Θεογονία
13-14. Μετά τουςΤιτάνες,
ήρθαν οι Γίγαντες να
πολεμήσουν τους ολύμπιους
θεούς. Στην παράσταση αυτή
της Γιγαντομαχίας, ο
Διόνυσος (εικ. 13) μάχεται με
έναν Γίγαντα δεξιό. Πίσω του
ένας άλλος Γίγαντας μάχεται
προς τα αριστερά. Μπροστά
απ’ τον Διόνυσο ρίχνεται
στον αγώνα η θεά Κυβέλη με
το άρμα της. Τα λιοντάρια
που το σέρνουν, ορμούν να
ξεσκίσουν τον Γίγαντα που
βρέθηκε στο δρόμο τους.
Στη συνέχεια της ζωφόρου
(εικ. 14) ο Απόλλωνος και η
Άρτεμη τοξεύουν τρεις
Γίγαντες. Ένας άλλος
Γίγαντας, πριν απ’ αυτούς,
ο Κάνθαρος, με έμβλημά του
το ομώνυμο αγγείο στο λόφο
του κράνους του, τρέχει
περίφοβος να γλιτώσει, ενώ
στρέφει προς τους θεούς το
κεφάλι. Ένας πέμπτος
Γίγαντας κείτεται νεκρός στο
χώμα. (Λεπτομέρειες).
(Βόρεια ζωφόρος του
Θησαυρού των Σιφνίων στους
Δελφούς. Γύρω στο 525 π.Χ.
Δελφοί, Αρχαιολογικό
Μουσείο).
ΓΙΓΑΝΤΟΜΑΧΙΑ
' Οταν ο Δίας έριξε τους Τιτάνες στα Τάρταρα, η
Γη, αγανακτισμένη επειδή τα παιδιά της τιμωρή-
θηκαν μ’ αυτό τον τρόπο, ή επειδή οι θεοί δεν
την τιμούσαν αρκετά, γέννησε για εκδίκηση τους
Γίγαντες, που είχαν μορφή ανθρώπου, ήταν όμως
φοβεροί στην όψη, με ανάστημα πελώριο, δύνα
μη ακατάβλητη, με φίδια στα μαλλιά και στα γένια,
και με σώμα που κατέληγε σε ουρά δράκοντα.
Αντίθετα από τους Τιτάνες που ήταν αθάνατοι, οι
Γίγαντες ήταν θνητοί και, όπως έλεγαν, από αυ
τούς κρατούσε και το γένος των ανθρώπων. Πιο
πολύ γνωστή όμως ήταν η παράδοση ότι οι Γίγαν
τες μαζί με τις Ερινύες και τις Μέλιες Νύμφες
είχαν γεννηθεί από το σώμα της Γης, όταν έστα
ξε πάνω του αίμα κατά τον ευνουχισμό του Ου
ρανού. Οι Γίγαντες, με παρακίνηση της μάνας
τους ή και με δική τους πρωτοβουλία, κίνησαν
πόλεμο ενάντια στους θεούς του Ολύμπου, μά
λιστα την επίθεσή τους την έκαναν χωρίς προει
δοποίηση.
Ξαφνικά οι θεοί του Ολύμπου δέχτηκαν βροχή
από βράχους και αναμμένους δαυλούς, δέντρα
ολόκληρα φλεγόμενα. Οι Γίγαντες μετακινούσαν
βουνά, γη και ουρανός αναστατώθηκαν, νησιά
βούλιαζαν, στεριές γκρεμίζονταν στη θάλασσα,
ποτάμια άλλαζαν πορεία ή χάνονταν μέσα στη γη,
όχθες έμεναν κατάξερες, παντού σύγχυση· και
το αίμα χάραζε αυλάκια και κοκκίνιζαν οι χαρά
δρες. Το Αιγαίο είχε γίνει κόλαση, η Θεσσαλία
χαμένη στον πάταγο, όλες οι οροσειρές από την
Οίτη ως τη Ροδόπη τραντάζονταν συθέμελα
έτοιμες να σωριαστούν σαν τα φύλλα των δέν
τρων έτρεμαν ο Όλυμπος, η Όσσα, η Όθρυς,
το Πήλιο, η Πίνδος, το Παγγαίο, ο Άθως.
Οι θεοί του Ολύμπου ζώστηκαν πάλι τ ’ άρματα,
όπως στην Τιτανομαχία. Ο Δίας πάλι μπροστά, αρ
χηγός, στα χέρια τους κεραυνούς του, στο στή
θος θώρακα την αιγίδα — το κατσικόδερμα με το
γοργόνειο, την κεφαλή της Γοργόνας, που το
κοίταγμά της έσπερνε τον τρόμο σε κάθε αντίπα
λο ή και τον απολίθωνε. Παραστάτες του Δία η
Νίκη και η μητέρα της, η φοβερή Στύγα. Ψυχωμέ
νοι πολεμιστές, στις πρώτες θέσεις ο Ποσειδώ-
νας, ο Απόλλων και ο ' Ηφαιστος, που σε μια στιγ
μή, σαν είδε τον Ή λιο κουρασμένο, τον πήρε
πάνω στο δικό του το άρμα. Με πίστη στον αγώνα
ακόμα και οι Μοίρες και ο Διόνυσος, που τον
συνόδευαν Σάτυροι και Σιληνοί, καβάλα σε γαϊ
δούρια, με κραυγές και θόρυβο, που τρόμαζαν
ακόμα και τους Γίγαντες. Ο ίδιος ο Διόνυσος,
που εξόντωνε τους αντιπάλους του με μόνο το
άγγιγμα του θύρσου του, φανερωνόταν μπροστά
τους με φίδια στα μαλλιά, όπως και οι Γίγαντες,
μάλιστα μια φορά μεταμορφώθηκε σε λιοντάρι
και κατασπάραξε τον Γίγαντα Εύρυτο ή Ροίτο.
' Ομως τον πρώτο ρόλο μετά τον Δία τον έπαιξε η
κόρη του, η Αθηνά, που γεννήθηκε, ακριβώς στη
διάρκεια του αγώνα, πάνοπλη από το κεφάλι του
πατέρα της. Η Αθηνά τότε σκότωσε αμέσως τον
Πάλλαντα, ένα Γίγαντα φοβερό, τον έγδαρε και
με το δέρμα του θωράκισε το στήθος της· άλλοι
όμως είπαν πως αυτό το πέτυχε σκοτώνοντας τη
Γοργόνα, τέρας φριχτό, που είχε γεννήσει η Γη
ακριβώς για να βοηθήσει τους Γίγαντες. Η Αθηνά
πολεμούσε πάνω στο άρμα της, πλάι στον πατέ
ρα της, ήταν το δεξί του χέρι- όπως εκείνος, έτσι
κι αυτή, με το γοργόνειο στο στήθος, απολίθωνε
τους αντιπάλους.
Ο πόλεμος ανάμεσα στους Γίγαντες και στους
θεούς του Ολύμπου κράτησε πολύ. Οι θεοί του
Ολύμπου πολεμούσαν γενναία, όμως οι Γίγαντες
δεν έλεγαν να λυγίσουν. Τότε ακούστηκε πως οι
Γίγαντες θα χαθούν, μόνο αν ένας θνητός πολε
μήσει στο πλευρό των θεών του Ολύμπου. Σαν
τ ’ άκουσε αυτό ο Δίας, έστειλε την Αθηνά να φέ-
36
Θεογονία
ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ
Γιγαντομαχία
Απολλόδωρος 1, 34-38.
Στράβων10, 5, 16.
Νόννος, Διονυσιακά 48,
1-89.
Σχόλια στον Πίνδαρο, Νέμεα
4, 43.
Τζέτζης, Σχόλια στον
Λυκόφρονα 63.
Κλαυδιανός, Γιγαντομαχία
passim.
15. Στη λεπτομέρεια αυτή
της Γιγαντομαχίας, η Ήρα
σκύβει να αποτελειώσει με το
δόρυ της έναν Γίγαντα που
κείτεται μπροστά στο άρμα
του συζύγου της, του Δία.
Πίσω από τη θεά, στο βάθος,
δύο άλλοι Γίγαντες
συνεχίζουν τον
αγώνα με δόρυ ο ένας και
πέτρα ο άλλος. Δεξιότερα,
διακρίνεται μέρος από τη
μορφή της Αθηνάς.
(Βόρεια ζωφόρος του
Θησαυρού των Σιφνίων στους
Δελφούς. Γύρω στο 525 π.Χ.
Δελφοί, Αρχαιολογικό
Μουσείο).
ρει σύμμαχό τους τον Ηρακλή. Αλλά και η Γη από
την άλλη, βάλθηκε αμέσως να ψάχνει για κάποιο
βοτάνι που θα έσωζε τους Γίγαντες και σ' αυτή
την περίσταση. Τότε ο Δίας απαγόρεψε στον
' Ηλιο, τη Σελήνη και την Αυγή να φανούν πριν ο
ίδιος, ψάχνοντας μέσα στη νύχτα, ανακαλύψει
αυτό το βοτάνι και το εξαφανίσει, πράγμα που έγι-
νε. Ύστερα απ’ αυτό οι Γίγαντες έχασαν κάθε
ελπίδα. Οι θεοί του Ολύμπου τσάκισαν την παρά
ταξή τους και άρχισαν να τους καταδιώκουν και
να τους σκοτώνουν τον ένα μετά τον άλλο.
Πρώτον απ’ όλους ο Ηρακλής χτύπησε με το
τόξο του τον Αλκυονέα, τον αρχηγό των Γιγάν-
των, τον πιο μεγάλο πολεμιστή, αυτόν που, όπως
έλεγαν, η Γη είχε υποσχεθεί να τον τραγουδήσει
γαμπρό με ταίρι του την Άρτεμη. Ο Αλκυονέας
έπεσε με την πρώτη, σε λίγο όμως ξανασηκώθη-
κε ζωντανός, γιατί δεν γινόταν να πεθάνει όσο
πατούσε στη γη του — στη Φλέγρα ή Παλλήνη,
σε έναν από τους τόπους τους γνωστούς στον
Ισθμό, τη Χαλκιδική, την Αττική και τη Σικελία.
Τότε ο Ηρακλής, με υπόδειξη της Αθηνάς, τον
φορτώθηκε στον ώμο, τον μετέφερε έξω από τον
τόπο του και εκεί τον ξέκανε. Πάνω σ’ αυτό άλ
λοι είπαν πως ο Ηρακλής, επιστρέφοντας από την
Ερύθεια με τα βόδια του Γηρυόνη, συναπαντήθη-
κε με τον Αλκυονέα στην περιοχή του Ισθμού.
Εκεί ο Γίγαντας γκρέμισε ένα βράχο τόσο με
γάλο, που τσάκισε δώδεκα άρματα με τέσσερα
άλογα και δυο αναβάτες το καθένα- τότε ο Ηρα
κλής σκότωσε τον Αλκυονέα με το ρόπαλο. Ά λ
λοι πάλι είπαν πως ο Γίγαντας είναι θαμμένος
κάτω από τον Βεζούβιο.
Τον Ευρυμέδοντα, που σύμφωνα με άλλη παρά
δοση ήταν αυτός ο βασιλιάς των Γιγάντων, τον
σκότωσε ο ίδιος ο Δίας. Κόρη του Ευρυμέδοντα,
έλεγαν, ήταν η Περίβοια, που ζευγαρώθηκε με
τον Ποσειδώνα και έφερε στον κόσμο τον Ναυσί-
θοο, πατέρα του Αλκίνοου, του βασιλιά των Φαιά-
κων. Για τον Ευρυμέδοντα άλλοι είπαν πως είχε
βιάσει, ανήλικη ακόμα, την ' Ηρα, πως μ’ αυτό τον
τρόπο είχε γίνει πατέρας του Προμηθέα και πως
γΓ αυτό αργότερα ο Δίας έδεσε τον Προμηθέα
και σκότωσε τον Ευρυμέδοντα. Βασιλιά των Γιγάν-
των έλεγαν και τον Πορφυρίωνα, που φιλοδοξού
σε να εξουσιάσει τη Δήλο και τους Δελφούς και
που η Γη τού είχε υποσχεθεί να τον ζευγαρώσει
με την ' Ηβη, την κόρη της ' Ηρας. Ο Πορφυρίων
είχε ορμήσει πάνω στην Ήρα, όμως ο Δίας ή η
Αφροδίτη ή ο ' Ερως μετέτρεψαν την ορμή του
σε πάθος ερωτικό και έτσι, τη στιγμή που ο
Γίγαντας ξέσκιζε τα πέπλα της θεάς, έπεφτε
νεκρός από τον κεραυνό του Δία ή τα τόξα του
Ηρακλή, του Απόλλωνα και της Αφροδίτης.
Τον Εγκέλαδο, που ονειρευόταν να εξουσιάσει
τη θάλασσα και να πάρει γυναίκα την Αθηνά, η
αδάμαστη κόρη του Δία τον καταδίωξε πάνω από
τη Μεσόγειο, του πέταξε κατακέφαλα ολόκληρη
τη Σικελία και τον έθαψε αποκάτω. Τον Πολυβώ-
τη τον κυνήγησε ο Ποσειδώνας μέσα στο Αιγαίο,
τον πρόφτασε νοτιοανατολικά, έκοψε με την
τρίαινά του ένα κομμάτι από την Κω και μ’ αυτό
πλάκωσε τον Γίγαντα. Έτσι σχηματίστηκε η Νί-
συρος και αποκάτω της είναι θαμμένος ο Πολυ-
βώτης. Τον ΠέΛωραή Πελωρέα, που έριξε κατα
πάνω στον Διόνυσο ολόκληρο το Πήλιο, τον σκό
τωσε με το ξίφος του ο Ά ρης ή τον κυνήγησε
κι αυτόν ο Ποσειδώνας και, σαν τον είδε να πηδά
μέσα στο ρέμα του Σπερχειού, τον κάρφωσε με
την τρίαινά του. Τον Εφιάλτη, άλλον φοβερό Γί
γαντα, τον πέτυχαν με τα βέλη τους ο Απόλλων
στο αριστερό μάτι και ο Ηρακλής στο δεξί. Τον
Κλυτίο τον έκαψε η Εκάτη με δάδες ή ο ' Ηφαι
στος με καμένα μέταλλα. Τον Μίμαντα τον σκό
τωσε ο Δίας ή ο Ά ρης ή η Αθηνά. Τώρα είναι
θαμμένος κάτω από τον Μίμαντα, το βουνό στις
Ερυθρές, απέναντι από τη Χίο. Τον Αδαμάστορα
ή Δαμάστορα, που είχε ρίξει καταπάνω στους θε
ούς του Ολύμπου το απολιθωμένο από την Αθη
νά σώμα του Πάλλαντα ή την οροσειρά της Ροδό
πης, τον ξέκαναν κι αυτόν, όπως και τους άλλους.
Στο τέλος δεν έμεινε κανείς, και ήταν όλοι κά
που εκατό. Αλλά τους πιο πολλούς τους σκότω
σαν ο Δίας με τους κεραυνούς του και ο Ηρα
κλής με τα τόξα του — ο Ηρακλής, ο αγαπημένος
γιος του Δία, που είχε το προνόμιο να πολεμά και
από το άρμα του πατέρα του. Ακόμα και έπειτα
από χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι έβρισκαν μέσα
στη γη κόκαλα από τους σκοτωμένους Γίγαντες·
έδειχναν βράχους που είχαν εκσφενδονίσει αυ
τοί ή οι θεοί, όπως ένα βράχο στη Λυκαονία, που
έλεγαν πως τον είχε ρίξει ο Δίας- νησιά, σαν τη
Νίσυρο, τη Λήμνο και, στην Προποντίδα, την
Πορφυριώνη, από τον Πορφυρίωνα· βουνά σαν
τον Μίμαντα και ηφαίστεια σαν τον Βεζούβιο και
την Αίτνα, που κρατούσαν στα σπλάχνα τους Γί
γαντες. Πάνω σ’ αυτό άλλοι ιστορούσαν πως επί
τηδες η Γη με στοργή είχε θάψει τους γιους της
βαθιά κάτω από τα βουνά ή πως είχε μεταμορφώ
σει τους ίδιους σε βουνά.
ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ
Η Γιγαντομαχία, πρότυπο της Τιτανομαχίας, μπερδε
μένη με αυτήν ήδη από τα κλασικά χρόνια, περιέχει,
εκτός από τα πλουσιότερα δείγματα φαντασίας, και
γνησιότερα στοιχεία του κοσμογονικού μύθου, κυρίως
περιγραφές από έκτακτα μετεωρολογικά και γενικότε
ρα φυσικά φαινόμενα. Θύελλες και τυφώνες, ξηρασίες
και πυρκαγιές, ρήγματα στο φλοιό της γης και αλλαγή
ρεύματος σε ποτάμια, σεισμοί και ηφαιστειακή δρα
στηριότητα, κατολισθήσεις και καταποντισμοί, βροχή
από μετεωρίτες και ευρήματα από μεγαθήρια, σε συν
δυασμό με αφηγήσεις για άγριους λαούς, όπως και
δεισιδαιμονίες και γενικότερες παραστάσεις της ανε
πίσημης λατρείας, όλα αυτά ήταν ερεθίσματα της φαν
τασίας για να πάρουν μορφή τα «βίαια γεννήματα της
Γης», σαν αντίπαλοι με τους μεγάλους θεούς, που εκ
προσωπούν το μέτρο και την αρμονία μέσα στη φύση,
τουλάχιστον το ρυθμό της καθημερινής εμπειρίας, μια
ψευδαίσθηση από στατικότητα και αιωνιότητα.
38
Θεογονία
16-18. Σκηνές απότη μεγάλη
σύνθεση της Γιγαντομαχίας
που απεικονίζεται στη
ζωφόρο του Βωμού της
Περγάμου. (Βωμός του Διάς
στην Πέργαμο. Γύρω στο 180
π.Χ. Ανατολικό Βερολίνο,
Staatliche Museen).
16. Πολύτιμοι βοηθοί του Δία
στον πόλεμό του κατά των
Γιγάντων, ήταν η θυγατέρα
του, η Αθηνά, και η Νίκη, η
θυγατέρα της Στύγας. Οι δυο
αυτές θεές εικονίζονται εδώ.
Αριστερά η Αθηνά έχει
αρπάξει από τα μαλλιά τον
φοβερό Γίγαντα Αλκυονέα.
Μάταια προσπαθεί εκείνος να
της αντισταθεί■χαμένες είναι
και οι ικεσίες για τη σωτηρία
του της μάνας του της Γης,
που ξεπροβάλλει από κάποιο
χάσμα■η Νίκη πετάει κιόλας
προς τη θεά για να τη
στεφανώσει με το στεφάνι
του θριάμβου.
(Ανατολική ζωφόρος).
17. Η τριπλή Εκάτη πολεμά
με τις αναμμένες δάδες της
τον Γίγαντα Κλύτιο, ενώ
τον Γίγαντα Ώτο(;) τον
πολεμάει η Άρτεμη, που εδώ
δεν φαίνεται.
(Ανατολική ζωφόρος).
18. Μια αινιγματική θεά —
είπαν πως είναι η Μέδουσα,
η Μοίρα, η Κητώ
και άλλες — κραδαίνει
το δόρυ της κατά
ενός φτερωτού Γίγαντα ενώ
το λιοντάρι που τη συνοδεύει
ρίχνεται την ίδια στιγμή με
μανία πάνω σ' έναν άλλο
Γίγαντα για να τον ξεσκίσει
με νύχια και με δόντια.
(Βόρεια ζωφόρος).
16
17
40
Θεογονία
ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ
Ώ τος καιΕφιάλτης.
Τιτυός, άλλοι Γίγαντες
Όμηρος, Ε 385-391,
λ 305-320, 576-581.
Πίνδαρος, Πύθια 4, 44-47 και
88-93 και Σχόλια.
Απολλώνιος Ρόδιος 1, 179-184
και 1, 760-762 και Σχόλια.
Απολλόδωρος 1, 23 και
1, 53-55.
Διόδωρος 5, 50-51.
Λουκρήτιος 3, 984-994.
Βιργίλιος, Αινειάδα 6, 580-600.
Υγίνος 28 και 55.
Με τους γνωστούς από την αρχαιότητα ποικίλους
καταλόγους με ονόματα Γιγάντων έχουμε οτη διάθεσή
μας ένα βοήθημα για να κατανοήσουμε αυτές τις μορ
φές στη φύση τους και να επιβεβαιώσουμε αυτό που
σημειώσαμε ήδη στην αρχή, ότι δηλαδή οι Γίγαντες, οι
Τιτάνες, οι Κύκλωπες και οι Εκατόγχειρες, όλοι παιδιά
της Γης, σε αρχικές φάσεις της μυθοπλασίας ήταν πρό
σωπα όχι και πολύ διαφορετικά μεταξύ τους: Εγκέλα
δος, βοή από τα έγκατα· Πάλλας ή Παλλανεύς, όπως
και το όνομα της Παλλήνης, ίσως για την παλλόμενη
από τους σεισμούς γη- Χθόνιος, της γης, και Ουδαίος,
από το ούδας, το έδαφος, και οι δυο γνωστοί από τον
θηβαϊκό μύθο σαν Σπαρτοί, σπαρμένοι, δηλαδή «γαιο-
γέννητοι», γη-γενείς, αυτό-χθο/-ες· Τυφών, Κοίος,
όνομα ενός από τους Τιτάνες, και Βριάρεος ή Αιγαίων,
όνομα ενός από τους Εκατόγχειρες. Ακόμα και το γε
νικό όνομα Γίγαντες μας τους βεβαιώνει, όπως τους
θέλει ο μύθος, σαν παιδιά της Γης: Γίγας/ γής. Με τις
διαπιστώσεις αυτές σχετίζονται και οι αιτιολογικοί μύ
θοι για μεταμορφώσεις Γιγάντων σε βουνά, μέ ή χωρίς
ηφαίστεια, σαν έργο της ίδιας της μάνας τους, ιδέα
που συγγενεύει με τη βασική θεογονική έκφραση της
Γης, που γεννά, μαζί με τον Ουρανό και τον Πόντο, τα
ούρεα μακρά. Επίσης σχετίζεται η μυθοπλασία της
γέννησης των Γιγάντων, μαζί με τις Ερινύες, από το
αίμα του ευνουχισμένου Ουρανού, μυθοπλασία που
αιτιολογούσε τους Γίγαντες σαν πνεύματα εκδικητικά,
στη σύγκρουσή τους με τους Ολυμπίους. Και εδώ θα
συνυπολογίσουμε το γεγονός ότι πολλοί από τους Γί
γαντες, όπως και από τους Τιτάνες, τους Κύκλωπες
και τους Εκατόγχειρες, είναι προολυμπιακοί θεοί,
αντίστοιχοι ή περίπου ομοειδείς με τους Ολυμπίους,
ακόμα και παλαιότερες υποστάσεις τους.
Η αιγίδα, το γοργόνειο, η απολίθωση, οι κραυγές, το
βοτάνι, το ψάξιμο μέσα στο σκοτάδι, η εξόντωση του
θνητού με θνητό, αναφέρονται στη μαγεία που εφαρμό
ζει ο άνθρωπος για να αντιμετωπίσει φυσικά φαινόμε
να, κυρίως έκτακτα. ' Ετσι τα μαγικά στοιχεία έχουν τη
θέση τους στο μύθο της Γιγαντομαχίας σαν περιγραφή
του κόσμου σε ακραίες καταστάσεις. Η είδηση ότι κα
τά τη Γιγαντομαχία «έβρεξε παλλάδια» περιέχει την
εμπειρία βροχής από μετεωρίτες· οι αρχαίοι πίστευαν
ότι τα παλαιότερα παλλάδιά τους, ανεικονικά ειδώλια,
δεν ήταν χειροποίητα, αλλά είχαν πέσει από τον ουρα
νό. Τα κόκαλα των Γιγάντων, που έβρισκαν στη γη τους
οι αρχαίοι, είναι βέβαια απολιθώματα από μεγαθήρια.
Πραγματικά, οι παλαιοντολογικές γνώσεις δεν ήταν
όσο θα υποθέταμε απρόσιτες στην αρχαιότητα. ' Ηδη
στον 6ο αι. π.Χ. ο φιλόσοφος Ξενοφάνης (μαρτυρία 33
DK) οικοδομούσε τη γεωκρατική φυσική θεωρία του
με παρατηρήσεις έν τώ βάθει τοϋ λίθου.
Η θνητότητα των Γιγάντων και η αντίθεσή τους με
τους Ολυμπίους λειτούργησε και σαν στοιχείο πρό
σφορο για τη μυθολόγηση της καταγωγής του ανθρώ
που και της διαφοράς του από τους θεούς. Η Γιγαντο-
μαχία, όπως την ξέρουμε εμείς σήμερα, έχει γνωρί
σματα από την παράδοση της Κορίνθου. Και οι παραλ
λαγές που μας συνδέουν με την Κέρκυρα, δηλαδή τη
Σχερία των Φαιάκων, τη Φλέγρα ή Παλλήνη της Αττι
κής ή της Χαλκιδικής, στην Κόρινθο, σαν μητρόπολή
τους, επιστρέφουν. Στην παράδοση τη νεοελληνική οι
Γίγαντες αποτέλεσαν ενιαία ιδέα με τους Κύκλωπες,
τους Σαραντάπηχους, τους Αντρειωμένους, ακόμα
τους ίδιους τους αρχαίους γενικά (Ν. Πολίτου, Παραδό
σεις, αρ. 126 κ.ε.).
42
9.
Πρωτέας
ΠΡΩΤΕΑΣ
Ο Πρωτέας, έλεγαν,είχε έρθει από την Ανατολή,
ακολουθώντας τον Κάδμο - που αναζητούσε την
αδελφή του, την Ευρώπη, όταν την είχε αρπάξει ο
Δίας - και κατέληξε στην Παλλήνη της Χαλκιδι
κής. Εκεί γνωρίστηκε με τον Κλίτο, το βασιλιά της
Σιθωνίας, που του έδωσε την κόρη του, τη Χρυ-
σονόη, και τον βοήθησε να διώξει από τη θρακική
Βισαλτία τους άγριους παλαιούς κατοίκους της
και να ιδρύσει δικό του βασίλειο· εκεί ο Πρωτέας
έζησε ως τον καιρό που πέρασε από τη Θράκη ο
Ηρακλής, ο οποίος κάλεσε σε μονομαχία τον Τη-
λέγονο και τον Πολύγονο ή Τμώλο, τους γιους
του Πρωτέα, τους νίκησε και τους σκότωσε· τότε
ο Πρωτέας, μην μπορώντας να βαστάξει τη λύπη
του για το χαμό των παιδιών του, πήδησε στη θά
λασσα και οι θεοί από ευσπλαχνία τον έκαναν αθά
νατο και τον κράτησαν κοντά τους. Οι αρχαίοι
ναυτικοί έλεγαν πως από τότε ο Πρωτέας ούτε
γελούσε ποτέ ούτε έκλαιγε. Ό λοι οι θαλασσινοί
τιμούσαν τον Πρωτέα ως προστάτη τους και με
σεβασμό τον έλεγαν «Γέροντα», όπως έλεγαν και
τον Γλαύκο, τον Νηρέα και τον Τρίτωνα.
Στην «Οδύσσεια» κατάφερε να συναντήσει τον
Πρωτέα ο Μενέλαος, όταν επέστρεφε από την
Τροία με την Ελένη και οι άγριοι βοριάδες του
Αιγαίου τον είχαν ξορίσει ως την Αίγυπτο. Εκεί,
στη νησίδα Φάρο, ο Μενέλαος βρήκε τυχαία τη
σοφή κόρη του Πρωτέα, την Ειδοθέα, που προ-
θυμοποιήθηκε να του υποδείξει κάποιο τέχνα
σμα, για να μπορέσει να πλησιάσει τον διαφορετι
κά απρόσιτο δαίμονα πατέρα της και να μάθει από
τη μαντική τέχνη του τι ακόμα τον περιμένει
ώσπου να γυρίσει στον τόπο του. ' Ετσι ο Μ ενέ
λαος με τρεις ψυχωμένους συντρόφους του ντύ
θηκαν με φρεσκογδαρμένα δέρματα από φώκιες
και ξάπλωσαν στην ακρογιαλιά, όπου ο Πρωτέας
τα καλοκαιριάτικα καταμεσήμερα, όπως όλα τα
δαιμονικά, συνήθιζε να κάνει την εμφάνισή του
και να ξαπλώνει ανάμεσα στις φώκιες του. ' Οταν
ο Πρωτέας βγήκε από το πέλαγος, κοίταξε γύρω
του τις φώκιες, χωρίς να υποψιαστεί την παγίδα,
και ξάπλωσε ανάμεσά τους, ο Μενέλαος και οι
σύντροφοί του όρμησαν καταπάνω του, ο Πρω
τέας πήγε να τους ξεφύγει, αυτοί πάλεψαν με
δύναμη, εκείνος μεταμορφώθηκε σε λιοντάρι, σε
δράκο, σε τίγρη, σε κάπρο, ύστερα σε δέντρο,
ακόμα και σε νερό, τα παλικάρια όμως δεν σταμά
τησαν να παλεύουν μαζί του, στο τέλος το δαιμο
νικό απόκαμε, γύρισε και είπε του Μενέλαου τι
έχει να του ζητήσει. ' Ετσι ο Μενέλαος έμαθε ότι
τον Αγαμέμνονα, τον αδελφό του, τον είχε σκο
τώσει ο Αίγισθος, ότι τον Αίαντα τον Λοκρό για
την ασέβειά του τον είχαν πνίξει η Αθηνά και ο
Ποσειδώνας ανάμεσα στις Κυκλάδες, ότι τον
Οδυσσέα τον κρατούσε μακριά από το σπιτικό
του η Καλυψώ και ότι ο ίδιος έπρεπε τώρα
ν ’ ανέβει τον Νείλο, να προσφέρει στους θεούς
εκατόμβη, για να μάθει το δρόμο που θα τον φέ
ρει στο βασίλειό του, όπου δεν πρόκειται να πεθά-
νει, αλλά ο Δίας, που τον θεωρεί γαμπρό του,
γιατί έχει την Ελένη, θα τον μεταφέρει στα Ηλύ-
σια Πεδία.
Στον Ηρόδοτο ο Πρωτέας δεν είναι στοιχειό
της θάλασσας αλλά βασιλιάς της Αιγύπτου, και
δεν έχει την έδρα του στη νησίδα Φάρο αλλά στη
Μέμφιδα- μάλιστα αντί για τη μαγική και μαντική
ικανότητα, έχει τη δύναμη να προστατεύει τους
αδικημένους. Εκεί, στη Μέμφιδα, οι υποτακτικοί
του, πριν ξεσπάσει ο Τρωικός Πόλεμος, του φέρ
νουν, σπρωγμένο από τους ανέμους στα νερά
της επικράτειάς του, υπόδικο τον Πάρη, που έχει
κλέψει την Ελένη και τους θησαυρούς του Μενέ
λαου. Ο Πρωτέας επιτρέπει στον Πάρη να φύγει,
γιατί δεν θέλει να σκοτώνει τους ξένους που πα
τούν το έδαφος της χώρας του, αλλά του κρατά
την Ελένη και τους θησαυρούς, για να τα αποδώ
σει στον αδικημένο. Ο Πάρης επιστρέφει στην
Τροία, σε λίγο φτάνουν εκεί και οι ' Ελληνες, ζη
τούν την Ελένη, οι Τρώες τους απαντούν ότι δεν
την έχουν, οι ' Ελληνες νομίζουν ότι τους κοροϊ
δεύουν, αρχίζει ο πόλεμος, οι Έλληνες κυ
ριεύουν την Τροία, μαθαίνουν την αλήθεια και
τότε ο Μενέλαος κατεβαίνει στην Αίγυπτο, γίνε
ται δεκτός με καλοσύνη από τον Πρωτέα, παίρνει
πίσω τη γυναίκα και τους θησαυρούς του και επι
στρέφει δικαιωμένος στο βασίλειό του.
Στην «Ελένη» του Ευριπίδη ο Πρωτέας έχει
πεθάνει, στο θρόνο τον έχει διαδεχτεί ο γιος του,
ο Οεοκλύμενος, και η Ελένη βρίσκεται ακόμα
στην Αίγυπτο, όπου όμως δεν την έχει μεταφέρει
ο Πάρης και δεν του την έχει κρατήσει ο Πρω
τέας, αλλά την έχει μεταφέρει ο Ερμής με εντο
λή των θεών, που την εμπιστεύονται στον Πρω
τέα, ενώ στον Πάρη αφήνουν να πάρει και να με
ταφέρει στην Τροία ένα ομοίωμα από σύννεφο.
Στο χρόνο που εξελίσσεται η τραγωδία, η Ελένη
βρίσκεται σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση, καθώς
αντιμετωπίζει τις επίμονες προτάσεις του νέου
βασιλιά, που θέλει να την κάνει γυναίκα του, και
καταφεύγει στον τάφο του Πρωτέα, ζητώντας
την προστασία του. Εκεί τη βρίσκει ο Μενέλαος,
που έχει ξεπέσει καραβοτσακισμένος, γίνεται η
αναγνώριση, αλλά το ζευγάρι περνά τον έσχατο
κίνδυνο, γιατί ο Οεοκλύμενος, αντίθετα από τον
πατέρα του, θανατώνει όλους τους ξένους που
θα τύχει να πατήσουν το έδαφος της επικράτειάς
του. Τότε παρεμβαίνει η Ειδοθέα ή Οεονόη, η
ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ
Πρωτέας
Όμηρος, δ 351-570.
Ηρόδοτος 2, 112-120.
Ευριπίδης, Ελένη 1-67
και 1165 κ.ε.
Λυκόφρων, Αλεξάνδρα
112-125.
245
10.
Θαλάσσιοι δαίμονες
σοφή κόρητου Πρωτέα, που, επινοητική και πρό
θυμη, όπως πάντα, παραστέκεται στο ζευγάρι και
καταστρώνει το σχέδιο της φυγής τους.
ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ
Ανάμεσα στα πνεύματα του νερού ο Πρωτέας είναι μια
μορφή με σημασία θεμελιακή, όχι μόνο για τη λαϊκή
πίστη και τη μαγεία, αλλά και για τον κοσμογονικό μύ
θο, που οδηγεί στη γέννηση της επιστημονικής σκέ
ψης. Τόσο το όνομα του Πρωτέα, που σημαίνει τον
Πρώτο, δηλαδή τον Πρωτογέννητο, όσο και η παροιμι-
ώδης ικανότητά του να παίρνει όποια μορφή ήθελε,
αφήνουν να διαφανεί κάποια πανάρχαια κοσμογονική
αντίληψη από μια «πρώτη» μορφή στη γενετική διαδι
κασία του κόσμου. Μορφή που γεννά όλες τις άλλες
μορφές που συνθέτουν τον κόσμο, δηλαδή μια πρώτη
μορφή ύλης, που δικές της μεταμορφώσεις αποτε-
λούν όλες οι άλλες μορφές του κόσμου. Η αυθεντικό
τητα αυτής της κοσμογονικής αντίληψης γύρω από τη
μορφή του Πρωτέα στηρίζεται στην πρωιμότατη εμπει
ρική διαπίστωση της γεννητικής δύναμης του νερού.
Γι’ αυτό ο μύθος του Πρωτέα έγινε στα ιστορικά χρό
νια έξοχο ερέθισμα για να πλέξουν οι φιλόσοφοι πλή
θος αλληγορίες.
Αρχικά τον Πρωτέα πρέπει να τον φαντάζονταν σαν
«πρώτο» δαίμονα, που δεν όφειλε τη γέννησή του και
την ύπαρξή του σε άλλα, προγενέστερα όντα. Οι παρα
δόσεις ότι ο Πρωτέας ήταν γιος του Δία ή του Ποσει-
δώνα, του δεύτερου μάλιστα και υπηρέτης, με την
εντολή να βόσκει τις φώκιες του, δεν ανήκουν στον
αρχικό μύθο του Πρωτέα, αλλά δηλώνουν κατοπινές
προσπάθειες να συνδεθεί ένα πανάρχαιο πνεύμα με
τους νεότερους κυρίαρχους θεούς και την επίσημη
θρησκεία των Ελλήνων. Ως τόπο καταγωγής του Πρω
τέα οι αρχαίοι θεωρούσαν την περιοχή της Χαλκιδικής
ή τη νησίδα Φάρο στις εκβολές του Νείλου. Την πρώτη
ίσως επειδή ήταν από τις πιο πλούσιες σε θαλάσσια
ζωή· τη δεύτερη ίσως επειδή τα αφρικανικά παράλια
σήμαιναν το ανατολικό όριο του γνωστού κόσμου,
όπως οι Ηράκλειες Στήλες, στο Γιβραλτάρ, σήμαιναν το
δυτικό όριο. 'Ετσι, οι Μεσογειακοί φαντάζονταν τον
Πρωτέα στην απόμακρη Ανατολή, όπως φαντάζονταν
τον Άτλαντα στην απόμακρη Δύση.
ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ
Τρίτωνας
Ησίοδος, Θεογονία 930-933.
Πίνδαρος, Πύθια 4, 1-46.
Απολλώνιος Ρόδιος 4, 1537-
1619 και 4, 1731-1764.
246
11.
ΓΙΓΑΝΤΕΣ
Η Γη ήταναγανακτιαμένη με τον νέο κύριο των
θεών Δία, επειδή κρατούσε ριγμένους στα Τάρ-
ταρα τους γιους της Τιτάνες. Γι’ αυτό γεννά σαν
εκδικητές τους Γίγαντες, που ήταν ανυπέρβλη
τοι στο ύψος, ακαταμάχητοι στη δύναμη και φο
βεροί στην όψη: με πυκνά, πλούσια μαλλιά και
γένια, και με λέπια όπως των φιδιών στα πόδια.
Γεννήθηκαν, λένε, στη Φλέγρα (ή Φλέγρες) ή
στην Παλλήνη, στη Χερσόνησο της Χαλκιδικής -
πάντως κοντά στον Όλυμπο.
Μόλις γεννήθηκαν οι Γίγαντες άρχισαν να,πε-
τούν στον ουρανό βράχια και αναμμένες βελανι
διές. Από όλους πιο δυνατοί ήταν ο Πορφυρίων
και ο Αλκυονέας. Ο τελευταίος ήταν αθάνατος,
όσο μαχόταν πάνω στη γη στην οποία γεννήθηκε-
αυτός είχε κλέψει και τα βόδια του ' Ηλιου από
την Ερύθεια.
Στους θεούς του Ολύμπου είχε δοθεί μια
προφητεία, πως δεν θα μπορούσαν να σκοτώσουν
κανέναν Γίγαντα, παρά μόνο αν έβρισκαν για
σύμμαχό τους κάποιο θνητό. Η Γη, που το έμαθε
αυτό, έψαχνε να βρει ένα φάρμακο που θα έκανε
τους Γίγαντες ανίκητους και από θεό και από άν
θρωπο. Ο Δίας τότε διέταξε την Αυγή, τη Σελήνη
και τον ' Ηλιο να μη φανούν για να μην μπορέσει
η Γη να βρει το βοτάνι· έτσι πρόλαβε ο ίδιος να το
βρει και να το κόψει. ' Επειτα, με τη βοήθεια της
Αθηνάς, απέκτησε τον Ηρακλή για σύμμαχο, έναν
θνητό δηλαδή, όπως όριζε η προφητεία. Μόλις ο
Ηρακλής έφθασε κοντά στους θεούς του Ολύμ
που, ρίχνει ένα βέλος στον Αλκυονέα, τον αρχη
γό των Γιγάντων, και τον ξαπλώνει κάτω. Ο Αλ
κυονέας όμως όσο βρισκόταν στη γη του, έπαιρ
νε δύναμη και ξανασηκωνόταν όρθιος. Η Αθηνά
τότε συμβούλεψε τον Ηρακλή να παρασύρει τον
Αλκυονέα κάπου έξω από την Παλλήνη. ' Ετσι και
έγινε και ο Αλκυονέας σκοτώθηκε. Στο μεταξύ
ένας άλλος Γίγαντας, ο Πορφυρίων, είχε επιτεθεί
εναντίον της ' Ηρας και του Ηρακλή. Ο Δίας τότε
μεταβάλλει την πολεμική ορμή του Πορφυρίωνα
σε ερωτικό πόθο για την Ήρα. Με νέες τώρα
διαθέσεις ο Πορφυρίων ορμά και ξεσχίζει τα ρού
χα της ' Ηρας θέλοντας να τη βιάσει. Η ' Ηρα κα-
λεί σε βοήθεια. Ο Δίας τότε προλαβαίνει και τον
ρίχνει κάτω με τον κεραυνό του, ενώ ο Ηρακλής
τον σημαδεύει και τον σκοτώνει με ένα βέλος.
' Εναν άλλο Γίγαντα, τον Εφιάλτη, τον σκοτώνουν
με τα βέλη τους ο Απόλλωνος και ο Ηρακλής· ο
πρώτος τού έριξε στο αριστερό του μάτι και ο
δεύτερος στο δεξί. Πάνω στη μάχη κάθε θεός
μάχεται με το χαρακτηριστικό του όπλο: ο Διόνυ
σος πληγώνει τον Εύρυτο με τον θύρσο, η Εκάτη
τον Κλυτίο με δάδες, ο Ήφαιστος τον Μίμαντα
με μύδρους, δηλαδή με κομμάτια καυτού μετάλ-
12.
Γίγαντες
138
138. Πελώριοι, φοβεροίστην
όψη και με δύναμη
τρομαχτική ήταν οι Γίγαντες,
οι γιοι της Γης, που άνοιξαν
πόλεμο με τους θεούς του
Ολύμπου. Στη λεπτομέρεια
αυτή της Γιγαντομαχίας από
τη ζωφόρο του θησαυρού
των Σιφνίων στους Δελφούς,
τα λιοντάρια του άρματος της
Κυβέλης επιτίθενται κατά
ενός Γίγαντα. Ο Γίγαντας με
κράνος, αλλά γυμνός,
προσπαθεί απεγνωσμένα να
απαλλαγεί από το θανατερό
αγκάλιασμα του θηρίου.
(Βόρεια ζωφόρος του
Θησαυρού των Σιφνίων
στους Δελφούς.
Γύρω στο 525 π.Χ. Δελφοί,
Αρχαιολογικό Μουσείο).
309
13.
Ομαδικοί θεοί
139. Τερατόμορφοςείναι εδώ
ο Γίγαντας που πολεμάει η
Μοίρα. Στο πάνω μέρος του
σώματός του είναι άνθρωπος,
με πλούσια μαλλιά και γένια,
ενώ στο κάτω έχει δύο
τεράστιους δράκοντες αντί
για πόδια, όπως παραδίδει και
ο Απολλόδωρος. Ενώ η
Μοίρα, μόνιμη βοηθός
του Δία στη Γιγαντομαχία
μαζί με τις αδελφές της, τον
αρπάζει από τα μαλλιά,
εκείνος αγωνίζεται να
ελευθερωθεί με τα χέρια του
και με τον έναν από τους
ελισσόμενους δράκοντες,
που τινάζει ψηλά.
(Βόρεια ζωφόρος του Βωμού
του Διός στην Πέργαμο.
Γύρω στο 180 π.Χ.
Ανατολικό Βερολίνο,
Staatliche Museen).
λου. Η Αθηνά έριξε το νησί Σικελία πάνω στον
Γίγαντα Εγκέλαδο που προσπαθούσε να φύγει. Η
ίδια θεά νίκησε τον Πάλλαντα, τον έγδαρε και με
το δέρμα του κάλυψε το δικό της σώμα στη μάχη
(γΓ αυτό ονομάστηκε Παλλάς). Ο Ποσειδώνας
άρχισε να καταδιώκει τον Πολυβώτη μέσα στη θά
λασσα. Ο Γίγαντας έφτασε στην Κω και τότε ο
Ποσειδώνας έκοψε ένα κομμάτι από την Κω, αυ
τό που έγινε έπειτα το νησί Νίσυρος, το πέταξε
πάνω στον Πολυβώτη και τον σκότωσε. Ο Ερμής,
που κατά τη διάρκεια της μάχης φορούσε ένα
μαγικό κάλυμμα της κεφαλής (την «κυνήν» του
Άδου) σκοτώνει τον Ιππόλυτο, η Άρτεμη τον
Γρατίωνα, οι Μοίρες σκοτώνουν τον Άγριο και
τον Θόωνα με χάλκινα ρόπαλα. Τους υπόλοιπους
τους κατακεραύνωσε ο Δίας. Ό λους όμως τους
αποτελείωνε με τα βέλη του ο Ηρακλής, γιατί
μόνο από το δικό του χέρι μπορούσαν να βρουν
το θάνατο.
Το μύθο αυτό της Γιγαντομαχίας μάς τον πα-
ραδίδει ο Απολλόδωρος - τέτοια Γιγαντομαχία
είναι άγνωστη στον ' Ομηρο και τον Ησίοδο. Στην
«Οδύσσεια» οι Γίγαντες είναι ένας μυθικός λαός,
όπως οι Κύκλωπες. Είναι άγχίθεοι, δηλαδή κάτι
μεταξύ ανθρώπων και θεών, και ύπέρθυμοι, θρα
σείς και αυθάδεις δηλαδή. Είχαν και βασιλιά τον
Ευρυμέδοντα αλλά βασιλιάς και λαός οδηγήθη-
καν στην καταστροφή από τις ατασθαλίες τους. Ο
Ησίοδος μας παραδίδει το μύθο της γέννησής
τους: όταν ο Κρόνος τιμώρησε τον πατέρα του
Ουρανό, αποκόβοντάς του τα γεννητικά όργανα
με δρεπάνι, η Γη δέχτηκε τις σταγόνες από το
αίμα του Ουρανού και απ’ αυτές «με το πέρασμα
του χρόνου» γέννησε τους Γίγαντες, που πετά-
χτηκαν από τα σπλάχνα της πάνοπλοι και με μα
κριά δόρατα στα χέρια.
Το ότι είναι οπλισμένοι δηλώνει βέβαια τη διά
θεσή τους να πολεμήσουν δεν έχουμε όμως
στον Ησίοδο μαρτυρία για τέτοια μάχη των Γιγάν-
των, εκτός εάν η αναφορά στον Ηρακλή ότι έπετέ-
λεσε μέγα έργο προς τους αθανάτους θεούς
αποτελεί νύξη για το ρόλο του Ηρακλή στη Γιγαν-
τομαχία. Επική ποίηση με θέμα τη Γιγαντομαχία
πρέπει να υπήρξε στον 7ο αι. π.Χ., ύστερα δηλαδή
από τον Όμηρο και τον Ησίοδο. Το συμπεραί
νουμε απ' το ότι ο Ξενοφάνης λέει κάπου πως
δεν ασχολείται με μάχες Τιτάνων, ούτε Γιγάντων,
ούτε Κενταύρων. Στους «Όρνιθες» του Αριστο
φάνη είναι επίσης προφανής μια παρωδία επικής
Γιγαντομαχίας. Ο πρώτος που ρητά αναφέρεται
στη Γιγαντομαχία στην πεδιάδα της Φλέγρας, ε ί
ναι ο Πίνδαρος. Κατονομάζει τον υβριστή βασιλιά
των Γιγάντων Πορφυρίωνα και τον Αλκυονέα, και
τονίζει το ρόλο του συμμάχου των θεών Ηρακλή.
Η Γιγαντομαχία γίνεται ένα πολύ αγαπητό και
διαδεδομένο θέμα στην τέχνη τον 6ο αι. π.Χ.: Πα-
ριστάνεται σαν μάχη που αποτελείται από επιμέ-
ρους μονομαχίες, όπως οι ομηρικές μάχες. Δεν
είναι δηλαδή μια σύρραξη απρόσωπη, αλλά υπάρ
χουν αντίπαλοι επώνυμοι που ξεχωρίζουν με τα
ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Στον «Ίωνα» του
Ευριπίδη ο χορός αποθαυμάζει τη Γιγαντομαχία
που βλέπει να παριστάνεται στο ναό των Δελφών:
η Αθηνά με την ασπίδα της Γοργούς επιτίθεται
στον Εγκέλαδο, ο Δίας κατακεραυνώνει τον Μι-
μαντα και ο Διόνυσος κατατροπώνει άλλον Γίγαν
τα με τα κίσσινα βάκτρα, τα ραβδιά με τον κισσό,
δηλ. τον θύρσο. Στη μεταγενέστερη λογοτεχνία η
Γιγαντομαχία συγχέεται με την Τιτανομαχία.
ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ
Στη Γιγαντομαχία αναγνωρίζουμε το μυθικό θέμα της
«θεομαχίας», που μας είναι πολύ γνωστό και από μυ
θολογίες άλλων λαών, όπως των Σκανδιναβών, αλλά και
των Βαβυλωνίων και γενικά των αρχαίων ανατολικών
πολιτισμών. Συνήθως δηλώνει το τέλος μιας εποχής: οι
παλιοί θεοί σκοτώνονται ή φυλακίζονται και αρχίζει μια
νέα διακυβέρνηση. Ο Δίας εξασφάλισε την κυριαρχία
του στους αιώνες, επειδή «κάποτε» νίκησε αντιπάλους
τόσο δυνατούς και πολεμικούς όπως οι Γίγαντες: η
δύναμή του λοιπόν είναι μια βία που «κοιμάται» - μια
απειλή - για όποιον διανοηθεί να του αμφισβητήσει την
εξουσία. Μόνο νικημένοι αντίπαλοι τεκμηριώνουν την
υπεροχή του νικητή.
Στην αφήγηση της Γιγαντομαχίας αναγνωρίζουμε
και άλλα επιμέρους παραδοσιακά μυθικά θέματα όπως
π.χ. το θέμα του «βοηθού», του συμμάχου Ηρακλή. Τον
«βοηθό» αυτό τον ξέρουμε να είναι απαραίτητος για
να τελειώσει ένας μακροχρόνιος πόλεμος που δεν
έχει ακόμα κριθεί. Ο βοηθός αυτός πρέπει να έχει
κάποιο ιδιαίτερο γνώρισμα ή όπλο που θα φανεί χρήσι
μο στην πορεία της μάχης. Τέτοιος βοηθός είναι π.χ. ο
Φιλοκτήτης στον Τρωικό Πόλεμο με το μαγικό του τό
ξο, οι Εκατόγχειρες στην Τιτανομαχία με τα εκατό
τους χέρια. Οι Μοίρες που βοηθούν τον Δία στη Γιγαν-
τομαχία ανήκουν στους μόνιμους «βοηθούς», σ' εκεί
νους δηλαδή που και βοήθησαν στην επιβολή της κυ
ριαρχίας του πάνω στους αντιπάλους του, αλλά και
διαιωνίζουν αυτή την υπεροχή και εξουσία του.
Η γέννηση των Γιγάντων με πλήρη πανοπλία μάς
φέρνει στο νου τη γέννηση των Σπαρτών στη Θήβα και
στην Κολχίδα - είναι παιδιά της οργής (του Ά ρη οι
Σπαρτοί, της Γης οι Γίγαντες).
Το ότι οι Γίγαντες γεννήθηκαν από τη Γη είναι ένα
στοιχείο του μύθου σταθερό σε όλες τις παραλλαγές
του και κοινό για όλους τους γηγενείς. Αργότερα ανα-
ζητήθηκε ένα γονιμοποιό στοιχείο, όπως είναι το αίμα
του θεού, που κι αυτό είναι γνωστό παραμυθικό και
μυθικό θέμα (πρβ. Αισχύλο, Ικέτιδες 265 κ.ε., Απολλώ
νιο Ρόδιο 2,1209 κ.ε., κ.ά.). Η γέννηση αυτή από τη Γη
και τον Ουρανό υποδηλώνει τη φύση των Γιγάντων:
γήινη-θνητή, αλλά και υπερφυσική (αίμα Ουρανού).
Παραδοσιακό είναι και το θέμα της «αθανασίας υπό
όρους», όπως στην περίπτωση του Αλκυονέα, που πρέ
πει για να μην πεθάνει να ακουμπά τη γη που τον γέν
νησε. Το ίδιο θέμα υπάρχει και στο μύθο του Ανταίου·
συγγενικό είναι και στο μύθό του Αχιλλέα το θέμα της
τρωτής φτέρνας του, στο μύθο του Μελεάγρου το θέ
μα του μισοκαμένου δαυλού της μοίρας του, αλλά και
στο μύθο της Λερναίας Ύδρας, που για να σκοτωθεί
έπρεπε τα κεφάλια της να κοπούν όλα μαζί συγχρό
νως.
Και το θέμα με το «φάρμακο» - το μαγικό βοτάνι που
310
Ομαδικοί θεοί
ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ
Γίγαντες
Όμηρος, η58 κ.ε., 206, κ 120.
Ησίοδος, Θεογονία 184 κ.ε.
και 954.
Ξενοφάνης απόσπ. 1, 21-22
DK.
Πίνδαρος, Νέμεα 1, 67 κ.ε.
και 1, 101 και 7, 90 και Πύθια
8, 12-17 και Σχόλια
στα Νέμεα 1, 101.
Ευριπίδης, Ίων 206 και Κύκλωψ
5 κ.ε.
Αριστοφάνης, Όρνιθες
824 κ.ε.
Απολλόδωρος 1, 31-38.
Παυσανίας 8, 29, 1 κ.ε.
κάνει όποιον το έχει, αν όχι αθάνατο, τουλάχιστον ανί
κητο - είναι γνωστό. Το συναντούμε συχνά, το βλέ
πουμε και στον αργοναυτικό μύθο: η Μήδεια δίνει στον
Ιάσονα το μαγικό βοτάνι-που θα τον κάνει άτρωτο,
το προμήθειον φάρμακον (Απολλώνιος Ρόδιος 3,
843-865).
Από τους μύθους με αγώνες εναντίον τεράτων προ
έρχονται και τα πόδια των Γιγάντων τα γεμάτα λέπια
φιδιού, που μας παραδίδει ο Απολλόδωρος. Στον βα-
βυλωνιακό θεογονικό μύθο ο Μαρδούκ νικά έναν
στρατό από τέρατα. Στον ελληνικό, ο Δίας αντιμετωπί
ζει το τέρας Τυφώνα, αφού νικήσει τους αντιπάλους
του θεούς.
Στην πρώιμη λογοτεχνία και την τέχνη οι Γίγαντες
παρουσιάζονται με κανονική ανθρώπινη μορφή και πλή
ρη οπλισμό. Και ο Ηρακλής στην «Ασπίδα» του Ησιό
δου φορά την πανοπλία του οπλίτη, όπως στην αρχαϊκή
τέχνη. Αργότερα, ίσως στο δεύτερο μισό του 6ου αι.
π.Χ., μπαίνει στο μύθο το στοιχείο της λιθοβολίας (βλ.
και Πλάτωνα, Σοφιστής 246 a) : οι Γίγαντες πετούν
πέτρες και βελανιδιές. Συνάμα αλλάζει και το πεδίο
της μάχης. Ενώ στην αρχή οι «γηγενείς» Γίγαντες μά
χονται στην πεδιάδα της Φλέγρας, τώρα μαζεύουν βρά
χια, φτιάχνουν ένα ύψωμα και φτάνουν στον Όλυμπο,
απ' όπου οι Ολύμπιοι τους απωθούν. Τώρα δεν είναι
πια «πεδινοί», αλλά «ορεινοί» άγριοι πολεμιστές. Τον
τύπο αυτό φαίνεται ότι αποκρυστάλλωσε ο Φειδίας στη
Γιγαντομαχία που παριστανόταν στο εσωτερικό της
ασπίδας της Παρθένου Αθηνάς στον Παρθενώνα: όντα
βίαια και φοβερά, «προϊστορικά», οι Γίγαντες, που φο
ρούσαν δέρματα ζώων, πετούσαν βράχους και κορ
μούς δέντρων. Και στις μετόπες του Παρθενώνα, παρά
τις τεχνικές δυσκολίες που δημιουργεί το στενό πλαί
σιο της μετόπης, φαίνεται να τοποθετεί ο Φειδίας τη
μάχη όχι στην πεδιάδα, αλλά σε υψώματα. Υπάρχει κι
εδώ η μορφή του «ορεινού» Γίγαντα: μερικοί φορούν
δέρματα ζώων και άλλοι σηκώνουν μεγάλους βράχους,
όπως ο οπλισμός των Γιγάντων και η τεχνική τους θυ
μίζει ακόμη τον τύπο του αθηναίου οπλίτη.
Η Γιγαντομαχία των κλασικών χρόνων είναι μια μάχη
για την κοσμική τάξη. Οι Γίγαντες ξεχωρίζουν με τα
χοντροκομμένα τους σώματα και την άξεστη φορεσιά
τους από τις αρχοντικές μορφές των ολύμπιων θεών,
των «πολιτισμένων» και «εξευγενισμένων». Η παρου
σία της Σελήνης και του ’ Ηλιου στη Γιγαντομαχία του
Φειδία τονίζει αυτή την κοσμική διάσταση της σύγ
κρουσης - το ίδιο δηλώνει και η συμμετοχή των Μοι
ρών στη μάχη, στην παράδοση του Απολλόδωρου. Η
νίκη αυτή του «λόγου» και του πολιτισμού των Ολύμ
πιων ενάντια στην αταξία, τη βιαιότητα και τον παραλο-
γισμό των Γιγάντων, ήταν βέβαια μια έκφραση της νί
κης του «λόγου» σ’ ένα φιλοσοφικό επίπεδο (βλ. αντι
λήψεις των φιλοσόφων, όπως Πλάτωνα, Σοφιστής 246
a-b), ήταν όμως και μια νίκη της τάξης της «πόλης»
ενάντια στις κοινωνικές δυνάμεις, που ήθελαν μιαν
άλλη πολιτική μορφή για την Αθήνα.
Στην ελληνιστική εποχή οι Γίγαντες ταυτίζονται με
τους Βαρβάρους. Οι ηγεμόνες των ελληνιστικών χρό
νων (όπως ο Αντίγονος, ο Δημήτριος κ.ά.) παρίσταναν
τους εαυτούς τους σαν νικηφόρο Δία ή σαν Ηρακλή σε
μάχες εναντίον των βαρβάρων, κατά το πρότυπο της
Γιγαντομαχίας. Το πνεύμα αυτό εκφράζεται και στον
γνωστό Βωμό της Περγάμου, όπου οι Βάρβαροι-Γίγαν-
τες εικονίζονται και με χαρακτηριστικά τεράτων (Βλ.
εικ. 16-18 και 139).
Η φυσιοκρατική ερμηνεία του μύθου των Γιγάντων,
ως χθόνιων στοιχείων, που προκαλούν σεισμούς και
αναστατώσεις της γης, είχε ήδη διατυπωθεί στην
ύστερη αρχαιότητα, και έτσι πλάστηκαν τα σχετικά ονό
ματα Γιγάντων (Ερυσίχθων, Χθονόφυλος κ.ά.).
Και η «ιστορική» ερμηνεία του μύθου, σύμφωνα με
την οποία η δημιουργία του μύθου των Γιγάντων ξεκί
νησε από την επιθυμία των αρχαίων να δώσουν μια εξή
γηση για τα κόκαλα των κολοσιαίων προϊστορικών θη
ρίων (δεινοσαύρων κλπ.) που έβρισκαν, είχε διατυπωθεί
ήδη κατά την αρχαιότητα σε μια παραπλήσια μορφή
της: ότι δηλ. τα κόκαλα, που ήθελαν οι άνθρωποι να
εξηγήσουν, ανήκαν σε προϊστορικούς πελώριους αν
θρώπους (Πλίνιος ο Πρεσβύτερος). «Ιστορική» είναι
και η ερμηνεία του μύθου που βλέπει στη Γιγαντομα-
χία μια μεταφορά στο επίπεδο του μύθου των αγώνων
που έκαναν κάθε φορά οι νεοφερμένοι (άποικοι, επι
δρομείς κ.ά.) ενάντια στους ντόπιους, στους αυτόχθο-
νες. Τέτοιες μορφές μαχών φαίνεται ότι είχαν περάσει
και σε πολλές ιεροτελεστίες (βλ. και το μύθο του Κάδ
μου, που χρειάζεται να πλάσει γηγενείς, τους Σπαρ
τούς, να τους σκοτώσει και να ιδρύσει τη Θήβα).
Ο F. Van στηρίζεται σε μαρτυρίες του Παυσανία (8,
36, 2) για μια αρκαδική μορφή του μύθου των Γιγάντων
(οι Γίγαντες με αρχηγό τους τον Οπλόδαμο προστά-
τευσαν την έγκυο Ρέα ώσπου να γεννήσει τον Δία —
πρβ. το επίθετο του Δία όπλόσμιος) και για τον σπου
δαίο ρόλο που έπαιζαν οι Γίγαντες στη λατρεία της
Αθηνάς στην Αθήνα (παραστάσεις Γιγαντομαχίας στον
πέπλο των Παναθηναίων, στην ασπίδα της Αθηνάς και
στις μετόπες του Παρθενώνα) και δέχεται ότι πίσω από
τους Γίγαντες υπάρχει μια στρατιωτική ένοπλη αδελφό
τητα, θρησκευτικά οργανωμένη, με σκοπό τη μύηση
των νεαρών αγοριών της κοινότητας στην τέχνη των
όπλων. Στο μυθικό επίπεδο είναι οι Γίγαντες πρόπολοι,
κουροτρόφοι των θεών, όπως και άλλοι ομαδικοί θεοί,
οι Κουρήτες-Κορύβαντες, οι Ιδαίοι Δάκτυλοι, οι Τελχί-
νες. Ό ταν όμως οι νέοι μυηθούν στα μυστικά της τέ
χνης των Γιγάντων, τότε δεν χρειάζονται πια τους δα
σκάλους τους. Μπορούν τώρα να καταργηθούν, να
αχρηστευθούν, να «εκπέσουν». Στη Γιγαντομαχία λοι
πόν βλέπει ο Vian να εκφράζεται αυτή η αχρήστευση
των δασκάλων και η επίθεση των μαθητών εναντίον των
δασκάλων, με τα όπλα που τους δίδαξαν πώς να χρησι
μοποιούν. — Πράγματι στις πηγές της αρχαϊκής επο
χής φαίνεται ότι πρωταρχικό στο μύθο των Γιγάντων
είναι η πολεμική τους φύση, όπως φαίνεται και από τα
ονόματα τους που εκφράζουν δύναμη, βία, πολεμική
κραυγή, φόβο (Αλκυονεύς, Άριστος, Άγριος, Εγκέ
λαδος, Μίμας κ.ά.). ' Ολα τα χαρακτηριστικά τους και το
τέλος τους θυμίζουν «ήρωες» των μυθικών χρόνων. Η
ύβρις για την οποία μιλά η «Οδύσσεια» είναι σύμφυτη
με τις πολεμικές δραστηριότητές τους (βλ. π.χ. Διομή
δη στην «Ιλιάδα», Αγαμέμνονα), είναι ένα στρατιωτικό
παράπτωμα. Και το κυριότερο, βρίσκονται όλοι σε μια
ορισμένη ηλικία, την ηλικία του νεαρού πολεμιστή, από
τη γέννησή τους.
Γίγαντες υπάρχουν και στη νεοελληνική μυθολογία
με τονισμένο το στοιχείο του γιγαντιαίου και υπερβο
λικού: δηλ. υπεράνθρωποι, με μεγάλο σώμα, τεράστια
μέλη, μαλλιά κλπ. Σ ’ ένα παραμύθι από τη Ζάκυνθο
αναγνωρίζουν πολλοί τον αρχαίο μύθο της Γιγαντομα-
χίας: οι Γίγαντες έκαμαν κάποτε επανάσταση ενάντια
στο θεό. Ανέβηκαν σ’ ένα βουνό και πετροβολούσαν
τον ουρανό. Αυτός τότε πιάνει τ ’ αστροπελέκια του
και με τους κεραυνούς του τους ρίχνει χάμω: τους
γκρεμίζει απ’ το βουνό και σκοτώνει πολλούς.
312