ΛΟΡΔΟΣ ΜΠΑΥΡΟΝ
Γεννήθηκε
στοΛονδίνο στις 22 Ιανουαρίου 17
88 και ήταν κορυφαίος ποιητής του
Βρετανικού ρομαντισμού και
ευγενής, μέλος της Βρετανικής
αριστοκρατίας, φημισμένος και για
την δράση του στην Ιταλία με το
επαναστατικό κίνημα των
Καρμπονάρων.
Ο Λόρδος Βύρων γεννήθηκε
χωλός (στη δεξιά κνήμη) και τα
πρώτα χρόνια διέμενε με την
μητέρα του στην
περιοχή Αμπερντήν (Aberdeen)
της Σκωτίας, μάλλον
φτωχικά, όπου και έμαθε και τα
πρώτα του γράμματα.
2.
Στις 19Μαΐου του1798 πέθανε
ένας θείος του, από τη μητέρα
του, που κληροδότησε
στον 10/ετή νεαρό όλη την
περιουσία και τον τίτλο του 6ου
Λόρδου της
οικογένειας. Έτσι, η ζωή του
από τότε άλλαξε. Σπούδασε
στο Πανεπιστήμιο του
Κέμπριτζ (Trinity College,
Cambridge), αποκτώντας πολύ
καλή μόρφωση.
Ήταν χαρακτήρας
ανήσυχος, παρορμητικός και
τυχοδιωκτικός. Έτσι, ξεκίνησε
περιοδείες και περιπλανήσεις
στη νότια Ευρώπη:
(Πορτογαλία,Ισπανία, Ελλάδα,
Τουρκία)
3.
Απεβίωσε στις19 Απριλίου
του 1824 στοΜεσολόγγι, ύσ
τερα από πυρετό. Το
πένθος για τον θάνατό του
ήταν γενικό και ο Διονύσιος
Σολωμός συνέθεσε μακρά
ωδή στη μνήμη του("Ωδή εις
τον θάνατο του Λόρδου
Μπάιρον"). Η καρδιά του
ενταφιάστηκε στο
Μεσολόγγι. Προς εκδήλωση
του πένθους στο Μεσολόγγι
ρίχτηκαν37 κανονιοβολισμοί
από την ανατολή του ηλίου
και μία κάθε λεπτό, καθώς
ήταν τότε μόνο 37ετών
ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Ήλιε των ακοίμητων!Μελαγχολίας αστέρι!
Που η δακρυσμένη δέσμη σου τρεμοφεγγάει μακριά
Που δείχνει την σκοτεινιά αυτή που δεν θα
διασκορπίσεις,
Πόσο όμοιος είσαι με καλά ενθυμούμενη χαρά!
Έτσι φωτάει το παρελθόν, λάμψη άλλων ημερών,
Που λάμπουν μα δεν θάλπουνε, οι ισχνές του οι
αχτίδες
Μια Θλίψη φεγγαρόνυχτη σκιρτάει για να φανεί
Καθάρια μα κι απόμακρη, ψυχρή - τόσο ψυχρή!
(ΗΛΙΕ ΤΩΝ ΑΚΟΙΜΗΤΩΝ)
8.
Ο πνευμα εσύτης Λευτεριάς! Σαν στης Φυλής το φρύδι
στοίχειωσες τον Θρασύβουλο κι αυτή τη συντροφιά του,
μπορούσες άραγε να ιδείς, την ώρα τη στεναχτική
που σκιάζει σου την καλλονή της αττικής πεδιάς σου;
Δεν είναι τριάντα οι τύραννοι που μ' άλυσσες σε δένουν
μα ο κάθε βάρβαρος μπορεί τη γη σου ν'αφεντεύει
ούτε οι γιοί σου εγείρονται, βογγάνε ματαιωμένοι
τρέμουν το κνούτο της Τουρκιάς, έχοντας σκλάβοι γεννηθεί
κι ως τη στερνή τους την πνοή, σε λόγο και σε έργα απανδρειωμένοι.
Στα πάντα εκτός απ' την μορφή, πόσο αλλαγμένη! Κι όμως
ποιός θα προσέξει τη φωτιά που σιγοκαίει ακόμα
στους οφθαλμούς, τα μάγουλα ποιος θα τα δει ν'ανάβουν
στην άσβεστη τη φλόγα σου, Ελευθερία χαμένη!
Κι όμως πολλοί ονειρεύονται μια ώρα που κοντεύει
να φέρει αυτή προγονική τη δόξα, κληρονομική
γιατί τα όπλα που ζητούν, του ξένου η άφαντη αρωγή
μπροστά στην όργητα του εχθρού, μόνα δεν θα τολμήσουν
Ούτε απ' τη βίβλο της Σκλαβιάς, το λερωμένο σου το όνομα θα σκίσουν.
Δεσμώτες κληρονομικοί! Δεν ξέρετε πως όσοι
Να ζούνε θέλουν λεύτεροι, πρέπει οι ίδιοι να ματώσουν;
Πως με το χέρι το δεξί η κατάκτηση κερδιέται
κι ο Γάλλος ή Μόσχοβος δεν θα σας απολυτρώσουν;
Κι αν ίσως τους περήφανους δεσπότες ταπεινώσουν,
για σας δεν θε να ανάψουν οι βωμοί της Λευτεριάς.
Σκιές Ειλώτων! Τα σπαθιά σας οι εχθροί σας ας τα νοιώσουν!
Άλλαξε αφέντη Ελλάδα! Ίδια μοίρα σε προσμένει
Φεύγει η ώρα σου της δόξας, μα η ντροπή σου παραμένει.
(«Τσάιλντ Χάρολντ» - Άσμα Δεύτερο)