-­‐  LINO  MICCICHE  
    Ο  ΑΙΣΘΗΤΙΚΟΣ  ΥΛΙΣΜΟΣ  ΤΟΥ  ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ  (σελ.  2-­‐18)  
  
-­‐  ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ  ΣΤΟΝ  Μ.  ΔΗΜΟΠΟΥΛΟ  ΚΑΙ  Φ.  ΛΙΑΠΠΑ  
    ΜΙΑ  ΤΕΡΑΣΤΙΑ  ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ  ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ  (σελ.  19-­‐25)  
  
-­‐  ΝΑΓΚΙΣΑ  ΟΣΙΜΑ  
    Η  ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΗΣΗ  ΤΗΣ  ΕΛΠΙΔΑΣ  (σελ.  26-­‐28)  
  
-­‐  ΛΕΥΤΕΡΗΣ  ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ  
    ΤΡΑΓΩΔΙΑ  ΚΑΙ  ΜΥΘΟΣ  (σελ.  29-­‐34)  
  
-­‐  ΒΑΣΙΛΗΣ  ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ  
    ΤΑΞΙΔΙ  ΣΤΟΝ  ΑΔΗ  (σελ.  35-­‐41)  
  
  
	
  
Αφιέέρωμα  
ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ  ΛΕΣΧΗ  
διαδικτυακόό  περιοδικόό  για  την  κριτικήή  παιδαγωγικήή  
και  την  κοινωνικήή  χειραφέέτηση  
Ιανουάάριος   2014  
Θ.  Αγγελλόόπουλος
Επιμέέλεια,  επιλογήή  κειμέένων  
Λάάμπρος  Νικολάάρας  
  2	
  
LINO	
  MICCICHE	
  
Ο	
  ΑΙΣΘΗΤΙΚΟΣ	
  ΥΛΙΣΜΟΣ	
  ΤΟΥ	
  ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ1
	
  
Η	
  Αναπαράσταση,	
  η	
  πρώτη	
  ταινία	
  μεγάλου	
  μήκους	
  του	
  Αγγελόπουλου,	
  γυρίστηκε	
  το	
  1970.	
  
Τον	
   ίδιο	
   χρόνο	
   παρουσιάστηκε	
   στην	
   Ιέρ,	
   όπου	
   κέρδισε	
   το	
   βραβείο	
   της	
   καλύτερης	
   ξένης	
  
ταινίας,	
   και	
   τον	
   επόμενο	
   χρόνο	
   στο	
   Βερολίνο,	
   όπου	
   η	
   επιτροπή	
   της	
   Fipresci	
   (Fédération	
  
Internationale	
  de	
  la	
  Presse	
  du	
  Cinéma)	
  του	
  απένειμε	
  έναν	
  έπαινο	
  στα	
  πλαίσια	
  του	
  ∆ιεθνούς	
  
Βραβείου	
   της	
   Κριτικής.	
   Ωστόσο,	
   στο	
   χώρο	
   της	
   κριτικής,	
   η	
   αναγνώρισή	
   του	
   γενικά	
   δεν	
  
ξεπερνά	
   τον	
   ορισμό	
   «σίγουρο	
   ταλέντο»:	
   πολύ	
   μικρή	
   για	
   ένα	
   έργο	
   που	
   δεν	
   αποκαλύπτει	
  
μόνο	
  το	
  ανάστημα	
  μιας	
  προσωπικότητας	
  ιδιαίτερα	
  αξιόλογης	
  και	
  οπωσδήποτε	
  εξαιρετικής	
  
στο	
  χώρο	
  του	
  ελληνικού	
  κινηματογράφου,	
  αλλά	
  και	
  αποτελεί	
  καμπή	
  γι’	
  αυτόν	
  το	
  χώρο.	
  Μ’	
  
αυτή	
  τη	
  λογική,	
  η	
  παραπομπή	
  στο	
  Ossessione	
  του	
  Visconti	
  έχει	
  βάσιμη	
  υπόσταση,	
  έστω	
  κι	
  
αν	
   ο	
   ίδιος	
   ο	
   Αγγελόπουλος,	
   γι’	
   αυτόν	
   ακριβώς	
   το	
   λόγο,	
   υπογραμμίζει	
   τις	
   πολιτιστικές	
  
διαφορές	
  (μια	
  διαφορετική	
  προσέγγιση	
  του	
  «μύθου»),	
  την	
  έμπνευση	
  (το	
  μυθιστόρημα	
  του	
  
Cain	
   από	
   τη	
   μια	
   κι	
   ένα	
   πραγματικό	
   γεγονός	
   από	
   την	
   άλλη),	
   το	
   στιλ	
   (την	
   πληθώρα	
   των	
  
πλάνων	
  που	
  θυμίζουν	
  Visconti,	
  την	
  προσοχή	
  του	
  Αγγελόπουλου	
  στο	
  «χώρο	
  εκτός	
  κάδρου»,	
  
που	
   έλκει	
   την	
   καταγωγή	
   της	
   από	
   τον	
   Antonioni	
   και,	
   ακόμα	
   περισσότερο,	
   από	
   τον	
  
Μιζογκούτσι).	
  Όμως	
  η	
  βασική	
  διαφορά	
  ανάμεσα	
  στο	
  Ossessione	
  και	
  την	
  Αναπαράσταση	
  –
διαφορά,	
   που	
   καθιστά	
   νόμιμη	
   τη	
   σύγκριση	
   των	
   δύο	
   έργων	
   και	
   σημαντική	
   από	
   πολλές	
  
απόψεις	
  (έστω	
  και	
  για	
  ν’	
  αποκαλύψει	
  τη	
  διαφορά	
  αντιμετώπισης	
  του	
  ίδιου	
  μύθου	
  και	
  μιας	
  
από	
  πολλές	
  απόψεις	
  ανάλογης	
  πολιτικής	
  κατάστασης),	
  αλλά	
  σε	
  τελική	
  ανάλυση	
  διαφορά	
  
εξωτερική–	
  είναι	
  πάνω	
  απ’	
  όλα	
  ιδεολογική,	
  με	
  τη	
  διπλή	
  έννοια:	
  της	
  μεταδοτικής	
  ιδεολογίας	
  
της	
  ταινίας	
  του	
  Αγγελόπουλου	
  και	
  την	
  «ιδεολογία»	
  της	
  μετάδοσης	
  (δηλαδή	
  την	
  αντίληψη	
  
περί	
  κινηματογράφου	
  που	
  φανερώνει	
  ο	
  έλληνας	
  σκηνοθέτης).	
  
Όπως	
   είναι	
   γνωστό,	
   η	
   αφορμή	
   της	
   Αναπαράστασης	
   είναι	
   ένα	
   πραγματικό	
   γεγονός	
   που	
  
συνέβη	
  στα	
  βουνά	
  της	
  Ηπείρου,	
  εκεί	
  όπου,	
  σε	
  27	
  μόνο	
  μέρες	
  και	
  με	
  πολύ	
  μικρό	
  συνεργείο,	
  
γυρίστηκε	
  η	
  ταινία:	
  «Μια	
  γυναίκα	
  –θυμάται	
  ο	
  ίδιος	
  ο	
  σκηνοθέτης–	
  είχε	
  σκοτώσει	
  τον	
  άντρα	
  
της,	
  τον	
  είχε	
  θάψει	
  κι	
  είχε	
  φυτέψει	
  πάνω	
  στον	
  τάφο	
  του	
  κρεμμύδια,	
  φτιάχνοντας	
  έτσι	
  έναν	
  
μικρό	
   κήπο,	
   ώστε	
   να	
   μην	
   μπορεί	
   να	
   βρεθεί	
   το	
   πτώμα.	
   Oι	
   ρίζες	
   των	
   κρεμμυδιών	
   είχαν	
  
βλαστήσει	
  μ’	
  έναν	
  ιδιαίτερο	
  τρόπο.	
  Ένα	
  γεγονός	
  πολύ	
  σκληρό	
  και	
  πολύ	
  γνωστό	
  μέσα	
  από	
  
την	
  ειδησεογραφία	
  των	
  εφημερίδων»2
.	
  Το	
  σκηνοθέτη,	
  όμως,	
  δεν	
  τον	
  ενδιαφέρει	
  καθόλου	
  η	
  
αναβίωση	
   του	
   γεγονότος	
   ως	
   thrilling	
   true	
   story3
·∙	
   αντίθετα,	
   το	
   γεγονός	
   απογυμνώνεται	
  
αμέσως	
  από	
  το	
  μυστήριο	
  και	
  το	
  σασπένς,	
  με	
  μια	
  σειρά	
  από	
  σκηνές	
  που	
  δείχνουν	
  κάποιες	
  
φάσεις	
  του	
  εγκλήματος	
  (το	
  θάψιμο	
  του	
  πτώματος,	
  η	
  εκδρομή-­‐άλλοθι	
  στα	
  Γιάννενα	
  κ.λπ.),	
  
τις	
   επαναλαμβανόμενες	
   ανακρίσεις	
   του	
   εισαγγελέα	
   και	
   τις	
   αστυνομίας,	
   οι	
   οποίες	
   έχουν	
  
σκοπό	
  να	
  αναπαραστήσουν	
  το	
  γεγονός	
  για	
  να	
  ξεκαθαρίσουν	
  ποιος	
  απ’	
  τους	
  δυο	
  –η	
  Ελένη	
  (η	
  
σύζυγος)	
  ή	
  ο	
  Χρήστος	
  (ο	
  αγροφύλακας	
  και	
  εραστής	
  της)–	
  έσφιξε	
  τη	
  θηλιά	
  στο	
  λαιμό	
  του	
  
θύματος,	
  του	
  Κώστα	
  Γούση,	
  μετανάστη	
  από	
  τη	
  Γερμανία	
  που	
  είχε	
  έρθει	
  να	
  επισκεφθεί	
  το	
  
χωριό	
  του.	
  Αυτό	
  που	
  ενδιαφέρει	
  τον	
  Αγγελόπουλο,	
  είναι	
  η	
  «πορεία	
  της	
  ανθρωποκτονίας	
  και	
  
για	
  ποιους	
  λόγους	
  συνέβη»·∙	
  δηλαδή,	
  ποια	
  είναι	
  η	
  κοινωνική	
  βία	
  πίσω	
  απ’	
  την	
  ατομική	
  βία	
  
που	
  εκδηλώθηκε	
  στην	
  πράξη.	
  Γι’	
  αυτό	
  και	
  ο	
  σκηνοθέτης	
  έδωσε	
  στην	
  ταινία	
  μια	
  μορφή	
  που,	
  
1
Δηµοσιεύτηκε στο περιοδικό «Cinemasessanta» τχ. 113, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1977. Μετάφραση Βιολέτα
Σωτηροπούλου-Καρύδη.
2
«Al di là del mito: Colloquio con Theodoros Angelopoulos» στο Rivista del cinematografo, τχ 12, Δεκέµβριος
1975.
3
«Αγγλικά στο κείµενο «συγκλονιστική αληθινή ιστορία» (Σ.τ.Μ.)
  3	
  
κατά	
   κάποιον	
   τρόπο,	
   θυμίζει	
   την	
   ταινία	
   του	
   Rosi	
   Τζουλιάνο	
   ο	
   αρχιληστής,	
   την	
   οποία	
   ο	
  
Αγγελόπουλος	
  εκείνης	
  της	
  εποχής	
  αναφέρει	
  ξεκάθαρα	
  σε	
  μια	
  συνέντευξή	
  του	
  στο	
  «Positif».	
  
Όπως	
  ο	
  Rosi,	
  για	
  ν’	
  «αναπαραστήσει»	
  το	
  φόνο	
  του	
  Salvatore	
  Giuliano,	
  χρησιμοποιεί	
  δύο	
  
στοιχεία	
  (τα	
  γεγονότα	
  και	
  τη	
  διαδοχική	
  δικαστική-­‐αστυνομική	
  εκδοχή	
  των	
  γεγονότων),	
  αλλά	
  
και	
  την	
  άποψη	
  του	
  αφηγητή	
  (ένα	
  είδος	
  κριτικής	
  συνείδησης	
  που	
  τονίζει	
  και	
  αξιολογεί	
  το	
  
χάσμα	
   ανάμεσα	
   στις	
   δύο	
   αλήθειες),	
   έτσι	
   κι	
   ο	
   Αγγελόπουλος	
   δημιουργεί	
   έναν	
   τριπλό	
  
διάλογο	
   ανάμεσα	
   στην	
   έρευνα	
   του	
   ανακριτή	
   που	
   ήρθε	
   από	
   την	
   πόλη,	
   στην	
   έρευνα	
   μιας	
  
ομάδας	
   δημοσιογράφων	
   που	
   φτάνουν	
   εκεί	
   γι’	
   αυτόν	
   το	
   σκοπό	
   (έναν	
   απ’	
   αυτούς	
   τον	
  
ερμηνεύει	
  ο	
  ίδιος	
  ο	
  σκηνοθέτης),	
  και	
  την	
  άποψη	
  του	
  αφηγητή	
  που,	
  απ’	
  τη	
  μια	
  προσθέτει	
  κι	
  
άλλα	
   στοιχεία	
   στην	
   «αναπαράσταση»	
   των	
   άλλων	
   δύο,	
   κι	
   από	
   την	
   άλλη	
   αποτελεί	
   στιγμή	
  
σύνθεσης	
  και	
  κρίσης.	
  Αυτή	
  η	
  «πορεία»	
  δεν	
  ξεκινά	
  από	
  το	
  «πάθος»	
  που	
  σπρώχνει	
  την	
  Ελένη	
  
να	
  γίνει	
  συζυγοκτόνος	
  με	
  τη	
  συνενοχή	
  του	
  εραστή	
  της,	
  αλλά	
  από	
  την	
  πραγματικότητα	
  της	
  
Τυμφαίας,	
  όπου,	
  όπως	
  λέει	
  στους	
  δημοσιογράφους	
  ένας	
  κάτοικος	
  του	
  χωριού,	
  «οι	
  γέροι	
  
πεθαίνουν,	
  και	
  μαζί	
  τους	
  πεθαίνουν	
  τα	
  χωράφια	
  και	
  τα	
  χωριά»,	
  γιατί	
  η	
  κύρια	
  παραγωγή	
  
εκείνου	
  του	
  χωριού	
  κι	
  ολόκληρης	
  της	
  περιοχής	
  είναι	
  οι	
  εργάτες,	
  και	
  η	
  περιοχή	
  κατοικείται	
  
σχεδόν	
  αποκλειστικά	
  από	
  γυναίκες,	
  μικρά	
  παιδιά	
  και	
  γέρους,	
  γιατί	
  οι	
  σύζυγοι,	
  οι	
  πατεράδες	
  
και	
  οι	
  συγγενείς	
  έχουν	
  φύγει	
  μετανάστες	
  στο	
  εξωτερικό	
  για	
  να	
  βρουν	
  μια	
  δουλειά	
  που	
  δε	
  
βρίσκουν	
  στην	
  πατρίδα	
  τους,	
  όπως	
  ακριβώς	
  και	
  ο	
  σύζυγος	
  της	
  χωριάτισσας	
  φόνισσας.	
  Στην	
  
Τυμφαία	
  –	
  εκατό	
  πέτρινα	
  σπίτια	
  κουρνιασμένα	
  στους	
  βράχους,	
  περιτριγυρισμένα	
  από	
  μια	
  
ξερή	
   κι	
   άγονη	
   γη,	
   και	
   βυθισμένα	
   σε	
   μια	
   σιωπή	
   που	
   τη	
   διακόπτουν	
   μόνο	
   οι	
   φωνές	
   των	
  
παιδιών–	
  πριν	
  από	
  είκοσι	
  χρόνια	
  υπήρχαν	
  1.250	
  κάτοικοι:	
  σήμερα,	
  λένε	
  τα	
  στοιχεία,	
  μόνο	
  
85,	
  που	
  είναι	
  γυναίκες,	
  γέροι	
  και	
  παιδιά.	
  Oι	
  γυναίκες	
  της	
  Τυμφαίας	
  είναι	
  χήρες,	
  έστω	
  κι	
  αν	
  
έχουν	
   κάπου	
   κάποιον	
   ζωντανό	
   σύζυγο,	
   όπως	
   και	
   τα	
   παιδιά	
   της	
   Τυμφαίας	
   είναι	
   ορφανά,	
  
έστω	
  κι	
  αν,	
  δύο	
  χιλιάδες	
  χιλιόμετρα	
  μακριά,	
  έχουν	
  έναν	
  πατέρα	
  που	
  δουλεύει	
  για	
  να	
  τα	
  
ζήσει.	
  Η	
  κατάσταση	
  όλων	
  των	
  κατοίκων	
  είναι	
  η	
  μοναξιά,	
  η	
  αδράνεια,	
  η	
  αναμονή,	
  η	
  σιωπή.	
  
Στην	
  Αναπαράσταση,	
  ο	
  διάλογος	
  περιορίζεται	
  στα	
  απαραίτητα:	
  λίγα	
  λόγια	
  απ’	
  τις	
  μανάδες	
  
στα	
  παιδιά,	
  λίγα	
  λόγια	
  απ’	
  την	
  αδελφή	
  στον	
  αδελφό,	
  λίγα	
  λόγια	
  ανάμεσα	
  στους	
  εραστές.	
  
Ακόμα	
   κι	
   όταν	
   κάνουν	
   έρωτα,	
   όπως	
   οι	
   δύο	
   εραστές	
   στο	
   ξενοδοχείο	
   «στην	
   πόλη»,	
   όπου	
  
καταφεύγουν	
  για	
  να	
  φτιάξουν	
  ένα	
  άλλοθι	
  (ο	
  Χρήστος	
  δηλώνει	
  το	
  όνομα	
  Κώστας	
  Γούσης	
  και	
  
η	
   Ελένη	
   το	
   όνομα	
   Σοφία,	
   έτσι	
   ώστε	
   να	
   επιβεβαιώνεται	
   η	
   εκδοχή	
   της	
   «εξαφάνισης»	
   του	
  
συζύγου	
   της	
   γυναίκας	
   –που	
   στην	
   πραγματικότητα	
   έχει	
   ήδη	
   δολοφονηθεί	
   και	
   θαφτεί	
   στο	
  
μποστάνι–	
  μετά	
  από	
  μια	
  τελευταία	
  και	
  μάλλον	
  ασαφή	
  ερωτική	
  συνάντηση	
  στα	
  Γιάννενα),	
  
περιορίζονται	
   σε	
   μια	
   σειρά	
   σιωπηλές	
   κινήσεις,	
   όπου	
   η	
   επικοινωνία	
   περιορίζεται	
   στα	
  
απολύτως	
  απαραίτητα:	
  μερικές	
  χειρονομίες,	
  κάποια	
  βογκητά,	
  λίγες	
  ματιές,	
  μια	
  κουβέντα.	
  Κι	
  
εμείς	
  καταλαβαίνουμε	
  πως,	
  σ’	
  εκείνο	
  το	
  πέτρινο	
  χωριουδάκι	
  της	
  Τυμφαίας,	
  σ’	
  εκείνο	
  τον	
  
γκρίζο	
  ορίζοντα	
  όπου	
  το	
  άσπρο	
  και	
  το	
  μαύρο	
  της	
  ταινίας	
  δημιουργούν	
  μια	
  έντονη	
  αντίθεση	
  
και	
   υπογραμμίζουν	
   τη	
   φτώχεια,	
   ανάμεσα	
   στα	
   σοκάκια	
   όπου	
   πέφτει	
   ακατάπαυστα	
   ένα	
  
πυκνό	
   ψιλόβροχο,	
   κάθε	
   επικοινωνία	
   ανάμεσα	
   στους	
   ανθρώπους	
   πρέπει	
   να	
   έχει	
   την	
   ίδια	
  
άγρια	
   ερημία	
   όπως	
   εκείνη	
   των	
   δύο	
   εραστών·∙	
   ίσως	
   και	
   ο	
   σύζυγος	
   της	
   φόνισσας,	
   όποτε	
  
ερχόταν	
   απ’	
   τη	
   Γερμανία,	
   να	
   ’κανε	
   ανάλογες	
   κινήσεις,	
   με	
   την	
   ανάλογη	
   σιωπή	
   και	
   μια	
  
ανάλογη	
   στοιχειώδη	
   επαφή·∙	
   ίσως,	
   εκεί	
   μακριά,	
   στον	
   αγώνα	
   για	
   να	
   επιβιώσουν,	
   να	
  
παντρευτούν	
  για	
  να	
  κάνουν	
  παιδιά,	
  να	
  πιουν	
  ένα	
  ποτήρι	
  μπίρα	
  (όταν	
  έχουν	
  λεφτά)	
  ή	
  να	
  
’χουν	
  έναν	
  γρήγορο	
  οργασμό	
  (όταν	
  βρίσκουν	
  κάποιο	
  ταίρι),	
  οι	
  άντρες	
  και	
  οι	
  γυναίκες	
  της	
  
Τυμφαίας	
  να	
  μη	
  γνωρίζουν	
  στοιχειώδη	
  πράγματα	
  της	
  ζωής,	
  όπως	
  η	
  ανάπαυση,	
  η	
  συζήτηση,	
  
η	
  τρυφερότητα·∙	
  να	
  γνωρίζουν	
  μόνο	
  τη	
  βία	
  της	
  κοινωνικής	
  τάξης,	
  που	
  δημιουργεί	
  παιδιά	
  
ορφανά	
   από	
   πατέρα	
   και	
   πατέρες	
   «ορφανούς»	
   από	
   παιδιά,	
   και	
   που	
   δεν	
   μπορούν	
   να	
   την	
  
αντιμετωπίσουν	
  παρά	
  μόνο	
  με	
  παθητική	
  αποδοχή	
  του	
  πεπρωμένου	
  τους	
  (ή	
  πηγαίνοντας	
  
κάπου	
   αλλού	
   για	
   να	
   πουλήσουν	
   την	
   δουλειά	
   τους,	
   ή	
   περιμένοντας	
   να	
   γυρίσουν,	
   αργά	
   ή	
  
  4	
  
γρήγορα,	
  εκείνοι	
  που	
  είχαν	
  φύγει)	
  ή	
  με	
  μια	
  απροσδόκητη	
  έκρηξη	
  τυφλής,	
  καταστροφικής	
  
βίας:	
   όπως	
   οι	
   δύο	
   εραστές	
   που	
   σχεδιάζουν	
   το	
   έγκλημα,	
   το	
   πραγματοποιούν	
   με	
   σκληρή	
  
ψυχρότητα,	
  το	
  κρύβουν	
  με	
  ορμέμφυτη	
  πονηριά	
  και,	
  μετά,	
  αλληλοκατηγορούνται·∙	
  ή	
  όπως	
  η	
  
Ελένη,	
  όταν	
  ορμά	
  ξαφνικά	
  στον	
  εισαγγελέα	
  και	
  παραλίγο	
  να	
  τον	
  στραγγαλίσει·∙	
  ή	
  όπως	
  οι	
  
γυναίκες	
   του	
   χωριού	
   που,	
   για	
   μια	
   στιγμή,	
   βγαίνουν	
   απ’	
   την	
   απάθειά	
   τους,	
   ορμούν	
  
λυσσασμένες	
  στη	
  φόνισσα	
  για	
  να	
  τη	
  λιντσάρουν,	
  με	
  τα	
  μάτια	
  γεμάτα	
  τρομερή	
  μανία	
  και	
  
ουρλιάζοντας,	
   παρακινημένες,	
   θαρρείς,	
   από	
   κάποια	
   φωτιά	
   που	
   τις	
   καταβρόχθιζε	
   πάντα,	
  
κάτω	
   απ’	
   τα	
   μαύρα	
   ρούχα	
   της	
   υποταγής,	
   και	
   θα	
   τη	
   σκότωναν	
   αν	
   η	
   αστυνομία	
   δεν	
  
κατάφερνε	
  να	
  τις	
  απομακρύνει	
  βιαστικά.	
  Είναι	
  φανερό:	
  τα	
  ’χουν	
  με	
  τη	
  γυναίκα	
  κι	
  όχι	
  με	
  τον	
  
άντρα	
   που,	
   ωστόσο,	
   είναι	
   το	
   ίδιο	
   ένοχος	
   μ’	
   εκείνην	
   κι	
   έχει	
   επίσης	
   συλληφθεί·∙	
   γιατί	
   κι	
  
εκείνες	
   οι	
   γυναίκες	
   έχουν	
   τους	
   άντρες	
   τους	
   –πατέρες,	
   συζύγους,	
   γιους–	
   που	
   σπάνια	
  
έρχονται	
   ή	
   δεν	
   έρχονται	
   καθόλου:	
   η	
   εγκληματική	
   πράξη	
   της	
   γυναίκας	
   ξεκινά	
   από	
   μια	
  
κατάσταση	
   ίδια	
   με	
   τη	
   δική	
   τους·∙	
   είναι	
   μια	
   πράξη	
   που	
   το	
   καταπιεσμένο	
   πάθος	
   τους	
   τις	
  
εμποδίζει	
   να	
   την	
   ολοκληρώσουν·∙	
   είναι	
   η	
   βία	
   που	
   χαλάει	
   την	
   οδυνηρή	
   ισορροπία	
   μιας	
  
ανοχής,	
  η	
  οποία,	
  ακριβώς	
  επειδή	
  την	
  έχουν	
  συνηθίσει	
  όλες,	
  είναι	
  πιο	
  υποφερτή.	
  Βασικά,	
  δε	
  
θέλουν	
  να	
  τιμωρήσουν	
  το	
  «έγκλημα»	
  της	
  γυναίκας	
  (γι’	
  αυτό	
  θα	
  φροντίσει	
  ο	
  «νόμος»	
  που	
  
ήρθε	
   από	
   μακριά·∙	
   από	
   κει,	
   δηλαδή,	
   όπου	
   βρισκόταν	
   πάντα)·∙	
   θέλουν	
   να	
   τιμωρήσουν	
   την	
  
άρνηση	
   που	
   κρύβεται	
   πίσω	
   απ’	
   αυτό	
   το	
   έγκλημα.	
   ∆εν	
   μπορούν	
   να	
   δεχτούν	
   πως	
   έγινε	
  
«ανυπόφορο»	
  αυτό	
  που	
  εκείνες	
  είχαν	
  μάθει	
  πάντα	
  να	
  υποφέρουν	
  και	
  που	
  σκοπεύουν	
  να	
  
υποφέρουν	
  για	
  πάντα·∙	
  αλλιώς,	
  θα	
  ’πρεπε	
  κι	
  εκείνες	
  να	
  πάψουν	
  να	
  υποφέρουν,	
  και,	
  για	
  να	
  
μη	
   διαπράξουν	
   κάποια	
   εγκληματική	
   πράξη,	
   για	
   να	
   μην	
   κάνουν	
   κάποια	
   απελπισμένη	
   κι	
  
ανώφελη	
  προσωπική	
  επανάσταση,	
  θα	
  πρέπει	
  να	
  κάνουν	
  κάτι	
  άλλο:	
  να	
  επαναστατήσουν	
  και	
  
ν’	
  απαντήσουν	
  στην	
  ταξική	
  βία	
  με	
  ταξική	
  βία.	
  «Oι	
  γυναίκες	
  που	
  ορμούν	
  πάνω	
  στη	
  φόνισσα	
  
–είπε	
  ο	
  σκηνοθέτης,	
  αναφερόμενος	
  στα	
  γυρίσματα	
  της	
  ταινίας	
  που	
  έγιναν	
  «ζωντανά»,	
  με	
  
ερασιτέχνες	
   ηθοποιούς–	
   ταυτίζονταν	
   απόλυτα	
   με	
   το	
   ρόλο	
   τους.	
   Για	
   εκείνες	
   ήταν	
   κάτι	
  
σημαντικό	
  αυτό	
  που	
  είχε	
  τολμήσει	
  να	
  κάνει	
  μια	
  γυναίκα	
  και	
  που,	
  κατά	
  βάθος,	
  θα	
  ’θελαν	
  κι	
  
αυτές	
   να	
   το	
   ’χουν	
   κάνει:	
   να	
   μοιχεύσουν,	
   να	
   ’χουν	
   έναν	
   εραστή,	
   έστω	
   κι	
   αν	
   χρειαστεί	
   να	
  
δολοφονήσουν	
  το	
  σύζυγο,	
  που	
  ίσως	
  δούλευε	
  στη	
  Γερμανία,	
  όπως	
  ο	
  σύζυγος	
  της	
  κεντρικής	
  
ηρωίδας.	
  Συμπεριφέρονταν,	
  λοιπόν,	
  σαν	
  να	
  αποτελούσαν	
  μέρος	
  ενός	
  ψυχοδράματος:	
  ήταν	
  
4
τρομερό...	
  δεν	
  μπορούσαμε	
  να	
  τις	
  συγκρατήσουμε	
  (στη	
  σκηνή	
  όπου	
  ορμάνε	
  στο	
  τζιπ	
  της	
  
αστυνομίας	
  που	
  παίρνει	
  τη	
  φόνισσα)·∙	
  ήταν	
  κάτι	
  παραπάνω	
  από	
  αληθινό».	
  
«Αναπαράσταση»,	
  λοιπόν,	
  αλλά	
  όχι	
  ενός	
  απλού	
  επεισοδίου	
  που	
  αναφέρεται	
  στα	
  χρονικά,	
  
ούτε	
   «η	
   ιστορία	
   ενός	
   εγκλήματος	
   πάθους	
   σε	
   κάποιο	
   χωριό»,	
   ούτε	
   καν	
   μια	
   «σύγχρονη	
  
διασκευή	
  στο	
  μύθο	
  των	
  Ατρειδών»,	
  πράγματα	
  που	
  έχουν	
  ειπωθεί	
  και	
  ξαναειπωθεί·∙	
  η	
  σχέση	
  
τού	
  Αγγελόπουλου	
  με	
  το	
  μύθο,	
  όπως	
  παρουσιάζεται	
  στην	
  ταινία	
  του	
  (κι	
  όπως	
  θα	
  φανεί	
  με	
  
το	
  Θίασο),	
  είναι	
  μια	
  μεθοδική	
  καταστροφή	
  της	
  αρχετυπικής	
  διάστασης,	
  που	
  αποτελεί	
  το	
  
ίδιο	
   το	
   θεμέλιο	
   του	
   μύθου:	
   εντάσσοντας	
   σ’	
   αυτόν	
   τα	
   στοιχεία	
   της	
   υπόθεσης	
   και	
   της	
  
πραγματικότητας,	
   ο	
   Αγγελόπουλος	
   δεν	
   τον	
   παρουσιάζει	
   σαν	
   αιώνιο	
   πεπρωμένο	
   και	
  
αναλλοίωτο	
   κατηγόρημα,	
   αλλά	
   σαν	
   συμπαγή	
   διάσταση	
   μιας	
   σύγκρουσης	
   ιστορικής	
   και,	
  
άρα,	
  εφικτής.	
  Μέσα	
  στη	
  συνολική	
  δομή	
  της	
  ταινίας	
  (που	
  κλείνει	
  όπως	
  άνοιξε,	
  με	
  την	
  είσοδο	
  
του	
  Κώστα	
  Γούση	
  στο	
  σπίτι	
  όπου	
  θα	
  δολοφονηθεί),	
  τα	
  διάφορα	
  κομμάτια	
  της	
  αλήθειας	
  που	
  
ο	
   Αγγελόπουλος	
   έχει	
   ενώσει	
   μεταξύ	
   τους,	
   μέσα	
   απ’	
   τον	
   τριπλό	
   μηχανισμό	
   που	
  
χρησιμοποίησε	
  από	
  την	
  αρχή,	
  δημιουργούν	
  μια	
  βαθιά	
  διαλεκτική,	
  στα	
  κενά	
  της	
  οποίας	
  το	
  
«ανείπωτο»	
   (αυτή	
   η	
   ιδιαίτερη	
   αισθητική	
   τού	
   να	
   «μιλάμε	
   σιγά»,	
   που	
   επιβάλλει	
   η	
  
δικτατορία)	
   αποκτά	
   μιαν	
   απροσδόκητη	
   σπουδαιότητα,	
   μιαν	
   απρόσμενα	
   ιδεολογική	
  
4
Βλ. υποσηµείωση 2.
  5	
  
οντότητα.	
  Ίσως	
  γι’	
  αυτό	
  (επειδή,	
  δηλαδή,	
  η	
  ιδεολογία	
  αυτής	
  της	
  μορφής	
  είναι	
  και	
  η	
  μορφή	
  
αυτής	
  της	
  ιδεολογίας)	
  ο	
  Αγγελόπουλος,	
  παρ’	
  όλο	
  που	
  έχει	
  να	
  κάνει	
  μ’	
  έναν	
  ανάλογο	
  μύθο,	
  
δεν	
   έχει	
   ανάγκη	
   –όπως	
   ο	
   Cain–	
   ενός	
   διαβολικού	
   Σάκετ5	
  που	
   στέλνει	
   τους	
   ενόχους	
   στην	
  
αγχόνη,	
  ούτε	
  –όπως	
  ο	
  Visconti–	
  ενός	
  Σπανιόλου	
  που	
  υποδεικνύει	
  την	
  πιθανή	
  λύτρωση,	
  και	
  
μιας	
  Μοίρας	
  που,	
  την	
  τελευταία	
  στιγμή,	
  τιμωρεί	
  τους	
  αλύτρωτους	
  ενόχους.	
  Μ’	
  άλλα	
  λόγια,	
  
είναι	
  σαφές	
  ότι,	
  καθώς	
  λειτουργεί	
  μέσα	
  σε	
  μια	
  κουλτούρα	
  όπου	
  ο	
  Μύθος	
  έχει	
  παράδοση	
  
και	
   ρίζες	
   βαθιές,	
   ο	
   Αγγελόπουλος	
   τονίζει	
   από	
   την	
   πρώτη	
   του	
   ταινία	
   μεγάλου	
   μήκους	
   τα	
  
αποτελέσματα	
  μιας	
  διαλεκτικής	
  προσέγγισης	
  της	
  πραγματικότητας,	
  που	
  δεν	
  αποτελεί	
  μόνο	
  
καμπή	
   για	
   τον	
   ελληνικό	
   κινηματογράφο	
   («...μια	
   ταινία	
   που	
   ταράζει,	
   μια	
   πραγματική	
  
τραγωδία,	
   το	
   μεγαλείο	
   της	
   οποίας	
   γελοιοποιεί	
   την	
   τεχνική	
   πολλών	
   ταινιών	
   που	
   έχουν	
  
παραχθεί	
  πρόσφατα	
  στην	
  Ελλάδα»6
),	
  αλλά	
  και	
  μια	
  σημαντική	
  κατάθεση	
  στα	
  πλαίσια	
  της	
  
διεθνούς	
  ανανέωσης	
  του	
  κινηματογράφου	
  που	
  διαδέχθηκε	
  το	
  ’68.	
  	
  
Oι	
   Μέρες	
   του	
   ’36,	
   η	
   δεύτερη	
   ταινία	
   μεγάλου	
   μήκους	
   του	
   Θόδωρου	
   Αγγελόπουλου,	
  
γυρίστηκε	
  το	
  1972.	
  Το	
  ’73	
  παρουσιάζεται	
  στις	
  Κάννες,	
  στο	
  πρόγραμμα	
  «La	
  Quinzaine	
  des	
  
Réalisateurs»	
   («∆εκαπενθήμερο	
   των	
   Σκηνοθετών»),	
   και	
   μετά	
   από	
   μια	
   βδομάδα	
   στο	
  
Βερολίνο,	
  στα	
  πλαίσια	
  του	
  Filmforum,	
  όπου	
  κερδίζει	
  πάλι	
  το	
  Βραβείο	
  της	
  Fipresci.	
  Ωστόσο,	
  
παρά	
  τις	
  συμμετοχές	
  σε	
  φεστιβάλ	
  και	
  τις	
  διακρίσεις,	
  παρά	
  «την	
  ευρύτητα	
  και	
  την	
  πολιτική	
  
σημασία	
  του	
  λόγου	
  του7	
  παρά	
  το	
  γεγονός	
  ότι	
  πρόκειται	
  για	
  την	
  καλύτερη	
  ελληνική	
  ταινία	
  
της	
   περιόδου	
   ’67-­‐’73,	
   το	
   ενδιαφέρον	
   των	
   κριτικών	
   είναι	
   ακόμα	
   συγκρατημένο:	
   λίγες	
  
γραμμές	
   (με	
   μοναδική	
   εξαίρεση	
   το	
   περιοδικό	
   «Cinema	
   ’73»8
)	
   σε	
   κάποια	
   εξειδικευμένα	
  
γαλλικά	
   περιοδικά	
   που	
   τη	
   χαρακτηρίζουν	
   «très	
   beau	
   film»9
,	
   υπάρχει	
   η	
   επιβεβαίωση	
   του	
  
«très	
  solide	
  talent»10	
  που	
  ο	
  Αγγελόπουλος	
  το	
  έχει	
  ήδη	
  φανερώσει	
  από	
  την	
  Αναπαράσταση·∙	
  
λίγες	
   γραμμές	
   σε	
   κάποια	
   ιταλικά	
   περιοδικά	
   με	
   σημειώσεις	
   πολύ	
   ουσιαστικές	
   για	
   «μια	
  
πραγματικότητα	
  γυμνή	
  και	
  στεγνή	
  ώς	
  το	
  κόκαλο»	
  και	
  για	
  στιλ	
  «που	
  θυμίζει	
  Jancs1⁄2»,	
  ενώ,	
  
ανάμεσα	
  στους	
  πολλούς	
  «προσκεκλημένους»	
  του	
  ιταλικού	
  ημερήσιου	
  Τύπου	
  στις	
  Κάννες,	
  
μόνο	
   ένας	
   συνιστά	
   την	
   ταινία	
   στους	
   αναγνώστες·∙	
   ούτε	
   μία	
   γραμμή	
   στα	
   γερμανικά,	
   τα	
  
σουηδικά,	
   τα	
   αμερικανικά	
   και	
   τα	
   αγγλικά	
   περιοδικά,	
   παρ’	
   όλο	
   που	
   το	
   βρετανικό	
  
«International	
   Film	
   Guide	
   ’74»	
   δημοσιεύει	
   μια	
   σύντομη	
   κριτική	
   για	
   την	
   ταινία. 11 	
  To	
  
παράξενο	
  φαινόμενο,	
  να	
  παρουσιάζεται	
  μια	
  ταινία	
  σε	
  κάποιο	
  φεστιβάλ,	
  να	
  αναγνωρίζουν	
  
όλοι	
  την	
  ποιότητά	
  της,	
  αλλά	
  σχεδόν	
  κανείς	
  να	
  μην	
  έχει	
  «χρόνο»	
  (ή	
  «χώρο»)	
  για	
  να	
  γράψει	
  
κάτι,	
  είναι	
  χαρακτηριστικό	
  του	
  πώς	
  ακόμα	
  και	
  τα	
  καλύτερα	
  και	
  τα	
  πιο	
  ειλικρινή	
  φεστιβάλ	
  
(όπως	
  σίγουρα	
  είναι	
  το	
  «∆εκαπενθήμερο»	
  των	
  Καννών	
  και	
  το	
  Filmforum	
  του	
  Βερολίνου),	
  
πέρα	
   απ’	
   την	
   πραγματική	
   πληροφόρηση	
   που	
   παρέχουν,	
   συχνά	
   καταλήγουν	
   να	
   είναι	
  
«μηχανές»	
   που	
   μάλλον	
   εξυπηρετούνται	
   απ’	
   τις	
   ταινίες,	
   παρά	
   τις	
   εξυπηρετούν.	
   Είναι	
  
γεγονός	
   πως	
   σ’	
   ένα	
   φεστιβάλ	
   δεν	
   αρκεί	
   μια	
   «ωραία	
   ταινία»	
   για	
   ν’	
   αλλάξει	
   την	
  
επιμορφωτική-­‐	
   παραμορφωτική	
   δράση	
   της	
   κριτικής,	
   αυτής	
   που	
   ονομάζεται	
   «μαχόμενη»·∙	
  
χρειάζεται	
  μια	
  ταινία	
  εντυπωσιακή	
  (που	
  να	
  έχει	
  γίνει	
  γνωστή	
  πριν	
  αναφερθεί	
  σε	
  κριτικές	
  
και	
   σε	
   δημοσιογραφικές	
   ανταποκρίσεις)	
   ή	
   ένα	
   αριστούργημα:	
   η	
   κριτική	
   θ’	
   αρχίσει	
   ν’	
  
ασχολείται	
  ουσιαστικά	
  με	
  τον	
  Αγγελόπουλο	
  μόνο	
  το	
  ’75,	
  με	
  την	
  ταινία	
  O	
  θίασος.	
  
5
Ο αστυνόµος-ήρωας του µυθιστορήµατος του James Cain Ο ταχυδρόµος χτυπάει πάντα δυο φορές, στο οποίο
βασίζεται το Ossessione του Luchino Visconti (Σ.τ.Μ.)
6
Mirella Georgiadou, “Anaparastasis”, στο International Film Guide, The Tantivy Press, Λονδίνο 1971.
7
J. Bakoyannopoulos, “Il cinema Greco alla vigilia di una nuova epoca” (“Rivista del cinematografo”, τχ. 12,
1975).
8
J.-L.P. (Jean –Loupe Passek), “ Jours de ’36 στο «Cinéma ’73» τχ. 177, Ιούνιος 1973
9
Γαλλικά στο κείµενο: «πολύ ωραία ταινία» (Σ.τ.Μ.)
10
Γαλλικά στο κείµενο: «πολύ σίγουρο ταλέντο» (Σ.τ.Μ.)
11
Peter Cowie “Meres toy 1936” στο International Film Guide, The Tantivy Press, Λονδίνο 1973.
  6	
  
Κι	
  όμως,	
  οι	
  Μέρες	
  του	
  ’36,	
  παρ’	
  όλο	
  που	
  δεν	
  είναι	
  ένα	
  «αριστούργημα»,	
  είναι	
  σίγουρα	
  μια	
  
εξαιρετική	
   ταινία,	
   όχι	
   μόνο	
   για	
   το	
   αισθητικό	
   της	
   αποτέλεσμα,	
   αλλά	
   και	
   για	
   τις	
  
αντικειμενικές	
   συνθήκες	
   κάτω	
   απ’	
   τις	
   οποίες	
   πραγματοποιήθηκε	
   η	
   παραγωγή	
   της:	
   μια	
  
ταινία	
   ενάντια	
   στη	
   δικτατορία,	
   που	
   γυρίστηκε	
   στην	
   ακμή	
   της	
   δικτατορίας.	
   Εδώ,	
  
περισσότερο	
  από	
  ποτέ,	
  γίνεται	
  συγκεκριμένη	
  αυτή	
  «η	
  ιδιαίτερη	
  αισθητική»·∙	
  εδώ,	
  όπως	
  έχει	
  
ήδη	
   αποκαλυφθεί,	
   η	
   δικτατορία	
   των	
   συνταγματαρχών	
   (που	
   δεν	
   διαφέρει	
   από	
   άλλες	
  
δικτατορίες)	
   γίνεται	
   ασφυκτική.	
   O	
   ίδιος	
   ο	
   Αγγελόπουλος	
   τα	
   υπογραμμίζει	
   αυτά	
   σε	
   μια	
  
συνέντευξή	
  του:	
  «Καθετί	
  σημαντικό	
  σ’	
  αυτή	
  την	
  ταινία,	
  προσπάθησα	
  να	
  το	
  βάλω	
  πίσω	
  από	
  
κλειστές	
  πόρτες,	
  ή	
  να	
  λέγεται	
  πίσω	
  από	
  κλειστές	
  πόρτες,	
  ή	
  στο	
  τηλέφωνο,	
  ή	
  να	
  μη	
  λέγεται	
  
καθόλου,	
   ή	
   να	
   ψιθυρίζεται.	
   Η	
   δικτατορία	
   είναι	
   καταγραμμένη	
   στη	
   δομή	
   της	
   ίδιας	
   της	
  
ταινίας.	
  Ήταν	
  οι	
  συνθήκες	
  κάτω	
  απ’	
  τις	
  οποίες	
  εργαζόμουν:	
  δεν	
  μπορούσα	
  να	
  μιλήσω.	
  Είναι	
  
μια	
  δουλειά	
  βασισμένη	
  πάνω	
  σ’	
  αυτά	
  που	
  δεν	
  λέγονται,	
  πάνω	
  σ’	
  αυτά	
  που	
  δεν	
  μπορούν	
  να	
  
ειπωθούν.	
   Αυτή	
   είναι	
   η	
   βάση	
   της	
   ταινίας»12
.	
   Και	
   αλλού:	
   «Φυσικά,	
   δεν	
   μπορούσα	
   να	
  
εκφράσω	
  ξεκάθαρα	
  τη	
  σκέψη	
  μου.	
  Γι’	
  αυτό	
  και	
  άφησα	
  να	
  περάσει	
  μέσα	
  στην	
  αισθητική	
  της	
  
ταινίας	
   η	
   λογοκρισία:	
   συχνά	
   ακούγονται	
   άτομα	
   να	
   μιλάνε	
   ψιθυριστά,	
   αλλά	
   κανείς	
   δεν	
  
μπορεί	
  να	
  καταλάβει	
  τι	
  λένε.	
  Αν	
  είχα	
  εκφραστεί	
  ελεύθερα,	
  θα	
  μου	
  είχαν	
  σίγουρα	
  επιβάλει	
  
λογοκρισία·∙	
  τη	
  γύρισα	
  λοιπόν	
  με	
  τέτοιο	
  τρόπο,	
  ώστε	
  ο	
  θεατής	
  να	
  καταλάβει	
  πως	
  ήταν	
  θέμα	
  
λογοκρισίας».13	
  O	
   πρώτος	
   τρόπος	
   με	
   τον	
   οποίο	
   η	
   δικτατορία	
   και	
   η	
   λογοκρισία	
   μπαίνουν	
  
στην	
  ταινία	
  και	
  καθορίζουν	
  κατά	
  κάποιον	
  τρόπο	
  την	
  αισθητική	
  της,	
  είναι	
  η	
  ίδια	
  η	
  επιλογή	
  
του	
  θέματος:	
  αυτές	
  οι	
  «μέρες	
  του	
  ’36»	
  (στην	
  πραγματικότητα,	
  η	
  ταινία	
  αρχίζει	
  στα	
  τέλη	
  του	
  
’35)	
  προηγούνται	
  των	
  πολιτικών	
  εκλογών	
  και	
  της	
  ανάθεσης	
  της	
  διακυβέρνησης	
  της	
  χώρας	
  
στον	
   στρατηγό	
   Μεταξά,	
   ο	
   οποίος,	
   δύο	
   μήνες	
   αργότερα,	
   στις	
   4	
   Αυγούστου,	
   διαλύει	
   τη	
  
Βουλή,	
   βάζει	
   στη	
   φυλακή	
   50.000	
   αντίπαλους	
   και	
   εγκαθιδρύει	
   δικτατορία,	
   ζητώντας	
   τη	
  
στήριξη	
   του	
   Hitler	
   και	
   του	
   Μussolini	
   «διότι,	
   από	
   της	
   4ης	
   Αυγούστου	
   1936,	
   η	
   Ελλάς	
   –
σύμφωνα	
  με	
  τα	
  δικά	
  του	
  λόγια–	
  κατέστη	
  κράτος	
  αντικομμουνιστικόν,	
  αντικοινοβουλευτικόν	
  
και	
  απολυταρχικόν».	
  Η	
  ταινία,	
  τοποθετημένη	
  στο	
  κλίμα	
  που	
  προηγείται	
  και	
  προετοιμάζει	
  το	
  
πραξικόπημα	
  του	
  Αυγούστου,	
  αρχίζει	
  με	
  το	
  φόνο	
  ενός	
  συνδικαλιστή	
  μέσα	
  στο	
  πλήθος,	
  σε	
  
μια	
  ηλιόλουστη	
  πλατεία.	
  Η	
  αστυνομία	
  συλλαμβάνει	
  μερικούς	
  από	
  τους	
  παρευρισκoμένους,	
  
ανάμεσα	
  στους	
  οποίους	
  είναι	
  κι	
  ένας	
  πρώην	
  έμπιστος	
  της	
  αστυνομίας,	
  ο	
  Σοφιανός,	
  που	
  τον	
  
κλείνουν	
   στη	
   φυλακή.	
   O	
   Σοφιανός	
   βρίσκει	
   ένα	
   πιστόλι	
   και	
   κλείνεται	
   στο	
   κελί	
   του,	
  
κρατώντας	
  όμηρο	
  ένα	
  βουλευτή	
  της	
  ∆εξιάς	
  που	
  έχει	
  πάει	
  να	
  τον	
  επισκεφθεί,	
  και	
  απειλεί	
  να	
  
τον	
  σκοτώσει	
  κι	
  αμέσως	
  μετά	
  να	
  αυτοκτονήσει	
  αν	
  δεν	
  τον	
  ελευθερώσουν.	
  Η	
  διεύθυνση	
  της	
  
φυλακής,	
  η	
  κυβέρνηση,	
  τα	
  πολιτικά	
  κόμματα	
  που	
  τη	
  στηρίζουν,	
  εμπλέκονται	
  στο	
  γεγονός,	
  
που	
   παίρνει	
   μεγάλες	
   διαστάσεις.	
   Περισσότερο	
   απ’	
   όλους,	
   ανησυχεί	
   η	
   κυβέρνηση	
   που	
  
βασίζεται	
  σ’	
  ένα	
  συνασπισμό	
  της	
  Κεντροδεξιάς	
  και	
  δεν	
  μπορεί	
  να	
  θέσει	
  σε	
  κίνδυνο	
  τη	
  ζωή	
  
του	
  βουλευτή,	
  γιατί	
  δεν	
  θέλει	
  να	
  χάσει	
  τη	
  στήριξη	
  της	
  ∆εξιάς,	
  ενώ,	
  συγχρόνως,	
  δεν	
  μπορεί	
  
να	
   διακινδυνέψει	
   ν’	
   αφήσει	
   ελεύθερο	
   τον	
   ύποπτο	
   Σοφιανό,	
   γιατί	
   δεν	
   θέλει	
   να	
   χάσει	
   τη	
  
στήριξη	
   του	
   κόμματος	
   του	
   Κέντρου.	
   Ανάμεσα	
   στη	
   φυλακή	
   και	
   τον	
   έξω	
   κόσμο,	
  
πηγαινοέρχονται	
   μηνύματα	
   και	
   αγγελιαφόροι,	
   ανακατεύονται	
   όργανα	
   του	
   κόμματος	
   και	
  
αστυνομικοί,	
  πλέκονται	
  σκοτεινές	
  μηχανορραφίες	
  και	
  αόρατες	
  συνωμοσίες.	
  Oι	
  Αρχές	
  και	
  οι	
  
πολιτικοί	
  προσπαθούν	
  να	
  πείσουν	
  τον	
  Σοφιανό	
  να	
  εγκαταλείψει	
  το	
  σχέδιό	
  του,	
  χωρίς	
  να	
  τα	
  
καταφέρνουν.	
   Μετά	
   από	
   μια	
   σειρά	
   προσπαθειών	
   και	
   συμφωνιών,	
   θα	
   επιλέξουν	
   έναν	
  
ελεύθερο	
   σκοπευτή	
   για	
   να	
   τους	
   λύσει	
   το	
   πρόβλημα	
   σκοτώνοντας	
   το	
   ενοχλητικό	
   άτομο,	
  
αφού	
   πρώτα	
   έχουν	
   δοκιμάσει	
   να	
   τον	
   δηλητηριάσουν.	
   Αφού	
   αποκαταστάθηκε	
   «η	
   τάξη»,	
  
τώρα	
  μπορούν	
  να	
  θέσουν	
  ανενόχλητοι	
  σ’	
  εφαρμογή	
  την	
  καταπίεση.	
  Η	
  ταινία,	
  που	
  αρχίζει	
  με	
  
12
Αγγελόπουλος, σε συνοµιλία µε τον Michel Ciment (“Positif” τχ. 174, 1975).
13
Βλ. υποσηµείωση 2
  7	
  
μια	
   δολοφονία	
   μάλλον	
   μυστηριώδη,	
   κλείνει	
   με	
   μια	
   εκτέλεση	
   αγωνιστών	
   από	
   ένα	
  
απόσπασμα	
  νόμιμων	
  δολοφόνων.	
  Η	
  επιλογή	
  της	
  ανάλυσης	
  όχι	
  απλώς	
  της	
  δικτατορίας	
  (τόσο	
  
του	
  Μεταξά	
  όσο	
  και	
  του	
  Παπαδόπουλου),	
  αλλά	
  και	
  του	
  ηθικού	
  και	
  πολιτικού	
  κλίματος	
  που	
  
της	
   έστρωσε	
   το	
   δρόμο,	
   πιθανόν	
   να	
   καθορίζεται	
   –κατά	
   τα	
   λεγόμενα–	
   από	
   την	
   έλλειψη	
  
δυνατότητας	
   να	
   τεθεί	
   απευθείας	
   το	
   θέμα	
   του	
   ελληνικού	
   φασισμού	
   και,	
   ταυτόχρονα,	
  
ανταποκρίνεται	
   στην	
   επιθυμία	
   για	
   την	
   πραγματοποίηση	
   μιας	
   αναλυτικής	
   ταινίας	
   κι	
   όχι	
  
απλώς	
   για	
   μια	
   πράξη	
   αντιφασιστικής	
   μαρτυρίας.	
   «Σκοπός	
   μας	
   –θυμάται	
   ο	
   σκηνοθέτης–	
  
ήταν	
   να	
   αναλύσουμε	
   τους	
   λόγους	
   που	
   μας	
   οδήγησαν	
   στη	
   δικτατορία.	
   Ψάχνοντας	
   στην	
  
ελληνική	
   Ιστορία,	
   το	
   μόνο	
   παρόμοιο	
   που	
   μπορέσαμε	
   να	
   βρούμε,	
   ήταν	
   η	
   δικτατορία	
   του	
  
Μεταξά.	
   Ζούσαμε	
   κάτω	
   από	
   μια	
   δικτατορία	
   και	
   δεν	
   μπορούσαμε	
   να	
   μιλήσουμε	
   για	
   το	
  
φασιστικό	
  καθεστώς	
  του	
  Παπαδόπουλου·∙	
  μπορούσαμε,	
  όμως,	
  να	
  μιλήσουμε	
  για	
  μιαν	
  άλλη,	
  
ανάλογη	
  δικτατορία»14
.	
  	
  
Ωστόσο,	
   η	
   μεγαλύτερη	
   «πολιτική	
   διάσταση»	
   του	
   επιλεγμένου	
   θέματος	
   οδηγεί	
   τον	
  
Αγγελόπουλο	
   να	
   τροποποιήσει	
   σημαντικά	
   την	
   «αισθητική»	
   της	
   Αναπαράστασης.	
   Από	
   τα	
  
ίδια	
  τα	
  λόγια	
  του	
  σκηνοθέτη,	
  έχει	
  ήδη	
  αποκαλυφθεί	
  πως,	
  εδώ,	
  το	
  ανείπωτο	
  (το	
  οποίο,	
  στην	
  
πρώτη	
  εκείνη	
  ταινία,	
  είναι,	
  κατά	
  κάποιον	
  τρόπο,	
  το	
  υπονοούμενο	
  στα	
  διαλεκτικά	
  κενά	
  της	
  
συζήτησης)	
  έχει	
  μεταμορφωθεί	
  σε	
  άμεσο	
  αφηγηματικό	
  υλικό:	
  οι	
  σιωπές,	
  τα	
  βλέμματα,	
  οι	
  
υπαινιγμοί,	
  οι	
  ψίθυροι,	
  οι	
  βιαστικές	
  κουβέντες,	
  οι	
  ματιές	
  συνεννόησης,	
  παρουσιάζονται	
  με	
  
αμεσότητα	
   και	
   δεν	
   είναι	
   πια	
   μόνο	
   υπαινικτικές.	
   Εδώ,	
   ο	
   «ρεαλισμός»	
   που	
   χαρακτηρίζει	
  
ακόμα	
  και	
  φωτογραφικά	
  την	
  προσέγγιση	
  του	
  Αγγελόπουλου	
  στο	
  χωριό	
  Τυμφαία	
  και	
  στην	
  
ανθρώπινη	
   εξορία	
   της	
   Ηπείρου,	
   αντιστρέφεται	
   σε	
   μιαν	
   αρχική	
   άρνηση	
   της	
   «ρεαλιστικής	
  
εντύπωσης»,	
  πράγμα	
  που,	
  αργότερα,	
  θα	
  ωριμάσει	
  ακόμα	
  περισσότερο	
  στο	
  Θίασο,	
  μιας	
  και,	
  
σ’	
   αυτή	
   την	
   ταινία,	
   μόνο	
   εν	
   μέρει	
   χρησιμοποιείται	
   ακόμα	
   το	
   Verfemdungseffect15	
  	
   που	
  
χαρακτηρίζει	
   ιδιαίτερα	
   το	
   τρίτο	
   έργο	
   του	
   σκηνοθέτη.	
   Αυτή	
   η	
   αποφασιστική	
   εγκατάλειψη	
  
των	
   «νατουραλιστικών»	
   καταλοίπων	
   –τα	
   οποία,	
   στην	
   Αναπαράσταση,	
   λειτουργούσαν	
   με	
  
μεγάλη	
   αποτελεσματικότητα–	
   καθορίστηκε	
   από	
   μια	
   σειρά	
   πολύ	
   σημαντικών	
   επιλογών	
   –	
  
δομικών	
   και	
   υφολογικών·∙	
   κυρίως,	
   της	
   χρησιμοποίησης	
   (απλώς	
   περιπτωσιακής	
   στην	
  
Αναπαράσταση)	
   του	
   πλάνου-­‐σεκάνς	
   ως	
   αντικειμενικής	
   καταγραφής	
   ενός	
   «βιώματος»	
   της	
  
κάμερας	
  που	
  δεν	
  προσπαθεί	
  να	
  περάσει	
  σαν	
  πραγματικό,	
  αλλά	
  σαν	
  μια	
  ξεκάθαρη	
  mise	
  en	
  
scène16	
  μιας	
  πλοκής,	
  σαν	
  ιδεολογική	
  στιγμή	
  μιας	
  «αναπαράστασης».	
  Πράγματι,	
  αυτό	
  είναι	
  
το	
   αποτέλεσμα	
   μιας	
   σωστής	
   χρησιμοποίησης	
   του	
   πλάνου-­‐σεκάνς:	
   προκειμένου	
   να	
  
καθορίσει	
   «πλασματικά»	
   μια	
   συνεχή	
   Zeitraum17 	
  της	
   αφήγησης,	
   τη	
   συγκροτεί	
   ως	
   μια	
  
οργανωμένη	
   ιδεολογική-­‐αφηγηματική	
   προσέγγιση	
   συγκεκριμένων	
   στοιχείων.	
   Στο	
   Θίασο,	
  
όπως	
   θα	
   δούμε,	
   τέτοια	
   προσέγγιση	
   λειτουργεί	
   αντίθετα,	
   για	
   να	
   υπογραμμίσει	
   τον	
  
ιδεολογικό	
  συγχρονισμό	
  ιστορικά	
  διαχρονικών	
  γεγονότων.	
  Στις	
  Μέρες	
  του	
  ’36,	
  λειτουργεί	
  
ακόμα	
   στο	
   εσωτερικό	
   ενός	
   διαλόγου,	
   ιδεολογικά	
   και	
   αφηγηματικά	
   (και	
   ιστορικά)	
  
συγχρονισμένου,	
  αλλά	
  με	
  πολύ	
  έντονο	
  ιδεολογικό	
  φορτίο.	
  Μ’	
  αυτή	
  τη	
  λογική,	
  η	
  αναφορά	
  
στον	
  κινηματογράφο	
  του	
  Jancsο	
  και	
  στα	
  βασικά	
  υφολογικά	
  τεχνάσματά	
  του	
  (αυτό	
  ακριβώς	
  
το	
   πλάνο-­‐σεκάνς)	
   είναι	
   σωστή,	
   αλλά	
   πρέπει	
   να	
   ξεκαθαρίσουμε	
   ότι,	
   ενώ	
   στον	
   Jancsο	
  
(τουλάχιστον	
  στον	
  τελευταίο	
  Jancsο,	
  αυτόν	
  του	
  Κόκκινου	
  ψαλμού	
  και	
  της	
  Ηλέκτρας,	
  κι	
  όχι	
  
τον	
   πρώιμο,	
   των	
   Νικημένων)	
   το	
   πλάνο-­‐σεκάνς	
   είναι,	
   κατά	
   κάποιον	
   τρόπο,	
   η	
   συναφής	
   κι	
  
αρμονική	
  σκηνοθεσία	
  μιας	
  σκηνοθεσίας	
  που	
  έχει	
  προηγηθεί	
  ad	
  hoc	
  σε	
  προφιλμικό	
  στάδιο,	
  
στον	
  Αγγελόπουλο	
  (τουλάχιστον	
  στις	
  Μέρες	
  του	
  ’36)	
  βασίζεται	
  σε	
  μια	
  διαλεκτική	
  αντίθεση	
  
14
Βλ. υποσηµείωση 2.
15
Γερµανικά στο κείµενο: παραξένεµα (Σ.τ.Μ.)
16
Γαλλικά στο κείµενο: σκηνοθεσία (Σ.τ.Μ.)
17
Γερµανικά στο κείµενο: χρονικότητα (Σ.τ.Μ.)
  8	
  
ανάμεσα	
   στο	
   «ρεαλισμό»	
   του	
   προφιλμικού	
   και	
   στο	
   «πλασματικό»	
   ύφος	
   του	
   έργου	
   που	
  
επιτελεί	
   πάνω	
   του	
   η	
   κάμερα,	
   ως	
   μέσο	
   αναπαράστασής	
   του.	
   Μ’	
   άλλα	
   λόγια,	
   τα	
   πλάνα-­‐
σεκάνς	
  του	
  Αγγελόπουλου	
  δημιουργούν,	
  κατά	
  κάποιον	
  τρόπο	
  (καίτοι,	
  σ’	
  αυτή	
  την	
  ταινία,	
  
όχι	
  τόσο	
  συχνά	
  όσο	
  στο	
  Θίασο),	
  την	
  αίσθηση	
  της	
  «αποξένωσης»	
  και,	
  υπ’	
  αυτή	
  την	
  έννοια,	
  
πλησιάζει	
  περισσότερο	
  το	
  στιλ	
  του	
  Antonioni	
  (ας	
  σκεφτούμε	
  κυρίως	
  το	
  τέλος	
  της	
  ταινίας	
  
Επάγγελμα:	
   ρεπόρτερ)	
   παρά	
   του	
   Jancsο.	
   Ένα	
   άλλο	
   στοιχείο,	
   το	
   οποίο	
   στη	
   μεν	
  
Αναπαράσταση	
   εμφανίζεται	
   απλώς	
   περιπτωσιακά,	
   αλλά	
   στις	
   Μέρες	
   του	
   ’36	
   τονίζεται	
  
ιδιαίτερα,	
   είναι	
   η	
   χρήση	
   του	
   χώρου	
   οff·∙	
   δηλαδή,	
   σύμφωνα	
   με	
   τα	
   λόγια	
   του	
   σκηνοθέτη,	
  
«αυτού	
  που	
  συμβαίνει	
  εκτός	
  κάδρου»,18	
  κάτι	
  που	
  εξηγεί	
  ακόμα	
  και	
  την	
  αρχική	
  αγάπη	
  του	
  
Αγγελόπουλου	
   για	
   τον	
   Antonioni	
   και	
   τον	
   Μιζογκούτσι.	
   To	
   «άδειo»	
   κάδρο,	
   που	
   συχνά	
  
ολοκληρώνει	
  τις	
  αφηγηματικές	
  σεκάνς	
  στις	
  Μέρες	
  του	
  ’36,	
  όταν	
  η	
  δράση	
  έχει	
  πια	
  τελειώσει	
  
και	
  οι	
  «ήρωες»	
  βγαίνουν	
  απ’	
  το	
  κάδρο,	
  είναι,	
  πρώτα	
  απ’	
  όλα,	
  ένα	
  άλλο	
  από	
  τα	
  μέσα	
  με	
  τα	
  
οποία	
   ο	
   Αγγελόπουλος	
   προσπαθεί	
   να	
   καταστρέψει	
   την	
   «εντύπωση	
   του	
   πραγματικού»,	
  
παρουσιάζοντας	
   τη	
   δράση	
   σαν	
   σε	
   μια	
   θεατρική	
   σκηνή	
   (κάτι	
   που	
   θα	
   τονιστεί	
   ακόμα	
  
περισσότερο	
   στο	
   Θίασο,	
   όπου	
   υιοθετεί	
   συστηματικά	
   το	
   «cadrage	
   frontal	
   qui	
   situe	
   le	
  
spectateur	
  en	
  face	
  de	
  l’action	
  et	
  non	
  plus	
  au	
  milieu	
  des	
  personnages»19
),	
  και,	
  δεύτερον,	
  η	
  
μέθοδος	
  με	
  την	
  οποία	
  ο	
  σκηνοθέτης	
  εξαφανίζει,	
  για	
  να	
  μεταχειριστούμε	
  την	
  ορολογία	
  του	
  
Brecht,	
  την	
  «ένταση	
  που	
  αφορά	
  στην	
  έκβαση»	
  και	
  δημιουργεί	
  την	
  «ένταση	
  που	
  αφορά	
  στην	
  
πλοκή»,	
  καταργεί	
  τη	
  συνέχεια	
  όπου	
  «κάθε	
  σκηνή	
  εξυπηρετεί	
  μιαν	
  άλλη»,	
  υπογραμμίζει	
  πως	
  
«κάθε	
   σκηνή	
   είναι	
   αυτόνομη»	
   και	
   προτείνει	
   την	
   αφήγηση	
   σαν	
   «επιχείρημα»	
   πάνω	
   στο	
  
οποίο	
  ο	
  θεατής	
  θα	
  πρέπει	
  να	
  στοχαστεί,	
  κι	
  όχι	
  σαν	
  «πρόταση»	
  όπου	
  ο	
  θεατής	
  θα	
  πρέπει	
  να	
  
εμπλακεί20
.	
   Τώρα	
   είναι	
   ευκαιρία	
   να	
   υπογραμμίσουμε	
   πως,	
   ενώ	
   στον	
   Antonioni	
   και	
   τον	
  
Mιζογκούτσι	
  η	
  χρήση	
  του	
  νεκρού	
  χρόνου	
  και	
  τoυ	
  «κενού	
  κάδρου»	
  παίζει	
  λειτουργικό	
  ρόλο	
  
ως	
   προς	
   την	
   αφήγηση	
   και	
   αποτελεί	
   μέρος	
   της	
   αφηγηματικής	
   δομής,	
   στον	
   Αγγελόπουλο,	
  
αντίθετα,	
   έχει	
   μια	
   λειτουργία	
   «αποδόμησης»	
   απέναντι	
   στην	
   αναπαράσταση,	
   η	
   οποία	
  
καταλήγει	
   ν’	
   απομακρύνεται	
   απ’	
   το	
   θεατή	
   διά	
   μιας	
   ανάλογης	
   διαλεκτικής	
   απόστασης.	
  
Μπορούμε	
   να	
   πούμε,	
   με	
   κίνδυνο	
   να	
   θεωρηθεί	
   σχηματικό,	
   πως	
   στην	
   πρώτη	
   περίπτωση	
  
βρισκόμαστε	
  μπροστά	
  σε	
  μια	
  τυπική	
   «ιδεαλιστική»	
  χρήση	
  ενός	
  εκφραστικού	
  μέσου,	
  ενώ	
  
στη	
  δεύτερη,	
  σε	
  μια	
  «υλιστική».	
  
Μια	
  άλλη	
  ένδειξη	
  της	
  αντι-­‐νατουραλιστικής	
  στάσης	
  του	
  Αγγελόπουλου	
  μας	
  δίνεται	
  από	
  τη	
  
χρήση	
   του	
   χρώματος,	
   που	
   γίνεται	
   για	
   πρώτη	
   φορά	
   στις	
   Μέρες	
   του	
   ’36.	
   Αντίθετα	
   με	
   το	
  
Θίασο,	
  όπου	
  κυριαρχούν	
  οι	
  σκούροι	
  τόνοι	
  για	
  να	
  υπογραμμίσουν	
  τη	
  δραματική	
  ένταση	
  της	
  
αναπαράστασης,	
   στις	
   Μέρες	
   του	
   ’36	
   κυριαρχούν	
   οι	
   ανοιχτοί,	
   με	
   κυρίαρχο	
   το	
   κίτρινο,	
   οι	
  
οποίοι	
   σχεδόν	
   υπογραμμίζουν	
   την	
   ειρωνική	
   ένταση	
   που	
   αποτελεί	
   βασικό	
   συστατικό	
   της	
  
ταινίας.	
   Όμως,	
   όπως	
   θυμάται	
   ο	
   ίδιος	
   ο	
   σκηνοθέτης,	
   «τα	
   χρώματα	
   δεν	
   είναι	
   τα	
   φυσικά	
  
χρώματα	
  του	
  χώρου.	
  Η	
  φυλακή,	
  στις	
  Μέρες	
  του	
  ’36,	
  είναι	
  όλη	
  βαμμένη,	
  και	
  στον	
  περίβολό	
  
της	
  υπήρχαν	
  δέντρα	
  που	
  τα	
  ’κοψα	
  όλα,	
  όπως	
  και	
  κάθε	
  πρασινάδα.	
  Χρησιμοποίησα	
  μηχανές	
  
για	
  να	
  κόψω	
  τα	
  πάντα	
  και	
  για	
  να	
  μεταφέρω	
  στον	
  περίβολο	
  άμμο,	
  μεταμορφώνοντας	
  έτσι	
  το	
  
περιβάλλον».21	
  Μ’	
  άλλα	
  λόγια,	
  στις	
  Μέρες	
  του	
  ’36	
  (και	
  μ’	
  έναν	
  τρόπο	
  τελείως	
  αντίθετο	
  απ’	
  
ό,τι	
   στην	
   Αναπαράσταση),	
   η	
   επιλογή	
   του	
   φυσικού	
   χώρου,	
   η	
   άρνηση	
   της	
   υποκριτικής,	
   οι	
  
«αληθινές»	
  λήψεις,	
  επ’	
  ουδενί	
  λογω	
  αντιστοιχούν	
  σε	
  μια	
  «νεορεαλιστική»	
  μυθολογία,	
  σε	
  
18
Βλ. υποσηµείωση 2.
19
Γαλλικά στο κείµενο: «Μετωπικό καδράρισµα που τοποθετεί το θεατή ενώπιον της δράσης και όχι µεταξύ
βτων ηρώων» (Isabelle Jourdan, “Pour un cinema épique”, “Positif”, τχ. 174, Οκτώβριος 1975).
20
B. Brecht: Il teatro moderno è Il teatro epico- Note all’ opera “Ascesa e caduta della città di Mahagonny”,
“Scritti teatrali”, Giulio Einaudi editore, Τορίνο 1962.
21
Βλ. υποσηµείωση 2
  9	
  
μια	
   συνταύτιση	
   του	
   «πραγματικού»	
   με	
   το	
   «αληθινό»	
   που	
   βιώνεται	
   ή	
   ιδεολογικοποιείται	
  
μέσα	
   από	
   την	
   κάμερα.	
   Αυτό,	
   κατά	
   κάποιον	
   τρόπο	
   φανερώνει	
   πως	
   πρόκειται	
   για	
   μια	
  
«ιστορική»	
  ταινία·∙	
  αποτελεί,	
  όμως,	
  και	
  μια	
  ακόμα	
  ένδειξη	
  για	
  το	
  πώς	
  η	
  «αισθητική»	
  του	
  
Αγγελόπουλου	
   εξελίσσεται	
   προς	
   εκείνη	
   την	
   «επική	
   μορφή»	
   που	
   θα	
   βρει	
   την	
   ύψιστη	
  
έκφρασή	
  της,	
  δύο	
  χρόνια	
  αργότερα,	
  στο	
  Θίασο.	
  
Ταινία	
   πάνω	
   στο	
   «προμήνυμα	
   μιας	
   δικτατορίας»	
   (όπως	
   τη	
   χαρακτηρίζει	
   ο	
   ίδιος	
   ο	
  
σκηνοθέτης),	
  οι	
  Μέρες	
  του	
  ’36,	
  παρά	
  την	
  ηθελημένη	
  αοριστία	
  στις	
  πολιτικές	
  αναφορές	
  της,	
  
κρύβει	
  μια	
  σαφή	
  κρίση	
  για	
  τη	
  φύση	
  της	
  φασιστικής	
  τάξης	
  και	
  για	
  την	
  ιδεολογική-­‐πολιτική	
  
ταυτότητα	
   που	
   αποκτά	
   η	
   αστική	
   δημοκρατία	
   στη	
   μετριοπαθή-­‐αντιδραστική	
   εξέλιξή	
   της:	
  
πρόκειται,	
  μ’	
  άλλα	
  λόγια,	
  για	
  μια	
  τεκμηριωμένη	
  έκθεση	
  των	
  γεγονότων	
  που	
  οδήγησαν	
  στο	
  
πραξικόπημα	
  του	
  ’67	
  και	
  στο	
  φασισμό	
  των	
  συνταγματαρχών	
  του	
  Παπαδόπουλου.	
  Υπ’	
  αυτή	
  
την	
   έννοια,	
   η	
   ταινία	
   σκιαγραφεί	
   με	
   ξεκάθαρο	
   τρόπο	
   την	
   πάλη	
   των	
   τάξεων:	
   και	
   στον	
  
δολοφονημένο	
   συνδικαλιστή,	
   στους	
   φοιτητές	
   που	
   πετούν	
   αντιφασιστικές	
   προκηρύξεις,	
  
στους	
  εργάτες	
  που	
  έχουν	
  βγει	
  στην	
  παρανομία,	
  στους	
  φυλακισμένους	
  που	
  βασανίζονται,	
  
στους	
   αντιπάλους	
   του	
   συστήματος	
   που	
   εκτελούνται,	
   στους	
   «πολιτικούς»	
   που	
   είναι	
  
κλεισμένοι	
   στις	
   φυλακές,	
   αντιπαρατίθενται	
   ξεκάθαρα	
   οι	
   ηγέτες	
   των	
   συντηρητικών	
  
κομμάτων,	
   οι	
   αστυνομικοί,	
   οι	
   υπουργοί,	
   οι	
   δικαστές,	
   οι	
   εκπρόσωποι	
   μιας	
   εξουσίας	
   που,	
  
προκειμένου	
  να	
  επιβιώσει,	
  δε	
  διστάζει	
  να	
  κολακέψει	
  (όπως	
  κάνει	
  ο	
  άγγλος	
  πρέσβης	
  στη	
  
σκηνή	
  της	
  παραλίας)	
  τη	
  δικτατορία.	
  Αυτή	
  η	
  αντίθεση	
  –που	
  δίνει	
  την	
  πιο	
  έντονη	
  στιγμή	
  της	
  
στην	
  ωραιότατη	
  σκηνή	
  του	
  γραμμοφώνου	
  (και	
  μας	
  προϊδεάζει	
  για	
  την	
  υπέροχη	
  ιδεολογικο-­‐
μουσική	
   σκηνή	
   στο	
   Θίασο,	
   ανάμεσα	
   στους	
   χίτες	
   και	
   τους	
   «αριστερούς»),	
   όταν,	
   μετά	
   το	
  
πρώτο	
   ξάφνιασμα	
   στο	
   άκουσμα	
   της	
   μαγευτικής	
   κι	
   απατηλής	
   «αστικής»	
   μουσικής,	
   οι	
  
φυλακισμένοι	
   εκδηλώνουν	
   τη	
   διαμαρτυρία	
   τους	
   χτυπώντας	
   τις	
   καραβάνες	
   τους	
   στα	
  
κάγκελα	
   των	
   κελιών–	
   τονίζεται	
   και	
   από	
   την	
   ειρωνεία	
   με	
   την	
   οποία	
   ο	
   Αγγελόπουλος	
  
περιγράφει	
   τους	
   εκπροσώπους	
   της	
   συντηρητικής,	
   αντιδραστικής	
   αστικής	
   τάξης	
   και	
  
ακολουθεί	
  τα	
  πηγαινέλα	
  τους	
  γύρω	
  απ’	
  τη	
  φυλακή.	
  Αξίζει	
  τον	
  κόπο,	
  γι’	
  άλλη	
  μια	
  φορά,	
  να	
  
υπογραμμίσουμε	
   την	
   «μπρεχτική»	
   προέλευση	
   της	
   χρήσης	
   αυτής	
   της	
   ειρωνείας,	
   σαν	
   κάτι	
  
που,	
   κατά	
   τον	
   Αγγελόπουλο,	
   «φτάνει	
   πιο	
   άμεσα	
   στο	
   θεατή	
   κι	
   έχει	
   μια	
   δύναμη	
   πιο	
  
διεισδυτική	
   από	
   το	
   συναίσθημα,	
   το	
   οποίο	
   καταλαμβάνει	
   αμέσως	
   το	
   θεατή»,	
   αλλά,	
  
συγχρόνως,	
   είναι	
   και	
   «μια	
   κριτική	
   τοποθέτηση	
   απέναντι	
   στην	
   κατάσταση	
   που	
  
περιγράφεται»22
.	
  O	
  θίασος,	
  η	
  τρίτη	
  ταινία	
  μεγάλου	
  μήκους	
  του	
  Αγγελόπουλου,	
  ξεχωρίζει	
  
στις	
   Κάννες	
   το	
   1975,	
   κι	
   αφού	
   προβάλλεται	
   στα	
   πλαίσια	
   του	
   «∆εκαπενθημέρου	
  
Σκηνοθετών»,	
  κερδίζει	
  το	
  ∆ιεθνές	
  Βραβείο	
  των	
  Κριτικών	
  που	
  του	
  απονέμει	
  η	
  επιτροπή	
  της	
  
Fipresci,	
   ενώ	
   χαρακτηρίζεται	
   από	
   πολλούς	
   ως	
   η	
   καλύτερη	
   ταινία	
   που	
   προβλήθηκε	
   στο	
  
Φεστιβάλ.	
   Αυτή	
   τη	
   φορά,	
   η	
   επιτυχία	
   είναι	
   απόλυτη:	
   «εξαιρετική	
   ταινία»	
   γράφει	
   ο	
  
Morandini	
   στην	
   «Giorno»,	
   συγκρίνοντάς	
   την	
   με	
   το	
   Ρώμη,	
   ανοχύρωτη	
   πόλη·∙	
   «η	
   ταινία-­‐
γεγονός	
  του	
  Φεστιβάλ	
  Καννών	
  ’75»,	
  γράφει	
  ο	
  Casiraghi	
  στην	
  «Unità»,	
  χαρακτηρίζοντάς	
  την	
  
«μια	
  μεγάλη	
  ταινία,	
  που	
  αξίζει	
  ένα	
  μεγάλο	
  κοινό»·∙	
  «υψηλής	
  κλάσεως»,	
  γράφει	
  ο	
  Grazzini	
  
στην	
   «Corriere	
   della	
   sera»,	
   «και	
   έργο	
   μεγάλης	
   λυρικής	
   πνοής»·∙	
   «ένα	
   μεγάλο	
   μάθημα	
  
ιστορικής	
   ανάλυσης	
   και	
   κινηματογραφικής	
   αφήγησης»,	
   γράφει	
   ο	
   Robert	
   Chazal	
   στην	
  
«France-­‐Soir»·∙	
   «θα	
   ήταν	
   σίγουρα	
   μια	
   σοβαρή	
   υποψηφιότητα	
   για	
   το	
   βραβείο	
   του	
  
Φεστιβάλ»,	
  αναφέρει	
  ο	
  Louis	
  Marcorelles	
  στη	
  «Μonde»·∙	
  «μια	
  ταινία	
  ιδιαίτερα	
  σημαντική»,	
  
δηλώνει	
  ο	
  Albert	
  Cervoni	
  στη	
  «France	
  Νouvelle»·∙	
  «μια	
  αναμφισβήτητη	
  απόδειξη	
  για	
  το	
  πώς	
  
μια	
   ταινία	
   μπορεί	
   να	
   χρησιμοποιηθεί	
   για	
   να	
   διερευνήσει	
   την	
   ανάμιξη	
   του	
   προσωπικού	
  
δράματος	
   με	
   το	
   πολιτικό»,	
   τονίζει	
   η	
   Rosalind	
   Delmar	
   στο	
   «Μonthly	
   Film	
   Bulletin»·∙	
   «το	
  
22
Βλ. υποσηµείωση 2.
  10	
  
ανάστημα	
   του	
   Αγγελόπουλου	
   μοιάζει	
   να	
   αυξάνεται	
   σε	
   κάθε	
   ταινία	
   του»,	
   σημειώνει,	
  
αναφερόμενος	
  στo	
  Θίασο,	
  ο	
  John	
  Gillet,	
  στο	
  «International	
  Film	
  Guide»·∙	
  «ένα	
  αριστούργημα	
  
του	
   σύγχρονου	
   κινηματογράφου,	
   μια	
   ταινία	
   εκθαμβωτικού	
   μεταφορικού	
   επιπέδου	
   και	
  
νοήματος»	
   την	
   ορίζει	
   ο	
   David	
   Wilson	
   του	
   «Sight	
   and	
   Sound».	
   Παρά	
   το	
   μποϊκοτάζ	
   της	
  
κυβέρνησης	
   Καραμανλή,	
   που	
   τον	
   κατηγορεί	
   ότι	
   τρέφει	
   ιδιαίτερες	
   συμπάθειες	
   στην	
  
Αριστερά,	
   η	
   ταινία	
   προβάλλεται	
   κατά	
   τη	
   διάρκεια	
   του	
   δευτέρου	
   εξαμήνου	
   του	
   1975	
   σε	
  
πολλές	
  ευρωπαϊκές	
  κινηματογραφικές	
  εκδηλώσεις,	
  από	
  το	
  Βερολίνο	
  ώς	
  την	
  Ταορμίνα,	
  από	
  
το	
   Μιλάνο	
   ώς	
   το	
   Λονδίνο,	
   από	
   τη	
   Βενετία	
   ώς	
   τη	
   Θεσσαλονίκη,	
   αναγκάζοντας	
   ακόμα	
   και	
  
τους	
  κριτικούς	
  να	
  ξαναδούν	
  τις	
  δύο	
  προηγούμενες	
  ταινίες	
  μεγάλου	
  μήκους	
  του	
  σκηνοθέτη	
  
ως	
   έργα	
   που	
   προαναγγέλλουν	
   το	
   Θίασο,	
   όχι	
   μόνο	
   με	
   το	
   ασυνήθιστο	
   αισθητικό	
   τους	
  
επίπεδο,	
   αλλά	
   και	
   με	
   τη	
   θεματολογία	
   τους.	
   Πράγματι,	
   όπως	
   στην	
   υπόθεση	
   του	
   Forminx	
  
Story	
  υπάρχει	
  το	
  θέμα	
  του	
  ταξιδιού	
  μιας	
  ομάδας,	
  και	
  στην	
  Εκπομπή,	
  η	
  mise	
  en	
  question23	
  
του	
   «θεάματος»	
   ως	
   «σκηνοθεσίας»	
   του	
   ψεύδους,	
   έτσι	
   και	
   στη	
   μεν	
   Αναπαράσταση	
  
εμφανίζεται	
  in	
  nuce24	
  η	
  βασική	
  πλοκή	
  του	
  μύθου	
  των	
  Ατρειδών	
  (μια	
  Κλυταιμνήστρα	
  που,	
  με	
  
συνεργό	
  έναν	
  Αίγισθο,	
  δολοφονεί	
  τον	
  Αγαμέμνoνά	
  της),	
  στις	
  δε	
  Μέρες	
  του	
  ’36,	
  γίνεται	
  για	
  
πρώτη	
  φορά	
  ανάλυση	
  της	
  Ιστορίας	
  ως	
  έμμεσης	
  πολιτικής	
  αξιολόγησης	
  του	
  παρόντος.	
  Με	
  
τον	
   ίδιο	
   τρόπο,	
   η	
   τριπλή	
   δομή	
   της	
   πρώτης	
   ταινίας	
   προαναγγέλλει	
   τα	
   τρία	
   επίπεδα	
  
αφήγησης	
   του	
   Θιάσου,	
   και	
   το	
   στιλ	
   της	
   ταινίας	
   Μέρες	
   του	
   ’36	
   θεμελιώνει	
   ήδη	
   αυτή	
   την	
  
«επική	
  μορφή»	
  που	
  παίρνει	
  την	
  πιο	
  γοητευτική	
  και	
  πρωτότυπη	
  όψη	
  της	
  στο	
  αριστούργημα	
  
του	
  ’75.	
  Στην	
  πραγματικότητα,	
  O	
  θίασος,	
  παρ’	
  όλο	
  που	
  γυρίστηκε	
  σχεδόν	
  ολόκληρος	
  κατά	
  
τη	
   διάρκεια	
   της	
   δικτατορίας	
   [τα	
   γυρίσματα	
   άρχισαν	
   στις	
   2	
   Φεβρουαρίου	
   του	
   1974,	
  
σταμάτησαν	
   για	
   το	
   καλοκαίρι	
   (στο	
   μεταξύ,	
   στις	
   23	
   Ιουλίου,	
   έπεσε	
   η	
   χούντα)	
   και	
  
ολοκληρώθηκαν	
   το	
   Νοέμβριο],	
   δεν	
   αποτελεί	
   πια	
   έκφραση	
   εκείνης	
   της	
   «ιδιαίτερης	
  
αισθητικής»	
  που,	
  όπως	
  παραδέχεται	
  ο	
  ίδιος	
  ο	
  σκηνοθέτης,	
  είχε	
  εν	
  μέρει	
  επιβάλει	
  η	
  ίδια	
  η	
  
καταπίεση	
   στα	
   δύο	
   προηγούμενα	
   έργα·∙	
   αντίθετα,	
   αποτελεί	
   το	
   τέρμα	
   μιας	
   διαδικασίας	
  
ωρίμανσης	
  που	
  είχε	
  διαρκέσει	
  πολλά	
  χρόνια	
  και	
  που	
  καθιστά	
  τον	
  Αγγελόπουλο	
  έναν	
  από	
  
τους	
   πραγματικούς	
   δημιουργούς	
   ενός	
   κινηματογράφου	
   θεμελιωμένου	
   σε	
   μια	
   υλιστική	
  
αισθητική.	
  Και	
  δεν	
  υπάρχει	
  αμφιβολία	
  –όπως	
  έλεγαν	
  ο	
  ίδιος	
  ο	
  σκηνοθέτης	
  κι	
  ο	
  παραγωγός	
  
του–	
  πως,	
  αν	
  η	
  χούντα	
  δεν	
  είχε	
  πέσει,	
  ίσως	
  να	
  μην	
  τελείωνε	
  η	
  επεξεργασία	
  της	
  ταινίας,	
  κι	
  
είναι	
  σίγουρο	
  πως	
  η	
  ταινία	
  δε	
  θα	
  προβαλλόταν	
  ποτέ	
  στην	
  Ελλάδα.	
  
Το	
  θέμα	
  του	
  Θιάσου	
  είναι	
  η	
  ιστορία	
  της	
  Ελλάδας	
  από	
  το	
  1939	
  μέχρι	
  το	
  1952.	
  Σ’	
  αυτό	
  το	
  
διάστημα	
   [δηλαδή,	
   από	
   το	
   τελευταίο	
   φθινόπωρο	
   της	
   κυβέρνησης	
   Μεταξά	
   (η	
   δικτατορία	
  
που	
  γεννήθηκε	
  στις	
  «μέρες	
  του	
  ’36»)	
  ώς	
  το	
  πρώτο	
  φθινόπωρο	
  της	
  κυβέρνησης	
  Παπάγου	
  
(που	
   αναλαμβάνει	
   την	
   εξουσία	
   το	
   ’52	
   μ’	
   έναν	
   «εκλογικό	
   νόμο-­‐απάτη»)]	
   συμβαίνουν	
   τα	
  
εξής:	
  η	
  ιταλική	
  επίθεση	
  (28	
  Oκτωβρίου	
  1940),	
  η	
  γερμανική	
  εισβολή	
  (6	
  Απριλίου	
  1941),	
  η	
  
κατοχή	
   από	
   τους	
   ναζί	
   και	
   τους	
   φασίστες	
   (27	
   Απριλίου	
   1941),	
   η	
   ίδρυση	
   του	
   ΕΛΑΣ	
  
(Φεβρουάριος	
   1942),	
   η	
   επέμβαση	
   των	
   πρώτων	
   βρετανών	
   αλεξιπτωτιστών	
   (Oκτώβριος	
  
1942),	
   οι	
   πρώτες	
   απόπειρες,	
   μετά	
   το	
   τέλος	
   του	
   πολέμου,	
   να	
   επιτευχθεί	
   μια	
   συμφωνία	
  
ανάμεσα	
   στο	
   ΕΑΜ	
   και	
   τον	
   Ε∆ΕΣ	
   (την	
   αντιστασιακή	
   ομάδα	
   την	
   οποία	
   είχε	
   οργανώσει	
   η	
  
∆εξιά),	
   απόπειρες	
   που	
   παρατείνουν	
   το	
   πρόβλημα	
   της	
   κυβέρνησης	
   (Αύγουστος	
   1943),	
   η	
  
συνθήκη	
  του	
  Λιβάνου	
  και	
  ο	
  σχηματισμός	
  μιας	
  προσωρινής	
  κυβέρνησης	
  λαϊκής	
  ενότητας	
  με	
  
έδρα	
   τη	
   Νάπολη	
   (Μάιος	
   1944),	
   η	
   Απελευθέρωση	
   (12	
   Oκτωβρίου	
   1944),	
   η	
   είσοδος	
   των	
  
βρετανικών	
  στρατευμάτων	
  στην	
  Αθήνα	
  με	
  επικεφαλής	
  τον	
  στρατηγό	
  Scobie	
  (14	
  Oκτωβρίου	
  
1944),	
  η	
  διαταγή	
  του	
  Scobie	
  να	
  παραδώσουν	
  οι	
  αντάρτες	
  τα	
  όπλα	
  μέχρι	
  τις	
  10	
  ∆εκεμβρίου,	
  
23
Γαλλικά στο κείµενο: αµφισβήτηση (Σ.τ.Μ.)
24
Λατινικά στο κείµενο: εν σπέρµατι (Σ.τ.Μ.)
  11	
  
οι	
   διαδηλώσεις	
   στις	
   3	
   ∆εκεμβρίου	
   όπου	
   ο	
   αγγλικός	
   στρατός	
   πυροβολεί	
   το	
   πλήθος,	
   με	
  
αποτέλεσμα	
   τη	
   Μάχη	
   της	
   Αθήνας	
   που	
   διαρκεί	
   33	
   μέρες,	
   η	
   Συμφωνία	
   της	
   Βάρκιζας	
   (12	
  
Φεβρουαρίου	
  1945),	
  όπου	
  το	
  ΕΑΜ	
  συμφωνεί	
  να	
  διαλύσει	
  και	
  να	
  αφοπλίσει	
  τον	
  ΕΛΑΣ,	
  με	
  
αντάλλαγμα	
   την	
   υπόσχεση	
   για	
   τη	
   διεξαγωγή	
   δημοψηφίσματος	
   μέσα	
   στον	
   ίδιο	
   χρόνο,	
   οι	
  
βιαστικές	
   εκλογές	
   του	
   1946	
   (31	
   Μαρτίου)	
   όπου	
   αρνούνται	
   να	
   πάρουν	
   μέρος	
   όλα	
   τα	
  
δημοκρατικά	
  κόμματα	
  και	
  που,	
  βέβαια,	
  τις	
  κερδίζει	
  η	
  ∆εξιά,	
  το	
  δημοψήφισμα	
  (Σεπτέμβριος	
  
1946)	
   που	
   ανοίγει	
   το	
   δρόμο	
   για	
   την	
   επιστροφή	
   του	
   βασιλιά,	
   η	
   επιστροφή	
   του	
   ΕΑΜ	
   στο	
  
βουνό	
  όπου	
  ενώνεται	
  με	
  τις	
  ομάδες	
  του	
  Άρη	
  Βελουχιώτη,	
  οι	
  οποίες	
  είχαν	
  ήδη	
  αρνηθεί	
  τη	
  
Συμφωνία	
   της	
   Βάρκιζας	
   (28	
   Oκτωβρίου	
   1946)	
   και,	
   στη	
   συνέχεια,	
   η	
   δημιουργία	
   μιας	
  
προσωρινής	
   κυβέρνησης	
   της	
   ελεύθερης	
   Ελλάδας	
   (23	
   ∆εκεμβρίου	
   1947).	
   Στο	
   μεταξύ,	
   ο	
  
αγγλικός	
   στρατός	
   αποσύρεται	
   (Φεβρουάριος	
   1947)	
   και,	
   σε	
   εφαρμογή	
   του	
   «∆όγματος	
  
Τruman»,	
  τον	
  διαδέχεται	
  ο	
  αμερικανικός	
  στρατός	
  που	
  ελέγχει	
  τη	
  χώρα	
  και	
  υποστηρίζει	
  τη	
  
∆εξιά	
  (12	
  Μαρτίου	
  1947).	
  Το	
  τέλος	
  του	
  εμφυλίου	
  πολέμου	
  και	
  η	
  ήττα	
  της	
  Αριστεράς	
  μετά	
  
από	
  τρία	
  σκληρά	
  χρόνια	
  (1946-­‐1949),	
  στη	
  διάρκεια	
  των	
  οποίων	
  υπήρξαν:	
  600.000	
  νεκροί,	
  
εξορίες,	
   βασανιστήρια,	
   «δεξιά»	
   τρομοκρατία,	
   έκτακτα	
   στρατοδικεία,	
   διωγμοί·∙	
   οι	
   εκλογές	
  
του	
  1950,	
  με	
  τις	
  οποίες	
  εδραιώνονται	
  οι	
  δυνάμεις	
  του	
  «φιλελεύθερου»	
  Κέντρου,	
  χάρη	
  στη	
  
μείωση	
   της	
   αμερικανικής	
   πίεσης·∙	
   η	
   εξάπλωση	
   του	
   Ψυχρού	
   Πολέμου	
   και	
   μια	
   γρήγορη	
  
επιστροφή	
  στη	
  «σκληρή	
  πολιτική»	
  από	
  την	
  πλευρά	
  των	
  ΗΠΑ,	
  επιβάλλουν	
  νέες	
  εκλογές	
  κι	
  
ένα	
   πλειοψηφικό	
   εκλογικό	
   σύστημα,	
   χάρη	
   στο	
   οποίο,	
   το	
   1952,	
   το	
   κόμμα	
   του	
   στρατάρχη	
  
Παπάγου	
   παίρνει	
   το	
   49%	
   των	
   ψήφων	
   και	
   το	
   82%	
   των	
   εδρών	
   της	
   Βουλής.	
   Τα	
   δεκατρία	
  
χρόνια	
   της	
   ελληνικής	
   Ιστορίας	
   που	
   «παρουσιάζονται»	
   στην	
   ταινία,	
   κρύβουν,	
   στην	
  
πραγματικότητα,	
  ευρύτερες	
  αναφορές:	
  απ’	
  τη	
  Μικρασιατική	
  Καταστροφή	
  που	
  αναθυμάται	
  
ο	
   πατέρας	
   σ’	
   έναν	
   απ’	
   τους	
   τρεις	
   «μονολόγους»	
   (σεκάνς	
   18),	
   μέχρι	
   τη	
   δικτατορία	
   των	
  
συνταγματαρχών	
   (1967-­‐’74)	
   που	
   υπονοείται	
   σε	
   όλο	
   το	
   διάλογο	
   για	
   την	
   καταπίεση	
   των	
  
τάξεων,	
   από	
   το	
   1939	
   ώς	
   το	
   1952.	
   Για	
   τον	
   Αγγελόπουλο,	
   όπως	
   και	
   στις	
   Μέρες	
   του	
   ’36,	
   η	
  
Ιστορία	
  είναι	
  πάντα	
  Ιστορία	
  του	
  παρόντος.	
  Αυτή	
  η	
  δραματική	
  ιστορική	
  περιήγηση	
  συνθέτει	
  
μόνο	
  ένα	
  από	
  τα	
  τρία	
  επίπεδα	
  της	
  αφήγησης	
  στο	
  Θίασο.	
  Τα	
  άλλα	
  δύο	
  είναι:	
  αφ’	
  ενός	
  τα	
  
θεατρικά	
  δρώμενα	
  των	
  περιπλανώμενων	
  θεατρίνων	
  της	
  ταινίας,	
  που	
  είναι	
  η	
  περιοδεία	
  και	
  
οι	
  παραστάσεις	
  της	
  Γκόλφως,	
  και,	
  αφ’	
  ετέρου,	
  η	
  οικογενειακή	
  ιστορία	
  των	
  θεατρίνων	
  που	
  
επαναλαμβάνει	
   το	
   μύθο	
   των	
   Ατρειδών:	
   υπάρχει	
   μια	
   γυναίκα	
   (η	
   μητέρα)	
   που,	
   όπως	
   η	
  
Κλυταιμνήστρα,	
  απατά	
  τον	
  άντρα	
  της,	
  ο	
  οποίος,	
  όπως	
  ο	
  Αγαμέμνονας,	
  δολοφονείται	
  από	
  
τον	
  εραστή	
  της	
  γυναίκας,	
  τον	
  Αίγισθο	
  (σύμφωνα	
  με	
  το	
  μύθο,	
  αντίθετα,	
  δολοφόνος	
  ήταν	
  η	
  
Κλυταιμνήστρα,	
  κι	
  ο	
  Αίγισθος,	
  απλώς	
  ηθικός	
  αυτουργός)	
  και	
  υπάρχει	
  η	
  μεγαλύτερη	
  κόρη	
  
που,	
  όπως	
  η	
  Ηλέκτρα,	
  λαχταρά	
  να	
  πάρει	
  εκδίκηση	
  για	
  τον	
  πατέρα	
  και	
  περιμένει	
  το	
  γυρισμό	
  
του	
  αδελφού	
  που,	
  όπως	
  ο	
  Oρέστης,	
  θα	
  σκοτώσει	
  τη	
  μοιχαλίδα	
  και	
  το	
  συνεργό	
  της.	
  
Αυτή	
   η	
   τριπλή	
   δομή,	
   πέρα	
   από	
   το	
   ότι	
   έχει	
   αμοιβαίες	
   «αφηγηματικές»	
   διεισδύσεις,	
  
δημιουργεί	
  ένα	
  είδος	
  «συνεχούς	
  διακεκομμένου	
  κύκλου»25	
  	
  όπου	
  το	
  μυθιστορηματικό	
  (το	
  
βουκολικό	
  δράμα	
  Γκόλφω),	
  η	
  ζωή	
  (η	
  αναβίωση	
  του	
  μύθου	
  των	
  Ατρειδών)	
  και	
  η	
  Ιστορία	
  (τα	
  
ελληνικά	
   γεγονότα	
   της	
   περιόδου	
   ’39-­‐’52)	
   μπαίνουν	
   το	
   ένα	
   μέσα	
   στο	
   άλλο	
   με	
   ξαφνικές	
  
εναλλαγές	
   του	
   ρόλου	
   του	
   αφηγητή,	
   έτσι	
   ώστε,	
   συχνά,	
   μέσα	
   στην	
   ίδια	
   σεκάνς,	
   τα	
   τρία	
  
επίπεδα	
   διαδέχονται	
   το	
   ένα	
   το	
   άλλο,	
   ενώ	
   συχνά	
   αλληλοκαλύπτονται:	
   όπως	
   στη	
   σεκάνς-­‐
κλειδί	
  (την	
  52)26	
  όπου	
  ο	
  Oρέστης	
  ορμάει	
  οπλισμένος	
  στη	
  σκηνή,	
  κι	
  ενώ	
  ο	
  θίασος27	
  παίζει	
  για	
  
25
Vittorio Giacci, “Angelopulos: mito e metafore come strumento e lezionedi storia” στο “Cineforum”, τχ. 147,
Σεπτέµβριος 1975.
26
Οι αριθµοί εδώ (αλλά και όπου αλλού στο κείµενο) ακολουθούν την αρίθµηση της ιταλικής έκδοσης του
σεναρίου.
27
Εδώ, αλλά και όπου αλλού πλάγια στο κείµενο, ελληνικά στο πρωτότυπο. (Σ.τ.Μ.)
  12	
  
πολλοστή	
  φορά	
  την	
  Γκόλφω,	
  απαγγέλλει	
  τα	
  λόγια	
  του	
  pièce28	
  σημαδεύοντας	
  με	
  το	
  πιστόλι	
  
και	
  σκοτώνοντας	
  τη	
  μητέρα	
  του	
  και	
  τον	
  εραστή	
  της,	
  εκδικούμενος	
  έτσι	
  τον	
  πατέρα,	
  αλλά	
  
και,	
   συγχρόνως,	
   τιμωρώντας	
   τον	
   προδότη	
   φασίστα,	
   μπροστά	
   στο	
   κοινό	
   που	
   χειροκροτεί,	
  
πιστεύοντας	
   ότι	
   κι	
   αυτό	
   αποτελεί	
   μέρος	
   της	
   παράστασης.	
   Με	
   τον	
   ίδιο	
   τρόπο,	
   σε	
   κάποια	
  
επόμενη	
  στιγμή	
  (σεκάνς	
  81/83),	
  προς	
  το	
  τέλος	
  της	
  ταινίας,	
  η	
  Ηλέκτρα	
  αποχαιρετά	
  το	
  πτώμα	
  
του	
   αδελφού	
   της,	
   Oρέστη,	
   που	
   έχει	
   εκτελεστεί	
   ως	
   αντάρτης	
   μετά	
   από	
   απόφαση	
   του	
  
δικαστηρίου,	
  με	
  τα	
  λόγια	
  της	
  «Γκόλφως	
  της	
  βοσκοπούλας»:	
  «Καλή	
  σου	
  μέρα,	
  Τάσο»·∙	
  και	
  
λίγο	
  αργότερα,	
  τη	
  στιγμή	
  της	
  ταφής,	
  χειροκροτεί	
  τον	
  νεκρό	
  μαζί	
  με	
  τα	
  άλλα,	
  εναπομείναντα	
  
μέλη	
  του	
  θιάσου.	
  Ανάλογη	
  αλληλουχία	
  (ζωή	
  /	
  μυθοπλασία	
  /	
  Ιστορία)	
  υπάρχει	
  στη	
  σεκάνς	
  
της	
   παραλίας	
   (47),	
   όταν	
   ο	
   θίασος,	
   αποκλεισμένος	
   σε	
   μια	
   παραλία	
   από	
   μια	
   βρετανική	
  
διμοιρία	
   που	
   κυνηγούσε	
   κομμουνιστές,	
   παρουσιάζει	
   την	
   Γκόλφω,	
   κι	
   οι	
   στρατιώτες	
  
αυτοσχεδιάζουν	
  ένα	
  χορωδιακό	
  («It’s	
  a	
  long	
  way	
  to	
  Tipperary»)	
  προς	
  τιμήν	
  του	
  θιάσου,	
  ώς	
  
τη	
   στιγμή	
   που	
   η	
   σκηνή	
   διακόπτεται	
   από	
   τη	
   ριπή	
   ενός	
   αντάρτικου	
   οπλοπολυβόλου	
   που	
  
σκοτώνει	
  έναν	
  από	
  τους	
  στρατιώτες.	
  
Στην	
   πραγματικότητα,	
   τα	
   τρία	
   αφηγηματικά	
   επίπεδα	
   της	
   ταινίας	
   O	
   θίασος	
   συνυπάρχουν	
  
διαλεκτικά,	
   ακριβώς	
   για	
   να	
   απορριφθούν	
   (δηλαδή	
   να	
   ολοκληρωθούν)	
   αμοιβαία:	
   η	
  
παράσταση	
  της	
  Γκόλφως	
  δεν	
  τελειώνει	
  ποτέ,	
  αφού	
  διακόπτεται	
  πάντα	
  από	
  την	
  παρέμβαση	
  
της	
   Ιστορίας	
   (το	
   βλέπουμε	
   στις	
   προαναφερθείσες	
   σεκάνς	
   52	
   και	
   47)·∙	
   η	
   δυναμική	
   της	
  
Ιστορίας,	
  όσον	
  αφορά	
  στο	
  θίασο,	
  αναμιγνύεται	
  με	
  τη	
  δυναμική	
  της	
  ζωής	
  (θα	
  μπορούσαμε	
  
να	
  πούμε,	
  αντιστρέφοντας	
  μια	
  σημείωση	
  του	
  Αγγελόπουλου,	
  πως	
  ο	
  Αίγισθος	
  δεν	
  είναι	
  μόνο	
  
ένας	
  προδότης	
  φασίστας,	
  αλλά	
  και	
  εραστής	
  της	
  μητέρας	
  του	
  Oρέστη)·∙	
  η	
  ζωή	
  υπόκειται	
  σε	
  
συνεχείς	
  αναμίξεις	
  με	
  τη	
  μυθοπλασία	
  (αρκεί	
  να	
  σκεφθεί	
  κανείς	
  τις	
  εναλλαγές	
  των	
  ηθοποιών	
  
που	
   ερμηνεύουν	
   τους	
   ρόλους	
   του	
   έργου	
   του	
   Περεσιάδη	
   και	
   τη	
   διαφορετική	
   υπαινικτική	
  
αξία	
   που	
   αποκτούν	
   κάθε	
   φορά	
   οι	
   σκηνές	
   τις	
   οποίες	
   ερμηνεύουν).	
   Αυτή	
   η	
   διαφορετική	
  
σχέση	
  ανάμεσα	
  στα	
  τρία	
  επίπεδα	
  της	
  ταινίας	
  τονίζεται	
  απ’	
  τη	
  χρονολογική	
  της	
  διάρθρωση.	
  
Η	
  ταινία,	
  όχι	
  μόνο	
  αρχίζει	
  το	
  1952	
  και	
  τελειώνει	
  το	
  1939,	
  με	
  την	
  επανάληψη	
  ενός	
  ανάλογου	
  
πλάνου	
  και	
  μιας	
  ανάλογης	
  φράσης	
  («Φθινόπωρο	
  του	
  ’52	
  ξανάρθαμε	
  στο	
  Αίγιο.	
  Λίγοι	
  απ’	
  
τους	
   παλιούς.	
   Oι	
   πιο	
   παλιοί,	
   καινούργιοι.	
   Ήμαστε	
   κουρασμένοι.	
   Είχαμε	
   δυο	
   μέρες	
   να	
  
κοιμηθούμε»	
   στη	
   σεκάνς	
   2,	
   και:	
   «Φθινόπωρο	
   του	
   ’39	
   φτάσαμε	
   στο	
   Αίγιο.	
   Ήμαστε	
  
κουρασμένοι.	
  Είχαμε	
  δυο	
  μέρες	
  να	
  κοιμηθούμε...»	
  στη	
  σεκάνς	
  86),	
  αλλά	
  έχει	
  και	
  μια	
  μη	
  
γραμμική	
   χρονική	
   εξέλιξη,	
   που	
   χαρακτηρίζεται	
   από	
   συνεχή	
   περάσματα	
   απ’	
   τη	
   μια	
   εποχή	
  
στην	
  άλλη,	
  απ’	
  τη	
  μια	
  σεκάνς	
  στην	
  άλλη	
  –	
  και	
  μάλιστα,	
  μερικές	
  φορές,	
  μέσα	
  στο	
  ίδιο	
  το	
  
πλάνο-­‐σεκάνς	
   [το	
   πέρασμα	
   1952/1942	
   (σεκάνς	
   22/30)	
   ή	
   το	
   πέρασμα	
   1946/1952	
   (σεκάνς	
  
68),	
  που	
  γίνονται,	
  στη	
  μεν	
  πρώτη	
  περίπτωση,	
  μέσω	
  ενός	
  αντίστροφου	
  πανοραμίκ,	
  στη	
  δε	
  
δεύτερη,	
   μ’	
   ένα	
   τράβελινγκ],	
   σύμφωνα	
   με	
   μια	
   σειρά29	
  που	
   θα	
   μπορούσε	
   να	
   αποδοθεί	
  
χονδρικά	
   ως	
   Μ-­‐Γ-­‐Β-­‐Μ-­‐∆-­‐Ε-­‐Ζ-­‐Γ-­‐Μ-­‐Ζ-­‐Λ-­‐Α,	
   ήδη	
   πολύ	
   απλοποιημένη	
   σε	
   σχέση	
   με	
   την	
  
πολυπλοκότητα	
   των	
   ιστορικών	
   αναφορών	
   και	
   χωρίς	
   να	
   παίρνει	
   υπόψη	
   της	
   τις	
   έμμεσες	
  
αναπολήσεις:	
   η	
   Μικρασιατική	
   Καταστροφή	
   (πατέρας,	
   σεκάνς	
   18),	
   οι	
   εκτοπίσεις	
   στη	
  
Μακρόνησο	
   το	
   ’47-­‐’48	
   (Πυλάδης,	
   σεκάνς	
   73),	
   η	
   μάχη	
   στο	
   Χάνι	
   της	
   Γραβιάς	
   (ανιψιός	
   της	
  
Ηλέκτρας,	
  σεκάνς	
  61).	
  	
  
Θα	
  πρέπει	
  να	
  έχει	
  σημειωθεί	
  το	
  ότι,	
  για	
  να	
  αποσαφηνιστεί	
  η	
  τριπλή	
  διάσταση	
  της	
  ταινίας	
  O	
  
θίασος,	
   καθορίσαμε	
   τα	
   τρία	
   στοιχεία	
   που	
   τη	
   συνθέτουν:	
   τη	
   μυθοπλασία,	
   τη	
   ζωή,	
   την	
  
28
Γαλλικά στο κείµενο: θεατρικό έργο (Σ.τ.Μ.)
29
Αν χαρακτηρίσουµε κάθε ιστορική περίοδο ή κάθε οµάδα χρονολιγικά διαδοχικών ιστορικών περιόδων µε ένα
γράµµα ((Α, Β κ.λπ.), κι αν αντιστοιχήσουµε στην αλφάβητο τη χρονολογική σειρά [Ας δυµίσουµε ότι η ταινία
αρχίζει τον Οκτώβριο του ’52 (=Μ) και κλείνει τον Οκτώβριο του 39 (=Α)
  13	
  
Ιστορία.	
   Απομένει,	
   ωστόσο,	
   να	
   ξεκαθαρίσουμε	
   τη	
   λειτουργία	
   που	
   ασκεί,	
   μέσα	
   στον	
  
αφηγηματικό	
  ιστό	
  του	
  έργου,	
  ο	
  μύθος	
  των	
  Ατρειδών,	
  που	
  εδώ	
  γίνεται	
  πολύ	
  πιο	
  φανερός	
  
απ’	
   ό,τι	
   στην	
   Αναπαράσταση,	
   γιατί	
   δεν	
   είναι	
   μόνο	
   η	
   Grundform 30 	
  της	
   εγκληματικής	
  
ενέργειας	
  (η	
  δολοφονία	
  τού	
  Αγαμέμνονα)	
  και	
  της	
  τιμωρίας	
  (η	
  εκδίκηση	
  του	
  Oρέστη),	
  αλλά	
  
και	
  γιατί	
  τουλάχιστον	
  ένας	
  από	
  τους	
  κεντρικούς	
  χαρακτήρες,	
  ο	
  Oρέστης,	
  είναι	
  αυτός	
  που	
  –
έστω,	
   κατ’	
   όνομα–	
   έχει	
   επωμιστεί	
   το	
   μύθο.	
   Μια	
   απαραίτητη	
   πρώτη	
   επεξήγηση	
   αφορά,	
  
βέβαια,	
   στα	
   ονόματα.	
   Θα	
   πρέπει,	
   δηλαδή,	
   να	
   υπογραμμιστεί	
   ότι,	
   παρ’	
   όλα	
   όσα	
   έχουν	
  
γραφτεί	
  απ’	
  όλους	
  σχεδόν	
  τουςκριτικούς	
  (για	
  λόγους	
  ευκολίας·∙	
  όπως	
  εξ	
  άλλου	
  γίνεται	
  και	
  σ’	
  
αυτό	
  το	
  κείμενο)	
  κι	
  όσα	
  μας	
  υποδεικνύουν	
  τα	
  κείμενα	
  (σενάρια	
  κ.λπ.)	
  που	
  έχουν	
  εκδοθεί	
  
μέχρι	
  σήμερα,	
  στην	
  ταινία	
  δεν	
  υπάρχουν	
  η	
  Ηλέκτρα,	
  ο	
  Αγαμέμνονας,	
  η	
  Κλυταιμνήστρα,	
  ο	
  
Αίγισθος,	
  η	
  Χρυσόθεμη,	
  ο	
  Πυλάδης,	
  παρά	
  μόνο	
  ο	
  Oρέστης,	
  ο	
  οποίος,	
  μεταξύ	
  άλλων,	
  είναι	
  κι	
  
ο	
   μοναδικός	
   από	
   τους	
   κεντρικούς	
   χαρακτήρες	
   που	
   έχει	
   όνομα.	
   Στην	
   πραγματικότητα,	
  
λοιπόν,	
  χωρίς	
  να	
  θέλουμε	
  να	
  παραβιάσουμε	
  το	
  κείμενο	
  (μη	
  θέλοντας	
  να	
  προβάλουμε	
  μια	
  
έμμεση	
  υποδήλωση	
  ως	
  συγκεκριμένη	
  και	
  σαφή	
  ένδειξη),	
  η	
  σχέση	
  ανάμεσα	
  στους	
  ρόλους	
  
και	
  τους	
  βασικούς	
  ηθοποιούς	
  έχει	
  ως	
  εξής:	
  
Ηθοποιοι	
   Ρόλοι	
   Μυθικές	
  αναφορές	
  
Πέτρος	
  Ζαρκάδης	
   Oρέστης	
   Oρέστης	
  
Εύα	
  Κοταμανίδου	
   η	
  αδελφή	
  του	
   (Ηλέκτρα)	
  
Μαρία	
  Βασιλείου	
   η	
  άλλη	
  αδελφή	
   (Χρυσόθεμη)	
  
Αλίκη	
  Γεωργούλη	
   η	
  μητέρα	
  του	
   (Κλυταιμνήστρα)	
  
Στράτος	
  Παχής	
   ο	
  πατέρας	
  του	
   (Αγαμέμνονας)	
  
Βαγγέλης	
  Καζάν	
  
ο	
  προδότης	
  κι	
  εραστής	
  	
  
τής	
  μητέρας	
  του	
  
(Αίγισθος)	
  
Κυριάκος	
  Κατριβάνος	
   ένας	
  νεαρός	
  ηθοποιός,	
  φίλος	
  του	
   (Πυλάδης)	
  
	
  
Θέλουμε	
   να	
   πούμε	
   μ’	
   αυτό	
   –υπογραμμίζοντας	
   έτσι	
   την	
   απόλυτη	
   αυθαιρεσία	
   του	
  
μηχανισμού	
   που	
   χρησιμοποιεί	
   η	
   κριτική	
   (ακόμα	
   και	
   η	
   ελληνική)–	
   ότι,	
   όπως	
   είχε	
   την	
  
ευκαιρία	
   να	
   τονίσει	
   ο	
   ίδιος	
   ο	
   Αγγελόπουλος,	
   «ο	
   μύθος	
   στην	
   ταινία	
   δεν	
   είναι	
   τόσο	
  
υπογραμμισμένος.	
   ∆εν	
   υπάρχουν	
   ονόματα·∙	
   δεν	
   υπάρχει	
   ο	
   Αγαμέμνων	
   ή	
   η	
   Ηλέκτρα,	
   δεν	
  
υπάρχει	
  ο	
  Πυλάδης,	
  ούτε	
  κάποιος	
  Νίκος	
  ή	
  κάποιος	
  Παύλος·∙	
  υπάρχει	
  μόνο	
  Oρέστης»31
.	
  Το	
  
πώς,	
   όμως,	
   μπορέσαμε	
   να	
   αναγνωρίσουμε	
   σαφώς	
   τους	
   ρόλους,	
   σε	
   σημείο	
   ώστε	
   να	
  
πάρουμε	
  από	
  τη	
  σοφόκλεια	
  εκδοχή	
  του	
  έργου	
  το	
  όνομα	
  της	
  Χρυσόθεμης	
  για	
  την	
  αδελφή	
  
(που	
   πρώτα	
   γίνεται	
   πόρνη	
   και	
   μετά	
   παντρεύεται	
   έναν	
   αμερικανό	
   στρατιωτικό)	
   της	
  
υποτιθέμενης	
  Ηλέκτρας,	
  είναι	
  ένα	
  μυστήριο	
  το	
  οποίο,	
  δυστυχώς,	
  έχει	
  επιτείνει	
  κι	
  ο	
  ίδιος	
  ο	
  
Αγγελόπουλος,	
  με	
  το	
  να	
  δεχτεί	
  –αλλά	
  και	
  να	
  χρησιμοποιήσει–	
  τέτοιες	
  ταυτίσεις	
  σε	
  πολλές	
  
συνεντεύξεις	
  του.	
  Αυτή	
  η	
  (πρώτη)	
  αποσαφήνιση	
  ως	
  προς	
  το	
  θέμα	
  της	
  παρουσίας	
  του	
  μύθου	
  
των	
  Ατρειδών	
  στην	
  ταινία	
  O	
  θίασος	
  έχει	
  δευτερεύουσα	
  σημασία.	
  Στην	
  πραγματικότητα,	
  μια	
  
τέτοια	
  παρουσία	
  (πολύ	
  λιγότερο	
  τονισμένη,	
  όπως	
  φάνηκε,	
  απ’	
  όσο	
  την	
  ήθελαν	
  οι	
  τρέχουσες	
  
εκτεταμένες	
  ερμηνείες),	
  πέρα	
  από	
  το	
  να	
  εντάσσει	
  στο	
  πλαίσιο	
  της	
  ταινίας	
  ένα	
  αρχετυπικό	
  
στοιχείο,	
   φορτωμένο	
   με	
   συνυποδηλώσεις	
   αρχέγονων	
   συγκρούσεων	
   και	
   υπαρξιακών	
  
ματαιοτήτων,	
   συνθέτει	
   τη	
   βάση	
   της	
   αναμφίβολα	
   υλιστικής	
   σχέσης	
   που	
   διατηρεί	
   ο	
  
Αγγελόπουλος	
   με	
   την	
   παράδοση.	
   Και	
   το	
   κλειδί	
   αυτής	
   της	
   σχέσης	
   δεν	
   είναι	
   η	
   μηχανική	
  
αναπαραγωγή	
  του	
  μύθου	
  και	
  η	
  έξωθεν	
  ενσωμάτωσή	
  του	
  σ’	
  έναν	
  σύγχρονο	
  ιστορικό	
  ιστό,	
  
30
Γερµανικά στο κείµενο: βασική φόρµα (Σ.τ.Μ.)
31
Αγγελόπουλος, σε συνέντευξή του στους Μ. Δηµόπουλο και Φ. Λιάππα («Σύγχρονος κινηµατογράφος»,
Αθήνα, τχ. 1, Αύγουστος- Σεπτέµβριος 1974, και, στη συνέχεια, στο «Positif», τχ. 174, 1975).
  14	
  
με	
  σκοπό	
  να	
  επιβεβαιωθεί	
  η	
  αιωνιότητα	
  και	
  το	
  αμετάβλητό	
  του·∙	
  είναι,	
  αντίθετα,	
  η	
  κριτική	
  
κατάλυσή	
   του,	
   μέσα	
   απ’	
   τον	
   περιορισμό	
   του	
   σε	
   αμιγές	
   μύθευμα,	
   χωρίς	
   τη	
   θεμελιώδη	
  
συνυποδήλωση	
  της	
  ανάγκης32
.	
  	
  	
  
«Ζούμε	
   σ’	
   έναν	
   πολιτισμό	
   που	
   έχει	
   κληροδοτήσει	
   αυτούς	
   τους	
   μύθους»	
   λέει	
   ο	
  
Αγγελόπουλος,	
   «και	
   πρέπει	
   οπωσδήποτε	
   να	
   τους	
   καταστρέψουμε,	
   να	
   τους	
   δώσουμε	
  
ανθρώπινη	
  διάσταση.	
  [...]	
  Είναι	
  ένας	
  λογαριασμός	
  με	
  την	
  πολιτιστική	
  μου	
  κληρονομιά	
  που	
  
πρέπει	
   να	
   τον	
   τακτοποιήσω.	
   [...]	
   ∆ε	
   δέχομαι	
   τη	
   μοίρα,	
   ούτε	
   την	
   ιδέα	
   του	
   πεπρωμένου.	
  
Μπαίνοντας	
   ο	
   μύθος	
   στην	
   ιστορική	
   πραγματικότητα,	
   γίνεται	
   πραγματική	
   ιστορία	
   με	
   μια	
  
διαφορετική	
   διάσταση.	
   ∆εν	
   είναι	
   ερμηνεία:	
   του	
   δίνω	
   ανθρώπινη	
   διάσταση,	
   γιατί	
   ο	
  
άνθρωπος	
  φτιάχνει	
  την	
  Ιστορία	
  κι	
  όχι	
  ο	
  μύθος»33
.	
  	
  
∆εν	
   είναι	
   τυχαίο,	
   βέβαια,	
   ότι	
   ανάμεσα	
   στα	
   τόσα	
   ονόματα	
   του	
   μύθου	
   των	
   Ατρειδών	
   η	
  
μοναδική	
   νέα	
   πρόταση	
   είναι	
   αυτή	
   που	
   αφορά	
   στον	
   Oρέστη	
   (ακριβώς	
   γιατί	
   ο	
   Oρέστης,	
  
αντίθετα	
  απ’	
  όλους	
  τους	
  άλλους,	
  «δεν	
  αντιπροσωπεύει	
  τόσο	
  ένα	
  χαρακτήρα	
  όσο	
  μια	
  ιδέα:	
  
ενσαρκώνει,	
   δηλαδή,	
   την	
   έννοια	
   της	
   επανάστασης»),	
   και	
   στην	
   ταινία	
   «πολλοί	
   από	
   τους	
  
χαρακτήρες	
  έχουν	
  μαζί	
  του	
  μια	
  σχέση	
  ερωτική	
  –	
  σχέση	
  που,	
  τελικά,	
  εκφράζει	
  τον	
  έρωτα	
  για	
  
την	
   ιδέα	
   τής	
   επανάστασης».	
   Μ’	
   άλλα	
   λόγια,	
   ακόμα	
   και	
   για	
   το	
   «ηρωικό»	
   του	
   ανάστημα	
  
(«είναι	
  ο	
  μοναδικός	
  που	
  πιστεύει	
  στον	
  εαυτό	
  του,	
  που	
  επιδιώκει	
  με	
  σαφήνεια	
  το	
  στόχο	
  του	
  
και	
   θυσιάζει	
   γι’	
   αυτόν	
   τη	
   ζωή	
   του»,	
   θυμίζει	
   ο	
   Αγγελόπουλος	
   στην	
   προαναφερθείσα	
  
συνέντευξή	
   του),	
   ο	
   Oρέστης	
   είναι	
   ο	
   μόνος	
   ήρωας	
   που	
   διατηρεί	
   στην	
   ταινία	
   μια	
   μυθική	
  
αύρα,	
   ο	
   μοναδικός	
   που	
   αντιπροσωπεύει	
   μια	
   σύγχρονη	
   «ερμηνεία»	
   του	
   μύθου	
   των	
  
Ατρειδών.	
   Όμως,	
   αυτή	
   η	
   «ερμηνεία»	
   είναι	
   που	
   ανατρέπει	
   και	
   τη	
   λειτουργική	
   θέση	
   την	
  
οποία	
   έχει	
   μέσα	
   στην	
   τραγική/μυθική	
   ελληνική	
   παράδοση,	
   ακόμα	
   και	
   στις	
   διαφορετικές	
  
εκδοχές	
  του	
  Αισχύλου	
  (Αγαμέμνων,	
  Χοηφόροι,	
  Ευμενίδες),	
  του	
  Σοφοκλή	
  (Ηλέκτρα)	
  και	
  του	
  
Ευριπίδη	
  (Ηλέκτρα,	
  Oρέστης):	
  εδώ,	
  πράγματι,	
  μακριά	
  από	
  τη	
  ζωή,	
  ο	
  εκδικητής	
  του	
  γένους	
  ή	
  
ο	
  τελευταίος	
  παράγων	
  της	
  οικογενειακής	
  ύβρεως	
  ή	
  ο	
  έσχατος	
  κρίκος	
  της	
  θεϊκής	
  τύψης,34
	
  	
  	
  
είναι	
  ο	
  φορέας	
  της	
  Ιστορίας,	
  και	
  η	
  «ιστορική»	
  άφεσή	
  του	
  δεν	
  απαιτεί	
  κανέναν	
  Άρειο	
  Πάγο.	
  
Ας	
   μην	
   ξεχνάμε,	
   επίσης,	
   για	
   να	
   επαναλάβουμε	
   μια	
   δήλωση	
   του	
   Αγγελόπουλου,	
   πως	
   ο	
  
Αίγισθος	
  δεν	
  είναι	
  μόνο	
  εραστής	
  της	
  μητέρας,	
  αλλά	
  και,	
  πάνω	
  απ’	
  όλα,	
  ένας	
  δοσίλογος,	
  και	
  
η	
  μητέρα,	
  συνένοχός	
  του.	
  
Το	
   πιο	
   εντυπωσιακό	
   και	
   το	
   πιο	
   μεγαλειώδες	
   του	
   Θιάσου	
   είναι	
   η	
   πολυμορφία	
   και,	
  
συγχρόνως,	
  η	
  ομοιομορφία	
  στο	
  στιλ	
  του.	
  Όπως	
  είναι	
  γνωστό,	
  το	
  στιλ	
  που	
  κυριαρχεί	
  στο	
  
έργο,	
   είναι	
   το	
   πλάνο-­‐σεκάνς.	
   Η	
   διήγηση	
   μοιράζεται	
   σε	
   κάτι	
   περισσότερο	
   από	
   εξήντα	
  
αφηγηματικές	
   σεκάνς,35
	
  	
   σε	
   λίγο	
   περισσότερες	
   από	
   80	
   κινηματογραφικές	
   σεκάνς,	
   με	
   τη	
  
στενή	
  έννοια,36	
  και	
  σε	
  περίπου	
  120	
  πλάνα.	
  Αυτό	
  σημαίνει	
  πως,	
  αν	
  εξαιρέσουμε	
  δεκαπέντε	
  
περίπου	
  περιπτώσεις	
  στις	
  οποίες	
  μία	
  ή	
  περισσότερες	
  κινηματογραφικές	
  σεκάνς	
  μπορούν	
  να	
  
συνενωθούν	
  (ανά	
  δύο	
  κάθε	
  φορά	
  στις	
  περισσότερες	
  περιπτώσεις·∙	
  μέχρι	
  το	
  πολύ	
  έξι,	
  όπως	
  
στην	
   περίπτωση	
   της	
   ομάδας	
   των	
   σεκάνς	
   78/83,	
   που	
   αναφέρονται	
   στην	
   ανεύρεση	
   του	
  
32
Ελληνικά στο κείµενο (Σ. τ. Μ.)
33
Σε συνοµιλία µε τους P. Mereghetti, B. Oheix, G. Sammut (“Jeune Cinéma”, τχ. 88, Ιούλιος-Αύγουστος
1975).
34
Και οι τρεις λέξεις µε πλάγια, ελληνικά στο κείµενο (Σ. τ. Μ.)
35
Ως «αφηγηµατική σεκάνς» νοιούνται τα κάδρα (ή, στην περίπτωση ενός πλάνου σεκάνς, το κάδρο) που
περιγράφουν ή (περιγράφει) µια αφηγηµατική ενότητα. εν πάσει περιπατώσει, κάτι παρόµοιο µε το «κεφάλαιο»
στο µυθιστόρηµα.
36
Ως «κινηµατογραφική σεκάνς» νοιούνται τα κάδρα (ή, στην περίπτωση ενός πλάνου σεκάνς, το κάδρο) που
περιγράφουν ή (περιγράφει) µια δράση µε ενότητα χώρου και χρόνου
  15	
  
σώματος	
   του	
   Oρέστη	
   και	
   εν	
   συνεχεία	
   στην	
   ταφή	
   του)	
   για	
   να	
   σχηματίσουν	
   μια	
   σφιχτή	
  
αφηγηματική	
  ενότητα,	
  το	
  μεγαλύτερο	
  μέρος	
  των	
  αφηγηματικών	
  σεκάνς	
  αντιστοιχεί	
  με	
  τις	
  
κινηματογραφικές.	
  Αυτό	
  σημαίνει,	
  επίσης,	
  με	
  εξαίρεση	
  είκοσι	
  περίπου	
  περιπτώσεων	
  στις	
  
οποίες	
   η	
   σεκάνς	
   αποτελείται	
   από	
   περισσότερα	
   πλάνα	
   (από	
   δύο	
   κάθε	
   φορά	
   στις	
  
περισσότερες	
  περιπτώσεις·∙	
  από	
  τρία	
  σε	
  μερικές	
  άλλες,	
  όπως	
  οι	
  σεκάνς	
  52,	
  56	
  και	
  71·∙	
  μέχρι	
  
τέσσερα	
  στις	
  σεκάνς	
  7,	
  43	
  και	
  50·∙	
  και,	
  κατ’	
  εξαίρεση,	
  έξι	
  στη	
  σεκάνς	
  41),	
  πως	
  το	
  μεγαλύτερο	
  
μέρος	
  των	
  κινηματογραφικών	
  σεκάνς	
  ανταποκρίνεται	
  σε	
  ένα	
  μόνο	
  κάδρο·∙	
  μ’	
  άλλα	
  λόγια,	
  σ’	
  
ένα	
  «πλάνο-­‐σεκάνς».	
  
Χρήσιμο	
   θα	
   ήταν,	
   επίσης,	
   να	
   τονίσουμε	
   πως	
   ακόμα	
   και	
   οι	
   πιο	
   σύνθετες	
   σεκάνς	
   (όπως	
   η	
  
προαναφερθείσα	
  41,	
  που	
  αποτελείται	
  από	
  έξι	
  πλάνα:	
  διαφορετικές	
  στιγμές	
  του	
  ταξιδιού	
  
του	
  θιάσου	
  στις	
  εξοχές,	
  στα	
  βουνά,	
  στις	
  πόλεις	
  και	
  στα	
  χωριά)	
  προκύπτουν	
  σχεδόν	
  όλες	
  
από	
  τη	
  συνένωση	
  πλάνων	
  μεγάλης	
  διάρκειας	
  ή/και	
  από	
  πλάνα-­‐σεκάνς	
  μεσαίας	
  και	
  μικρής	
  
διάρκειας,	
  με	
  μια	
  συχνή	
  άρνηση	
  της	
  δομής	
  champ-­‐contrechamp,	
  την	
  οποία,	
  κατ’	
  ουσίαν,	
  
βρίσκουμε	
  μόνο	
  δύο	
  φορές	
  (σεκάνς	
  22	
  και	
  59),	
  έτσι	
  όπως	
  δεν	
  βρίσκουμε	
  ποτέ	
  ένα	
  πρώτο	
  
πλάνο,	
  με	
  την	
  πραγματική	
  του	
  έννοια,	
  αλλά	
  μόνο	
  σαν	
  φάση	
  της	
  κίνησης	
  της	
  κάμερας.	
  Και	
  
αν	
  η	
  μέση	
  διάρκεια	
  των	
  112	
  κάδρων	
  είναι,	
  σε	
  σχέση	
  με	
  τα	
  230’	
  της	
  ταινίας,	
  λίγο	
  μεγαλύτερη	
  
από	
   2’,	
   δε	
   λείπουν	
   τα	
   πολυσύνθετα	
   πλάνα-­‐σεκάνς	
   που	
   αγγίζουν	
   τα	
   10’:	
   η	
   σεκάνς	
   του	
  
πρωτοχρονιάτικου	
  χορού	
  με	
  τους	
  «αριστερούς»	
  και	
  τους	
  χίτες	
  (66),	
  που	
  διαρκεί	
  πάνω	
  από	
  
9’·∙	
  οι	
  τρεις	
  μονόλογοι:	
  του	
  πατέρα	
  (σεκάνς	
  18),	
  της	
  Ηλέκτρας	
  (58)	
  και	
  του	
  Πυλάδη	
  (73)	
  που	
  
κυμαίνονται	
  από	
  9’	
  ώς	
  7’·∙	
  το	
  περίπλοκο	
  τράβελινγκ	
  της	
  σεκάνς	
  68,	
  στην	
  οποία	
  συμβαίνει	
  το	
  
χρονολογικό	
   άλμα	
   ’46/’52	
   (το	
   ακολουθεί,	
   στο	
   αμέσως	
   επόμενο	
   πλάνο,	
   ένα	
   ακόμα	
   άλμα,	
  
αυτή	
  τη	
  φορά	
  προς	
  τα	
  πίσω,	
  στο	
  ’49),	
  που	
  διαρκεί	
  πάνω	
  από	
  7’	
  –	
  και	
  πολλές	
  άλλες.	
  Τα	
  
περισσότερα	
  πλάνα	
  –και,	
  κατά	
  συνέπεια,	
  όλα	
  τα	
  πλάνα-­‐σεκάνς	
  μεγαλύτερης	
  διάρκειας,	
  με	
  
εξαίρεση	
  τους	
  δύο	
  πρώτους	
  μονολόγους–	
  βασίζονται	
  σε	
  περίπλοκες	
  κινήσεις	
  της	
  κάμερας,	
  
πανοραμίκ	
   ή	
   τράβελινγκ	
   (συχνά	
   με	
   ταλαντώσεις	
   εκκρεμούς),	
   ή	
   στο	
   συνδυασμό	
   των	
   δύο,	
  
παρ’	
  όλο	
  που	
  δεν	
  λείπουν	
  και	
  τα	
  σταθερά	
  κάδρα.	
  Η	
  γωνία	
  λήψης	
  που	
  επαναλαμβάνεται	
  
συχνά	
  (και	
  που	
  έχει	
  υιοθετηθεί	
  για	
  όλες	
  σχεδόν	
  τις	
  παραστάσεις	
  της	
  Γκόλφως)	
  είναι	
  αυτή	
  
που	
  καδράρει	
  (και	
  στις	
  κινήσεις	
  τής	
  κάμερας	
  αρχίζει	
  ή	
  καταλήγει	
  καδράροντας)	
  μετωπικά	
  
τους	
   ήρωες,	
   καθορίζοντας	
   υπαινικτικά	
   μια	
   διαλεκτική	
   σχέση	
   μεταξύ	
   τους,	
   σαν	
   να	
  
βρίσκονταν	
  σε	
  θεατρική	
  σκηνή,	
  και	
  την	
  «άποψη»	
  στόχος	
  της	
  κάμερας/ματιά	
  του	
  θεατή.	
  Σε	
  
δεύτερη	
  μοίρα,	
  όσον	
  αφορά	
  στη	
  γωνία	
  λήψης,	
  λειτουργούν	
  η	
  εστιακή	
  απόσταση	
  (οπότε,	
  
προφανώς,	
   η	
   επιλογή	
   των	
   φακών)	
   και	
   η	
   φυσική	
   απόσταση	
   των	
   καδραρισμένων	
  
υποκειμένων:	
  στον	
  συστηματικό	
  αποκλεισμό	
  του	
  πρώτου	
  πλάνου	
  (αν	
  όχι,	
  όπως	
  ειπώθηκε,	
  
ως	
   στοιχείο	
   στο	
   εσωτερικό	
   μιας	
   κίνησης	
   της	
   κάμερας)	
   αντιστοιχούν	
   πράγματι:	
   μια	
  
συγκρατημένη	
   χρήση	
   των	
   κοντινών	
   πλάνων	
   (σχεδόν	
   απόλυτος	
   αποκλεισμό	
   των	
   μεσαίων	
  
πρώτων	
  πλάνων,	
  ιδιαίτερα	
  περιορισμένη	
  χρήση	
  των	
  μεσαίων	
  πλάνων	
  και	
  υπερίσχυση,	
  ως	
  
προς	
  τους	
  κινηματογραφούμενους	
  ανθρώπους,	
  του	
  πλαν-­‐αμερικέν	
  και	
  του	
  ολόσωμου)	
  και,	
  
αντίθετα,	
  μια	
  μάλλον	
  συχνή	
  χρήση	
  των	
  πλάνων	
  μεγάλης	
  και	
  πολύ	
  μεγάλης	
  διάρκειας.	
  Αυτό	
  
είναι	
  φανερό	
  πως	
  ισοδυναμεί	
  με	
  μια	
  αντικειμενική	
  οπτική,	
  και,	
  συνεπώς,	
  θα	
  μπορούσε	
  να	
  
πει	
   κανείς	
   πως	
   η	
   κάμερα	
   μάλλον	
   «βλέπει»	
   παρά	
   «αφηγείται»	
   και	
   –όπως	
   έχει	
   ήδη	
  
αποκαλυφθεί–	
   δεν	
   παρουσιάζει	
   το	
   θέμα	
   ως	
   πραγματικό	
   «βίωμα»,	
   αλλά	
   ως	
   δικό	
   της	
  
«βίωμα»,	
  υπογραμμίζοντας	
  μιαν	
  αντικειμενικά	
  διαλεκτική	
  σχέση	
  ανάμεσα	
  στο	
  προφιλμικό	
  
υλικό	
   και	
   στην	
   ίδια	
   ως	
   μέσον	
   κριτικής	
   καταγραφής.	
   Αυτό	
   διευκολύνει	
   το	
   θεατή	
   ν’	
  
αποκρυπτογραφήσει,	
   μιας	
   και	
   οι	
   ήρωες,	
   απογυμνωμένοι	
   από	
   τα	
   ψυχολογικά	
   τους	
  
χαρακτηριστικά	
  (ή,	
  αλλιώς,	
  ως	
  μη	
  ολοκληρωμένες	
  οντότητες),	
  εμφανίζονται	
  σαν	
  «σημεία»,	
  
όπως	
   ακριβώς	
   και	
   οι	
   κινήσεις/πράξεις/χειρονομίες	
   τους	
   καταλήγουν	
   να	
   είναι	
   ένας	
  
συνδυασμός	
   «σημείων»,	
   με	
   μια	
   άρρητη	
   υπογράμμιση	
   του	
   κοινωνικοϊστορικού	
   πλαισίου	
  
  16	
  
μέσα	
  στο	
  οποίο	
  λειτουργούν	
  ως	
  στοιχεία	
  της	
  πλοκής.	
  
Είναι	
  σίγουρο	
  πως	
  μπορούν	
  να	
  γίνουν	
  κι	
  άλλες	
  αναλυτικές	
  παρατηρήσεις	
  πάνω	
  στο	
  Θίασο.	
  
Μακάρι	
  δε	
  να	
  γίνουν	
  βασισμένες	
  σε	
  μια	
  ενδελεχέστερη	
  εξέταση	
  (στη	
  μουβιόλα,	
  π.χ.)	
  της	
  
ταινίας	
  (ο	
  γράφων	
  μπόρεσε	
  να	
  τη	
  δει	
  μόνο	
  τρεις	
  φορές	
  –	
  και	
  μάλιστα,	
  πριν	
  από	
  αρκετό	
  
καιρό)	
   και,	
   κυρίως,	
   σ’	
   ένα	
   σενάριο	
   ακριβέστερο	
   από	
   το	
   μοναδικό	
   που,	
   προς	
   το	
   παρόν,	
  
διατίθεται	
   και	
   εκδίδεται	
   από	
   το	
   «Avant-­‐Scène/Cinéma»,	
   απ’	
   το	
   οποίο,	
   εκτός	
   των	
   άλλων,	
  
λείπουν	
  όλες	
  οι	
  ενδείξεις	
  για	
  τους	
  χρόνους	
  των	
  πλάνων37
.	
  Όμως,	
  απ’	
  όσα	
  έχουν	
  αναφερθεί	
  
ώς	
  τώρα	
  για	
  την	
  ταινία,	
  έστω	
  και	
  συνοπτικά,	
  δικαιολογείται	
  εν	
  πολλοίς	
  η	
  κρίση	
  που	
  είχαμε	
  
κάνει	
  όταν	
  την	
  πρωτοείδαμε,	
  και	
  που	
  την	
  επαναλαμβάνουμε	
  τώρα,	
  με	
  ακόμα	
  μεγαλύτερη	
  
πεποίθηση:	
   πρόκειται	
   για	
   ένα	
   αριστούργημα	
   του	
   σύγχρονου	
   κινηματογράφου	
   και,	
  
ασφαλώς,	
  μια	
  απ’	
  τις	
  ωραιότερες	
  ταινίες	
  της	
  δεκαετίας	
  του	
  ’70.	
  Όλα	
  αυτά	
  δεν	
  θα	
  σήμαιναν	
  
τίποτα	
   αν	
   στις	
   παρατηρήσεις	
   που	
   έχουν	
   γίνει	
   μέχρι	
   τώρα	
   (και	
   στις	
   τελευταίες	
   που	
   θα	
  
μπορούσαν	
  να	
  γίνουν),	
  δεν	
  προσθέταμε	
  αμέσως	
  πως	
  O	
  θίασος	
  αποτελεί	
  ένα	
  σαφέστατο	
  
ορόσημο,	
  μια	
  πραγματική	
  κατάκτηση	
  στο	
  χώρο	
  ενός	
  κινηματογράφου	
  αισθητικής	
  υλιστικής	
  
έμπνευσης.	
   ∆εν	
   υπονοούμε,	
   βέβαια,	
   μια	
   πολιτική	
   ιδεολογία	
   (το	
   μαρξισμό)	
   που	
   είναι	
  
διάχυτη	
   μέσα	
   στο	
   έργο,	
   ως	
   μέτρο	
   κρίσης	
   των	
   πολιτικών	
   γεγονότων	
   που	
   υποδηλώνονται	
  
ρητά	
   ή	
   άρρητα.	
   Στον	
   σύγχρονο	
   κινηματογράφο	
   δεν	
   λείπουν	
   οι	
   «μαρξιστές»	
  
κινηματογραφιστές.	
   Γεγονός,	
   όμως,	
   είναι	
   ότι	
   η	
   πολιτική	
   ιδεολογία	
   απορρίπτεται	
   (και	
   σε	
  
ορισμένες	
   περιπτώσεις	
   αποκηρύσσεται)	
   από	
   την	
   κινηματογραφική,	
   μ’	
   ένα	
   διαχωρισμό	
  
ανάμεσα	
   στην	
   «πολιτική	
   σκέψη»	
   και	
   στην	
   «αισθητική	
   πράξη»	
   που	
   είναι	
   κατ’	
   ουσίαν	
   μια	
  
ιδεαλιστική	
  κίνηση	
  και,	
  κατά	
  συνέπεια,	
  μη	
  υλιστική.	
  O	
  ιταλικός	
  κινηματογράφος	
  ξέρει	
  από	
  
«πολιτική	
   στράτευση»,	
   όπου	
   είθισται	
   να	
   θεωρείται	
   πως	
   η	
   «κουλτούρα»	
   (δηλαδή	
   η	
  
υπευθυνότητα)	
   της	
   «στράτευσης»	
   έγκειται	
   μόνο	
   σ’	
   αυτό	
   που	
   μεταδίδεται	
   και	
   όχι	
   στον	
  
τρόπο	
   με	
   τον	
   οποίο	
   μεταδίδεται·∙	
   λες	
   και	
   υπάρχει	
   ένας	
   αόριστα	
   προοδευτικός	
   τρόπος	
  
επικοινωνίας	
   που	
   δεν	
   εντάσσεται	
   στον	
   «υλισμό»	
   των	
   μορφών	
   επικοινωνίας,	
   ή,	
   ακόμα	
  
χειρότερα,	
  λες	
  και	
  η	
  αλλαγή	
  του	
  κόσμου	
  δεν	
  συνεπάγεται	
  και	
  την	
  αλλαγή	
  των	
  ιδιωμάτων	
  
του	
   κόσμου,	
   ή,	
   ακόμα	
   χειρότερα,	
   λες	
   και	
   η	
   αμφισβήτηση	
   των	
   ειδώλων	
   (δηλαδή	
   της	
  
ιδεολογίας)	
   της	
   καθεστηκυίας	
   τάξης	
   δεν	
   συνεπάγεται	
   αυτόματα	
   και	
   απόλυτα	
   την	
  
αμφισβήτηση	
   των	
   γλωσσικών	
   και	
   αφηγηματικών	
   στερεοτύπων	
   (δηλαδή,	
   και	
   σ’	
   αυτή	
   την	
  
περίπτωση,	
  της	
  ιδεολογίας)	
  που	
  παρήγαγε	
  και	
  αναπαράγει.	
  Πρόκειται	
  για	
  ένα	
  επιχείρημα	
  
που	
  δεν	
  αφορά	
  μόνο	
  στον	
  κινηματογράφο	
  των	
  καπιταλιστικών	
  χωρών,	
  αλλά	
  και	
  των	
  χωρών	
  
που	
   δεν	
   είναι	
   πια	
   καπιταλιστικές,	
   όπου	
   η	
   ισχύουσα	
   «κινηματογραφική	
   ιδεολογία»	
  
παραμένει	
  έτσι	
  όπως	
  είχε	
  θεσπιστεί	
  όταν	
  το	
  Κεφάλαιο	
  ξεκίνησε	
  τον	
  κινηματογράφο	
  σαν	
  μια	
  
βιομηχανία	
  της	
  συλλογικής	
  φαντασίας.	
  
Όταν	
   λέμε	
   πως	
   O	
   θίασος	
   είναι	
   μια	
   πολύ	
   μεγάλη	
   κατάκτηση	
   στο	
   πλαίσιο	
   ενός	
  
κινηματογράφου	
   αισθητικής	
   υλιστικής	
   έμπνευσης,	
   εννοούμε	
   κυρίως	
   πως	
   υπάρχει	
   μια	
  
απόλυτη	
  ταύτιση	
  ανάμεσα	
  στην	
  πολιτική	
  ιδεολογία	
  και	
  στην	
  αισθητική	
  ιδεολογία.	
  Εδώ	
  θα	
  
πρέπει	
  να	
  υπογραμμίσουμε	
  (κάτι	
  που	
  θα	
  έπρεπε	
  να	
  είναι	
  φανερό)	
  πως	
  αυτή	
  η	
  ταύτιση	
  δεν	
  
οδήγησε	
  σ’	
  ένα	
  ιδεολογικά	
  βεβαρημένο	
  αποτέλεσμα:	
  αντίθετα,	
  αν	
  υπάρχει	
  ένα	
  θεμελιώδες	
  
χαρακτηριστικό	
  στο	
  Θίασο,	
  αυτό	
  είναι	
  η	
  διαλεκτική	
  έντασή	
  του,	
  και	
  όχι	
  μόνο	
  –όπως	
  έχει	
  
ήδη	
   έμμεσα,	
   αλλά	
   επανειλημμένα,	
   τονιστεί–	
   σε	
   αφηγηματικό	
   επίπεδο	
   (αρκεί	
   να	
  
θυμηθούμε	
  τη	
  σχέση	
  της	
  συμπληρωματικής	
  αλληλεπίδρασης	
  που	
  δένει	
  μεταξύ	
  τους	
  τα	
  τρία	
  
«επίπεδα»	
   της	
   αφήγησης),	
   αλλά	
   και	
   σε	
   επίπεδο	
   ιστορικών	
   αναφορών	
   (με	
   τη	
   συνεχή	
  
διασταύρωση	
   των	
   εποχών	
   και	
   των	
   καταστάσεων,	
   των	
   αναφορών	
   στο	
   παρελθόν	
   και	
   των	
  
37
Le voyage des comédiens στο “ l’Avant Scène/Cinéma”, τχ. 164, Δεκέµβριος 1975.
  17	
  
νύξεων	
  για	
  το	
  παρόν)	
  και,	
  το	
  πιο	
  σημαντικό	
  ίσως,	
  στο	
  επίπεδο	
  των	
  πολιτικών	
  κρίσεων	
  (και	
  
συνεπαγωγών).	
  Ως	
  προς	
  αυτό,	
  θα	
  αρκούσε	
  να	
  υπογραμμίσουμε	
  πόσο	
  συγκροτημένη	
  είναι	
  η	
  
άποψη	
  για	
  τη	
  λεγόμενη	
  «γενιά	
  της	
  Αντίστασης»	
  που,	
  στο	
  Θίασο,	
  εκπροσωπείται	
  από	
  τρία	
  
πρόσωπα:	
   τον	
   Oρέστη	
   και	
   τους	
   δύο	
   νεότερους	
   φίλους	
   του	
   –	
   τρεις	
   ανθρώπους	
  
στρατευμένους	
  στο	
  αντιφασιστικό	
  κίνημα	
  της	
  Αριστεράς	
  που	
  έδρασε	
  στην	
  Ελλάδα	
  μεταξύ	
  
της	
  ναζιστικής	
  κατοχής	
  και	
  της	
  μεταπολεμικής	
  αγγλοαμερικανικής	
  «κατοχής».	
  Όταν	
  αρχίζει	
  
η	
   καταστολή,	
   η	
   αντιμετώπιση	
   των	
   τριών	
   αγωνιστών	
   είναι	
   διαφορετική:	
   ο	
   Oρέστης	
  
εκτελείται	
  το	
  ’51	
  γιατί	
  δεν	
  υποτάχθηκε·∙	
  ο	
  Πυλάδης	
  ελευθερώνεται	
  το	
  ’50	
  γιατί	
  δέχτηκε	
  να	
  
«υπογράψει»·∙	
   κι	
   ο	
   Ποιητής	
   ελευθερώνεται	
   «λόγω	
   μονίμου	
   αναπηρίας»,	
   έχοντας	
   λυγίσει	
  
από	
  τα	
  γεγονότα	
  (έχουν	
  πειραχτεί	
  τα	
  νεύρα	
  του	
  από	
  το	
  «τραύμα	
  της	
  επανάστασης»	
  –	
  «Έχει	
  
σταματήσει	
  στο	
  ’44	
  –λέει	
  ο	
  Αγγελόπουλος–	
  και	
  σέρνεται	
  πίσω	
  απ’	
  τα	
  τότε	
  γεγονότα»).	
  Παρ’	
  
όλο	
   που	
   είναι	
   σαφές	
   πως,	
   απ’	
   τους	
   τρεις,	
   ο	
   Oρέστης	
   είναι	
   ο	
   εκπρόσωπος	
   του	
  
επαναστατικού	
   ηρωισμού,	
   και	
   οι	
   τρεις,	
   ο	
   καθένας	
   με	
   διαφορετικό	
   τρόπο,	
   είναι	
   «άτομα	
  
θετικά»,	
  ακόμα	
  κι	
  ο	
  Πυλάδης	
  που	
  δεν	
  αντέχει	
  τα	
  βασανιστήρια:	
  «Αυτά	
  τα	
  άτομα	
  –λέει	
  ο	
  
σκηνοθέτης–	
  εκείνη	
  την	
  εποχή	
  αποτέλεσαν	
  την	
  Ε∆Α·∙	
  δηλαδή	
  το	
  κίνημα	
  της	
  Αριστεράς	
  που	
  
ανανέωσε	
  τον	
  κομμουνισμό.	
  Για	
  μένα,	
  [ο	
  Πυλάδης]	
  δεν	
  είναι	
  άτομο	
  άξιο	
  περιφρόνησης...	
  –	
  
κάθε	
  άλλο».38	
  Τίποτα,	
  λοιπόν,	
  στον	
  «επαναστατικό»	
  κινηματογράφο	
  του	
  Αγγελόπουλου	
  δεν	
  
είναι	
  πιο	
  μακρινό	
  από	
  τον	
  σχηματικά	
  λεγόμενο	
  «επαναστατικό	
  ρομαντισμό»,	
  από	
  την	
  ηθική	
  
(και	
  από	
  την	
  αισθητική·∙	
  ή,	
  μάλλον,	
  την	
  ηθική	
  της	
  αισθητικής)	
  ενός	
  «μηχανικού	
  ψυχών»,	
  με	
  
το	
  βλέμμα	
  υποχρεωτικά	
  καρφωμένο	
  στο	
  «μεγαλόπρεπο	
  και	
  προοδευτικό	
  πεπρωμένο».	
  ∆ε	
  
λείπουν,	
  βέβαια,	
  κι	
  αυτοί	
  που	
  ρωτάνε	
  αν	
  O	
  θίασος	
  είναι,	
  σε	
  τελική	
  ανάλυση,	
  μια	
  ταινία	
  
«απαισιόδοξη»	
  –	
  ερώτηση,	
  στην	
  οποία,	
  πολύ	
  σωστά,	
  ο	
  σκηνοθέτης	
  απαντά:	
  «Όχι·∙	
  είναι	
  μια	
  
μπαλάντα	
   για	
   πρόσωπα	
   που	
   άλλα	
   σκοτώθηκαν	
   κι	
   άλλα	
   όχι.	
   ∆εν	
   είναι	
   ένα	
   απαισιόδοξο	
  
ποίημα,	
   και	
   το	
   να	
   υμνείς	
   την	
   επανάσταση,	
   δε	
   σημαίνει	
   πως	
   υμνείς	
   πάντα	
   τη	
   νίκη.	
   Η	
  
τελευταία	
  εικόνα	
  της	
  ταινίας	
  δείχνει	
  το	
  θίασο	
  να	
  κινείται	
  προς	
  την	
  κάμερα.	
  Ξέρουμε	
  πως	
  
έχουν	
   υπάρξει	
   νεκροί,	
   φυλακισμένοι,	
   εκτελεσμένοι...	
   και	
   πως	
   είναι	
   μια	
   στιγμή	
  
συνειδητοποίησης.	
  Κατά	
  τη	
  γνώμη	
  μου,	
  δεν	
  ήταν	
  απαραίτητο	
  να	
  υπάρχει	
  ενθουσιασμός	
  κι	
  
αισιοδοξία.	
   [...]	
   Άλλωστε,	
   ούτε	
   και	
   στον	
   Brecht	
   η	
   επανάσταση	
   αποτελεί	
   αντικείμενο	
  
ενθουσιασμού».39	
  Κατά	
  τα	
  άλλα,	
  η	
  ίδια	
  η	
  σύνθεση	
  του	
  θιάσου	
  αποτελεί	
  έναν	
  μικρόκοσμο	
  
πολιτικά	
  διαλεκτικό,	
  όπου	
  εμφανίζονται	
  η	
  Αριστερά	
  (που	
  «κάνει»	
  την	
  Ιστορία),	
  η	
  ∆εξιά	
  (που	
  
της	
  αντιτίθεται)	
  και	
  μια	
  «σιωπηρή	
  πλειοψηφία»	
  που	
  ταλαντεύεται	
  από	
  δω	
  κι	
  από	
  κει	
  (και,	
  
παρ’	
  όλο	
  που	
  είναι	
  «θεατής»	
  της	
  Ιστορίας,	
  υφίσταται,	
  όπως	
  όλοι,	
  τις	
  συνέπειες).	
  
Η	
  αναφορά	
  του	
  Αγγελόπουλου	
  στον	
  Brecht,	
  την	
  οποία	
  υπενθυμίσαμε	
  πιο	
  πάνω,	
  μας	
  οδηγεί	
  
σε	
   μια	
   τελευταία	
   σκέψη,	
   την	
   οποία,	
   άλλωστε,	
   υπαινιχθήκαμε	
   και	
   αλλού:	
   ο	
   αισθητικός	
  
υλισμός	
   του	
   Αγγελόπουλου	
   αποτελεί	
   για	
   τον	
   σύγχρονο	
   κινηματογράφο	
   ένα	
   από	
   τα	
   λίγα	
  
παραδείγματα	
  της	
  σταθερής,	
  οργανικής	
  και	
  αποτελεσματικής	
  εφαρμογής	
  μιας	
  γραμμής	
  που	
  
πλησιάζει	
   τον	
   μπρεχτικό	
   στοχασμό	
   πάνω	
   στο	
   «επικό	
   θέατρο»	
   ως	
   εναλλακτικό	
   του	
  
«δραματικού	
  θεάτρου»,	
  όπως	
  άλλωστε	
  έχει	
  αναγνωρίσει	
  ο	
  ίδιος	
  ο	
  σκηνοθέτης,	
  δηλώνοντας	
  
πολλές	
   φορές	
   πως	
   «ήθελε	
   να	
   κάνει	
   συνειδητά	
   κάτι	
   αντίστοιχο	
   του	
   επικού	
   θεάτρου	
   του	
  
Brecht».	
   Γι’	
   αυτόν	
   το	
   λόγο,	
   λοιπόν,	
   αξίζει	
   να	
   αναφερθεί	
   κανείς	
   στις	
   διορατικές	
  
παρατηρήσεις	
  που	
  έχουν	
  γίνει	
  από	
  την	
  Isabelle	
  Jourdan	
  σ’	
  ένα	
  άρθρο	
  που	
  δημοσιεύτηκε	
  
στο	
  «Positif».	
  Εκεί	
  υπογραμμίζεται	
  η	
  λειτουργία	
  της	
  «αποστασιοποίησης»	
  που	
  έρχεται	
  να	
  
προσθέσει	
   στο	
   θίασο	
   μια	
   ολόκληρη	
   σειρά	
   από	
   υφολογικές/δομικές	
   ιδιαιτερότητες:	
   από	
  
τους	
  «μονoλόγους»	
  και	
  τη	
  χρήση	
  της	
  λαϊκής	
  μουσικής,	
  στο	
  cadrage	
  frontal40	
  και	
  τη	
  δόμηση	
  
38
Βλ. υποσηµείωση 33
39
Βλ. υποσηµείωση 33
40
Βλ. υποσηµείωση 19
  18	
  
του	
  «χώρου»	
  από	
  την	
  κάμερα,	
  από	
  τη	
  σημασία	
  των	
  κινήσεων	
  στην	
  ουσιαστική	
  λειτουργία	
  
που	
  έχει	
  η	
  «παράσταση»	
  της	
  Γκόλφως	
  μέσα	
  στην	
  «παράσταση»	
  του	
  Θιάσου.	
  Από	
  την	
  άλλη	
  
πλευρά,	
  θα	
  αρκούσε	
  να	
  αναλύσουμε	
  προσεκτικά	
  τη	
  «μετατόπιση	
  των	
  τόνων»	
  στη	
  σύνθεση	
  
της	
  μουσικής	
  παρτιτούρας	
  της	
  ταινίας	
  που	
  υιοθετεί	
  ο	
  Αγγελόπουλος	
  αντί	
  της	
  συνηθισμένης	
  
«κινηματογραφικής	
   μουσικής»,	
   για	
   να	
   καταλάβουμε	
   πώς,	
   μ’	
   έναν	
   μπρεχτικό	
   τρόπο,
41
	
  η	
  
μουσική	
  έχει	
  εδώ	
  μια	
  λειτουργία	
  διαμεσολαβητική,	
  η	
  οποία,	
  αντί	
  να	
  προβάλλει	
  το	
  κείμενο,	
  
το	
  ερμηνεύει·∙	
  αντί	
  να	
  επιβεβαιώνει	
  την	
  ταινία,	
  την	
  προϋποθέτει·∙	
  αντί	
  να	
  την	
  αποσαφηνίζει,	
  
συμμετέχει·∙	
   αντί	
   να	
   «χρωματίζει	
   την	
   ψυχική	
   κατάσταση»,	
   καταδεικνύει	
   τη	
   συμπεριφορά	
  
[ισχύει	
   για	
   όλα	
   το	
   παράδειγμα	
   του	
   μεγάλου	
   πλάνου-­‐σεκάνς	
   της	
   μελωδικής	
   πρόκλησης	
  
(σεκάνς	
   60)]:	
   μ’	
   άλλα	
   λόγια,	
   όπως	
   ο	
   Αγγελόπουλος	
   δούλεψε	
   πάνω	
   στο	
   «κείμενο»	
   της	
  
ταινίας	
   (και	
   το	
   «κείμενο»	
   μιας	
   ταινίας	
   εμφανίζεται	
   σαν	
   ένας	
   συγκερασμός,	
   σαν	
   μια	
  
οπτικοακουστική	
   πραγματικότητα	
   όπου	
   παρεμβαίνουν	
   πολλαπλά	
   στοιχεία	
   «υλικής»	
  
σύνθεσης,	
   σε	
   οπτικό	
   επίπεδο	
   –το	
   προφιλμικό	
   στάδιο,	
   η	
   «εικαστική»	
   διαμόρφωση,	
   η	
  
«δουλειά»	
  που	
  κάνει	
  η	
  κάμερα,	
  οι	
  διάφορες	
  δυναμικές	
  που	
  χαρακτηρίζουν	
  το	
  σύνολο–,	
  σε	
  
ηχητικό	
   –οι	
   διάλογοι,	
   οι	
   ήχοι,	
   η	
   μουσική–	
   και	
   σε	
   επίπεδα	
   μικτά),	
   προσπαθώντας	
   να	
  
οργανώσει	
   τα	
   πάντα	
   και	
   σε	
   όλα	
   τα	
   επίπεδα,	
   έτσι	
   ώστε	
   να	
   μην	
   είναι	
   «συναισθηματικό	
   ή	
  
ηθικολογικό»,	
  αλλά	
  να	
  δείχνει	
  το	
  «συναισθηματισμό»	
  και	
  την	
  «ηθική».	
  Γι’	
  αυτό	
  O	
  θίασος,	
  
παρ’	
  όλο	
  που	
  έχει	
  στιγμές	
  «ανθρώπινης	
  συγκίνησης»	
  (π.χ.,	
  ο	
  τουφεκισμός	
  του	
  πατέρα	
  ή	
  η	
  
κηδεία	
   του	
   Oρέστη)	
   και	
   «ιδεολογικής	
   έντασης»	
   (π.χ.,	
   η	
   ανάγνωση	
   από	
   τον	
   Oρέστη,	
   τον	
  
Πυλάδη	
  και	
  τον	
  Ποιητή	
  του	
  αποσπάσματος	
  από	
  το	
  βιβλίο	
  του	
  Λένιν	
  O	
  οπορτουνισμός	
  και	
  η	
  
κατάρρευση	
   της	
   ∆εύτερης	
   ∆ιεθνούς),	
   προσέχει	
   ιδιαίτερα	
   να	
   μην	
   ταανακατέψει	
   σ’	
   ένα	
  
αφηγηματικό	
  continuum42	
  που	
  «θα	
  ενέπλεκε	
  το	
  θεατή	
  στη	
  σκηνική	
  δράση»,	
  ενώ,	
  αντίθετα,	
  
σκοπεύει	
   στο	
   να	
   τα	
   «αναπαραστήσει»	
   για	
   «να	
   κάνει	
   το	
   θεατή	
   παρατηρητή»·∙	
   γι’	
   αυτό	
   κι	
  
είναι	
  ένα	
  έργο	
  εντελώς	
  απαλλαγμένο	
  τόσο	
  από	
  νότες	
  αμιγούς	
  συναισθήματος	
  όσο	
  και	
  από	
  
ιδεολογικές	
   γενικότητες.	
   Υπάρχει	
   η	
   προγραμματική	
   απόρριψη	
   οποιασδήποτε	
  
«προσπάθειας	
  ύπνωσης,	
  και	
  σε	
  καθετί	
  που	
  θα	
  μπορούσε	
  να	
  προκαλέσει	
  άσκοπη	
  μέθη	
  και	
  
ψευδαισθήσεις» 43
,	
   κάθε	
   μηχανισμού	
   που	
   χρησιμοποιείται	
   για	
   να	
   υποκινήσει	
   τους	
  
μηχανισμούς	
   ταύτισης	
   του	
   κοινού	
   και	
   να	
   δώσει	
   εκείνη	
   την	
   «εντύπωση	
   της	
  
πραγματικότητας»	
   που,	
   για	
   τους	
   θεατές	
   τούς	
   διαμορφωμένους	
   από	
   τη	
   βιομηχανία	
   της	
  
συλλογικής	
  φαντασίας,	
  κάνει	
  τον	
  κινηματογράφο	
  μια	
  κατ’	
  εξοχήν	
  «φτηνή	
  περιπέτεια»,	
  «ένα	
  
άγγιγμα	
  μαγικών	
  χεριών	
  /	
  που	
  τους	
  τραβάει	
  μακριά	
  απ’	
  τον	
  κόσμο	
  που	
  απαρνήθηκαν	
  /	
  και	
  
που	
  δεν	
  μπορούν	
  να	
  τον	
  εξουσιάσουν».	
  Μπορούμε	
  να	
  πούμε	
  –βάζοντας	
  τη	
  μία	
  δίπλα	
  στην	
  
άλλη	
  (κι	
  όχι	
  τόσο	
  αυθαίρετα	
  όσο	
  θα	
  μπορούσε	
  να	
  φανεί	
  με	
  την	
  πρώτη	
  ματιά)	
  δύο	
  ταινίες	
  
που	
   αφορμώνται	
   από	
   όχι	
   ανόμοιους	
   ιστοριογραφικούς,	
   πολιτικούς	
   και	
   ιδεολογικούς	
  
σκοπούς–	
  πως	
  το	
  1900	
  του	
  Bertolucci	
  είναι	
  ένα	
  από	
  τα	
  τελευταία	
  «αριστουργήματα»	
  του	
  
«κινηματογράφου	
  όπως	
  είναι»,	
  ενώ	
  O	
  θίασος	
  του	
  Αγγελόπουλου	
  είναι	
  ένα	
  από	
  τα	
  πρώτα	
  
αριστουργήματα	
  του	
  «κινηματογράφου	
  όπως	
  θα	
  έπρεπε	
  να	
  είναι».	
  O	
  έλληνας	
  σκηνοθέτης	
  
είναι	
  άξιος	
  σεβασμού,	
  γιατί	
  μας	
  έδειξε	
  πώς	
  το	
  «πρέπει	
  να	
  είναι»	
  συνδυάζεται	
  με	
  το	
  «είναι».	
  
Και	
  σίγουρα,	
  όποιος	
  δεν	
  «μπορεί»,	
  στην	
  πραγματικότητα	
  δεν	
  «θέλει».	
  
	
   	
  
vvv
41
Βλ. υποσηµείωη 20
42
Λατινικά στο κείµενο: συνεχές (Σ.τ.Μ.)
43
Βλ. υποσηµείωση 20
 19	
  
«ΜΙΑ	
  ΤΕΡΑΣΤΙΑ	
  ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ	
  ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ»	
  
Συνέντευξη	
  του	
  θ.	
  Αγγελόπουλου	
  στον	
  Μιχάλη	
  ∆ημόπουλο	
  και	
  τη	
  Φρίντα	
  Λιάππα1
	
  
–	
  Πότε	
  αποφασίσατε	
  να	
  γυρίσετε	
  το	
  Θίασο,	
  και	
  πώς	
  επέδρασαν	
  σ’	
  αυτή	
  σας	
  την	
  απόφαση	
  
οι	
  διάφορες	
  πολιτικές	
  εξελίξεις;	
  
	
  –	
   Η	
   ταινία	
   ξεκίνησε	
   να	
   γίνει	
   στην	
   περίοδο	
   Μαρκεζίνη,	
   σ’	
   εκείνη	
   την	
   απόπειρα	
  
«ανοίγματος»,	
  λίγο	
  πριν	
  απ’	
  το	
  Πολυτεχνείο.	
  Oπωσδήποτε,	
  μιας	
  και	
  η	
  ταινία	
  κάλυπτε	
  την	
  
περίοδο	
  ’39-­‐’52	
  κι	
  αναφερόταν	
  σε	
  ιστορικά	
  γεγονότα-­‐	
  ταμπού,	
  δύσκολα	
  θα	
  περνούσε	
  από	
  
την	
  παπαδοπουλική	
  λογοκρισία.	
  Ωστόσο,	
  αποφασίσαμε	
  να	
  την	
  κάνουμε	
  τότε,	
  επιχειρώντας	
  
να	
   εξαντλήσουμε	
   κάθε	
   περιθώριο.	
   Λίγο	
   πριν	
   από	
   το	
   γύρισμα,	
   όμως,	
   συνέβησαν	
   τα	
  
γεγονότα	
  του	
  Πολυτεχνείου	
  και	
  το	
  πραξικόπημα	
  του	
  Ιωαννίδη.	
  Από	
  κει	
  κι	
  έπειτα,	
  έμπαινε	
  το	
  
ερώτημα:	
   «Θα	
   κάναμε	
   μια	
   ταινία	
   που	
   δε	
   θα	
   παιζόταν	
   στην	
   Ελλάδα;	
   Και	
   τι	
   πολιτική	
  
χρησιμότητα	
  θα	
  μπορούσε	
  να	
  έχει	
  κάτι	
  τέτοιο;»	
  Όταν	
  το	
  ερώτημα	
  αυτό	
  τέθηκε	
  και	
  στον	
  
παραγωγό,	
   συμφώνησε	
   κι	
   αυτός	
   ότι,	
   έστω	
   και	
   απαγορευμένη,	
   η	
   ταινία	
   θα	
   μπορούσε	
   να	
  
χρησιμεύσει	
  πολιτικά,	
  ακόμα	
  και	
  εξαιτίας	
  του	
  ίδιου	
  του	
  γεγονότος	
  της	
  απαγόρευσής	
  της,	
  μα	
  
κι	
   απ'	
   το	
   ότι	
   θα	
   παιζόταν	
   στο	
   εξωτερικό	
   και	
   θα	
   'χε	
   κάποια	
   απήχηση.	
   Έτσι,	
   μέσα	
   στην	
  
περίοδο	
   τρομοκρατίας	
   του	
   Γενάρη-­‐Φλεβάρη	
   αποφασίστηκε	
   να	
   γίνει	
   η	
   ταινία	
   και,	
   τελικά,	
  
ξέρετε,	
   κατεχόμαστε	
   από	
   ένα	
   αίσθημα	
   σχεδόν	
   πλήρους	
   περιφρόνησης	
   απέναντι	
   στην	
  
έννοια	
  της	
  λογοκρισίας,	
  λες	
  και	
  θα	
  κάναμε	
  μια	
  ελεύθερη	
  ταινία.	
  
–	
  Ποια	
  ήταν	
  η	
  αφετηρία	
  σας	
  για	
  να	
  φτιάξετε	
  αυτή	
  την	
  ταινία;	
  
–	
   Η	
   αρχική	
   μου	
   ιδέα	
   ήταν	
   ένας	
   θίασος	
   που	
   γυρίζει	
   στην	
   επαρχία·∙	
   ένα	
   ταξίδι	
   μέσα	
   στον	
  
ελληνικό	
  χώρο	
  και	
  στην	
  ελληνική	
  Ιστορία	
  μέσα	
  από	
  ένα	
  θίασο	
  που	
  γυρνά	
  και	
  παίζει	
  θέατρο.	
  
Από	
  κει	
  και	
  πέρα,	
  ήρθαν	
  κι	
  άλλα	
  στοιχεία	
  να	
  «δέσουν»	
  αυτή	
  τη	
  χονδρική	
  ιδέα,	
  όπως,	
  π.χ.,	
  η	
  
σύνθεσή	
   της	
   πάνω	
   στις	
   σχέσεις	
   των	
   προσώπων	
   του	
   μύθου	
   των	
   Ατρειδών.	
   Βρέθηκε	
   μια	
  
δεδομένη	
  πλοκή	
  –πατέρας,	
  γιος,	
  κόρες,	
  εραστής,	
  η	
  εξουσία,	
  τα	
  παιδιά	
  τους,	
  οι	
  φόνοι–	
  που	
  
λειτουργεί	
   σαν	
   μύθος,	
   μα	
   και	
   σαν	
   χειροπιαστή	
   ιστορία.	
   Έτσι	
   απέφευγα	
   την	
   κατασκευή	
  
προκειμένου	
  για	
  μια	
  τόσο	
  πυκνή	
  και	
  φορτισμένη	
  ιστορική	
  περίοδο	
  όπως	
  το	
  ’39-­‐’52,	
  κι	
  αφού	
  
ήταν	
  εξαρχής	
  για	
  μένα	
  δεδομένο	
  ότι	
  δε	
  θα	
  'φτιαχνα	
  ένα	
  εγχειρίδιο	
  Ιστορίας,	
  δε	
  θα	
  δούλευα	
  
πάνω	
   στη	
   βάση	
   ότι	
   «έκανα»	
   Ιστορία.	
   O	
   μύθος	
   των	
   Ατρειδών	
   με	
   βοηθούσε	
   να	
   πάρω	
   το	
  
θίασο	
  σαν	
  κύτταρο	
  και,	
  μέσα	
  απ'	
  αυτόν,	
  να	
  δω	
  όλη	
  αυτή	
  την	
  περίοδο.	
  
Απ'	
  την	
  άλλη	
  μεριά,	
  όμως,	
  έχοντας	
  κάνει	
  τις	
  Μέρες	
  του	
  '36,	
  προάγγελο	
  μιας	
  δικτατορίας,	
  
μιας	
   ομολογημένης	
   δικτατορίας,	
   έβλεπα	
   το	
   Θίασο	
   σαν	
   ένα	
   είδος	
   συνέχειας	
   όπου,	
  
ξεκινώντας	
  από	
  μια	
  δικτατορία	
  που	
  έλεγε	
  τ'	
  όνομά	
  της,	
  θα	
  έφτανα	
  μέχρι	
  το	
  1952	
  (για	
  μένα,	
  
το	
  ’52,	
  με	
  τις	
  τελευταίες	
  εκτελέσεις,	
  είναι	
  το	
  τέλος	
  του	
  Εμφυλίου,	
  ο	
  θρίαμβος	
  της	
  ∆εξιάς,	
  
του	
  Παπάγου)·∙	
  θα	
  περνούσα,	
  δηλαδή,	
  από	
  την	
  ομολογημένη	
  δικτατορία	
  ενός	
  στρατηγού	
  
στη	
  μη	
  ομολογημένη	
  δικτατορία	
  ενός	
  στρατάρχη,	
  που	
  όλοι	
  σχεδόν	
  οι	
  Έλληνες,	
  μετά	
  από	
  
κείνη	
  την	
  κοσμογονία,	
  αναγκάστηκαν	
  να	
  δεχτούν	
  σαν	
  ελευθερωτή.	
  
Αντιμετώπιζα	
  κυρίως	
  δύο	
  προβλήματα:	
  πρώτον,	
  τις	
  δυσκολίες	
  στη	
  δόμηση	
  ενός	
  τεράστιου	
  
υλικού·∙	
  και	
  δεύτερον,	
  πώς	
  ν'	
  αποφύγω	
  τις	
  συμβατικές	
  εικόνες	
  που	
  έχουν	
  περάσει	
  μέσα	
  από	
  
ταινίες	
   κι	
   αφηγήσεις:	
   πείνα...	
   θανατικό...	
   διώξεις...	
   Γι'	
   αυτό	
   και	
   η	
   ταινία	
   ξεκινά	
   και	
   πατά	
  
πάνω	
  στο	
  ’52,	
  πάνω	
  στην	
  προεκλογική	
  εκστρατεία	
  του	
  Παπάγου.	
  Βασικά	
  μ'	
  ενδιέφεραν	
  οι	
  
1
«Σύγχρονος Κινηµατογράφος», τχ. 1, Αύγουστος-Σεπτέµβριος 1974
  20	
  
άνθρωποι	
  που	
  ήταν	
  αντίθετοι	
  στη	
  δικτατορία	
  του	
  Μεταξά,	
  που	
  έκαναν	
  τον	
  πόλεμο	
  του	
  ’40,	
  
μπήκαν	
  στο	
  ΕΑΜ,	
  ανέβηκαν	
  στο	
  βουνό,	
  κι	
  όλοι	
  εκείνοι	
  που,	
  νέοι	
  κι	
  ανυποψίαστοι	
  το	
  ’39,	
  
αναγκάστηκαν	
  από	
  τα	
  γεγονότα	
  να	
  πάρουν	
  θέση	
  και	
  να	
  φτιάξουν,	
  όλοι	
  μαζί	
  τη	
  «γενιά	
  της	
  
Αντίστασης»	
  –	
  απ'	
  τη	
  μεριά	
  της	
  Αριστεράς,	
  φυσικά.	
  
Στην	
   ταινία,	
   αυτή	
   η	
   «γενιά	
   της	
   Αντίστασης»	
   συμπυκνώνεται	
   σε	
   τρεις	
   περιπτώσεις,	
   τρία	
  
πρόσωπα:	
  τον	
  οργανωμένο	
  «αριστερό»	
  του	
  ’39	
  και	
  δύο	
  νεότερους,	
  μα	
  υποψιασμένους,	
  που	
  
μπαίνουν	
   όλοι	
   στην	
   Αντίσταση,	
   ανεβαίνουν	
   στο	
   βουνό,	
   κάνουν	
   το	
   δεύτερο	
   αντάρτικο,	
  
πιάνονται.	
  O	
  ένας	
  πάει	
  σε	
  ξερονήσι	
  και	
  βγαίνει	
  με	
  δήλωση	
  το	
  ’50.	
  O	
  άλλος	
  εκτελείται	
  το	
  ’51	
  
γιατί	
   δεν	
   παρέδωσε	
   τα	
   όπλα.	
   Κι	
   ο	
   τρίτος,	
   έχοντας	
   κι	
   αυτός	
   συλληφθεί,	
   αρρωσταίνει	
   και	
  
βγαίνει	
  απ’	
  τη	
  φυλακή	
  μ’	
  αυτό	
  που	
  σήμερα	
  θα	
  λέγαμε	
  «ανήκεστον	
  βλάβην»,	
  για	
  να	
  μείνει	
  
μ’	
  αυτό	
  που	
  θα	
  μπορούσαμε	
  να	
  το	
  ονομάσουμε	
  «τραύμα	
  της	
  επανάστασης».	
  Αυτός	
  έχει	
  
μείνει	
   στο	
   ’44	
   και	
   κάνει	
   μια	
   συνεχή	
   μετάθεση	
   του	
   ’44	
   προς	
   τα	
   μπρος·∙	
   μιαν	
   ατελείωτη	
  
προβολή	
  του	
  ’44	
  προς	
  το	
  μέλλον.	
  Θα	
  'λεγα	
  ότι	
  ολόκληρη	
  η	
  ταινία	
  είναι	
  φορτισμένη	
  μ’	
  αυτό	
  
το	
  «τραύμα	
  τής	
  επανάστασης»,	
  που	
  το	
  κουβαλάνε	
  όλα	
  τα	
  πρόσωπα	
  του	
  έργου,	
  είτε	
  έχουν	
  
κάνει	
  δήλωση	
  είτε	
  όχι·∙	
  είτε	
  εκτελούνται,	
  είτε	
  τρελαίνονται.	
  
–	
  Λέτε	
  πως	
  χρησιμοποιήσατε	
  το	
  μύθο	
  των	
  Ατρειδών	
  για	
  ν'	
  αποφύγετε	
  την	
  κατασκευή.	
  ∆ε	
  
φοβηθήκατε	
  μήπως	
  ο	
  μύθος	
  αυτός,	
  που	
  αντιπροσωπεύει	
  κάτι	
  αρχέγονο,	
  κάτι	
  πολύ	
  βαθιά	
  
ριζωμένο	
   μέσα	
   στον	
   πολιτισμό,	
   τελικά	
   λειτουργήσει	
   αντίστροφα;	
   Μήπως	
   βαρύνει	
  
υπερβολικά	
  την	
  ταινία	
  μ'	
  έναν	
  μοιρολατρικό,	
  υπερβατικό	
  χαρακτήρα,	
  κι	
  αποβεί	
  έτσι	
  εις	
  
βάρος	
   της	
   ταινίας;	
   Γιατί	
   μπορεί	
   εσείς	
   να	
   θέλετε	
   να	
   ιστορικοποιήσετε	
   το	
   μύθο,	
  
εντάσσοντάς	
  τον	
  στην	
  ταινία	
  σαν	
  σχήμα,	
  παίρνοντάς	
  τον	
  σαν	
  μοντέλο,	
  αλλά	
  ο	
  μύθος	
  να	
  
λειτουργεί	
  διαφορετικά.	
  Έπειτα,	
  δεν	
  πιστεύετε	
  ότι	
  η	
  ύπαρξη	
  του	
  μύθου	
  μπορεί	
  να	
  δώσει	
  
σε	
  ορισμένους	
  την	
  ευκαιρία	
  να	
  μιλήσουν	
  για	
  «νέα	
  ερμηνεία»	
  του;	
  
–	
  Πρώτα	
  απ'	
  όλα,	
  ο	
  μύθος	
  στην	
  ταινία	
  δεν	
  είναι	
  παραφορτωμένος.	
  Oνόματα	
  δεν	
  υπάρχουν.	
  
∆εν	
  υπάρχει	
  Αγαμέμνονας,	
  Ηλέκτρα,	
  Πυλάδης...	
  κ.λπ.·∙	
  ούτε	
  καν	
  Νίκος	
  ή	
  Παύλος.	
  Μόνο	
  το	
  
όνομα	
   Oρέστης	
   ακούγεται.	
   Για	
   μένα,	
   όμως,	
   ο	
  Oρέστης	
   αντιπροσωπεύει	
   μάλλον	
   μια	
   ιδέα	
  
παρά	
  ένα	
  πρόσωπο.	
  Αποτελεί	
  την	
  ιδέα	
  της	
  επανάστασης	
  προς	
  την	
  οποία	
  τείνουν	
  όλα	
  τα	
  
πρόσωπα.	
  Πολλά	
  από	
  τα	
  πρόσωπα	
  της	
  ταινίας	
  έχουν	
  μια	
  σχεδόν	
  ερωτική	
  σχέση	
  μ’	
  εκείνον,	
  
κι	
  αυτή	
  η	
  σχέση	
  δεν	
  είναι	
  άλλη	
  από	
  τον	
  έρωτα	
  με	
  την	
  ιδέα	
  της	
  επανάστασης.	
  O	
  Oρέστης	
  
είναι	
   το	
   μόνο	
   πρόσωπο	
   που	
   παραμένει	
   ακέραιο,	
   που	
   κρατά	
   με	
   συνέπεια	
   ένα	
   σκοπό	
   και	
  
πεθαίνει	
  γι'	
  αυτόν.	
  
–	
  O	
  Oρέστης	
  είναι	
  αυτός	
  που	
  δεν	
  κατεβαίνει	
  απ'	
  το	
  βουνό;	
  
	
  –	
  Ναι·∙	
  είναι	
  αυτός	
  που	
  σκοτώνει	
  τη	
  μάνα	
  του	
  και	
  τον	
  εραστή	
  της	
  πάνω	
  στη	
  σκηνή,	
  την	
  ώρα	
  
που	
  παίζουν	
  την	
  Γκόλφω·∙	
  είναι	
  αυτός	
  που,	
  αργότερα,	
  δεν	
  παραδίνει	
  τα	
  όπλα,	
  πολεμά	
  στο	
  
δεύτερο	
   αντάρτικο,	
   πιάνεται	
   και	
   εκτελείται	
   στη	
   φυλακή.	
   Υπάρχουν	
   στην	
   ταινία	
   και	
   δύο	
  
αφηγήσεις	
  που	
  δεν	
  έχουν	
  καμία	
  σχέση	
  με	
  το	
  χρόνο	
  τον	
  οποίο	
  καλύπτει	
  η	
  ταινία:	
  η	
  αφήγηση	
  
για	
  την	
  καταστροφή	
  του	
  ’22	
  και	
  η	
  αφήγηση	
  για	
  τη	
  μάχη	
  της	
  Γραβιάς,	
  η	
  οποία	
  είναι	
  μάλλον	
  
μια	
  ανάγνωση	
  που	
  κάνει	
  ένα	
  μικρό	
  παιδί	
  από	
  το	
  αναγνωστικό	
  του	
  ∆ημοτικού.	
  Έχω	
  κάνει	
  
δηλαδή	
  μια	
  προσπάθεια	
  ν'	
  ακουμπήσω	
  ό,τι	
  είναι	
  πιο	
  κοντά	
  στη	
  ρίζα	
  της	
  καταγωγής	
  μας.	
  
Κάτι	
  τέτοιο,	
  βέβαια,	
  δεν	
  καλύπτεται	
  από	
  την	
  ταινία.	
  Λειτουργεί,	
  πάντως,	
  σαν	
  υπόβαθρο,	
  
σαν	
  ένα	
  μυστικό	
  ρεύμα	
  που	
  δουλεύει	
  υπόγεια	
  μέσα	
  της.	
  Έτσι	
  περίπου	
  δουλεύει	
  κι	
  ο	
  μύθος:	
  
από	
  κάτω,	
  υπόγεια,	
  κι	
  όχι	
  στην	
  επιφάνεια,	
  σαν	
  μύθος	
  που	
  φορτώνει	
  την	
  ταινία.	
  
	
  
  21	
  
–	
  Εδώ	
  γεννάται	
  ένα	
  πολύ	
  ενδιαφέρον	
  ερώτημα	
  σχετικά	
  με	
  το	
  σενάριο:	
  Το	
  σενάριο,	
  για	
  
σας,	
  δεν	
  είναι	
  ένα	
  «τέχνασμα»,	
  αλλά	
  η	
  διασταύρωση,	
  η	
  οργάνωση	
  ορισμένων	
  ιστορικών,	
  
ιδεολογικών	
  κειμένων	
  που	
  προϋπάρχουν;	
  
	
  –	
  Τα	
  κείμενα	
  αυτά,	
  που	
  λέτε,	
  είναι	
  βασικά	
  τρεις	
  αφηγήσεις	
  από	
  τρία	
  πρόσωπα	
  της	
  ταινίας	
  
που,	
   κάποια	
   στιγμή,	
   «βγαίνουν»	
   απ'	
   το	
   μύθο,	
   έρχονται	
   μπροστά	
   στη	
   μηχανή	
   και	
  
αφηγούνται,	
   όπως	
   κάνουν	
   πολλά	
   πρόσωπα	
   στο	
   θέατρο	
   του	
   Brecht.	
   Είναι,	
   λοιπόν,	
   τρία	
  
κείμενα,	
  που	
  χωρίζουν	
  την	
  ταινία	
  στα	
  τρία:	
  το	
  πρώτο	
  (για	
  το	
  ’22)	
  δε	
  συμμετέχει	
  καθόλου	
  
στο	
  μύθο,	
  στην	
  πορεία	
  της	
  ταινίας·∙	
  το	
  δεύτερο,	
  για	
  το	
  ∆εκέμβρη,	
  είναι	
  και	
  μέσα	
  και	
  έξω	
  από	
  
το	
  μύθο	
  –	
  μ'	
  άλλα	
  λόγια,	
  εκτός	
  από	
  το	
  να	
  τα	
  βλέπουμε,	
  ακούμε	
  κι	
  ένα	
  ντοκιμαντέρ	
  λόγου·∙	
  
το	
  τρίτο,	
  τέλος,	
  για	
  τη	
  Μακρόνησο,	
  είναι	
  απολύτως	
  ενταγμένο	
  στο	
  μύθο,	
  γιατί	
  το	
  πρόσωπο	
  
που	
  το	
  λέει,	
  έχει	
  μόλις	
  επιστρέψει	
  από	
  κει.	
  Αυτά	
  είναι	
  τα	
  τρία	
  κείμενα	
  που	
  σας	
  έλεγα.	
  Απ'	
  
την	
   άλλη,	
   όμως,	
   υπάρχει	
   και	
   το	
   κείμενο	
   της	
   Συμφωνίας	
   της	
   Βάρκιζας,	
   το	
   κείμενο	
   του	
  
αναγνωστικού	
  που	
  ανέφερα	
  πριν,	
  τα	
  τραγούδια	
  που	
  δεν	
  παίζουν	
  συνοδευτικό	
  ρόλο,	
  αλλά	
  
αφηγούνται	
  και	
  λειτουργούν	
  σαν	
  κείμενα.	
  
	
  
–	
  Μ’	
  άλλα	
  λόγια,	
  έχουμε,	
  απ'	
  τη	
  μια	
  μεριά	
  το	
  αρχικό	
  μυθικό	
  κείμενο,	
  που	
  λειτουργεί	
  σαν	
  
αφηγηματική	
  υποδομή	
  μέσα	
  στην	
  ταινία,	
  παραπέμποντας	
  στην	
  αντίθεση	
  μύθου-­‐Ιστορίας,	
  
κι	
  από	
  την	
  άλλη,	
  ορισμένα	
  ιστορικά	
  κείμενα,	
  όπως	
  το	
  κείμενο	
  για	
  το	
  ’22,	
  το	
  ∆εκέμβρη,	
  τη	
  
Μακρόνησο...	
  
	
  –	
  Ναι,	
  αλλά,	
  ταυτόχρονα,	
  αυτά	
  τα	
  τρία	
  βασικά	
  κείμενα	
  κάνουν	
  κι	
  ένα	
  είδος	
  διαχρονικού	
  
περάσματος:	
  το	
  κείμενο	
  του	
  ’22	
  λέγεται	
  το	
  ’40,	
  αφορά	
  στο	
  ’22	
  και	
  λέγεται	
  μπροστά	
  στη	
  
μηχανή·∙	
  δηλαδή,	
  το	
  ’74.	
  Μα	
  και	
  τ'	
  άλλα	
  κείμενα	
  κάνουν	
  ένα	
  τριπλό	
  διαχρονικό	
  πέρασμα.	
  
–	
   ∆εν	
   πιστεύετε	
   ότι	
   υπάρχει	
   μια	
   αντίφαση	
   ανάμεσα	
   στα	
   κύρια	
   πρόσωπα	
   της	
   ταινίας	
  
(Ηλέκτρα,	
   Oρέστης,	
   Αγαμέμνονας,	
   Αίγισθος,	
   Κλυταιμνήστρα),	
   που	
   εντάσσονται	
   στο	
  
μοντέλο	
   του	
   τραγικού	
   μύθου	
   κι	
   είναι	
   προκαθορισμένα	
   ν'	
   αναπαράγουν	
   τις	
   τυπικές	
  
σχέσεις	
  του	
  μοντέλου,	
  και	
  στην	
  προσπάθειά	
  σας	
  να	
  τα	
  ιστορικοποιήσετε,	
  εντάσσοντάς	
  τα	
  
σ'	
   ένα	
   δεδομένο	
   ιστορικό	
   πλαίσιο;	
   Μ’	
   άλλα	
   λόγια,	
   δε	
   φοβηθήκατε	
   μήπως	
   αυτές	
   οι	
  
τυπικές	
   σχέσεις	
   επηρεάσουν	
   την	
   ιστορικοπολιτική	
   σας	
   ανάλυση	
   και	
   σας	
   οδηγήσουν	
   σε	
  
μια	
  σχηματικότητα	
  των	
  προσώπων;	
  
–	
  Τα	
  κίνητρα	
  των	
  προσώπων	
  είναι	
  διαφορετικά·∙	
  οι	
  ιδέες	
  που	
  τα	
  κινούν,	
  είναι	
  ιδέες	
  ενός	
  
άλλου	
  ιστορικού	
  χώρου.	
  Είναι	
  η	
  Ιστορία	
  που	
  επεμβαίνει	
  στα	
  πρόσωπα	
  και	
  τα	
  αλλοιώνει,	
  τα	
  
μεταλλάσσει.	
  Υπάρχουν	
  αντιφάσεις	
  μέσα	
  στα	
  πρόσωπα,	
  αλλά	
  δε	
  φτάνουν	
  σ’	
  ένα	
  επίπεδο	
  
ψυχολογίας·∙	
  οι	
  πράξεις	
  τους	
  δεν	
  ερμηνεύονται	
  μέσα	
  από	
  έναν	
  ψυχολογισμό.	
  Κρατάω	
  τα	
  
πρόσωπα	
   λίγο	
   σχηματικά	
   (σαν	
   σημεία,	
   αν	
   θέλετε),	
   κι	
   αυτό	
   με	
   βοηθάει	
   να	
   καθορίσω	
  
περισσότερο	
   τα	
   ιστορικά	
   πλαίσια	
   μέσα	
   στα	
   οποία	
   κινούνται.	
   O	
   Αίγισθος,	
   π.χ.,	
  
αντιπροσωπεύει	
   στην	
   ταινία	
   τον	
   οπαδό	
   της	
   4ης	
   Αυγούστου	
   που,	
   μετά,	
   περνάει	
   σε	
   μια	
  
ψευτοσυνεργασία	
  με	
  τους	
  Γερμανούς	
  και	
  που	
  μέσα	
  του	
  λειτουργεί	
  και	
  η	
  έννοια	
  εξουσία,	
  
αφού	
   αναλαμβάνει	
   τη	
   διεύθυνση	
   του	
   θιάσου	
   μετά	
   το	
   θάνατο	
   του	
   Αγαμέμνονα.	
   Αν	
  
επιχειρούσα	
   να	
   του	
   βρω	
   κίνητρα,	
   θα	
   έκανα	
   ένα	
   ψυχολογικό	
   έργο	
   πάνω	
   στις	
   αιτίες	
   που	
  
οδήγησαν	
  τον	
  Αίγισθο	
  να	
  είναι	
  έτσι,	
  πράγμα	
  που	
  δε	
  μ’	
  ενδιαφέρει.	
  
–	
  Τα	
  πρόσωπα,	
  τελικά,	
  είναι	
  φορείς	
  Ιστορίας;	
  
  22	
  
	
  –	
  Ακριβώς,	
  και	
  δε	
  μ’	
  ενδιαφέρουν	
  σαν	
  χαρακτήρες·∙	
  μ'	
  ενδιαφέρουν	
  σαν	
  φορείς·∙	
  έτσι	
  όπως	
  
θα	
   το	
   αντιμετώπιζε,	
   ας	
   πούμε,	
   ένα	
   επικό	
   έργο,	
   αν	
   κάναμε	
   μιαν	
   αντιστοιχία	
   με	
   το	
   επικό	
  
θέατρο	
  του	
  Brecht,	
  όπου	
  δεν	
  υπάρχουν	
  ψυχολογικές	
  ερμηνείες.	
  
–	
   Πώς	
   δουλέψατε	
   το	
   σενάριο;	
   Πώς	
   οργανώσατε	
   τη	
   δουλειά	
   σας	
   στο	
   επίπεδο	
   της	
  
μυθοπλασίας;	
  
–	
  Προσπάθησα	
  κατ’	
  αρχάς	
  να	
  χρησιμοποιήσω	
  σαν	
  πλατφόρμα	
  το	
  1952	
  και,	
  ξεκινώντας	
  απ'	
  
αυτό,	
  να	
  κάνω	
  επιστροφές	
  προς	
  τα	
  πίσω	
  –επιστροφές,	
  όμως,	
  που	
  δε	
  γίνονται	
  με	
  την	
  έννοια	
  
του	
  κλασικού	
  φλασμπάκ,	
  δεν	
  είναι	
  μνήμη	
  ενός	
  συγκεκριμένου	
  προσώπου·∙	
  είναι	
  συλλογική	
  
μνήμη,	
   πράγμα	
   που	
   μου	
   έδινε	
   συνεχώς	
   τη	
   δυνατότητα	
   να	
   αντιπαραθέτω	
   το	
   ’52	
   με	
   το	
  
συγκεκριμένο	
  ιστορικό	
  γεγονός	
  που	
  αναφερόταν	
  στο	
  παρελθόν.	
  Η	
  ταινία	
  αρχίζει	
  το	
  ’52,	
  και	
  
το	
  τελευταίο	
  πλάνο	
  της	
  είναι	
  το	
  ’39·∙	
  γίνεται,	
  δηλαδή,	
  μια	
  περίεργη	
  κάθοδος.	
  Στο	
  τελευταίο	
  
πλάνο	
   βλέπουμε	
   όλα	
   τα	
   πρόσωπα	
   του	
   θιάσου,	
   που	
   άλλα	
   έχουν	
   πεθάνει,	
   άλλα	
   έχουν	
  
γεράσει,	
  σκορπίσει,	
  έχουν	
  βγει	
  απ'	
  τη	
  φυλακή,	
  κι	
  όλα	
  μαζί	
  έρχονται,	
  σταματάνε	
  μπροστά	
  
στο	
  φακό,	
  κι	
  ακούγεται	
  από	
  τον	
  αφηγητή	
  ένα	
  μικρό	
  σχόλιο,	
  που	
  υπάρχει	
  και	
  στην	
  αρχή	
  της	
  
ταινίας:	
  «Φθινόπωρο	
  του	
  ’39	
  φτάσαμε	
  στο	
  Αίγιο.	
  Ήμαστε	
  κουρασμένοι.	
  Είχαμε	
  δυο	
  μέρες	
  
να	
  κοιμηθούμε».	
  Αυτά	
  τα	
  πρόσωπα	
  έρχονται	
  με	
  μια	
  κάποια	
  ελπίδα,	
  έρχονται	
  ανοιχτά	
  σε	
  
οτιδήποτε,	
   αλλά	
   εμείς	
   ξέρουμε	
   τι	
   συνέβη	
   μετά,	
   τι	
   απέγιναν	
   αυτά	
   τα	
   πρόσωπα.	
   Είναι,	
  
δηλαδή,	
  σαν	
  μια	
  τεράστια	
  οικογενειακή	
  φωτογραφία.	
  Αυτή	
  ήταν	
  η	
  αρχική	
  δομή	
  που	
  μου	
  
έδινε	
  μια	
  δυνατότητα	
  επιλογής	
  απέναντι	
  στα	
  ιστορικά	
  γεγονότα,	
  πράγμα	
  που	
  δε	
  θα	
  μου	
  το	
  
επέτρεπε	
  μια	
  γραμμική	
  αφήγηση.	
  
–	
  Με	
  ποιον	
  τρόπο	
  επιλέξατε	
  τα	
  γεγονότα,	
  και	
  πώς	
  αυτά	
  περνάνε	
  στην	
  ταινία;	
  
	
  –	
   Υπάρχουν	
   ορισμένες	
   ημερομηνίες,	
   ορισμένα	
   γεγονότα,	
   που	
   είναι	
   πολύ	
   δυνατά	
   και	
  
βγαίνουν	
  αμέσως	
  στην	
  επιφάνεια.	
  Ξεκινώντας	
  απ'	
  το	
  ’39,	
  το	
  πρώτο	
  γεγονός	
  που	
  συναντάμε	
  
μπροστά	
  μας,	
  είναι	
  η	
  κήρυξη	
  του	
  πολέμου.	
  Αυτό	
  είναι	
  ένα	
  γενικό	
  στοιχείο	
  και	
  δίνεται	
  με	
  
μια	
   καθολική	
   συμμετοχή	
   του	
   θιάσου	
   και	
   του	
   λαού	
   σ'	
   ένα	
   πανηγύρι·∙	
   το	
   δεύτερο	
   είναι	
   η	
  
εισβολή	
   των	
   Γερμανών,	
   που	
   δίνεται	
   με	
   την	
   παράδοση	
   σ'	
   αυτούς	
   μιας	
   μικρής	
   ελληνικής	
  
φρουράς·∙	
  το	
  τρίτο,	
  η	
  Απελευθέρωση,	
  που	
  δίνεται	
  επίσης	
  με	
  μια	
  λαϊκή	
  έκρηξη·∙	
  τέταρτο,	
  ο	
  
∆εκέμβρης	
  και	
  η	
  παράδοση	
  των	
  όπλων·∙	
  ακολουθούν	
  ο	
  Εμφύλιος	
  και	
  οι	
  εκλογές	
  του	
  ’52.	
  Από	
  
κει	
  κι	
  έπειτα,	
  διάλεξα	
  εκείνα	
  τα	
  στοιχεία	
  που	
  έβγαζαν	
  στην	
  επιφάνεια	
  το	
  ειδικότερο	
  λαϊκό	
  
χαρακτηριστικό. Έτσι,	
  δε	
  βλέπω	
  το	
  ∆εκέμβρη	
  μέσα	
  απ'	
  τις	
  αποφάσεις	
  της	
  ηγεσίας	
  ή	
  απ'	
  τα	
  
«γιατί»	
  που	
  τον	
  προσδιορίζουν,	
  αλλά	
  μέσα	
  απ'	
  την	
  απήχηση,	
  μέσα	
  απ'	
  τη	
  διάσταση	
  που	
  
πήρε	
   μέσα	
   στον	
   κόσμο.	
   Για	
   το	
   λαό,	
   ο	
   ∆εκέμβρης	
   ήταν	
   μια	
   λαϊκή	
   επανάσταση	
   που	
   δεν	
  
ολοκληρώθηκε,	
  δεν	
  τελείωσε.	
  Γιατί;	
  Υπάρχουν	
  άλλα	
  γεγονότα	
  που	
  προσδιορίζουν	
  το	
  γιατί·∙	
  
δεν	
  τα	
  βάζω	
  μέσα,	
  δε	
  βάζω	
  στην	
  ταινία	
  το	
  γιατί	
  ο	
  ΕΛΑΣ	
  δεν	
  μπήκε	
  στην	
  Αθήνα,	
  ούτε	
  αυτά	
  
που	
  ξέρουμε	
  μετά	
  σαν	
  ιστορικό	
  φόντο	
  της	
  εποχής.	
  Τα	
  γεγονότα	
  είναι	
  πάντα	
  ιδωμένα	
  απ'	
  τη	
  
μεριά	
  του	
  λαϊκού	
  στοιχείου	
  και	
  περνάνε	
  μέσα	
  απ'	
  αυτό,	
  έτσι	
  που	
  η	
  ταινία	
  γίνεται	
  μάλλον	
  
επική	
  παρά	
  μια	
  ταινία	
  κριτικής	
  ιστορικής	
  ανάλυσης.	
  
–	
  Το	
  σεξουαλικό	
  στην	
  ταινία	
  κατέχει	
  προνομιακή	
  θέση,	
  πράγμα	
  που	
  δεν	
  συνέβαινε	
  στις	
  
προηγούμενες	
  ταινίες	
  σας,	
  τουλάχιστον	
  τόσο	
  χτυπητά.	
  Πώς	
  δίνεται	
  μέσα	
  στην	
  ταινία	
  η	
  
σχέση	
  του	
  σεξουαλικού	
  με	
  το	
  πολιτικό;	
  Αναγκάζεστε,	
  π.χ.,	
  να	
  τοποθετήσετε	
  σε	
  μιαν	
  άλλη	
  
σκηνή,	
  σεξουαλική	
  αυτή	
  τη	
  φορά,	
  ορισμένες	
  από	
  τις	
  συγκρούσεις	
  που	
  σε	
  άλλα	
  σημεία	
  τις	
  
αντιμετωπίζετε	
  είτε	
  από	
  πολιτική	
  είτε	
  από	
  οικονομική	
  άποψη;	
  
  23	
  
–	
   Για	
   μένα,	
   το	
   σεξουαλικό	
   στοιχείο	
   αντιπροσωπεύει	
   το	
   προσωπικό.	
   Θέλω	
   να	
   πω,	
   ότι	
   η	
  
σχέση,	
   π.χ.,	
   Αίγισθου	
   και	
   Κλυταιμνήστρας,	
   και	
   ο	
   τρόπος	
   που	
   αυτή	
   η	
   σχέση	
   επιδρά	
   στην	
  
Ηλέκτρα,	
  ξεκινά	
  από	
  το	
  προσωπικό.	
  Αυτό,	
  όμως,	
  από	
  ένα	
  σημείο	
  και	
  μετά,	
  παύει	
  να	
  είναι	
  
προσωπικό,	
  γιατί	
  ο	
  Αίγισθος	
  δεν	
  είναι	
  απλώς	
  ο	
  εραστής	
  της	
  μάνας	
  της,	
  αλλά	
  και	
  χαφιές·∙	
  
επομένως,	
   το	
   επίπεδο	
   γίνεται	
   πολιτικό.	
   Άλλωστε,	
   η	
   δολοφονία	
   του	
   πάνω	
   στη	
   σκηνή	
   δε	
  
γίνεται	
  επειδή	
  ήταν	
  εραστής	
  της	
  Κλυταιμνήστρας	
  ή	
  επειδή	
  θα	
  μπορούσε	
  να	
  'χει	
  σκοτώσει	
  
τον	
  Αγαμέμνονα,	
  αλλά	
  επειδή	
  πρόδωσε	
  τον	
  Αγαμέμνονα	
  και	
  το	
  γιο	
  του	
  στους	
  Γερμανούς	
  –	
  
είναι,	
   δηλαδή,	
   σε	
   καθαρά	
   πολιτικό	
   επίπεδο.	
   Το	
   ίδιο	
   συμβαίνει	
   και	
   με	
   το	
   βιασμό	
   της	
  
Ηλέκτρας.	
  Ένας	
  βιασμός	
  έχει	
  ένα	
  κεντρικό	
  σεξουαλικό	
  στοιχείο·∙	
  επειδή	
  όμως	
  γίνεται	
  από	
  
χίτες	
  κι	
  είναι	
  βιασμός-­‐ανάκριση,	
  αποκτά	
  και	
  μια	
  πολιτική	
  σημασία.	
  Στην	
  ταινία	
  υπάρχει	
  και	
  
η	
   έννοια	
   της	
   πορνείας.	
   Η	
   Χρυσόθεμη	
   γίνεται	
   πρώτα	
   πόρνη,	
   και	
   μετά	
   παντρεύεται	
   έναν	
  
αμερικανό	
  λοχία.	
  O	
  γάμος	
  της	
  με	
  τον	
  Αμερικανό	
  δεν	
  είναι	
  μόνο	
  η	
  λύση	
  ενός	
  προβλήματος,	
  
αλλά	
  και	
  το	
  ξεπούλημα	
  ορισμένων	
  πραγμάτων.	
  Το	
  σεξουαλικό,	
  δηλαδή,	
  ανάγεται	
  πάντα	
  σ'	
  
ένα	
  επίπεδο	
  πολιτικό-­‐ιδεολογικό.	
  
–	
  Στην	
  ταινία	
  σας	
  υπάρχει	
  και	
  μια	
  άλλη	
  διάσταση:	
  η	
  θεατρική.	
  Τι	
  αντιπροσωπεύει	
  στην	
  
ταινία	
  η	
  παράσταση	
  της	
  Γκόλφως;	
  
	
  –	
  Η	
  λειτουργία	
  της	
  Γκόλφως	
  στην	
  ταινία	
  μπορεί	
  να	
  θεωρηθεί	
  πολλαπλή:	
  Είναι	
  η	
  δουλειά	
  
τού	
  θιάσου	
  (με	
  την	
  έννοια	
  του	
  μεροκάματου),	
  είναι	
  η	
  τέχνη	
  (παίζουν	
  θέατρο)	
  κι	
  είναι	
  κι	
  ένα	
  
κείμενο,	
  όπως	
  ο	
  μύθος	
  των	
  Ατρειδών.	
  Ως	
  κείμενο,	
  όμως,	
  βιάζεται,	
  δεν	
  παίζεται	
  ολόκληρο,	
  
συνεχώς	
   διακόπτεται	
   ή	
   αποκτά	
   άλλες	
   σημασίες	
   με	
   την	
   παρέμβαση	
   της	
   Ιστορίας.	
   Μια	
  
φράση,	
   π.χ.,	
   από	
   την	
   Γκόλφω	
   («Μη	
   λάχει	
   και	
   μας	
   βλέπουνε;»)	
   παύει	
   πια	
   ν'	
   ανήκει	
  
αποκλειστικά	
  στο	
  κείμενο	
  της	
  Γκόλφως	
  και	
  γίνεται	
  ένα	
  ερωτηματικό	
  για	
  την	
  ίδια	
  την	
  τύχη	
  
των	
  προσώπων	
  τής	
  ταινίας.	
  –	
  Φαίνεται	
  ότι	
  η	
  Γκόλφω	
  είναι	
  το	
  μοναδικό	
  έργο	
  στο	
  ρεπερτόριο	
  
του	
  θιάσου,	
  το	
  μοναδικό	
  τους	
  έργο,	
  που	
  το	
  παίζουν	
  από	
  πόλη	
  σε	
  χωριό.	
  Αν	
  δεχτούμε	
  ότι	
  η	
  
Γκόλφω	
   λειτουργεί	
   σαν	
   ένα	
   κλασικό	
   σχήμα,	
   που	
   από	
   πολιτική	
   άποψη	
   καμουφλάρει	
   τις	
  
βασικές	
   ταξικές	
   αντιθέσεις,	
   μεταθέτοντάς	
   τες	
   στο	
   ερωτικό	
   πεδίο,	
   δε	
   φοβηθήκατε	
   μήπως	
  
αυτή	
  η	
  ιδεολογική	
  «εξαπάτηση»	
  έρχεται	
  σε	
  αντίθεση	
  και	
  με	
  το	
  «πιστεύω»	
  ορισμένων	
  μελών	
  
του	
  θιάσου;	
  
–	
  Η	
  Γκόλφω,	
  φυσικά,	
  είναι	
  μια	
  σύμβαση,	
  ένα	
  είδος	
  προσαρμογής	
  στον	
  ελληνικό	
  χώρο	
  του	
  
μύθου	
  του	
  Ρωμαίου	
  και	
  της	
  Ιουλιέτας.	
  Όσο	
  για	
  την	
  «ιδεολογική	
  εξαπάτηση»	
  που	
  λέτε,	
  
γίνεται	
   εντελώς	
   ασυνείδητα:	
   οι	
   ηθοποιοί,	
   παίζοντας	
   την	
   Γκόλφω,	
   προσπαθούν	
   να	
  
βγάλουν	
  το	
  ψωμί	
  τους	
  με	
  κάτι	
  που	
  έχει	
  πέραση	
  στο	
  κοινό	
  στο	
  οποίο	
  απευθύνονται.	
  
–	
   Αυτά	
   ως	
   προς	
   το	
   πολιτικό-­‐ιδεολογικό	
   μέρος	
   της	
   Γκόλφως.	
   Ας	
   δούμε	
   τώρα	
   το	
   θέμα	
   της	
  
αναπαράστασης·∙	
   ας	
   δούμε,	
   δηλαδή,	
   γενικότερα	
   τη	
   σχέση	
   θεάτρου-­‐κινηματογράφου.	
  –	
  
Προβληματίστηκα	
   πολύ	
   πάνω	
   σ'	
   αυτή	
   τη	
   σχέση...	
   στην	
   έννοια	
   του	
   θεάτρου.	
   O	
   ηθοποιός	
  
υποδύεται	
   το	
   ρόλο	
   του	
   ηθοποιού	
   –	
   μάσκες,	
   μακιγιάζ,	
   αλλαγές	
   ρούχων:	
   στοιχεία	
   πολύ	
  
σημαντικά	
  γι'	
  αυτή	
  την	
  προοπτική.	
  Ας	
  πάρουμε	
  ένα	
  παράδειγμα	
  αλλαγής	
  ρούχων:	
  όταν	
  ο	
  
Εγγλέζος,	
   π.χ.,	
   παίρνει	
   το	
   φέσι	
   του	
   ηθοποιού	
   και	
   το	
   φοράει,	
   ανταλλάσσοντάς	
   το	
   με	
   το	
  
καπέλο	
  του,	
  υπάρχει	
  μια	
  ένταξή	
  του	
  μέσα	
  στην	
  ίδια	
  την	
  Γκόλφω,	
  κι	
  όταν	
  οι	
  Εγγλέζοι	
  παίζουν	
  
μπροστά	
  στο	
  πρόχειρο	
  σκηνικό	
  και	
  τραγουδάνε	
  το	
  «Tipperary»,	
  οι	
  πραγματικοί	
  ηθοποιοί	
  
του	
  θιάσου	
  γίνονται	
  πια	
  θεατές.	
  Στη	
  θέση	
  όπου,	
  πριν,	
  ήταν	
  πεσμένη	
  η	
  Γκόλφω,	
  νεκρή,	
  τώρα	
  
πέφτει	
  νεκρός	
  ένας	
  Εγγλέζος,	
  χτυπημένος	
  από	
  σφαίρα,	
  κι	
  είναι	
  σαν	
  να	
  παίζει	
  αυτός	
  πια	
  το	
  
ρόλο	
  τής	
  Γκόλφως.	
  Υπάρχουν	
  συνεχείς	
  αναδιπλώσεις	
  μέσα	
  στην	
  ταινία:	
  αυτό	
  θέλω	
  να	
  πω.	
  Η	
  
Γκόλφω	
  δεν	
  αφήνεται	
  ελεύθερη·∙	
  κι	
  όταν	
  ακόμα	
  παίζεται,	
  παίζεται	
  αλλιώς	
  κάθε	
  φορά,	
  γιατί	
  
  24	
  
επεμβαίνουν	
  συνεχώς	
  στοιχεία	
  απ'	
  την	
  πολιτική	
  κατάσταση.	
  
–	
  Ξεκινήσατε	
  με	
  μια	
  καθορισμένη	
  αισθητική	
  αρχή	
  στο	
  φτιάξιμο	
  της	
  ταινίας;	
  
–	
   Σε	
   αντίθεση	
   με	
   αυτούς	
   που	
   νομίζουν	
   ότι	
   ξεκινάω	
   από	
   ένα	
   διάγραμμα	
   εντελώς	
  
καθορισμένο	
  πριν	
  από	
  το	
  γύρισμα,	
  έχω	
  να	
  πω	
  ότι	
  αυτοσχεδιάζω	
  αρκετά.	
  Υπάρχει	
  ακόμα	
  μια	
  
αισθητική	
   που	
   βγαίνει	
   από	
   μένα	
   τον	
   ίδιο	
   και	
   δεν	
   την	
   καθορίζω	
   λογικά·∙	
   δε	
   λέω	
   δηλαδή:	
  
«Πρέπει	
  να	
  κάνω	
  αυτό	
  γι'	
  αυτόν	
  το	
  λόγο».	
  
Η	
   ταινία	
   είναι	
   κατ'	
   εξοχήν	
   συντεθειμένη	
   πάνω	
   σε	
   πλάνα-­‐σεκάνς	
   (μεγάλα	
   πλάνα	
   με	
  
πολλαπλές	
   δράσεις	
   ανάμεσα)	
   και	
   στατικά	
   πλάνα	
   (τα	
   πλάνα	
   των	
   αφηγήσεων).	
   Επειδή	
   με	
  
ενδιέφερε	
  να	
  υπάρχει	
  μια	
  αίσθηση	
  ροής	
  σ'	
  όλη	
  την	
  ταινία,	
  που	
  πολλές	
  φορές	
  να	
  μην	
  είναι	
  
άμεσα	
  ορατή,	
  η	
  μηχανή	
  ήταν	
  πάνω	
  στο	
  καρέλο	
  του	
  τράβελινγκ,	
  εκτός	
  αν	
  αυτό	
  αντικειμενικά	
  
δεν	
  μπορούσε	
  να	
  γίνει.	
  Σκέφτηκα	
  να	
  «δω»	
  εντελώς	
  μετωπικά	
  όχι	
  μόνο	
  το	
  θέατρο	
  (με	
  τη	
  
μηχανή	
  ακίνητη	
  απέναντι	
  στη	
  σκηνή	
  του	
  θεάτρου),	
  αλλά	
  και	
  τις	
  τρεις	
  αφηγήσεις.	
  
Αν	
  θέλαμε	
  να	
  απαριθμήσουμε	
  τις	
  βασικές	
  αισθητικές	
  αρχές	
  της	
  ταινίας,	
  θα	
  'λεγα	
  ότι,	
  όσον	
  
αφορά	
  στο	
  ντεκουπάζ,	
  αυτές	
  είναι:	
  συνεχή	
  τράβελινγκ,	
  κομμένα	
  από	
  μεγάλα	
  στατικά	
  πλάνα	
  
που	
  είτε	
  είναι	
  θέατρο,	
  είτε	
  αφηγήσεις.	
  Από	
  την	
  άλλη,	
  όλη	
  η	
  ταινία	
  έχει	
  δουλευτεί	
  πάνω	
  
στην	
   έννοια	
   του	
   πλάνου-­‐σεκάνς·∙	
   μ'	
   άλλα	
   λόγια,	
   δε	
   γίνονταν	
   ποτέ	
   δύο	
   πλάνα	
   εκεί	
   που	
  
μπορούσε	
  να	
  γίνει	
  ένα.	
  
–	
  Το	
  πλάνο-­‐σεκάνς,	
  δηλαδή,	
  λειτουργεί	
  συνθετικά…	
  
	
  –	
  Βέβαια!	
  Κάθε	
  πλάνο	
  σημαίνει	
  πολλά	
  πράγματα	
  μαζί.	
  Γίνεται,	
  αν	
  θέλετε,	
  ένα	
  είδος	
  μοντάζ	
  
μέσα	
  στο	
  πλάνο.	
  
–	
  Και	
  πιστεύετε	
  ότι	
  βοηθάει	
  αυτό,	
  σε	
  σχέση	
  με	
  το	
  κλασικό	
  μοντάζ;	
  
–	
  Ναι.	
  Νομίζω	
  πως	
  το	
  μοντάζ	
  σε	
  παρασύρει	
  όπου	
  θέλει	
  αυτό	
  (αναφέρομαι,	
  φυσικά,	
  στο	
  
ιδεολογικό	
   μοντάζ	
   του	
   Αϊζενστάιν),	
   ενώ	
   το	
   πλάνο-­‐σεκάνς	
   σου	
   αφήνει	
   περισσότερη	
  
ελευθερία,	
  καθώς	
  απαιτεί	
  ένα	
  θεατή	
  πιο	
  ενεργητικό.	
  Από	
  την	
  άλλη,	
  πιστεύω	
  ότι	
  υπάρχει	
  κι	
  
ένα	
  πρόσθετο	
  διαλεκτικό	
  στοιχείο	
  στο	
  πλάνο-­‐σεκάνς	
  που	
  δεν	
  υπάρχει	
  στο	
  μοντάζ:	
  η	
  έννοια	
  
του	
  κενού	
  κάδρου.	
  
	
  –	
  Μέσα	
  στο	
  πλάνο-­‐σεκάνς,	
  δηλαδή,	
  ενυπάρχει	
  η	
  έννοια	
  του	
  μοντάζ,	
  με	
  τη	
  μόνη	
  διαφορά	
  
πως,	
   βάζοντας	
   όλα	
   τα	
   στοιχεία	
   μέσα	
   στο	
   ίδιο	
   πλάνο,	
   ενεργοποιείται	
   περισσότερο	
   όχι	
  
μόνο	
  το	
  πλάνο,	
  αλλά	
  και	
  η	
  στάση	
  του	
  θεατή	
  απέναντι	
  σ'	
  αυτό...	
  
	
  –	
  Για	
  μένα,	
  η	
  ενότητα	
  του	
  χώρου	
  και	
  του	
  χρόνου,	
  πέρα	
  από	
  το	
  γεγονός	
  ότι	
  είναι	
  μια	
  φυσική	
  
μου	
  κατάσταση,	
  είναι	
  πολύ	
  σημαντική	
  από	
  την	
  εξής	
  άποψη:	
  δε	
  βιάζω	
  τον	
  εσωτερικό	
  ρυθμό	
  
της	
  ταινίας	
  με	
  το	
  μοντάζ.	
  Επιπλέον,	
  όταν	
  αλλάζεις	
  πλάνο	
  και	
  δείχνεις	
  κάτι	
  άλλο,	
  είναι	
  σαν	
  
να	
  λες:	
  «∆είτε	
  κι	
  αυτό,	
  δείτε	
  κι	
  αυτό»,	
  ενώ,	
  κρατώντας	
  το	
  ίδιο	
  πλάνο,	
  αφήνεις	
  μεγαλύτερη	
  
ορατότητα	
  στο	
  θεατή,	
  τον	
  αφήνεις	
  να	
  επιλέξει	
  και	
  να	
  συνθέσει	
  ο	
  ίδιος	
  μέσα	
  στο	
  πλάνο	
  τα	
  
πιο	
  δυνατά	
  του	
  στοιχεία.	
  Ταυτόχρονα,	
  η	
  διαλεκτική	
  σύνθεση	
  των	
  διαφόρων	
  στοιχείων	
  είναι	
  
πολύ	
  πιο	
  σημαντική,	
  μιας	
  και	
  τα	
  στοιχεία	
  ενυπάρχουν	
  την	
  ίδια	
  στιγμή:	
  δεν	
  τα	
  απομονώνεις	
  
για	
  να	
  τα	
  ξαναδώσεις.	
  
–	
  Θα	
  θέλατε	
  να	
  μας	
  πείτε,	
  τελειώνοντας,	
  ποιες	
  δυσκολίες	
  συναντήσατε	
  στο	
  γύρισμα;	
  
  25	
  
–	
   Αρχικά,	
   δυσκολίες	
   καιρού.	
   Ξεκινώντας	
   αυτή	
   την	
   ταινία,	
   επιδίωξα	
   να	
   γυριστεί	
   όλη	
   με	
  
συννεφιά.	
  Μου	
  ήταν	
  δύσκολο	
  να	
  φανταστώ	
  Κατοχή	
  με	
  ήλιο.	
  Στην	
  Ελλάδα,	
  όμως,	
  ο	
  ήλιος	
  
μπαίνει-­‐βγαίνει	
  όποτε	
  θέλει,	
  χειμώνα-­‐καλοκαίρι.	
  Αυτό	
  ήταν	
  η	
  μεγαλύτερη	
  ταλαιπωρία.	
  Απ'	
  
την	
  άλλη	
  μεριά,	
  υπήρχε	
  το	
  πρόβλημα	
  των	
  ρακόρ.	
  Σε	
  μια	
  σκηνή,	
  π.χ.,	
  που	
  άρχιζε	
  εδώ	
  και	
  
συνεχιζόταν	
   στην	
   Άμφισσα,	
   έπρεπε	
   να	
   βρεθούν	
   οι	
   σχέσεις	
   ρακόρ	
   ανάμεσα	
   στους	
   δύο	
  
χώρους.	
   Υπήρχαν	
   κι	
   άλλα	
   προβλήματα,	
   πρακτικά,	
   που	
   είχαν	
   σχέση	
   με	
   το	
   κόστος	
  
παραγωγής.	
  Για	
  να	
  καλύψει	
  η	
  παραγωγή	
  τις	
  ενδυματολογικές	
  και	
  χρωματικές	
  ανάγκες	
  της	
  
ταινίας,	
  τις	
  ανάγκες	
  σε	
  χώρους	
  και	
  σε	
  ανθρώπους,	
  θα	
  'πρεπε	
  να	
  'χει	
  έναν	
  προϋπολογισμό	
  
10	
   εκατομμυρίων.	
   Κι	
   από	
   πάνω,	
   υπήρχε	
   κι	
   ο	
   φόβος	
   μας	
   που	
   γυρίζαμε	
   μια	
   τέτοια	
   ταινία	
  
μέσα	
  στις	
  πολιτικές	
  συνθήκες	
  που	
  επικρατούσαν	
  εκείνη	
  την	
  περίοδο.	
  
	
  
vvv
 26	
  
ΝΑΓΚΙΣΑ	
  ΟΣΙΜΑ	
  
Η	
  ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΗΣΗ	
  ΤΗΣ	
  ΕΛΠΙΔΑΣ1
	
  
Τι	
  όνομα	
  τέλος	
  πάντων	
  θα	
  μπορούσε	
  να	
  δώσει	
  κανείς	
  σε	
  μια	
  τέτοια	
  κινηματογράφηση;	
  
Παράδειγμα:	
   Τέλος	
   του	
   1944.	
   Τα	
   γερμανικά	
   στρατεύματα	
   κατοχής	
   αποσύρονται.	
  
Παραλήρημα	
   χαράς	
   για	
   την	
   απελευθέρωση.	
   Τα	
   πλήθη,	
   συγκεντρωμένα	
   στην	
   Πλατεία	
  
Συντάγματος,	
  απ’	
  όπου	
  αντηχεί	
  το	
  τραγούδι	
  τους.	
  Η	
  μηχανή	
  παρακολουθεί	
  τη	
  σκηνή	
  από	
  
πίσω.	
   Αγγλικές,	
   αμερικανικές	
   και	
   ρωσικές	
   σημαίες	
   υψώνονται	
   σαν	
   σύμβολα	
   της	
  
απελευθέρωσης.	
   Αναπάντεχοι	
   πυροβολισμοί	
   διακόπτουν	
   το	
   τραγούδι,	
   και	
   το	
   πλήθος	
  
σκορπίζει	
   πανικόβλητο	
   στους	
   γύρω	
   δρόμους.	
   Η	
   μηχανή	
   αρχίζει	
   να	
   στρέφεται	
   αριστερά,	
  
παρακολουθώντας	
  τους	
  ανθρώπους	
  στο	
  φευγιό	
  τους.	
  Oι	
  φιγούρες	
  έχουν	
  πια	
  χαθεί,	
  όμως	
  η	
  
μηχανή	
  εξακολουθεί	
  να	
  στρέφεται,	
  κι	
  όταν	
  έχει	
  συμπληρώσει	
  τις	
  360	
  μοίρες,	
  ξαναβρίσκει	
  
την	
  πλατεία.	
  
Τρία-­‐τέσσερα	
  πτώματα.	
  
ΠΩΣ	
  ΑΙΧΜΑΛΩΤΙΖΕΤΑΙ	
  Η	
  ΙΣΤOΡΙΑ.	
  
Συνήθως,	
  ακόμα	
  και	
  σε	
  αριστοτεχνικές	
  ταινίες,	
  το	
  πράγμα	
  σταματά	
  εδώ. Όμως	
  ο	
  Θόδωρος	
  
Αγγελόπουλος	
  δε	
  σταματά	
  εδώ.	
  Για	
  ένα	
  μεγάλο	
  διάστημα,	
  σχεδόν	
  υπερβολικό,	
  η	
  μηχανή	
  
συνεχίζει	
  να	
  παρατηρεί	
  την	
  πλατεία	
  και	
  τα	
  πτώματα.	
  Σε	
  λίγο,	
  εμφανίζεται	
  ένας	
  Σκοτσέζος	
  
που	
  παίζει	
  γκάιντα·∙	
  δρασκελάει	
  τα	
  πτώματα	
  και	
  χάνεται.	
  
Ξαφνικά,	
   ένα	
   απ'	
   τα	
   πτώματα	
   σηκώνεται	
   και	
   το	
   βάζει	
   στα	
   πόδια.	
   Είναι	
   ένα	
   μέλος	
   του	
  
θιάσου:	
   ο	
   γέρος	
   ακορντεονίστας.	
   Η	
   μηχανή,	
   παρακολουθώντας	
   το	
   γέρο,	
   αρχίζει	
   πάλι	
   να	
  
στρέφεται	
   αριστερά.	
   O	
   γέρος	
   εξαφανίζεται,	
   ενώ	
   απ'	
   τον	
   κεντρικό	
   δρόμο	
   μπροστά	
   στην	
  
πλατεία	
  μια	
  καινούργια	
  διαδήλωση	
  πλησιάζει.	
  
Τούτη	
  τη	
  φορά,	
  οι	
  σημαίες	
  είναι	
  όλες	
  κόκκινες.	
  Είναι	
  μια	
  διαδήλωση	
  ευθυγραμμισμένη	
  με	
  
το	
  Κομμουνιστικό	
  Κόμμα,	
  που	
  έχει	
  κάνει	
  σαφή	
  την	
  πρόθεσή	
  του	
  να	
  αντιταχθεί	
  στα	
  αγγλικά	
  
«απελευθερωτικά»	
   στρατεύματα	
   κατοχής.	
   Η	
   μηχανή	
   κινείται	
   παρακολουθώντας	
   το	
  
πέρασμα	
  της	
  διαδήλωσης	
  και	
  συνεχίζει	
  να	
  περιστρέφεται,	
  μέχρι	
  να	
  βρεθεί	
  πίσω	
  απ'	
  τους	
  
διαδηλωτές,	
  που	
  έχουν	
  φτάσει	
  στην	
  πλατεία.	
  Το	
  αρχικό	
  σκηνικό.	
  
Μέσα	
  σε	
  πόσο	
  χρονικό	
  διάστημα	
  ο	
  λαός,	
  που	
  ζητωκραύγαζε	
  τα	
  αγγλικά	
  στρατεύματα	
  σαν	
  
απελευθερωτές,	
   οργανώθηκε,	
   αφυπνισμένος	
   απ’	
   τη	
   βροχή	
   των	
   σφαιρών,	
   σε	
   διαδήλωση	
  
εναντίον	
  τους;	
  O	
  φυσικός	
  χρόνος	
  δε	
  χρειάζεται	
  να	
  συμφωνεί	
  κατ'	
  ανάγκην	
  με	
  το	
  χρόνο	
  της	
  
περιστροφικής	
  κίνησης	
  των	
  360	
  μοιρών	
  της	
  μηχανής.	
  Κι	
  όμως,	
  ο	
  Θόδωρος	
  Αγγελόπουλος	
  
κλείνει	
   και	
   προβάλλει	
   τα	
   δύο	
   γεγονότα	
   στον	
   ίδιο	
   χρόνο:	
   το	
   χρόνο	
   της	
   μηχανής.	
   Αυτός	
  
ακριβώς	
  ο	
  χρόνος	
  της	
  μηχανής	
  γίνεται	
  ιστορικός	
  χρόνος.	
  Για	
  τον	
  Θόδωρο,	
  τα	
  δύο	
  γεγονότα,	
  
προφανώς	
  έγιναν	
  ταυτόχρονα.	
  Εδώ	
  έχουμε	
  να	
  κάνουμε	
  με	
  την	
  ατράνταχτη	
  βεβαιότητα	
  του	
  
Θόδωρου	
  για	
  τη	
  δυνατότητα	
  της	
  μηχανής	
  να	
  αιχμαλωτίζει	
  την	
  Ιστορία.	
  
	
  
1
Για το «Θίασο» στο «Asahi». 8.8.1979
 27	
  
Η	
  ΕΛΠΙ∆OΦOΡΑ	
  Α∆ΕΙΑ	
  ΣΚΗΝΗ.	
  
Το	
   μυστικό	
   της	
   βεβαιότητάς	
   του	
   βρίσκεται	
   στο	
   χρόνο	
   που	
   χρειάζεται	
   η	
   μηχανή	
   για	
   να	
  
περιστραφεί	
  και	
  να	
  επιστρέψει	
  στην	
  αρχική	
  μετωπική	
  θέση,	
  προκειμένου	
  να	
  συνεχίσει	
  να	
  
παρατηρεί	
  τα	
  τρία-­‐τέσσερα	
  πτώματα	
  που	
  είναι	
  πεσμένα	
  στην	
  πλατεία.	
  
Το	
  χαρακτηριστικό	
  του	
  έργου	
  του	
  Θόδωρου	
  και	
  του	
  τρόπου	
  κινηματογράφησής	
  του	
  δεν	
  το	
  
βλέπουμε	
  μόνο	
  στο	
  Θίασο·∙	
  στην	
  επόμενη	
  ταινία	
  του,	
  τους	
  Κυνηγούς,	
  υπάρχει	
  μια	
  σκηνή	
  
όπου,	
  όταν	
  οι	
  άνθρωποι	
  φεύγουν,	
  η	
  μηχανή	
  εξακολουθεί	
  να	
  παρατηρεί	
  το	
  χώρο	
  που	
  έχει	
  
μείνει	
  άδειος.	
  
Τούτος	
  ο	
  τρόπος	
  κινηματογράφησης	
  αποτελεί	
  ένα	
  μεγάλο	
  ρήγμα	
  στο	
  φράγμα	
  της	
  κοινής	
  
λογικής.	
  Σχεδόν	
  όλοι	
  οι	
  σκηνοθέτες	
  πιστεύουν	
  ακράδαντα	
  πως	
  ο	
  θεατής	
  πάει	
  σινεμά	
  για	
  να	
  
δει	
  τα	
  πρόσωπα	
  της	
  δράσης,	
  και,	
  συνεπώς,	
  φοβούνται	
  να	
  φτιάξουν	
  έργα	
  α-­‐πρόσωπα.	
  Πολύ	
  
σπάνια	
  χρησιμοποιούν	
  ένα	
  πλάνο	
  που	
  τους	
  αρέσει,	
  πριν	
  εμφανιστούν	
  ή	
  αφού	
  φύγουν	
  τα	
  
πρόσωπα.	
  Θεωρείται	
  κοινή	
  λογική	
  να	
  μη	
  χρησιμοποιείται	
  χωρίς	
  ικανό	
  λόγο	
  το	
  α-­‐πρόσωπο	
  
ντεκόρ,	
  η	
  άδεια	
  σκηνή.	
  Αυτό	
  συμβαίνει	
  γιατί	
  η	
  δομή	
  του	
  έργου	
  προϋποθέτει	
  την	
  ύπαρξη	
  
προσώπων.	
  Χωρίς	
  πρόσωπα,	
  το	
  έργο	
  δε	
  θα	
  ήταν	
  πια	
  συμπαγές.	
  O	
  Θόδωρος	
  αγνοεί	
  αυτή	
  την	
  
κοινή	
  λογική	
  και	
  δίνει	
  στην	
  άδεια	
  σκηνή	
  τη	
  σημασία	
  που	
  θέλει	
  ο	
  ίδιος.	
  Εμάς,	
  όμως,	
  αυτή	
  η	
  
άδεια	
  σκηνή	
  του	
  Θόδωρου	
  μας	
  αρέσει	
  πολύ	
  –	
  τόσο,	
  όσο	
  και	
  οι	
  σκηνές	
  με	
  πρόσωπα.	
  Γιατί	
  
άραγε;	
  Είναι	
  βέβαια	
  η	
  δύναμη	
  των	
  διαφόρων	
  ήχων	
  και	
  φωνών	
  έξω	
  απ'	
  την	
  άδεια	
  σκηνή,	
  
αλλά	
  όχι	
  μόνο	
  αυτή.	
  
ΝΑ	
  ΖΕΙΣ	
  ΜΕ	
  ΦOΡΤΙO	
  ΤΗΝ	
  ΤΡΑΓΩ∆ΙΑ.	
  
Η	
  δυναμική	
  της	
  άδειας	
  σκηνής	
  του	
  Θόδωρου	
  πηγάζει	
  απ'	
  την	
  υπέρμετρη	
  προσήλωσή	
  του	
  
στους	
   ανθρώπους	
   που	
   μόλις	
   άφησαν	
   τη	
   σκηνή.	
   Θα	
   ’θελα	
   να	
   βαπτίσω	
   το	
   ύφος	
   του	
  
«κινηματογράφηση	
  της	
  προσήλωσης».	
  
Παράλληλα,	
   ο	
   Θόδωρος	
   έχει	
   την	
   πεποίθηση	
   πως	
   αυτή	
   η	
   άδεια	
   τώρα	
   σκηνή,	
   κάποτε	
   θα	
  
ξαναγεμίσει	
  ανθρώπους	
  και	
  θα	
  ξαναγίνει	
  σκηνή.	
  Μ’	
  αυτή	
  την	
  έννοια,	
  μήπως	
  θα	
  'πρεπε	
  να	
  
πούμε:	
  «κινηματογράφηση	
  της	
  ελπίδας»;	
  Για	
  μένα,	
  πάντως,	
  προσήλωση	
  και	
  ελπίδα	
  είναι	
  
ταυτόσημα.	
  
Για	
   τον	
   Θόδωρο,	
   ολόκληρος	
   ο	
   ελληνικός	
   χώρος	
   υπήρξε	
   μια	
   τέτοια	
   σκηνή.	
   Είναι	
   φυσικό,	
  
λοιπόν,	
   οι	
   ήρωες	
   αυτού	
   του	
   έργου,	
   που	
   αποτελεί	
   δοκίμιο	
   της	
   σύγχρονης	
   Ιστορίας	
   της	
  
Ελλάδας,	
   να	
   είναι	
   ηθοποιοί.	
   Oι	
   ηθοποιοί	
   χρησιμοποιούν	
   τον	
   ελληνικό	
   χώρο	
   σαν	
   σκηνή,	
  
όπου	
  ο	
  καθένας	
  τους	
  ζει	
  τη	
  ζωή	
  του	
  και	
  το	
  ρόλο	
  του.	
  Ταυτόχρονα,	
  ζει	
  και	
  ως	
  Έλληνας	
  –	
  
ρόλος,	
  που	
  αποτελεί	
  σύνθεση	
  των	
  δύο	
  παραπάνω.	
  Και	
  μερικοί	
  απ’	
  αυτούς	
  πεθαίνουν.	
  
O	
  πατέρας,	
  το	
  σύμβολο	
  της	
  περηφάνειας	
  και	
  της	
  αδυναμίας	
  τής	
  Ελλάδας,	
  μαθαίνει	
  πως	
  η	
  
γυναίκα	
  του	
  τον	
  απατά,	
  και	
  δολοφονείται.	
  Η	
  μάνα	
  της	
  ελληνικής	
  γης	
  τα	
  φτιάχνει	
  μ’	
  έναν	
  
καταδότη,	
  προδότη	
  και	
  σφετεριστή,	
  και	
  πεθαίνει	
  από	
  σφαίρα	
  του	
  ίδιου	
  του	
  παιδιού	
  της	
  
πάνω	
   στη	
   σκηνή.	
   O	
   αδελφός-­‐Oρέστης	
   γίνεται	
   αντάρτης	
   και	
   δίνεται	
   ολοκληρωτικά	
   στο	
  
κίνημα.	
  Καταφέρνει	
  να	
  εκδικηθεί	
  τη	
  μάνα	
  του	
  και	
  τον	
  εραστή	
  της,	
  αλλά	
  μένει	
  μέχρι	
  το	
  τέλος	
  
ασυμβίβαστος	
   και	
   εκτελείται.	
   Η	
   αδελφή	
   του,	
   αντικρίζοντας	
   το	
   πτώμα	
   του,	
   απαγγέλλει:	
  
«Καλή	
  σου	
  μέρα,	
  Τάσο».	
  Είναι	
  το	
  όνομα	
  του	
  αγαπημένου	
  της	
  στη	
  σκηνή.	
  Η	
  Ηλέκτρα	
  ζει	
  από	
  
πρώτο	
  χέρι	
  τα	
  τραγικά	
  γεγονότα	
  που	
  χτύπησαν	
  την	
  οικογένεια	
  και	
  το	
  έθνος·∙	
  παράλληλα,	
  
όμως,	
  είναι	
  και	
  παρατηρητής	
  τους.	
  Έτσι	
  επωμίζεται	
  ακόμα	
  περισσότερο	
  την	
  τραγωδία	
  και	
  
 28	
  
συνεχίζει	
   να	
   ζει.	
   Φτιάχνει	
   καινούργιο	
   θίασο	
   και,	
   με	
   το	
   γιο	
   της	
   αδελφής	
   της	
   καινούργιο	
  
«Τάσο»,	
  ανοίγει	
  την	
  αυλαία.	
  
Η	
  Ηλέκτρα,	
  τελειώνοντας	
  το	
  μακιγιάρισμά	
  της,	
  του	
  ψιθυρίζει:	
  «Oρέστη».	
  Η	
  φωνή	
  της	
  φτάνει	
  
μέχρι	
   τ’	
   αφτιά	
   μας	
   –	
   ή,	
   μάλλον,	
   θα	
   ’πρεπε	
   να	
   φτάνει.	
   Είναι	
   ο	
   παλμός	
   της	
   ψυχής	
   του	
  
ελληνικού	
  λαού	
  –	
  ή,	
  μάλλον,	
  ο	
  παλμός	
  της	
  ψυχής	
  όλων	
  των	
  λαών	
  της	
  γης	
  που	
  δε	
  χάνουν	
  την	
  
ελπίδα	
   τους,	
   παρά	
   τις	
   πολιτικές	
   καταπιέσεις,	
   τις	
   κατοχές,	
   τις	
   ήττες	
   και	
   τις	
   προσβολές.	
  
Ακούγεται	
  –	
  έτσι	
  δεν	
  είναι;	
  Πώς;	
  ∆εν	
  ακούγεται,	
  λέτε;	
  Μα	
  από	
  πότε	
  η	
  Ιαπωνία	
  έχασε	
  την	
  
έννοια	
  της	
  ήττας,	
  της	
  προσβολής	
  και	
  της	
  Ιστορίας;	
  
Ακόμα	
  κι	
  ο	
  Αμερικάνος	
  έβγαλε	
  απ'	
  την	
  ήττα	
  στο	
  Βιετνάμ	
  ένα	
  αξιόλογο	
  έργο.	
  
Τι	
  έπαθαν	
  οι	
  Γιαπωνέζοι;	
  Εκείνη	
  η	
  15η	
  Αυγούστου2
	
  δεν	
  είναι	
  και	
  τόσο	
  μακριά...	
  
	
  
	
  
vvv
2
15 Αυγούστου 1945: Η πιο «µακριά» µέρα της Ιαπωνίας: ο Χιροχίτο ανακοινώνει την ήττα της Ιαπωνίας και
το τέλος του πολέµου. Oι Ιάπωνες παθαίνουν τροµαχτικό σοκ, όχι µόνο από το νέο (ο πόλεµος είχε αρχίσει στο
όνοµα του αυτοκράτορα, και η Ιαπωνία δεν είχε ποτέ ώς τότε ηττηθεί), αλλά και γιατί ο µέχρι τότε θεός-
σύµβολο-αυτοκράτορας µίλησε στο λαό για πρώτη φορά. O στρατός ήθελε να συνεχίσει τον πόλεµο, και
προσπάθησε να αποσπάσει το δίσκο µε την ανακοίνωση του αυτοκράτορα, πριν αυτή βγει «στον αέρα». (Σ.τ.Μ.)
 29	
  
ΛΕΥΤΕΡΗΣ	
  ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ	
  
ΤΡΑΓΩΔΙΑ	
  ΚΑΙ	
  ΜΥΘΟΣ1
	
  
Mέσα απ' το φακό του ο Aγγελόπουλος κοιτάζει τα πράγµατα εν σιωπή.Το βάρος αυτής
της σιωπής και η οξύτητα αυτού του ακίνητου βλέµµατος συνιστούν τη δύναµη τούτης της
ταινίας, έτσι που ο θεατής να µην µπορεί ν' αποσπαστεί από την οθόνη. Aυτός ο τρόπος
κινηµατογράφησης – τόσο προσωπικός, τόσο µοναδικός στην ιδιαιτερότητά του– τείνει σε
µια επιστροφή στις ρίζες του κινηµατογράφου, κι αυτό ακριβώς είναι που δηµιουργεί τούτη
την εντύπωση της φρεσκάδας και της δύναµης. Όσο για µένα, βλέποντας την ταινία,
ένιωσα βαθιά την ηδονή του κινηµατογράφου, στην πιο απόλυτη έννοια του όρου.
ΑΚΙΡΑ ΚΟΥΡΟΣΑΒΑ
∆εν υπάρχει τραγωδία χωρίς µύθο, αλλά η τραγωδία είναι ταυτόχρονα και η εκµηδένιση
του µύθου. H τραγωδία είναι µια έκκληση για µεσολάβηση και, ταυτόχρονα, η επίδειξη του
ανέφικτου µιας τέτοιας µεσολάβησης.
JAN KOTT
Α	
  
Στο	
   τελευταίο	
   πλάνο	
   της	
   ταινίας,	
   ο	
   μικρός	
   Aλέξανδρος	
   με	
   το	
   πεισματικό	
   πιγούνι,	
  
καθισμένος	
  στο	
  μουλάρι,	
  με	
  πληγωμένο	
  το	
  πόδι	
  από	
  σφαίρα,	
  σημαδεμένος	
  κι	
  αυτός	
  όπως	
  ο	
  
προκάτοχος	
   μύθος,	
   μπαίνει	
   το	
   σούρουπο	
   από	
   τα	
   υψώματα	
   ως	
   συνωμότης	
   στη	
  
μεγαλούπολη.	
  H	
  φωνή	
  του	
  αφηγητή	
  ακούγεται	
  off:	
  «Kι	
  έτσι	
  ο	
  Aλέξανδρος	
  μπήκε	
  μέσα	
  στις	
  
πόλεις».	
  
O	
  νέος	
  Aλέξανδρος,	
  όπως	
  ο	
  νεογέννητος	
  ∆ίας	
  στη	
  μυθολογία,	
  φυγαδεύεται	
  από	
  τη	
  Γυναίκα-­‐
Mεγάλη	
   Mητέρα	
   για	
   να	
   σωθεί.	
   O	
   μικρός	
   Aλέξανδρος	
   θα	
   μεγαλώσει	
   αλλού,	
   για	
   να	
  
επιστρέψει	
  πάλι	
  ως	
  μύθος	
  στο	
  χώρο	
  του	
  μελλοντικού	
  δράματος.	
  
Στην	
   αρχή	
   της	
   ταινίας,	
   ο	
   Mεγαλέξαντρος,	
   με	
   τη	
   βοήθεια	
   κάποιας	
   άγνωστης	
   δύναμης,	
  
δραπετεύει	
   από	
   τις	
   φυλακές,	
   ντύνεται	
   κάτω	
   απ'	
   το	
   φως	
   του	
   φεγγαριού	
   στο	
   μαρμαρένιο	
  
αλώνι	
  (αρματώνεται	
  με	
  τα	
  στολίδια	
  του	
  μύθου),	
  καβαλάει	
  το	
  άλογό	
  του	
  και	
  χάνεται	
  στο	
  
δάσος.	
  
Άσπρο,	
   καθαρόαιμο	
   άλογο,	
   πορφυρό	
   κιλίμι	
   κάτω	
   από	
   τη	
   σέλα,	
   κι	
   η	
   μαύρη	
   κάπα	
   στους	
  
ώμους	
   του	
   καπετάνιου.	
   Oι	
   σύντροφοι	
   βγαίνουν	
   απ'	
   τα	
   δέντρα,	
   οπλίζονται	
   και	
   τον	
  
ακολουθούν	
  πεζοπορώντας.	
  O	
  ∆άσκαλος	
  του	
  χωριού	
  θ'	
  αναρωτηθεί	
  αργότερα:	
  «Προσπαθώ	
  
να	
  καταλάβω	
  ποιος	
  πραγματικά	
  κρύβεται	
  πίσω	
  από	
  κείνους	
  που	
  τον	
  βοήθησαν	
  να	
  βγει	
  από	
  
τη	
   φυλακή.	
   Kαι	
   γιατί;	
   Kανείς	
   δεν	
   ξέρει.	
   Kανείς	
   δε	
   μιλάει.	
   Όλα	
   μοιάζουν	
   με	
   μια	
   τεράστια	
  
παγίδα».	
  
O	
  Mεγαλέξαντρος	
  με	
  τους	
  συντρόφους	
  του	
  ξεκινάει	
  μέσα	
  στη	
  νύχτα	
  να	
  πραγματώσει	
  μια	
  
ιστορική	
  αναγκαιότητα:	
  να	
  σύρει	
  τον	
  κύκλο	
  της	
  ζωής	
  και	
  του	
  θανάτου,	
  ν'	
  ανασύρει	
  το	
  μύθο	
  
και	
   την	
   πτώση	
   του	
   ειδώλου,	
   ν'	
   αρνηθεί	
   και	
   ν'	
   αποδυθεί	
   επίμονα	
   την	
   εξουσία.	
   O	
  
1
Το κείµενο αναδηµοσιεύεται από το παράρτηµα του βιβλίου του Sergio Arecco Θόδωρος Αγγελόπουλος,
Ηράκλειτος, Αθήνα 1985.
  30	
  
Mεγαλέξαντρος	
  δραπετεύει	
  από	
  τη	
  φυλακή,	
  το	
  σκοτάδι,	
  για	
  να	
  αυτοεγκλειστεί	
  σ'	
  ένα	
  ρόλο-­‐
φυλακή	
  που	
  διαλέγει	
  ο	
  ίδιος.	
  O	
  ίδιος;	
  
O	
  ∆άσκαλος,	
  φτάνοντας	
  στο	
  έσχατο	
  σημείο	
  απόγνωσης,	
  θα	
  προσπαθήσει	
  να	
  μιλήσει	
  στον	
  
Aρχηγό	
  που,	
  κλεισμένος	
  στο	
  δωμάτιό	
  του,	
  αρνείται	
  να	
  επικοινωνήσει	
  με	
  τους	
  ανθρώπους.	
  
Πίσω	
   από	
   τη	
   σφαλισμένη	
   πόρτα	
   θ'	
   ακούσει	
   ο	
   Aλέξανδρος	
   τις	
   αλήθειες	
   που	
   φοβάται:	
  
«Yπάρχει	
  κάποιος	
  τρίτος,	
  αθέατος	
  πίσω	
  απ'	
  όλα	
  αυτά...	
  Σε	
  χρησιμοποίησαν,	
  Aλέξανδρε!»	
  
Aφορμή	
   για	
   την	
   κινηματογραφική	
   ταινία	
   υπήρξε	
   το	
   λαϊκό	
   αφήγημα	
   H	
   φυλλάδα	
   του	
  
Mεγαλέξαντρου,	
   η	
   θρυλική	
   ιστορία	
   του	
   βίου,	
   των	
   άθλων	
   και	
   των	
   ταξιδιών	
   του	
   μεγάλου	
  
Mακεδόνα	
   Bασιλέα,	
   που	
   τη	
   δημιούργησε	
   η	
   λαϊκή	
   φαντασία	
   μετά	
   το	
   θάνατό	
   του.	
   Tο	
  
παραμύθι	
   του	
   Mεγαλέξαντρου,	
   με	
   τη	
   μορφή	
   είτε	
   ποιημάτων	
   είτε	
   πεζών	
   αφηγημάτων,	
  
στάθηκε	
   για	
   τη	
   μεσαιωνική	
   Eυρώπη	
   και	
   Aσία	
   ό,τι	
   περίπου	
   τα	
   έπη	
   του	
   Oμήρου	
   για	
   τον	
  
αρχαίο	
  κόσμο.	
  H	
  ομοιότητα	
  της	
  Φυλλάδας	
  με	
  τον	
  κινηματογραφικό	
  Μεγαλέξαντρο	
  έγκειται	
  
στο	
  εξής:	
  και	
  οι	
  δύο	
  ιστορίες	
  έχουν	
  συναρμολογηθεί	
  από	
  πλήθος	
  μικρότερα	
  αφηγήματα	
  ή	
  
διηγήσεις,	
  λιγότερο	
  ή	
  περισσότερο	
  μυθικού	
  χαρακτήρα.	
  O	
  σκηνοθέτης	
  του	
  Mεγαλέξαντρου	
  
κατέβηκε	
  στα	
  βάθη	
  της	
  μυθολογίας	
  και	
  της	
  παγανιστικής	
  λατρείας,	
  και,	
  συμπλέκοντας	
  το	
  
υλικό	
  του	
  με	
  συγκεκριμένα	
  ιστορικά	
  γεγονότα,	
  συνέθεσε	
  το	
  έπος	
  του	
  λαϊκού	
  ήρωα,	
  το	
  μύθο	
  
του	
  χαρισματικού	
  ηγέτη.	
  
O	
  Aγγελόπουλος	
  κρατάει	
  την	
  ψυχή	
  της	
  Φυλλάδας,	
  την	
  ουσία	
  τής	
  μυθικής	
  αφήγησης,	
  την	
  
ιστορικότητα:	
   «H	
   Iστορία	
   είναι	
   παραδειγματική	
   εικόνα	
   των	
   παρεληλυθότων	
   πραγμάτων,	
  
διδάσκαλος	
   της	
   ορθής	
   πολιτείας,	
   φανέρωσις	
   εκείνων,	
   όπου	
   διά	
   την	
   πολυκαιρίαν	
  
κατήντησαν	
  εις	
  παντελή	
  αλησμονησίαν,	
  οδηγός	
  εις	
  ευκοσμίαν	
  των	
  ηθών.	
  Eνωμένη	
  με	
  μιαν	
  
έξοχον	
   ηδύτητα	
   των	
   συμβάντων	
   και	
   ηρωικών	
   κατορθωμάτων	
   του	
   υποκειμένου	
   αυτής,	
  
ελκύει	
   καθέναν	
   εις	
   ανάγνωσιν,	
   ό,τι	
   λογής	
   μάλιστα	
   είναι	
   και	
   η	
   παρούσα	
   του	
   Mεγάλου	
  
εκείνου	
   της	
   Mακεδονίας	
   Mονάρχου	
   ηδεία,	
   εύχαρις,	
   προτρεπτική	
   και	
   επιτηδεία	
   να	
  
ευχαριστήση	
  την	
  περιέργειαν	
  εκάστου...»	
  
O	
   ανώνυμος	
   συγγραφέας	
   της	
   Φυλλάδας	
   συγκεντρώνει	
   και	
   καταγράφει	
   τις	
   μυθικές	
  
αφηγήσεις	
  που	
  κυκλοφορούν	
  από	
  στόμα	
  σε	
  στόμα	
  για	
  τις	
  ηρωικές	
  πράξεις	
  του	
  ηγεμόνα	
  της	
  
Mακεδονίας.	
   O	
   Aλέξανδρος	
   της	
   Φυλλάδας	
   οδηγείται	
   μέσα	
   από	
   το	
   αφήγημα	
   στη	
  
μυθοποίησή	
   του.Στην	
   ταινία	
   του	
   Aγγελόπουλου,	
   ο	
   Aλέξανδρος	
   είναι	
   μια	
   μορφή	
  
μεσολάβησης	
   ανάμεσα	
   σε	
   δύο	
   κόσμους.	
   Aναλαμβάνει	
   να	
   βάλει	
   τάξη	
   στο	
   επίγειο	
   χάος.	
  
Aσκεί	
  την	
  εξουσία	
  κατά	
  την	
  κρίση	
  του	
  και	
  φυλακίζεται.	
  Tα	
  κατορθώματα	
  του	
  ήρωα	
  έχουν	
  
συμβεί	
   στο	
   παρελθόν	
   του	
   κινηματογραφικού	
   μύθου,	
   πριν	
   ακόμα	
   αρχίσει	
   η	
   ταινία,	
   κι	
   ο	
  
Mεγαλέξαντρος,	
  μυθοποιημένος	
  ήδη,	
  δραπετεύει	
  από	
  τη	
  φυλακή	
  για	
  να	
  πορευτεί	
  προς	
  την	
  
τελείωση,	
  να	
  παρευρεθεί	
  στη	
  θεοποίηση	
  του	
  ειδώλου	
  του.	
  
O	
  Aλέξανδρος	
  βγαίνει	
  από	
  τη	
  φυλακή	
  για	
  να	
  πραγματοποιήσει	
  το	
  ταξίδι	
  προς	
  την	
  Oυτοπία.	
  
Στην	
  πορεία	
  του,	
  θα	
  διαπιστώσει	
  την	
  εξάρτηση	
  των	
  πράξεών	
  του	
  από	
  τον	
  ίδιο	
  του	
  το	
  μύθο	
  
και	
  θα	
  επιδιώξει	
  εναγώνια	
  την	
  οριστική	
  του	
  απελευθέρωση	
  μέσα	
  απ'	
  την	
  αυτοκαταστροφή	
  
και	
  τον	
  αφανισμό	
  του.	
  
B	
  
H	
  απαγωγή	
  των	
  άγγλων	
  διπλωματών,	
  Πρωτοχρονιά	
  του	
  1900,	
  με	
  το	
  ξεκίνημα	
  του	
  αιώνα,	
  
στις	
   κολόνες	
   του	
   Σουνίου,	
   είναι	
   το	
   πρόσχημα	
   και	
   ο	
   σκηνικός	
   χώρος	
   για	
   την	
   τέλεση	
   του	
  
δράματος.	
   O	
   ∆ραγουμάνος-­‐ξεναγός	
   είναι	
   ο	
   μεσολαβητής	
   χαρακτήρας	
   που	
   κινείται/έρπει	
  
  31	
  
ανάμεσα	
   στην	
   εξουσία	
   και	
   τους	
   ληστές.	
   Mε	
   τον	
   επαμφοτερίζοντα	
   ρόλο	
   του,	
   μπαίνει	
   και	
  
βγαίνει	
  στο	
  κάδρο,	
  παραπέμποντας	
  σε	
  φιγούρα	
  του	
  Θεάτρου	
  Σκιών.	
   Aυτός	
  θα	
  προδώσει	
  
τους	
  Άγγλους	
  στον	
  Mεγαλέξαντρο,	
  θα	
  αυτομολήσει	
  αργότερα	
  στις	
  τάξεις	
  των	
  ανταρτών	
  και	
  
θα	
  πυροβοληθεί	
  εκτός	
  κάδρου	
  από	
  την	
  εξουσία	
  που	
  υπηρετεί	
  (ποια	
  από	
  τις	
  δύο	
  μεριές	
  τον	
  
εκτελεί;)	
  
H	
   δράση	
   εκτοπίζεται	
   εκτός	
   κάδρου.	
   Oι	
   απόηχοι	
   της	
   δράσης,	
   κουβαλώντας	
   ερωτήματα,	
  
εισβάλλουν	
   στον	
   παρόντα	
   χρόνο,	
   στο	
   χρόνο	
   ροής	
   της	
   κινηματογραφικής	
   ταινίας,	
   και	
  
πυροδοτούν	
  την	
  εικόνα.	
  
O	
   λαϊκός	
   ήρωας	
   Mεγαλέξαντρος,	
   σημαδεμένος	
   απ'	
   τη	
   φύση,	
   επιληπτικός,	
   ταγμένος	
   και	
  
μοναχικός,	
   ανάγεται	
   μέσα	
   απ'	
   τις	
   αυθαιρεσίες	
   του	
   αυτοεγκλεισμού	
   του	
   σε	
   τραγικό	
  
πρόσωπο.	
  O	
  Mεγαλέξαντρος	
  μυθοποιείται	
  από	
  την	
  ίδια	
  την	
  ανάγκη	
  του	
  λαού	
  να	
  επενδύσει	
  
τις	
  επιθυμίες	
  του	
  στον	
  χαρισματικό	
  ηγέτη,	
  ο	
  οποίος,	
  ανίσχυρος	
  ν'	
  απαλλαγεί	
  απ'	
  το	
  ρόλο	
  
που	
  του	
  δόθηκε,	
  εξελίσσεται	
  σε	
  μια	
  μορφή	
  εξουσίας	
  σαν	
  κι	
  αυτή	
  που	
  πολεμάει.	
  
O	
   χοϊκός	
   Aλέξανδρος	
   φτάνει	
   στο	
   χωριό	
   του	
   χειμώνα.	
   Oι	
   χωριανοί	
   τον	
   υποδέχονται	
   με	
  
ζητωκραυγές·∙	
  καμπάνες	
  βουίζουν,	
  γυναίκες	
  τού	
  προσφέρουν	
  λατρευτικά	
  νερό	
  απ'	
  τη	
  βρύση	
  
–	
   να	
   πιει,	
   να	
   ξεδιψάσει.	
   Γυμνοί	
   άντρες	
   βαφτίζονται	
   απ'	
   τα	
   χέρια	
   του·∙	
   μετά	
   κάθεται	
   σε	
  
Mυστικό	
   ∆είπνο	
   με	
   τους	
   συντρόφους	
   του.	
   Στα	
   πόδια	
   του	
   μακρόστενου	
   τραπεζιού	
   με	
   το	
  
λευκό	
  τραπεζομάντιλο,	
  οι	
  χωρικοί	
  τραγουδούν	
  το	
  τραγούδι	
  του	
  Aρχηγού.	
  Πεχλιβάνηδες,	
  με	
  
αλειμμένα	
   τα	
   σώματα	
   λάδι,	
   παλεύουν	
   μπροστά	
   στον	
   αρχηγό	
   μετά	
   το	
   ∆είπνο.	
   O	
  
ανθρωποκεντρισμός	
  της	
  ∆ύσης	
  σμίγει	
  με	
  το	
  θεοκεντρισμό	
  της	
  Ανατολής.	
  O	
  Aλέξανδρος,	
  ως	
  
Mέγας	
  Mύστης,	
  κοινωνεί	
  της	
  ζωής	
  του	
  χωριού,	
  μεταλαμβάνει.	
  
Στο	
   χωριό	
   λειτουργεί,	
   με	
   την	
   πρωτοβουλία	
   του	
   ∆άσκαλου,	
   ένα	
   σοσιαλιστικό	
   κοινοβιακό	
  
πείραμα.	
  Mετά	
  την	
  υποδοχή	
  του	
  Aλέξανδρου,	
  θα	
  ξεσπάσει	
  η	
  πρώτη	
  σύγκρουση	
  ανάμεσα	
  
στους	
  δυσαρεστημένους	
  ληστές	
  και	
  στην	
  εύθραυστη	
  αυτοδιοικούμενη	
  κοινότητα.	
  	
  
Oι	
  ιταλοί	
  αναρχικοί,	
  το	
  πιο	
  ανθρώπινο	
  στοιχείο	
  στην	
  ταινία	
  και	
  φορείς	
  συγκίνησης,	
  είναι	
  οι	
  
μαύροι	
   άγγελοι,	
   οι	
   προπομποί	
   δεινών·∙	
   προμαντεύουν	
   την	
   καταστροφή	
   που	
   θα	
  
ακολουθήσει,	
   αρνούνται	
   να	
   παρευρεθούν	
   σταδρώμενα,	
   και,	
   συνεπείς	
   μ'	
   αυτά	
   που	
  
πιστεύουν,	
   επιχειρούν	
   ν'	
   απομακρυνθούν,	
   περνώντας	
   με	
   την	
   ξύλινη	
   σχεδία	
   το	
   ποτάμι.	
  
Kάποια	
  από	
  τις	
  δύο	
  μεριές	
  αποφασίζει	
  το	
  θάνατό	
  τους.	
  Aθέατοι	
  δολοφόνοι	
  πυροβολούν	
  και	
  
τους	
  σκοτώνουν.	
  Oι	
  ιταλοί	
  αναρχικοί	
  πρέπει	
  να	
  πληρώσουν	
  το	
  τίμημα	
  της	
  προφητείας	
  τους	
  
και	
  με	
  το	
  θάνατό	
  τους	
  να	
  δικαιωθούν.	
  
O	
  Mεγαλέξαντρος,	
  κοινωνικός	
  ληστής,	
  ζητάει	
  από	
  την	
  εξουσία	
  ν'	
  ανταλλάξει	
  τους	
  ξένους	
  
αιχμαλώτους	
  με	
  την	
  αμνηστία	
  –	
  τη	
  δικιά	
  του	
  και	
  των	
  συντρόφων	
  του.	
  Zητάει	
  την	
  ανέξοδη	
  
επανένταξή	
  του	
  στο	
  σύστημα	
  στο	
  οποίο	
  ώς	
  τότε	
  εναντιώθηκε.	
  
Γ	
  
O τραγικός ήρωας είναι εξιλαστήριο θύµα. Ένα εξιλαστήριο θύµα είναι σηµείο, σύµβολο
και µορφή µεσολάβησης. H τραγική αντίθεση είναι ανάµεσα στην οδύνη που δεν
δικαιώνει τίποτα, και στο µύθο που δικαιώνει τα πάντα.
Jan Kott
Πριν	
  επιχειρήσει	
  ο	
  Aλέξανδρος	
  την	
  αναμέτρηση	
  με	
  τους	
  στρατιώτες	
  που	
  έχουν	
  κυκλώσει	
  το	
  
  32	
  
χωριό,	
  βάζει	
  σε	
  λειτουργία	
  το	
  μηχανισμό	
  του	
  χρόνου:	
  κουρδίζει	
  το	
  ξεχασμένο	
  ρολόι	
  στην	
  
πλατεία	
   του	
   χωριού,	
   επαναφέροντας	
   τον	
   σταματημένο	
   χρόνο	
   στη	
   μικρή	
   κοινοβιακή	
  
κοινότητα.	
   Ένας	
   απ'	
   το	
   χωριό	
   διαμαρτύρεται:	
   «Kαπετάνιε,	
   γιατί;	
   Eμείς	
   το	
   'χαμε	
   ξεχάσει	
  
τόσον	
  καιρό.	
  ∆ε	
  μας	
  χρειάζεται	
  η	
  ώρα.	
  ∆ε	
  μας	
  ορίζει	
  κανένας».	
  Για	
  τον	
  Aλέξανδρο,	
  ο	
  χρόνος	
  
σημαδεύει	
  την	
  αντίστροφη	
  μέτρηση,	
  την	
  πορεία	
  του	
  λαϊκού	
  ήρωα	
  προς	
  τον	
  αφανισμό	
  του.	
  
Oι	
   ιταλοί	
   αναρχικοί,	
   εγκαταλείποντας	
   τη	
   νύχτα	
   το	
   χωριό,	
   καταστρέφουν	
   το	
   ρολόι	
   που	
  
λειτουργεί,	
  επιδιώκοντας	
  την	
  επιστροφή	
  στην	
  Oυτοπία	
  και	
  το	
  όνειρο	
  που	
  χάνεται.	
  
Aρχαίοι	
  και	
  νεότεροι	
  οικουμενικοί	
  μύθοι	
  αλληλοσυμπλέκονται	
  διαχρονικά	
  με	
  συγκεκριμένα	
  
ιστορικά	
   γεγονότα	
   σε	
   μιαν	
   αξεπέραστη	
   ενότητα	
   ύφους,	
   συνθέτοντας	
   ένα	
   πολυδιάστατο	
  
πανηγύρι	
  ερωτημάτων	
  χωρίς	
  απόκριση:	
  η	
  απαγωγή	
  και	
  η	
  σφαγή	
  των	
  ξένων	
  περιηγητών	
  στο	
  
∆ήλεσι,	
  το	
  1870,	
  από	
  τη	
  συμμορία	
  του	
  ληστή	
  Aρβανιτάκη...	
  O	
  αποκλεισμός	
  του	
  Φαλήρου	
  
από	
  τον	
  αγγλικό	
  στόλο,	
  το	
  1850...	
  H	
  αγροτική	
  εξέγερση	
  του	
  Kιλελέρ,	
  το	
  1910...	
  
Oι	
  λαϊκές	
  παραδόσεις	
  της	
  φυλής	
  μεταμορφώνονται	
  σε	
  δρώντα	
  σύμβολα,	
  σε	
  λειτουργικές	
  
παραπομπές,	
   σε	
   σημαίνοντα.	
   Tο	
   μεταφυσικό	
   ενώνεται	
   με	
   το	
   πραγματικό.	
   Ποιος	
   είναι	
   ο	
  
φορέας	
   ερωτημάτων	
   μέσα	
   στην	
   ταινία	
   και	
   ποιος	
   των	
   απαντήσεων;	
   Για	
   πρώτη	
   φορά	
  
καταπιάνεται	
  ο	
  Aγγελόπουλος	
  με	
  τη	
  διερεύνηση	
  του	
  καίριου	
  και	
  φιλοσοφικού	
  ερωτήματος	
  
της	
  εξουσίας	
  και	
  της	
  άσκησης	
  βίας	
  που	
  τη	
  συνοδεύει.	
  
O	
  αρχηγός	
  Aλέξανδρος	
  είναι	
  το	
  βουβό	
  πρόσωπο	
  της	
  τραγωδίας:	
  δε	
  δίνει	
  εξηγήσεις	
  γι'	
  αυτά	
  
που	
   πράττει,	
   δεν	
   απευθύνεται	
   σε	
   κανέναν,	
   δε	
   χωρά	
   στον	
   παρόντα	
   χώρο	
   –	
   σωπαίνει.	
   O	
  
Aλέξανδρος,	
   γεμάτος	
   ρωγμές,	
   δεν	
   κοιτάζει	
   κανέναν	
   στα	
   μάτια·∙	
   το	
   βλέμμα	
   του,	
   άλλοτε	
  
γυρίζει	
  προς	
  τα	
  μέσα	
  κι	
  άλλοτε	
  χάνεται	
  πέρα	
  από	
  πράγματα	
  κι	
  ανθρώπους.	
  Aπό	
  τις	
  παύσεις	
  
και	
   τις	
   σιωπές	
   της	
   ταινίας	
   ανασύρονται	
   τα	
   ανοίγματα-­‐προσβάσεις	
   κι	
   αρθρώνεται	
   ο	
  
ποιητικός	
  λόγος	
  του	
  έργου.	
  
Tο	
  αρχικό	
  άλφα	
  στη	
  λέξη	
  «Aλέξανδρος»,	
  είναι	
  το	
  άλφα	
  του	
  ονόματος	
  «Aγγελόπουλος»,	
  το	
  
άλφα	
  του	
  «Άρης»	
  (Bελουχιώτης,	
  Πόλεμος).	
  O	
  Aλέξ-­‐ανδρος	
  είναι	
  ο	
  «αμύνων	
  άνδρας»,	
  αυτός	
  
που	
  πολεμάει	
  τους	
  ανθρώπους,	
  ο	
  πατριάρχης	
  πόλεμος,	
  ο	
  πατήρ	
  πάντων	
  του	
  Hράκλειτου·∙	
  κι	
  
ακόμα,	
  η	
  φυσιογνωμική	
  ομοιότητα	
  του	
  πρωταγωνιστή	
  Omero	
  Antonutti	
  με	
  το	
  σκηνοθέτη	
  
του,	
  η	
  εμμονή	
  στο	
  γυμνό	
  κρανίο	
  του	
  ηθοποιού,	
  η	
  ταύτιση...	
  
O	
  Mεγαλέξαντρος	
  είναι	
  φορέας	
  γεγονότος.	
  Tο	
  γεγονός	
  ζητάει	
  δημοσιότητα.	
  Tο	
  γεγονός	
  (και	
  
ο	
  ήρωας)	
  εμπορευματοποιούνται.	
  O	
  Mεγαλέξαντρος	
  μετατρέπεται	
  σε	
  ανταλλάξιμο	
  προϊόν.	
  
Oι	
  ξένοι	
  δημοσιογράφοι	
  μπαίνουν	
  στο	
  χωριό	
  με	
  οδηγό	
  το	
  ∆ραγουμάνο	
  και	
  φωτογραφίζουν	
  
τον	
   Aρχηγό.	
   O	
   Aλέξανδρος	
   ποζάρει	
   φιλάρεσκα	
   μπροστά	
   σ'	
   ένα	
   ζωγραφισμένο	
   πανί	
   που	
  
κρατούν	
  τεντωμένο	
  οι	
  σύντροφοί	
  του.	
  Φωτογραφίζεται	
  με	
  το	
  σπαθί	
  σηκωμένο	
  ψηλά,	
  σαν	
  
τον	
   Άι-­‐Γιώργη	
   πριν	
   σκοτώσει	
   το	
   δράκο	
   στη	
   βυζαντινή	
   αγιογραφία.	
   O	
   Aλέξανδρος	
   και	
   η	
  
λάμψη	
   του	
   μύθου	
   του	
   χρησιμοποιούνται	
   από	
   την	
   άρχουσα	
   τάξη	
   για	
   μία	
   ακόμα	
   φορά.	
  
Oικειοποιούνται	
  τον	
  επαναστατημένο	
  ήρωα	
  για	
  να	
  τον	
  φθείρουν.	
  
O	
  Aλέξανδρος,	
  ξεπερνώντας	
  τα	
  όριά	
  του,	
  οδηγεί	
  το	
  τοπίο	
  στην	
  αιματοχυσία.	
  O	
  κύκλος	
  του	
  
κλείνει.	
   Eκτελεί	
   τη	
   γυναίκα-­‐σύμβολο,	
   που	
   είναι	
   κόρη	
   του,	
   μάνα	
   του	
   και	
   γυναίκα	
   του.	
   H	
  
Mεγάλη	
  Mητέρα	
  θα	
  μυήσει	
  νωρίτερα	
  τον	
  νέο	
  Aλέξανδρο	
  στο	
  μεγαλείο	
  της	
  γυναίκας.	
  Προς	
  
το	
   τέλος	
   της	
   ταινίας,	
   κάποια	
   άλλη	
   στη	
   θέση	
   της	
   θα	
   φυγαδεύσει	
   το	
   παιδί.	
   H	
   γυναίκα	
  
θυσιάζεται	
  μαζί	
  με	
  τους	
  δύο	
  άντρες	
  της	
  Kοινοτικής	
  Eπιτροπής,	
  μπροστά	
  στο	
  απόσπασμα	
  
των	
  ληστών.	
  Θα	
  χυθεί	
  αίμα	
  για	
  την	
  εξιλέωση	
  και	
  την	
  κάθαρση·∙	
  όπως	
  το	
  αίμα	
  των	
  προβάτων	
  
  33	
  
που	
  βρίσκονται	
  σφαγμένα	
  στην	
  πλατεία	
  του	
  χωριού	
  σαν	
  μαντικό	
  προμήνυμα	
  καταστροφής	
  
και	
   τελετουργική	
   εισαγωγή	
   όσων	
   θ'	
   ακολουθήσουν.	
   Tα	
   πρόβατα	
   που	
   σφάζει	
   ο	
   Aίας	
   του	
  
Σοφοκλή,	
   είναι	
   η	
   απαρχή	
   δεινών	
   για	
   τον	
   τραγικό	
   αρχηγό	
   των	
   Σαλαμινίων,	
   που	
   θ'	
  
αυτοκτονήσει	
  πέφτοντας	
  πάνω	
  στο	
  σπαθί	
  του.	
  H	
  αιμορραγία	
  είναι	
  η	
  δικαίωση.	
  O	
  λαϊκός	
  
ήρωας	
   αναφλέγεται.	
   O	
   Aλέξανδρος	
   μεταμορφώνεται	
   σε	
   πρόσωπο	
   αρχαίας	
   τραγωδίας,	
  
ανίσχυρος	
  να	
  ξεκόψει	
  απ'	
  αυτό	
  που	
  του	
  έχει	
  προκαθοριστεί,	
  υπακούοντας	
  στο	
  θέσφατον.	
  
Mια	
  μοίρα,	
  ένα	
  χέρι	
  θεϊκό,	
  προδίδει	
  διαρκώς	
  την	
  πορεία	
  των	
  πραγμάτων.	
  οδηγώντας	
  το	
  
δράμα,	
  μέσα	
  από	
  αλλεπάλληλες	
  ανατροπές,	
  στη	
  λύση	
  του.	
  
«H	
  πολιτική	
  του	
  Aλέξανδρου	
  είναι	
  η	
  μαγική	
  θέληση	
  του	
  ενός.	
  Έχει	
  την	
  ικανότητα	
  να	
  κάνει	
  
σκοτεινή	
   οποιαδήποτε	
   πράξη»	
   θα	
   πει	
   κάποια	
   στιγμή	
   ένας	
   από	
   τους	
   αναρχικούς	
   στο	
  
∆άσκαλο.	
  
O	
  ήρωας	
  κουβαλάει	
  το	
  τραύμα	
  ενός	
  άδικου	
  φονικού.	
  Tο	
  ματωμένο	
  νυφικό	
  στον	
  τοίχο,	
  ο	
  
εμφύλιος	
  πόλεμος,	
  είναι	
  η	
  μνήμη	
  που	
  δε	
  θέλει	
  να	
  χάσει,	
  η	
  μνήμη	
  που	
  συντηρεί	
  το	
  μίσος	
  και	
  
επιβεβαιώνει	
  κυκλικά	
  την	
  κίνησή	
  του.	
  
O	
  πληγωμένος	
  Aλέξανδρος,	
  με	
  χτυπημένο	
  το	
  χέρι	
  που	
  κρατάει	
  ακόμα	
  το	
  σπαθί-­‐σύμβολο	
  
της	
   εξουσίας	
   του,	
   δεν	
   εξοντώνεται	
   μέσα	
   στον	
   κύκλο	
   των	
   μαυροφορεμένων	
   χωρικών,	
   δε	
  
συλλαμβάνεται·∙	
  έχει	
  υπερβεί	
  τις	
  ανθρώπινες	
  διαστάσεις	
  του.	
  O	
  προσωπικός	
  του	
  μύθος	
  τον	
  
αναποδογυρίζει.	
  O	
  Aλέξανδρος	
  άγγιξε	
  την	
  ύβρι·∙	
  τιμωρείται	
  για	
  την	
  ασέβεια	
  που	
  έδειξε	
  προς	
  
τους	
  θεούς,	
  προς	
  το	
  μέτρο.	
  Ξαναγυρίζει	
  στο	
  σκοτάδι.	
  
H	
   ταινία	
   με	
   το	
   εκρηκτικό	
   ύφος	
   αγγίζει	
   τα	
   όριά	
   της.	
   O	
   Aλέξανδρος	
   αναλαμβάνεται	
   στους	
  
ουρανούς	
  και,	
  ταυτόχρονα,	
  βρίσκεται	
  μέσα	
  στον	
  κύκλο	
  των	
  ανθρώπων	
  που	
  τον	
  κλείνουν	
  
(όπως	
   ακριβώς	
   ο	
   ηθοποιός	
   Antonutti	
   σκεπάζεται	
   με	
   την	
   κάπα	
   που	
   του	
   ρίχνει	
   ένας	
  
κομπάρσος,	
  και	
  βγαίνει	
  από	
  το	
  κέντρο	
  του	
  κύκλου,	
  μεταμορφωμένος	
  πάλι	
  σε	
  άνθρωπο).	
  Mε	
  
τη	
   θεοφαγία	
   που	
   συντελείται	
   στο	
   κέντρο	
   του	
   κύκλου,	
   ο	
   Aλέξανδρος	
   γίνεται	
   δικός	
   τους,	
  
επιστρέφει	
   στους	
   ανθρώπους,	
   επιστρέφει	
   στο	
   χώμα	
   απ'	
   όπου	
   ξεκίνησε.	
   Στη	
   θέση	
   του	
  
σώματος	
  του	
  ήρωα	
  αναδύεται	
  το	
  άγαλμά	
  του.	
  O	
  μύθος	
  επιβιώνει	
  μέσα	
  από	
  την	
  προτομή	
  
και	
   προεκτείνεται	
   στον	
   ατελείωτο	
   χρόνο.	
   O	
   μαρμαρωμένος	
   βασιλιάς...	
   το	
   παρελθόν	
   που	
  
παγώνει	
  σε	
  Iστορία...	
  ο	
  γύψος	
  των	
  νεκρών...	
  τ'	
  αγάλματα	
  στην	
  ποίηση	
  του	
  Σεφέρη	
  που	
  «σε	
  
κυνηγούν,	
  πώς	
  δεν	
  το	
  βλέπεις;	
  Θέλω	
  να	
  πω	
  με	
  τα	
  σπασμένα	
  μέλη	
  τους,	
  με	
  την	
  αλλοτινή	
  
μορφή	
  τους	
  που	
  δεν	
  γνώρισες	
  κι	
  όμως	
  την	
  ξέρεις...»	
  
Aκούγεται	
   καλπασμός	
   ενός	
   αόρατου	
   αλόγου	
   που	
   περνάει	
   και	
   χάνεται.	
   Oι	
   στρατιώτες-­‐
εκτελεστές	
  της	
  εξουσίας	
  υποχωρούν	
  τρομαγμένοι.	
  Στα	
  πόδια	
  τους,	
  η	
  μαρμάρινη	
  προτομή	
  
τούς	
  απειλεί	
  με	
  τη	
  σιωπή	
  τους.	
  O	
  Aλέξανδρος	
  ανταλλάσσει	
  το	
  βίαιο	
  και	
  εφήμερο	
  παρόν	
  του	
  
με	
  τη	
  συλλογική	
  μνήμη	
  που	
  προκαλεί	
  το	
  άγαλμά	
  του.	
  O	
  Aλέξανδρος	
  μένει	
  και	
  θυσιάζεται,	
  
μπαίνοντας	
   στον	
   κύκλο	
   των	
   θεών.	
   O	
   Emiliano	
   Zapata	
   του	
   Elia	
   Kazan...	
   Tο	
   άγαλμα	
   θα	
  
τροφοδοτεί	
  το	
  μύθο	
  στους	
  αιώνες.	
  
∆	
  
H	
   φωτογραφία	
   έχει	
   καταργήσει	
   τα	
   χρώματα	
   κι	
   έχει	
   κρατήσει	
   τη	
   διαλεκτική	
   των	
  
αποχρώσεων.	
  H	
  ταινία	
  έχει	
  καταργήσει	
  την	
  «κλασική»	
  ροή	
  του	
  μύθου	
  κι	
  έχει	
  κρατήσει	
  τις	
  
παραλλαγές	
   και	
   το	
   μαύρο.	
   Στο	
   άσπρο	
   χιόνι	
   περπατούν	
   μαυροφορεμένοι	
   αντάρτες.	
   Oι	
  
πέτρες	
  των	
  σπιτιών	
  έχουν	
  την	
  απόχρωση	
  της	
  γης,	
  τη	
  χροιά	
  του	
  δέρματος	
  των	
  ανθρώπων.	
  
Στη	
  μαύρη	
  βελέντζα	
  πέφτει	
  η	
  άσπρη	
  Kοταμανίδου.	
  Στο	
  κρεβάτι	
  κουλουριάζεται	
  σε	
  στάση	
  
  34	
  
εμβρύου	
   η	
   μαυροφορεμένη	
   φιγούρα	
   του	
   Aρχηγού,	
   όπως,	
   μερικά	
   χρόνια	
   νωρίτερα,	
   η	
  
Hλέκτρα	
  του	
  Θιάσου	
  μπροστά	
  στην	
  πόρτα	
  της	
  μάνας	
  της	
  και	
  του	
  εραστή	
  της.	
  
Tα	
   στοιχεία	
   του	
   Kαλού	
   και	
   του	
   Kακού,	
   για	
   πρώτη	
   φορά	
   σε	
   ταινία	
   του	
   Aγγελόπουλου	
  
αλληλοσυμπλέκονται.	
   Tο	
   Kαλό	
   και	
   το	
   Kακό	
   συναντιούνται	
   και	
   ανταλλάσσουν	
  
ρόλους. Kυρίαρχος	
  ερμηνευτής	
  κινήτρων	
  είναι	
  ο	
  χώρος,	
  το	
  ανοιχτό	
  διάστημα	
  το	
  χειμώνα,	
  
τα	
  γυμνά	
  κλαδιά	
  των	
  δέντρων,	
  ο	
  βουκολικός	
  χώρος	
  του	
  χωριού,	
  τα	
  καραούλια,	
  οι	
  πέτρες,	
  τα	
  
γεφύρια,	
  το	
  νερό	
  που	
  τρέχει	
  και	
  χωρίζει	
  τα	
  δύο	
  στρατόπεδα	
  (ο	
  Σκάμανδρος	
  της	
  Tροίας),	
  οι	
  
διάδρομοι,	
  τα	
  κάγκελα.	
  Oι	
  άνθρωποι	
  είναι	
  
παρεπόμενα	
  του	
  χώρου	
  που	
  τους	
  προσδιορίζει.	
  O	
  χώρος	
  παίρνει	
  υπερφυσικές	
  διαστάσεις.	
  
H	
   πεισματική	
   επανάληψη	
   του	
   χώρου,	
   μανιακή	
   σχεδόν	
   η	
   έμφασή	
   του,	
   τ'	
   αλώνια,	
   η	
  
στρογγυλάδα	
  του	
  κύκλου,	
  η	
  ανάληψη...	
  O	
  χώρος	
  λειτουργεί	
  ως	
  γενέθλιος	
  πηλός,	
  ως	
  μοίρα.	
  
H	
   λιτότητα	
   και	
   ο	
   παγανισμός	
   του	
   πρωτόγονου	
   χώρου	
   αντιπαραβάλλονται	
   προς	
   τις	
  
επιπλοκές	
  του	
  (παλάτια,	
  φυλακές).	
  Oι	
  χώροι	
  στιγματίζουν	
  τα	
  πρόσωπα	
  των	
  ανθρώπων	
  που	
  
τους	
  βιώνουν,	
  και	
  καθορίζουν	
  τα	
  κίνητρα	
  και	
  τις	
  πράξεις	
  τους.	
  
H	
  φόρμα	
  του	
  Aγγελόπουλου,	
  με	
  τη	
  μεγαλοσύνη	
  και	
  τη	
  γενναιοδωρία	
  του	
  κάδρου,	
  έφτασε	
  
στην	
   απόγνωσή	
   της.	
   Oι	
   τελειοποιημένοι	
   κώδικες	
   μας	
   εισάγουν	
   παραληρηματικά	
   στο	
  
ανείπωτο.	
   Oι	
   κινηματογραφικοί	
   κώδικες	
   μας	
   προσφέρονται	
   ερμητικά	
   κλειστοί	
   και,	
  
ταυτόχρονα,	
  ανοιχτοί	
  σε	
  πολλαπλές	
  ερμηνείες.	
  H	
  ανατροπή	
  των	
  κωδίκων	
  επιχειρείται	
  με	
  τη	
  
διαβρωτική	
  παρουσία	
  του	
  ίδιου	
  του	
  σκηνοθέτη	
  μέσα	
  στην	
  ταινία,	
  την	
  ταύτισή	
  του.	
  
H	
  μουσική	
  της	
  ταινίας,	
  αιχμηρή	
  σαν	
  βέλος,	
  γεφυρώνει	
  τις	
  ενότητες.	
  H	
  μουσική,	
  σαϊτιά	
  στο	
  
τοπίο	
  και	
  την	
  τοπογραφία	
  του	
  μύθου,	
  μεταφέρει	
  την	
  απειλή.	
  
Oι	
   στρογγυλάδες	
   της	
   ταινίας,	
   τ'	
   αλώνια,	
   οι	
   κυκλικές	
   κινήσεις	
   τής	
   μηχανής,	
   η	
   εσωτερική	
  
αυτονομία	
  του	
  κάθε	
  πλάνου,	
  η	
  κυριαρχία	
  των	
  συμβόλων	
  και	
  η	
  επανάληψή	
  τους,	
  δεν	
  είναι	
  
τίποτ'	
  άλλο	
  παρά	
  οι	
  επάλληλοι	
  κύκλοι	
  του	
  ίδιου	
  του	
  Aγγελόπουλου	
  που	
  κλείνουν	
  και	
  τον	
  
κλείνουν.	
  
O	
  κινηματογραφικός	
  Aλέξανδρος,	
  μαζί	
  με	
  την	
  εξουσία	
  της	
  εικόνας	
  που	
  κουβαλάει,	
  ξέφυγε	
  
απ'	
  τα	
  χέρια	
  του	
  σκηνοθέτη	
  και	
  στα	
  σίγουρα	
  μπήκε	
  μέσα	
  στις	
  πόλεις.	
  O	
  Aγγελόπουλος,	
  από	
  
το	
   μακρινό	
   παρελθόν	
   κομίζει	
   τα	
   αρχέτυπα	
   μιας	
   πράξης	
   μελλοντικής	
   στο	
   αβέβαιο	
   και	
  
μηδενισμένο	
  παρόν.	
  
	
  
	
  
vvv
 35	
  
ΒΑΣΙΛΗΣ	
  ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ	
  
ΤΑΞΙΔΙ	
  ΣΤΟΝ	
  ΑΔΗ1
	
  
To	
   Tαξίδι	
   στα	
   Κύθηρα	
   είναι	
   ένα	
   ταξίδι	
   που	
   δεν	
   γίνεται·∙	
   γιατί	
   τα	
   Κύθηρα	
   δεν	
   υπάρχουν.	
  
Περισσότερο	
  από	
  γεωγραφικός,	
  τα	
  Κύθηρα	
  είναι	
  ο	
  μυθικός	
  χώρος	
  της	
  «άφατης	
  ευτυχίας»	
  
του	
  Αntoine	
  Watteau	
  και	
  της	
  «δύσκολης	
  επιτυχίας»	
  του	
  Charles	
  Baudelaire.	
  Η	
  «Επιβίβαση	
  
για	
  τα	
  Κύθηρα»,	
  το	
  πιο	
  διάσημο	
  ζωγραφιστό	
  πλοίο	
  που	
  «ναυπήγησε»	
  με	
  το	
  χρωστήρα	
  του	
  
ο	
  Watteau	
  για	
  τις	
  ανάγκες	
  των	
  «ερωτικών	
  γιορτών»	
  του,	
  τούτη	
  την	
  πιο	
  ψηλή	
  κορφή	
  του	
  
ροκοκό,	
   δεν	
   ήταν	
   κι	
   αυτή	
   παρά	
   μία	
   απ’	
   τις	
   πολλές	
   γιορτές	
   της	
   καλπαστικά	
   ανερχόμενης	
  
γαλλικής	
  αστικής	
  τάξης	
  των	
  αρχών	
  του	
  18ου	
  αιώνα.	
  Από	
  το	
  1717	
  που	
  εκτέθηκε	
  για	
  πρώτη	
  
φορά	
   τούτος	
   ο	
   –κυριολεκτικά	
   και	
   μεταφορικά–	
   μυθικός	
   πίνακας,	
   μέχρι	
   το	
   1789,	
   μας	
  
χωρίζουν	
  μόλις	
  72	
  χρόνια.	
  Είναι	
  τα	
  χρόνια	
  που	
  οι	
  fêtes	
  galantes	
  του	
  Watteau	
  θ’	
  αρχίσουν	
  να	
  
γίνονται	
  μονότονες,	
  έτσι	
  όπως	
  επαναλαμβάνονται	
  μονότονα	
  στους	
  κήπους	
  και	
  τα	
  πάρκα,	
  
και	
   θα	
   ετοιμαστούν	
   να	
   εκτοπίσουν	
   απ'	
   τα	
   ανάκτορα	
   του	
   Κεραμεικού,	
   περνώντας	
   από	
   τη	
  
Βαστίλη,	
  τις	
  βασιλικές	
  «ερωτικές	
  γιορτές».	
  O	
  Watteau	
  είχε	
  όλο	
  το	
  δικαίωμα	
  να	
  είναι	
  κωμικά	
  
αισιόδοξος:	
   η	
   αστική	
   τάξη	
   δεν	
   έχει	
   καταλάβει	
   ακόμα	
   την	
   εξουσία	
   κι	
   είναι	
   ζωηρή	
   και	
  
ευδιάθετη,	
  γιατί	
  ονειρεύεται	
  από	
  τώρα	
  την	
  επιβίβασή	
  της	
  για	
  τα	
  Κύθηρα.	
  
Όμως,	
   στα	
   μέσα	
   του	
   19ου	
   αιώνα,	
   ο	
   Baudelaire,	
   που	
   πόθησε	
   όσο	
   κανείς	
   το	
   ονειρεμένο	
  
ταξίδι,	
  θα	
  διαπιστώσει	
  πως	
  όλα	
  τα	
  πλοία	
  για	
  τα	
  Κύθηρα	
  έχουν	
  βουλιάξει.	
  Το	
  «Κάλεσμα	
  σε	
  
ταξίδι»	
   δεν	
   είναι	
   παρά	
   το	
   ειρωνικό	
   ποιητικό	
   «διάβασμα»	
   του	
   διάσημου	
   πίνακα	
   του	
  
Watteau,	
  που	
  τον	
  γνώριζε	
  καλά	
  τούτος	
  ο	
  σπουδαίος	
  τεχνοκρίτης	
  και	
  ποιητής,	
  ο	
  πρώτος	
  που	
  
κατάλαβε	
  πως	
  τα	
  Κύθηρα	
  δεν	
  υπάρχουν	
  παρά	
  μόνον	
  ως	
  συνώνυμο	
  της	
  ουτοπίας.	
  Και	
  γι'	
  
αυτό	
   συνιστούσε,	
   για	
   αντιστάθμισμα,	
   «να	
   είμαστε	
   συνεχώς	
   μεθυσμένοι	
   από	
   κρασί,	
   από	
  
ποίηση	
  ή	
  από	
  αρετή,	
  κατά	
  την	
  προτίμησή	
  μας»,	
  χωρίς,	
  παρ’	
  όλα	
  αυτά,	
  να	
  ξεκολλάει	
  απ'	
  το	
  
ταραγμένο	
   μυαλό	
   του	
   το	
   μεγάλο	
   όνειρο	
   που	
   επέβαλε	
   ο	
   Watteau	
   και	
   που	
   γρήγορα	
  
ξεθώριασε:	
  «Όλα	
  εκεί	
  τάξη	
  και	
  ηδονή	
  –	
  χλιδή,	
  γαλήνη,	
  καλλονή»2
.	
  
O	
  «παρακμίας»	
  Baudelaire	
  θα	
  επιχειρήσει	
  το	
  δικό	
  του	
  ταξίδι	
  στα	
  Κύθηρα	
  μέσα	
  απ'	
  το	
  όπιο,	
  
εγκαινιάζοντας	
   έτσι	
   μια	
   καινούργια	
   εποχή	
   στα	
   ποιητικά	
   «ταξίδια»,	
   που	
   συνεχίζεται.	
  
Βρισκόμαστε	
  ήδη	
  πολύ	
  μακριά	
  απ'	
  το	
  1789,	
  κι	
  ακόμα	
  πιο	
  μακριά	
  απ'	
  το	
  1717,	
  τη	
  χρονιά	
  που	
  
ο	
  Watteau	
  έφερε	
  στα	
  Κύθηρα,	
  με	
  το	
  περίφημο	
  καράβι	
  του,	
  πάνω	
  από	
  σαράντα	
  Έρωτες,	
  οι	
  
οποίοι	
  περιβάλλουν	
  από	
  παντού	
  τους	
  πανευτυχείς	
  ταξιδευτές.	
  (Oι	
  μελετητές	
  απέδειξαν	
  πως	
  
η	
   «Επιβίβαση	
   για	
   τα	
   Κύθηρα»	
   έχει	
   λανθασμένο	
   τίτλο·∙	
   γιατί	
   πρόκειται	
   σίγουρα	
   για	
  
αποβίβαση	
  κι	
  όχι	
  για	
  επιβίβαση.	
  Κάπου	
  τα	
  μπέρδεψε	
  ο	
  Watteau	
  μέσα	
  στον	
  ενθουσιασμό	
  
του,	
  αλλά	
  αυτό	
  έχει	
  πολύ	
  μικρή	
  σημασία:	
  είτε	
  πρόκειται	
  για	
  ταξίδι	
  που	
  θα	
  γίνει,	
  είτε	
  για	
  
ταξίδι	
  που	
  έγινε,	
  το	
  σημαντικό	
  είναι	
  πως	
  ο	
  Watteau	
  δεν	
  αμφιβάλλει	
  για	
  τη	
  σκοπιμότητα	
  και	
  
την	
  επιτυχία	
  του	
  ταξιδιού.)	
  	
  
Το	
  ταξίδι	
  στα	
  Κύθηρα	
  το	
  επιχείρησαν	
  δύο	
  Γάλλοι	
  –	
  καθένας	
  με	
  τον	
  τρόπο	
  του	
  και	
  τα	
  μέσα	
  
της	
  δικής	
  του	
  τέχνης.	
  Το	
  ίδιο	
  ταξίδι,	
  αλλά,	
  αυτή	
  τη	
  φορά,	
  απ'	
  την	
  Ελλάδα	
  στην	
  Ελλάδα,	
  θα	
  
το	
   σχεδιάσει,	
   αλλά	
   δεν	
   θα	
   το	
   κάνει,	
   γιατί,	
   όπως	
   είπαμε,	
   τα	
   Κύθηρα	
   δεν	
   υπάρχουν,	
   ένας	
  
έλληνας	
  κινηματογραφιστής,	
  ο	
  Θόδωρος	
  Αγγελόπουλος,	
  που	
  γνωρίζει	
  τους	
  Γάλλους	
  καλά	
  
και	
  τους	
  Έλληνες	
  καλύτερα.	
  
1
Κινηµατογραφικά Θέµατα, τόµος 2, Αιγόκερως, Αθήνα 1985.
2
Μετάφραση: Γ. Σηµηριώτης
  36	
  
Τώρα	
   πια,	
   αυτοί	
   που	
   ονειρεύτηκαν	
   ένα	
   ταξίδι	
   στην	
   Ελλάδα,	
   είναι	
   οι	
   Έλληνες,	
   που	
  
αναρωτιούνται	
  πού	
  βρίσκεται	
  αυτή	
  η	
  μυθική	
  χώρα:	
  Είναι	
  σίγουρο	
  πως	
  η	
  χώρα	
  στην	
  οποία	
  
ζούμε	
  είναι	
  η	
  Ελλάδα;	
  Κι	
  αν	
  είναι	
  η	
  Ζουλουλάνδη	
  με	
  ψευδώνυμο;	
  Αν	
  τα	
  Κύθηρα,	
  κατά	
  τους	
  
γεωγράφους,	
  είναι	
  νήσος	
  ελληνική,	
  κι	
  αν	
  τα	
  Κύθηρα,	
  κατά	
  τους	
  ποιητές,	
  είναι	
  μόνο	
  μύθος,	
  
τότε	
  μια	
  Ελλάδα	
  με	
  μυθικά	
  Κύθηρα	
  είναι	
  κι	
  αυτή,	
  κατά	
  πάσα	
  πιθανότητα,	
  μια	
  χώρα	
  μυθική·∙	
  
δηλαδή	
  ανύπαρκτη.	
  
Κι	
   έτσι,	
   εντελώς	
   ξαφνικά,	
   στον	
   Watteau	
   και	
   στον	
   Baudelaire	
   έρχεται	
   να	
   κάνει	
   παρέα	
   ο	
  
Borges,	
   με	
   τους	
   αντιστρέψιμους,	
   λαβυρινθώδεις	
   χώρους	
   του,	
   όπου	
   ποτέ	
   δεν	
   μπορείς	
   να	
  
διακρίνεις	
   τα	
   όρια	
   του	
   πραγματικού	
   και	
   του	
   φανταστικού.	
   (Άλλωστε,	
   δεν	
   έχουν	
   καμιά	
  
σοβαρή	
   σημασία	
   αυτά	
   τα	
   όρια...)	
   Μήπως,	
   λοιπόν,	
   στην	
   ταινία	
   του	
   Αγγελόπουλου,	
   τα	
  
Κύθηρα	
   είναι	
   υπαρκτά,	
   ακριβώς	
   γιατί	
   είναι	
   μυθικά;	
   Η	
   ελληνική	
   Ιστορία	
   είναι	
   τόσο	
  
σπαρακτικά	
   υπαρκτή	
   εδώ,	
   τόσο	
   απίστευτα	
   υπαρκτή,	
   ώστε	
   ακριβώς	
   τούτο	
   το	
   απίστευτο	
  
είναι	
  που	
  τη	
  μεταθέτει	
  αυτόματα	
  στην	
  περιοχή	
  του	
  μύθου.	
  
Λοιπόν,	
  ένα	
  ταξίδι	
  στα	
  Κύθηρα	
  είναι	
  τώρα	
  πια	
  ένα	
  ταξίδι	
  στον	
  Άδη,	
  που	
  την	
  είσοδό	
  του	
  
συνεχίζουν	
  να	
  τη	
  φυλάν	
  οι	
  Κέρβεροι.	
  Το	
  Ταξίδι	
  στα	
  Κύθηρα	
  του	
  Αγγελόπουλου	
  σε	
  καλεί	
  σε	
  
μια	
   κάθοδο	
   στον	
   Άδη	
   της	
   Ελληνικής	
   Ιστορίας,	
   όπου	
   βρίσκονται	
   ενταφιασμένα	
   όλα	
   τα	
  
«ελληνικά	
  ιδανικά».	
  Βέβαια,	
  κανείς	
  δεν	
  είναι	
  υποχρεωμένος	
  ν’	
  ακολουθήσει	
  την	
  ποιητική	
  
περιήγηση	
  σε	
  τούτο	
  τον	
  «ου-­‐	
  τόπο».	
  Ωστόσο,	
  αυτό	
  το	
  ταξίδι	
  στο	
  μύθο	
  διά	
  της	
  Ιστορίας	
  και	
  
στην	
  Ιστορία	
  διά	
  του	
  μύθου	
  μπορεί	
  να	
  έχει	
  ένα	
  πολύ	
  πρακτικό	
  αποτέλεσμα:	
  να	
  σου	
  μάθει	
  
να	
   διακρίνεις	
   το	
   μυθικό	
   από	
   το	
   πραγματικό,	
   έτσι	
   ώστε,	
   όταν	
   λες:	
   «Ζήτω	
   η	
   Ελλάς!»,	
   να	
  
ξέρεις,	
  τουλάχιστον,	
  περί	
  ποίου	
  πράγματος	
  ομιλείς,	
  διότι	
  παρά	
  πολύ	
  συχνά	
  συμβαίνει	
  να	
  
απευθύνουμε	
  την	
  ευχή	
  «να	
  ζήσει»	
  σ'	
  ένα	
  πτώμα.	
  Είπαμε	
  πως	
  στο	
  Ταξίδι	
  στα	
  Κύθηρα	
  δεν	
  
γίνεται	
  κανένα	
  ταξίδι	
  στα	
  Κύθηρα.	
  Γίνεται,	
  όμως,	
  ένα	
  φοβερό	
  ταξίδι	
  στην	
  ελληνική	
  Ιστορία.	
  
Και	
   πριν	
   αντιμετωπίσουμε	
   τούτη	
   την	
   ιστορική	
   ταινία	
   (ιστορική,	
   με	
   τη	
   διπλή	
   έννοια:	
  
αναφέρεται	
   στην	
   Ιστορία	
   και	
   εγγράφεται	
   από	
   τώρα	
   στην	
   ιστορία	
   του	
   κινηματογράφου),	
  
πρέπει	
  να	
  δούμε	
  τους	
  γεωπολιτικούς	
  όρους	
  που	
  κάνουν	
  τούτο	
  το	
  ταξίδι	
  ιστορικά	
  ανέφικτο	
  
και	
  κινηματογραφικά	
  παράδοξο.	
  Φυσικά,	
  τα	
  λίγα	
  που	
  θα	
  πούμε	
  παρακάτω,	
  δεν	
  αποτελούν	
  
προϋπόθεση	
  για	
  να	
  κατανοήσει	
  κανείς	
  την	
  ταινία·∙	
  γιατί,	
  όπως	
  πάντα	
  στον	
  Αγγελόπουλο,	
  η	
  
Ιστορία	
   δεν	
   υπάρχει	
   ως	
   παράθεση	
   περιστατικών,	
   αλλά	
   ως	
   στοχασμός	
   πάνω	
   σε	
   ιστορικά	
  
γεγονότα,	
  τα	
  οποία	
  έχουν	
  γίνει	
  μυθικά	
  για	
  τις	
  ανάγκες	
  μιας	
  μυθοπλασίας	
  που	
  βρίσκεται	
  
πολύ	
  μακριά	
  απ’	
  το	
  ρεαλισμό,	
  αλλά	
  όχι	
  κι	
  απ’	
  την	
  πραγματικότητα.	
  O	
  Αγγελόπουλος	
  δεν	
  
ήταν	
  ποτέ	
  ρεαλιστής	
  με	
  την	
  τρέχουσα	
  έννοια	
  –	
  ούτε	
  καν	
  στην	
  Αναπαράσταση.	
  
Το	
  Ταξίδι	
  στα	
  Κύθηρα,	
  λοιπόν,	
  είναι	
  ένα	
  ταξίδι	
  στην	
  πίσω	
  μεριά	
  της	
  ελληνικής	
  Ιστορίας,	
  τη	
  
συνήθως	
   αόρατη	
   για	
   τους	
   ιστοριοδίφες	
   που	
   συλλέγουν	
   ιστορικά	
   γεγονότα,	
   με	
   την	
   ίδια	
  
(περίπου)	
   έννοια	
   που	
   άλλοι	
   συλλέγουν	
   γραμματόσημα.	
   O	
   Αγγελόπουλος	
   δεν	
   είναι	
  
συλλέκτης	
  γραμματοσήμων,	
  κολλημένων	
  πάνω	
  στο	
  σελιλόιντ.	
  Είναι	
  ένας	
  άνθρωπος	
  που	
  ζει	
  
βαθιά	
  την	
  ιστορία	
  του	
  τόπου	
  του.	
  Γι'	
  αυτό	
  και	
  οι	
  «ιστορικές»	
  ταινίες	
  του	
  (Μέρες	
  του	
  '36,	
  O	
  
θίασος,	
   Oι	
   κυνηγοί,	
   O	
   Μεγαλέξαντρος,	
   Ταξίδι	
   στα	
   Κύθηρα)	
   φαίνονται	
   τόσο	
  
απομακρυσμένες	
   απ'	
   τη	
   μεθοδολογία	
   των	
   ιστορικών	
   εγχειριδίων	
   και	
   των	
   επιστημονικών	
  
ιστορικών	
  συγγραμμάτων,	
  παρ’	
  όλο	
  που	
  δεν	
  τους	
  λείπει	
  (κάθε	
  άλλο,	
  μάλιστα)	
  η	
  αυστηρή	
  
ιστορική	
  τεκμηρίωση	
  που	
  λανθάνει	
  πίσω	
  απ'	
  το	
  αισθητικό	
  γεγονός	
  και	
  το	
  υποβαστάζει	
  με	
  
σιγουριά,	
   χωρίς	
   να	
   το	
   διαβρώνει.	
   Oι	
   ταινίες	
   του	
   Αγγελόπουλου	
   είναι	
   το	
   πληρέστερο	
  
υπόδειγμα	
  που	
  γνωρίζουμε	
  για	
  την	
  προσέγγιση	
  της	
  Ιστορίας	
  από	
  μια	
  τέχνη	
  που	
  αρνείται	
  
(γιατί	
   είναι	
   εμπαιγμός)	
   την	
   αναπαράσταση	
   παρωχημένων	
   γεγονότων	
   τα	
   οποία	
   δεν	
  
κατέγραψε	
  «εν	
  τω	
  γίγνεσθαι»	
  μια	
  εκεί	
  παρούσα	
  κάμερα.	
  
  37	
  
∆εν	
   πρέπει	
   να	
   μας	
   διαφεύγει	
   πως,	
   στην	
   Αναπαράσταση,	
   δε	
   γίνεται	
   τελικά	
   η	
   δικαστική	
  
αναπαράσταση	
  του	
  εγκλήματος	
  –	
  κι	
  αυτό,	
  για	
  να	
  μην	
  μπει	
  η	
  κάμερα	
  απατηλά	
  στη	
  θέση	
  του	
  
αυτόπτη	
  μάρτυρα.	
  Άλλωστε,	
  εκτός	
  απ'	
  την	
  περίπτωση	
  της	
  αυτοκτονίας	
  του	
  Μισίμα	
  μπροστά	
  
στην	
   τηλεοπτική	
   κάμερα,	
   ποτέ	
   κανείς	
   αυτόχειρας	
   ή	
   εγκληματίας	
   δεν	
   κάλεσε	
   το	
  
κινηματογραφικό	
  συνεργείο	
  να	
  παραστεί	
  αδιάψευστος	
  μάρτυρας	
  στην	
  πράξη	
  του.	
  Αυτό,	
  το	
  
συνηθίζουν	
   μόνο	
   οι	
   «επίσημοι».	
   Η	
   Ιστορία,	
   ωστόσο,	
   συνεχίζει	
   να	
   γράφεται	
   πίσω	
   απ’	
   τις	
  
δεξιώσεις,	
   πίσω	
   απ'	
   τα	
   επιβεβλημένα	
   διπλωματικά	
   χαμόγελα.	
   Αυτή	
   την	
   πίσω	
   μεριά	
   της	
  
Ιστορίας	
  προσπαθεί	
  να	
  «πιάσει»	
  ο	
  Αγγελόπουλος,	
  και	
  γι’	
  αυτή	
  την	
  πίσω	
  μεριά	
  της	
  Ιστορίας	
  
δεν	
  είναι	
  δυνατόν	
  να	
  υπάρξουν	
  αδιάψευστα	
  τεκμήρια.	
  Το	
  γεγονός,	
  όμως,	
  πως	
  δεν	
  έχουμε	
  
δει	
  την	
  πίσω	
  μεριά	
  της	
  Σελήνης,	
  δε	
  σημαίνει	
  και	
  πως	
  δεν	
  υπάρχει.	
  Πριν	
  ακολουθήσουμε	
  τον	
  
Αγγελόπουλο	
  στο	
  ταξίδι	
  του	
  στην	
  πίσω	
  μεριά	
  της	
  Ιστορίας	
  της	
  Ελλάδας	
  των	
  35	
  τελευταίων	
  
ετών,	
  καλό	
  θα	
  ήταν	
  να	
  ρίξουμε	
  μια	
  βιαστική	
  ματιά	
  στη	
  συνοψίζουσα	
  συμβολικά	
  την	
  ιστορία	
  
της	
  Ελλάδας	
  ιστορία	
  της	
  νήσου	
  Κύθηρα,	
  γνωστής	
  και	
  με	
  το	
  λαϊκό	
  της	
  όνομα	
  Τσιρίγο.	
  
Τα	
   Κύθηρα	
   βρίσκονται	
   στο	
   νοτιότατο	
   άκρο	
   της	
   Πελοποννήσου,	
   Ν.∆.	
   του	
   ακρωτηρίου	
  
Μαλέα.	
   Κι	
   ωστόσο,	
   διοικητικά	
   ανήκουν	
   στην	
   Αττική!	
   Τούτο	
   το	
   γαιοδιοικητικό	
   παράδοξο	
  
έρχεται	
  να	
  μπολιαστεί	
  σ’	
  ένα	
  δεύτερο:	
  τα	
  Κύθηρα,	
  ως	
  μορφολογία,	
  ανήκουν	
  στις	
  Κυκλάδες.	
  
Κι	
  ωστόσο,	
  είναι	
  το	
  έκτο	
  νησί	
  των	
  Ιονίων	
  νήσων	
  (το	
  έβδομο	
  είναι	
  τα	
  ακόμα	
  πιο	
  μακρινά	
  
Αντικύθηρα).	
  Λοιπόν;	
  Τα	
  Κύθηρα	
  ανήκουν	
  στα	
  Ιόνια	
  νησιά;	
  Ή	
  ανήκουν	
  στην	
  Λακωνία;	
  Τα	
  
Κύθηρα	
   ανήκουν	
   όπου	
   τα	
   τοποθετήσεις	
   με	
   μια	
   απόφαση	
   ή	
   μια	
   διοικητική	
   πράξη.	
   Τα	
  
Κύθηρα	
  ανήκουν	
  παντού...	
  εκτός	
  από	
  τον	
  εαυτό	
  τους	
  –	
  όπως	
  και	
  η	
  Ελλάδα.	
  Τα	
  Κύθηρα	
  είναι	
  
ένας	
   ου-­‐τόπος	
   (μια	
   ουτοπία)	
   με	
   τόσο	
   μπερδεμένη	
   ιστορία,	
   που	
   κανείς	
   ιστορικός	
   δεν	
   τα	
  
κατάφερε	
  να	
  την	
  ξεμπερδέψει	
  με	
  επάρκεια,	
  όπως	
  και	
  την	
  «κυθήρεια»	
  ελληνική	
  Ιστορία.	
  
Τα	
  Κύθηρα	
  υπήρξαν	
  φοινικική	
  αποικία,	
  μινωική	
  αποικία,	
  μυκηναϊκή	
  αποικία,	
  σπαρτιατική	
  
αποικία,	
   αθηναϊκή	
   αποικία.	
   Κι	
   αργότερα,	
   φράγκικη	
   αποικία,	
   βενετσιάνικη	
   αποικία,	
  
τουρκική	
   αποικία,	
   γαλλική	
   αποικία	
   και,	
   τέλος,	
   αγγλική	
   αποικία.	
   Νεοελληνική	
   αποικία	
  
γίνονται	
  το	
  1863.	
  Μ'	
  άλλα	
  λόγια,	
  τα	
  Κύθηρα	
  είναι	
  η	
  Αποικία,	
  η	
  σχεδόν	
  πλατωνική	
  Ιδέα	
  της	
  
Αποικίας.	
  Να	
  γιατί	
  πάντα	
  ονειρεύονταν	
  τα	
  Κύθηρα	
  Άγγλοι,	
  Γάλλοι,	
  Πορτογάλοι:	
  ήταν	
  ένας	
  
τόπος	
  βολικός,	
  καθότι	
  αδέσποτος	
  –	
  όπως	
  η	
  Ελλάδα.	
  
Μάλιστα,	
   από	
   τότε	
   που	
   οι	
   Φοίνικες	
   έφεραν	
   στα	
   Κύθηρα	
   τη	
   Θεά	
   Αστάρτη,	
   που	
   εκεί	
  
πολιτογραφήθηκε	
  Ελληνίδα	
  και	
  βαφτίστηκε	
  Αφροδίτη,	
  και	
  κυρίως	
  από	
  τότε	
  που	
  κτίστηκε	
  
εκεί	
  ο	
  περιλάλητος	
  ναός	
  της	
  Oυράνιας	
  Αφροδίτης,	
  όλος	
  ο	
  κόσμος	
  έμαθε	
  πως	
  στα	
  Κύθηρα	
  
προσφέρονται	
  ηδονές	
  σε	
  μια	
  ατελείωτη	
  ποικιλία.	
  Συνεπώς,	
  ένα	
  ταξίδι	
  στα	
  Κύθηρα	
  ήταν	
  ένα	
  
ταξίδι	
   στο	
   πιο	
   πυκνό	
   κέντρο	
   της	
   ηδονικής	
   ευδαιμονίας	
   που	
   το	
   ονειρεύονταν	
   επίμονα	
   οι	
  
ποιητές,	
   τουλάχιστον	
   οι	
   πριν	
   απ'	
   τον	
   19ο	
   αιώνα,	
   γιατί,	
   αργότερα,	
   τα	
   πράγματα	
  
δυσκόλεψαν,	
  ακόμα	
  και	
  για	
  τους	
  ποιητές.	
  
Για	
  τους	
  Αδελφούς	
  Goncourt,	
  η	
  «Επιβίβαση	
  για	
  τα	
  Κύθηρα»	
  του	
  Antoine	
  Watteau	
  «είναι	
  ο	
  
έρωτας,	
  αλλά	
  ένας	
  έρωτας	
  ποιητικός,	
  ένας	
  έρωτας	
  που	
  ονειρεύεται	
  και	
  στοχάζεται,	
  ένας	
  
έρωτας	
  μοντέρνος,	
  με	
  τις	
  νοσταλγίες	
  του	
  και	
  τη	
  γιρλάντα	
  της	
  μελαγχολίας	
  του».	
  Περίπου	
  το	
  
ίδιο	
  είναι	
  και	
  το	
  Ταξίδι	
  στα	
  Κύθηρα	
  του	
  Αγγελόπουλου:	
  ένας	
  περιπλεγμένος	
  με	
  την	
  Ιστορία	
  
και	
   από	
   την	
   Ιστορία	
   έρωτας	
   δύο	
   γέρων	
   –	
   ονειρικός,	
   στοχαστικός,	
   νοσταλγικός,	
  
μελαγχολικός.	
  Τούτος	
  ο	
  έρωτας	
  έχει	
  ανάγκη	
  από	
  έναν	
  τόπο	
  για	
  να	
  σταθεί.	
  Και	
  η	
  Ελλάδα	
  δεν	
  
είναι	
   πια	
   τόπος	
   ούτε	
   να	
   στέκεσαι,	
   ούτε	
   να	
   ονειρεύεσαι,	
   ούτε	
   να	
   ερωτεύεσαι.	
   Η	
   Ελλάδα,	
  
όπως	
  και	
  τα	
  Κύθηρα,	
  είναι	
  ένας	
  τόπος	
  όπου	
  οι	
  μύθοι	
  ευδοκιμούν	
  πάντα,	
  και	
  οι	
  άνθρωποι	
  
δυστυχούν	
  πάντα.	
  
  38	
  
Η	
  Ελλάδα	
  είναι	
  σαν	
  ένας	
  κύκλος	
  με	
  πολλές	
  περιμέτρους	
  και	
  κανένα	
  κέντρο.	
  Ένας	
  τέτοιος	
  
κύκλος	
   λέγεται	
   φαύλος.	
   Oι	
   κυρίως	
   ειπείν	
   	
   Έλληνες	
   κατοικούσαν	
   ή	
   κατοικούν	
   στην	
  
περίμετρο:	
   Ιωνία	
   (είναι	
   συνεχείς	
   οι	
   αναφορές	
   του	
   Αγγελόπουλου	
   στην	
   Ιωνία),	
   Πόντος,	
  
Παραδουνάβιες,	
   Κύπρος,	
   Oδησσός,	
   Αίγυπτος,	
   Τασκένδη,	
   και	
   σήμερα	
   Γερμανία,	
   ΗΠΑ,	
  
Αυστραλία,	
   Καναδάς	
   κ.λπ.	
   Η	
   «μητρόπολη»	
   είναι	
   ένας	
   φανταστικός	
   χώρος,	
   και	
   οι	
  
κατοικούντες	
   σ'	
   αυτήν	
   Έλληνες	
   αισθάνονται	
   οι	
   μισοί	
   μέτοικοι	
   και	
   οι	
   άλλοι	
   μισοί	
   άποικοι	
  
στην	
  ίδια	
  τους	
  την	
  πατρίδα,	
  που	
  είναι	
  σε	
  κατάσταση	
  μόνιμης	
  εσωτερικής	
  κατοχής	
  απ'	
  τα	
  
όρνια.	
  
∆εν	
  είναι	
  μόνο	
  το	
  ταξικό	
  μίσος	
  που	
  χωρίζει	
  τους	
  ιθαγενείς	
  Έλληνες	
  σε	
  «στρατόπεδα»,	
  είναι	
  
και	
  η	
  αταβιστική	
  αίσθηση	
  πως	
  αυτό	
  το	
  χώμα	
  δεν	
  είναι	
  καθόλου	
  «δικό	
  τους	
  και	
  δικό	
  μας»,	
  
όπως	
  επιμένει	
  να	
  λέει	
  αφελέστατα	
  και	
  ανιστόρητα	
  το	
  νεοπατριωτικόν	
  ασμάτιον·∙	
  είναι	
  χώμα	
  
που	
   ανήκει	
   σε	
   μια	
   ξένη	
   γη	
   προς	
   κατάκτηση:	
   το	
   κάθε	
   άλλο	
   παρά	
   δίκαιο	
   μοίρασμα	
   των	
  
τούρκικων	
  τσιφλικιών,	
  που	
  άρχισε	
  το	
  1830,	
  δεν	
  ολοκληρώθηκε	
  ακόμα,	
  και	
  το	
  «πνεύμα	
  του	
  
ουέστ»,	
   στη	
   νοτιοβαλκανική	
   του	
   παραλλαγή,	
   είναι	
   πάντα	
   ζωντανό	
   εδώ.	
  Oι	
   Κλέφτες,	
   που	
  
ήρθαν	
   απ’	
   αλλού,	
   έγιναν	
   Ληστές	
   από	
   το	
   1840	
   μέχρι	
   το	
   1940,	
   συνεχίζοντας	
   έτσι	
   έναν	
  
απελευθερωτικό	
  αγώνα	
  που	
  δεν	
  τελείωσε.	
  Βρισκόμαστε	
  πάντα	
  υπό	
  την	
  εσωτερική	
  κατοχή	
  
των	
  Κοτζαμπάσηδων.	
  (Για	
  τους	
  Ληστές,	
  τους	
  Κοτζαμπάσηδες	
  και	
  το	
  μεγάλο	
  ελληνικό	
  όραμα	
  
μιας	
  αποτελεσματικής	
  απελευθέρωσης,	
  βλ.	
  Μεγαλέξαντρο).	
  
Oι	
  παλιοί	
  Κλέφτες	
  (που	
  νομιμοποιήθηκαν	
  χάρη	
  στην	
  αίσια	
  έκβαση	
  του	
  αγώνα	
  τους)	
  και	
  οι	
  
κατοπινοί	
   Ληστές	
   (που	
   νομιμοποιήθηκαν	
   μόνο	
   στη	
   λαϊκή	
   συνείδηση	
   και	
   τη	
   λαϊκή	
  
παραφιλολογία)	
   μετεξελίχθηκαν	
   ιστορικά	
   σε	
   «ληστοσυμμορίτες»	
   ή	
  
«κομμουνιστοσυμμορίτες»	
   ή,	
   απλά,	
   «συμμορίτες»	
   που	
   συνεχίζουν	
   και	
   σήμερα	
   να	
   δρουν	
  
τρομοκρατικά,	
   καθώς	
   ήρθαν	
   και	
   σφηνώθηκαν	
   άκρως	
   ενοχλητικά	
   μέσα	
   στα	
   όνειρα	
   για	
  
ευδαιμονία	
   που	
   δημιούργησε	
   στους	
   Κοτζαμπάσηδες	
   το	
   Σχέδιο	
   Μarshall,	
   οικονομική	
  
συνέπεια	
  του	
  πολιτικού	
  Σχεδίου	
  Τruman	
  (βλ.	
  και	
  Κυνηγούς).	
  
Το	
   πόσο	
   αναίσχυντοι	
   ήταν	
   οι	
   Κοτζαμπάσηδες	
   με	
   παπιγιόν	
   ή	
   χωρίς,	
   μας	
   το	
   έδειξε	
   ο	
  
Αγγελόπουλος	
   με	
   εκπληκτική	
   ενάργεια	
   και	
   σαφήνεια	
   στις	
   Μέρες	
   του	
   '36,	
   όπου	
   οι	
  
πραγματικοί	
  συμμορίτες	
  (χωρίς	
  εισαγωγικά)	
  προετοιμάζουν	
  την	
  «ευταξία»	
  του	
  Μεταξά,	
  με	
  
αφορμή	
   τις	
   «αταξίες»	
   του	
   Ευταξία,	
   που	
   δεν	
   είχε	
   καταλάβει	
   πως	
   άλλο	
   πράγμα	
   είναι	
   το	
  
αγγουράκι	
  κι	
  άλλο	
  το	
  κολοκυθάκι,	
  με	
  συνέπεια	
  να	
  μπερδευτούν	
  πρόωρα	
  τα	
  λαχανικά	
  στη	
  
ρώσικη	
   (δηλαδή	
   εγγλέζικη)	
   σαλάτα	
   που	
   ήδη	
   ετοίμαζαν	
   οι	
   Κοτζαμπάσηδες	
   στην	
   κουζίνα	
  
τους,	
  γνωστή	
  και	
  με	
  το	
  ψευδώνυμο	
  «Κοινοβούλιο».	
  
Στο	
  Θίασο,	
  όλος	
  ο	
  θίασος	
  της	
  ελληνικής	
  Ιστορίας	
  βρίσκεται	
  επί	
  σκηνής.	
  Τελικά,	
  όμως,	
  την	
  
παράσταση	
   κλέβουν	
   στην	
   κυριολεξία	
   οι	
   Κοτζαμπάσηδες,	
   κυρίως	
   χάρη	
   στην	
   καλή	
  
σκηνοθεσία	
   τού	
   Scobie.	
   Εδώ,	
   δυστυχώς,	
   οι	
   «συμμορίτες»	
   αυτοπεριορίζονται	
   σε	
   έξοχα	
  
σατιρικά	
   άσματα,	
   του	
   τύπου	
   «Το	
   βρακί	
   του	
   Σκόμπι/	
   είναι	
   κόμποι	
   κόμποι...»,	
  
«επαναστατική»	
  διασκευή	
  ενός	
  μπούγκι-­‐μπούγκι	
  του	
  Glenn	
  Miller.	
  Αν,	
  λοιπόν,	
  το	
  ∆εκέμβρη	
  
τραγουδούσαν	
   λιγότερο	
   και	
   πολεμούσαν	
   περισσότερο	
   (με	
   τις	
   δυνάμεις	
   του	
   ΕΛΑΣ	
   που	
  
κρατήθηκαν	
  εκτός	
  Αθηνών),	
  σίγουρα	
  ο	
  Αγγελόπουλος	
  δε	
  θα	
  γύριζε	
  το	
  Ταξίδι	
  στα	
  Κύθηρα.	
  Κι	
  
εκείνο	
  το	
  ιστορικό	
  κέρδος	
  θα	
  ήταν	
  μια	
  μεγάλη	
  απώλεια	
  για	
  τον	
  κινηματογράφο.	
  Λοιπόν,	
  
ουδέν	
   κακόν	
   αμιγές	
   καλού	
   –	
   αν	
   και,	
   εδώ,	
   το	
   «καλόν»	
   είναι	
   τάξεως	
   αισθητικής	
   και	
   όχι	
  
πολιτικής,	
  πράγμα	
  που	
  θα	
  το	
  προτιμούσαμε,	
  φυσικά.	
  Γι’	
  αυτό,	
  όμως,	
  είναι	
  η	
  τέχνη:	
  να	
  μας	
  
παρηγορεί	
  για	
  μια	
  απώλεια	
  μ'	
  ένα	
  κέρδος.	
  Και	
  οι	
  κερδισμένοι,	
  κατά	
  κανόνα,	
  δεν	
  κάνουν	
  
τέχνη.	
  Περιορίζονται	
  στο	
  να	
  τρώνε	
  τα	
  κέρδη	
  τους	
  και,	
  στην	
  περίπτωση	
  που	
  μας	
  απασχολεί,	
  
  39	
  
τα	
  κονδύλια	
  του	
  Σχεδίου	
  Μarshall.	
  
Λοιπόν,	
   τούτη	
   η	
   χώρα	
   κατοικείται	
   μονίμως	
   από	
   «Έλληνες»	
   και	
   Έλληνες:	
   για	
   τη	
   ∆εξιά,	
  
Έλληνες	
   είναι	
   όσοι	
   δήλωσαν	
   τέτοιοι	
   και	
   όσοι	
   έκαναν	
   μια	
   «δήλωση	
   μετανοίας»	
   για	
   τον	
  
πρότερο	
  αμαρτωλό	
  ανθελληνικό	
  τους	
  βίο.	
  Για	
  την	
  Αριστερά,	
  Έλληνες	
  είναι	
  όσοι	
  κατοικούν	
  
σ’	
   αυτή	
   τη	
   χώρα	
   κι	
   όσοι	
   έχουν	
   δικαίωμα	
   να	
   κατοικήσουν	
   στο	
   κράτος	
   που	
   έφτιαξαν	
   οι	
  
Κλέφτες	
   (και	
   οι	
   Αρματωλοί,	
   που	
   κι	
   αυτοί	
   επίσης	
   ήταν	
   Κλέφτες,	
   αλλά	
   αρχικά	
   υπό	
   την	
  
προστασία	
   των	
   Τούρκων,	
   οι	
   οποίοι	
   αργότερα	
   την	
   απέσυραν,	
   γιατί	
   οι	
   Αρματωλοί	
  
αποδείχθηκαν	
   τελικά	
   «μη	
   νομιμόφρονες»,	
   καλή	
   ώρα	
   σαν	
   κάποιους	
   στρατιώτες	
   του	
  
λεγόμενου	
   «εθνικού	
   στρατού»,	
   που	
   βαρέθηκαν	
   τη	
   διατεταγμένη	
   εθνικοφροσύνη	
   και	
  
πέρασαν	
  στο	
  απέναντι	
  χαράκωμα,	
  όπου	
  δεν	
  πολεμούσες	
  γιατί	
  σε	
  διέταζαν,	
  αλλά	
  γιατί	
  το	
  
ήθελες).	
  
O	
   γερο-­‐Σπύρος	
   (Μάνος	
   Κατράκης)	
   είναι	
   ένας	
   (με	
   «δεξιά»	
   ορολογία)	
   μη	
   Έλληνας	
   που	
   ζει	
  
στην	
  Τασκένδη	
  απ'	
  το	
  1949·∙	
  δηλαδή,	
  ένας	
  Έλληνας	
  της	
  περιφέρειας	
  (ή	
  του	
  περιθωρίου,	
  αν	
  
προτιμάτε	
   έναν	
   όρο	
   με	
   ασαφές	
   νόημα),	
   ο	
   οποίος,	
   όταν	
   έρχεται	
   με	
   άδεια	
   στην	
   Ελλάδα,	
  
διαπιστώνει	
   ότι	
   η	
   Ελλάδα	
   δεν	
   υπάρχει·∙	
   υπάρχουν	
   μόνο	
   τα	
   ουδέτερα	
   διεθνή	
   ύδατα	
   και,	
  
πάνω	
  σ’	
  αυτά,	
  μια	
  σχεδία	
  που	
  φέρει	
  (είναι	
  γι’	
  αυτόν	
  φέρετρο)	
  το	
  σαρκίο	
  του	
  και	
  τ’	
  όνειρό	
  
του	
  σ’	
  έναν	
  ου-­‐τόπο	
  που,	
  κάτω	
  από	
  ομαλές	
  συνθήκες,	
  θα	
  μπορούσε	
  να	
  είναι	
  η	
  πατρίδα	
  του.	
  
O	
  Σπύρος	
  είναι	
  ένας	
  Βασιλιάς	
  Ληρ	
  που	
  έχει	
  χάσει	
  το	
  βασίλειό	
  του	
  στον	
  εμφύλιο	
  πόλεμο,	
  
ένας	
  ∆ον	
  Κιχώτης	
  που	
  πίστεψε	
  πως	
  το	
  δόρυ	
  είναι	
  όπλο	
  αποτελεσματικό	
  στη	
  μάχη	
  με	
  τον	
  
ανεμόμυλο	
  της	
  Ιστορίας,	
  κι	
  ένας	
  Oδυσσέας	
  που	
  γυρίζει	
  σπίτι	
  του	
  μετά	
  από	
  τριάντα	
  τόσα	
  
χρόνια,	
   για	
   να	
   βρει	
   μια	
   ονειροπόλα	
   Πηνελόπη	
   (Ντόρα	
   Βολανάκη)	
   κι	
   έναν	
   συγχυσμένο	
  
Τηλέμαχο	
  (Giulio	
  Brogi).	
  Όμως,	
  οι	
  μνηστήρες	
  έχουν	
  ξεπουλήσει	
  προ	
  πολλού	
  την	
  Ιθάκη	
  του,	
  
με	
   συνέπεια,	
   ένα	
   ταξίδι	
   που	
   θα	
   μπορούσε	
   να	
   είναι	
   ταξίδι	
   επιστροφής	
   στην	
   Ιθάκη,	
   να	
  
καταλήξει	
  σε	
  ταξίδι	
  στα	
  Κύθηρα·∙	
  δηλαδή,	
  στον	
  Μεγάλο	
  Μύθο	
  μιας	
  πεθαμένης	
  «ευτυχίας	
  
για	
  όλους»	
  που	
  ενταφιάστηκε	
  το	
  1949	
  στο	
  κοιμητήρι	
  του	
  χωριού	
  του	
  –	
  κι	
  όλων	
  των	
  χωριών	
  
της	
  Ελλάδας.	
  Η	
  Ιθάκη	
  δεν	
  υπάρχει	
  πια	
  –	
  όπως	
  στην	
  Oδύσσεια	
  του	
  Καζαντζάκη.	
  
Όμως,	
  στο	
  Ταξίδι	
  στα	
  Κύθηρα,	
  τούτη	
  την	
  αντι-­‐Oδύσσεια,	
  ο	
  Oδυσσέας	
  δε	
  φεύγει	
  γιατί	
  το	
  
θέλει·∙	
  τον	
  διώχνουν.	
  Το	
  έπος	
  είναι	
  ανέφικτο	
  στον	
  καιρό	
  μας.	
  Όλοι	
  οι	
  ήρωες	
  έχουν	
  πεθάνει,	
  
κι	
  όσοι	
  ζουν	
  ακόμα,	
  είναι	
  ανεπιθύμητοι	
  στον	
  τόπο	
  απ'	
  όπου	
  αντλούσαν	
  τη	
  δύναμή	
  τους.	
  Το	
  
Ταξίδι	
   στα	
   Κύθηρα	
   είναι	
   μια	
   ελεγεία	
   για	
   τον	
   χαμένο	
   στον	
   ωκεανό	
   Oδυσσέα,	
   που	
   δεν	
  
πρόκειται	
   να	
   ξαναβγεί	
   στη	
   στεριά,	
   γιατί	
   δεν	
   υπάρχει	
   πια	
   η	
   στεριά.	
   Υπάρχουν	
   μόνο	
   τα	
  
Κύθηρα·∙	
  δηλαδή	
  ο	
  μύθος	
  της	
  ευτυχίας	
  που	
  ονειρεύτηκε	
  ο	
  Watteau	
  σε	
  μια	
  περίοδο	
  μεγάλης	
  
ακμής	
  της	
  αστικής	
  τάξης,	
  η	
  οποία	
  εδώ,	
  στην	
  Ελλάδα,	
  γνώρισε	
  τις	
  fêtes	
  galantes	
  όψιμα	
  και	
  
χάρη	
  σε	
  «δάνεια»	
  που	
  συνεχίζονται.	
  
Η	
  Ελλάδα	
  εξακολουθεί	
  να	
  είναι	
  μια	
  ξένη	
  χώρα	
  για	
  όλους:	
  για	
  τους	
  «δεξιούς»,	
  γιατί	
  δεν	
  τα	
  
κατάφεραν	
  ποτέ	
  ν’	
  αποκτήσουν	
  «εθνική»	
  συνείδηση	
  (δεν	
  απέκτησαν	
  καν	
  συνείδηση),	
  αφού	
  
εθνική	
  συνείδηση	
  δεν	
  δημιουργείται	
  με	
  Σχέδια	
  Μarshall·∙	
  και	
  για	
  τους	
  «αριστερούς»,	
  γιατί	
  
μόνο	
  τα	
  δύο	
  τελευταία	
  χρόνια	
  άρχισαν	
  να	
  μη	
  νιώθουν	
  μέτοικοι	
  με	
  προσωρινό	
  διαβατήριο	
  
(όποιος	
  ήθελε,	
  μπορούσε	
  να	
  τους	
  πάρει)	
  στην	
  ίδια	
  τους	
  την	
  πατρίδα.	
  Η	
  Ελλάδα	
  συνεχίζει	
  να	
  
είναι	
   «μια	
   χώρα	
   για	
   εγκατάσταση»,	
   όπου,	
   προς	
   το	
   παρόν,	
   όλα	
   είναι	
   προσωρινά	
   και	
  
αβέβαια.	
   Πρέπει,	
   συνεπώς,	
   κάποτε	
   να	
   κατακτήσουμε	
   την	
   Ελλάδα,	
   για	
   να	
   βρούμε	
   μια	
  
πατρίδα	
  εμείς	
  οι	
  Έλληνες.	
  Αποκλείεται	
  να	
  ζούμε	
  και	
  να	
  πεθαίνουμε	
  μονίμως	
  πάνω	
  σε	
  μια	
  
σχεδία	
  που	
  πλέει	
  στα	
  διεθνή	
  ύδατα.	
  Το	
  ταξίδι	
  στα	
  Κύθηρα	
  πρέπει	
  να	
  γίνει	
  οπωσδήποτε,	
  
  40	
  
όσα	
  πλοία	
  κι	
  αν	
  βουλιάξουν	
  καθ'	
  οδόν.	
  Η	
  ουτοπία	
  είναι	
  για	
  να	
  τη	
  ζούμε.	
  Και	
  τα	
  Κύθηρα	
  
υπάρχουν	
  στο	
  χάρτη·∙	
  πρέπει,	
  λοιπόν,	
  να	
  υπάρξουν	
  και	
  στη	
  ζωή	
  μας.	
  
Το	
  Ταξίδι	
  στα	
  Κύθηρα,	
  όπως	
  και	
  οι	
  άλλες	
  ταινίες	
  του	
  Αγγελόπουλου,	
  είναι	
  μια	
  ταινία	
  που	
  
ψάχνει	
  για	
  τις	
  εθνικές	
  μας	
  ρίζες,	
  αλλά	
  όχι	
  στο	
  Βυζάντιο	
  (ο	
  Αγγελόπουλος	
  δεν	
  είναι	
  αστείο	
  
πρόσωπο).	
   Ψάχνει	
   για	
   τις	
   εθνικές	
   μας	
   ρίζες	
   σε	
   χάρτη	
   πρόσφατης	
   χαρτογράφησης	
   όπου	
  
σημειώνεται	
  η	
  λέξη	
  «Ελλάς»	
  όχι	
  όπως	
  αρμόζει	
  σε	
  «σωστούς»	
  χάρτες,	
  και	
  η	
  λέξη	
  «Έλλην»,	
  το	
  
ιδεολογικό	
   και	
   εννοιολογικό	
   περιεχόμενο	
   της	
   οποίας	
   πρέπει	
   να	
   προσδιοριστεί	
   με	
  
σαφήνεια.	
  Πριν,	
  λοιπόν,	
  μάθουμε	
  τι	
  σημαίνει	
  «Ελλάς»	
  (τα	
  θούρια	
  δεν	
  έχουν	
  να	
  μας	
  μάθουν	
  
τίποτα	
  επί	
  του	
  προκειμένου),	
  πρέπει	
  να	
  μάθουμε	
  τι	
  σημαίνει	
  «Έλλην».	
  
O	
   γερο-­‐Σπύρος	
   ο	
   αντάρτης,	
   ο	
   εξόριστος,	
   ο	
   πεισματάρης,	
   ο	
   ρομαντικός,	
   ο	
   απούλητος,	
   ο	
  
γερο-­‐Σπύρος	
   που	
   συνεχίζει	
   ν’	
   αντιστέκεται	
   σε	
   μια	
   εποχή	
   γενικευμένης	
   παθητικότητας,	
   ο	
  
γερο-­‐Σπύρος	
   που	
   αρνείται	
   να	
   «πουλήσει	
   το	
   χιόνι»	
   για	
   να	
   γίνει	
   χιονοδρομικό	
   κέντρο	
   στο	
  
χωριό	
   του,	
   ο	
   γερο-­‐Σπύρος	
   που	
   συνεχίζει	
   να	
   είναι	
   «επικίνδυνος	
   για	
   τη	
   δημόσια	
   τάξη»	
  
(διάβαζε:	
  για	
  το	
  ιδιωτικό	
  πορτοφόλι),	
  ο	
  γερο-­‐Σπύρος	
  που	
  ξαναβρίσκει	
  στα	
  παλιά	
  λημέρια	
  
του	
  τις	
  παλιές	
  συνθήκες	
  παρανομίας	
  (δεν	
  ξέχασε	
  τη	
  «γλώσσα	
  των	
  παρανόμων»),	
  ο	
  γερο-­‐
Σπύρος	
  που	
  συνεχίζει	
  να	
  χορεύει	
  μέσα	
  στα	
  νεκροταφεία	
  και	
  να	
  λέει	
  μια	
  «καλημέρα»	
  στους	
  
πεθαμένους	
  συντρόφους,	
  ο	
  γερο-­‐	
  Σπύρος,	
  ο	
  σπόρος	
  απ’	
  όπου	
  ίσως	
  κάποτε	
  φυτρώσουν	
  κι	
  
άλλα	
  δέντρα	
  στην	
  άκρη	
  του	
  νεκροταφείου,	
  ο	
  γερο-­‐Σπύρος	
  ο	
  ανεπιθύμητος	
  στην	
  πατρίδα	
  
του,	
  είναι	
  ο	
  ΕΛΛΗΝΑΣ.	
  
Όμως,	
  στην	
  Ελλάδα	
  υπάρχουν	
  πάντα	
  «κυνηγοί»	
  που	
  κυνηγούν	
  στα	
  χιόνια.	
  Τα	
  χιόνια,	
  όμως,	
  
δεν	
  είναι	
  για	
  πούλημα	
  –	
  το	
  ξέρουμε	
  ήδη.	
  Είναι	
  για	
  να	
  κρύβουν	
  μέσα	
  τους	
  το	
  όνειρο,	
  που	
  
συνεχώς	
  θα	
  το	
  βρίσκουν	
  μπροστά	
  τους	
  οι	
  απόγονοι	
  των	
  Κοτζαμπάσηδων,	
  κάθε	
  φορά	
  που	
  
βγαίνουν	
  για	
  κυνήγι.	
  Σε	
  κάθε	
  λακκούβα	
  όπου	
  θα	
  ’λιωνε	
  το	
  χιόνι,	
  θα	
  αποκαλυπτόταν	
  πάντα	
  
το	
   μυστηριώδες	
   πτώμα	
   του	
   Αντάρτη,	
   ίσα	
   ίσα	
   για	
   να	
   διατηρείται	
   ο	
   πανικός,	
   αλλά	
   και	
   η	
  
Ελπίδα.	
  Το	
  «φάντασμα»	
  του	
  Βελουχιώτη	
  πλανάται	
  παντού.	
  Και	
  τούτο	
  το	
  «φάντασμα»	
  είναι	
  
πραγματικό	
  όσο	
  τίποτα.	
  	
  
Oι	
  τωρινοί	
  κυνηγοί	
  (οι	
  «Αρχές»)	
  δε	
  βρήκαν	
  κανένα	
  πτώμα	
  στα	
  χιόνια·∙	
  γιατί	
  στο	
  Ταξίδι	
  στα	
  
Κύθηρα	
  δεν	
  υπάρχουν	
  ούτε	
  πτώματα,	
  ούτε	
  χιόνια.	
   Υπάρχει	
  μόνο	
  νερό·∙	
  κι	
  ένας	
  ζωντανός	
  
άνθρωπος,	
  ο	
  Σπύρος,	
  που	
  έρχεται	
  απ’	
  τον	
  ωκεανό	
  και	
  ξαναγυρίζει	
  στον	
  ωκεανό.	
  O	
  ωκεανός	
  
για	
  τον	
  Σπύρο	
  δεν	
  είναι	
  τάφος·∙	
  είναι	
  λίκνο.	
  Ίσως	
  σε	
  μια	
  άλλη	
  ταινία	
  του	
  Αγγελόπουλου,	
  το	
  
πτώμα	
  να	
  το	
  βρουν	
  ψαράδες.	
  O	
  Σπύρος	
  της	
  ταινίας	
  Ταξίδι	
  στα	
  Κύθηρα	
  και	
  ο	
  αντάρτης	
  τής	
  
ταινίας	
   Oι	
   κυνηγοί	
   είναι	
   δύο	
   εκδοχές	
   του	
   ίδιου	
   μύθου·∙	
   μόνο	
   που,	
   τώρα,	
   ο	
   μύθος	
   είναι	
  
σοβαρός	
  και	
  πένθιμος,	
  όπως	
  ταιριάζει	
  στο	
  θάνατο	
  κάθε	
  παλικαριού.	
  
Και	
   στο	
   θάνατο	
   κάθε	
   «προοπτικής»·∙	
   γιατί	
   στην	
   ταινία	
   διασταυρώνονται	
   συνεχώς	
   δύο	
  
θάνατοι:	
  ένας	
  βιολογικός	
  και	
  ιστορικός,	
  που	
  επίκειται	
  και	
  «βοηθιέται»	
  απ’	
  τις	
  «Αρχές»,	
  κι	
  
ένας	
   συμβολικός,	
   που	
   έχει	
   ήδη	
   τελεστεί:	
   ο	
   γιος	
   του	
   Σπύρου,	
   ο	
   Αλέξανδρος,	
   είναι	
   ο	
  
Αλέξανδρος	
  του	
  τελευταίου	
  πλάνου	
  του	
  Μεγαλέξαντρου,	
  που	
  έφυγε	
  από	
  κείνη	
  την	
  ταινία	
  
για	
  βρει	
  καταφύγιο	
  σε	
  τούτη.	
  Είναι,	
  ακόμα,	
  το	
  ορφανό	
  παιδάκι	
  της	
  Αναπαράστασης	
  που,	
  
καθώς	
  μεγάλωσε,	
  έγινε	
  σκηνοθέτης.	
  
Μα	
   πώς	
   να	
   ’σαι	
   δημιουργός	
   μέσα	
   σε	
   μια	
   χώρα	
   που	
   δεν	
   υπάρχει	
   παρά	
   μόνο	
   για	
   τους	
  
Κοτζαμπάσηδες	
  και	
  τους	
  κολαούζους	
  τους;	
  Τι	
  σημαίνει	
  να	
  δημιουργείς	
  για	
  τους	
  Έλληνες,	
  
όταν	
  αυτοί,	
  όντας	
  ξένοι	
  οι	
  ίδιοι,	
  σε	
  θεωρούν	
  ξένο	
  στον	
  ίδιο	
  σου	
  τον	
  τόπο,	
  που	
  εσύ,	
  ωστόσο,	
  
  41	
  
τον	
  ξέρεις	
  και	
  τον	
  αγαπάς	
  όσο	
  λίγοι;	
  Επί	
  του	
  βαρβαρικού	
  προκειμένου,	
  οι	
  λύσεις	
  είναι	
  δύο:	
  
ή	
  παίρνεις	
  των	
  ομματιών	
  σου	
  και	
  γίνεσαι	
  κι	
  εσύ	
  περιφερειακός,	
  όπως	
  τόσοι	
  άξιοι	
  σε	
  τούτον	
  
τον	
  ου-­‐τόπο,	
  ή	
  δίνεις	
  εδώ,	
  στον	
  τόπο	
  σου,	
  τον	
  αγώνα	
  σου	
  μέχρι	
  τέλους,	
  έτοιμος	
  να	
  δεχτείς	
  
μια	
  μοίρα	
  ανάλογη	
  μ'	
  αυτήν	
  του	
  Σπύρου.	
  
O	
   Αλέξανδρος	
   (δηλαδή	
   ο	
   Αγγελόπουλος)	
   διάλεξε	
   τη	
   δεύτερη	
   λύση:	
   σε	
   πείσμα	
   όλων	
   των	
  
ηλιθίων,	
  θεωρεί	
  τα	
  Κύθηρα	
  υπαρκτά,	
  και	
  το	
  ταξίδι	
  σ'	
  αυτά,	
  εφικτό.	
  Όλοι	
  οι	
  κυνηγοί	
  (κι	
  ένας	
  
διάολος	
   ξέρει	
   πόσοι	
   τον	
   κυνηγούν)	
   δε	
   θα	
   καταφέρουν	
   να	
   στραγγαλίσουν	
   το	
   δικό	
   του	
  
όραμα·∙	
  γιατί	
  ένας	
  «σκηνοθέτης	
  σε	
  κρίση»,	
  που	
  καταφέρνει	
  να	
  εντάξει	
  την	
  προσωπική	
  του	
  
κρίση	
   στην	
   «εθνική	
   κρίση»,	
   σίγουρα	
   είναι	
   ένας	
   μεγάλος	
   σκηνοθέτης.	
   ∆εν	
   είναι	
   καθόλου	
  
εύκολο	
   να	
   ενώσεις	
   τις	
   δύο	
   συνιστώσες,	
   την	
   ιστορική	
   και	
   την	
   υπαρξιακή,	
   σε	
   μία	
  
συνισταμένη.	
   Και	
   δε	
   νομίζουμε	
   πως	
   υπάρχει	
   ανάλογο	
   στην	
   παγκόσμια	
   ιστορία	
   του	
  
κινηματογράφου.	
   Να	
   ελπίσουμε	
   πως	
   θα	
   βρεθούν	
   πολλοί	
   σ'	
   αυτόν	
   τον	
   ου-­‐τόπο,	
   που	
   θα	
  
καταλάβουν	
  πως	
  εδώ	
  έχουμε	
  να	
  κάνουμε	
  με	
  την	
  πρώτη	
  εθνική	
  ελληνική	
  ταινία;	
  Θα	
  ’θελα	
  
πολύ	
   να	
   είμαι	
   αισιόδοξος·∙	
   γιατί	
   κι	
   εγώ	
   πιστεύω	
   πως	
   ένα	
   ταξίδι	
   στα	
   Κύθηρα	
   είναι	
   πάντα	
  
εφικτό	
  στο	
  μέλλον.	
  
	
  
vvv	
  
	
  
	
  
	
  
	
  
	
  

Agelopoulos

  • 1.
                                                                                      -­‐  LINO  MICCICHE      Ο  ΑΙΣΘΗΤΙΚΟΣ  ΥΛΙΣΜΟΣ  ΤΟΥ  ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ  (σελ.  2-­‐18)     -­‐  ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ  ΣΤΟΝ  Μ.  ΔΗΜΟΠΟΥΛΟ  ΚΑΙ  Φ.  ΛΙΑΠΠΑ      ΜΙΑ  ΤΕΡΑΣΤΙΑ  ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ  ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ  (σελ.  19-­‐25)     -­‐  ΝΑΓΚΙΣΑ  ΟΣΙΜΑ      Η  ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΗΣΗ  ΤΗΣ  ΕΛΠΙΔΑΣ  (σελ.  26-­‐28)     -­‐  ΛΕΥΤΕΡΗΣ  ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ      ΤΡΑΓΩΔΙΑ  ΚΑΙ  ΜΥΘΟΣ  (σελ.  29-­‐34)     -­‐  ΒΑΣΙΛΗΣ  ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ      ΤΑΞΙΔΙ  ΣΤΟΝ  ΑΔΗ  (σελ.  35-­‐41)         Αφιέέρωμα   ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ  ΛΕΣΧΗ   διαδικτυακόό  περιοδικόό  για  την  κριτικήή  παιδαγωγικήή   και  την  κοινωνικήή  χειραφέέτηση   Ιανουάάριος   2014   Θ.  Αγγελλόόπουλος Επιμέέλεια,  επιλογήή  κειμέένων   Λάάμπρος  Νικολάάρας  
  • 2.
      2   LINO  MICCICHE   Ο  ΑΙΣΘΗΤΙΚΟΣ  ΥΛΙΣΜΟΣ  ΤΟΥ  ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ1   Η  Αναπαράσταση,  η  πρώτη  ταινία  μεγάλου  μήκους  του  Αγγελόπουλου,  γυρίστηκε  το  1970.   Τον   ίδιο   χρόνο   παρουσιάστηκε   στην   Ιέρ,   όπου   κέρδισε   το   βραβείο   της   καλύτερης   ξένης   ταινίας,   και   τον   επόμενο   χρόνο   στο   Βερολίνο,   όπου   η   επιτροπή   της   Fipresci   (Fédération   Internationale  de  la  Presse  du  Cinéma)  του  απένειμε  έναν  έπαινο  στα  πλαίσια  του  ∆ιεθνούς   Βραβείου   της   Κριτικής.   Ωστόσο,   στο   χώρο   της   κριτικής,   η   αναγνώρισή   του   γενικά   δεν   ξεπερνά   τον   ορισμό   «σίγουρο   ταλέντο»:   πολύ   μικρή   για   ένα   έργο   που   δεν   αποκαλύπτει   μόνο  το  ανάστημα  μιας  προσωπικότητας  ιδιαίτερα  αξιόλογης  και  οπωσδήποτε  εξαιρετικής   στο  χώρο  του  ελληνικού  κινηματογράφου,  αλλά  και  αποτελεί  καμπή  γι’  αυτόν  το  χώρο.  Μ’   αυτή  τη  λογική,  η  παραπομπή  στο  Ossessione  του  Visconti  έχει  βάσιμη  υπόσταση,  έστω  κι   αν   ο   ίδιος   ο   Αγγελόπουλος,   γι’   αυτόν   ακριβώς   το   λόγο,   υπογραμμίζει   τις   πολιτιστικές   διαφορές  (μια  διαφορετική  προσέγγιση  του  «μύθου»),  την  έμπνευση  (το  μυθιστόρημα  του   Cain   από   τη   μια   κι   ένα   πραγματικό   γεγονός   από   την   άλλη),   το   στιλ   (την   πληθώρα   των   πλάνων  που  θυμίζουν  Visconti,  την  προσοχή  του  Αγγελόπουλου  στο  «χώρο  εκτός  κάδρου»,   που   έλκει   την   καταγωγή   της   από   τον   Antonioni   και,   ακόμα   περισσότερο,   από   τον   Μιζογκούτσι).  Όμως  η  βασική  διαφορά  ανάμεσα  στο  Ossessione  και  την  Αναπαράσταση  – διαφορά,   που   καθιστά   νόμιμη   τη   σύγκριση   των   δύο   έργων   και   σημαντική   από   πολλές   απόψεις  (έστω  και  για  ν’  αποκαλύψει  τη  διαφορά  αντιμετώπισης  του  ίδιου  μύθου  και  μιας   από  πολλές  απόψεις  ανάλογης  πολιτικής  κατάστασης),  αλλά  σε  τελική  ανάλυση  διαφορά   εξωτερική–  είναι  πάνω  απ’  όλα  ιδεολογική,  με  τη  διπλή  έννοια:  της  μεταδοτικής  ιδεολογίας   της  ταινίας  του  Αγγελόπουλου  και  την  «ιδεολογία»  της  μετάδοσης  (δηλαδή  την  αντίληψη   περί  κινηματογράφου  που  φανερώνει  ο  έλληνας  σκηνοθέτης).   Όπως   είναι   γνωστό,   η   αφορμή   της   Αναπαράστασης   είναι   ένα   πραγματικό   γεγονός   που   συνέβη  στα  βουνά  της  Ηπείρου,  εκεί  όπου,  σε  27  μόνο  μέρες  και  με  πολύ  μικρό  συνεργείο,   γυρίστηκε  η  ταινία:  «Μια  γυναίκα  –θυμάται  ο  ίδιος  ο  σκηνοθέτης–  είχε  σκοτώσει  τον  άντρα   της,  τον  είχε  θάψει  κι  είχε  φυτέψει  πάνω  στον  τάφο  του  κρεμμύδια,  φτιάχνοντας  έτσι  έναν   μικρό   κήπο,   ώστε   να   μην   μπορεί   να   βρεθεί   το   πτώμα.   Oι   ρίζες   των   κρεμμυδιών   είχαν   βλαστήσει  μ’  έναν  ιδιαίτερο  τρόπο.  Ένα  γεγονός  πολύ  σκληρό  και  πολύ  γνωστό  μέσα  από   την  ειδησεογραφία  των  εφημερίδων»2 .  Το  σκηνοθέτη,  όμως,  δεν  τον  ενδιαφέρει  καθόλου  η   αναβίωση   του   γεγονότος   ως   thrilling   true   story3 ·∙   αντίθετα,   το   γεγονός   απογυμνώνεται   αμέσως  από  το  μυστήριο  και  το  σασπένς,  με  μια  σειρά  από  σκηνές  που  δείχνουν  κάποιες   φάσεις  του  εγκλήματος  (το  θάψιμο  του  πτώματος,  η  εκδρομή-­‐άλλοθι  στα  Γιάννενα  κ.λπ.),   τις   επαναλαμβανόμενες   ανακρίσεις   του   εισαγγελέα   και   τις   αστυνομίας,   οι   οποίες   έχουν   σκοπό  να  αναπαραστήσουν  το  γεγονός  για  να  ξεκαθαρίσουν  ποιος  απ’  τους  δυο  –η  Ελένη  (η   σύζυγος)  ή  ο  Χρήστος  (ο  αγροφύλακας  και  εραστής  της)–  έσφιξε  τη  θηλιά  στο  λαιμό  του   θύματος,  του  Κώστα  Γούση,  μετανάστη  από  τη  Γερμανία  που  είχε  έρθει  να  επισκεφθεί  το   χωριό  του.  Αυτό  που  ενδιαφέρει  τον  Αγγελόπουλο,  είναι  η  «πορεία  της  ανθρωποκτονίας  και   για  ποιους  λόγους  συνέβη»·∙  δηλαδή,  ποια  είναι  η  κοινωνική  βία  πίσω  απ’  την  ατομική  βία   που  εκδηλώθηκε  στην  πράξη.  Γι’  αυτό  και  ο  σκηνοθέτης  έδωσε  στην  ταινία  μια  μορφή  που,   1 Δηµοσιεύτηκε στο περιοδικό «Cinemasessanta» τχ. 113, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1977. Μετάφραση Βιολέτα Σωτηροπούλου-Καρύδη. 2 «Al di là del mito: Colloquio con Theodoros Angelopoulos» στο Rivista del cinematografo, τχ 12, Δεκέµβριος 1975. 3 «Αγγλικά στο κείµενο «συγκλονιστική αληθινή ιστορία» (Σ.τ.Μ.)
  • 3.
      3   κατά   κάποιον   τρόπο,   θυμίζει   την   ταινία   του   Rosi   Τζουλιάνο   ο   αρχιληστής,   την   οποία   ο   Αγγελόπουλος  εκείνης  της  εποχής  αναφέρει  ξεκάθαρα  σε  μια  συνέντευξή  του  στο  «Positif».   Όπως  ο  Rosi,  για  ν’  «αναπαραστήσει»  το  φόνο  του  Salvatore  Giuliano,  χρησιμοποιεί  δύο   στοιχεία  (τα  γεγονότα  και  τη  διαδοχική  δικαστική-­‐αστυνομική  εκδοχή  των  γεγονότων),  αλλά   και  την  άποψη  του  αφηγητή  (ένα  είδος  κριτικής  συνείδησης  που  τονίζει  και  αξιολογεί  το   χάσμα   ανάμεσα   στις   δύο   αλήθειες),   έτσι   κι   ο   Αγγελόπουλος   δημιουργεί   έναν   τριπλό   διάλογο   ανάμεσα   στην   έρευνα   του   ανακριτή   που   ήρθε   από   την   πόλη,   στην   έρευνα   μιας   ομάδας   δημοσιογράφων   που   φτάνουν   εκεί   γι’   αυτόν   το   σκοπό   (έναν   απ’   αυτούς   τον   ερμηνεύει  ο  ίδιος  ο  σκηνοθέτης),  και  την  άποψη  του  αφηγητή  που,  απ’  τη  μια  προσθέτει  κι   άλλα   στοιχεία   στην   «αναπαράσταση»   των   άλλων   δύο,   κι   από   την   άλλη   αποτελεί   στιγμή   σύνθεσης  και  κρίσης.  Αυτή  η  «πορεία»  δεν  ξεκινά  από  το  «πάθος»  που  σπρώχνει  την  Ελένη   να  γίνει  συζυγοκτόνος  με  τη  συνενοχή  του  εραστή  της,  αλλά  από  την  πραγματικότητα  της   Τυμφαίας,  όπου,  όπως  λέει  στους  δημοσιογράφους  ένας  κάτοικος  του  χωριού,  «οι  γέροι   πεθαίνουν,  και  μαζί  τους  πεθαίνουν  τα  χωράφια  και  τα  χωριά»,  γιατί  η  κύρια  παραγωγή   εκείνου  του  χωριού  κι  ολόκληρης  της  περιοχής  είναι  οι  εργάτες,  και  η  περιοχή  κατοικείται   σχεδόν  αποκλειστικά  από  γυναίκες,  μικρά  παιδιά  και  γέρους,  γιατί  οι  σύζυγοι,  οι  πατεράδες   και  οι  συγγενείς  έχουν  φύγει  μετανάστες  στο  εξωτερικό  για  να  βρουν  μια  δουλειά  που  δε   βρίσκουν  στην  πατρίδα  τους,  όπως  ακριβώς  και  ο  σύζυγος  της  χωριάτισσας  φόνισσας.  Στην   Τυμφαία  –  εκατό  πέτρινα  σπίτια  κουρνιασμένα  στους  βράχους,  περιτριγυρισμένα  από  μια   ξερή   κι   άγονη   γη,   και   βυθισμένα   σε   μια   σιωπή   που   τη   διακόπτουν   μόνο   οι   φωνές   των   παιδιών–  πριν  από  είκοσι  χρόνια  υπήρχαν  1.250  κάτοικοι:  σήμερα,  λένε  τα  στοιχεία,  μόνο   85,  που  είναι  γυναίκες,  γέροι  και  παιδιά.  Oι  γυναίκες  της  Τυμφαίας  είναι  χήρες,  έστω  κι  αν   έχουν   κάπου   κάποιον   ζωντανό   σύζυγο,   όπως   και   τα   παιδιά   της   Τυμφαίας   είναι   ορφανά,   έστω  κι  αν,  δύο  χιλιάδες  χιλιόμετρα  μακριά,  έχουν  έναν  πατέρα  που  δουλεύει  για  να  τα   ζήσει.  Η  κατάσταση  όλων  των  κατοίκων  είναι  η  μοναξιά,  η  αδράνεια,  η  αναμονή,  η  σιωπή.   Στην  Αναπαράσταση,  ο  διάλογος  περιορίζεται  στα  απαραίτητα:  λίγα  λόγια  απ’  τις  μανάδες   στα  παιδιά,  λίγα  λόγια  απ’  την  αδελφή  στον  αδελφό,  λίγα  λόγια  ανάμεσα  στους  εραστές.   Ακόμα   κι   όταν   κάνουν   έρωτα,   όπως   οι   δύο   εραστές   στο   ξενοδοχείο   «στην   πόλη»,   όπου   καταφεύγουν  για  να  φτιάξουν  ένα  άλλοθι  (ο  Χρήστος  δηλώνει  το  όνομα  Κώστας  Γούσης  και   η   Ελένη   το   όνομα   Σοφία,   έτσι   ώστε   να   επιβεβαιώνεται   η   εκδοχή   της   «εξαφάνισης»   του   συζύγου   της   γυναίκας   –που   στην   πραγματικότητα   έχει   ήδη   δολοφονηθεί   και   θαφτεί   στο   μποστάνι–  μετά  από  μια  τελευταία  και  μάλλον  ασαφή  ερωτική  συνάντηση  στα  Γιάννενα),   περιορίζονται   σε   μια   σειρά   σιωπηλές   κινήσεις,   όπου   η   επικοινωνία   περιορίζεται   στα   απολύτως  απαραίτητα:  μερικές  χειρονομίες,  κάποια  βογκητά,  λίγες  ματιές,  μια  κουβέντα.  Κι   εμείς  καταλαβαίνουμε  πως,  σ’  εκείνο  το  πέτρινο  χωριουδάκι  της  Τυμφαίας,  σ’  εκείνο  τον   γκρίζο  ορίζοντα  όπου  το  άσπρο  και  το  μαύρο  της  ταινίας  δημιουργούν  μια  έντονη  αντίθεση   και   υπογραμμίζουν   τη   φτώχεια,   ανάμεσα   στα   σοκάκια   όπου   πέφτει   ακατάπαυστα   ένα   πυκνό   ψιλόβροχο,   κάθε   επικοινωνία   ανάμεσα   στους   ανθρώπους   πρέπει   να   έχει   την   ίδια   άγρια   ερημία   όπως   εκείνη   των   δύο   εραστών·∙   ίσως   και   ο   σύζυγος   της   φόνισσας,   όποτε   ερχόταν   απ’   τη   Γερμανία,   να   ’κανε   ανάλογες   κινήσεις,   με   την   ανάλογη   σιωπή   και   μια   ανάλογη   στοιχειώδη   επαφή·∙   ίσως,   εκεί   μακριά,   στον   αγώνα   για   να   επιβιώσουν,   να   παντρευτούν  για  να  κάνουν  παιδιά,  να  πιουν  ένα  ποτήρι  μπίρα  (όταν  έχουν  λεφτά)  ή  να   ’χουν  έναν  γρήγορο  οργασμό  (όταν  βρίσκουν  κάποιο  ταίρι),  οι  άντρες  και  οι  γυναίκες  της   Τυμφαίας  να  μη  γνωρίζουν  στοιχειώδη  πράγματα  της  ζωής,  όπως  η  ανάπαυση,  η  συζήτηση,   η  τρυφερότητα·∙  να  γνωρίζουν  μόνο  τη  βία  της  κοινωνικής  τάξης,  που  δημιουργεί  παιδιά   ορφανά   από   πατέρα   και   πατέρες   «ορφανούς»   από   παιδιά,   και   που   δεν   μπορούν   να   την   αντιμετωπίσουν  παρά  μόνο  με  παθητική  αποδοχή  του  πεπρωμένου  τους  (ή  πηγαίνοντας   κάπου   αλλού   για   να   πουλήσουν   την   δουλειά   τους,   ή   περιμένοντας   να   γυρίσουν,   αργά   ή  
  • 4.
      4   γρήγορα,  εκείνοι  που  είχαν  φύγει)  ή  με  μια  απροσδόκητη  έκρηξη  τυφλής,  καταστροφικής   βίας:   όπως   οι   δύο   εραστές   που   σχεδιάζουν   το   έγκλημα,   το   πραγματοποιούν   με   σκληρή   ψυχρότητα,  το  κρύβουν  με  ορμέμφυτη  πονηριά  και,  μετά,  αλληλοκατηγορούνται·∙  ή  όπως  η   Ελένη,  όταν  ορμά  ξαφνικά  στον  εισαγγελέα  και  παραλίγο  να  τον  στραγγαλίσει·∙  ή  όπως  οι   γυναίκες   του   χωριού   που,   για   μια   στιγμή,   βγαίνουν   απ’   την   απάθειά   τους,   ορμούν   λυσσασμένες  στη  φόνισσα  για  να  τη  λιντσάρουν,  με  τα  μάτια  γεμάτα  τρομερή  μανία  και   ουρλιάζοντας,   παρακινημένες,   θαρρείς,   από   κάποια   φωτιά   που   τις   καταβρόχθιζε   πάντα,   κάτω   απ’   τα   μαύρα   ρούχα   της   υποταγής,   και   θα   τη   σκότωναν   αν   η   αστυνομία   δεν   κατάφερνε  να  τις  απομακρύνει  βιαστικά.  Είναι  φανερό:  τα  ’χουν  με  τη  γυναίκα  κι  όχι  με  τον   άντρα   που,   ωστόσο,   είναι   το   ίδιο   ένοχος   μ’   εκείνην   κι   έχει   επίσης   συλληφθεί·∙   γιατί   κι   εκείνες   οι   γυναίκες   έχουν   τους   άντρες   τους   –πατέρες,   συζύγους,   γιους–   που   σπάνια   έρχονται   ή   δεν   έρχονται   καθόλου:   η   εγκληματική   πράξη   της   γυναίκας   ξεκινά   από   μια   κατάσταση   ίδια   με   τη   δική   τους·∙   είναι   μια   πράξη   που   το   καταπιεσμένο   πάθος   τους   τις   εμποδίζει   να   την   ολοκληρώσουν·∙   είναι   η   βία   που   χαλάει   την   οδυνηρή   ισορροπία   μιας   ανοχής,  η  οποία,  ακριβώς  επειδή  την  έχουν  συνηθίσει  όλες,  είναι  πιο  υποφερτή.  Βασικά,  δε   θέλουν  να  τιμωρήσουν  το  «έγκλημα»  της  γυναίκας  (γι’  αυτό  θα  φροντίσει  ο  «νόμος»  που   ήρθε   από   μακριά·∙   από   κει,   δηλαδή,   όπου   βρισκόταν   πάντα)·∙   θέλουν   να   τιμωρήσουν   την   άρνηση   που   κρύβεται   πίσω   απ’   αυτό   το   έγκλημα.   ∆εν   μπορούν   να   δεχτούν   πως   έγινε   «ανυπόφορο»  αυτό  που  εκείνες  είχαν  μάθει  πάντα  να  υποφέρουν  και  που  σκοπεύουν  να   υποφέρουν  για  πάντα·∙  αλλιώς,  θα  ’πρεπε  κι  εκείνες  να  πάψουν  να  υποφέρουν,  και,  για  να   μη   διαπράξουν   κάποια   εγκληματική   πράξη,   για   να   μην   κάνουν   κάποια   απελπισμένη   κι   ανώφελη  προσωπική  επανάσταση,  θα  πρέπει  να  κάνουν  κάτι  άλλο:  να  επαναστατήσουν  και   ν’  απαντήσουν  στην  ταξική  βία  με  ταξική  βία.  «Oι  γυναίκες  που  ορμούν  πάνω  στη  φόνισσα   –είπε  ο  σκηνοθέτης,  αναφερόμενος  στα  γυρίσματα  της  ταινίας  που  έγιναν  «ζωντανά»,  με   ερασιτέχνες   ηθοποιούς–   ταυτίζονταν   απόλυτα   με   το   ρόλο   τους.   Για   εκείνες   ήταν   κάτι   σημαντικό  αυτό  που  είχε  τολμήσει  να  κάνει  μια  γυναίκα  και  που,  κατά  βάθος,  θα  ’θελαν  κι   αυτές   να   το   ’χουν   κάνει:   να   μοιχεύσουν,   να   ’χουν   έναν   εραστή,   έστω   κι   αν   χρειαστεί   να   δολοφονήσουν  το  σύζυγο,  που  ίσως  δούλευε  στη  Γερμανία,  όπως  ο  σύζυγος  της  κεντρικής   ηρωίδας.  Συμπεριφέρονταν,  λοιπόν,  σαν  να  αποτελούσαν  μέρος  ενός  ψυχοδράματος:  ήταν   4 τρομερό...  δεν  μπορούσαμε  να  τις  συγκρατήσουμε  (στη  σκηνή  όπου  ορμάνε  στο  τζιπ  της   αστυνομίας  που  παίρνει  τη  φόνισσα)·∙  ήταν  κάτι  παραπάνω  από  αληθινό».   «Αναπαράσταση»,  λοιπόν,  αλλά  όχι  ενός  απλού  επεισοδίου  που  αναφέρεται  στα  χρονικά,   ούτε   «η   ιστορία   ενός   εγκλήματος   πάθους   σε   κάποιο   χωριό»,   ούτε   καν   μια   «σύγχρονη   διασκευή  στο  μύθο  των  Ατρειδών»,  πράγματα  που  έχουν  ειπωθεί  και  ξαναειπωθεί·∙  η  σχέση   τού  Αγγελόπουλου  με  το  μύθο,  όπως  παρουσιάζεται  στην  ταινία  του  (κι  όπως  θα  φανεί  με   το  Θίασο),  είναι  μια  μεθοδική  καταστροφή  της  αρχετυπικής  διάστασης,  που  αποτελεί  το   ίδιο   το   θεμέλιο   του   μύθου:   εντάσσοντας   σ’   αυτόν   τα   στοιχεία   της   υπόθεσης   και   της   πραγματικότητας,   ο   Αγγελόπουλος   δεν   τον   παρουσιάζει   σαν   αιώνιο   πεπρωμένο   και   αναλλοίωτο   κατηγόρημα,   αλλά   σαν   συμπαγή   διάσταση   μιας   σύγκρουσης   ιστορικής   και,   άρα,  εφικτής.  Μέσα  στη  συνολική  δομή  της  ταινίας  (που  κλείνει  όπως  άνοιξε,  με  την  είσοδο   του  Κώστα  Γούση  στο  σπίτι  όπου  θα  δολοφονηθεί),  τα  διάφορα  κομμάτια  της  αλήθειας  που   ο   Αγγελόπουλος   έχει   ενώσει   μεταξύ   τους,   μέσα   απ’   τον   τριπλό   μηχανισμό   που   χρησιμοποίησε  από  την  αρχή,  δημιουργούν  μια  βαθιά  διαλεκτική,  στα  κενά  της  οποίας  το   «ανείπωτο»   (αυτή   η   ιδιαίτερη   αισθητική   τού   να   «μιλάμε   σιγά»,   που   επιβάλλει   η   δικτατορία)   αποκτά   μιαν   απροσδόκητη   σπουδαιότητα,   μιαν   απρόσμενα   ιδεολογική   4 Βλ. υποσηµείωση 2.
  • 5.
      5   οντότητα.  Ίσως  γι’  αυτό  (επειδή,  δηλαδή,  η  ιδεολογία  αυτής  της  μορφής  είναι  και  η  μορφή   αυτής  της  ιδεολογίας)  ο  Αγγελόπουλος,  παρ’  όλο  που  έχει  να  κάνει  μ’  έναν  ανάλογο  μύθο,   δεν   έχει   ανάγκη   –όπως   ο   Cain–   ενός   διαβολικού   Σάκετ5  που   στέλνει   τους   ενόχους   στην   αγχόνη,  ούτε  –όπως  ο  Visconti–  ενός  Σπανιόλου  που  υποδεικνύει  την  πιθανή  λύτρωση,  και   μιας  Μοίρας  που,  την  τελευταία  στιγμή,  τιμωρεί  τους  αλύτρωτους  ενόχους.  Μ’  άλλα  λόγια,   είναι  σαφές  ότι,  καθώς  λειτουργεί  μέσα  σε  μια  κουλτούρα  όπου  ο  Μύθος  έχει  παράδοση   και   ρίζες   βαθιές,   ο   Αγγελόπουλος   τονίζει   από   την   πρώτη   του   ταινία   μεγάλου   μήκους   τα   αποτελέσματα  μιας  διαλεκτικής  προσέγγισης  της  πραγματικότητας,  που  δεν  αποτελεί  μόνο   καμπή   για   τον   ελληνικό   κινηματογράφο   («...μια   ταινία   που   ταράζει,   μια   πραγματική   τραγωδία,   το   μεγαλείο   της   οποίας   γελοιοποιεί   την   τεχνική   πολλών   ταινιών   που   έχουν   παραχθεί  πρόσφατα  στην  Ελλάδα»6 ),  αλλά  και  μια  σημαντική  κατάθεση  στα  πλαίσια  της   διεθνούς  ανανέωσης  του  κινηματογράφου  που  διαδέχθηκε  το  ’68.     Oι   Μέρες   του   ’36,   η   δεύτερη   ταινία   μεγάλου   μήκους   του   Θόδωρου   Αγγελόπουλου,   γυρίστηκε  το  1972.  Το  ’73  παρουσιάζεται  στις  Κάννες,  στο  πρόγραμμα  «La  Quinzaine  des   Réalisateurs»   («∆εκαπενθήμερο   των   Σκηνοθετών»),   και   μετά   από   μια   βδομάδα   στο   Βερολίνο,  στα  πλαίσια  του  Filmforum,  όπου  κερδίζει  πάλι  το  Βραβείο  της  Fipresci.  Ωστόσο,   παρά  τις  συμμετοχές  σε  φεστιβάλ  και  τις  διακρίσεις,  παρά  «την  ευρύτητα  και  την  πολιτική   σημασία  του  λόγου  του7  παρά  το  γεγονός  ότι  πρόκειται  για  την  καλύτερη  ελληνική  ταινία   της   περιόδου   ’67-­‐’73,   το   ενδιαφέρον   των   κριτικών   είναι   ακόμα   συγκρατημένο:   λίγες   γραμμές   (με   μοναδική   εξαίρεση   το   περιοδικό   «Cinema   ’73»8 )   σε   κάποια   εξειδικευμένα   γαλλικά   περιοδικά   που   τη   χαρακτηρίζουν   «très   beau   film»9 ,   υπάρχει   η   επιβεβαίωση   του   «très  solide  talent»10  που  ο  Αγγελόπουλος  το  έχει  ήδη  φανερώσει  από  την  Αναπαράσταση·∙   λίγες   γραμμές   σε   κάποια   ιταλικά   περιοδικά   με   σημειώσεις   πολύ   ουσιαστικές   για   «μια   πραγματικότητα  γυμνή  και  στεγνή  ώς  το  κόκαλο»  και  για  στιλ  «που  θυμίζει  Jancs1⁄2»,  ενώ,   ανάμεσα  στους  πολλούς  «προσκεκλημένους»  του  ιταλικού  ημερήσιου  Τύπου  στις  Κάννες,   μόνο   ένας   συνιστά   την   ταινία   στους   αναγνώστες·∙   ούτε   μία   γραμμή   στα   γερμανικά,   τα   σουηδικά,   τα   αμερικανικά   και   τα   αγγλικά   περιοδικά,   παρ’   όλο   που   το   βρετανικό   «International   Film   Guide   ’74»   δημοσιεύει   μια   σύντομη   κριτική   για   την   ταινία. 11  To   παράξενο  φαινόμενο,  να  παρουσιάζεται  μια  ταινία  σε  κάποιο  φεστιβάλ,  να  αναγνωρίζουν   όλοι  την  ποιότητά  της,  αλλά  σχεδόν  κανείς  να  μην  έχει  «χρόνο»  (ή  «χώρο»)  για  να  γράψει   κάτι,  είναι  χαρακτηριστικό  του  πώς  ακόμα  και  τα  καλύτερα  και  τα  πιο  ειλικρινή  φεστιβάλ   (όπως  σίγουρα  είναι  το  «∆εκαπενθήμερο»  των  Καννών  και  το  Filmforum  του  Βερολίνου),   πέρα   απ’   την   πραγματική   πληροφόρηση   που   παρέχουν,   συχνά   καταλήγουν   να   είναι   «μηχανές»   που   μάλλον   εξυπηρετούνται   απ’   τις   ταινίες,   παρά   τις   εξυπηρετούν.   Είναι   γεγονός   πως   σ’   ένα   φεστιβάλ   δεν   αρκεί   μια   «ωραία   ταινία»   για   ν’   αλλάξει   την   επιμορφωτική-­‐   παραμορφωτική   δράση   της   κριτικής,   αυτής   που   ονομάζεται   «μαχόμενη»·∙   χρειάζεται  μια  ταινία  εντυπωσιακή  (που  να  έχει  γίνει  γνωστή  πριν  αναφερθεί  σε  κριτικές   και   σε   δημοσιογραφικές   ανταποκρίσεις)   ή   ένα   αριστούργημα:   η   κριτική   θ’   αρχίσει   ν’   ασχολείται  ουσιαστικά  με  τον  Αγγελόπουλο  μόνο  το  ’75,  με  την  ταινία  O  θίασος.   5 Ο αστυνόµος-ήρωας του µυθιστορήµατος του James Cain Ο ταχυδρόµος χτυπάει πάντα δυο φορές, στο οποίο βασίζεται το Ossessione του Luchino Visconti (Σ.τ.Μ.) 6 Mirella Georgiadou, “Anaparastasis”, στο International Film Guide, The Tantivy Press, Λονδίνο 1971. 7 J. Bakoyannopoulos, “Il cinema Greco alla vigilia di una nuova epoca” (“Rivista del cinematografo”, τχ. 12, 1975). 8 J.-L.P. (Jean –Loupe Passek), “ Jours de ’36 στο «Cinéma ’73» τχ. 177, Ιούνιος 1973 9 Γαλλικά στο κείµενο: «πολύ ωραία ταινία» (Σ.τ.Μ.) 10 Γαλλικά στο κείµενο: «πολύ σίγουρο ταλέντο» (Σ.τ.Μ.) 11 Peter Cowie “Meres toy 1936” στο International Film Guide, The Tantivy Press, Λονδίνο 1973.
  • 6.
      6   Κι  όμως,  οι  Μέρες  του  ’36,  παρ’  όλο  που  δεν  είναι  ένα  «αριστούργημα»,  είναι  σίγουρα  μια   εξαιρετική   ταινία,   όχι   μόνο   για   το   αισθητικό   της   αποτέλεσμα,   αλλά   και   για   τις   αντικειμενικές   συνθήκες   κάτω   απ’   τις   οποίες   πραγματοποιήθηκε   η   παραγωγή   της:   μια   ταινία   ενάντια   στη   δικτατορία,   που   γυρίστηκε   στην   ακμή   της   δικτατορίας.   Εδώ,   περισσότερο  από  ποτέ,  γίνεται  συγκεκριμένη  αυτή  «η  ιδιαίτερη  αισθητική»·∙  εδώ,  όπως  έχει   ήδη   αποκαλυφθεί,   η   δικτατορία   των   συνταγματαρχών   (που   δεν   διαφέρει   από   άλλες   δικτατορίες)   γίνεται   ασφυκτική.   O   ίδιος   ο   Αγγελόπουλος   τα   υπογραμμίζει   αυτά   σε   μια   συνέντευξή  του:  «Καθετί  σημαντικό  σ’  αυτή  την  ταινία,  προσπάθησα  να  το  βάλω  πίσω  από   κλειστές  πόρτες,  ή  να  λέγεται  πίσω  από  κλειστές  πόρτες,  ή  στο  τηλέφωνο,  ή  να  μη  λέγεται   καθόλου,   ή   να   ψιθυρίζεται.   Η   δικτατορία   είναι   καταγραμμένη   στη   δομή   της   ίδιας   της   ταινίας.  Ήταν  οι  συνθήκες  κάτω  απ’  τις  οποίες  εργαζόμουν:  δεν  μπορούσα  να  μιλήσω.  Είναι   μια  δουλειά  βασισμένη  πάνω  σ’  αυτά  που  δεν  λέγονται,  πάνω  σ’  αυτά  που  δεν  μπορούν  να   ειπωθούν.   Αυτή   είναι   η   βάση   της   ταινίας»12 .   Και   αλλού:   «Φυσικά,   δεν   μπορούσα   να   εκφράσω  ξεκάθαρα  τη  σκέψη  μου.  Γι’  αυτό  και  άφησα  να  περάσει  μέσα  στην  αισθητική  της   ταινίας   η   λογοκρισία:   συχνά   ακούγονται   άτομα   να   μιλάνε   ψιθυριστά,   αλλά   κανείς   δεν   μπορεί  να  καταλάβει  τι  λένε.  Αν  είχα  εκφραστεί  ελεύθερα,  θα  μου  είχαν  σίγουρα  επιβάλει   λογοκρισία·∙  τη  γύρισα  λοιπόν  με  τέτοιο  τρόπο,  ώστε  ο  θεατής  να  καταλάβει  πως  ήταν  θέμα   λογοκρισίας».13  O   πρώτος   τρόπος   με   τον   οποίο   η   δικτατορία   και   η   λογοκρισία   μπαίνουν   στην  ταινία  και  καθορίζουν  κατά  κάποιον  τρόπο  την  αισθητική  της,  είναι  η  ίδια  η  επιλογή   του  θέματος:  αυτές  οι  «μέρες  του  ’36»  (στην  πραγματικότητα,  η  ταινία  αρχίζει  στα  τέλη  του   ’35)  προηγούνται  των  πολιτικών  εκλογών  και  της  ανάθεσης  της  διακυβέρνησης  της  χώρας   στον   στρατηγό   Μεταξά,   ο   οποίος,   δύο   μήνες   αργότερα,   στις   4   Αυγούστου,   διαλύει   τη   Βουλή,   βάζει   στη   φυλακή   50.000   αντίπαλους   και   εγκαθιδρύει   δικτατορία,   ζητώντας   τη   στήριξη   του   Hitler   και   του   Μussolini   «διότι,   από   της   4ης   Αυγούστου   1936,   η   Ελλάς   – σύμφωνα  με  τα  δικά  του  λόγια–  κατέστη  κράτος  αντικομμουνιστικόν,  αντικοινοβουλευτικόν   και  απολυταρχικόν».  Η  ταινία,  τοποθετημένη  στο  κλίμα  που  προηγείται  και  προετοιμάζει  το   πραξικόπημα  του  Αυγούστου,  αρχίζει  με  το  φόνο  ενός  συνδικαλιστή  μέσα  στο  πλήθος,  σε   μια  ηλιόλουστη  πλατεία.  Η  αστυνομία  συλλαμβάνει  μερικούς  από  τους  παρευρισκoμένους,   ανάμεσα  στους  οποίους  είναι  κι  ένας  πρώην  έμπιστος  της  αστυνομίας,  ο  Σοφιανός,  που  τον   κλείνουν   στη   φυλακή.   O   Σοφιανός   βρίσκει   ένα   πιστόλι   και   κλείνεται   στο   κελί   του,   κρατώντας  όμηρο  ένα  βουλευτή  της  ∆εξιάς  που  έχει  πάει  να  τον  επισκεφθεί,  και  απειλεί  να   τον  σκοτώσει  κι  αμέσως  μετά  να  αυτοκτονήσει  αν  δεν  τον  ελευθερώσουν.  Η  διεύθυνση  της   φυλακής,  η  κυβέρνηση,  τα  πολιτικά  κόμματα  που  τη  στηρίζουν,  εμπλέκονται  στο  γεγονός,   που   παίρνει   μεγάλες   διαστάσεις.   Περισσότερο   απ’   όλους,   ανησυχεί   η   κυβέρνηση   που   βασίζεται  σ’  ένα  συνασπισμό  της  Κεντροδεξιάς  και  δεν  μπορεί  να  θέσει  σε  κίνδυνο  τη  ζωή   του  βουλευτή,  γιατί  δεν  θέλει  να  χάσει  τη  στήριξη  της  ∆εξιάς,  ενώ,  συγχρόνως,  δεν  μπορεί   να   διακινδυνέψει   ν’   αφήσει   ελεύθερο   τον   ύποπτο   Σοφιανό,   γιατί   δεν   θέλει   να   χάσει   τη   στήριξη   του   κόμματος   του   Κέντρου.   Ανάμεσα   στη   φυλακή   και   τον   έξω   κόσμο,   πηγαινοέρχονται   μηνύματα   και   αγγελιαφόροι,   ανακατεύονται   όργανα   του   κόμματος   και   αστυνομικοί,  πλέκονται  σκοτεινές  μηχανορραφίες  και  αόρατες  συνωμοσίες.  Oι  Αρχές  και  οι   πολιτικοί  προσπαθούν  να  πείσουν  τον  Σοφιανό  να  εγκαταλείψει  το  σχέδιό  του,  χωρίς  να  τα   καταφέρνουν.   Μετά   από   μια   σειρά   προσπαθειών   και   συμφωνιών,   θα   επιλέξουν   έναν   ελεύθερο   σκοπευτή   για   να   τους   λύσει   το   πρόβλημα   σκοτώνοντας   το   ενοχλητικό   άτομο,   αφού   πρώτα   έχουν   δοκιμάσει   να   τον   δηλητηριάσουν.   Αφού   αποκαταστάθηκε   «η   τάξη»,   τώρα  μπορούν  να  θέσουν  ανενόχλητοι  σ’  εφαρμογή  την  καταπίεση.  Η  ταινία,  που  αρχίζει  με   12 Αγγελόπουλος, σε συνοµιλία µε τον Michel Ciment (“Positif” τχ. 174, 1975). 13 Βλ. υποσηµείωση 2
  • 7.
      7   μια   δολοφονία   μάλλον   μυστηριώδη,   κλείνει   με   μια   εκτέλεση   αγωνιστών   από   ένα   απόσπασμα  νόμιμων  δολοφόνων.  Η  επιλογή  της  ανάλυσης  όχι  απλώς  της  δικτατορίας  (τόσο   του  Μεταξά  όσο  και  του  Παπαδόπουλου),  αλλά  και  του  ηθικού  και  πολιτικού  κλίματος  που   της   έστρωσε   το   δρόμο,   πιθανόν   να   καθορίζεται   –κατά   τα   λεγόμενα–   από   την   έλλειψη   δυνατότητας   να   τεθεί   απευθείας   το   θέμα   του   ελληνικού   φασισμού   και,   ταυτόχρονα,   ανταποκρίνεται   στην   επιθυμία   για   την   πραγματοποίηση   μιας   αναλυτικής   ταινίας   κι   όχι   απλώς   για   μια   πράξη   αντιφασιστικής   μαρτυρίας.   «Σκοπός   μας   –θυμάται   ο   σκηνοθέτης–   ήταν   να   αναλύσουμε   τους   λόγους   που   μας   οδήγησαν   στη   δικτατορία.   Ψάχνοντας   στην   ελληνική   Ιστορία,   το   μόνο   παρόμοιο   που   μπορέσαμε   να   βρούμε,   ήταν   η   δικτατορία   του   Μεταξά.   Ζούσαμε   κάτω   από   μια   δικτατορία   και   δεν   μπορούσαμε   να   μιλήσουμε   για   το   φασιστικό  καθεστώς  του  Παπαδόπουλου·∙  μπορούσαμε,  όμως,  να  μιλήσουμε  για  μιαν  άλλη,   ανάλογη  δικτατορία»14 .     Ωστόσο,   η   μεγαλύτερη   «πολιτική   διάσταση»   του   επιλεγμένου   θέματος   οδηγεί   τον   Αγγελόπουλο   να   τροποποιήσει   σημαντικά   την   «αισθητική»   της   Αναπαράστασης.   Από   τα   ίδια  τα  λόγια  του  σκηνοθέτη,  έχει  ήδη  αποκαλυφθεί  πως,  εδώ,  το  ανείπωτο  (το  οποίο,  στην   πρώτη  εκείνη  ταινία,  είναι,  κατά  κάποιον  τρόπο,  το  υπονοούμενο  στα  διαλεκτικά  κενά  της   συζήτησης)  έχει  μεταμορφωθεί  σε  άμεσο  αφηγηματικό  υλικό:  οι  σιωπές,  τα  βλέμματα,  οι   υπαινιγμοί,  οι  ψίθυροι,  οι  βιαστικές  κουβέντες,  οι  ματιές  συνεννόησης,  παρουσιάζονται  με   αμεσότητα   και   δεν   είναι   πια   μόνο   υπαινικτικές.   Εδώ,   ο   «ρεαλισμός»   που   χαρακτηρίζει   ακόμα  και  φωτογραφικά  την  προσέγγιση  του  Αγγελόπουλου  στο  χωριό  Τυμφαία  και  στην   ανθρώπινη   εξορία   της   Ηπείρου,   αντιστρέφεται   σε   μιαν   αρχική   άρνηση   της   «ρεαλιστικής   εντύπωσης»,  πράγμα  που,  αργότερα,  θα  ωριμάσει  ακόμα  περισσότερο  στο  Θίασο,  μιας  και,   σ’   αυτή   την   ταινία,   μόνο   εν   μέρει   χρησιμοποιείται   ακόμα   το   Verfemdungseffect15     που   χαρακτηρίζει   ιδιαίτερα   το   τρίτο   έργο   του   σκηνοθέτη.   Αυτή   η   αποφασιστική   εγκατάλειψη   των   «νατουραλιστικών»   καταλοίπων   –τα   οποία,   στην   Αναπαράσταση,   λειτουργούσαν   με   μεγάλη   αποτελεσματικότητα–   καθορίστηκε   από   μια   σειρά   πολύ   σημαντικών   επιλογών   –   δομικών   και   υφολογικών·∙   κυρίως,   της   χρησιμοποίησης   (απλώς   περιπτωσιακής   στην   Αναπαράσταση)   του   πλάνου-­‐σεκάνς   ως   αντικειμενικής   καταγραφής   ενός   «βιώματος»   της   κάμερας  που  δεν  προσπαθεί  να  περάσει  σαν  πραγματικό,  αλλά  σαν  μια  ξεκάθαρη  mise  en   scène16  μιας  πλοκής,  σαν  ιδεολογική  στιγμή  μιας  «αναπαράστασης».  Πράγματι,  αυτό  είναι   το   αποτέλεσμα   μιας   σωστής   χρησιμοποίησης   του   πλάνου-­‐σεκάνς:   προκειμένου   να   καθορίσει   «πλασματικά»   μια   συνεχή   Zeitraum17  της   αφήγησης,   τη   συγκροτεί   ως   μια   οργανωμένη   ιδεολογική-­‐αφηγηματική   προσέγγιση   συγκεκριμένων   στοιχείων.   Στο   Θίασο,   όπως   θα   δούμε,   τέτοια   προσέγγιση   λειτουργεί   αντίθετα,   για   να   υπογραμμίσει   τον   ιδεολογικό  συγχρονισμό  ιστορικά  διαχρονικών  γεγονότων.  Στις  Μέρες  του  ’36,  λειτουργεί   ακόμα   στο   εσωτερικό   ενός   διαλόγου,   ιδεολογικά   και   αφηγηματικά   (και   ιστορικά)   συγχρονισμένου,  αλλά  με  πολύ  έντονο  ιδεολογικό  φορτίο.  Μ’  αυτή  τη  λογική,  η  αναφορά   στον  κινηματογράφο  του  Jancsο  και  στα  βασικά  υφολογικά  τεχνάσματά  του  (αυτό  ακριβώς   το   πλάνο-­‐σεκάνς)   είναι   σωστή,   αλλά   πρέπει   να   ξεκαθαρίσουμε   ότι,   ενώ   στον   Jancsο   (τουλάχιστον  στον  τελευταίο  Jancsο,  αυτόν  του  Κόκκινου  ψαλμού  και  της  Ηλέκτρας,  κι  όχι   τον   πρώιμο,   των   Νικημένων)   το   πλάνο-­‐σεκάνς   είναι,   κατά   κάποιον   τρόπο,   η   συναφής   κι   αρμονική  σκηνοθεσία  μιας  σκηνοθεσίας  που  έχει  προηγηθεί  ad  hoc  σε  προφιλμικό  στάδιο,   στον  Αγγελόπουλο  (τουλάχιστον  στις  Μέρες  του  ’36)  βασίζεται  σε  μια  διαλεκτική  αντίθεση   14 Βλ. υποσηµείωση 2. 15 Γερµανικά στο κείµενο: παραξένεµα (Σ.τ.Μ.) 16 Γαλλικά στο κείµενο: σκηνοθεσία (Σ.τ.Μ.) 17 Γερµανικά στο κείµενο: χρονικότητα (Σ.τ.Μ.)
  • 8.
      8   ανάμεσα   στο   «ρεαλισμό»   του   προφιλμικού   και   στο   «πλασματικό»   ύφος   του   έργου   που   επιτελεί   πάνω   του   η   κάμερα,   ως   μέσο   αναπαράστασής   του.   Μ’   άλλα   λόγια,   τα   πλάνα-­‐ σεκάνς  του  Αγγελόπουλου  δημιουργούν,  κατά  κάποιον  τρόπο  (καίτοι,  σ’  αυτή  την  ταινία,   όχι  τόσο  συχνά  όσο  στο  Θίασο),  την  αίσθηση  της  «αποξένωσης»  και,  υπ’  αυτή  την  έννοια,   πλησιάζει  περισσότερο  το  στιλ  του  Antonioni  (ας  σκεφτούμε  κυρίως  το  τέλος  της  ταινίας   Επάγγελμα:   ρεπόρτερ)   παρά   του   Jancsο.   Ένα   άλλο   στοιχείο,   το   οποίο   στη   μεν   Αναπαράσταση   εμφανίζεται   απλώς   περιπτωσιακά,   αλλά   στις   Μέρες   του   ’36   τονίζεται   ιδιαίτερα,   είναι   η   χρήση   του   χώρου   οff·∙   δηλαδή,   σύμφωνα   με   τα   λόγια   του   σκηνοθέτη,   «αυτού  που  συμβαίνει  εκτός  κάδρου»,18  κάτι  που  εξηγεί  ακόμα  και  την  αρχική  αγάπη  του   Αγγελόπουλου   για   τον   Antonioni   και   τον   Μιζογκούτσι.   To   «άδειo»   κάδρο,   που   συχνά   ολοκληρώνει  τις  αφηγηματικές  σεκάνς  στις  Μέρες  του  ’36,  όταν  η  δράση  έχει  πια  τελειώσει   και  οι  «ήρωες»  βγαίνουν  απ’  το  κάδρο,  είναι,  πρώτα  απ’  όλα,  ένα  άλλο  από  τα  μέσα  με  τα   οποία   ο   Αγγελόπουλος   προσπαθεί   να   καταστρέψει   την   «εντύπωση   του   πραγματικού»,   παρουσιάζοντας   τη   δράση   σαν   σε   μια   θεατρική   σκηνή   (κάτι   που   θα   τονιστεί   ακόμα   περισσότερο   στο   Θίασο,   όπου   υιοθετεί   συστηματικά   το   «cadrage   frontal   qui   situe   le   spectateur  en  face  de  l’action  et  non  plus  au  milieu  des  personnages»19 ),  και,  δεύτερον,  η   μέθοδος  με  την  οποία  ο  σκηνοθέτης  εξαφανίζει,  για  να  μεταχειριστούμε  την  ορολογία  του   Brecht,  την  «ένταση  που  αφορά  στην  έκβαση»  και  δημιουργεί  την  «ένταση  που  αφορά  στην   πλοκή»,  καταργεί  τη  συνέχεια  όπου  «κάθε  σκηνή  εξυπηρετεί  μιαν  άλλη»,  υπογραμμίζει  πως   «κάθε   σκηνή   είναι   αυτόνομη»   και   προτείνει   την   αφήγηση   σαν   «επιχείρημα»   πάνω   στο   οποίο  ο  θεατής  θα  πρέπει  να  στοχαστεί,  κι  όχι  σαν  «πρόταση»  όπου  ο  θεατής  θα  πρέπει  να   εμπλακεί20 .   Τώρα   είναι   ευκαιρία   να   υπογραμμίσουμε   πως,   ενώ   στον   Antonioni   και   τον   Mιζογκούτσι  η  χρήση  του  νεκρού  χρόνου  και  τoυ  «κενού  κάδρου»  παίζει  λειτουργικό  ρόλο   ως   προς   την   αφήγηση   και   αποτελεί   μέρος   της   αφηγηματικής   δομής,   στον   Αγγελόπουλο,   αντίθετα,   έχει   μια   λειτουργία   «αποδόμησης»   απέναντι   στην   αναπαράσταση,   η   οποία   καταλήγει   ν’   απομακρύνεται   απ’   το   θεατή   διά   μιας   ανάλογης   διαλεκτικής   απόστασης.   Μπορούμε   να   πούμε,   με   κίνδυνο   να   θεωρηθεί   σχηματικό,   πως   στην   πρώτη   περίπτωση   βρισκόμαστε  μπροστά  σε  μια  τυπική   «ιδεαλιστική»  χρήση  ενός  εκφραστικού  μέσου,  ενώ   στη  δεύτερη,  σε  μια  «υλιστική».   Μια  άλλη  ένδειξη  της  αντι-­‐νατουραλιστικής  στάσης  του  Αγγελόπουλου  μας  δίνεται  από  τη   χρήση   του   χρώματος,   που   γίνεται   για   πρώτη   φορά   στις   Μέρες   του   ’36.   Αντίθετα   με   το   Θίασο,  όπου  κυριαρχούν  οι  σκούροι  τόνοι  για  να  υπογραμμίσουν  τη  δραματική  ένταση  της   αναπαράστασης,   στις   Μέρες   του   ’36   κυριαρχούν   οι   ανοιχτοί,   με   κυρίαρχο   το   κίτρινο,   οι   οποίοι   σχεδόν   υπογραμμίζουν   την   ειρωνική   ένταση   που   αποτελεί   βασικό   συστατικό   της   ταινίας.   Όμως,   όπως   θυμάται   ο   ίδιος   ο   σκηνοθέτης,   «τα   χρώματα   δεν   είναι   τα   φυσικά   χρώματα  του  χώρου.  Η  φυλακή,  στις  Μέρες  του  ’36,  είναι  όλη  βαμμένη,  και  στον  περίβολό   της  υπήρχαν  δέντρα  που  τα  ’κοψα  όλα,  όπως  και  κάθε  πρασινάδα.  Χρησιμοποίησα  μηχανές   για  να  κόψω  τα  πάντα  και  για  να  μεταφέρω  στον  περίβολο  άμμο,  μεταμορφώνοντας  έτσι  το   περιβάλλον».21  Μ’  άλλα  λόγια,  στις  Μέρες  του  ’36  (και  μ’  έναν  τρόπο  τελείως  αντίθετο  απ’   ό,τι   στην   Αναπαράσταση),   η   επιλογή   του   φυσικού   χώρου,   η   άρνηση   της   υποκριτικής,   οι   «αληθινές»  λήψεις,  επ’  ουδενί  λογω  αντιστοιχούν  σε  μια  «νεορεαλιστική»  μυθολογία,  σε   18 Βλ. υποσηµείωση 2. 19 Γαλλικά στο κείµενο: «Μετωπικό καδράρισµα που τοποθετεί το θεατή ενώπιον της δράσης και όχι µεταξύ βτων ηρώων» (Isabelle Jourdan, “Pour un cinema épique”, “Positif”, τχ. 174, Οκτώβριος 1975). 20 B. Brecht: Il teatro moderno è Il teatro epico- Note all’ opera “Ascesa e caduta della città di Mahagonny”, “Scritti teatrali”, Giulio Einaudi editore, Τορίνο 1962. 21 Βλ. υποσηµείωση 2
  • 9.
      9   μια   συνταύτιση   του   «πραγματικού»   με   το   «αληθινό»   που   βιώνεται   ή   ιδεολογικοποιείται   μέσα   από   την   κάμερα.   Αυτό,   κατά   κάποιον   τρόπο   φανερώνει   πως   πρόκειται   για   μια   «ιστορική»  ταινία·∙  αποτελεί,  όμως,  και  μια  ακόμα  ένδειξη  για  το  πώς  η  «αισθητική»  του   Αγγελόπουλου   εξελίσσεται   προς   εκείνη   την   «επική   μορφή»   που   θα   βρει   την   ύψιστη   έκφρασή  της,  δύο  χρόνια  αργότερα,  στο  Θίασο.   Ταινία   πάνω   στο   «προμήνυμα   μιας   δικτατορίας»   (όπως   τη   χαρακτηρίζει   ο   ίδιος   ο   σκηνοθέτης),  οι  Μέρες  του  ’36,  παρά  την  ηθελημένη  αοριστία  στις  πολιτικές  αναφορές  της,   κρύβει  μια  σαφή  κρίση  για  τη  φύση  της  φασιστικής  τάξης  και  για  την  ιδεολογική-­‐πολιτική   ταυτότητα   που   αποκτά   η   αστική   δημοκρατία   στη   μετριοπαθή-­‐αντιδραστική   εξέλιξή   της:   πρόκειται,  μ’  άλλα  λόγια,  για  μια  τεκμηριωμένη  έκθεση  των  γεγονότων  που  οδήγησαν  στο   πραξικόπημα  του  ’67  και  στο  φασισμό  των  συνταγματαρχών  του  Παπαδόπουλου.  Υπ’  αυτή   την   έννοια,   η   ταινία   σκιαγραφεί   με   ξεκάθαρο   τρόπο   την   πάλη   των   τάξεων:   και   στον   δολοφονημένο   συνδικαλιστή,   στους   φοιτητές   που   πετούν   αντιφασιστικές   προκηρύξεις,   στους  εργάτες  που  έχουν  βγει  στην  παρανομία,  στους  φυλακισμένους  που  βασανίζονται,   στους   αντιπάλους   του   συστήματος   που   εκτελούνται,   στους   «πολιτικούς»   που   είναι   κλεισμένοι   στις   φυλακές,   αντιπαρατίθενται   ξεκάθαρα   οι   ηγέτες   των   συντηρητικών   κομμάτων,   οι   αστυνομικοί,   οι   υπουργοί,   οι   δικαστές,   οι   εκπρόσωποι   μιας   εξουσίας   που,   προκειμένου  να  επιβιώσει,  δε  διστάζει  να  κολακέψει  (όπως  κάνει  ο  άγγλος  πρέσβης  στη   σκηνή  της  παραλίας)  τη  δικτατορία.  Αυτή  η  αντίθεση  –που  δίνει  την  πιο  έντονη  στιγμή  της   στην  ωραιότατη  σκηνή  του  γραμμοφώνου  (και  μας  προϊδεάζει  για  την  υπέροχη  ιδεολογικο-­‐ μουσική   σκηνή   στο   Θίασο,   ανάμεσα   στους   χίτες   και   τους   «αριστερούς»),   όταν,   μετά   το   πρώτο   ξάφνιασμα   στο   άκουσμα   της   μαγευτικής   κι   απατηλής   «αστικής»   μουσικής,   οι   φυλακισμένοι   εκδηλώνουν   τη   διαμαρτυρία   τους   χτυπώντας   τις   καραβάνες   τους   στα   κάγκελα   των   κελιών–   τονίζεται   και   από   την   ειρωνεία   με   την   οποία   ο   Αγγελόπουλος   περιγράφει   τους   εκπροσώπους   της   συντηρητικής,   αντιδραστικής   αστικής   τάξης   και   ακολουθεί  τα  πηγαινέλα  τους  γύρω  απ’  τη  φυλακή.  Αξίζει  τον  κόπο,  γι’  άλλη  μια  φορά,  να   υπογραμμίσουμε   την   «μπρεχτική»   προέλευση   της   χρήσης   αυτής   της   ειρωνείας,   σαν   κάτι   που,   κατά   τον   Αγγελόπουλο,   «φτάνει   πιο   άμεσα   στο   θεατή   κι   έχει   μια   δύναμη   πιο   διεισδυτική   από   το   συναίσθημα,   το   οποίο   καταλαμβάνει   αμέσως   το   θεατή»,   αλλά,   συγχρόνως,   είναι   και   «μια   κριτική   τοποθέτηση   απέναντι   στην   κατάσταση   που   περιγράφεται»22 .  O  θίασος,  η  τρίτη  ταινία  μεγάλου  μήκους  του  Αγγελόπουλου,  ξεχωρίζει   στις   Κάννες   το   1975,   κι   αφού   προβάλλεται   στα   πλαίσια   του   «∆εκαπενθημέρου   Σκηνοθετών»,  κερδίζει  το  ∆ιεθνές  Βραβείο  των  Κριτικών  που  του  απονέμει  η  επιτροπή  της   Fipresci,   ενώ   χαρακτηρίζεται   από   πολλούς   ως   η   καλύτερη   ταινία   που   προβλήθηκε   στο   Φεστιβάλ.   Αυτή   τη   φορά,   η   επιτυχία   είναι   απόλυτη:   «εξαιρετική   ταινία»   γράφει   ο   Morandini   στην   «Giorno»,   συγκρίνοντάς   την   με   το   Ρώμη,   ανοχύρωτη   πόλη·∙   «η   ταινία-­‐ γεγονός  του  Φεστιβάλ  Καννών  ’75»,  γράφει  ο  Casiraghi  στην  «Unità»,  χαρακτηρίζοντάς  την   «μια  μεγάλη  ταινία,  που  αξίζει  ένα  μεγάλο  κοινό»·∙  «υψηλής  κλάσεως»,  γράφει  ο  Grazzini   στην   «Corriere   della   sera»,   «και   έργο   μεγάλης   λυρικής   πνοής»·∙   «ένα   μεγάλο   μάθημα   ιστορικής   ανάλυσης   και   κινηματογραφικής   αφήγησης»,   γράφει   ο   Robert   Chazal   στην   «France-­‐Soir»·∙   «θα   ήταν   σίγουρα   μια   σοβαρή   υποψηφιότητα   για   το   βραβείο   του   Φεστιβάλ»,  αναφέρει  ο  Louis  Marcorelles  στη  «Μonde»·∙  «μια  ταινία  ιδιαίτερα  σημαντική»,   δηλώνει  ο  Albert  Cervoni  στη  «France  Νouvelle»·∙  «μια  αναμφισβήτητη  απόδειξη  για  το  πώς   μια   ταινία   μπορεί   να   χρησιμοποιηθεί   για   να   διερευνήσει   την   ανάμιξη   του   προσωπικού   δράματος   με   το   πολιτικό»,   τονίζει   η   Rosalind   Delmar   στο   «Μonthly   Film   Bulletin»·∙   «το   22 Βλ. υποσηµείωση 2.
  • 10.
      10   ανάστημα   του   Αγγελόπουλου   μοιάζει   να   αυξάνεται   σε   κάθε   ταινία   του»,   σημειώνει,   αναφερόμενος  στo  Θίασο,  ο  John  Gillet,  στο  «International  Film  Guide»·∙  «ένα  αριστούργημα   του   σύγχρονου   κινηματογράφου,   μια   ταινία   εκθαμβωτικού   μεταφορικού   επιπέδου   και   νοήματος»   την   ορίζει   ο   David   Wilson   του   «Sight   and   Sound».   Παρά   το   μποϊκοτάζ   της   κυβέρνησης   Καραμανλή,   που   τον   κατηγορεί   ότι   τρέφει   ιδιαίτερες   συμπάθειες   στην   Αριστερά,   η   ταινία   προβάλλεται   κατά   τη   διάρκεια   του   δευτέρου   εξαμήνου   του   1975   σε   πολλές  ευρωπαϊκές  κινηματογραφικές  εκδηλώσεις,  από  το  Βερολίνο  ώς  την  Ταορμίνα,  από   το   Μιλάνο   ώς   το   Λονδίνο,   από   τη   Βενετία   ώς   τη   Θεσσαλονίκη,   αναγκάζοντας   ακόμα   και   τους  κριτικούς  να  ξαναδούν  τις  δύο  προηγούμενες  ταινίες  μεγάλου  μήκους  του  σκηνοθέτη   ως   έργα   που   προαναγγέλλουν   το   Θίασο,   όχι   μόνο   με   το   ασυνήθιστο   αισθητικό   τους   επίπεδο,   αλλά   και   με   τη   θεματολογία   τους.   Πράγματι,   όπως   στην   υπόθεση   του   Forminx   Story  υπάρχει  το  θέμα  του  ταξιδιού  μιας  ομάδας,  και  στην  Εκπομπή,  η  mise  en  question23   του   «θεάματος»   ως   «σκηνοθεσίας»   του   ψεύδους,   έτσι   και   στη   μεν   Αναπαράσταση   εμφανίζεται  in  nuce24  η  βασική  πλοκή  του  μύθου  των  Ατρειδών  (μια  Κλυταιμνήστρα  που,  με   συνεργό  έναν  Αίγισθο,  δολοφονεί  τον  Αγαμέμνoνά  της),  στις  δε  Μέρες  του  ’36,  γίνεται  για   πρώτη  φορά  ανάλυση  της  Ιστορίας  ως  έμμεσης  πολιτικής  αξιολόγησης  του  παρόντος.  Με   τον   ίδιο   τρόπο,   η   τριπλή   δομή   της   πρώτης   ταινίας   προαναγγέλλει   τα   τρία   επίπεδα   αφήγησης   του   Θιάσου,   και   το   στιλ   της   ταινίας   Μέρες   του   ’36   θεμελιώνει   ήδη   αυτή   την   «επική  μορφή»  που  παίρνει  την  πιο  γοητευτική  και  πρωτότυπη  όψη  της  στο  αριστούργημα   του  ’75.  Στην  πραγματικότητα,  O  θίασος,  παρ’  όλο  που  γυρίστηκε  σχεδόν  ολόκληρος  κατά   τη   διάρκεια   της   δικτατορίας   [τα   γυρίσματα   άρχισαν   στις   2   Φεβρουαρίου   του   1974,   σταμάτησαν   για   το   καλοκαίρι   (στο   μεταξύ,   στις   23   Ιουλίου,   έπεσε   η   χούντα)   και   ολοκληρώθηκαν   το   Νοέμβριο],   δεν   αποτελεί   πια   έκφραση   εκείνης   της   «ιδιαίτερης   αισθητικής»  που,  όπως  παραδέχεται  ο  ίδιος  ο  σκηνοθέτης,  είχε  εν  μέρει  επιβάλει  η  ίδια  η   καταπίεση   στα   δύο   προηγούμενα   έργα·∙   αντίθετα,   αποτελεί   το   τέρμα   μιας   διαδικασίας   ωρίμανσης  που  είχε  διαρκέσει  πολλά  χρόνια  και  που  καθιστά  τον  Αγγελόπουλο  έναν  από   τους   πραγματικούς   δημιουργούς   ενός   κινηματογράφου   θεμελιωμένου   σε   μια   υλιστική   αισθητική.  Και  δεν  υπάρχει  αμφιβολία  –όπως  έλεγαν  ο  ίδιος  ο  σκηνοθέτης  κι  ο  παραγωγός   του–  πως,  αν  η  χούντα  δεν  είχε  πέσει,  ίσως  να  μην  τελείωνε  η  επεξεργασία  της  ταινίας,  κι   είναι  σίγουρο  πως  η  ταινία  δε  θα  προβαλλόταν  ποτέ  στην  Ελλάδα.   Το  θέμα  του  Θιάσου  είναι  η  ιστορία  της  Ελλάδας  από  το  1939  μέχρι  το  1952.  Σ’  αυτό  το   διάστημα   [δηλαδή,   από   το   τελευταίο   φθινόπωρο   της   κυβέρνησης   Μεταξά   (η   δικτατορία   που  γεννήθηκε  στις  «μέρες  του  ’36»)  ώς  το  πρώτο  φθινόπωρο  της  κυβέρνησης  Παπάγου   (που   αναλαμβάνει   την   εξουσία   το   ’52   μ’   έναν   «εκλογικό   νόμο-­‐απάτη»)]   συμβαίνουν   τα   εξής:  η  ιταλική  επίθεση  (28  Oκτωβρίου  1940),  η  γερμανική  εισβολή  (6  Απριλίου  1941),  η   κατοχή   από   τους   ναζί   και   τους   φασίστες   (27   Απριλίου   1941),   η   ίδρυση   του   ΕΛΑΣ   (Φεβρουάριος   1942),   η   επέμβαση   των   πρώτων   βρετανών   αλεξιπτωτιστών   (Oκτώβριος   1942),   οι   πρώτες   απόπειρες,   μετά   το   τέλος   του   πολέμου,   να   επιτευχθεί   μια   συμφωνία   ανάμεσα   στο   ΕΑΜ   και   τον   Ε∆ΕΣ   (την   αντιστασιακή   ομάδα   την   οποία   είχε   οργανώσει   η   ∆εξιά),   απόπειρες   που   παρατείνουν   το   πρόβλημα   της   κυβέρνησης   (Αύγουστος   1943),   η   συνθήκη  του  Λιβάνου  και  ο  σχηματισμός  μιας  προσωρινής  κυβέρνησης  λαϊκής  ενότητας  με   έδρα   τη   Νάπολη   (Μάιος   1944),   η   Απελευθέρωση   (12   Oκτωβρίου   1944),   η   είσοδος   των   βρετανικών  στρατευμάτων  στην  Αθήνα  με  επικεφαλής  τον  στρατηγό  Scobie  (14  Oκτωβρίου   1944),  η  διαταγή  του  Scobie  να  παραδώσουν  οι  αντάρτες  τα  όπλα  μέχρι  τις  10  ∆εκεμβρίου,   23 Γαλλικά στο κείµενο: αµφισβήτηση (Σ.τ.Μ.) 24 Λατινικά στο κείµενο: εν σπέρµατι (Σ.τ.Μ.)
  • 11.
      11   οι   διαδηλώσεις   στις   3   ∆εκεμβρίου   όπου   ο   αγγλικός   στρατός   πυροβολεί   το   πλήθος,   με   αποτέλεσμα   τη   Μάχη   της   Αθήνας   που   διαρκεί   33   μέρες,   η   Συμφωνία   της   Βάρκιζας   (12   Φεβρουαρίου  1945),  όπου  το  ΕΑΜ  συμφωνεί  να  διαλύσει  και  να  αφοπλίσει  τον  ΕΛΑΣ,  με   αντάλλαγμα   την   υπόσχεση   για   τη   διεξαγωγή   δημοψηφίσματος   μέσα   στον   ίδιο   χρόνο,   οι   βιαστικές   εκλογές   του   1946   (31   Μαρτίου)   όπου   αρνούνται   να   πάρουν   μέρος   όλα   τα   δημοκρατικά  κόμματα  και  που,  βέβαια,  τις  κερδίζει  η  ∆εξιά,  το  δημοψήφισμα  (Σεπτέμβριος   1946)   που   ανοίγει   το   δρόμο   για   την   επιστροφή   του   βασιλιά,   η   επιστροφή   του   ΕΑΜ   στο   βουνό  όπου  ενώνεται  με  τις  ομάδες  του  Άρη  Βελουχιώτη,  οι  οποίες  είχαν  ήδη  αρνηθεί  τη   Συμφωνία   της   Βάρκιζας   (28   Oκτωβρίου   1946)   και,   στη   συνέχεια,   η   δημιουργία   μιας   προσωρινής   κυβέρνησης   της   ελεύθερης   Ελλάδας   (23   ∆εκεμβρίου   1947).   Στο   μεταξύ,   ο   αγγλικός   στρατός   αποσύρεται   (Φεβρουάριος   1947)   και,   σε   εφαρμογή   του   «∆όγματος   Τruman»,  τον  διαδέχεται  ο  αμερικανικός  στρατός  που  ελέγχει  τη  χώρα  και  υποστηρίζει  τη   ∆εξιά  (12  Μαρτίου  1947).  Το  τέλος  του  εμφυλίου  πολέμου  και  η  ήττα  της  Αριστεράς  μετά   από  τρία  σκληρά  χρόνια  (1946-­‐1949),  στη  διάρκεια  των  οποίων  υπήρξαν:  600.000  νεκροί,   εξορίες,   βασανιστήρια,   «δεξιά»   τρομοκρατία,   έκτακτα   στρατοδικεία,   διωγμοί·∙   οι   εκλογές   του  1950,  με  τις  οποίες  εδραιώνονται  οι  δυνάμεις  του  «φιλελεύθερου»  Κέντρου,  χάρη  στη   μείωση   της   αμερικανικής   πίεσης·∙   η   εξάπλωση   του   Ψυχρού   Πολέμου   και   μια   γρήγορη   επιστροφή  στη  «σκληρή  πολιτική»  από  την  πλευρά  των  ΗΠΑ,  επιβάλλουν  νέες  εκλογές  κι   ένα   πλειοψηφικό   εκλογικό   σύστημα,   χάρη   στο   οποίο,   το   1952,   το   κόμμα   του   στρατάρχη   Παπάγου   παίρνει   το   49%   των   ψήφων   και   το   82%   των   εδρών   της   Βουλής.   Τα   δεκατρία   χρόνια   της   ελληνικής   Ιστορίας   που   «παρουσιάζονται»   στην   ταινία,   κρύβουν,   στην   πραγματικότητα,  ευρύτερες  αναφορές:  απ’  τη  Μικρασιατική  Καταστροφή  που  αναθυμάται   ο   πατέρας   σ’   έναν   απ’   τους   τρεις   «μονολόγους»   (σεκάνς   18),   μέχρι   τη   δικτατορία   των   συνταγματαρχών   (1967-­‐’74)   που   υπονοείται   σε   όλο   το   διάλογο   για   την   καταπίεση   των   τάξεων,   από   το   1939   ώς   το   1952.   Για   τον   Αγγελόπουλο,   όπως   και   στις   Μέρες   του   ’36,   η   Ιστορία  είναι  πάντα  Ιστορία  του  παρόντος.  Αυτή  η  δραματική  ιστορική  περιήγηση  συνθέτει   μόνο  ένα  από  τα  τρία  επίπεδα  της  αφήγησης  στο  Θίασο.  Τα  άλλα  δύο  είναι:  αφ’  ενός  τα   θεατρικά  δρώμενα  των  περιπλανώμενων  θεατρίνων  της  ταινίας,  που  είναι  η  περιοδεία  και   οι  παραστάσεις  της  Γκόλφως,  και,  αφ’  ετέρου,  η  οικογενειακή  ιστορία  των  θεατρίνων  που   επαναλαμβάνει   το   μύθο   των   Ατρειδών:   υπάρχει   μια   γυναίκα   (η   μητέρα)   που,   όπως   η   Κλυταιμνήστρα,  απατά  τον  άντρα  της,  ο  οποίος,  όπως  ο  Αγαμέμνονας,  δολοφονείται  από   τον  εραστή  της  γυναίκας,  τον  Αίγισθο  (σύμφωνα  με  το  μύθο,  αντίθετα,  δολοφόνος  ήταν  η   Κλυταιμνήστρα,  κι  ο  Αίγισθος,  απλώς  ηθικός  αυτουργός)  και  υπάρχει  η  μεγαλύτερη  κόρη   που,  όπως  η  Ηλέκτρα,  λαχταρά  να  πάρει  εκδίκηση  για  τον  πατέρα  και  περιμένει  το  γυρισμό   του  αδελφού  που,  όπως  ο  Oρέστης,  θα  σκοτώσει  τη  μοιχαλίδα  και  το  συνεργό  της.   Αυτή   η   τριπλή   δομή,   πέρα   από   το   ότι   έχει   αμοιβαίες   «αφηγηματικές»   διεισδύσεις,   δημιουργεί  ένα  είδος  «συνεχούς  διακεκομμένου  κύκλου»25    όπου  το  μυθιστορηματικό  (το   βουκολικό  δράμα  Γκόλφω),  η  ζωή  (η  αναβίωση  του  μύθου  των  Ατρειδών)  και  η  Ιστορία  (τα   ελληνικά   γεγονότα   της   περιόδου   ’39-­‐’52)   μπαίνουν   το   ένα   μέσα   στο   άλλο   με   ξαφνικές   εναλλαγές   του   ρόλου   του   αφηγητή,   έτσι   ώστε,   συχνά,   μέσα   στην   ίδια   σεκάνς,   τα   τρία   επίπεδα   διαδέχονται   το   ένα   το   άλλο,   ενώ   συχνά   αλληλοκαλύπτονται:   όπως   στη   σεκάνς-­‐ κλειδί  (την  52)26  όπου  ο  Oρέστης  ορμάει  οπλισμένος  στη  σκηνή,  κι  ενώ  ο  θίασος27  παίζει  για   25 Vittorio Giacci, “Angelopulos: mito e metafore come strumento e lezionedi storia” στο “Cineforum”, τχ. 147, Σεπτέµβριος 1975. 26 Οι αριθµοί εδώ (αλλά και όπου αλλού στο κείµενο) ακολουθούν την αρίθµηση της ιταλικής έκδοσης του σεναρίου. 27 Εδώ, αλλά και όπου αλλού πλάγια στο κείµενο, ελληνικά στο πρωτότυπο. (Σ.τ.Μ.)
  • 12.
      12   πολλοστή  φορά  την  Γκόλφω,  απαγγέλλει  τα  λόγια  του  pièce28  σημαδεύοντας  με  το  πιστόλι   και  σκοτώνοντας  τη  μητέρα  του  και  τον  εραστή  της,  εκδικούμενος  έτσι  τον  πατέρα,  αλλά   και,   συγχρόνως,   τιμωρώντας   τον   προδότη   φασίστα,   μπροστά   στο   κοινό   που   χειροκροτεί,   πιστεύοντας   ότι   κι   αυτό   αποτελεί   μέρος   της   παράστασης.   Με   τον   ίδιο   τρόπο,   σε   κάποια   επόμενη  στιγμή  (σεκάνς  81/83),  προς  το  τέλος  της  ταινίας,  η  Ηλέκτρα  αποχαιρετά  το  πτώμα   του   αδελφού   της,   Oρέστη,   που   έχει   εκτελεστεί   ως   αντάρτης   μετά   από   απόφαση   του   δικαστηρίου,  με  τα  λόγια  της  «Γκόλφως  της  βοσκοπούλας»:  «Καλή  σου  μέρα,  Τάσο»·∙  και   λίγο  αργότερα,  τη  στιγμή  της  ταφής,  χειροκροτεί  τον  νεκρό  μαζί  με  τα  άλλα,  εναπομείναντα   μέλη  του  θιάσου.  Ανάλογη  αλληλουχία  (ζωή  /  μυθοπλασία  /  Ιστορία)  υπάρχει  στη  σεκάνς   της   παραλίας   (47),   όταν   ο   θίασος,   αποκλεισμένος   σε   μια   παραλία   από   μια   βρετανική   διμοιρία   που   κυνηγούσε   κομμουνιστές,   παρουσιάζει   την   Γκόλφω,   κι   οι   στρατιώτες   αυτοσχεδιάζουν  ένα  χορωδιακό  («It’s  a  long  way  to  Tipperary»)  προς  τιμήν  του  θιάσου,  ώς   τη   στιγμή   που   η   σκηνή   διακόπτεται   από   τη   ριπή   ενός   αντάρτικου   οπλοπολυβόλου   που   σκοτώνει  έναν  από  τους  στρατιώτες.   Στην   πραγματικότητα,   τα   τρία   αφηγηματικά   επίπεδα   της   ταινίας   O   θίασος   συνυπάρχουν   διαλεκτικά,   ακριβώς   για   να   απορριφθούν   (δηλαδή   να   ολοκληρωθούν)   αμοιβαία:   η   παράσταση  της  Γκόλφως  δεν  τελειώνει  ποτέ,  αφού  διακόπτεται  πάντα  από  την  παρέμβαση   της   Ιστορίας   (το   βλέπουμε   στις   προαναφερθείσες   σεκάνς   52   και   47)·∙   η   δυναμική   της   Ιστορίας,  όσον  αφορά  στο  θίασο,  αναμιγνύεται  με  τη  δυναμική  της  ζωής  (θα  μπορούσαμε   να  πούμε,  αντιστρέφοντας  μια  σημείωση  του  Αγγελόπουλου,  πως  ο  Αίγισθος  δεν  είναι  μόνο   ένας  προδότης  φασίστας,  αλλά  και  εραστής  της  μητέρας  του  Oρέστη)·∙  η  ζωή  υπόκειται  σε   συνεχείς  αναμίξεις  με  τη  μυθοπλασία  (αρκεί  να  σκεφθεί  κανείς  τις  εναλλαγές  των  ηθοποιών   που   ερμηνεύουν   τους   ρόλους   του   έργου   του   Περεσιάδη   και   τη   διαφορετική   υπαινικτική   αξία   που   αποκτούν   κάθε   φορά   οι   σκηνές   τις   οποίες   ερμηνεύουν).   Αυτή   η   διαφορετική   σχέση  ανάμεσα  στα  τρία  επίπεδα  της  ταινίας  τονίζεται  απ’  τη  χρονολογική  της  διάρθρωση.   Η  ταινία,  όχι  μόνο  αρχίζει  το  1952  και  τελειώνει  το  1939,  με  την  επανάληψη  ενός  ανάλογου   πλάνου  και  μιας  ανάλογης  φράσης  («Φθινόπωρο  του  ’52  ξανάρθαμε  στο  Αίγιο.  Λίγοι  απ’   τους   παλιούς.   Oι   πιο   παλιοί,   καινούργιοι.   Ήμαστε   κουρασμένοι.   Είχαμε   δυο   μέρες   να   κοιμηθούμε»   στη   σεκάνς   2,   και:   «Φθινόπωρο   του   ’39   φτάσαμε   στο   Αίγιο.   Ήμαστε   κουρασμένοι.  Είχαμε  δυο  μέρες  να  κοιμηθούμε...»  στη  σεκάνς  86),  αλλά  έχει  και  μια  μη   γραμμική   χρονική   εξέλιξη,   που   χαρακτηρίζεται   από   συνεχή   περάσματα   απ’   τη   μια   εποχή   στην  άλλη,  απ’  τη  μια  σεκάνς  στην  άλλη  –  και  μάλιστα,  μερικές  φορές,  μέσα  στο  ίδιο  το   πλάνο-­‐σεκάνς   [το   πέρασμα   1952/1942   (σεκάνς   22/30)   ή   το   πέρασμα   1946/1952   (σεκάνς   68),  που  γίνονται,  στη  μεν  πρώτη  περίπτωση,  μέσω  ενός  αντίστροφου  πανοραμίκ,  στη  δε   δεύτερη,   μ’   ένα   τράβελινγκ],   σύμφωνα   με   μια   σειρά29  που   θα   μπορούσε   να   αποδοθεί   χονδρικά   ως   Μ-­‐Γ-­‐Β-­‐Μ-­‐∆-­‐Ε-­‐Ζ-­‐Γ-­‐Μ-­‐Ζ-­‐Λ-­‐Α,   ήδη   πολύ   απλοποιημένη   σε   σχέση   με   την   πολυπλοκότητα   των   ιστορικών   αναφορών   και   χωρίς   να   παίρνει   υπόψη   της   τις   έμμεσες   αναπολήσεις:   η   Μικρασιατική   Καταστροφή   (πατέρας,   σεκάνς   18),   οι   εκτοπίσεις   στη   Μακρόνησο   το   ’47-­‐’48   (Πυλάδης,   σεκάνς   73),   η   μάχη   στο   Χάνι   της   Γραβιάς   (ανιψιός   της   Ηλέκτρας,  σεκάνς  61).     Θα  πρέπει  να  έχει  σημειωθεί  το  ότι,  για  να  αποσαφηνιστεί  η  τριπλή  διάσταση  της  ταινίας  O   θίασος,   καθορίσαμε   τα   τρία   στοιχεία   που   τη   συνθέτουν:   τη   μυθοπλασία,   τη   ζωή,   την   28 Γαλλικά στο κείµενο: θεατρικό έργο (Σ.τ.Μ.) 29 Αν χαρακτηρίσουµε κάθε ιστορική περίοδο ή κάθε οµάδα χρονολιγικά διαδοχικών ιστορικών περιόδων µε ένα γράµµα ((Α, Β κ.λπ.), κι αν αντιστοιχήσουµε στην αλφάβητο τη χρονολογική σειρά [Ας δυµίσουµε ότι η ταινία αρχίζει τον Οκτώβριο του ’52 (=Μ) και κλείνει τον Οκτώβριο του 39 (=Α)
  • 13.
      13   Ιστορία.   Απομένει,   ωστόσο,   να   ξεκαθαρίσουμε   τη   λειτουργία   που   ασκεί,   μέσα   στον   αφηγηματικό  ιστό  του  έργου,  ο  μύθος  των  Ατρειδών,  που  εδώ  γίνεται  πολύ  πιο  φανερός   απ’   ό,τι   στην   Αναπαράσταση,   γιατί   δεν   είναι   μόνο   η   Grundform 30  της   εγκληματικής   ενέργειας  (η  δολοφονία  τού  Αγαμέμνονα)  και  της  τιμωρίας  (η  εκδίκηση  του  Oρέστη),  αλλά   και  γιατί  τουλάχιστον  ένας  από  τους  κεντρικούς  χαρακτήρες,  ο  Oρέστης,  είναι  αυτός  που  – έστω,   κατ’   όνομα–   έχει   επωμιστεί   το   μύθο.   Μια   απαραίτητη   πρώτη   επεξήγηση   αφορά,   βέβαια,   στα   ονόματα.   Θα   πρέπει,   δηλαδή,   να   υπογραμμιστεί   ότι,   παρ’   όλα   όσα   έχουν   γραφτεί  απ’  όλους  σχεδόν  τουςκριτικούς  (για  λόγους  ευκολίας·∙  όπως  εξ  άλλου  γίνεται  και  σ’   αυτό  το  κείμενο)  κι  όσα  μας  υποδεικνύουν  τα  κείμενα  (σενάρια  κ.λπ.)  που  έχουν  εκδοθεί   μέχρι  σήμερα,  στην  ταινία  δεν  υπάρχουν  η  Ηλέκτρα,  ο  Αγαμέμνονας,  η  Κλυταιμνήστρα,  ο   Αίγισθος,  η  Χρυσόθεμη,  ο  Πυλάδης,  παρά  μόνο  ο  Oρέστης,  ο  οποίος,  μεταξύ  άλλων,  είναι  κι   ο   μοναδικός   από   τους   κεντρικούς   χαρακτήρες   που   έχει   όνομα.   Στην   πραγματικότητα,   λοιπόν,  χωρίς  να  θέλουμε  να  παραβιάσουμε  το  κείμενο  (μη  θέλοντας  να  προβάλουμε  μια   έμμεση  υποδήλωση  ως  συγκεκριμένη  και  σαφή  ένδειξη),  η  σχέση  ανάμεσα  στους  ρόλους   και  τους  βασικούς  ηθοποιούς  έχει  ως  εξής:   Ηθοποιοι   Ρόλοι   Μυθικές  αναφορές   Πέτρος  Ζαρκάδης   Oρέστης   Oρέστης   Εύα  Κοταμανίδου   η  αδελφή  του   (Ηλέκτρα)   Μαρία  Βασιλείου   η  άλλη  αδελφή   (Χρυσόθεμη)   Αλίκη  Γεωργούλη   η  μητέρα  του   (Κλυταιμνήστρα)   Στράτος  Παχής   ο  πατέρας  του   (Αγαμέμνονας)   Βαγγέλης  Καζάν   ο  προδότης  κι  εραστής     τής  μητέρας  του   (Αίγισθος)   Κυριάκος  Κατριβάνος   ένας  νεαρός  ηθοποιός,  φίλος  του   (Πυλάδης)     Θέλουμε   να   πούμε   μ’   αυτό   –υπογραμμίζοντας   έτσι   την   απόλυτη   αυθαιρεσία   του   μηχανισμού   που   χρησιμοποιεί   η   κριτική   (ακόμα   και   η   ελληνική)–   ότι,   όπως   είχε   την   ευκαιρία   να   τονίσει   ο   ίδιος   ο   Αγγελόπουλος,   «ο   μύθος   στην   ταινία   δεν   είναι   τόσο   υπογραμμισμένος.   ∆εν   υπάρχουν   ονόματα·∙   δεν   υπάρχει   ο   Αγαμέμνων   ή   η   Ηλέκτρα,   δεν   υπάρχει  ο  Πυλάδης,  ούτε  κάποιος  Νίκος  ή  κάποιος  Παύλος·∙  υπάρχει  μόνο  Oρέστης»31 .  Το   πώς,   όμως,   μπορέσαμε   να   αναγνωρίσουμε   σαφώς   τους   ρόλους,   σε   σημείο   ώστε   να   πάρουμε  από  τη  σοφόκλεια  εκδοχή  του  έργου  το  όνομα  της  Χρυσόθεμης  για  την  αδελφή   (που   πρώτα   γίνεται   πόρνη   και   μετά   παντρεύεται   έναν   αμερικανό   στρατιωτικό)   της   υποτιθέμενης  Ηλέκτρας,  είναι  ένα  μυστήριο  το  οποίο,  δυστυχώς,  έχει  επιτείνει  κι  ο  ίδιος  ο   Αγγελόπουλος,  με  το  να  δεχτεί  –αλλά  και  να  χρησιμοποιήσει–  τέτοιες  ταυτίσεις  σε  πολλές   συνεντεύξεις  του.  Αυτή  η  (πρώτη)  αποσαφήνιση  ως  προς  το  θέμα  της  παρουσίας  του  μύθου   των  Ατρειδών  στην  ταινία  O  θίασος  έχει  δευτερεύουσα  σημασία.  Στην  πραγματικότητα,  μια   τέτοια  παρουσία  (πολύ  λιγότερο  τονισμένη,  όπως  φάνηκε,  απ’  όσο  την  ήθελαν  οι  τρέχουσες   εκτεταμένες  ερμηνείες),  πέρα  από  το  να  εντάσσει  στο  πλαίσιο  της  ταινίας  ένα  αρχετυπικό   στοιχείο,   φορτωμένο   με   συνυποδηλώσεις   αρχέγονων   συγκρούσεων   και   υπαρξιακών   ματαιοτήτων,   συνθέτει   τη   βάση   της   αναμφίβολα   υλιστικής   σχέσης   που   διατηρεί   ο   Αγγελόπουλος   με   την   παράδοση.   Και   το   κλειδί   αυτής   της   σχέσης   δεν   είναι   η   μηχανική   αναπαραγωγή  του  μύθου  και  η  έξωθεν  ενσωμάτωσή  του  σ’  έναν  σύγχρονο  ιστορικό  ιστό,   30 Γερµανικά στο κείµενο: βασική φόρµα (Σ.τ.Μ.) 31 Αγγελόπουλος, σε συνέντευξή του στους Μ. Δηµόπουλο και Φ. Λιάππα («Σύγχρονος κινηµατογράφος», Αθήνα, τχ. 1, Αύγουστος- Σεπτέµβριος 1974, και, στη συνέχεια, στο «Positif», τχ. 174, 1975).
  • 14.
      14   με  σκοπό  να  επιβεβαιωθεί  η  αιωνιότητα  και  το  αμετάβλητό  του·∙  είναι,  αντίθετα,  η  κριτική   κατάλυσή   του,   μέσα   απ’   τον   περιορισμό   του   σε   αμιγές   μύθευμα,   χωρίς   τη   θεμελιώδη   συνυποδήλωση  της  ανάγκης32 .       «Ζούμε   σ’   έναν   πολιτισμό   που   έχει   κληροδοτήσει   αυτούς   τους   μύθους»   λέει   ο   Αγγελόπουλος,   «και   πρέπει   οπωσδήποτε   να   τους   καταστρέψουμε,   να   τους   δώσουμε   ανθρώπινη  διάσταση.  [...]  Είναι  ένας  λογαριασμός  με  την  πολιτιστική  μου  κληρονομιά  που   πρέπει   να   τον   τακτοποιήσω.   [...]   ∆ε   δέχομαι   τη   μοίρα,   ούτε   την   ιδέα   του   πεπρωμένου.   Μπαίνοντας   ο   μύθος   στην   ιστορική   πραγματικότητα,   γίνεται   πραγματική   ιστορία   με   μια   διαφορετική   διάσταση.   ∆εν   είναι   ερμηνεία:   του   δίνω   ανθρώπινη   διάσταση,   γιατί   ο   άνθρωπος  φτιάχνει  την  Ιστορία  κι  όχι  ο  μύθος»33 .     ∆εν   είναι   τυχαίο,   βέβαια,   ότι   ανάμεσα   στα   τόσα   ονόματα   του   μύθου   των   Ατρειδών   η   μοναδική   νέα   πρόταση   είναι   αυτή   που   αφορά   στον   Oρέστη   (ακριβώς   γιατί   ο   Oρέστης,   αντίθετα  απ’  όλους  τους  άλλους,  «δεν  αντιπροσωπεύει  τόσο  ένα  χαρακτήρα  όσο  μια  ιδέα:   ενσαρκώνει,   δηλαδή,   την   έννοια   της   επανάστασης»),   και   στην   ταινία   «πολλοί   από   τους   χαρακτήρες  έχουν  μαζί  του  μια  σχέση  ερωτική  –  σχέση  που,  τελικά,  εκφράζει  τον  έρωτα  για   την   ιδέα   τής   επανάστασης».   Μ’   άλλα   λόγια,   ακόμα   και   για   το   «ηρωικό»   του   ανάστημα   («είναι  ο  μοναδικός  που  πιστεύει  στον  εαυτό  του,  που  επιδιώκει  με  σαφήνεια  το  στόχο  του   και   θυσιάζει   γι’   αυτόν   τη   ζωή   του»,   θυμίζει   ο   Αγγελόπουλος   στην   προαναφερθείσα   συνέντευξή   του),   ο   Oρέστης   είναι   ο   μόνος   ήρωας   που   διατηρεί   στην   ταινία   μια   μυθική   αύρα,   ο   μοναδικός   που   αντιπροσωπεύει   μια   σύγχρονη   «ερμηνεία»   του   μύθου   των   Ατρειδών.   Όμως,   αυτή   η   «ερμηνεία»   είναι   που   ανατρέπει   και   τη   λειτουργική   θέση   την   οποία   έχει   μέσα   στην   τραγική/μυθική   ελληνική   παράδοση,   ακόμα   και   στις   διαφορετικές   εκδοχές  του  Αισχύλου  (Αγαμέμνων,  Χοηφόροι,  Ευμενίδες),  του  Σοφοκλή  (Ηλέκτρα)  και  του   Ευριπίδη  (Ηλέκτρα,  Oρέστης):  εδώ,  πράγματι,  μακριά  από  τη  ζωή,  ο  εκδικητής  του  γένους  ή   ο  τελευταίος  παράγων  της  οικογενειακής  ύβρεως  ή  ο  έσχατος  κρίκος  της  θεϊκής  τύψης,34       είναι  ο  φορέας  της  Ιστορίας,  και  η  «ιστορική»  άφεσή  του  δεν  απαιτεί  κανέναν  Άρειο  Πάγο.   Ας   μην   ξεχνάμε,   επίσης,   για   να   επαναλάβουμε   μια   δήλωση   του   Αγγελόπουλου,   πως   ο   Αίγισθος  δεν  είναι  μόνο  εραστής  της  μητέρας,  αλλά  και,  πάνω  απ’  όλα,  ένας  δοσίλογος,  και   η  μητέρα,  συνένοχός  του.   Το   πιο   εντυπωσιακό   και   το   πιο   μεγαλειώδες   του   Θιάσου   είναι   η   πολυμορφία   και,   συγχρόνως,  η  ομοιομορφία  στο  στιλ  του.  Όπως  είναι  γνωστό,  το  στιλ  που  κυριαρχεί  στο   έργο,   είναι   το   πλάνο-­‐σεκάνς.   Η   διήγηση   μοιράζεται   σε   κάτι   περισσότερο   από   εξήντα   αφηγηματικές   σεκάνς,35     σε   λίγο   περισσότερες   από   80   κινηματογραφικές   σεκάνς,   με   τη   στενή  έννοια,36  και  σε  περίπου  120  πλάνα.  Αυτό  σημαίνει  πως,  αν  εξαιρέσουμε  δεκαπέντε   περίπου  περιπτώσεις  στις  οποίες  μία  ή  περισσότερες  κινηματογραφικές  σεκάνς  μπορούν  να   συνενωθούν  (ανά  δύο  κάθε  φορά  στις  περισσότερες  περιπτώσεις·∙  μέχρι  το  πολύ  έξι,  όπως   στην   περίπτωση   της   ομάδας   των   σεκάνς   78/83,   που   αναφέρονται   στην   ανεύρεση   του   32 Ελληνικά στο κείµενο (Σ. τ. Μ.) 33 Σε συνοµιλία µε τους P. Mereghetti, B. Oheix, G. Sammut (“Jeune Cinéma”, τχ. 88, Ιούλιος-Αύγουστος 1975). 34 Και οι τρεις λέξεις µε πλάγια, ελληνικά στο κείµενο (Σ. τ. Μ.) 35 Ως «αφηγηµατική σεκάνς» νοιούνται τα κάδρα (ή, στην περίπτωση ενός πλάνου σεκάνς, το κάδρο) που περιγράφουν ή (περιγράφει) µια αφηγηµατική ενότητα. εν πάσει περιπατώσει, κάτι παρόµοιο µε το «κεφάλαιο» στο µυθιστόρηµα. 36 Ως «κινηµατογραφική σεκάνς» νοιούνται τα κάδρα (ή, στην περίπτωση ενός πλάνου σεκάνς, το κάδρο) που περιγράφουν ή (περιγράφει) µια δράση µε ενότητα χώρου και χρόνου
  • 15.
      15   σώματος   του   Oρέστη   και   εν   συνεχεία   στην   ταφή   του)   για   να   σχηματίσουν   μια   σφιχτή   αφηγηματική  ενότητα,  το  μεγαλύτερο  μέρος  των  αφηγηματικών  σεκάνς  αντιστοιχεί  με  τις   κινηματογραφικές.  Αυτό  σημαίνει,  επίσης,  με  εξαίρεση  είκοσι  περίπου  περιπτώσεων  στις   οποίες   η   σεκάνς   αποτελείται   από   περισσότερα   πλάνα   (από   δύο   κάθε   φορά   στις   περισσότερες  περιπτώσεις·∙  από  τρία  σε  μερικές  άλλες,  όπως  οι  σεκάνς  52,  56  και  71·∙  μέχρι   τέσσερα  στις  σεκάνς  7,  43  και  50·∙  και,  κατ’  εξαίρεση,  έξι  στη  σεκάνς  41),  πως  το  μεγαλύτερο   μέρος  των  κινηματογραφικών  σεκάνς  ανταποκρίνεται  σε  ένα  μόνο  κάδρο·∙  μ’  άλλα  λόγια,  σ’   ένα  «πλάνο-­‐σεκάνς».   Χρήσιμο   θα   ήταν,   επίσης,   να   τονίσουμε   πως   ακόμα   και   οι   πιο   σύνθετες   σεκάνς   (όπως   η   προαναφερθείσα  41,  που  αποτελείται  από  έξι  πλάνα:  διαφορετικές  στιγμές  του  ταξιδιού   του  θιάσου  στις  εξοχές,  στα  βουνά,  στις  πόλεις  και  στα  χωριά)  προκύπτουν  σχεδόν  όλες   από  τη  συνένωση  πλάνων  μεγάλης  διάρκειας  ή/και  από  πλάνα-­‐σεκάνς  μεσαίας  και  μικρής   διάρκειας,  με  μια  συχνή  άρνηση  της  δομής  champ-­‐contrechamp,  την  οποία,  κατ’  ουσίαν,   βρίσκουμε  μόνο  δύο  φορές  (σεκάνς  22  και  59),  έτσι  όπως  δεν  βρίσκουμε  ποτέ  ένα  πρώτο   πλάνο,  με  την  πραγματική  του  έννοια,  αλλά  μόνο  σαν  φάση  της  κίνησης  της  κάμερας.  Και   αν  η  μέση  διάρκεια  των  112  κάδρων  είναι,  σε  σχέση  με  τα  230’  της  ταινίας,  λίγο  μεγαλύτερη   από   2’,   δε   λείπουν   τα   πολυσύνθετα   πλάνα-­‐σεκάνς   που   αγγίζουν   τα   10’:   η   σεκάνς   του   πρωτοχρονιάτικου  χορού  με  τους  «αριστερούς»  και  τους  χίτες  (66),  που  διαρκεί  πάνω  από   9’·∙  οι  τρεις  μονόλογοι:  του  πατέρα  (σεκάνς  18),  της  Ηλέκτρας  (58)  και  του  Πυλάδη  (73)  που   κυμαίνονται  από  9’  ώς  7’·∙  το  περίπλοκο  τράβελινγκ  της  σεκάνς  68,  στην  οποία  συμβαίνει  το   χρονολογικό   άλμα   ’46/’52   (το   ακολουθεί,   στο   αμέσως   επόμενο   πλάνο,   ένα   ακόμα   άλμα,   αυτή  τη  φορά  προς  τα  πίσω,  στο  ’49),  που  διαρκεί  πάνω  από  7’  –  και  πολλές  άλλες.  Τα   περισσότερα  πλάνα  –και,  κατά  συνέπεια,  όλα  τα  πλάνα-­‐σεκάνς  μεγαλύτερης  διάρκειας,  με   εξαίρεση  τους  δύο  πρώτους  μονολόγους–  βασίζονται  σε  περίπλοκες  κινήσεις  της  κάμερας,   πανοραμίκ   ή   τράβελινγκ   (συχνά   με   ταλαντώσεις   εκκρεμούς),   ή   στο   συνδυασμό   των   δύο,   παρ’  όλο  που  δεν  λείπουν  και  τα  σταθερά  κάδρα.  Η  γωνία  λήψης  που  επαναλαμβάνεται   συχνά  (και  που  έχει  υιοθετηθεί  για  όλες  σχεδόν  τις  παραστάσεις  της  Γκόλφως)  είναι  αυτή   που  καδράρει  (και  στις  κινήσεις  τής  κάμερας  αρχίζει  ή  καταλήγει  καδράροντας)  μετωπικά   τους   ήρωες,   καθορίζοντας   υπαινικτικά   μια   διαλεκτική   σχέση   μεταξύ   τους,   σαν   να   βρίσκονταν  σε  θεατρική  σκηνή,  και  την  «άποψη»  στόχος  της  κάμερας/ματιά  του  θεατή.  Σε   δεύτερη  μοίρα,  όσον  αφορά  στη  γωνία  λήψης,  λειτουργούν  η  εστιακή  απόσταση  (οπότε,   προφανώς,   η   επιλογή   των   φακών)   και   η   φυσική   απόσταση   των   καδραρισμένων   υποκειμένων:  στον  συστηματικό  αποκλεισμό  του  πρώτου  πλάνου  (αν  όχι,  όπως  ειπώθηκε,   ως   στοιχείο   στο   εσωτερικό   μιας   κίνησης   της   κάμερας)   αντιστοιχούν   πράγματι:   μια   συγκρατημένη   χρήση   των   κοντινών   πλάνων   (σχεδόν   απόλυτος   αποκλεισμό   των   μεσαίων   πρώτων  πλάνων,  ιδιαίτερα  περιορισμένη  χρήση  των  μεσαίων  πλάνων  και  υπερίσχυση,  ως   προς  τους  κινηματογραφούμενους  ανθρώπους,  του  πλαν-­‐αμερικέν  και  του  ολόσωμου)  και,   αντίθετα,  μια  μάλλον  συχνή  χρήση  των  πλάνων  μεγάλης  και  πολύ  μεγάλης  διάρκειας.  Αυτό   είναι  φανερό  πως  ισοδυναμεί  με  μια  αντικειμενική  οπτική,  και,  συνεπώς,  θα  μπορούσε  να   πει   κανείς   πως   η   κάμερα   μάλλον   «βλέπει»   παρά   «αφηγείται»   και   –όπως   έχει   ήδη   αποκαλυφθεί–   δεν   παρουσιάζει   το   θέμα   ως   πραγματικό   «βίωμα»,   αλλά   ως   δικό   της   «βίωμα»,  υπογραμμίζοντας  μιαν  αντικειμενικά  διαλεκτική  σχέση  ανάμεσα  στο  προφιλμικό   υλικό   και   στην   ίδια   ως   μέσον   κριτικής   καταγραφής.   Αυτό   διευκολύνει   το   θεατή   ν’   αποκρυπτογραφήσει,   μιας   και   οι   ήρωες,   απογυμνωμένοι   από   τα   ψυχολογικά   τους   χαρακτηριστικά  (ή,  αλλιώς,  ως  μη  ολοκληρωμένες  οντότητες),  εμφανίζονται  σαν  «σημεία»,   όπως   ακριβώς   και   οι   κινήσεις/πράξεις/χειρονομίες   τους   καταλήγουν   να   είναι   ένας   συνδυασμός   «σημείων»,   με   μια   άρρητη   υπογράμμιση   του   κοινωνικοϊστορικού   πλαισίου  
  • 16.
      16   μέσα  στο  οποίο  λειτουργούν  ως  στοιχεία  της  πλοκής.   Είναι  σίγουρο  πως  μπορούν  να  γίνουν  κι  άλλες  αναλυτικές  παρατηρήσεις  πάνω  στο  Θίασο.   Μακάρι  δε  να  γίνουν  βασισμένες  σε  μια  ενδελεχέστερη  εξέταση  (στη  μουβιόλα,  π.χ.)  της   ταινίας  (ο  γράφων  μπόρεσε  να  τη  δει  μόνο  τρεις  φορές  –  και  μάλιστα,  πριν  από  αρκετό   καιρό)   και,   κυρίως,   σ’   ένα   σενάριο   ακριβέστερο   από   το   μοναδικό   που,   προς   το   παρόν,   διατίθεται   και   εκδίδεται   από   το   «Avant-­‐Scène/Cinéma»,   απ’   το   οποίο,   εκτός   των   άλλων,   λείπουν  όλες  οι  ενδείξεις  για  τους  χρόνους  των  πλάνων37 .  Όμως,  απ’  όσα  έχουν  αναφερθεί   ώς  τώρα  για  την  ταινία,  έστω  και  συνοπτικά,  δικαιολογείται  εν  πολλοίς  η  κρίση  που  είχαμε   κάνει  όταν  την  πρωτοείδαμε,  και  που  την  επαναλαμβάνουμε  τώρα,  με  ακόμα  μεγαλύτερη   πεποίθηση:   πρόκειται   για   ένα   αριστούργημα   του   σύγχρονου   κινηματογράφου   και,   ασφαλώς,  μια  απ’  τις  ωραιότερες  ταινίες  της  δεκαετίας  του  ’70.  Όλα  αυτά  δεν  θα  σήμαιναν   τίποτα   αν   στις   παρατηρήσεις   που   έχουν   γίνει   μέχρι   τώρα   (και   στις   τελευταίες   που   θα   μπορούσαν  να  γίνουν),  δεν  προσθέταμε  αμέσως  πως  O  θίασος  αποτελεί  ένα  σαφέστατο   ορόσημο,  μια  πραγματική  κατάκτηση  στο  χώρο  ενός  κινηματογράφου  αισθητικής  υλιστικής   έμπνευσης.   ∆εν   υπονοούμε,   βέβαια,   μια   πολιτική   ιδεολογία   (το   μαρξισμό)   που   είναι   διάχυτη   μέσα   στο   έργο,   ως   μέτρο   κρίσης   των   πολιτικών   γεγονότων   που   υποδηλώνονται   ρητά   ή   άρρητα.   Στον   σύγχρονο   κινηματογράφο   δεν   λείπουν   οι   «μαρξιστές»   κινηματογραφιστές.   Γεγονός,   όμως,   είναι   ότι   η   πολιτική   ιδεολογία   απορρίπτεται   (και   σε   ορισμένες   περιπτώσεις   αποκηρύσσεται)   από   την   κινηματογραφική,   μ’   ένα   διαχωρισμό   ανάμεσα   στην   «πολιτική   σκέψη»   και   στην   «αισθητική   πράξη»   που   είναι   κατ’   ουσίαν   μια   ιδεαλιστική  κίνηση  και,  κατά  συνέπεια,  μη  υλιστική.  O  ιταλικός  κινηματογράφος  ξέρει  από   «πολιτική   στράτευση»,   όπου   είθισται   να   θεωρείται   πως   η   «κουλτούρα»   (δηλαδή   η   υπευθυνότητα)   της   «στράτευσης»   έγκειται   μόνο   σ’   αυτό   που   μεταδίδεται   και   όχι   στον   τρόπο   με   τον   οποίο   μεταδίδεται·∙   λες   και   υπάρχει   ένας   αόριστα   προοδευτικός   τρόπος   επικοινωνίας   που   δεν   εντάσσεται   στον   «υλισμό»   των   μορφών   επικοινωνίας,   ή,   ακόμα   χειρότερα,  λες  και  η  αλλαγή  του  κόσμου  δεν  συνεπάγεται  και  την  αλλαγή  των  ιδιωμάτων   του   κόσμου,   ή,   ακόμα   χειρότερα,   λες   και   η   αμφισβήτηση   των   ειδώλων   (δηλαδή   της   ιδεολογίας)   της   καθεστηκυίας   τάξης   δεν   συνεπάγεται   αυτόματα   και   απόλυτα   την   αμφισβήτηση   των   γλωσσικών   και   αφηγηματικών   στερεοτύπων   (δηλαδή,   και   σ’   αυτή   την   περίπτωση,  της  ιδεολογίας)  που  παρήγαγε  και  αναπαράγει.  Πρόκειται  για  ένα  επιχείρημα   που  δεν  αφορά  μόνο  στον  κινηματογράφο  των  καπιταλιστικών  χωρών,  αλλά  και  των  χωρών   που   δεν   είναι   πια   καπιταλιστικές,   όπου   η   ισχύουσα   «κινηματογραφική   ιδεολογία»   παραμένει  έτσι  όπως  είχε  θεσπιστεί  όταν  το  Κεφάλαιο  ξεκίνησε  τον  κινηματογράφο  σαν  μια   βιομηχανία  της  συλλογικής  φαντασίας.   Όταν   λέμε   πως   O   θίασος   είναι   μια   πολύ   μεγάλη   κατάκτηση   στο   πλαίσιο   ενός   κινηματογράφου   αισθητικής   υλιστικής   έμπνευσης,   εννοούμε   κυρίως   πως   υπάρχει   μια   απόλυτη  ταύτιση  ανάμεσα  στην  πολιτική  ιδεολογία  και  στην  αισθητική  ιδεολογία.  Εδώ  θα   πρέπει  να  υπογραμμίσουμε  (κάτι  που  θα  έπρεπε  να  είναι  φανερό)  πως  αυτή  η  ταύτιση  δεν   οδήγησε  σ’  ένα  ιδεολογικά  βεβαρημένο  αποτέλεσμα:  αντίθετα,  αν  υπάρχει  ένα  θεμελιώδες   χαρακτηριστικό  στο  Θίασο,  αυτό  είναι  η  διαλεκτική  έντασή  του,  και  όχι  μόνο  –όπως  έχει   ήδη   έμμεσα,   αλλά   επανειλημμένα,   τονιστεί–   σε   αφηγηματικό   επίπεδο   (αρκεί   να   θυμηθούμε  τη  σχέση  της  συμπληρωματικής  αλληλεπίδρασης  που  δένει  μεταξύ  τους  τα  τρία   «επίπεδα»   της   αφήγησης),   αλλά   και   σε   επίπεδο   ιστορικών   αναφορών   (με   τη   συνεχή   διασταύρωση   των   εποχών   και   των   καταστάσεων,   των   αναφορών   στο   παρελθόν   και   των   37 Le voyage des comédiens στο “ l’Avant Scène/Cinéma”, τχ. 164, Δεκέµβριος 1975.
  • 17.
      17   νύξεων  για  το  παρόν)  και,  το  πιο  σημαντικό  ίσως,  στο  επίπεδο  των  πολιτικών  κρίσεων  (και   συνεπαγωγών).  Ως  προς  αυτό,  θα  αρκούσε  να  υπογραμμίσουμε  πόσο  συγκροτημένη  είναι  η   άποψη  για  τη  λεγόμενη  «γενιά  της  Αντίστασης»  που,  στο  Θίασο,  εκπροσωπείται  από  τρία   πρόσωπα:   τον   Oρέστη   και   τους   δύο   νεότερους   φίλους   του   –   τρεις   ανθρώπους   στρατευμένους  στο  αντιφασιστικό  κίνημα  της  Αριστεράς  που  έδρασε  στην  Ελλάδα  μεταξύ   της  ναζιστικής  κατοχής  και  της  μεταπολεμικής  αγγλοαμερικανικής  «κατοχής».  Όταν  αρχίζει   η   καταστολή,   η   αντιμετώπιση   των   τριών   αγωνιστών   είναι   διαφορετική:   ο   Oρέστης   εκτελείται  το  ’51  γιατί  δεν  υποτάχθηκε·∙  ο  Πυλάδης  ελευθερώνεται  το  ’50  γιατί  δέχτηκε  να   «υπογράψει»·∙   κι   ο   Ποιητής   ελευθερώνεται   «λόγω   μονίμου   αναπηρίας»,   έχοντας   λυγίσει   από  τα  γεγονότα  (έχουν  πειραχτεί  τα  νεύρα  του  από  το  «τραύμα  της  επανάστασης»  –  «Έχει   σταματήσει  στο  ’44  –λέει  ο  Αγγελόπουλος–  και  σέρνεται  πίσω  απ’  τα  τότε  γεγονότα»).  Παρ’   όλο   που   είναι   σαφές   πως,   απ’   τους   τρεις,   ο   Oρέστης   είναι   ο   εκπρόσωπος   του   επαναστατικού   ηρωισμού,   και   οι   τρεις,   ο   καθένας   με   διαφορετικό   τρόπο,   είναι   «άτομα   θετικά»,  ακόμα  κι  ο  Πυλάδης  που  δεν  αντέχει  τα  βασανιστήρια:  «Αυτά  τα  άτομα  –λέει  ο   σκηνοθέτης–  εκείνη  την  εποχή  αποτέλεσαν  την  Ε∆Α·∙  δηλαδή  το  κίνημα  της  Αριστεράς  που   ανανέωσε  τον  κομμουνισμό.  Για  μένα,  [ο  Πυλάδης]  δεν  είναι  άτομο  άξιο  περιφρόνησης...  –   κάθε  άλλο».38  Τίποτα,  λοιπόν,  στον  «επαναστατικό»  κινηματογράφο  του  Αγγελόπουλου  δεν   είναι  πιο  μακρινό  από  τον  σχηματικά  λεγόμενο  «επαναστατικό  ρομαντισμό»,  από  την  ηθική   (και  από  την  αισθητική·∙  ή,  μάλλον,  την  ηθική  της  αισθητικής)  ενός  «μηχανικού  ψυχών»,  με   το  βλέμμα  υποχρεωτικά  καρφωμένο  στο  «μεγαλόπρεπο  και  προοδευτικό  πεπρωμένο».  ∆ε   λείπουν,  βέβαια,  κι  αυτοί  που  ρωτάνε  αν  O  θίασος  είναι,  σε  τελική  ανάλυση,  μια  ταινία   «απαισιόδοξη»  –  ερώτηση,  στην  οποία,  πολύ  σωστά,  ο  σκηνοθέτης  απαντά:  «Όχι·∙  είναι  μια   μπαλάντα   για   πρόσωπα   που   άλλα   σκοτώθηκαν   κι   άλλα   όχι.   ∆εν   είναι   ένα   απαισιόδοξο   ποίημα,   και   το   να   υμνείς   την   επανάσταση,   δε   σημαίνει   πως   υμνείς   πάντα   τη   νίκη.   Η   τελευταία  εικόνα  της  ταινίας  δείχνει  το  θίασο  να  κινείται  προς  την  κάμερα.  Ξέρουμε  πως   έχουν   υπάρξει   νεκροί,   φυλακισμένοι,   εκτελεσμένοι...   και   πως   είναι   μια   στιγμή   συνειδητοποίησης.  Κατά  τη  γνώμη  μου,  δεν  ήταν  απαραίτητο  να  υπάρχει  ενθουσιασμός  κι   αισιοδοξία.   [...]   Άλλωστε,   ούτε   και   στον   Brecht   η   επανάσταση   αποτελεί   αντικείμενο   ενθουσιασμού».39  Κατά  τα  άλλα,  η  ίδια  η  σύνθεση  του  θιάσου  αποτελεί  έναν  μικρόκοσμο   πολιτικά  διαλεκτικό,  όπου  εμφανίζονται  η  Αριστερά  (που  «κάνει»  την  Ιστορία),  η  ∆εξιά  (που   της  αντιτίθεται)  και  μια  «σιωπηρή  πλειοψηφία»  που  ταλαντεύεται  από  δω  κι  από  κει  (και,   παρ’  όλο  που  είναι  «θεατής»  της  Ιστορίας,  υφίσταται,  όπως  όλοι,  τις  συνέπειες).   Η  αναφορά  του  Αγγελόπουλου  στον  Brecht,  την  οποία  υπενθυμίσαμε  πιο  πάνω,  μας  οδηγεί   σε   μια   τελευταία   σκέψη,   την   οποία,   άλλωστε,   υπαινιχθήκαμε   και   αλλού:   ο   αισθητικός   υλισμός   του   Αγγελόπουλου   αποτελεί   για   τον   σύγχρονο   κινηματογράφο   ένα   από   τα   λίγα   παραδείγματα  της  σταθερής,  οργανικής  και  αποτελεσματικής  εφαρμογής  μιας  γραμμής  που   πλησιάζει   τον   μπρεχτικό   στοχασμό   πάνω   στο   «επικό   θέατρο»   ως   εναλλακτικό   του   «δραματικού  θεάτρου»,  όπως  άλλωστε  έχει  αναγνωρίσει  ο  ίδιος  ο  σκηνοθέτης,  δηλώνοντας   πολλές   φορές   πως   «ήθελε   να   κάνει   συνειδητά   κάτι   αντίστοιχο   του   επικού   θεάτρου   του   Brecht».   Γι’   αυτόν   το   λόγο,   λοιπόν,   αξίζει   να   αναφερθεί   κανείς   στις   διορατικές   παρατηρήσεις  που  έχουν  γίνει  από  την  Isabelle  Jourdan  σ’  ένα  άρθρο  που  δημοσιεύτηκε   στο  «Positif».  Εκεί  υπογραμμίζεται  η  λειτουργία  της  «αποστασιοποίησης»  που  έρχεται  να   προσθέσει   στο   θίασο   μια   ολόκληρη   σειρά   από   υφολογικές/δομικές   ιδιαιτερότητες:   από   τους  «μονoλόγους»  και  τη  χρήση  της  λαϊκής  μουσικής,  στο  cadrage  frontal40  και  τη  δόμηση   38 Βλ. υποσηµείωση 33 39 Βλ. υποσηµείωση 33 40 Βλ. υποσηµείωση 19
  • 18.
      18   του  «χώρου»  από  την  κάμερα,  από  τη  σημασία  των  κινήσεων  στην  ουσιαστική  λειτουργία   που  έχει  η  «παράσταση»  της  Γκόλφως  μέσα  στην  «παράσταση»  του  Θιάσου.  Από  την  άλλη   πλευρά,  θα  αρκούσε  να  αναλύσουμε  προσεκτικά  τη  «μετατόπιση  των  τόνων»  στη  σύνθεση   της  μουσικής  παρτιτούρας  της  ταινίας  που  υιοθετεί  ο  Αγγελόπουλος  αντί  της  συνηθισμένης   «κινηματογραφικής   μουσικής»,   για   να   καταλάβουμε   πώς,   μ’   έναν   μπρεχτικό   τρόπο, 41  η   μουσική  έχει  εδώ  μια  λειτουργία  διαμεσολαβητική,  η  οποία,  αντί  να  προβάλλει  το  κείμενο,   το  ερμηνεύει·∙  αντί  να  επιβεβαιώνει  την  ταινία,  την  προϋποθέτει·∙  αντί  να  την  αποσαφηνίζει,   συμμετέχει·∙   αντί   να   «χρωματίζει   την   ψυχική   κατάσταση»,   καταδεικνύει   τη   συμπεριφορά   [ισχύει   για   όλα   το   παράδειγμα   του   μεγάλου   πλάνου-­‐σεκάνς   της   μελωδικής   πρόκλησης   (σεκάνς   60)]:   μ’   άλλα   λόγια,   όπως   ο   Αγγελόπουλος   δούλεψε   πάνω   στο   «κείμενο»   της   ταινίας   (και   το   «κείμενο»   μιας   ταινίας   εμφανίζεται   σαν   ένας   συγκερασμός,   σαν   μια   οπτικοακουστική   πραγματικότητα   όπου   παρεμβαίνουν   πολλαπλά   στοιχεία   «υλικής»   σύνθεσης,   σε   οπτικό   επίπεδο   –το   προφιλμικό   στάδιο,   η   «εικαστική»   διαμόρφωση,   η   «δουλειά»  που  κάνει  η  κάμερα,  οι  διάφορες  δυναμικές  που  χαρακτηρίζουν  το  σύνολο–,  σε   ηχητικό   –οι   διάλογοι,   οι   ήχοι,   η   μουσική–   και   σε   επίπεδα   μικτά),   προσπαθώντας   να   οργανώσει   τα   πάντα   και   σε   όλα   τα   επίπεδα,   έτσι   ώστε   να   μην   είναι   «συναισθηματικό   ή   ηθικολογικό»,  αλλά  να  δείχνει  το  «συναισθηματισμό»  και  την  «ηθική».  Γι’  αυτό  O  θίασος,   παρ’  όλο  που  έχει  στιγμές  «ανθρώπινης  συγκίνησης»  (π.χ.,  ο  τουφεκισμός  του  πατέρα  ή  η   κηδεία   του   Oρέστη)   και   «ιδεολογικής   έντασης»   (π.χ.,   η   ανάγνωση   από   τον   Oρέστη,   τον   Πυλάδη  και  τον  Ποιητή  του  αποσπάσματος  από  το  βιβλίο  του  Λένιν  O  οπορτουνισμός  και  η   κατάρρευση   της   ∆εύτερης   ∆ιεθνούς),   προσέχει   ιδιαίτερα   να   μην   ταανακατέψει   σ’   ένα   αφηγηματικό  continuum42  που  «θα  ενέπλεκε  το  θεατή  στη  σκηνική  δράση»,  ενώ,  αντίθετα,   σκοπεύει   στο   να   τα   «αναπαραστήσει»   για   «να   κάνει   το   θεατή   παρατηρητή»·∙   γι’   αυτό   κι   είναι  ένα  έργο  εντελώς  απαλλαγμένο  τόσο  από  νότες  αμιγούς  συναισθήματος  όσο  και  από   ιδεολογικές   γενικότητες.   Υπάρχει   η   προγραμματική   απόρριψη   οποιασδήποτε   «προσπάθειας  ύπνωσης,  και  σε  καθετί  που  θα  μπορούσε  να  προκαλέσει  άσκοπη  μέθη  και   ψευδαισθήσεις» 43 ,   κάθε   μηχανισμού   που   χρησιμοποιείται   για   να   υποκινήσει   τους   μηχανισμούς   ταύτισης   του   κοινού   και   να   δώσει   εκείνη   την   «εντύπωση   της   πραγματικότητας»   που,   για   τους   θεατές   τούς   διαμορφωμένους   από   τη   βιομηχανία   της   συλλογικής  φαντασίας,  κάνει  τον  κινηματογράφο  μια  κατ’  εξοχήν  «φτηνή  περιπέτεια»,  «ένα   άγγιγμα  μαγικών  χεριών  /  που  τους  τραβάει  μακριά  απ’  τον  κόσμο  που  απαρνήθηκαν  /  και   που  δεν  μπορούν  να  τον  εξουσιάσουν».  Μπορούμε  να  πούμε  –βάζοντας  τη  μία  δίπλα  στην   άλλη  (κι  όχι  τόσο  αυθαίρετα  όσο  θα  μπορούσε  να  φανεί  με  την  πρώτη  ματιά)  δύο  ταινίες   που   αφορμώνται   από   όχι   ανόμοιους   ιστοριογραφικούς,   πολιτικούς   και   ιδεολογικούς   σκοπούς–  πως  το  1900  του  Bertolucci  είναι  ένα  από  τα  τελευταία  «αριστουργήματα»  του   «κινηματογράφου  όπως  είναι»,  ενώ  O  θίασος  του  Αγγελόπουλου  είναι  ένα  από  τα  πρώτα   αριστουργήματα  του  «κινηματογράφου  όπως  θα  έπρεπε  να  είναι».  O  έλληνας  σκηνοθέτης   είναι  άξιος  σεβασμού,  γιατί  μας  έδειξε  πώς  το  «πρέπει  να  είναι»  συνδυάζεται  με  το  «είναι».   Και  σίγουρα,  όποιος  δεν  «μπορεί»,  στην  πραγματικότητα  δεν  «θέλει».       vvv 41 Βλ. υποσηµείωη 20 42 Λατινικά στο κείµενο: συνεχές (Σ.τ.Μ.) 43 Βλ. υποσηµείωση 20
  • 19.
     19   «ΜΙΑ  ΤΕΡΑΣΤΙΑ  ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ  ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ»   Συνέντευξη  του  θ.  Αγγελόπουλου  στον  Μιχάλη  ∆ημόπουλο  και  τη  Φρίντα  Λιάππα1   –  Πότε  αποφασίσατε  να  γυρίσετε  το  Θίασο,  και  πώς  επέδρασαν  σ’  αυτή  σας  την  απόφαση   οι  διάφορες  πολιτικές  εξελίξεις;    –   Η   ταινία   ξεκίνησε   να   γίνει   στην   περίοδο   Μαρκεζίνη,   σ’   εκείνη   την   απόπειρα   «ανοίγματος»,  λίγο  πριν  απ’  το  Πολυτεχνείο.  Oπωσδήποτε,  μιας  και  η  ταινία  κάλυπτε  την   περίοδο  ’39-­‐’52  κι  αναφερόταν  σε  ιστορικά  γεγονότα-­‐  ταμπού,  δύσκολα  θα  περνούσε  από   την  παπαδοπουλική  λογοκρισία.  Ωστόσο,  αποφασίσαμε  να  την  κάνουμε  τότε,  επιχειρώντας   να   εξαντλήσουμε   κάθε   περιθώριο.   Λίγο   πριν   από   το   γύρισμα,   όμως,   συνέβησαν   τα   γεγονότα  του  Πολυτεχνείου  και  το  πραξικόπημα  του  Ιωαννίδη.  Από  κει  κι  έπειτα,  έμπαινε  το   ερώτημα:   «Θα   κάναμε   μια   ταινία   που   δε   θα   παιζόταν   στην   Ελλάδα;   Και   τι   πολιτική   χρησιμότητα  θα  μπορούσε  να  έχει  κάτι  τέτοιο;»  Όταν  το  ερώτημα  αυτό  τέθηκε  και  στον   παραγωγό,   συμφώνησε   κι   αυτός   ότι,   έστω   και   απαγορευμένη,   η   ταινία   θα   μπορούσε   να   χρησιμεύσει  πολιτικά,  ακόμα  και  εξαιτίας  του  ίδιου  του  γεγονότος  της  απαγόρευσής  της,  μα   κι   απ'   το   ότι   θα   παιζόταν   στο   εξωτερικό   και   θα   'χε   κάποια   απήχηση.   Έτσι,   μέσα   στην   περίοδο   τρομοκρατίας   του   Γενάρη-­‐Φλεβάρη   αποφασίστηκε   να   γίνει   η   ταινία   και,   τελικά,   ξέρετε,   κατεχόμαστε   από   ένα   αίσθημα   σχεδόν   πλήρους   περιφρόνησης   απέναντι   στην   έννοια  της  λογοκρισίας,  λες  και  θα  κάναμε  μια  ελεύθερη  ταινία.   –  Ποια  ήταν  η  αφετηρία  σας  για  να  φτιάξετε  αυτή  την  ταινία;   –   Η   αρχική   μου   ιδέα   ήταν   ένας   θίασος   που   γυρίζει   στην   επαρχία·∙   ένα   ταξίδι   μέσα   στον   ελληνικό  χώρο  και  στην  ελληνική  Ιστορία  μέσα  από  ένα  θίασο  που  γυρνά  και  παίζει  θέατρο.   Από  κει  και  πέρα,  ήρθαν  κι  άλλα  στοιχεία  να  «δέσουν»  αυτή  τη  χονδρική  ιδέα,  όπως,  π.χ.,  η   σύνθεσή   της   πάνω   στις   σχέσεις   των   προσώπων   του   μύθου   των   Ατρειδών.   Βρέθηκε   μια   δεδομένη  πλοκή  –πατέρας,  γιος,  κόρες,  εραστής,  η  εξουσία,  τα  παιδιά  τους,  οι  φόνοι–  που   λειτουργεί   σαν   μύθος,   μα   και   σαν   χειροπιαστή   ιστορία.   Έτσι   απέφευγα   την   κατασκευή   προκειμένου  για  μια  τόσο  πυκνή  και  φορτισμένη  ιστορική  περίοδο  όπως  το  ’39-­‐’52,  κι  αφού   ήταν  εξαρχής  για  μένα  δεδομένο  ότι  δε  θα  'φτιαχνα  ένα  εγχειρίδιο  Ιστορίας,  δε  θα  δούλευα   πάνω   στη   βάση   ότι   «έκανα»   Ιστορία.   O   μύθος   των   Ατρειδών   με   βοηθούσε   να   πάρω   το   θίασο  σαν  κύτταρο  και,  μέσα  απ'  αυτόν,  να  δω  όλη  αυτή  την  περίοδο.   Απ'  την  άλλη  μεριά,  όμως,  έχοντας  κάνει  τις  Μέρες  του  '36,  προάγγελο  μιας  δικτατορίας,   μιας   ομολογημένης   δικτατορίας,   έβλεπα   το   Θίασο   σαν   ένα   είδος   συνέχειας   όπου,   ξεκινώντας  από  μια  δικτατορία  που  έλεγε  τ'  όνομά  της,  θα  έφτανα  μέχρι  το  1952  (για  μένα,   το  ’52,  με  τις  τελευταίες  εκτελέσεις,  είναι  το  τέλος  του  Εμφυλίου,  ο  θρίαμβος  της  ∆εξιάς,   του  Παπάγου)·∙  θα  περνούσα,  δηλαδή,  από  την  ομολογημένη  δικτατορία  ενός  στρατηγού   στη  μη  ομολογημένη  δικτατορία  ενός  στρατάρχη,  που  όλοι  σχεδόν  οι  Έλληνες,  μετά  από   κείνη  την  κοσμογονία,  αναγκάστηκαν  να  δεχτούν  σαν  ελευθερωτή.   Αντιμετώπιζα  κυρίως  δύο  προβλήματα:  πρώτον,  τις  δυσκολίες  στη  δόμηση  ενός  τεράστιου   υλικού·∙  και  δεύτερον,  πώς  ν'  αποφύγω  τις  συμβατικές  εικόνες  που  έχουν  περάσει  μέσα  από   ταινίες   κι   αφηγήσεις:   πείνα...   θανατικό...   διώξεις...   Γι'   αυτό   και   η   ταινία   ξεκινά   και   πατά   πάνω  στο  ’52,  πάνω  στην  προεκλογική  εκστρατεία  του  Παπάγου.  Βασικά  μ'  ενδιέφεραν  οι   1 «Σύγχρονος Κινηµατογράφος», τχ. 1, Αύγουστος-Σεπτέµβριος 1974
  • 20.
      20   άνθρωποι  που  ήταν  αντίθετοι  στη  δικτατορία  του  Μεταξά,  που  έκαναν  τον  πόλεμο  του  ’40,   μπήκαν  στο  ΕΑΜ,  ανέβηκαν  στο  βουνό,  κι  όλοι  εκείνοι  που,  νέοι  κι  ανυποψίαστοι  το  ’39,   αναγκάστηκαν  από  τα  γεγονότα  να  πάρουν  θέση  και  να  φτιάξουν,  όλοι  μαζί  τη  «γενιά  της   Αντίστασης»  –  απ'  τη  μεριά  της  Αριστεράς,  φυσικά.   Στην   ταινία,   αυτή   η   «γενιά   της   Αντίστασης»   συμπυκνώνεται   σε   τρεις   περιπτώσεις,   τρία   πρόσωπα:  τον  οργανωμένο  «αριστερό»  του  ’39  και  δύο  νεότερους,  μα  υποψιασμένους,  που   μπαίνουν   όλοι   στην   Αντίσταση,   ανεβαίνουν   στο   βουνό,   κάνουν   το   δεύτερο   αντάρτικο,   πιάνονται.  O  ένας  πάει  σε  ξερονήσι  και  βγαίνει  με  δήλωση  το  ’50.  O  άλλος  εκτελείται  το  ’51   γιατί   δεν   παρέδωσε   τα   όπλα.   Κι   ο   τρίτος,   έχοντας   κι   αυτός   συλληφθεί,   αρρωσταίνει   και   βγαίνει  απ’  τη  φυλακή  μ’  αυτό  που  σήμερα  θα  λέγαμε  «ανήκεστον  βλάβην»,  για  να  μείνει   μ’  αυτό  που  θα  μπορούσαμε  να  το  ονομάσουμε  «τραύμα  της  επανάστασης».  Αυτός  έχει   μείνει   στο   ’44   και   κάνει   μια   συνεχή   μετάθεση   του   ’44   προς   τα   μπρος·∙   μιαν   ατελείωτη   προβολή  του  ’44  προς  το  μέλλον.  Θα  'λεγα  ότι  ολόκληρη  η  ταινία  είναι  φορτισμένη  μ’  αυτό   το  «τραύμα  τής  επανάστασης»,  που  το  κουβαλάνε  όλα  τα  πρόσωπα  του  έργου,  είτε  έχουν   κάνει  δήλωση  είτε  όχι·∙  είτε  εκτελούνται,  είτε  τρελαίνονται.   –  Λέτε  πως  χρησιμοποιήσατε  το  μύθο  των  Ατρειδών  για  ν'  αποφύγετε  την  κατασκευή.  ∆ε   φοβηθήκατε  μήπως  ο  μύθος  αυτός,  που  αντιπροσωπεύει  κάτι  αρχέγονο,  κάτι  πολύ  βαθιά   ριζωμένο   μέσα   στον   πολιτισμό,   τελικά   λειτουργήσει   αντίστροφα;   Μήπως   βαρύνει   υπερβολικά  την  ταινία  μ'  έναν  μοιρολατρικό,  υπερβατικό  χαρακτήρα,  κι  αποβεί  έτσι  εις   βάρος   της   ταινίας;   Γιατί   μπορεί   εσείς   να   θέλετε   να   ιστορικοποιήσετε   το   μύθο,   εντάσσοντάς  τον  στην  ταινία  σαν  σχήμα,  παίρνοντάς  τον  σαν  μοντέλο,  αλλά  ο  μύθος  να   λειτουργεί  διαφορετικά.  Έπειτα,  δεν  πιστεύετε  ότι  η  ύπαρξη  του  μύθου  μπορεί  να  δώσει   σε  ορισμένους  την  ευκαιρία  να  μιλήσουν  για  «νέα  ερμηνεία»  του;   –  Πρώτα  απ'  όλα,  ο  μύθος  στην  ταινία  δεν  είναι  παραφορτωμένος.  Oνόματα  δεν  υπάρχουν.   ∆εν  υπάρχει  Αγαμέμνονας,  Ηλέκτρα,  Πυλάδης...  κ.λπ.·∙  ούτε  καν  Νίκος  ή  Παύλος.  Μόνο  το   όνομα   Oρέστης   ακούγεται.   Για   μένα,   όμως,   ο  Oρέστης   αντιπροσωπεύει   μάλλον   μια   ιδέα   παρά  ένα  πρόσωπο.  Αποτελεί  την  ιδέα  της  επανάστασης  προς  την  οποία  τείνουν  όλα  τα   πρόσωπα.  Πολλά  από  τα  πρόσωπα  της  ταινίας  έχουν  μια  σχεδόν  ερωτική  σχέση  μ’  εκείνον,   κι  αυτή  η  σχέση  δεν  είναι  άλλη  από  τον  έρωτα  με  την  ιδέα  της  επανάστασης.  O  Oρέστης   είναι   το   μόνο   πρόσωπο   που   παραμένει   ακέραιο,   που   κρατά   με   συνέπεια   ένα   σκοπό   και   πεθαίνει  γι'  αυτόν.   –  O  Oρέστης  είναι  αυτός  που  δεν  κατεβαίνει  απ'  το  βουνό;    –  Ναι·∙  είναι  αυτός  που  σκοτώνει  τη  μάνα  του  και  τον  εραστή  της  πάνω  στη  σκηνή,  την  ώρα   που  παίζουν  την  Γκόλφω·∙  είναι  αυτός  που,  αργότερα,  δεν  παραδίνει  τα  όπλα,  πολεμά  στο   δεύτερο   αντάρτικο,   πιάνεται   και   εκτελείται   στη   φυλακή.   Υπάρχουν   στην   ταινία   και   δύο   αφηγήσεις  που  δεν  έχουν  καμία  σχέση  με  το  χρόνο  τον  οποίο  καλύπτει  η  ταινία:  η  αφήγηση   για  την  καταστροφή  του  ’22  και  η  αφήγηση  για  τη  μάχη  της  Γραβιάς,  η  οποία  είναι  μάλλον   μια  ανάγνωση  που  κάνει  ένα  μικρό  παιδί  από  το  αναγνωστικό  του  ∆ημοτικού.  Έχω  κάνει   δηλαδή  μια  προσπάθεια  ν'  ακουμπήσω  ό,τι  είναι  πιο  κοντά  στη  ρίζα  της  καταγωγής  μας.   Κάτι  τέτοιο,  βέβαια,  δεν  καλύπτεται  από  την  ταινία.  Λειτουργεί,  πάντως,  σαν  υπόβαθρο,   σαν  ένα  μυστικό  ρεύμα  που  δουλεύει  υπόγεια  μέσα  της.  Έτσι  περίπου  δουλεύει  κι  ο  μύθος:   από  κάτω,  υπόγεια,  κι  όχι  στην  επιφάνεια,  σαν  μύθος  που  φορτώνει  την  ταινία.    
  • 21.
      21   –  Εδώ  γεννάται  ένα  πολύ  ενδιαφέρον  ερώτημα  σχετικά  με  το  σενάριο:  Το  σενάριο,  για   σας,  δεν  είναι  ένα  «τέχνασμα»,  αλλά  η  διασταύρωση,  η  οργάνωση  ορισμένων  ιστορικών,   ιδεολογικών  κειμένων  που  προϋπάρχουν;    –  Τα  κείμενα  αυτά,  που  λέτε,  είναι  βασικά  τρεις  αφηγήσεις  από  τρία  πρόσωπα  της  ταινίας   που,   κάποια   στιγμή,   «βγαίνουν»   απ'   το   μύθο,   έρχονται   μπροστά   στη   μηχανή   και   αφηγούνται,   όπως   κάνουν   πολλά   πρόσωπα   στο   θέατρο   του   Brecht.   Είναι,   λοιπόν,   τρία   κείμενα,  που  χωρίζουν  την  ταινία  στα  τρία:  το  πρώτο  (για  το  ’22)  δε  συμμετέχει  καθόλου   στο  μύθο,  στην  πορεία  της  ταινίας·∙  το  δεύτερο,  για  το  ∆εκέμβρη,  είναι  και  μέσα  και  έξω  από   το  μύθο  –  μ'  άλλα  λόγια,  εκτός  από  το  να  τα  βλέπουμε,  ακούμε  κι  ένα  ντοκιμαντέρ  λόγου·∙   το  τρίτο,  τέλος,  για  τη  Μακρόνησο,  είναι  απολύτως  ενταγμένο  στο  μύθο,  γιατί  το  πρόσωπο   που  το  λέει,  έχει  μόλις  επιστρέψει  από  κει.  Αυτά  είναι  τα  τρία  κείμενα  που  σας  έλεγα.  Απ'   την   άλλη,   όμως,   υπάρχει   και   το   κείμενο   της   Συμφωνίας   της   Βάρκιζας,   το   κείμενο   του   αναγνωστικού  που  ανέφερα  πριν,  τα  τραγούδια  που  δεν  παίζουν  συνοδευτικό  ρόλο,  αλλά   αφηγούνται  και  λειτουργούν  σαν  κείμενα.     –  Μ’  άλλα  λόγια,  έχουμε,  απ'  τη  μια  μεριά  το  αρχικό  μυθικό  κείμενο,  που  λειτουργεί  σαν   αφηγηματική  υποδομή  μέσα  στην  ταινία,  παραπέμποντας  στην  αντίθεση  μύθου-­‐Ιστορίας,   κι  από  την  άλλη,  ορισμένα  ιστορικά  κείμενα,  όπως  το  κείμενο  για  το  ’22,  το  ∆εκέμβρη,  τη   Μακρόνησο...    –  Ναι,  αλλά,  ταυτόχρονα,  αυτά  τα  τρία  βασικά  κείμενα  κάνουν  κι  ένα  είδος  διαχρονικού   περάσματος:  το  κείμενο  του  ’22  λέγεται  το  ’40,  αφορά  στο  ’22  και  λέγεται  μπροστά  στη   μηχανή·∙  δηλαδή,  το  ’74.  Μα  και  τ'  άλλα  κείμενα  κάνουν  ένα  τριπλό  διαχρονικό  πέρασμα.   –   ∆εν   πιστεύετε   ότι   υπάρχει   μια   αντίφαση   ανάμεσα   στα   κύρια   πρόσωπα   της   ταινίας   (Ηλέκτρα,   Oρέστης,   Αγαμέμνονας,   Αίγισθος,   Κλυταιμνήστρα),   που   εντάσσονται   στο   μοντέλο   του   τραγικού   μύθου   κι   είναι   προκαθορισμένα   ν'   αναπαράγουν   τις   τυπικές   σχέσεις  του  μοντέλου,  και  στην  προσπάθειά  σας  να  τα  ιστορικοποιήσετε,  εντάσσοντάς  τα   σ'   ένα   δεδομένο   ιστορικό   πλαίσιο;   Μ’   άλλα   λόγια,   δε   φοβηθήκατε   μήπως   αυτές   οι   τυπικές   σχέσεις   επηρεάσουν   την   ιστορικοπολιτική   σας   ανάλυση   και   σας   οδηγήσουν   σε   μια  σχηματικότητα  των  προσώπων;   –  Τα  κίνητρα  των  προσώπων  είναι  διαφορετικά·∙  οι  ιδέες  που  τα  κινούν,  είναι  ιδέες  ενός   άλλου  ιστορικού  χώρου.  Είναι  η  Ιστορία  που  επεμβαίνει  στα  πρόσωπα  και  τα  αλλοιώνει,  τα   μεταλλάσσει.  Υπάρχουν  αντιφάσεις  μέσα  στα  πρόσωπα,  αλλά  δε  φτάνουν  σ’  ένα  επίπεδο   ψυχολογίας·∙  οι  πράξεις  τους  δεν  ερμηνεύονται  μέσα  από  έναν  ψυχολογισμό.  Κρατάω  τα   πρόσωπα   λίγο   σχηματικά   (σαν   σημεία,   αν   θέλετε),   κι   αυτό   με   βοηθάει   να   καθορίσω   περισσότερο   τα   ιστορικά   πλαίσια   μέσα   στα   οποία   κινούνται.   O   Αίγισθος,   π.χ.,   αντιπροσωπεύει   στην   ταινία   τον   οπαδό   της   4ης   Αυγούστου   που,   μετά,   περνάει   σε   μια   ψευτοσυνεργασία  με  τους  Γερμανούς  και  που  μέσα  του  λειτουργεί  και  η  έννοια  εξουσία,   αφού   αναλαμβάνει   τη   διεύθυνση   του   θιάσου   μετά   το   θάνατο   του   Αγαμέμνονα.   Αν   επιχειρούσα   να   του   βρω   κίνητρα,   θα   έκανα   ένα   ψυχολογικό   έργο   πάνω   στις   αιτίες   που   οδήγησαν  τον  Αίγισθο  να  είναι  έτσι,  πράγμα  που  δε  μ’  ενδιαφέρει.   –  Τα  πρόσωπα,  τελικά,  είναι  φορείς  Ιστορίας;  
  • 22.
      22    –  Ακριβώς,  και  δε  μ’  ενδιαφέρουν  σαν  χαρακτήρες·∙  μ'  ενδιαφέρουν  σαν  φορείς·∙  έτσι  όπως   θα   το   αντιμετώπιζε,   ας   πούμε,   ένα   επικό   έργο,   αν   κάναμε   μιαν   αντιστοιχία   με   το   επικό   θέατρο  του  Brecht,  όπου  δεν  υπάρχουν  ψυχολογικές  ερμηνείες.   –   Πώς   δουλέψατε   το   σενάριο;   Πώς   οργανώσατε   τη   δουλειά   σας   στο   επίπεδο   της   μυθοπλασίας;   –  Προσπάθησα  κατ’  αρχάς  να  χρησιμοποιήσω  σαν  πλατφόρμα  το  1952  και,  ξεκινώντας  απ'   αυτό,  να  κάνω  επιστροφές  προς  τα  πίσω  –επιστροφές,  όμως,  που  δε  γίνονται  με  την  έννοια   του  κλασικού  φλασμπάκ,  δεν  είναι  μνήμη  ενός  συγκεκριμένου  προσώπου·∙  είναι  συλλογική   μνήμη,   πράγμα   που   μου   έδινε   συνεχώς   τη   δυνατότητα   να   αντιπαραθέτω   το   ’52   με   το   συγκεκριμένο  ιστορικό  γεγονός  που  αναφερόταν  στο  παρελθόν.  Η  ταινία  αρχίζει  το  ’52,  και   το  τελευταίο  πλάνο  της  είναι  το  ’39·∙  γίνεται,  δηλαδή,  μια  περίεργη  κάθοδος.  Στο  τελευταίο   πλάνο   βλέπουμε   όλα   τα   πρόσωπα   του   θιάσου,   που   άλλα   έχουν   πεθάνει,   άλλα   έχουν   γεράσει,  σκορπίσει,  έχουν  βγει  απ'  τη  φυλακή,  κι  όλα  μαζί  έρχονται,  σταματάνε  μπροστά   στο  φακό,  κι  ακούγεται  από  τον  αφηγητή  ένα  μικρό  σχόλιο,  που  υπάρχει  και  στην  αρχή  της   ταινίας:  «Φθινόπωρο  του  ’39  φτάσαμε  στο  Αίγιο.  Ήμαστε  κουρασμένοι.  Είχαμε  δυο  μέρες   να  κοιμηθούμε».  Αυτά  τα  πρόσωπα  έρχονται  με  μια  κάποια  ελπίδα,  έρχονται  ανοιχτά  σε   οτιδήποτε,   αλλά   εμείς   ξέρουμε   τι   συνέβη   μετά,   τι   απέγιναν   αυτά   τα   πρόσωπα.   Είναι,   δηλαδή,  σαν  μια  τεράστια  οικογενειακή  φωτογραφία.  Αυτή  ήταν  η  αρχική  δομή  που  μου   έδινε  μια  δυνατότητα  επιλογής  απέναντι  στα  ιστορικά  γεγονότα,  πράγμα  που  δε  θα  μου  το   επέτρεπε  μια  γραμμική  αφήγηση.   –  Με  ποιον  τρόπο  επιλέξατε  τα  γεγονότα,  και  πώς  αυτά  περνάνε  στην  ταινία;    –   Υπάρχουν   ορισμένες   ημερομηνίες,   ορισμένα   γεγονότα,   που   είναι   πολύ   δυνατά   και   βγαίνουν  αμέσως  στην  επιφάνεια.  Ξεκινώντας  απ'  το  ’39,  το  πρώτο  γεγονός  που  συναντάμε   μπροστά  μας,  είναι  η  κήρυξη  του  πολέμου.  Αυτό  είναι  ένα  γενικό  στοιχείο  και  δίνεται  με   μια   καθολική   συμμετοχή   του   θιάσου   και   του   λαού   σ'   ένα   πανηγύρι·∙   το   δεύτερο   είναι   η   εισβολή   των   Γερμανών,   που   δίνεται   με   την   παράδοση   σ'   αυτούς   μιας   μικρής   ελληνικής   φρουράς·∙  το  τρίτο,  η  Απελευθέρωση,  που  δίνεται  επίσης  με  μια  λαϊκή  έκρηξη·∙  τέταρτο,  ο   ∆εκέμβρης  και  η  παράδοση  των  όπλων·∙  ακολουθούν  ο  Εμφύλιος  και  οι  εκλογές  του  ’52.  Από   κει  κι  έπειτα,  διάλεξα  εκείνα  τα  στοιχεία  που  έβγαζαν  στην  επιφάνεια  το  ειδικότερο  λαϊκό   χαρακτηριστικό. Έτσι,  δε  βλέπω  το  ∆εκέμβρη  μέσα  απ'  τις  αποφάσεις  της  ηγεσίας  ή  απ'  τα   «γιατί»  που  τον  προσδιορίζουν,  αλλά  μέσα  απ'  την  απήχηση,  μέσα  απ'  τη  διάσταση  που   πήρε   μέσα   στον   κόσμο.   Για   το   λαό,   ο   ∆εκέμβρης   ήταν   μια   λαϊκή   επανάσταση   που   δεν   ολοκληρώθηκε,  δεν  τελείωσε.  Γιατί;  Υπάρχουν  άλλα  γεγονότα  που  προσδιορίζουν  το  γιατί·∙   δεν  τα  βάζω  μέσα,  δε  βάζω  στην  ταινία  το  γιατί  ο  ΕΛΑΣ  δεν  μπήκε  στην  Αθήνα,  ούτε  αυτά   που  ξέρουμε  μετά  σαν  ιστορικό  φόντο  της  εποχής.  Τα  γεγονότα  είναι  πάντα  ιδωμένα  απ'  τη   μεριά  του  λαϊκού  στοιχείου  και  περνάνε  μέσα  απ'  αυτό,  έτσι  που  η  ταινία  γίνεται  μάλλον   επική  παρά  μια  ταινία  κριτικής  ιστορικής  ανάλυσης.   –  Το  σεξουαλικό  στην  ταινία  κατέχει  προνομιακή  θέση,  πράγμα  που  δεν  συνέβαινε  στις   προηγούμενες  ταινίες  σας,  τουλάχιστον  τόσο  χτυπητά.  Πώς  δίνεται  μέσα  στην  ταινία  η   σχέση  του  σεξουαλικού  με  το  πολιτικό;  Αναγκάζεστε,  π.χ.,  να  τοποθετήσετε  σε  μιαν  άλλη   σκηνή,  σεξουαλική  αυτή  τη  φορά,  ορισμένες  από  τις  συγκρούσεις  που  σε  άλλα  σημεία  τις   αντιμετωπίζετε  είτε  από  πολιτική  είτε  από  οικονομική  άποψη;  
  • 23.
      23   –   Για   μένα,   το   σεξουαλικό   στοιχείο   αντιπροσωπεύει   το   προσωπικό.   Θέλω   να   πω,   ότι   η   σχέση,   π.χ.,   Αίγισθου   και   Κλυταιμνήστρας,   και   ο   τρόπος   που   αυτή   η   σχέση   επιδρά   στην   Ηλέκτρα,  ξεκινά  από  το  προσωπικό.  Αυτό,  όμως,  από  ένα  σημείο  και  μετά,  παύει  να  είναι   προσωπικό,  γιατί  ο  Αίγισθος  δεν  είναι  απλώς  ο  εραστής  της  μάνας  της,  αλλά  και  χαφιές·∙   επομένως,   το   επίπεδο   γίνεται   πολιτικό.   Άλλωστε,   η   δολοφονία   του   πάνω   στη   σκηνή   δε   γίνεται  επειδή  ήταν  εραστής  της  Κλυταιμνήστρας  ή  επειδή  θα  μπορούσε  να  'χει  σκοτώσει   τον  Αγαμέμνονα,  αλλά  επειδή  πρόδωσε  τον  Αγαμέμνονα  και  το  γιο  του  στους  Γερμανούς  –   είναι,   δηλαδή,   σε   καθαρά   πολιτικό   επίπεδο.   Το   ίδιο   συμβαίνει   και   με   το   βιασμό   της   Ηλέκτρας.  Ένας  βιασμός  έχει  ένα  κεντρικό  σεξουαλικό  στοιχείο·∙  επειδή  όμως  γίνεται  από   χίτες  κι  είναι  βιασμός-­‐ανάκριση,  αποκτά  και  μια  πολιτική  σημασία.  Στην  ταινία  υπάρχει  και   η   έννοια   της   πορνείας.   Η   Χρυσόθεμη   γίνεται   πρώτα   πόρνη,   και   μετά   παντρεύεται   έναν   αμερικανό  λοχία.  O  γάμος  της  με  τον  Αμερικανό  δεν  είναι  μόνο  η  λύση  ενός  προβλήματος,   αλλά  και  το  ξεπούλημα  ορισμένων  πραγμάτων.  Το  σεξουαλικό,  δηλαδή,  ανάγεται  πάντα  σ'   ένα  επίπεδο  πολιτικό-­‐ιδεολογικό.   –  Στην  ταινία  σας  υπάρχει  και  μια  άλλη  διάσταση:  η  θεατρική.  Τι  αντιπροσωπεύει  στην   ταινία  η  παράσταση  της  Γκόλφως;    –  Η  λειτουργία  της  Γκόλφως  στην  ταινία  μπορεί  να  θεωρηθεί  πολλαπλή:  Είναι  η  δουλειά   τού  θιάσου  (με  την  έννοια  του  μεροκάματου),  είναι  η  τέχνη  (παίζουν  θέατρο)  κι  είναι  κι  ένα   κείμενο,  όπως  ο  μύθος  των  Ατρειδών.  Ως  κείμενο,  όμως,  βιάζεται,  δεν  παίζεται  ολόκληρο,   συνεχώς   διακόπτεται   ή   αποκτά   άλλες   σημασίες   με   την   παρέμβαση   της   Ιστορίας.   Μια   φράση,   π.χ.,   από   την   Γκόλφω   («Μη   λάχει   και   μας   βλέπουνε;»)   παύει   πια   ν'   ανήκει   αποκλειστικά  στο  κείμενο  της  Γκόλφως  και  γίνεται  ένα  ερωτηματικό  για  την  ίδια  την  τύχη   των  προσώπων  τής  ταινίας.  –  Φαίνεται  ότι  η  Γκόλφω  είναι  το  μοναδικό  έργο  στο  ρεπερτόριο   του  θιάσου,  το  μοναδικό  τους  έργο,  που  το  παίζουν  από  πόλη  σε  χωριό.  Αν  δεχτούμε  ότι  η   Γκόλφω   λειτουργεί   σαν   ένα   κλασικό   σχήμα,   που   από   πολιτική   άποψη   καμουφλάρει   τις   βασικές   ταξικές   αντιθέσεις,   μεταθέτοντάς   τες   στο   ερωτικό   πεδίο,   δε   φοβηθήκατε   μήπως   αυτή  η  ιδεολογική  «εξαπάτηση»  έρχεται  σε  αντίθεση  και  με  το  «πιστεύω»  ορισμένων  μελών   του  θιάσου;   –  Η  Γκόλφω,  φυσικά,  είναι  μια  σύμβαση,  ένα  είδος  προσαρμογής  στον  ελληνικό  χώρο  του   μύθου  του  Ρωμαίου  και  της  Ιουλιέτας.  Όσο  για  την  «ιδεολογική  εξαπάτηση»  που  λέτε,   γίνεται   εντελώς   ασυνείδητα:   οι   ηθοποιοί,   παίζοντας   την   Γκόλφω,   προσπαθούν   να   βγάλουν  το  ψωμί  τους  με  κάτι  που  έχει  πέραση  στο  κοινό  στο  οποίο  απευθύνονται.   –   Αυτά   ως   προς   το   πολιτικό-­‐ιδεολογικό   μέρος   της   Γκόλφως.   Ας   δούμε   τώρα   το   θέμα   της   αναπαράστασης·∙   ας   δούμε,   δηλαδή,   γενικότερα   τη   σχέση   θεάτρου-­‐κινηματογράφου.  –   Προβληματίστηκα   πολύ   πάνω   σ'   αυτή   τη   σχέση...   στην   έννοια   του   θεάτρου.   O   ηθοποιός   υποδύεται   το   ρόλο   του   ηθοποιού   –   μάσκες,   μακιγιάζ,   αλλαγές   ρούχων:   στοιχεία   πολύ   σημαντικά  γι'  αυτή  την  προοπτική.  Ας  πάρουμε  ένα  παράδειγμα  αλλαγής  ρούχων:  όταν  ο   Εγγλέζος,   π.χ.,   παίρνει   το   φέσι   του   ηθοποιού   και   το   φοράει,   ανταλλάσσοντάς   το   με   το   καπέλο  του,  υπάρχει  μια  ένταξή  του  μέσα  στην  ίδια  την  Γκόλφω,  κι  όταν  οι  Εγγλέζοι  παίζουν   μπροστά  στο  πρόχειρο  σκηνικό  και  τραγουδάνε  το  «Tipperary»,  οι  πραγματικοί  ηθοποιοί   του  θιάσου  γίνονται  πια  θεατές.  Στη  θέση  όπου,  πριν,  ήταν  πεσμένη  η  Γκόλφω,  νεκρή,  τώρα   πέφτει  νεκρός  ένας  Εγγλέζος,  χτυπημένος  από  σφαίρα,  κι  είναι  σαν  να  παίζει  αυτός  πια  το   ρόλο  τής  Γκόλφως.  Υπάρχουν  συνεχείς  αναδιπλώσεις  μέσα  στην  ταινία:  αυτό  θέλω  να  πω.  Η   Γκόλφω  δεν  αφήνεται  ελεύθερη·∙  κι  όταν  ακόμα  παίζεται,  παίζεται  αλλιώς  κάθε  φορά,  γιατί  
  • 24.
      24   επεμβαίνουν  συνεχώς  στοιχεία  απ'  την  πολιτική  κατάσταση.   –  Ξεκινήσατε  με  μια  καθορισμένη  αισθητική  αρχή  στο  φτιάξιμο  της  ταινίας;   –   Σε   αντίθεση   με   αυτούς   που   νομίζουν   ότι   ξεκινάω   από   ένα   διάγραμμα   εντελώς   καθορισμένο  πριν  από  το  γύρισμα,  έχω  να  πω  ότι  αυτοσχεδιάζω  αρκετά.  Υπάρχει  ακόμα  μια   αισθητική   που   βγαίνει   από   μένα   τον   ίδιο   και   δεν   την   καθορίζω   λογικά·∙   δε   λέω   δηλαδή:   «Πρέπει  να  κάνω  αυτό  γι'  αυτόν  το  λόγο».   Η   ταινία   είναι   κατ'   εξοχήν   συντεθειμένη   πάνω   σε   πλάνα-­‐σεκάνς   (μεγάλα   πλάνα   με   πολλαπλές   δράσεις   ανάμεσα)   και   στατικά   πλάνα   (τα   πλάνα   των   αφηγήσεων).   Επειδή   με   ενδιέφερε  να  υπάρχει  μια  αίσθηση  ροής  σ'  όλη  την  ταινία,  που  πολλές  φορές  να  μην  είναι   άμεσα  ορατή,  η  μηχανή  ήταν  πάνω  στο  καρέλο  του  τράβελινγκ,  εκτός  αν  αυτό  αντικειμενικά   δεν  μπορούσε  να  γίνει.  Σκέφτηκα  να  «δω»  εντελώς  μετωπικά  όχι  μόνο  το  θέατρο  (με  τη   μηχανή  ακίνητη  απέναντι  στη  σκηνή  του  θεάτρου),  αλλά  και  τις  τρεις  αφηγήσεις.   Αν  θέλαμε  να  απαριθμήσουμε  τις  βασικές  αισθητικές  αρχές  της  ταινίας,  θα  'λεγα  ότι,  όσον   αφορά  στο  ντεκουπάζ,  αυτές  είναι:  συνεχή  τράβελινγκ,  κομμένα  από  μεγάλα  στατικά  πλάνα   που  είτε  είναι  θέατρο,  είτε  αφηγήσεις.  Από  την  άλλη,  όλη  η  ταινία  έχει  δουλευτεί  πάνω   στην   έννοια   του   πλάνου-­‐σεκάνς·∙   μ'   άλλα   λόγια,   δε   γίνονταν   ποτέ   δύο   πλάνα   εκεί   που   μπορούσε  να  γίνει  ένα.   –  Το  πλάνο-­‐σεκάνς,  δηλαδή,  λειτουργεί  συνθετικά…    –  Βέβαια!  Κάθε  πλάνο  σημαίνει  πολλά  πράγματα  μαζί.  Γίνεται,  αν  θέλετε,  ένα  είδος  μοντάζ   μέσα  στο  πλάνο.   –  Και  πιστεύετε  ότι  βοηθάει  αυτό,  σε  σχέση  με  το  κλασικό  μοντάζ;   –  Ναι.  Νομίζω  πως  το  μοντάζ  σε  παρασύρει  όπου  θέλει  αυτό  (αναφέρομαι,  φυσικά,  στο   ιδεολογικό   μοντάζ   του   Αϊζενστάιν),   ενώ   το   πλάνο-­‐σεκάνς   σου   αφήνει   περισσότερη   ελευθερία,  καθώς  απαιτεί  ένα  θεατή  πιο  ενεργητικό.  Από  την  άλλη,  πιστεύω  ότι  υπάρχει  κι   ένα  πρόσθετο  διαλεκτικό  στοιχείο  στο  πλάνο-­‐σεκάνς  που  δεν  υπάρχει  στο  μοντάζ:  η  έννοια   του  κενού  κάδρου.    –  Μέσα  στο  πλάνο-­‐σεκάνς,  δηλαδή,  ενυπάρχει  η  έννοια  του  μοντάζ,  με  τη  μόνη  διαφορά   πως,   βάζοντας   όλα   τα   στοιχεία   μέσα   στο   ίδιο   πλάνο,   ενεργοποιείται   περισσότερο   όχι   μόνο  το  πλάνο,  αλλά  και  η  στάση  του  θεατή  απέναντι  σ'  αυτό...    –  Για  μένα,  η  ενότητα  του  χώρου  και  του  χρόνου,  πέρα  από  το  γεγονός  ότι  είναι  μια  φυσική   μου  κατάσταση,  είναι  πολύ  σημαντική  από  την  εξής  άποψη:  δε  βιάζω  τον  εσωτερικό  ρυθμό   της  ταινίας  με  το  μοντάζ.  Επιπλέον,  όταν  αλλάζεις  πλάνο  και  δείχνεις  κάτι  άλλο,  είναι  σαν   να  λες:  «∆είτε  κι  αυτό,  δείτε  κι  αυτό»,  ενώ,  κρατώντας  το  ίδιο  πλάνο,  αφήνεις  μεγαλύτερη   ορατότητα  στο  θεατή,  τον  αφήνεις  να  επιλέξει  και  να  συνθέσει  ο  ίδιος  μέσα  στο  πλάνο  τα   πιο  δυνατά  του  στοιχεία.  Ταυτόχρονα,  η  διαλεκτική  σύνθεση  των  διαφόρων  στοιχείων  είναι   πολύ  πιο  σημαντική,  μιας  και  τα  στοιχεία  ενυπάρχουν  την  ίδια  στιγμή:  δεν  τα  απομονώνεις   για  να  τα  ξαναδώσεις.   –  Θα  θέλατε  να  μας  πείτε,  τελειώνοντας,  ποιες  δυσκολίες  συναντήσατε  στο  γύρισμα;  
  • 25.
      25   –   Αρχικά,   δυσκολίες   καιρού.   Ξεκινώντας   αυτή   την   ταινία,   επιδίωξα   να   γυριστεί   όλη   με   συννεφιά.  Μου  ήταν  δύσκολο  να  φανταστώ  Κατοχή  με  ήλιο.  Στην  Ελλάδα,  όμως,  ο  ήλιος   μπαίνει-­‐βγαίνει  όποτε  θέλει,  χειμώνα-­‐καλοκαίρι.  Αυτό  ήταν  η  μεγαλύτερη  ταλαιπωρία.  Απ'   την  άλλη  μεριά,  υπήρχε  το  πρόβλημα  των  ρακόρ.  Σε  μια  σκηνή,  π.χ.,  που  άρχιζε  εδώ  και   συνεχιζόταν   στην   Άμφισσα,   έπρεπε   να   βρεθούν   οι   σχέσεις   ρακόρ   ανάμεσα   στους   δύο   χώρους.   Υπήρχαν   κι   άλλα   προβλήματα,   πρακτικά,   που   είχαν   σχέση   με   το   κόστος   παραγωγής.  Για  να  καλύψει  η  παραγωγή  τις  ενδυματολογικές  και  χρωματικές  ανάγκες  της   ταινίας,  τις  ανάγκες  σε  χώρους  και  σε  ανθρώπους,  θα  'πρεπε  να  'χει  έναν  προϋπολογισμό   10   εκατομμυρίων.   Κι   από   πάνω,   υπήρχε   κι   ο   φόβος   μας   που   γυρίζαμε   μια   τέτοια   ταινία   μέσα  στις  πολιτικές  συνθήκες  που  επικρατούσαν  εκείνη  την  περίοδο.     vvv
  • 26.
     26   ΝΑΓΚΙΣΑ  ΟΣΙΜΑ   Η  ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΗΣΗ  ΤΗΣ  ΕΛΠΙΔΑΣ1   Τι  όνομα  τέλος  πάντων  θα  μπορούσε  να  δώσει  κανείς  σε  μια  τέτοια  κινηματογράφηση;   Παράδειγμα:   Τέλος   του   1944.   Τα   γερμανικά   στρατεύματα   κατοχής   αποσύρονται.   Παραλήρημα   χαράς   για   την   απελευθέρωση.   Τα   πλήθη,   συγκεντρωμένα   στην   Πλατεία   Συντάγματος,  απ’  όπου  αντηχεί  το  τραγούδι  τους.  Η  μηχανή  παρακολουθεί  τη  σκηνή  από   πίσω.   Αγγλικές,   αμερικανικές   και   ρωσικές   σημαίες   υψώνονται   σαν   σύμβολα   της   απελευθέρωσης.   Αναπάντεχοι   πυροβολισμοί   διακόπτουν   το   τραγούδι,   και   το   πλήθος   σκορπίζει   πανικόβλητο   στους   γύρω   δρόμους.   Η   μηχανή   αρχίζει   να   στρέφεται   αριστερά,   παρακολουθώντας  τους  ανθρώπους  στο  φευγιό  τους.  Oι  φιγούρες  έχουν  πια  χαθεί,  όμως  η   μηχανή  εξακολουθεί  να  στρέφεται,  κι  όταν  έχει  συμπληρώσει  τις  360  μοίρες,  ξαναβρίσκει   την  πλατεία.   Τρία-­‐τέσσερα  πτώματα.   ΠΩΣ  ΑΙΧΜΑΛΩΤΙΖΕΤΑΙ  Η  ΙΣΤOΡΙΑ.   Συνήθως,  ακόμα  και  σε  αριστοτεχνικές  ταινίες,  το  πράγμα  σταματά  εδώ. Όμως  ο  Θόδωρος   Αγγελόπουλος  δε  σταματά  εδώ.  Για  ένα  μεγάλο  διάστημα,  σχεδόν  υπερβολικό,  η  μηχανή   συνεχίζει  να  παρατηρεί  την  πλατεία  και  τα  πτώματα.  Σε  λίγο,  εμφανίζεται  ένας  Σκοτσέζος   που  παίζει  γκάιντα·∙  δρασκελάει  τα  πτώματα  και  χάνεται.   Ξαφνικά,   ένα   απ'   τα   πτώματα   σηκώνεται   και   το   βάζει   στα   πόδια.   Είναι   ένα   μέλος   του   θιάσου:   ο   γέρος   ακορντεονίστας.   Η   μηχανή,   παρακολουθώντας   το   γέρο,   αρχίζει   πάλι   να   στρέφεται   αριστερά.   O   γέρος   εξαφανίζεται,   ενώ   απ'   τον   κεντρικό   δρόμο   μπροστά   στην   πλατεία  μια  καινούργια  διαδήλωση  πλησιάζει.   Τούτη  τη  φορά,  οι  σημαίες  είναι  όλες  κόκκινες.  Είναι  μια  διαδήλωση  ευθυγραμμισμένη  με   το  Κομμουνιστικό  Κόμμα,  που  έχει  κάνει  σαφή  την  πρόθεσή  του  να  αντιταχθεί  στα  αγγλικά   «απελευθερωτικά»   στρατεύματα   κατοχής.   Η   μηχανή   κινείται   παρακολουθώντας   το   πέρασμα  της  διαδήλωσης  και  συνεχίζει  να  περιστρέφεται,  μέχρι  να  βρεθεί  πίσω  απ'  τους   διαδηλωτές,  που  έχουν  φτάσει  στην  πλατεία.  Το  αρχικό  σκηνικό.   Μέσα  σε  πόσο  χρονικό  διάστημα  ο  λαός,  που  ζητωκραύγαζε  τα  αγγλικά  στρατεύματα  σαν   απελευθερωτές,   οργανώθηκε,   αφυπνισμένος   απ’   τη   βροχή   των   σφαιρών,   σε   διαδήλωση   εναντίον  τους;  O  φυσικός  χρόνος  δε  χρειάζεται  να  συμφωνεί  κατ'  ανάγκην  με  το  χρόνο  της   περιστροφικής  κίνησης  των  360  μοιρών  της  μηχανής.  Κι  όμως,  ο  Θόδωρος  Αγγελόπουλος   κλείνει   και   προβάλλει   τα   δύο   γεγονότα   στον   ίδιο   χρόνο:   το   χρόνο   της   μηχανής.   Αυτός   ακριβώς  ο  χρόνος  της  μηχανής  γίνεται  ιστορικός  χρόνος.  Για  τον  Θόδωρο,  τα  δύο  γεγονότα,   προφανώς  έγιναν  ταυτόχρονα.  Εδώ  έχουμε  να  κάνουμε  με  την  ατράνταχτη  βεβαιότητα  του   Θόδωρου  για  τη  δυνατότητα  της  μηχανής  να  αιχμαλωτίζει  την  Ιστορία.     1 Για το «Θίασο» στο «Asahi». 8.8.1979
  • 27.
     27   Η  ΕΛΠΙ∆OΦOΡΑ  Α∆ΕΙΑ  ΣΚΗΝΗ.   Το   μυστικό   της   βεβαιότητάς   του   βρίσκεται   στο   χρόνο   που   χρειάζεται   η   μηχανή   για   να   περιστραφεί  και  να  επιστρέψει  στην  αρχική  μετωπική  θέση,  προκειμένου  να  συνεχίσει  να   παρατηρεί  τα  τρία-­‐τέσσερα  πτώματα  που  είναι  πεσμένα  στην  πλατεία.   Το  χαρακτηριστικό  του  έργου  του  Θόδωρου  και  του  τρόπου  κινηματογράφησής  του  δεν  το   βλέπουμε  μόνο  στο  Θίασο·∙  στην  επόμενη  ταινία  του,  τους  Κυνηγούς,  υπάρχει  μια  σκηνή   όπου,  όταν  οι  άνθρωποι  φεύγουν,  η  μηχανή  εξακολουθεί  να  παρατηρεί  το  χώρο  που  έχει   μείνει  άδειος.   Τούτος  ο  τρόπος  κινηματογράφησης  αποτελεί  ένα  μεγάλο  ρήγμα  στο  φράγμα  της  κοινής   λογικής.  Σχεδόν  όλοι  οι  σκηνοθέτες  πιστεύουν  ακράδαντα  πως  ο  θεατής  πάει  σινεμά  για  να   δει  τα  πρόσωπα  της  δράσης,  και,  συνεπώς,  φοβούνται  να  φτιάξουν  έργα  α-­‐πρόσωπα.  Πολύ   σπάνια  χρησιμοποιούν  ένα  πλάνο  που  τους  αρέσει,  πριν  εμφανιστούν  ή  αφού  φύγουν  τα   πρόσωπα.  Θεωρείται  κοινή  λογική  να  μη  χρησιμοποιείται  χωρίς  ικανό  λόγο  το  α-­‐πρόσωπο   ντεκόρ,  η  άδεια  σκηνή.  Αυτό  συμβαίνει  γιατί  η  δομή  του  έργου  προϋποθέτει  την  ύπαρξη   προσώπων.  Χωρίς  πρόσωπα,  το  έργο  δε  θα  ήταν  πια  συμπαγές.  O  Θόδωρος  αγνοεί  αυτή  την   κοινή  λογική  και  δίνει  στην  άδεια  σκηνή  τη  σημασία  που  θέλει  ο  ίδιος.  Εμάς,  όμως,  αυτή  η   άδεια  σκηνή  του  Θόδωρου  μας  αρέσει  πολύ  –  τόσο,  όσο  και  οι  σκηνές  με  πρόσωπα.  Γιατί   άραγε;  Είναι  βέβαια  η  δύναμη  των  διαφόρων  ήχων  και  φωνών  έξω  απ'  την  άδεια  σκηνή,   αλλά  όχι  μόνο  αυτή.   ΝΑ  ΖΕΙΣ  ΜΕ  ΦOΡΤΙO  ΤΗΝ  ΤΡΑΓΩ∆ΙΑ.   Η  δυναμική  της  άδειας  σκηνής  του  Θόδωρου  πηγάζει  απ'  την  υπέρμετρη  προσήλωσή  του   στους   ανθρώπους   που   μόλις   άφησαν   τη   σκηνή.   Θα   ’θελα   να   βαπτίσω   το   ύφος   του   «κινηματογράφηση  της  προσήλωσης».   Παράλληλα,   ο   Θόδωρος   έχει   την   πεποίθηση   πως   αυτή   η   άδεια   τώρα   σκηνή,   κάποτε   θα   ξαναγεμίσει  ανθρώπους  και  θα  ξαναγίνει  σκηνή.  Μ’  αυτή  την  έννοια,  μήπως  θα  'πρεπε  να   πούμε:  «κινηματογράφηση  της  ελπίδας»;  Για  μένα,  πάντως,  προσήλωση  και  ελπίδα  είναι   ταυτόσημα.   Για   τον   Θόδωρο,   ολόκληρος   ο   ελληνικός   χώρος   υπήρξε   μια   τέτοια   σκηνή.   Είναι   φυσικό,   λοιπόν,   οι   ήρωες   αυτού   του   έργου,   που   αποτελεί   δοκίμιο   της   σύγχρονης   Ιστορίας   της   Ελλάδας,   να   είναι   ηθοποιοί.   Oι   ηθοποιοί   χρησιμοποιούν   τον   ελληνικό   χώρο   σαν   σκηνή,   όπου  ο  καθένας  τους  ζει  τη  ζωή  του  και  το  ρόλο  του.  Ταυτόχρονα,  ζει  και  ως  Έλληνας  –   ρόλος,  που  αποτελεί  σύνθεση  των  δύο  παραπάνω.  Και  μερικοί  απ’  αυτούς  πεθαίνουν.   O  πατέρας,  το  σύμβολο  της  περηφάνειας  και  της  αδυναμίας  τής  Ελλάδας,  μαθαίνει  πως  η   γυναίκα  του  τον  απατά,  και  δολοφονείται.  Η  μάνα  της  ελληνικής  γης  τα  φτιάχνει  μ’  έναν   καταδότη,  προδότη  και  σφετεριστή,  και  πεθαίνει  από  σφαίρα  του  ίδιου  του  παιδιού  της   πάνω   στη   σκηνή.   O   αδελφός-­‐Oρέστης   γίνεται   αντάρτης   και   δίνεται   ολοκληρωτικά   στο   κίνημα.  Καταφέρνει  να  εκδικηθεί  τη  μάνα  του  και  τον  εραστή  της,  αλλά  μένει  μέχρι  το  τέλος   ασυμβίβαστος   και   εκτελείται.   Η   αδελφή   του,   αντικρίζοντας   το   πτώμα   του,   απαγγέλλει:   «Καλή  σου  μέρα,  Τάσο».  Είναι  το  όνομα  του  αγαπημένου  της  στη  σκηνή.  Η  Ηλέκτρα  ζει  από   πρώτο  χέρι  τα  τραγικά  γεγονότα  που  χτύπησαν  την  οικογένεια  και  το  έθνος·∙  παράλληλα,   όμως,  είναι  και  παρατηρητής  τους.  Έτσι  επωμίζεται  ακόμα  περισσότερο  την  τραγωδία  και  
  • 28.
     28   συνεχίζει  να   ζει.   Φτιάχνει   καινούργιο   θίασο   και,   με   το   γιο   της   αδελφής   της   καινούργιο   «Τάσο»,  ανοίγει  την  αυλαία.   Η  Ηλέκτρα,  τελειώνοντας  το  μακιγιάρισμά  της,  του  ψιθυρίζει:  «Oρέστη».  Η  φωνή  της  φτάνει   μέχρι   τ’   αφτιά   μας   –   ή,   μάλλον,   θα   ’πρεπε   να   φτάνει.   Είναι   ο   παλμός   της   ψυχής   του   ελληνικού  λαού  –  ή,  μάλλον,  ο  παλμός  της  ψυχής  όλων  των  λαών  της  γης  που  δε  χάνουν  την   ελπίδα   τους,   παρά   τις   πολιτικές   καταπιέσεις,   τις   κατοχές,   τις   ήττες   και   τις   προσβολές.   Ακούγεται  –  έτσι  δεν  είναι;  Πώς;  ∆εν  ακούγεται,  λέτε;  Μα  από  πότε  η  Ιαπωνία  έχασε  την   έννοια  της  ήττας,  της  προσβολής  και  της  Ιστορίας;   Ακόμα  κι  ο  Αμερικάνος  έβγαλε  απ'  την  ήττα  στο  Βιετνάμ  ένα  αξιόλογο  έργο.   Τι  έπαθαν  οι  Γιαπωνέζοι;  Εκείνη  η  15η  Αυγούστου2  δεν  είναι  και  τόσο  μακριά...       vvv 2 15 Αυγούστου 1945: Η πιο «µακριά» µέρα της Ιαπωνίας: ο Χιροχίτο ανακοινώνει την ήττα της Ιαπωνίας και το τέλος του πολέµου. Oι Ιάπωνες παθαίνουν τροµαχτικό σοκ, όχι µόνο από το νέο (ο πόλεµος είχε αρχίσει στο όνοµα του αυτοκράτορα, και η Ιαπωνία δεν είχε ποτέ ώς τότε ηττηθεί), αλλά και γιατί ο µέχρι τότε θεός- σύµβολο-αυτοκράτορας µίλησε στο λαό για πρώτη φορά. O στρατός ήθελε να συνεχίσει τον πόλεµο, και προσπάθησε να αποσπάσει το δίσκο µε την ανακοίνωση του αυτοκράτορα, πριν αυτή βγει «στον αέρα». (Σ.τ.Μ.)
  • 29.
     29   ΛΕΥΤΕΡΗΣ  ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ   ΤΡΑΓΩΔΙΑ  ΚΑΙ  ΜΥΘΟΣ1   Mέσα απ' το φακό του ο Aγγελόπουλος κοιτάζει τα πράγµατα εν σιωπή.Το βάρος αυτής της σιωπής και η οξύτητα αυτού του ακίνητου βλέµµατος συνιστούν τη δύναµη τούτης της ταινίας, έτσι που ο θεατής να µην µπορεί ν' αποσπαστεί από την οθόνη. Aυτός ο τρόπος κινηµατογράφησης – τόσο προσωπικός, τόσο µοναδικός στην ιδιαιτερότητά του– τείνει σε µια επιστροφή στις ρίζες του κινηµατογράφου, κι αυτό ακριβώς είναι που δηµιουργεί τούτη την εντύπωση της φρεσκάδας και της δύναµης. Όσο για µένα, βλέποντας την ταινία, ένιωσα βαθιά την ηδονή του κινηµατογράφου, στην πιο απόλυτη έννοια του όρου. ΑΚΙΡΑ ΚΟΥΡΟΣΑΒΑ ∆εν υπάρχει τραγωδία χωρίς µύθο, αλλά η τραγωδία είναι ταυτόχρονα και η εκµηδένιση του µύθου. H τραγωδία είναι µια έκκληση για µεσολάβηση και, ταυτόχρονα, η επίδειξη του ανέφικτου µιας τέτοιας µεσολάβησης. JAN KOTT Α   Στο   τελευταίο   πλάνο   της   ταινίας,   ο   μικρός   Aλέξανδρος   με   το   πεισματικό   πιγούνι,   καθισμένος  στο  μουλάρι,  με  πληγωμένο  το  πόδι  από  σφαίρα,  σημαδεμένος  κι  αυτός  όπως  ο   προκάτοχος   μύθος,   μπαίνει   το   σούρουπο   από   τα   υψώματα   ως   συνωμότης   στη   μεγαλούπολη.  H  φωνή  του  αφηγητή  ακούγεται  off:  «Kι  έτσι  ο  Aλέξανδρος  μπήκε  μέσα  στις   πόλεις».   O  νέος  Aλέξανδρος,  όπως  ο  νεογέννητος  ∆ίας  στη  μυθολογία,  φυγαδεύεται  από  τη  Γυναίκα-­‐ Mεγάλη   Mητέρα   για   να   σωθεί.   O   μικρός   Aλέξανδρος   θα   μεγαλώσει   αλλού,   για   να   επιστρέψει  πάλι  ως  μύθος  στο  χώρο  του  μελλοντικού  δράματος.   Στην   αρχή   της   ταινίας,   ο   Mεγαλέξαντρος,   με   τη   βοήθεια   κάποιας   άγνωστης   δύναμης,   δραπετεύει   από   τις   φυλακές,   ντύνεται   κάτω   απ'   το   φως   του   φεγγαριού   στο   μαρμαρένιο   αλώνι  (αρματώνεται  με  τα  στολίδια  του  μύθου),  καβαλάει  το  άλογό  του  και  χάνεται  στο   δάσος.   Άσπρο,   καθαρόαιμο   άλογο,   πορφυρό   κιλίμι   κάτω   από   τη   σέλα,   κι   η   μαύρη   κάπα   στους   ώμους   του   καπετάνιου.   Oι   σύντροφοι   βγαίνουν   απ'   τα   δέντρα,   οπλίζονται   και   τον   ακολουθούν  πεζοπορώντας.  O  ∆άσκαλος  του  χωριού  θ'  αναρωτηθεί  αργότερα:  «Προσπαθώ   να  καταλάβω  ποιος  πραγματικά  κρύβεται  πίσω  από  κείνους  που  τον  βοήθησαν  να  βγει  από   τη   φυλακή.   Kαι   γιατί;   Kανείς   δεν   ξέρει.   Kανείς   δε   μιλάει.   Όλα   μοιάζουν   με   μια   τεράστια   παγίδα».   O  Mεγαλέξαντρος  με  τους  συντρόφους  του  ξεκινάει  μέσα  στη  νύχτα  να  πραγματώσει  μια   ιστορική  αναγκαιότητα:  να  σύρει  τον  κύκλο  της  ζωής  και  του  θανάτου,  ν'  ανασύρει  το  μύθο   και   την   πτώση   του   ειδώλου,   ν'   αρνηθεί   και   ν'   αποδυθεί   επίμονα   την   εξουσία.   O   1 Το κείµενο αναδηµοσιεύεται από το παράρτηµα του βιβλίου του Sergio Arecco Θόδωρος Αγγελόπουλος, Ηράκλειτος, Αθήνα 1985.
  • 30.
      30   Mεγαλέξαντρος  δραπετεύει  από  τη  φυλακή,  το  σκοτάδι,  για  να  αυτοεγκλειστεί  σ'  ένα  ρόλο-­‐ φυλακή  που  διαλέγει  ο  ίδιος.  O  ίδιος;   O  ∆άσκαλος,  φτάνοντας  στο  έσχατο  σημείο  απόγνωσης,  θα  προσπαθήσει  να  μιλήσει  στον   Aρχηγό  που,  κλεισμένος  στο  δωμάτιό  του,  αρνείται  να  επικοινωνήσει  με  τους  ανθρώπους.   Πίσω   από   τη   σφαλισμένη   πόρτα   θ'   ακούσει   ο   Aλέξανδρος   τις   αλήθειες   που   φοβάται:   «Yπάρχει  κάποιος  τρίτος,  αθέατος  πίσω  απ'  όλα  αυτά...  Σε  χρησιμοποίησαν,  Aλέξανδρε!»   Aφορμή   για   την   κινηματογραφική   ταινία   υπήρξε   το   λαϊκό   αφήγημα   H   φυλλάδα   του   Mεγαλέξαντρου,   η   θρυλική   ιστορία   του   βίου,   των   άθλων   και   των   ταξιδιών   του   μεγάλου   Mακεδόνα   Bασιλέα,   που   τη   δημιούργησε   η   λαϊκή   φαντασία   μετά   το   θάνατό   του.   Tο   παραμύθι   του   Mεγαλέξαντρου,   με   τη   μορφή   είτε   ποιημάτων   είτε   πεζών   αφηγημάτων,   στάθηκε   για   τη   μεσαιωνική   Eυρώπη   και   Aσία   ό,τι   περίπου   τα   έπη   του   Oμήρου   για   τον   αρχαίο  κόσμο.  H  ομοιότητα  της  Φυλλάδας  με  τον  κινηματογραφικό  Μεγαλέξαντρο  έγκειται   στο  εξής:  και  οι  δύο  ιστορίες  έχουν  συναρμολογηθεί  από  πλήθος  μικρότερα  αφηγήματα  ή   διηγήσεις,  λιγότερο  ή  περισσότερο  μυθικού  χαρακτήρα.  O  σκηνοθέτης  του  Mεγαλέξαντρου   κατέβηκε  στα  βάθη  της  μυθολογίας  και  της  παγανιστικής  λατρείας,  και,  συμπλέκοντας  το   υλικό  του  με  συγκεκριμένα  ιστορικά  γεγονότα,  συνέθεσε  το  έπος  του  λαϊκού  ήρωα,  το  μύθο   του  χαρισματικού  ηγέτη.   O  Aγγελόπουλος  κρατάει  την  ψυχή  της  Φυλλάδας,  την  ουσία  τής  μυθικής  αφήγησης,  την   ιστορικότητα:   «H   Iστορία   είναι   παραδειγματική   εικόνα   των   παρεληλυθότων   πραγμάτων,   διδάσκαλος   της   ορθής   πολιτείας,   φανέρωσις   εκείνων,   όπου   διά   την   πολυκαιρίαν   κατήντησαν  εις  παντελή  αλησμονησίαν,  οδηγός  εις  ευκοσμίαν  των  ηθών.  Eνωμένη  με  μιαν   έξοχον   ηδύτητα   των   συμβάντων   και   ηρωικών   κατορθωμάτων   του   υποκειμένου   αυτής,   ελκύει   καθέναν   εις   ανάγνωσιν,   ό,τι   λογής   μάλιστα   είναι   και   η   παρούσα   του   Mεγάλου   εκείνου   της   Mακεδονίας   Mονάρχου   ηδεία,   εύχαρις,   προτρεπτική   και   επιτηδεία   να   ευχαριστήση  την  περιέργειαν  εκάστου...»   O   ανώνυμος   συγγραφέας   της   Φυλλάδας   συγκεντρώνει   και   καταγράφει   τις   μυθικές   αφηγήσεις  που  κυκλοφορούν  από  στόμα  σε  στόμα  για  τις  ηρωικές  πράξεις  του  ηγεμόνα  της   Mακεδονίας.   O   Aλέξανδρος   της   Φυλλάδας   οδηγείται   μέσα   από   το   αφήγημα   στη   μυθοποίησή   του.Στην   ταινία   του   Aγγελόπουλου,   ο   Aλέξανδρος   είναι   μια   μορφή   μεσολάβησης   ανάμεσα   σε   δύο   κόσμους.   Aναλαμβάνει   να   βάλει   τάξη   στο   επίγειο   χάος.   Aσκεί  την  εξουσία  κατά  την  κρίση  του  και  φυλακίζεται.  Tα  κατορθώματα  του  ήρωα  έχουν   συμβεί   στο   παρελθόν   του   κινηματογραφικού   μύθου,   πριν   ακόμα   αρχίσει   η   ταινία,   κι   ο   Mεγαλέξαντρος,  μυθοποιημένος  ήδη,  δραπετεύει  από  τη  φυλακή  για  να  πορευτεί  προς  την   τελείωση,  να  παρευρεθεί  στη  θεοποίηση  του  ειδώλου  του.   O  Aλέξανδρος  βγαίνει  από  τη  φυλακή  για  να  πραγματοποιήσει  το  ταξίδι  προς  την  Oυτοπία.   Στην  πορεία  του,  θα  διαπιστώσει  την  εξάρτηση  των  πράξεών  του  από  τον  ίδιο  του  το  μύθο   και  θα  επιδιώξει  εναγώνια  την  οριστική  του  απελευθέρωση  μέσα  απ'  την  αυτοκαταστροφή   και  τον  αφανισμό  του.   B   H  απαγωγή  των  άγγλων  διπλωματών,  Πρωτοχρονιά  του  1900,  με  το  ξεκίνημα  του  αιώνα,   στις   κολόνες   του   Σουνίου,   είναι   το   πρόσχημα   και   ο   σκηνικός   χώρος   για   την   τέλεση   του   δράματος.   O   ∆ραγουμάνος-­‐ξεναγός   είναι   ο   μεσολαβητής   χαρακτήρας   που   κινείται/έρπει  
  • 31.
      31   ανάμεσα   στην   εξουσία   και   τους   ληστές.   Mε   τον   επαμφοτερίζοντα   ρόλο   του,   μπαίνει   και   βγαίνει  στο  κάδρο,  παραπέμποντας  σε  φιγούρα  του  Θεάτρου  Σκιών.   Aυτός  θα  προδώσει   τους  Άγγλους  στον  Mεγαλέξαντρο,  θα  αυτομολήσει  αργότερα  στις  τάξεις  των  ανταρτών  και   θα  πυροβοληθεί  εκτός  κάδρου  από  την  εξουσία  που  υπηρετεί  (ποια  από  τις  δύο  μεριές  τον   εκτελεί;)   H   δράση   εκτοπίζεται   εκτός   κάδρου.   Oι   απόηχοι   της   δράσης,   κουβαλώντας   ερωτήματα,   εισβάλλουν   στον   παρόντα   χρόνο,   στο   χρόνο   ροής   της   κινηματογραφικής   ταινίας,   και   πυροδοτούν  την  εικόνα.   O   λαϊκός   ήρωας   Mεγαλέξαντρος,   σημαδεμένος   απ'   τη   φύση,   επιληπτικός,   ταγμένος   και   μοναχικός,   ανάγεται   μέσα   απ'   τις   αυθαιρεσίες   του   αυτοεγκλεισμού   του   σε   τραγικό   πρόσωπο.  O  Mεγαλέξαντρος  μυθοποιείται  από  την  ίδια  την  ανάγκη  του  λαού  να  επενδύσει   τις  επιθυμίες  του  στον  χαρισματικό  ηγέτη,  ο  οποίος,  ανίσχυρος  ν'  απαλλαγεί  απ'  το  ρόλο   που  του  δόθηκε,  εξελίσσεται  σε  μια  μορφή  εξουσίας  σαν  κι  αυτή  που  πολεμάει.   O   χοϊκός   Aλέξανδρος   φτάνει   στο   χωριό   του   χειμώνα.   Oι   χωριανοί   τον   υποδέχονται   με   ζητωκραυγές·∙  καμπάνες  βουίζουν,  γυναίκες  τού  προσφέρουν  λατρευτικά  νερό  απ'  τη  βρύση   –   να   πιει,   να   ξεδιψάσει.   Γυμνοί   άντρες   βαφτίζονται   απ'   τα   χέρια   του·∙   μετά   κάθεται   σε   Mυστικό   ∆είπνο   με   τους   συντρόφους   του.   Στα   πόδια   του   μακρόστενου   τραπεζιού   με   το   λευκό  τραπεζομάντιλο,  οι  χωρικοί  τραγουδούν  το  τραγούδι  του  Aρχηγού.  Πεχλιβάνηδες,  με   αλειμμένα   τα   σώματα   λάδι,   παλεύουν   μπροστά   στον   αρχηγό   μετά   το   ∆είπνο.   O   ανθρωποκεντρισμός  της  ∆ύσης  σμίγει  με  το  θεοκεντρισμό  της  Ανατολής.  O  Aλέξανδρος,  ως   Mέγας  Mύστης,  κοινωνεί  της  ζωής  του  χωριού,  μεταλαμβάνει.   Στο   χωριό   λειτουργεί,   με   την   πρωτοβουλία   του   ∆άσκαλου,   ένα   σοσιαλιστικό   κοινοβιακό   πείραμα.  Mετά  την  υποδοχή  του  Aλέξανδρου,  θα  ξεσπάσει  η  πρώτη  σύγκρουση  ανάμεσα   στους  δυσαρεστημένους  ληστές  και  στην  εύθραυστη  αυτοδιοικούμενη  κοινότητα.     Oι  ιταλοί  αναρχικοί,  το  πιο  ανθρώπινο  στοιχείο  στην  ταινία  και  φορείς  συγκίνησης,  είναι  οι   μαύροι   άγγελοι,   οι   προπομποί   δεινών·∙   προμαντεύουν   την   καταστροφή   που   θα   ακολουθήσει,   αρνούνται   να   παρευρεθούν   σταδρώμενα,   και,   συνεπείς   μ'   αυτά   που   πιστεύουν,   επιχειρούν   ν'   απομακρυνθούν,   περνώντας   με   την   ξύλινη   σχεδία   το   ποτάμι.   Kάποια  από  τις  δύο  μεριές  αποφασίζει  το  θάνατό  τους.  Aθέατοι  δολοφόνοι  πυροβολούν  και   τους  σκοτώνουν.  Oι  ιταλοί  αναρχικοί  πρέπει  να  πληρώσουν  το  τίμημα  της  προφητείας  τους   και  με  το  θάνατό  τους  να  δικαιωθούν.   O  Mεγαλέξαντρος,  κοινωνικός  ληστής,  ζητάει  από  την  εξουσία  ν'  ανταλλάξει  τους  ξένους   αιχμαλώτους  με  την  αμνηστία  –  τη  δικιά  του  και  των  συντρόφων  του.  Zητάει  την  ανέξοδη   επανένταξή  του  στο  σύστημα  στο  οποίο  ώς  τότε  εναντιώθηκε.   Γ   O τραγικός ήρωας είναι εξιλαστήριο θύµα. Ένα εξιλαστήριο θύµα είναι σηµείο, σύµβολο και µορφή µεσολάβησης. H τραγική αντίθεση είναι ανάµεσα στην οδύνη που δεν δικαιώνει τίποτα, και στο µύθο που δικαιώνει τα πάντα. Jan Kott Πριν  επιχειρήσει  ο  Aλέξανδρος  την  αναμέτρηση  με  τους  στρατιώτες  που  έχουν  κυκλώσει  το  
  • 32.
      32   χωριό,  βάζει  σε  λειτουργία  το  μηχανισμό  του  χρόνου:  κουρδίζει  το  ξεχασμένο  ρολόι  στην   πλατεία   του   χωριού,   επαναφέροντας   τον   σταματημένο   χρόνο   στη   μικρή   κοινοβιακή   κοινότητα.   Ένας   απ'   το   χωριό   διαμαρτύρεται:   «Kαπετάνιε,   γιατί;   Eμείς   το   'χαμε   ξεχάσει   τόσον  καιρό.  ∆ε  μας  χρειάζεται  η  ώρα.  ∆ε  μας  ορίζει  κανένας».  Για  τον  Aλέξανδρο,  ο  χρόνος   σημαδεύει  την  αντίστροφη  μέτρηση,  την  πορεία  του  λαϊκού  ήρωα  προς  τον  αφανισμό  του.   Oι   ιταλοί   αναρχικοί,   εγκαταλείποντας   τη   νύχτα   το   χωριό,   καταστρέφουν   το   ρολόι   που   λειτουργεί,  επιδιώκοντας  την  επιστροφή  στην  Oυτοπία  και  το  όνειρο  που  χάνεται.   Aρχαίοι  και  νεότεροι  οικουμενικοί  μύθοι  αλληλοσυμπλέκονται  διαχρονικά  με  συγκεκριμένα   ιστορικά   γεγονότα   σε   μιαν   αξεπέραστη   ενότητα   ύφους,   συνθέτοντας   ένα   πολυδιάστατο   πανηγύρι  ερωτημάτων  χωρίς  απόκριση:  η  απαγωγή  και  η  σφαγή  των  ξένων  περιηγητών  στο   ∆ήλεσι,  το  1870,  από  τη  συμμορία  του  ληστή  Aρβανιτάκη...  O  αποκλεισμός  του  Φαλήρου   από  τον  αγγλικό  στόλο,  το  1850...  H  αγροτική  εξέγερση  του  Kιλελέρ,  το  1910...   Oι  λαϊκές  παραδόσεις  της  φυλής  μεταμορφώνονται  σε  δρώντα  σύμβολα,  σε  λειτουργικές   παραπομπές,   σε   σημαίνοντα.   Tο   μεταφυσικό   ενώνεται   με   το   πραγματικό.   Ποιος   είναι   ο   φορέας   ερωτημάτων   μέσα   στην   ταινία   και   ποιος   των   απαντήσεων;   Για   πρώτη   φορά   καταπιάνεται  ο  Aγγελόπουλος  με  τη  διερεύνηση  του  καίριου  και  φιλοσοφικού  ερωτήματος   της  εξουσίας  και  της  άσκησης  βίας  που  τη  συνοδεύει.   O  αρχηγός  Aλέξανδρος  είναι  το  βουβό  πρόσωπο  της  τραγωδίας:  δε  δίνει  εξηγήσεις  γι'  αυτά   που   πράττει,   δεν   απευθύνεται   σε   κανέναν,   δε   χωρά   στον   παρόντα   χώρο   –   σωπαίνει.   O   Aλέξανδρος,   γεμάτος   ρωγμές,   δεν   κοιτάζει   κανέναν   στα   μάτια·∙   το   βλέμμα   του,   άλλοτε   γυρίζει  προς  τα  μέσα  κι  άλλοτε  χάνεται  πέρα  από  πράγματα  κι  ανθρώπους.  Aπό  τις  παύσεις   και   τις   σιωπές   της   ταινίας   ανασύρονται   τα   ανοίγματα-­‐προσβάσεις   κι   αρθρώνεται   ο   ποιητικός  λόγος  του  έργου.   Tο  αρχικό  άλφα  στη  λέξη  «Aλέξανδρος»,  είναι  το  άλφα  του  ονόματος  «Aγγελόπουλος»,  το   άλφα  του  «Άρης»  (Bελουχιώτης,  Πόλεμος).  O  Aλέξ-­‐ανδρος  είναι  ο  «αμύνων  άνδρας»,  αυτός   που  πολεμάει  τους  ανθρώπους,  ο  πατριάρχης  πόλεμος,  ο  πατήρ  πάντων  του  Hράκλειτου·∙  κι   ακόμα,  η  φυσιογνωμική  ομοιότητα  του  πρωταγωνιστή  Omero  Antonutti  με  το  σκηνοθέτη   του,  η  εμμονή  στο  γυμνό  κρανίο  του  ηθοποιού,  η  ταύτιση...   O  Mεγαλέξαντρος  είναι  φορέας  γεγονότος.  Tο  γεγονός  ζητάει  δημοσιότητα.  Tο  γεγονός  (και   ο  ήρωας)  εμπορευματοποιούνται.  O  Mεγαλέξαντρος  μετατρέπεται  σε  ανταλλάξιμο  προϊόν.   Oι  ξένοι  δημοσιογράφοι  μπαίνουν  στο  χωριό  με  οδηγό  το  ∆ραγουμάνο  και  φωτογραφίζουν   τον   Aρχηγό.   O   Aλέξανδρος   ποζάρει   φιλάρεσκα   μπροστά   σ'   ένα   ζωγραφισμένο   πανί   που   κρατούν  τεντωμένο  οι  σύντροφοί  του.  Φωτογραφίζεται  με  το  σπαθί  σηκωμένο  ψηλά,  σαν   τον   Άι-­‐Γιώργη   πριν   σκοτώσει   το   δράκο   στη   βυζαντινή   αγιογραφία.   O   Aλέξανδρος   και   η   λάμψη   του   μύθου   του   χρησιμοποιούνται   από   την   άρχουσα   τάξη   για   μία   ακόμα   φορά.   Oικειοποιούνται  τον  επαναστατημένο  ήρωα  για  να  τον  φθείρουν.   O  Aλέξανδρος,  ξεπερνώντας  τα  όριά  του,  οδηγεί  το  τοπίο  στην  αιματοχυσία.  O  κύκλος  του   κλείνει.   Eκτελεί   τη   γυναίκα-­‐σύμβολο,   που   είναι   κόρη   του,   μάνα   του   και   γυναίκα   του.   H   Mεγάλη  Mητέρα  θα  μυήσει  νωρίτερα  τον  νέο  Aλέξανδρο  στο  μεγαλείο  της  γυναίκας.  Προς   το   τέλος   της   ταινίας,   κάποια   άλλη   στη   θέση   της   θα   φυγαδεύσει   το   παιδί.   H   γυναίκα   θυσιάζεται  μαζί  με  τους  δύο  άντρες  της  Kοινοτικής  Eπιτροπής,  μπροστά  στο  απόσπασμα   των  ληστών.  Θα  χυθεί  αίμα  για  την  εξιλέωση  και  την  κάθαρση·∙  όπως  το  αίμα  των  προβάτων  
  • 33.
      33   που  βρίσκονται  σφαγμένα  στην  πλατεία  του  χωριού  σαν  μαντικό  προμήνυμα  καταστροφής   και   τελετουργική   εισαγωγή   όσων   θ'   ακολουθήσουν.   Tα   πρόβατα   που   σφάζει   ο   Aίας   του   Σοφοκλή,   είναι   η   απαρχή   δεινών   για   τον   τραγικό   αρχηγό   των   Σαλαμινίων,   που   θ'   αυτοκτονήσει  πέφτοντας  πάνω  στο  σπαθί  του.  H  αιμορραγία  είναι  η  δικαίωση.  O  λαϊκός   ήρωας   αναφλέγεται.   O   Aλέξανδρος   μεταμορφώνεται   σε   πρόσωπο   αρχαίας   τραγωδίας,   ανίσχυρος  να  ξεκόψει  απ'  αυτό  που  του  έχει  προκαθοριστεί,  υπακούοντας  στο  θέσφατον.   Mια  μοίρα,  ένα  χέρι  θεϊκό,  προδίδει  διαρκώς  την  πορεία  των  πραγμάτων.  οδηγώντας  το   δράμα,  μέσα  από  αλλεπάλληλες  ανατροπές,  στη  λύση  του.   «H  πολιτική  του  Aλέξανδρου  είναι  η  μαγική  θέληση  του  ενός.  Έχει  την  ικανότητα  να  κάνει   σκοτεινή   οποιαδήποτε   πράξη»   θα   πει   κάποια   στιγμή   ένας   από   τους   αναρχικούς   στο   ∆άσκαλο.   O  ήρωας  κουβαλάει  το  τραύμα  ενός  άδικου  φονικού.  Tο  ματωμένο  νυφικό  στον  τοίχο,  ο   εμφύλιος  πόλεμος,  είναι  η  μνήμη  που  δε  θέλει  να  χάσει,  η  μνήμη  που  συντηρεί  το  μίσος  και   επιβεβαιώνει  κυκλικά  την  κίνησή  του.   O  πληγωμένος  Aλέξανδρος,  με  χτυπημένο  το  χέρι  που  κρατάει  ακόμα  το  σπαθί-­‐σύμβολο   της   εξουσίας   του,   δεν   εξοντώνεται   μέσα   στον   κύκλο   των   μαυροφορεμένων   χωρικών,   δε   συλλαμβάνεται·∙  έχει  υπερβεί  τις  ανθρώπινες  διαστάσεις  του.  O  προσωπικός  του  μύθος  τον   αναποδογυρίζει.  O  Aλέξανδρος  άγγιξε  την  ύβρι·∙  τιμωρείται  για  την  ασέβεια  που  έδειξε  προς   τους  θεούς,  προς  το  μέτρο.  Ξαναγυρίζει  στο  σκοτάδι.   H   ταινία   με   το   εκρηκτικό   ύφος   αγγίζει   τα   όριά   της.   O   Aλέξανδρος   αναλαμβάνεται   στους   ουρανούς  και,  ταυτόχρονα,  βρίσκεται  μέσα  στον  κύκλο  των  ανθρώπων  που  τον  κλείνουν   (όπως   ακριβώς   ο   ηθοποιός   Antonutti   σκεπάζεται   με   την   κάπα   που   του   ρίχνει   ένας   κομπάρσος,  και  βγαίνει  από  το  κέντρο  του  κύκλου,  μεταμορφωμένος  πάλι  σε  άνθρωπο).  Mε   τη   θεοφαγία   που   συντελείται   στο   κέντρο   του   κύκλου,   ο   Aλέξανδρος   γίνεται   δικός   τους,   επιστρέφει   στους   ανθρώπους,   επιστρέφει   στο   χώμα   απ'   όπου   ξεκίνησε.   Στη   θέση   του   σώματος  του  ήρωα  αναδύεται  το  άγαλμά  του.  O  μύθος  επιβιώνει  μέσα  από  την  προτομή   και   προεκτείνεται   στον   ατελείωτο   χρόνο.   O   μαρμαρωμένος   βασιλιάς...   το   παρελθόν   που   παγώνει  σε  Iστορία...  ο  γύψος  των  νεκρών...  τ'  αγάλματα  στην  ποίηση  του  Σεφέρη  που  «σε   κυνηγούν,  πώς  δεν  το  βλέπεις;  Θέλω  να  πω  με  τα  σπασμένα  μέλη  τους,  με  την  αλλοτινή   μορφή  τους  που  δεν  γνώρισες  κι  όμως  την  ξέρεις...»   Aκούγεται   καλπασμός   ενός   αόρατου   αλόγου   που   περνάει   και   χάνεται.   Oι   στρατιώτες-­‐ εκτελεστές  της  εξουσίας  υποχωρούν  τρομαγμένοι.  Στα  πόδια  τους,  η  μαρμάρινη  προτομή   τούς  απειλεί  με  τη  σιωπή  τους.  O  Aλέξανδρος  ανταλλάσσει  το  βίαιο  και  εφήμερο  παρόν  του   με  τη  συλλογική  μνήμη  που  προκαλεί  το  άγαλμά  του.  O  Aλέξανδρος  μένει  και  θυσιάζεται,   μπαίνοντας   στον   κύκλο   των   θεών.   O   Emiliano   Zapata   του   Elia   Kazan...   Tο   άγαλμα   θα   τροφοδοτεί  το  μύθο  στους  αιώνες.   ∆   H   φωτογραφία   έχει   καταργήσει   τα   χρώματα   κι   έχει   κρατήσει   τη   διαλεκτική   των   αποχρώσεων.  H  ταινία  έχει  καταργήσει  την  «κλασική»  ροή  του  μύθου  κι  έχει  κρατήσει  τις   παραλλαγές   και   το   μαύρο.   Στο   άσπρο   χιόνι   περπατούν   μαυροφορεμένοι   αντάρτες.   Oι   πέτρες  των  σπιτιών  έχουν  την  απόχρωση  της  γης,  τη  χροιά  του  δέρματος  των  ανθρώπων.   Στη  μαύρη  βελέντζα  πέφτει  η  άσπρη  Kοταμανίδου.  Στο  κρεβάτι  κουλουριάζεται  σε  στάση  
  • 34.
      34   εμβρύου   η   μαυροφορεμένη   φιγούρα   του   Aρχηγού,   όπως,   μερικά   χρόνια   νωρίτερα,   η   Hλέκτρα  του  Θιάσου  μπροστά  στην  πόρτα  της  μάνας  της  και  του  εραστή  της.   Tα   στοιχεία   του   Kαλού   και   του   Kακού,   για   πρώτη   φορά   σε   ταινία   του   Aγγελόπουλου   αλληλοσυμπλέκονται.   Tο   Kαλό   και   το   Kακό   συναντιούνται   και   ανταλλάσσουν   ρόλους. Kυρίαρχος  ερμηνευτής  κινήτρων  είναι  ο  χώρος,  το  ανοιχτό  διάστημα  το  χειμώνα,   τα  γυμνά  κλαδιά  των  δέντρων,  ο  βουκολικός  χώρος  του  χωριού,  τα  καραούλια,  οι  πέτρες,  τα   γεφύρια,  το  νερό  που  τρέχει  και  χωρίζει  τα  δύο  στρατόπεδα  (ο  Σκάμανδρος  της  Tροίας),  οι   διάδρομοι,  τα  κάγκελα.  Oι  άνθρωποι  είναι   παρεπόμενα  του  χώρου  που  τους  προσδιορίζει.  O  χώρος  παίρνει  υπερφυσικές  διαστάσεις.   H   πεισματική   επανάληψη   του   χώρου,   μανιακή   σχεδόν   η   έμφασή   του,   τ'   αλώνια,   η   στρογγυλάδα  του  κύκλου,  η  ανάληψη...  O  χώρος  λειτουργεί  ως  γενέθλιος  πηλός,  ως  μοίρα.   H   λιτότητα   και   ο   παγανισμός   του   πρωτόγονου   χώρου   αντιπαραβάλλονται   προς   τις   επιπλοκές  του  (παλάτια,  φυλακές).  Oι  χώροι  στιγματίζουν  τα  πρόσωπα  των  ανθρώπων  που   τους  βιώνουν,  και  καθορίζουν  τα  κίνητρα  και  τις  πράξεις  τους.   H  φόρμα  του  Aγγελόπουλου,  με  τη  μεγαλοσύνη  και  τη  γενναιοδωρία  του  κάδρου,  έφτασε   στην   απόγνωσή   της.   Oι   τελειοποιημένοι   κώδικες   μας   εισάγουν   παραληρηματικά   στο   ανείπωτο.   Oι   κινηματογραφικοί   κώδικες   μας   προσφέρονται   ερμητικά   κλειστοί   και,   ταυτόχρονα,  ανοιχτοί  σε  πολλαπλές  ερμηνείες.  H  ανατροπή  των  κωδίκων  επιχειρείται  με  τη   διαβρωτική  παρουσία  του  ίδιου  του  σκηνοθέτη  μέσα  στην  ταινία,  την  ταύτισή  του.   H  μουσική  της  ταινίας,  αιχμηρή  σαν  βέλος,  γεφυρώνει  τις  ενότητες.  H  μουσική,  σαϊτιά  στο   τοπίο  και  την  τοπογραφία  του  μύθου,  μεταφέρει  την  απειλή.   Oι   στρογγυλάδες   της   ταινίας,   τ'   αλώνια,   οι   κυκλικές   κινήσεις   τής   μηχανής,   η   εσωτερική   αυτονομία  του  κάθε  πλάνου,  η  κυριαρχία  των  συμβόλων  και  η  επανάληψή  τους,  δεν  είναι   τίποτ'  άλλο  παρά  οι  επάλληλοι  κύκλοι  του  ίδιου  του  Aγγελόπουλου  που  κλείνουν  και  τον   κλείνουν.   O  κινηματογραφικός  Aλέξανδρος,  μαζί  με  την  εξουσία  της  εικόνας  που  κουβαλάει,  ξέφυγε   απ'  τα  χέρια  του  σκηνοθέτη  και  στα  σίγουρα  μπήκε  μέσα  στις  πόλεις.  O  Aγγελόπουλος,  από   το   μακρινό   παρελθόν   κομίζει   τα   αρχέτυπα   μιας   πράξης   μελλοντικής   στο   αβέβαιο   και   μηδενισμένο  παρόν.       vvv
  • 35.
     35   ΒΑΣΙΛΗΣ  ΡΑΦΑΗΛΙΔΗΣ   ΤΑΞΙΔΙ  ΣΤΟΝ  ΑΔΗ1   To   Tαξίδι   στα   Κύθηρα   είναι   ένα   ταξίδι   που   δεν   γίνεται·∙   γιατί   τα   Κύθηρα   δεν   υπάρχουν.   Περισσότερο  από  γεωγραφικός,  τα  Κύθηρα  είναι  ο  μυθικός  χώρος  της  «άφατης  ευτυχίας»   του  Αntoine  Watteau  και  της  «δύσκολης  επιτυχίας»  του  Charles  Baudelaire.  Η  «Επιβίβαση   για  τα  Κύθηρα»,  το  πιο  διάσημο  ζωγραφιστό  πλοίο  που  «ναυπήγησε»  με  το  χρωστήρα  του   ο  Watteau  για  τις  ανάγκες  των  «ερωτικών  γιορτών»  του,  τούτη  την  πιο  ψηλή  κορφή  του   ροκοκό,   δεν   ήταν   κι   αυτή   παρά   μία   απ’   τις   πολλές   γιορτές   της   καλπαστικά   ανερχόμενης   γαλλικής  αστικής  τάξης  των  αρχών  του  18ου  αιώνα.  Από  το  1717  που  εκτέθηκε  για  πρώτη   φορά   τούτος   ο   –κυριολεκτικά   και   μεταφορικά–   μυθικός   πίνακας,   μέχρι   το   1789,   μας   χωρίζουν  μόλις  72  χρόνια.  Είναι  τα  χρόνια  που  οι  fêtes  galantes  του  Watteau  θ’  αρχίσουν  να   γίνονται  μονότονες,  έτσι  όπως  επαναλαμβάνονται  μονότονα  στους  κήπους  και  τα  πάρκα,   και   θα   ετοιμαστούν   να   εκτοπίσουν   απ'   τα   ανάκτορα   του   Κεραμεικού,   περνώντας   από   τη   Βαστίλη,  τις  βασιλικές  «ερωτικές  γιορτές».  O  Watteau  είχε  όλο  το  δικαίωμα  να  είναι  κωμικά   αισιόδοξος:   η   αστική   τάξη   δεν   έχει   καταλάβει   ακόμα   την   εξουσία   κι   είναι   ζωηρή   και   ευδιάθετη,  γιατί  ονειρεύεται  από  τώρα  την  επιβίβασή  της  για  τα  Κύθηρα.   Όμως,   στα   μέσα   του   19ου   αιώνα,   ο   Baudelaire,   που   πόθησε   όσο   κανείς   το   ονειρεμένο   ταξίδι,  θα  διαπιστώσει  πως  όλα  τα  πλοία  για  τα  Κύθηρα  έχουν  βουλιάξει.  Το  «Κάλεσμα  σε   ταξίδι»   δεν   είναι   παρά   το   ειρωνικό   ποιητικό   «διάβασμα»   του   διάσημου   πίνακα   του   Watteau,  που  τον  γνώριζε  καλά  τούτος  ο  σπουδαίος  τεχνοκρίτης  και  ποιητής,  ο  πρώτος  που   κατάλαβε  πως  τα  Κύθηρα  δεν  υπάρχουν  παρά  μόνον  ως  συνώνυμο  της  ουτοπίας.  Και  γι'   αυτό   συνιστούσε,   για   αντιστάθμισμα,   «να   είμαστε   συνεχώς   μεθυσμένοι   από   κρασί,   από   ποίηση  ή  από  αρετή,  κατά  την  προτίμησή  μας»,  χωρίς,  παρ’  όλα  αυτά,  να  ξεκολλάει  απ'  το   ταραγμένο   μυαλό   του   το   μεγάλο   όνειρο   που   επέβαλε   ο   Watteau   και   που   γρήγορα   ξεθώριασε:  «Όλα  εκεί  τάξη  και  ηδονή  –  χλιδή,  γαλήνη,  καλλονή»2 .   O  «παρακμίας»  Baudelaire  θα  επιχειρήσει  το  δικό  του  ταξίδι  στα  Κύθηρα  μέσα  απ'  το  όπιο,   εγκαινιάζοντας   έτσι   μια   καινούργια   εποχή   στα   ποιητικά   «ταξίδια»,   που   συνεχίζεται.   Βρισκόμαστε  ήδη  πολύ  μακριά  απ'  το  1789,  κι  ακόμα  πιο  μακριά  απ'  το  1717,  τη  χρονιά  που   ο  Watteau  έφερε  στα  Κύθηρα,  με  το  περίφημο  καράβι  του,  πάνω  από  σαράντα  Έρωτες,  οι   οποίοι  περιβάλλουν  από  παντού  τους  πανευτυχείς  ταξιδευτές.  (Oι  μελετητές  απέδειξαν  πως   η   «Επιβίβαση   για   τα   Κύθηρα»   έχει   λανθασμένο   τίτλο·∙   γιατί   πρόκειται   σίγουρα   για   αποβίβαση  κι  όχι  για  επιβίβαση.  Κάπου  τα  μπέρδεψε  ο  Watteau  μέσα  στον  ενθουσιασμό   του,  αλλά  αυτό  έχει  πολύ  μικρή  σημασία:  είτε  πρόκειται  για  ταξίδι  που  θα  γίνει,  είτε  για   ταξίδι  που  έγινε,  το  σημαντικό  είναι  πως  ο  Watteau  δεν  αμφιβάλλει  για  τη  σκοπιμότητα  και   την  επιτυχία  του  ταξιδιού.)     Το  ταξίδι  στα  Κύθηρα  το  επιχείρησαν  δύο  Γάλλοι  –  καθένας  με  τον  τρόπο  του  και  τα  μέσα   της  δικής  του  τέχνης.  Το  ίδιο  ταξίδι,  αλλά,  αυτή  τη  φορά,  απ'  την  Ελλάδα  στην  Ελλάδα,  θα   το   σχεδιάσει,   αλλά   δεν   θα   το   κάνει,   γιατί,   όπως   είπαμε,   τα   Κύθηρα   δεν   υπάρχουν,   ένας   έλληνας  κινηματογραφιστής,  ο  Θόδωρος  Αγγελόπουλος,  που  γνωρίζει  τους  Γάλλους  καλά   και  τους  Έλληνες  καλύτερα.   1 Κινηµατογραφικά Θέµατα, τόµος 2, Αιγόκερως, Αθήνα 1985. 2 Μετάφραση: Γ. Σηµηριώτης
  • 36.
      36   Τώρα   πια,   αυτοί   που   ονειρεύτηκαν   ένα   ταξίδι   στην   Ελλάδα,   είναι   οι   Έλληνες,   που   αναρωτιούνται  πού  βρίσκεται  αυτή  η  μυθική  χώρα:  Είναι  σίγουρο  πως  η  χώρα  στην  οποία   ζούμε  είναι  η  Ελλάδα;  Κι  αν  είναι  η  Ζουλουλάνδη  με  ψευδώνυμο;  Αν  τα  Κύθηρα,  κατά  τους   γεωγράφους,  είναι  νήσος  ελληνική,  κι  αν  τα  Κύθηρα,  κατά  τους  ποιητές,  είναι  μόνο  μύθος,   τότε  μια  Ελλάδα  με  μυθικά  Κύθηρα  είναι  κι  αυτή,  κατά  πάσα  πιθανότητα,  μια  χώρα  μυθική·∙   δηλαδή  ανύπαρκτη.   Κι   έτσι,   εντελώς   ξαφνικά,   στον   Watteau   και   στον   Baudelaire   έρχεται   να   κάνει   παρέα   ο   Borges,   με   τους   αντιστρέψιμους,   λαβυρινθώδεις   χώρους   του,   όπου   ποτέ   δεν   μπορείς   να   διακρίνεις   τα   όρια   του   πραγματικού   και   του   φανταστικού.   (Άλλωστε,   δεν   έχουν   καμιά   σοβαρή   σημασία   αυτά   τα   όρια...)   Μήπως,   λοιπόν,   στην   ταινία   του   Αγγελόπουλου,   τα   Κύθηρα   είναι   υπαρκτά,   ακριβώς   γιατί   είναι   μυθικά;   Η   ελληνική   Ιστορία   είναι   τόσο   σπαρακτικά   υπαρκτή   εδώ,   τόσο   απίστευτα   υπαρκτή,   ώστε   ακριβώς   τούτο   το   απίστευτο   είναι  που  τη  μεταθέτει  αυτόματα  στην  περιοχή  του  μύθου.   Λοιπόν,  ένα  ταξίδι  στα  Κύθηρα  είναι  τώρα  πια  ένα  ταξίδι  στον  Άδη,  που  την  είσοδό  του   συνεχίζουν  να  τη  φυλάν  οι  Κέρβεροι.  Το  Ταξίδι  στα  Κύθηρα  του  Αγγελόπουλου  σε  καλεί  σε   μια   κάθοδο   στον   Άδη   της   Ελληνικής   Ιστορίας,   όπου   βρίσκονται   ενταφιασμένα   όλα   τα   «ελληνικά  ιδανικά».  Βέβαια,  κανείς  δεν  είναι  υποχρεωμένος  ν’  ακολουθήσει  την  ποιητική   περιήγηση  σε  τούτο  τον  «ου-­‐  τόπο».  Ωστόσο,  αυτό  το  ταξίδι  στο  μύθο  διά  της  Ιστορίας  και   στην  Ιστορία  διά  του  μύθου  μπορεί  να  έχει  ένα  πολύ  πρακτικό  αποτέλεσμα:  να  σου  μάθει   να   διακρίνεις   το   μυθικό   από   το   πραγματικό,   έτσι   ώστε,   όταν   λες:   «Ζήτω   η   Ελλάς!»,   να   ξέρεις,  τουλάχιστον,  περί  ποίου  πράγματος  ομιλείς,  διότι  παρά  πολύ  συχνά  συμβαίνει  να   απευθύνουμε  την  ευχή  «να  ζήσει»  σ'  ένα  πτώμα.  Είπαμε  πως  στο  Ταξίδι  στα  Κύθηρα  δεν   γίνεται  κανένα  ταξίδι  στα  Κύθηρα.  Γίνεται,  όμως,  ένα  φοβερό  ταξίδι  στην  ελληνική  Ιστορία.   Και   πριν   αντιμετωπίσουμε   τούτη   την   ιστορική   ταινία   (ιστορική,   με   τη   διπλή   έννοια:   αναφέρεται   στην   Ιστορία   και   εγγράφεται   από   τώρα   στην   ιστορία   του   κινηματογράφου),   πρέπει  να  δούμε  τους  γεωπολιτικούς  όρους  που  κάνουν  τούτο  το  ταξίδι  ιστορικά  ανέφικτο   και  κινηματογραφικά  παράδοξο.  Φυσικά,  τα  λίγα  που  θα  πούμε  παρακάτω,  δεν  αποτελούν   προϋπόθεση  για  να  κατανοήσει  κανείς  την  ταινία·∙  γιατί,  όπως  πάντα  στον  Αγγελόπουλο,  η   Ιστορία   δεν   υπάρχει   ως   παράθεση   περιστατικών,   αλλά   ως   στοχασμός   πάνω   σε   ιστορικά   γεγονότα,  τα  οποία  έχουν  γίνει  μυθικά  για  τις  ανάγκες  μιας  μυθοπλασίας  που  βρίσκεται   πολύ  μακριά  απ’  το  ρεαλισμό,  αλλά  όχι  κι  απ’  την  πραγματικότητα.  O  Αγγελόπουλος  δεν   ήταν  ποτέ  ρεαλιστής  με  την  τρέχουσα  έννοια  –  ούτε  καν  στην  Αναπαράσταση.   Το  Ταξίδι  στα  Κύθηρα,  λοιπόν,  είναι  ένα  ταξίδι  στην  πίσω  μεριά  της  ελληνικής  Ιστορίας,  τη   συνήθως   αόρατη   για   τους   ιστοριοδίφες   που   συλλέγουν   ιστορικά   γεγονότα,   με   την   ίδια   (περίπου)   έννοια   που   άλλοι   συλλέγουν   γραμματόσημα.   O   Αγγελόπουλος   δεν   είναι   συλλέκτης  γραμματοσήμων,  κολλημένων  πάνω  στο  σελιλόιντ.  Είναι  ένας  άνθρωπος  που  ζει   βαθιά  την  ιστορία  του  τόπου  του.  Γι'  αυτό  και  οι  «ιστορικές»  ταινίες  του  (Μέρες  του  '36,  O   θίασος,   Oι   κυνηγοί,   O   Μεγαλέξαντρος,   Ταξίδι   στα   Κύθηρα)   φαίνονται   τόσο   απομακρυσμένες   απ'   τη   μεθοδολογία   των   ιστορικών   εγχειριδίων   και   των   επιστημονικών   ιστορικών  συγγραμμάτων,  παρ’  όλο  που  δεν  τους  λείπει  (κάθε  άλλο,  μάλιστα)  η  αυστηρή   ιστορική  τεκμηρίωση  που  λανθάνει  πίσω  απ'  το  αισθητικό  γεγονός  και  το  υποβαστάζει  με   σιγουριά,   χωρίς   να   το   διαβρώνει.   Oι   ταινίες   του   Αγγελόπουλου   είναι   το   πληρέστερο   υπόδειγμα  που  γνωρίζουμε  για  την  προσέγγιση  της  Ιστορίας  από  μια  τέχνη  που  αρνείται   (γιατί   είναι   εμπαιγμός)   την   αναπαράσταση   παρωχημένων   γεγονότων   τα   οποία   δεν   κατέγραψε  «εν  τω  γίγνεσθαι»  μια  εκεί  παρούσα  κάμερα.  
  • 37.
      37   ∆εν   πρέπει   να   μας   διαφεύγει   πως,   στην   Αναπαράσταση,   δε   γίνεται   τελικά   η   δικαστική   αναπαράσταση  του  εγκλήματος  –  κι  αυτό,  για  να  μην  μπει  η  κάμερα  απατηλά  στη  θέση  του   αυτόπτη  μάρτυρα.  Άλλωστε,  εκτός  απ'  την  περίπτωση  της  αυτοκτονίας  του  Μισίμα  μπροστά   στην   τηλεοπτική   κάμερα,   ποτέ   κανείς   αυτόχειρας   ή   εγκληματίας   δεν   κάλεσε   το   κινηματογραφικό  συνεργείο  να  παραστεί  αδιάψευστος  μάρτυρας  στην  πράξη  του.  Αυτό,  το   συνηθίζουν   μόνο   οι   «επίσημοι».   Η   Ιστορία,   ωστόσο,   συνεχίζει   να   γράφεται   πίσω   απ’   τις   δεξιώσεις,   πίσω   απ'   τα   επιβεβλημένα   διπλωματικά   χαμόγελα.   Αυτή   την   πίσω   μεριά   της   Ιστορίας  προσπαθεί  να  «πιάσει»  ο  Αγγελόπουλος,  και  γι’  αυτή  την  πίσω  μεριά  της  Ιστορίας   δεν  είναι  δυνατόν  να  υπάρξουν  αδιάψευστα  τεκμήρια.  Το  γεγονός,  όμως,  πως  δεν  έχουμε   δει  την  πίσω  μεριά  της  Σελήνης,  δε  σημαίνει  και  πως  δεν  υπάρχει.  Πριν  ακολουθήσουμε  τον   Αγγελόπουλο  στο  ταξίδι  του  στην  πίσω  μεριά  της  Ιστορίας  της  Ελλάδας  των  35  τελευταίων   ετών,  καλό  θα  ήταν  να  ρίξουμε  μια  βιαστική  ματιά  στη  συνοψίζουσα  συμβολικά  την  ιστορία   της  Ελλάδας  ιστορία  της  νήσου  Κύθηρα,  γνωστής  και  με  το  λαϊκό  της  όνομα  Τσιρίγο.   Τα   Κύθηρα   βρίσκονται   στο   νοτιότατο   άκρο   της   Πελοποννήσου,   Ν.∆.   του   ακρωτηρίου   Μαλέα.   Κι   ωστόσο,   διοικητικά   ανήκουν   στην   Αττική!   Τούτο   το   γαιοδιοικητικό   παράδοξο   έρχεται  να  μπολιαστεί  σ’  ένα  δεύτερο:  τα  Κύθηρα,  ως  μορφολογία,  ανήκουν  στις  Κυκλάδες.   Κι  ωστόσο,  είναι  το  έκτο  νησί  των  Ιονίων  νήσων  (το  έβδομο  είναι  τα  ακόμα  πιο  μακρινά   Αντικύθηρα).  Λοιπόν;  Τα  Κύθηρα  ανήκουν  στα  Ιόνια  νησιά;  Ή  ανήκουν  στην  Λακωνία;  Τα   Κύθηρα   ανήκουν   όπου   τα   τοποθετήσεις   με   μια   απόφαση   ή   μια   διοικητική   πράξη.   Τα   Κύθηρα  ανήκουν  παντού...  εκτός  από  τον  εαυτό  τους  –  όπως  και  η  Ελλάδα.  Τα  Κύθηρα  είναι   ένας   ου-­‐τόπος   (μια   ουτοπία)   με   τόσο   μπερδεμένη   ιστορία,   που   κανείς   ιστορικός   δεν   τα   κατάφερε  να  την  ξεμπερδέψει  με  επάρκεια,  όπως  και  την  «κυθήρεια»  ελληνική  Ιστορία.   Τα  Κύθηρα  υπήρξαν  φοινικική  αποικία,  μινωική  αποικία,  μυκηναϊκή  αποικία,  σπαρτιατική   αποικία,   αθηναϊκή   αποικία.   Κι   αργότερα,   φράγκικη   αποικία,   βενετσιάνικη   αποικία,   τουρκική   αποικία,   γαλλική   αποικία   και,   τέλος,   αγγλική   αποικία.   Νεοελληνική   αποικία   γίνονται  το  1863.  Μ'  άλλα  λόγια,  τα  Κύθηρα  είναι  η  Αποικία,  η  σχεδόν  πλατωνική  Ιδέα  της   Αποικίας.  Να  γιατί  πάντα  ονειρεύονταν  τα  Κύθηρα  Άγγλοι,  Γάλλοι,  Πορτογάλοι:  ήταν  ένας   τόπος  βολικός,  καθότι  αδέσποτος  –  όπως  η  Ελλάδα.   Μάλιστα,   από   τότε   που   οι   Φοίνικες   έφεραν   στα   Κύθηρα   τη   Θεά   Αστάρτη,   που   εκεί   πολιτογραφήθηκε  Ελληνίδα  και  βαφτίστηκε  Αφροδίτη,  και  κυρίως  από  τότε  που  κτίστηκε   εκεί  ο  περιλάλητος  ναός  της  Oυράνιας  Αφροδίτης,  όλος  ο  κόσμος  έμαθε  πως  στα  Κύθηρα   προσφέρονται  ηδονές  σε  μια  ατελείωτη  ποικιλία.  Συνεπώς,  ένα  ταξίδι  στα  Κύθηρα  ήταν  ένα   ταξίδι   στο   πιο   πυκνό   κέντρο   της   ηδονικής   ευδαιμονίας   που   το   ονειρεύονταν   επίμονα   οι   ποιητές,   τουλάχιστον   οι   πριν   απ'   τον   19ο   αιώνα,   γιατί,   αργότερα,   τα   πράγματα   δυσκόλεψαν,  ακόμα  και  για  τους  ποιητές.   Για  τους  Αδελφούς  Goncourt,  η  «Επιβίβαση  για  τα  Κύθηρα»  του  Antoine  Watteau  «είναι  ο   έρωτας,  αλλά  ένας  έρωτας  ποιητικός,  ένας  έρωτας  που  ονειρεύεται  και  στοχάζεται,  ένας   έρωτας  μοντέρνος,  με  τις  νοσταλγίες  του  και  τη  γιρλάντα  της  μελαγχολίας  του».  Περίπου  το   ίδιο  είναι  και  το  Ταξίδι  στα  Κύθηρα  του  Αγγελόπουλου:  ένας  περιπλεγμένος  με  την  Ιστορία   και   από   την   Ιστορία   έρωτας   δύο   γέρων   –   ονειρικός,   στοχαστικός,   νοσταλγικός,   μελαγχολικός.  Τούτος  ο  έρωτας  έχει  ανάγκη  από  έναν  τόπο  για  να  σταθεί.  Και  η  Ελλάδα  δεν   είναι   πια   τόπος   ούτε   να   στέκεσαι,   ούτε   να   ονειρεύεσαι,   ούτε   να   ερωτεύεσαι.   Η   Ελλάδα,   όπως  και  τα  Κύθηρα,  είναι  ένας  τόπος  όπου  οι  μύθοι  ευδοκιμούν  πάντα,  και  οι  άνθρωποι   δυστυχούν  πάντα.  
  • 38.
      38   Η  Ελλάδα  είναι  σαν  ένας  κύκλος  με  πολλές  περιμέτρους  και  κανένα  κέντρο.  Ένας  τέτοιος   κύκλος   λέγεται   φαύλος.   Oι   κυρίως   ειπείν     Έλληνες   κατοικούσαν   ή   κατοικούν   στην   περίμετρο:   Ιωνία   (είναι   συνεχείς   οι   αναφορές   του   Αγγελόπουλου   στην   Ιωνία),   Πόντος,   Παραδουνάβιες,   Κύπρος,   Oδησσός,   Αίγυπτος,   Τασκένδη,   και   σήμερα   Γερμανία,   ΗΠΑ,   Αυστραλία,   Καναδάς   κ.λπ.   Η   «μητρόπολη»   είναι   ένας   φανταστικός   χώρος,   και   οι   κατοικούντες   σ'   αυτήν   Έλληνες   αισθάνονται   οι   μισοί   μέτοικοι   και   οι   άλλοι   μισοί   άποικοι   στην  ίδια  τους  την  πατρίδα,  που  είναι  σε  κατάσταση  μόνιμης  εσωτερικής  κατοχής  απ'  τα   όρνια.   ∆εν  είναι  μόνο  το  ταξικό  μίσος  που  χωρίζει  τους  ιθαγενείς  Έλληνες  σε  «στρατόπεδα»,  είναι   και  η  αταβιστική  αίσθηση  πως  αυτό  το  χώμα  δεν  είναι  καθόλου  «δικό  τους  και  δικό  μας»,   όπως  επιμένει  να  λέει  αφελέστατα  και  ανιστόρητα  το  νεοπατριωτικόν  ασμάτιον·∙  είναι  χώμα   που   ανήκει   σε   μια   ξένη   γη   προς   κατάκτηση:   το   κάθε   άλλο   παρά   δίκαιο   μοίρασμα   των   τούρκικων  τσιφλικιών,  που  άρχισε  το  1830,  δεν  ολοκληρώθηκε  ακόμα,  και  το  «πνεύμα  του   ουέστ»,   στη   νοτιοβαλκανική   του   παραλλαγή,   είναι   πάντα   ζωντανό   εδώ.  Oι   Κλέφτες,   που   ήρθαν   απ’   αλλού,   έγιναν   Ληστές   από   το   1840   μέχρι   το   1940,   συνεχίζοντας   έτσι   έναν   απελευθερωτικό  αγώνα  που  δεν  τελείωσε.  Βρισκόμαστε  πάντα  υπό  την  εσωτερική  κατοχή   των  Κοτζαμπάσηδων.  (Για  τους  Ληστές,  τους  Κοτζαμπάσηδες  και  το  μεγάλο  ελληνικό  όραμα   μιας  αποτελεσματικής  απελευθέρωσης,  βλ.  Μεγαλέξαντρο).   Oι  παλιοί  Κλέφτες  (που  νομιμοποιήθηκαν  χάρη  στην  αίσια  έκβαση  του  αγώνα  τους)  και  οι   κατοπινοί   Ληστές   (που   νομιμοποιήθηκαν   μόνο   στη   λαϊκή   συνείδηση   και   τη   λαϊκή   παραφιλολογία)   μετεξελίχθηκαν   ιστορικά   σε   «ληστοσυμμορίτες»   ή   «κομμουνιστοσυμμορίτες»   ή,   απλά,   «συμμορίτες»   που   συνεχίζουν   και   σήμερα   να   δρουν   τρομοκρατικά,   καθώς   ήρθαν   και   σφηνώθηκαν   άκρως   ενοχλητικά   μέσα   στα   όνειρα   για   ευδαιμονία   που   δημιούργησε   στους   Κοτζαμπάσηδες   το   Σχέδιο   Μarshall,   οικονομική   συνέπεια  του  πολιτικού  Σχεδίου  Τruman  (βλ.  και  Κυνηγούς).   Το   πόσο   αναίσχυντοι   ήταν   οι   Κοτζαμπάσηδες   με   παπιγιόν   ή   χωρίς,   μας   το   έδειξε   ο   Αγγελόπουλος   με   εκπληκτική   ενάργεια   και   σαφήνεια   στις   Μέρες   του   '36,   όπου   οι   πραγματικοί  συμμορίτες  (χωρίς  εισαγωγικά)  προετοιμάζουν  την  «ευταξία»  του  Μεταξά,  με   αφορμή   τις   «αταξίες»   του   Ευταξία,   που   δεν   είχε   καταλάβει   πως   άλλο   πράγμα   είναι   το   αγγουράκι  κι  άλλο  το  κολοκυθάκι,  με  συνέπεια  να  μπερδευτούν  πρόωρα  τα  λαχανικά  στη   ρώσικη   (δηλαδή   εγγλέζικη)   σαλάτα   που   ήδη   ετοίμαζαν   οι   Κοτζαμπάσηδες   στην   κουζίνα   τους,  γνωστή  και  με  το  ψευδώνυμο  «Κοινοβούλιο».   Στο  Θίασο,  όλος  ο  θίασος  της  ελληνικής  Ιστορίας  βρίσκεται  επί  σκηνής.  Τελικά,  όμως,  την   παράσταση   κλέβουν   στην   κυριολεξία   οι   Κοτζαμπάσηδες,   κυρίως   χάρη   στην   καλή   σκηνοθεσία   τού   Scobie.   Εδώ,   δυστυχώς,   οι   «συμμορίτες»   αυτοπεριορίζονται   σε   έξοχα   σατιρικά   άσματα,   του   τύπου   «Το   βρακί   του   Σκόμπι/   είναι   κόμποι   κόμποι...»,   «επαναστατική»  διασκευή  ενός  μπούγκι-­‐μπούγκι  του  Glenn  Miller.  Αν,  λοιπόν,  το  ∆εκέμβρη   τραγουδούσαν   λιγότερο   και   πολεμούσαν   περισσότερο   (με   τις   δυνάμεις   του   ΕΛΑΣ   που   κρατήθηκαν  εκτός  Αθηνών),  σίγουρα  ο  Αγγελόπουλος  δε  θα  γύριζε  το  Ταξίδι  στα  Κύθηρα.  Κι   εκείνο  το  ιστορικό  κέρδος  θα  ήταν  μια  μεγάλη  απώλεια  για  τον  κινηματογράφο.  Λοιπόν,   ουδέν   κακόν   αμιγές   καλού   –   αν   και,   εδώ,   το   «καλόν»   είναι   τάξεως   αισθητικής   και   όχι   πολιτικής,  πράγμα  που  θα  το  προτιμούσαμε,  φυσικά.  Γι’  αυτό,  όμως,  είναι  η  τέχνη:  να  μας   παρηγορεί  για  μια  απώλεια  μ'  ένα  κέρδος.  Και  οι  κερδισμένοι,  κατά  κανόνα,  δεν  κάνουν   τέχνη.  Περιορίζονται  στο  να  τρώνε  τα  κέρδη  τους  και,  στην  περίπτωση  που  μας  απασχολεί,  
  • 39.
      39   τα  κονδύλια  του  Σχεδίου  Μarshall.   Λοιπόν,   τούτη   η   χώρα   κατοικείται   μονίμως   από   «Έλληνες»   και   Έλληνες:   για   τη   ∆εξιά,   Έλληνες   είναι   όσοι   δήλωσαν   τέτοιοι   και   όσοι   έκαναν   μια   «δήλωση   μετανοίας»   για   τον   πρότερο  αμαρτωλό  ανθελληνικό  τους  βίο.  Για  την  Αριστερά,  Έλληνες  είναι  όσοι  κατοικούν   σ’   αυτή   τη   χώρα   κι   όσοι   έχουν   δικαίωμα   να   κατοικήσουν   στο   κράτος   που   έφτιαξαν   οι   Κλέφτες   (και   οι   Αρματωλοί,   που   κι   αυτοί   επίσης   ήταν   Κλέφτες,   αλλά   αρχικά   υπό   την   προστασία   των   Τούρκων,   οι   οποίοι   αργότερα   την   απέσυραν,   γιατί   οι   Αρματωλοί   αποδείχθηκαν   τελικά   «μη   νομιμόφρονες»,   καλή   ώρα   σαν   κάποιους   στρατιώτες   του   λεγόμενου   «εθνικού   στρατού»,   που   βαρέθηκαν   τη   διατεταγμένη   εθνικοφροσύνη   και   πέρασαν  στο  απέναντι  χαράκωμα,  όπου  δεν  πολεμούσες  γιατί  σε  διέταζαν,  αλλά  γιατί  το   ήθελες).   O   γερο-­‐Σπύρος   (Μάνος   Κατράκης)   είναι   ένας   (με   «δεξιά»   ορολογία)   μη   Έλληνας   που   ζει   στην  Τασκένδη  απ'  το  1949·∙  δηλαδή,  ένας  Έλληνας  της  περιφέρειας  (ή  του  περιθωρίου,  αν   προτιμάτε   έναν   όρο   με   ασαφές   νόημα),   ο   οποίος,   όταν   έρχεται   με   άδεια   στην   Ελλάδα,   διαπιστώνει   ότι   η   Ελλάδα   δεν   υπάρχει·∙   υπάρχουν   μόνο   τα   ουδέτερα   διεθνή   ύδατα   και,   πάνω  σ’  αυτά,  μια  σχεδία  που  φέρει  (είναι  γι’  αυτόν  φέρετρο)  το  σαρκίο  του  και  τ’  όνειρό   του  σ’  έναν  ου-­‐τόπο  που,  κάτω  από  ομαλές  συνθήκες,  θα  μπορούσε  να  είναι  η  πατρίδα  του.   O  Σπύρος  είναι  ένας  Βασιλιάς  Ληρ  που  έχει  χάσει  το  βασίλειό  του  στον  εμφύλιο  πόλεμο,   ένας  ∆ον  Κιχώτης  που  πίστεψε  πως  το  δόρυ  είναι  όπλο  αποτελεσματικό  στη  μάχη  με  τον   ανεμόμυλο  της  Ιστορίας,  κι  ένας  Oδυσσέας  που  γυρίζει  σπίτι  του  μετά  από  τριάντα  τόσα   χρόνια,   για   να   βρει   μια   ονειροπόλα   Πηνελόπη   (Ντόρα   Βολανάκη)   κι   έναν   συγχυσμένο   Τηλέμαχο  (Giulio  Brogi).  Όμως,  οι  μνηστήρες  έχουν  ξεπουλήσει  προ  πολλού  την  Ιθάκη  του,   με   συνέπεια,   ένα   ταξίδι   που   θα   μπορούσε   να   είναι   ταξίδι   επιστροφής   στην   Ιθάκη,   να   καταλήξει  σε  ταξίδι  στα  Κύθηρα·∙  δηλαδή,  στον  Μεγάλο  Μύθο  μιας  πεθαμένης  «ευτυχίας   για  όλους»  που  ενταφιάστηκε  το  1949  στο  κοιμητήρι  του  χωριού  του  –  κι  όλων  των  χωριών   της  Ελλάδας.  Η  Ιθάκη  δεν  υπάρχει  πια  –  όπως  στην  Oδύσσεια  του  Καζαντζάκη.   Όμως,  στο  Ταξίδι  στα  Κύθηρα,  τούτη  την  αντι-­‐Oδύσσεια,  ο  Oδυσσέας  δε  φεύγει  γιατί  το   θέλει·∙  τον  διώχνουν.  Το  έπος  είναι  ανέφικτο  στον  καιρό  μας.  Όλοι  οι  ήρωες  έχουν  πεθάνει,   κι  όσοι  ζουν  ακόμα,  είναι  ανεπιθύμητοι  στον  τόπο  απ'  όπου  αντλούσαν  τη  δύναμή  τους.  Το   Ταξίδι   στα   Κύθηρα   είναι   μια   ελεγεία   για   τον   χαμένο   στον   ωκεανό   Oδυσσέα,   που   δεν   πρόκειται   να   ξαναβγεί   στη   στεριά,   γιατί   δεν   υπάρχει   πια   η   στεριά.   Υπάρχουν   μόνο   τα   Κύθηρα·∙  δηλαδή  ο  μύθος  της  ευτυχίας  που  ονειρεύτηκε  ο  Watteau  σε  μια  περίοδο  μεγάλης   ακμής  της  αστικής  τάξης,  η  οποία  εδώ,  στην  Ελλάδα,  γνώρισε  τις  fêtes  galantes  όψιμα  και   χάρη  σε  «δάνεια»  που  συνεχίζονται.   Η  Ελλάδα  εξακολουθεί  να  είναι  μια  ξένη  χώρα  για  όλους:  για  τους  «δεξιούς»,  γιατί  δεν  τα   κατάφεραν  ποτέ  ν’  αποκτήσουν  «εθνική»  συνείδηση  (δεν  απέκτησαν  καν  συνείδηση),  αφού   εθνική  συνείδηση  δεν  δημιουργείται  με  Σχέδια  Μarshall·∙  και  για  τους  «αριστερούς»,  γιατί   μόνο  τα  δύο  τελευταία  χρόνια  άρχισαν  να  μη  νιώθουν  μέτοικοι  με  προσωρινό  διαβατήριο   (όποιος  ήθελε,  μπορούσε  να  τους  πάρει)  στην  ίδια  τους  την  πατρίδα.  Η  Ελλάδα  συνεχίζει  να   είναι   «μια   χώρα   για   εγκατάσταση»,   όπου,   προς   το   παρόν,   όλα   είναι   προσωρινά   και   αβέβαια.   Πρέπει,   συνεπώς,   κάποτε   να   κατακτήσουμε   την   Ελλάδα,   για   να   βρούμε   μια   πατρίδα  εμείς  οι  Έλληνες.  Αποκλείεται  να  ζούμε  και  να  πεθαίνουμε  μονίμως  πάνω  σε  μια   σχεδία  που  πλέει  στα  διεθνή  ύδατα.  Το  ταξίδι  στα  Κύθηρα  πρέπει  να  γίνει  οπωσδήποτε,  
  • 40.
      40   όσα  πλοία  κι  αν  βουλιάξουν  καθ'  οδόν.  Η  ουτοπία  είναι  για  να  τη  ζούμε.  Και  τα  Κύθηρα   υπάρχουν  στο  χάρτη·∙  πρέπει,  λοιπόν,  να  υπάρξουν  και  στη  ζωή  μας.   Το  Ταξίδι  στα  Κύθηρα,  όπως  και  οι  άλλες  ταινίες  του  Αγγελόπουλου,  είναι  μια  ταινία  που   ψάχνει  για  τις  εθνικές  μας  ρίζες,  αλλά  όχι  στο  Βυζάντιο  (ο  Αγγελόπουλος  δεν  είναι  αστείο   πρόσωπο).   Ψάχνει   για   τις   εθνικές   μας   ρίζες   σε   χάρτη   πρόσφατης   χαρτογράφησης   όπου   σημειώνεται  η  λέξη  «Ελλάς»  όχι  όπως  αρμόζει  σε  «σωστούς»  χάρτες,  και  η  λέξη  «Έλλην»,  το   ιδεολογικό   και   εννοιολογικό   περιεχόμενο   της   οποίας   πρέπει   να   προσδιοριστεί   με   σαφήνεια.  Πριν,  λοιπόν,  μάθουμε  τι  σημαίνει  «Ελλάς»  (τα  θούρια  δεν  έχουν  να  μας  μάθουν   τίποτα  επί  του  προκειμένου),  πρέπει  να  μάθουμε  τι  σημαίνει  «Έλλην».   O   γερο-­‐Σπύρος   ο   αντάρτης,   ο   εξόριστος,   ο   πεισματάρης,   ο   ρομαντικός,   ο   απούλητος,   ο   γερο-­‐Σπύρος   που   συνεχίζει   ν’   αντιστέκεται   σε   μια   εποχή   γενικευμένης   παθητικότητας,   ο   γερο-­‐Σπύρος   που   αρνείται   να   «πουλήσει   το   χιόνι»   για   να   γίνει   χιονοδρομικό   κέντρο   στο   χωριό   του,   ο   γερο-­‐Σπύρος   που   συνεχίζει   να   είναι   «επικίνδυνος   για   τη   δημόσια   τάξη»   (διάβαζε:  για  το  ιδιωτικό  πορτοφόλι),  ο  γερο-­‐Σπύρος  που  ξαναβρίσκει  στα  παλιά  λημέρια   του  τις  παλιές  συνθήκες  παρανομίας  (δεν  ξέχασε  τη  «γλώσσα  των  παρανόμων»),  ο  γερο-­‐ Σπύρος  που  συνεχίζει  να  χορεύει  μέσα  στα  νεκροταφεία  και  να  λέει  μια  «καλημέρα»  στους   πεθαμένους  συντρόφους,  ο  γερο-­‐  Σπύρος,  ο  σπόρος  απ’  όπου  ίσως  κάποτε  φυτρώσουν  κι   άλλα  δέντρα  στην  άκρη  του  νεκροταφείου,  ο  γερο-­‐Σπύρος  ο  ανεπιθύμητος  στην  πατρίδα   του,  είναι  ο  ΕΛΛΗΝΑΣ.   Όμως,  στην  Ελλάδα  υπάρχουν  πάντα  «κυνηγοί»  που  κυνηγούν  στα  χιόνια.  Τα  χιόνια,  όμως,   δεν  είναι  για  πούλημα  –  το  ξέρουμε  ήδη.  Είναι  για  να  κρύβουν  μέσα  τους  το  όνειρο,  που   συνεχώς  θα  το  βρίσκουν  μπροστά  τους  οι  απόγονοι  των  Κοτζαμπάσηδων,  κάθε  φορά  που   βγαίνουν  για  κυνήγι.  Σε  κάθε  λακκούβα  όπου  θα  ’λιωνε  το  χιόνι,  θα  αποκαλυπτόταν  πάντα   το   μυστηριώδες   πτώμα   του   Αντάρτη,   ίσα   ίσα   για   να   διατηρείται   ο   πανικός,   αλλά   και   η   Ελπίδα.  Το  «φάντασμα»  του  Βελουχιώτη  πλανάται  παντού.  Και  τούτο  το  «φάντασμα»  είναι   πραγματικό  όσο  τίποτα.     Oι  τωρινοί  κυνηγοί  (οι  «Αρχές»)  δε  βρήκαν  κανένα  πτώμα  στα  χιόνια·∙  γιατί  στο  Ταξίδι  στα   Κύθηρα  δεν  υπάρχουν  ούτε  πτώματα,  ούτε  χιόνια.   Υπάρχει  μόνο  νερό·∙  κι  ένας  ζωντανός   άνθρωπος,  ο  Σπύρος,  που  έρχεται  απ’  τον  ωκεανό  και  ξαναγυρίζει  στον  ωκεανό.  O  ωκεανός   για  τον  Σπύρο  δεν  είναι  τάφος·∙  είναι  λίκνο.  Ίσως  σε  μια  άλλη  ταινία  του  Αγγελόπουλου,  το   πτώμα  να  το  βρουν  ψαράδες.  O  Σπύρος  της  ταινίας  Ταξίδι  στα  Κύθηρα  και  ο  αντάρτης  τής   ταινίας   Oι   κυνηγοί   είναι   δύο   εκδοχές   του   ίδιου   μύθου·∙   μόνο   που,   τώρα,   ο   μύθος   είναι   σοβαρός  και  πένθιμος,  όπως  ταιριάζει  στο  θάνατο  κάθε  παλικαριού.   Και   στο   θάνατο   κάθε   «προοπτικής»·∙   γιατί   στην   ταινία   διασταυρώνονται   συνεχώς   δύο   θάνατοι:  ένας  βιολογικός  και  ιστορικός,  που  επίκειται  και  «βοηθιέται»  απ’  τις  «Αρχές»,  κι   ένας   συμβολικός,   που   έχει   ήδη   τελεστεί:   ο   γιος   του   Σπύρου,   ο   Αλέξανδρος,   είναι   ο   Αλέξανδρος  του  τελευταίου  πλάνου  του  Μεγαλέξαντρου,  που  έφυγε  από  κείνη  την  ταινία   για  βρει  καταφύγιο  σε  τούτη.  Είναι,  ακόμα,  το  ορφανό  παιδάκι  της  Αναπαράστασης  που,   καθώς  μεγάλωσε,  έγινε  σκηνοθέτης.   Μα   πώς   να   ’σαι   δημιουργός   μέσα   σε   μια   χώρα   που   δεν   υπάρχει   παρά   μόνο   για   τους   Κοτζαμπάσηδες  και  τους  κολαούζους  τους;  Τι  σημαίνει  να  δημιουργείς  για  τους  Έλληνες,   όταν  αυτοί,  όντας  ξένοι  οι  ίδιοι,  σε  θεωρούν  ξένο  στον  ίδιο  σου  τον  τόπο,  που  εσύ,  ωστόσο,  
  • 41.
      41   τον  ξέρεις  και  τον  αγαπάς  όσο  λίγοι;  Επί  του  βαρβαρικού  προκειμένου,  οι  λύσεις  είναι  δύο:   ή  παίρνεις  των  ομματιών  σου  και  γίνεσαι  κι  εσύ  περιφερειακός,  όπως  τόσοι  άξιοι  σε  τούτον   τον  ου-­‐τόπο,  ή  δίνεις  εδώ,  στον  τόπο  σου,  τον  αγώνα  σου  μέχρι  τέλους,  έτοιμος  να  δεχτείς   μια  μοίρα  ανάλογη  μ'  αυτήν  του  Σπύρου.   O   Αλέξανδρος   (δηλαδή   ο   Αγγελόπουλος)   διάλεξε   τη   δεύτερη   λύση:   σε   πείσμα   όλων   των   ηλιθίων,  θεωρεί  τα  Κύθηρα  υπαρκτά,  και  το  ταξίδι  σ'  αυτά,  εφικτό.  Όλοι  οι  κυνηγοί  (κι  ένας   διάολος   ξέρει   πόσοι   τον   κυνηγούν)   δε   θα   καταφέρουν   να   στραγγαλίσουν   το   δικό   του   όραμα·∙  γιατί  ένας  «σκηνοθέτης  σε  κρίση»,  που  καταφέρνει  να  εντάξει  την  προσωπική  του   κρίση   στην   «εθνική   κρίση»,   σίγουρα   είναι   ένας   μεγάλος   σκηνοθέτης.   ∆εν   είναι   καθόλου   εύκολο   να   ενώσεις   τις   δύο   συνιστώσες,   την   ιστορική   και   την   υπαρξιακή,   σε   μία   συνισταμένη.   Και   δε   νομίζουμε   πως   υπάρχει   ανάλογο   στην   παγκόσμια   ιστορία   του   κινηματογράφου.   Να   ελπίσουμε   πως   θα   βρεθούν   πολλοί   σ'   αυτόν   τον   ου-­‐τόπο,   που   θα   καταλάβουν  πως  εδώ  έχουμε  να  κάνουμε  με  την  πρώτη  εθνική  ελληνική  ταινία;  Θα  ’θελα   πολύ   να   είμαι   αισιόδοξος·∙   γιατί   κι   εγώ   πιστεύω   πως   ένα   ταξίδι   στα   Κύθηρα   είναι   πάντα   εφικτό  στο  μέλλον.     vvv