Οι παγωτατζήδες βράζανε το γάλα και προσθέτανε ζάχαρη, αυγά , κακάο ή βανίλια , ανάλογα
με τη γεύση που θέλανε να φτιάξουν. Όταν έβραζε το μείγμα , το κατέβαζαν από τη φωτιά και
το τοποθετούσαν σε ένα μεταλλικό κάδο , ο οποίος βρισκόταν μέσα σε ένα ξύλινο βαρέλι. Στο
κενό που υπήρχε ανάμεσα στο ξύλινο βαρέλι και στον κάδο , έβαζαν πάγο και συνέχιζαν να
ανακατεύουν το μείγμα μέχρι να πήξει. Φορτώνανε το βαρέλι στο καρότσι , με μια ειδική
μεταλλική κουτάλα , παίρνανε μαζί και τα χωνάκια τους και γύριζαν τις γειτονιές
"γλυκαίνοντας" μικρούς και μεγάλους. Κατά διαστήματα έριχναν και κομμάτια πάγου
εξωτερικά για να μη λιώσει το παγωτό.
Μυλωνάδες λέγονταν στα παλιά χρόνια αυτοί
που εκμεταλλεύονταν τους μύλους και άλεθαν
τα σιτηρά, για να παράγουν αλεύρι, με το οποίο
παρασκεύαζε η οικογένεια το ψωμί της .
Χρησιμοποιούσαν τους αλευρόμυλους που
διακρίνονταν σε κείνους που κινούνταν με
νερό τους νερόμυλους, και σε κείνους που
κινούνταν με τον αέρα, που
λέγονταν ανεμόμυλοι. Το βασικό εξάρτημα του
ανεμόμυλου, με το οποίο εξασφαλίζονταν η
κίνηση του με την επενέργεια του ανέμου, ήταν
η φτερωτή, που βρισκόταν μπροστά και έξω από
το κτίσμα του μύλου. Ο βασικός κορμός του
μύλου ήταν η πέτρα. Δυο πέτρινοι δίσκοι
κινούνταν αντίθετα και τρίβοντας τον καρπό
τον μετέτρεπαν σε αλεύρι.
Η δουλειά του μυλωνά ήταν μοναχική, σκληρή,
επίπονη αλλά προσοδοφόρα. Συνήθως δεν
πληρωνόταν με χρήματα, αλλά με αλεύρι,
ανάλογα με τη ποσότητα που άλεθε.
Ο αγωγιάτης ή κυρατζής πραγματοποιούσε μεταφορές διαφόρων εμπορευμάτων, κρασιών (σε
ασκιά), από ένα τόπο σε άλλο, διακινούσε ταξιδιώτες, γιατρούς για επίσκεψη σε ασθενείς,
καθώς και κρατικούς λειτουργούς για την εκτέλεση υπηρεσίας.
Για τις υπηρεσίες του ο αγωγιάτης έπαιρνε μια πληρωμή, που λεγόταν αγώϊ. Το αγώϊ
κανονιζόταν με συμφωνία άλλοτε κατά διαδρομή (στραθιά) και άλλοτε κατά μονάδα βάρους
του εμπορεύματος που μεταφερόταν.
Τα παλιά τα χρόνια τα περισσότερα σκεύη που
χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι για τις καθημερινές
τους δουλειές ιδιαίτερα στη μαγειρική ήταν τα
χάλκινα, μπακιρένια αντικείμενα .
Με τον καιρό όμως τα σκεύη από τη μεγάλη χρήση
οξειδώνονταν και ήταν πολύ επικίνδυνα για
δηλητηριάσεις. Τότε έπρεπε κάτι να γίνει, έτσι
εφευρέθηκε το επάγγελμα του γανωτή ή καλαϊτζή στην
τούρκικη γλώσσα.
Ο γανωτής λοιπόν έπαιρνε τα σκεύη και τα γάνωνε,
δηλαδή με το λιωμένο ασημόχρωμο καλάι, έβαφε
(γάνωνε) τα διάφορα αντικείμενα όπως κουτάλια,
πιρούνια, μαχαίρια, ταψιά, κατσαρόλες και στη
συνέχεια τα σκούπιζε με ένα βαμβάκι για να πάρουν
γυαλάδα.
Το επάγγελμα του γανωτή είναι από τα πολύ παλιά
που υπάρχουν. Λένε ότι καθιερώθηκε στην εποχή του
βυζαντίου και ήταν πολύ χρήσιμη η δουλειά τους, γιατί
έσωζαν ανθρώπινες ζωές
Εμείς όμως θα πάμε ακόμη λίγο
παλιότερα. Τότε που υπήρχε ο
πλανόδιος γαλατάς. Φόρτωνε τα
γκιούμια του με το φρέσκο γάλα
πάνω στο γαϊδουράκι και ξεκινούσε
πολύ πρωί από το χωριό για την
πόλη. Κάθε ημέρα έπρεπε να είναι
ακριβής στην ώρα του γιατί τον
περίμενε η κάθε νοικοκυρά με τη
δική της κανάτα. Συνήθως ήταν
μπακιρένια ή πήλινη.
Το επάγγελμα του γαλατά δεν το συναντούσες στα χωριά παρά μόνο στις μικρές και
μεγάλες πόλεις. Στα χωριά σχεδόν όλες οι οικογένειες είχαν δικά τους ζώα και το
έβρισκαν εύκολα. Στις πόλεις όμως οι αστικές οικογένειες το αγόραζαν από τα
γαλατάδικα ή τα μικρά συνοικιακά ζαχαροπλαστεία.
Μερικές πολυάσχολες νοικοκυρές άφηναν το άδειο σκεύος έξω από την πόρτα για να το
γεμίσει ο γαλατάς, σκεπασμένο συνήθως με μια πέτρα από το φόβο της γάτας. Το γάλα
αυτό, υποχρεωτικά οι νοικοκυρές έπρεπε να το βράσουν καλά, γιατί μπορούσε να
προκαλέσει πυρετό. Ο γαλατάς είχε καθημερινά τη δική του πελατεία.
Το επάγγελμα του παγοπώλη υπήρχε ως τη δεκαετία του 1960.
Ο παγοπώλης λοιπόν ήταν αυτός που πουλούσε τον πάγο στις νοικοκυρές γιατί εκείνη την εποχή δεν
υπήρχαν ψυγεία όπως σήμερα για να συντηρήσουν τα τρόφιμά τους.
Περνούσε από τις γειτονιές κάθε μέρα, με το ειδικά διαμορφωμένο φορτηγό του ή τρίκυκλο του
γεμάτο πάγο, (ολόκληρη κολώνα ή μισή) και τροφοδοτούσε όχι μόνο τα σπίτια αλλά και τα διάφορα
μικρά μαγαζιά.
Ο παγοπώλης φορούσε τα
γάντια του για να μην
παγώνουν τα χέρια του και με
ένα γάντζο έπιανε τον πάγο
τον έκοβε και τον έδινε. Οι
νοικοκυρές, τοποθετούσαν τον
πάγο στο ψυγείο εκείνης της
εποχής (που το έλεγαν
παγωνιέρα). Εκεί
διατηρούσαν τα τρόφιμά
τους και είχαν και δροσερό
νερό το καλοκαίρι. Στις μέρες
μας, έχει εξαλειφθεί το
επάγγελμα αυτό, γιατί με την
ανάπτυξη της τεχνολογίας
όλοι τώρα στα σπίτια μας
διαθέτουμε σύγχρονα ψυγεία.
Ο βαρελάς ήταν τεχνίτης, ειδικός στην
κατασκευή βαρελόσχημων και σκαφοειδών
σκευών, που τα κατασκεύαζαν από ξύλο
καστανιάς ή δρυός.
Το ξύλο περνούσε από ειδική επεξεργασία και
μετά το έκοβαν σε λεπτές σανίδες, που
βρέχανε για να παίρνουν εύκολα την
κατάλληλη κλίση. Κατόπιν περνούσαν τα
στεφάνια, τα χτυπούσαν με το ματσακόνι για
να σφίξουν καλά και μετά τοποθετούσαν τους
δυο επίπεδους πυθμένες. Οι αποθήκες παλιά
ήταν γεμάτες με βαρέλια κλπ.
Τα σπουδαιότερα εργαλεία που
χρησιμοποιούσε ο βαρελάς ήταν το πριόνι, το
τρυπάνι, η ταλιαδούρα, το καβουροσκέπαρο,
η πένσα κ.ά
Οι βαρελάδες κάθε Σεπτέμβρη και μετά τον
τρύγο έπιαναν δουλειά γιατί τα παλιά
βαρέλια θα γέμιζαν με τον νέο μούστο και
έπρεπε να τα συντηρήσουν και πάλι.
Στην ατέλειωτη λίστα των επαγγελμάτων του παρελθόντος συμπεριλαμβάνονται επίσης
οι Παλαιοπώλες, οι Παπατζήδες, οι Παραγγελιοδόχοι, οι Πιλοποιοί, οι οποίοι κατασκεύαζαν τα καπέλα
που φορούσαν άνδρες και γυναίκες, οι Πωλητές στρατιωτικών ειδών, οι Πλινθοκεραμοποιοί, οι
Σαγματοποιοί - Σαμαράδες, οι Σακκουλοποιοί, οι Σανδαλοποιοί, οι Σαπωνοποιοί, οι Κατασκευαστές
κόσκινων και σιτών, οι Σφαγείς αμνών, οι Ταβερνιάρηδες, οι Τηλεγραφητές, οι Τοκιστές, οι Τροφοί -
Παραμάνες, οι Τσαρουχάδες, οι Τυποβαφείς, οι Υπάλληλοι Μονοπώλειου, οι Υποκαμισούδες, οι
Υφάντριες, οι Φαροφύλακες, οι Φαρμακοτρύφτες, ελλείψει τυποποιημένων φαρμάκων, οι πλανόδιοι
Χαλκοματάδες, οι Γκαζιέριδες, αλλά και οι κατασκευαστές Ψυγείων πάγου, οι Αλωνιστές, οι
Αυλακάρηδες, που κατασκεύαζαν αυλάκια για τη διοχέτευση νερού στα αγροκτήματα, οι Αγροφύλακες,
οι Ζευγολάτες, οι Κορδελιάστρες, οι Ξυλοκόποι, οι Πανδοχείς, οι Πηγαδάδες, που κατασκεύαζαν
πηγάδια για ύδρευση, οι Πρακτικοί γιατροί, οι Πριονάδες, οι Σχοινοποιοί, οι Σφουγγαράδες,
οι Τσιγκογράφοι, οι Ανθρακείς, παρασκευαστές, δηλαδή, κάρβουνου από ξύλα, οι Κατασκευαστές
ποντικοπαγίδων, οι Σιδερωτές φεσιών, οι Κηπουροί, οι Κηροπλάστες, κ.α.
Γιάννης ~Στ’ 2
~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~

επαγγελματα Γιαννης

  • 2.
    Οι παγωτατζήδες βράζανετο γάλα και προσθέτανε ζάχαρη, αυγά , κακάο ή βανίλια , ανάλογα με τη γεύση που θέλανε να φτιάξουν. Όταν έβραζε το μείγμα , το κατέβαζαν από τη φωτιά και το τοποθετούσαν σε ένα μεταλλικό κάδο , ο οποίος βρισκόταν μέσα σε ένα ξύλινο βαρέλι. Στο κενό που υπήρχε ανάμεσα στο ξύλινο βαρέλι και στον κάδο , έβαζαν πάγο και συνέχιζαν να ανακατεύουν το μείγμα μέχρι να πήξει. Φορτώνανε το βαρέλι στο καρότσι , με μια ειδική μεταλλική κουτάλα , παίρνανε μαζί και τα χωνάκια τους και γύριζαν τις γειτονιές "γλυκαίνοντας" μικρούς και μεγάλους. Κατά διαστήματα έριχναν και κομμάτια πάγου εξωτερικά για να μη λιώσει το παγωτό.
  • 3.
    Μυλωνάδες λέγονταν σταπαλιά χρόνια αυτοί που εκμεταλλεύονταν τους μύλους και άλεθαν τα σιτηρά, για να παράγουν αλεύρι, με το οποίο παρασκεύαζε η οικογένεια το ψωμί της . Χρησιμοποιούσαν τους αλευρόμυλους που διακρίνονταν σε κείνους που κινούνταν με νερό τους νερόμυλους, και σε κείνους που κινούνταν με τον αέρα, που λέγονταν ανεμόμυλοι. Το βασικό εξάρτημα του ανεμόμυλου, με το οποίο εξασφαλίζονταν η κίνηση του με την επενέργεια του ανέμου, ήταν η φτερωτή, που βρισκόταν μπροστά και έξω από το κτίσμα του μύλου. Ο βασικός κορμός του μύλου ήταν η πέτρα. Δυο πέτρινοι δίσκοι κινούνταν αντίθετα και τρίβοντας τον καρπό τον μετέτρεπαν σε αλεύρι. Η δουλειά του μυλωνά ήταν μοναχική, σκληρή, επίπονη αλλά προσοδοφόρα. Συνήθως δεν πληρωνόταν με χρήματα, αλλά με αλεύρι, ανάλογα με τη ποσότητα που άλεθε.
  • 4.
    Ο αγωγιάτης ήκυρατζής πραγματοποιούσε μεταφορές διαφόρων εμπορευμάτων, κρασιών (σε ασκιά), από ένα τόπο σε άλλο, διακινούσε ταξιδιώτες, γιατρούς για επίσκεψη σε ασθενείς, καθώς και κρατικούς λειτουργούς για την εκτέλεση υπηρεσίας. Για τις υπηρεσίες του ο αγωγιάτης έπαιρνε μια πληρωμή, που λεγόταν αγώϊ. Το αγώϊ κανονιζόταν με συμφωνία άλλοτε κατά διαδρομή (στραθιά) και άλλοτε κατά μονάδα βάρους του εμπορεύματος που μεταφερόταν.
  • 5.
    Τα παλιά ταχρόνια τα περισσότερα σκεύη που χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι για τις καθημερινές τους δουλειές ιδιαίτερα στη μαγειρική ήταν τα χάλκινα, μπακιρένια αντικείμενα . Με τον καιρό όμως τα σκεύη από τη μεγάλη χρήση οξειδώνονταν και ήταν πολύ επικίνδυνα για δηλητηριάσεις. Τότε έπρεπε κάτι να γίνει, έτσι εφευρέθηκε το επάγγελμα του γανωτή ή καλαϊτζή στην τούρκικη γλώσσα. Ο γανωτής λοιπόν έπαιρνε τα σκεύη και τα γάνωνε, δηλαδή με το λιωμένο ασημόχρωμο καλάι, έβαφε (γάνωνε) τα διάφορα αντικείμενα όπως κουτάλια, πιρούνια, μαχαίρια, ταψιά, κατσαρόλες και στη συνέχεια τα σκούπιζε με ένα βαμβάκι για να πάρουν γυαλάδα. Το επάγγελμα του γανωτή είναι από τα πολύ παλιά που υπάρχουν. Λένε ότι καθιερώθηκε στην εποχή του βυζαντίου και ήταν πολύ χρήσιμη η δουλειά τους, γιατί έσωζαν ανθρώπινες ζωές
  • 6.
    Εμείς όμως θαπάμε ακόμη λίγο παλιότερα. Τότε που υπήρχε ο πλανόδιος γαλατάς. Φόρτωνε τα γκιούμια του με το φρέσκο γάλα πάνω στο γαϊδουράκι και ξεκινούσε πολύ πρωί από το χωριό για την πόλη. Κάθε ημέρα έπρεπε να είναι ακριβής στην ώρα του γιατί τον περίμενε η κάθε νοικοκυρά με τη δική της κανάτα. Συνήθως ήταν μπακιρένια ή πήλινη. Το επάγγελμα του γαλατά δεν το συναντούσες στα χωριά παρά μόνο στις μικρές και μεγάλες πόλεις. Στα χωριά σχεδόν όλες οι οικογένειες είχαν δικά τους ζώα και το έβρισκαν εύκολα. Στις πόλεις όμως οι αστικές οικογένειες το αγόραζαν από τα γαλατάδικα ή τα μικρά συνοικιακά ζαχαροπλαστεία. Μερικές πολυάσχολες νοικοκυρές άφηναν το άδειο σκεύος έξω από την πόρτα για να το γεμίσει ο γαλατάς, σκεπασμένο συνήθως με μια πέτρα από το φόβο της γάτας. Το γάλα αυτό, υποχρεωτικά οι νοικοκυρές έπρεπε να το βράσουν καλά, γιατί μπορούσε να προκαλέσει πυρετό. Ο γαλατάς είχε καθημερινά τη δική του πελατεία.
  • 7.
    Το επάγγελμα τουπαγοπώλη υπήρχε ως τη δεκαετία του 1960. Ο παγοπώλης λοιπόν ήταν αυτός που πουλούσε τον πάγο στις νοικοκυρές γιατί εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν ψυγεία όπως σήμερα για να συντηρήσουν τα τρόφιμά τους. Περνούσε από τις γειτονιές κάθε μέρα, με το ειδικά διαμορφωμένο φορτηγό του ή τρίκυκλο του γεμάτο πάγο, (ολόκληρη κολώνα ή μισή) και τροφοδοτούσε όχι μόνο τα σπίτια αλλά και τα διάφορα μικρά μαγαζιά. Ο παγοπώλης φορούσε τα γάντια του για να μην παγώνουν τα χέρια του και με ένα γάντζο έπιανε τον πάγο τον έκοβε και τον έδινε. Οι νοικοκυρές, τοποθετούσαν τον πάγο στο ψυγείο εκείνης της εποχής (που το έλεγαν παγωνιέρα). Εκεί διατηρούσαν τα τρόφιμά τους και είχαν και δροσερό νερό το καλοκαίρι. Στις μέρες μας, έχει εξαλειφθεί το επάγγελμα αυτό, γιατί με την ανάπτυξη της τεχνολογίας όλοι τώρα στα σπίτια μας διαθέτουμε σύγχρονα ψυγεία.
  • 8.
    Ο βαρελάς ήταντεχνίτης, ειδικός στην κατασκευή βαρελόσχημων και σκαφοειδών σκευών, που τα κατασκεύαζαν από ξύλο καστανιάς ή δρυός. Το ξύλο περνούσε από ειδική επεξεργασία και μετά το έκοβαν σε λεπτές σανίδες, που βρέχανε για να παίρνουν εύκολα την κατάλληλη κλίση. Κατόπιν περνούσαν τα στεφάνια, τα χτυπούσαν με το ματσακόνι για να σφίξουν καλά και μετά τοποθετούσαν τους δυο επίπεδους πυθμένες. Οι αποθήκες παλιά ήταν γεμάτες με βαρέλια κλπ. Τα σπουδαιότερα εργαλεία που χρησιμοποιούσε ο βαρελάς ήταν το πριόνι, το τρυπάνι, η ταλιαδούρα, το καβουροσκέπαρο, η πένσα κ.ά Οι βαρελάδες κάθε Σεπτέμβρη και μετά τον τρύγο έπιαναν δουλειά γιατί τα παλιά βαρέλια θα γέμιζαν με τον νέο μούστο και έπρεπε να τα συντηρήσουν και πάλι.
  • 9.
    Στην ατέλειωτη λίστατων επαγγελμάτων του παρελθόντος συμπεριλαμβάνονται επίσης οι Παλαιοπώλες, οι Παπατζήδες, οι Παραγγελιοδόχοι, οι Πιλοποιοί, οι οποίοι κατασκεύαζαν τα καπέλα που φορούσαν άνδρες και γυναίκες, οι Πωλητές στρατιωτικών ειδών, οι Πλινθοκεραμοποιοί, οι Σαγματοποιοί - Σαμαράδες, οι Σακκουλοποιοί, οι Σανδαλοποιοί, οι Σαπωνοποιοί, οι Κατασκευαστές κόσκινων και σιτών, οι Σφαγείς αμνών, οι Ταβερνιάρηδες, οι Τηλεγραφητές, οι Τοκιστές, οι Τροφοί - Παραμάνες, οι Τσαρουχάδες, οι Τυποβαφείς, οι Υπάλληλοι Μονοπώλειου, οι Υποκαμισούδες, οι Υφάντριες, οι Φαροφύλακες, οι Φαρμακοτρύφτες, ελλείψει τυποποιημένων φαρμάκων, οι πλανόδιοι Χαλκοματάδες, οι Γκαζιέριδες, αλλά και οι κατασκευαστές Ψυγείων πάγου, οι Αλωνιστές, οι Αυλακάρηδες, που κατασκεύαζαν αυλάκια για τη διοχέτευση νερού στα αγροκτήματα, οι Αγροφύλακες, οι Ζευγολάτες, οι Κορδελιάστρες, οι Ξυλοκόποι, οι Πανδοχείς, οι Πηγαδάδες, που κατασκεύαζαν πηγάδια για ύδρευση, οι Πρακτικοί γιατροί, οι Πριονάδες, οι Σχοινοποιοί, οι Σφουγγαράδες, οι Τσιγκογράφοι, οι Ανθρακείς, παρασκευαστές, δηλαδή, κάρβουνου από ξύλα, οι Κατασκευαστές ποντικοπαγίδων, οι Σιδερωτές φεσιών, οι Κηπουροί, οι Κηροπλάστες, κ.α. Γιάννης ~Στ’ 2 ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~