Μια φορά κιέναν καιρό, ήταν ένας μέρμηγκας
που είχε τη φωλιά του στις ρίζες ενός δέντρου,
μέσα στο δάσος.
Την άνοιξη και το καλοκαίρι, που ο καιρός
ήταν ωραίος, ο μέρμηγκας ξυπνούσε πολύ
πρωί και ξεκινούσε τη δουλειά του.
Έψαχνε συνέχεια να βρει
νόστιμους σπόρους και όταν
έβρισκε κάποιον, τον έβαζε
στην πλάτη και τον πήγαινε
στη φωλιά του όπου και τον
έκρυβε .
Πρέπει
να
βιαστώ…
.
3.
Στα κλαδιά τουίδιου
δέντρου ένας τεμπέλης
τζίτζικας είχε φτιάξει τη
φωλιά του. Δεν έκανε
τίποτα όμως όλη μέρα
από το να κοιμάται και
να γλυκοτραγουδά.
Ξυπνούσε αφού είχε μεσημεριάσει και
αφού έτρωγε κάτι πρόχειρα και έπιανε το
τραγούδι μέχρι τα μεσάνυχτα.
Ενώ την ίδια στιγμή, ο μέρμηγκας
κουραζόταν αδιάκοπα κουβαλώντας
σπόρους.
Ρε τι
βαριά
που είναι
Τρα λα
λα τρα
λα λα…
4.
Δεν άργησε ναέρθει ο
χειμώνας και να πέσουν οι
πρώτες νιφάδες του χιονιού.
Το μυρμήγκι έχοντας πολλές
προμήθειες καθόταν μέσα στο
σπίτι του και απολάμβανε τη
ζεστασιά του.
Από την άλλη μεριά ο τζίτζικας
έψαχνε απεγνωσμένα να βρει
κάτι να φάει.
Μην αντέχοντας άλλο την πείνα, πήγε
στο γείτονά του, το μυρμήγκι, και ζήτησε
φαγητό.
Τι έκανες όλο το καλοκαίρι;
Γιατί δεν μάζευες τροφή για το
χειμώνα.
Δυστυχώς δε σου δίνω η δική
φτάνει μόνο για μένα…
Καλέ μου γείτονα, σε
παρακαλώ, δώσε μου κάτι να
φάω. Δεν μπορώ να βρω
τίποτα.
ΤΕΛΟΣ