Παρουσίαση σχετικά με τη ζωή και το έργο του Ευριπίδη.ppt
1.
Ευριπίδης ένας μεγάλοςτραγικός ποιητής
Ένας από τους τρεις μεγάλους
τραγικούς ποιητές της
κλασικής αρχαιότητας.
Αποτελεί την τελευταία μεγάλη
αναλαμπή της τραγικής
τέχνης της αρχαίας Ελλάδας.
Το έργο του έχει τη σφραγίδα
της αιωνιότητας. Οι
χαρακτήρες του, ο στοχασμός
του, η βαθύτατη ψυχογραφική
διείσδυση στον εσωτερικό
κόσμο των ανθρώπων είναι
ανυπέρβλητα γνωρίσματα της
τέχνης του.
Δημήτρης Χαψούλας
2.
Η ζωήτου. Γεννήθηκε την ημέρα που οι Έλληνες σύντριβαν τον
περσικό στόλο στη Σαλαμίνα (20 Σεπτεμβρίου του 480 π.Χ.). Ο
Ευριπίδης ήταν γιος του Μνήσαρχου και της Κλειτώς. Για το
επάγγελμα και το γένος του πατέρα του υπάρχουν αντιφατικές
πληροφορίες. Ο Αριστοφάνης τον εμφανίζει ως μικρέμπορο
(κάπηλο), ενώ ο Φιλόχορος (3ος π.Χ. αιώνας) λέει πως οι γο-
νείς του Ευριπίδη ήταν εκ των σφόδρα ευγενών. Βέβαιο, πά-
ντως, είναι πως η οικογένειά του ήταν αρκετά εύπορη, πράγμα
που εξηγεί τη μόρφωση και την καλή του διαπαιδαγώγηση.
Από τα παιδικά του χρόνια τιμήθηκε με αξιώματα. Έγινε πυρ-
φόρος του Ζωστήριου Απόλλωνα και οινοχόος στους ιερούς
χορούς γύρω από το ναό του Δήλιου Απόλλωνα. Ιδιαίτερη επί-
δοση όμως είχε στη ζωγραφική και τον αθλητισμό όπου διακρί-
θηκε στο παγκράτιο. Όταν, όμως, συνδέθηκε με το σοφιστή
Πρόδικο και τον Αναξαγόρα, στράφηκε οριστικά στη φιλοσοφία
και την ποίηση.
Παρακολουθούσε ακόμη το φυσικό Αρχέλαο και το σοφιστή
Πρωταγόρα, που η επίδρασή του στη διαμόρφωση του πνεύ-
ματός του ήταν ευεργετική. Αλλά τη σπουδαιότερη επίδραση
στην κατοπινή του εξέλιξη άσκησε η διδασκαλία του Σωκράτη. Ο
Ευριπίδης υπολόγιζε πολύ τις συμβουλές του κι είχε γίνει
στενός του φίλος.
3.
Παντρεύτηκε δυοφορές και απόκτησε τρεις γιους. Ο μικρότερος, ο Ευριπίδης, πή-
ρε την ποιητική φλέβα του πατέρα του κι έγινε δραματικός ποιητής. Τα οικογενεια-
κά του προβλήματα (οι δυο του γυναίκες φάνηκαν ανάξιές του) και η έλλειψη κατα-
νόησης από τους συγχρόνους του, έκαναν το μεγάλο τραγικό δηκτικό και απαι-
σιόδοξο.
Το 445 πήρε μέρος στους δραματικούς αγώνες, με μια τετραλογία. Ξέρουμε μόνο
ένα από τα τέσσερα αυτά έργα του, τους Πελιάδες. Στο διαγωνισμό πήρε την τρίτη
θέση, αυτό όμως δεν τον απογοήτευσε. Η επιμονή του οδήγησε στη νίκη το 442,
οπότε ήρθε πρώτος. Βραβεύτηκε αργότερα άλλες τρεις φορές και με τις τραγω-
δίες του βοήθησε, όσο κανείς ίσως, στην ευρύτερη διάδοση των φιλοσοφικών
διδασκαλιών του καιρού του. Γι' αυτό τον ονόμασαν σκηνικό φιλόσοφο. Ο Ευριπί-
δης αποφεύγει την παρουσίαση των ιδανικών προσώπων. Τα ηρωικά πρόσωπα
του έργου του εμφανίζονται όπως είναι στην πραγματικότητα, με τις ατέλειες και
τις αδυναμίες τους.
Ο Ευριπίδης δεν ήταν αρεστός στους συντηρητικούς συμπολίτες του και στους
θρήσκους για τους νεωτερισμούς του και τις ελεύθερες ιδέες του, ήταν όμως αγα-
πητός στους καινοτόμους νέους, όπως ο Αλκιβιάδης. Γενικά οι Αθηναίοι έβλεπαν
με κάποια δυσπιστία τα έργα του, που θεωρούνταν τολμηρά και νεωτεριστικά.
Έτσι, ο Ευριπίδης δημιούργησε πολλούς εχθρούς, ένας απ' τους οποίους ήταν και
ο Αριστοφάνης που έψαχνε να βρει αφορμή για να τον διακωμωδήσει. Αυτή η
αντιμετώπιση των συμπολιτών του ανάγκασε τον Ευριπίδη ν' απομονωθεί απ'
την κοινωνία καταφεύγοντας σε μια σπηλιά στη Σαλαμίνα. Στα γερατειά του είχε
σκοπό να εγκατασταθεί στη Μαγνησία της Θεσσαλίας, αλλά ο φιλόμουσος βασι-
λιάς της Μακεδονίας Αρχέλαος τον κάλεσε στην Πέλλα. Εκεί είχε συγκεντρώσει και
πολλούς άλλους ξακουστούς συγγραφείς, καλλιτέχνες και ποιητές. Για να τι-μήσει
ο Ευριπίδης τον προστάτη του έγραψε το έργο Αρχέλαος, που εγκωμίαζε τον
Ηρακλείδη Αρχέλαο, πρόγονο του φιλόμουσου ηγεμόνα.
4.
Την ίδιαχρονιά έγραψε και τις Βάκχες που σκόπευε να παίξει
στο θέατρο της Πέλλας. Πέθανε, όμως, ξαφνικά το 406 π Χ. Λέ-
γεται πως τον ξέσκισαν τα σκυλιά σ' ένα κυνήγι. Τον έθαψαν
στην Αρέθουσα, κοντά στην Αμφίπολη. Εκεί ο Αρχέλαος του έ-
στησε λαμπρό μνημείο, που έγινε προσκυνητάρι των θαυμα-
στών του. Και οι Αθηναίοι του ανέγειραν κενοτάφιο κοντά στα
Μακρά Τείχη. Επάνω χάραξαν ένα επίγραμμα που έγραψε ο ι-
στορικός Θουκυδίδης (σύμφωνα μ' άλλους, ο ποιητής Τιμό-
θεος).
Το έργο του. Ο Ευριπίδης έγραψε 88 δράματα (22 τετραλογίες).
Απ' αυτά σώθηκαν τα παρακάτω δεκαεννέα: Άλκηστις, Ανδρο-
μάχη, Βάκχαι, Ηρακλείδαι, Εκάβη, Ελένη, Ηλέκτρα, Ηρακλής
μαινόμενος, Ικέτιδες, Ιππόλυτος, Ιφιγένεια η εν Ταύροις, Ιφιγέ-
νεια εν Αυλίδι, Ίων Μήδεια, Ορέστης, Τρωάδες, Ρήσος, Φοίνισ-
σες και το σατιρικό δράμα Κύκλωψ.
Από τα άλλα σώθηκαν βέβαια μερικά αποσπάσματα, αλλά είναι
γνωστοί οι τίτλοι τους: Αιγεύς, Αίολος, Αλέξανδρος, Αλμέων διά
Ψωφίδος, Αλκμήνη, Αλόπη, Ανδρομέδα, Αντιγόνη, Αντιόπη,
Αρχέλαος, Αύγη, Αυτόλυκος, Βελλερεφόντης, Βούσιρις, Γλαύ-
κος, Δανάη κ.α.
Δίνουμε μια σύντομη περίληψη των σωζόμενων έργων του
Ευριπίδη (οι χρονολογίες είναι χρονολογίες κατά τις οποίες
πρωτοπαίχτηκαν τα έργα).
5.
1) Άλκηστις(438 π.Χ.): Η υπόθεση του έργου ξετυλίγεται στις Φερές της
Θεσσαλίας, μπροστά στ' ανάκτορα τού Άδμητου. Η ώρα του θανάτου
του πλησιάζει. Αν όμως βρεθεί κάποιος να πεθάνει στη θέση του, είναι
δυνατό να ζήσει ακόμη. Τότε η γυναίκα του Άλκηστη δέχεται να πεθάνει
για χάρη του και κλείνεται επί ώρες στο παλάτι. Κι ενώ ο χρόνος φεύγει
και οι δυνάμεις της την εγκαταλείπουν, βγαίνει τρικλίζοντας στη σκηνή
για ν' αποχαιρετήσει τον ήλιο, τη φύση, το σπίτι της. Τα παιδιά της τη
συνοδεύουν, ο άντρας την υποβαστάζει. Ο βασιλιάς την παρακαλεί να
μην πεθάνει, αλλά εκείνη μόνο μια χάρη του ζητά, να μην
ξαναπαντρευτεί. Ύστερα του αφήνει τα παιδιά και πεθαίνει, ενώ ο γιος
της Εύμηλος κλαίει σπαρακτικά. Την ώρα της ταφής της παρουσιάζεται
ο Ηρακλής περαστικός από τις Φερές. Είναι εύθυμος. Ο Άδμητος τον
φιλοξενεί δεν του φανερώνει όμως το θάνατο της γυναίκας του. Λέει
μόνο πως κάποιος ξένος έχει πεθάνει στο παλάτι του. Ο Ηρακλής τρώει
και πίνει τραγουδώντας. Σε λίγο εμφανίζεται ο Φέρης, πατέρας του
Άδμητου, που προσπαθεί να παρηγορήσει το γιο του, για το θάνατο της
αγαπημένης του γυναίκας. Ο Άδμητος είναι συντριμμένος. Κατηγορεί
τον πατέρα του, επειδή δε δέχτηκε να πεθάνει αυτός κι εκείνος θυμώνει
και μεταξύ τους αρχίζει λογομαχία. Στο μεταξύ ο χορός εξακολουθεί να
θρηνεί τη βασίλισσα και την ώρα εκείνη βγαίνει μισομεθυσμένος ο
Ηρακλής φιλοσοφώντας. Όταν πληροφορείται το θάνατο της Άλκηστης,
δίνει το λόγο του ότι θα την αρπάξει από τα χέρια του Χάρου. Όταν
επιστρέφει σε λίγο κρατά μια γυναίκα, σκεπασμένη με πέπλο και όταν
αποκαλύπτεται το πρόσωπό της, παρουσιάζεται η Άλκηστη. Ο
Ηρακλής εξαφανίζεται παρ' όλες τις παρακλήσεις του Άδμητου. Δίνει
μόνο οδηγίες για γιορταστικές εκδηλώσεις, σαν επισφράγισμα του
χαρμόσυνου γεγονότος.
6.
2) Ανδρομάχη(420-417 π.Χ.): Η γυναίκα του Έκτορα Ανδρομάχη γίνεται
σκλάβα του Νεοπτόλεμου, γιου του Αχιλλέα. Μ' αυτόν κάνει ένα παιδί,
το Μολοσσό. Αλλά σε λίγο ο Νεοπτόλεμος παντρεύεται τη
Σπαρτιάτισσα Ερμιόνη, που ζηλεύει την Ανδρομάχη και τη συκοφαντεί
πως με τα μαγικά βότανά της την έκαμε άτεκνη. Η λογομαχία των δύο
γυναικών είναι έντονη. Ο μικρός Μολοσσός κρύβεται για να μην τον
σκοτώσει η Ερμιόνη. Ο Μενέλαος, πατέρας της τελευταίας, απειλεί να
σκοτώσει ή αυτόν ή την Ανδρομάχη. Αυτή προτιμά να πεθάνει για να
σωθεί το παιδί της. Ο Μενέλαος δίνει διαταγή να προετοιμάσουν το
φόνο, ενώ η Ερμιόνη παίρνει απόφαση να θανατωθεί και το παιδί.
Μέσα σε σπαρακτικό θρήνο, μάνα και παιδί οδηγούνται στο θάνατο. Η
συγκίνηση αποκορυφώνεται. Την κρίσιμη εκείνη ώρα παρουσιάζεται ο
Πηλέας, πατέρας του Αχιλλέα ο οποίος σώζει και τους δυο παίρνοντάς
τους μαζί του Η Ερμιόνη, που φοβάται πως θα την τιμωρήσει ο
Νεοπτόλεμος επιστρέφοντας από τους Δελφούς, παίρνει την απόφαση
ν' αυτοκτονήσει, αλλά η σκλάβα παραμάνα της τη σώζει. Τελείως
απροσδόκητα μπαίνει στη σκηνή ο Ορέστης, ο παλιός
αρραβωνιαστικός της Ερμιόνης. Εκείνη τον παρακαλεί να τη βοηθήσει
να σωθεί από την οργή του άντρα της και φεύγουν κι οι δυο για τους
Δελφούς. Σε λίγο όμως ένας αγγελιαφόρος έρχεται και με ζωηρά
χρώματα αφηγείται το φόνο του Νεοπτόλεμου, που αμέσως σχεδόν τον
φέρνουν οι δούλοι νεκρό μπροστά στον Πηλέα, τον παππού του. Ο
Πηλέας ξεσπά σε γοερό κλάμα, οπότε παρουσιάζεται η γυναίκα του
Θέτιδα, που συμβουλεύει να πάψουν οι θρήνοι, να θάψουν το
Νεοπτόλεμο στους Δελφούς, όπου θα γίνει αθάνατος και να φύγει η
Ανδρομάχη για τη Μολοσσία.
7.
3) Βάκχαι(405 π.Χ.): Ο Διόνυσος, παίρνοντας ανθρώπινη μορφή φτάνει
στη Θήβα, ύστερα από μεγάλη αποδημία στην Ασία, με την ακολουθία
του, τις Βάκχες, και σκοπεύει να τιμωρήσει το βασιλιά των Θηβών
Πενθέα και τη μητέρα του Αγαύη, που αρνήθηκαν να δεχτούν τη λατρεία
του. Ο Διόνυσος διατάζει τις Βάκχες να χτυπούν τα φρυγικά τους
τύμπανα γύρω από τα ανάκτορα του Πενθέα. Ο γέροντας Κάδμος και ο
μάντης Τειρεσίας, που αναγνωρίζουν το Διόνυσο, του κάκου
προσπαθούν να πείσουν τον Πενθέα να δεχτεί τη λατρεία του. Ο
βασιλιάς διατάζει να δέσουν το Διόνυσο και να τον φυλακίσουν κοντά
στο στάβλο του παλατιού. Ο Διόνυσος δέχεται ήρεμος την υπερφίαλη
ενέργεια του Πενθέα, αλλά σε λίγο κρημνίζει με σεισμό τα ανάκτορα
προσπαθώντας και πάλι ν' αλλάξει τη γνώμη του βασιλιά. Στο σημείο
αυτό φτάνει αγγελιαφόρος από τον Κιθαιρώνα, όπου οι Βάκχες,
χωρισμένες σε τρεις θιάσους, οργιάζουν. Στην αφήγηση του
αγγελιοφόρου ο Πενθεύς εξοργίζεται και απειλεί να εξολοθρεύσει την
ακολουθία του Διονύσου. Υπνωτισμένος από το Διόνυσο οδηγείται
στον Κιθαιρώνα και οι Βάκχες, με επί κεφαλής τη μητέρα του Αγαύη,
που είχε δεχτεί πια τη νέα λατρεία τον κατασπαράζουν σε μια στιγμή
παρανοϊκού πάθους, χωρίς να κάμπτονται από τις τραγικές ικεσίες του.
Ο Κάδμος ξαναφέρνει την Αγαύη στα λογικά της, που θρηνεί
διαπιστώνοντας πως εκείνη σκότωσε το γιο της.
Οι "Βάκχες" είναι από τα συγκλονιστικότερα δράματα του Ευριπίδη, με
λυρικότατο διάλογο. Ήταν προορισμένες να παιχτούν στην αυλή του
βασιλιά της Μακεδονίας Αρχελάου, αλλά το έργο παρουσιάστηκε στην
Αθήνα, μετά το θάνατο του Ευριπίδη. Τις "Βάκχες" τις θαύμαζε ο Γκαίτε,
ο οποίος μετέφρασε αριστουργηματικά το θρήνο της Αγαύης
8.
4) Εκάβη(425 π.Χ.): Με την άλωση της Τροίας, οι Έλληνες
ξαναγυρίζουν στον τόπο τους. Φτάνοντας στην αντικρινή χερσόνησο
της Θράκης, άραξαν στο βασίλειο του Πολυμήστορα. Εκεί φανερώνεται
η σκιά του Αχιλλέα, ζητώντας να θυσιάσουν στον τύμβο του την
Πολυξένη, κόρη του Πριάμου. Ύστερα από σχετική ψηφοφορία οι
Έλληνες αποφασίζουν να τη σφάξουν επάνω στον τάφο του ήρωα.
Έστειλαν λοιπόν τον Οδυσσέα στην Εκάβη - την τραγική βασίλισσα της
Τροίας - να πάρει την κοπέλα. Μόλις έσφαξαν την Πολυξένη, η Εκάβη
έστειλε μιαν υπηρέτριά της στην ακρογιαλιά να φέρει νερό και να τη
λούσουν. Στο γιαλό εκείνη βρίσκει το κουφάρι του Πολύδωρου, τον
οποίο έστειλε κρυφά ο Πρίαμος, φορτωμένο με χρυσάφι, στο βασιλιά
Πολυμήστορα. Αλλά αυτός, μόλις έμαθε το πάρσιμο της Τροίας, τον
έσφαξε και τον πέταξε στη θάλασσα, κρατώντας το χρυσάφι. Η
υπηρέτρια παίρνει το σώμα του νεκρού και το φέρνει στην Εκάβη. Κι
εκείνη, για να εκδικηθεί τον Πολυμήστορα του στήνει παγίδα. Στέλνει
δηλαδή τη δούλα και καλεί τον Πολυμήστορα να 'ρθει μαζί με τα παιδιά
του, για να του δείξει τάχα τους αμύθητους θησαυρούς που είχε
κρυμμένους στο Ίλιο. Μόλις φτάνει εκείνος, τον βάζει μέσα στη σκηνή,
λέγοντάς του πως κι άλλα πλούτη έχει να του δώσει, που τα έχουν
μεταφέρει έξω από την Τροία. Εκεί τον τυφλώνει και με τη βοήθεια των
κρυμμένων γυναικών σφάζει τα παιδιά του. Όταν ύστερα ο
Αγαμέμνονας τους δίκαζε, ο Πολυμήστορας προφασίστηκε πολλά
ψέματα για τη σφαγή του Πολύδωρου κι η Εκάβη κέρδισε τη δίκη,
αποδεικνύοντας πως για το χρυσάφι μονάχα σκότωσε το παιδί της. Σ'
αυτό συμφώνησε κι ο Αγαμέμνονας.
9.
5) Ελένη(412 π.Χ.): Ο μύθος βασίζεται σε μια πληροφορία του
Ηρόδοτου, σύμφωνα με την οποία ο Πάρης φεύγοντας από τη Σπάρτη
για την Τροία, δεν πήρε μαζί του την ίδια την Ελένη, αλλά ένα ζωντανό
της ομοίωμα. Η αληθινή Ελένη, με τη βοήθεια της Ήρας, πήγε στην
Αίγυπτο για να τη φυλάξει ο συνετός βασιλιάς της Πρωτέας. Μετά το
θάνατο του βασιλιά, ο γιος του Θεοκλύμενος την πιέζει να γίνει γυναίκα
του, εκείνη όμως αρνείται επίμονα, μένοντας πιστή στον άντρα της,
που πολεμάει στην Τροία. Για ν' απαλλαγεί από το Θεοκλύμενο
καταφεύγει στον τάφο του Πρωτέα όπου κατά καλή σύμπτωση
συναντιέται με το Μενέλαο, που ύστερα από εφτάχρονη περιπλάνηση
και πολλές περιπέτειες γυρίζει από τον πόλεμο. Η Ελένη διαδίδει
σκόπιμα πως ο Μενέλαος πνίγηκε. Η Θεονόη, αδερφή του
Θεοκλύμενου, που ήταν αγνός χαρακτήρας, βοηθά τους δυο
αγαπημένους να φύγουν για τη Σπάρτη, ξεγελώντας το βασιλιά. Τέλος η
Θεονόη σώζεται από την οργή του αδερφού της με τη μεσολάβηση των
Διοσκούρων.
10.
6) Ηλέκτρα(413 π.Χ.): Στην τραγωδία των "Χοηφόρων" του Αισχύλου και της
«Ηλέκτρας" του Σοφοκλή ο μύθος είναι διαφορετικός από ό,τι στον Ευριπίδη. Ο
Αίγισθος και η Κλυταιμνήστρα παντρεύουν την Ηλέκτρα με ένα φτωχό γεωργό
κοντά στο Άργος, που μη θεωρώντας τον εαυτό του άξιο νάχει γυναίκα του μια
βασιλοπούλα, είναι άντρας της μόνο κατά τύπους. Ένα πρωί που η Ηλέκτρα πάει
να φέρει νερό από το ποτάμι παρουσιάζονται στη σκηνή ο Ορέστης και ο
Πυλάδης. Την ώρα που ο Ορέστης λέει πως ήρθε για να εκδικηθεί το θάνατο του
πατέρα του, βλέπει μια γυναίκα - την Ηλέκτρα - να πλησιάζει φορτωμένη με μια
στάμνα και να θρηνεί το νεκρό πατέρα της και τον ξενιτεμένο αδελφό της. Καθώς η
Ηλέκτρα βλέπει ξαφνικά τους δύο ξένους τρομάζει, αλλά ο Ορέστης την πλησιάζει
και της λέει πως είναι φίλος του αδελφού της και της φέρνει νέα του. Η Ηλέκτρα
παίρνει θάρρος και βεβαιώνει τον άγνωστό της νέο πως θέλει, όταν γυρίσει ο
αδελφός της, να σκοτώσουν τον Αίγισθο και τη μητέρα της. Επιστρέφει από τα
χωράφια ο άντρας της Ηλέκτρας που φιλοξενεί στην καλύβα του και περιποιείται
τους δυο νέους. Η αναγνώριση των δύο αδελφών γίνεται σε λίγο και μαζί
σχεδιάζουν το φόνο. Σ' ένα περίφημο μονόλογο ο αγγελιοφόρος αναγγέλλει το
φόνο του Αιγίσθου από τον Ορέστη, ο οποίος βγαίνει στη σκηνή κρατώντας το
νεκρό, προσφέροντάς τον στην αδελφή του. Στο μεταξύ φτάνει και η
Κλυταιμνήστρα και ύστερα από μια λογομαχία με την Ηλέκτρα φονεύεται από τα
παιδιά της. Την ώρα που η Ηλέκτρα και ο Ορέστης μετανιώνουν για την πράξη
τους, εμφανίζονται οι Διόσκουροι "από μηχανής" και διατάζουν τον Ορέστη να
παρουσιαστεί στον Άρειο Πάγο για να κριθεί και την Ηλέκτρα να παντρευτεί τον
Πυλάδη.
Το σημείο του δράματος όπου πραγματοποιείται ο φόνος έχει τόση δύναμη, ώστε
έχει λεχθεί ότι και μόνο η σκηνή αυτή να σωζόταν από όλο το έργο του Ευριπίδη
έφτανε για να τον θεωρούμε κορυφαίο τραγικό.
11.
7) Ηρακλείδαι(430-427 π.Χ.): Ο σκοπός αυτού του έργου ήταν
πολιτικός. Ο βασιλιάς των Μυκηνών Ευρυσθέας διώχνει τα παιδιά του
Ηρακλή, την Αλκμήνη και τον ανεψιό της αδερφής του. Εκείνοι
καταφεύγουν στην Αθήνα, όπου ο γιος του Θησέα Δημοτιώντας,
βασιλιάς τότε των Αθηνών, τους προστατεύει. Ο Δημοφώντας,
βασιζόμενος σε ένα χρησμό που έλεγε πως αν θυσιαζόταν μια ευγενής
κόρη θα νικούσε τον Ευρυσθέα, έκαμε πόλεμο εναντίον του, αφού
προηγουμένως θυσιάζεται για την κοινή σωτηρία η Μακαρία, κόρη του
Ηρακλή. Ο Ευρυσθέας πράγματι συλλαμβάνεται και οδηγείται μπροστά
στην Αλκμήνη, η οποία τον κατηγορεί ως απάνθρωπο και τον απειλεί
με θάνατο. Εκείνος όμως δεν υπολογίζει το θάνατο και προφητεύει πως
το νεκρό του σώμα θα γίνει φύλακας και φρουρός της χώρας του, αν
καμιά φορά εκστρατεύσουν εναντίον της οι απόγονοι των Ηρακλειδών
12.
8) ΗρακλήςΜαινόμενος (421-415 π.Χ.). Ο πεθαμένος Ηρακλής ανεβαίνει
από τον Άδη για να σώσει, από τα χροιά του βασιλιά των Θηβών
Λύκου, τη γυναίκα του, τον πατέρα και τα παιδιά του. Σκοτώνει το Λύκο
μέσα στα ανάκτορα κι ενώ όλοι πιστεύουν πως τα δεινά του Ηρακλή
τελειώνουν, παρουσιάζεται ξαφνικά η Λύσσα, σταλμένη από την Ήρα
και τρελαίνει τον Ηρακλή. Τρελός καθώς είναι τώρα, σκοτώνει τα παιδιά
του, νομίζοντας ότι είναι τα παιδιά του Ευρυσθέα, σκοτώνει και τη
γυναίκα του και αν δεν έμπαινε στη μέση η Αθηνά - θα σκότωνε και το
γέρο πατέρα του, τον Αμφιτρύωνα. Όταν συνέρχεται και καταλαβαίνει τι
έκανε, μετανοεί και θέλει ν' αυτοκτονήσει. Τον σώζει όμως ο Θησέας και
τον παίρνει μαζί του στην Αθήνα για εξαγνισμό.
13.
9) Ικέτιδες(420-421 π.Χ.): Ο χορός αποτελείται από τις μάνες των
Αργείων λοχαγών που έπεσαν μπροστά στα τείχη των Θηβών. Ο
Κρέοντας δεν επέτρεψε να τους θάψουν και οι μάνες έρχονται στο
βασιλιά της Αθήνας, το Θησέα, ζητώντας τη βοήθειά του για να θάψουν
τα παιδιά τους. Τις συνοδεύει ο Άδραστος, που προσπαθεί να πείσει το
Θησέα κι εκείνος στέλνει αγγελιαφόρο στον Κρέοντα, παρακαλώντας
τον να υποχωρήσει. Αλλά πριν ξεκινήσει ο κήρυκας του Θησέα, έφτασε
αποσταλμένος του Κρέοντα, με την εντολή να διωχτούν ο Άδραστος και
οι γυναίκες. Θυμωμένος ο Θησέας, εκστρατεύει εναντίον των Θηβαίων,
τους νικά, παίρνει τους νεκρούς και τους θάβει στην Ελευσίνα. Την ώρα
που καίγονται τα πτώματα, η γυναίκα του Καπανέα Ευάνδη, ορμά στη
φωτιά και καίγεται με τον άντρα της. Τα παιδιά των λοχαγών παίρνουν
τη στάχτη. Παρουσιάζεται όμως η Αθηνά και διατάζει το Θησέα να μη
δώσει τη στάχτη, αν ο Άδραστος δεν ορκιστεί πως ποτέ το Άργος δε θα
πολεμήσει εναντίον των Αθηνών.
14.
10) Ιππόλυτος(428 π.Χ.): Ο Ιππόλυτος, γιος του Θησέα, περιφρονεί την
Αφροδίτη και λατρεύει τη θεά της αγνότητας Άρτεμη. Η Αφροδίτη
αναγγέλλει ότι θα καταστραφεί ο Ιππόλυτος και θα εξοντωθεί η μητριά
του Φαίδρα, που είναι ερωτευμένη με τον πρόγονό της. Σε λίγο,
πράγματι, η Φαίδρα εμφανίζεται στη σκηνή άρρωστη, με
αναστεναγμούς και παραμιλητά. Κάνει προσπάθεια να κρύψει τον πόθο
της για τον Ιππόλυτο. Στην παραμάνα της μόνο αποκαλύπτει τον πόνο
της κι εκείνη φανερώνει στον Ιππόλυτο τον έρωτα της μητριάς. Εκείνος
με αγανάκτηση αποκρούει τις προτάσεις της και βρίζοντας το γυναικείο
γένος, βγαίνει από τη σκηνή. Η Φαίδρα αποφασίζει να πεθάνει.
Απαγχονίζεται μέσα στο παλάτι κι ο Θησέας, που επιστρέφει από
ταξίδι, τη βρίσκει στο νεκροκρέβατο. Στο χέρι της βρίσκει ένα γράμμα,
που έγραφε πως τάχα ο Ιππόλυτος τόλμησε να την πειράξει κι εκείνη
αυτοκτόνησε. Γεμάτος οργή ο Θησέας για το γιο του, τον θεωρεί ένοχο.
Ζητά από τον Ποσειδώνα να τον σκοτώσει. Όταν ύστερα από λίγο
συναντά τον Ιππόλυτο, τον κατηγορεί για το θάνατο της Φαίδρας. Ο
δυστυχής σωπαίνει γιατί ορκίστηκε στην παραμάνα πως ποτέ δε θα
μιλήσει σε κανένα για την πρότασή της. Με το βουβό τούτο δράμα μέσα
του ο Ιππόλυτος φεύγει. Και στη φυγή του χτυπιέται από τον
Ποσειδώνα και μένει ετοιμοθάνατος στην ακρογιαλιά. Την ώρα που τον
φέρνουν πίσω, και σαν από μηχανής θεός παρουσιάζεται η Άρτεμη και
λέει την αλήθεια στο δύστυχο πατέρα. Πόνοι φρικτοί βασανίζουν τον
Ιππόλυτο. Τη στιγμή που η θεά προσπαθεί να τον παρηγορήσει,
επαινώντας τον για τη συνετή του στάση, ο Ιππόλυτος ξεψυχά στα
χέρια του άμοιρου Θησέα.
15.
11) Ιφιγένειαεν Αυλίδι (405 π.Χ.): Ο ελληνικός στόλος βρίσκεται στην Αυλίδα της
Βοιωτίας έτοιμος ν' αποπλεύσει για την Τροία Είναι όμως αδύνατο να ξεκινήσει,
γιατί επικρατεί απόλυτη νηνεμία. Ο μάντης Κάλχας λέει πως η θεά Άρτεμη είναι
οργισμένη με τον Αγαμέμνονα, που σκότωσε το ιερό της ελάφι. Μόνο αν θυσιαστεί
η Ιφιγένεια, η κόρη του αρχιστράτηγου, θα επιτρέψει η θεά να ξεκινήσει ο στόλος. Ο
Αγαμέμνονας στην αρχή αντιδρά. Πείθεται όμως από το Μενέλαο, τον αδερφό του
και στέλνει γράμμα στη γυναίκα του να έρθει μαζί με την κόρη τους, για γα την
παντρέψουν δήθεν με τον Αχιλλέα. Μετανιώνει όμως και στέλνει δεύτερο γράμμα
για να μην έρθουν. Αλλά ο Μενέλαος παίρνει το γράμμα από τον αποσταλμένο και
σε λίγο έρχεται η Κλυταιμήστρα με την Ιφιγένεια και το μικρό Ορέστη. Ο
Αγαμέμνονας προσπαθεί να συγκρατήσει τη θλίψη του, ενώ η κόρη του, αθώο
πλάσμα και ανύποπτη για ό,τι πρόκειται σε λίγο να συμβεί, τον συντρίβει ψυχικά
με τα λόγια της. Προσπαθεί να στείλει πίσω τη γυναίκα του αλλά εκείνη αρνείται
επίμονα. Ξαφνικά μπαίνει στη σκηνή ο Αχιλλέας, χωρίς κι αυτός να ξέρει τίποτε,
για να πει στον Αγαμέμνονα πως ή θα ξεκινήσουν ή θα διαλυθούν. Το σχέδιο του
Αγαμέμνονα φανερώνεται. Η Κλυταιμήστρα παρακαλεί τον Αχιλλέα να τη βοηθήσει
να σώσει την κόρη της. Ο Αχιλλέας υπόσχεται πως θα εμποδίσει, με κάθε τρόπο,
τη θυσία, μάνα και κόρη έπειτα ικετεύουν τον Αγαμέμνονα να ματαιώσει το φονικό
σχέδιο του, εκείνος όμως είναι αμετάπειστος. καρδιά του όμως ραγίζει από τη
φοβερή τούτη δοκιμασία, που έδωσαν οι θεοί. Στο τέλος η Ιφιγένεια παίρνει την
ηρωική απόφαση και βαδίζει περήφανη προς το μαρτύριο. Αποχαιρετά τη μάνα
της, λέει λόγια πονεμένα για τη φύση, τη ζωή και τις χαρές της αλλά προχωρεί με
καρτερία. Η πομπή της θυσίας έχει, από αρκετή ώρα τώρα, απομακρυνθεί. Ένας
αγγελιαφόρος έρχεται τρέχοντας με χαρά και αναγγέλλει πως την ώρα που ο
ιερέας ετοιμαζόταν να κατεβάσει το μαχαίρι στο λαιμό της κοπέλας, η Άρτεμη
έστειλε μιαν ελαφίνα που το αίμα της ράντισε το βωμό, ενώ η Ιφιγένεια πέταξε στον
ουρανό. Ο Αγαμέμνονας επιβεβαιώνει την πληροφορία του αγγελιαφόρου και
στέλνει την Κλυταιμήστρα στο Άργος, ενώ ο χορός εύχεται στο βασιλιά να γυρίσει
από την Τροία νικητής και δοξασμένος. Η θεά Άρτεμη πηγαίνει την Ιφιγένεια στις
ακτές του Εύξεινου Πόντου, στη μακρινή κι αφιλόξενη Ταυρίδα, όπου η όμορφη
κόρη του Αγαμέμνονα γίνεται ιέρεια της θεάς.
16.
12) Ιφιγένειαεν Ταύροις (412 π.Χ.): Το έργο αυτό αρχίζει από κει που τελειώνει το
προηγούμενο. Στο ναό της θεάς, που η Ιφιγένεια ήταν αφιερωμένη, είχε ως έργο
της να οδηγεί στη θυσία τους ξένους, που η τρικυμία τους ανάγκαζε να αράζουν
προσωρινά στην περιοχή της Ταυρίδας. Μια νύχτα, βλέπει ένα εφιαλτικό όνειρο.
Αυτό την έκανε να πιστέψει πως ο αδερφός της ο Ορέστης πέθανε και το πρωί
ετοιμάστηκε να του αποδώσει τις νεκρικές τιμές. Τη στιγμή αυτή παρουσιάζονται
δυο νέοι: ο ένας είναι ο Ορέστης. Έρχεται στη βάρβαρη αυτή χώρα για να πάρει το
άγαλμα της Άρτεμης και να το φέρει στην Αθήνα. Ο άλλος νέος είναι ο Πυλάδης,
πάντα στενός του φίλος. Ο Ορέστης κι ο Πυλάδης βλέπουν με τρόμο τα σημάδια
των θυσιών, νιώθουν πως βρίσκονται στο ναό της θεάς και κρύβονται, μήπως
συμβεί και τους αντιληφτεί κανείς. Στο μεταξύ η Ιφιγένεια με δεκαπέντε Ελληνίδες
σκλάβες, θρηνεί τον αδερφό της και προσφέρει στη σκιά του τις νεκρικές
σπονδές. Ένας τσοπάνος τότε την πληροφορεί πως βρέθηκαν, κρυμμένοι μες στα
βράχια, δυο ξένοι κι ο βασιλιάς τους στέλνει για θυσία. Με δεμένα τα χέρια
οδηγούνται οι ξένοι στην Ιφιγένεια, που τους συμπονά και τους λυπάται. Η σκηνή
είναι συνταρακτική. Η Ιφιγένεια μαθαίνει το όνομα του Πυλάδη, δεν υποψιάζεται
όμως τίποτε. Αλλά ζητεί να μάθει για το Άργος, τον Αγαμέμνονα, την
Κλυταιμήστρα και τον Ορέστη. Αυτός όμως δεν αποκαλύπτεται. Της λέει μόνο
πως ζουν όλοι οι δικοί της και εκείνη, γεμάτη χαρά, αφήνει τα κλάματα και θέλει να
σώσει τον ένα, για να στείλει γράμμα στο Άργος. Ο Ορέστης προσφέρεται να
θυσιαστεί, για να γυρίσει πίσω ο πιστός του φίλος Πυλάδης που με ηρωισμό
πάντα τον ακολουθούσε. Ο Πυλάδης αρνείται στην αρχή, αλλά στο τέλος δέχεται
να φύγει. Συγκινητικότατη είναι η σκηνή του αποχωρισμού των δύο φίλων. Όμως
την ώρα που η Ιφιγένεια φέρνει το γράμμα και δίνει προφορικές παραγγελίες στον
Πυλάδη, για να τις μεταβιβάσει στους δικούς της, γίνεται η αναγνώριση. Πελάγη
ευτυχίας ανοίγονται μπρος στα βασανισμένα αδέρφια. Αποφασίζουν να
δραπετεύσουν. Ο βασιλιάς της Ταυρικής, ο Θόας, μόλις μαθαίνει τη δραπέτευσή
τους δίνει διαταγή στους κατοίκους να τρέξουν και να προλάβουν το πλοίο.
Εμφανίζεται όμως η θεά Αθηνά (από μηχανής θεός) και τον διατάζει να μην τους
εμποδίσει, γιατί εκτελούν χρησμό του Απόλλωνα. Έτσι σώζονται τα δυο αδέρφια.
17.
13) Ίων(418 π.Χ.): Ο Ίωνας είναι γιος της Κρέουσας (κόρης του βασιλιά
της Αθήνας Ερεχθέα) και του Απόλλωνα. Ο Ερμής παίρνει το
νεογέννητο και το πηγαίνει στους Δελφούς, όπου το παραλαμβάνει η
Πυθία για να το μεγαλώσει. Η Κρέουσα κι ο θνητός της σύζυγος Ξούθος,
ρωτούν το μαντείο των Δελφών γιατί δεν κάνουν παιδιά κι ο
Απόλλωνας, που θέλει να γίνει βασιλιάς ο γιος του, δίνει χρησμό πως
όποιον συναντήσει ο Ξούθος βγαίνοντας από το μαντείο, είναι γιος του
από προηγούμενο γάμο. Εκείνος συναντά τον Ίωνα και φυσικά τον
παίρνει μαζί του. Η Κρέουσα ζηλεύει και ζητά να δηλητηριάσει το παιδί
της, που το θεωρεί νόθο. Ο Ίωνας όμως σώζεται με τη βοήθεια των
θεών και θέλει να εκδικηθεί την Κρέουσα, μην ξέροντας πως είναι μάνα
του. Ακολουθούν διάφορες σκηνές και τελικά η αναγνώριση. Η Αθηνά
φανερώνει πως πραγματικός του πατέρας είναι ο Απόλλωνας και το
έργο κλείνει μ' εγκωμιαστικά λόγια για το θεό.
18.
14) Κύκλωψ(428-425 π.Χ.): Το μόνο σατυρικό δράμα, με υπόθεση
παρμένη από το σχετικό περιστατικό που μας περιγράφει ο Όμηρος
στην Οδύσσειά του. Έχει βέβαια ορισμένες αλλαγές ο μύθος. Οι Σάτυροι,
ακόλουθοι του Διόνυσου, σ' ένα του ταξίδι βγήκαν στις ακτές της Σικελίας,
όπου ήταν η χώρα των Κυκλώπων. Ο Σιληνός παραπονιέται, γιατί τα
μαρτύρια που υποφέρει υπηρετώντας τον κύκλωπα Πολύφημο. Σε λίγο
διακρίνεται ο Οδυσσέας, που πλησιάζει ναυαγισμένος με τους
συντρόφους του. Δίνει στο Σιληνό και τους Σάτυρους κρασί κι εκείνοι του
δίνουν αρνιά, γάλα και τυρί. Ο Πολύφημος, που μόλις γυρίζει από το
κυνήγι, βλέπει την κίνηση και ρωτά να μάθει τι γίνεται. Όταν παίρνει τις
σχετικές πληροφορίες τους διατάζει να μπούνε στη σπηλιά του κι εκεί
καταβροχθίζει δυο απ' τους συντρόφους του. Ο Οδυσσέας τότε τυφλώνει
τον Κύκλωπα και φεύγει, παίρνοντας μαζί του και τους άλλους
συντρόφους του, καθώς και το Σιληνό με τους Σάτυρους.
19.
15) Μήδεια(431 π.Χ. ): Το πιο συγκλονιστικό και γεμάτο πάθος έργο του Ευριπίδη.
Η Μήδεια, η μάγισσα θυγατέρα του Αιήτη, του βασιλιά της Κολχίδας, ερωτεύεται
τον Ιάσονα, που πήγε να πάρει το χρυσόμαλλο δέρας. Τον βοηθάει και φεύγει μαζί
του στην Κόρινθο αλλά εκεί ο Ιάσονας την αφήνει και παντρεύεται τη Γλαύκη,
κόρη του Κρέοντα, του βασιλιά της Κορίνθου. Ο Ιάσονας θέλει να διώξει τη Μήδεια
και τα δυο παιδιά τους. Εκείνη ταπεινωμένη, αλλά ερωτευμένη παράφορα,
αποφασίζει να τον εκδικηθεί με τον πιο σκληρό τρόπο. Απευθύνεται με θυμό στον
Ιάσονα που τη συμβουλεύει να φύγει και απαντά με περιφρόνηση στην
αδιάντροπη πρότασή του να τη βοηθήσει στη φυγή της. Τότε ο Αιγέας, ο βασιλιάς
της Αθήνας, που περνά από την Κόρινθο, δέχεται να τη φιλοξενήσει στη χώρα
του. Η Μήδεια, που έχει τώρα εξασφαλίσει τη φυγή της ετοιμάζει τις λεπτομέρειες
του εγκληματικού της σχεδίου. Καλεί τον Ιάσονα, για να του ζητήσει τάχα
συγνώμη για τα λόγια που είπε και για να του πει πως θ' απομακρυνθεί, αρκεί τα
παιδιά της να μείνουν στην Κόρινθο. Φτάνει ακόμη στο σημείο να στείλει με τα
παιδιά της δώρα στη Γλαύκη, για να την καλοπιάσει να πει κι αυτή κανένα καλό
λόγο στον Ιάσονα. Χαρούμενη η νιόνυμφη βασίλισσα δέχεται τα δώρα και τα
παιδιά επιστρέφουν στη σκηνή. Η Μήδεια αγωνίζεται ανάμεσα στη ζήλια και τη
μητρική στοργή. Αλλά ο νους της έχει θολώσει και η οργή της γίνεται δυνατότερη
απ' την αγάπη στα παιδιά της που αποφασίζει να τα σκοτώσει. Και τη στιγμή που
ένας αγγελιαφόρος έρχεται και λέει πως η Γλαύκη πέθανε από τις φλόγες που
έβγαλαν τα μαγεμένα δώρα μόλις τ' ακούμπησε και μαζί της πέθανε κι ο πατέρας
της Κρέοντας, η φρικτή Μήδεια, ολοκληρώνοντας τη φοβερή εκδίκησή της προς
τον Ιάσονα σκοτώνει και τα παιδιά της μέσα στο παλάτι. Μανιασμένος ο Ιάσονας
πάει να σκοτώσει τη Μήδεια, αλλά εκείνη σώζεται καθισμένη και - μ' ένα αμάξι που
το σέρνουν φτερωτοί δράκοντες - έρχεται στην Αθήνα.
20.
16) Ορέστης(408 π.Χ.): Ο Αργείοι πρόκειται να καταδικάσουν σε θάνατο
το μητροκτόνο Ορέστη. Εκείνος παρακαλεί το Μενέλαο να τον βοηθήσει.
Αυτός όμως φαίνεται δειλός και συμφεροντολόγος και του απαντά πως
φοβάται τους εξαγριωμένους Αργείους. Μετά την καταδίκη ο Ορέστης
αποφασίζει να σκοτώσει την Ελένη, για να εκδικηθεί το Μενέλαο. Όμως
οι θεοί την αρπάζουν στους ουρανούς. Η οργή του στρέφεται τότε
εναντίον της κόρης του Μενελάου, της Ερμιόνης. Εμφανίζεται τότε από
μηχανής ο θεός Απόλλωνας, ο οποίος τον πείθει, να την πάρει γυναίκα
του. Έτσι, του λέει, θα καθαρθεί από το μόλυσμα και θα βασιλέψει στο
Άργος. Το δράμα τελειώνει ξαφνικά, χωρίς να επακολουθήσει η των
παθών κάθαρσις κι αυτό αποτελεί το βασικό του μειονέκτημα.
21.
17) Ρήσος(424 π.Χ.): Ο Έκτορας, μαθαίνοντας πως οι Αχαιοί
ετοιμάζονται να φύγουν στέλνει μετά από υπόδειξη του Αινεία, το
Δόλωνα να τους παρακολουθήσει. Ένας βοσκός πληροφορεί τον
Έκτορα πως ο βασιλιάς της Θράκης, ο Ρήσος, έρχεται να βοηθήσει
τους Τρώες. Σε λίγο φτάνει πράγματι ο Ρήσος που θέλει να
μονομαχήσει με τον Αχιλλέα ή τον Αίαντα. Στη συνέχεια τα πράγματα
δεν εξελίσσονται ευνοϊκά για τους Τρώες. Ο κατάσκοπος Δόλωνας
σκοτώνεται από τον Οδυσσέα και το Διομήδη που έρχονται προς τη
σκηνή του Έκτορα. Η Αθηνά τους συμβουλεύει να σκοτώσουν Ρήσο κι
εκείνοι εκτελούν την οδηγία της παρά λίγο όμως να σκοτωθεί ο
Οδυσσέας από τους Τρώες. Η μάνα του Ρήσου, η Μούσα Τερψιχόρη
εμφανίζεται και κατηγορώντας την Αθηνά ως υπαίτιο για το θάνατο του
γιου της, παραλαμβάνει το σώμα του.
22.
18) Τρωάδες(415 π.Χ.): Οι δυο θεοί, Ποσειδώνας και Αθηνά, είναι
εξοργισμένοι απ' τις ανόσιες πράξεις των Αχαιών, κατά την άλωση της
Τροίας. Αποφασίζουν λοιπόν να τους τιμωρήσουν με σφοδρή θύελλα.
Μετά ακολουθούν σκηνές από την άλωση της Τροίας. Ο κήρυκας
Ταλβύθιος πληροφορεί την Εκάβη για την τύχη των αιχμαλώτων Η
Κασσάνδρα, παρουσιάζεται στολισμένη σα νύφη και ψάλλει το
τραγούδι του γάμου. Ύστερα προφητεύει τις περιπλανήσεις του
Οδυσσέα και κλαίει με λυγμούς τη στιγμή που αποχωριζεται από τη
μάνα της. Η Εκάβη και η Ανδρομάχη θρηνούν σπαραχτικά, ενώ η
Πολυξένη θυσιάζεται στον τάφο του Αχιλλέα. Έμφανίζεται κατόπιν ο
Μενέλαος που είναι αποφασισμένος να οδηγησει την Ελένη στη
Σπάρτη κι εκεί να τη θανατώσει. Σε λίγο έρχεται ο κήρυκας. κρατώντας
το γιο της Ανδρομάχης Αστυάνακτα νεκρό. Η Τροία είναι παραδομένη
στις φλόγες, οι γυναίκες κατευθύνονται προς τα πλοία των Αχαιών
θρηνολογώντας.
23.
19) Φοίνισσαι(409-408 π.Χ.): Μπροστά στα τείχη των Θηβών έρχεται με
πολύ στρατό ο Πολυνείκης για να διώξει από το θρόνο τον αδερφό του
Ετεοκλή. Η Ιοκάστη, η τραγική τους μάνα μάταια προσπαθεί να τους
συμφιλιώσει και ο μάντης Τειρεσίας λέει στους Θηβαίους, πως τότε
μόνο θα νικήσουν αν ο γιος του Κρέοντα, ο Μενοικέας, θυσιαστεί στον
Άρη. Ο Κρέοντας για να σώσει το γιο του τον διατάζει να πάει στους
Δελφούς. αλλά αυτός αυτοκτονεί για τη σωτηρία της πατρίδας του. Οι
Θηβαίοι νικούν και τα δυο αδέρφια σκοτώνονται σε μονομαχία. Η
Ιοκάστη αυτοκτονεί, ο νέος βασιλιάς Κρέοντας απαγορεύει την ταφή του
Πολυνείκη και στέλνει εξορία τον Οιδίποδα και την Αντιγόνη.
24.
Τα νέαστοιχεία στην τραγωδία του Ευριπίδη: Σ' όλα τα έργα του
Ευριπίδη η εισαγωγή γίνεται μ' ένα μονόλογο, που δίνει τις
γενικές γραμμές της τραγωδίας και απελευθερωμένος ο ποιητής
- προχωρεί στην πλοκή, χωρίς φόβο μήπως δεν τον
καταλάβουν.
Ο από μηχανής θεός παρουσιάζεται στο τέλος των δραμάτων.
Τη στιγμή που το αδιέξοδο γίνεται πιεστικό κι ο θεατής αναζητεί
μια λύση, έρχεται ο από μηχανής Θεός και απότομα φέρνει την
κάθαρση.
25.
Εξάλλου ταχορικά του Ευριπίδη δε φαίνεται να 'χουν οργανική
σύνθεση με το όλο έργο, όπως συμβαίνει με τους δυο άλλους
κορυφαίους τραγικούς, τον Αισχύλο και το Σοφοκλή. Έχουν χά-
ρη κι ομορφιά, εμπνέονται από τη φύση και ξεκουράζουν το
θεατή. Ο Ευριπίδης αναγνωρίζεται ως ο πιο στοχαστικός τραγι-
κός ποιητής. Τη φιλοσοφία του τη μετάτρεψε σε θαυμάσιο στί-
χο, που ενέπνευσε κι έθρεψε χιλιάδες ανθρώπων, στις γενιές
που πέρασαν. Τα πρόσωπά του παρουσιάζονται ρεαλιστικά,
ενώ ο Αισχύλος παρουσιάζει υπερφυσικούς χαρακτήρες και ο
Σοφοκλής επιχειρεί να τους εμφανίσει τέτοιους που πρέπει να
είναι. Το έργο του Ευριπίδη χαρακτηρίζει η βαθιά φιλοπατρία, ο
έπαινος της Αθήνας και η υποτίμηση των Λακεδαιμονίων.
Πολλοί από τους γεροδεμένους στίχους του θα μπορούσαν ν'
αποτελέσουν αληθινό κώδικα για εκείνους που ξεχνούν το χρέος
τους απέναντι στους άγραφους και τους γραφτούς νό-μους της
πατρίδας.
26.
Τους θεούςτου Ολύμπου τους αντιμετώπισε μ' αμφιβολία και με
πολλά ερωτηματικά. Καταλάβαινε πως οι θεοί δεν είναι δυ-νατό
να είναι τέτοιοι που τους εμφανίζουν οι παλαιότεροι ποιη-τές.
Δεν παραδέχτηκε την ανθρωπόμορφή τους παράσταση, μ' όλο
που αυτός μονάχα τους κατεβάζει στη σκηνή, ως από μη-χανής
θεούς.
Η γλώσσα του είναι απλή και λαγαρή, οι φράσεις του εύστρο-
φες, οι παρομοιώσεις και στιχομυθίες του ασύγκριτες. Η ποικι-
λία και η χάρη των χορικών του τα έκαμαν ξακουστά από την
αρχαιότητα.
Τέλος, η ψυχογραφική ικανότητα του Ευριπίδη είναι ανεπανά-
ληπτη. Το πάθος και ο πόνος αποτελούν τα βασικά χαρακτηρι-
στικά των τύπων που μας παρουσιάζει. Βαθύς ανατόμος της
ανθρώπινης ψυχής αποκαλύπτει ζωντανά την εσωτερική πάλη
του ανθρώπου, τα πάθη, τους εγωϊσμούς, τις φιλοδοξίες, τις
ματαιότητες, την πατρική στοργή, τη μητρική τρυφερότητα, αλλά
και τις συνέπειες του σκοτισμού που φέρνει το πάθος. Η χάρη
της νεότητας. οι απλοϊκοί άνθρωποι, άνθρωποι κάθε ηλι-κίας και
νοοτροπίας παρελαύνουν στο έργο του μεγάλου τραγι-κού. Οι
χαρακτήρες του είναι αιωνίως ανάγλυφοι. Τους συνα-ντούμε σε
κάθε εποχή.