[ 3 ]
ΦΩΝΈΣΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟΎ ΔΆΣΟΥΣ
Ξύπνησα μια μέρα που ερχόταν σαν παγόβουνο
Έτοιμη να δακρύσει και να λιώσει στην άκρη της
Ξύπνησα στο κρύο, βιολετί φως του πρωινού
Απ’ το απότομο πέταγμα ενός σμήνους από κουρούνες
Καθώς ισορροπούσαν με δυσκολία στο παρακείμενο
Καλώδιο ηλεκτρικού ρεύματος, ξέρεις
Στη σημερινή εποχή η ειλικρίνεια είναι το
Μυστικό όπλο της υπευθυνότητας
Φεύγουν τα χρόνια, φίλε μου, φεύγουν σαν
Τη φουρτουνιασμένη θάλασσα που
Ξόδεψε η Γη να φέρει το ξημέρωμα
Δεν είναι η οδύνη που πονά, αλλά η
Απώλεια αγαπημένου προσώπου
Που γίνεται ακόμα πιο οδυνηρή
Κατά το σούρουπο και μόνο ο χρόνος
Μπορεί να γλείψει την πληγή και το σκυλί σου
Εκείνο το πλήγμα το αβάσταχτο που σ’ αλαφιάζει
Όταν κατακαλόκαιρο ένας γλάρος στο νησί
Με τα φτερά γερμένα πίσω
Καταδύεται στη μέση του λιμανιού και
Αναδύεται μ’ ένα ψάρι στο ράμφος του
Και ξαφνικά, ένα παγερό πρωί για μένα τον αδαή
Κι όλους όσοι πίστευαν στις βραδινές ειδήσεις
Η Ρωσία εισβάλλει στα δάση της Ουκρανίας
Και τότε σκέφτηκα τα δάση κάποιος πρέπει να τα φροντίζει
Όπως θέλει χρόνο για να παρατηρήσεις ένα δάσος
Η καχυποψία φόρεσε σκούφο κι ανέβηκε
4.
[ 4 ]
Μέχριτα σακουλιασμένα σύννεφα
Που ’χαν σταθμεύσει στον ουρανό, η απογοήτευση
Κατακρημνίστηκε στα τάρταρα κι ένας φόβος
Δέθηκε διπλός κόμπος στον λαιμό μέχρι την πλάτη
Κουράστηκα να περπατώ στο δάσος
Ο Ήλιος φτυαρίζει αργά τη θάλασσα κι αντανακλά
Τα χρώματα απ’ τη συνεχή υδροδότηση
Σαν ένας στύλος φωτός εταιρείας ηλεκτρικής ενέργειας
Αλλά από την πλευρά της σιωπηλής απόγνωσης
Αυτός ο λυγμός που ανεβαίνει μέσα σου
Σαν έκτο κύμα COVID-19, κάθε πρωί μπαίνω
Στο φορτηγό της φαντασίας μου
Αφήνοντας αποτυπώματα άνθρακα στον δρόμο
Κι αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι ο Θεός
Αν υπάρχει ξεβιδώνει συνέχεια τον πλανήτη Γη
Απ’ τη γωνιά του Γαλαξία Milky Way, ή Μίλκο
Κι εμείς, εσύ, εγώ, ο καθένας, απλά παρακολουθούμε
Τα γεγονότα, θρηνώντας, μελαγχολώντας
Σαν να περάσανε όλα τα προηγούμενα χρόνια
Από μπροστά σου με τη μορφή ενός προϊστορικού
Πίνακα που ακόμη έχει τη μυρωδιά
Του εικοστού αιώνα κι αυτό είναι το πρόβλημα
Μόνος στο δάσος κουράστηκα να περπατώ
Σαν έχεις περίσσια αποθέματα ελπίδας
Ρίχνοντας ματιές στο κοντινό μέλλον, το παρόν
Είναι περισσότερο αβέβαιο από το μέλλον
Κατάσταση πολιορκίας σαν την ταινία Σέρπικο του ’73
Το φως άρχισε να λιγοστεύει στο δάσος
Μέσα στην παγωμένη νύχτα, το κομματιασμένο
Σκουλήκι συγχωρεί το άροτρο, σημειώνει ο Μπλέικ
5.
[ 5 ]
Μπροστάμου ανοίγεται μια απέραντη έκταση
Από ξεραμένους αγρούς και καμένα δέντρα
Κι εκεί που πριν έλαμψαν για ακόμα μια
Διαυγή νύχτα τ’ άστρα σηκώθηκε αργά
Ο Ήλιος εκτυφλωτικά πάνω απ’ τα δέντρα
Σαν μικρό παιδί που βρήκε επιτέλους το πατίνι του
Κι άρχισε να τσουλάει στην αυλή του σπιτιού του
Ό,τι θρυμματίζεται, θρυμματίζεται αλλά
Δεν μπορεί να καταστραφεί, γράφει ο Κάφκα
Κουράστηκα να περπατώ στο δάσος
Η μυρωδιά της καπνιάς είναι έντονη στα ρουθούνια μου
Όταν ο άνεμος φυσά διαπεραστικά ανάμεσα
Στις στοές των δέντρων και το σώμα τους
Είναι αμήχανο, σαν ξεκοιλιασμένο ψάρι
Λίγο ακόμα και θα τα ’χεις ξεχάσει όλα
Λίγο ακόμα και θα σ’ έχουν ξεχάσει όλοι
Γράφει στα Εις Εαυτόν ο Μάρκος Αυρήλιος
Φώτα αιωρούνται πάνω απ’ τον ουρανό
Την ώρα που ο Ήλιος πετάει τα σκοινιά του
Να γυρίσει τους πλανήτες του κάνοντας
Θόρυβο σαν κι αυτόν που ακούω τώρα
Φωνή μιας κίχλης που ερωτοτροπεί
Με το θηλυκό και το περίγραμμα όμορφου ελαφιού
Που φάνηκε από τις χαρακιές που άφησε στο δάσος
Μύρισε τον αέρα και αυτή είναι η μυρωδιά του ελαφιού
Μύρισε τη βροχή κι αυτή είναι η μυρωδιά των δέντρων
Μετά τη βροχή, είναι η μυρωδιά της ομορφιάς αν
Είχε μυρωδιά, καθώς τη διαπερνούσε ο αέρας
Κουράστηκα να περπατώ στο δάσος
Το σούρουπο ήρθε σαν απαλή κρέμα κερασιού
6.
[ 6 ]
Είχανανάψει δαυλοί στην άκρη του
Και φωνές πουλιών έφταναν στ’ αυτιά μου
Βρέφος που κοιμάται στη νυχτερινή γαλήνη του
Να την αγαπάς τη ζωή ακόμα και αν
Κάθε ήχος από την πρωινή βάρδια σου
Σε αυτόν τον πλανήτη σού κόβει την ανάσα
Ακόμα και αν οι φιλίες, οι έρωτες διαρκώς
Αποψιλώνονται και εφευρίσκουν συνεχώς
Νέους τρόπους να ζήσουν και ν’ αποκτήσουν
Ένα επίσημο δελτίο τροφίμων
Μπροστά μου απλώνεται μια ήπια, ενάρετη
Νύχτα πουδραρισμένη με φεγγαρόφωτο
Κουράστηκα να περπατώ στο δάσος
Πότε επιτέλους θα δω μια όμορφη χώρα
Όμορφα να χαίρεται και όχι να καίγεται
Στον αέρα οσμή καμένου πεύκου
Αυτά τα μάτια κουράστηκαν να βλέπουνε τα δέντρα
Πού σπαταλήσαμε τα χρόνια της ζωής μας;
Πού ’ναι τα μαύρα ρούχα μας να ντύσουμε τα δέντρα;
Πότε θα ξαποστάσουνε τα δάση;
Τούτα τα δάση που δεν μπορείς να τα ξεφύγεις
Πόσες φορές σε λίκνισαν στην ομορφιά τους
Τούτα τα κορμιά που τραγουδούσαν του
Φθινοπώρου τις πνοές σε τρόπο μεσογειακό
Κουράστηκα να περπατώ στο δάσος
Πατάς πάνω σ’ εκατό δισεκατομμύρια νεκρούς
Και βάλε απ’ την αυγή της ανθρωπότητας
Καθώς γυρίζουν νεκροί μαζί σου γύρω απ’ τον Ήλιο
Μου ψιθύρισε μια φωνή του δάσους
Χωρίς να με ξενίσει καθόλου καθώς το
Παραδέχτηκα και μετακινήθηκα ελαφρά