Ο Ρέινσφορντ κάθισε σε μία ξαπλώστρα, φουμάροντας τεμπέλικα την πίπα του που
ήταν φτιαγμένη από ξύλο πρίνου. Η νύχτα του προκαλούσε γλυκιά υπνηλία. «Είναι
τόσο σκοτεινά», σκέφτηκε, «που θα μπορούσα να κοιμηθώ χωρίς να κλείσω τα μάτια
μου· η ίδια η νύχτα θα ήταν τα βλέφαρά μου».
Ένας απότομος ήχος τον έκανε να τιναχτεί. Είχε ακούσει τον ήχο να έρχεται κάπου
από τα δεξιά του, και τα αυτιά του, που ήταν έμπειρα σε τέτοια ζητήματα, δεν μπορεί
να είχαν γελαστεί. Άκουσε ξανά και ξανά τον ήχο. Κάπου εκεί στο σκοτάδι, κάποιος
είχε πυροβολήσει με ένα όπλο τρεις φορές.
Ο Ρέινσφορντ τινάχθηκε όρθιος και πήγε γρήγορα στην κουπαστή σαστισμένος.
Τέντωσε τα μάτια του προς την κατεύθυνση από την οποία είχαν έρθει οι ήχοι, αλλά
ήταν σαν να προσπαθούσε να δει μέσα από μία κουβέρτα. Ανέβηκε με ένα άλμα
πάνω στην κουπαστή, και κρατήθηκε εκεί ισορροπώντας, έτσι ώστε να μπορεί να δει
από πιο ψηλά: η πίπα του, χτυπώντας σε ένα σκοινί, έπεσε από το στόμα του. Στην
προσπάθειά του να τη φτάσει, μία μικρή βραχνή φωνή βγήκε από τα χείλια του,
καθώς συνειδητοποίησε ότι είχε τεντωθεί υπερβολικά και είχε χάσει την ισορροπία
του. Η φωνή έσβησε ξαφνικά, καθώς τα νερά της Καραϊβικής, τα οποία είχαν την ίδια
θερμοκρασία με του σώματος, κάλυψαν το κεφάλι του.
Παλεύοντας, βγήκε στην επιφάνεια και προσπάθησε να φωνάξει δυνατά, όμως ο
παφλασμός του ιστιοφόρου που κινούνταν με ταχύτητα τον χτύπησε στο πρόσωπο,
και το θαλασσινό νερό που μπήκε στο στόμα του έπνιξε τη φωνή του. Ξεκίνησε
απελπισμένα, με δυνατές απλωτές, ακολουθώντας τα φώτα του ιστιοφόρου που
έσβηναν, αλλά σταμάτησε πριν κολυμπήσει πενήντα μέτρα. Σκέφτηκε ψύχραιμα: δεν
ήταν η πρώτη φορά που βρισκόταν σε δύσκολη θέση. Υπήρχε πιθανότητα οι φωνές
του να είχαν ακουστεί από κάποιον που βρισκόταν πάνω στο ιστιοφόρο, όμως η
πιθανότητα αυτή ήταν πολύ μικρή, και γινόταν μικρότερη καθώς το ιστιοφόρο
απομακρυνόταν με ταχύτητα. Πάλεψε με τον εαυτό του για να απαλλαγεί από τα
ρούχα του, και φώναξε με όλη του τη δύναμη. Τα φώτα του ιστιοφόρου έγιναν
αμυδρά, σαν πυγολαμπίδες που τρεμόσβηναν συνεχώς, και μετά έσβησαν τελείως
μέσα στη νύχτα.
Τότε ο Ρέινσφορντ θυμήθηκε τους πυροβολισμούς. Είχαν έρθει από τα δεξιά, και έτσι
κολύμπησε σταθερά προς εκείνη την κατεύθυνση με απλωτές, αργά και μελετημένα,
κάνοντας συντήρηση των δυνάμεών του. Πάλεψε με τη θάλασσα για πολλή ώρα, που
του φάνηκε ατελείωτη. Άρχισε να μετρά τις απλωτές του· ίσως να μπορούσε να κάνει
άλλες εκατό- και τότε ήταν που ο Ρέινσφορντ άκουσε έναν ήχο. Έβγαινε από το
σκοτάδι, και έμοιαζε με ουρλιαχτό ζώου που σφάδαζε από αγωνία και τρόμο.
Δεν αναγνώρισε το ζώο που έβγαζε αυτόν τον ήχο, και δεν έκανε καμία προσπάθεια
για να το αναγνωρίσει. Βρίσκοντας νέα δύναμη, κολύμπησε προς τον ήχο που είχε
ακούσει. Τον ξανάκουσε, και τότε ο ήχος κόπηκε ξαφνικά από έναν άλλο οξύ και
διακεκομμένο ήχο.
«Πυροβολισμοί από πιστόλι», είπε μέσα από τα δόντια του ο Ρέινσφορντ,
συνεχίζοντας να κολυμπά.
Μετά από δέκα λεπτά επίμονης προσπάθειας, έφτασε στα αυτιά του ένας άλλος ήχος
– ο πιο ευχάριστος ήχος που είχε ακούσει ποτέ – το μουρμούρισμα και το πλατάγισμα
της θάλασσας που έσπαγε πάνω σε μία βραχώδη ακτή. Είχε φτάσει σχεδόν στα
βράχια πριν προλάβει να τα δει, και αν η νύχτα ήταν πιο φουρτουνιασμένη, τότε θα
είχε γκρεμοτσακιστεί πάνω σε αυτά. Με τη δύναμη που του είχε απομείνει,
απομακρύνθηκε από τα νερά που στροβιλίζονταν. Ακανόνιστοι απότομοι βράχοι
εμφανίστηκαν μέσα από τη θολούρα· βάζοντας δύναμη σκαρφάλωσε, τοποθετώντας
το ένα χέρι μετά το άλλο. Λαχανιασμένος, και μόνο με τη δύναμη των χεριών του,
έφτασε σε ένα επίπεδο μέρος στην κορυφή. Η πυκνή ζούγκλα έφτανε μέχρι τη βάση
των απότομων βράχων. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή δεν τον ανησυχούσαν οι κίνδυνοι
που μπορεί να του επιφύλασσε αυτός ο λαβύρινθος δέντρων και θάμνων. Αυτό που
ήξερε ήταν ότι ήταν ασφαλής από τον εχθρό του, τη θάλασσα, και ότι άρχιζε να τον
κυριεύει ακατανίκητη κούραση. Κατέβηκε γρήγορα από τον βράχο, μέχρι την άκρη
της ζούγκλας, και έπεσε αμέσως στον πιο βαθύ ύπνο της ζωής του.
Όταν άνοιξε τα μάτια του, κατάλαβε από τη θέση του ήλιου, ότι ήταν αργά το
απόγευμα. Ο ύπνος του είχε δώσει νέα δύναμη, και άρχισε να νιώθει έντονη πείνα.
Κοίταξε γύρω του, σχεδόν με χαρά.
«Όπου υπάρχουν πυροβολισμοί από πιστόλι, υπάρχουν και άνθρωποι. Όπου
υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχει και τροφή». Αλλά τί είδους άνθρωποι, αναρωτήθηκε,
μπορεί να υπήρχαν σε ένα τέτοιο απρόσιτο μέρος; Οι παρυφές ενός αδιαπέραστου
μετώπου χαώδους και τραχιάς ζούγκλας έφταναν μέχρι την ακτή.
Δεν έβλεπε κανένα σημάδι από ίχνη μέσα στον πυκνό ιστό των χόρτων και των
δέντρων. Ήταν πιο εύκολο να προχωρά κατά μήκος της ακτής, και έτσι ο Ρέινσφορντ
περπατούσε δίπλα στο νερό. Δεν είχε προλάβει να προχωρήσει πολύ μακριά από το
σημείο όπου είχε βγει στη στεριά, όταν σταμάτησε.
Κάποιο πληγωμένο πλάσμα – κατά τα φαινόμενα, ένα μεγάλο ζώο – είχε συρθεί
απότομα πάνω στους θάμνους, τα χόρτα της ζούγκλας είχαν ισοπεδωθεί, και η πυκνή
βλάστηση είχε διαλυθεί· ένα κομμάτι γης που καλυπτόταν από αγριόχορτα είχε
βαφτεί κατακόκκινο. Ένα μικρό αντικείμενο που γυάλιζε, το οποίο δεν βρισκόταν
μακριά από τον Ρέινσφορντ, τράβηξε την προσοχή του, και το σήκωσε από το
έδαφος. Ήταν ένα άδειο φυσίγγι.
«Εικοσιδυάρι», σχολίασε, «Παράξενο. Και το ζώο θα πρέπει να ήταν αρκετά μεγάλο.
Ο κυνηγός πρέπει να είχε μεγάλο θάρρος για να το αντιμετωπίσει με ελαφρύ όπλο.
Είναι φανερό ότι το ζώο έδωσε μάχη. Υποθέτω ότι οι τρεις πρώτοι πυροβολισμοί που
άκουσα ήταν όταν ο κυνηγός χτύπησε το θήραμά του και το πλήγωσε. Ο τελευταίος
πυροβολισμός ήταν όταν ακολούθησε τα ίχνη του εδώ και το αποτελείωσε».
Εξέτασε το έδαφος προσεκτικά και βρήκε αυτό που έλπιζε να βρει- πατημασιές από
κυνηγετικές μπότες. Έδειχναν προς τον απότομο βράχο όπου κατευθυνόταν και ο
ίδιος. Αμέσως, κινήθηκε γρήγορα προς την κατεύθυνση αυτή, γλιστρώντας σε ένα
σημείο σε ένα σάπιο κούτσουρο, και σε ένα άλλο σε μία πέτρα που είχε φύγει από τη
θέση της, συνεχίζοντας όμως να προχωρά, καθώς άρχιζε να νυχτώνει στο νησί.
Άγριο σκοτάδι σκέπαζε τη θάλασσα και τη ζούγκλα, όταν ο Ρέινσφορντ είδε το φώτα.
Έπεσε πάνω τους, καθώς ακολουθούσε μία κλειστή στροφή της ακτογραμμής, και η
πρώτη σκέψη του ήταν ότι είχε πέσει πάνω σε ένα χωριό, γιατί τα φώτα ήταν πολλά.
Όμως, καθώς προχωρούσε με αποφασιστικότητα, είδε, προς μεγάλη του έκπληξη, ότι
όλα τα φώτα βρίσκονταν μέσα σε ένα τεράστιο κτίριο- ένα ψηλό οικοδόμημα με
μυτερούς πύργους, οι οποίοι ξεχύνονταν προς τα πάνω μέσα στο σκοτάδι. Τα μάτια
του διέκριναν το σκιώδες περίγραμμα ενός μεγαλοπρεπούς κάστρου που βρισκόταν
πάνω σε έναν ψηλό βράχο, στις τρεις πλευρές του οποίου υπήρχαν γκρεμοί, οι οποίοι
κατέβαιναν απότομα μέχρι το σημείο όπου η θάλασσα έγλειφε τα αχόρταγα χείλη της
πάνω στις σκιές.
«Οφθαλμαπάτη», σκέφτηκε ο Ρέινσφορντ. Όμως δεν ήταν οφθαλμαπάτη, όπως
διαπίστωσε όταν άνοιξε την ψηλή σιδερένια πόρτα που κατέληγε σε αιχμηρές
ράβδους στο πάνω μέρος της. Τα πέτρινα σκαλοπάτια ήταν αρκετά αληθινά, όπως και
η τεράστια πόρτα που είχε για ρόπτρο μία τερατόμορφη φιγούρα με μοχθηρό βλέμμα,
όμως πάνω από όλα αυτά πλανιόταν μία εξωπραγματική ατμόσφαιρα.
Καθώς σήκωσε το ρόπτρο, αυτό έτριξε δυνατά, σαν να μην είχε χρησιμοποιηθεί ποτέ
πριν. Το άφησε να πέσει, σαστίζοντας με την ένταση του ήχου του. Του φάνηκε ότι
άκουσε βήματα από μέσα, αλλά η πόρτα παρέμεινε κλειστή. Ο Ρέινσφορντ σήκωσε
πάλι το βαρύ ρόπτρο, και το άφησε να πέσει. Τότε η πόρτα άνοιξε – τόσο απότομα,
σαν να τη συγκρατούσε ελατήριο – και ο Ρέινσφορντ ανοιγόκλεισε τα μάτια του
μόλις αντίκρισε το άφθονο εκτυφλωτικό χρυσό φως που ξεχύθηκε. Το πρώτο πράγμα
που διέκριναν τα μάτια του Ρέινσφορντ ήταν ο πιο μεγαλόσωμος άνδρας που είχε
αντικρίσει ποτέ του – ένα γιγάντιο ον, γεροδεμένο, και με μαύρη γενειάδα που έφτανε
μέχρι τη μέση. Ο άνδρας κρατούσε στο χέρι του ένα μακρύκαννο περίστροφο, και
σημάδευε με αυτό κατευθείαν στην καρδιά του Ρέινσφορντ.
Μέσα από την πυκνή γενειάδα, δύο μικρά μάτια τον κοιτούσαν επίμονα.
«Μην τρομάζετε», είπε ο Ρέινσφορντ, με ένα χαμόγελο που έλπιζε ότι θα ήταν
αφοπλιστικό. «Δεν είμαι ληστής. Έπεσα στη θάλασσα από ένα ιστιοφόρο.
Ονομάζομαι Σάνγκερ Ρέινσφορντ, και είμαι από τη Νέα Υόρκη».
Το απειλητικό βλέμμα στα μάτια δεν άλλαξε. Το περίστροφο δεν είχε κουνηθεί από
τη θέση του, σημαδεύοντας στο ίδιο σημείο, με τον γίγαντα να είναι ακίνητος σαν
άγαλμα. Δεν έδειξε ότι καταλάβαινε, αλλά ούτε ότι είχε ακούσει τα λόγια του
Ρέινσφορντ. Φορούσε μία μαύρη στολή, διακοσμημένη με γκρίζο δέρμα αστραχάν.
«Είμαι ο Σάνγκερ Ρέινσφορντ από τη Νέα Υόρκη», άρχισε να λέει πάλι ο
Ρέινσφορντ. «Έπεσα στη θάλασσα από ένα ιστιοφόρο. Πεινάω».
Η μόνη απάντηση του άνδρα ήταν να σηκώσει με τον αντίχειρά του τον κόκορα του
περιστρόφου του. Τότε, ο Ρέινσφορντ είδε το ελεύθερο χέρι του άνδρα να κινείται
προς το μέτωπό του σε στρατιωτικό χαιρετισμό, και να χτυπά τις φτέρνες του μαζί σε
θέση προσοχής. Ένας άλλος άνδρας κατέβαινε τα πλατιά μαρμάρινα σκαλοπάτια·
ένας λεπτός άνδρας με όρθιο παράστημα, ντυμένος με βραδινή ενδυμασία.
Προχώρησε προς τον Ρέινσφορντ και άπλωσε το χέρι του.
Με καλλιεργημένη φωνή που χαρακτηριζόταν από μία ελαφρά σπαστή προφορά, η
οποία της προσέδιδε ακρίβεια και υπολογισμό στα λεγόμενα, είπε, «Είναι μεγάλη
χαρά και τιμή να υποδέχομαι στην οικία μου τον κ. Σάνγκερ Ρέινσφορντ, τον
ξακουστό κυνηγό».
Μηχανικά, ο Ρέινσφορντ έσφιξε το χέρι του άνδρα.
«Έχω διαβάσει το βιβλίο σας σχετικά με το κυνήγι λεοπαρδάλεων του χιονιού στο
Θιβέτ, βλέπετε», εξήγησε ο άνδρας. «Είμαι ο Στρατηγός Ζάροφ».
Η πρώτη εντύπωση του Ρέινσφορντ ήταν ότι ο άνδρας είχε μια ιδιαίτερη ομορφιά ·
μία δεύτερη ματιά του δημιούργησε την εντύπωση ότι το πρόσωπο του στρατηγού
είχε μοναδικά, σχεδόν παράξενα χαρακτηριστικά. Ήταν ένας ψηλός άνδρας που είχε
περάσει τη μέση ηλικία, και αυτό φαινόταν από τα μαλλιά του που είχαν ένα έντονο
λευκό χρώμα. Όμως, τα πυκνά φρύδια και το στριφτό μουστάκι του ήταν μαύρα σαν
τη νύχτα από όπου είχε έρθει ο Ρέινσφορντ. Τα μάτια του ήταν επίσης μαύρα, και
πολύ ζωηρά. Είχε ψηλά ζυγωματικά, σουβλερή μύτη, και ένα λιτό, σκοτεινό πρόσωπο
– το πρόσωπο ενός ανθρώπου που είναι συνηθισμένος να δίνει εντολές, ενός
αριστοκράτη. Γυρνώντας προς τον γίγαντα με τη στολή, ο στρατηγός έκανε ένα
νεύμα. Ο γίγαντας έβαλε στην άκρη το πιστόλι του, χαιρέτησε, και αποσύρθηκε.
«Ο Ιβάν είναι άνδρας με απίστευτη δύναμη», σχολίασε ο στρατηγός, «αλλά είχε την
ατυχία να είναι κωφάλαλος. Είναι απλός άνθρωπος, όμως φοβάμαι ότι είναι λίγο
αγροίκος, όπως και όλη η φυλή του».
«Είναι Ρώσος;»
«Είναι Κοζάκος», είπε ο στρατηγός, και το χαμόγελό του άφησε να φανούν τα
κόκκινα χείλη και τα κοφτερά δόντια του. «Το ίδιο κι εγώ».
«Ελάτε», είπε, «δεν θα πρέπει να κουβεντιάζουμε εδώ. Μπορούμε να συζητήσουμε
αργότερα. Τώρα, εσείς θέλετε ρούχα, φαγητό, και όλα τα σχετικά. Θα τα έχετε. Αυτό
το μέρος είναι πολύ καλό για ανάπαυση».
Ο Ιβάν είχε εμφανιστεί πάλι και ο στρατηγός του μίλησε με χείλη που κινούνταν,
αλλά δεν έβγαζαν ήχο.
«Αν έχετε την καλοσύνη, ακολουθήστε τον Ιβάν, κ. Ρέινσφορντ», είπε ο στρατηγός.
«Ήμουν έτοιμος να γευματίσω, όταν ήρθατε. Θα σας περιμένω. Θα διαπιστώσετε ότι
τα ρούχα μου θα σας χωρούν, πιστεύω».
Ο Ρέινσφορντ ακολούθησε τον βουβό γίγαντα σε ένα τεράστιο υπνοδωμάτιο, με
οροφή που στηριζόταν σε δοκάρια, και ένα κρεβάτι με ουρανό που ήταν αρκετό για
να χωρέσει έξι άνδρες. Ο Ιβάν του έδωσε ένα βραδινό κοστούμι, και ο Ρέινσφορντ,
καθώς το φορούσε, παρατήρησε ότι ήταν φτιαγμένο από έναν λονδρέζο ράφτη, ο
οποίος συνήθως δεν έραβε για κανέναν κατώτερο από το αξίωμα του δούκα.
Η τραπεζαρία, στην οποία τον οδήγησε ο Ιβάν, ήταν εντυπωσιακή από πολλές
απόψεις. Υπήρχε μεσαιωνική μεγαλοπρέπεια σε αυτήν, και έδινε την εντύπωση
μεγαλοπρεπούς αίθουσας της φεουδαρχικής εποχής, με τα δρύινα φατνώματα, το
ψηλό ταβάνι, και τα τεράστια τραπέζια της, όπου δύο εικοσάδες ανδρών μπορούσαν
να καθίσουν άνετα για να φάνε. Γύρω-γύρω στην αίθουσα υπήρχαν κρεμασμένες
κεφαλές πολλών ζώων στους τοίχους – λιοντάρια, τίγρεις, ελέφαντες, τάρανδοι,
αρκούδες – τα μεγαλύτερα ή τελειότερα δείγματα που είχε ποτέ δει ο Ρέινσφορντ.
Στο μεγάλο τραπέζι καθόταν μόνος του ο στρατηγός.
«Θα πάρετε ένα κοκτέιλ, κ. Ρέινσφορντ», πρότεινε. Το κοκτέιλ ήταν ανέλπιστα καλό,
και, όπως παρατήρησε ο Ρέινσφορντ, η ποιότητα των επίπλων του τραπεζιού ήταν
από τις καλύτερες – τα τραπεζομάντηλα, τα κρύσταλλα, τα ασημικά, τα πορσελάνινα
σερβίτσια.
Έφαγαν μπορς, την πλούσια, κόκκινη σούπα με χτυπημένη κρέμα, η οποία είναι τόσο
αγαπητή στον ουρανίσκο των Ρώσων. Σχεδόν απολογούμενος, ο Στρατηγός Ζάροφ
είπε, «Κάνουμε ό, τι μπορούμε για να διατηρήσουμε τις ανέσεις του πολιτισμού εδώ.
Παρακαλώ, συγχωρέστε κάποιες ατέλειες. Είμαστε μακριά από τα τουριστικά μέρη,
ξέρετε. Νομίζετε ότι η σαμπάνια έχει επηρεαστεί από το μακρύ ταξίδι της στον
ωκεανό;»
«Καθόλου», δήλωσε ο Ρέινσφορντ. Διαπίστωνε ότι ο στρατηγός ήταν από τους πιο
ευγενικούς και καταδεκτικούς οικοδεσπότες, ένας πραγματικός κοσμοπολίτης. Όμως,
υπήρχε ένα μικρό χαρακτηριστικό του στρατηγού που έκανε τον Ρέινσφορντ να
αισθάνεται άβολα. Ότι, όποτε σήκωνε το κεφάλι από το πιάτο του, έπιανε τον
στρατηγό να τον μελετά και να τον εξετάζει προσεκτικά.
«Ίσως», είπε ο Στρατηγός Ζάροφ, «μείνατε έκπληκτος που αναγνώρισα το όνομά
σας. Βλέπετε, διάβασα όλα τα βιβλία σας για το κυνήγι που εκδώσατε στα αγγλικά,
στα γαλλικά, και στα ρωσικά. Μόνο ένα πάθος έχω στη ζωή μου κ. Ρέινσφορντ, και
αυτό είναι το κυνήγι».
«Έχετε μερικές υπέροχες κεφαλές εδώ», είπε ο Ρέινσφορντ, καθώς έτρωγε ένα
εξαιρετικά καλομαγειρεμένο φιλέ μινιόν. «Εκείνος ο αφρικανικός βούβαλος είναι ο
μεγαλύτερος που έχω δει ποτέ».
«Α, εκείνος ο φιλαράκος. Ναι, ήταν τεράστιος».
«Σας επιτέθηκε;»
«Με εκσφενδόνισε σε ένα δέντρο», είπε ο στρατηγός. «Μου προκάλεσε κάταγμα στο
κρανίο. Όμως το κατάφερα το θηρίο».
«Πάντα πίστευα», είπε ο Ρέινσφορντ, «ότι ο αφρικανικός βούβαλος είναι το πιο
επικίνδυνο από όλα τα μεγάλα θηράματα».
Για μια στιγμή, ο στρατηγός δεν απάντησε· χαμογελούσε παράξενα με τα κόκκινα
χείλη του. Τότε είπε αργά, «Όχι. Κάνετε λάθος, κύριε. Ο αφρικανικός βούβαλος δεν
είναι το πιο επικίνδυνο μεγάλο θήραμα». Ρούφηξε το κρασί του. «Εδώ, στο
καταφύγιο άγριων θηραμάτων μου σε αυτό το νησί», είπε με τον ίδιο αργό τόνο,
«κυνηγώ το πιο επικίνδυνο θήραμα».
Ο Ρέινσφορντ εξέφρασε την έκπληξή του. «Υπάρχει μεγαλύτερο θήραμα πάνω σε
αυτό το νησί;»
Ο στρατηγός κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Το μεγαλύτερο».
«Αλήθεια;»
«Α, φυσικά δεν υπάρχει εδώ υπό φυσιολογικές συνθήκες. Εγώ είμαι αυτός που θα
πρέπει να φροντίζει να υπάρχει απόθεμα στο νησί».
«Τί έχετε εισάγει, στρατηγέ;», ρώτησε ο Ρέινσφορντ. «Τίγρεις;».
Ο στρατηγός χαμογέλασε. «Όχι», είπε. «Το κυνήγι τίγρεων έπαψε να μ’ ενδιαφέρει
πριν από μερικά χρόνια. Εξάντλησα όλες τις δυνατότητές τους, βλέπετε. Δεν μου έχει
απομείνει ενθουσιασμός για τις τίγρεις, δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος. Ζω για
τον κίνδυνο, κ. Ρέινσφορντ».
Ο στρατηγός πήρε από την τσέπη του μία χρυσή ταμπακιέρα και πρόσφερε στον
επισκέπτη του ένα μακρύ μαύρο τσιγάρο με ασημένια άκρη· ήταν αρωματισμένο και
ανέδινε μία μυρωδιά σαν θυμίαμα.
«Θα κάνουμε εξαιρετικό κυνήγι μαζί», είπε ο στρατηγός. «Θα ήταν μεγάλη μου χαρά
να με συνοδέψετε».
«Όμως, τί κυνήγι…», άρχισε να λέει ο Ρέινσφορντ.
«Θα σας πω», είπε ο στρατηγός. «Θα το απολαύσετε, το ξέρω. Πιστεύω πως μπορώ
να πω, με κάθε ταπεινότητα, ότι είναι σαν να έστρωσα ένα σπάνιο χαλί, σαν να
επινόησα κάτι νέο που θα κάνει πάταγο. Μπορώ να σας βάλω άλλο ένα ποτήρι
πόρτο;».
«Σας ευχαριστώ, στρατηγέ».
Ο στρατηγός γέμισε και τα δύο ποτήρια, και είπε, «Ο Θεός φτιάχνει κάποιους
ανθρώπους ποιητές, κάποιους βασιλιάδες, και κάποιους άλλους ζητιάνους. Εμένα μ’
έπλασε κυνηγό. Το χέρι μου είναι φτιαγμένο για τη σκανδάλη, όπως μου έλεγε ο
πατέρας μου. Ήταν πολύ πλούσιος και είχε στην ιδιοκτησία του πάνω από ένα
εκατομμύριο στρέμματα στην Κριμαία. Είχε επίσης μεγάλο πάθος με τον αθλητισμό.
Όταν ήμουν μόλις πέντε ετών, μου έδωσε ένα μικρό όπλο, το οποίο είχε
κατασκευαστεί στη Μόσχα ειδικά για εμένα, για να πυροβολώ σπουργίτια με αυτό.
Όταν πυροβόλησα κάποιες από τις αγαπημένες γαλοπούλες του με αυτό, δεν με
τιμώρησε, αλλά επαίνεσε τη σκοπευτική μου δεινότητα. Όλη μου η ζωή ήταν ένα
παρατεταμένο κυνήγι. Κατατάγηκα στο στρατό, όπως αναμενόταν για τους γιους των
αριστοκρατών, και για κάποιο χρονικό διάστημα διοίκησα μία μεραρχία ιππικού των
Κοζάκων, όμως το πραγματικό μου ενδιαφέρον ήταν το κυνήγι. Κυνήγησα κάθε
είδους θήραμα που υπάρχει, σε κάθε χώρα. Θα μου ήταν αδύνατο να σας απαριθμήσω
πόσα ζώα έχω σκοτώσει».
Ο στρατηγός τράβηξε μια ρουφηξιά από το τσιγάρο του.
«Μετά την πανωλεθρία της Ρωσίας, έφυγα από τη χώρα, γιατί δεν ήταν φρόνιμο για
έναν αξιωματικό του Τσάρου να παραμείνει εκεί. Πολλοί Ρώσοι αριστοκράτες
έχασαν τα πάντα. Εγώ, για καλή μου τύχη, είχα επενδύσει μεγάλα ποσά σε
αμερικανικά αξιόγραφα, και έτσι δεν θα χρειαστεί ποτέ να ανοίξω τεϊοποτείο στο
Μόντε Κάρλο ή να οδηγήσω ταξί στο Παρίσι. Όπως ήταν φυσικό, εξακολούθησα να
κυνηγώ – γκρίζες αρκούδες στα Βραχώδη Όρη, κροκόδειλους στον Γάγγη,
ρινόκερους στην Ανατολική Αφρική. Στην Αφρική με χτύπησε ο αφρικανικός
βούβαλος και μ’ έριξε στο κρεβάτι για έξι μήνες. Αμέσως μόλις ανάρρωσα, ξεκίνησα
ένα ταξίδι, με πρώτον προορισμό τον Αμαζόνιο, για να κυνηγήσω ιαγουάρους, γιατί
είχα ακούσει ότι ήταν εξαιρετικά πονηρά ζώα. Αποδείχθηκε όμως ότι δεν ήταν». Ο
Κοζάκος αναστέναξε. «Δεν μπορούσαν να συναγωνιστούν σε καμία περίπτωση έναν
έξυπνο κυνηγό με τουφέκι μεγάλης ισχύος. Απογοητεύτηκα οικτρά. Ξάπλωνα στη
σκηνή μου με φρικτό πονοκέφαλο, όταν μία τρομακτική σκέψη πέρασε από το μυαλό
μου. Είχα αρχίσει να βαριέμαι το κυνήγι! Έχω ακούσει ότι στην Αμερική οι
επιχειρηματίες καταρρέουν όταν παρατούν μια επιχείρηση, η οποία ήταν όλη τους η
ζωή».
«Ναι, έτσι είναι», είπε ο Ρέινσφορντ.
Ο στρατηγός χαμογέλασε. «Δεν ήθελα σε καμία περίπτωση να συμβεί το ίδιο σε
εμένα», είπε. «Έπρεπε να κάνω κάτι, καθώς διαθέτω αναλυτικό μυαλό, κ.
Ρέινσφορντ. Αναμφίβολα, αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο απολαμβάνω τα
προβλήματα του κυνηγιού».
«Δεν υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό, Στρατηγέ Ζάροφ».
«Έτσι», συνέχισε ο στρατηγός, «αναρωτήθηκα γιατί το κυνήγι είχε σταματήσει να με
γοητεύει. Είστε πολύ νεότερος από εμένα, κ. Ρέινσφορντ, και δεν έχετε κυνηγήσει
τόσο πολύ όσο εγώ, όμως ίσως μαντεύετε την απάντηση».
«Και ποιά ήταν αυτή;»
«Απλά, ότι το κυνήγι είχε πάψει να είναι για μένα αυτό που λέμε ‘αθλητική
δραστηριότητα’. Είχε γίνει υπερβολικά εύκολο. Πάντα έπιανα το θήραμά μου. Πάντα.
Δεν υπάρχει πιο βαρετό πράγμα από την τελειότητα».
Ο στρατηγός άναψε κι άλλο τσιγάρο.
«Κανένα θήραμα δεν είχε τύχη μαζί μου πια. Δεν το λέω για να υπερηφανευτώ, το
λέω από μαθηματική βεβαιότητα. Το ζώο είχε μόνο τα πόδια και το ένστικτό του. Το
ένστικτο δεν μπορεί να παραβγεί τη λογική. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω, ότι ήταν
τραγική η στιγμή που το σκέφτηκα αυτό».
Ο Ρέινσφορντ έγειρε πάνω στο τραπέζι, έχοντας απορροφηθεί από αυτά...Διαβάστε
τη συνέχεια εδώ

Μυθιστόρημα: Το πιο επικίνδυνο θήραμα

  • 1.
    Ο Ρέινσφορντ κάθισεσε μία ξαπλώστρα, φουμάροντας τεμπέλικα την πίπα του που ήταν φτιαγμένη από ξύλο πρίνου. Η νύχτα του προκαλούσε γλυκιά υπνηλία. «Είναι τόσο σκοτεινά», σκέφτηκε, «που θα μπορούσα να κοιμηθώ χωρίς να κλείσω τα μάτια μου· η ίδια η νύχτα θα ήταν τα βλέφαρά μου». Ένας απότομος ήχος τον έκανε να τιναχτεί. Είχε ακούσει τον ήχο να έρχεται κάπου από τα δεξιά του, και τα αυτιά του, που ήταν έμπειρα σε τέτοια ζητήματα, δεν μπορεί να είχαν γελαστεί. Άκουσε ξανά και ξανά τον ήχο. Κάπου εκεί στο σκοτάδι, κάποιος είχε πυροβολήσει με ένα όπλο τρεις φορές. Ο Ρέινσφορντ τινάχθηκε όρθιος και πήγε γρήγορα στην κουπαστή σαστισμένος. Τέντωσε τα μάτια του προς την κατεύθυνση από την οποία είχαν έρθει οι ήχοι, αλλά ήταν σαν να προσπαθούσε να δει μέσα από μία κουβέρτα. Ανέβηκε με ένα άλμα πάνω στην κουπαστή, και κρατήθηκε εκεί ισορροπώντας, έτσι ώστε να μπορεί να δει από πιο ψηλά: η πίπα του, χτυπώντας σε ένα σκοινί, έπεσε από το στόμα του. Στην προσπάθειά του να τη φτάσει, μία μικρή βραχνή φωνή βγήκε από τα χείλια του, καθώς συνειδητοποίησε ότι είχε τεντωθεί υπερβολικά και είχε χάσει την ισορροπία του. Η φωνή έσβησε ξαφνικά, καθώς τα νερά της Καραϊβικής, τα οποία είχαν την ίδια θερμοκρασία με του σώματος, κάλυψαν το κεφάλι του. Παλεύοντας, βγήκε στην επιφάνεια και προσπάθησε να φωνάξει δυνατά, όμως ο παφλασμός του ιστιοφόρου που κινούνταν με ταχύτητα τον χτύπησε στο πρόσωπο, και το θαλασσινό νερό που μπήκε στο στόμα του έπνιξε τη φωνή του. Ξεκίνησε απελπισμένα, με δυνατές απλωτές, ακολουθώντας τα φώτα του ιστιοφόρου που έσβηναν, αλλά σταμάτησε πριν κολυμπήσει πενήντα μέτρα. Σκέφτηκε ψύχραιμα: δεν ήταν η πρώτη φορά που βρισκόταν σε δύσκολη θέση. Υπήρχε πιθανότητα οι φωνές του να είχαν ακουστεί από κάποιον που βρισκόταν πάνω στο ιστιοφόρο, όμως η πιθανότητα αυτή ήταν πολύ μικρή, και γινόταν μικρότερη καθώς το ιστιοφόρο απομακρυνόταν με ταχύτητα. Πάλεψε με τον εαυτό του για να απαλλαγεί από τα ρούχα του, και φώναξε με όλη του τη δύναμη. Τα φώτα του ιστιοφόρου έγιναν αμυδρά, σαν πυγολαμπίδες που τρεμόσβηναν συνεχώς, και μετά έσβησαν τελείως μέσα στη νύχτα. Τότε ο Ρέινσφορντ θυμήθηκε τους πυροβολισμούς. Είχαν έρθει από τα δεξιά, και έτσι κολύμπησε σταθερά προς εκείνη την κατεύθυνση με απλωτές, αργά και μελετημένα, κάνοντας συντήρηση των δυνάμεών του. Πάλεψε με τη θάλασσα για πολλή ώρα, που του φάνηκε ατελείωτη. Άρχισε να μετρά τις απλωτές του· ίσως να μπορούσε να κάνει άλλες εκατό- και τότε ήταν που ο Ρέινσφορντ άκουσε έναν ήχο. Έβγαινε από το σκοτάδι, και έμοιαζε με ουρλιαχτό ζώου που σφάδαζε από αγωνία και τρόμο. Δεν αναγνώρισε το ζώο που έβγαζε αυτόν τον ήχο, και δεν έκανε καμία προσπάθεια για να το αναγνωρίσει. Βρίσκοντας νέα δύναμη, κολύμπησε προς τον ήχο που είχε ακούσει. Τον ξανάκουσε, και τότε ο ήχος κόπηκε ξαφνικά από έναν άλλο οξύ και διακεκομμένο ήχο. «Πυροβολισμοί από πιστόλι», είπε μέσα από τα δόντια του ο Ρέινσφορντ, συνεχίζοντας να κολυμπά. Μετά από δέκα λεπτά επίμονης προσπάθειας, έφτασε στα αυτιά του ένας άλλος ήχος – ο πιο ευχάριστος ήχος που είχε ακούσει ποτέ – το μουρμούρισμα και το πλατάγισμα
  • 2.
    της θάλασσας πουέσπαγε πάνω σε μία βραχώδη ακτή. Είχε φτάσει σχεδόν στα βράχια πριν προλάβει να τα δει, και αν η νύχτα ήταν πιο φουρτουνιασμένη, τότε θα είχε γκρεμοτσακιστεί πάνω σε αυτά. Με τη δύναμη που του είχε απομείνει, απομακρύνθηκε από τα νερά που στροβιλίζονταν. Ακανόνιστοι απότομοι βράχοι εμφανίστηκαν μέσα από τη θολούρα· βάζοντας δύναμη σκαρφάλωσε, τοποθετώντας το ένα χέρι μετά το άλλο. Λαχανιασμένος, και μόνο με τη δύναμη των χεριών του, έφτασε σε ένα επίπεδο μέρος στην κορυφή. Η πυκνή ζούγκλα έφτανε μέχρι τη βάση των απότομων βράχων. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή δεν τον ανησυχούσαν οι κίνδυνοι που μπορεί να του επιφύλασσε αυτός ο λαβύρινθος δέντρων και θάμνων. Αυτό που ήξερε ήταν ότι ήταν ασφαλής από τον εχθρό του, τη θάλασσα, και ότι άρχιζε να τον κυριεύει ακατανίκητη κούραση. Κατέβηκε γρήγορα από τον βράχο, μέχρι την άκρη της ζούγκλας, και έπεσε αμέσως στον πιο βαθύ ύπνο της ζωής του. Όταν άνοιξε τα μάτια του, κατάλαβε από τη θέση του ήλιου, ότι ήταν αργά το απόγευμα. Ο ύπνος του είχε δώσει νέα δύναμη, και άρχισε να νιώθει έντονη πείνα. Κοίταξε γύρω του, σχεδόν με χαρά. «Όπου υπάρχουν πυροβολισμοί από πιστόλι, υπάρχουν και άνθρωποι. Όπου υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχει και τροφή». Αλλά τί είδους άνθρωποι, αναρωτήθηκε, μπορεί να υπήρχαν σε ένα τέτοιο απρόσιτο μέρος; Οι παρυφές ενός αδιαπέραστου μετώπου χαώδους και τραχιάς ζούγκλας έφταναν μέχρι την ακτή. Δεν έβλεπε κανένα σημάδι από ίχνη μέσα στον πυκνό ιστό των χόρτων και των δέντρων. Ήταν πιο εύκολο να προχωρά κατά μήκος της ακτής, και έτσι ο Ρέινσφορντ περπατούσε δίπλα στο νερό. Δεν είχε προλάβει να προχωρήσει πολύ μακριά από το σημείο όπου είχε βγει στη στεριά, όταν σταμάτησε. Κάποιο πληγωμένο πλάσμα – κατά τα φαινόμενα, ένα μεγάλο ζώο – είχε συρθεί απότομα πάνω στους θάμνους, τα χόρτα της ζούγκλας είχαν ισοπεδωθεί, και η πυκνή βλάστηση είχε διαλυθεί· ένα κομμάτι γης που καλυπτόταν από αγριόχορτα είχε βαφτεί κατακόκκινο. Ένα μικρό αντικείμενο που γυάλιζε, το οποίο δεν βρισκόταν μακριά από τον Ρέινσφορντ, τράβηξε την προσοχή του, και το σήκωσε από το έδαφος. Ήταν ένα άδειο φυσίγγι. «Εικοσιδυάρι», σχολίασε, «Παράξενο. Και το ζώο θα πρέπει να ήταν αρκετά μεγάλο. Ο κυνηγός πρέπει να είχε μεγάλο θάρρος για να το αντιμετωπίσει με ελαφρύ όπλο. Είναι φανερό ότι το ζώο έδωσε μάχη. Υποθέτω ότι οι τρεις πρώτοι πυροβολισμοί που άκουσα ήταν όταν ο κυνηγός χτύπησε το θήραμά του και το πλήγωσε. Ο τελευταίος πυροβολισμός ήταν όταν ακολούθησε τα ίχνη του εδώ και το αποτελείωσε». Εξέτασε το έδαφος προσεκτικά και βρήκε αυτό που έλπιζε να βρει- πατημασιές από κυνηγετικές μπότες. Έδειχναν προς τον απότομο βράχο όπου κατευθυνόταν και ο ίδιος. Αμέσως, κινήθηκε γρήγορα προς την κατεύθυνση αυτή, γλιστρώντας σε ένα σημείο σε ένα σάπιο κούτσουρο, και σε ένα άλλο σε μία πέτρα που είχε φύγει από τη θέση της, συνεχίζοντας όμως να προχωρά, καθώς άρχιζε να νυχτώνει στο νησί. Άγριο σκοτάδι σκέπαζε τη θάλασσα και τη ζούγκλα, όταν ο Ρέινσφορντ είδε το φώτα. Έπεσε πάνω τους, καθώς ακολουθούσε μία κλειστή στροφή της ακτογραμμής, και η πρώτη σκέψη του ήταν ότι είχε πέσει πάνω σε ένα χωριό, γιατί τα φώτα ήταν πολλά. Όμως, καθώς προχωρούσε με αποφασιστικότητα, είδε, προς μεγάλη του έκπληξη, ότι
  • 3.
    όλα τα φώταβρίσκονταν μέσα σε ένα τεράστιο κτίριο- ένα ψηλό οικοδόμημα με μυτερούς πύργους, οι οποίοι ξεχύνονταν προς τα πάνω μέσα στο σκοτάδι. Τα μάτια του διέκριναν το σκιώδες περίγραμμα ενός μεγαλοπρεπούς κάστρου που βρισκόταν πάνω σε έναν ψηλό βράχο, στις τρεις πλευρές του οποίου υπήρχαν γκρεμοί, οι οποίοι κατέβαιναν απότομα μέχρι το σημείο όπου η θάλασσα έγλειφε τα αχόρταγα χείλη της πάνω στις σκιές. «Οφθαλμαπάτη», σκέφτηκε ο Ρέινσφορντ. Όμως δεν ήταν οφθαλμαπάτη, όπως διαπίστωσε όταν άνοιξε την ψηλή σιδερένια πόρτα που κατέληγε σε αιχμηρές ράβδους στο πάνω μέρος της. Τα πέτρινα σκαλοπάτια ήταν αρκετά αληθινά, όπως και η τεράστια πόρτα που είχε για ρόπτρο μία τερατόμορφη φιγούρα με μοχθηρό βλέμμα, όμως πάνω από όλα αυτά πλανιόταν μία εξωπραγματική ατμόσφαιρα. Καθώς σήκωσε το ρόπτρο, αυτό έτριξε δυνατά, σαν να μην είχε χρησιμοποιηθεί ποτέ πριν. Το άφησε να πέσει, σαστίζοντας με την ένταση του ήχου του. Του φάνηκε ότι άκουσε βήματα από μέσα, αλλά η πόρτα παρέμεινε κλειστή. Ο Ρέινσφορντ σήκωσε πάλι το βαρύ ρόπτρο, και το άφησε να πέσει. Τότε η πόρτα άνοιξε – τόσο απότομα, σαν να τη συγκρατούσε ελατήριο – και ο Ρέινσφορντ ανοιγόκλεισε τα μάτια του μόλις αντίκρισε το άφθονο εκτυφλωτικό χρυσό φως που ξεχύθηκε. Το πρώτο πράγμα που διέκριναν τα μάτια του Ρέινσφορντ ήταν ο πιο μεγαλόσωμος άνδρας που είχε αντικρίσει ποτέ του – ένα γιγάντιο ον, γεροδεμένο, και με μαύρη γενειάδα που έφτανε μέχρι τη μέση. Ο άνδρας κρατούσε στο χέρι του ένα μακρύκαννο περίστροφο, και σημάδευε με αυτό κατευθείαν στην καρδιά του Ρέινσφορντ. Μέσα από την πυκνή γενειάδα, δύο μικρά μάτια τον κοιτούσαν επίμονα. «Μην τρομάζετε», είπε ο Ρέινσφορντ, με ένα χαμόγελο που έλπιζε ότι θα ήταν αφοπλιστικό. «Δεν είμαι ληστής. Έπεσα στη θάλασσα από ένα ιστιοφόρο. Ονομάζομαι Σάνγκερ Ρέινσφορντ, και είμαι από τη Νέα Υόρκη». Το απειλητικό βλέμμα στα μάτια δεν άλλαξε. Το περίστροφο δεν είχε κουνηθεί από τη θέση του, σημαδεύοντας στο ίδιο σημείο, με τον γίγαντα να είναι ακίνητος σαν άγαλμα. Δεν έδειξε ότι καταλάβαινε, αλλά ούτε ότι είχε ακούσει τα λόγια του Ρέινσφορντ. Φορούσε μία μαύρη στολή, διακοσμημένη με γκρίζο δέρμα αστραχάν. «Είμαι ο Σάνγκερ Ρέινσφορντ από τη Νέα Υόρκη», άρχισε να λέει πάλι ο Ρέινσφορντ. «Έπεσα στη θάλασσα από ένα ιστιοφόρο. Πεινάω». Η μόνη απάντηση του άνδρα ήταν να σηκώσει με τον αντίχειρά του τον κόκορα του περιστρόφου του. Τότε, ο Ρέινσφορντ είδε το ελεύθερο χέρι του άνδρα να κινείται προς το μέτωπό του σε στρατιωτικό χαιρετισμό, και να χτυπά τις φτέρνες του μαζί σε θέση προσοχής. Ένας άλλος άνδρας κατέβαινε τα πλατιά μαρμάρινα σκαλοπάτια· ένας λεπτός άνδρας με όρθιο παράστημα, ντυμένος με βραδινή ενδυμασία. Προχώρησε προς τον Ρέινσφορντ και άπλωσε το χέρι του. Με καλλιεργημένη φωνή που χαρακτηριζόταν από μία ελαφρά σπαστή προφορά, η οποία της προσέδιδε ακρίβεια και υπολογισμό στα λεγόμενα, είπε, «Είναι μεγάλη χαρά και τιμή να υποδέχομαι στην οικία μου τον κ. Σάνγκερ Ρέινσφορντ, τον ξακουστό κυνηγό».
  • 4.
    Μηχανικά, ο Ρέινσφορντέσφιξε το χέρι του άνδρα. «Έχω διαβάσει το βιβλίο σας σχετικά με το κυνήγι λεοπαρδάλεων του χιονιού στο Θιβέτ, βλέπετε», εξήγησε ο άνδρας. «Είμαι ο Στρατηγός Ζάροφ». Η πρώτη εντύπωση του Ρέινσφορντ ήταν ότι ο άνδρας είχε μια ιδιαίτερη ομορφιά · μία δεύτερη ματιά του δημιούργησε την εντύπωση ότι το πρόσωπο του στρατηγού είχε μοναδικά, σχεδόν παράξενα χαρακτηριστικά. Ήταν ένας ψηλός άνδρας που είχε περάσει τη μέση ηλικία, και αυτό φαινόταν από τα μαλλιά του που είχαν ένα έντονο λευκό χρώμα. Όμως, τα πυκνά φρύδια και το στριφτό μουστάκι του ήταν μαύρα σαν τη νύχτα από όπου είχε έρθει ο Ρέινσφορντ. Τα μάτια του ήταν επίσης μαύρα, και πολύ ζωηρά. Είχε ψηλά ζυγωματικά, σουβλερή μύτη, και ένα λιτό, σκοτεινό πρόσωπο – το πρόσωπο ενός ανθρώπου που είναι συνηθισμένος να δίνει εντολές, ενός αριστοκράτη. Γυρνώντας προς τον γίγαντα με τη στολή, ο στρατηγός έκανε ένα νεύμα. Ο γίγαντας έβαλε στην άκρη το πιστόλι του, χαιρέτησε, και αποσύρθηκε. «Ο Ιβάν είναι άνδρας με απίστευτη δύναμη», σχολίασε ο στρατηγός, «αλλά είχε την ατυχία να είναι κωφάλαλος. Είναι απλός άνθρωπος, όμως φοβάμαι ότι είναι λίγο αγροίκος, όπως και όλη η φυλή του». «Είναι Ρώσος;» «Είναι Κοζάκος», είπε ο στρατηγός, και το χαμόγελό του άφησε να φανούν τα κόκκινα χείλη και τα κοφτερά δόντια του. «Το ίδιο κι εγώ». «Ελάτε», είπε, «δεν θα πρέπει να κουβεντιάζουμε εδώ. Μπορούμε να συζητήσουμε αργότερα. Τώρα, εσείς θέλετε ρούχα, φαγητό, και όλα τα σχετικά. Θα τα έχετε. Αυτό το μέρος είναι πολύ καλό για ανάπαυση». Ο Ιβάν είχε εμφανιστεί πάλι και ο στρατηγός του μίλησε με χείλη που κινούνταν, αλλά δεν έβγαζαν ήχο. «Αν έχετε την καλοσύνη, ακολουθήστε τον Ιβάν, κ. Ρέινσφορντ», είπε ο στρατηγός. «Ήμουν έτοιμος να γευματίσω, όταν ήρθατε. Θα σας περιμένω. Θα διαπιστώσετε ότι τα ρούχα μου θα σας χωρούν, πιστεύω». Ο Ρέινσφορντ ακολούθησε τον βουβό γίγαντα σε ένα τεράστιο υπνοδωμάτιο, με οροφή που στηριζόταν σε δοκάρια, και ένα κρεβάτι με ουρανό που ήταν αρκετό για να χωρέσει έξι άνδρες. Ο Ιβάν του έδωσε ένα βραδινό κοστούμι, και ο Ρέινσφορντ, καθώς το φορούσε, παρατήρησε ότι ήταν φτιαγμένο από έναν λονδρέζο ράφτη, ο οποίος συνήθως δεν έραβε για κανέναν κατώτερο από το αξίωμα του δούκα. Η τραπεζαρία, στην οποία τον οδήγησε ο Ιβάν, ήταν εντυπωσιακή από πολλές απόψεις. Υπήρχε μεσαιωνική μεγαλοπρέπεια σε αυτήν, και έδινε την εντύπωση μεγαλοπρεπούς αίθουσας της φεουδαρχικής εποχής, με τα δρύινα φατνώματα, το ψηλό ταβάνι, και τα τεράστια τραπέζια της, όπου δύο εικοσάδες ανδρών μπορούσαν να καθίσουν άνετα για να φάνε. Γύρω-γύρω στην αίθουσα υπήρχαν κρεμασμένες κεφαλές πολλών ζώων στους τοίχους – λιοντάρια, τίγρεις, ελέφαντες, τάρανδοι, αρκούδες – τα μεγαλύτερα ή τελειότερα δείγματα που είχε ποτέ δει ο Ρέινσφορντ. Στο μεγάλο τραπέζι καθόταν μόνος του ο στρατηγός.
  • 5.
    «Θα πάρετε ένακοκτέιλ, κ. Ρέινσφορντ», πρότεινε. Το κοκτέιλ ήταν ανέλπιστα καλό, και, όπως παρατήρησε ο Ρέινσφορντ, η ποιότητα των επίπλων του τραπεζιού ήταν από τις καλύτερες – τα τραπεζομάντηλα, τα κρύσταλλα, τα ασημικά, τα πορσελάνινα σερβίτσια. Έφαγαν μπορς, την πλούσια, κόκκινη σούπα με χτυπημένη κρέμα, η οποία είναι τόσο αγαπητή στον ουρανίσκο των Ρώσων. Σχεδόν απολογούμενος, ο Στρατηγός Ζάροφ είπε, «Κάνουμε ό, τι μπορούμε για να διατηρήσουμε τις ανέσεις του πολιτισμού εδώ. Παρακαλώ, συγχωρέστε κάποιες ατέλειες. Είμαστε μακριά από τα τουριστικά μέρη, ξέρετε. Νομίζετε ότι η σαμπάνια έχει επηρεαστεί από το μακρύ ταξίδι της στον ωκεανό;» «Καθόλου», δήλωσε ο Ρέινσφορντ. Διαπίστωνε ότι ο στρατηγός ήταν από τους πιο ευγενικούς και καταδεκτικούς οικοδεσπότες, ένας πραγματικός κοσμοπολίτης. Όμως, υπήρχε ένα μικρό χαρακτηριστικό του στρατηγού που έκανε τον Ρέινσφορντ να αισθάνεται άβολα. Ότι, όποτε σήκωνε το κεφάλι από το πιάτο του, έπιανε τον στρατηγό να τον μελετά και να τον εξετάζει προσεκτικά. «Ίσως», είπε ο Στρατηγός Ζάροφ, «μείνατε έκπληκτος που αναγνώρισα το όνομά σας. Βλέπετε, διάβασα όλα τα βιβλία σας για το κυνήγι που εκδώσατε στα αγγλικά, στα γαλλικά, και στα ρωσικά. Μόνο ένα πάθος έχω στη ζωή μου κ. Ρέινσφορντ, και αυτό είναι το κυνήγι». «Έχετε μερικές υπέροχες κεφαλές εδώ», είπε ο Ρέινσφορντ, καθώς έτρωγε ένα εξαιρετικά καλομαγειρεμένο φιλέ μινιόν. «Εκείνος ο αφρικανικός βούβαλος είναι ο μεγαλύτερος που έχω δει ποτέ». «Α, εκείνος ο φιλαράκος. Ναι, ήταν τεράστιος». «Σας επιτέθηκε;» «Με εκσφενδόνισε σε ένα δέντρο», είπε ο στρατηγός. «Μου προκάλεσε κάταγμα στο κρανίο. Όμως το κατάφερα το θηρίο». «Πάντα πίστευα», είπε ο Ρέινσφορντ, «ότι ο αφρικανικός βούβαλος είναι το πιο επικίνδυνο από όλα τα μεγάλα θηράματα». Για μια στιγμή, ο στρατηγός δεν απάντησε· χαμογελούσε παράξενα με τα κόκκινα χείλη του. Τότε είπε αργά, «Όχι. Κάνετε λάθος, κύριε. Ο αφρικανικός βούβαλος δεν είναι το πιο επικίνδυνο μεγάλο θήραμα». Ρούφηξε το κρασί του. «Εδώ, στο καταφύγιο άγριων θηραμάτων μου σε αυτό το νησί», είπε με τον ίδιο αργό τόνο, «κυνηγώ το πιο επικίνδυνο θήραμα». Ο Ρέινσφορντ εξέφρασε την έκπληξή του. «Υπάρχει μεγαλύτερο θήραμα πάνω σε αυτό το νησί;» Ο στρατηγός κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Το μεγαλύτερο». «Αλήθεια;»
  • 6.
    «Α, φυσικά δενυπάρχει εδώ υπό φυσιολογικές συνθήκες. Εγώ είμαι αυτός που θα πρέπει να φροντίζει να υπάρχει απόθεμα στο νησί». «Τί έχετε εισάγει, στρατηγέ;», ρώτησε ο Ρέινσφορντ. «Τίγρεις;». Ο στρατηγός χαμογέλασε. «Όχι», είπε. «Το κυνήγι τίγρεων έπαψε να μ’ ενδιαφέρει πριν από μερικά χρόνια. Εξάντλησα όλες τις δυνατότητές τους, βλέπετε. Δεν μου έχει απομείνει ενθουσιασμός για τις τίγρεις, δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος. Ζω για τον κίνδυνο, κ. Ρέινσφορντ». Ο στρατηγός πήρε από την τσέπη του μία χρυσή ταμπακιέρα και πρόσφερε στον επισκέπτη του ένα μακρύ μαύρο τσιγάρο με ασημένια άκρη· ήταν αρωματισμένο και ανέδινε μία μυρωδιά σαν θυμίαμα. «Θα κάνουμε εξαιρετικό κυνήγι μαζί», είπε ο στρατηγός. «Θα ήταν μεγάλη μου χαρά να με συνοδέψετε». «Όμως, τί κυνήγι…», άρχισε να λέει ο Ρέινσφορντ. «Θα σας πω», είπε ο στρατηγός. «Θα το απολαύσετε, το ξέρω. Πιστεύω πως μπορώ να πω, με κάθε ταπεινότητα, ότι είναι σαν να έστρωσα ένα σπάνιο χαλί, σαν να επινόησα κάτι νέο που θα κάνει πάταγο. Μπορώ να σας βάλω άλλο ένα ποτήρι πόρτο;». «Σας ευχαριστώ, στρατηγέ». Ο στρατηγός γέμισε και τα δύο ποτήρια, και είπε, «Ο Θεός φτιάχνει κάποιους ανθρώπους ποιητές, κάποιους βασιλιάδες, και κάποιους άλλους ζητιάνους. Εμένα μ’ έπλασε κυνηγό. Το χέρι μου είναι φτιαγμένο για τη σκανδάλη, όπως μου έλεγε ο πατέρας μου. Ήταν πολύ πλούσιος και είχε στην ιδιοκτησία του πάνω από ένα εκατομμύριο στρέμματα στην Κριμαία. Είχε επίσης μεγάλο πάθος με τον αθλητισμό. Όταν ήμουν μόλις πέντε ετών, μου έδωσε ένα μικρό όπλο, το οποίο είχε κατασκευαστεί στη Μόσχα ειδικά για εμένα, για να πυροβολώ σπουργίτια με αυτό. Όταν πυροβόλησα κάποιες από τις αγαπημένες γαλοπούλες του με αυτό, δεν με τιμώρησε, αλλά επαίνεσε τη σκοπευτική μου δεινότητα. Όλη μου η ζωή ήταν ένα παρατεταμένο κυνήγι. Κατατάγηκα στο στρατό, όπως αναμενόταν για τους γιους των αριστοκρατών, και για κάποιο χρονικό διάστημα διοίκησα μία μεραρχία ιππικού των Κοζάκων, όμως το πραγματικό μου ενδιαφέρον ήταν το κυνήγι. Κυνήγησα κάθε είδους θήραμα που υπάρχει, σε κάθε χώρα. Θα μου ήταν αδύνατο να σας απαριθμήσω πόσα ζώα έχω σκοτώσει». Ο στρατηγός τράβηξε μια ρουφηξιά από το τσιγάρο του. «Μετά την πανωλεθρία της Ρωσίας, έφυγα από τη χώρα, γιατί δεν ήταν φρόνιμο για έναν αξιωματικό του Τσάρου να παραμείνει εκεί. Πολλοί Ρώσοι αριστοκράτες έχασαν τα πάντα. Εγώ, για καλή μου τύχη, είχα επενδύσει μεγάλα ποσά σε αμερικανικά αξιόγραφα, και έτσι δεν θα χρειαστεί ποτέ να ανοίξω τεϊοποτείο στο Μόντε Κάρλο ή να οδηγήσω ταξί στο Παρίσι. Όπως ήταν φυσικό, εξακολούθησα να κυνηγώ – γκρίζες αρκούδες στα Βραχώδη Όρη, κροκόδειλους στον Γάγγη,
  • 7.
    ρινόκερους στην ΑνατολικήΑφρική. Στην Αφρική με χτύπησε ο αφρικανικός βούβαλος και μ’ έριξε στο κρεβάτι για έξι μήνες. Αμέσως μόλις ανάρρωσα, ξεκίνησα ένα ταξίδι, με πρώτον προορισμό τον Αμαζόνιο, για να κυνηγήσω ιαγουάρους, γιατί είχα ακούσει ότι ήταν εξαιρετικά πονηρά ζώα. Αποδείχθηκε όμως ότι δεν ήταν». Ο Κοζάκος αναστέναξε. «Δεν μπορούσαν να συναγωνιστούν σε καμία περίπτωση έναν έξυπνο κυνηγό με τουφέκι μεγάλης ισχύος. Απογοητεύτηκα οικτρά. Ξάπλωνα στη σκηνή μου με φρικτό πονοκέφαλο, όταν μία τρομακτική σκέψη πέρασε από το μυαλό μου. Είχα αρχίσει να βαριέμαι το κυνήγι! Έχω ακούσει ότι στην Αμερική οι επιχειρηματίες καταρρέουν όταν παρατούν μια επιχείρηση, η οποία ήταν όλη τους η ζωή». «Ναι, έτσι είναι», είπε ο Ρέινσφορντ. Ο στρατηγός χαμογέλασε. «Δεν ήθελα σε καμία περίπτωση να συμβεί το ίδιο σε εμένα», είπε. «Έπρεπε να κάνω κάτι, καθώς διαθέτω αναλυτικό μυαλό, κ. Ρέινσφορντ. Αναμφίβολα, αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο απολαμβάνω τα προβλήματα του κυνηγιού». «Δεν υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό, Στρατηγέ Ζάροφ». «Έτσι», συνέχισε ο στρατηγός, «αναρωτήθηκα γιατί το κυνήγι είχε σταματήσει να με γοητεύει. Είστε πολύ νεότερος από εμένα, κ. Ρέινσφορντ, και δεν έχετε κυνηγήσει τόσο πολύ όσο εγώ, όμως ίσως μαντεύετε την απάντηση». «Και ποιά ήταν αυτή;» «Απλά, ότι το κυνήγι είχε πάψει να είναι για μένα αυτό που λέμε ‘αθλητική δραστηριότητα’. Είχε γίνει υπερβολικά εύκολο. Πάντα έπιανα το θήραμά μου. Πάντα. Δεν υπάρχει πιο βαρετό πράγμα από την τελειότητα». Ο στρατηγός άναψε κι άλλο τσιγάρο. «Κανένα θήραμα δεν είχε τύχη μαζί μου πια. Δεν το λέω για να υπερηφανευτώ, το λέω από μαθηματική βεβαιότητα. Το ζώο είχε μόνο τα πόδια και το ένστικτό του. Το ένστικτο δεν μπορεί να παραβγεί τη λογική. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω, ότι ήταν τραγική η στιγμή που το σκέφτηκα αυτό». Ο Ρέινσφορντ έγειρε πάνω στο τραπέζι, έχοντας απορροφηθεί από αυτά...Διαβάστε τη συνέχεια εδώ