1
Βάπτιση καί ξερριζωµός
ΣτάΦάρασα τῆς ἁγιοτόκου Καππαδοκίας, στίς 25 Ἰουλίου τοῦ 1924, ἀνήµερα τῆς ἁγίας
Ἄννης γεννήθηκε ὁ Άγιος Παΐσιος.
Στήν βάπτιση οἱ γονεῖς του ἤθελαν νά τόν ὀνοµάσουν Χρῆστο, στό ὄνοµα τοῦ παπποῦ. Ὁ
ὅσιος Ἀρσένιος ὅµως είχε άλλη γνώμη. Ας δούμε το σχετικό δρώμενο.
ΔΡΩΜΕΝΟ : ΟΝΟΜΑΤΟΔΟΣΙΑ
Γιαγιά : Να το βαπτίσουμε το παιδί πριν φύγουμε από την πατρίδα.
Μητέρα : Και τι όνομα να του δώσουμε;
Γιαγιά : Χρήστο φυσικά στο όνομα του παππού.
Άγιος Αρσένιος : (προς τη γιαγιά) Ε Χατζηαννά τόσα παιδιά σου βάπτισα, δεν θα δώσεις και σε
ένα το όνομά μου;
(προς τη μητέρα) Καλά εσείς θέλετε να αφήσετε άνθρωπο στο πόδι του
παππού, εγώ δε θέλω να αφήσω καλόγηρο στο πόδι μου;
(προς τη γιαγιά) Αρσένιο να του πείτε.
Μητέρα : Να είναι ευλογημένο Πάτερ. (Σκύβουν και του φιλούν το χέρι)
Τοῦ ἔδωσε δηλαδή τό ὄνοµά του καί τήν εὐχή του, καί προεῖδε ὅτι θά γίνει καλόγηρος, ὅπως
καί ἔγινε.
Τό ἔτος πού γεννήθηκε ὁ Άγιος Παΐσιος ἔγινε ἡ ἀνταλλαγή τῶν πληθυσµῶν καί ξερριζώθηκε
ὁ Ἑλληνισµός τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Η οἰκογένεια του µαζί µέ τούς ἄλλους Φαρασιῶτες καί τόν ὅσιο
Ἀρσένιο έφτασαν στόν Πειραιᾶ. Ἔπειτα µεταφέρθηκαν στην Κέρκυρα, ὅπου ἐκοιµήθη καί ἐτάφη
ὁ ὅσιος Ἀρσένιος, σύµφωνα µέ τήν πρόρρησή του: «Ἐγώ θά ζήσω σαράντα ἡµέρες στήν
Ἑλλάδα καί θά πεθάνω σέ ἕνα νησί». Μετακόµισαν στήν συνέχεια σέ χωριό τῆς Ἡγουµενίτσας
καί τελικά ἐγκαταστάθηκαν στήν Κόνιτσα.
Ἀπολυτίκιον Αγίου Αρσενίου
Βίον ένθεον, καλώς ανύσας,
σκεύος τίμιον του Παρακλήτου,
Ανεδείχθης θεοφόρε Αρσένιε,
και των θαυμάτων την χάριν δεξάμενος,
πάσιν παρέχεις ταχείαν βοήθειαν,
Πάτερ Όσιε Χριστόν τον Θεόν ικέτευε,
δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.
Ἀνατροφή «ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου»
Ο µικρός καί εὐλογηµένος Ἀρσένιος, µαζί µέ τό γάλα πού θήλαζε, µάθαινε ἀπό τούς γονεῖς
του καί τήν εὐλάβεια πρός τόν Θεό. Ἀντί γιά παραµύθια καί ἱστορίες τοῦ µιλοῦσαν γιά τόν βίο καί
τά θαύµατα τοῦ ὁσίου Ἀρσενίου. Μέσα του γεννήθηκε θαυµασµός καί ἀγάπη γιά τόν
Χατζεφεντῆ, ὅπως ἀποκαλοῦσαν τόν ὅσιο Ἀρσένιο. Ἀπό µικρός ἤθελε νά γίνη καί αὐτός
µοναχός, γιά νά µοιάση τόν Ἅγιό του.
Τό πρόσωπο, πού µετά τόν ὅσιο Ἀρσένιο ἐπηρέασε εὐεργετικά ὅλη του τήν ζωή ἦταν ἡ
µητέρα του, πρός τήν ὁποία αἰσθανόταν ἰδιαίτερη ἀγάπη καί τήν βοηθοῦσε ὅσο µποροῦσε. Ἀπό
αὐτήν διδάχθηκε τήν ταπεινοφροσύνη. Δυό φορές τήν ἡµέρα ὅλη ἡ οἰκογένεια προσευχόταν
µπροστά στό εἰκονοστάσι. Ἡ µητέρα του ὅµως συνέχιζε νά προσεύχεται καί ὅταν ἔκανε τίς
ἐργασίες τοῦ σπιτιοῦ λέγοντας τήν εὐχή: Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον ημάς.
Τόν συµβούλευε νά µήν θέλη νά νικᾶ τούς συµµαθητές του στά παιχνίδια καί ὕστερα νά
ὑπερηφανεύεται. Ας δούμε το σχετικό δρώμενο.
ΔΡΩΜΕΝΟ : Ο ΜΙΚΡΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ
Αρσένιος : Καλημέρα μητέρα.
Μητέρα : Καλημέρα παιδί μου.
Αδελφή : Καλώς τον αδελφό.
2.
2
Αρσένιος : Μαμάβγήκα πρώτος στο τρέξιμο. Τους πέρασα όλους.
Μητέρα : Και χαίρεσαι; Άκου παιδί μου. Να μην επιδιώκεις να νικάς τους συμμαθητές σου στα
παιχνίδια κι ύστερα να περηφανεύεσαι. Η περηφάνια είναι κακό πράγμα γιατί διώχνει
τη χάρη του Θεού από μέσα μας. Ούτε να επιδιώκεις να μπαίνεις πρώτος στη
γραμμή γιατί είναι το ίδιο πράγμα είτε πρώτος μπαίνεις είτε τελευταίος.
Αδελφή : Έχει δίκιο η μανούλα Αρσένιε.
Αρσένιος : Εντάξει μανούλα πάω να διαβάσω, σας χαιρετώ.
Παιδικές ἀσκήσεις
Ὅταν ἔµαθε νά διαβάζη καλά, βρῆκε τήν Ἁγία Γραφή καί µελετοῦσε κάθε ἡµέρα τό
Τετραβάγγελο. Εὕρισκε ἐπίσης βίους Ἁγίων καί ἐντρυφοῦσε. Εἶχε µαζέψει ἕνα κουτί µέ βίους.
Μόλις γύριζε ἀπό τό σχολεῖο, δέν ἤθελε οὔτε νά φάη. Πρῶτα πήγαινε, ἄνοιγε τό κουτί, ἔπαιρνε
καί διάβαζε τούς βίους τῶν Ἁγίων.
Ὅταν τόν ρωτοῦσαν, τί θά γίνει ὅταν µεγαλώση, ὁ Ἀρσένιος ἀπαντοῦσε σταθερά:
«Καλόγηρος».
Προσόμιο Εσπερινού - Πανεύφημοι μάρτυρες.
Ἐκ παίδων ἠγάπησας σφοδρῶς, μοναστῶν πολίτευμα,
καὶ βιοτὴν τὴν μονότροπον, σεμνὲ Παΐσιε,
διὸ καὶ παρεῖδες, κοσμικῶν τὰ θέλγητρα,
καὶ πάντα τὰ ἡδέα καὶ ῥέοντα, τὸν νοῦν σου ὅσιε,
προσηλώσας πρὸς τὰ μένοντα, παραδείσου,
ὡς ἔνσαρκος ἄγγελος.
Θεοπτία
Κάποιος φίλος του, ὁ Κώστας, τοῦ ἀνέπτυξε τήν θεωρία τοῦ Δαρβίνου. Κλονίστηκε τότε καί
εἶπε: «Θά πάω νά προσευχηθῶ, καί, ἄν ὁ Χριστός εἶναι Θεός, θά µοῦ παρουσιαστῆ νά
πιστέψω. Μιά σκιά, µιά φωνή, κάτι θά µοῦ δείξει». Πῆγε καί ἄρχισε µετάνοιες καί προσευχή γιά
ὧρες, ἀλλά τίποτε. Στό τέλος σταµάτησε. Τοῦ ἦρθε τότε στήν σκέψη κάτι πού ᾿χε πεῖ ὁ Κώστας:
«Παραδέχοµαι ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἕνας σπουδαῖος ἄνθρωπος, δίκαιος, ἐνάρετος, τόν ὁποῖο
ἐµίσησαν ἀπό φθόνο γιά τήν ἀρετή του καί τόν καταδίκασαν οἱ συµπατριῶτες του». Τότε εἶπα:
«Ἀφοῦ εἶναι τέτοιος, καί ἄνθρωπος νά ἦταν, ἀξίζει νά τόν ἀγαπήσω, νά τόν ὑπακούσω καί νά
θυσιασθῶ γι᾿ Αὐτόν. Δέν θέλω οὔτε παράδεισο, οὔτε τίποτε. Γιά τήν ἁγιότητά του καί τήν
καλωσύνη του ἀξίζει κάθε θυσία». (Καλός λογισµός καί φιλότιµο).
Ὕστερα ἀπό αὐτό παρουσιάσθηκε ο ἴδιος ὁ Χριστός µέσα σέ ἄφθονο φῶς. Φαινόταν ἀπό τήν
µέση καί πάνω. Τον κοίταξε µέ πολλή ἀγάπη καί τοῦ εἶπε: «Ἐγώ εἰµι ἡ ἀνάστασις καί ἡ ζωή. Ὁ
πιστεύων εἰς ἐµέ, κἄν ἀποθάνῃ, ζήσεται». Τά λόγια αὐτά ἦταν γραµµένα καί στό Εὐαγγέλιο πού
κρατοῦσε ἀνοικτό στό ἀριστερό χέρι Του».
Τό γεγονός αὐτό διέλυσε στόν δεκαπενταετῆ Ἀρσένιο τούς λογισµούς ἀµφιβολίας,
για τόν Χριστό ὡς Θεό ἀληθινό. Στερεωµένος πλέον στήν πίστη µονολογοῦσε:
«Κώστα, ἅµα θέλης τώρα, ἔλα νά συζητήσουµε».
Ωδή α΄ Παρακλητικού κανόνα - Ὑγρὰν διοδεύσας
Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών
Δοχεῖον χαρίτων ἀναδειχθείς,
Παΐσιε πάτερ, μὴ ἐλλείπῃς ταῖς σαῖς εὐχαῖς,
ἡμῖν παρασχὼν ὡς ἐλεήμων,
τὰ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος πρόσφορα.
Ἐσχάτως ὡς ἄγγελος τοῦ Χριστοῦ,
ὀφθεὶς τὰς καρδίας, ἱκετῶν σου τῶν εὐλαβῶν,
3.
3
ἀνάπαυσον πάτερ καὶπαράσχου,
τὸ ἀγαθὸν τῆς εἰρήνης πρεσβείαις σου.
Χοροὶ μοναζόντων καὶ κοσμικῶν,
πρὸς σὲ ὁμοφώνως, ἀτενίζουσι τὸν σεμνόν,
αἰτούμενοι πάτερ τὴν σὴν χάριν,
ἵνα τὸ θράσος τοῦ δράκοντος θραύσωσι.
Φροντίδα γιά τούς ἄλλους
Στά δύσκολα χρόνια τοῦ Ἑλληνοϊταλικοῦ πολέµου, τῆς Κατοχῆς καί τοῦ ἀνταρτοπολέµου
πέρασε πολλές δυσκολίες καί κινδύνους.
Στό ἐξωκκλήσι τῆς ἁγίας Βαρβάρας παρακάλεσε τήν Παναγία: «Ἄς ταλαιπωρηθῶ, ἄς
κινδυνεύσω, µόνο νά µή σκοτώσω ἄνθρωπο, καί ν᾽ ἀξιωθῶ νά γίνω µοναχός».
Τότε ἔκανε τάµα, ἄν τόν διαφυλάξη ἡ Παναγία στόν πόλεµο, νά ὑπηρετήση γιά τρία χρόνια
τό Μοναστήρι της - την Ἱερά Μονή Στοµίου - πού τό ἔκαψαν οἱ Γερµανοί.
Ἀσυρµατιστής φιλότιµος
Τό ἔτος 1945 κλήθηκε νά ὑπηρετήση τήν Πατρίδα. Παρουσιάστηκε στό Ναύπλιο καί πῆρε
τήν εἰδικότητα τοῦ διαβιβαστοῦ.
H ἀγάπη του πρός τούς ἄλλους ἔφθανε µέχρι θυσίας. Χαιρόταν νά βρέχεται, νά κρυώνη, νά
κουράζεται ὁ ἴδιος, γιά νά µήν ταλαιπωροῦνται οἱ ἄλλοι. Ἔκανε τίς ὑπηρεσίες τους, ἐργαζόταν
πολύ. Ὅταν κάποιος ζητοῦσε ἔξοδο, ὁ Ἀρσένιος πρόθυµα τόν ἀντικαθιστοῦσε. Πολλοί
ἐκµεταλλεύονταν τήν καλωσύνη του καί τόν θεωροῦσαν κορόιδο. Ὁ ἴδιος ὅµως εὕρισκε εὐκαιρία
νά µένη µόνος, νά προσεύχεται κι ἔνιωθε χαρά ἀπό τήν θυσία αυτή.
Χαρά στα μάτια που δακρύζουν
Χαρά στα μάτια που δακρύζουν
για κάποιον άλλον πού πονά
γιατί τα μάτια αυτά θα δούνε
του Παραδείσου τα αγαθά. (δις)
Χαρά στο στόμα όπου λέγει
λόγια παρήγορα γλυκά
γιατί το στόμα αυτό θα ψάλλει
με τους αγγέλους Ωσαννά! (δις)
Χαρά στα αυτιά όπου ακούνε
το θείο λόγο του Θεού
γιατί τα αυτιά αυτά θα ακούσουν
τις σάλπιγγες του ουρανού. (δις)
Xαρά στα χέρια όπου ντύνουν
μικρά παιδιά και ορφανά
γιατί τα χέρια αυτά θα γίνουν
φτερά για να πετούν ψηλά. (δις)
Χαρά στα πόδια που φροντίζουν
για την αγάπη του Χριστού
γιατί αυτά θα σ’ οδηγήσουν
στη βασιλεία του ουρανού. (δις)
Χαρά στο σπίτι που ανοίγει
την πόρτα στο περαστικό
4.
4
γιατί η πόρτααυτή ανοίγει
στην Παναγιά και στο Χριστό. (δις)
Σώζει τήν Μονάδα τους
Διηγήθηκε ὁ Άγιος: «Κάποτε ἡ διλοχία µας βρέθηκε περικυκλωµένη ἀπό χίλιους ἑξακόσιους
εχθρούς σέ ἕνα φυσικό ὀχύρωµα ἀπό βράχο. Ὅλοι οἱ στρατιῶτες κουβαλοῦσαν πυροµαχικά,
κουβαλοῦσα κι εγώ, ἀλλά πήγαινα καί στόν ἀσύρµατο καί προσπαθοῦσα νά πιάσω ἐπαφή µέ
τό Ἀρχηγεῖο. Ὁπότε ἀπό τά πολλά ἔπιασα ἐπαφή καί ἔδωσα νά καταλάβουν ὅτι βρισκόµαστε σέ
δύσκολη θέση. Αμέσως ἦρθε ἡ ἀεροπορία καί τούς διεσκόρπισε».
Τό γεγονός αὐτό ἀνέφερε ἀργότερα σάν παράδειγµα σέ ὅσους ρωτοῦσαν: «Τί προσφέρουν
οἱ µοναχοί στήν ἔρηµο καί δέν βγαίνουν στόν κόσµο νά βοηθήσουν;». «Οἱ µοναχοί»,
ἀπαντοῦσε, «εἶναι οἱ ἀσυρµατιστές τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν πιάσουν ἐπαφή µέ τόν Θεό διά τῆς
προσευχῆς, τότε ἔρχεται καί βοηθᾶ ὁ Θεός καλύτερα. Ἕνα ἀκόµη λιανοντούφεκο δέν θα ἔκανε
τίποτε, ἐνῶ, ὅταν ἦρθε ἡ ἀεροπορία, ἔκρινε τήν µάχη».
Ρασοευχή
Στίς 27 Μαρτίου 1954 µετά ἀπό τήν κανονισµένη δοκιµασία ἐκάρη µοναχός. Ἔλαβε
ρασοευχή καί τό ὄνοµα Ἀβέρκιος.
Μικρόσχηµος
Στις 3 Μαρτίου του 1957 ο νεαρός Ἀβέρκιος ἐκάρη µικρόσχηµος µοναχός και τοῦ δόθηκε τό
ὄνοµα Παΐσιος..
Μετά τήν κουρά ἔβγαλε µιά φωτογραφία καί τήν ἔστειλε στήν µητέρα του, καί ἀπό πίσω
ἔγραψε τό ἀκόλουθο ποίηµα:
Μανούλα μου σε χαιρετώ εγώ πάω να μονάσω,
Φεύγω τη μάταια ζωή, τον πλάνο να γελάσω.
Στην μοναξιά στην έρημο, τα νιάτα να περάσω,
Για την αγάπη του Χριστού, όλα θα τα θυσιάσω.
Όλα του κόσμου τα αγαθά, σαν σκύβαλα θα αφήσω,
Να εκτελέσω την πρώτη εντολή, τον Θεό να αγαπήσω.
Με τον σταυρό στο Γολγοθά, τον Ιησού ν’ ακολουθήσω,
Και εις την άνω Ιερουσαλήμ, εύχομαι να σε συναντήσω.
Φεύγω από τη μεγάλη σου στοργή, μανούλα να μπορέσω,
Δια να είμεθα αιώνια μαζί, τον Ιησού θα παρακαλέσω.
Δια αυτό μικρός εθέλησα τα μαύρα δια να φορέσω,
Να αφιερωθώ εις τον Χριστό, του Θεού να αρέσω.
Και δια μητέρα εις το εξής, θα έχω την Παναγία,
Να με φυλάξει αβλαβή, απ’ του εχθρού την πανουργία.
Μάνα μου με κατάνυξη, στην έρημο εδώ στην ησυχία,
Θα εύχομαι πάντα δια εσέ, και δι’ όλη την πολιτεία.
Μοναχού Παϊσίου Φιλοθεΐτου Άγ. Όρος 3-5-1957
Αφιερούται στην σεβαστή μου μητέρα
Παΐσιος
5.
5
Γλυκό μοναστηράκι μου
Γλυκόμοναστηράκι μου όταν σε βάζει ο νους μου
γονείς αδέλφια λησμονώ και όλους τους δικούς μου.
Όταν φυσάει ο Ζέφυρος τα υψηλά σου μέρη
χαίρε εφραίνου έρημος των μοναστών λημέρι.
Φεύγω μανούλα μου γλυκειά και πάω να μονάσω
δώσε μου την ευχούλα σου τους κόπους μου μη χάσω.
Δεν φεύγω κλαίων από δώ εις την Μονή θα μείνω
για την αγάπη σου Χριστέ τον κόσμο τον αφήνω.
-------------------------------------------------------------------
Γλυκειά που είναι η έρημος και θα την αποκτήσω,
εκεί που ζουν οι μοναχοί θα πάω να κατοικήσω.
Μην λες πως δε σε αγαπώ μανούλα που θα φύγω
ήτανε θέλημα Θεού καλόγερος να γίνω.
Σου το λεγα από καιρό μανούλα πως θα φύγω
σε μοναστήρι θα κλειστώ και μοναχός θα γίνω.
Τρέχω και πάω για να βρω τη θύρα ανοιγμένη
μήπως νυστάξω ο φτωχός και τηνε βρω κλεισμένη.
--------------------------------------------------------------------
Φεύγω μανούλα μου γλυκειά το ξέρω πως θα κλάψεις
μα πάντα θα προσεύχομαι τον πόνο σου να θάψεις.
Να ρίξει βάλσαμο ο Θεός εις την φτωχή καρδιά σου
που δεν χαρίζει στο Θεό ένα από τα παιδιά σου.
Φεύγω μανούλα μου γλυκειά και δώσ’ μου την ευχή σου
και πες πως δε με γέννησες δεν είμαι πια παιδί σου.
Παιδί μου σε μεγάλωσα σαν άνθος στην αυλή μου
τώρα που πας για μοναχός να πας με την ευχή μου.
Μονάχα πρόσεχε καλά το σχήμα μη λερώσεις
γιατί μ’ αυτό θανάσιμα εμένα θα πληγώσεις.
Οἰκειότητα µέ τά ἄγρια ζῶα
Ἰδιαίτερα ἀγαποῦσε τά ἄγρια ζῶα, καί αὐτά ἔνιωθαν τήν ἀγάπη του καί τόν πλησίαζαν.
Στό δάσος γύρω ἀπό τό Μοναστήρι του Στομίου ζοῦσαν ἀρκοῦδες. Μιά συνάντησε ὁ Άγιος
Παΐσιος σέ στενό µονοπάτι, ἐνῶ ἀνέβαινε στό Μοναστήρι µέ ἕνα γαϊδουράκι φορτωµένο. Ἡ
ἀρκούδα µαζεύτηκε στήν ἄκρη, γιά νά περάση ὁ Άγιος. Αὐτός πάλι τῆς ἔκανε νόηµα µέ τό χέρι
νά περάση πρώτη. «Καί αὐτή», διηγεῖτο χαριτολογώντας, «ἅπλωσε τό πόδι της καί µοὔ πιασε
τό χέρι, γιά νά περάσω ἐγώ». Τῆς εἶπε: «Αὔριο νά µήν ἐµφανισθῆς ἐδῶ κάτω, γιατί περιµένω
κόσµο. Ἀλλοιῶς θά σέ πιάσω ἀπό τό αὐτί καί θά σέ δέσω µέσα στό παχνί».
Η ἀρκούδα ἐρχόταν συχνά, εἶχε ἐξοικειωθῆ µαζί του καί ὁ Άγιος την τάιζε. Τίς ἡµέρες πού
ἐρχόταν κόσµος στό Μοναστήρι ὁ Άγιος Παΐσιος την προειδοποιοῦσε νά µήν ἐµφανίζεται καί
προκαλῆ ἔτσι φόβο στούς ἀνθρώπους. Ἡ ἀρκούδα µερικές φορές παρέβαινε την ἐντολή τοῦ
Αγίου, ἐµφανιζόταν ἀπροσδόκητα καί ὅσοι τήν ἔβλεπαν τρόµαζαν.
6.
6
Συµφιλίωση µέ τήνκτίση
Ο μοναχός Αλύπιος Αγιαννανίτης αναφέρει: «Γνώριζα τόν Άγιο Παΐσιο ἀπό τήν ἡλικία τῶν
δεκαπέντε ἐτῶν. Μέ τήν χάρι τοῦ Θεοῦ ἔγινα µοναχός στήν Ἱ. Μ. Κουτλουµουσίου. Πήγαινα καί
τόν ἔβλεπα κάθε µέρα. Ἄκουγα γιά τά θαύµατά του καί µοῦ εἶχε γεννηθῆ ἡ ἐπιθυµία νά δῶ ἕνα
θαῦµα του. Γιά ἕνα µῆνα περίπου εἶχα αὐτόν τόν λογισµό.
»Ἕνα χειµωνιάτικο πρωινό, ἀρχές Νοεµβρίου, πῆγα νά τόν δῶ καί τόν βρῆκα νά πλένη τά
χέρια του ἔξω στό βαρελάκι. Ἦταν µόνος. Ἄνοιξε καί µοῦ εἶπε νά περιµένω. Πῆρε πίσω ἀπό τό
βαρέλι ἕνα ἀλουµινόχαρτο, ὅπου µέσα εἶχε ψίχουλα, τό ἄνοιξε καί κοίταξε πρός τόν οὐρανό.
Ἐνῶ χαρακτηριστικά δέν ὑπῆρχε κανένα πουλί, ἀµέσως µαζεύτηκαν σµήνη πουλιῶν. Ποῦ
βρέθηκαν ξαφνικά τόσα πουλιά! Ἄλλα κάθονταν στό κεφάλι του, ἄλλα στούς ὤµους καί στά
χέρια του καί αὐτός τά τάιζε. Βλέποντας αὐτό τό θέαµα µέ κατέλαβε ἀµηχανία, χτυποῦσε
γρήγορα ἡ καρδιά µου ἀπό συγκίνηση καί γελοῦσα ἀµήχανα. Ὁ Άγιος χαµογελώντας ἔλεγε στά
πουλιά: «Πᾶτε καί σ᾿ αὐτόν». Τά µιλοῦσε σάν νἆταν ἄνθρωποι. Ἕνα πού καθόταν στό χέρι του
τοῦ ἔλεγε: «Πήγαινε καί σ᾿ αὐτόν, δικός µας εἶναι».
»Αὐτό διήρκεσε δύο λεπτά περίπου. Σέ µιά στιγµή ὁ Άγιος δίπλωσε τό ἀλουµινόχαρτο καί τά
πουλιά ἐξαφανίστηκαν. Ἤµουν σαστισµένος καί τόν κοίταζα. «Πήγαινε τώρα», µοῦ εἶπε».
Ο Σπίνος
Σε φουντωμένου δέντρου κλωνάρι
κάθεται σπίνος και κελαηδεί
τόσην ακούει τέχνη και χάρη
και πλησιάζει ένα παιδί. (δις)
Σπίνε, μ’ αρέσει το ψάλσιμό σου
όλα τα λέγεις όλα καλά,
μα ποίος είναι διδάσκαλος σου,
που σε μαθαίνει τα μουσικά;
μα ποίος είναι διδάσκαλος σου,
που σε μαθαίνει Γαβουδιπα
Μάθε παιδάκι διδάσκαλός μου
που με μαθαίνει τα μουσικά
είναι ο Πλάστης όλου του κόσμου
η εύνοια Του η πατρικιά.
είναι ο Πλάστης όλου του κόσμου
που με μαθαίνει Πανηζωκεδιγαβουπα.
Ὅταν εἶδε ὅτι τελείωσε ἡ ἀποστολή του στήν ἔρηµο τοῦ κόσµου, καί ἀφοῦ ξεπλήρωσε τό
τάµα πρός τήν Παναγία, ἄφησε ὁριστικά τό Στόµιο στίς 30 Σεπτεµβρίου 1962 καί ἀναχώρησε γιά
τό Θεοβάδιστο Ὄρος Σινᾶ.
«Ἦν ἐν τῇ ἐρήµῳ πειραζόµενος…»
Στό ἀσκητήριο τῶν ἁγίων Γαλακτίωνος καί Ἐπιστήµης που έμενε κάποια ἡµέρα ἔκανε
ἐργόχειρο λέγοντας τήν εὐχή καθισµένος σέ ἕνα βράχο, ἐνῶ ἀπό κάτω ὑπῆρχε βαθύς γκρεµός.
Παρουσιάζεται ὁ διάβολος καί τοῦ λέγει:
– Πήδα κάτω, Παΐσιε˙ σοῦ ὑπόσχοµαι, δέν θά πάθεις τίποτε.
Ὁ Άγιος συνέχισε ἀτάραχος τήν εὐχή καί τό ἐργόχειρό του. Δέν ἔδωσε σηµασία στόν
διάβολο. Ὁ πειρασµός συνέχισε νά τόν παρακινῆ νά πηδήση στον γκρεµό ἐπαναλαµβάνοντας
τήν ἴδια ὑπόσχεση. Αὐτό κράτησε µιάµιση ὥρα περίπου.
Στό τέλος παίρνει µιά πέτρα καί τήν ρίχνει στόν γκρεµό λέγοντας στόν πονηρό:
– Ἄντε νά σοῦ ἀναπαύσω τόν λογισµό σου.
Ὁ διάβολος, ἀφοῦ ἀπέτυχε νά τόν ρίξη στόν γκρεµό, τοῦ λέγει δῆθεν µέ θαυµασµό:
– Τέτοια ἀπάντηση οὔτε ὁ Χριστός δέν µοῦ ἔδωσε. Ἐσύ καλύτερα ἀπάντησες.
– Ὁ Χριστός εἶναι Θεός. Δέν εἶναι σάν καί µένα τόν καραγκιόζη. «Ὕπαγε ὀπίσω µου
σατανᾶ».
7.
7
Καί ἔτσι, µέτή θεία χάρι, ἀπέφυγε τόν πρῶτο πειρασµό νά πηδήση στόν γκρεµό, αλλά
ἀπέφυγε καί τόν βαθύτερο γκρεµό τῆς ὑπερηφανείας, νά δεχθῆ τόν ἔπαινο τοῦ διαβόλου.
Προσόμια Εσπερινού - Πανεύφημοι μάρτυρες.
Ἀνῆλθες ἐν ὄρει τοῦ Σινᾶ, καὶ ὁσίως ἔζησας,
τὸν Μωϋσῆν ἐκμιμούμενος, καὶ τὸν συγγράψαντα,
Κλίμακα τὴν θείαν, ἔνδοξε Παΐσιε,
βιώσας ἐν νηστείαις ὡς ἄσαρκος, διὸ καὶ εἴληφας,
Παρακλήτου τὰ χαρίσματα, ὡς οἱ πάλαι,
Πατέρες καὶ ἅγιοι.
Νεότητος ὤφθης φροντιστής, ἀσκητὰ Παΐσιε,
τῶν ἀσθενῶν ἡ βοήθεια, καὶ ἀπεξάρτησις,
νέων ἐθισμένων, ταῖς οὐσίαις ἅγιε,
φυτῶν ναρκωτικῶν τοῦ ἀλάστορος, ἀθέων ἴασις,
μαθητῶν ἡ ἐπιστήριξις, καὶ ἁπάντων,
οἰκεῖος καὶ γνώριμος.
Ἐγκαταλείπει τήν γλυκειά ἔρηµο
Στην έρημο του Σινά υπέφερε ἀπό πονοκεφάλους πού ὀφείλονταν στήν ἔλλειψη ὀξυγόνου
λόγω τοῦ ὑψοµέτρου. Όταν εἶδε νά ἐπιδεινώνεται ἡ κατάσταση τῆς ὑγείας του, πῆρε τήν
ἀπόφαση να ἐγκαταλείψει την γλυκειά ἔρηµο τοῦ Σινά καί να ἐπιστρέψει στο Ἄγιον Ὄρος στήν
Καλύβη τῶν Ἀρχαγγέλων της Σκήτης τῶν Ἰβήρων (12-5-1964).
Μεγάλος είν’ ηρωισμός
Μεγάλος είν’ ηρωισμός
κανείς ν’ αποφασίσει
τον κόσμο να απαρνηθεί
ίνα Χριστόν κερδίσει.
Πόσοι αλήθεια έθαψαν
τα νιάτα μες στο ράσο
με δάκρυα και προσευχάς
το βίο να περάσουν.
Και πόσοι άφησαν γονείς,
αδέλφια και γειτόνους
ν’ ακολουθήσουν το Χριστό
με στεναγμούς και πόνους.
Είναι Σταυρός ασήκωτος
το ράσο να φορέσεις
Και πάντα να αγωνίζεσαι
στον Κύριο ν’ αρέσεις.
Ο μοναχός δε γίνεται
μονάχα από το ράσο
αν δε τηρήσει αλλαγή
στον άνθρωπο τον έσω.
10
τό ἀποδέχοµαι αὐτότό πρᾶγµα. Εἶναι ἄρνηση, ξεκάθαρα πράγµατα. Ἀρνεῖσαι τό Ἅγιο
Βάπτισµα, βάζεις ἄλλη σφραγίδα, ἀρνεῖσαι τήν σφραγίδα τοῦ Χριστοῦ καί παίρνεις τοῦ
διαβόλου.
«Ἀκόµη καί ἄν δεχθῆ νά σφραγισθῆ κανείς ἀπό ἀδικαιολόγητη ἄγνοια ἤ ἀδιαφορία, πάλι
χάνει τήν θεία χάρι καί δέχεται δαιµονική ἐνέργεια».
«Θά πάρουµε τήν Πόλη»
Μιά ὁµάδα µαθητῶν τῆς Ἀθωνιάδος Σχολῆς συµφώνησαν νά ρωτήσουν τόν Άγιο ἄν θά
πάρουµε τήν Πόλη καί ἄν θά ζοῦν καί οἱ ἴδιοι τότε.
Πῆγαν στό Καλύβι του, πῆραν κέρασµα, ἀλλά ντρέπονταν νά ρωτήσουν. Ὁ ἕνας ἔκανε
νόηµα στόν ἄλλο καί τελικά κανείς δέν τολµοῦσε νά κάνη τήν ἐρώτηση. Τότε τούς λέγει ὁ Άγιος:
«Τί εἶναι, βρέ παλληκάρια; Τί θέλετε νά ρωτήσετε; Γιά τήν Πόλη; Θά τήν πάρουµε καί θά ζεῖτε
κιόλας».
Ἕνα παιδί µετέφερε τά λόγια τοῦ Αγίου στόν δάσκαλο Κωνσταντῖνο Μαλλίδη, πού ἦταν
καλός Χριστιανός καί θερµός πατριώτης. Αὐτός ἦρθε µέ ἐνδιαφέρον νά βεβαιωθῆ καλύτερα ἀπό
τόν ἴδιο καί ρώτησε γιά τήν Πόλη.
Ὁ Άγιος τοῦ ἀπάντησε: «Ἄστα αὐτά, Κώστα˙ δέν εἶναι γιά µᾶς αὐτά. Ἐµεῖς γιά ἄλλη Πόλη
πρέπει νά ἑτοιµαζώµαστε».
Αὐτά ἦταν προσηµάνσεις γιά τόν ἐπικείµενο θάνατό τους, γιατί πράγµατι δέν ἄργησε νά
φύγη πρῶτα ὁ Κώστας καί ὕστερα ὁ Άγιος, γιά τήν ἀληθινή καί οὐράνια Πατρίδα µας, «τήν
καινήν πόλιν», τήν ἄνω Ἱερουσαλήµ.
Ο αλκοολικός μοναχός
Κάποτε στο Άγιον Όρος ήταν ένας μοναχός που διέμενε στις Καρυές. Έπινε καθημερινά και
μεθούσε και γινόταν αιτία να σκανδαλίζονται οι προσκυνητές.
Κάποια στιγμή πέθανε και ανακουφισμένοι κάποιοι πιστοί πήγαν στον Άγιο Παΐσιο να του
πουν με ιδιαίτερη χαρά ότι επιτέλους λύθηκε αυτό το τεράστιο πρόβλημα.
Ο Άγιος τους απάντησε ότι γνώριζε για το θάνατο του μοναχού, αφού είδε ολόκληρο τάγμα
αγγέλων που ήρθαν να παραλάβουν την ψυχή του.
Οι προσκυνητές απόρησαν και κάποιοι προσπαθούσαν να εξηγήσουν για ποιον ακριβώς
μιλούσαν.
Ο Άγιος Παΐσιος τους διηγήθηκε:
“Ο συγκεκριμένος μοναχός γεννήθηκε στη Μ. Ασία, λίγο πριν την καταστροφή όταν οι Τούρκοι
μάζευαν όλα τα αγόρια. Για να μην το πάρουν από τους γονείς του, αυτοί το έπαιρναν μαζί τους
στο θερισμό και για να μην κλαίει, του έβαζαν λίγο ρακί στο γάλα για να κοιμάται.
Ως εκ τούτου μεγαλώνοντας έγινε αλκοολικός. Κάποια στιγμή και μετά από αποτρεπτικές
απαντήσεις από διάφορους γιατρούς να μην κάνει οικογένεια, ανέβηκε στο Όρος και έγινε
μοναχός.
Εκεί βρήκε γέροντα και του είπε ότι είναι αλκοολικός. Του είπε ο γέροντας να κάνει μετάνοιες
και προσευχές κάθε βράδυ και να παρακαλεί την Παναγία να τον βοηθήσει να μειώσει κατά 1,
τα ποτήρια που έπινε.
Μετά ένα χρόνο κατάφερε με αγώνα και μετάνοια να κάνει τα 20 ποτήρια που έπινε, 19 ποτήρια.
Ο αγώνας συνέχισε με την πάροδο των χρόνων και έφτασε τα 2-3 ποτήρια, με τα οποία όμως
πάλι μεθούσε.”
Ο κόσμος έβλεπε χρόνια ένα αλκοολικό μοναχό που σκανδάλιζε τους προσκυνητές, ο Θεός
έβλεπε ένα αγωνιστή μαχητή που με μεγάλο αγώνα αγωνίστηκε να μειώσει το πάθος του για να
κερδίσει την ουράνια βασιλεία.
Ο Άγιος καί οἱ νέοι
Ὁ Άγιος Παΐσιος εἶχε ἰδιαίτερη πνευµατική σχέση µέ τούς νέους. Τούς ἀγαποῦσε πραγµατικά
σάν παιδιά του, ἐνδιαφερόταν νά βροῦν τόν δρόµο τους καί προσευχόταν γι᾿ αὐτούς. Τούς
βοηθοῦσε νά ὑπερβοῦν τίς δυσκολίες καί τά προβλήµατά τους. Συνέπασχε καί συµπονοῦσε
µαζί τους. Ἔβλεπες στό Κελλί του ναρκωµανεῖς, ἀναρχικούς, ψυχασθενεῖς, µπερδεµένους,
ἀπελπισµένους .
Βοήθησε πολλούς τοξικοµανεῖς νά ἀποτοξινωθοῦν. Στήν ἀρχή κατώρθωνε νά ξυπνήση τό
ἐνδιαφέρον τους, νά ἐπικοινωνήση µαζί τους κερδίζοντας τήν ἐµπιστοσύνη τους. Τόν
παρακολουθοῦσαν µέ προσοχή καί δέχονταν τίς συµβουλές του. Πολλοί µέ τήν προσευχή καί