάτο. Ποιος θα ρίξει ποιος θα πάρει τ’ ασημένιο το φεγγάρι; Χάιντε, χάιντε βρε παιδιά πάμε στην Αγιά Μαρίνα. Πάμε στην Αγιά Μαρίνα Με την όμορφη μπενζίνα. Το θαλασσινό τριφύλλι Το δρόμο πλάι στη θάλασσα περπάτησα που ‘κανε κάθε μέρα η ποδηλάτισσα. Βρήκα τα φρούτα που ‘χε στο πανέρι της, το δαχτυλίδι που ‘πεσε απ’ το χέρι της. Βρήκα το κουδουνάκι και το σάλι της, τις ρόδες, το τιμόνι, το πεντάλι της. Βρήκα τη ζώνη της, βρήκα σε μιαν άκρη, μια πέτρα διάφανη που ‘μοιαζε με δάκρυ. Τα μάζεψα ένα ένα και τα κράτησα κι έλεγα πού ‘ναι πού ‘ναι η ποδηλάτισσα. Την είδα να περνά πάνω απ’ τα κύματα, την άλλη μέρα πάνω από τα μνήματα. Μια φορά στα χίλια χρόνια του πελάγου τα τελώνια μες στα σκοτεινά τα φύκια μες τα πράσινα χαλίκια. Το φυτεύουνε και βγαίνει πριν ο ήλιος ανατείλει το μαγεύουνε και βγαίνει το θαλασσινό τριφύλλι. Το θαλασσινό τριφύλλι ποιος θα βρει να μου το στείλει. Ποιος θα βρει να μου το στείλει το θαλασσινό τριφύλλι. Μια φορά στα χίλια χρόνια κελαηδούν αλλιώς τ’ αηδόνια. Δε γελάνε μήτε κλαίνε, μόνο λένε μόνο λένε. Μια φορά στα χίλια χρόνια γίνεται η αγάπη αιώνια. Να ‘χεις τύχη να ‘χεις τύχη κι η χρονιά να σου πετύχει. Το θαλασσινό τριφύλλι ποιος θα βρει να μου το στείλει. Ποιος θα βρει να μου το στείλει το θαλασσινό τριφύλλι.
  • 6.
    Γ2Ονειρο καλοκαιρινού μεσημεριού (απόσπασμα) ΓιάννηςΡίτσος Χτες βράδυ δεν κοιμήθηκαν καθόλου τα παιδιά. Εἴχανε κλείσει ἕνα σωρὸ τζιτζίκια στὸ κουτὶ τῶν μολυβιῶν, καὶ τὰ τζιτζίκια τραγουδοῦσαν κάτου ἀπ᾿ τὸ προσκεφάλι τους ἕνα τραγούδι ποὺ τὸ ξέραν τὰ παιδιὰ ἀπὸ πάντα καὶ τὸ ξεχνοῦσαν μὲ τὸν ἥλιο. Χρυσὰ βατράχια κάθονταν στὶς ἄκρες τῶν ποδιῶν χωρὶς νὰ βλέπουν στὰ νερὰ τὴ σκιά τους. κι ἤτανε σὰν ἀγάλματα μικρὰ τῆς ἐρημιᾶς καὶ τῆς γαλήνης. Τότε τὸ φεγγάρι σκόνταψε στὶς ἰτιὲς κι ἔπεσε στὸ πυκνὸ χορτάρι. Μεγάλο σούσουρο ἔγινε στὰ φύλλα. Τρέξανε τὰ παιδιά, πῆραν στὰ παχουλά τους χέρια τὸ φεγγάρι κι ὅλη τη νύχτα παίζανε στὸν κάμπο. Τώρα τὰ χέρια τους εἶναι χρυσά, τὰ πόδια τους χρυσά, κι ὅπου πατοῦν ἀφήνουνε κάτι μικρὰ φεγγάρια στὸ νοτισμένο χῶμα. Μά, εὐτυχῶς, οἱ μεγάλοι ποὺ ξέρουν πολλά, δὲν καλοβλέπουν. Μονάχα οἱ μάνες κάτι ὑποψιάστηκαν. Γι᾿ αὐτὸ τὰ παιδιὰ κρύβουνε τὰ χρυσωμένα χέρια τους στὶς ἄδειες τσέπες, μὴν τὰ μαλώσει ἡ μάνα τους ποὺ ὅλη τη νύχτα παίζανε κρυφὰ μὲ τὸ φεγγάρι.
  • 7.
    Γ2Πρωινό άστρο Γιάννης Ρίτσος Τοκυκλάμινο Κοριτσάκι μου, θέλω να σου φέρω τα φαναράκια των κρίνων να φέγγουν στον ύπνο σου. Κοιμήσου κοριτσάκι. Είναι μακρύς ο δρόμος. Πρέπει να μεγαλώσεις. Είναι μακρύς μακρύς μακρύς ο δρόμος. Το παιδί μου κοιμήθηκε Κι εγώ τραγουδάω… Μικρὸ πουλὶ τριανταφυλλί, δεμένο με κλωστίτσα, με τα σγουρά φτεράκια του στον ἥλιο πεταρίζει. Κι ἂν τo τηράξεις μια φορά, θα σου χαμογελάσει κι αν το τηράξεις δυο και τρεις, θ᾿ αρχίσεις το τραγούδι.
  • 8.
    Γ2 Ρωμιοσύνη Γιάννης Ρίτσος Αυτά ταδέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό, αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα, αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο, αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή, σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια, σφίγγει στο φως τις ορφανές ελιές του και τα αμπέλια του, σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως. Ο δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο. Μαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κι οι φωνές μες στον ασβέστη του ήλιου. Η ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Τα σκονισμένα σκοίνα. Το μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό. Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό πάνου απ’ την πίκρα τους. Τα μάτια τους είναι κόκκινα απ’ την αγρύπνια, μια βαθιά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δύο βουνά το λιόγερμα. Το χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους- έχουν στα χείλια τους απάνω τον θυμό και έχουν τον καημό βαθιά – βαθιά στα μάτια τους Σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι. Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο Όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μες απ’ τ’ άγρια γένια τους Όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν από τις άδειες τσέπες τους Όταν σκοτώνονται η ζωή τραβάει την ανηφόρα, με σημαίες με σημαίες και με ταμπούρλα.
  • 9.
    Γ2 Κοριτσάκι μου Γιάννης Ρίτσος Κοριτσάκιμου, μες στο βουβὸ πηγάδι τοῦ φεγγαριοῦ σοῦ ῾πέσε ἀπόψε τὸ πρῶτο δαχτυλίδι σου. Δὲν πειράζει. Ἀργότερα θὰ φτιάξεις ἄλλο νὰ παντρευτεῖς τὸν κόσμο μὲς στὸν ἥλιο. Γιατὶ δὲν εἶναι κοριτσάκι νὰ μάθεις μόνο ἐκεῖνο ποὺ εἶσαι, ἐκεῖνο ποὺ ἔχεις γίνει, εἶναι νὰ γίνεις ὅ,τι ζητάει ἡ εὐτυχία τοῦ κόσμου. Ἄλλη χαρὰ δὲν εἶναι πιὸ μεγάλη Νὰ τὸ θυμᾶσαι κοριτσάκι. Κοριτσάκι μου, θέλω νὰ σοῦ φέρω τὰ φαναράκια τῶν κρίνων νὰ σοῦ φέγγουν τὸν ὕπνο σου. Θέλω νὰ σοῦ φέρω ἕνα περιβολάκι ζωγραφισμένο μὲ λουλουδόσκονη πάνω στὸ φτερὸ μιᾶς πεταλούδας νὰ σεργιανάει τὸ γαλανὸ ὄνειρό σου. Θέλω νὰ σοῦ φέρω ἕνα σταυρουλάκι αὐγινὸ φῶς δυὸ ἀχτίνες σταυρωτὲς ἀπὸ τοὺς στίχους μου νὰ σοῦ ξορκίζουν τὸ κακὸ νὰ σοῦ φωτᾶνε μὴ σκοντάψεις.
  • 10.
  • 11.
    Δ2 Ο σκύλος λέειτης γάτας: «Τα νύχια σου ετοιμάζεις, φυσάς και καμπουριάζεις. Μα τι έχεις και θυμώνεις; Ως πότε οι τσακωμοί;» Κι εκείνη: «Μη ζυγώνεις, σε σκίζω στη στιγμή!» «Για στάσου, λέει ο σκύλος, δε θέλεις να είμαι φίλος; Μιλώ στα σοβαρά» και κούναε την ουρά. «Τρωγόμαστε βδομάδες, παίρνεις και δίνεις ξύλο. Aς πάψουν οι καυγάδες και δέξου με για φίλο. Δε σκέφτηκες κομμάτι πως απ’ την γκρίνια αυτή θα μείνω μ’ ένα μάτι, θα μείνεις μ’ ένα αυτί;» Η γάτα με ησυχία το πόδι κατεβάζει, του σκύλου η ομιλία σε συλλογή τη βάζει. Λόγο τιμής εδώσαν· ήταν εχθροί, φιλιώσαν. Ξεχάσαν τι έχει γίνει. Συντρόφεψαν. Ειρήνη. «Βλέπω καλά; Έχει χάζι!» τ’ αφεντικό φωνάζει. «Ποιοι να ’ν’ οι δυο κει κάτω που τρων στο ίδιο πιάτο;» Ζαχαρίας Παπαντωνίου «Οι δύο φίλοι»
  • 12.
  • 13.