Ο Ρέινσφορντ κάθισε σε μία ξαπλώστρα, φουμάροντας τεμπέλικα την πίπα του που ήταν φτιαγμένη από ξύλο πρίνου. Η νύχτα του προκαλούσε γλυκιά υπνηλία. «Είναι τόσο σκοτεινά», σκέφτηκε, «που θα μπορούσα να κοιμηθώ χωρίς να κλείσω τα μάτια μου· η ίδια η νύχτα θα ήταν τα βλέφαρά μου».
Ένας απότομος ήχος τον έκανε να τιναχτεί. Είχε ακούσει τον ήχο να έρχεται κάπου από τα δεξιά του, και τα αυτιά του, που ήταν έμπειρα σε τέτοια ζητήματα, δεν μπορεί να είχαν γελαστεί. Άκουσε ξανά και ξανά τον ήχο. Κάπου εκεί στο σκοτάδι, κάποιος είχε πυροβολήσει με ένα όπλο τρεις φορές...