Τι έγινε αυτή τη μέρα;
Για ποιον λόγο τη θυμόμαστε και την τιμούμε;
Πώς άρχισαν τα πράγματα;
Η Ιταλία μάς κήρυξε τον πόλεμο!
(Κι εμείς πήγαμε στο υπόγειο)
Αλλά σήμερα τόση ώρα που
γελούσαμε δεν προσέξαμε πως ο
μπαμπάς είχε γυρίσει ξαφνικά
πίσω και μας κοιτούσε. Χωρίς να
γελάει. Ήταν ιδρωμένος, γιατί είχε
τρέξει κι είχε ανεβεί τη σκάλα
γρήγορα, και δεν μπορούσε να
καταπιεί και τα μάτια του ήταν έξω,
σαν να είχε μαλώσει με κάποιον. Η
μαμά τον είδε πρώτη και
σταμάτησε να γελάει και του είπε
πως ήρθε πάνω στην ώρα που δεν
πίνω το γάλα μου και πρέπει να
φύγω για το σχολείο και να μου πει
κάτι για να το πιω.
Αλλά ο μπαμπάς μου δεν είπε τίποτα. Τότε τον ρώτησε γιατί γύρισε πίσω και
μήπως ήταν αργία και δεν το ήξερε. Αλλά ο μπαμπάς πάλι δεν είπε τίποτα.
Μετά μίλησε ξαφνικά και είπε να πάψουμε και να τον ακούσουμε με προσοχή
και όταν καθίσαμε προσοχή είπε κανείς να μη βγει από το σπίτι, εγώ να μην
πάω σχολείο, η θεία Γαζία να αφήσει τις πορτοκαλιές, η Δωροθέα να κλείσει
τις πόρτες και τα παράθυρα κι η μαμά να πάψει να με κυνηγάει μ' αυτό το
γελοίο γάλα, γιατί «εδώ χαλάει ο κόσμος κι εσείς παίζετε».
Τι εννοεί ο
πατέρας
με αυτή
τη φράση;
Μόλις είπε έτσι, αφήσαμε τα παιχνίδια και τα γέλια και μαζευτήκαμε γύρω
του και τον κοιτούσαμε, γιατί ποτέ άλλοτε δεν ήταν έτσι, και περιμέναμε να
μας πει γιατί χαλάει ο κόσμος. Τότε ο μπαμπάς έβγαλε μια φωνή
κουρασμένη, βραχνιασμένη, θυμωμένη, αγριεμένη και φοβισμένη, που, όταν
την ακούσαμε, γίναμε κι εμείς θυμωμένοι, αγριεμένοι και φοβισμένοι:
– Η Ιταλία μάς κήρυξε τον πόλεμο! είπε.
– Τι;
– Η Ιταλία μάς κήρυξε τον πόλεμο, ξαναείπε.
Τη δεύτερη φορά ακούσαμε όλοι κι η μαμά είπε «Θεέ μου!» και ρώτησε
«Γιατί;». Η Δωροθέα είπε «Παναΐτσα μου» και ρώτησε «Τι θα κάνω τώρα;».
Η θεία Γαζία είπε ένα καινούριο τραγούδι που δεν είχε μουσική: «Εμπρός, η
μάχη ήρχισε, το βήμα μας ταχύ. Μυρίζει η πυρίτις, η σφαίρ' αντιλαλεί, κι η
βροντερή φωνή της εις μάχην μας καλεί» κι εγώ, χωρίς να καταλάβω πώς
μου ήρθε, έτρεξα και πήρα από τα χέρια της μαμάς τη φλιτζάνα με το γάλα
και το ήπια όλο.
Γιατί ξαφνικά
αποφάσισε
να πιει όλο το
γάλα;
Τότε ο μπαμπάς ήρθε κοντά
μου και με ακούμπησε στον
ώμο και μου είπε:
– Άκη, από σήμερα θα γίνεις
άντρας.
Μετά γύρισε στη μαμά και της
είπε πως θα τρέξει στην
τράπεζα να σηκώσει λεφτά.
«Δεν έχουμε δραχμή» είπε κι
έφυγε τρέχοντας στη
σκάλα……..
– Τι ήταν αυτό; Ακούσατε; ρώτησε η μαμά, που φοβήθηκε από ένα μεγάλο
μπουμ.
– Μπόμπες! ακούστηκε μια φωνή από τον δρόμο. Βομβαρδισμός!
Βομβαρδισμός…
– Κι αυτό; ρώτησε η Δωροθέα.
– Σειρήνες! είπε η θεία Γαζία. Σημαίνουν συναγερμό. Να τρέξει ο κόσμος να
κρυφτεί.
– Θεέ μου! είπε η μαμά. Κι ο μπαμπάς είναι έξω... Δε θα προλάβει…
– Θα έρθουν οι Ιταλοί; ρώτησε η θεία Γαζία.
– Είναι κακοί, κυρία; ρώτησε η Δωροθέα.
– Δεν ξέρω, είπε η μαμά. Ο κύριος Δεμαρτίνος, που έχει το ποδηλατάδικο,
είναι Ιταλός. Είναι καλός.
Ήταν κακοί
οι Ιταλοί;
Σε λίγο ήρθε ο μπαμπάς μου και ήταν πολύ λερωμένος και σκισμένος και δεν
είχε το καπέλο του, ούτε στο κεφάλι ούτε στο χέρι, και είπε πως η τράπεζα
ήταν κλειστή και δεν έκανε τίποτα. Μετά είπε να κατεβούμε όλοι γρήγορα,
όπως είμαστε και βρισκόμαστε, να πάμε στης κυρίας Γιαννοπούλου, γιατί το
σπίτι της έχει υπόγειο και το λιακωτό της είναι τσιμεντένιο και δεν μπορούν να
το τρυπήσουν οι μπόμπες.
Κατεβήκαμε όλοι πιασμένοι χέρι
χέρι και μπήκαμε στον κόσμο
που έτρεχε και όλο τρέχαμε και
ακούγαμε τις μπόμπες, τις
σειρήνες, τα αντιαεροπορικά και
τα βαπόρια και φτάσαμε στην
πλατεία και σταματήσαμε κάτω
από τα δέντρα να
ξεκουραστούμε… και ο μπαμπάς
με πήρε αγκαλιά και είπε πάλι:
– Άκη, από σήμερα θα γίνεις
άντρας.
Γιατί ο Άκης από σήμερα θα
γίνει άντρας; Είναι δυνατόν;
Εγώ τότε φοβήθηκα πάρα πολύ, γιατί δεν ήθελα να γίνω σήμερα άντρας.
Ούτε ήθελα να πάω στο υπόγειο. Ήθελα τους φίλους μου, τον Ρούλη, τον
Βαγγελάκη, τον Μωυσή, τον Φιλιππάκη, τον Ντόντο, τη Λίλα, τη Λέλα, τη
Λούλα, τον Γιώργο, τον Βασίλη, τον Ίωνα. Και τη Μαρία.
Κυριάκος Ντελόπουλος, Ο Άκης και οι άλλοι,
εκδ. Kαστανιώτη, Aθήνα, 1997 (διασκευή)
Τι έχει καταλάβει
ο μικρός;
Τι συμβαίνει
στ΄αλήθεια;
Τι πρόκειται να
συμβεί και ο
Άκης τελικά
θα γίνει άντρας;
Το νέο του πολέμου ήρθε ξαφνικά ένα πρωινό και αναστάτωσε τη ζωή της
οικογένειας του μικρού Άκη. Ποια είναι τα σημεία που μας δίνουν να
καταλάβουμε τι αισθάνθηκαν τα πρόσωπα της ιστορίας όταν το έμαθαν
και τι έκαναν (τι ρώτησαν, ποια ήταν η συμπεριφορά τους);
Ο πατέρας
Η μητέρα
Ο Άκης
Η θεία Γαζία
Η Δωροθέα
Τι νομίζετε ότι
συνέβη στον
καθένα από
αυτούς μετά την
έναρξη του
πολέμου;
Με την κήρυξη του πολέμου οι άντρες επιστρατεύτηκαν και έφυγαν για το
μέτωπο.
Τι πιστεύετε
ότι αισθάνονταν;
Οι γυναίκες τους
πώς αισθάνονταν;
Οι μανάδες τους;
Τα παιδιά τους;
Θα μπορούσαν οι Έλληνες να μην είχαν εμπλακεί σε αυτόν
τον πόλεμο;
Θα μπορούσε ο Μεταξάς να είχε πει «ΝΑΙ»;
Γιατί γελούν αφού πάνε στον πόλεμο;
Ποιος είναι ο
ζωγράφος;
Τι πίνακας είναι;
Ποιος είναι ο τίτλος
του;
Πώς πολεμούσαν;
Ήταν εύκολα τα πράγματα στον πόλεμο;
Η πορεία προς το μέτωπο
Ξημερώνοντας του Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή
να κινήσουμε πάλι μπροστά*, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και
σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι
Αρτινοί*, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την
πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σχεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.
Τι είναι το
μέτωπο;
Γιατί οι Αρτινοί
είχαν μείνει
μισοί;
Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που
συνήθιζε το αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης και δειλά συλλαβίζαμε
το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν
ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο
βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.
Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια
τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές,
εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους
δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Τι εννοεί;
Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που
αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό
δαδί, μια μια μοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό,
λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να
τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο
απ’ την κούραση ανυπόφερτο.
Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε,
και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού
ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τα αεροπλάνα.
Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως τόχει συνήθειό του,
στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως. Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές,
γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα
πουλιά μάς θύμωναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους -ίσως και
που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση.
Γιατί λέει ο
ποιητής ότι
ασκήμιζαν
την πλάση;
Ήταν εύκολες οι συνθήκες κάτω από τις οποίες πολεμούσαν οι
στρατιώτες μας στον πόλεμο του 1940;
Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες δυσκολίες που αντιμετώπιζαν;
Πώς πιστεύετε ότι αισθάνονταν; Ας πάρουμε μία συνέντευξη.
Τι μπορεί να σκέφτονταν καθώς περπατούσαν για να φτάσουν στο
μέτωπο; Ας πάρουμε μία συνέντευξη.
Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον εστί
Το κείμενο που μόλις διαβάσαμε είναι
κόμμάτι από Το Άξιον Εστί, μια ποιητική
σύνθεση που γράφτηκε από τον
Οδυσσέα Ελύτη (Οδυσσέας
Αλεπουδέλης) και κυκλοφόρησε το
1959. Ήταν αυτό που χάρισε στον
δημιουργό του το Βραβείο Νόμπελ
Λογοτεχνίας το 1979, κάνοντάς τον έτσι
τον 2ο και τελευταίο Έλληνα που
τιμήθηκε με το ανώτερο βραβείο της
παγκόσμιας Λογοτεχνίας (είχε
προηγηθεί ο Γιώργος Σεφέρης το 1963).
Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει
στο αλβανικό μέτωπο
Ποιος θα μας φέρει λίγον ύπνο εδώ που βρισκόμαστε;
Θα μπορούσαμε τότες τουλάχιστο
να ιδούμε πως έρχεται τάχατε η μάνα μας
βαστάζοντας στη μασχάλη της ένα σεντόνι λουλακιασμένο
με μια ποδιά ζεστασιά και κατιφέδες (λουλούδια) από το σπίτι μας.
Ένα φθαρμένο μονόγραμμα στην άκρη του μαντιλιού:
ένας κόσμος χαμένος.
Νικηφόρος Βρεττάκος
Τι εννοεί;
Τριγυρίζουμε πάνω στο χιόνι με τις χλαίνες κοκαλιασμένες.
Ποτέ δεν βγήκε ο ήλιος σωστός απ' τα υψώματα του Μοράβα (ποταμός),
ποτέ δεν έδυσε ο ήλιος αλάβωτος απ' τ' αρπάγια της Τρεμπεσίνας (βουνό).
Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο,
διπλωμένος με το ντουφέκι μου, παγωμένος και ασταθής.
(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).
Δε θα μου πήγαινε αυτή η προσβολή περασμένη υπό μάλης,
δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ,
γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος,
αν δεν ήτανε πίσω μας λίκνα και τάφοι που μουρμουρίζουν,
αν δεν ήτανε άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα
μέτωπα, κομμένα θαρρείς απ' το χέρι του θεού
να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το πνεύμα του.
Ο ποιητής ονομάζει
το ντουφέκι του
«προσβολή». Γιατί;
Ωστόσο δεν το
πετάει. Γιατί;
Η νύχτα μάς βελονιάζει τα κόκαλα μέσα στ' αμπριά (καταφύγια που προστατεύουν τους στρατιώτες στον πόλεμο)·
εκεί μέσα μεταφέραμε τα φιλικά μας πρόσωπα και τ' ασπαζόμαστε
μεταφέραμε το σπίτι και την εκκλησιά του χωριού μας
το κλουβί στο παράθυρο, τα μάτια των κοριτσιών,
το φράχτη του κήπου μας, όλα τα σύνορά μας,
την Παναγία με το γαρούφαλο, ασίκισσα (λεβέντισσα)
που μας σκεπάζει τα πόδια πριν απ' το χιόνι,
που μας διπλώνει στη μπόλια (μαντίλι) της πριν απ' το θάνατο.
Μα ό,τι κι αν γίνει εμείς θα
επιζήσουμε.
Άνθρωποι κατοικούν μες στο πνεύμα
της Ελευθερίας αμέτρητοι,
Άνθρωποι όμορφοι μες στη θυσία
τους, Άνθρωποι.
Ένας μεγάλος καταυλισμός είναι η
έννοια της αρετής.
Το ότι πεθάναν, δεν σημαίνει πως
έπαψαν να υπάρχουν εκεί,
με τις λύπες, τα δάκρυα και τις
κουβέντες τους.
Ο ήλιος σας θα 'ναι ακριβά
πληρωμένος.
Αν τυχόν δεν γυρίσω, ας είστε καλά,
σκεφτείτε για λίγο πόσο μου στοίχισε.
(Σαν ήμουνα μικρός
καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της
πατρίδας μου δεν ήμουν πλασμένος
για τον πόλεμο).
Μετά την κήρυξη του
Ελληνοϊταλικού Πολέμου,
το 1940, αμέσως,
στρατεύτηκε στην πρώτη
γραμμή και κινδύνεψε να
σκοτωθεί στο ύψωμα της
Κλεισούρας. Όταν το
σύνταγμα, στο οποίο
υπηρετούσε, διαλύθηκε -με
την κατάρρευση του
Μετώπου (1941)-
κατευθύνθηκε στην Αθήνα
και εντάχθηκε στην Εθνική
Αντίσταση με το ΕΑΜ.
Νικηφόρος Βρεττάκος (1912 – 1991), πολυβραβευμένος Έλληνας ποιητής
και πεζογράφος, προτάθηκε τέσσερις φορές για το Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Στα βουνά της Αλβανίας Γιάννης Μπεράτης
Όλος ο κάμπος ήτανε έρημος κι ο δρόμος, μακρύς-μακρύς και κατάλευκος,
απλωνότανε μπροστά μας. Προχωρούσαμε γρήγορα με βήμα, και αμίλητοι.
Από δω και πάνω, φαίνεται, ήταν τα τελευταία ελάχιστα χιλιόμετρα δρόμου
που εξουσιάζαμε ακόμη εμείς, το ακρότατο όριο των δικών μας
συγκοινωνιών, γιατί πιο πέρα ο ίδιος δρόμος χρησίμευε για τους Ιταλούς.
Κείνη την ώρα, μες στην απέραντη σιγή και τη νέκρα, ακούστηκε, πίσ' απ' τις
πλάτες μας, η πρώτη κανονιά.
Σε μια στιγμή όλο το φεγγαρολουσμένο νεκρό τοπίο, από ανοιχτοφιστικί
γινόταν άξαφνα κοκκινόμαυρο με τις εκρήξεις, με τις λάμψεις, με τους
καπνούς που μας τυλίγανε δεξιά κι αριστερά. Δυο οβίδες είχαν σκάσει πολύ
κοντά μας, μες στον κάμπο, δεξιά κι αριστερά του δρόμου, και σε λίγο άλλες
δυο πέσανε κάπου εκεί. Μέναμε ακίνητοι, ορθοί, αποσβολωμένοι,
αλαλιασμένοι μην ξέροντας όλοι μας τι να κάνουμε, πού να πάμε.
«Πέστε κάτω! πέστε κάτω! Μην τρέχετε!», φώναξα για μια στιγμή, και πέσαμε
όλοι μπρούμυτα, με το μούτρο πάνω στο χώμα. Ο βομβαρδισμός
εξακολουθούσε με μια μαθηματική κανονικότητα και πρώτα έβλεπες τη
λάμψη απ' τις απέναντι μπούκες των κανονιών κι ύστερα —δεν ξέρεις από
πού— άκουγες πάνω, μα ακριβώς πάνω απ' το κεφάλι σου, αυτό το υστερικό
σφύριγμα της οβίδας που σκίζει σαν αστραπή τον αέρα ή εκείνο το ακόμη
χειρότερο βραχνιασμένο χρου-χρου-χρου, που κάνει σαν χάνει πια τη φόρα
της και πρέπει να πέσει κάπου δίπλα σου.
Πέφτανε δίπλα μας, δεξιά, αριστερά, λίγο πιο μπρος, λίγο πιο πίσω. Το
μεγάλο μαρτύριο, η μεγάλη αγωνία ήτανε πως στις ελάχιστες στιγμές ησυχίας
που μεσολαβούσανε, αναρωτιόσουνα αγωνιωδώς αν πρέπει να μείνεις σ'
αυτή τη θέση που
βρίσκεσαι ή πρέπει να
πας να πέσεις πάρα
πέρα. Ναι, ήτανε ένα
φοβερό παιγνίδι από
πιθανότητες κι από
τύχη, που δεν ήξερες
να βρεις και να του
δώσεις καμιά
απάντηση.
Μα σιγά-σιγά, όσο ο βομβαρδισμός εξακολουθούσε, όσο έβλεπες πως
—περίεργα! — δεν παθαίνεις τίποτα, όσο έβλεπες κι όλους τους άλλους
γύρω σου άθικτους, που σε κάθε ανάπαυλα ανασήκωναν το κεφάλι και κάτι
φώναζαν ο ένας στον άλλονε, άρχιζες σιγά-σιγά, ναι, να αισιοδοξείς — κι ενώ
στην αρχή έλεγες πως κάθε οβίδα προορίζεται για σένα, πως έρχεται ίσια
καταπάνω σου, τώρα άρχιζες κάπως να παρακολουθείς ένα θέαμα που σε
περιστοιχίζει κι απλώς να φυλάγεσαι σε κάθε σφύριγμα. Δηλαδή η οβίδα κι ο
θάνατος σου δεν ήταν πια αλληλένδετα όπως στην αρχή. Όλ' αυτά, βέβαια,
δεν τα σκεφτόσουνα, όλ' αυτά τα λέω, ίσως, τώρα — μα είμαι βέβαιος πως
ένστικτα έτσι τα 'νιωθες και τότε.
Έγινε για μια στιγμή μια μεγάλη ανάπαυλα. Περιμέναμε, περιμέναμε ακίνητοι
αρκετή ώρα —κι επιτέλους σηκωθήκαμε. Είχε σταματήσει ο βομβαρδισμός; Η
ώρα θα 'ταν περίπου μία.
Τραβήξαμε όλοι προς το μέρος που 'χαμε αφήσει τα μηχανήματα, μα δεν
είχαμε κάνει μερικά μέτρα πάνω στο δρόμο, όταν το πανηγύρι ξανάρχισε.
Πέσαμε όπως-όπως ο ένας πάνω στον άλλο μέσα στο πλαϊνό χαντάκι του
δρόμου — κι ήταν καιρός, γιατί η οβίδα έσκασε άξαφνα ακριβώς δίπλα μας
και μας σκέπασε όλους με
πέτρες και με χώματα. Στο χα-
ντάκι που 'χαμε πέσει ήταν εστε-
κάμενα νερά, λάσπες, βόρβορος
(βρομερή λάσπη). Είχαμε πασα-
λείψει τα μούτρα μας, τους μαν-
δύες μας —όλη η μια πλευρά
μου, όταν ανασηκώθηκα, ήταν
μια πηχτή γλοιώδης λάσπη, και
τα γάντια ήτανε μούσκεμα απ'
αυτό το ακαθόριστο υγρό που
βρομούσε φοβερά μόλις έφερ-
νες το χέρι σου κοντά στο πρό-
σωπο σου.
Φτάσαμε, επιτέλους, στα μηχανήματά μας. Η κατάστασή μας ήτανε
πραγματικά φοβερή. Αν τώρα ήτανε έτσι, τι θα γινότανε σαν θα χάραζε και θα
προχωρούσε η μέρα; Πώς θα καθόμαστε σ' αυτή τη Σούκα που δεν
συναντούσες ψυχή ζώσα και κάτω από ένα συνεχή βομβαρδισμό, τελείως
ακάλυπτοι κι όλοι μας τελείως άπειροι;
Καθόμαστε αποκαμωμένοι πάνω στα κιβώτια και τα δέματα με τα μάτια μας
κολλημένα στο απέναντι βουνό, για να δούμε τη λάμψη και να πέσουμε κά-
που εγκαίρως. Ευτυχώς ο Νώντας είχε κι άλλο κονιάκ. Ας είναι ευλογημένος ο
άνθρωπος. Ο Ανανίου όλο φώναζε μυτερά πως κάτι πρέπει να κάνουμε, πως
δεν είναι κατάσταση αυτή. Βέβαια, είχε δίκιο. Αλλά τι; Τι; Η ώρα ήτανε δύο πια
και το φεγγάρι
φώτιζε πάλι σαν
μέρα όλο αυτό το
απονεκρωμένο
τοπίο που είχε
πάλι άξαφνα
ηρεμήσει και που
πάνω του
βασίλευε μια
απόλυτη σιωπή.
Τον Φεβρουάριο του 1941 κατατάχτηκε εθελοντής στο αλβανικό μέτωπο.
Γιάννης Μπεράτης (Αθήνα, 1904 - Αθήνα 1968),
Έλληνας λογοτέχνης και μεταφραστής.
Πώς πιστεύετε ότι ήταν εμφανισιακά οι Έλληνες στρατιώτες;
Πώς τα πήγαν τελικά στον πόλεμο στα βουνά της Αλβανίας;
12/1940
Αν και αρχικά ο ελληνικός στρατός τα πήγε πολύ καλά και κατατρόπωνε
τους Ιταλούς, ωστόσο την άνοιξη του ΄41 ήρθε η γερμανική εισβολή, που
άλλαξε τα δεδομένα του πολέμου.
Όμως τι δουλειά
είχαν οι Γερμανοί
στον Ελληνοϊταλικό
πόλεμο;
Γερμανική εισβολή
στην Ελλάδα
Η εισβολή αυτή εκτελέστηκε με δύο
επιχειρήσεις, την Επιχείρηση Μαρίτα,
που αφορούσε τις επιχειρήσεις στην
ηπειρωτική Ελλάδα και την Επιχείρη-
ση Ερμής που αφορούσε την αερα-
πόβαση και κατάληψη της Κρήτης
γνωστότερη ως μάχη της Κρήτης.
Η γερμανική εισβολή ξεκίνησε στις
6 Απριλίου του 1941, με την επίθεση
γερμανικών στρατευμάτων στην
Ελλάδα μέσω Βουλγαρίας και
Γιουγκοσλαβίας.
Αυτό που ακολούθησε μετά την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα το λέμε
Η Ελλάδα περιήλθε σε τριπλή κατοχή, αφού διαμοιράστηκε ανάμεσα
στους Γερμανούς και τους συμμάχους τους, Iταλούς και Bουλγάρους.
Στη Bουλγαρία παραχωρήθηκε μια ζώνη ανάμεσα στο Στρυμόνα και το Nέστο,
που αργότερα επεκτάθηκε ως την Αλεξανδρούπολη, καθώς και τα νησιά
Θάσος και Σαμοθράκη. Oι Γερμανοί κράτησαν τα 2/3 του Έβρου, την
κεντρική και ανατολική Mακεδονία, κάποια νησιά του Aιγαίου, την Aττική και
την Kρήτη. Στην Iταλία περιήλθε η υπόλοιπη Eλλάδα.
Τι πιστεύετε ότι έγινε τότε;
Τι έχετε ακούσει;
ΚΑΤΟΧΗ
Κατοχή
Αλήθεια, δάση και βουνά
υπάρχουν στον κόσμο ακόμη;
Υπάρχουν οι μεγάλοι δρόμοι
που παν σε μέρη αλαργινά;
Ανθίζουν πάντοτε οι βραγιές;
Στους κάμπους είναι φως κι ειρήνη;
Κι έμεινε λίγη καλοσύνη
μες στις ανθρώπινες καρδιές;
Απίστευτα μας φαίνουνται όλα
σ’ εμάς που ζούμε τώρα χρόνια
σαν σ’ ορεινά φτωχά καλύβια
που τα αποκλείσανε τα χιόνια...
Θε να ’ρθει τάχα μιαν ημέρα
σαν από τόπους μακρινούς
η Άνοιξη που λαχταράμε;
Και θα μας έβρει ζωντανούς;
Κώστας Ουράνης
Ποια είναι τα συναισθήματα του ποιητή;
Γιατί αναρωτιέται αν υπάρχουν οι μεγάλοι δρόμοι ακόμη;
Αν έμεινε καλοσύνη στις καρδιές των ανθρώπων;
Γιατί αναρωτιέται αν θα έρθει η Άνοιξη; Και αν θα τους βρει ζωντανούς;
Μετά το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων
Μπορείτε να φανταστείτε πώς αισθάνονταν οι άνθρωποι ζώντας κάτω
από τη γερμανική κατοχή;
Ο κίνδυνος των εκτελέσεων πιστεύετε ήταν οι μοναδικές δυσκολίες
που αντιμετώπιζαν;
Η πείνα
Έτσι μου έρχεται να κλαίω, να κλαίω συνέχεια. Όταν θα τελειώσει τούτος ο
φριχτός χειμώνας, θα γράψω μια τραγωδία που θα αρχίζει έτσι: «Πατάω ένα
κουμπί και βγαίνει μια χοντρή και λέει στα παιδάκια νιξ φαΐ». Ύστερα θα
παρουσιάζεται ο χορός. Παιδάκια σκελετωμένα που θα τραγουδάνε μια
λέξη, μόνο μια λέξη. Θα την τραγουδάνε σε μονότονο ρυθμό: «Πεινάω.
«Πεινάω!»
Τίποτε άλλο ως το τέλος, όσο θα κρατάει η τραγωδία.
«Πεινάω!»
Ο Βίκτορας Ουγκό για να γράψει τους Άθλιους μεταχειρίστηκε χιλιάδες
λέξεις. Εγώ θα μεταχειριστώ μόνο μία: το ρήμα πεινάω, που θα τα λέει όλα.
Τα παιδάκια μου θα τραγουδάνε και κάθε πεινάω θα είναι και μια εικόνα.
εινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινά
Ίσως να χρειαστεί να γράψω πολλούς τόμους, γιατί θα έχει πολλά πεινάω.
Πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω,
πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω,
πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω,
πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω,
πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω,
πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω,
πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω,
πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω,
πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω...
Δε χρειάζεται να τα γράψω με τη σειρά, δηλαδή πρώτα τούτο το πεινάω κι
ύστερα το άλλο το πεινάω. Αν θέλω, αρχίζω από το τέλος. Τώρα εγώ σε
ποιο πεινάω βρίσκομαι;
εινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινά
Η κοιλιά μου είναι φουσκωμένη σαν μπαλόνι και πεινάω.
Σήμερα λιποθύμησα.
Πεινάω, ουφ, έμμονη ιδέα
μού έχει γίνει τούτο το
ρήμα. Θα παίξω για να
περάσει η ώρα.
Θα βάλω τα
ρήματα στη
γραμμή, να
παραβγούνε στο
τρέξιμο. Το
πεινάω
τερματίζει
πρώτο, δεύτερο
ακολουθεί το
κρυώνω, τρίτο
το φοβάμαι και
σε μεγάλη
απόσταση πίσω
τους το πονάω,
το μισώ, το
αγαπώ.
Το γελώ,
ξεφτίδι,
ούτε
ξεκίνησε
από την
αφετηρία.
Ζωρζ Σαρή,
Όταν ο
ήλιος..., εκδ.
Κέδρος,
Αθήνα, 1971
• Τι σημαίνουν τα λόγια της Ζωρζ Σαρή: «Το πεινάω τερματίζει πρώτο,
δεύτερο ακολουθεί το κρυώνω, τρίτο το φοβάμαι και σε μεγάλη απόσταση
πίσω τους το πονάω, το μισώ, το αγαπώ. Το γελώ, ξεφτίδι, ούτε ξεκίνησε
από την αφετηρία»;
Τα κουλουράκια
Κλέφτρα, άτιμη και ψεύτρα. Χτες, ο καραγκιόζης μου (το άλλο «εγώ» που
κλείνω μέσα μου, το «σκοτεινό βάθος της συνειδήσεως», όπως το εξηγεί η
περισπούδαχτη αδερφή μου), μου πέταξε κατάμουτρα αυτά τα λόγια κι εγώ
δε βρήκα ούτε μια τόση δα λεξούλα να τον αποστομώσω. Ούτε καν τη λέξη
«πεινάω», γιατί το μεσημέρι, δηλαδή λίγες ώρες πριν να γίνει το κακό, είχα
φάει και μάλιστα καλοφάει.
Αθηνά μου, όταν θα γίνουμε
δυο γριούλες με άσπρα μαλ-
λιά και θα λέμε για τα παλιά,
τότε μόνο θα σου φανερώσω
την καθαρή αλήθεια για τα
κουλουράκια. Τώρα ντρέ-
πομαι να σε κοιτάξω στα
μάτια. Θα καταχωνιάσω
σ' ένα απόκρυφο μέρος την
εξομολόγησή μου, μην τυχόν
και τη διαβάσει μάτι
ανθρώπου. Λοιπόν αρχίζω:
Ο Δήμος είναι κλεισμένος στις φυλακές Αβέρωφ.
Ο Δήμος είναι ηθοποιός. Σε μια γιορταστική συγκέντρωση που κάναμε σ' ένα
σχολείο στην Κυψέλη, μια μέρα απάγγειλε το Δωδεκάλογο του γύφτου, του
Παλαμά, με τη δυνατή, ωραία, ζεστή φωνή του. Θυμάμαι αυτούς τους
στίχους:
Εμείς δε γονατίσαμε σκυφτοί
τα πόδια να φιλήσουμε του δυνατού
σαν τα σκουλήκια που πατεί μας...
Δεν πρόλαβε να τους αποτελειώσει,
μπήκαν μέσα κάτι μαυριδεροί άνθρωποι
με «καβουράκια» και τον συλλάβανε.
Ο Δήμος είναι πρωτοξάδερφος της Αθηνάς.
Στην Αθήνα δεν έχει άλλο άνθρωπο να τον
φροντίζει έξω από τη θεία του, δηλαδή τη
μάνα της Αθηνάς. Αυτή ετοιμάζει τα δέματα
που του πηγαίνουμε στις φυλακές.
Χτες το μεσημέρι, αφού με καλοτάισε —πάντα κάτι μαγειρεύει η κυρία
Βασιλείου, της στέλνουν οι δικοί της από το χωριό—, την ώρα που
σηκωνόμουνα να φύγω, μου έδωσε ένα μεγάλο χαρτονένιο κουτί.
— Για το Δήμο, κουλουράκια, να του τα πας. Τα 'φτιαξα μ' αληθινό αλεύρι.
Κακομοίρα μου, φρόντισε να 'χεις τα μάτια σου χαμηλά, να μη σε μυριστούν
τα σκυλιά και σε χώσουνε και σένα στη φυλακή. Άντε, και με την ευχή της
Παναγίας.
Το επισκεπτήριο στου
Αβέρωφ* είναι στις πέντε.
Είχα τρεις ώρες μπροστά
μου. Πέρασα από το σπίτι
μας. Ήταν άδειο. Λείπανε
όλοι: ο πατέρας, η μητέρα και
η Ειρήνη. Ξάπλωσα στο
κρεβάτι και πήρα να διαβάζω
ένα βιβλίο.
Το κουτί το είχα βάλει πάνω στο
τραπέζι, λίγο πιο πέρα. Ορκίζομαι
στην ιερή φιλία που με δένει με την
Αθηνά πως μέχρι εκείνη τη στιγμή η
«κακή σκέψη» δε μου είχε περάσει
από το νου. Ήρθε ξαφνικά, εκεί που
δεν την περίμενα. Σήκωσα το κεφάλι
και κοίταξα το κουτί. «Πώς να 'ναι
άραγε τα κουλουράκια; Έχουν φαρδιά
τρύπα στη μέση;».
Σηκώθηκα, έλυσα προσεχτικά το σπάγκο, ξεδίπλωσα το χαρτί που
περιτύλιγε το κουτί και σήκωσα το καπάκι. Πρώτα η μυρουδιά μού χτύπησε
στη μύτη. Λες και ξεφούρνιζαν εκείνη τη στιγμή. Καλοψημένα, στρογγυλά
στρογγυλά, με μια τρύπα στη μέση σαν δραχμή. «Ας δοκιμάσω ένα, δεν
είναι δα και μετρημένα», είπα κι έφαγα ένα. Ούτε προπολεμικό να ήταν!
Και τώρα, ας πω τη συνέχεια, γρήγορα, να ξεμπερδεύω.
Πήγα και ξάπλωσα στο κρεβάτι, με το κουτί. Με το ένα χέρι κρατούσα το
βιβλίο, με τ' άλλο το κουλουράκι, το δεύτερο, το τρίτο, το τέταρτο. Αυτό έγινε
χτες και το θυμάμαι καλά. Ήμουν στον παράδεισο. Ο Δήμος δεν ήταν
φυλακή, ο πατέρας δεν γκρίνιαζε συνέχεια: «Προσοχή στο λάδι, σταγόνα
σταγόνα, να μας κρατήσει»· η μητέρα δεν είχε αδυνατίσει κι ο μπουφές μας
ήταν γεμάτος γλυκά. Μια χοντρή γομολάστιχα είχε σβήσει τον πόλεμο.
Ξάφνου, ο κακομούτσουνος καραγκιόζης μου μου τράβηξε μια κλοτσιά κι
από τον ουρανό βρέθηκα
χάμω στη γη. Στο πλάι μου,
μέσα στο κουτί, είχαν
απομείνει πέντε
κουλουράκια, μόνο πέντε!
Ζαλίστηκα. Έπρεπε να βρω,
αμέσως, έναν τρόπο να
πεθάνω. Ο Δήμος, για τη
δική μου λευτεριά, μέσα στη
φυλακή κρύωνε και
πεινούσε, μπορεί και να τον
τουφέκιζαν, κι εγώ του είχα
φάει τα κουλουράκια του.
Ο καραγκιόζης μου, καθισμένος
πάνω στα στραβοκάνικα ποδάρια
του, χασκογελούσε και ψιθύριζε:
«Είσαι μια κλέφτρα και μια άτιμη και
σε λίγο θα γίνεις και ψεύτρα».
Σηκώθηκα, τύλιξα μάνι μάνι το κουτί,
το έδεσα με το σπάγκο, το έβαλα σ'
ένα δίχτυ κι ετοιμάστηκα για το
επισκεπτήριο. Στο δρόμο συγύριζα το
ψέμα μου. Μια κι ο φύλακας ψάχνει
τα δέματα, μπας και κρύβουνε κανένα
σουγιά, μαχαίρι ή όπλο, αν ποτέ ο
Δήμος, μια μέρα, πει στη μάνα της
Αθηνάς «Τι ωραία που ήταν τα πέντε
κουλουράκια που μου έστειλες, καλή
μου θεία», και κείνη μπήξει τις φωνές
«ΠΕΝΤΕ; δε λες καλύτερα πενήντα»,
η απάντηση έπρεπε να δοθεί τώρα:
«Τα έκλεψε ο φύλακας, ο δήμιος, ο
εχθρός που ρουφάει το αίμα του
λαού».
Στάθηκα στην ουρά μαζί με τις άλλες
γυναίκες κι όταν έφτασε η σειρά μου,
ο φύλακας, ο «κλέφτης» μου, με
ρώτησε: «Για ποιον είναι;». Είπα το
όνομα του Δήμου. Πήρε το πακέτο
από τα χέρια μου και μου είπε: «Ο
ηθοποιός μας; Περίμενε, κορίτσι
μου, να πάω να σου τον φωνάξω».
«Όχι, όχι, δε χρειάζεται, είμαι πολύ
βιαστική...», του απάντησα κι έφυγα.
Σήμερα πέρασα από το σπίτι της
Αθηνάς για να της ζητήσω, τάχατες,
κάποιο βιβλίο. «Τι κάνει ο Δήμος;»,
με ρώτησε η μάνα της. «Τον είδες;».
«Όχι, δε μ' άφησαν...», και συνέχισα
βιαστικά: «Και ξέρετε τι λέγανε οι
γυναίκες στην ουρά; Πως οι φύλακες
ξαφρίζουνε τα δέματα».
Ζωρζ Σαρή
Τι ήταν ο «καραγκιόζης» για τη Ζωή;
Αν βρισκόσαστε στη θέση της, τι θα κάνατε;
Αν συναντούσατε την ηρωίδα, τι θα της λέγατε;
Ας κάνουμε τον διάδρομο συνείδησης της Ζωής.
Ποιες είναι οι συμφορές που προκαλούνται από τον πόλεμο;
Ο πόλεμος προξενεί μεγάλες καταστροφές και αλλάζει εντελώς τη ζωή των
ανθρώπων. Ποιες αλλαγές επιφέρει στο χαρακτήρα τους;
Ένας λαός που έχει πολεμήσει και έχει χάσει πρέπει να αντιστέκεται;
Μετά την κατοχή, τις εκτελέσεις, την πείνα, τους θανάτους, την αντίσταση,
ήρθε τελικά η απελευθέρωση.
Απελευθέρωση Αθήνας 12 Οκτωβρίου 1944
Ειρήνη (Γιάννης Ρίτσος)
Τ’ όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη.
Τ’ όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη.
Τα λόγια της αγάπης κάτω απ’ τα δέντρα,
είναι η ειρήνη.
Ο πατέρας που γυρνάει τ’ απόβραδο μ’ ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
μ’ ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα
κ’ οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του
είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού που παγώνει το νερό στο παράθυρο,
είναι η ειρήνη.
Όταν οι ουλές απ’ τις λαβωματιές κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου
και μες στους λάκκους που ‘σκαψαν οι οβίδες φυτεύουμε δέντρα
και στις καρδιές που ‘καψε η πυρκαϊά δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η
ελπίδα
κ’ οι νεκροί μπορούν να γείρουν στο πλευρό τους και να κοιμηθούν δίχως
παράπονο
ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου,
είναι η ειρήνη.
Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα κ’ ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που
ξυπνάει.
Τότε που τα στάχυα γέρνουν τόνα στ’ άλλο λέγοντας: το φως το φως, το
φως,
και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντα φως
είναι η ειρήνη.
…
Ειρήνη είναι οι θημωνιές των αχτίνων στους κάμπους του καλοκαιριού
είναι τ’ αλφαβητάρι της καλοσύνης στα γόνατα της αυγής.
Όταν λες: αδελφέ μου — όταν λέμε: αύριο θα χτίσουμε
όταν χτίζουμε και τραγουδάμε
είναι η ειρήνη.
…
Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων
είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου
είναι το χαμόγελο της μάνας.
Μονάχα αυτό.
Τίποτ’ άλλο δεν είναι η ειρήνη.
Και τ’ αλέτρια που χαράζουν βαθειές αυλακιές σ’ όλη τη γης
ένα όνομα μονάχα γράφουν:
Ειρήνη. Τίποτ’ άλλο. Ειρήνη.
Παρουσίαση: ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΥΛΩΝΑΚΗ

Εορταστικό 28 Οκτωβρίου.pdf

  • 1.
    Τι έγινε αυτήτη μέρα; Για ποιον λόγο τη θυμόμαστε και την τιμούμε;
  • 2.
    Πώς άρχισαν ταπράγματα;
  • 3.
    Η Ιταλία μάςκήρυξε τον πόλεμο! (Κι εμείς πήγαμε στο υπόγειο) Αλλά σήμερα τόση ώρα που γελούσαμε δεν προσέξαμε πως ο μπαμπάς είχε γυρίσει ξαφνικά πίσω και μας κοιτούσε. Χωρίς να γελάει. Ήταν ιδρωμένος, γιατί είχε τρέξει κι είχε ανεβεί τη σκάλα γρήγορα, και δεν μπορούσε να καταπιεί και τα μάτια του ήταν έξω, σαν να είχε μαλώσει με κάποιον. Η μαμά τον είδε πρώτη και σταμάτησε να γελάει και του είπε πως ήρθε πάνω στην ώρα που δεν πίνω το γάλα μου και πρέπει να φύγω για το σχολείο και να μου πει κάτι για να το πιω.
  • 4.
    Αλλά ο μπαμπάςμου δεν είπε τίποτα. Τότε τον ρώτησε γιατί γύρισε πίσω και μήπως ήταν αργία και δεν το ήξερε. Αλλά ο μπαμπάς πάλι δεν είπε τίποτα. Μετά μίλησε ξαφνικά και είπε να πάψουμε και να τον ακούσουμε με προσοχή και όταν καθίσαμε προσοχή είπε κανείς να μη βγει από το σπίτι, εγώ να μην πάω σχολείο, η θεία Γαζία να αφήσει τις πορτοκαλιές, η Δωροθέα να κλείσει τις πόρτες και τα παράθυρα κι η μαμά να πάψει να με κυνηγάει μ' αυτό το γελοίο γάλα, γιατί «εδώ χαλάει ο κόσμος κι εσείς παίζετε». Τι εννοεί ο πατέρας με αυτή τη φράση;
  • 5.
    Μόλις είπε έτσι,αφήσαμε τα παιχνίδια και τα γέλια και μαζευτήκαμε γύρω του και τον κοιτούσαμε, γιατί ποτέ άλλοτε δεν ήταν έτσι, και περιμέναμε να μας πει γιατί χαλάει ο κόσμος. Τότε ο μπαμπάς έβγαλε μια φωνή κουρασμένη, βραχνιασμένη, θυμωμένη, αγριεμένη και φοβισμένη, που, όταν την ακούσαμε, γίναμε κι εμείς θυμωμένοι, αγριεμένοι και φοβισμένοι: – Η Ιταλία μάς κήρυξε τον πόλεμο! είπε. – Τι; – Η Ιταλία μάς κήρυξε τον πόλεμο, ξαναείπε.
  • 6.
    Τη δεύτερη φοράακούσαμε όλοι κι η μαμά είπε «Θεέ μου!» και ρώτησε «Γιατί;». Η Δωροθέα είπε «Παναΐτσα μου» και ρώτησε «Τι θα κάνω τώρα;». Η θεία Γαζία είπε ένα καινούριο τραγούδι που δεν είχε μουσική: «Εμπρός, η μάχη ήρχισε, το βήμα μας ταχύ. Μυρίζει η πυρίτις, η σφαίρ' αντιλαλεί, κι η βροντερή φωνή της εις μάχην μας καλεί» κι εγώ, χωρίς να καταλάβω πώς μου ήρθε, έτρεξα και πήρα από τα χέρια της μαμάς τη φλιτζάνα με το γάλα και το ήπια όλο. Γιατί ξαφνικά αποφάσισε να πιει όλο το γάλα;
  • 7.
    Τότε ο μπαμπάςήρθε κοντά μου και με ακούμπησε στον ώμο και μου είπε: – Άκη, από σήμερα θα γίνεις άντρας. Μετά γύρισε στη μαμά και της είπε πως θα τρέξει στην τράπεζα να σηκώσει λεφτά. «Δεν έχουμε δραχμή» είπε κι έφυγε τρέχοντας στη σκάλα……..
  • 8.
    – Τι ήταναυτό; Ακούσατε; ρώτησε η μαμά, που φοβήθηκε από ένα μεγάλο μπουμ. – Μπόμπες! ακούστηκε μια φωνή από τον δρόμο. Βομβαρδισμός! Βομβαρδισμός…
  • 9.
    – Κι αυτό;ρώτησε η Δωροθέα. – Σειρήνες! είπε η θεία Γαζία. Σημαίνουν συναγερμό. Να τρέξει ο κόσμος να κρυφτεί. – Θεέ μου! είπε η μαμά. Κι ο μπαμπάς είναι έξω... Δε θα προλάβει… – Θα έρθουν οι Ιταλοί; ρώτησε η θεία Γαζία. – Είναι κακοί, κυρία; ρώτησε η Δωροθέα. – Δεν ξέρω, είπε η μαμά. Ο κύριος Δεμαρτίνος, που έχει το ποδηλατάδικο, είναι Ιταλός. Είναι καλός. Ήταν κακοί οι Ιταλοί;
  • 10.
    Σε λίγο ήρθεο μπαμπάς μου και ήταν πολύ λερωμένος και σκισμένος και δεν είχε το καπέλο του, ούτε στο κεφάλι ούτε στο χέρι, και είπε πως η τράπεζα ήταν κλειστή και δεν έκανε τίποτα. Μετά είπε να κατεβούμε όλοι γρήγορα, όπως είμαστε και βρισκόμαστε, να πάμε στης κυρίας Γιαννοπούλου, γιατί το σπίτι της έχει υπόγειο και το λιακωτό της είναι τσιμεντένιο και δεν μπορούν να το τρυπήσουν οι μπόμπες.
  • 11.
    Κατεβήκαμε όλοι πιασμένοιχέρι χέρι και μπήκαμε στον κόσμο που έτρεχε και όλο τρέχαμε και ακούγαμε τις μπόμπες, τις σειρήνες, τα αντιαεροπορικά και τα βαπόρια και φτάσαμε στην πλατεία και σταματήσαμε κάτω από τα δέντρα να ξεκουραστούμε… και ο μπαμπάς με πήρε αγκαλιά και είπε πάλι: – Άκη, από σήμερα θα γίνεις άντρας. Γιατί ο Άκης από σήμερα θα γίνει άντρας; Είναι δυνατόν;
  • 12.
    Εγώ τότε φοβήθηκαπάρα πολύ, γιατί δεν ήθελα να γίνω σήμερα άντρας. Ούτε ήθελα να πάω στο υπόγειο. Ήθελα τους φίλους μου, τον Ρούλη, τον Βαγγελάκη, τον Μωυσή, τον Φιλιππάκη, τον Ντόντο, τη Λίλα, τη Λέλα, τη Λούλα, τον Γιώργο, τον Βασίλη, τον Ίωνα. Και τη Μαρία. Κυριάκος Ντελόπουλος, Ο Άκης και οι άλλοι, εκδ. Kαστανιώτη, Aθήνα, 1997 (διασκευή) Τι έχει καταλάβει ο μικρός; Τι συμβαίνει στ΄αλήθεια; Τι πρόκειται να συμβεί και ο Άκης τελικά θα γίνει άντρας;
  • 13.
    Το νέο τουπολέμου ήρθε ξαφνικά ένα πρωινό και αναστάτωσε τη ζωή της οικογένειας του μικρού Άκη. Ποια είναι τα σημεία που μας δίνουν να καταλάβουμε τι αισθάνθηκαν τα πρόσωπα της ιστορίας όταν το έμαθαν και τι έκαναν (τι ρώτησαν, ποια ήταν η συμπεριφορά τους); Ο πατέρας Η μητέρα Ο Άκης Η θεία Γαζία Η Δωροθέα Τι νομίζετε ότι συνέβη στον καθένα από αυτούς μετά την έναρξη του πολέμου;
  • 14.
    Με την κήρυξητου πολέμου οι άντρες επιστρατεύτηκαν και έφυγαν για το μέτωπο.
  • 15.
    Τι πιστεύετε ότι αισθάνονταν; Οιγυναίκες τους πώς αισθάνονταν;
  • 16.
    Οι μανάδες τους; Ταπαιδιά τους;
  • 17.
    Θα μπορούσαν οιΈλληνες να μην είχαν εμπλακεί σε αυτόν τον πόλεμο; Θα μπορούσε ο Μεταξάς να είχε πει «ΝΑΙ»;
  • 20.
    Γιατί γελούν αφούπάνε στον πόλεμο;
  • 21.
    Ποιος είναι ο ζωγράφος; Τιπίνακας είναι; Ποιος είναι ο τίτλος του; Πώς πολεμούσαν;
  • 28.
    Ήταν εύκολα ταπράγματα στον πόλεμο;
  • 29.
    Η πορεία προςτο μέτωπο Ξημερώνοντας του Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά*, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί*, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σχεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο. Τι είναι το μέτωπο; Γιατί οι Αρτινοί είχαν μείνει μισοί;
  • 30.
    Δώδεκα μέρες κιόλαςείχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε το αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.
  • 31.
    Νύχτα πάνω στηνύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Τι εννοεί;
  • 32.
    Και τις λίγεςφορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μια μια μοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο απ’ την κούραση ανυπόφερτο.
  • 33.
    Τέλος, κάποτε ακουγότανεστα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τα αεροπλάνα.
  • 34.
    Επειδή ο Θεόςδεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως τόχει συνήθειό του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως. Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μάς θύμωναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους -ίσως και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Γιατί λέει ο ποιητής ότι ασκήμιζαν την πλάση;
  • 35.
    Ήταν εύκολες οισυνθήκες κάτω από τις οποίες πολεμούσαν οι στρατιώτες μας στον πόλεμο του 1940; Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες δυσκολίες που αντιμετώπιζαν; Πώς πιστεύετε ότι αισθάνονταν; Ας πάρουμε μία συνέντευξη. Τι μπορεί να σκέφτονταν καθώς περπατούσαν για να φτάσουν στο μέτωπο; Ας πάρουμε μία συνέντευξη.
  • 36.
    Οδυσσέας Ελύτης, Άξιονεστί Το κείμενο που μόλις διαβάσαμε είναι κόμμάτι από Το Άξιον Εστί, μια ποιητική σύνθεση που γράφτηκε από τον Οδυσσέα Ελύτη (Οδυσσέας Αλεπουδέλης) και κυκλοφόρησε το 1959. Ήταν αυτό που χάρισε στον δημιουργό του το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1979, κάνοντάς τον έτσι τον 2ο και τελευταίο Έλληνα που τιμήθηκε με το ανώτερο βραβείο της παγκόσμιας Λογοτεχνίας (είχε προηγηθεί ο Γιώργος Σεφέρης το 1963).
  • 37.
    Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στοαλβανικό μέτωπο Ποιος θα μας φέρει λίγον ύπνο εδώ που βρισκόμαστε; Θα μπορούσαμε τότες τουλάχιστο να ιδούμε πως έρχεται τάχατε η μάνα μας βαστάζοντας στη μασχάλη της ένα σεντόνι λουλακιασμένο με μια ποδιά ζεστασιά και κατιφέδες (λουλούδια) από το σπίτι μας. Ένα φθαρμένο μονόγραμμα στην άκρη του μαντιλιού: ένας κόσμος χαμένος. Νικηφόρος Βρεττάκος Τι εννοεί;
  • 38.
    Τριγυρίζουμε πάνω στοχιόνι με τις χλαίνες κοκαλιασμένες. Ποτέ δεν βγήκε ο ήλιος σωστός απ' τα υψώματα του Μοράβα (ποταμός), ποτέ δεν έδυσε ο ήλιος αλάβωτος απ' τ' αρπάγια της Τρεμπεσίνας (βουνό). Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο, διπλωμένος με το ντουφέκι μου, παγωμένος και ασταθής. (Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).
  • 39.
    Δε θα μουπήγαινε αυτή η προσβολή περασμένη υπό μάλης, δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ, γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος, αν δεν ήτανε πίσω μας λίκνα και τάφοι που μουρμουρίζουν, αν δεν ήτανε άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα μέτωπα, κομμένα θαρρείς απ' το χέρι του θεού να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το πνεύμα του. Ο ποιητής ονομάζει το ντουφέκι του «προσβολή». Γιατί; Ωστόσο δεν το πετάει. Γιατί;
  • 40.
    Η νύχτα μάςβελονιάζει τα κόκαλα μέσα στ' αμπριά (καταφύγια που προστατεύουν τους στρατιώτες στον πόλεμο)· εκεί μέσα μεταφέραμε τα φιλικά μας πρόσωπα και τ' ασπαζόμαστε μεταφέραμε το σπίτι και την εκκλησιά του χωριού μας το κλουβί στο παράθυρο, τα μάτια των κοριτσιών, το φράχτη του κήπου μας, όλα τα σύνορά μας, την Παναγία με το γαρούφαλο, ασίκισσα (λεβέντισσα) που μας σκεπάζει τα πόδια πριν απ' το χιόνι, που μας διπλώνει στη μπόλια (μαντίλι) της πριν απ' το θάνατο.
  • 41.
    Μα ό,τι κιαν γίνει εμείς θα επιζήσουμε. Άνθρωποι κατοικούν μες στο πνεύμα της Ελευθερίας αμέτρητοι, Άνθρωποι όμορφοι μες στη θυσία τους, Άνθρωποι. Ένας μεγάλος καταυλισμός είναι η έννοια της αρετής. Το ότι πεθάναν, δεν σημαίνει πως έπαψαν να υπάρχουν εκεί, με τις λύπες, τα δάκρυα και τις κουβέντες τους. Ο ήλιος σας θα 'ναι ακριβά πληρωμένος. Αν τυχόν δεν γυρίσω, ας είστε καλά, σκεφτείτε για λίγο πόσο μου στοίχισε. (Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).
  • 42.
    Μετά την κήρυξητου Ελληνοϊταλικού Πολέμου, το 1940, αμέσως, στρατεύτηκε στην πρώτη γραμμή και κινδύνεψε να σκοτωθεί στο ύψωμα της Κλεισούρας. Όταν το σύνταγμα, στο οποίο υπηρετούσε, διαλύθηκε -με την κατάρρευση του Μετώπου (1941)- κατευθύνθηκε στην Αθήνα και εντάχθηκε στην Εθνική Αντίσταση με το ΕΑΜ. Νικηφόρος Βρεττάκος (1912 – 1991), πολυβραβευμένος Έλληνας ποιητής και πεζογράφος, προτάθηκε τέσσερις φορές για το Νόμπελ Λογοτεχνίας.
  • 43.
    Στα βουνά τηςΑλβανίας Γιάννης Μπεράτης Όλος ο κάμπος ήτανε έρημος κι ο δρόμος, μακρύς-μακρύς και κατάλευκος, απλωνότανε μπροστά μας. Προχωρούσαμε γρήγορα με βήμα, και αμίλητοι. Από δω και πάνω, φαίνεται, ήταν τα τελευταία ελάχιστα χιλιόμετρα δρόμου που εξουσιάζαμε ακόμη εμείς, το ακρότατο όριο των δικών μας συγκοινωνιών, γιατί πιο πέρα ο ίδιος δρόμος χρησίμευε για τους Ιταλούς. Κείνη την ώρα, μες στην απέραντη σιγή και τη νέκρα, ακούστηκε, πίσ' απ' τις πλάτες μας, η πρώτη κανονιά.
  • 44.
    Σε μια στιγμήόλο το φεγγαρολουσμένο νεκρό τοπίο, από ανοιχτοφιστικί γινόταν άξαφνα κοκκινόμαυρο με τις εκρήξεις, με τις λάμψεις, με τους καπνούς που μας τυλίγανε δεξιά κι αριστερά. Δυο οβίδες είχαν σκάσει πολύ κοντά μας, μες στον κάμπο, δεξιά κι αριστερά του δρόμου, και σε λίγο άλλες δυο πέσανε κάπου εκεί. Μέναμε ακίνητοι, ορθοί, αποσβολωμένοι, αλαλιασμένοι μην ξέροντας όλοι μας τι να κάνουμε, πού να πάμε.
  • 45.
    «Πέστε κάτω! πέστεκάτω! Μην τρέχετε!», φώναξα για μια στιγμή, και πέσαμε όλοι μπρούμυτα, με το μούτρο πάνω στο χώμα. Ο βομβαρδισμός εξακολουθούσε με μια μαθηματική κανονικότητα και πρώτα έβλεπες τη λάμψη απ' τις απέναντι μπούκες των κανονιών κι ύστερα —δεν ξέρεις από πού— άκουγες πάνω, μα ακριβώς πάνω απ' το κεφάλι σου, αυτό το υστερικό σφύριγμα της οβίδας που σκίζει σαν αστραπή τον αέρα ή εκείνο το ακόμη χειρότερο βραχνιασμένο χρου-χρου-χρου, που κάνει σαν χάνει πια τη φόρα της και πρέπει να πέσει κάπου δίπλα σου.
  • 46.
    Πέφτανε δίπλα μας,δεξιά, αριστερά, λίγο πιο μπρος, λίγο πιο πίσω. Το μεγάλο μαρτύριο, η μεγάλη αγωνία ήτανε πως στις ελάχιστες στιγμές ησυχίας που μεσολαβούσανε, αναρωτιόσουνα αγωνιωδώς αν πρέπει να μείνεις σ' αυτή τη θέση που βρίσκεσαι ή πρέπει να πας να πέσεις πάρα πέρα. Ναι, ήτανε ένα φοβερό παιγνίδι από πιθανότητες κι από τύχη, που δεν ήξερες να βρεις και να του δώσεις καμιά απάντηση.
  • 47.
    Μα σιγά-σιγά, όσοο βομβαρδισμός εξακολουθούσε, όσο έβλεπες πως —περίεργα! — δεν παθαίνεις τίποτα, όσο έβλεπες κι όλους τους άλλους γύρω σου άθικτους, που σε κάθε ανάπαυλα ανασήκωναν το κεφάλι και κάτι φώναζαν ο ένας στον άλλονε, άρχιζες σιγά-σιγά, ναι, να αισιοδοξείς — κι ενώ στην αρχή έλεγες πως κάθε οβίδα προορίζεται για σένα, πως έρχεται ίσια καταπάνω σου, τώρα άρχιζες κάπως να παρακολουθείς ένα θέαμα που σε περιστοιχίζει κι απλώς να φυλάγεσαι σε κάθε σφύριγμα. Δηλαδή η οβίδα κι ο θάνατος σου δεν ήταν πια αλληλένδετα όπως στην αρχή. Όλ' αυτά, βέβαια, δεν τα σκεφτόσουνα, όλ' αυτά τα λέω, ίσως, τώρα — μα είμαι βέβαιος πως ένστικτα έτσι τα 'νιωθες και τότε. Έγινε για μια στιγμή μια μεγάλη ανάπαυλα. Περιμέναμε, περιμέναμε ακίνητοι αρκετή ώρα —κι επιτέλους σηκωθήκαμε. Είχε σταματήσει ο βομβαρδισμός; Η ώρα θα 'ταν περίπου μία.
  • 48.
    Τραβήξαμε όλοι προςτο μέρος που 'χαμε αφήσει τα μηχανήματα, μα δεν είχαμε κάνει μερικά μέτρα πάνω στο δρόμο, όταν το πανηγύρι ξανάρχισε. Πέσαμε όπως-όπως ο ένας πάνω στον άλλο μέσα στο πλαϊνό χαντάκι του δρόμου — κι ήταν καιρός, γιατί η οβίδα έσκασε άξαφνα ακριβώς δίπλα μας και μας σκέπασε όλους με πέτρες και με χώματα. Στο χα- ντάκι που 'χαμε πέσει ήταν εστε- κάμενα νερά, λάσπες, βόρβορος (βρομερή λάσπη). Είχαμε πασα- λείψει τα μούτρα μας, τους μαν- δύες μας —όλη η μια πλευρά μου, όταν ανασηκώθηκα, ήταν μια πηχτή γλοιώδης λάσπη, και τα γάντια ήτανε μούσκεμα απ' αυτό το ακαθόριστο υγρό που βρομούσε φοβερά μόλις έφερ- νες το χέρι σου κοντά στο πρό- σωπο σου.
  • 49.
    Φτάσαμε, επιτέλους, σταμηχανήματά μας. Η κατάστασή μας ήτανε πραγματικά φοβερή. Αν τώρα ήτανε έτσι, τι θα γινότανε σαν θα χάραζε και θα προχωρούσε η μέρα; Πώς θα καθόμαστε σ' αυτή τη Σούκα που δεν συναντούσες ψυχή ζώσα και κάτω από ένα συνεχή βομβαρδισμό, τελείως ακάλυπτοι κι όλοι μας τελείως άπειροι;
  • 50.
    Καθόμαστε αποκαμωμένοι πάνωστα κιβώτια και τα δέματα με τα μάτια μας κολλημένα στο απέναντι βουνό, για να δούμε τη λάμψη και να πέσουμε κά- που εγκαίρως. Ευτυχώς ο Νώντας είχε κι άλλο κονιάκ. Ας είναι ευλογημένος ο άνθρωπος. Ο Ανανίου όλο φώναζε μυτερά πως κάτι πρέπει να κάνουμε, πως δεν είναι κατάσταση αυτή. Βέβαια, είχε δίκιο. Αλλά τι; Τι; Η ώρα ήτανε δύο πια και το φεγγάρι φώτιζε πάλι σαν μέρα όλο αυτό το απονεκρωμένο τοπίο που είχε πάλι άξαφνα ηρεμήσει και που πάνω του βασίλευε μια απόλυτη σιωπή.
  • 51.
    Τον Φεβρουάριο του1941 κατατάχτηκε εθελοντής στο αλβανικό μέτωπο. Γιάννης Μπεράτης (Αθήνα, 1904 - Αθήνα 1968), Έλληνας λογοτέχνης και μεταφραστής.
  • 52.
    Πώς πιστεύετε ότιήταν εμφανισιακά οι Έλληνες στρατιώτες; Πώς τα πήγαν τελικά στον πόλεμο στα βουνά της Αλβανίας;
  • 53.
  • 58.
    Αν και αρχικάο ελληνικός στρατός τα πήγε πολύ καλά και κατατρόπωνε τους Ιταλούς, ωστόσο την άνοιξη του ΄41 ήρθε η γερμανική εισβολή, που άλλαξε τα δεδομένα του πολέμου. Όμως τι δουλειά είχαν οι Γερμανοί στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο;
  • 59.
    Γερμανική εισβολή στην Ελλάδα Ηεισβολή αυτή εκτελέστηκε με δύο επιχειρήσεις, την Επιχείρηση Μαρίτα, που αφορούσε τις επιχειρήσεις στην ηπειρωτική Ελλάδα και την Επιχείρη- ση Ερμής που αφορούσε την αερα- πόβαση και κατάληψη της Κρήτης γνωστότερη ως μάχη της Κρήτης. Η γερμανική εισβολή ξεκίνησε στις 6 Απριλίου του 1941, με την επίθεση γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα μέσω Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας.
  • 69.
    Αυτό που ακολούθησεμετά την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα το λέμε Η Ελλάδα περιήλθε σε τριπλή κατοχή, αφού διαμοιράστηκε ανάμεσα στους Γερμανούς και τους συμμάχους τους, Iταλούς και Bουλγάρους. Στη Bουλγαρία παραχωρήθηκε μια ζώνη ανάμεσα στο Στρυμόνα και το Nέστο, που αργότερα επεκτάθηκε ως την Αλεξανδρούπολη, καθώς και τα νησιά Θάσος και Σαμοθράκη. Oι Γερμανοί κράτησαν τα 2/3 του Έβρου, την κεντρική και ανατολική Mακεδονία, κάποια νησιά του Aιγαίου, την Aττική και την Kρήτη. Στην Iταλία περιήλθε η υπόλοιπη Eλλάδα. Τι πιστεύετε ότι έγινε τότε; Τι έχετε ακούσει; ΚΑΤΟΧΗ
  • 70.
    Κατοχή Αλήθεια, δάση καιβουνά υπάρχουν στον κόσμο ακόμη; Υπάρχουν οι μεγάλοι δρόμοι που παν σε μέρη αλαργινά; Ανθίζουν πάντοτε οι βραγιές; Στους κάμπους είναι φως κι ειρήνη; Κι έμεινε λίγη καλοσύνη μες στις ανθρώπινες καρδιές; Απίστευτα μας φαίνουνται όλα σ’ εμάς που ζούμε τώρα χρόνια σαν σ’ ορεινά φτωχά καλύβια που τα αποκλείσανε τα χιόνια... Θε να ’ρθει τάχα μιαν ημέρα σαν από τόπους μακρινούς η Άνοιξη που λαχταράμε; Και θα μας έβρει ζωντανούς; Κώστας Ουράνης Ποια είναι τα συναισθήματα του ποιητή; Γιατί αναρωτιέται αν υπάρχουν οι μεγάλοι δρόμοι ακόμη; Αν έμεινε καλοσύνη στις καρδιές των ανθρώπων; Γιατί αναρωτιέται αν θα έρθει η Άνοιξη; Και αν θα τους βρει ζωντανούς;
  • 75.
    Μετά το ολοκαύτωματων Καλαβρύτων
  • 76.
    Μπορείτε να φανταστείτεπώς αισθάνονταν οι άνθρωποι ζώντας κάτω από τη γερμανική κατοχή; Ο κίνδυνος των εκτελέσεων πιστεύετε ήταν οι μοναδικές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν;
  • 77.
    Η πείνα Έτσι μουέρχεται να κλαίω, να κλαίω συνέχεια. Όταν θα τελειώσει τούτος ο φριχτός χειμώνας, θα γράψω μια τραγωδία που θα αρχίζει έτσι: «Πατάω ένα κουμπί και βγαίνει μια χοντρή και λέει στα παιδάκια νιξ φαΐ». Ύστερα θα παρουσιάζεται ο χορός. Παιδάκια σκελετωμένα που θα τραγουδάνε μια λέξη, μόνο μια λέξη. Θα την τραγουδάνε σε μονότονο ρυθμό: «Πεινάω.
  • 78.
  • 79.
    Τίποτε άλλο ωςτο τέλος, όσο θα κρατάει η τραγωδία. «Πεινάω!»
  • 80.
    Ο Βίκτορας Ουγκόγια να γράψει τους Άθλιους μεταχειρίστηκε χιλιάδες λέξεις. Εγώ θα μεταχειριστώ μόνο μία: το ρήμα πεινάω, που θα τα λέει όλα. Τα παιδάκια μου θα τραγουδάνε και κάθε πεινάω θα είναι και μια εικόνα. εινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινά
  • 81.
    Ίσως να χρειαστείνα γράψω πολλούς τόμους, γιατί θα έχει πολλά πεινάω. Πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω...
  • 82.
    Δε χρειάζεται νατα γράψω με τη σειρά, δηλαδή πρώτα τούτο το πεινάω κι ύστερα το άλλο το πεινάω. Αν θέλω, αρχίζω από το τέλος. Τώρα εγώ σε ποιο πεινάω βρίσκομαι; εινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινάω, πεινά
  • 83.
    Η κοιλιά μουείναι φουσκωμένη σαν μπαλόνι και πεινάω.
  • 84.
    Σήμερα λιποθύμησα. Πεινάω, ουφ,έμμονη ιδέα μού έχει γίνει τούτο το ρήμα. Θα παίξω για να περάσει η ώρα.
  • 85.
    Θα βάλω τα ρήματαστη γραμμή, να παραβγούνε στο τρέξιμο. Το πεινάω τερματίζει πρώτο, δεύτερο ακολουθεί το κρυώνω, τρίτο το φοβάμαι και σε μεγάλη απόσταση πίσω τους το πονάω, το μισώ, το αγαπώ.
  • 86.
    Το γελώ, ξεφτίδι, ούτε ξεκίνησε από την αφετηρία. ΖωρζΣαρή, Όταν ο ήλιος..., εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1971
  • 87.
    • Τι σημαίνουντα λόγια της Ζωρζ Σαρή: «Το πεινάω τερματίζει πρώτο, δεύτερο ακολουθεί το κρυώνω, τρίτο το φοβάμαι και σε μεγάλη απόσταση πίσω τους το πονάω, το μισώ, το αγαπώ. Το γελώ, ξεφτίδι, ούτε ξεκίνησε από την αφετηρία»;
  • 94.
    Τα κουλουράκια Κλέφτρα, άτιμηκαι ψεύτρα. Χτες, ο καραγκιόζης μου (το άλλο «εγώ» που κλείνω μέσα μου, το «σκοτεινό βάθος της συνειδήσεως», όπως το εξηγεί η περισπούδαχτη αδερφή μου), μου πέταξε κατάμουτρα αυτά τα λόγια κι εγώ δε βρήκα ούτε μια τόση δα λεξούλα να τον αποστομώσω. Ούτε καν τη λέξη «πεινάω», γιατί το μεσημέρι, δηλαδή λίγες ώρες πριν να γίνει το κακό, είχα φάει και μάλιστα καλοφάει. Αθηνά μου, όταν θα γίνουμε δυο γριούλες με άσπρα μαλ- λιά και θα λέμε για τα παλιά, τότε μόνο θα σου φανερώσω την καθαρή αλήθεια για τα κουλουράκια. Τώρα ντρέ- πομαι να σε κοιτάξω στα μάτια. Θα καταχωνιάσω σ' ένα απόκρυφο μέρος την εξομολόγησή μου, μην τυχόν και τη διαβάσει μάτι ανθρώπου. Λοιπόν αρχίζω:
  • 95.
    Ο Δήμος είναικλεισμένος στις φυλακές Αβέρωφ. Ο Δήμος είναι ηθοποιός. Σε μια γιορταστική συγκέντρωση που κάναμε σ' ένα σχολείο στην Κυψέλη, μια μέρα απάγγειλε το Δωδεκάλογο του γύφτου, του Παλαμά, με τη δυνατή, ωραία, ζεστή φωνή του. Θυμάμαι αυτούς τους στίχους: Εμείς δε γονατίσαμε σκυφτοί τα πόδια να φιλήσουμε του δυνατού σαν τα σκουλήκια που πατεί μας... Δεν πρόλαβε να τους αποτελειώσει, μπήκαν μέσα κάτι μαυριδεροί άνθρωποι με «καβουράκια» και τον συλλάβανε. Ο Δήμος είναι πρωτοξάδερφος της Αθηνάς. Στην Αθήνα δεν έχει άλλο άνθρωπο να τον φροντίζει έξω από τη θεία του, δηλαδή τη μάνα της Αθηνάς. Αυτή ετοιμάζει τα δέματα που του πηγαίνουμε στις φυλακές.
  • 96.
    Χτες το μεσημέρι,αφού με καλοτάισε —πάντα κάτι μαγειρεύει η κυρία Βασιλείου, της στέλνουν οι δικοί της από το χωριό—, την ώρα που σηκωνόμουνα να φύγω, μου έδωσε ένα μεγάλο χαρτονένιο κουτί. — Για το Δήμο, κουλουράκια, να του τα πας. Τα 'φτιαξα μ' αληθινό αλεύρι. Κακομοίρα μου, φρόντισε να 'χεις τα μάτια σου χαμηλά, να μη σε μυριστούν τα σκυλιά και σε χώσουνε και σένα στη φυλακή. Άντε, και με την ευχή της Παναγίας. Το επισκεπτήριο στου Αβέρωφ* είναι στις πέντε. Είχα τρεις ώρες μπροστά μου. Πέρασα από το σπίτι μας. Ήταν άδειο. Λείπανε όλοι: ο πατέρας, η μητέρα και η Ειρήνη. Ξάπλωσα στο κρεβάτι και πήρα να διαβάζω ένα βιβλίο.
  • 97.
    Το κουτί τοείχα βάλει πάνω στο τραπέζι, λίγο πιο πέρα. Ορκίζομαι στην ιερή φιλία που με δένει με την Αθηνά πως μέχρι εκείνη τη στιγμή η «κακή σκέψη» δε μου είχε περάσει από το νου. Ήρθε ξαφνικά, εκεί που δεν την περίμενα. Σήκωσα το κεφάλι και κοίταξα το κουτί. «Πώς να 'ναι άραγε τα κουλουράκια; Έχουν φαρδιά τρύπα στη μέση;». Σηκώθηκα, έλυσα προσεχτικά το σπάγκο, ξεδίπλωσα το χαρτί που περιτύλιγε το κουτί και σήκωσα το καπάκι. Πρώτα η μυρουδιά μού χτύπησε στη μύτη. Λες και ξεφούρνιζαν εκείνη τη στιγμή. Καλοψημένα, στρογγυλά στρογγυλά, με μια τρύπα στη μέση σαν δραχμή. «Ας δοκιμάσω ένα, δεν είναι δα και μετρημένα», είπα κι έφαγα ένα. Ούτε προπολεμικό να ήταν! Και τώρα, ας πω τη συνέχεια, γρήγορα, να ξεμπερδεύω.
  • 98.
    Πήγα και ξάπλωσαστο κρεβάτι, με το κουτί. Με το ένα χέρι κρατούσα το βιβλίο, με τ' άλλο το κουλουράκι, το δεύτερο, το τρίτο, το τέταρτο. Αυτό έγινε χτες και το θυμάμαι καλά. Ήμουν στον παράδεισο. Ο Δήμος δεν ήταν φυλακή, ο πατέρας δεν γκρίνιαζε συνέχεια: «Προσοχή στο λάδι, σταγόνα σταγόνα, να μας κρατήσει»· η μητέρα δεν είχε αδυνατίσει κι ο μπουφές μας ήταν γεμάτος γλυκά. Μια χοντρή γομολάστιχα είχε σβήσει τον πόλεμο. Ξάφνου, ο κακομούτσουνος καραγκιόζης μου μου τράβηξε μια κλοτσιά κι από τον ουρανό βρέθηκα χάμω στη γη. Στο πλάι μου, μέσα στο κουτί, είχαν απομείνει πέντε κουλουράκια, μόνο πέντε! Ζαλίστηκα. Έπρεπε να βρω, αμέσως, έναν τρόπο να πεθάνω. Ο Δήμος, για τη δική μου λευτεριά, μέσα στη φυλακή κρύωνε και πεινούσε, μπορεί και να τον τουφέκιζαν, κι εγώ του είχα φάει τα κουλουράκια του.
  • 99.
    Ο καραγκιόζης μου,καθισμένος πάνω στα στραβοκάνικα ποδάρια του, χασκογελούσε και ψιθύριζε: «Είσαι μια κλέφτρα και μια άτιμη και σε λίγο θα γίνεις και ψεύτρα». Σηκώθηκα, τύλιξα μάνι μάνι το κουτί, το έδεσα με το σπάγκο, το έβαλα σ' ένα δίχτυ κι ετοιμάστηκα για το επισκεπτήριο. Στο δρόμο συγύριζα το ψέμα μου. Μια κι ο φύλακας ψάχνει τα δέματα, μπας και κρύβουνε κανένα σουγιά, μαχαίρι ή όπλο, αν ποτέ ο Δήμος, μια μέρα, πει στη μάνα της Αθηνάς «Τι ωραία που ήταν τα πέντε κουλουράκια που μου έστειλες, καλή μου θεία», και κείνη μπήξει τις φωνές «ΠΕΝΤΕ; δε λες καλύτερα πενήντα», η απάντηση έπρεπε να δοθεί τώρα: «Τα έκλεψε ο φύλακας, ο δήμιος, ο εχθρός που ρουφάει το αίμα του λαού».
  • 100.
    Στάθηκα στην ουράμαζί με τις άλλες γυναίκες κι όταν έφτασε η σειρά μου, ο φύλακας, ο «κλέφτης» μου, με ρώτησε: «Για ποιον είναι;». Είπα το όνομα του Δήμου. Πήρε το πακέτο από τα χέρια μου και μου είπε: «Ο ηθοποιός μας; Περίμενε, κορίτσι μου, να πάω να σου τον φωνάξω». «Όχι, όχι, δε χρειάζεται, είμαι πολύ βιαστική...», του απάντησα κι έφυγα. Σήμερα πέρασα από το σπίτι της Αθηνάς για να της ζητήσω, τάχατες, κάποιο βιβλίο. «Τι κάνει ο Δήμος;», με ρώτησε η μάνα της. «Τον είδες;». «Όχι, δε μ' άφησαν...», και συνέχισα βιαστικά: «Και ξέρετε τι λέγανε οι γυναίκες στην ουρά; Πως οι φύλακες ξαφρίζουνε τα δέματα». Ζωρζ Σαρή
  • 101.
    Τι ήταν ο«καραγκιόζης» για τη Ζωή; Αν βρισκόσαστε στη θέση της, τι θα κάνατε; Αν συναντούσατε την ηρωίδα, τι θα της λέγατε; Ας κάνουμε τον διάδρομο συνείδησης της Ζωής.
  • 102.
    Ποιες είναι οισυμφορές που προκαλούνται από τον πόλεμο; Ο πόλεμος προξενεί μεγάλες καταστροφές και αλλάζει εντελώς τη ζωή των ανθρώπων. Ποιες αλλαγές επιφέρει στο χαρακτήρα τους; Ένας λαός που έχει πολεμήσει και έχει χάσει πρέπει να αντιστέκεται;
  • 104.
    Μετά την κατοχή,τις εκτελέσεις, την πείνα, τους θανάτους, την αντίσταση, ήρθε τελικά η απελευθέρωση. Απελευθέρωση Αθήνας 12 Οκτωβρίου 1944
  • 105.
    Ειρήνη (Γιάννης Ρίτσος) Τ’όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη. Τ’ όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη. Τα λόγια της αγάπης κάτω απ’ τα δέντρα, είναι η ειρήνη. Ο πατέρας που γυρνάει τ’ απόβραδο μ’ ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια μ’ ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα κ’ οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού που παγώνει το νερό στο παράθυρο, είναι η ειρήνη. Όταν οι ουλές απ’ τις λαβωματιές κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου και μες στους λάκκους που ‘σκαψαν οι οβίδες φυτεύουμε δέντρα και στις καρδιές που ‘καψε η πυρκαϊά δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η ελπίδα κ’ οι νεκροί μπορούν να γείρουν στο πλευρό τους και να κοιμηθούν δίχως παράπονο ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου, είναι η ειρήνη.
  • 106.
    Ειρήνη είναι έναποτήρι ζεστό γάλα κ’ ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει. Τότε που τα στάχυα γέρνουν τόνα στ’ άλλο λέγοντας: το φως το φως, το φως, και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντα φως είναι η ειρήνη. … Ειρήνη είναι οι θημωνιές των αχτίνων στους κάμπους του καλοκαιριού είναι τ’ αλφαβητάρι της καλοσύνης στα γόνατα της αυγής. Όταν λες: αδελφέ μου — όταν λέμε: αύριο θα χτίσουμε όταν χτίζουμε και τραγουδάμε είναι η ειρήνη. … Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου είναι το χαμόγελο της μάνας. Μονάχα αυτό. Τίποτ’ άλλο δεν είναι η ειρήνη. Και τ’ αλέτρια που χαράζουν βαθειές αυλακιές σ’ όλη τη γης ένα όνομα μονάχα γράφουν: Ειρήνη. Τίποτ’ άλλο. Ειρήνη.
  • 107.