Η πολύτιμη σχέση με τον παππού μου μου άνοιξε τον δρόμο μιας ιδιαίτερης
αγάπης για τα καφενεία.Το χωριό μου τότε είχε πολλά και ωραία καφενεία.
«Άντε να πάμε στον καφενέ» έλεγε ο παππούς και μου έκλεινε πονηρά
το μάτι.
https://www.checkincyprus.com/
Συχνά με έπαιρνε μαζί του και μου έδινε τα λουκούμια όταν κέρδιζε τους
φίλους του στην πρέφα. «Πάμε στον λουκουμέ» έλεγα εγώ από μέσα μου και
γελούσα και χαιρόμουνα με το αστείο μου, σαν την παροιμία που λέει «Γιάννης
κερνά, Γιάννης πίνει».
https://omospamari.gr/
Για μένα λοιπόν τα καφενεία του χωριού μου ήταν μεγάλα λουκούμια με
παράθυρα που είχαν θέα προς τη θάλασσα και ωραία μαρμάρινα τραπέζια.
Άλλα καφενεία είχαν χρώμα και γεύση τριαντάφυλλου, άλλα πράσινης μέντας
και άλλα ήταν κεχριμπαρένια και μοσχοβολούσαν μέλι και κερί. Όμως όλα τα
λουκούμια-καφενεία μύριζαν στο βάθος τους καφέ και ούζο και γαρίδες με
ντομάτα.
Στον Μόλυβο δεν έχει πια ούτε ένα καφενείο. Όταν τα βράδια του
καλοκαιριού μαζεύουν την τουριστική πραμάτεια και κλείνει η αγορά, βγαίνω
απ’το παραθυράκι του μυαλού μου και φέρνω έναν χειμώνα όλο γούστο.
Η μάνα μου μόλις σιδέρωσε τις πετσέτες του μαγαζιού μας κι εγώ τις παίρνω
ζεστές ζεστές και τις πηγαίνω στο κουρείο του πατέρα μου.
Τα χέρια του μυρίζουν κολόνια, τα μάτια του στολίζουν την αγορά. Το κουρείο
μας καθαρό, μυρωδάτο, αρχοντικό, με τα παλιά καρυδένια έπιπλα και τους
μεγάλους καθρέφτες. Μέσα τους βλέπω το λιμάνι, τις τράτες, το ηλιοβασίλεμα.
Τότε με κατακλύζει μια μυρωδιά από κολόνια, καφέ και αθερίνα τηγανητή.
Τα κουκουλώνει όλα γλυκά, αθόρυβα.
Μέσα στη νύχτα και στη μυρωδιά ξεφυτρώνουν και πάλι τα λουκούμια-
καφενεία μου. Καθαρίζω την άχνη τους και αναγνωρίζω τα μαρμάρινα
τραπέζια, τα ποτηράκια του ούζου, τα μικρά κανονάκια του κονιάκ, τα πιατέλια
με τους μεζέδες και τα ψωμάκια αντίδωρα.
Ακούω τους χτύπους των χεριών στο χαρτοπαίγνιο, τις ζαριές και τις
μουσικές παρηγοριές απ’το τζουκμπόξ...
https://www.instyle.gr/
Εξαίρεση οι Κυριακές με τις γυναίκες, περιποιημένες, αρωματισμένες, με
κόκκινα κραγιόν και άσπρα κολιεδάκια, σε οικογενειακές εξόδους, υποβρύχιες
γλυκές κοινωνίες βανίλιας μέσα στα λουκούμια-καφενεία μου.
Γλείφω την άχνη απ’τα χείλη μου. Σκουπίζω και τα υπολείμματα που έπεσαν
στο γαλάζιο φουστανάκι μου.Τα φώτα στους δρόμους χαμηλώνουν.Δώδεκα,
μεσάνυχτα. Πρέπει να γυρίσω στο σπίτι. Είναι αργά.
Παίρνω βιαστικά άχνη από το χάρτινο
κουτί των λουκουμιών, ρίχνω μπόλικη στα
τζάμια, στις πόρτες, στα παράθυρα, στα
κεραμίδια, στους πέτρινους τοίχους, να τα
κρύψω, να τα κρύψω τα λουκούμια-
καφενεία μου. Να μην τα δει κανείς. Κανείς
να μη μου τα πάρει.
Φωτεινή Φραγκούλη, 39 καφενεία και ένα κουρείο,
Πανεπιστημιακές Eκδόσεις Κρήτης, 1999
Βρείτε πληροφορίες από την περιγραφή που διαβάσατε και
προσπαθήστε να απαντήσετε:
α. Πού βρίσκονταν τα καφενεία;
https://www.travelstyle.gr/
Τα καφενεία βρίσκονταν σε ένα χωριό της Λέσβου, τον Μόλυβο ή Μήθυμνα.
β. Πώς ήταν τα καφενεία (εξωτερική όψη και εσωτερικοί χώροι);
https://www.lesvosnews.net/
Τα καφενεία αυτού του
χωριού ήταν μεγάλα
με παράθυρα που
είχαν θέα προς τη
θάλασσα.
Είχαν μαρμάρινα
τραπέζια,
και τζουκμπόξ και
μύριζαν καφέ και
ούζο και γαρίδες
με ντομάτα.
https://travellernotesgr.com/
γ. Ποιους συναντούσε κανείς στα καφενεία τις καθημερινές και ποιους τις
Κυριακές; Τι έκαναν;
https://imaginistes.wordpress.com/
Στα καφενεία συναντούσε κανείς τους άνδρες, που έπαιζαν πρέφα ή τάβλι
ακούγοντας μουσική από το τζουκμπόξ και πίνοντας τα ουζάκια με τους
μεζέδες και τα λουκουμάκια. Τις Κυριακές μπορούσε κανείς να συναντήσει
στα καφενεία και τις γυναίκες του χωριού, περιποιημένες, αρωματισμένες,
με κόκκινα κραγιόν και
άσπρα κολιεδάκια,
που απολάμβαναν
την έξοδό τους
τρώγοντας
υποβρύχιο.
https://xiromeritissa.wordpress.com/
δ. Ποιο πρόσωπο έκανε τη συγγραφέα να αγαπήσει τα καφενεία; Πώς
χαρακτηρίζει τη σχέση της με το πρόσωπο αυτό;
Το πρόσωπο που την έκανε να αγαπήσει τα καφενεία ήταν ο παππούς της.
Εκείνος την έπαιρνε μαζί του, όταν έπαιζε πρέφα με τους φίλους του, και την
κερνούσε λουκούμια όταν κέρδιζε.
ε. Πού ήταν το κουρείο του πατέρα της και πώς ήταν εσωτερικά;
https://popaganda.gr/
Το κουρείο του πατέρα της ήταν καθαρό, μυρωδάτο, αρχοντικό, με παλιά
καρυδένια έπιπλα και μεγάλους καθρέφτες. Μέσα στους καθρέφτες έβλεπε
το λιμάνι, τις τράτες, το ηλιοβασίλεμα. Βρισκόταν δηλαδή στο λιμάνι.
https://www.arcadiaportal.gr/
2. Γιατί η Φωτεινή
Φ ρ α γ κ ο ύ λ η
αποκαλούσε τον καφενέ
«λουκουμέ»;
Βρείτε στην πρώτη παράγραφο συγκεκριμένες λέξεις ή φράσεις που
μιλάνε για τα συναισθήματά της.
3. α. Η συγγραφέας χρησιμοποιεί το πρώτο ενικό πρόσωπο και γενικά φράσεις
και λέξεις που μιλάνε για τις αναμνήσεις της από τους ανθρώπους και τα
καφενεία του Μόλυβου (η σχέση με τον παππού μου..., μου έδινε λουκούμια, με
έπαιρνε μαζί του, για μένα…).
Μπορείτε να βρείτε κι άλλες λέξεις ή φράσεις με τις οποίες μιλάει για την
προσωπική της διάθεση; Ποια νομίζετε ότι είναι η διάθεση αυτή (σοβαρή,
κωμική, νοσταλγική, ειρωνική, μελαγχολική…);
https://www.gastronomos.gr/
Η συγγραφέας έχει διάθεση νοσταλγική όταν αναφέρεται στα καφενεία του
χωριού της.
Έχει διάθεση κωμική
μελαγχολική και σοβαρή
και λίγο ειρωνική
3. β. Το κείμενο είναι γεμάτο από εικόνες που έχουν σχέση με τις αισθήσεις μας,
π.χ.: Τα καφενεία είχαν θέα προς τη θάλασσα και ωραία μαρμάρινα τραπέζια.
(οπτική)
Ακούω τις μουσικές παρηγοριές απ’το τζουκμπόξ. (ακουστική)
Μοσχοβολούσαν μέλι και κερί. (οσφρητική)
Γλείφω την άχνη από τα χείλη μου. (γευστική)
Μπορείτε να βρείτε μερικές ακόμα από το κάθε είδος;
Οπτικές εικόνες
Ακουστικές εικόνες
Οσφρητικές εικόνες
Γευστικές εικόνες
Ÿ Όταν τα βράδια του καλοκαιριού
μαζεύουν την τουριστική πραμάτεια
και κλείνει η αγορά,
Ÿ Το κουρείο μας καθαρό, μυρωδάτο,
αρχοντικό, με τα παλιά καρυδένια
έ π ι π λ α κ α ι τ ο υ ς μ ε γ ά λ ο υ ς
καθρέφτες.
Ÿ Μέσα τους βλέπω το λιμάνι, τις
τράτες, το ηλιοβασίλεμα.
Ÿ Εξαίρεση οι Κυριακές με τις γυναίκες,
περιποιημένες, αρωματισμένες, με
κό κ κ ι ν α κ ρ α γ ι ό ν κα ι ά σ π ρ α
κολιεδάκια,
Ακούω τους χτύπους των χεριών στο
χαρτοπαίγνιο, τις ζαριές και τις
μουσικές παρηγοριές απ’ το
τζουκμπόξ...
Ÿ μοσχοβολούσαν μέλι και κερί. Όμως
όλα τα λουκούμια-καφενεία μύριζαν
στο βάθος τους καφέ και ούζο και
γαρίδες με ντομάτα.
Ÿ Τα χέρια του μυρίζουν κολόνια
Ÿ Το κουρείο μας καθαρό, μυρωδάτο,
Ÿ Τότε με κατακλύζει μια μυρωδιά από
κολόνια, καφέ και αθερίνα τηγανητή.
Τα κουκουλώνει όλα γλυκά, αθόρυβα.
Ÿ γ υ ν α ί κ ε ς , π ε ρ ι π ο ι η μ έ ν ε ς ,
αρωματισμένες
Ÿ Άλλα καφενεία είχαν χρώμα και γεύση
τριαντάφυλλου, άλλα πράσινης μέντας
Ÿ υποβρύχιες γλυκές κοινωνίες βανίλιας
μέσα στα λουκούμια-καφενεία μου.
Ÿ Γλείφω την άχνη απ’τα χείλη μου.
Εσείς έχετε αναμνήσεις από κάποιον χώρο που σας προκαλεί έντονα
συναισθήματα; Ποιες εικόνες, ποιους ήχους, ποιες μυρωδιές θυμάστε
από αυτόν;
https://www.gnomikologikon.gr/
Στο κείμενο συχνά η γλώσσα χρησιμοποιείται μεταφορικά και όχι κυ-
ριολεκτικά. Για παράδειγμα, η συγγραφέας λέει ότι τα καφενεία είχαν
χρώμα και γεύση τριαντάφυλλου ή πράσινης μέντας. Έτσι, «μεταφέρει»
ιδιότητες των λουκουμιών στα καφενεία και μας πληροφορεί καλύτερα για το τι
σημαίνουν γι’αυτή και μόνο τα παλιά καφενεία του τόπου της.
Κυριολεξία έχουμε όταν οι λέξεις ή φράσεις χρησιμοποιούνται με την αρχική
και ακριβή σημασία τους, π.χ. Στρίβει μία βίδα.
Μεταφορά έχουμε όταν οι λέξεις ή φράσεις δεν χρησιμοποιούνται με την
αρχική σημασία τους, αλλά η ιδιότητά τους μεταφέρεται σε κάποια άλλη λέξη ή
φράση και της αλλάζει το νόημα, π.χ.Του έστριψε η βίδα.
Μπορείτε να σκεφτείτε κάποιες κυριολεξίες και μεταφορές;
χρυσό δαχτυλίδι
χρυσό παιδί
Προσπαθήστε να βρείτε κι εσείς άλλες μεταφορές στο κείμενο.
Προσπαθήστε να βρείτε κι εσείς άλλες μεταφορές στο κείμενο.
8. Διαβάζουμε στο κείμενο: «Η πολύτιμη σχέση με τον παππού μου μου
άνοιξε τον δρόμο μιας ιδιαίτερης αγάπης για τα καφενεία».Διαβάστε τις
προτάσεις που ακολουθούν στην αριστερή στήλη και στη συνέχεια
αντιστοιχίστε τες με τις σωστές σημασίες τους, στη δεξιά στήλη. Mπορείτε να
σημειώσετε ποιες από τις προτάσεις έχουν κυριολεκτική και ποιες
μεταφορική σημασία;
Μερικές προτάσεις είναι πολύ σύντομες, έχουν μόνο τους κύριους
όρους. Όπως ξέρουμε, τις προτάσεις αυτές τις λέμε απλές. Π.χ.
Τα καφενεία ήταν πολλά.
Απλές Προτάσεις είναι αυτές που περιλαμβάνουν μόνο τους κύριους όρους,
δηλαδή ή ή
Υ– Ρ Υ– Ρ -Α Υ - Ρ- Κ
Πείτε μερικές.
Υπάρχουν βέβαια και οι επαυξημένες προτάσεις.
Σε αυτές συνήθως οι κύριοι όροι συνοδεύονται από άλλους, που δεν είναι τόσο
σημαντικοί, αλλά τους συμπληρώνουν και δίνουν επιπλέον πληροφορίες.
Αυτοί οι δευτερεύοντες όροι μπορεί να είναι: επίθετα, διάφορα επιρρήματα,
φράσεις με προθέσεις κ.ά. Οι προτάσεις, έτσι, γίνονται πιο «πλούσιες» και
πιο ακριβείς.
Π.χ. Για μένα λοιπόν τα καφενεία του χωριού μου ήταν μεγάλα λουκούμια με
παράθυρα.
Πείτε μερικές επαυξημένες προτάσεις.
Ποιες από τις παρακάτω προτάσεις είναι επαυξημένες;
Ποιοι είναι οι προσδιορισμοί;
Ο Πέτρος διαβάζει.
Ο Φάνης ήταν διάσημος γιατρός.
Ο Πέτρος έτρωγε χωρίς να σκέφτεται τις επιπτώσεις στην υγεία του.
Ο πατέρας μαγείρεψε μακαρονάδα.
Η Μαρία αγόρασε μια κούκλα από το πολυκατάστημα χτες το απόγευμα.
Η Σοφία απόκτησε ένα πανέμορφο αγοράκι.
5. Σε τρεις μικρές παραγράφους γράφετε μια ιστορία για να τη
διαβάσετε στην τάξη. Συμπληρώνετε τις απλές προτάσεις που
ακολουθούν με λέξεις από τα συννεφάκια και άλλες δικές σας, ώστε να γίνουν
επαυξημένες.
1η παράγραφος: Ο παππούς και η γιαγιά.
2η παράγραφος:Το σπίτι τους στο χωριό
3η παράγραφος: Ο σκύλος τους.
Θυμάμαι τον παππού και τη γιαγιά.
Ο παππούς και η γιαγιά με κέρναγαν πορτοκαλάδες και υποβρύχια.
Το σπίτι είχε μια κληματαριά.
Είχαν έναν σκύλο.
Ο σκύλος κι εγώ παίζαμε.
9. Το κείμενο που ακολουθεί μας πληροφορεί για τα καφενεία ενός άλλου
χωριού στη Μυτιλήνη, στηνΑγιάσο. Συμπληρώστε όλα τα [ι] που λείπουν.
Στα καφεν— α της Αγιάσου είναι δύσκολο να φύγ— ς ξένος, χωρίς να σε
ρωτ— σουν ποιος είσαι και να σε καλέσουν για ένα ούζο. Αυτό όμως είναι
συνήθ— α και σε όλα τα άλλα χωριά της Λέσβου. Η βόλτα καταλ— γει σε
μεζέδες, ούζα, κεράσματα και γνωριμ— α με όλους τους πελάτες των
καφεν— ων, αλλά και με όσους τυχαίνει να περνούν.
Φωτεινή Φραγκούλη, 39 καφενεία και ένα κουρείο,
Πανεπιστημιακές Eκδόσεις Κρήτης, 1999
Παρουσίαση: ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΥΛΩΝΑΚΗ

Τριάντα εννιά καφενεία και ένα κουρείο.pdf

  • 2.
    Η πολύτιμη σχέσημε τον παππού μου μου άνοιξε τον δρόμο μιας ιδιαίτερης αγάπης για τα καφενεία.Το χωριό μου τότε είχε πολλά και ωραία καφενεία. «Άντε να πάμε στον καφενέ» έλεγε ο παππούς και μου έκλεινε πονηρά το μάτι. https://www.checkincyprus.com/
  • 3.
    Συχνά με έπαιρνεμαζί του και μου έδινε τα λουκούμια όταν κέρδιζε τους φίλους του στην πρέφα. «Πάμε στον λουκουμέ» έλεγα εγώ από μέσα μου και γελούσα και χαιρόμουνα με το αστείο μου, σαν την παροιμία που λέει «Γιάννης κερνά, Γιάννης πίνει». https://omospamari.gr/
  • 4.
    Για μένα λοιπόντα καφενεία του χωριού μου ήταν μεγάλα λουκούμια με παράθυρα που είχαν θέα προς τη θάλασσα και ωραία μαρμάρινα τραπέζια. Άλλα καφενεία είχαν χρώμα και γεύση τριαντάφυλλου, άλλα πράσινης μέντας και άλλα ήταν κεχριμπαρένια και μοσχοβολούσαν μέλι και κερί. Όμως όλα τα λουκούμια-καφενεία μύριζαν στο βάθος τους καφέ και ούζο και γαρίδες με ντομάτα.
  • 5.
    Στον Μόλυβο δενέχει πια ούτε ένα καφενείο. Όταν τα βράδια του καλοκαιριού μαζεύουν την τουριστική πραμάτεια και κλείνει η αγορά, βγαίνω απ’το παραθυράκι του μυαλού μου και φέρνω έναν χειμώνα όλο γούστο.
  • 6.
    Η μάνα μουμόλις σιδέρωσε τις πετσέτες του μαγαζιού μας κι εγώ τις παίρνω ζεστές ζεστές και τις πηγαίνω στο κουρείο του πατέρα μου. Τα χέρια του μυρίζουν κολόνια, τα μάτια του στολίζουν την αγορά. Το κουρείο μας καθαρό, μυρωδάτο, αρχοντικό, με τα παλιά καρυδένια έπιπλα και τους μεγάλους καθρέφτες. Μέσα τους βλέπω το λιμάνι, τις τράτες, το ηλιοβασίλεμα.
  • 7.
    Τότε με κατακλύζειμια μυρωδιά από κολόνια, καφέ και αθερίνα τηγανητή. Τα κουκουλώνει όλα γλυκά, αθόρυβα. Μέσα στη νύχτα και στη μυρωδιά ξεφυτρώνουν και πάλι τα λουκούμια- καφενεία μου. Καθαρίζω την άχνη τους και αναγνωρίζω τα μαρμάρινα τραπέζια, τα ποτηράκια του ούζου, τα μικρά κανονάκια του κονιάκ, τα πιατέλια με τους μεζέδες και τα ψωμάκια αντίδωρα.
  • 8.
    Ακούω τους χτύπουςτων χεριών στο χαρτοπαίγνιο, τις ζαριές και τις μουσικές παρηγοριές απ’το τζουκμπόξ... https://www.instyle.gr/
  • 9.
    Εξαίρεση οι Κυριακέςμε τις γυναίκες, περιποιημένες, αρωματισμένες, με κόκκινα κραγιόν και άσπρα κολιεδάκια, σε οικογενειακές εξόδους, υποβρύχιες γλυκές κοινωνίες βανίλιας μέσα στα λουκούμια-καφενεία μου.
  • 10.
    Γλείφω την άχνηαπ’τα χείλη μου. Σκουπίζω και τα υπολείμματα που έπεσαν στο γαλάζιο φουστανάκι μου.Τα φώτα στους δρόμους χαμηλώνουν.Δώδεκα, μεσάνυχτα. Πρέπει να γυρίσω στο σπίτι. Είναι αργά.
  • 11.
    Παίρνω βιαστικά άχνηαπό το χάρτινο κουτί των λουκουμιών, ρίχνω μπόλικη στα τζάμια, στις πόρτες, στα παράθυρα, στα κεραμίδια, στους πέτρινους τοίχους, να τα κρύψω, να τα κρύψω τα λουκούμια- καφενεία μου. Να μην τα δει κανείς. Κανείς να μη μου τα πάρει. Φωτεινή Φραγκούλη, 39 καφενεία και ένα κουρείο, Πανεπιστημιακές Eκδόσεις Κρήτης, 1999
  • 12.
    Βρείτε πληροφορίες απότην περιγραφή που διαβάσατε και προσπαθήστε να απαντήσετε: α. Πού βρίσκονταν τα καφενεία; https://www.travelstyle.gr/
  • 13.
    Τα καφενεία βρίσκοντανσε ένα χωριό της Λέσβου, τον Μόλυβο ή Μήθυμνα.
  • 14.
    β. Πώς ήταντα καφενεία (εξωτερική όψη και εσωτερικοί χώροι); https://www.lesvosnews.net/
  • 15.
    Τα καφενεία αυτούτου χωριού ήταν μεγάλα με παράθυρα που είχαν θέα προς τη θάλασσα. Είχαν μαρμάρινα τραπέζια, και τζουκμπόξ και μύριζαν καφέ και ούζο και γαρίδες με ντομάτα. https://travellernotesgr.com/
  • 16.
    γ. Ποιους συναντούσεκανείς στα καφενεία τις καθημερινές και ποιους τις Κυριακές; Τι έκαναν; https://imaginistes.wordpress.com/
  • 17.
    Στα καφενεία συναντούσεκανείς τους άνδρες, που έπαιζαν πρέφα ή τάβλι ακούγοντας μουσική από το τζουκμπόξ και πίνοντας τα ουζάκια με τους μεζέδες και τα λουκουμάκια. Τις Κυριακές μπορούσε κανείς να συναντήσει στα καφενεία και τις γυναίκες του χωριού, περιποιημένες, αρωματισμένες, με κόκκινα κραγιόν και άσπρα κολιεδάκια, που απολάμβαναν την έξοδό τους τρώγοντας υποβρύχιο. https://xiromeritissa.wordpress.com/
  • 18.
    δ. Ποιο πρόσωποέκανε τη συγγραφέα να αγαπήσει τα καφενεία; Πώς χαρακτηρίζει τη σχέση της με το πρόσωπο αυτό;
  • 19.
    Το πρόσωπο πουτην έκανε να αγαπήσει τα καφενεία ήταν ο παππούς της. Εκείνος την έπαιρνε μαζί του, όταν έπαιζε πρέφα με τους φίλους του, και την κερνούσε λουκούμια όταν κέρδιζε.
  • 20.
    ε. Πού ήταντο κουρείο του πατέρα της και πώς ήταν εσωτερικά; https://popaganda.gr/
  • 21.
    Το κουρείο τουπατέρα της ήταν καθαρό, μυρωδάτο, αρχοντικό, με παλιά καρυδένια έπιπλα και μεγάλους καθρέφτες. Μέσα στους καθρέφτες έβλεπε το λιμάνι, τις τράτες, το ηλιοβασίλεμα. Βρισκόταν δηλαδή στο λιμάνι. https://www.arcadiaportal.gr/
  • 22.
    2. Γιατί ηΦωτεινή Φ ρ α γ κ ο ύ λ η αποκαλούσε τον καφενέ «λουκουμέ»;
  • 23.
    Βρείτε στην πρώτηπαράγραφο συγκεκριμένες λέξεις ή φράσεις που μιλάνε για τα συναισθήματά της.
  • 24.
    3. α. Ησυγγραφέας χρησιμοποιεί το πρώτο ενικό πρόσωπο και γενικά φράσεις και λέξεις που μιλάνε για τις αναμνήσεις της από τους ανθρώπους και τα καφενεία του Μόλυβου (η σχέση με τον παππού μου..., μου έδινε λουκούμια, με έπαιρνε μαζί του, για μένα…). Μπορείτε να βρείτε κι άλλες λέξεις ή φράσεις με τις οποίες μιλάει για την προσωπική της διάθεση; Ποια νομίζετε ότι είναι η διάθεση αυτή (σοβαρή, κωμική, νοσταλγική, ειρωνική, μελαγχολική…); https://www.gastronomos.gr/
  • 25.
    Η συγγραφέας έχειδιάθεση νοσταλγική όταν αναφέρεται στα καφενεία του χωριού της.
  • 26.
    Έχει διάθεση κωμική μελαγχολικήκαι σοβαρή και λίγο ειρωνική
  • 27.
    3. β. Τοκείμενο είναι γεμάτο από εικόνες που έχουν σχέση με τις αισθήσεις μας, π.χ.: Τα καφενεία είχαν θέα προς τη θάλασσα και ωραία μαρμάρινα τραπέζια. (οπτική) Ακούω τις μουσικές παρηγοριές απ’το τζουκμπόξ. (ακουστική) Μοσχοβολούσαν μέλι και κερί. (οσφρητική) Γλείφω την άχνη από τα χείλη μου. (γευστική) Μπορείτε να βρείτε μερικές ακόμα από το κάθε είδος;
  • 28.
    Οπτικές εικόνες Ακουστικές εικόνες Οσφρητικέςεικόνες Γευστικές εικόνες Ÿ Όταν τα βράδια του καλοκαιριού μαζεύουν την τουριστική πραμάτεια και κλείνει η αγορά, Ÿ Το κουρείο μας καθαρό, μυρωδάτο, αρχοντικό, με τα παλιά καρυδένια έ π ι π λ α κ α ι τ ο υ ς μ ε γ ά λ ο υ ς καθρέφτες. Ÿ Μέσα τους βλέπω το λιμάνι, τις τράτες, το ηλιοβασίλεμα. Ÿ Εξαίρεση οι Κυριακές με τις γυναίκες, περιποιημένες, αρωματισμένες, με κό κ κ ι ν α κ ρ α γ ι ό ν κα ι ά σ π ρ α κολιεδάκια, Ακούω τους χτύπους των χεριών στο χαρτοπαίγνιο, τις ζαριές και τις μουσικές παρηγοριές απ’ το τζουκμπόξ... Ÿ μοσχοβολούσαν μέλι και κερί. Όμως όλα τα λουκούμια-καφενεία μύριζαν στο βάθος τους καφέ και ούζο και γαρίδες με ντομάτα. Ÿ Τα χέρια του μυρίζουν κολόνια Ÿ Το κουρείο μας καθαρό, μυρωδάτο, Ÿ Τότε με κατακλύζει μια μυρωδιά από κολόνια, καφέ και αθερίνα τηγανητή. Τα κουκουλώνει όλα γλυκά, αθόρυβα. Ÿ γ υ ν α ί κ ε ς , π ε ρ ι π ο ι η μ έ ν ε ς , αρωματισμένες Ÿ Άλλα καφενεία είχαν χρώμα και γεύση τριαντάφυλλου, άλλα πράσινης μέντας Ÿ υποβρύχιες γλυκές κοινωνίες βανίλιας μέσα στα λουκούμια-καφενεία μου. Ÿ Γλείφω την άχνη απ’τα χείλη μου.
  • 29.
    Εσείς έχετε αναμνήσειςαπό κάποιον χώρο που σας προκαλεί έντονα συναισθήματα; Ποιες εικόνες, ποιους ήχους, ποιες μυρωδιές θυμάστε από αυτόν; https://www.gnomikologikon.gr/
  • 30.
    Στο κείμενο συχνάη γλώσσα χρησιμοποιείται μεταφορικά και όχι κυ- ριολεκτικά. Για παράδειγμα, η συγγραφέας λέει ότι τα καφενεία είχαν χρώμα και γεύση τριαντάφυλλου ή πράσινης μέντας. Έτσι, «μεταφέρει» ιδιότητες των λουκουμιών στα καφενεία και μας πληροφορεί καλύτερα για το τι σημαίνουν γι’αυτή και μόνο τα παλιά καφενεία του τόπου της. Κυριολεξία έχουμε όταν οι λέξεις ή φράσεις χρησιμοποιούνται με την αρχική και ακριβή σημασία τους, π.χ. Στρίβει μία βίδα. Μεταφορά έχουμε όταν οι λέξεις ή φράσεις δεν χρησιμοποιούνται με την αρχική σημασία τους, αλλά η ιδιότητά τους μεταφέρεται σε κάποια άλλη λέξη ή φράση και της αλλάζει το νόημα, π.χ.Του έστριψε η βίδα. Μπορείτε να σκεφτείτε κάποιες κυριολεξίες και μεταφορές; χρυσό δαχτυλίδι χρυσό παιδί Προσπαθήστε να βρείτε κι εσείς άλλες μεταφορές στο κείμενο.
  • 31.
    Προσπαθήστε να βρείτεκι εσείς άλλες μεταφορές στο κείμενο.
  • 32.
    8. Διαβάζουμε στοκείμενο: «Η πολύτιμη σχέση με τον παππού μου μου άνοιξε τον δρόμο μιας ιδιαίτερης αγάπης για τα καφενεία».Διαβάστε τις προτάσεις που ακολουθούν στην αριστερή στήλη και στη συνέχεια αντιστοιχίστε τες με τις σωστές σημασίες τους, στη δεξιά στήλη. Mπορείτε να σημειώσετε ποιες από τις προτάσεις έχουν κυριολεκτική και ποιες μεταφορική σημασία;
  • 33.
    Μερικές προτάσεις είναιπολύ σύντομες, έχουν μόνο τους κύριους όρους. Όπως ξέρουμε, τις προτάσεις αυτές τις λέμε απλές. Π.χ. Τα καφενεία ήταν πολλά. Απλές Προτάσεις είναι αυτές που περιλαμβάνουν μόνο τους κύριους όρους, δηλαδή ή ή Υ– Ρ Υ– Ρ -Α Υ - Ρ- Κ Πείτε μερικές.
  • 34.
    Υπάρχουν βέβαια καιοι επαυξημένες προτάσεις. Σε αυτές συνήθως οι κύριοι όροι συνοδεύονται από άλλους, που δεν είναι τόσο σημαντικοί, αλλά τους συμπληρώνουν και δίνουν επιπλέον πληροφορίες. Αυτοί οι δευτερεύοντες όροι μπορεί να είναι: επίθετα, διάφορα επιρρήματα, φράσεις με προθέσεις κ.ά. Οι προτάσεις, έτσι, γίνονται πιο «πλούσιες» και πιο ακριβείς. Π.χ. Για μένα λοιπόν τα καφενεία του χωριού μου ήταν μεγάλα λουκούμια με παράθυρα. Πείτε μερικές επαυξημένες προτάσεις.
  • 35.
    Ποιες από τιςπαρακάτω προτάσεις είναι επαυξημένες; Ποιοι είναι οι προσδιορισμοί; Ο Πέτρος διαβάζει. Ο Φάνης ήταν διάσημος γιατρός. Ο Πέτρος έτρωγε χωρίς να σκέφτεται τις επιπτώσεις στην υγεία του. Ο πατέρας μαγείρεψε μακαρονάδα. Η Μαρία αγόρασε μια κούκλα από το πολυκατάστημα χτες το απόγευμα. Η Σοφία απόκτησε ένα πανέμορφο αγοράκι.
  • 36.
    5. Σε τρειςμικρές παραγράφους γράφετε μια ιστορία για να τη διαβάσετε στην τάξη. Συμπληρώνετε τις απλές προτάσεις που ακολουθούν με λέξεις από τα συννεφάκια και άλλες δικές σας, ώστε να γίνουν επαυξημένες. 1η παράγραφος: Ο παππούς και η γιαγιά. 2η παράγραφος:Το σπίτι τους στο χωριό 3η παράγραφος: Ο σκύλος τους. Θυμάμαι τον παππού και τη γιαγιά. Ο παππούς και η γιαγιά με κέρναγαν πορτοκαλάδες και υποβρύχια. Το σπίτι είχε μια κληματαριά. Είχαν έναν σκύλο. Ο σκύλος κι εγώ παίζαμε.
  • 37.
    9. Το κείμενοπου ακολουθεί μας πληροφορεί για τα καφενεία ενός άλλου χωριού στη Μυτιλήνη, στηνΑγιάσο. Συμπληρώστε όλα τα [ι] που λείπουν. Στα καφεν— α της Αγιάσου είναι δύσκολο να φύγ— ς ξένος, χωρίς να σε ρωτ— σουν ποιος είσαι και να σε καλέσουν για ένα ούζο. Αυτό όμως είναι συνήθ— α και σε όλα τα άλλα χωριά της Λέσβου. Η βόλτα καταλ— γει σε μεζέδες, ούζα, κεράσματα και γνωριμ— α με όλους τους πελάτες των καφεν— ων, αλλά και με όσους τυχαίνει να περνούν. Φωτεινή Φραγκούλη, 39 καφενεία και ένα κουρείο, Πανεπιστημιακές Eκδόσεις Κρήτης, 1999
  • 38.