Ολοκληρωμένα κριτήρια
αξιολόγησης με Απαντήσεις
Κωνσταντίνος Μάντης - Λία Βαρμπομπίτη
ΤΡΆΠΕΖΑ ΘΕΜΆΤΩΝ
ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
Α’ ΛΥΚΕΙΟΥ
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ
Κ Ο Ι Υ Κ Λ Ν
2 ’
1ο Κριτήριο Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας 11622
Σαν τα τρελά πουλιά...................................................................................................................................................σελ .07
2ο Κριτήριο Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας 11628
Επιτάφιος....................................................................................................................................................................................................σελ.15
3ο Κριτήριο Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας 11707
Η Μεγάλη Χίμαιρα.........................................................................................................................................................σελ.23
4ο Κριτήριο Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας 11708
Το ψωμί...........................................................................................................................................................................................................σελ.31
5ο Κριτήριο Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας 11709
Ο ταχυδρόμος............................................................................................................................................................................σελ.39
6ο Κριτήριο Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας 11710
«Εξ αγχιστείας» .....................................................................................................................................................................σελ.47
7ο Κριτήριο Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας 11711
Τα ψάθινα καπέλα...........................................................................................................................................................σελ.55
1
2
3
4
5
6
7
Κ Ρ Ι Τ Η Ρ Ι Α Ν Ε Α Σ Ε Λ Λ Η Ν Ι Κ Η Σ Λ Ο Γ Ο Τ Ε Χ Ν Ι Α Σ
<a href=»https://www.freepik.com/vectors/geometric»>Geometric vector created by pikisuperstar - www.freepik.com</a>
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
3
’
8ο Κριτήριο Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας 11712
Αναφορά στον Γκρέκο............................................................................ σελ.65
9ο Κριτήριο Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας 11713
Στέλλα Βιολάντη................................................................................................................................................................σελ.73
10ο Κριτήριο Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας 11714
Η Ανατροπή.......................................................................................................................................................................................σελ.85
11ο Κριτήριο Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας 11715
Μαμά γερνάω..............................................................................................................................................................................σελ.95
12ο Κριτήριο Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας 11728
Η Καγκελόπορτα..........................................................................................................................................................σελ.103
13ο Κριτήριο Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας 11729
Ταξιδεύοντας. Ιταλία-Αίγυπτος-Σινά-Ιερουσαλήμ-Κύπρος-
Ο Μοριάς.................................................................................................................................................................................................σελ.111
8
9
10
11
12
13
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
5
’
ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ:
ΤΑ ΦΥΛΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
7
’
ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α ΛΥΚΕΙΟΥ
11622
ΚΕΊΜΕΝΟ
ΜΑΡΙΑ ΙΟΡΔΑΝΙΔΟΥ (1897-1989)
Σαν τα τρελά πουλιά (απόσπασμα)
Το μυθιστόρημα «Σαν τα τρελά πουλιά» της Μαρίας Ιορδανίδου αναφέρεται στους
ανθρώπους που αναγκάζονται να διασκορπίζονται λόγω πολιτικών-οικονομικών
συνθηκών. Κεντρικό πρόσωπο είναι η Άννα και η μητέρα της, η Κλειώ, που αναγκά-
ζονται να εγκαταλείψουν την Κωνσταντινούπολη και να μετοικήσουν αρχικά στην
Αίγυπτο της δεκαετίας του 1920.
Έμμονη ιδέα είχε καταντήσει στην Άννα το ζήτημα της μόρφωσης. Δεν ήταν
σνομπ. Τη μόρφωση την ήθελε για να μπορέσει να ικανοποιήσει τα ερωτηματικά
που είχε μέσα της. Δεν πειράζει. Θα το κατόρθωνε κάποτε. Σιγά-σιγά.
Έτσι κυλούσε η ζωή της Άννας, όμορφα και καλά, και έτσι θα την άφηνε να
κυλά κάθε γνωστικό κορίτσι στη θέση της. Θα μάζευε παραδάκι, θα τσαλαβούταγε
για λίγο για διασκέδαση στην περίφημη μόρφωση, αφού την είχε πάρει τόσο από
καρδιά, θα έκανε κανένα ταξιδάκι στο εξωτερικό, και θα περίμενε να περάσει η
Τύχη να της φέρει έναν καλό γαμπρό. Πλούσιο θέλεις; Νά τονα. Ο ξάδερφος της
νύφης τους της Ειρήνης, λεβέντης καμιά τριανταριά χρονών, που τώρα μόλις γύ-
ρισε από την Οξφόρδη με δίπλωμα χημικού μηχανικού στην τσέπη του και με του
κόσμου τα φεντάνια1
μπαμπάκι στην Κάτω Αίγυπτο, έτοιμος είναι. Την ερωτεύτηκε
1. φεντάνι: μονάδα μέτρησης επιφάνειας, κυρίως έκτασης γης, που ισούται με 4.200 τ.μ.
8 ’
την Άννα, και ήταν τόσο σίγουρος πως η Άννα θα χύνονταν αμέσως να τον πάρει,
που παράγγειλε μονόπετρο διαμαντένιο δαχτυλίδι στο Παρίσι και γούνα σινσιλά2
,
πριν το προτείνει ακόμα. Το έμαθε η Κλειώ από την Ειρήνη, που το έμαθε απ’ τη
θεία του γαμπρού.
Μιρμιρία την έπιασε την Άννα σαν τάμαθε αυτά. «Απα-πά-πά, να πάρει το χρυ-
σοκάνθαρο3
, ν’ ανοίξει σαλόνι κοσμικής κυρίας, να γίνει dame patronesse4
; Δεν
είμαστε καλά! – Καλέ τρελάθηκες; Και σαν τρελάθηκες πες το μας, να φέρουμε
παπά να σε διαβάσει.»
Τίποτα δε θέλει ν’ ακούσει η Άννα. Καλά. Στο διάολο να πάει, δε θέλει να πάρει
πλούσιο, ας πάρει φτωχό. Φτωχοί στο γύρο σαν τα μαλλιά μου.
«Πάρε κανέναν άνθρωπο της σειράς σου. Κανέναν τίμιο άνθρωπο και καλό,
όπως παντρεύτηκε η γιαγιά σου και η θεία σου η Αγαθώ. Πάρε κανένα Μανωλιό
που να του λες κάθε τόσο: «Τίς εστί πλούσιος, Μανωλιό μου; Ο εν τω ολίγω αναπαυ-
όμενος». Άνοιξε σπιτικό με γιούκια5
και κελάρια. Μάζεψε κουρελόμπογους, γέμισε
καβανόζια6
με τουρσιές, ψήσε ανοιξιάτικο γλυκό, φθινοπωρινά ρετσέλια7
. Κάνε
παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα, και σαν έρθει η ώρα σου πέθανε όμορφα και καλά και
περίμενε σύμφωνα με την τάξη και την ιεραρχία να γράψουν πάνω στην πλάκα του
τάφου σου: Ενθάδε κειται… κλπ., όπως κάνουν όλοι οι γνωστικοί ορθόδοξοι και
καθώς πρέπει άνθρωποι.»
Όχι, ούτε αυτό. Ε, τι θέλει λοιπόν; Θέλει να μορφωθεί. Θέλει να βρει έναν άν-
θρωπο που θα τη βοηθήσει να μορφωθεί. Αμέτη-μουαμέτη8
τόβαλε να μορφωθεί,
για να καταλάβει τι γίνεται στο γύρο της. Γιατί να υπάρχει τέτοια ανισότητα, τέτοια
σκληρότητα, τέτοια απανθρωπιά. Ποιος φταίει; Και τι κάνει επιτέλους αυτός ο πα-
νάγαθος Πλάστης που στέκεται και σεργιανά αυτή την ασυναρτησία που δημιούρ-
γησε; Και τι μπορείς να κάνεις για να βοηθήσεις σε τίποτα;
Μαρία Ιορδανίδου, Σαν τα τρελά πουλιά,
Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας 1978, σσ. 54-55
2. σινσιλά (τσιντσιλά): είδος γούνας
3. χρυσοκάνθαρος: άνθρωπος πλούσιος και ξιπασμένος
4. dame patronesse: παντοδύναμη γυναίκα, «κυρά κι αρχόντισσα»	
5. γιούκι (γιούκος): στοίβα από σεντόνια, κουβέρτες, χαλιά κ.λπ.
6. καβανόζι: μεταλλικό δοχείο για γλυκά, τουρσιά των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης
7. ρετσέλι: γλυκό του κουταλιού
8. Αμέτη-μουαμέτη (αμέτι μουχαμέτι): οπωσδήποτε, με κάθε τρόπο
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
9
’
ΘΕΜΑΤΑ
ΘΕΜΑ 1
		
ΘΕΜΑ 1α
Σε κάθε μία από τις ακόλουθες διαπιστώσεις να δώσετε τον χαρακτηρισμό
«Σωστό» ή «Λάθος», ανάλογα με το αν αποδίδουν σωστά το νόημα του κειμένου.
Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας με αναφορές στο κείμενο.
α) Η Άννα θεωρεί τη μόρφωση περιττή πολυτέλεια.
β) Η μητέρα της Άννας προτιμά έναν πλούσιο γάμο για την κόρη της.
γ) Η δυσχερής οικονομική κατάστασή τους αποτρέπει την Άννα από την προσπά-
θεια να μορφωθεί.
δ) Η Άννα προτιμά έναν φτωχό γαμπρό και μια απλή ζωή.
ε) Η μητέρα, αν και διαφωνεί, αντιλαμβάνεται την ανάγκη της κόρης της για μόρ-
φωση.
		 μονάδες 10
ΘΕΜΑ 1β	
«Έτσι κυλούσε η ζωή της Άννας ... απ’ τη θεία του γαμπρού.» Στο απόσπασμα κα-
ταγράφεται μια κοινωνική αντίληψη της εποχής που συνδέεται με φυλετικά στε-
ρεότυπα. Ποιος χαρακτήρας του κειμένου την ασπάζεται; Σκιαγραφήστε τον με τη
βοήθεια του κειμένου (σε 40-50 λέξεις).
							 μονάδες 20
Εναλλακτικά
«Μιρμιρία την έπιασε την Άννα σαν τάμαθε αυτά. «Απα-πά-πά, να πάρει το χρυσο-
κάνθαρο, ν’ ανοίξει σαλόνι κοσμικής κυρίας, να γίνει dame patronesse; Δεν είμαστε
καλά! – Καλέ τρελάθηκες; Και σαν τρελάθηκες πες το μας, να φέρουμε παπά να σε
διαβάσει.»ΣτοαπόσπασμαπεριγράφεταιπαραστατικάηαντίδρασητηςΆνναςγιατον
πλούσιο γαμπρό. Τι υποδηλώνει αυτή για τον χαρακτήρα της κοπέλας; (40-50 λέξεις)
								 μονάδες 20
10 ’
ΘΕΜΑ 2
		
ΘΕΜΑ 2α
«Όχι, ούτε αυτό. Ε, τι θέλει λοιπόν; Θέλει να μορφωθεί. ... Και τι μπορείς να κά-
νεις για να βοηθήσεις σε τίποτα;»
Στην τελευταία παράγραφο του κειμένου παρατηρούνται εναλλαγές ρηματι-
κών προσώπων και συχνή χρήση του ερωτηματικού. Εξηγήστε με παραδείγματα
σε τι εξυπηρετούν αυτές οι επιλογές ως προς το νόημα και το ύφος του κειμένου.
											
μονάδες 20
Εναλλακτικά
«Πάρε κανέναν άνθρωπο της σειράς σου. Κανέναν τίμιο άνθρωπο και καλό,
όπως παντρεύτηκε η γιαγιά σου και η θεία σου η Αγαθώ. ... Ενθάδε κειται… κλπ.,
όπως κάνουν όλοι οι γνωστικοί ορθόδοξοι και καθώς πρέπει άνθρωποι.» Στο από-
σπασμα κυρίαρχο ρόλο διαδραματίζει η προστακτική έγκλιση. Σε τι εξυπηρετεί
η χρήση της το νόημα και το ύφος του κειμένου; Σε συνδυασμό με ποιες άλλες
γλωσσικές επιλογές επιτυγχάνεται ο στόχος της συγγραφέα;	
μονάδες 20
ΘΕΜΑ 2β
«Άνοιξε σπιτικό με γιούκια… άνθρωποι.»: Στον παραινετικό μονόλογο της μη-
τέρας προς την κόρη, η συγγραφέας χρησιμοποιεί μια σειρά από ασύνδετα σχή-
ματα. Ποια είναι αυτά και πώς συμβάλλουν στην ανάδειξη κοινωνικών στερεοτύ-
πων της εποχής για το νόημα και την πορεία της ζωής μιας γυναίκας;
μονάδες 10
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
11
’
ΘΕΜΑ 3
Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις)
Η Άννα επιθυμεί να μορφωθεί με κάθε κόστος και παρά τις αντιδράσεις της μη-
τέρας της. Πόσο εύκολο ήταν, πιστεύετε, για μια γυναίκα της εποχής της να κάνει
αυτήν την επιλογή;
μονάδες 40
ΠΡΟΤΕΙΝΌΜΕΝΕΣ ΑΠΑΝΤΉΣΕΙΣ
ΘΕΜΑ 1α
α) Λάθος: « Έμμονη ιδέα είχε καταντήσει στην Άννα το ζήτημα της μόρφωσης. ...
να ικανοποιήσει τα ερωτηματικά που είχε μέσα της.», «Όχι, ούτε αυτό. Ε, τι θέλει
λοιπόν; Θέλει να μορφωθεί.» και «Αμέτη-μουαμέτη8
τόβαλε να μορφωθεί, για
να καταλάβει τι γίνεται στο γύρο της.»
β) Σωστό: «Θα μάζευε παραδάκι, θα τσαλαβούταγε για λίγο για διασκέδαση στην
περίφημη μόρφωση, ... έναν καλό γαμπρό. Πλούσιο θέλεις; Νά τονα.»
γ) Λάθος: «Δεν πειράζει. Θα το κατόρθωνε κάποτε. Σιγά-σιγά.» και «Αμέτη-μουα-
μέτη8
τόβαλε να μορφωθεί, για να καταλάβει τι γίνεται στο γύρο της.»
δ) Λάθος: « Όχι, ούτε αυτό. Ε, τι θέλει λοιπόν; Θέλει να μορφωθεί. Θέλει να βρει
έναν άνθρωπο που θα τη βοηθήσει να μορφωθεί.»
ε) Σωστό: «Δεν ήταν σνομπ. Τη μόρφωση την ήθελε για να μπορέσει να ικανοποι-
ήσει τα ερωτηματικά που είχε μέσα της.»
ΘΕΜΑ 1β
Η μητέρα της Άννας μεταφέρει μέσα από τον μονόλογό της τις κοινωνικές αντι-
λήψεις της εποχής για τον προορισμό και τον ρόλο της γυναίκας. Σε μια κοινωνία
ανδροκρατούμενη προτεραιότητα αποτελεί ένας καλός γάμος («...θα περίμενε να
περάσει η Τύχη να της φέρει έναν καλό γαμπρό...») με έναν ευκατάστατο γαμπρό
που διαθέτει και άλλα προσόντα όπως δίπλωμα, δουλειά και ισχυρή αυτοπεποί-
θηση. Τα υπόλοιπα έχουν δευτερεύοντα ρόλο ( «Θα μάζευε παραδάκι, ... ταξιδάκι
στο εξωτερικό...).
12 ’
Εναλλακτικά
Για την Άννα η σκέψη ενός πλούσιου γάμου λειτουργεί απωθητικά ώστε να τον
αποκρούει με έντονα ειρωνικό τρόπο. Ο γαμπρός αποκαλείται «χρυσοκάνθαρος»,
η ίδια αυτοσαρκάζεται ως «dame patronesse» που επιδεικνύεται στα κοσμικά σα-
λόνια και η μητέρα αποδοκιμάζεται για την παράλογη πρότασή της με τρόπο κω-
μικό («...να φέρουμε παπά να σε διαβάσει»). Η αξιοπρέπειά της υπαγορεύει στην
κοπέλα να πολεμήσει για την απόφασή της να ορίσει η ίδια τη ζωή της.
ΘΕΜΑ 1β
Στο απόσπασμα χρησιμοποιούνται το γ΄ ενικό και το το β΄ ενικό πρόσωπο. Το
πρώτο συνδέεται με δύο διαφορετικά υποκείμενα. Τα ρήματα θέλει (επαναλαμβά-
νεται τρεις φορές για έμφαση), να βρει, να μορφωθεί, τόβαλε, να καταλάβει συνδέο-
νται με τις επιλογές της Άννας που σχολιάζονται από τη μητέρα. Αλλά και τα υπό-
λοιπα ρήματα που βρίσκονται στο ίδιο πρόσωπο (υπάρχει, φταίει, κάνει, στέκεται,
σεργιανά, δημιούργησε) συσχετίζονται με τα ερωτήματα που βασανίζουν την Άννα
και την σπρώχνουν να αναζητήσει τις απαντήσεις τους μέσα από τη μόρφωση. Η
επιλογή του γ’ προσώπου δηλώνει την προσπάθεια αντικειμενικής και αποστασιο-
ποιημένης προσέγγισης του θέματος από τη μητέρα που αναγνωρίζει την ανάγκη
της κόρης της για μόρφωση, αν και η ίδια θα προτιμούσε μια άλλη ζωή για αυτήν.
Το β΄ενικό πρόσωπο ( τι μπορείς να κάνεις για να βοηθήσεις) ολοκληρώνει τις απορί-
ες της Άννας, αλλά σε πιο προσωπικό και συναισθηματικά φορτισμένο ύφος, αφού
απευθύνεται στην ίδια και στους συνανθρώπους της. Η εναλλαγή των δύο προσώ-
πων σε συνδυασμό με τη χρήση των ερωτημάτων καθιστά το ύφος του κειμένου
πιο άμεσο, οικείο και ζωντανό και παράλληλα μας βοηθά να κατανοήσουμε την
Άννα ως χαρακτήρα αλλά και την στάση της μητέρας απέναντί της.
Εναλλακτικά
Η απόρριψη ενός πλούσιου γάμου από την πλευρά της Άννας οδηγεί τη μητέρα
στην επόμενη πιθανή επιλογή, έναν «άνθρωπο της σειράς». Οι προστακτικές πάρε,
άνοιξε, μάζεψε, γέμισε, ψήσε, κάνε, πέθανε, περίμενε δε φανερώνουν απλώς προτρε-
πτική διάθεση από την πλευρά της μητέρας που συμβιβάζεται με μία λιγότερο
καλή επιλογή. Η υποχωρητικότητά της που είναι αναγκαστική δεν την εμποδίζει
να περιγράψει – σε αντιπαραβολή με την προηγούμενη επιλογή – μία λύση που
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
13
’
της είναι γνώριμη αλλά καθόλου ευχάριστη. Έτσι ο λόγος της αποκτά ειρωνικό
ύφος που αποκαλύπτεται και μέσα από τις ακόλουθες γλωσσικές επιλογές: Ο τίμιος
και καλός άνθρωπος μπορεί να είναι «κανένας Μανωλιός», τίμιος μεν, άσημος δε κι
ευχαριστημένος με τα λίγα (η χρήση της αρχαιοπρεπούς ρήσης Τίς εστί πλούσιος,
Μανωλιό μου; Ο εν τω ολίγω αναπαυόμενος σαρκάζει αυτή την χριστιανική ταπεινο-
φροσύνη). Έπειτα η απαρίθμηση των οικιακών καθηκόντων και του τυπικού, συμ-
βατικού ρόλου μιας φτωχής γυναίκας (με σχήμα κλιμάκωσης) δηλώνει την αποδο-
κιμασία της μητέρας για μια τέτοια ζωή που ταιριάζει σε γνωστικούς ορθόδοξους
και καθώς πρέπει ανθρώπους. Άλλη είναι η ζωή που επιθυμεί για την κόρη της και
το ειρωνικό έως σαρκαστικό ύφος που προκύπτει από τις παραπάνω επιλογές το
δηλώνει ξεκάθαρα στον αναγνώστη.
ΘΕΜΑ 2β
Με το ασύνδετο σχήμα που χρησιμοποιείται από τη συγγραφέα στο συγκεκρι-
μένο απόσπασμα περιγράφεται διά στόματος της μητέρας δεύτερη εναλλακτική
λύση στο θέμα του γάμου. Αυτό το είδος γάμου της είναι γνώριμο, γιατί έτσι πα-
ντρεύτηκαν η γιαγιά και η θεία της Άννας: με έναν φτωχό και τίμιο Μανωλιό, καλό
και αξιοπρεπή Χριστιανό που φροντίζει να ακολουθήσει τις αντίστοιχες ηθικές επι-
ταγές. Ένας τέτοιος γάμος είναι απόλυτα σύμφωνος με τα κοινωνικά στερεότυπα
της εποχής που υπαγορεύουν την παρουσία μιας υπάκουης και πιστής γυναίκας με
συγκεκριμένα οικιακά καθήκοντα (Μάζεψε κουρελόμπογους, γέμισε καβανόζια6 με
τουρσιές, ψήσε ανοιξιάτικο γλυκό, φθινοπωρινά ρετσέλια) και αφοσιωμένης στον φυ-
σικό προορισμό της που είναι η οικογένεια ( Κάνε παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα). Η ευ-
τυχία για αυτήν τη γυναίκα συμπυκνώνεται στα παραπάνω ασύνδετα σχήματα και
ολοκληρώνεται με έναν όμορφο και ήσυχο θάνατο. Το ασύνδετο σχήμα ενισχύει
τη δραστικότητα του λόγου, εφόσον το γοργό πέρασμα από τον έναν όρο στον
άλλο του προσδίδει ένταση και ζωντάνια. Επιπλέον υποδηλώνεται η συναισθη-
ματική φόρτιση της μητέρας που φαίνεται να μην επιδοκιμάζει έναν τέτοιο γάμο.
Τέλος, το ύφος του κειμένου γίνεται σε αυτό το απόσπασμα ειρωνικό προδίδοντας
τη διάθεση και την στάση της μητέρας.
ΘΕΜΑ 3
Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις)
Η επιλογή της Άννας τη φέρνει αντιμέτωπη με τη μητέρα της που βλέπει να
ανατρέπονται τα σχέδιά της για το μέλλον της κόρης της. Φορέας των κοινωνικών
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
14 ’
στερεοτύπων της εποχής της η Κλειώ ζητάει από την κόρη της να μην παρεκκλίνει
από τις συνήθεις επιλογές. Με δεδομένη μάλιστα την οικονομική τους κατάσταση
που δεν τους επιτρέπει ρομαντισμούς κι υπεραισιόδοξες βλέψεις για τη μητέρα
η επιλογή της Άννας είναι μάλλον μονόδρομος: είτε ένας πλούσιος γάμος που θα
της επιτρέψει να κάνει μία άνετη ζωή είτε ένας αξιοπρεπής γάμος σύμφωνος με τα
χριστιανικά ήθη. Απέναντι στα κοινωνικώς αποδεκτά και τα καθιερωμένα η Άννα
αντιτάσσει τη δίψα της για μάθηση και την ανάγκη της να απαντήσει στα ερω-
τήματα που τη βασανίζουν για τον κόσμο και τον άνθρωπο. Αν και η μητέρα της
αναγνωρίζει αυτή την ανάγκη, αγωνίζεται να πείσει την κόρη της για το αντίθετο
επιβεβαιώνοντας πόσο δύσκολο ήταν σε μια τέτοια εποχή μία τέτοια ανατρο-
πή. Οι λόγοι απλοί: τα κοινωνικά ήθη που υπαγορεύουν συγκεκριμένη θέση και
ρόλο στη γυναίκα, η ανδροκρατούμενη κοινωνία που αναπαράγει παραδοσιακές
συντηρητικές αντιλήψεις περί δικαιωμάτων των φύλων, οι στενές θρησκευτικές
δοξασίες για τον προορισμό της γυναίκας, αλλά και η θεώρηση της μόρφωσης
ως μιας μορφής επικίνδυνης χειραφέτησης που δυναμιτίζει τα θεμέλια μιας παρα-
δοσιακής κοινωνίας. Η Άννα γνωρίζει τις συνέπειες, αλλά είναι αποφασισμένη να
παλέψει ελπίζοντας να νικήσει.
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
15
’
ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α ΛΥΚΕΙΟΥ
11628
ΚΕΊΜΕΝΟ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ (1909-1990)
Επιτάφιος (απόσπασμα)
Ο Γιάννης Ρίτσος εμπνεύστηκε το ποίημα συγκινημένος από τον θρήνο μιας μάνας
που έχασε το παιδί της την Πρωτομαγιά του 1936 σε διαδήλωση στη Θεσσαλονίκη.
Ήσουν καλός κι ήσουν γλυκός, κι είχες τις χάρες όλες,
όλα τα χάδια του αγεριού, του κήπου όλες τις βιόλες.
Το πόδι ελαφροπάτητο σαν τρυφερούλι ελάφι,
πάταγε το κατώφλι μας κι έλαμπε σα χρυσάφι.
Πώς θα γυρίσω μοναχή στο ερμαδιακό1
καλύβι; 			 5
Έπεσε η νύχτα στην αυγή και το στρατί μου κρύβει.
Ωχ, δεν ακούστηκε ποτές και δεν μπορεί να γίνει
να καίγουνται τα χείλια μου και να‘μαι μπρος στην κρήνη,
να ’μαι κοντά σου, αγόρι μου, και να σε κράζω, οϊμένα,
και συ μήτε να νοιάζεσαι για τη φτωχούλα εμένα. 			 10
1. έρημο
16 ’
Κανείς μη ’γγίξει απάνω του, παιδί μου είναι δικό μου.
Σιωπή∙ σιωπή∙ κουράστηκε, κοιμάται το μωρό μου.
Ποιος μου το πήρε; Ποιος μπορεί να μου το πάρει εμένα;
Άσπρισαν τα χειλάκια του, τα μάτια του κλεισμένα.
Δώστε μου, αϊτοί, νύχια, φτερά για ναν τους κυνηγήσω 			 15
και την καρδιά τους, μύγδαλο, ναν τήνε ροκανίσω.
Γιάννης Ρίτσος, Επιτάφιος. Αθήνα: Κέδρος 1979.
ΘΕΜΑΤΑ
ΘΕΜΑ 1
ΘΕΜΑ 1α
Σε κάθε μία από τις ακόλουθες διαπιστώσεις να δώσετε τον χαρακτηρισμό «Σω-
στό» ή «Λάθος», ανάλογα με το αν αποδίδουν σωστά το νόημα του κειμένου. Να
τεκμηριώσετε την απάντησή σας με αναφορές στο κείμενο.
α) Στους τέσσερις πρώτους στίχους η μητέρα επαινεί τα χαρίσματα του γιου της.
β) Η μητέρα δε θρηνεί μόνο την απώλεια του παιδιού της αλλά και τη δική της
μοναξιά.
γ) Από τον τρόπο αντίδρασής της φαίνεται η δυσκολία της μητέρας να αποδεχτεί
το θάνατο του παιδιού.
δ) Η μητέρα γνωρίζει την ταυτότητα εκείνου που σκότωσε το παιδί της.
ε) Η μητέρα δηλώνει την πρόθεσή της να εκδικηθεί το θάνατο του παιδιού της.
10 μονάδες
ΘΕΜΑ 1β
Η μητέρα χρησιμοποιεί το β΄πρόσωπο απευθυνόμενη στο νεκρό παιδί της. Πώς
εξηγείται αυτή η επιλογή του ποιητή, αφού ο δέκτης δεν μπορεί να απαντήσει; Τι
εξυπηρετεί η επίφαση διαλόγου; Να απαντήσετε με 40-50 λέξεις.
								 20 μονάδες
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
17
’
Εναλλακτικά
Κεντρικός χαρακτήρας του ποιήματος είναι η μητέρα που θρηνεί. Πώς περιγρά-
φονται οι συναισθηματικές μεταπτώσεις της και τι μαρτυρούν για την ίδια; (40-50
λέξεις)
ΘΕΜΑ 2
ΘΕΜΑ 2α
Στο ποίημα παρατηρείται εναλλαγή των ρηματικών εγκλίσεων. Αφού εντοπίσετε
και καταγράψετε συγκεκριμένα παραδείγματα, εξηγείστε σε τι αποσκοπεί – κατά
τη γνώμη σας - αυτή η ποιητική επιλογή και πώς επηρεάζει το ύφος του ποιήμα-
τος.
20 μονάδες
Εναλλακτικά
Στο ποίημα χρησιμοποιούνται υποκοριστικά ονομάτων, ουσιαστικών και επιθέ-
των. Για ποιον λόγο πιστεύετε ότι ο ποιητής κάνει αυτή τη γλωσσική επιλογή;
ΘΕΜΑ 2β
Να εντοπίσετε τρεις (3) αντιθέσεις και να παρουσιάσετε τη νοηματική και συναι-
σθηματική τους λειτουργία.
	 10 μονάδες
ΘΕΜΑ 3		
Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (100 - 200 λέξεις)
Έχει παρατηρηθεί από κριτικούς αναγνώστες ότι το τελευταίο δίστιχο του ποιή-
ματος συνδέεται με τα πρώτα τρία δίστιχα. Να διατυπώσετε την άποψή σας για
το θέμα αυτό, χρησιμοποιώντας και υποστηρικτικά στοιχεία από όλο το κείμενο.
40 μονάδες
18 ’
Εναλλακτικά
Κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης στη Θεσσαλονίκη την Πρωτομαγιά του 1936
γίνεστε μάρτυρας των συγκρούσεων που οδηγούν στον θάνατο ενός νέου. Με την
ιδιότητα του δημοσιογράφου καταγράφετε την σκηνή κατά την οποία η χαροκα-
μένη μάνα αντικρίζοντας τον νεκρό γιο της θρηνεί.
ΠΡΟΤΕΙΝΌΜΕΝΕΣ ΑΠΑΝΤΉΣΕΙΣ
ΘΕΜΑ 1α
α) Σωστό: στ. 1-4
β) Σωστό: στ. 5
γ) Σωστό: στ. 7 και 13
δ) Λάθος: στ. 13
ε) Σωστό: στ. 15-16
ΘΕΜΑ 1β
Ο μονόλογος της μητέρας αποκτά ένταση με τις αποστροφές σε β’ πρόσωπο
(ήσουν, είχες, νοιάζεσαι). Η μητέρα δε θέλει να αποδεχτεί τον θάνατο του παιδιού
της και το ότι δεν πρόλαβε να το αποχαιρετήσει κι έτσι διατυπώνει σε ευθύ λόγο
όσα ήθελε να του πει προκειμένου να τιμήσει τις αρετές του και να του δηλώσει
πόσο σημαντικός υπήρξε γι’αυτήν.
Εναλλακτικά
Ο θρήνος της μητέρας ξεκινά με τον έπαινο του γιού της και των χαρισμάτων
του (στ.1-4) για να αλλάξει στη συνέχεια αντικείμενο και να εστιάσει στον εαυτό
της και τη μοναξιά στην οποία καταδικάζεται με τον χαμό του (στ.5-10). Η μητέρα
δυσκολεύεται να αποδεχτεί τον θάνατο του παιδιού της (στ. 13), σύντομα όμως η
άρνησή της γίνεται οργή (στ.11) και τέλος εκδικητική μανία (στ.15-16). Οι αντιδρά-
σεις της αποτελούν απόδειξη της αστείρευτης αγάπης της για το παιδί της.
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
19
’
ΘΕΜΑ 2α
Ο ποιητής αξιοποιεί τόσο την οριστική έγκλιση (ήσουν, είχες) στους στίχους
που η μητέρα διατυπώνει κρίσεις πραγματικές σχετικές με την εμφάνιση και τον
χαρακτήρα του γιου της ή για τη μοναξιά με την οποία θα έρθει αντιμέτωπη μετά
τον χαμό του (θα γυρίσω, έπεσε) όσο και την υποτακτική για να δηλώσει την αδυ-
ναμία της να αποδεχτεί τον θάνατό του (να γίνει, να καίγονται, να΄μαι, να μου το
πάρει), αλλά και την αποτρεπτική υποτακτική με σημασία προστακτικής για να
προστατέψει από τους άλλους τον γιο της και να διεκδικήσει τον αποκλειστικό
έλεγχο πάνω του (Κανείς μη ’γγίξει απάνω του, παιδί μου είναι δικό μου. Σιωπή∙
σιωπή∙). Η προστακτική είναι και η έγκλιση με την οποία η οργισμένη μητέρα ζη-
τάει τα μέσα (Δώστε μου) για να κάνει πράξη την πρόθεσή της για εκδίκηση (για
ναν τους κυνηγήσω, ναν τήνε ροκανίσω). Επομένως, η εναλλαγή των ρηματικών
εγκλίσεων ως ποιητική επιλογή εξυπηρετεί την πρόθεση του ποιητή να αποδώσει
όσο το δυνατόν πιο παραστατικά την ένταση και τις συναισθηματικές μεταπτώ-
σεις – εξάρσεις της μητέρας.
Εναλλακτικά
Στον στ. 3 η μητέρα επαινώντας τα χαρίσματα του γιου της αναφέρεται στο
ελαφρύ πάτημά του και τον συγκρίνει με τρυφερό ελάφι (Το πόδι ελαφροπάτη-
το σαν τρυφερούλι ελάφι). Στον στ. 14 μιλώντας για το νεκρό παιδί της η μητέρα
περιγράφει τα χαρακτηριστικά του και την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει
λόγω του θανάτου του ( Άσπρισαν τα χειλάκια του). Και στις δύο περιπτώσεις τα
υποκοριστικά σχετίζονται με τον νεκρό γιο, για τον οποίο η μητέρα εκφράζει την
τρυφερότητα και την αγάπη της ακόμη και μετά τον θάνατό του. Στον στ. 10 το
υποκοριστικό αναφέρεται στην ίδια που αυτοοικτίρεται (μήτε να νοιάζεσαι για τη
φτωχούλα εμένα), γιατί θα μείνει μόνη της χωρίς κανέναν να τη φροντίζει. Συνε-
πώς, τα υποκοριστικά εκφράζουν συναισθήματα και περιγράφουν σχέσεις.
ΘΕΜΑ 2β
Μία σημαντική αντίθεση στο ποίημα αποτελεί η παρουσίαση του νέου ζωντα-
νού και νεκρού. Στους στ. 1-4 (Ήσουν καλός κι ήσουν γλυκός ... έλαμπε σα χρυσά-
φι) η μητέρα περιγράφει τον γιο όπως τον θυμάται με την καλοσύνη και τη γλυκύ-
τητά του, το ελαφροπάτητο περπάτημά του, το γεμάτο ακτινοβολία πρόσωπό του,
ενώ στους στ. 12 και 14 (κουράστηκε, κοιμάται το μωρό μου, Άσπρισαν τα χειλά-
κια του, τα μάτια του κλεισμένα) ο νέος είναι πλέον νεκρός, ακίνητος, χλωμός, με
μάτια κλειστά που τώρα δεν χαρίζουν πουθενά τη λάμψη τους. Στον στ.6 ( Έπεσε η
20 ’
νύχτα στην αυγή και το στρατί μου κρύβει) η μάνα περιγράφει πώς μετά τον χαμό
του παιδιού της σκοτείνιασαν τα πάντα εμποδίζοντάς την να επιστρέψει στο σπίτι
της. Και στον στ. 8 (να καίγουνται τα χείλια μου και να‘μαι μπρος στην κρήνη) ανα-
φερόμενη στην απώλεια του γιου της την αποδίδει παραστατικά με ένα αίσθημα
δίψας που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί, γιατί η «κρήνη» που θα της έδινε αυτή τη
χαρά δεν υπάρχει πια (ο γιος της και η αγάπη του). Όλες οι παραπάνω αντιθέσεις
αισθητοποιούν το μέγεθος της απώλειας για τη μητέρα, ενώ ταυτόχρονα συνθέ-
τουν τους βασικούς νοηματικούς άξονες που συνδέονται με την αγάπη μητέρας
– γιου και περιγράφουν την κλιμάκωση των συναισθημάτων της μετά τον θάνατό
του (θλίψη, πένθος, μοναξιά, άρνηση, θυμός).
ΘΕΜΑ 3
Το ποίημα του Ρίτσου παραπέμπει – όπως μαρτυρεί και ο τίτλος του – σε Επι-
τάφιο θρήνο. Τα τρία πρώτα δίστιχα περιλαμβάνουν τον έπαινο της μητέρας για
τα χαρίσματα του γιου (στ. 1-4) και την απόγνωση μετά τον θάνατό του (στ.5-6).
Θα έλεγε κανείς ότι τα δύο πρώτα δίστιχα δικαιολογούν την στάση της μητέρας
που περιγράφεται στο τρίτο δίστιχο με το οποίο αποτελούν νοηματική ενότητα.
Η στέρηση όλων αυτών των χαρισμάτων οδηγεί τη μητέρα στην απόγνωση και τη
μοναξιά που αισθητοποιείται με τη χρήση των επιθέτων μοναχή και ερμαδιακό,κα-
θώς και με το ουσιαστικό νύχτα. Στο τελευταίο δίστιχο η απόγνωση μετατρέπεται
σε οργή εναντίον των δολοφόνων και επιθυμία για εκδίκηση. Η χαροκαμένη μάνα
ζητάει από τους αϊτούς φτερά για να πετάξει, νύχια για να πληγώσει και την καρδιά
των φονιάδων για να την ροκανίσει σαν καρπό. Το τελευταίο δίστιχο φαίνεται να
αποτελεί την κορύφωση των συναισθημάτων της που μετουσιώνεται σε απόφαση
για αντίσταση κι όχι για παραίτηση. Η αγάπη και ο θρήνος μετατρέπονται σε δυνα-
μικότητα κι επιθυμία δράσης.
Εναλλακτικά
Η διαδήλωση που πραγματοποιήθηκε στην πόλη της Θεσσαλονίκης πριν
από λίγες ημέρες εξελίχτηκε με δυσάρεστο τρόπο καταλήγοντας σε αιματηρές
συγκρούσεις που με τη σειρά τους οδήγησαν στον θάνατο νεαρών διαδηλωτών.
Υπήρξα μάρτυρας μίας τραγικής σκηνής με πρωταγωνιστές μία μητέρα και τον
νεκρό γιο της. Ενώ το πλήθος εξακολουθούσε να φωνάζει συνθήματα κατά των
αστυνομικών δυνάμεων, η μητέρα με γοερούς λυγμούς έσκυψε πάνω από το
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
21
’
άψυχο σώμα και αναγνωρίζοντας τον γιο της γονάτισε και άρχισε να θρηνεί. Κανέ-
νας από τους διαδηλωτές δεν την πλησίασε φοβούμενος πιθανή σύλληψη ή ίσως
και την οργή της μάνας που λίγη ώρα μετά άρχισε να εκτοξεύει οργισμένη απειλές
κατά των δολοφόνων του παιδιού της.
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
’ 23
Κ Ο Ι Υ Κ Λ Ν
ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α ΛΥΚΕΙΟΥ
11708
ΚΕΙΜΕΝΟ
Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ (1908-1960)
Η Μεγάλη Χίμαιρα [απόσπασμα]
Η Μαρίνα, νεαρή Γαλλίδα, ερωτεύεται και παντρεύεται έναν Έλληνα καπετάνιο, τον
Γιάννη. Αφήνει τη χώρα της και μετακομίζει στη Σύρο. Εκεί συγκατοικεί με την πεθε-
ρά της, τη γριά Ρεΐζαινα.
Ο γάμος τους γίνηκε ύστερ’από μια βδομάδα, στονΆγιο Νικόλαο τον Πλούσιο.
Όλος ο καλός κόσμος της Σύρας ήταν προσκαλεσμένος. Κι ήρθε ο καλός ο κό-
σμος, με περιέργεια και συμπάθεια, να θαυμάσει το νιό κι όμορφο ζευγάρι. Ο Γιάν-
νης έλαμπε από χαρά και χαμογελούσε με τα κάτασπρα δόντια του. Η Μαρίνα με
μάτια στυλωμένα πέρα, μακριά, ονειρευόταν…
Η γριά Ρεΐζαινα δεν έπαιρνε μεγάλο μέρος στη ζωή του αντρόγυνου. Ήσυχη,
λιγομίλητη, περπατώντας αθόρυβα, κρατούσε ουσιαστικά το νοικοκυριό με ικα-
νότητα και διακριτικότητα, που προκαλούσε την ευγνωμοσύνη της Μαρίνας. Η
νοοτροπία της σφυρηλατημένη με την παράδοση της ελληνολατινικής φατρίας,
την πρόσταζε να υποχωρήσει μπροστά στη γυναίκα του αρχηγού της οικογένει-
ας, του πρωτότοκου γιου της. Έτσι ήταν ο άγραφος νόμος από πάντοτε. Εξάλλου
αυτή η ξένη, η όμορφη και «σοφή» κυρία που έκανε στο γιο της την τιμή να γίνει
γυναίκα του, έπαιρνε στα μάτια της γριάς θέση ανώτερη, άξια σεβασμού. Εκείνο
που τη γέμιζε με δέος ήταν τα χρήματα, που ήρθαν στη φαμίλια μαζί με τη νύφη:
οι 30.000 λίρες του δεύτερου βαποριού, που προβίβασαν το γιο της από μικρό σε
μεγάλο εφοπλιστή.
’
24
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
Πολλές φορές, τα πρωινά που ο Γιάννης έλειπε στη Σύρα, πεθερά και νύφη κου-
βέντιαζαν παρακινημένες από κάποια βαθύτερη ανάγκη επαφής. Η Μαρίνα έλεγε
πολύ λίγα για την παλιά της ζωή. Είχε αποφασίσει να μην εξομολογηθεί ποτέ, σε
κανέναν, όλα εκείνα που υπήρξαν η δυστυχία και η ντροπή της πρώτης ηλικίας της.
-Μη γυρεύεις λεπτομέρειες από την παλιά μου ζωή, είχε πει του Γιάννη. Ήταν
τόσο δυστυχισμένη, που δεν θέλω ούτε να τη θυμάμαι. Σου λέω την αλήθεια. Και
σε παρακαλώ να σεβαστείς την επιθυμία μου.
- Θα τη σεβαστώ…
Πήγε και βρήκε τη μάνα του, τη Ρεΐζαινα. Ήταν δύσκολο να της πει αυτό που
ήθελε:
-Μητέρα, η Μαρίνα δεν είναι σαν τις δικές μας τις γυναίκες. Σκέφτεται αλλιώτι-
κα, νιώθει αλλιώτικα. Δεν θα ’θελε ποτέ να τη ρωτάνε για την περασμένη ζωή της.
Αν νιώσει την ανάγκη, θα μιλήσει πρώτη αυτή…
Η ματιά της γριάς συννέφιασε:
-Θαρρείς πως θα τη ρωτούσα, αν δεν καταλάβαινα πως ήθελε να μιλήσει; Φαίνε-
ται πως με έχεις για ανέμυαλη…
-Μη με παρεξηγείς…
-Πώς γίνεται να σε παρεξηγήσω; Θα ήθελα όμως να σε ρωτήσω κάτι…
- Τι;
- Εσένα σου μίλησε ποτέ;
- Όχι, ποτέ. Ούτε θα μου μιλήσει.
Ηγριάένιωσεέναδυνατόχτύποστηνκαρδιά:«Δεντοναγαπάει.Όχι,δεντοναγαπάει»
Μπόρεσε να συγκρατηθεί να μην καταλάβει ο Γιάννης την ανησυχία της και είπε
με φωνή άχρωμη:
-Έτσι φαίνεται είναι οι ξένες. Δεν έχουν την καρδιά στο χέρι, διαφεντεύουν τη
γλώσσα τους… Ο Γιάννης κατάλαβε. «Δεντην αγαπάει. Όχι, δεντην αγαπάει. Μακι
ηΜαρίνα…Είναιέξυπνες
και οι δυο. Θα βρουν τρόπο να συνεννοηθούν.»
Έτσι οι συνομιλίες της Ρεΐζαινας με τη νύφη της ήταν συνήθως ένας μακρύς μο-
νόλογος της πρώτης. Η γριά η ποτισμένη με το φαρμάκι της γυναίκας του ναύτη,
διηγόταν την ιστορία της θαλασσοδαρμένης φαμίλιας της. Τα λόγια αντηχούσαν
στο στόμα της σαν ποίημα, που δεν ήταν άλλο από το μεγάλο έπος της θάλασσας.
Η Μαρίνα την άκουγε με ενδιαφέρον, πολλές φορές και με συγκίνηση. Μα όλ’αυτά
ήταν ξώπετσα, μην μπορώντας ν’αγγίξουν το βάθος τηςκαρδιάς.
’ 25
Δεν γινόταν να μονιάσουν αυτές οι δύο γυναίκες. Τις χώριζε ένα απέραντο δι-
άστημα από χώρες, φυλές και κλίματα. Η μία ήταν κόρη των ξανθών Βίκινγκς, των
σκληρών πολεμιστών του χρυσαφιού. Η άλλη Ασιάτισσα, με ψυχή κλειδωμένη,
είχε στις φλέβες της το αίμα των αληθινών θαλασσινών, εκείνων που παλεύουν
πραγματικά με το κύμα για να εμπορευτούν τον πλούτο της γης. Για τους πρώτους,
η θάλασσα είναι μέσο∙ για τους δεύτερους, σκοπός.
«Όταν μπορέσω -συλλογιζόταν η Μαρίνα- να βρω εκείνο που κρύβεται κάτω
από τα λόγια της, τότε θα καταλάβω πως γίνηκα ένα με τούτη τη γη και τους αν-
θρώπους της»
Την ίδια στιγμή η Ρεΐζαινα έλεγε μέσα της: « Όχι! Εκείνο που θα ’λεγα σε μία
γυναίκα που ’χει το ίδιο αίμα με μας, σε τούτη δεν μπορώ να το πω. Δεν θα με κα-
ταλάβει. Αλλά κι ούτε θέλω να με καταλάβει.»
Μ. Καραγάτσης, Η Μεγάλη Χίμαιρα, Αθήνα: Εκδόσεις Εστία, 2016
ΘΕΜΑΤΑ
ΘΕΜΑ 1
ΘΕΜΑ 1α
Σε κάθε μία από τις ακόλουθες διαπιστώσεις να δώσετε τον χαρακτηρισμό
«Σωστό» ή «Λάθος», ανάλογα με το αν αποδίδουν σωστά το νόημα του κειμένου.
Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας με αναφορές στο κείμενο.
α) Τα χρήματα της Μαρίνας είναι ένας από τους λόγους που κάνουν τη γριά Ρεΐζαι-
να υποχωρητική και συγκαταβατική απέναντι στη νύφη της.
β) Σύμφωνα με το κείμενο η οικογενειακή παράδοση και ο άγραφος νόμος υπαγο-
ρεύουν στην πεθερά να σέβεται τη νύφη της.
γ) Η Μαρίνα αποφεύγει να αποκαλύψει την προηγούμενη ζωή της τόσο στον
άντρα της όσο και στην πεθερά της.
δ) Η μυστικοπάθεια της Μαρίνας μεταφράζεται από τη γριά Ρεΐζαινα ως έλλειψη
αγάπης για τον γιο της.
ε) Η Μαρίνα έγινε από την πρώτη στιγμή ένα με το νησί και τους ανθρώπους του.
									 10 μονάδες
’
26
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
ΘΕΜΑ 1β
Στο κείμενο καταγράφονται οι παράγοντες - κίνητρα που επηρεάζουν τη συμπε-
ριφορά της γριάς Ρεΐζαινας απέναντι στη νύφη της. Εντοπίστε τους και συσχετίστε
τους με τα κοινωνικά στερεότυπα της εποχής. (40-50 λέξεις)
								 20 μονάδες
Εναλλακτικά
Στον διάλογο με τη μητέρα του ο Γιάννης και η γριά Ρεΐζαινα καταλήγουν ο καθέ-
νας σε ένα διαφορετικό συμπέρασμα για τα συναισθήματα της Μαρίνας απέναντί
τους. Τι δηλώνει αυτή η στάση τους για τον τρόπο που βλέπουν τη Μαρίνα; Τι
σχέση εντοπίζετε με τα στερεότυπα της εποχής; (60-70 λέξεις)
								 20 μονάδες
ΘΕΜΑ2
ΘΕΜΑ 2α
Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί στην περιγραφή των δύο γυναικείων χαρακτή-
ρων αρκετά επίθετα. Επιλέξτε για κάθε χαρακτήρα εκείνα που - κατά τη γνώμη
σας – αποδίδουν πειστικά τη διαφορετικότητα και την αντίθεση μεταξύ τους.
								 20 μονάδες
Εναλλακτικά
«Ότανμπορέσω-συλλογιζότανηΜαρίνα-ναβρωεκείνοπουκρύβεταικάτωαπότα
λόγια της, τότε θα καταλάβω πως γίνηκα ένα με τούτη τη γη και τους ανθρώπους της»
Την ίδια στιγμή η Ρεΐζαινα έλεγε μέσα της: « Όχι! Εκείνο που θα ’λεγα σε μία
γυναίκα που ’χει το ίδιο αίμα με μας, σε τούτη δεν μπορώ να το πω. Δεν θα με κα-
ταλάβει. Αλλά κι ούτε θέλω να με καταλάβει.»
Στο απόσπασμα αυτό κυρίαρχο ρόλο έχει το α΄ενικό πρόσωπο. Πώς εξυπηρε-
τεί η χρήση του το νόημα και το ύφος του κειμένου;
								 20 μονάδες
’ 27
ΘΕΜΑ 2β
Ο Καραγάτσης στο συγκεκριμένο απόσπασμα αξιοποιεί τον διάλογο. Πόσο ουσια-
στική είναι, κατά τη γνώμη σας, η σχέση ανάμεσα στα πρόσωπα που συνομιλούν;
10 μονάδες
ΘΕΜΑ 3
Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις)
Υποθέστε ότι είστε ο νεαρός ήρωας του έργου, ο Γιάννης. Να γράψετε ένα
γράμμα στη μητέρα σας, τη γριά Ρεΐζαινα, στο οποίο θα της εξηγείτε ότι πρέπει να
αλλάξει την επιφυλακτική της στάση απέναντι στη Μαρίνα, να βρει κοινά σημεία
επαφής μαζί της και να τη βοηθήσει να προσαρμοστεί στη νέα της πατρίδα.
40 μονάδες
ΠΡΟΤΕΙΝΌΜΕΝΕΣ ΑΠΑΝΤΉΣΕΙΣ
ΘΕΜΑ 1α
α) Σωστό: «Εκείνο που τη γέμιζε με δέος ήταν τα χρήματα, που ήρθαν ... από μι-
κρό σε μεγάλο εφοπλιστή.
β) Σωστό: «Η νοοτροπία της σφυρηλατημένη με την παράδοση της ελληνολατινι-
κής φατρίας, ... Έτσι ήταν ο άγραφος νόμος από πάντοτε.»
γ) Σωστό: «Η Μαρίνα έλεγε πολύ λίγα για την παλιά της ζωή. Είχε αποφασίσει να
μην εξομολογηθεί ποτέ, σε κανέναν, ... της πρώτης ηλικίας της.»
δ) Σωστό: «- Εσένα σου μίλησε ποτέ; -Όχι, ποτέ. Ούτε θα μου μιλήσει.
	 Η γριά ένιωσε ένα δυνατό χτύπο στην καρδιά: «Δεν τον αγαπάει. Όχι, δεν τον
αγαπάει»»
ε) Λάθος: « Όταν μπορέσω -συλλογιζόταν η Μαρίνα- να βρω εκείνο που κρύβεται
... ένα με τούτη τη γη και τους ανθρώπους της»
’
28
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
ΘΕΜΑ 1β
Για τη γριά Ρεΐζαινα η σχέση της με τη Μαρίνα είναι με σαφήνεια οριοθετημένη.
Οι παράγοντες που την οριοθετούν είναι ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της, η παρά-
δοση ( τα ήθη «της ελληνολατινικής φατρίας») που επιβάλλει σεβασμό στη γυναί-
κα του πρωτότοκου γιου και αρχηγού της οικογένειας ως ένα είδος απαράβατου
άγραφου νόμου και φυσικά οι ειδικές «συνθήκες» που συνόδευαν την «όμορφη
και σοφή κυρία», δηλαδή η περιουσία της που έκανε ακόμη πλουσιότερο τον γιο.
Εναλλακτικά
Η σιωπή της Μαρίνας για το παρελθόν της ερμηνεύεται με τρόπο διαφορετικό
από γιο και μάνα. Για τον Γιάννη πρόκειται για μια απολύτως φυσιολογική άρνη-
ση που πρέπει να γίνει σεβαστή, αλλά ο τρόπος με τον οποίο σχολιάζεται από τη
μητέρα του επιβεβαιώνει για αυτόν την απουσία αγάπης μεταξύ των δύο. Για τη
μητέρα του πάλι δηλώνει έλλειψη εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του κι επομένως
απουσία αγάπης προς τον ίδιο. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια στερεοτυ-
πική σχέση πεθεράς-νύφης και μητέρας-γιου με τον γιο να προσπαθεί να τηρήσει
μία μετριοπαθή στάση.
ΘΕΜΑ 2α
Σύμφωνα με το κείμενο η Μαρίνα που αποκαλείται «ξένη» ήταν «κόρη των
ξανθών Βίκινγκς, των σκληρών πολεμιστών του χρυσαφιού», πληροφορία που
δηλώνει την καταγωγή της και δικαιολογεί την ψυχρότητά της. Σε αντιπαραβολή
προς τη νύφη της η γριά Ρεΐζαινα αποκαλείται «Ασιάτισσα» με θαλασσινό αίμα. Πο-
λεμιστές της θάλασσας οι πρώτοι, πολεμιστές της θάλασσας κι οι δεύτεροι, αλλά
με ουσιαστική διαφορά μεταξύ τους. Οι πρώτοι πολεμούν για τον πλούτο, ενώ για
τους δεύτερους η θάλασσα είναι η ο σκοπός της ζωής τους, η ζωή η ίδια. Για τη
γριά Ρεΐζαινα η ιστορία της θάλασσας είναι η ιστορία της οικογένειάς της, είναι
καημός και αγάπη , για τη Μαρίνα είναι απλώς ένα μέσο πλουτισμού.
Εναλλακτικά
«Ότανμπορέσω-συλλογιζότανηΜαρίνα-ναβρωεκείνοπουκρύβεταικάτωαπότα
λόγια της, τότε θα καταλάβω πως γίνηκα ένα με τούτη τη γη και τους ανθρώπους της»
’ 29
Την ίδια στιγμή η Ρεΐζαινα έλεγε μέσα της: « Όχι! Εκείνο που θα ’λεγα σε μία γυναί-
κα που ’χει το ίδιο αίμα με μας, σε τούτη δεν μπορώ να το πω. Δεν θα με καταλάβει.
Αλλά κι ούτε θέλω να με καταλάβει.»
Και στις δύο περιπτώσεις μεταφέρονται οι σκέψεις των δύο πρωταγωνιστριών
του κειμένου. Πρώτη η Μαρίνα παραδέχεται την αδυναμία της να «διαβάσει» τον
χαρακτήρα της πεθεράς της και να κατανοήσει τον τρόπο που σκέφτεται αλλά
και τα ήθη που κατευθύνουν τη συμπεριφορά της. Συνειδητοποιεί όμως ότι, όταν
αυτό συμβεί, θα μπορεί να θεωρεί τον εαυτό της κομμάτι αυτού του τόπου. Η γριά
Ρεΐζαινα από την άλλη, γυναίκα φορτωμένη με πείρα και δοκιμασμένη τόσο σε
επίπεδο προσωπικό όσο και «συλλογικό» - αφού είναι ένα με τον τόπο και τους
ανθρώπους του – δεν αφήνει πολλά περιθώρια. Υψώνει την άρνησή της απέναντι
στη νύφη της με τρόπο απόλυτο. Δηλώνει τη βεβαιότητά της ότι η νύφη της θα
είναι πάντα μια ξένη, βεβαιότητα που μέσα της δικαιολογεί και την απόφασή της
να μην καταβάλει καμία προσπάθεια να την προσεγγίσει ουσιαστικά. Έτσι με διά-
θεση εξομολογητική η Μαρίνα πιο διαλλακτική - ίσως και λόγω ηλικίας – ελπίζει
ότι μια μέρα θα πάψει να είναι η «ξένη», ενώ η πεθερά της οριοθετεί την σχέση
της και οριστικοποιεί την στάση της απέναντι στη νύφη της. Το α’ενικό πρόσωπο
μας μεταφέρει τον προσωπικό χαρακτήρα των σκέψεων με τρόπο άμεσο προσ-
δίδοντας στο ύφος ζωντάνια κι εξασφαλίζοντας στο περιεχόμενο αληθοφάνεια.
ΘΕΜΑ 2β
Σε δύο σημεία του κειμένου υπάρχει διάλογος. Ο πρώτος - σύντομος σε έκταση
- γίνεται ανάμεσα στη Μαρίνα και τον Γιάννη. Η Μαρίνα ζητάει από τον σύζυγό
της να σεβαστεί την επιθυμία της να μη μιλήσει για το παρελθόν της. Ο δεύτερος
διάλογος έχει ως συνομιλητές τον Γιάννη και τη μητέρα του. Ο Γιάννης μεταφέρει
την επιθυμία της γυναίκας του στη γριά Ρεΐζαινα, αφού προηγουμένως της εξηγεί
ότι η γυναίκα του διαφέρει από τις γυναίκες του τόπου του. Η μητέρα του αντι-
λαμβάνεται τι εννοεί ο γιος της και καταλήγει στα συμπεράσματά της («Δεν τον
αγαπάει. Όχι, δεν τον αγαπάει»), όταν πληροφορείται ότι η νύφη της τηρεί την ίδια
στάση και απέναντι στον άντρα της. Για τη Ρεΐζαινα γίνεται σαφές ότι η νύφη της
δεν αγαπάει τον γιο της, αφού δεν τον εμπιστεύεται. Δεν είναι, λοιπόν, η άρνηση
της Μαρίνας να μιλήσει στην πεθερά της αυτό που ενοχλεί τη Ρεΐζαινα (πράγμα
άλλωστε μάλλον αναμενόμενο λόγω της έλλειψης οικειότητας μεταξύ τους), αλλά
η άρνηση της Μαρίνας απέναντι στον άντρα της. Για τον Γιάννη πάλι το αυστη-
’
30
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
ρό σχόλιο της μητέρας για τη Μαρίνα («-Έτσι φαίνεται είναι οι ξένες. Δεν έχουν
την καρδιά στο χέρι, διαφεντεύουν τη γλώσσα τους…») τον οδηγεί στο δικό του
συμπέρασμα («Δεν την αγαπάει. Όχι, δεν την αγαπάει. Μα κι η Μαρίνα…») για την
σχέση των δύο γυναικών, αλλά με την ελπίδα ότι με κάποιο τρόπο θα μπορέσουν
μελλοντικά να επικοινωνήσουν. Επομένως, μέσα από τους παραπάνω διαλόγους
γεννιούνται ερωτηματικά για την ειλικρίνεια των σχέσεων της Μαρίνας τόσο με
τον σύζυγό της όσο και με την πεθερά της.
ΘΕΜΑ 3
Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις)
Αγαπημένη μου μητέρα
μερικές φορές κάποια πράγματα λέγονται καλύτερα ή ίσως ευκολότερα μέσα
από ένα γράμμα παρά από κοντά. Μην ερμηνεύσεις την κίνησή μου αυτή σα δει-
λία. Στάθηκες δίπλα μου δυνατή και με στήριξες σε όλες τις δοκιμασίες και σε όλες
τις αποφάσεις της ζωής μου. Τώρα σου ζητώ να με στηρίξεις στην πιο σημαντική
απόφαση από όλες που λέγεται Μαρίνα. Ξέρεις καλά πως ο γιος σου δε θα έκανε
τίποτα χωρίς να σε συμβουλευτεί, άλλωστε αποδείχτηκες σοφός σύμβουλος και
φάρος στα ταξίδια μου, όταν χρειάστηκε. Αυτό όμως τώρα είναι το πιο επικίνδυνο
ταξίδι και σε χρειάζομαι περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Καταλαβαίνω ότι θα
προτιμούσες μια γυναίκα του τόπου μας, ζυμωμένη με τις δικές μας αρχές και
μεγαλωμένη με τις παραδόσεις μας να είναι σύντροφος στη ζωή μου και «φίλος»
της δικής σου ζωής. Όμως η ζωή δε μας ρωτά σε αυτά τα ζητήματα. Η Μαρίνα δεν
είναι μία «από μας», αλλά με αγαπάει κι αυτό είναι αρκετό για να βαδίσουμε μαζί.
Θέλει να αφήσει πίσω της το παρελθόν και να χαράξει μιά νέα πορεία μαζί μας.
Ξέρω ότι είσαι τόσο ευγενική που δε θα την εγκαταλείψεις. Μην παρεξηγείς τη δι-
στακτικότητά της, πρέπει πρώτα να αισθανθεί τον τόπο δικό της και να νιώσει ένα
με τους ανθρώπους του.Άπλωσέ της το χέρι κι εκείνη θα το πάρει, πλησίασέ την κι
εκείνη θα ανοίξει την καρδιά της. Η ευτυχία μου στηρίζεται σε σένα.
Με αγάπη
Ο γιος σου
’ 31
Κ Ο Ι Υ Κ Λ Ν
ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α ΛΥΚΕΙΟΥ
11708
ΚΕΊΜΕΝΟ
ΕΥΑ ΜΑΘΙΟΥΔΑΚΗ
Το ψωμί
«Το ψωμί» είναι ένα από τα διηγήματα της συλλογής «Μικρά πείσματα» που
η συγγραφέας έγραψε μέσα στον συρμό του τρένου στα καθημερινά δρομολό-
γιά της για τη δουλειά. Τα διηγήματά της, γραμμένα στο κινητό τηλέφωνό της,
βασίζονται στην έμπνευση της στιγμής.
Χειμωνιάτικο απόγευμα βροχερό, είχαν ανάψει το τζάκι για να παρηγορηθούν
και την τηλεόραση έτσι, χωρίς λόγο, για να καλύπτει τη σιωπή ή από το βίτσιο που
τους είχε μείνει από παλιά για συνεχή παρακολούθηση των ειδήσεων. «Τι θα τσιμπή-
σουμε το βράδυ; Βασίλη, θα ήθελες κάτι ή να σου φέρω το γιαούρτι σου;» Χαμογέ-
λασε ο Βασίλης. «Εεε αν είχαμε και τίποτα καλύτερο, καλό θα ήταν, περίσσεψε κάτι
από το μεσημέρι;» «Άντε πάλι», απάντησε γλυκά εκείνη, «κάτι θα βρω να σου κάνω».
Βγήκε από το σαλόνι. Στο διάδρομο αισθητή διαφορά θερμοκρασίας και στην
κουζίνα ακόμα πιο κρύο. Θυμήθηκε την εποχή όταν είχαν πρωτοαγοράσει το σπίτι
τους, που στην κουζίνα υπήρχε ακόμα η μασίνα1
που δούλευε με κοκ2
, ζέσταινε
νερό, έψηνε κοτόπουλα και έβραζε μαρμίτες. Σκορπούσε στο χώρο μια γλυκιά ζέ-
στη και τους μάζευε όλους γύρω της. Στην τελευταία ανακαίνιση την είχε πετάξει,
πολύ την είχε παιδέψει. Έπρεπε να την εφοδιάζεις μέρα-νύχτα, αλίμονο αν σου
1. είδος ξυλόσομπας που χρησίμευε και για ψήσιμο φαγητού.
2. γνωστό και ως πετρελαϊκό κοκ, παράγεται μέσα από τη διύλιση του πετρελαίου και περιέχει ένα
υψηλό ποσοστό σε άνθρακα.
Εύα Μαθιουδάκη, Μικρά πείσματα, Αθήνα: Το Ροδακιό 2017
’
32
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
έσβηνε και δεν είχες πώς να ζεστάνεις το γάλα των παιδιών το πρωί μες στην πα-
γωνιά. Περασμένα- ξεχασμένα, σκέφτηκε, άνοιξε το μάτι της ηλεκτρικής κουζίνας
και έβαλε πάνω το βαρύ μαντεμένιο τηγάνι να τακτοποιηθεί σιγά-σιγά. Μοναχική
και κρύα της φάνηκε η κουζίνα της, πού οι υπερπαραγωγές άλλων εποχών;
Θα του έκανε σβίγκους, σβίγκους με μέλι, έτσι για διαφορά. Οι σβίγκοι θύμιζαν
στο Βασίλη τη μάνα του και απόψε είχε διακρίνει στα μάτια του ότι γύρευε κάπου
να πιαστεί, να παρηγορηθεί. Είχαν μιλήσει νωρίς το μεσημέρι με τα παιδιά, ήταν
χαμένα στις έγνοιες τους, τον κατάλαβε με τον τρόπο που έκλεισε το τηλέφωνο
ανέκφραστος. Το νήμα της κουβέντας δεν είχε καταφέρει να το πιάσει σήμερα ο
Βασίλης ούτε με εκείνην ούτε με τους γιους του και τις νύφες του. Ανοιγόκλεινε το
βιβλίο του άσκοπα και άλλαζε τα κανάλια. Κάποια στιγμή σηκώθηκε, τακτοποίησε
ένα-δυο χαρτιά στο γραφείο του, άκεφος.
Του άρεσε να κουβεντιάζει, κοινωνικός και μειλίχιος πάντοτε, ενθουσιαζόταν
με τους συνομιλητές, με τα ίδια του τα λόγια, με τη ζωή! Χρόνια και χρόνια μετά τη
σύνταξη, άεργος δε βρέθηκεποτέ του και πάντα κάτι βρισκόταν να τον σηκώσει
από τον καναπέ. Καμάρωνε. «Παντόφλες δε φορώ και δεν θα φορέσω και ποτέ
μου» έλεγε στους συναδέλφους του στα τηλέφωνα.
Απόψε όμως ήταν αλλιώς, σαν να είχε γεράσει ξαφνικά, και αυτή το ίδιο μαζί
του. Έβαλε τη μαγιά σε μία λεκανίτσα, τη διέλυσε με το χλιαρό γάλα και την άφησε
να φουσκώσει. Μπελάς οι σβίγκοι, οι τηγανίτες πιο εύκολες.
Πετάχτηκε η μασίνα, χαθήκανε και οι βεγγέρες τους. Παλιά χτυπούσε την πόρ-
τα ο γείτονας, ο συγγενής και έπαιρνε για λίγο ή για πολύ για να ανταλλάξουν τα
νέα της ημέρας, να φέρει από το περίσσεμά του, να ζητήσει κάτι για την ανάγκη
του. Το τηλέφωνο και οι αποστάσεις τα ισοπέδωσαν όλα αυτά. Τι τα σκεφτόταν
τώρα; Αυτή πάντα ήταν περήφανη για την αυτάρκεια και την ανεξαρτησία τους,
να όμως που είχε έρθει το πράγμα αλλιώς. Ίσως τελικά και να την είχαν ανάγκη τη
συντροφιά. Κι αυτό θα περάσει, σκέφτηκε. Μια κακοκεφιά είναι, θα περάσει.
Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι. Ποιος να ‘ναι τέτοια ώρα; Αναρωτήθη-
κε. Ανασηκώθηκε και ο Βασίλης από τον καναπέ. Πήγε λίγο φοβισμένα να ανοίξει.
«Καλησπέρα», φώναξε μια φωνή πίσω από τα κάγκελα της πόρτας, «ο Άγγελος εί-
μαι από απέναντι». «Έλα, παιδί μου, έλα μέσα», άκουσε τη φωνή της. Μπήκε μέσα,
ψηλός, γεροδεμένος, μ’ένα τεράστιο χαμόγελο και με ένα πακέτο στο χέρι.
«Καλησπέρα, κ. Βασίλη, εκεί που δουλεύω στον Ασπρόπυργο έχει δίπλα μας
έναν καλό φούρνο από τους παλιούς, πήγα σήμερα μετά το σχόλασμα και πήρα
ένα καρβέλι για μένα και ένα για εσάς, σκέφτηκα ότι θα σας αρέσει, εσάς ειδικά,
που αγαπάτε τις καλές αγνές γεύσεις.» «Να‘σαι καλά, ευχαριστούμε που μας σκέ-
φτηκες. Κάτσε να ζεσταθείς.»
’ 33
Πήγε πάλι στην κουζίνα, η ζύμη είχε φουσκώσει και το τηγάνι έκαιγε. Σε λίγο
μία λαχταριστή πιατέλα με σβίγκους και τσάι έμπαινε στο σαλόνι. Η φωτιά άναβε
ζωηρά, και η κουβέντα και το γαλάζιο βλέμμα του Βασίλη.
Να‘ναι καλά το παλικάρι, θα την έβγαζαν και τούτη τη βραδιά!
ΘΕΜΑΤΑ
ΘΕΜΑ 1
		
ΘΕΜΑ 1α
Σε κάθε μία από τις ακόλουθες διαπιστώσεις να δώσετε τον χαρακτηρισμό «Σω-
στό» ή «Λάθος», ανάλογα με το αν αποδίδουν σωστά το νόημα του κειμένου. Να
τεκμηριώσετε την απάντησή σας με αναφορές στο κείμενο.
α) Η τηλεόραση αποτελεί για το ζευγάρι του κειμένου την αγαπημένη καθημερινή
ψυχαγωγία τους.
β) Ο Βασίλης είναι άνθρωπος κοινωνικός και δραστήριος.
γ)Το τελευταίο διάστημα ο Βασίλης αισθάνεται αφόρητη μοναξιά, πράγμα που το
αποδίδει στην πρόοδο και την κοινωνική αποξένωση.
δ) Η σύζυγος του Βασίλη διαφωνεί απόλυτα με την στάση του άντρα της.
ε) Η εμφάνιση του Άγγελου επαναφέρει τη θετική διάθεση του Βασίλη.
											
10 μονάδες
ΘΕΜΑ 1β
Ένας από τους βασικούς χώρους στους οποίους εξελίσσεται η δράση του κειμέ-
νου είναι η κουζίνα. Πώς ο χώρος αυτός συνδέεται με την σκιαγράφηση της πρω-
ταγωνίστριας; (40-50 λέξεις).
											
20 μονάδες
Εναλλακτικά
Κεντρικός χαρακτήρας του κειμένου είναι ο Βασίλης. Στο κείμενο σχολιάζεται
ένα βασικό γνώρισμα του που διαμορφώνει τη συμπεριφορά του αλλά και την
κοσμοθεωρία του. Με τη βοήθεια του κειμένου περιγράψτε την εξέλιξη αυτού του
γνωρίσματος. (40-50 λέξεις)
								 20 μονάδες
’
34
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
ΘΕΜΑ 2
ΘΕΜΑ 2α
«Πετάχτηκε η μασίνα … Μια κακοκεφιά είναι, θα περάσει.» Στο απόσπασμα αυτό
παρατηρείται εναλλαγή των ρηματικών εγκλίσεων. Πώς επηρεάζει αυτή η γλωσ-
σική επιλογή το ύφος και το νόημα του κειμένου;
											
20 μονάδες
Εναλλακτικά
«Βγήκε από το σαλόνι. ... άλλων εποχών;» Στο συγκεκριμένο απόσπασμα το κυρί-
αρχο πρόσωπο είναι το γ’ενικό, αλλά απαντά και το β’ενικό. Πώς εξηγείτε αυτή την
εναλλαγή; Πώς επηρεάζει το ύφος του κειμένου;
											
20 μονάδες
ΘΕΜΑ 2β
Στο διήγημα πρωταγωνιστής φαίνεται να είναι ο χρόνος. Να βρείτε σε αυτό δύο (2)
διαφορετικά εκφραστικά μέσα που αποτυπώνουν τον τρόπο με τον οποίο ο χρόνος
επενεργείστηνψυχοσύνθεσητωνηρώωνκαιτιςσυνήθειέςτουςκαινατασχολιάσετε.
10 μονάδες
ΘΕΜΑ 3
Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις)
Είστε η σύζυγος του Βασίλη και γράφετε ένα γράμμα στα παιδιά σας. Αφού τους
περιγράφετε σύντομα το περιστατικό με τον Άγγελο, τους ζητάτε να αναθερμά-
νουν τις σχέσεις τους μαζί σας, κυρίως για χάρη του πατέρα τους.
40 μονάδες
’ 35
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
ΘΕΜΑ 1α
α)Λ:«Χειμωνιάτικο απόγευμα βροχερό, ... για συνεχή παρακολούθηση των ειδήσεων»
β) Σ: «Του άρεσε να κουβεντιάζει, κοινωνικός ... στα τηλέφωνα.»
γ) Σ: «Οι σβίγκοι θύμιζαν ... να παρηγορηθεί. Είχαν μιλήσει νωρίς ... ανέκφραστος.»
«Παλιά χτυπούσε την πόρτα ... ισοπέδωσαν όλα αυτά.»
δ) Λ: «Αυτή πάντα ήταν ... ανάγκη τη συντροφιά.» και «Να‘ναι καλά το παλικάρι, ...
τούτη τη βραδιά!»
ε) Σ: «Η φωτιά άναβε .... γαλάζιο βλέμμα του Βασίλη.»
ΘΕΜΑ 1β
Η κουζίνα φαίνεται πως αποτελούσε στο παρελθόν χώρο που συγκέντρωνε
όλη την οικογένεια και ιδιαίτερα το διάστημα που υπήρχε εκεί η παραδοσιακή
μασίνα ως μέσο θερμαντικό. Όταν εκείνη παροπλίστηκε, σταμάτησαν και οι οικο-
γενειακές συγκεντρώσεις. Στον ίδιο χώρο και τώρα καταφεύγει η πρωταγωνίστρια
για να καταπραΰνει τη θλίψη του άντρα της και να φιλοξενήσει τις δικές της σκέ-
ψεις.
Εναλλακτικά
Ο Βασίλης είναι τύπος ιδιαίτερα κοινωνικός, όπως δηλώνεται σε αρκετά ση-
μεία του κειμένου. Χαιρόταν κάθε συνομιλία, γι’αυτό και η αδυναμία να συζητάει
πλέον με την οικογένειά του (οι γιοι του είναι μακριά) αλλά και η απουσία ζεστών
κοινωνικών σχέσεων του στερεί τη διάθεση για οτιδήποτε. Η αιφνίδια επίσκεψη
του νεαρού γείτονα αποτελεί ευκαιρία για αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος του
πρωταγωνιστή.
ΘΕΜΑ 2α
Στο απόσπασμα εναλλάσσονται η οριστική με την υποτακτική έγκλιση. Η πρώ-
τη χρησιμοποιείται για να δηλώσει τον βαθμό βεβαιότητας της αφηγήτριας. Έτσι
ρήματα όπως «πετάχτηκε, χαθήκανε, χτυπούσε, ισοπέδωσαν, είχε έρθει» αν και σε δι-
αφορετικούς παρελθοντικούς χρόνους, περιγράφουν καταστάσεις πραγματικές,
που έχουν ολοκληρωθεί στο παρελθόν και για την ακρίβεια ευχάριστες αναμνή-
σεις του παρελθόντος που αναφέρονται στις σχέσεις των ανθρώπων. Οι υποτα-
’
36
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
κτικές «για να ανταλλάξουν, να φέρει, να ζητήσει» που δηλώνουν πρόθεση/σκοπό
συσχετίζονται επίσης με εκείνες τις σχέσεις που αναπολεί ο πρωταγωνιστής. Η
υποτακτική «να την είχαν» που συνοδεύεται και από τη λέξη «ίσως» δηλώνει πιθα-
νότητα, την πιθανότητα που ανατρέπει τη σιγουριά της πρωταγωνίστριας ότι η
απουσία κοινωνικών σχέσεων εξασφαλίζει ένα είδος ανεξαρτησίας, την πιθανότη-
τα οι ανθρώπινες σχέσεις να είναι τελικά κάτι σημαντικό. Και τέλος η οριστική «θα
περάσει» δηλώνει κάτι που θα πραγματοποιηθεί με απόλυτη βεβαιότητα στο μέλ-
λον και αναφέρεται στη δυσάρεστη αίσθηση της μοναξιάς που βιώνουν οι πρωτα-
γωνιστές του κειμένου. Αυτή η εναλλαγή των εγκλίσεων εξασφαλίζει οικειότητα,
απλότητα και αμεσότητα στο ύφος, ενώ ταυτόχρονα αποδίδει παραστατικά την
υποκειμενική στάση της πρωταγωνίστριας απέναντι στο βασικό θέμα του κειμέ-
νου, τις ανθρώπινες σχέσεις. Και βέβαια αποδίδει με ακρίβεια τις συναισθηματικές
διακυμάνσεις αλλά και τις σκέψεις της πρωταγωνίστριας.
Εναλλακτικά
Το γ΄ ενικό πρόσωπο αναφέρεται είτε στην πρωταγωνίστρια (Βγήκε, Θυμή-
θηκε, είχε πετάξει, σκέφτηκε, άνοιξε, έβαλε) είτε στη μασίνα (υπήρχε, δούλευε,
ζέσταινε, έψηνε, έβραζε, σκορπούσε, μάζευε, είχε παιδέψει). Τόσο αυτό όσο και
το μοναδικό γ΄ πληθυντικό (είχαν πρωτοαγοράσει) αποτελούν αντικειμενική και
αποστασιοποιημένη προσέγγιση που παραπέμπει σε παντογνώστη αφηγητή. Το
β΄ενικό πρόσωπο που παρεμβάλλεται (να εφοδιάζεις, σου έσβηνε, δεν είχες, να
ζεστάνεις) προσδίδει αμεσότητα, ζωντάνια, παραστατικότητα, θεατρικότητα και
οικειότητα στον λόγο και δηλώνει την πρόθεση - από την πλευρά της αφηγήτριας
- πρόκλησης συναισθημάτων. Η εναλλαγή των ρηματικών προσώπων επηρεάζει
κατά τρόπο ανάλογο και το ύφος καθιστώντας το οικείο, άμεσο και παραστατικό
με στοιχεία προφορικότητας. Ταυτόχρονα αποδίδει με ευστοχία τις συναισθημα-
τικές μεταπτώσεις της ηρωίδας βοηθώντας τον αναγνώστη να κατανοήσει την
στάση της.
ΘΕΜΑ 2β
Στο διήγημα υπάρχει σαφής σύγκριση παρελθόντος και παρόντος ως προς
την ποιότητα των ανθρωπίνων σχέσεων. Έτσι ως σύμβολο του εξιδανικευμένου
παρελθόντος λειτουργεί η μασίνα που χρησιμοποιούσαν οι πρωταγωνιστές ως
βασικό μέσο θέρμανσης και μαγειρέματος. Η μασίνα αποκτά ιδιότητες ανθρώ-
πινες μέσα από την προσωποποίηση που χρησιμοποιείται για την παρουσίασή
’ 37
της. «... στην κουζίνα υπήρχε ακόμα η μασίνα που δούλευε με κοκ, ζέσταινε νερό,
έψηνε κοτόπουλα και έβραζε μαρμίτες. Σκορπούσε στο χώρο μια γλυκιά ζέστη
και τους μάζευε όλους γύρω της.» Και λίγο πιο κάτω σε συνδυασμό με το β΄ ενικό
πρόσωπο: « Έπρεπε να την εφοδιάζεις μέρα-νύχτα, αλίμονο αν σου έσβηνε ...». Η
προσωποποίηση προσδίδει ζωντάνια στο λογοτεχνικό κείμενο και καθιστά τη λο-
γοτεχνική γραφή πιο δραστική. Επιπλέον, τονίζει την ιδιαίτερη αξία ή τον συμβολι-
σμό της έννοιας που αποκτά τις ιδιότητες προσώπου. Ένα δεύτερο σημαντικό εκ-
φραστικό μέσο που αξιοποιείται για να τονίσει την καταλυτική δράση του χρόνου
είναι η εικόνα: «Περασμένα- ξεχασμένα, σκέφτηκε, άνοιξε το μάτι της ηλεκτρικής
κουζίνας και έβαλε πάνω το βαρύ μαντεμένιο τηγάνι να τακτοποιηθεί σιγά-σιγά.
Μοναχική και κρύα της φάνηκε η κουζίνα της, πού οι υπερπαραγωγές άλλων επο-
χών;». Η σύγχρονη ηλεκτρική κουζίνα αποτελεί τον «αντίπαλο» της μασίνας. Ενώ η
δεύτερη θέρμαινε τον χώρο και τις καρδιές, η πρώτη έκανε ακριβώς το αντίθετο,
δύο εικόνες – σύμβολα που αντιπαρατίθενται για να κάνουν ακόμη πιο παραστα-
τική και να αισθητοποιήσουν τη διαφορά του τότε από το τώρα.
ΘΕΜΑ 3
Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις)
Αθήνα, 30 Ιανουαρίου 19..
Αγαπημένα μου παιδιά,
δε μου ήταν εύκολο να αποφασίσω να σας γράψω, όμως η αγάπη μου για
τον πατέρα σας ήταν εκείνη που με έπεισε να το κάνω. Από τότε που ανοίξατε
τα φτερά σας αναζητώντας τη δική σας φωλιά, η δική μας ζωή απέκτησε τους
ρυθμούς μιας βαρετής ρουτίνας. Γίναμε θεατές της ίδιας μονότονης καθημερι-
νότητας διασκεδάζοντας την πλήξη μας με τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων ή πε-
ριμένοντας μία κλήση για να μιλήσουμε μαζί σας. Ακόμη όμως κι αυτό δεν είναι
αρκετό. Αισθάνομαι σα να γερνάμε απότομα και ιδιαίτερα ο πατέρας σας που
υπήρξε πάντα άνθρωπος της δράσης και της ζωής. Τον τελευταίο καιρό ο άν-
θρωπος με τον οποίο μοιράζομαι τόσα χρόνια τη ζωή μου δε μου θυμίζει σε τί-
ποτα τον πρόσχαρο και δραστήριο πατέρα σας. Μόνο καταφύγιο οι ευχάριστες
εικόνες που αναπολούμε περιστασιακά, όταν μας δίνεται απρόσμενα η ευκαιρία.
Μια τέτοια ευκαιρία μας δόθηκε και σήμερα, τελείως αναπάντεχα. Ο νεαρός μας
γείτονας χτύπησε την πόρτα μας για να μας προσφέρει ως δώρο ένα καρβέλι
ψωμί. Κάθισε μαζί μας. Και πόσα πράγματα ξύπνησαν μέσα στον πατέρα σας
’
38
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
σαν από θαύμα, το βλέμμα του, η ίδια η ζωή! Πόσο θα ήθελα να ήσασταν εσείς
στη θέση του!
Αυτό το γράμμα είναι μια πρόσκληση και μια παράκληση μαζί να δώσετε ξανά
πίσω στον πατέρα σας αυτή τη χαρά με μια κουβέντα παραπάνω. Δε θέλω να σας
κουράσω άλλο. Θα περιμένω.
Με αγάπη
Η μητέρα σας
’ 39
Κ Ο Ι Υ Κ Λ Ν
ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α ΛΥΚΕΙΟΥ
11709
ΚΕΊΜΕΝΟ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (1959- )
Ο ταχυδρόμος [απόσπασμα]
Ο ήρωας του βιβλίου ένας ταπεινός ταχυδρόμος, αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο την
ιστορία του, που διαδραματίζεται σε μια ορεινή κοινότητα της μεταπολεμικής Κρή-
της (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).
Σ’ όλο το δρόμο με το ποδήλατο αναρωτιόμουν μήπως η αποτυχία μου να γίνω
δάσκαλος, όπως ήταν τ’ όνειρό μου, έπαιξε ένα ρόλο στο ότι δεν είμαστε τώρα
μαζί με την Αθηνά. Ήταν όμως περιττό να σκέφτομαι το παρελθόν, που δεν μπο-
ρούσα να το διορθώσω. Εξάλλου έπρεπε ν’ αρχίσω τη διανομή και ο καιρός χάλα-
γε. Το λίγο φως που δεν μπορούσε να τρυπήσει τα σύννεφα, χάθηκε τελικά απ’ την
άλλη μεριά του βουνού και ο ουρανός χαμήλωσε πολύ.
Είδα πάνω απ’ τις ελιές και τα κυπαρίσσια να πέφτει η πρώτη βροχή. Το κατά-
λαβα απ’ το θάμπος που κάλυπτε κάθετα τον αέρα. Ήταν μόνο εκεί, μακριά, αυτή
η συσκότιση του τοπίου και μου έκανε εντύπωση ότι ο ουρανός έτρεχε, ερχόταν
προς τη μεριά μου. Είπα, σε λίγο θα φτάσει κι εδώ το κατακαίρι. Δεν πρόλαβα να
το σκεφτώ κι αμέσως άρχισαν να πέφτουν χοντρές σταγόνες πάνω στην κάπα μου.
Διακεκομμένες αστραπές αυλάκωναν τον ουρανό και φώτιζαν στιγμιαία το θα-
μπωμένο τοπίο. Δεν ξέρω γιατί ένιωσα μόνος τότε. Εντελώς ξαφνικά ανέβηκε στο
μυαλό μου μια εικόνα αδιέξοδου. Συχνά το πάθαινα αυτό και είχα βρει τρόπο να το
αντιμετωπίζω. Πήγα και σταμάτησα το ποδήλατο στην άκρη του δρόμου, απ’ τη
μεριά που φαινόταν η κοιλάδα. Το ένα πόδι αφημένο στο πετάλι, το άλλο ακουμπι-
’
40
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
σμένο στη γη. Παρακολουθούσα το χάος που άρχιζε ακριβώς κάτω από τα πόδια
μου. Το ακανόνιστο τοπίο. Τις καλλιέργειες των ανθρώπων στις πλαγιές.
[…]
Με πολλή χαρά με υποδέχτηκαν οι θαμώνες που κάθονταν αμέριμνοι στις καρέ-
κλες. Ήταν όλοι τους γέροι. Ρώτησαν αν είχα τίποτε γι’ αυτούς και τους απάντησα
πως δεν ήταν η μέρα της σύνταξης. Βέβαια, δεν περίμεναν τίποτ’ άλλο, παρά μόνο
τη μέρα που θα εισέπρατταν τη σύνταξή τους. Παρατήρησα πως αμέσως συνο-
φρυώθηκαν και ένας γέρος με πολύ χοντρά γυαλιά έβαλε μπρος στα μάτια του την
εφημερίδα που είχε ακουμπήσει στα γόνατα, όταν μπήκα.
[…]
Η γυναίκα που κρατούσε το καφενείο, η κυρία Στέλλα εμφανίστηκε απ’ το εσωτε-
ρικό δωμάτιο που έψηνε τους καφέδες. Μόλις με είδε, ήρθε κοντά μου, με χαιρέτη-
σε εγκάρδια. […] Η ζέστη της σόμπας ίδρωνε τα τζάμια. Έξω δε φαινόταν τίποτα.
Κοντοστάθηκε η γυναίκα, έβγαλε από την τσέπη της ένα πανί και καθάρισε το μαρ-
μαρένιο τραπεζάκι. Καθώς καθάριζε το μάρμαρο, μου πέταξε μια φράση περίεργη,
πριν απομακρυνθεί στο δωμάτιο να ψήσει τον καφέ. Είπε: «Άτυχος ήσουνα που
δεν έγινες δάσκαλος, να μη σε καταπίνουνε τώρα τα βουνά».
Πολύ ιδιόμορφη η διατύπωσή της, αλλά έβρισκα πως ήταν σωστή. Την είπε, δεν
έδειξε κανένα αίσθημα, μια διαπίστωση νόμιζες πως έκανε και μπήκε στο δωμάτιο
για τον καφέ. Εντάξει. Είχα όνειρο να γίνω δάσκαλος. Πήγα με την Αθηνά στην
πρωτεύουσα του νησιού να δώσω εξετάσεις. Στο δεύτερο μάθημα με έπιασε εμε-
τός, δεν ξέρω τι ήταν, να μην μπορώ να κρατήσω τίποτα μέσα μου. Με έβγαλαν
έξω από την αίθουσα και μου είπαν να γυρίσω όταν θα αισθανόμουν καλύτερα. Με
συνόδευε ένας κύριος. Είχα γίνει, μου είπε, κατακίτρινος.
[…]
Όταν μου έφερε τον καφέ η κυρία Στέλλα, άκουγα το νερό να κυλά σαν ποτάμι
στους δρόμους. Είχε πολύ σκοτεινιάσει, αλλά δεν πτοήθηκα. Ήθελα να την πειρά-
ξω λίγο. Είχε ένα τρόπο να αντιδρά, που έμοιαζε με παιδί. Τα έπαιρνε όλα πολύ στα
σοβαρά και τα αστεία ακόμα νόμιζε πως ήταν αλήθεια. Της είπα πως αν είχα γίνει
δάσκαλος, δεν θα είχαν αυτοί ταχυδρόμο. […] «Μάλιστα κυρία Στέλλα, θα μένατε
χωρίς σύνταξη!» τέλειωσα το αστείο μου βάζοντας ιδιαίτερο τόνο στη φωνή.
Γιώργος Παπαδάκης (20202
), Ο ταχυδρόμος. Αθήνα: Βιβλιοπωλείο της Εστίας,
σελ. 38-41.
’ 41
ΘΕΜΑΤΑ
ΘΕΜΑ 1
		
ΘΕΜΑ 1α
Σε κάθε μία από τις ακόλουθες διαπιστώσεις να δώσετε τον χαρακτηρισμό «Σω-
στό» ή «Λάθος», ανάλογα με το αν αποδίδουν σωστά το νόημα του κειμένου. Να
τεκμηριώσετε την απάντησή σας με αναφορές στο κείμενο.
α) Ο πρωταγωνιστής του κειμένου έγινε ταχυδρόμος, επειδή δεν έβρισκε δουλειά
ως δάσκαλος.
β) Συχνά πάθαινε κρίσεις πανικού που του προκαλούσε η αίσθηση ότι είναι μόνος
και σε αδιέξοδο .
γ) Οι ηλικιωμένοι θαμώνες του καφενείου του καφενείου υποδέχονται τον ταχυ-
δρόμο με ενθουσιασμό, επειδή τους είναι ιδιαίτερα αγαπητός.
δ) Ο πρωταγωνιστής αισθάνεται άτυχος που δουλεύει ως ταχυδρόμος.
ε) Ο ταχυδρόμος αποφεύγει να πειράζει την κυρία Στέλλα, γιατί η τελευταία τα
παίρνει όλα στα σοβαρά.
								 10 μονάδες
ΘΕΜΑ 1β
Η αλλαγή του καιρού φαίνεται να επηρεάζει ψυχολογικά τον πρωταγωνιστή
του κειμένου. Εντοπίζοντας τα σχετικά σημεία περιγράψτε πώς συμβαίνει αυτό και
προσπαθήστε να εξηγήσετε γιατί - κατά τη γνώμη σας – επηρεάζεται συναισθη-
ματικά (40-50 λέξεις).
20 μονάδες
Εναλλακτικά
Το επάγγελμα του κεντρικού χαρακτήρα επηρέασε συνολικά τη ζωή του και τις
σχέσεις του με τους ανθρώπους. Σε ποια σημεία του κειμένου φαίνεται αυτό; (80-
90 λέξεις).						
20 μονάδες
’
42
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
ΘΕΜΑ2		
ΘΕΜΑ 2α
«Πολύ ιδιόμορφη η διατύπωσή της, αλλά έβρισκα πως ήταν σωστή. ... Με συνό-
δευε ένας κύριος. Είχα γίνει, μου είπε, κατακίτρινος.» Το συγκεκριμένο απόσπασμα
διακρίνεται για το απλό και ταυτόχρονα σχεδόν σαρκαστικό ύφος. Με ποιες γλωσ-
σικές επιλογές επιτυγχάνεται αυτό το αποτέλεσμα; Παραθέστε σχετικά παραδείγ-
ματα από το κείμενο.
20 μονάδες
Εναλλακτικά
«Η γυναίκα που κρατούσε το καφενείο, η κυρία Στέλλα εμφανίστηκε απ’ το εσωτε-
ρικό δωμάτιο που έψηνε τους καφέδες. Μόλις με είδε ... Είπε: «Άτυχος ήσουνα που
δεν έγινες δάσκαλος, να μη σε καταπίνουνε τώρα τα βουνά». Ποια ρηματικά πρό-
σωπα χρησιμοποιούνται στο απόσπασμα; Πώς επηρεάζουν το ύφος του κειμένου;
											
20 μονάδες
ΘΕΜΑ 2β
Στη δεύτερη παράγραφο ο αφηγητής παρουσιάζει τις εντυπώσεις που του προκά-
λεσε η «πρώτη βροχή». Να εντοπίσεις μία (1) προσωποποίηση και μία (1) μεταφορά
και να τις συσχετίσεις με τη συναισθηματική του κατάσταση.
10 μονάδες
ΘΕΜΑ 3		
Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις)
Λαμβάνοντας υπόψη σου την «περίεργη φράση» της κυρίας Στέλλας και τη συναι-
σθηματική κατάσταση του ταχυδρόμου, να συνεχίσεις τον διάλογό τους γράφο-
ντας το δικό σου τέλος.
40 μονάδες
’ 43
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
ΘΕΜΑ 1α
α) Λάθος: «Σ’ όλο το δρόμο με το ποδήλατο αναρωτιόμουν μήπως η αποτυχία
μου να γίνω δάσκαλος, όπως ήταν τ’ όνειρό μου, έπαιξε ένα ρόλο στο ότι δεν
είμαστε τώρα μαζί με την Αθηνά.»
β) Σωστό: «Δεν ξέρω γιατί ένιωσα μόνος τότε. Εντελώς ξαφνικά ανέβηκε στο μυα-
λό μου μια εικόνα αδιέξοδου. Συχνά το πάθαινα αυτό και είχα βρει τρόπο να το
αντιμετωπίζω.»
γ) Λάθος: «Με πολλή χαρά με υποδέχτηκαν οι θαμώνες που κάθονταν αμέριμνοι
στις καρέκλες. Ήταν όλοι τους γέροι. ... παρά μόνο τη μέρα που θα εισέπρατταν
τη σύνταξή τους. Παρατήρησα πως αμέσως συνοφρυώθηκαν...»
δ) Σωστό: «Είπε: «Άτυχος ήσουνα που δεν έγινες δάσκαλος, ... έβρισκα πως ήταν
σωστή»
ε) Λάθος: « Ήθελα να την πειράξω λίγο. Είχε ένα τρόπο να αντιδρά, ... νόμιζε πως
ήταν αλήθεια.»
ΘΕΜΑ 1β
Η απότομη αλλαγή του καιρού αιφνιδιάζει τον ταχυδρόμο δυσάρεστα προκα-
λώντας του την αίσθηση μοναξιάς αλλά και αδιεξόδου («Δεν ξέρω γιατί ένιωσα
μόνος τότε. Εντελώς ξαφνικά ανέβηκε στο μυαλό μου μια εικόνα αδιέξοδου.»). Η
αίσθηση αυτή φαίνεται πως ήταν κάτι που παρουσίαζε συχνά και γι΄ αυτό είχε φρο-
ντίσει να βρει τρόπο να το αντιμετωπίζει. Σταματάει τη διαδρομή του και παρακο-
λουθεί την εξέλιξη του καιρού μέχρι να ηρεμήσει η βροχή («Πήγα και σταμάτησα
το ποδήλατο στην άκρη του δρόμου, ... ακουμπισμένο στη γη..»). Είναι πιθανό η
αντίδραση αυτή να αποτελεί κατάλοιπο από τη δυσάρεστη εμπειρία των εξετάσε-
ων που κατέληξαν σε αποτυχία.
Εναλλακτικά
Το πρώτο πράγμα που επηρεάστηκε από την επιλογή του ήρωα ήταν η σχέση του
με το κορίτσι του, την Αθηνά. («Σ’ όλο το δρόμο με το ποδήλατο αναρωτιόμουν ... μαζί
με την Αθηνά.»). Έπειτα η ιδιότητά του ως διανομέα των συντάξεων έκανε τους γέ-
ροντες κατοίκους του χωριού να τον αντιμετωπίζουν με χαρά, όχι όμως απαραίτητα
πραγματική («Με πολλή χαρά με υποδέχτηκαν ... εισέπρατταν τη σύνταξή τους.»). Τέ-
’
44
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
λος, ο ταχυδρόμος βρίσκει ευχάριστη «σαν παιδί» την κυρία Στέλλα που αντιλαμβάνε-
ται ότι βλέπει τη δουλειά του ως ατυχία στη ζωή του.(« Ήθελα να την πειράξω λίγο. ...
πως ήταν αλήθεια.», «Εντάξει. Είχα όνειρο να γίνω δάσκαλος.»). Ο ταχυδρόμος έχοντας
αποδεχτεί τη νέα του ζωή φροντίζει να διασκεδάζει το κλίμα αυτοσαρκαζόμενος («Της
είπα πως αν είχα γίνει δάσκαλος, δεν θα είχαν αυτοί ταχυδρόμο.»)
ΘΕΜΑ 2α
Ο ταχυδρόμος στο απόσπασμα αυτό αφηγείται και σχολιάζει σε πρώτο πρόσωπο. Χα-
ρακτηρίζειοίδιοςιδιόμορφοαλλάσωστότοσχόλιοτηςκυρίαςΣτέλλαςμετοοποίοτου
υπενθυμίζειτηνατυχίατουναμηγίνειδάσκαλοςκαιμάλιστατουτοαπευθύνειχωρίςνα
δείξεικανένασυναίσθημα,σαναπλήδιαπίστωσηπέρααπόκάθεαμφισβήτηση.Ολόγος
κοφτός και λιτός, σχεδόν σαρκαστικός («Την είπε, δεν έδειξε κανένα αίσθημα, μια διαπί-
στωση νόμιζες πως έκανε και μπήκε στο δωμάτιο για τον καφέ.»), με στοιχεία προφορι-
κότητας («Εντάξει»). Η αφήγηση - εξομολόγηση που παρεμβάλλεται με πολλά ρήματα
(πήγα, να δώσω, με έπιασε, να κρατήσω, έβγαλαν, συνόδευε) αναφέρεται στη δυσάρε-
στηεμπειρίατουήρωα,χωρίςκαμίαδιάθεσηωραιοποίησης.Τοασύνδετοσχήμαμετην
εναλλαγή των εγκλίσεων αποδίδει με τρόπο λιτό αλλά παραστατικό την αμηχανία του
πρωταγωνιστή ( «Στο δεύτερο μάθημα με έπιασε εμετός, δεν ξέρω τι ήταν, να μην μπο-
ρώνακρατήσωτίποταμέσαμου»).Οπλάγιοςλόγος(«Είχαγίνει,μουείπε,κατακίτρινος»)
ολοκληρώνει την ανάμνηση του ταχυδρόμου, που θέλει να ξεχάσει.
Εναλλακτικά
Στο απόσπασμα χρησιμοποιούνται το γ΄ ενικό πρόσωπο που αναφέρεται κυρίως
στην κυρία Στέλλα (κρατούσε, εμφανίστηκε, έψηνε, είδε, ήρθε, χαιρέτησε, κοντο-
στάθηκε, έβγαλε, καθάριζε, είπε), το α΄ενικό που είναι το πρόσωπο του αφηγητή (με
είδε, κοντά μου, με χαιρέτησε) και το β΄ ενικό με το οποίο η γυναίκα απευθύνεται
στον ταχυδρόμο («Άτυχος ήσουνα που δεν έγινες δάσκαλος, να μη σε καταπίνουνε
τώρα τα βουνά»). Το γ΄ ενικό εξασφαλίζει από την πλευρά του αφηγητή αντικειμενι-
κότητα και αληθοφάνεια στον τρόπο με τον οποίο περιγράφει τις κινήσεις της γυναί-
κας. Το α΄ ενικό μας υπενθυμίζει ότι έχουμε πρωτοπρόσωπη αφήγηση κι εξομολο-
γητικό τόνο που συνδέεται με την παρουσίαση της ζωής του ήρωα. Τέλος το β΄ενικό
που δίνει την αίσθηση του διαλόγου εξασφαλίζει ζωντάνια και θεατρικότητα, ενώ
ταυτόχρονα δίνει μια αίσθηση οικειότητας και προκαλεί συναισθηματικά τον δέκτη,
ενώ γίνεται αισθητή και μια ελαφρά ειρωνεία από την πλευρά της κυρίας Στέλλας.
’ 45
ΘΕΜΑ 2β
Η αιφνίδια κακοκαιρία επηρεάζει συναισθηματικά τον ήρωα και αυτό αποδίδε-
ται παραστατικά από τον ίδιο, καθώς περιγράφει την σκηνή με χαρακτηριστικά
σχήματα. Με μία προσωποποίηση αποδίδει ιδιότητες έμψυχου στον ουρανό («ο
ουρανός έτρεχε, ερχόταν προς τη μεριά μου») που φαίνεται να τον καταδιώκει
φέρνοντας μαζί του τη βροχή και το σκοτάδι. Όταν πια ξεσπάει η βροχή με ένταση
και συνοδεύεται από αστραπές που φωτίζουν το τοπίο, σκέψεις και συναισθήματα
κατακλύζουν τον πρωταγωνιστή. Το αποτέλεσμα που προκαλείται αποδίδεται με
μία μεταφορά: «ανέβηκε στο μυαλό μου μια εικόνα αδιέξοδου.» Το έντονο καιρι-
κό φαινόμενο προκαλεί αναστάτωση στον ταχυδρόμο που αισθάνεται εκείνη την
στιγμή μόνος κι εγκλωβισμένος σε αδιέξοδο, κατάσταση που του είναι γνώριμη
μάλλον από το παρελθόν και τον επισκέπτεται συχνά.
ΘΕΜΑ 3
Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις)
-	 «Και ποιος λογαριάζει τη σύνταξη μπροστά στην ευτυχία του ανθρώπου;» μου
απάντησε με ύφος σοβαρό. «Ας είχες εσύ την ευτυχία σου κοντά στην Αθηνά
σου και εμείς θα βρίσκαμε τρόπο να βολευτούμε».
-	 «Και ποιος μου λέει ότι θα ήμουν τότε πιότερο ευτυχισμένος από ό,τι τώρα;»
Ετοιμάστηκα να φύγω, να μην προλάβω να ακούσω την απάντησή της, γιατί την
απάντηση την ήξερα ήδη μέσα μου.
-	 «Δεν είναι ευτυχία η μοναξιά ούτε να πνίγεσαι από αγωνία κάθε φορά που σε
κυνηγάει ο καιρός και σου θυμίζει η βροχή τι έχεις και τι έχασες», σταμάτησε να
καθαρίζει τα μαρμάρινα τραπεζάκια και κοίταξε το πανί που κρατούσε χαμογε-
λώντας με πικρία.
-	 «Εσύ, είσαι ευτυχισμένη;» Περίμενα να ακούσω κάτι να πιαστώ, να αφήσω πίσω
μου την Αθηνά και την πρωτεύουσα και τα όνειρά μου.
-	 «Πήγα κι εγώ κάποτε στην πρωτεύουσα μαζί με έναν Νικόλα, να φτιάξω τη ζωή
μου, να σπουδάσω, μα δεν τα κατάφερα. Και γύρισα πίσω και αντί να υπερασπί-
ζομαι ανθρώπους στο δικαστήριο ψήνω καφέδες και παίρνω στα σοβαρά τα
αστεία των άλλων.Πώς το είπες; Αν είμαι ευτυχισμένη; Μπορεί και να μην έχει
σημασία πια, αλλά εμένα δεν με καταπίνουν τα βουνά».
	 Θα φύγω, το αποφάσισα, θέλω να γίνω δάσκαλος.
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
’ 47
Κ Ο Ι Υ Κ Λ Ν
ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α ΛΥΚΕΙΟΥ
11710
ΚΕΊΜΕΝΟ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΑΛΤΙΝΟΣ (1932-)
«Εξ αγχιστείας»1
[απόσπασμα]
Το ακόλουθο απόσπασμα προέρχεται από τη συλλογή διηγημάτων Θα βρείτε τα
οστά μου υπό βροχήν του Θανάση Βαλτινού, που εκδόθηκε το 1992.
Όταν χήρεψε η μάνα μας, τριάντα δύο χρονών, αυτός κόντευε τα σαράντα.
Κι όταν έκλεισε ο πρώτος χρόνος του πένθους της, μόνος του αυτός πήγε βρήκε
την πεθερά της, δηλαδή τη γιαγιά μας, τη μάνα του πατέρα μας, και της γύρεψε να
κουβεντιάσουν.
-Έχω τη δουλειά μου, της είπε. Παιδιά δεν κάνω. Και θέλω να την παντρευτώ τη
Μαρίτσα.
Τη γιαγιά μας τη θυμάμαι αμυδρά, αλλά πρέπει να ήταν δυνατή γυναίκα. Έχο-
ντας χηρέψει και η ίδια νέα, με τέσσερα μωρά επίσης, πίεσε τη μάνα μας που, δέ-
σμια ενός αρχαίου ηθικού κώδικα, δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα, και την ανά-
γκασε να δεχτεί το γάμο.
Ο πατριός μας ήταν βαγενάς.2
Κάθε καλοκαίρι, κατά τα μέσα Αυγούστου, έπαιρνε σ’ ένα ζεμπίλι τα εργαλεία
του και κατέβαινε στον κάμπο της Μαντινείας να δουλέψει. Εκεί καθότανε μέχρι
1. Εξ αγχιστείας: για τη συγγένεια που δημιουργείται με το γάμο, σε αντιδιαστολή με τη συγγένεια
εξ αίματος.	
2. 	βαρελάς
’
48
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
που άρχιζε ο τρύγος, επιδιορθώνοντας παλιά βαρέλια. Άλλαζε σάπιους παζούς,3
σπασμένες δόγες,4
τέτοια μερεμέτια. Ύστερα, με το τέλειωμα της εποχής, γύριζε
πάλι στο χωριό.
Εμείς, που ακόμα δεν είχαμε συνείδηση του χρόνου, καταλαβαίναμε ότι ζύγω-
νε η ώρα να τον ξαναδούμε, από την ανησυχία της μάνας μας. Για καμιά βδομάδα
η ανησυχία της αυτή εκδηλωνόταν με ένα είδος μανίας για την πάστρα.5
Σάρωνε
την αυλή, ασβέστωνε τις ξερολιθιές της μάντρας, έλιωνε και ξανάλιωνε τα νύχια της
σφουγγαρίζοντας το πάτωμα με καρυδόφυλλα. Την τελευταία πια μέρα φαινόταν να
καλμάρει λίγο. Σηκωνότανε πρωί, ζύμωνε, σκέπαζε το ψωμί να γίνει, κι όσο εκείνο
φούσκωνε κι ανέβαζε αθόρυβα την υπομονή της, μας έλουζε, μας έδινε μια βρεγ-
μένη φέτα στρωμένη με ζάχαρη και μας έστελνε να τον υποδεχτούμε στις Πλάκες.
[…] Φτάνοντας απάνω, η μέρα ντάλα6
κι έρημη, καθόμασταν αράδα και τα τέσ-
σερα, χωρίς να μιλάμε στην αρχή, αγναντεύοντας το μουλαρόδρομο που χανόταν
στον κατήφορο. Από το δρόμο αυτό θα ερχόταν ο «πατέρας» μας.
Εκτός από την Όλγα, τη μικρότερη, οι άλλοι ξέραμε ότι δεν ήταν ο αληθινός μας
πατέρας. Όμως πλάγιαζε με τη μάνα μας στο ίδιο κρεβάτι, μας αγόραζε παπούτσια
δυο φορές το χρόνο και, όταν αρρωσταίναμε, μας κουβαλούσε στο γιατρό. Καθό-
μασταν λοιπόν και τον περιμέναμε. Σχεδόν πάντοτε αργούσε να φανεί. Κι εμείς
στο τέλος, μην αντέχοντας άλλο να δακρύζουν τα μάτια μας από την ένταση, το
ρίχναμε στο παιγνίδι. Έτσι, κάθε φορά ήταν τότε, όταν πια είχαμε ξεχάσει για ποιο
λόγο βρισκόμασταν κει πάνω, που μας κεραύνωνε η φωνή του:
- Παΐδια, σας έπιασα!
Σα να είχε έρθει δρασκελώντας τις κορφές, γυρίζαμε ξαφνιασμένοι και τον βλέ-
παμε λίγο μακρύτερα, έναν όρθιο Δία — το ζεμπίλι με τα εργαλεία ακουμπισμένο
δίπλα του.
Η αμηχανία μας τον διασκέδαζε αρκετά, κι όταν η Όλγα πρώτη, η πιο αθώα,
αμολιόταν τρέχοντας κατά το μέρος του, εκείνος γέλαγε τρανταχτά, έπεφτε στα
τέσσερα κι άρχιζε να την κυνηγάει, γαβγίζοντας σα σκύλος. Με αυτό τον τρόπο
γινότανε μπροστά μας η επανανθρωποποίησή του, και τότε μπαίναμε όλοι στο
χορό, μέχρι που απόκανε ο ίδιος, σηκωνότανε λαχανιασμένος, έφτιαχνε τη λουρί-
δα του κι έλεγε:
3. 	παζός: η βάση του βαρελιού
4. 	κυρτές σανίδες βαρελιού
5.	καθαριότητα
6.	 καταμεσήμερο με πολλή ζέστη
’ 49
- Πάμε τώρα, γιατί θα μας σκοτώσει η μάνα σας.
Άρπαζε την Όλγα από τις μασχάλες, […], την κάθιζε στο μπράτσο του, έπαιρνε
με το άλλο χέρι το ζεμπίλι και κινάγαμε.
Η είσοδός μας στο χωριό ήταν ένας θρίαμβος. Όλοι όσους απαντάγαμε στη δι-
αδρομή ήθελαν να καλωσορίσουν τον πατριό μας και σταματάγαμε σε κάμποσες
αυλές. Σα να είχε λείψει πια χρόνια στην ξενιτιά. Δεν ξέρω αν όλοι τον αγάπαγαν,
πάντως όλοι επέμεναν να τον κεράσουν και να αλλάξουν δυο κουβέντες μαζί του.
[…]
ΘΕΜΑΤΑ
ΘΕΜΑ 1
		
ΘΕΜΑ 1α
Σε κάθε μία από τις ακόλουθες διαπιστώσεις να δώσεις τον χαρακτηρισμό «Σω-
στό» ή «Λάθος», ανάλογα με το αν αποδίδουν σωστά το νόημα του κειμένου. Να
τεκμηριώσεις την απάντησή σου με αναφορές στο κείμενο.
α) Η μητέρα του αφηγητή ξαναπαντρεύτηκε σε ηλικία 33 ετών.
β) Ο δεύτερος γάμος της μητέρας του αφηγητή ήταν αποτέλεσμα ελεύθερης επι-
λογής.
γ) Σε αντίθεση με τη συντηρητική γιαγιά η κόρη της αψηφά τον ηθικό κώδικα της
εποχής.
δ) Και τα τέσσερα παιδιά της Μαρίτσας γνωρίζουν ότι ο σύζυγος της μητέρας τους
δεν είναι ο πραγματικός πατέρας τους.
ε) Ο πατριός των παιδιών ήταν πολύ αγαπητός τόσο στην οικογένειά του όσο και
στους κατοίκους του χωριού.
10 μονάδες
ΘΕΜΑ 1β
«Τη γιαγιά μας τη θυμάμαι αμυδρά, αλλά πρέπει να ήταν δυνατή γυναίκα. Έχο-
ντας χηρέψει και η ίδια νέα, με τέσσερα μωρά επίσης, πίεσε τη μάνα μας που, δέ-
σμια ενός αρχαίου ηθικού κώδικα, δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα, και την ανά-
γκασε να δεχτεί το γάμο.» Λαμβάνοντας υπόψη το παραπάνω απόσπασμα και
’
50
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
συσχετίζοντας με τα κοινωνικά στερεότυπα της εποχής σχολίασε τους δύο χαρα-
κτήρες που αναφέρονται (60-70 λέξεις).
20 μονάδες
Εναλλακτικά
«Η αμηχανία μας τον διασκέδαζε αρκετά, κι όταν η Όλγα πρώτη, η πιο αθώα,
... έφτιαχνε τη λουρίδα του κι έλεγε: - Πάμε τώρα, γιατί θα μας σκοτώσει η μάνα
σας.» Στο απόσπασμα περιγράφεται μία χαρακτηριστική σκηνή μέσα από την
οποία αποκαλύπτεται η σχέση πατριού και παιδιών. Σε τι βαθμό ανταποκρίνεται η
εικόνα αυτή στα στερεότυπα της εποχής; (60-70 λέξεις)	
20 μονάδες
ΘΕΜΑ 2
ΘΕΜΑ 2α
Εντόπισε τον κυρίαρχο χρόνο της αφήγησης και εξήγησε με τη χρήση συγκεκρι-
μένων παραδειγμάτων τη λειτουργία του ως προς το νόημα και το ύφος του κει-
μένου.
20 μονάδες
Εναλλακτικά
«Εκτός από την Όλγα, τη μικρότερη, οι άλλοι ξέραμε ότι δεν ήταν ο αληθινός
μας πατέρας ... μας κεραύνωνε η φωνή του». Στο απόσπασμα δύο ρηματικά πρό-
σωπα εναλλάσσονται. Ποια είναι αυτά και πώς η χρήση τους εξυπηρετεί το νόημα
και το ύφος του αποσπάσματος;
20 μονάδες
ΘΕΜΑ 2β
Η αναφορά του αφηγητή στη μάνα γίνεται με αξιοποίηση επαναλαμβανόμενου
ασύνδετου σχήματος. Πώς ερμηνεύεις τη χρήση του και τι δηλώνει για τον χαρα-
κτήρα της;
10 μονάδες
’ 51
ΘΕΜΑ 3
Παρουσιάστε το πρόσωπο του πατριού σύμφωνα με τις αναφορές του αφηγητή σε
αυτόν (180-200 λέξεις).
40 μονάδες
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
ΘΕΜΑ 1α
α) Σωστό: « Όταν χήρεψε η μάνα μας, τριάντα δύο χρονών,... Κι όταν έκλεισε ο
πρώτος χρόνος του πένθους της, μόνος του αυτός πήγε βρήκε την πεθερά της»
β) Λάθος: «Τη γιαγιά μας τη θυμάμαι αμυδρά, ... πίεσε τη μάνα μας που, ... δεν ήθε-
λε να ακούσει κουβέντα, και την ανάγκασε να δεχτεί το γάμο.»
γ) Λάθος: «... πίεσε τη μάνα μας που, δέσμια ενός αρχαίου ηθικού κώδικα, δεν
ήθελε να ακούσει κουβέντα,...»
δ) Λάθος: «Εκτός από την Όλγα, τη μικρότερη, οι άλλοι ξέραμε ότι δεν ήταν ο
αληθινός μας πατέρας.»
ε) Σωστό: «Καθόμασταν λοιπόν και τον περιμέναμε.» και « Όλοι όσους απαντάγα-
με στη διαδρομή ήθελαν να καλωσορίσουν τον πατριό μας ... Δεν ξέρω αν όλοι
τον αγάπαγαν, ... δυο κουβέντες μαζί του.»
ΘΕΜΑ 1β
Η γιαγιά χαρακτηρίζεται γυναίκα δυνατή, αφού κατάφερε να μεγαλώσει τέσ-
σερα παιδιά έχοντας μείνει σε νεαρή ηλικία χήρα. Από το απόσπασμα προκύπτει
ότι έμεινε πιστή στη μνήμη του άντρα της (δέσμια ενός αρχαίου ηθικού κώδικα)
και δεν ξαναπαντρεύτηκε παρά αφοσιώθηκε στην ανατροφή των παιδιών της. Η
νύφη της - που βρίσκεται στην ίδια κατάσταση - ετοιμάζεται να ακολουθήσει την
ίδια τακτική, αλλά με παρότρυνση της πεθεράς της, που αντιλαμβάνεται το μέ-
γεθος της δοκιμασίας, «εξαναγκάζεται» σε γάμο. Δε διστάζει η γιαγιά και μητέρα
του βιολογικού πατέρα των παιδιών να παρακινήσει τη νύφη της να «αψηφήσει»
την κοινωνική ηθική και το πένθος της, η δεύτερη όμως εμφανίζεται περισσότερο
συντηρητική και πιστή στην παράδοση.
’
52
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
Εναλλακτικά
Σε μια εικόνα που είναι ταυτόχρονα οπτική, κινητική και ακουστική περιγρά-
φεται με ζωντάνια και παραστατικότητα η τρυφερή σχέση που υπάρχει ανάμεσα
στα παιδιά και τον πατριό τους. Θα τη χαρακτήριζε κανείς μάλλον αφύσικη για κά-
ποιον που δεν είναι βιολογικός πατέρας των παιδιών. Ο πατριός μιμείται τον σκύλο
(«... έπεφτε στα τέσσερα κι άρχιζε να την κυνηγάει, γαβγίζοντας σα σκύλος ...»)
και μετά από λίγο ξαναγίνεται άνθρωπος και χορεύει με τα παιδιά (« Με αυτό τον
τρόπο γινότανε μπροστά μας η επανανθρωποποίησή του... απόκανε ο ίδιος,...»). Το
κοινωνικό στερεότυπο θα υπαγόρευε έναν απρόσωπο και ψυχρό πατριό με ελά-
χιστο ενδιαφέρον για τα παιδιά της συζύγου του και συχνά αυταρχικό, αυστηρό ή
και βίαιο. Εδώ δεν έχουμε απλή ανατροπή του στερεοτύπου, αλλά μία μοναδική
εξαίρεση.
ΘΕΜΑ 2α
Στο κείμενο κυριαρχεί ο Παρατατικός χρόνος που δηλώνει διάρκεια στο πα-
ρελθόν. Η επιλογή του συγκεκριμένου χρόνου εξυπηρετεί συγκεκριμένες ανάγκες
που σχετίζονται τόσο με το νόημα του κειμένου όσο και με τη μορφή του. Έτσι ρή-
ματα όπως έπαιρνε (σ’ ένα ζεμπίλι), κατέβαινε (στον κάμπο), καθότανε, άρχιζε (ο
τρύγος), Άλλαζε (σάπιους παζούς...), (με το τέλειωμα της εποχής) γύριζεπου συνο-
δεύονται από χρονικούς προσδιορισμούς όπως κάθε καλοκαίρι, κατά τα μέσα Αυ-
γούστου δηλώνουν εργασίες που ο άντρας της Μαρίτσας έκανε κατ’ επανάληψη
κάθε τέτοια εποχή. Κατά τον ίδιο τρόπο ρήματα όπως σάρωνε, ασβέστωνε, έλιω-
νε . Σηκωνότανε, ζύμωνε, σκέπαζε, έλουζε, έδινε (μια βρεγμένη φέτα), έστελνε
αναφέρονται στη μητέρα και τις καθιερωμένες εργασίες του σπιτιού που τις επα-
ναλάμβανε κάθε φορά που περίμενε την επιστροφή του άνδρα της. Επίσης, τα
ρήματα διασκέδαζε, αμολιόταν, γέλαγε τρανταχτά, έπεφτε στα τέσσερα, άρχιζε
(να την κυνηγάει), γινότανε (η επανανθρωποποίησή του), μπαίναμε (στο χορό),
απόκανε, σηκωνότανε, έφτιαχνε (τη λουρίδα του), έλεγε που συνδέονται με τα
παιδιά και τα παιχνίδια που έκαναν με τον πατριό τους κάθε φορά που επέστρεφε
από τον κάμπο δηλώνουν επίσης τον συστηματικό χαρακτήρα όλων αυτών των
πράξεων που περιγράφονται. Ακόμη και η σχέση του πατριού με τους συντοπίτες
του περιγράφεται με ανάλογα στη διάρκεια ρήματα: απαντάγαμε, ήθελαν, στα-
ματάγαμε, αγάπαγαν, επέμεναν. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται ζωντάνια, πα-
ραστατικότητα και θεατρικότητα στο ύφος, δηλώνονται μία φορά ενέργειες που
’ 53
γίνονται επαναληπτικά και αποδίδεται εύστοχα και η ένταση των συναισθημάτων
που βιώνουν τα πρόσωπα που συμμετέχουν σε αυτό που περιγράφουν τα ρήματα.
Εναλλακτικά
Τα δύο πρόσωπα που εναλλάσσονται είναι το γ΄ ενικό και το α΄ πληθυντικό. Το
γ΄ ενικό αναφέρεται στον πατριό και την σχέση του τόσο με τη γυναίκα του (πλά-
γιαζε) όσο και με τα παιδιά (αγόραζε, κουβαλούσε, αργούσε, κεραύνωνε). Ο αφηγη-
τής παρουσιάζει με τρόπο αντικειμενικό και αποστασιοποιημένο αυτή την σχέση.
Ωστόσο αυτή η αποστασιοποίηση δεν παραμένει σταθερή, καθώς με το α΄ πλη-
θυντικό (ξέραμε, μάνα μας, αρρωσταίναμε, καθόμασταν, περιμέναμε, εμείς, ρίχναμε,
είχαμε ξεχάσει, βρισκόμασταν) ο αφηγητής γίνεται υποκειμενικός και μοιράζεται
συναισθήματα, σκέψεις, αναμνήσεις φορτίζοντας το κείμενο συναισθηματικά. Με
τη χρήση των δύο προσώπων ο αφηγητής εξασφαλίζει αξιοπιστία κι εγκυρότητα
με τη μαρτυρία του για τη συμπεριφορά του πατριού, ταυτόχρονα όμως δεν απο-
φεύγει να εμπλακεί και συναισθηματικά προσδίδοντας αμεσότητα και παραστατι-
κότητα στο ύφος.
ΘΕΜΑ 2β
Ο αφηγητής χρησιμοποιεί το ασύνδετο σχήμα για να περιγράψει το πλήθος
των εργασιών στις οποίες η μητέρα επιδίδεται προκειμένου να εκτονώσει την ανη-
συχία της, καθώς πλησιάζει η ώρα της επιστροφής του άνδρα της: Σάρωνε την
αυλή, ασβέστωνε, έλιωνε και ξανάλιωνε και την τελευταία μέρα σηκωνότανε
πρωί, ζύμωνε, σκέπαζε (το ψωμί), μας έλουζε, μας έδινε (μια βρεγμένη φέτα) και
μας έστελνε (να τον υποδεχτούμε). Το ασύνδετο σχήμα ενισχύει τη δραστικότητα
του λόγου, εφόσον το γοργό πέρασμα από τον έναν όρο στον άλλο του προσδίδει
ένταση και ζωντάνια κι εξασφαλίζει νοηματική πύκνωση: Η μητέρα δεν σταματά-
ει να ασχολείται με το σπίτι για μια ολόκληρη εβδομάδα μέχρι να ηρεμήσει. Το
ασύνδετο σχήμα μάλιστα είναι διπλό για να αποδοθεί με ακρίβεια και παραστατι-
κότητα η συναισθηματική ένταση της μητέρας, αλλά και να τονιστούν χαρακτη-
ριστικά της όπως η εργατικότητα και η αγάπη της τόσο για τον άντρα της όσο και
για τα παιδιά της. Επιπλέον, με το συγκεκριμένο σχήμα η Μαρίτσα προβάλλεται
ως μια αφοσιωμένη σύζυγος που ακολουθεί τα παραδοσιακά ήθη και φροντίζει να
δίνει καλή εικόνα και στη μικρή κοινωνία του χωριού.
’
54
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
ΘΕΜΑ 3
Ο πατριός περιγράφεται σαν ένας τίμιος άνδρας που δε διστάζει να παντρευτεί
μία γυναίκα χήρα αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να μεγαλώσει και τα παιδιά
της. Σεβόμενος μάλιστα τα ήθη της εποχής ζητάει τη Μαρίτσα σε γάμο μετά τον
πρώτο χρόνο του πένθους της και χωρίς καμία απαίτηση («Κι όταν έκλεισε ο πρώ-
τος χρόνος, ... γύρεψε να κουβεντιάσουν. ... παντρευτώ τη Μαρίτσα.»). Αξιοπρε-
πής κι εργατικός θυσιάζει τους καλοκαιρινούς μήνες για να δουλέψει ως βαρελάς
(«Κάθε καλοκαίρι, κατά τα μέσα Αυγούστου,... γύριζε πάλι στο χωριό.») κι αυτό είναι
επίσης ένα από τα στοιχεία του χαρακτήρα του που συγκινούν τη γυναίκα του. Η
ανυπομονησία με την οποία η τελευταία περιμένει την επιστροφή του είναι εν-
δεικτική της αγάπης που κατάφερε να της εμπνεύσει αυτός ο άνθρωπος. Όμως
εκείνος ο παράγοντας που παίζει ρόλο καταλυτικό στη μεταξύ τους σχέση είναι
η συμπεριφορά και οι τρόποι του απέναντι στα παιδιά της. Τα αντιμετωπίζει με
τέτοια τρυφερότητα και στοργή που κι εκείνα ακόμη περιμένουν με αγωνία την
επιστροφή του ανταποδίδοντας αυτή την αγάπη. Αξιοσημείωτο είναι ότι τα τρία
μεγάλα παιδιά γνωρίζουν ότι δεν είναι ο βιολογικός τους πατέρας, εκτιμούν όμως
όλα όσα τους προσφέρει («Εκτός από την Όλγα, ... στο γιατρό.»), γι΄ αυτό και ο αφη-
γητής τον αποκαλεί «πατέρα». Μαζί τους ο πατριός παίζει και γίνεται παιδί («Η
αμηχανία μας τον διασκέδαζε αρκετά, ... σηκωνότανε λαχανιασμένος,...»). Τέλος, ο
πατριός είναι εξαιρετικά αγαπητός και στο υπόλοιπο χωριό που τον υποδέχεται με
ενθουσιασμό, όταν επιστρέφει.
’ 55
Κ Ο Ι Υ Κ Λ Ν
ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α ΛΥΚΕΙΟΥ
11711
ΚΕΙΜΕΝΟ
Μαργαρίτα Λυμπεράκη (1919-2001)
Τα ψάθινα καπέλα [απόσπασμα]
Το ακόλουθο απόσπασμα προέρχεται από το μυθιστόρημα της Μαργαρίτας Λυ-
μπεράκη Τα ψάθινα καπέλα, που κυκλοφόρησε το 1946, με θέμα την εφηβική κα-
θημερινότητα τριών αδελφών, της Κατερίνας, της Ινφάντας και της Μαρίας, κατά τη
διάρκεια τριών καλοκαιριών.
[…] Το σπίτι μας απείχε μισή ώρα πάνω κάτω απ’ την Κηφισιά. Ήταν στο κάτω
μέρος που είναι τα περιβόλια, στη μέση ενός κάμπου, κάπως μόνο του, αφού για
να πας στο πιο κοντινό σπίτι, στου Παρήγορη του γιατρού, ήθελες δέκα λεπτά γε-
μάτα. «Να σου βγαίνει η πίστη με το ψώνιο», έλεγε «η γριά μας υπηρέτρια η Ροδιά.
Το‘χε χτίσει ο παππούς όπως το ’θελε· δωμάτια μεγάλα, τετράγωνα, ψηλοτάβανα,
δυο ταράτσες όπου λιάζαμε τα καλαμπόκια κι ό,τι άλλο, σε ξεχωριστή οικοδομή
το σπιτάκι του περβολάρη και παρακάτω ο στάβλος και τα κοτέτσια. Ιδιαίτερα είχε
προσέξει τον κήπο - κι όχι μονάχα γιατί ήτανε γεωπόνος, αλλά γιατί τ’ αγαπούσε
τα δέντρα. Τα φύτευε με τα χέρια του, τα μεγάλωνε σαν παιδιά, θυμότανε τις αρ-
ρώστιες τους, τους χιονιάδες που τα χτύπησαν, τους κακούς αέρηδες που λύγισαν
τους κορμούς τους· και τα μπόλια τους θυμόταν, και τον καιρό που πρωτοκάρ-
πισαν. «Τα δέντρα», έλεγε, «είναι ολάκερη η δημιουργία. Το ρίζωμα τους στη γη
δείχνει πως όλα τα πλάσματα είναι δεμένα μεταξύ τους και με το Θεό». Και την
άνοιξη ξαπλωνόταν κάτω απ’τη μηλιά του -η μηλίτσα του παππού, λέγαμε εμείς τα
’
56
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
παιδιά- κι άκουγε τη βουή απ’ τις μέλισσες που τρύπωναν στα λουλούδια της για
να πάρουν τη χρυσή σκόνη.
Μου φαίνεται πως ο καημένος ο παππούς το χτήμα το ’χε για παρηγοριά. Γιατί
είχε χάσει τη γιαγιά όταν η μητέρα κι η θεία Τερέζα ήτανε πέντε και εφτά χρόνων.
Δεν την είχε πάρει ο Χάρος. Ζωντανός την είχε πάρει, ένας μουσικός που πέρα-
σε από την Αθήνα κι έδωσε δυο κοντσέρτα. Στο πρώτο η γιαγιά τον ερωτεύτηκε
-γνωριστήκανε στο μεταξύ- κι ύστερα από το δεύτερο δεν άντεξε, έφυγε μαζί του.
Ξένοι, βλέπεις, και ταιριάξανε. Γιατί κι η γιαγιά δεν ήταν από δω. Ήταν από την
Πολωνία κι είχε μάτια πράσινα.
Απόρησα πολύ όταν η Ροδιά μου τα πρωτοφανέρωσε όλα τούτα. Ήταν, θυμά-
μαι, βράδυ χειμωνιάτικο και καθόμαστε στην κουζίνα και βράζαμε γλυκοπατάτες.
Γιαγιά να κάνει τέτοιο πράγμα - δε μου χωρούσε στο κεφάλι. Το ’πα στη Ροδιά.
«Μα, κουτό», μου αποκρίθηκε, «τότε δεν ήτανε γιαγιά, αφού η μάνα σου κι η θεία
Τερέζα ήτανε τόσες δα». Αλήθεια, τότε δεν ήτανε γιαγιά... «Δε μάθαμε ποτέ πού
πήγε», είπε συνέχεια η Ροδιά. «Ποιος ξέρει τι να γίνεται, αν ζει... Ο παππούς ούτε να
την ξανακούσει από τότε...»
Πραγματικά, κανείς δεν ανέφερε τ’όνομά της. Ούτε η μητέρα ούτε η θεία Τερέ-
ζα. Μόνο εμείς καμιά φορά τη σκεφτόμαστε -είχαμε ανακαλύψει και μια φωτογρα-
φία της σε μια παλιά κονσόλα, Θεέ μου, τι όμορφη που ήταν... - και για να την ξεχω-
ρίσουμε από την άλλη, τη μητέρα του πατέρα, που ήταν μια δέσποινα με άσπρα
μαλλιά και πικραμένο χαμόγελο, ποιος ξέρει από τι ανεκπλήρωτους πόθους, τις
λέγαμε γιαγιά κι η Πολωνέζα γιαγιά.
«Εγώ, τι να σας πω, τη θαυμάζω», τους είπα ένα απόγευμα που κουβεντιάζαμε
γι’αυτήν ξαπλωμένες στα στάχυα.
«Μπα;» έκανε αφηρημένα η Ινφάντα.
«Γιατί;» ρώτησε η Μαρία μ’ενδιαφέρον.
«Να, ήτανε γενναία. Να φύγει έτσι, μακριά απ’τον παππού...»
«Γενναίος είναι όποιος μένει», μ’ έκοψε η Μαρία κι η Ινφάντα δεν είπε τίποτα
πάνω σ’αυτό.
Μου φαίνεται πως η Μαρία είχε τότε δίκιο και πως εγώ μίλησα έτσι γιατί ήμου-
να μικρή. Αργότερα σκέφτηκα πως, για την Πολωνέζα γιαγιά, μακριά ήταν εδώ κι
όχι εκεί.
Είχε βρέξει πολύ όλο το χειμώνα. Το δάσος μούσκευε και δεν πρόφταινε να
’ 57
στεγνώσει, τα πεσμένα φύλλα σάπιζαν, γίνονταν χώμα, και τούτο πάλι φύλλα και-
νούρια. Κι είχαν φυσήξει αέρηδες δυνατοί τα βράδια. Τόσο που να σαλεύουν οι
κουρτίνες της τραπεζαρίας χωρίς να τις αγγίζει κανείς.
«Ποιος είναι;» ρωτούσε ο παππούς.
«Κανείς», απαντούσαμε.
«Μα κάποιος χτύπησε».
«Όχι», λέγαμε, «παράκουσες, παππού» κι αναστενάζαμε. […]
Τα ψάθινα καπέλα, Αθήνα: Καστανιώτης, 2002
ΘΕΜΑΤΑ
ΘΕΜΑ 1
ΘΕΜΑ 1α
Σε κάθε μία από τις ακόλουθες διαπιστώσεις να δώσετε τον χαρακτηρισμό «Σω-
στό» ή «Λάθος», ανάλογα με το αν αποδίδουν σωστά το νόημα του κειμένου. Να
τεκμηριώσετε την απάντησή σας με αναφορές στο κείμενο.
α) Η ιδιαίτερη μέριμνα του παππού για τον κήπο δε συνδέεται αποκλειστικά με το
γεγονός ότι ήταν γεωπόνος.
β) Η γιαγιά τον κοριτσιών είχε ερωτευτεί έναν Αθηναίο μουσικό.
γ) Η φυγή της γυναίκας του, δε φαίνεται να έχει επηρεάσει τον παππού των κορι-
τσιών.
δ) Σύμφωνα με την Κατερίνα, η επιλογή της γιαγιάς να φύγει δηλώνει γενναιότητα,
επειδή απομακρυνόταν από τον τόπο της.
ε) Η Κατερίνα μαθαίνει για τη φυγή της γιαγιάς της από τη θεία της.
10 μονάδες
’
58
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
ΘΕΜΑ 1β
Να παρουσιάσετε ένα βασικό στοιχείο που διακρίνει τον χαρακτήρα του παππού
των κοριτσιών, σύμφωνα με τις πληροφορίες του κειμένου. (40-50 λέξεις)
20 μονάδες
ΘΕΜΑ 2
ΘΕΜΑ 2α
Να εντοπίσετε τρία σημεία στα οποία γίνεται χρήση αποσιωπητικών και να εξηγή-
σετε τη λειτουργία τους ως προς το νόημα του κειμένου.
20 μονάδες
Εναλλακτικά
ΘΕΜΑ 2α
Στο ακόλουθο χωρίο να εξηγήσετε πώς η χρήση του Παρατατικού επηρεάζει το
νόημα, καθώς και το ύφος του κειμένου.
«Και την άνοιξη ξαπλωνόταν κάτω απ’τη μηλιά του -η μηλίτσα του παππού, λέγα-
με εμείς τα παιδιά- κι άκουγε τη βουή απ’τις μέλισσες που τρύπωναν στα λουλού-
δια της για να πάρουν τη χρυσή σκόνη.»
20 μονάδες
ΘΕΜΑ 2β
(Τράπεζα Θεμάτων 2020)
Ποιο θέμα αναδεικνύει η κουβέντα μεταξύ των τριών κοριτσιών του κειμένου και
πώς ανταποκρίνεστε σε αυτό;
10 μονάδες
’ 59
Εναλλακτικά
ΘΕΜΑ 2β
Να εντοπίσετε μία παρομοίωση και μία μεταφορά, και να εξηγήσετε πώς υπηρε-
τούν το νόημα του κειμένου.
10 μονάδες
ΘΕΜΑ 3
(Τράπεζα Θεμάτων 2020)
Γράψτε στο ημερολόγιό σας, σε ένα κείμενο 150 περίπου λέξεων, τις σκέψεις σας
για την Πολωνέζα γιαγιά των τριών κοριτσιών, χρησιμοποιώντας και στοιχεία του
κειμένου ως υποστηρικτικό υλικό.
40 μονάδες
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
ΘΕΜΑ 1α
α) Σωστό: «κι όχι μονάχα γιατί ήτανε γεωπόνος, αλλά γιατί τ’αγαπούσε τα δέντρα.»
β) Λάθος: «ένας μουσικός που πέρασε από την Αθήνα… Ξένοι, βλέπεις, και ται-
ριάξανε.»
γ) Λάθος: «Μου φαίνεται πως ο καημένος ο παππούς το χτήμα το ’χε για παρηγο-
ριά. Γιατί είχε χάσει τη γιαγιά…»
δ) Λάθος: «Να, ήτανε γενναία. Να φύγει έτσι, μακριά απ’τον παππού...»
ε) Λάθος: «Απόρησα πολύ όταν η Ροδιά μου τα πρωτοφανέρωσε όλα τούτα.» (Η
Ροδιά ήταν η υπηρέτρια της οικογένειας.)
ΘΕΜΑ 1β
Ένα βασικό γνώρισμα του παππού ήταν ο γεμάτος αγάπη ψυχισμός του, ο οποίος
διαφαίνεται από τη μέριμνα που είχε δείξει για τη δημιουργία του κήπου, όπου με
’
60
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
μεγάλη φροντίδα και πραγματικό ενδιαφέρον φύτευε και φρόντιζε τα δέντρα. Το
γεγονός, μάλιστα, ότι θυμόταν κάθε δυσκολία που είχαν περάσει, φανερώνει το
πόσο νοιαζόταν γι’αυτά.
ΘΕΜΑ 2α
«Ποιος ξέρει τι να γίνεται, αν ζει... Ο παππούς ούτε να την ξανακούσει από τότε...»
Όταν η Ροδιά σχολιάζει πως κανείς δε γνωρίζει τίποτε για την τύχη της γιαγιάς
των κοριτσιών, αφήνει ανολοκλήρωτη της φράση της: «αν ζει…», καθώς δε θέλει
να αναφέρει ανοιχτά το δυσάρεστο ενδεχόμενο του θανάτου της, έστω κι αν αυτό
εννοείται εύκολα απ’όσα έχουν προηγηθεί. Με τον τρόπο αυτό γίνεται εμφανής η
διακριτικότητα της ηλικιωμένης υπηρέτριας, η οποία κατανοεί πως είναι προτιμό-
τερο να αποφευχθεί μια τέτοια αναφορά μπροστά σ’ ένα κορίτσι νεαρής ηλικίας,
έστω κι αν το ίδιο δεν έχει συναντήσει ποτέ τη γιαγιά του.
Ανολοκλήρωτη αφήνει η Ροδιά και τη φράση της σχετικά με την απροθυμία
του παππού να ξανακούσει από τότε για τη γυναίκα του. Σε αυτή την περίπτωση
τα αποσιωπητικά αξιοποιούνται για να υπονοηθεί η συναισθηματική ένταση κι
η πίκρα του παππού. Τα όσα, επομένως, θα μπορούσε να προσθέσει η Ροδιά θα
αποτελούσαν περιττές απόπειρες να εξηγηθεί ο εύλογος θυμός και η στεναχώρια
του παππού.
Θεέ μου, τι όμορφη που ήταν...
Όταν η νεαρή αφηγήτρια αναφέρεται στη γιαγιά της -όπως την είχαν δει σε μια
παλιά φωτογραφία- αφήνει ανολοκλήρωτο το σχόλιό της: «Θεέ μου, τι όμορφη
που ήταν…», προκειμένου να μην περιορίσει τη φαντασία των αναγνωστών μέσα
από κάποια σχετική περιγραφή. Με τα αποσιωπητικά, άλλωστε, δίνεται μεγαλύτε-
ρη έμφαση στην ομορφιά της γιαγιάς της, εφόσον δημιουργείται η εντύπωση πως
δεν υπάρχουν επαρκή ή κατάλληλα λόγια για να την αποδώσουν.
Εναλλακτικά
ΘΕΜΑ 2α
Με τη χρήση του Παρατατικού η αφηγήτρια επιχειρεί να αποδώσει μια συνή-
’ 61
θεια του παππού της, η οποία επαναλαμβανόταν κάθε χρόνο (θαμιστική αφήγη-
ση). Ο Παρατατικός, επομένως, αξιοποιείται προκειμένου να δοθεί στους αναγνώ-
στες μια εικόνα των σταθερών συνηθειών του παππού. Παράλληλα, το γεγονός ότι
η αφηγήτρια επιλέγει τη συγκεκριμένη συνήθειά του, υποδηλώνει πως αποτελεί
μια χαρακτηριστική ανάμνηση που έχει διατηρήσει από τα εφηβικά της χρόνια.
Σε ό,τι αφορά, άρα, το νόημα του κειμένου ο Παρατατικός επιτρέπει να παρουσια-
στεί και να αποκτήσει το χαρακτήρα πάγια επαναλαμβανόμενης κατάστασης μια
ενέργεια του βασικού ήρωα. Ενώ, σε ό,τι αφορά το ύφος του κειμένου, ο χρόνος
αυτός ενισχύει τη νοσταλγική διάθεση που διέπει το συγκεκριμένο χωρίο, εφό-
σον αποτελεί παρελθοντικό χρόνο μέσω του οποίου δηλώνεται πως η ενέργεια
αυτή συνέβαινε στο παρελθόν, αλλά δεν συνεχίζεται στο παρόν. Η τρυφερότητα
των λόγων της αφηγήτριας, άλλωστε, («η μηλίτσα του παππού, λέγαμε εμείς τα
παιδιά»), καθιστά εμφανές το συγκινησιακό φορτίο του αποσπάσματος, εφόσον
επρόκειτο για μια όμορφη ανάμνηση ενός πολύ αγαπημένου της προσώπου.
ΘΕΜΑ 2β
Μέσα από τη συζήτηση των κοριτσιών για την απόφαση της γιαγιάς τους να
εγκαταλείψει τον παππού τους προκειμένου να ακολουθήσει τον άντρα που ερω-
τεύτηκε, αναδεικνύεται το θέμα της δυσκολίας μιας τέτοιας απόφασης. Η αφη-
γήτρια του κειμένου, η Κατερίνα, θεωρεί πως η απόφαση αυτή φανερώνει γεν-
ναιότητα, εφόσον η γιαγιά έφυγε μακριά από τον άντρα της και πήγε πιθανώς σε
μια άλλη χώρα. Η αδερφή της, η Μαρία, ωστόσο, επισημαίνει πως γενναιότητα
επιδεικνύει μόνο εκείνος που μένει, υπονοώντας το πόσο δυσκολότερο είναι για
μια γυναίκα να παραμείνει σ’ ένα γάμο, έστω κι αν έχει ερωτευτεί κάποιον άλλον
άντρα. Για τη γιαγιά των κοριτσιών, μάλιστα, η δυσκολία θα ήταν πολλαπλή, καθώς
όχι μόνο θα έπρεπε να παραμείνει πλάι σ’έναν άντρα που δεν αγαπούσε πια, αλλά
και σε μια χώρα ξένη για εκείνη.
Κατά τη γνώμη μου, η επιλογή της γιαγιάς τους να εγκαταλείψει τα ανήλικα
παιδιά της και τον σύζυγό της, επειδή ερωτεύτηκε έναν άλλον άντρα, φανερώνει
έντονο εγωκεντρισμό, καθώς μοιάζει να μη λαμβάνει υπόψη της τον ψυχικό τραυ-
ματισμό των παιδιών της. Είναι, ωστόσο, δύσκολο να κριθεί το αν η επιλογή της
ήταν ορθή ή όχι, εφόσον είναι πιθανό, αν παρέμενε, να «ξεσπούσε» σ’ εκείνα τη
θλίψη και την απογοήτευσή της, με αποτέλεσμα να τα έβλαπτε εξίσου σε ψυχολο-
γικό επίπεδο, έστω κι αν δεν τα είχε εγκαταλείψει.
’
62
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
Εναλλακτικά
ΘΕΜΑ 2β
«τα μεγάλωνε σαν παιδιά»
Με την παρομοίωση αυτή τονίζεται η πραγματική αγάπη που αισθανόταν ο
παππούς για τα δέντρα του, εφόσον τα φρόντιζε και ενδιαφερόταν γι’αυτά, όπως
ένας γονιός για τα παιδιά του. Ο παππούς παρακολουθεί το μεγάλωμά τους, θυ-
μάται τις αρρώστιες τους, τους χιονιάδες που τα χτύπησαν, τους αέρηδες που τα
λύγισαν, με την έγνοια και την ανησυχία που κάθε γονιός εντυπώνει στη μνήμη
του κάθε δυσκολία που βίωσαν τα παιδιά του.
«Το ρίζωμα τους στη γη δείχνει πως όλα τα πλάσματα είναι δεμένα μεταξύ τους
και με το Θεό.»
Η μεταφορά που αξιοποιεί ο παππούς στα λόγια του υποδηλώνει την πεποί-
θησή του πως όλα τα δημιουργήματα του φυσικού περιβάλλοντος βρίσκονται σε
στενή σχέση μεταξύ τους. Με αφορμή τη διαπίστωση πως τα δέντρα απλώνουν
τις ρίζες τους στη γη για να τραφούν και να μεγαλώσουν, ο παππούς προχωρά σε
μια ευρύτερη παρατήρηση πως όλα τα πλάσματα είναι «δεμένα» μεταξύ τους και
με το Θεό, φανερώνοντας μια ίσως διαισθητική κατανόηση του πόσο, πράγματι,
αλληλένδετα και αλληλοεπηρεαζόμενα είναι όλα τα έμβια όντα.
ΘΕΜΑ3
12 Φλεβάρη 2021
Μόλις άκουσα για πρώτη φορά το πώς η γιαγιά της Κατερίνας, της Μαρίας και
της Ινφάντας εγκατέλειψε τον παππού τους, γιατί ερωτεύτηκε κάποιον ξένο μου-
σικό, ένιωσα μια απροσδιόριστη ενόχληση… μια πικρία μέσα μου. Η πρώτη μου
σκέψη, άλλωστε, ήταν πώς γίνεται μια μητέρα να εγκαταλείπει τα παιδιά της, ιδίως
όταν εκείνα είναι τόσο μικρά (πέντε και εφτά ετών), για χάρη ενός τυχαίου έρωτα.
Πώς είναι δυνατόν να προδίδει τον ισχυρότερο δεσμό αγάπης, για χάρη μιας σχέ-
σης που μπορεί να μη διαρκούσε περισσότερο από λίγους μήνες ή μερικά χρόνια;
’ 63
Μου φαινόταν πραγματικά αδιανόητο ότι θα μπορούσε μια μητέρα να κάνει κάτι
τέτοιο. Μετά, όμως, άρχισα να σκέφτομαι πως πέρα από μητέρα ήταν και μια πολύ
όμορφη και νέα γυναίκα, η οποία είχε ακόμη ζωντανή την επιθυμία να ερωτευτεί,
να αγαπήσει και να ζήσει. Ήταν, συνάμα, μια γυναίκα που είχε βρεθεί να ζει σε μια
ξένη χώρα, ανάμεσα σε ανθρώπους που ίσως δεν την καταλάβαιναν και δεν την
ένιωθαν πλήρως. Άρχισα, έτσι, να αναλογίζομαι πως ίσως για εκείνη η απόφασή
της αυτή -όσο κι αν την πλήγωσε- να αποτελούσε τη μοναδική ευκαιρία να ξε-
φύγει από το ξένο αυτό περιβάλλον και να βρεθεί ξανά κοντά σε ανθρώπους του
δικού της κόσμου. Ίσως, λοιπόν, να είχα βιαστεί να την επικρίνω!
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
’ 65
Κ Ο Ι Υ Κ Λ Ν
ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α ΛΥΚΕΙΟΥ
11712
ΚΕΊΜΕΝΟ
ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ (1883- 1957)
Αναφορά στον Γκρέκο [απόσπασμα]
Η «Αναφορά στον Γκρέκο» άρχισε να γράφεται το φθινόπωρο του 1956 και ήταν το
τελευταίο έργο του Έλληνα συγγραφέα.
Οι ώρες που περνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο – καθόμα-
σταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο
σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταί-
νει, σαν να‘ταν ο αγέρας ανάμεσά μας γάλα και βύζαινα.
Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε. Αγα-
πούσα που τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τα‘βαζε η μητέρα μου στις κασέλες
και τα εσώρουχά μας, τα σεντόνια μας, όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.
Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μου δηγόταν για τον πα-
τέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των
αγίων που είχα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου, δε μ’
έφταναν τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα
μου τα κλάματα, τη λυπόμουνα, κάθιζα στα γόνατά της, της χάιδευα τα μαλλιά και
την παρηγορούσα:
– Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μη στεναχωριέσαι, σεργιανίζουν κάτω
από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά
τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και
πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.
’
66
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σα να μου έλεγε:
«Αλήθεια λες;» και χαμογελούσε.
Και το καναρίνι, μέσα από το κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό και κε-
λαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να ‘χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους
κι ήρθε στη γης να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.
Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο
μυαλό μου· δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει
από το μνήμα της -από το σπλάχνο μου- η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρωδιά
τούτη και το κελάδημα του καναρινιού.
Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει· χαμογελούσε μόνο, και τα βαθου-
λά μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη.
Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα
κι αθόρυβα, σαν να ‘χαν τα χέρια της μιαν καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που
κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινήν ανάγκη.
Μπορεί και να ‘ναι η νεράιδα, συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά, η
νεράιδα που λεν τα παραμύθια, και κινούσε το παιδικό μυαλό μου η φαντασία να
δουλεύει: μια νύχτα ο πατέρας μου, περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χο-
ρεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντηλο, κι από τότε την έφερε
στο σπίτι και ψάχνει να βρει το κεφαλομάντηλο, να το ρίξει στα μαλλιά της, να
γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει.
Την κοίταζα να πηγαινοέρχεται, ν’ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξε-
σκεπάζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω από το κρεβάτι, κι έτρεμα μην τύχει και βρει
το μαγικό κεφαλομάντηλο της και γίνει άφαντη. Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια
και λάβωσε βαθιά τη νιογέννητη ψυχή μου κι ακόμα και σήμερα αποκρατάει μέσα
μου πιο ανομολόγητη η τρομάρα ετούτη: παρακολουθώ κάθε αγαπημένο πρό-
σωπο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρω πως ζητάει το κεφαλομάντηλό
της να φύγει.
Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο, Αθήνα: εκδ. Ελ. Καζαντζάκη 1964
’ 67
ΘΕΜΑΤΑ
ΘΕΜΑ 1
ΘΕΜΑ 1α
Σε κάθε μία από τις ακόλουθες διαπιστώσεις να δώσετε τον χαρακτηρισμό «Σω-
στό» ή «Λάθος», ανάλογα με το αν αποδίδουν σωστά το νόημα του κειμένου. Να
τεκμηριώσετε την απάντησή σας με αναφορές στο κείμενο.
1. Ο ήρωας εξιστορούσε στη μητέρα του τους βίους των αγίων όπως τους είχε
διαβάσει, προκαλώντας της μεγάλη συγκίνηση.
2. Το γεγονός ότι η μητέρα του ήρωα δεν γελούσε ποτέ οδηγεί τον ήρωα σε αρνη-
τικά συμπεράσματα για τον χαρακτήρα της.
3. Σύμφωνα με τη διήγηση του πατέρα είχε γνωρίσει τη σύζυγό του και μητέρα
του ήρωα κοντά σ’ένα ποτάμι.
4. Ο ήρωας παρερμήνευε κατά την παιδική του ηλικία της κινήσεις της μητέρας
του, θεωρώντας πως εκείνη αναζητά τρόπο να φύγει από κοντά του.
5. Στην ενήλικη ζωή του ο ήρωας συνεχίζει να βιώνει την ανησυχία μιας πιθανής
εγκατάλειψης.
10 μονάδες
ΘΕΜΑ 1α
Να παρουσιάσετε με συνοπτικό τρόπο (40-50 λέξεις) βασικά στοιχεία του χαρα-
κτήρα της μητέρας του ήρωα.
20 μονάδες
ΘΕΜΑ 2
ΘΕΜΑ 2α
«Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο
μυαλό μου· δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει
από το μνήμα της -από το σπλάχνο μου- η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρωδιά
τούτη και το κελάδημα του καναρινιού.»
’
68
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
Στο συγκεκριμένο χωρίο να αιτιολογήσετε τη χρήση του ασύνδετου σχήματος,
την επιλογή της υποτακτικής έγκλισης, καθώς και την αξιοποίηση της διπλής παύλας.
20 μονάδες
Εναλλακτικά:
ΘΕΜΑ 2α
«Μπορεί και να‘ναι η νεράιδα, συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά, η νε-
ράιδα που λεν τα παραμύθια, και κινούσε το παιδικό μυαλό μου η φαντασία να
δουλεύει: μια νύχτα ο πατέρας μου, περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χο-
ρεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντηλο, κι από τότε την έφερε
στο σπίτι και ψάχνει να βρει το κεφαλομάντηλο, να το ρίξει στα μαλλιά της, να
γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει.»
Στο συγκεκριμένο χωρίο να εξηγήσετε πώς η επιλογή των γραμματικών χρό-
νων επηρεάζει το νόημα του κειμένου.
20 μονάδες
ΘΕΜΑ 2α
(Τράπεζα Θεμάτων 2020)
Να παρουσιάσετε το ύφος της τελευταίας παραγράφου δίνοντας έμφαση στο συ-
ναίσθημα του αφηγητή. (10 μονάδες)
ΘΕΜΑ 3
Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις)
(Τράπεζα Θεμάτων 2020)
Πώς συνδέει το παιδί –αφηγητής τη μητέρα του με τη νεράιδα και κατ’ επέκταση
με τη ζωή του; Πώς σας φαίνεται αυτή η σύνδεση; (40 μονάδες)
’ 69
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
ΘΕΜΑ 1α
1. Λάθος: «εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει, και ξό-
μπλιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου, δε μ’έφταναν τα μαρτύριά τους, έβα-
ζα κι από δικού μου»
2. Λάθος: «χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά μαύρα μάτια της κοίταζαν τους
ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη.»
3. Λάθος: «, και κινούσε το παιδικό μυαλό μου η φαντασία να δουλεύει: μια νύχτα
ο πατέρας μου, περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι»
4. Σωστό: «Την κοίταζα να πηγαινοέρχεται, ν’ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες,
να ξεσκεπάζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω από το κρεβάτι, κι έτρεμα μην τύχει
και βρει το μαγικό κεφαλομάντηλο της και γίνει άφαντη.»
5. Σωστό: «και σήμερα αποκρατάει μέσα μου πιο ανομολόγητη η τρομάρα ετού-
τη: παρακολουθώ κάθε αγαπημένο πρόσωπο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία,
γιατί ξέρω πως ζητάει το κεφαλομάντηλό της να φύγει.»
ΘΕΜΑ 1β
Η μητέρα του ήρωα ήταν ευαίσθητη κι έτρεφε ιδιαίτερη συμπόνια για τους συ-
νανθρώπους της («έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα»). Υπήρξε μετρημένη στη
συμπεριφορά της («χαμογελούσε μόνο») κι έθετε ως βασική προτεραιότητα τη
φροντίδα της οικογένειάς της. Κάθε της δραστηριότητα γινόταν με αγάπη και κα-
λοπροαίρετη διάθεση («κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινήν ανάγκη»), γε-
γονός που πυροδοτεί στη φαντασία του ήρωα τη σκέψη πως ήταν μια «νεράιδα».
ΘΕΜΑ 2α
Με τη χρήση του ασύνδετου σχήματος ο αφηγητής αναφέρεται εκ νέου, με
συνοπτικό τρόπο αυτή τη φορά, στα στοιχεία εκείνα της παιδικής του ηλικίας που
έχουν εντυπωθεί όλα μαζί αξεδιάλυτα στη μνήμη του. Η αφήγηση αποκτά, έτσι,
πιο γοργό ρυθμό και αποδίδει με δραστικότητα την ιδιαίτερη συναισθηματική
σύνδεση του ήρωα με το παρελθόν του.
Η αναφορά του αφηγητή στο γεγονός πως κάθε φορά που μυρίζει γαζία ή
ακούει καναρίνι, επανέρχεται η μνήμη της μητέρας του, γίνεται με χρήση της υπο-
τακτικής έγκλισης προκειμένου να δηλωθεί η υποκειμενική διάσταση της κατα-
’
70
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
γραφής αυτής. Σε αντίθεση, άλλωστε, με την οριστική έγκλιση που δηλώνει κάτι
το βέβαιο και πραγματικό, η υποτακτική έγκλιση εμπεριέχει το στοιχείο του επιθυ-
μητού και του επιδιωκόμενου, υποδηλώνοντας πως πρόκειται για μια κατάσταση
που ικανοποιεί μια βαθύτερη επιθυμία του ήρωα.
Με τη χρήση της διπλής παύλας (-από το σπλάχνο μου-) ο αφηγητής παρέχει
μια ουσιαστικής σημασίας διευκρίνιση, αποκαλύπτοντας πως, στη δική του σκέ-
ψη τουλάχιστον, η μητέρα του είναι ενταφιασμένη μέσα στην ίδια του την ψυχή.
Τονίζει με αυτό τον τρόπο ο αφηγητής τη διαρκή επαφή που έχει με τη μνήμη της
μητέρας του, καθώς προσδιορίζει πως το «μνήμα» της δε βρίσκεται σε κάποιον
απροσδιόριστο εξωτερικό χώρο, αλλά μέσα του.
Εναλλακτικά:
ΘΕΜΑ 2α
Παρά το γεγονός ότι η αφήγηση αναφέρεται σε γεγονότα του παρελθόντος, ο
αφηγητής δεν αξιοποιεί μόνο παρελθοντικούς χρόνους (συλλογιζόμουν, κινούσε),
αλλά και παροντικούς (να‘ναι, να δουλεύει, ψάχνει) προκειμένου να αποδώσει τα
γεγονότα αυτά με τη ζωντάνια που έχει μια πράξη που συμβαίνει αυτή τη στιγμή.
Ο αφηγητής, κατ’αυτό τον τρόπο, θέλει να τονίσει πως αν και πρόκειται για γεγο-
νότα που έχουν πια παρέλθει, ο ίδιος τα βιώνει και τα αισθάνεται ακόμη μέσα του
να τον επηρεάζουν. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, χρησιμοποιεί και την υποτακτική
έγκλιση του αορίστου (να βρει, να το ρίξει, να γίνει πάλι, να φύγει), η οποία έχει
μελλοντική σημασία, ώστε να δηλώσει πως ο φόβος που ένιωθε τότε πως η μη-
τέρα του ενδέχεται να χαθεί ξαφνικά από τη ζωή του, συνεχίζει να τον ακολουθεί
ακόμη και τώρα.
ΘΕΜΑ 2β
Το ύφος της τελευταίας παραγράφου είναι έντονα εξομολογητικό, καθώς ο
αφηγητής με τη χρήση πρώτου προσώπου προχωρά στην καταγραφή ιδιαίτερα
προσωπικών σκέψεων και συναισθημάτων. Ο φόβος μήπως τον εγκαταλείψει η
μητέρα του αποδίδεται με εναργή και δραστικό τρόπο, χάρη στην αξιοποίηση
ασύνδετου σχήματος, ώστε να αποδοθεί με την αναγκαία ένταση η πραγματι-
κή διάσταση που είχε στη σκέψη του η ανησυχία αυτή, αλλά και να αιτιολογηθεί
το γιατί τον επηρεάζει ακόμη και σήμερα. Προσέχουμε, επίσης, πως ο αφηγητής
’ 71
προσδίδει λυρικότητα στις σχετικές αναφορές (λάβωσε βαθιά τη νιογέννητη ψυχή
μου), θέλοντας να μεταφέρει στον αναγνώστη τον βαθύ αντίκτυπο που είχαν στην
ψυχή του η συνεχής αγωνία κι ο φόβος μήπως η μητέρα του εντοπίσει το «το μα-
γικό κεφαλομάντηλο της» και εξαφανιστεί από τη ζωή του.
ΘΕΜΑ 3
Η μεγάλη αγάπη και ο πρόδηλος θαυμασμός που έτρεφε το παιδί-αφηγητής
για τη μητέρα του, όπως τονίζονται τα συναισθήματα αυτά με τη χρήση παρομοι-
ώσεων («σαν πνέμα αγαθό», «σαν να‘χαν τα χέρια της μιαν καλοπροαίρετη μαγική
δύναμη»), οδηγούν την παιδική φαντασία του στη σκέψη πως ίσως εκείνη δεν εί-
ναι ένας απλός άνθρωπος, αλλά μια «νεράιδα». Η εξιδανικευτική αυτή θέαση της
μητέρας του, ωστόσο, δεν διατηρείται στο επίπεδο του θαυμασμού, αλλά γεννά
μέσα του έναν έντονο και διαρκή φόβο πως εκείνη θα επιδιώξει την επιστροφή
της στον μαγικό κόσμο από τον οποίο προήλθε («έτρεμα μην τύχει και βρει το
μαγικό κεφαλομάντηλο της»). Κατ’ αυτό τον τρόπο, αν και ο θαυμασμός για τη
μητέρα του ήταν απόλυτα θεμιτός, δημιουργήθηκε μέσα του ένα σημαντικό ψυ-
χικό τραύμα, όπως το αποδίδει ο ίδιος με τη χρήση μεταφορικού λόγου («λάβωσε
βαθιά τη νιογέννητη ψυχή μου»), το οποίο συνέχισε να τον επηρεάζει ακόμη και
στην ενήλικη ζωή του. Ο ήρωας, ακόμη και «σήμερα», ακόμη, δηλαδή, και τη στιγ-
μή που καταγράφει τα γεγονότα αυτά νιώθει το φόβο και την αγωνία πως κάθε
αγαπημένο πρόσωπο στη ζωή του, ενδέχεται να τον εγκαταλείψει. Πρόκειται για
μια δικαιολογημένη σύνδεση λόγω της αγάπης του παιδιού για τη μητέρα του, η
οποία, παρά τον παραμυθιακό χαρακτήρα της, εκφράζει έναν πολύ λογικό φόβο,
αυτόν της απώλειας και του θανάτου. Το μικρό παιδί, όπως και αργότερα ο ενήλι-
κας, φοβάται μήπως χάσει τα πιο αγαπημένα του πρόσωπα.
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
’ 73
Κ Ο Ι Υ Κ Λ Ν
ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α ΛΥΚΕΙΟΥ
11713
ΚΕΊΜΕΝΟ
Γρηγόριος Ξενόπουλος (1867-1951)
Στέλλα Βιολάντη [απόσπασμα]
Ο Χρηστάκης Ζαμάνος στέλνει ένα γράμμα στη Στέλλα, κόρη του πλούσιου μεγαλέ-
μπορου Παναγή Βιολάντη, στο οποίο της δηλώνει τον έρωτά του· με τον ίδιο τρόπο
τού απαντά θετικά και εκείνη. Όταν ο πατέρας της μαθαίνει ότι ο νέος ανακοινώνει
το περιεχόμενο του γράμματος, θεωρεί προσβολή τη σύνδεση του ονόματος της κό-
ρης του με το όνομα ενός απλού υπαλλήλου. Πλημμυρισμένος από οργή, αφού της
έκανε αυστηρότατες παρατηρήσεις, την έδειρε και την έριξε στη σοφίτα του αρχο-
ντικούτουόπουκαιτηνεγκατέλειψεμέχριεκείνηνααλλάξειγνώμη.Στοαπόσπασμα
που ακολουθεί, η μητέρα της Στέλλας αναλαμβάνει μεσολαβητική προσπάθεια, πι-
στεύοντας ότι έχει βρει τη λύση.
Ήταν παραμονές της Παναγίας. Μεθαύριο το σπίτι είχε διπλογιόρτι —Μαρία
έλεγαν τη Βιολάνταινα— και τι καλά αν μπορούσε να γίνει καμιά οικονομία, να
έλθει η συμφιλίωση, να κατεβεί και η Στέλλα, να καθίσει στο τραπέζι, να φανεί στον
κόσμο...
- Ήλθα να σου πω δυο λόγια, της είπε η Βιολάνταινα χαρούμενη.
Η Στέλλα, καθώς κρατούσε το μέτωπο με τα δύο χέρια, εσήκωσε τα μάτια κι
εκοίταξε τη μητέρα της έκπληκτη. Δεν ήταν συνηθισμένη σε τέτοιο ύφος.
- Ακούς;
- Τι είναι; Ψιθύρισε η Στέλλα.
’
74
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
Με λίγα λόγια η Βιολάνταινα διατύπωσε την πρότασή της: Να πέσει στα πόδια
του πατέρα της και να του γυρέψει συχώρεση· να του πει πως μετανόησε για το κί-
νημά της· να του υποσχεθεί πως στο εξής δε θα έκανε τίποτα χωρίς το θέλημά του·
να τον βεβαιώσει πως έπαυσε πια να συλλογίζεται το Χρηστάκη, κι εκείνος ήταν
πρόθυμος να τη συχωρέσει, και μέρα που ξημέρωνε μεθαύριο, να τη δεχθεί στην
αγκαλιά του, και γρήγορα να φροντίσει να την παντρέψει, όπως της πρέπει, μ’ ένα
καλό και άξιο... αμή τι;
Η Στέλλα την άκουσε χωρίς να την διακόψει, με το ίδιο ύφος που έπαιρνε και
όταν την εκτυπούσαν. Έπειτα κατέβασε τα χέρια από το κεφάλι, κοίταξε τη μητέρα
της κατάματα, και με όλη την ηρεμία, με όλη τη γαλήνη της σταθερότητας, επρό-
φερε:
- Όχι!
Η Βιολάνταινα εσκίρτησε τρομαγμένη· έπλεξε τα χέρια, και με φωνή υπόκωφη,
σε τόνο μομφής υπέρτατης, το ξαναείπε:
- Όχι!
- Όχι! Είπε η Στέλλα· και τη φορά αυτή ένα κύμα ετάραξε την πρώτη γαλήνη, και
η άρνηση εβγήκε από τα χείλη της με πείσμα μαζί και περιφρόνηση.
- Μα, παιδί μου, συλλογίζεσαι τι λες; Συλλογίζεσαι τι κάνεις; Ερώτησε η Βιολά-
νταινα· κι εγύρισε πίσω της, κι εκλείδωσε από φόβο τη θύρα.
- Όχι! Είπε η Στέλλα και εκ τρίτου· και τώρα ήταν ολόκληρη τρικυμία αγανακτή-
σεως, και μαζί με τη φωνή, εσηκώθη και αυτή ορθή, υψηλή, αγέρωχη.
Κι εμίλησε:
- Όχι, χίλιες φορές όχι! Ό,τι έκαμα ήταν κακό, το ξέρω· μα το έκαμα τώρα. Του
έγραψα «είμαι δική σου», και θα είμαι για πάντα. Ναι, να πέσω στα πόδια του πα-
τέρα μου, και να του φιλήσω τα χέρια, και να του γυρέψω συχώρεση γι’ αυτό που
έκαμα, έτσι χωρίς να θέλω, σε μια στιγμή τρέλας, αδυναμίας... Μα να με συχωρέσει
κι εκείνος και να μου δώσει το Χρηστάκη... Α, μη σου κακοφαίνεται και σώπα! Κα-
λός, κακός, αυτός είναι τώρα για μένα. Ακούστηκα μαζί του, και αυτό μου φθάνει.
Έπειτα, τι σας μέλει εσάς; Εγώ θα είμαι ευτυχισμένη, εμένα μ’ αρέσει. Πως είναι
φτωχός; Πφ! Βλέπω τι ευτυχία που έχετε οι πλούσιοι στα σπίτια σας... Επιτέλους
αλλιώτικα δε γίνεται· άλλον εγώ δεν παίρνω!
- Μα ορίζεις εσύ τον εαυτό σου; Επρόλαβε να ρωτήσει η Βιολάνταινα.
- Τον ορίζω!
- Όχι· ο πατέρας σου σε ορίζει· ο πατέρας σου ορίζει και μένα και το Νταντή, και
’ 75
τη Νιόνια και όλους.
- Δεν ξέρω για σας, μα εμένα δε με ορίζει. Εγώ, εγώ ορίζω τον εαυτό μου· να,
κοίταξε, τον ορίζω!... τον ορίζω!...
Κι έκαμψε το δάχτυλό της, και το εδάγκασε στον κόμπο με λύσσα, καθώς μιλού-
σε. Και ο πόνος έδωσε στη φωνή της κάτι το απείρως τραγικό· και η Βιολάνταινα,
και αυτή ακόμη, αισθάνθη ότι ήταν μεγάλη η στιγμή εκείνη.
- Τι θέλεις να πεις μ’ αυτό; Ρώτησε με τρόμο.
- Να, ότι τον εαυτό μου τον κάνω ό,τι θέλω... Μπορώ να κόψω τώρα το χέρι μου
και να το πετάξω από το παράθυρο; Ε, ορίζω τον εαυτό μου. Ο πατέρας μου τίποτα
δεν μπορεί να κάμει· πως θα με δείρει; Πως θα με κλείσει; Πως θα με σκοτώσει; Τι
με τούτο; Πάλι εγώ κάνω ό,τι θέλω —τον εαυτό μου— και σα δε θέλω εγώ, άλλον
άνθρωπο δεν παίρνω. Όχι· ποτέ δε θα με δώσει σε όποιον θέλει εκείνος. Σας το λέω
για να το ξέρετε μια για πάντα, γιατί δεν θα το ξαναπώ: Ή το Χρηστάκη ή κανέναν.
Εγώ είμαι η Στέλλα του Βιολάντη!
Κι εκτύπησε το στήθος της το πλατύ με δύναμη, κι από τα μάτια της τα αδάκρυ-
τα ετοξεύθη άγρια αστραπή. Ω, ήταν ωραία τη στιγμή εκείνη! Το πάθος της εχρω-
μάτισε, της εζωογόνησε το κατάλευκο πρόσωπο· τα πέταλα του κρίνου επήραν
ένα ρόδινο χρώμα αδύνατο· ίχνος κακοπάθειας δεν εφαίνετο πλέον, και για μια
στιγμή, η κόρη έλαμψε με την πρώτη της ομορφιά την υπερήφανη, με την πρώτη
υγεία και ζωή.
Η Βιολάνταινα αναγκάσθηκε να χαμηλώσει το κεφάλι. Έβλεπε έξαφνα εμπρός
της μια δύναμη νέα, που δεν την ήξερε, που δεν την εφαντάζετο ως τώρα. Αλή-
θεια, αυτή ήταν η Στέλλα του Βιολάντη, η κόρη του πατέρα της.
- Εκατάλαβα, εψιθύρισε με λύπη· μα δε συλλογίζεσαι, δυστυχισμένη, τι θα πά-
θεις, αν ακούσει τέτοιο πράμα ο πατέρας σου;
- Δεν τον φοβάμαι! Εφώναξε η Στέλλα· και τι θα μου κάμει; Θα με σκοτώσει...
είναι άλλο; Ε, δε με μέλει, σου είπα. Εγώ δε γυρεύω να ζήσω, παρά να ζήσω ευτυχι-
σμένη. Αν δεν μπορώ, καλύτερα να με σκοτώσει... Καλύτερα να πεθάνω... Στάσου
να σου πω· αν δεν έγραφα εκείνο το γράμμα, δε θα μ’ έγνοιαζε· μα τώρα που το
έγραψα, θα κάμω ό,τι μπορώ για να σώσω την υπόληψή μου. Θα μου τη σώσει ο
γάμος; Θα μου τη σώσει ο θάνατος; Μου είναι αδιάφορο. Είδες αν άνοιξα το στόμα
μου να παραπονεθώ ποτέ για τα βασανιστήρια που μου κάνετε τόσον καιρό;...
- Καλέ τίνος τα λες αυτά τα παραμύθια; Είπε η Βιολάνταινα με μορφασμό ανυπο-
μονησίας. Και τι πως έγραψες ένα γράμμα, που στο κάτω κάτω το πήραμε πίσω;...
Εγώ να σου πω τι είναι: είναι... που αγαπάς το Χρηστάκη.
’
76
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
Η Στέλλα κλονίσθηκε από παλμό δυνατό. Στην αρχή τής ήλθε να το αρνηθεί, να
το κρύψει. Όχι, δεν ήταν αυτός ο λόγος... Αλλά έπειτα συλλογίσθηκε ότι μια που
άρχισε, έπρεπε να τα πει όλα· και σα να το ήξερε πως ήταν η τελευταία φορά που
θα μιλούσε, άντλησε διαμιάς όσο θάρρος υπήρχε στα βάθη της παρθενικής της
ψυχής, και είπε:
-Ναι, τον αγαπώ. Αν δεν τον αγαπούσα, δε θα του έδινα ακρόαση· αν δεν τον
αγαπούσα, δε θα μ’ έγνοιαζε για το γράμμα, —ούτε η πρώτη είμαι ούτε η ύστε-
ρη— δε θα επίμενα ολωσδιόλου, και θα έπαιρνα όποιον ήθελε ο πατέρας μου. Μα
τον αγαπώ, και θα κάμω ό,τι μπορέσω για να τον πάρω.
- Βγάλ’ το αυτό από το νου σου, γιατί ο πατέρας σου δεν τ’ ακούει! Είπε η Βιο-
λάνταινα.
- Ποιος το ξέρει!... Μπορεί στο τέλος να με λυπηθεί και να δει το σωστό. Έχουμε
τόσα παραδείγματα!
- Α!τέτοιεςελπίδεςέχεις;Ω,κακομοίρα,κακομοίρα!Δεντονξέρειςτονπατέρασου!
- Μπορεί· μα εμένα δε με χωράει άλλο ετούτο το σπίτι.
Διαμιάς η Στέλλα έγινε μελαγχολική. Εκάθισε πάλι στο διβανάκι, και με φωνή
περίλυπη, σα να μιλούσε μονάχη της, εξακολούθησε:
- Όχι! Δε με χωράει το σπίτι... Σε κάθε χτύπημα που μου δίνουν, ακούω μέσα
μου σα μια φωνή να μου λέει: «Φύγε!... Φύγε!...»
Η Βιολάνταινα όρμησε έξω φρενών, με τα χέρια σηκωμένα, με τα μάτια άγρια.
- Τι είπες; Εφώναξε· να φύγεις; Ω, συφορά μου και μαυρίλα μου!... να φύγεις;
- Δεν είπα τέτοιο πράμα! Είπε η Στέλλα με περιφρόνηση. Σεις μου το λέτε με τον
τρόπο σας.
- Όχι, το είπες! Αντείπε η Βιολάνταινα· είπες πως θα φύγεις! Και για κοίταξε καλά,
γιατί εγώ δεν...
Ο θυμός έπνιξε τη φωνή της. Κι έβλεπε τριγύρω της, σαν να εζητούσε ν’ αρπά-
ξει τίποτα για να κτυπήσει τη Στέλλα.
Ο τρόπος αυτός ανέβασε στην επιφάνεια όλο το πείσμα της κόρης. Όχι, δεν το
είπε! Της έβαζαν στο στόμα λόγο που δεν είπε. Το εσυλλογίσθη, πέρασε κι αυτό
από τον νου της, αλλά όχι, δεν το είχε αποφασίσει. Και ίσως δε θα το έκανε ποτέ,
όσο σκληρά και αν την τυραννούσαν, γιατί ήταν η Στέλλα του Βιολάντη, και είχε
την περηφάνια της, και θα προτιμούσε να πεθάνει, παρά ν’ ακουσθεί πως ξεπόρ-
τισε. Αλλ’ αφού ήταν έτσι, αφού ήθελαν με το στανιό να την πείσουν πως το είπε,
καλά λοιπόν, να ιδούν!
’ 77
- Ναι, το είπα! Εφώναξε δυνατότερα από τη μητέρα της. Το είπα και θα το κάμω!
Μιλούσε με όλο το απεγνωσμένο θάρρος ανθρώπου που αυτοκτονεί. Η Βιολά-
νταινα τα έχασε· ο θυμός της εκόπη, τα γόνατά της ελύθηκαν, κι έπεσε σε μια κα-
ρέκλα, όγκος αδρανής. Αλλά ήταν μια στιγμή μόνο αδυναμίας. Αμέσως εσηκώθη,
και κεραυνοβολούσα τη Στέλλα με το βλέμμα, εξεστόμισε σε μια βάναυση φράση
όλη την εντύπωση που της έκανε το ξαφνικό ξύπνημα της δυνατής εκείνης ψυχής,
που την εδοκίμαζε η βία και το μαρτύριο:
- Εκατάλαβα· εσύ, παιδί μου, έχεις το διάολο μέσα σου!
Γρηγ. Ξενόπουλος
ΘΕΜΑΤΑ
ΘΕΜΑ 1
		
ΘΕΜΑ 1α
Σε κάθε μία από τις ακόλουθες διαπιστώσεις να δώσετε τον χαρακτηρισμό «Σω-
στό» ή «Λάθος», ανάλογα με το αν αποδίδουν σωστά το νόημα του κειμένου. Να
τεκμηριώσετε την απάντησή σας με αναφορές στο κείμενο.
α) Η Βιολάνταινα ζητάει από την κόρη της Στέλλα να ζητήσει συγχώρεση από τον
πατέρα της αποκηρύσσοντας την αγάπη της για τον Χρηστάκη.
β) Η Στέλλα είναι πρόθυμη να υποχωρήσει στον πατέρα της, αρκεί να της επιτρέ-
ψει να παντρευτεί τον αγαπημένο της.
γ) Η Στέλλα δηλώνει στη μητέρα της ότι προτιμάει να πεθάνει παρά να ζήσει με
την υπόληψή της αμαυρωμένη.
δ) Η μητέρα της Στέλλας εξοργίζεται τόσο με την προκλητική επιμονή της κόρης
της που σχεδόν χάνει τον έλεγχο.
ε) Η Στέλλα παραδέχεται ότι από καιρό σκεφτόταν να εγκαταλείψει το σπίτι του
Βιολάντη.
								 10 μονάδες
’
78
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
ΘΕΜΑ 1β
Η Στέλλα Βιολάντη επαναστατεί ενάντια στην εξουσία του πατέρα της και ανα-
κοινώνει την απόφασή της να ορίζει η ίδια τη ζωή της. Ποια στερεότυπα της επο-
χής ανατρέπει με την στάση της; Πώς θα τη χαρακτηρίζατε λαμβάνοντας υπόψη
τη συμπεριφορά της; (60-70 λέξεις).
								 20 μονάδες
Εναλλακτικά
Η Βιολάνταινα με την στάση της απέναντι στην κόρη της αναπαράγει τα στερεότυ-
πα της εποχής σχετικά με τη θέση της γυναίκας. Επιλέγοντας συγκεκριμένα σημεία
του κειμένου χαρακτηρίστε τη μητέρα από τη συμπεριφορά της απέναντι στην
κόρη της. (60-70 λέξεις)
									 20 μονάδες
ΘΕΜΑ 2
ΘΕΜΑ 2α
- «Όχι, χίλιες φορές όχι! Ό,τι έκαμα ήταν κακό, το ξέρω· μα το έκαμα τώρα ...
Επιτέλους αλλιώτικα δε γίνεται· άλλον εγώ δεν παίρνω!» Στο απόσπασμα αυτό πα-
ρατηρείται εναλλαγή των ρηματικών προσώπων. Εξηγήστε αυτή την επιλογή του
συγγραφέα. Σε τι εξυπηρετεί και πώς επηρεάζει το ύφος του κειμένου;
20 μονάδες
Εναλλακτικά
- «Δεν τον φοβάμαι! Εφώναξε η Στέλλα· και τι θα μου κάμει; Θα με σκοτώσει...
είναι άλλο; ... Είδες αν άνοιξα το στόμα μου να παραπονεθώ ποτέ για τα βασανι-
στήρια που μου κάνετε τόσον καιρό;...» Στο συγκεκριμένο απόσπασμα η Στέλλα
διατυπώνει μια σειρά από ερωτήματα. Πώς υπηρετούν το νόημα του κειμένου και
πώς επηρεάζουν το ύφος του;
					20 μονάδες
’ 79
ΘΕΜΑ 2β
Στο απόσπασμα που παρατίθεται, ο Ξενόπουλος αποτυπώνει τον χαρακτήρα
της Στέλλας τόσο με λεκτικές όσο και με εξωλεκτικές εκφράσεις. Επισήμανε τα ση-
μεία αυτά και τον ρόλο τους στην ανάδειξη της προσωπικότητάς της.
10 μονάδες
ΘΕΜΑ 3
Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις)
Ο Παναγής Βιολάντης, πατέρας της Στέλλας, συναντά κάποια από τις ημέρες του
εγκλεισμού της κόρης του έναν γνωστό του, ο οποίος τον ερωτά για το τι συμβαί-
νει με την κόρη του, “διότι κυκλοφορούν διάφορες φήμες”. Διατύπωσε την, κατά
τη γνώμη σου, απάντηση του Βιολάντη, λαμβάνοντας υπόψη σου τον χαρακτήρα
του, όπως παρουσιάζεται στο κείμενο.
40 μονάδες
ΠΡΟΤΕΙΝΌΜΕΝΕΣ ΑΠΑΝΤΉΣΕΙΣ
ΘΕΜΑ 1α
α) Σωστό: «Με λίγα λόγια η Βιολάνταινα διατύπωσε την πρότασή της: Να πέσει
στα πόδια του πατέρα ... να τον βεβαιώσει πως έπαυσε πια να συλλογίζεται το
Χρηστάκη»
β) Σωστό: «Ναι, να πέσω στα πόδια του πατέρα μου, και να του φιλήσω τα χέρια...
Μα να με συχωρέσει κι εκείνος και να μου δώσει το Χρηστάκη...»
γ) Σωστό: «Στάσου να σου πω· ... θα κάμω ό,τι μπορώ για να σώσω την υπόληψή
μου. Θα μου τη σώσει ο γάμος; Θα μου τη σώσει ο θάνατος; Μου είναι αδιάφορο.»
δ) Σωστό: «Ο θυμός έπνιξε τη φωνή της. Κι έβλεπε τριγύρω της, σαν να εζητούσε
ν’ αρπάξει τίποτα για να κτυπήσει τη Στέλλα.»
ε) Λάθος: «Το εσυλλογίσθη, πέρασε κι αυτό από τον νου της, αλλά όχι, δεν το είχε
αποφασίσει ... αφού ήθελαν με το στανιό να την πείσουν πως το είπε, καλά λοι-
πόν, να ιδούν!»
’
80
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
ΘΕΜΑ 1β
Σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία όπως αυτή στην οποία ζει η Στέλλα τα στε-
ρεότυπα υπαγορεύουν στις κόρες να είναι υπάκουες και να εφαρμόζουν το θέλη-
μα του πατέρα, ακόμη κι όταν αυτό αφορά την ίδια τη ζωή τους. Η Στέλλα με τον
ανεξάρτητο κι ευθύ χαρακτήρα της αντιστέκεται με αποφασιστικότητα και διαδη-
λώνει το δικαίωμά της να ορίζει η ίδια τη ζωή της προασπίζοντας την αξιοπρέπειά
της.
Εναλλακτικά
ΗΒιολάνταιναπαραμένονταςπιστήσταστερεότυπατηςεποχήςγιατηθέσητης
γυναίκας γίνεται επιθετική έως απειλητική απέναντι στην κόρη της προκειμένου
να την πείσει να υποκύψει στη θέληση του πατέρα της. Αν και πιο ήπια στην αρχή
(«-Ήλθα να σου πω δυο λόγια, της είπε η Βιολάνταινα χαρούμενη.»), εκπλήσσεται
από το πείσμα της κόρης της («Η Βιολάνταινα αναγκάσθηκε ... που δεν την εφαντά-
ζετο ως τώρα.»). Όταν όμως συνειδητοποιεί ότι η Στέλλα είναι αποφασισμένη για
όλα, αφήνει τον θυμό της να εκραγεί («Η Βιολάνταινα όρμησε έξω φρενών, με τα
χέρια σηκωμένα, με τα μάτια άγρια.») και δε διστάζει να γίνει κι επιθετική («Ο θυ-
μός έπνιξε τη φωνή της. Κι έβλεπε τριγύρω της, σαν να εζητούσε ν’ αρπάξει τίποτα
για να κτυπήσει τη Στέλλα.»)
ΘΕΜΑ 1α
Υπερασπιζόμενη το δικαίωμά της να ορίζει τη ζωή της η Στέλλα επιμένει με
αποφασιστικότητα στην άρνησή της να υποχωρήσει στη θέληση του πατέρα της
και να αποκηρύξει την αγάπη της για τον Χρηστάκη. Επαναλαμβάνει με έμφαση
την προσωπική της θέση («Ό,τι έκαμα ήταν κακό, το ξέρω· μα το έκαμα τώρα. Του
έγραψα «είμαι δική σου», και θα είμαι για πάντα.», «Εγώ θα είμαι ευτυχισμένη, εμέ-
να μ’ αρέσει.», «... άλλον εγώ δεν παίρνω!»). Επιπλέον, το α΄ ενικό χρησιμοποιεί-
ται από την Στέλλα για να δηλώσει και πώς σκέφτεται να χειριστεί το ζήτημα του
πατέρα της μεταφέροντας κι όλη τη συναισθηματική έντασή της («να πέσω στα
πόδια του πατέρα μου, ... σε μια στιγμή τρέλας, αδυναμίας...»). Το γ’ ενικό που πα-
ραπέμπει σε ένα πιο αντικειμενικό κι αποστασιοποιημένο ύφος, αναφέρεται στον
πατέρα και την συμπεριφορά του απέναντι στην Στέλλα («Μα να με συχωρέσει
κι εκείνος και να μου δώσει το Χρηστάκη...»), αλλά και στον ίδιο τον Χρηστάκη
και την σχέση του με την Στέλλα («Καλός, κακός, αυτός είναι τώρα για μένα.» και
«Πως είναι φτωχός;»). Χρησιμοποιείται εξάλλου και το β΄ ενικό (αφού υπάρχει διά-
’ 81
λογος) με το οποίο η Στέλλα απευθύνεται στη μητέρα της («Α, μη σου κακοφαίνε-
ται και σώπα!») με τρόπο άμεσο απαντώντας σε όσα της έχει πει κι εκτονώνοντας
τη συναισθηματική της φόρτιση. Τέλος, υπάρχει και το β΄πληθυντικό πρόσωπο,
με το οποίο η Στέλλα ειρωνεύεται τόσο τους γονείς της όσο και γενικότερα τους
πλούσιους που δεν ξέρουν τι θα πει ευτυχία και ταυτόχρονα κάνει πιο έντονη την
αντίθεση ανάμεσα σε αυτούς και την ίδια («- Έπειτα, τι σας μέλει εσάς;», «Βλέπω τι
ευτυχία που έχετε ...»). Η εναλλαγή όλων αυτών των προσώπων εξασφαλίζει αμε-
σότητα και ζωντάνια στο κείμενο, αλλά ταυτόχρονα φανερώνει και την κλιμάκωση
των συναισθημάτων της Στέλλας, ενώ διατηρεί αμείωτο και το ενδιαφέρον του
αναγνώστη.
Εναλλακτικά
Στο απόσπασμα η Στέλλα δείχνει αποφασισμένη να αντισταθεί μέχρι τέλους
στον πατέρα της προκειμένου να κερδίσει μια ζωή ευτυχισμένη και να αποκατα-
στήσει την αξιοπρέπειά της. Τα ερωτήματα που διατυπώνει σχετίζονται με το δί-
λημμα: ζωή ή θάνατος («και τι θα μου κάμει; Θα με σκοτώσει... είναι άλλο;») και
μεταφέρουν την αγωνία της Στέλλας για την τελική έκβαση: Αν δεν μπορεί να απο-
φασίζει η ίδια για τη ζωή της και την υπόληψή της, προτιμά τον θάνατο («Θα μου
τη σώσει ο γάμος; Θα μου τη σώσει ο θάνατος;»). Τα διαδοχικά ερωτήματα δικαιο-
λογούνται από τη συναισθηματική φόρτιση που χαρακτηρίζει την ηρωίδα και την
έντονη ψυχολογική πίεση που της ασκείται όσο διάστημα βρίσκεται έγκλειστη και
τιμωρημένη («Είδες αν άνοιξα το στόμα μου ... μου κάνετε τόσον καιρό;...»). Μέσα
από αυτά η Στέλλα επιβεβαιώνει την αποφασιστικότητά της παρά την σκληρότητα
του διλήμματος να προχωρήσει στις επιλογές της και την πρόθεσή της να ανατρέ-
ψει τις στερεοτυπικές αντιλήψεις που εκφράζουν οι γονείς της. Έτσι τα ερωτήματα
αποδίδουν με ιδιαίτερη παραστατικότητα και ένταση την ψυχολογική κατάσταση
της Στέλλας και ταυτόχρονα βοηθούν τον αναγνώστη να κατανοήσει πώς κατα-
λήγει στην αμετάκλητη απόφασή της. Το ύφος αποκτά ζωντάνια και αμεσότητα
κερδίζοντας το ενδιαφέρον του αναγνώστη που αγωνιά για την εξέλιξη.
ΘΕΜΑ 2β
Η Στέλλα επαναστατεί ενάντια στις στερεοτυπικές αντιλήψεις των γονέων της
που απαιτούν την παραίτησή της από κάθε προσωπική επιλογή σχετική με τη ζωή
της. Αποφασιστική και τολμηρή η πρωταγωνίστρια δηλώνει με ειλικρίνεια κι ευθύ-
’
82
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
τητα τους λόγους που την οδηγούν σε αυτή την απόφαση. Στην αρχή μάλιστα είναι
διαλλακτική και αντιπροτείνει στη μητέρα της τη δική της λύση («Ναι, να πέσω στα
πόδια ... κι εκείνος και να μου δώσει το Χρηστάκη....»). Όταν όμως έρχεται αντιμέ-
τωπη με την αδιαλλαξία και τον θυμό της μητέρας της, αγανακτεί και η ίδια και με
τρόπο δυναμικό υψώνει το ανάστημά της για να διεκδικήσει τόσο την αξιοπρέ-
πεια όσο και την ευτυχία της. Στα λόγια της μητέρα της αντιπαρατάσσει απανωτές
αρνήσεις («-Όχι!-Όχι! Είπε η Στέλλα·... -Όχι! Είπε η Στέλλα και εκ τρίτου·...) και της
απαντά με ανυποχώρητη σιγουριά ότι η ίδια ορίζει τον εαυτό της («Εγώ, εγώ ορίζω
τον εαυτό μου· να, κοίταξε, τον ορίζω!... τον ορίζω!...») και η υπερηφάνια της δεν
της επιτρέπει να κάνει συμβιβασμούς («Όχι· ποτέ δε θα με δώσει σε όποιον θέλει
εκείνος. Σας το λέω για να το ξέρετε μια για πάντα, γιατί δεν θα το ξαναπώ: Ή το
Χρηστάκη ή κανέναν. Εγώ είμαι η Στέλλα του Βιολάντη!»). Ωστόσο είναι αρκετά
και τα εξωλεκτικά στοιχεία που αποκαλύπτουν τον χαρακτήρα της Στέλλας και συ-
μπληρώνουν την εικόνα που προκύπτει από τους λόγους της:
«Η Στέλλα, καθώς κρατούσε το μέτωπο με τα δύο χέρια, εσήκωσε τα μάτια κι
εκοίταξε τη μητέρα της έκπληκτη.»
« Έπειτα κατέβασε τα χέρια από το κεφάλι, κοίταξε τη μητέρα της κατάματα ... »
«Κι έκαμψε το δάχτυλό της, και το εδάγκασε στον κόμπο με λύσσα, καθώς μι-
λούσε»
«Κι εκτύπησε το στήθος της το πλατύ με δύναμη, κι από τα μάτια της τα αδά-
κρυτα ετοξεύθη άγρια αστραπή.»
ΘΕΜΑ 3
Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις)
Δεν ξέρω, φίλε μου, σε τι ακριβώς αναφέρεσαι, αλλά δεν μου προκαλεί και ιδι-
αίτερη έκπληξη το γεγονός ότι ο κόσμος ασχολείται με την οικογένειά μου. Μπο-
ρώ να κατανοήσω γιατί αυτό συμβαίνει. Είναι σε όλους γνωστό ότι το σπίτι μου
μόνο πρόοδο έχει να επιδείξει σε όλους τους τομείς. Ανήκουμε στην αριστοκρατία
του νησιού μας και είναι λογικό η κοινωνική μας θέση και η οικονομική μας ευημε-
ρία να προκαλούν τον φθόνο μερικών καλοθελητών. Τι το παράδοξο, λοιπόν, στις
δήθεν φήμες που κυκλοφορούν; Τι ισχυρίζονται; Ότι η κόρη μου παίρνει μόνη της
αποφάσεις χωρίς την έγκριση του πατέρα της; Ότι έπεσε στα δίχτυα ενός τυχοδιώ-
κτη που την έπεισε να αψηφήσει γονείς και ήθη; Τίποτα από όλα αυτά δεν ισχύει,
’ 83
αγαπητέ μου. Κακοήθειες ζηλόφθονων ανταγωνιστών. Ήταν ποτέ δυνατόν η κόρη
του μεγαλέμπορου Παναγή Βιολάντη να φανεί κατώτερη του πατέρα της και να
κάνει του κεφαλιού της στο όνομα μιας ανύπαρκτης αγάπης; Όχι, αγαπητέ μου.
Βρέθηκε ένας ανάξιος λόγου υπαλληλάκος που τόλμησε να σηκώσει το βλέμμα
του πάνω της και να πιστέψει ότι τη μάγεψε με τα φουσκωμένα λόγια του. Ανόητοι
χαριεντισμοί! Η κόρη μου ποτέ δεν του έδωσε τέτοιο δικαίωμα ούτε θα καταδεχό-
ταν να φέρει σε τέτοια θέση τον πατέρα της. Από την πρώτη στιγμή απέκρουσε τις
γελοίες προτάσεις του κρατώντας την υπόληψή της άθικτη. Αλλά αυτός ο ανόητος
πίστεψε ότι θα μπορούσε να διεκδικήσει κάτι παραπάνω. Κι αν δεν την βλέπετε συ-
χνά να βγαίνει έξω, είναι ακριβώς γιατί αποφάσισε να ξεκαθαρίσει έτσι στον αφελή
νεαρό ότι ποτέ δεν είχε τέτοιου είδους πρόθεση απέναντί του. Είναι άλλωστε κόρη
του Παναγή Βιολάντη κι αυτό τα λέει όλα!
’
84
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
’ 85
Κ Ο Ι Υ Κ Λ Ν
ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α ΛΥΚΕΙΟΥ
11714
ΚΕΊΜΕΝΟ
ΝΙΚΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ (1947-2011)
Η Ανατροπή [απόσπασμα]
Βρισκόμαστε στο έτος 1884, στην τουρκοκρατούμενη ακόμη Μακεδονία. Ο Ευ-
άγγελος, πλούσιος έμπορος και προεστός στη Σιάτιστα, οργανώνει στο αρχοντικό
του συγκεντρώσεις, όπου συναντιούνται και άλλοι προεστοί, έμποροι, ιερείς και λό-
γιοι, για να συζητήσουν για τα εθνικά ζητήματα που αφορούν τον αλύτρωτο ελληνι-
σμό των Βαλκανίων. Τις συνάξεις αυτές ο Ευάγγελος επιτρέπει να τις παρακολουθεί
και η αγαπημένη του κόρη Ελένη. Η Ελένη, ευαίσθητη και φιλοπερίεργη, διαφέρει
από τις άλλες κοπέλες της ηλικίας της, μιας και ο δικός της στόχος δεν είναι αποκλει-
στικά ο γάμος, αλλά η ελεύθερη επιλογή τρόπου σκέψης και ζωής. Ασφυκτιά μέσα
στο κλειστό περιβάλλον του σπιτιού και του χωριού της κι ονειρεύεται μια άλλη ζωή,
πιο ελεύθερη.
Η συγκέντρωση των προεστών στο αρχοντικό του Ευάγγελου
και η παρέμβαση της Ελένης
[…] Πήραν το λόγο κι άλλοι. Η κουβέντα πια πήγαινε κι ερχότανε, αλλά κατέλη-
γε στο ίδιο πάντα σταυροδρόμι: ελευθερία και παιδεία κρατιόταν χέρι χέρι. Από τις
δύο, η Ελένη κρεμάστηκε αυθόρμητα στην πρώτη. Κάθε φορά που καταδίκαζαν
ή χρέωναν στην Πύλη1
νοήματα για στέρηση, περιορισμούς και αδικία, η Ελένη
1. Πύλη: η οθωμανική κυβέρνηση
’
86
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
ένιωθε όλα να την αγγίζουνε, να αφορούν τη ζωή της έτσι όπως τη ζούσε. Μα πιο
πολύ απ’ όλα την έπιασε ο λόγος του γιατρού που μίλησε τελευταίος: «Μπαίνουμε
στην εποχή των μεγάλων ανατροπών. Κανείς δεν ξέρει ακόμα πού θα οδηγηθού-
με…». «Ανατροπή του Πατριάρχη ή του Σουλτάνου;» τον διέκοψε κάποιος κι εκεί-
νος αποκρίθηκε: «Πραγμάτων και ιδεών πιο πολύ σημαντικών απ’ το πρόσωπο το
σημερινό ή το αυριανό του Πατριάρχη ή του Σουλτάνου. Μπορεί εμείς να μην τα
ζήσουμε όπως και μπορεί πιο γρήγορα να τρέξουν και να συναντηθούμε. Χρειάζε-
ται εγρήγορση, προετοιμασία, μεγάλες αποφάσεις. Θα χρειαστεί να αγωνιστούμε,
να κινδυνεύσουμε ή και να θυσιάσουμε πράματα, για να φτιάξουμε καλύτερα τη
ζωή μας. Ό,τι αφήσουμε στην τύχη θα μας πάρει από κάτω». Αυτή η τελευταία
φράση έμεινε στην Ελένη να της τριβελίζει το μυαλό, να μην την αφήνει να παρα-
κολουθήσει τη συνέχεια εκείνης της κουβέντας. Με δυσκολία έστρεφε την προ-
σοχή της σ’ αυτά που συνέχιζαν να λένε. Έπιανε μόνο κομμάτια από φράσεις, είχε
χάσει τον ειρμό, έτσι κι αλλιώς όλα κλώθαν, πλέκαν κι υφαίναν την ανάγκη για μια
διαφορετική απελευθέρωση και το μυαλό της γύρναγε συνέχεια στα τελευταία λό-
για του γιατρού.
Ήρθε κάποια στιγμή που ο δεσπότης ρώτησε ποιος άλλος είχε να μιλήσει και
έκανε με τα μάτια του μια γύρα. Και η Ελένη που νόμισε πως η ερώτηση πήγαινε σ’
όλους, που ένιωθε μια άλλη υπερηφάνεια από τις γνωστές να την πιέζει να μιλήσει,
να πει κι η ίδια τι σκεφτόταν, πίστεψε πως είχε δικαίωμα και εκείνη ν’ αποκριθεί
στην τελευταία έκκλησή του. Και τότε αβίαστα βγήκε από μέσα της, υψώνοντας
αυθόρμητα σιγά σιγά τους τόνους της φωνής της, σχεδόν παιδιάστικη η απορία:
«Δέσποτα, να ρωτήσω κι εγώ κάτι; Όλους τους τυραννά μια ο Τούρκος και μια ο
Βούλγαρος και όλοι θέλουν να ξεσηκωθούνε. Το σκέφτονται και το ξανασκέφτο-
νται, ψάχνουν να βρούνε δρόμους και τρόπους για την ελευθερία και την προκοπή
τους». Και στρέφοντας το πρόσωπό της στην ομήγυρη συνέχισε: «Λέω, μήπως αξί-
ζουμε μια σκέψη κι εμείς, που σας τιμάμε, σας φροντίζουμε, σας αγαπάμε;» Πήρε
κουράγιο απ’ την απόλυτη σιωπή που απλώθηκε, νόμισε πως κάποια μάτια τη ρω-
τούσαν, κατάπιε και προχώρησε: «Μια φορά λέω, Δέσποτα, πως ανασαίνουμε και
η ανάσα μας δεν πάει μέχρι κάτω, όσα φλουριά κι αν έχουν τα σεντούκια μας, όσο
κι αν λένε πως μας αγαπάνε οι δικοί μας. Πως μεγαλώνουμε, παντρευόμαστε και
τελειώνουμε, χωρίς ποτέ κανείς να μας ρωτήσει, αν θέλουμε κάτι άλλο από αυτό
που οι άλλοι για μας ορίζουν. Κάτι άλλο απ’ αυτό που ζούμε, απ’ αυτό που μας λένε
να ελπίζουμε, να ονειρευόμαστε, να επιθυμούμε. Κάτι άλλο που να μας δίνει ένα
κουκούτσι παραπάνω σημασία και ελευθερία. Κάτι άλλο που…».
Τα ’βγαλε όλα μεμιάς, χωρίς να τα ελέγχει, σαν να ’κανε εμετό, που μήτε η ίδια
’ 87
τον περίμενε ή καν είχε μαντέψει. Το ίδιο απότομα σταμάτησε, σαν να της κόψανε
τη γλώσσα. Μετέωρο απόμεινε το «κάτι άλλο…». Κάτι άλλο που ήταν πολύ πιο λίγο
απ’ αυτό που ονειρεύονταν να πάρουν απ’ τον Τούρκο, μα που ίσως να σήμαινε
για τους ίδιους μια μεγαλύτερη ακόμη ανατροπή. Γι’ αυτό και δεν μπορούσαν – δε
θέλανε
– ούτε να το διανοηθούν, μήτε να το φαντασθούνε. Μόνο όταν απόσωσε τη
φράση της κατάλαβε, ότι όσο μιλούσε τα λόγια της φεύγαν, σιγά σιγά παίρνανε δύ-
ναμη και γίνονταν από ψίθυρος φωνή. Σταθερή, ευδιάκριτη, σχεδόν με αποδέκτες
τους παρόντες. Με ένα βαθύ παράπονο ετών δέκα εννέα.
Τα λόγια της Ελένης χάλασαν τους ειρμούς, τις σκέψεις όλων. Πέσαν σαν βράχος
που θρυμμάτισε ό,τι είχε βρει μπροστά του. Κανένας δεν της αποκρίθηκε, απόμει-
ναν άναυδοι να κοιτιόνται αμήχανα. Να μην μπορούν να συνεχίσουν όσα σκέφτο-
νταν και λέγαν. Να μην μπορούν να καταλάβουν τι είχε πει η Ελένη για να της απα-
ντήσουν. Να μην μπορούν να ζυγιάσουν, να εκτιμήσουν, και να συμπεριφερθούν
απέναντι σ’ αυτό που είχε συμβεί. Ότι αυθόρμητα πήρε το λόγο και μπήκε βίαια
στη συζήτησή τους. Κι ας είχε απευθυνθεί με την ερώτησή του σε όλους ο δεσπό-
της. Στους όλους δε μετρούσε η Ελένη. Όπως δε μετρούσε καμιά Ελένη. Μαρία ή
Βασιλική, Γεωργία ή Χρυσάνθη ή όποιο άλλο όνομα γυναίκας μπορούσε να υπάρ-
χει. Οι πιο ευφυείς, οι πιο ευαίσθητοι υποψιάσθηκαν, αισθάνθηκαν να επικρέμεται
κάτι σαν απειλή ή έστω σαν ευθύνη.
Μέσα σ’ εκείνη τη σιωπή άρχισαν πρόσωπα το ένα μετά το άλλο να συνοφρυώ-
νονται, κάποιοι να την κοιτάνε βλοσυρά και επιτιμητικά, και αργά να σέρνουν στη
συνέχεια τη ματιά τους στον Ευάγγελο, λες και ζητούσαν εξηγήσεις για το ανα-
πάντεχο εκείνο της αυθάδειας. Για την απρέπεια, που κανείς δεν περίμενε από τη
θυγατέρα του Ελένη. Σχεδόν απαιτούσαν με το ύφος τους να αναλάβει την ευθύνη
για ό,τι είχε συμβεί και να επαναφέρει τη συνοχή της σύναξης που έτσι ανάγωγα
είχε διαλύσει η Ελένη.
Έκπληκτος ο Ευάγγελος, σε δεινή θέση, νιώθοντας εκτεθειμένος απέναντι
στους καλεσμένους του μπόρεσε να της πει μονάχα: «Τι είπες, Ελένη;» Και η φωνή
του είχε περισσότερο το νόημα: πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό, Ελένη; Έπεσε μια
σιωπή, ν’ ακούγεται μονάχα μια σπίθα στο μαγκάλι. «Τίποτα, πατέρα, μονάχα είπα
κι εγώ πώς νιώθω», αποκρίθηκε ψελλίζοντας με τους κόμπους όλους του πικραμύ-
γδαλου, που κράταγε μες στο λαιμό της. Τα ’χασαν πάλι για δεύτερη φορά με το
ατόπημα, που δεν πίστευαν στα αφτιά τους. «Τέτοια αυθάδεια», ακούστηκε να λέει
κάποιος. Η Ελένη δεν άντεχε άλλο το βάρος των ματιών που την κοίταζαν, σχεδόν
τη διαπόμπευαν, το βλέμμα των ματιών όλων αυτών που θαύμαζε και σεβόταν.
’
88
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
Κάθονταν γύρω γύρω με την πλάτη στις μεσάντρες και της θυμίζαν τρούλο εκκλη-
σιάς που έδειχνε έτσι σε πέταλο τους άγιους βλοσυρούς, έτοιμους να συμβάλλου-
νε στην Ώρα της Μεγάλης Κρίσεως και να την τιμωρήσουν. Κοκκίνισε, κατέβασε
το κεφάλι, ένιωσε να αναβλύζουνε καυτά τα δάκρυα απ’ την ντροπή της κι έκανε
απότομη στροφή, τρέχοντας για να χαθεί κάτω απ’ την σκάλα.
Όμως δεν είχε γλιτωμό. Στο κεφαλόσκαλο ακούστηκε οργισμένη η φωνή του
Ευάγγελου σαν καταδίκη: «Γύρνα αμέσως πίσω». Η Ελένη κοκάλωσε, έκανε πέτρα
την καρδιά της, έσφιξε τα δόντια της όσο γινόταν για να πειθαρχήσει, ν’ ανέβει
ένα ένα τα σκαλιά με γόνατα που τρέμαν, να επιστρέψει ξανά στο φως μπροστά
στο μέγα δικαστήριο. Με κατεβασμένο κεφάλι πήγε και στάθηκε δυο βήματα δί-
πλα στη σκάλα. Και τότε ακούστηκε η απόφαση του καδή απ’ του πατέρα της το
στόμα: «Ζήτα αμέσως συγγνώμη από τους φιλοξενουμένους μας, κάθισε κάτω και
μην ξαναμιλήσεις». Τα δάκρυά της τρέχανε πια ποτάμι. Να στέκεται όρθια, κοτζάμ
κοπέλα παντρειάς, να ταπεινώνεται μπροστά στα μάτια όλης της Μακεδονίας, σ’
ανθρώπους που θα γύρναγαν στα μέρη τους και μέσα σ’ όλα τ’ άλλα θα διηγιόταν
τον εξευτελισμό της. Με το κεφάλι πεσμένο μπροστά στο στήθος της, τα χέρια
σταυρωμένα, να σπαρταράει μέσα της από λυγμούς που μάταια προσπαθούσε να
ελέγξει, τα δάκρυα να καίνε, το στόμα της παραμορφωμένο. Όλα τ’ άντεχε, όμως
δεν άντεχε αδικαιολόγητα συγγνώμη να ζητήσει.
Τότε ήταν που πετάχτηκε ο φίλος του πατέρα της ο Θωμάς, κάτι του είπε στο
αυτί, δεν μπόρεσε να ξεχωρίσει. Τον είδε ακόμα που γύρισε κι έκανε νόημα στους
άλλους και ξανά στον πατέρα της, τον έπιασε από το χέρι, του μίλαγε χαμηλόφωνα,
μπορεί και πιο πολύ από εκείνον αναστατωμένος. Ο Ευάγγελος, σαν να ηρέμησε,
σαν να ξέχασε ποια ήταν η προηγούμενη εντολή του και με το ίδιο κατηγορηματι-
κό και επιτιμητικό ύφος της είπε: «Κάθισε κάτω εκεί που βρίσκεσαι και μην ξαναμι-
λήσεις». Λύγισαν τα γόνατά της, σχεδόν σωριάστηκε και βούλιαξε αποκαμωμένη
από την ένταση, την ντροπή, το κλάμα. Τελευταία φράση που πήρε τ’ αυτί της
ήταν: «Μα φιλενάδες δεν έχει να τη συντροφεύουν;» και την πήρε το παράπονο και
για τις φιλενάδες της και για την ίδια. […]
Νίκος Θέμελης, Η Ανατροπή, Αθήνα: Κέδρος 2000
’ 89
ΘΕΜΑΤΑ
ΘΕΜΑ 1
		
ΘΕΜΑ 1α
Σε κάθε μία από τις ακόλουθες διαπιστώσεις να δώσετε τον χαρακτηρισμό
«Σωστό» ή «Λάθος», ανάλογα με το αν αποδίδουν σωστά το νόημα του κειμένου.
Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας με αναφορές στο κείμενο.
α) Η Ελένη θεωρεί ότι έχει το δικαίωμα να μιλήσει σε μία συνάντηση στην οποία
συμμετέχουν αποκλειστικά άνδρες.
β) Ο γιατρός μιλάει αποκλειστικά για ανατροπή του πολιτικού καθεστώτος στην
Ελλάδα με την οργάνωση κινήματος.
γ) Η προτροπή του γιατρού για αγώνα απελευθερωτικό γεννάει στην Ελένη την
ιδέα μιας άλλης απελευθέρωσης.
δ) Η τολμηρή κίνηση της Ελένης να πάρει τον λόγο μεταφράζεται από τους προε-
στούς ως αυθάδεια και αποδοκιμάζεται.
ε) Η Ελένη δε μετανιώνει για την τόλμη της και αψηφά τον πατέρα της που απαιτεί
να ζητήσει συγγνώμη.
								 10 μονάδες
ΘΕΜΑ 1β
Η Ελένη ανατρέπει με τη συμπεριφορά της τα κοινωνικά στερεότυπα της επο-
χής που υπαγόρευαν στη γυναίκα απόλυτη υπακοή και σκυμμένο κεφάλι. Αφού
εντοπίσετε χαρακτηριστικά σημεία του κειμένου, τεκμηριώστε την παραπάνω
θέση (60-70 λέξεις).							
20 μονάδες
Εναλλακτικά
Τι υποδηλώνει η απότομη αντίδραση του πατέρα απέναντι στην Ελένη για τον
χαρακτήρα του και τις αντιλήψεις του (60-70 λέξεις);
										
20 μονάδες
’
90
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
ΘΕΜΑ 2
ΘΕΜΑ 2α
«Τα ’βγαλε όλα μεμιάς, χωρίς να τα ελέγχει, σαν να ’κανε εμετό, που μήτε η ίδια
τον περίμενε ή καν είχε μαντέψει ... Με ένα βαθύ παράπονο ετών δέκα εννέα.» Στο
συγκεκριμένο απόσπασμα εναλλάσσονται το γ΄ ενικό με το γ΄ πληθυντικό πρόσω-
πο. Πώς υπηρετούν το ύφος και το νόημα του κειμένου;
			 20 μονάδες
Εναλλακτικά
« Κι ας είχε απευθυνθεί με την ερώτησή του σε όλους ο δεσπότης. Στους όλους
δε μετρούσε η Ελένη. Όπως δε μετρούσε καμιά Ελένη. Μαρία ή Βασιλική, Γεωργία
ή Χρυσάνθη ή όποιο άλλο όνομα γυναίκας μπορούσε να υπάρχει.» Στο απόσπα-
σμα χρησιμοποιούνται γυναικεία ονόματα. Πώς εξυπηρετεί η χρήση τους το νόη-
μα του κειμένου; 						
20 μονάδες
ΘΕΜΑ 2β
Να εντοπίσεις και να ερμηνεύσεις λέξεις ή εκφράσεις που αποτυπώνουν την
αντίδραση των προεστών στην παρέμβαση της Ελένης.
10 μονάδες
ΘΕΜΑ 3
Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις)
Η παρέμβαση του Θωμά, στο τέλος της αφήγησης, αλλάζει την έκβαση του
αποσπάσματος. Να παρουσιάσεις τον υποθετικό διάλογο που έγινε ανάμεσα στον
Θωμά και τον Ευάγγελο, ώστε να φανεί η διαφορετική οπτική των δύο προσώπων.
(150-200 λέξεις)
40 μονάδες
’ 91
ΠΡΟΤΕΙΝΌΜΕΝΕΣ ΑΠΑΝΤΉΣΕΙΣ
ΘΕΜΑ 1α
α) Σωστό: « Ήρθε κάποια στιγμή που ο δεσπότης ρώτησε ... Και η Ελένη που νόμι-
σε πως η ερώτηση πήγαινε σ’ όλους, ... πίστεψε πως είχε δικαίωμα και εκείνη ν’
αποκριθεί στην τελευταία έκκλησή του.»
β) Λάθος: «Πραγμάτων και ιδεών πιο πολύ σημαντικών απ’ το πρόσωπο το σημε-
ρινό ή το αυριανό του Πατριάρχη ή του Σουλτάνου.»
γ) Σωστό: «... έτσι κι αλλιώς όλα κλώθαν, πλέκαν κι υφαίναν την ανάγκη για μια
διαφορετική απελευθέρωση ... λόγια του γιατρού.»
δ) Σωστό: «Μέσα σ’ εκείνη τη σιωπή άρχισαν ... λες και ζητούσαν εξηγήσεις για το
αναπάντεχο εκείνο της αυθάδειας. Για την απρέπεια, που κανείς δεν περίμενε
από τη θυγατέρα του Ελένη.»
ε) Σωστό: « Όλα τ’ άντεχε, όμως δεν άντεχε αδικαιολόγητα συγγνώμη να ζητήσει.»
ΘΕΜΑ 1β
Ως η μόνη γυναίκα σε μία συνάντηση ανδρών η Ελένη επεξεργάζεται στο μυαλό
της «την ανάγκη για μια διαφορετική απελευθέρωση», αυτή που αναφέρεται στα
γυναικεία δικαιώματα. Παίρνοντας με τόλμη τον λόγο υπερασπίζεται τις γυναίκες
(«Λέω, μήπως αξίζουμε μια σκέψη κι εμείς, ... σας αγαπάμε;» και «Κάτι ... παραπάνω
σημασία και ελευθερία») για να έρθει αντιμέτωπη με την απόρριψη των άλλων («Για
την απρέπεια, ... Ελένη.») που θεωρούν ότι η γυναίκα είναι υποδεέστερο πλάσμα
(«Στους όλους δε μετρούσε η Ελένη. ... μπορούσε να υπάρχει.») Η Ελένη δικαιούται
μόνο να σιωπά και να ακούει («Κάθισε κάτω εκεί που βρίσκεσαι και μην ξαναμιλή-
σεις»).		
Εναλλακτικά
Ο πατέρας της Ελένης αποτελεί ένα τυπικό δείγμα αυστηρού πατέρα με από-
λυτη εξουσία στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας και πιστού στα κοινωνικά στερε-
ότυπα της εποχής για τη θέση της γυναίκας. Εξοργίζεται με την τόλμη της κόρης
του που τον εκθέτει στα μάτια των υπολοίπων («... κάποιοι να την κοιτάνε βλοσυρά
και επιτιμητικά, και αργά να σέρνουν στη συνέχεια τη ματιά τους στον Ευάγγελο,
’
92
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
λες και ζητούσαν εξηγήσεις για το αναπάντεχο εκείνο της αυθάδειας.» και «Σχεδόν
απαιτούσαν με το ύφος τους να αναλάβει την ευθύνη ... η Ελένη.) Είναι έτοιμος να
την τιμωρήσει για να αποκαταστήσει την τάξη, αλλά τελευταία στιγμή υποχωρεί
με την παρέμβαση τρίτου.		
ΘΕΜΑ 2α
Το γ΄ πρόσωπο χρησιμοποιείται στο απόσπασμα από τον αφηγητή για την Ελέ-
νη και για τον λόγο που αρθρώνει. Περιγράφεται παραστατικά από την πλευρά
του αφηγητή η αυθόρμητη και τολμηρή για τα δεδομένα της εποχής αντίδραση
του κοριτσιού σε ένα περιβάλλον ανδροκρατούμενο που κατέπνιγε κάθε ελεύθε-
ρη γυναικεία φωνή. Η Ελένη σχεδόν δεν ελέγχει τι λέει (« σαν να ’κανε εμετό, που
μήτε η ίδια τον περίμενε ή καν είχε μαντέψει. Το ίδιο απότομα σταμάτησε ...»). Η
λεκτική της επανάσταση συμπυκνώνεται σε εκείνο το «κάτι άλλο» ( « Κάτι άλλο
που ήταν πολύ πιο λίγο ... μια μεγαλύτερη ακόμη ανατροπή.») που χαρακτηρί-
ζεται ανατροπή μεγαλύτερη από την ανατροπή του Τούρκου. Το γ΄ πληθυντικό
που αναφέρεται σε αυτούς που την αποδοκιμάζουν για το θάρρος της γνώμης της
(ονειρεύονταν, δεν μπορούσαν, δε θέλανε, ούτε να το διανοηθούν, μήτε να το φαντα-
σθούνε) συμβάλλει στην παραστατική προβολή της αντίθεσης των δύο πλευρών.
Στο τέλος του αποσπάσματος το γ΄ πληθυντικό συσχετίζεται με τα λόγια της Ελέ-
νης που προσωποποιούνται και σχεδόν αποκτούν ζωή: « όσο μιλούσε τα λόγια της
φεύγαν, σιγά σιγά παίρνανε δύναμη και γίνονταν από ψίθυρος φωνή.» Έτσι, η
εναλλαγή των προσώπων αισθητοποιεί την αντίθεση Ελένης και προεστών, ενώ
ταυτόχρονα παρουσιάζει με παραστατικότητα και ζωντάνια τις αντιδράσεις της
κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.
Εναλλακτικά
Η Ελένη τολμά να διατυπώσει τη γνώμη της θεωρώντας ότι έχει το δικαίωμα να
συμμετέχει στη συζήτηση με τον ίδιο τρόπο που συμμετέχουν και οι υπόλοιποι.
Ωστόσο, τα κοινωνικά στερεότυπα της εποχής δεν προβλέπουν μια τέτοια ελευθε-
ρία και αυτό δηλώνεται με σαφήνεια στο συγκεκριμένο σημείο. Μέσα στους όλους
που μπορούν να έχουν άποψη και να τη διατυπώνουν η Ελένη δεν έχει καμία θέση
όπως δεν έχει και καμία άλλη γυναίκα. Η αναφορά σε γυναικεία ονόματα αποσκο-
πεί στο να τονίσει ακριβώς αυτή την υποτίμηση, καθώς δεν σχετίζονται με συγκε-
κριμένα πρόσωπα, αλλά η χρήση τους γίνεται με τρόπο τυχαίο και αδιάφορο ώστε
’ 93
να φανεί ότι το όποιο όνομα δεν έχει απολύτως καμία σημασία, όπως δεν έχει και
το πρόσωπο που το φέρει. Συνεπώς, η χρήση αυτών των ονομάτων σε πληθυντικό
αριθμό που εκφράζει παραστατικά τα κοινωνικά ήθη της εποχής, τονίζει ακόμη πε-
ρισσότερο την ανατρεπτική συμπεριφορά της Ελένης που καταφέρνει να κερδίσει
τελικά τη συμπάθεια του αναγνώστη. 				
ΘΕΜΑ 2β
Για τους προεστούς η τόλμη της Ελένης αποτελεί ανατροπή μεγαλύτερη από
αυτή που σχεδιάζουν εναντίον των Τούρκων, γιατί για τα ήθη της εποχής συνιστά
κάτι αδιανόητο («Γι’ αυτό και δεν μπορούσαν – δε θέλανε– ούτενατοδιανοηθούν,
μήτε να το φαντασθούνε.»). Η αντίδρασή τους παρουσιάζει κλιμάκωση. Αρχικά
αντιδρούν με αμηχανία και σιωπή, καθώς η παρέμβαση της Ελένης αποσυντονίζει
τη συζήτησή τους και γίνεται με τρόπο απότομο («Κανένας δεν της αποκρίθηκε,
απόμειναν άναυδοι να κοιτιόνται αμήχανα.»). Αρκετοί μάλιστα θεωρούν ότι πρό-
κειται για ένα είδος απειλής («Οι πιο ευφυείς, ... αισθάνθηκαν ... κάτι σαν απειλή ή
έστω σαν ευθύνη.») Στη συνέχεια θυμώνουν, την κοιτάζουν επιτιμητικά κι επιρ-
ρίπτουν ευθύνες στον πατέρα της («Μέσα σ’ εκείνη τη σιωπή άρχισαν πρόσωπα
το ένα μετά το άλλο να συνοφρυώνονται, κάποιοι να την κοιτάνε βλοσυρά και
επιτιμητικά, και αργά να σέρνουν στη συνέχεια τη ματιά τους στον Ευάγγελο...
για το αναπάντεχο εκείνο της αυθάδειας. Για την απρέπεια, ... Σχεδόν απαιτούσαν
με το ύφος τους να αναλάβει την ευθύνη για ό,τι είχε συμβεί ...»). Για τους προε-
στούς η παρέμβαση της Ελένης είναι αναίδεια και θρασύτητα. Η ίδια αισθάνεται
ότι «...σχεδόν τη διαπόμπευαν» κι ότι ετοιμάζονται να της επιβάλλουν τιμωρία
θυμίζοντας «άγιους βλοσυρούς, έτοιμους να συμβάλλουνε στην Ώρα της Μεγά-
λης Κρίσεως και να την τιμωρήσουν.» Γίνεται ξεκάθαρο ότι ο λόγος της εξέθεσε
τόσο την ίδια όσο και τον πατέρα της σε μια κρίσιμη στιγμή που υπήρχαν - κατά
την κρίση των προεστών - πιο σοβαρά ζητήματα να αντιμετωπιστούν. Στο τέλος
το νεαρό κορίτσι απαξιώνεται με ένα υποτιμητικό σχόλιο («Μα φιλενάδες δεν έχει
να τη συντροφεύουν;»)
ΘΕΜΑ 3
Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις)
Θωμάς: 	 - Μα τι πράγματα είναι αυτά, Ευάγγελε; Υπάρχει λόγος να φέρνεις το
παιδί σε τόσο δύσκολη θέση μπροστά σε όλους και να γίνεσαι αδι-
καιολόγητα κακός; Στο κάτω κάτω δεν έκανε και κανένα έγκλημα.
’
94
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
Ευάγγελος:- Μα ήταν συμπεριφορά αυτή, Θωμά μου; Να προσβάλλει τους άρ-
χοντες με την αναίδειά της και τις περίεργες ιδέες της; Και πρώτα από
όλα ποιος της έδωσε τον λόγο; Πώς μπόρεσε να πιστέψει ότι μπορεί
να παρεμβαίνει, επειδή είναι παρούσα στη συζήτηση; Από ευγένεια
της το επιτρέπω, όχι για άλλο λόγο. Η γυναίκα, ακόμη κι αν είναι κόρη
μου, οφείλει να ακούει και να σιωπά. Όχι να διεκδικεί κι από πάνω. Εδώ
έχουμε την εθνική ελευθερία να σκεφτούμε!
Θωμάς: 	 - Ε, μα για ελευθερία μίλησε κι αυτή. Έκρινε πως ήταν ώρα να μιλήσει
και για άλλου είδους ελευθερία κοντά σε αυτήν του τόπου. Βιάστηκε
ίσως, μα μην την αποπαίρνεις. Το νεαρό της ηλικίας της και ο ενθουσι-
ασμός την παρέσυραν. Έπειτα κόρη σου είναι, περίμενες κάτι λιγότε-
ρο; Ας είμαστε επιεικείς όπως ταιριάζει σε ανθρώπους έμπειρους και
συνετούς. Κάποτε κι εμείς στην ίδια θέση ήμασταν και την ίδια τόλμη
είχαμε. Δε μας βγήκε σε κακό.
Ευάγγελος: - Μπορεί και να ΄χεις δίκιο. Καλύτερα όμως να προσέχει τις κουβέντες
της, γιατί οι αγώνες δεν κερδίζονται έτσι εύκολα και μόνο με τα λόγια.
Όμως άλλη στιγμή θα της μιλήσω για τους τρόπους της, αν θέλει ξανά
να ακούσει τις συζητήσεις μας.
’ 95
Κ Ο Ι Υ Κ Λ Ν
ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α ΛΥΚΕΙΟΥ
11715
ΚΕΊΜΕΝΟ
ΛΙΝΑ ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ (1958-)
Μαμά γερνάω
Το «Μαμά γερνάω» γράφτηκε από τη Λίνα Νικολακοπούλου το 1988. Σε μουσική
Σταμάτη Κραουνάκη κυκλοφόρησε στον ομώνυμο δίσκο τραγουδιών που ερμήνευ-
σε η Τάνια Τσανακλίδου.
Τα ρούχα που δεν έμαθα να πλένω
τα βάζω στη σακούλα και σ’ τα φέρνω.
Ρωτάς για την καριέρα μου τη νύχτα και τη μέρα μου
κι εγώ να σου μιλάω καταφέρνω.					 5
Και σκέφτομαι που πίνω κόκα κόλα
για να `ναι πάντα ίδια αλλάζουν όλα.
Κι ανοίγω το ψυγείο σου,
το «έλα» και το «αντίο» σου
ζητούσα στη ζωή μου πάνω απ’ όλα.					 10
’
96
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
Μαμά, πεινάω μαμά, φοβάμαι
μαμά, γερνάω, μαμά.
Και τρέμω να `μαι αυτό που χρόνια ανησυχείς:
ωραία, νέα κι ατυχής.			 15	
Τα χρόνια που μεγάλωνες για μένα
να ξέρεις πως σου τα `χω φυλαγμένα.
Και τέλειωσα με άριστα αλλά δεν έχω ευχάριστα,
όλα στον κόσμο είναι γραμμένα. 20
Τριάντα καλοκαίρια και χειμώνες
τις άγριες σού φέρνω ανεμώνες.
Και κοίτα, ένα μυστήριο του κόσμου το κριτήριο
πως μοιάζουμε μου λέει σαν δυο σταγόνες.
’ 97
ΘΕΜΑΤΑ
ΘΕΜΑ 1
		
ΘΕΜΑ 1α
Αφού διαβάσετε προσεκτικά τους παραπάνω στίχους, αντιστοιχίστε τα στοιχεία
της Στήλης Α με τα στοιχεία της Στήλης Β:
Α Β
1. Και τρέμω να `μαι αυτό που χρόνια
ανησυχείς: ωραία, νέα κι ατυχής.
α.Το ποιητικό υποκείμενο εξομολογείται
τους φόβους του ως ενήλικα στη μητέ-
ρα του.
2.το «έλα» και το «αντίο» σου ζητούσα
στη ζωή μου πάνω απ’ όλα.
β.Το ποιητικό υποκείμενο είναι τριάντα
ετών.
3.Μαμά, πεινάω μαμά,
φοβάμαι μαμά,
γερνάω, μαμά.
γ. Το ποιητικό υποκείμενο αισθάνεται
ευγνωμοσύνη για την αφοσίωση της
μητέρας του.
4.Τα χρόνια που μεγάλωνες για μένα
να ξέρεις πως σου τα `χω φυλαγμένα.
δ. Το ποιητικό υποκείμενο ήθελε να αι-
σθάνεται ότι η μητέρα του ήταν πάντα
δίπλα του.
5.Τριάντα καλοκαίρια και χειμώνες
τις άγριες σού φέρνω ανεμώνες.
ε.Τοποιητικόυποκείμενοφοβάταιότιδεν
έχει πετύχει στη ζωή του όσα θα ήθελε.
								 μονάδες 10
ΘΕΜΑ 1β
Περιγράψτε τη συναισθηματική κατάσταση του ποιητικού υποκειμένου με ανα-
φορές σε συγκεκριμένους στίχους (60-70 λέξεις).			
								 μονάδες 20	
	
Εναλλακτικά
Ποιος φαίνεται να είναι ο ρόλος της μητέρας σύμφωνα με όσα περιγράφει το ποι-
ητικό υποκείμενο; Απαντήστε με 70-80 λέξεις.
								 μονάδες 20
’
98
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
ΘΕΜΑ 2
		
ΘΕΜΑ 2α
«Μαμά, πεινάω μαμά, φοβάμαι
μαμά, γερνάω, μαμά.
Και τρέμω να `μαι αυτό που χρόνια ανησυχείς:
ωραία, νέα κι ατυχής.»
Στη συγκεκριμένη στροφή επαναλαμβάνεται τέσσερις φορές η ίδια προσφώνηση
και ρήματα που περιγράφουν συγκεκριμένα συναισθήματα ή καταστάσεις. Σχολι-
άστε τα κι εξηγήστε πώς υπηρετούν το νόημα και το ύφος της στροφής.
μονάδες 20
Εναλλακτικά
Στις δύο τελευταίες στροφές εναλλάσσονται το α΄ με το β’ ενικό πρόσωπο για να
αντικατασταθούν στον τελευταίο στίχο από το α΄ πληθυντικό. Πώς εξυπηρετεί το
νόημα του κειμένου αυτή η εναλλαγή;
μονάδες 20
ΘΕΜΑ 2β
Χαρακτηριστικό του ποιήματος αποτελεί μια συνεχώς παρούσα αντίθεση, ανά-
μεσα στο παλιό και το καινούργιο. Ανάφερε σημεία με τα οποία αναδεικνύεται
αυτή η αντίθεση και την εντύπωση που δημιουργεί.
μονάδες 10
ΘΕΜΑ 3
Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις)
Αν το ποιητικό υποκείμενο έγραφε σε ημερολόγιο τις σκέψεις του τι, κατά τη γνώ-
μη σου, θα σημείωνε σε αυτό;
μονάδες 40
’ 99
ΠΡΟΤΕΙΝΌΜΕΝΕΣ ΑΠΑΝΤΉΣΕΙΣ
ΘΕΜΑ 1α
1ε, 2δ, 3α, 4γ, 5β
ΘΕΜΑ 1β
Το ποιητικό υποκείμενο τρέφει δυνατή αγάπη για τη μητέρα του στην οποία
καταφεύγει κάθε φορά που χρειάζεται βοήθεια, σημαντική ή ασήμαντη (Στ.1-2 και
9-10). Ωστόσο, αυτό δεν το εμποδίζει να βιώνει φόβο και ανασφάλεια για το τι
έχει πετύχει στη ζωή του μέχρι τώρα (στ.11-15) και να αγωνιά για το μέλλον που
δεν προμηνύεται ευχάριστο παρά την ύπαρξη καλών προϋποθέσεων (στ. 18-20).
Η πρωταγωνίστρια αναρωτιέται αν θα καταφέρει να ισορροπήσει το βήμα της,
καθώς τα πάντα αλλάζουν (στ.6-7), ελπίζει όμως στην στήριξη της μητέρας της.
Εναλλακτικά
Η μητέρα φαίνεται να αποτελεί το ασφαλές καταφύγιο της γυναίκας - αφηγή-
τριας. Η παρουσία της είναι διαρκής στη ζωή της τόσο στις σημαντικές όσο και
στις λιγότερο σημαντικές στιγμές. Το ενδιαφέρον της για την πρόοδο του παιδιού
της αλλά και για τη ζωή του είναι πάντα ζωντανό (στ. 3-4). Η μητέρα γίνεται ο απο-
δέκτης των παιδικών αναγκών, των φόβων και των ενήλικων ανασφαλειών του
παιδιού της (στ.11-13), γίνεται όμως και ο αποδέκτης της ευγνωμοσύνης του για
κάθε λεπτό της ζωής της που αφιέρωσε σε αυτό (στ.16-17). Και στο τέλος είναι το
μόνο πράγμα που παραμένει σταθερό στη ζωή του παιδιού της (στ.21-22), γιατί
είναι ίδια με αυτό (στ.23-25).
ΘΕΜΑ 2α
Στην στροφή επαναλαμβάνεται η προσφώνηση «μαμά» στην αρχή των τριών
στίχων και στο τέλος του τρίτου. Η επανάληψη ενισχύει τη μουσικότητα των στί-
χων, αλλά παράλληλα τονίζει το πρόσωπο που αποτελεί τον αποδέκτη της συ-
ναισθηματικά φορτισμένης εξομολόγησης του ποιητικού υποκειμένου. Τα ρήματα
που συνοδεύουν την προσφώνηση σε α΄ πρόσωπο εκφράζουν χαρακτηριστικά
συναισθήματα ή καταστάσεις που αντιστοιχούν σε διαφορετικές ηλικίες: πεινάω,
’
100
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
φοβάμαι, γερνάω, τρέμω. Η μητέρα βρίσκεται εκεί για να ανακουφίσει αυτούς τους
φόβους ή τις ανάγκες του παιδιού της ή ακόμη για να διαψεύσει τις δικές της ανη-
συχίες: να `μαι αυτό που χρόνια ανησυχείς: ωραία, νέα κι ατυχής. Το εξομολογητικό
ύφος αποκτά παραστατικότητα και ζωντάνια που ενισχύεται και από το β΄ πρόσω-
πο (ανησυχείς).
Εναλλακτικά
Το α΄ενικό πρόσωπο υπηρετεί την εξομολογητική διάθεση του ποιητικού υπο-
κειμένου και χρησιμοποιείται για να περιγράψει την στάση του ποιητικού υποκει-
μένου απέναντι στη μητέρα του και την προσωπική του ψυχολογική κατάσταση.
Έτσι αναγνωρίζει την προσφορά της μητέρας όλα αυτά τα χρόνια και δηλώνει την
ευγνωμοσύνη του γι΄ αυτό («Τα χρόνια που μεγάλωνες για μένα / να ξέρεις πως
σου τα ΄χω φυλαγμένα»). Υπόσχεται ότι θα ανταποδώσει για αυτά τα χρόνια, αλλά
αμέσως μετά αναγνωρίζει την αδυναμία του, καθώς «όλα στον κόσμο είναι γραμ-
μένα» και στην περίπτωσή του τα πράγματα δεν εξελίσσονται θετικά παρά τις κα-
λές προϋποθέσεις («Και τέλειωσα με άριστα / αλλά δεν έχω ευχάριστα»). Οι στίχοι
21 και 22 εκφράζουν παραστατικά την αγάπη του υποκειμένου για τη μητέρα για
τριάντα ολόκληρα χρόνια, όσο είναι και η ηλικία του. Το β΄ ενικό συμπληρώνει
το σκηνικό με την παρουσία του ως αποδέκτης της εξομολόγησης (μεγάλωνες, να
ξέρεις, σου τα ΄χω, σου φέρνω, κοίτα) δημιουργώντας την αίσθηση του διαλόγου.
Στους τελευταίους στίχους τα δύο πρόσωπα αντικαθίστανται από το α΄ πληθυντι-
κό για να γίνουν ένα («μοιάζουμε σαν δυο σταγόνες»).
ΘΕΜΑ 2β
Μια σειρά αντιθετικών ζευγών αξιοποιούνται προκειμένου να δηλώσουν τη συναι-
σθηματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η κεντρική ηρωίδα και να ερμηνεύ-
σουν την απαισιόδοξη διάθεσή της:
Ρωτάς για την καριέρα μου / τη νύχτα και τη μέρα μου
για να `ναι πάντα ίδια αλλάζουν όλα
το «έλα» και το «αντίο» σου / ζητούσα στη ζωή μου πάνω απ’ όλα
ωραία, νέα κι ατυχής
Και τέλειωσα με άριστα / αλλά δεν έχω ευχάριστα
Τριάντα καλοκαίρια και χειμώνες
’ 101
Το ποιητικό υποκείμενο συνειδητοποιεί ότι ο κόσμος αποτελεί τη σύνθεση
αντίθετων πραγμάτων κι εκεί οφείλει την ισορροπία του, η χαρά συνυπάρχει με τη
θλίψη, η νύχτα με τη μέρα, το καλοκαίρι με τον χειμώνα κι ερχόμαστε αντιμέτωποι
και με τα δύο. Τίποτα δεν παραμένει πάντα ίδιο, τίποτα δεν συμφωνεί πάντα με τις
προσδοκίες μας, γι΄ αυτό και είναι προτιμότερο να αποδεχόμαστε αυτή την πραγ-
ματικότητα και να την αντιμετωπίζουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
ΘΕΜΑ 3
Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις)
Θεσσαλονίκη, 1/1/2021
Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
μέρες τώρα βασανίζομαι από τις ίδιες σκέψεις για τη ζωή μου, το μέλλον μου,
τα όνειρα που δεν έκανα πραγματικότητα, τις ελπίδες που δεν μπόρεσα να εκ-
πληρώσω, αγαπημένα πρόσωπα που δεν κατάφερα να ευχαριστήσω. Τη μητέρα
μου, σε αυτήν οφείλω μια εξήγηση. Για όσα μου προσέφερε, για κάθε στιγμή της
ζωής της που αφιέρωσε σε μένα, για κάθε της ερώτηση πώς είμαι και τι κάνω, για
κάθε καλωσόρισμα και κάθε αποχαιρετισμό της. Στα τριάντα μου χρόνια συνειδη-
τοποιώ ότι η ζωή δε μου έδωσε όλα όσα ήθελα κι ας πίστευα ότι θα το κατόρθωνα
μέσα από τις πρωτιές μου. Στα τριάντα μου χρόνια φοβάμαι, γίνομαι πάλι παιδί
που δεν ξέρει πού βαδίζει, που δεν είναι σίγουρο τι θέλει από τη ζωή ή τι μπορεί
να κερδίσει από αυτή. Στα τριάντα μου χρόνια δεν ξέρω ακόμη να πλένω τα ρούχα
μου και γίνομαι αυτό που η μητέρα μου φοβάται: νέα, ωραία αλλά μάλλον άτυχη.
Ο φόβος της γίνεται τώρα δικός μου φόβος, γιατί το βλέπω ότι τίποτα δεν έρχεται
όπως το περιμένουμε κι η ζωή είναι γεμάτη ανατροπές. Για κάθε πράγμα υπάρχει
και το αντίθετό του και πρέπει να μάθω να αντιμετωπίζω και τα δυο. Το οφείλω στη
μητέρα μου που είναι εκεί για μένα, γιατί είμαστε ένα! Θα τα καταφέρω για εκείνη,
για εμένα.
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
’ 103
Κ Ο Ι Υ Κ Λ Ν
ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α ΛΥΚΕΙΟΥ
11728
ΚΕΊΜΕΝΟ
Ανδρέας Φραγκιάς (1921-2002)
Η Καγκελόπορτα (απόσπασμα)
Ο ήρωας, ο Αντώνης, έλαβε σθεναρά μέρος στην πάλη κατά του κατακτητή, αλλά
στο μετακατοχικό κλίμα δεν μπορούσε να βρει προσωπικές και επαγγελματικές λύ-
σεις, ταλαιπωρώντας και τη γυναίκα του, τη Βαγγελία.
[…] Αυτές τις μέρες ο Αντώνης έχει γυρίσει όλα τα γνωστά τους σπίτια αναζητώ-
ντας την Βαγγελία. Τώρα θυμήθηκε πως είχε κάποτε μια θεία στον Χολαργό. Ίσως
να ξέρει τίποτα.
- Φαίνεσαι στενοχωρημένος σήμερα, του είπε ο σωφέρ. Δεν είναι ευχάριστο
βέβαια να πετάς τόσο εμπόρευμα.
Φτάσανε στον Χολαργό. Ο Αντώνης κάτι θυμόταν μα έχουν περάσει πάρα πολ-
λά χρόνια κι’ ο τόπος έχει αλλάξει. Άφησε το φορτοταξί να τον περιμένει και πήρε
έναν ήσυχο δρόμο που βγάζει στο δάσος με τα πεύκα. Αυτό είναι, το μικρό σπίτι,
θυμήθηκε τα κάγκελα και την περικοκλάδα. Το κλείνουν ολόκληρο, δε μπορείς να
δεις στην αυλή. Στάθηκε στη σιδερένια πόρτα με τα κάγκελα και χτύπησε δυνατά.
Σε λίγο βγήκε η θεία της. Την γνώρισε αμέσως.
- Είμαι ο Αντώνης, της είπε. Έμαθα πως είναι δώ η Βαγγελία. Δε θα μπω μέσα. Σε
παρακαλώ μόνο πες της να βγει μόνο να την δω…
Η θεία δεν ξεκλείδωσε την πόρτα.
’
104
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
- Να την ρωτήσω αν θέλει, του είπε και γύρισε πίσω.
Ώστε είναι εδώ! Πιάστηκε από τα κάγκελα και περίμενε. Σε λίγο παρουσιάστηκε
η Βαγγελία. Του χαμογέλασε και τον χαιρέτησε.
- Πλησίασε λίγο να σου μιλήσω, την παρακάλεσε. Η Βαγγελία ήρθε πιο κοντά.
- Έχεις δίκαιο που έφυγες, της είπε. Δε θύμωσα διόλου…
- Θέλω να κρατήσω το παιδί μου. Την άλλη φορά προτίμησες τις κονσέρβες
σου. Τώρα έχω κι’ εγώ κάποιο δικαίωμα.
- Βαγγελία, μήπως θυμάσαι ένα κορίτσι με καστανές κοτσίδες που καθόταν σ’
ένα σπίτι με κόκκινα τούβλα και γαζίες κοντά στις γραμμές του τραίνου; Κάποιο
βράδυ, μια περίπολος τραυμάτισε έναν άγνωστο. Άνοιξε μια πόρτα και το κορίτσι
τον έσωσε… Μήπως θυμάσαι;
- Ναι, το θυμάμαι, είπε με κόπο η Βαγγελία.
- Ύστερα όμως αυτός, Βαγγελία, άρχισε να κουράζεται και να φοβάται. Μήπως
δε δείχνει πανικό το κυνήγι της ευκαιρίας; Κι’ όσες φορές σε ζάλιζα με φλυαρίες
είταν γιατί ήθελα να κοροϊδεύω τον εαυτό μου, έπαιζα τον ταχυδακτυλουργό για
να θαρρώ πως πλησιάζω σε κάποια διέξοδο. Καλά έκανες και πήρες το παιδί μας.
Εγώ μόνο μια ζούγκλα ψευτιάς θα μπορούσα να του διδάξω. Ύστερα φοβόμουν
μη βρεθώ φυλακή κι’ έρθεις να με δεις πίσω από τα κάγκελα. Κι’ όμως να τώρα εί-
ναι σα να ήρθες επισκεπτήριο. Εγώ που αλωνίζω τώρα τους δρόμους με τη τσάντα
μου είμαι ένας φυλακισμένος πίσω από τούτη την πόρτα.
Α. Φραγκιάς, Η Καγκελόπορτα. Αθήνα: εκδόσεις Κέδρος, 2002, σελ. 435-437.
’ 105
ΘΕΜΑΤΑ
ΘΕΜΑ 1
		
ΘΕΜΑ 1α
Σε κάθε μία από τις ακόλουθες διαπιστώσεις να δώσετε τον χαρακτηρισμό
«Σωστό» ή «Λάθος», ανάλογα με το αν αποδίδουν σωστά το νόημα του κειμένου.
Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας με αναφορές στο κείμενο.
α) Ο πρωταγωνιστής του αποσπάσματος αναζητά τη σύζυγό του, Βαγγελία, που
τον έχει εγκαταλείψει.
β) Η Βαγγελία έχει καταφύγει στη θεία της, που ζει σε ένα μικρό καγκελόφραχτο
σπίτι.
γ) Ο Αντώνης βρίσκει δικαιολογημένη τη φυγή της γυναίκας του.
δ) Η Βαγγελία επικαλείται ως βασικό λόγο για τη φυγή της την οικονομική ανέχεια.
ε) Ο Αντώνης θεωρεί ότι οι επιλογές του είναι καλύτερες από τις επιλογές της γυ-
ναίκας του.
10 μονάδες
ΘΕΜΑ 1β
Η Βαγγελία εγκαταλείπει τον σύζυγό της, Αντώνη, ανατρέποντας τα κοινωνικά
στερεότυπα της εποχής που ήθελαν τη γυναίκα υπάκουη και πλήρως υποταγμένη
στις αποφάσεις του άντρα. Σκιαγραφήστε με στοιχεία του κειμένου τον χαρακτή-
ρα και τη συμπεριφορά της (70-80 λέξεις).
								 20 μονάδες
Εναλλακτικά
Κεντρικός χαρακτήρας του κειμένου είναι ο Αντώνης. Στον διάλογο με τη γυ-
ναίκα του, Βαγγελία εξηγεί τους λόγους που προσδιορίζουν τις επιλογές του και τη
συμπεριφορά του. Με τη βοήθεια του κειμένου καταγράψτε αυτούς τους λόγους.
(90-100 λέξεις)
	 20 μονάδες
’
106
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
ΘΕΜΑ 2
		
ΘΕΜΑ 2α
- «Ύστερα όμως αυτός, Βαγγελία, άρχισε να κουράζεται και να φοβάται. ... Εγώ
που αλωνίζω τώρα τους δρόμους με τη τσάντα μου είμαι ένας φυλακισμένος πίσω
από τούτη την πόρτα.»
Στο απόσπασμα αυτό παρατηρείται εναλλαγή ρηματικών προσώπων. Πώς
επηρεάζει αυτή η γλωσσική επιλογή το ύφος και το νόημα του κειμένου;
20 μονάδες
Εναλλακτικά
- «Βαγγελία, μήπως θυμάσαι ένα κορίτσι … Μήπως θυμάσαι;» Στο απόσπασμα
ο πρωταγωνιστής απευθύνει κάποια ερωτήματα στη γυναίκα του. Γιατί - κατά τη
γνώμη σας - το κάνει αυτό; Επηρεάζεται το ύφος του κειμένου;
20 μονάδες
ΘΕΜΑ 2β
Τι νομίζεις ότι συμβολίζουν οι εικόνες με την καγκελόπορτα και τα κάγκελα στο
απόσπασμα; Ποιος ο λειτουργικός τους ρόλος ως προς το νόημα και το ύφος του
κειμένου;
10 μονάδες
ΘΕΜΑ 3
Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις)
Ποια συναισθήματα και ποιες σκέψεις σου γεννά η ανάγνωση του αποσπάσμα-
τος; Να απαντήσεις σε 150-200 λέξεις, με κατάλληλους κειμενικούς συσχετισμούς.
40 μονάδες
’ 107
ΠΡΟΤΕΙΝΌΜΕΝΕΣ ΑΠΑΝΤΉΣΕΙΣ
ΘΕΜΑ 1α
α) Σωστό: « Αυτές τις μέρες ο Αντώνης έχει γυρίσει όλα τα γνωστά τους σπίτια
αναζητώντας την Βαγγελία.»
β) Σωστό: «Αυτό είναι, το μικρό σπίτι, θυμήθηκε τα κάγκελα και την περικοκλάδα.»
γ) Σωστό: «-Έχεις δίκαιο που έφυγες, της είπε. Δε θύμωσα διόλου…»
δ) Λάθος: «-Θέλω να κρατήσω το παιδί μου. Την άλλη φορά προτίμησες τις κον-
σέρβες σου. Τώρα έχω κι’ εγώ κάποιο δικαίωμα.»
ε) Λάθος: «Καλά έκανες και πήρες το παιδί μας. Εγώ μόνο μια ζούγκλα ψευτιάς θα
μπορούσα να του διδάξω»
ΘΕΜΑ 1β
Η Βαγγελία αναδεικνύεται σε μία τολμηρή και δυναμική γυναίκα που αποφασί-
ζει να αντισταθεί στα σχέδια του άντρα της και να κάνει την επανάστασή της εγκα-
ταλείποντας τη συζυγική εστία και υψώνοντας τη φωνή της. Από ό,τι προκύπτει
από το κείμενο η καρτερικότητα της Βαγγελίας μετατρέπεται σε αγανάκτηση για
τις προτεραιότητες του άντρα της και τελικά σε φυγή για να μεταφέρει το μήνυμά
της («-Θέλω να κρατήσω το παιδί μου. Την άλλη φορά προτίμησες τις κονσέρβες
σου. Τώρα έχω κι’ εγώ κάποιο δικαίωμα.») Είναι μία γυναίκα που αποφασίζει να
γίνει μητέρα αφήνοντας τον άντρα της μόνο του στο παράλογο κυνήγι της ευ-
καιρίας, αλλά αφήνοντας πίσω και το παρελθόν («-Βαγγελία, μήπως θυμάσαι ένα
κορίτσι ...- Ναι, το θυμάμαι, είπε με κόπο η Βαγγελία.»)
Εναλλακτικά
Ο Αντώνης απολογείται στη Βαγγελία για τις επιλογές του και προσπαθεί να
εξηγήσει τους λόγους που τον ώθησαν σε αυτές. Αυτό το επιχειρεί με μία σύγκριση
ανάμεσα στο παρελθόν («-Βαγγελία, μήπως θυμάσαι ένα κορίτσι με καστανές κο-
τσίδες … Μήπως θυμάσαι;») και το παρόν. Με την αναδρομή στο παρελθόν υπεν-
θυμίζει στη γυναίκα του πώς γνωρίστηκαν. Επιστρέφοντας στο παρόν της εξηγεί
ότι προσπαθώντας να αφήσει πίσω του αυτό το κουραστικό κι επικίνδυνο παρελ-
θόν («-Ύστερα όμως αυτός, Βαγγελία, άρχισε να κουράζεται και να φοβάται.» και
’
108
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
«Ύστερα φοβόμουν μη βρεθώ φυλακή ... πίσω από τα κάγκελα.) και να προσαρμο-
στεί στα νέα δεδομένα κυνηγώντας το κέρδος έχασε τον δρόμο του (« έπαιζα τον
ταχυδακτυλουργό για να θαρρώ πως πλησιάζω σε κάποια διέξοδο.»). Ο Αντώνης
παραδέχεται ότι η νέα επιλογή του υπαγορεύθηκε από τον πανικό του να ξεφύγει
από τα παλιά και να γίνει κάτι άλλο, αλλά εξαιτίας της τελικά βρέθηκε σε μιαν άλλη
φυλακή στερούμενος τη γυναίκα του και το παιδί του.
ΘΕΜΑ 1β
Στο απόσπασμα αυτό που δίνει την αίσθηση μονολόγου ο Αντώνης αναφέρεται
αρχικά στον εαυτό του χρησιμοποιώντας γ΄ πρόσωπο, καθώς συνεχίζει την ανα-
δρομική αφήγηση σα να μιλάει για κάποιον άλλο. Η αποστασιοποίηση εδώ είναι
σκόπιμη, γιατί πράγματι ο Αντώνης του παρελθόντος δεν έχει καμία σχέση με τον
Αντώνη του παρόντος. Έπειτα όμως επανέρχεται στο α΄ πρόσωπο προκειμένου
να απολογηθεί για τη συμπεριφορά του και τα συναισθήματα που βιώνει μετά τη
φυγή της γυναίκας του (σε ζάλιζα, ήθελα να κοροϊδεύω, έπαιζα, να θαρρώ, πλησιάζω,
εγώ θα μπορούσα να διδάξω,φοβόμουν, μη βρεθώ, εγώ αλωνίζω,είμαι). Απολογείται
για τον τρόπο που προσπάθησε να απαλλαγεί από το παρελθόν των αγώνων και
του φόβου, απολογείται που την εξανάγκασε σε φυγή, καθώς δε θα ήταν πρότυπο
πατέρα, απολογείται για το ότι τελικά δεν κατάφερε να αποφύγει τη φυλακή, αφού
έτσι νιώθει τώρα πίσω από τα κάγκελα της πόρτας. Το β΄ενικό (σε ζάλιζα, καλά έκα-
νες, πήρες το παιδί, έρθεις να με δεις, σα να ήρθες) με το οποίο ο Αντώνης απευθύ-
νεται στη Βαγγελία υπενθυμίζει ότι έχουμε διάλογο και υπάρχει αποδέκτης της
απολογίας του ήρωα. Με αυτό ο Αντώνης δικαιολογεί τη φυγή της Βαγγελίας και
συνδέει τον φόβο της φυλακής με την αίσθηση που βιώνει τώρα. Το ύφος αποκτά
ζωντάνια, παραστατικότητα, γίνεται οικείο, ενώ αποδίδεται με ευστοχία η συναι-
σθηματική κατάσταση του ήρωα.
Εναλλακτικά
Με τα ερωτήματα ο Αντώνης προσπαθεί να επηρεάσει συναισθηματικά τη γυναί-
κα του υπενθυμίζοντάς της το παρελθόν της γνωριμίας τους και μάλιστα με λεπτο-
μέρειες που φορτίζουν έντονα το κλίμα («ένα κορίτσι με καστανές κοτσίδες που
καθόταν σ’ ένα σπίτι με κόκκινα τούβλα και γαζίες κοντά στις γραμμές του τραί-
νου»). Ο Αντώνης υπενθυμίζει στη Βαγγελία ότι κάποτε υπήρξε ένα απλό κορίτσι
που έσωσε έναν τραυματισμένο άγνωστο. Αυτό ήταν αρκετό για να δεθούν και
να είναι μαζί. Αλλά ο κόσμος άλλαξε και μαζί του και οι άνθρωποι. Τα ερωτήματα
’ 109
λειτουργούν ως αναμνήσεις που παρακινούν τη Βαγγελία να θυμηθεί ποιον έχει
απέναντί της, ακόμη κι αν αυτός έχει αλλάξει και καθιστούν το ύφος ζωντανό και
παραστατικό/δραματικό.
ΘΕΜΑ 2β
Ο Αντώνης αναζητά τη γυναίκα του στο σπίτι της θείας της («Αυτό είναι, το
μικρό σπίτι, θυμήθηκε τα κάγκελα και την περικοκλάδα.») Το σπίτι διαθέτει μία
σιδερένια καγκελόπορτα («Στάθηκε στη σιδερένια πόρτα με τα κάγκελα...») που
θα παραμείνει κλειδωμένη όση ώρα ο Αντώνης συζητά με τη γυναίκα του (« Πιά-
στηκε από τα κάγκελα και περίμενε»). Εκτός από το κυριολεκτικό τους νόημα τα
κάγκελα φαίνεται πως αποκτούν και συμβολικό περιεχόμενο, καθώς συνδέονται
με τα κάγκελα της φυλακής. Ο Αντώνης προσπαθώντας να εξηγήσει τα κίνητρα
που τον οδήγησαν στην αλλαγή της ζωής του επικαλείται τον φόβο του μήπως κα-
ταλήξει στη φυλακή εξαιτίας της δράσης του στο παρελθόν («Ύστερα φοβόμουν
μη βρεθώ φυλακή κι’ έρθεις να με δεις πίσω από τα κάγκελα.»). Εκείνα τα κάγκελα
τα απέφυγε, τώρα όμως αναγκάζεται να βρίσκεται πίσω από άλλα κάγκελα («Κι’
όμως να τώρα είναι σα να ήρθες επισκεπτήριο.») που τον κρατούν μακριά από
την οικογένειά του και μολονότι είναι τυπικά ελεύθερος, ουσιαστικά αισθάνεται
το αντίθετο («Εγώ που αλωνίζω τώρα τους δρόμους με τη τσάντα μου είμαι ένας
φυλακισμένος πίσω από τούτη την πόρτα.»). Μόνο που τώρα η φυλακή είναι η νέα
του ζωή. Η χρήση συμβόλων καθιστά το ύφος παραστατικό και δραματικό.
ΘΕΜΑ 3
Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις)
Το απόσπασμα εστιάζει στο αδιέξοδο με το οποίο έρχεται αντιμέτωπος ο ήρω-
ας εξαιτίας των επιλογών του. Η απόφαση του Αντώνη να εγκαταλείψει την προη-
γούμενη ζωή του και το όραμά του για έναν καλύτερο κόσμο («Κάποιο βράδυ, μια
περίπολος τραυμάτισε έναν άγνωστο. Άνοιξε μια πόρτα και το κορίτσι τον έσω-
σε...») προκαλεί δυσαρέσκεια, αν λάβουμε υπόψη από ποιες επιλογές αντικατα-
στάθηκε αυτό το όραμα. Στον νέο κόσμο και στη νέα του ζωή ο Αντώνης δεν αφή-
νει περιθώρια για ρομαντισμούς και ανιδιοτελείς αγώνες, ο στόχος είναι το κέρδος
κι αυτή η μεταστροφή του είναι κάτι που εξοργίζει. Αναρωτιόμαστε πώς μπόρεσε
να θυσιάσει ουσιαστικά πράγματα όπως η οικογένεια ή οι αξίες στον βωμό του
κέρδους, εξωθώντας την ίδια τη γυναίκα του στη φυγή. Η δική της στάση μας βρί-
’
110
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
σκει σύμφωνους, γιατί είναι αξιοπρεπής και έντιμη. Η δική του είναι κατακριτέα,
αν και η παραδοχή εκ μέρους του της ενοχής του, αποτελεί ένα ελαφρυντικό στην
κρίση του από τον αναγνώστη («έπαιζα τον ταχυδακτυλουργό για να θαρρώ πως
πλησιάζω σε κάποια διέξοδο»). Αναγνωρίζει το λάθος του και την αδυναμία του να
αποτελέσει πρότυπο για το παιδί του («Καλά έκανες και πήρες το παιδί μας. Εγώ
μόνο μια ζούγκλα ψευτιάς θα μπορούσα να του διδάξω.»). Η ειλικρινής απολογία
του και η συνειδητοποίηση ότι η νέα του ζωή είναι τώρα τελικά η φυλακή του προ-
καλεί σε ένα βαθμό τη συμπάθειά μας, γιατί έστω και τώρα αντιλαμβάνεται ότι
άλλες είναι οι προτεραιότητες στη ζωή.
’ 111
Κ Ο Ι Υ Κ Λ Ν
ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α ΛΥΚΕΙΟΥ
11729
ΚΕΙΜΕΝΟ
Νίκος Καζαντζάκης (1883-1957)
Ταξιδεύοντας. Ιταλία-Αίγυπτος-Σινά-Ιερουσαλήμ-Κύπρος-
Ο Μοριάς (απόσπασμα)
Στο συγκεκριμένο απόσπασμα, ο Καζαντζάκης βρίσκεται στην Πελοπόννησο, στη
φτωχική Γλαρέντζα. Εκεί, γίνεται ένα πανηγύρι στο οποίο ο συγγραφέας συναντά
έναν οργανοπαίχτη, τον σαντουρτζή.
Κι ήρθε τότε – σαν όλα να γίνουνται στον κόσμο τούτο με κάποιον ειρμό – πρό-
βαλε ένας λιγνός, συμπαθητικός μουζικάντης και στάθηκε μπροστά από το τραπέ-
ζι μας. Τα μάτια του ήταν γαλάζια πράσινα, τα δάχτυλά του λιγνά και μακρύτατα.
Κάθισε, έβγαλε σιγά σιγά από ένα κόκκινο ταγάρι το σαντούρι του, το ακούμπησε
στα γόνατά του, το χάδεψε λίγο με την παλάμη του, κι άρχισε να τραγουδάει και να
παίζει. Αμανέδες, ανατολίτικο πάθος, λαχτάρες προαιώνιες, μονότονες, ίδιες που
έρχουνται και ξανάρχουνται, κλαψιάρες και ανίκητες, και πιπιλίζουν το μυαλό του
ανθρώπου. Τα θεμέλια της ψυχής κλονίζουνται, λιγούρα παθιακή σε κυριεύει, η
καρδιά σου γίνεται ένα σαπημένο φρούτο. Οι πανηγυριώτες γύρα έπεσαν σε από-
τομη αποχαύνωση, τα σουβλερά αρπακτικά μάτια τους θόλωσαν, κάτω από τον
αεικίνητο, παμπόνηρο Ρωμιό ξεπρόβαλε ο χαύνος1
Ανατολίτης.
Τέλειωσε ο σαντουρτζής, σφούγγιξε τον ιδρώτα του, η ματιά του που είχε φύ-
1 χαύνος= χαλαρός, άτονος, νωθρός
’
112
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
γει ξανάρθε και μας κοίταξε γύρα. Έβγαλε από την τσέπη του ένα τασάκι, μάζεψε
μερικά πενηνταράκια και σταύρωσε τα χέρια να ξεκουραστεί. Μου άρεσε· έπιασα
μαζί του κουβέντα.
- Πώς έμαθες σαντούρι; τον ρωτώ.
- Εγώ ήμουν είκοσι χρονών. Σ’ένα πανηγύρι άκουσα σαντούρι. Η αναπνοή μου
πιάστηκε. Τρεις μέρες έκαμα να φάω.
»- Τι έχεις; με ρωτά ο πατέρας μου.
»- Εγώ θέλω να μάθω σαντούρι.
»- Μωρέ δεν ντρέπεσαι;
»- Εγώ θέλω να μάθω σαντούρι!
»Είχα οικονομήσει μερικά χρήματα για να παντρευτώ, σαν έρθει η ώρα.Τα έδω-
κα κι αγόρασα ένα σαντούρι. Να, τούτο το σαντούρι που βλέπεις. Έφυγα μαζί του
για την Πάτρα, και βρήκα το μακαρίτη τον Κωστάκη, το δάσκαλο του σαντουριού.
Έπεσα στα πόδια του.
»- Τι θες μωρέ; μου κάνει.
»- Εγώ θέλω να μάθω σαντούρι.
»- Ε, και γιατί πέφτεις στα πόδια μου;
»- Γιατί δεν έχω λεφτά να σε πληρώσω.
»- Μωρέ κάτσε, και δε θέλω εγώ πληρωμή.
»Έκατσα μαζί του ένα χρόνο κι έμαθα. Και τώρα γυρίζω εδώ και εκεί, στα πα-
νηγύρια, στους γάμους, και βγάνω το ψωμί μου. Ας είναι καλά οι άνθρωποι. Όταν
παίζω, μου μιλούνε μα δεν ακούω. Κάποτε πάλι ακούω, μα δεν μπορώ ν’αποκριθώ.
Θέλω, μα δεν μπορώ.
- Μα γιατί;
- Ε, σεβντάς!2
- Στο σπίτι σου παίζεις;
- Πού να παίξω, κύριέ μου! Στο σπίτι είναι σκουτούρες, γυναίκα, παιδιά, τι να
φάμε… Έγνοιες! Και το σαντούρι θέλει καλή καρδιά.Άμα μου πει εμένα έναν περίσ-
σιο λόγο η γυναίκα μου, τι καρδιά θέλεις να ’χω να παίξω σαντούρι; Άμα τα παιδιά
πεινούνε,μετικαρδιάναπαίξω;Τοσαντούριθέλεινα συλλογάσαιμονάχα σαντούρι!
Ποτέ δεν άκουσα να διατυπώνεται πιο τέλεια και πιο απλά η ουσία και το συ-
νέπαρμα της τέχνης. Μονάχα τη στιγμή που θα μπορέσεις να λυτρωθείς από τον
2. σεβντάς= διακαής πόθος, ανικανοποίητο ερωτικό πάθος, μελαγχολία
’ 113
αργαλειό της ανάγκης νιώθεις τι θα πει αγνή, αφιλόκερδη κραυγή του ανθρώπου,
τραγούδι! Ο κουρελιάρης αυτός σαντουρτζής είχε φτάσει, ακολουθώντας την
καρδιά του, στην κορυφή της αισθητικής.
Κατέβηκα στη θάλασσα, στο αιώνιο στοιχείο της Ελλάδας, κολύμπησα, ξάπλωσα
στις πέτρες, άκουγα μακριά το βουητό του ανθρώπινου κοπαδιού και κοίταζα
πέρα κατά τη Ζάκυνθο, πιο πέρα ακόμα, κατά τη μυστική πατρίδα μας, την Ιθάκη.
Κι άξαφνα από την αιώνια θάλασσα τινάχτηκε πάλι, καβαλικεύοντας τα κύματα,
το καράβι του Οδυσσέα. Κι ο καπετάνιος κάθεται, καθώς το συνηθάει, καβάλα στο
δοιάκι3
, με το μυτερό σκουφί κατεβασμένο ως τα φρύδια. Στραφταλίζουν4
τα μι-
κρά του παμπόνηρα μάτια, τα φρύδια του είναι συμμαζεμένα - σα να ζυγιάζει με
το μάτι ένα νησί που ορέχτηκε να κουρσέψει ή ένα σύννεφο που πρόβαλε ξαφ-
νικά στον ουρανό καργαρισμένο5
ανέμους· ή τη δύναμή του και τη δύναμη των
αθανάτων, προτού ν’αποφασίσει αν συφέρει να φανεί γενναίος ή πανούργος.
Νίκος Καζαντζάκης, κεφ. ΣΤ΄. Ο Μοριάς, V. Η Μεσαιωνική Γλαρέντζα. Αθήνα: εκδ.
Ελ. Καζαντζάκη, 19696, σελ. 226-9.
ΘΕΜΑΤΑ
ΘΕΜΑ 1
ΘΕΜΑ 1α
Σε κάθε μία από τις ακόλουθες διαπιστώσεις να δώσετε τον χαρακτηρισμό «Σω-
στό» ή «Λάθος», ανάλογα με το αν αποδίδουν σωστά το νόημα του κειμένου. Να
τεκμηριώσετε την απάντησή σας με αναφορές στο κείμενο.
α) Ο σαντουρτζής του κειμένου θέλησε να ασχοληθεί με το σαντούρι προκειμένου
να βγάζει χρήματα.
β) Η επήρεια της μουσικής του σαντουριού είναι τέτοια, ώστε φέρνει στην επι-
φάνεια μια διαφορετική πτυχή του χαρακτήρα των προσώπων που βρίσκονται
στο πανηγύρι.
γ) Ο σαντουρτζής έχει μεγαλώσει στην Πάτρα.
3. δοιάκι= μοχλός που μετακινεί το πηδάλιο του πλοίου, λαγουδέρα
4. Στραφταλίζουν= αστράφτουν, λάμπουν, λαμποκοπούν
5. καργαρισμένο= γεμισμένο, φορτωμένο υπερβολικά
’
114
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
δ) Ο σαντουρτζής κατορθώνει να δώσει έναν επιτυχημένο ορισμό της τέχνης,
σύμφωνα με τον αφηγητή, χάρη στην πολύχρονη μελέτη της μουσικής.
ε) Αν και η μουσική του σαντουριού επηρεάζει όσους την ακούν, δεν ασκεί πια
επίδραση στον σαντουρτζή του κειμένου.
10 μονάδες
ΘΕΜΑ 1α
Να παρουσιάσετε με δικά σας λόγια τον χαρακτήρα του «σαντουρτζή», αξιοποιώ-
ντας στοιχεία της αφήγησης. (50-60 λέξεις)
20 μονάδες
ΘΕΜΑ 2
ΘΕΜΑ 2α
Στο ακόλουθο χωρίο να εξηγήσετε πώς συνδέονται με το νόημα του κειμένου και
πώς επηρεάζουν το ύφος του τα ρηματικά πρόσωπα που αξιοποιεί ο αφηγητής:
«Ποτέ δεν άκουσα να διατυπώνεται πιο τέλεια και πιο απλά η ουσία και το συνέ-
παρμα της τέχνης. Μονάχα τη στιγμή που θα μπορέσεις να λυτρωθείς από τον
αργαλειό της ανάγκης νιώθεις τι θα πει αγνή, αφιλόκερδη κραυγή του ανθρώπου,
τραγούδι! Ο κουρελιάρης αυτός σαντουρτζής είχε φτάσει, ακολουθώντας την
καρδιά του, στην κορυφή της αισθητικής.»
20 μονάδες
ΘΕΜΑ 2β
Στο κείμενο διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν πολλές αναφορές σε ήχους, μουσική,
τραγούδια. Ποιες ακουστικές εικόνες «βλέπετε» να σχηματίζονται στο απόσπα-
σμα; Πώς ανταποκρίνεστε εσείς στο περιεχόμενο και το ύφος του κειμένου;
10 μονάδες
’ 115
ΘΕΜΑ 3
Ερμηνεία και παραγωγή λόγου
Να παρουσιάσετε το κύριο, κατά τη γνώμη σας, θέμα του αποσπάσματος. Να εκ-
φράσετε τα συναισθήματα και τις σκέψεις που σας δημιουργεί (150-200 λέξεις).
40 μονάδες
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
ΘΕΜΑ 1α
α) Λάθος: «Εγώ ήμουν είκοσι χρονών. Σ’ ένα πανηγύρι άκουσα σαντούρι. Η ανα-
πνοή μου πιάστηκε. Τρεις μέρες έκαμα να φάω.»
β) Σωστό: «Οι πανηγυριώτες γύρα έπεσαν σε απότομη αποχαύνωση, τα σουβλε-
ρά αρπακτικά μάτια τους θόλωσαν, κάτω από τον αεικίνητο, παμπόνηρο Ρωμιό
ξεπρόβαλε ο χαύνος Ανατολίτης.»
γ) Λάθος: «Να, τούτο το σαντούρι που βλέπεις. Έφυγα μαζί του για την Πάτρα, και
βρήκα το μακαρίτη τον Κωστάκη, το δάσκαλο του σαντουριού.»
δ) Λάθος: «Ο κουρελιάρης αυτός σαντουρτζής είχε φτάσει, ακολουθώντας την
καρδιά του, στην κορυφή της αισθητικής.»
ε) Λάθος: «Όταν παίζω, μου μιλούνε μα δεν ακούω. Κάποτε πάλι ακούω, μα δεν
μπορώ ν’αποκριθώ. Θέλω, μα δεν μπορώ.»
ΘΕΜΑ 1β
Ο «σαντουρτζής» ήρωας του κειμένου αποδεικνύει με τη στάση του πως είναι απο-
φασιστικό άτομο, με ειλικρινή αγάπη για την τέχνη του. Η επιλογή του να μάθει την
τέχνη του σαντουριού, παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του (Μωρέ δεν ντρέπεσαι;)
και παρά το γεγονός πως δεν είχε τα απαραίτητα χρήματα, φανερώνει το σθένος του
χαρακτήρα του. Ενώ, η συνέχιση της ενασχόλησής του με αυτό, έστω κι αν κερδίζει
ελάχιστα, επιβεβαιώνει το πόσο αφοσιωμένος είναι στην τέχνη του.
’
116
Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
ΘΕΜΑ 2α
Με τη χρήση του α΄ ενικού προσώπου τονίζεται ο υποκειμενικός χαρακτήρας της
διαπίστωσης του αφηγητή. Παράλληλα όμως το κείμενο αποκτά πιο προσωπικό
χαρακτήρα, εφόσον ενισχύεται η εξομολογητική διάθεση του ύφους του.
Με τη χρήση του β΄ ενικού προσώπου ο αφηγητής δημιουργεί σκοπίμως την αί-
σθηση πως απευθύνεται στον αποδέκτη του κειμένου του, ώστε να ενθαρρύνει
τον αναγνώστη να αναλογιστεί σχετικά με τον προβληματισμό που του θέτει. Το
κείμενο γίνεται, έτσι, περισσότερο ενδιαφέρον και, συνάμα, επισημαίνεται η γενι-
κότερη αλήθεια της άποψης που εκφράζει ο αφηγητής, εφόσον δεν αφορά μόνο
εκείνον ή τον ήρωα της ιστορίας.
Με τη χρήση του γ΄ ενικού προσώπου ο αφηγητής λειτουργεί ως αποστασιοποι-
ημένος παρατηρητής που εκφράζει μια αντικειμενική διαπίστωση σχετικά με την
πορεία που ακολούθησε ο ήρωας προκειμένου να φτάσει στη βαθύτερη δυνατή
κατανόηση της τέχνης.
ΘΕΜΑ 2β
Ο αφηγητής προκειμένου να αισθητοποιήσει την ιδιαίτερη γοητεία της μουσι-
κής του σαντουριού και των αμανέδων, διαμορφώνει ποικίλες ηχητικές εικόνες. Η
εκτενέστερη εικόνα εντοπίζεται στην πρώτη παράγραφο του κειμένου και μέσω
αυτής δίνεται έμφαση στα πάθη που εκφράζει ο αμανές (λαχτάρες προαιώνιες,
κλαψιάρες και ανίκητες), στον επαναλαμβανόμενο ρυθμό του (μονότονες, ίδιες
που έρχουνται και ξανάρχουνται), καθώς και στο σημαντικό αντίκτυπο που έχει
στα συναισθήματα όσων τον ακούν (λιγούρα παθιακή σε κυριεύει). Ο αντίκτυπος
αυτός, μάλιστα, αισθητοποιείται και με την παρουσίαση της αντίδρασης των πα-
νηγυριωτών (έπεσαν σε απότομη αποχαύνωση, τα σουβλερά αρπακτικά μάτια
τους θόλωσαν). Μια πιο σύντομη αντίστοιχη εικόνα σχετίζεται με τον ίδιο τον
ήρωα και τη δική του αντίδραση στον ήχο του σαντουριού (Σ’ένα πανηγύρι άκου-
σα σαντούρι. Η αναπνοή μου πιάστηκε.).
Ο τρόπος με τον οποίο ο αφηγητής αποδίδει την αισθαντική διάσταση του
τραγουδιού, τον καημό και τις λαχτάρες που εκφράζονται μέσω αυτού, όπως και
τη δύναμή του να επηρεάζει δραστικά τη διάθεση των ανθρώπων, είναι εξαιρετι-
κά λυρικός, καθώς χρησιμοποιεί πλήθος επιθέτων που αναδεικνύουν και συνάμα
υποβάλλουν τις ανάλογες διαθέσεις στον αναγνώστη. Προσωπικά συμφωνώ με
τις σκέψεις που εκφράζει ο αφηγητής, καθώς θεωρώ ότι πράγματι η μουσική και
’ 117
το τραγούδι έχουν τη δυνατότητα να συγκινούν και να επηρεάζουν τους ανθρώ-
πους. Βρίσκω, μάλιστα, πολύ αποτελεσματικό το λυρικό ύφος που επιλέγει για να
αποδώσει το συναισθηματικό κλίμα που δημιουργεί η μουσική.
ΘΕΜΑ 3
Κύριο, κατά τη γνώμη μου, θέμα του αποσπάσματος αποτελεί η δυνατότητα
της μουσικής να παρασύρει συναισθηματικά τους ανθρώπους και να εκφράζει
τις βαθύτερες αγωνίες τους. Το θέμα αυτό αναδεικνύεται με εναργή τρόπο, τόσο
μέσα από την επίδραση που άσκησε το τραγούδι του κεντρικού ήρωα σε όσους
παρευρίσκονταν στο πανηγύρι, όπου εκείνος τραγουδούσε, όσο και μέσα από τη
δική του προσωπική ιστορία. Με τη χρήση μεταφορικού λόγου ο αφηγητής, που
αισθάνθηκε κι ο ίδιος τη βαθιά επίδραση των αμανέδων, παρουσιάζει τη συγκλο-
νιστική δύναμη της μουσικής (Τα θεμέλια της ψυχής κλονίζουνται… η καρδιά σου
γίνεται ένα σαπημένο φρούτο) και αναγνωρίζει την αδυναμία των ανθρώπων να
αντισταθούν σε ό,τι συνιστά την ξεχωριστή μαγεία της. Η παραδοχή αυτή, άλλω-
στε, εκφράζεται εξίσου παραστατικά και μέσω της προσωπικής εμπειρίας του κε-
ντρικού ήρωα, ο οποίος αφού βίωσε τον ιδιαίτερο αντίκτυπο που είχε σ’ αυτόν η
μουσική του σαντουριού (Η αναπνοή μου πιάστηκε.), αφοσιώθηκε ύστερα στο
όργανο αυτό, υπηρετώντας με αρκετές θυσίες την τέχνη του. Ο ήρωας δηλώνει,
μάλιστα, την σχεδόν εκστατική κατάσταση στην οποία περιέρχεται όταν παίζει
σαντούρι (μου μιλούνε μα δεν ακούω), ενισχύοντας ακόμη περισσότερη την κε-
ντρική αυτή θεματική της δύναμης που έχει η μουσική.
Η αναφορά του αφηγητή στον εκπληκτικό αντίκτυπο της μουσικής στους αν-
θρώπους και η έμφαση την οποία δίνει στην καταγραφή των συναισθημάτων που
εκφράζονται μέσω αυτής, με παραπέμπει σε όσα αντίστοιχα έχω αισθανθεί κι εγώ
ακούγοντας συγκεκριμένα τραγούδια. Θεωρώ πως έχει αποδώσει με πολύ ξεχω-
ριστό τρόπο ένα θέμα που μας αγγίζει και μας αφορά όλους, εφόσον η μουσική
αποτελεί -σχεδόν απαραίτητο- μέρος της καθημερινότητας όλων μας.

νεά ελληνικη λογοτεχνιά α’ λυκειου

  • 1.
    Ολοκληρωμένα κριτήρια αξιολόγησης μεΑπαντήσεις Κωνσταντίνος Μάντης - Λία Βαρμπομπίτη ΤΡΆΠΕΖΑ ΘΕΜΆΤΩΝ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α’ ΛΥΚΕΙΟΥ Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ
  • 2.
    Κ Ο ΙΥ Κ Λ Ν 2 ’ 1ο Κριτήριο Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας 11622 Σαν τα τρελά πουλιά...................................................................................................................................................σελ .07 2ο Κριτήριο Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας 11628 Επιτάφιος....................................................................................................................................................................................................σελ.15 3ο Κριτήριο Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας 11707 Η Μεγάλη Χίμαιρα.........................................................................................................................................................σελ.23 4ο Κριτήριο Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας 11708 Το ψωμί...........................................................................................................................................................................................................σελ.31 5ο Κριτήριο Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας 11709 Ο ταχυδρόμος............................................................................................................................................................................σελ.39 6ο Κριτήριο Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας 11710 «Εξ αγχιστείας» .....................................................................................................................................................................σελ.47 7ο Κριτήριο Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας 11711 Τα ψάθινα καπέλα...........................................................................................................................................................σελ.55 1 2 3 4 5 6 7 Κ Ρ Ι Τ Η Ρ Ι Α Ν Ε Α Σ Ε Λ Λ Η Ν Ι Κ Η Σ Λ Ο Γ Ο Τ Ε Χ Ν Ι Α Σ <a href=»https://www.freepik.com/vectors/geometric»>Geometric vector created by pikisuperstar - www.freepik.com</a>
  • 3.
    Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α 3 ’ 8ο Κριτήριο Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας 11712 Αναφορά στον Γκρέκο............................................................................ σελ.65 9ο Κριτήριο Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας 11713 Στέλλα Βιολάντη................................................................................................................................................................σελ.73 10ο Κριτήριο Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας 11714 Η Ανατροπή.......................................................................................................................................................................................σελ.85 11ο Κριτήριο Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας 11715 Μαμά γερνάω..............................................................................................................................................................................σελ.95 12ο Κριτήριο Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας 11728 Η Καγκελόπορτα..........................................................................................................................................................σελ.103 13ο Κριτήριο Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας 11729 Ταξιδεύοντας. Ιταλία-Αίγυπτος-Σινά-Ιερουσαλήμ-Κύπρος- Ο Μοριάς.................................................................................................................................................................................................σελ.111 8 9 10 11 12 13
  • 4.
    Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
  • 5.
    Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α 5 ’ ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ: ΤΑ ΦΥΛΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
  • 6.
    Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
  • 7.
    Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α 7 ’ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α ΛΥΚΕΙΟΥ 11622 ΚΕΊΜΕΝΟ ΜΑΡΙΑ ΙΟΡΔΑΝΙΔΟΥ (1897-1989) Σαν τα τρελά πουλιά (απόσπασμα) Το μυθιστόρημα «Σαν τα τρελά πουλιά» της Μαρίας Ιορδανίδου αναφέρεται στους ανθρώπους που αναγκάζονται να διασκορπίζονται λόγω πολιτικών-οικονομικών συνθηκών. Κεντρικό πρόσωπο είναι η Άννα και η μητέρα της, η Κλειώ, που αναγκά- ζονται να εγκαταλείψουν την Κωνσταντινούπολη και να μετοικήσουν αρχικά στην Αίγυπτο της δεκαετίας του 1920. Έμμονη ιδέα είχε καταντήσει στην Άννα το ζήτημα της μόρφωσης. Δεν ήταν σνομπ. Τη μόρφωση την ήθελε για να μπορέσει να ικανοποιήσει τα ερωτηματικά που είχε μέσα της. Δεν πειράζει. Θα το κατόρθωνε κάποτε. Σιγά-σιγά. Έτσι κυλούσε η ζωή της Άννας, όμορφα και καλά, και έτσι θα την άφηνε να κυλά κάθε γνωστικό κορίτσι στη θέση της. Θα μάζευε παραδάκι, θα τσαλαβούταγε για λίγο για διασκέδαση στην περίφημη μόρφωση, αφού την είχε πάρει τόσο από καρδιά, θα έκανε κανένα ταξιδάκι στο εξωτερικό, και θα περίμενε να περάσει η Τύχη να της φέρει έναν καλό γαμπρό. Πλούσιο θέλεις; Νά τονα. Ο ξάδερφος της νύφης τους της Ειρήνης, λεβέντης καμιά τριανταριά χρονών, που τώρα μόλις γύ- ρισε από την Οξφόρδη με δίπλωμα χημικού μηχανικού στην τσέπη του και με του κόσμου τα φεντάνια1 μπαμπάκι στην Κάτω Αίγυπτο, έτοιμος είναι. Την ερωτεύτηκε 1. φεντάνι: μονάδα μέτρησης επιφάνειας, κυρίως έκτασης γης, που ισούται με 4.200 τ.μ.
  • 8.
    8 ’ την Άννα,και ήταν τόσο σίγουρος πως η Άννα θα χύνονταν αμέσως να τον πάρει, που παράγγειλε μονόπετρο διαμαντένιο δαχτυλίδι στο Παρίσι και γούνα σινσιλά2 , πριν το προτείνει ακόμα. Το έμαθε η Κλειώ από την Ειρήνη, που το έμαθε απ’ τη θεία του γαμπρού. Μιρμιρία την έπιασε την Άννα σαν τάμαθε αυτά. «Απα-πά-πά, να πάρει το χρυ- σοκάνθαρο3 , ν’ ανοίξει σαλόνι κοσμικής κυρίας, να γίνει dame patronesse4 ; Δεν είμαστε καλά! – Καλέ τρελάθηκες; Και σαν τρελάθηκες πες το μας, να φέρουμε παπά να σε διαβάσει.» Τίποτα δε θέλει ν’ ακούσει η Άννα. Καλά. Στο διάολο να πάει, δε θέλει να πάρει πλούσιο, ας πάρει φτωχό. Φτωχοί στο γύρο σαν τα μαλλιά μου. «Πάρε κανέναν άνθρωπο της σειράς σου. Κανέναν τίμιο άνθρωπο και καλό, όπως παντρεύτηκε η γιαγιά σου και η θεία σου η Αγαθώ. Πάρε κανένα Μανωλιό που να του λες κάθε τόσο: «Τίς εστί πλούσιος, Μανωλιό μου; Ο εν τω ολίγω αναπαυ- όμενος». Άνοιξε σπιτικό με γιούκια5 και κελάρια. Μάζεψε κουρελόμπογους, γέμισε καβανόζια6 με τουρσιές, ψήσε ανοιξιάτικο γλυκό, φθινοπωρινά ρετσέλια7 . Κάνε παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα, και σαν έρθει η ώρα σου πέθανε όμορφα και καλά και περίμενε σύμφωνα με την τάξη και την ιεραρχία να γράψουν πάνω στην πλάκα του τάφου σου: Ενθάδε κειται… κλπ., όπως κάνουν όλοι οι γνωστικοί ορθόδοξοι και καθώς πρέπει άνθρωποι.» Όχι, ούτε αυτό. Ε, τι θέλει λοιπόν; Θέλει να μορφωθεί. Θέλει να βρει έναν άν- θρωπο που θα τη βοηθήσει να μορφωθεί. Αμέτη-μουαμέτη8 τόβαλε να μορφωθεί, για να καταλάβει τι γίνεται στο γύρο της. Γιατί να υπάρχει τέτοια ανισότητα, τέτοια σκληρότητα, τέτοια απανθρωπιά. Ποιος φταίει; Και τι κάνει επιτέλους αυτός ο πα- νάγαθος Πλάστης που στέκεται και σεργιανά αυτή την ασυναρτησία που δημιούρ- γησε; Και τι μπορείς να κάνεις για να βοηθήσεις σε τίποτα; Μαρία Ιορδανίδου, Σαν τα τρελά πουλιά, Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας 1978, σσ. 54-55 2. σινσιλά (τσιντσιλά): είδος γούνας 3. χρυσοκάνθαρος: άνθρωπος πλούσιος και ξιπασμένος 4. dame patronesse: παντοδύναμη γυναίκα, «κυρά κι αρχόντισσα» 5. γιούκι (γιούκος): στοίβα από σεντόνια, κουβέρτες, χαλιά κ.λπ. 6. καβανόζι: μεταλλικό δοχείο για γλυκά, τουρσιά των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης 7. ρετσέλι: γλυκό του κουταλιού 8. Αμέτη-μουαμέτη (αμέτι μουχαμέτι): οπωσδήποτε, με κάθε τρόπο
  • 9.
    Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α 9 ’ ΘΕΜΑΤΑ ΘΕΜΑ 1 ΘΕΜΑ 1α Σε κάθε μία από τις ακόλουθες διαπιστώσεις να δώσετε τον χαρακτηρισμό «Σωστό» ή «Λάθος», ανάλογα με το αν αποδίδουν σωστά το νόημα του κειμένου. Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας με αναφορές στο κείμενο. α) Η Άννα θεωρεί τη μόρφωση περιττή πολυτέλεια. β) Η μητέρα της Άννας προτιμά έναν πλούσιο γάμο για την κόρη της. γ) Η δυσχερής οικονομική κατάστασή τους αποτρέπει την Άννα από την προσπά- θεια να μορφωθεί. δ) Η Άννα προτιμά έναν φτωχό γαμπρό και μια απλή ζωή. ε) Η μητέρα, αν και διαφωνεί, αντιλαμβάνεται την ανάγκη της κόρης της για μόρ- φωση. μονάδες 10 ΘΕΜΑ 1β «Έτσι κυλούσε η ζωή της Άννας ... απ’ τη θεία του γαμπρού.» Στο απόσπασμα κα- ταγράφεται μια κοινωνική αντίληψη της εποχής που συνδέεται με φυλετικά στε- ρεότυπα. Ποιος χαρακτήρας του κειμένου την ασπάζεται; Σκιαγραφήστε τον με τη βοήθεια του κειμένου (σε 40-50 λέξεις). μονάδες 20 Εναλλακτικά «Μιρμιρία την έπιασε την Άννα σαν τάμαθε αυτά. «Απα-πά-πά, να πάρει το χρυσο- κάνθαρο, ν’ ανοίξει σαλόνι κοσμικής κυρίας, να γίνει dame patronesse; Δεν είμαστε καλά! – Καλέ τρελάθηκες; Και σαν τρελάθηκες πες το μας, να φέρουμε παπά να σε διαβάσει.»ΣτοαπόσπασμαπεριγράφεταιπαραστατικάηαντίδρασητηςΆνναςγιατον πλούσιο γαμπρό. Τι υποδηλώνει αυτή για τον χαρακτήρα της κοπέλας; (40-50 λέξεις) μονάδες 20
  • 10.
    10 ’ ΘΕΜΑ 2 ΘΕΜΑ2α «Όχι, ούτε αυτό. Ε, τι θέλει λοιπόν; Θέλει να μορφωθεί. ... Και τι μπορείς να κά- νεις για να βοηθήσεις σε τίποτα;» Στην τελευταία παράγραφο του κειμένου παρατηρούνται εναλλαγές ρηματι- κών προσώπων και συχνή χρήση του ερωτηματικού. Εξηγήστε με παραδείγματα σε τι εξυπηρετούν αυτές οι επιλογές ως προς το νόημα και το ύφος του κειμένου. μονάδες 20 Εναλλακτικά «Πάρε κανέναν άνθρωπο της σειράς σου. Κανέναν τίμιο άνθρωπο και καλό, όπως παντρεύτηκε η γιαγιά σου και η θεία σου η Αγαθώ. ... Ενθάδε κειται… κλπ., όπως κάνουν όλοι οι γνωστικοί ορθόδοξοι και καθώς πρέπει άνθρωποι.» Στο από- σπασμα κυρίαρχο ρόλο διαδραματίζει η προστακτική έγκλιση. Σε τι εξυπηρετεί η χρήση της το νόημα και το ύφος του κειμένου; Σε συνδυασμό με ποιες άλλες γλωσσικές επιλογές επιτυγχάνεται ο στόχος της συγγραφέα; μονάδες 20 ΘΕΜΑ 2β «Άνοιξε σπιτικό με γιούκια… άνθρωποι.»: Στον παραινετικό μονόλογο της μη- τέρας προς την κόρη, η συγγραφέας χρησιμοποιεί μια σειρά από ασύνδετα σχή- ματα. Ποια είναι αυτά και πώς συμβάλλουν στην ανάδειξη κοινωνικών στερεοτύ- πων της εποχής για το νόημα και την πορεία της ζωής μιας γυναίκας; μονάδες 10
  • 11.
    Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α 11 ’ ΘΕΜΑ 3 Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις) Η Άννα επιθυμεί να μορφωθεί με κάθε κόστος και παρά τις αντιδράσεις της μη- τέρας της. Πόσο εύκολο ήταν, πιστεύετε, για μια γυναίκα της εποχής της να κάνει αυτήν την επιλογή; μονάδες 40 ΠΡΟΤΕΙΝΌΜΕΝΕΣ ΑΠΑΝΤΉΣΕΙΣ ΘΕΜΑ 1α α) Λάθος: « Έμμονη ιδέα είχε καταντήσει στην Άννα το ζήτημα της μόρφωσης. ... να ικανοποιήσει τα ερωτηματικά που είχε μέσα της.», «Όχι, ούτε αυτό. Ε, τι θέλει λοιπόν; Θέλει να μορφωθεί.» και «Αμέτη-μουαμέτη8 τόβαλε να μορφωθεί, για να καταλάβει τι γίνεται στο γύρο της.» β) Σωστό: «Θα μάζευε παραδάκι, θα τσαλαβούταγε για λίγο για διασκέδαση στην περίφημη μόρφωση, ... έναν καλό γαμπρό. Πλούσιο θέλεις; Νά τονα.» γ) Λάθος: «Δεν πειράζει. Θα το κατόρθωνε κάποτε. Σιγά-σιγά.» και «Αμέτη-μουα- μέτη8 τόβαλε να μορφωθεί, για να καταλάβει τι γίνεται στο γύρο της.» δ) Λάθος: « Όχι, ούτε αυτό. Ε, τι θέλει λοιπόν; Θέλει να μορφωθεί. Θέλει να βρει έναν άνθρωπο που θα τη βοηθήσει να μορφωθεί.» ε) Σωστό: «Δεν ήταν σνομπ. Τη μόρφωση την ήθελε για να μπορέσει να ικανοποι- ήσει τα ερωτηματικά που είχε μέσα της.» ΘΕΜΑ 1β Η μητέρα της Άννας μεταφέρει μέσα από τον μονόλογό της τις κοινωνικές αντι- λήψεις της εποχής για τον προορισμό και τον ρόλο της γυναίκας. Σε μια κοινωνία ανδροκρατούμενη προτεραιότητα αποτελεί ένας καλός γάμος («...θα περίμενε να περάσει η Τύχη να της φέρει έναν καλό γαμπρό...») με έναν ευκατάστατο γαμπρό που διαθέτει και άλλα προσόντα όπως δίπλωμα, δουλειά και ισχυρή αυτοπεποί- θηση. Τα υπόλοιπα έχουν δευτερεύοντα ρόλο ( «Θα μάζευε παραδάκι, ... ταξιδάκι στο εξωτερικό...).
  • 12.
    12 ’ Εναλλακτικά Για τηνΆννα η σκέψη ενός πλούσιου γάμου λειτουργεί απωθητικά ώστε να τον αποκρούει με έντονα ειρωνικό τρόπο. Ο γαμπρός αποκαλείται «χρυσοκάνθαρος», η ίδια αυτοσαρκάζεται ως «dame patronesse» που επιδεικνύεται στα κοσμικά σα- λόνια και η μητέρα αποδοκιμάζεται για την παράλογη πρότασή της με τρόπο κω- μικό («...να φέρουμε παπά να σε διαβάσει»). Η αξιοπρέπειά της υπαγορεύει στην κοπέλα να πολεμήσει για την απόφασή της να ορίσει η ίδια τη ζωή της. ΘΕΜΑ 1β Στο απόσπασμα χρησιμοποιούνται το γ΄ ενικό και το το β΄ ενικό πρόσωπο. Το πρώτο συνδέεται με δύο διαφορετικά υποκείμενα. Τα ρήματα θέλει (επαναλαμβά- νεται τρεις φορές για έμφαση), να βρει, να μορφωθεί, τόβαλε, να καταλάβει συνδέο- νται με τις επιλογές της Άννας που σχολιάζονται από τη μητέρα. Αλλά και τα υπό- λοιπα ρήματα που βρίσκονται στο ίδιο πρόσωπο (υπάρχει, φταίει, κάνει, στέκεται, σεργιανά, δημιούργησε) συσχετίζονται με τα ερωτήματα που βασανίζουν την Άννα και την σπρώχνουν να αναζητήσει τις απαντήσεις τους μέσα από τη μόρφωση. Η επιλογή του γ’ προσώπου δηλώνει την προσπάθεια αντικειμενικής και αποστασιο- ποιημένης προσέγγισης του θέματος από τη μητέρα που αναγνωρίζει την ανάγκη της κόρης της για μόρφωση, αν και η ίδια θα προτιμούσε μια άλλη ζωή για αυτήν. Το β΄ενικό πρόσωπο ( τι μπορείς να κάνεις για να βοηθήσεις) ολοκληρώνει τις απορί- ες της Άννας, αλλά σε πιο προσωπικό και συναισθηματικά φορτισμένο ύφος, αφού απευθύνεται στην ίδια και στους συνανθρώπους της. Η εναλλαγή των δύο προσώ- πων σε συνδυασμό με τη χρήση των ερωτημάτων καθιστά το ύφος του κειμένου πιο άμεσο, οικείο και ζωντανό και παράλληλα μας βοηθά να κατανοήσουμε την Άννα ως χαρακτήρα αλλά και την στάση της μητέρας απέναντί της. Εναλλακτικά Η απόρριψη ενός πλούσιου γάμου από την πλευρά της Άννας οδηγεί τη μητέρα στην επόμενη πιθανή επιλογή, έναν «άνθρωπο της σειράς». Οι προστακτικές πάρε, άνοιξε, μάζεψε, γέμισε, ψήσε, κάνε, πέθανε, περίμενε δε φανερώνουν απλώς προτρε- πτική διάθεση από την πλευρά της μητέρας που συμβιβάζεται με μία λιγότερο καλή επιλογή. Η υποχωρητικότητά της που είναι αναγκαστική δεν την εμποδίζει να περιγράψει – σε αντιπαραβολή με την προηγούμενη επιλογή – μία λύση που
  • 13.
    Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α 13 ’ της είναι γνώριμη αλλά καθόλου ευχάριστη. Έτσι ο λόγος της αποκτά ειρωνικό ύφος που αποκαλύπτεται και μέσα από τις ακόλουθες γλωσσικές επιλογές: Ο τίμιος και καλός άνθρωπος μπορεί να είναι «κανένας Μανωλιός», τίμιος μεν, άσημος δε κι ευχαριστημένος με τα λίγα (η χρήση της αρχαιοπρεπούς ρήσης Τίς εστί πλούσιος, Μανωλιό μου; Ο εν τω ολίγω αναπαυόμενος σαρκάζει αυτή την χριστιανική ταπεινο- φροσύνη). Έπειτα η απαρίθμηση των οικιακών καθηκόντων και του τυπικού, συμ- βατικού ρόλου μιας φτωχής γυναίκας (με σχήμα κλιμάκωσης) δηλώνει την αποδο- κιμασία της μητέρας για μια τέτοια ζωή που ταιριάζει σε γνωστικούς ορθόδοξους και καθώς πρέπει ανθρώπους. Άλλη είναι η ζωή που επιθυμεί για την κόρη της και το ειρωνικό έως σαρκαστικό ύφος που προκύπτει από τις παραπάνω επιλογές το δηλώνει ξεκάθαρα στον αναγνώστη. ΘΕΜΑ 2β Με το ασύνδετο σχήμα που χρησιμοποιείται από τη συγγραφέα στο συγκεκρι- μένο απόσπασμα περιγράφεται διά στόματος της μητέρας δεύτερη εναλλακτική λύση στο θέμα του γάμου. Αυτό το είδος γάμου της είναι γνώριμο, γιατί έτσι πα- ντρεύτηκαν η γιαγιά και η θεία της Άννας: με έναν φτωχό και τίμιο Μανωλιό, καλό και αξιοπρεπή Χριστιανό που φροντίζει να ακολουθήσει τις αντίστοιχες ηθικές επι- ταγές. Ένας τέτοιος γάμος είναι απόλυτα σύμφωνος με τα κοινωνικά στερεότυπα της εποχής που υπαγορεύουν την παρουσία μιας υπάκουης και πιστής γυναίκας με συγκεκριμένα οικιακά καθήκοντα (Μάζεψε κουρελόμπογους, γέμισε καβανόζια6 με τουρσιές, ψήσε ανοιξιάτικο γλυκό, φθινοπωρινά ρετσέλια) και αφοσιωμένης στον φυ- σικό προορισμό της που είναι η οικογένεια ( Κάνε παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα). Η ευ- τυχία για αυτήν τη γυναίκα συμπυκνώνεται στα παραπάνω ασύνδετα σχήματα και ολοκληρώνεται με έναν όμορφο και ήσυχο θάνατο. Το ασύνδετο σχήμα ενισχύει τη δραστικότητα του λόγου, εφόσον το γοργό πέρασμα από τον έναν όρο στον άλλο του προσδίδει ένταση και ζωντάνια. Επιπλέον υποδηλώνεται η συναισθη- ματική φόρτιση της μητέρας που φαίνεται να μην επιδοκιμάζει έναν τέτοιο γάμο. Τέλος, το ύφος του κειμένου γίνεται σε αυτό το απόσπασμα ειρωνικό προδίδοντας τη διάθεση και την στάση της μητέρας. ΘΕΜΑ 3 Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις) Η επιλογή της Άννας τη φέρνει αντιμέτωπη με τη μητέρα της που βλέπει να ανατρέπονται τα σχέδιά της για το μέλλον της κόρης της. Φορέας των κοινωνικών
  • 14.
    Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α 14 ’ στερεοτύπων της εποχής της η Κλειώ ζητάει από την κόρη της να μην παρεκκλίνει από τις συνήθεις επιλογές. Με δεδομένη μάλιστα την οικονομική τους κατάσταση που δεν τους επιτρέπει ρομαντισμούς κι υπεραισιόδοξες βλέψεις για τη μητέρα η επιλογή της Άννας είναι μάλλον μονόδρομος: είτε ένας πλούσιος γάμος που θα της επιτρέψει να κάνει μία άνετη ζωή είτε ένας αξιοπρεπής γάμος σύμφωνος με τα χριστιανικά ήθη. Απέναντι στα κοινωνικώς αποδεκτά και τα καθιερωμένα η Άννα αντιτάσσει τη δίψα της για μάθηση και την ανάγκη της να απαντήσει στα ερω- τήματα που τη βασανίζουν για τον κόσμο και τον άνθρωπο. Αν και η μητέρα της αναγνωρίζει αυτή την ανάγκη, αγωνίζεται να πείσει την κόρη της για το αντίθετο επιβεβαιώνοντας πόσο δύσκολο ήταν σε μια τέτοια εποχή μία τέτοια ανατρο- πή. Οι λόγοι απλοί: τα κοινωνικά ήθη που υπαγορεύουν συγκεκριμένη θέση και ρόλο στη γυναίκα, η ανδροκρατούμενη κοινωνία που αναπαράγει παραδοσιακές συντηρητικές αντιλήψεις περί δικαιωμάτων των φύλων, οι στενές θρησκευτικές δοξασίες για τον προορισμό της γυναίκας, αλλά και η θεώρηση της μόρφωσης ως μιας μορφής επικίνδυνης χειραφέτησης που δυναμιτίζει τα θεμέλια μιας παρα- δοσιακής κοινωνίας. Η Άννα γνωρίζει τις συνέπειες, αλλά είναι αποφασισμένη να παλέψει ελπίζοντας να νικήσει.
  • 15.
    Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α 15 ’ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α ΛΥΚΕΙΟΥ 11628 ΚΕΊΜΕΝΟ ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ (1909-1990) Επιτάφιος (απόσπασμα) Ο Γιάννης Ρίτσος εμπνεύστηκε το ποίημα συγκινημένος από τον θρήνο μιας μάνας που έχασε το παιδί της την Πρωτομαγιά του 1936 σε διαδήλωση στη Θεσσαλονίκη. Ήσουν καλός κι ήσουν γλυκός, κι είχες τις χάρες όλες, όλα τα χάδια του αγεριού, του κήπου όλες τις βιόλες. Το πόδι ελαφροπάτητο σαν τρυφερούλι ελάφι, πάταγε το κατώφλι μας κι έλαμπε σα χρυσάφι. Πώς θα γυρίσω μοναχή στο ερμαδιακό1 καλύβι; 5 Έπεσε η νύχτα στην αυγή και το στρατί μου κρύβει. Ωχ, δεν ακούστηκε ποτές και δεν μπορεί να γίνει να καίγουνται τα χείλια μου και να‘μαι μπρος στην κρήνη, να ’μαι κοντά σου, αγόρι μου, και να σε κράζω, οϊμένα, και συ μήτε να νοιάζεσαι για τη φτωχούλα εμένα. 10 1. έρημο
  • 16.
    16 ’ Κανείς μη’γγίξει απάνω του, παιδί μου είναι δικό μου. Σιωπή∙ σιωπή∙ κουράστηκε, κοιμάται το μωρό μου. Ποιος μου το πήρε; Ποιος μπορεί να μου το πάρει εμένα; Άσπρισαν τα χειλάκια του, τα μάτια του κλεισμένα. Δώστε μου, αϊτοί, νύχια, φτερά για ναν τους κυνηγήσω 15 και την καρδιά τους, μύγδαλο, ναν τήνε ροκανίσω. Γιάννης Ρίτσος, Επιτάφιος. Αθήνα: Κέδρος 1979. ΘΕΜΑΤΑ ΘΕΜΑ 1 ΘΕΜΑ 1α Σε κάθε μία από τις ακόλουθες διαπιστώσεις να δώσετε τον χαρακτηρισμό «Σω- στό» ή «Λάθος», ανάλογα με το αν αποδίδουν σωστά το νόημα του κειμένου. Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας με αναφορές στο κείμενο. α) Στους τέσσερις πρώτους στίχους η μητέρα επαινεί τα χαρίσματα του γιου της. β) Η μητέρα δε θρηνεί μόνο την απώλεια του παιδιού της αλλά και τη δική της μοναξιά. γ) Από τον τρόπο αντίδρασής της φαίνεται η δυσκολία της μητέρας να αποδεχτεί το θάνατο του παιδιού. δ) Η μητέρα γνωρίζει την ταυτότητα εκείνου που σκότωσε το παιδί της. ε) Η μητέρα δηλώνει την πρόθεσή της να εκδικηθεί το θάνατο του παιδιού της. 10 μονάδες ΘΕΜΑ 1β Η μητέρα χρησιμοποιεί το β΄πρόσωπο απευθυνόμενη στο νεκρό παιδί της. Πώς εξηγείται αυτή η επιλογή του ποιητή, αφού ο δέκτης δεν μπορεί να απαντήσει; Τι εξυπηρετεί η επίφαση διαλόγου; Να απαντήσετε με 40-50 λέξεις. 20 μονάδες
  • 17.
    Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α 17 ’ Εναλλακτικά Κεντρικός χαρακτήρας του ποιήματος είναι η μητέρα που θρηνεί. Πώς περιγρά- φονται οι συναισθηματικές μεταπτώσεις της και τι μαρτυρούν για την ίδια; (40-50 λέξεις) ΘΕΜΑ 2 ΘΕΜΑ 2α Στο ποίημα παρατηρείται εναλλαγή των ρηματικών εγκλίσεων. Αφού εντοπίσετε και καταγράψετε συγκεκριμένα παραδείγματα, εξηγείστε σε τι αποσκοπεί – κατά τη γνώμη σας - αυτή η ποιητική επιλογή και πώς επηρεάζει το ύφος του ποιήμα- τος. 20 μονάδες Εναλλακτικά Στο ποίημα χρησιμοποιούνται υποκοριστικά ονομάτων, ουσιαστικών και επιθέ- των. Για ποιον λόγο πιστεύετε ότι ο ποιητής κάνει αυτή τη γλωσσική επιλογή; ΘΕΜΑ 2β Να εντοπίσετε τρεις (3) αντιθέσεις και να παρουσιάσετε τη νοηματική και συναι- σθηματική τους λειτουργία. 10 μονάδες ΘΕΜΑ 3 Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (100 - 200 λέξεις) Έχει παρατηρηθεί από κριτικούς αναγνώστες ότι το τελευταίο δίστιχο του ποιή- ματος συνδέεται με τα πρώτα τρία δίστιχα. Να διατυπώσετε την άποψή σας για το θέμα αυτό, χρησιμοποιώντας και υποστηρικτικά στοιχεία από όλο το κείμενο. 40 μονάδες
  • 18.
    18 ’ Εναλλακτικά Κατά τηδιάρκεια της διαδήλωσης στη Θεσσαλονίκη την Πρωτομαγιά του 1936 γίνεστε μάρτυρας των συγκρούσεων που οδηγούν στον θάνατο ενός νέου. Με την ιδιότητα του δημοσιογράφου καταγράφετε την σκηνή κατά την οποία η χαροκα- μένη μάνα αντικρίζοντας τον νεκρό γιο της θρηνεί. ΠΡΟΤΕΙΝΌΜΕΝΕΣ ΑΠΑΝΤΉΣΕΙΣ ΘΕΜΑ 1α α) Σωστό: στ. 1-4 β) Σωστό: στ. 5 γ) Σωστό: στ. 7 και 13 δ) Λάθος: στ. 13 ε) Σωστό: στ. 15-16 ΘΕΜΑ 1β Ο μονόλογος της μητέρας αποκτά ένταση με τις αποστροφές σε β’ πρόσωπο (ήσουν, είχες, νοιάζεσαι). Η μητέρα δε θέλει να αποδεχτεί τον θάνατο του παιδιού της και το ότι δεν πρόλαβε να το αποχαιρετήσει κι έτσι διατυπώνει σε ευθύ λόγο όσα ήθελε να του πει προκειμένου να τιμήσει τις αρετές του και να του δηλώσει πόσο σημαντικός υπήρξε γι’αυτήν. Εναλλακτικά Ο θρήνος της μητέρας ξεκινά με τον έπαινο του γιού της και των χαρισμάτων του (στ.1-4) για να αλλάξει στη συνέχεια αντικείμενο και να εστιάσει στον εαυτό της και τη μοναξιά στην οποία καταδικάζεται με τον χαμό του (στ.5-10). Η μητέρα δυσκολεύεται να αποδεχτεί τον θάνατο του παιδιού της (στ. 13), σύντομα όμως η άρνησή της γίνεται οργή (στ.11) και τέλος εκδικητική μανία (στ.15-16). Οι αντιδρά- σεις της αποτελούν απόδειξη της αστείρευτης αγάπης της για το παιδί της.
  • 19.
    Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α 19 ’ ΘΕΜΑ 2α Ο ποιητής αξιοποιεί τόσο την οριστική έγκλιση (ήσουν, είχες) στους στίχους που η μητέρα διατυπώνει κρίσεις πραγματικές σχετικές με την εμφάνιση και τον χαρακτήρα του γιου της ή για τη μοναξιά με την οποία θα έρθει αντιμέτωπη μετά τον χαμό του (θα γυρίσω, έπεσε) όσο και την υποτακτική για να δηλώσει την αδυ- ναμία της να αποδεχτεί τον θάνατό του (να γίνει, να καίγονται, να΄μαι, να μου το πάρει), αλλά και την αποτρεπτική υποτακτική με σημασία προστακτικής για να προστατέψει από τους άλλους τον γιο της και να διεκδικήσει τον αποκλειστικό έλεγχο πάνω του (Κανείς μη ’γγίξει απάνω του, παιδί μου είναι δικό μου. Σιωπή∙ σιωπή∙). Η προστακτική είναι και η έγκλιση με την οποία η οργισμένη μητέρα ζη- τάει τα μέσα (Δώστε μου) για να κάνει πράξη την πρόθεσή της για εκδίκηση (για ναν τους κυνηγήσω, ναν τήνε ροκανίσω). Επομένως, η εναλλαγή των ρηματικών εγκλίσεων ως ποιητική επιλογή εξυπηρετεί την πρόθεση του ποιητή να αποδώσει όσο το δυνατόν πιο παραστατικά την ένταση και τις συναισθηματικές μεταπτώ- σεις – εξάρσεις της μητέρας. Εναλλακτικά Στον στ. 3 η μητέρα επαινώντας τα χαρίσματα του γιου της αναφέρεται στο ελαφρύ πάτημά του και τον συγκρίνει με τρυφερό ελάφι (Το πόδι ελαφροπάτη- το σαν τρυφερούλι ελάφι). Στον στ. 14 μιλώντας για το νεκρό παιδί της η μητέρα περιγράφει τα χαρακτηριστικά του και την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει λόγω του θανάτου του ( Άσπρισαν τα χειλάκια του). Και στις δύο περιπτώσεις τα υποκοριστικά σχετίζονται με τον νεκρό γιο, για τον οποίο η μητέρα εκφράζει την τρυφερότητα και την αγάπη της ακόμη και μετά τον θάνατό του. Στον στ. 10 το υποκοριστικό αναφέρεται στην ίδια που αυτοοικτίρεται (μήτε να νοιάζεσαι για τη φτωχούλα εμένα), γιατί θα μείνει μόνη της χωρίς κανέναν να τη φροντίζει. Συνε- πώς, τα υποκοριστικά εκφράζουν συναισθήματα και περιγράφουν σχέσεις. ΘΕΜΑ 2β Μία σημαντική αντίθεση στο ποίημα αποτελεί η παρουσίαση του νέου ζωντα- νού και νεκρού. Στους στ. 1-4 (Ήσουν καλός κι ήσουν γλυκός ... έλαμπε σα χρυσά- φι) η μητέρα περιγράφει τον γιο όπως τον θυμάται με την καλοσύνη και τη γλυκύ- τητά του, το ελαφροπάτητο περπάτημά του, το γεμάτο ακτινοβολία πρόσωπό του, ενώ στους στ. 12 και 14 (κουράστηκε, κοιμάται το μωρό μου, Άσπρισαν τα χειλά- κια του, τα μάτια του κλεισμένα) ο νέος είναι πλέον νεκρός, ακίνητος, χλωμός, με μάτια κλειστά που τώρα δεν χαρίζουν πουθενά τη λάμψη τους. Στον στ.6 ( Έπεσε η
  • 20.
    20 ’ νύχτα στηναυγή και το στρατί μου κρύβει) η μάνα περιγράφει πώς μετά τον χαμό του παιδιού της σκοτείνιασαν τα πάντα εμποδίζοντάς την να επιστρέψει στο σπίτι της. Και στον στ. 8 (να καίγουνται τα χείλια μου και να‘μαι μπρος στην κρήνη) ανα- φερόμενη στην απώλεια του γιου της την αποδίδει παραστατικά με ένα αίσθημα δίψας που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί, γιατί η «κρήνη» που θα της έδινε αυτή τη χαρά δεν υπάρχει πια (ο γιος της και η αγάπη του). Όλες οι παραπάνω αντιθέσεις αισθητοποιούν το μέγεθος της απώλειας για τη μητέρα, ενώ ταυτόχρονα συνθέ- τουν τους βασικούς νοηματικούς άξονες που συνδέονται με την αγάπη μητέρας – γιου και περιγράφουν την κλιμάκωση των συναισθημάτων της μετά τον θάνατό του (θλίψη, πένθος, μοναξιά, άρνηση, θυμός). ΘΕΜΑ 3 Το ποίημα του Ρίτσου παραπέμπει – όπως μαρτυρεί και ο τίτλος του – σε Επι- τάφιο θρήνο. Τα τρία πρώτα δίστιχα περιλαμβάνουν τον έπαινο της μητέρας για τα χαρίσματα του γιου (στ. 1-4) και την απόγνωση μετά τον θάνατό του (στ.5-6). Θα έλεγε κανείς ότι τα δύο πρώτα δίστιχα δικαιολογούν την στάση της μητέρας που περιγράφεται στο τρίτο δίστιχο με το οποίο αποτελούν νοηματική ενότητα. Η στέρηση όλων αυτών των χαρισμάτων οδηγεί τη μητέρα στην απόγνωση και τη μοναξιά που αισθητοποιείται με τη χρήση των επιθέτων μοναχή και ερμαδιακό,κα- θώς και με το ουσιαστικό νύχτα. Στο τελευταίο δίστιχο η απόγνωση μετατρέπεται σε οργή εναντίον των δολοφόνων και επιθυμία για εκδίκηση. Η χαροκαμένη μάνα ζητάει από τους αϊτούς φτερά για να πετάξει, νύχια για να πληγώσει και την καρδιά των φονιάδων για να την ροκανίσει σαν καρπό. Το τελευταίο δίστιχο φαίνεται να αποτελεί την κορύφωση των συναισθημάτων της που μετουσιώνεται σε απόφαση για αντίσταση κι όχι για παραίτηση. Η αγάπη και ο θρήνος μετατρέπονται σε δυνα- μικότητα κι επιθυμία δράσης. Εναλλακτικά Η διαδήλωση που πραγματοποιήθηκε στην πόλη της Θεσσαλονίκης πριν από λίγες ημέρες εξελίχτηκε με δυσάρεστο τρόπο καταλήγοντας σε αιματηρές συγκρούσεις που με τη σειρά τους οδήγησαν στον θάνατο νεαρών διαδηλωτών. Υπήρξα μάρτυρας μίας τραγικής σκηνής με πρωταγωνιστές μία μητέρα και τον νεκρό γιο της. Ενώ το πλήθος εξακολουθούσε να φωνάζει συνθήματα κατά των αστυνομικών δυνάμεων, η μητέρα με γοερούς λυγμούς έσκυψε πάνω από το
  • 21.
    Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α 21 ’ άψυχο σώμα και αναγνωρίζοντας τον γιο της γονάτισε και άρχισε να θρηνεί. Κανέ- νας από τους διαδηλωτές δεν την πλησίασε φοβούμενος πιθανή σύλληψη ή ίσως και την οργή της μάνας που λίγη ώρα μετά άρχισε να εκτοξεύει οργισμένη απειλές κατά των δολοφόνων του παιδιού της.
  • 22.
    Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
  • 23.
    ’ 23 Κ ΟΙ Υ Κ Λ Ν ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α ΛΥΚΕΙΟΥ 11708 ΚΕΙΜΕΝΟ Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ (1908-1960) Η Μεγάλη Χίμαιρα [απόσπασμα] Η Μαρίνα, νεαρή Γαλλίδα, ερωτεύεται και παντρεύεται έναν Έλληνα καπετάνιο, τον Γιάννη. Αφήνει τη χώρα της και μετακομίζει στη Σύρο. Εκεί συγκατοικεί με την πεθε- ρά της, τη γριά Ρεΐζαινα. Ο γάμος τους γίνηκε ύστερ’από μια βδομάδα, στονΆγιο Νικόλαο τον Πλούσιο. Όλος ο καλός κόσμος της Σύρας ήταν προσκαλεσμένος. Κι ήρθε ο καλός ο κό- σμος, με περιέργεια και συμπάθεια, να θαυμάσει το νιό κι όμορφο ζευγάρι. Ο Γιάν- νης έλαμπε από χαρά και χαμογελούσε με τα κάτασπρα δόντια του. Η Μαρίνα με μάτια στυλωμένα πέρα, μακριά, ονειρευόταν… Η γριά Ρεΐζαινα δεν έπαιρνε μεγάλο μέρος στη ζωή του αντρόγυνου. Ήσυχη, λιγομίλητη, περπατώντας αθόρυβα, κρατούσε ουσιαστικά το νοικοκυριό με ικα- νότητα και διακριτικότητα, που προκαλούσε την ευγνωμοσύνη της Μαρίνας. Η νοοτροπία της σφυρηλατημένη με την παράδοση της ελληνολατινικής φατρίας, την πρόσταζε να υποχωρήσει μπροστά στη γυναίκα του αρχηγού της οικογένει- ας, του πρωτότοκου γιου της. Έτσι ήταν ο άγραφος νόμος από πάντοτε. Εξάλλου αυτή η ξένη, η όμορφη και «σοφή» κυρία που έκανε στο γιο της την τιμή να γίνει γυναίκα του, έπαιρνε στα μάτια της γριάς θέση ανώτερη, άξια σεβασμού. Εκείνο που τη γέμιζε με δέος ήταν τα χρήματα, που ήρθαν στη φαμίλια μαζί με τη νύφη: οι 30.000 λίρες του δεύτερου βαποριού, που προβίβασαν το γιο της από μικρό σε μεγάλο εφοπλιστή.
  • 24.
    ’ 24 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α Πολλές φορές, τα πρωινά που ο Γιάννης έλειπε στη Σύρα, πεθερά και νύφη κου- βέντιαζαν παρακινημένες από κάποια βαθύτερη ανάγκη επαφής. Η Μαρίνα έλεγε πολύ λίγα για την παλιά της ζωή. Είχε αποφασίσει να μην εξομολογηθεί ποτέ, σε κανέναν, όλα εκείνα που υπήρξαν η δυστυχία και η ντροπή της πρώτης ηλικίας της. -Μη γυρεύεις λεπτομέρειες από την παλιά μου ζωή, είχε πει του Γιάννη. Ήταν τόσο δυστυχισμένη, που δεν θέλω ούτε να τη θυμάμαι. Σου λέω την αλήθεια. Και σε παρακαλώ να σεβαστείς την επιθυμία μου. - Θα τη σεβαστώ… Πήγε και βρήκε τη μάνα του, τη Ρεΐζαινα. Ήταν δύσκολο να της πει αυτό που ήθελε: -Μητέρα, η Μαρίνα δεν είναι σαν τις δικές μας τις γυναίκες. Σκέφτεται αλλιώτι- κα, νιώθει αλλιώτικα. Δεν θα ’θελε ποτέ να τη ρωτάνε για την περασμένη ζωή της. Αν νιώσει την ανάγκη, θα μιλήσει πρώτη αυτή… Η ματιά της γριάς συννέφιασε: -Θαρρείς πως θα τη ρωτούσα, αν δεν καταλάβαινα πως ήθελε να μιλήσει; Φαίνε- ται πως με έχεις για ανέμυαλη… -Μη με παρεξηγείς… -Πώς γίνεται να σε παρεξηγήσω; Θα ήθελα όμως να σε ρωτήσω κάτι… - Τι; - Εσένα σου μίλησε ποτέ; - Όχι, ποτέ. Ούτε θα μου μιλήσει. Ηγριάένιωσεέναδυνατόχτύποστηνκαρδιά:«Δεντοναγαπάει.Όχι,δεντοναγαπάει» Μπόρεσε να συγκρατηθεί να μην καταλάβει ο Γιάννης την ανησυχία της και είπε με φωνή άχρωμη: -Έτσι φαίνεται είναι οι ξένες. Δεν έχουν την καρδιά στο χέρι, διαφεντεύουν τη γλώσσα τους… Ο Γιάννης κατάλαβε. «Δεντην αγαπάει. Όχι, δεντην αγαπάει. Μακι ηΜαρίνα…Είναιέξυπνες και οι δυο. Θα βρουν τρόπο να συνεννοηθούν.» Έτσι οι συνομιλίες της Ρεΐζαινας με τη νύφη της ήταν συνήθως ένας μακρύς μο- νόλογος της πρώτης. Η γριά η ποτισμένη με το φαρμάκι της γυναίκας του ναύτη, διηγόταν την ιστορία της θαλασσοδαρμένης φαμίλιας της. Τα λόγια αντηχούσαν στο στόμα της σαν ποίημα, που δεν ήταν άλλο από το μεγάλο έπος της θάλασσας. Η Μαρίνα την άκουγε με ενδιαφέρον, πολλές φορές και με συγκίνηση. Μα όλ’αυτά ήταν ξώπετσα, μην μπορώντας ν’αγγίξουν το βάθος τηςκαρδιάς.
  • 25.
    ’ 25 Δεν γινόταννα μονιάσουν αυτές οι δύο γυναίκες. Τις χώριζε ένα απέραντο δι- άστημα από χώρες, φυλές και κλίματα. Η μία ήταν κόρη των ξανθών Βίκινγκς, των σκληρών πολεμιστών του χρυσαφιού. Η άλλη Ασιάτισσα, με ψυχή κλειδωμένη, είχε στις φλέβες της το αίμα των αληθινών θαλασσινών, εκείνων που παλεύουν πραγματικά με το κύμα για να εμπορευτούν τον πλούτο της γης. Για τους πρώτους, η θάλασσα είναι μέσο∙ για τους δεύτερους, σκοπός. «Όταν μπορέσω -συλλογιζόταν η Μαρίνα- να βρω εκείνο που κρύβεται κάτω από τα λόγια της, τότε θα καταλάβω πως γίνηκα ένα με τούτη τη γη και τους αν- θρώπους της» Την ίδια στιγμή η Ρεΐζαινα έλεγε μέσα της: « Όχι! Εκείνο που θα ’λεγα σε μία γυναίκα που ’χει το ίδιο αίμα με μας, σε τούτη δεν μπορώ να το πω. Δεν θα με κα- ταλάβει. Αλλά κι ούτε θέλω να με καταλάβει.» Μ. Καραγάτσης, Η Μεγάλη Χίμαιρα, Αθήνα: Εκδόσεις Εστία, 2016 ΘΕΜΑΤΑ ΘΕΜΑ 1 ΘΕΜΑ 1α Σε κάθε μία από τις ακόλουθες διαπιστώσεις να δώσετε τον χαρακτηρισμό «Σωστό» ή «Λάθος», ανάλογα με το αν αποδίδουν σωστά το νόημα του κειμένου. Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας με αναφορές στο κείμενο. α) Τα χρήματα της Μαρίνας είναι ένας από τους λόγους που κάνουν τη γριά Ρεΐζαι- να υποχωρητική και συγκαταβατική απέναντι στη νύφη της. β) Σύμφωνα με το κείμενο η οικογενειακή παράδοση και ο άγραφος νόμος υπαγο- ρεύουν στην πεθερά να σέβεται τη νύφη της. γ) Η Μαρίνα αποφεύγει να αποκαλύψει την προηγούμενη ζωή της τόσο στον άντρα της όσο και στην πεθερά της. δ) Η μυστικοπάθεια της Μαρίνας μεταφράζεται από τη γριά Ρεΐζαινα ως έλλειψη αγάπης για τον γιο της. ε) Η Μαρίνα έγινε από την πρώτη στιγμή ένα με το νησί και τους ανθρώπους του. 10 μονάδες
  • 26.
    ’ 26 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α ΘΕΜΑ 1β Στο κείμενο καταγράφονται οι παράγοντες - κίνητρα που επηρεάζουν τη συμπε- ριφορά της γριάς Ρεΐζαινας απέναντι στη νύφη της. Εντοπίστε τους και συσχετίστε τους με τα κοινωνικά στερεότυπα της εποχής. (40-50 λέξεις) 20 μονάδες Εναλλακτικά Στον διάλογο με τη μητέρα του ο Γιάννης και η γριά Ρεΐζαινα καταλήγουν ο καθέ- νας σε ένα διαφορετικό συμπέρασμα για τα συναισθήματα της Μαρίνας απέναντί τους. Τι δηλώνει αυτή η στάση τους για τον τρόπο που βλέπουν τη Μαρίνα; Τι σχέση εντοπίζετε με τα στερεότυπα της εποχής; (60-70 λέξεις) 20 μονάδες ΘΕΜΑ2 ΘΕΜΑ 2α Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί στην περιγραφή των δύο γυναικείων χαρακτή- ρων αρκετά επίθετα. Επιλέξτε για κάθε χαρακτήρα εκείνα που - κατά τη γνώμη σας – αποδίδουν πειστικά τη διαφορετικότητα και την αντίθεση μεταξύ τους. 20 μονάδες Εναλλακτικά «Ότανμπορέσω-συλλογιζότανηΜαρίνα-ναβρωεκείνοπουκρύβεταικάτωαπότα λόγια της, τότε θα καταλάβω πως γίνηκα ένα με τούτη τη γη και τους ανθρώπους της» Την ίδια στιγμή η Ρεΐζαινα έλεγε μέσα της: « Όχι! Εκείνο που θα ’λεγα σε μία γυναίκα που ’χει το ίδιο αίμα με μας, σε τούτη δεν μπορώ να το πω. Δεν θα με κα- ταλάβει. Αλλά κι ούτε θέλω να με καταλάβει.» Στο απόσπασμα αυτό κυρίαρχο ρόλο έχει το α΄ενικό πρόσωπο. Πώς εξυπηρε- τεί η χρήση του το νόημα και το ύφος του κειμένου; 20 μονάδες
  • 27.
    ’ 27 ΘΕΜΑ 2β ΟΚαραγάτσης στο συγκεκριμένο απόσπασμα αξιοποιεί τον διάλογο. Πόσο ουσια- στική είναι, κατά τη γνώμη σας, η σχέση ανάμεσα στα πρόσωπα που συνομιλούν; 10 μονάδες ΘΕΜΑ 3 Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις) Υποθέστε ότι είστε ο νεαρός ήρωας του έργου, ο Γιάννης. Να γράψετε ένα γράμμα στη μητέρα σας, τη γριά Ρεΐζαινα, στο οποίο θα της εξηγείτε ότι πρέπει να αλλάξει την επιφυλακτική της στάση απέναντι στη Μαρίνα, να βρει κοινά σημεία επαφής μαζί της και να τη βοηθήσει να προσαρμοστεί στη νέα της πατρίδα. 40 μονάδες ΠΡΟΤΕΙΝΌΜΕΝΕΣ ΑΠΑΝΤΉΣΕΙΣ ΘΕΜΑ 1α α) Σωστό: «Εκείνο που τη γέμιζε με δέος ήταν τα χρήματα, που ήρθαν ... από μι- κρό σε μεγάλο εφοπλιστή. β) Σωστό: «Η νοοτροπία της σφυρηλατημένη με την παράδοση της ελληνολατινι- κής φατρίας, ... Έτσι ήταν ο άγραφος νόμος από πάντοτε.» γ) Σωστό: «Η Μαρίνα έλεγε πολύ λίγα για την παλιά της ζωή. Είχε αποφασίσει να μην εξομολογηθεί ποτέ, σε κανέναν, ... της πρώτης ηλικίας της.» δ) Σωστό: «- Εσένα σου μίλησε ποτέ; -Όχι, ποτέ. Ούτε θα μου μιλήσει. Η γριά ένιωσε ένα δυνατό χτύπο στην καρδιά: «Δεν τον αγαπάει. Όχι, δεν τον αγαπάει»» ε) Λάθος: « Όταν μπορέσω -συλλογιζόταν η Μαρίνα- να βρω εκείνο που κρύβεται ... ένα με τούτη τη γη και τους ανθρώπους της»
  • 28.
    ’ 28 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α ΘΕΜΑ 1β Για τη γριά Ρεΐζαινα η σχέση της με τη Μαρίνα είναι με σαφήνεια οριοθετημένη. Οι παράγοντες που την οριοθετούν είναι ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της, η παρά- δοση ( τα ήθη «της ελληνολατινικής φατρίας») που επιβάλλει σεβασμό στη γυναί- κα του πρωτότοκου γιου και αρχηγού της οικογένειας ως ένα είδος απαράβατου άγραφου νόμου και φυσικά οι ειδικές «συνθήκες» που συνόδευαν την «όμορφη και σοφή κυρία», δηλαδή η περιουσία της που έκανε ακόμη πλουσιότερο τον γιο. Εναλλακτικά Η σιωπή της Μαρίνας για το παρελθόν της ερμηνεύεται με τρόπο διαφορετικό από γιο και μάνα. Για τον Γιάννη πρόκειται για μια απολύτως φυσιολογική άρνη- ση που πρέπει να γίνει σεβαστή, αλλά ο τρόπος με τον οποίο σχολιάζεται από τη μητέρα του επιβεβαιώνει για αυτόν την απουσία αγάπης μεταξύ των δύο. Για τη μητέρα του πάλι δηλώνει έλλειψη εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του κι επομένως απουσία αγάπης προς τον ίδιο. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια στερεοτυ- πική σχέση πεθεράς-νύφης και μητέρας-γιου με τον γιο να προσπαθεί να τηρήσει μία μετριοπαθή στάση. ΘΕΜΑ 2α Σύμφωνα με το κείμενο η Μαρίνα που αποκαλείται «ξένη» ήταν «κόρη των ξανθών Βίκινγκς, των σκληρών πολεμιστών του χρυσαφιού», πληροφορία που δηλώνει την καταγωγή της και δικαιολογεί την ψυχρότητά της. Σε αντιπαραβολή προς τη νύφη της η γριά Ρεΐζαινα αποκαλείται «Ασιάτισσα» με θαλασσινό αίμα. Πο- λεμιστές της θάλασσας οι πρώτοι, πολεμιστές της θάλασσας κι οι δεύτεροι, αλλά με ουσιαστική διαφορά μεταξύ τους. Οι πρώτοι πολεμούν για τον πλούτο, ενώ για τους δεύτερους η θάλασσα είναι η ο σκοπός της ζωής τους, η ζωή η ίδια. Για τη γριά Ρεΐζαινα η ιστορία της θάλασσας είναι η ιστορία της οικογένειάς της, είναι καημός και αγάπη , για τη Μαρίνα είναι απλώς ένα μέσο πλουτισμού. Εναλλακτικά «Ότανμπορέσω-συλλογιζότανηΜαρίνα-ναβρωεκείνοπουκρύβεταικάτωαπότα λόγια της, τότε θα καταλάβω πως γίνηκα ένα με τούτη τη γη και τους ανθρώπους της»
  • 29.
    ’ 29 Την ίδιαστιγμή η Ρεΐζαινα έλεγε μέσα της: « Όχι! Εκείνο που θα ’λεγα σε μία γυναί- κα που ’χει το ίδιο αίμα με μας, σε τούτη δεν μπορώ να το πω. Δεν θα με καταλάβει. Αλλά κι ούτε θέλω να με καταλάβει.» Και στις δύο περιπτώσεις μεταφέρονται οι σκέψεις των δύο πρωταγωνιστριών του κειμένου. Πρώτη η Μαρίνα παραδέχεται την αδυναμία της να «διαβάσει» τον χαρακτήρα της πεθεράς της και να κατανοήσει τον τρόπο που σκέφτεται αλλά και τα ήθη που κατευθύνουν τη συμπεριφορά της. Συνειδητοποιεί όμως ότι, όταν αυτό συμβεί, θα μπορεί να θεωρεί τον εαυτό της κομμάτι αυτού του τόπου. Η γριά Ρεΐζαινα από την άλλη, γυναίκα φορτωμένη με πείρα και δοκιμασμένη τόσο σε επίπεδο προσωπικό όσο και «συλλογικό» - αφού είναι ένα με τον τόπο και τους ανθρώπους του – δεν αφήνει πολλά περιθώρια. Υψώνει την άρνησή της απέναντι στη νύφη της με τρόπο απόλυτο. Δηλώνει τη βεβαιότητά της ότι η νύφη της θα είναι πάντα μια ξένη, βεβαιότητα που μέσα της δικαιολογεί και την απόφασή της να μην καταβάλει καμία προσπάθεια να την προσεγγίσει ουσιαστικά. Έτσι με διά- θεση εξομολογητική η Μαρίνα πιο διαλλακτική - ίσως και λόγω ηλικίας – ελπίζει ότι μια μέρα θα πάψει να είναι η «ξένη», ενώ η πεθερά της οριοθετεί την σχέση της και οριστικοποιεί την στάση της απέναντι στη νύφη της. Το α’ενικό πρόσωπο μας μεταφέρει τον προσωπικό χαρακτήρα των σκέψεων με τρόπο άμεσο προσ- δίδοντας στο ύφος ζωντάνια κι εξασφαλίζοντας στο περιεχόμενο αληθοφάνεια. ΘΕΜΑ 2β Σε δύο σημεία του κειμένου υπάρχει διάλογος. Ο πρώτος - σύντομος σε έκταση - γίνεται ανάμεσα στη Μαρίνα και τον Γιάννη. Η Μαρίνα ζητάει από τον σύζυγό της να σεβαστεί την επιθυμία της να μη μιλήσει για το παρελθόν της. Ο δεύτερος διάλογος έχει ως συνομιλητές τον Γιάννη και τη μητέρα του. Ο Γιάννης μεταφέρει την επιθυμία της γυναίκας του στη γριά Ρεΐζαινα, αφού προηγουμένως της εξηγεί ότι η γυναίκα του διαφέρει από τις γυναίκες του τόπου του. Η μητέρα του αντι- λαμβάνεται τι εννοεί ο γιος της και καταλήγει στα συμπεράσματά της («Δεν τον αγαπάει. Όχι, δεν τον αγαπάει»), όταν πληροφορείται ότι η νύφη της τηρεί την ίδια στάση και απέναντι στον άντρα της. Για τη Ρεΐζαινα γίνεται σαφές ότι η νύφη της δεν αγαπάει τον γιο της, αφού δεν τον εμπιστεύεται. Δεν είναι, λοιπόν, η άρνηση της Μαρίνας να μιλήσει στην πεθερά της αυτό που ενοχλεί τη Ρεΐζαινα (πράγμα άλλωστε μάλλον αναμενόμενο λόγω της έλλειψης οικειότητας μεταξύ τους), αλλά η άρνηση της Μαρίνας απέναντι στον άντρα της. Για τον Γιάννη πάλι το αυστη-
  • 30.
    ’ 30 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α ρό σχόλιο της μητέρας για τη Μαρίνα («-Έτσι φαίνεται είναι οι ξένες. Δεν έχουν την καρδιά στο χέρι, διαφεντεύουν τη γλώσσα τους…») τον οδηγεί στο δικό του συμπέρασμα («Δεν την αγαπάει. Όχι, δεν την αγαπάει. Μα κι η Μαρίνα…») για την σχέση των δύο γυναικών, αλλά με την ελπίδα ότι με κάποιο τρόπο θα μπορέσουν μελλοντικά να επικοινωνήσουν. Επομένως, μέσα από τους παραπάνω διαλόγους γεννιούνται ερωτηματικά για την ειλικρίνεια των σχέσεων της Μαρίνας τόσο με τον σύζυγό της όσο και με την πεθερά της. ΘΕΜΑ 3 Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις) Αγαπημένη μου μητέρα μερικές φορές κάποια πράγματα λέγονται καλύτερα ή ίσως ευκολότερα μέσα από ένα γράμμα παρά από κοντά. Μην ερμηνεύσεις την κίνησή μου αυτή σα δει- λία. Στάθηκες δίπλα μου δυνατή και με στήριξες σε όλες τις δοκιμασίες και σε όλες τις αποφάσεις της ζωής μου. Τώρα σου ζητώ να με στηρίξεις στην πιο σημαντική απόφαση από όλες που λέγεται Μαρίνα. Ξέρεις καλά πως ο γιος σου δε θα έκανε τίποτα χωρίς να σε συμβουλευτεί, άλλωστε αποδείχτηκες σοφός σύμβουλος και φάρος στα ταξίδια μου, όταν χρειάστηκε. Αυτό όμως τώρα είναι το πιο επικίνδυνο ταξίδι και σε χρειάζομαι περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Καταλαβαίνω ότι θα προτιμούσες μια γυναίκα του τόπου μας, ζυμωμένη με τις δικές μας αρχές και μεγαλωμένη με τις παραδόσεις μας να είναι σύντροφος στη ζωή μου και «φίλος» της δικής σου ζωής. Όμως η ζωή δε μας ρωτά σε αυτά τα ζητήματα. Η Μαρίνα δεν είναι μία «από μας», αλλά με αγαπάει κι αυτό είναι αρκετό για να βαδίσουμε μαζί. Θέλει να αφήσει πίσω της το παρελθόν και να χαράξει μιά νέα πορεία μαζί μας. Ξέρω ότι είσαι τόσο ευγενική που δε θα την εγκαταλείψεις. Μην παρεξηγείς τη δι- στακτικότητά της, πρέπει πρώτα να αισθανθεί τον τόπο δικό της και να νιώσει ένα με τους ανθρώπους του.Άπλωσέ της το χέρι κι εκείνη θα το πάρει, πλησίασέ την κι εκείνη θα ανοίξει την καρδιά της. Η ευτυχία μου στηρίζεται σε σένα. Με αγάπη Ο γιος σου
  • 31.
    ’ 31 Κ ΟΙ Υ Κ Λ Ν ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α ΛΥΚΕΙΟΥ 11708 ΚΕΊΜΕΝΟ ΕΥΑ ΜΑΘΙΟΥΔΑΚΗ Το ψωμί «Το ψωμί» είναι ένα από τα διηγήματα της συλλογής «Μικρά πείσματα» που η συγγραφέας έγραψε μέσα στον συρμό του τρένου στα καθημερινά δρομολό- γιά της για τη δουλειά. Τα διηγήματά της, γραμμένα στο κινητό τηλέφωνό της, βασίζονται στην έμπνευση της στιγμής. Χειμωνιάτικο απόγευμα βροχερό, είχαν ανάψει το τζάκι για να παρηγορηθούν και την τηλεόραση έτσι, χωρίς λόγο, για να καλύπτει τη σιωπή ή από το βίτσιο που τους είχε μείνει από παλιά για συνεχή παρακολούθηση των ειδήσεων. «Τι θα τσιμπή- σουμε το βράδυ; Βασίλη, θα ήθελες κάτι ή να σου φέρω το γιαούρτι σου;» Χαμογέ- λασε ο Βασίλης. «Εεε αν είχαμε και τίποτα καλύτερο, καλό θα ήταν, περίσσεψε κάτι από το μεσημέρι;» «Άντε πάλι», απάντησε γλυκά εκείνη, «κάτι θα βρω να σου κάνω». Βγήκε από το σαλόνι. Στο διάδρομο αισθητή διαφορά θερμοκρασίας και στην κουζίνα ακόμα πιο κρύο. Θυμήθηκε την εποχή όταν είχαν πρωτοαγοράσει το σπίτι τους, που στην κουζίνα υπήρχε ακόμα η μασίνα1 που δούλευε με κοκ2 , ζέσταινε νερό, έψηνε κοτόπουλα και έβραζε μαρμίτες. Σκορπούσε στο χώρο μια γλυκιά ζέ- στη και τους μάζευε όλους γύρω της. Στην τελευταία ανακαίνιση την είχε πετάξει, πολύ την είχε παιδέψει. Έπρεπε να την εφοδιάζεις μέρα-νύχτα, αλίμονο αν σου 1. είδος ξυλόσομπας που χρησίμευε και για ψήσιμο φαγητού. 2. γνωστό και ως πετρελαϊκό κοκ, παράγεται μέσα από τη διύλιση του πετρελαίου και περιέχει ένα υψηλό ποσοστό σε άνθρακα. Εύα Μαθιουδάκη, Μικρά πείσματα, Αθήνα: Το Ροδακιό 2017
  • 32.
    ’ 32 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α έσβηνε και δεν είχες πώς να ζεστάνεις το γάλα των παιδιών το πρωί μες στην πα- γωνιά. Περασμένα- ξεχασμένα, σκέφτηκε, άνοιξε το μάτι της ηλεκτρικής κουζίνας και έβαλε πάνω το βαρύ μαντεμένιο τηγάνι να τακτοποιηθεί σιγά-σιγά. Μοναχική και κρύα της φάνηκε η κουζίνα της, πού οι υπερπαραγωγές άλλων εποχών; Θα του έκανε σβίγκους, σβίγκους με μέλι, έτσι για διαφορά. Οι σβίγκοι θύμιζαν στο Βασίλη τη μάνα του και απόψε είχε διακρίνει στα μάτια του ότι γύρευε κάπου να πιαστεί, να παρηγορηθεί. Είχαν μιλήσει νωρίς το μεσημέρι με τα παιδιά, ήταν χαμένα στις έγνοιες τους, τον κατάλαβε με τον τρόπο που έκλεισε το τηλέφωνο ανέκφραστος. Το νήμα της κουβέντας δεν είχε καταφέρει να το πιάσει σήμερα ο Βασίλης ούτε με εκείνην ούτε με τους γιους του και τις νύφες του. Ανοιγόκλεινε το βιβλίο του άσκοπα και άλλαζε τα κανάλια. Κάποια στιγμή σηκώθηκε, τακτοποίησε ένα-δυο χαρτιά στο γραφείο του, άκεφος. Του άρεσε να κουβεντιάζει, κοινωνικός και μειλίχιος πάντοτε, ενθουσιαζόταν με τους συνομιλητές, με τα ίδια του τα λόγια, με τη ζωή! Χρόνια και χρόνια μετά τη σύνταξη, άεργος δε βρέθηκεποτέ του και πάντα κάτι βρισκόταν να τον σηκώσει από τον καναπέ. Καμάρωνε. «Παντόφλες δε φορώ και δεν θα φορέσω και ποτέ μου» έλεγε στους συναδέλφους του στα τηλέφωνα. Απόψε όμως ήταν αλλιώς, σαν να είχε γεράσει ξαφνικά, και αυτή το ίδιο μαζί του. Έβαλε τη μαγιά σε μία λεκανίτσα, τη διέλυσε με το χλιαρό γάλα και την άφησε να φουσκώσει. Μπελάς οι σβίγκοι, οι τηγανίτες πιο εύκολες. Πετάχτηκε η μασίνα, χαθήκανε και οι βεγγέρες τους. Παλιά χτυπούσε την πόρ- τα ο γείτονας, ο συγγενής και έπαιρνε για λίγο ή για πολύ για να ανταλλάξουν τα νέα της ημέρας, να φέρει από το περίσσεμά του, να ζητήσει κάτι για την ανάγκη του. Το τηλέφωνο και οι αποστάσεις τα ισοπέδωσαν όλα αυτά. Τι τα σκεφτόταν τώρα; Αυτή πάντα ήταν περήφανη για την αυτάρκεια και την ανεξαρτησία τους, να όμως που είχε έρθει το πράγμα αλλιώς. Ίσως τελικά και να την είχαν ανάγκη τη συντροφιά. Κι αυτό θα περάσει, σκέφτηκε. Μια κακοκεφιά είναι, θα περάσει. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι. Ποιος να ‘ναι τέτοια ώρα; Αναρωτήθη- κε. Ανασηκώθηκε και ο Βασίλης από τον καναπέ. Πήγε λίγο φοβισμένα να ανοίξει. «Καλησπέρα», φώναξε μια φωνή πίσω από τα κάγκελα της πόρτας, «ο Άγγελος εί- μαι από απέναντι». «Έλα, παιδί μου, έλα μέσα», άκουσε τη φωνή της. Μπήκε μέσα, ψηλός, γεροδεμένος, μ’ένα τεράστιο χαμόγελο και με ένα πακέτο στο χέρι. «Καλησπέρα, κ. Βασίλη, εκεί που δουλεύω στον Ασπρόπυργο έχει δίπλα μας έναν καλό φούρνο από τους παλιούς, πήγα σήμερα μετά το σχόλασμα και πήρα ένα καρβέλι για μένα και ένα για εσάς, σκέφτηκα ότι θα σας αρέσει, εσάς ειδικά, που αγαπάτε τις καλές αγνές γεύσεις.» «Να‘σαι καλά, ευχαριστούμε που μας σκέ- φτηκες. Κάτσε να ζεσταθείς.»
  • 33.
    ’ 33 Πήγε πάλιστην κουζίνα, η ζύμη είχε φουσκώσει και το τηγάνι έκαιγε. Σε λίγο μία λαχταριστή πιατέλα με σβίγκους και τσάι έμπαινε στο σαλόνι. Η φωτιά άναβε ζωηρά, και η κουβέντα και το γαλάζιο βλέμμα του Βασίλη. Να‘ναι καλά το παλικάρι, θα την έβγαζαν και τούτη τη βραδιά! ΘΕΜΑΤΑ ΘΕΜΑ 1 ΘΕΜΑ 1α Σε κάθε μία από τις ακόλουθες διαπιστώσεις να δώσετε τον χαρακτηρισμό «Σω- στό» ή «Λάθος», ανάλογα με το αν αποδίδουν σωστά το νόημα του κειμένου. Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας με αναφορές στο κείμενο. α) Η τηλεόραση αποτελεί για το ζευγάρι του κειμένου την αγαπημένη καθημερινή ψυχαγωγία τους. β) Ο Βασίλης είναι άνθρωπος κοινωνικός και δραστήριος. γ)Το τελευταίο διάστημα ο Βασίλης αισθάνεται αφόρητη μοναξιά, πράγμα που το αποδίδει στην πρόοδο και την κοινωνική αποξένωση. δ) Η σύζυγος του Βασίλη διαφωνεί απόλυτα με την στάση του άντρα της. ε) Η εμφάνιση του Άγγελου επαναφέρει τη θετική διάθεση του Βασίλη. 10 μονάδες ΘΕΜΑ 1β Ένας από τους βασικούς χώρους στους οποίους εξελίσσεται η δράση του κειμέ- νου είναι η κουζίνα. Πώς ο χώρος αυτός συνδέεται με την σκιαγράφηση της πρω- ταγωνίστριας; (40-50 λέξεις). 20 μονάδες Εναλλακτικά Κεντρικός χαρακτήρας του κειμένου είναι ο Βασίλης. Στο κείμενο σχολιάζεται ένα βασικό γνώρισμα του που διαμορφώνει τη συμπεριφορά του αλλά και την κοσμοθεωρία του. Με τη βοήθεια του κειμένου περιγράψτε την εξέλιξη αυτού του γνωρίσματος. (40-50 λέξεις) 20 μονάδες
  • 34.
    ’ 34 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α ΘΕΜΑ 2 ΘΕΜΑ 2α «Πετάχτηκε η μασίνα … Μια κακοκεφιά είναι, θα περάσει.» Στο απόσπασμα αυτό παρατηρείται εναλλαγή των ρηματικών εγκλίσεων. Πώς επηρεάζει αυτή η γλωσ- σική επιλογή το ύφος και το νόημα του κειμένου; 20 μονάδες Εναλλακτικά «Βγήκε από το σαλόνι. ... άλλων εποχών;» Στο συγκεκριμένο απόσπασμα το κυρί- αρχο πρόσωπο είναι το γ’ενικό, αλλά απαντά και το β’ενικό. Πώς εξηγείτε αυτή την εναλλαγή; Πώς επηρεάζει το ύφος του κειμένου; 20 μονάδες ΘΕΜΑ 2β Στο διήγημα πρωταγωνιστής φαίνεται να είναι ο χρόνος. Να βρείτε σε αυτό δύο (2) διαφορετικά εκφραστικά μέσα που αποτυπώνουν τον τρόπο με τον οποίο ο χρόνος επενεργείστηνψυχοσύνθεσητωνηρώωνκαιτιςσυνήθειέςτουςκαινατασχολιάσετε. 10 μονάδες ΘΕΜΑ 3 Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις) Είστε η σύζυγος του Βασίλη και γράφετε ένα γράμμα στα παιδιά σας. Αφού τους περιγράφετε σύντομα το περιστατικό με τον Άγγελο, τους ζητάτε να αναθερμά- νουν τις σχέσεις τους μαζί σας, κυρίως για χάρη του πατέρα τους. 40 μονάδες
  • 35.
    ’ 35 ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΘΕΜΑ1α α)Λ:«Χειμωνιάτικο απόγευμα βροχερό, ... για συνεχή παρακολούθηση των ειδήσεων» β) Σ: «Του άρεσε να κουβεντιάζει, κοινωνικός ... στα τηλέφωνα.» γ) Σ: «Οι σβίγκοι θύμιζαν ... να παρηγορηθεί. Είχαν μιλήσει νωρίς ... ανέκφραστος.» «Παλιά χτυπούσε την πόρτα ... ισοπέδωσαν όλα αυτά.» δ) Λ: «Αυτή πάντα ήταν ... ανάγκη τη συντροφιά.» και «Να‘ναι καλά το παλικάρι, ... τούτη τη βραδιά!» ε) Σ: «Η φωτιά άναβε .... γαλάζιο βλέμμα του Βασίλη.» ΘΕΜΑ 1β Η κουζίνα φαίνεται πως αποτελούσε στο παρελθόν χώρο που συγκέντρωνε όλη την οικογένεια και ιδιαίτερα το διάστημα που υπήρχε εκεί η παραδοσιακή μασίνα ως μέσο θερμαντικό. Όταν εκείνη παροπλίστηκε, σταμάτησαν και οι οικο- γενειακές συγκεντρώσεις. Στον ίδιο χώρο και τώρα καταφεύγει η πρωταγωνίστρια για να καταπραΰνει τη θλίψη του άντρα της και να φιλοξενήσει τις δικές της σκέ- ψεις. Εναλλακτικά Ο Βασίλης είναι τύπος ιδιαίτερα κοινωνικός, όπως δηλώνεται σε αρκετά ση- μεία του κειμένου. Χαιρόταν κάθε συνομιλία, γι’αυτό και η αδυναμία να συζητάει πλέον με την οικογένειά του (οι γιοι του είναι μακριά) αλλά και η απουσία ζεστών κοινωνικών σχέσεων του στερεί τη διάθεση για οτιδήποτε. Η αιφνίδια επίσκεψη του νεαρού γείτονα αποτελεί ευκαιρία για αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος του πρωταγωνιστή. ΘΕΜΑ 2α Στο απόσπασμα εναλλάσσονται η οριστική με την υποτακτική έγκλιση. Η πρώ- τη χρησιμοποιείται για να δηλώσει τον βαθμό βεβαιότητας της αφηγήτριας. Έτσι ρήματα όπως «πετάχτηκε, χαθήκανε, χτυπούσε, ισοπέδωσαν, είχε έρθει» αν και σε δι- αφορετικούς παρελθοντικούς χρόνους, περιγράφουν καταστάσεις πραγματικές, που έχουν ολοκληρωθεί στο παρελθόν και για την ακρίβεια ευχάριστες αναμνή- σεις του παρελθόντος που αναφέρονται στις σχέσεις των ανθρώπων. Οι υποτα-
  • 36.
    ’ 36 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α κτικές «για να ανταλλάξουν, να φέρει, να ζητήσει» που δηλώνουν πρόθεση/σκοπό συσχετίζονται επίσης με εκείνες τις σχέσεις που αναπολεί ο πρωταγωνιστής. Η υποτακτική «να την είχαν» που συνοδεύεται και από τη λέξη «ίσως» δηλώνει πιθα- νότητα, την πιθανότητα που ανατρέπει τη σιγουριά της πρωταγωνίστριας ότι η απουσία κοινωνικών σχέσεων εξασφαλίζει ένα είδος ανεξαρτησίας, την πιθανότη- τα οι ανθρώπινες σχέσεις να είναι τελικά κάτι σημαντικό. Και τέλος η οριστική «θα περάσει» δηλώνει κάτι που θα πραγματοποιηθεί με απόλυτη βεβαιότητα στο μέλ- λον και αναφέρεται στη δυσάρεστη αίσθηση της μοναξιάς που βιώνουν οι πρωτα- γωνιστές του κειμένου. Αυτή η εναλλαγή των εγκλίσεων εξασφαλίζει οικειότητα, απλότητα και αμεσότητα στο ύφος, ενώ ταυτόχρονα αποδίδει παραστατικά την υποκειμενική στάση της πρωταγωνίστριας απέναντι στο βασικό θέμα του κειμέ- νου, τις ανθρώπινες σχέσεις. Και βέβαια αποδίδει με ακρίβεια τις συναισθηματικές διακυμάνσεις αλλά και τις σκέψεις της πρωταγωνίστριας. Εναλλακτικά Το γ΄ ενικό πρόσωπο αναφέρεται είτε στην πρωταγωνίστρια (Βγήκε, Θυμή- θηκε, είχε πετάξει, σκέφτηκε, άνοιξε, έβαλε) είτε στη μασίνα (υπήρχε, δούλευε, ζέσταινε, έψηνε, έβραζε, σκορπούσε, μάζευε, είχε παιδέψει). Τόσο αυτό όσο και το μοναδικό γ΄ πληθυντικό (είχαν πρωτοαγοράσει) αποτελούν αντικειμενική και αποστασιοποιημένη προσέγγιση που παραπέμπει σε παντογνώστη αφηγητή. Το β΄ενικό πρόσωπο που παρεμβάλλεται (να εφοδιάζεις, σου έσβηνε, δεν είχες, να ζεστάνεις) προσδίδει αμεσότητα, ζωντάνια, παραστατικότητα, θεατρικότητα και οικειότητα στον λόγο και δηλώνει την πρόθεση - από την πλευρά της αφηγήτριας - πρόκλησης συναισθημάτων. Η εναλλαγή των ρηματικών προσώπων επηρεάζει κατά τρόπο ανάλογο και το ύφος καθιστώντας το οικείο, άμεσο και παραστατικό με στοιχεία προφορικότητας. Ταυτόχρονα αποδίδει με ευστοχία τις συναισθημα- τικές μεταπτώσεις της ηρωίδας βοηθώντας τον αναγνώστη να κατανοήσει την στάση της. ΘΕΜΑ 2β Στο διήγημα υπάρχει σαφής σύγκριση παρελθόντος και παρόντος ως προς την ποιότητα των ανθρωπίνων σχέσεων. Έτσι ως σύμβολο του εξιδανικευμένου παρελθόντος λειτουργεί η μασίνα που χρησιμοποιούσαν οι πρωταγωνιστές ως βασικό μέσο θέρμανσης και μαγειρέματος. Η μασίνα αποκτά ιδιότητες ανθρώ- πινες μέσα από την προσωποποίηση που χρησιμοποιείται για την παρουσίασή
  • 37.
    ’ 37 της. «...στην κουζίνα υπήρχε ακόμα η μασίνα που δούλευε με κοκ, ζέσταινε νερό, έψηνε κοτόπουλα και έβραζε μαρμίτες. Σκορπούσε στο χώρο μια γλυκιά ζέστη και τους μάζευε όλους γύρω της.» Και λίγο πιο κάτω σε συνδυασμό με το β΄ ενικό πρόσωπο: « Έπρεπε να την εφοδιάζεις μέρα-νύχτα, αλίμονο αν σου έσβηνε ...». Η προσωποποίηση προσδίδει ζωντάνια στο λογοτεχνικό κείμενο και καθιστά τη λο- γοτεχνική γραφή πιο δραστική. Επιπλέον, τονίζει την ιδιαίτερη αξία ή τον συμβολι- σμό της έννοιας που αποκτά τις ιδιότητες προσώπου. Ένα δεύτερο σημαντικό εκ- φραστικό μέσο που αξιοποιείται για να τονίσει την καταλυτική δράση του χρόνου είναι η εικόνα: «Περασμένα- ξεχασμένα, σκέφτηκε, άνοιξε το μάτι της ηλεκτρικής κουζίνας και έβαλε πάνω το βαρύ μαντεμένιο τηγάνι να τακτοποιηθεί σιγά-σιγά. Μοναχική και κρύα της φάνηκε η κουζίνα της, πού οι υπερπαραγωγές άλλων επο- χών;». Η σύγχρονη ηλεκτρική κουζίνα αποτελεί τον «αντίπαλο» της μασίνας. Ενώ η δεύτερη θέρμαινε τον χώρο και τις καρδιές, η πρώτη έκανε ακριβώς το αντίθετο, δύο εικόνες – σύμβολα που αντιπαρατίθενται για να κάνουν ακόμη πιο παραστα- τική και να αισθητοποιήσουν τη διαφορά του τότε από το τώρα. ΘΕΜΑ 3 Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις) Αθήνα, 30 Ιανουαρίου 19.. Αγαπημένα μου παιδιά, δε μου ήταν εύκολο να αποφασίσω να σας γράψω, όμως η αγάπη μου για τον πατέρα σας ήταν εκείνη που με έπεισε να το κάνω. Από τότε που ανοίξατε τα φτερά σας αναζητώντας τη δική σας φωλιά, η δική μας ζωή απέκτησε τους ρυθμούς μιας βαρετής ρουτίνας. Γίναμε θεατές της ίδιας μονότονης καθημερι- νότητας διασκεδάζοντας την πλήξη μας με τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων ή πε- ριμένοντας μία κλήση για να μιλήσουμε μαζί σας. Ακόμη όμως κι αυτό δεν είναι αρκετό. Αισθάνομαι σα να γερνάμε απότομα και ιδιαίτερα ο πατέρας σας που υπήρξε πάντα άνθρωπος της δράσης και της ζωής. Τον τελευταίο καιρό ο άν- θρωπος με τον οποίο μοιράζομαι τόσα χρόνια τη ζωή μου δε μου θυμίζει σε τί- ποτα τον πρόσχαρο και δραστήριο πατέρα σας. Μόνο καταφύγιο οι ευχάριστες εικόνες που αναπολούμε περιστασιακά, όταν μας δίνεται απρόσμενα η ευκαιρία. Μια τέτοια ευκαιρία μας δόθηκε και σήμερα, τελείως αναπάντεχα. Ο νεαρός μας γείτονας χτύπησε την πόρτα μας για να μας προσφέρει ως δώρο ένα καρβέλι ψωμί. Κάθισε μαζί μας. Και πόσα πράγματα ξύπνησαν μέσα στον πατέρα σας
  • 38.
    ’ 38 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α σαν από θαύμα, το βλέμμα του, η ίδια η ζωή! Πόσο θα ήθελα να ήσασταν εσείς στη θέση του! Αυτό το γράμμα είναι μια πρόσκληση και μια παράκληση μαζί να δώσετε ξανά πίσω στον πατέρα σας αυτή τη χαρά με μια κουβέντα παραπάνω. Δε θέλω να σας κουράσω άλλο. Θα περιμένω. Με αγάπη Η μητέρα σας
  • 39.
    ’ 39 Κ ΟΙ Υ Κ Λ Ν ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α ΛΥΚΕΙΟΥ 11709 ΚΕΊΜΕΝΟ ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (1959- ) Ο ταχυδρόμος [απόσπασμα] Ο ήρωας του βιβλίου ένας ταπεινός ταχυδρόμος, αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο την ιστορία του, που διαδραματίζεται σε μια ορεινή κοινότητα της μεταπολεμικής Κρή- της (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου). Σ’ όλο το δρόμο με το ποδήλατο αναρωτιόμουν μήπως η αποτυχία μου να γίνω δάσκαλος, όπως ήταν τ’ όνειρό μου, έπαιξε ένα ρόλο στο ότι δεν είμαστε τώρα μαζί με την Αθηνά. Ήταν όμως περιττό να σκέφτομαι το παρελθόν, που δεν μπο- ρούσα να το διορθώσω. Εξάλλου έπρεπε ν’ αρχίσω τη διανομή και ο καιρός χάλα- γε. Το λίγο φως που δεν μπορούσε να τρυπήσει τα σύννεφα, χάθηκε τελικά απ’ την άλλη μεριά του βουνού και ο ουρανός χαμήλωσε πολύ. Είδα πάνω απ’ τις ελιές και τα κυπαρίσσια να πέφτει η πρώτη βροχή. Το κατά- λαβα απ’ το θάμπος που κάλυπτε κάθετα τον αέρα. Ήταν μόνο εκεί, μακριά, αυτή η συσκότιση του τοπίου και μου έκανε εντύπωση ότι ο ουρανός έτρεχε, ερχόταν προς τη μεριά μου. Είπα, σε λίγο θα φτάσει κι εδώ το κατακαίρι. Δεν πρόλαβα να το σκεφτώ κι αμέσως άρχισαν να πέφτουν χοντρές σταγόνες πάνω στην κάπα μου. Διακεκομμένες αστραπές αυλάκωναν τον ουρανό και φώτιζαν στιγμιαία το θα- μπωμένο τοπίο. Δεν ξέρω γιατί ένιωσα μόνος τότε. Εντελώς ξαφνικά ανέβηκε στο μυαλό μου μια εικόνα αδιέξοδου. Συχνά το πάθαινα αυτό και είχα βρει τρόπο να το αντιμετωπίζω. Πήγα και σταμάτησα το ποδήλατο στην άκρη του δρόμου, απ’ τη μεριά που φαινόταν η κοιλάδα. Το ένα πόδι αφημένο στο πετάλι, το άλλο ακουμπι-
  • 40.
    ’ 40 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α σμένο στη γη. Παρακολουθούσα το χάος που άρχιζε ακριβώς κάτω από τα πόδια μου. Το ακανόνιστο τοπίο. Τις καλλιέργειες των ανθρώπων στις πλαγιές. […] Με πολλή χαρά με υποδέχτηκαν οι θαμώνες που κάθονταν αμέριμνοι στις καρέ- κλες. Ήταν όλοι τους γέροι. Ρώτησαν αν είχα τίποτε γι’ αυτούς και τους απάντησα πως δεν ήταν η μέρα της σύνταξης. Βέβαια, δεν περίμεναν τίποτ’ άλλο, παρά μόνο τη μέρα που θα εισέπρατταν τη σύνταξή τους. Παρατήρησα πως αμέσως συνο- φρυώθηκαν και ένας γέρος με πολύ χοντρά γυαλιά έβαλε μπρος στα μάτια του την εφημερίδα που είχε ακουμπήσει στα γόνατα, όταν μπήκα. […] Η γυναίκα που κρατούσε το καφενείο, η κυρία Στέλλα εμφανίστηκε απ’ το εσωτε- ρικό δωμάτιο που έψηνε τους καφέδες. Μόλις με είδε, ήρθε κοντά μου, με χαιρέτη- σε εγκάρδια. […] Η ζέστη της σόμπας ίδρωνε τα τζάμια. Έξω δε φαινόταν τίποτα. Κοντοστάθηκε η γυναίκα, έβγαλε από την τσέπη της ένα πανί και καθάρισε το μαρ- μαρένιο τραπεζάκι. Καθώς καθάριζε το μάρμαρο, μου πέταξε μια φράση περίεργη, πριν απομακρυνθεί στο δωμάτιο να ψήσει τον καφέ. Είπε: «Άτυχος ήσουνα που δεν έγινες δάσκαλος, να μη σε καταπίνουνε τώρα τα βουνά». Πολύ ιδιόμορφη η διατύπωσή της, αλλά έβρισκα πως ήταν σωστή. Την είπε, δεν έδειξε κανένα αίσθημα, μια διαπίστωση νόμιζες πως έκανε και μπήκε στο δωμάτιο για τον καφέ. Εντάξει. Είχα όνειρο να γίνω δάσκαλος. Πήγα με την Αθηνά στην πρωτεύουσα του νησιού να δώσω εξετάσεις. Στο δεύτερο μάθημα με έπιασε εμε- τός, δεν ξέρω τι ήταν, να μην μπορώ να κρατήσω τίποτα μέσα μου. Με έβγαλαν έξω από την αίθουσα και μου είπαν να γυρίσω όταν θα αισθανόμουν καλύτερα. Με συνόδευε ένας κύριος. Είχα γίνει, μου είπε, κατακίτρινος. […] Όταν μου έφερε τον καφέ η κυρία Στέλλα, άκουγα το νερό να κυλά σαν ποτάμι στους δρόμους. Είχε πολύ σκοτεινιάσει, αλλά δεν πτοήθηκα. Ήθελα να την πειρά- ξω λίγο. Είχε ένα τρόπο να αντιδρά, που έμοιαζε με παιδί. Τα έπαιρνε όλα πολύ στα σοβαρά και τα αστεία ακόμα νόμιζε πως ήταν αλήθεια. Της είπα πως αν είχα γίνει δάσκαλος, δεν θα είχαν αυτοί ταχυδρόμο. […] «Μάλιστα κυρία Στέλλα, θα μένατε χωρίς σύνταξη!» τέλειωσα το αστείο μου βάζοντας ιδιαίτερο τόνο στη φωνή. Γιώργος Παπαδάκης (20202 ), Ο ταχυδρόμος. Αθήνα: Βιβλιοπωλείο της Εστίας, σελ. 38-41.
  • 41.
    ’ 41 ΘΕΜΑΤΑ ΘΕΜΑ 1 ΘΕΜΑ1α Σε κάθε μία από τις ακόλουθες διαπιστώσεις να δώσετε τον χαρακτηρισμό «Σω- στό» ή «Λάθος», ανάλογα με το αν αποδίδουν σωστά το νόημα του κειμένου. Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας με αναφορές στο κείμενο. α) Ο πρωταγωνιστής του κειμένου έγινε ταχυδρόμος, επειδή δεν έβρισκε δουλειά ως δάσκαλος. β) Συχνά πάθαινε κρίσεις πανικού που του προκαλούσε η αίσθηση ότι είναι μόνος και σε αδιέξοδο . γ) Οι ηλικιωμένοι θαμώνες του καφενείου του καφενείου υποδέχονται τον ταχυ- δρόμο με ενθουσιασμό, επειδή τους είναι ιδιαίτερα αγαπητός. δ) Ο πρωταγωνιστής αισθάνεται άτυχος που δουλεύει ως ταχυδρόμος. ε) Ο ταχυδρόμος αποφεύγει να πειράζει την κυρία Στέλλα, γιατί η τελευταία τα παίρνει όλα στα σοβαρά. 10 μονάδες ΘΕΜΑ 1β Η αλλαγή του καιρού φαίνεται να επηρεάζει ψυχολογικά τον πρωταγωνιστή του κειμένου. Εντοπίζοντας τα σχετικά σημεία περιγράψτε πώς συμβαίνει αυτό και προσπαθήστε να εξηγήσετε γιατί - κατά τη γνώμη σας – επηρεάζεται συναισθη- ματικά (40-50 λέξεις). 20 μονάδες Εναλλακτικά Το επάγγελμα του κεντρικού χαρακτήρα επηρέασε συνολικά τη ζωή του και τις σχέσεις του με τους ανθρώπους. Σε ποια σημεία του κειμένου φαίνεται αυτό; (80- 90 λέξεις). 20 μονάδες
  • 42.
    ’ 42 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α ΘΕΜΑ2 ΘΕΜΑ 2α «Πολύ ιδιόμορφη η διατύπωσή της, αλλά έβρισκα πως ήταν σωστή. ... Με συνό- δευε ένας κύριος. Είχα γίνει, μου είπε, κατακίτρινος.» Το συγκεκριμένο απόσπασμα διακρίνεται για το απλό και ταυτόχρονα σχεδόν σαρκαστικό ύφος. Με ποιες γλωσ- σικές επιλογές επιτυγχάνεται αυτό το αποτέλεσμα; Παραθέστε σχετικά παραδείγ- ματα από το κείμενο. 20 μονάδες Εναλλακτικά «Η γυναίκα που κρατούσε το καφενείο, η κυρία Στέλλα εμφανίστηκε απ’ το εσωτε- ρικό δωμάτιο που έψηνε τους καφέδες. Μόλις με είδε ... Είπε: «Άτυχος ήσουνα που δεν έγινες δάσκαλος, να μη σε καταπίνουνε τώρα τα βουνά». Ποια ρηματικά πρό- σωπα χρησιμοποιούνται στο απόσπασμα; Πώς επηρεάζουν το ύφος του κειμένου; 20 μονάδες ΘΕΜΑ 2β Στη δεύτερη παράγραφο ο αφηγητής παρουσιάζει τις εντυπώσεις που του προκά- λεσε η «πρώτη βροχή». Να εντοπίσεις μία (1) προσωποποίηση και μία (1) μεταφορά και να τις συσχετίσεις με τη συναισθηματική του κατάσταση. 10 μονάδες ΘΕΜΑ 3 Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις) Λαμβάνοντας υπόψη σου την «περίεργη φράση» της κυρίας Στέλλας και τη συναι- σθηματική κατάσταση του ταχυδρόμου, να συνεχίσεις τον διάλογό τους γράφο- ντας το δικό σου τέλος. 40 μονάδες
  • 43.
    ’ 43 ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΘΕΜΑ1α α) Λάθος: «Σ’ όλο το δρόμο με το ποδήλατο αναρωτιόμουν μήπως η αποτυχία μου να γίνω δάσκαλος, όπως ήταν τ’ όνειρό μου, έπαιξε ένα ρόλο στο ότι δεν είμαστε τώρα μαζί με την Αθηνά.» β) Σωστό: «Δεν ξέρω γιατί ένιωσα μόνος τότε. Εντελώς ξαφνικά ανέβηκε στο μυα- λό μου μια εικόνα αδιέξοδου. Συχνά το πάθαινα αυτό και είχα βρει τρόπο να το αντιμετωπίζω.» γ) Λάθος: «Με πολλή χαρά με υποδέχτηκαν οι θαμώνες που κάθονταν αμέριμνοι στις καρέκλες. Ήταν όλοι τους γέροι. ... παρά μόνο τη μέρα που θα εισέπρατταν τη σύνταξή τους. Παρατήρησα πως αμέσως συνοφρυώθηκαν...» δ) Σωστό: «Είπε: «Άτυχος ήσουνα που δεν έγινες δάσκαλος, ... έβρισκα πως ήταν σωστή» ε) Λάθος: « Ήθελα να την πειράξω λίγο. Είχε ένα τρόπο να αντιδρά, ... νόμιζε πως ήταν αλήθεια.» ΘΕΜΑ 1β Η απότομη αλλαγή του καιρού αιφνιδιάζει τον ταχυδρόμο δυσάρεστα προκα- λώντας του την αίσθηση μοναξιάς αλλά και αδιεξόδου («Δεν ξέρω γιατί ένιωσα μόνος τότε. Εντελώς ξαφνικά ανέβηκε στο μυαλό μου μια εικόνα αδιέξοδου.»). Η αίσθηση αυτή φαίνεται πως ήταν κάτι που παρουσίαζε συχνά και γι΄ αυτό είχε φρο- ντίσει να βρει τρόπο να το αντιμετωπίζει. Σταματάει τη διαδρομή του και παρακο- λουθεί την εξέλιξη του καιρού μέχρι να ηρεμήσει η βροχή («Πήγα και σταμάτησα το ποδήλατο στην άκρη του δρόμου, ... ακουμπισμένο στη γη..»). Είναι πιθανό η αντίδραση αυτή να αποτελεί κατάλοιπο από τη δυσάρεστη εμπειρία των εξετάσε- ων που κατέληξαν σε αποτυχία. Εναλλακτικά Το πρώτο πράγμα που επηρεάστηκε από την επιλογή του ήρωα ήταν η σχέση του με το κορίτσι του, την Αθηνά. («Σ’ όλο το δρόμο με το ποδήλατο αναρωτιόμουν ... μαζί με την Αθηνά.»). Έπειτα η ιδιότητά του ως διανομέα των συντάξεων έκανε τους γέ- ροντες κατοίκους του χωριού να τον αντιμετωπίζουν με χαρά, όχι όμως απαραίτητα πραγματική («Με πολλή χαρά με υποδέχτηκαν ... εισέπρατταν τη σύνταξή τους.»). Τέ-
  • 44.
    ’ 44 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α λος, ο ταχυδρόμος βρίσκει ευχάριστη «σαν παιδί» την κυρία Στέλλα που αντιλαμβάνε- ται ότι βλέπει τη δουλειά του ως ατυχία στη ζωή του.(« Ήθελα να την πειράξω λίγο. ... πως ήταν αλήθεια.», «Εντάξει. Είχα όνειρο να γίνω δάσκαλος.»). Ο ταχυδρόμος έχοντας αποδεχτεί τη νέα του ζωή φροντίζει να διασκεδάζει το κλίμα αυτοσαρκαζόμενος («Της είπα πως αν είχα γίνει δάσκαλος, δεν θα είχαν αυτοί ταχυδρόμο.») ΘΕΜΑ 2α Ο ταχυδρόμος στο απόσπασμα αυτό αφηγείται και σχολιάζει σε πρώτο πρόσωπο. Χα- ρακτηρίζειοίδιοςιδιόμορφοαλλάσωστότοσχόλιοτηςκυρίαςΣτέλλαςμετοοποίοτου υπενθυμίζειτηνατυχίατουναμηγίνειδάσκαλοςκαιμάλιστατουτοαπευθύνειχωρίςνα δείξεικανένασυναίσθημα,σαναπλήδιαπίστωσηπέρααπόκάθεαμφισβήτηση.Ολόγος κοφτός και λιτός, σχεδόν σαρκαστικός («Την είπε, δεν έδειξε κανένα αίσθημα, μια διαπί- στωση νόμιζες πως έκανε και μπήκε στο δωμάτιο για τον καφέ.»), με στοιχεία προφορι- κότητας («Εντάξει»). Η αφήγηση - εξομολόγηση που παρεμβάλλεται με πολλά ρήματα (πήγα, να δώσω, με έπιασε, να κρατήσω, έβγαλαν, συνόδευε) αναφέρεται στη δυσάρε- στηεμπειρίατουήρωα,χωρίςκαμίαδιάθεσηωραιοποίησης.Τοασύνδετοσχήμαμετην εναλλαγή των εγκλίσεων αποδίδει με τρόπο λιτό αλλά παραστατικό την αμηχανία του πρωταγωνιστή ( «Στο δεύτερο μάθημα με έπιασε εμετός, δεν ξέρω τι ήταν, να μην μπο- ρώνακρατήσωτίποταμέσαμου»).Οπλάγιοςλόγος(«Είχαγίνει,μουείπε,κατακίτρινος») ολοκληρώνει την ανάμνηση του ταχυδρόμου, που θέλει να ξεχάσει. Εναλλακτικά Στο απόσπασμα χρησιμοποιούνται το γ΄ ενικό πρόσωπο που αναφέρεται κυρίως στην κυρία Στέλλα (κρατούσε, εμφανίστηκε, έψηνε, είδε, ήρθε, χαιρέτησε, κοντο- στάθηκε, έβγαλε, καθάριζε, είπε), το α΄ενικό που είναι το πρόσωπο του αφηγητή (με είδε, κοντά μου, με χαιρέτησε) και το β΄ ενικό με το οποίο η γυναίκα απευθύνεται στον ταχυδρόμο («Άτυχος ήσουνα που δεν έγινες δάσκαλος, να μη σε καταπίνουνε τώρα τα βουνά»). Το γ΄ ενικό εξασφαλίζει από την πλευρά του αφηγητή αντικειμενι- κότητα και αληθοφάνεια στον τρόπο με τον οποίο περιγράφει τις κινήσεις της γυναί- κας. Το α΄ ενικό μας υπενθυμίζει ότι έχουμε πρωτοπρόσωπη αφήγηση κι εξομολο- γητικό τόνο που συνδέεται με την παρουσίαση της ζωής του ήρωα. Τέλος το β΄ενικό που δίνει την αίσθηση του διαλόγου εξασφαλίζει ζωντάνια και θεατρικότητα, ενώ ταυτόχρονα δίνει μια αίσθηση οικειότητας και προκαλεί συναισθηματικά τον δέκτη, ενώ γίνεται αισθητή και μια ελαφρά ειρωνεία από την πλευρά της κυρίας Στέλλας.
  • 45.
    ’ 45 ΘΕΜΑ 2β Ηαιφνίδια κακοκαιρία επηρεάζει συναισθηματικά τον ήρωα και αυτό αποδίδε- ται παραστατικά από τον ίδιο, καθώς περιγράφει την σκηνή με χαρακτηριστικά σχήματα. Με μία προσωποποίηση αποδίδει ιδιότητες έμψυχου στον ουρανό («ο ουρανός έτρεχε, ερχόταν προς τη μεριά μου») που φαίνεται να τον καταδιώκει φέρνοντας μαζί του τη βροχή και το σκοτάδι. Όταν πια ξεσπάει η βροχή με ένταση και συνοδεύεται από αστραπές που φωτίζουν το τοπίο, σκέψεις και συναισθήματα κατακλύζουν τον πρωταγωνιστή. Το αποτέλεσμα που προκαλείται αποδίδεται με μία μεταφορά: «ανέβηκε στο μυαλό μου μια εικόνα αδιέξοδου.» Το έντονο καιρι- κό φαινόμενο προκαλεί αναστάτωση στον ταχυδρόμο που αισθάνεται εκείνη την στιγμή μόνος κι εγκλωβισμένος σε αδιέξοδο, κατάσταση που του είναι γνώριμη μάλλον από το παρελθόν και τον επισκέπτεται συχνά. ΘΕΜΑ 3 Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις) - «Και ποιος λογαριάζει τη σύνταξη μπροστά στην ευτυχία του ανθρώπου;» μου απάντησε με ύφος σοβαρό. «Ας είχες εσύ την ευτυχία σου κοντά στην Αθηνά σου και εμείς θα βρίσκαμε τρόπο να βολευτούμε». - «Και ποιος μου λέει ότι θα ήμουν τότε πιότερο ευτυχισμένος από ό,τι τώρα;» Ετοιμάστηκα να φύγω, να μην προλάβω να ακούσω την απάντησή της, γιατί την απάντηση την ήξερα ήδη μέσα μου. - «Δεν είναι ευτυχία η μοναξιά ούτε να πνίγεσαι από αγωνία κάθε φορά που σε κυνηγάει ο καιρός και σου θυμίζει η βροχή τι έχεις και τι έχασες», σταμάτησε να καθαρίζει τα μαρμάρινα τραπεζάκια και κοίταξε το πανί που κρατούσε χαμογε- λώντας με πικρία. - «Εσύ, είσαι ευτυχισμένη;» Περίμενα να ακούσω κάτι να πιαστώ, να αφήσω πίσω μου την Αθηνά και την πρωτεύουσα και τα όνειρά μου. - «Πήγα κι εγώ κάποτε στην πρωτεύουσα μαζί με έναν Νικόλα, να φτιάξω τη ζωή μου, να σπουδάσω, μα δεν τα κατάφερα. Και γύρισα πίσω και αντί να υπερασπί- ζομαι ανθρώπους στο δικαστήριο ψήνω καφέδες και παίρνω στα σοβαρά τα αστεία των άλλων.Πώς το είπες; Αν είμαι ευτυχισμένη; Μπορεί και να μην έχει σημασία πια, αλλά εμένα δεν με καταπίνουν τα βουνά». Θα φύγω, το αποφάσισα, θέλω να γίνω δάσκαλος.
  • 46.
    Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
  • 47.
    ’ 47 Κ ΟΙ Υ Κ Λ Ν ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α ΛΥΚΕΙΟΥ 11710 ΚΕΊΜΕΝΟ ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΑΛΤΙΝΟΣ (1932-) «Εξ αγχιστείας»1 [απόσπασμα] Το ακόλουθο απόσπασμα προέρχεται από τη συλλογή διηγημάτων Θα βρείτε τα οστά μου υπό βροχήν του Θανάση Βαλτινού, που εκδόθηκε το 1992. Όταν χήρεψε η μάνα μας, τριάντα δύο χρονών, αυτός κόντευε τα σαράντα. Κι όταν έκλεισε ο πρώτος χρόνος του πένθους της, μόνος του αυτός πήγε βρήκε την πεθερά της, δηλαδή τη γιαγιά μας, τη μάνα του πατέρα μας, και της γύρεψε να κουβεντιάσουν. -Έχω τη δουλειά μου, της είπε. Παιδιά δεν κάνω. Και θέλω να την παντρευτώ τη Μαρίτσα. Τη γιαγιά μας τη θυμάμαι αμυδρά, αλλά πρέπει να ήταν δυνατή γυναίκα. Έχο- ντας χηρέψει και η ίδια νέα, με τέσσερα μωρά επίσης, πίεσε τη μάνα μας που, δέ- σμια ενός αρχαίου ηθικού κώδικα, δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα, και την ανά- γκασε να δεχτεί το γάμο. Ο πατριός μας ήταν βαγενάς.2 Κάθε καλοκαίρι, κατά τα μέσα Αυγούστου, έπαιρνε σ’ ένα ζεμπίλι τα εργαλεία του και κατέβαινε στον κάμπο της Μαντινείας να δουλέψει. Εκεί καθότανε μέχρι 1. Εξ αγχιστείας: για τη συγγένεια που δημιουργείται με το γάμο, σε αντιδιαστολή με τη συγγένεια εξ αίματος. 2. βαρελάς
  • 48.
    ’ 48 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α που άρχιζε ο τρύγος, επιδιορθώνοντας παλιά βαρέλια. Άλλαζε σάπιους παζούς,3 σπασμένες δόγες,4 τέτοια μερεμέτια. Ύστερα, με το τέλειωμα της εποχής, γύριζε πάλι στο χωριό. Εμείς, που ακόμα δεν είχαμε συνείδηση του χρόνου, καταλαβαίναμε ότι ζύγω- νε η ώρα να τον ξαναδούμε, από την ανησυχία της μάνας μας. Για καμιά βδομάδα η ανησυχία της αυτή εκδηλωνόταν με ένα είδος μανίας για την πάστρα.5 Σάρωνε την αυλή, ασβέστωνε τις ξερολιθιές της μάντρας, έλιωνε και ξανάλιωνε τα νύχια της σφουγγαρίζοντας το πάτωμα με καρυδόφυλλα. Την τελευταία πια μέρα φαινόταν να καλμάρει λίγο. Σηκωνότανε πρωί, ζύμωνε, σκέπαζε το ψωμί να γίνει, κι όσο εκείνο φούσκωνε κι ανέβαζε αθόρυβα την υπομονή της, μας έλουζε, μας έδινε μια βρεγ- μένη φέτα στρωμένη με ζάχαρη και μας έστελνε να τον υποδεχτούμε στις Πλάκες. […] Φτάνοντας απάνω, η μέρα ντάλα6 κι έρημη, καθόμασταν αράδα και τα τέσ- σερα, χωρίς να μιλάμε στην αρχή, αγναντεύοντας το μουλαρόδρομο που χανόταν στον κατήφορο. Από το δρόμο αυτό θα ερχόταν ο «πατέρας» μας. Εκτός από την Όλγα, τη μικρότερη, οι άλλοι ξέραμε ότι δεν ήταν ο αληθινός μας πατέρας. Όμως πλάγιαζε με τη μάνα μας στο ίδιο κρεβάτι, μας αγόραζε παπούτσια δυο φορές το χρόνο και, όταν αρρωσταίναμε, μας κουβαλούσε στο γιατρό. Καθό- μασταν λοιπόν και τον περιμέναμε. Σχεδόν πάντοτε αργούσε να φανεί. Κι εμείς στο τέλος, μην αντέχοντας άλλο να δακρύζουν τα μάτια μας από την ένταση, το ρίχναμε στο παιγνίδι. Έτσι, κάθε φορά ήταν τότε, όταν πια είχαμε ξεχάσει για ποιο λόγο βρισκόμασταν κει πάνω, που μας κεραύνωνε η φωνή του: - Παΐδια, σας έπιασα! Σα να είχε έρθει δρασκελώντας τις κορφές, γυρίζαμε ξαφνιασμένοι και τον βλέ- παμε λίγο μακρύτερα, έναν όρθιο Δία — το ζεμπίλι με τα εργαλεία ακουμπισμένο δίπλα του. Η αμηχανία μας τον διασκέδαζε αρκετά, κι όταν η Όλγα πρώτη, η πιο αθώα, αμολιόταν τρέχοντας κατά το μέρος του, εκείνος γέλαγε τρανταχτά, έπεφτε στα τέσσερα κι άρχιζε να την κυνηγάει, γαβγίζοντας σα σκύλος. Με αυτό τον τρόπο γινότανε μπροστά μας η επανανθρωποποίησή του, και τότε μπαίναμε όλοι στο χορό, μέχρι που απόκανε ο ίδιος, σηκωνότανε λαχανιασμένος, έφτιαχνε τη λουρί- δα του κι έλεγε: 3. παζός: η βάση του βαρελιού 4. κυρτές σανίδες βαρελιού 5. καθαριότητα 6. καταμεσήμερο με πολλή ζέστη
  • 49.
    ’ 49 - Πάμετώρα, γιατί θα μας σκοτώσει η μάνα σας. Άρπαζε την Όλγα από τις μασχάλες, […], την κάθιζε στο μπράτσο του, έπαιρνε με το άλλο χέρι το ζεμπίλι και κινάγαμε. Η είσοδός μας στο χωριό ήταν ένας θρίαμβος. Όλοι όσους απαντάγαμε στη δι- αδρομή ήθελαν να καλωσορίσουν τον πατριό μας και σταματάγαμε σε κάμποσες αυλές. Σα να είχε λείψει πια χρόνια στην ξενιτιά. Δεν ξέρω αν όλοι τον αγάπαγαν, πάντως όλοι επέμεναν να τον κεράσουν και να αλλάξουν δυο κουβέντες μαζί του. […] ΘΕΜΑΤΑ ΘΕΜΑ 1 ΘΕΜΑ 1α Σε κάθε μία από τις ακόλουθες διαπιστώσεις να δώσεις τον χαρακτηρισμό «Σω- στό» ή «Λάθος», ανάλογα με το αν αποδίδουν σωστά το νόημα του κειμένου. Να τεκμηριώσεις την απάντησή σου με αναφορές στο κείμενο. α) Η μητέρα του αφηγητή ξαναπαντρεύτηκε σε ηλικία 33 ετών. β) Ο δεύτερος γάμος της μητέρας του αφηγητή ήταν αποτέλεσμα ελεύθερης επι- λογής. γ) Σε αντίθεση με τη συντηρητική γιαγιά η κόρη της αψηφά τον ηθικό κώδικα της εποχής. δ) Και τα τέσσερα παιδιά της Μαρίτσας γνωρίζουν ότι ο σύζυγος της μητέρας τους δεν είναι ο πραγματικός πατέρας τους. ε) Ο πατριός των παιδιών ήταν πολύ αγαπητός τόσο στην οικογένειά του όσο και στους κατοίκους του χωριού. 10 μονάδες ΘΕΜΑ 1β «Τη γιαγιά μας τη θυμάμαι αμυδρά, αλλά πρέπει να ήταν δυνατή γυναίκα. Έχο- ντας χηρέψει και η ίδια νέα, με τέσσερα μωρά επίσης, πίεσε τη μάνα μας που, δέ- σμια ενός αρχαίου ηθικού κώδικα, δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα, και την ανά- γκασε να δεχτεί το γάμο.» Λαμβάνοντας υπόψη το παραπάνω απόσπασμα και
  • 50.
    ’ 50 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α συσχετίζοντας με τα κοινωνικά στερεότυπα της εποχής σχολίασε τους δύο χαρα- κτήρες που αναφέρονται (60-70 λέξεις). 20 μονάδες Εναλλακτικά «Η αμηχανία μας τον διασκέδαζε αρκετά, κι όταν η Όλγα πρώτη, η πιο αθώα, ... έφτιαχνε τη λουρίδα του κι έλεγε: - Πάμε τώρα, γιατί θα μας σκοτώσει η μάνα σας.» Στο απόσπασμα περιγράφεται μία χαρακτηριστική σκηνή μέσα από την οποία αποκαλύπτεται η σχέση πατριού και παιδιών. Σε τι βαθμό ανταποκρίνεται η εικόνα αυτή στα στερεότυπα της εποχής; (60-70 λέξεις) 20 μονάδες ΘΕΜΑ 2 ΘΕΜΑ 2α Εντόπισε τον κυρίαρχο χρόνο της αφήγησης και εξήγησε με τη χρήση συγκεκρι- μένων παραδειγμάτων τη λειτουργία του ως προς το νόημα και το ύφος του κει- μένου. 20 μονάδες Εναλλακτικά «Εκτός από την Όλγα, τη μικρότερη, οι άλλοι ξέραμε ότι δεν ήταν ο αληθινός μας πατέρας ... μας κεραύνωνε η φωνή του». Στο απόσπασμα δύο ρηματικά πρό- σωπα εναλλάσσονται. Ποια είναι αυτά και πώς η χρήση τους εξυπηρετεί το νόημα και το ύφος του αποσπάσματος; 20 μονάδες ΘΕΜΑ 2β Η αναφορά του αφηγητή στη μάνα γίνεται με αξιοποίηση επαναλαμβανόμενου ασύνδετου σχήματος. Πώς ερμηνεύεις τη χρήση του και τι δηλώνει για τον χαρα- κτήρα της; 10 μονάδες
  • 51.
    ’ 51 ΘΕΜΑ 3 Παρουσιάστετο πρόσωπο του πατριού σύμφωνα με τις αναφορές του αφηγητή σε αυτόν (180-200 λέξεις). 40 μονάδες ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΘΕΜΑ 1α α) Σωστό: « Όταν χήρεψε η μάνα μας, τριάντα δύο χρονών,... Κι όταν έκλεισε ο πρώτος χρόνος του πένθους της, μόνος του αυτός πήγε βρήκε την πεθερά της» β) Λάθος: «Τη γιαγιά μας τη θυμάμαι αμυδρά, ... πίεσε τη μάνα μας που, ... δεν ήθε- λε να ακούσει κουβέντα, και την ανάγκασε να δεχτεί το γάμο.» γ) Λάθος: «... πίεσε τη μάνα μας που, δέσμια ενός αρχαίου ηθικού κώδικα, δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα,...» δ) Λάθος: «Εκτός από την Όλγα, τη μικρότερη, οι άλλοι ξέραμε ότι δεν ήταν ο αληθινός μας πατέρας.» ε) Σωστό: «Καθόμασταν λοιπόν και τον περιμέναμε.» και « Όλοι όσους απαντάγα- με στη διαδρομή ήθελαν να καλωσορίσουν τον πατριό μας ... Δεν ξέρω αν όλοι τον αγάπαγαν, ... δυο κουβέντες μαζί του.» ΘΕΜΑ 1β Η γιαγιά χαρακτηρίζεται γυναίκα δυνατή, αφού κατάφερε να μεγαλώσει τέσ- σερα παιδιά έχοντας μείνει σε νεαρή ηλικία χήρα. Από το απόσπασμα προκύπτει ότι έμεινε πιστή στη μνήμη του άντρα της (δέσμια ενός αρχαίου ηθικού κώδικα) και δεν ξαναπαντρεύτηκε παρά αφοσιώθηκε στην ανατροφή των παιδιών της. Η νύφη της - που βρίσκεται στην ίδια κατάσταση - ετοιμάζεται να ακολουθήσει την ίδια τακτική, αλλά με παρότρυνση της πεθεράς της, που αντιλαμβάνεται το μέ- γεθος της δοκιμασίας, «εξαναγκάζεται» σε γάμο. Δε διστάζει η γιαγιά και μητέρα του βιολογικού πατέρα των παιδιών να παρακινήσει τη νύφη της να «αψηφήσει» την κοινωνική ηθική και το πένθος της, η δεύτερη όμως εμφανίζεται περισσότερο συντηρητική και πιστή στην παράδοση.
  • 52.
    ’ 52 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α Εναλλακτικά Σε μια εικόνα που είναι ταυτόχρονα οπτική, κινητική και ακουστική περιγρά- φεται με ζωντάνια και παραστατικότητα η τρυφερή σχέση που υπάρχει ανάμεσα στα παιδιά και τον πατριό τους. Θα τη χαρακτήριζε κανείς μάλλον αφύσικη για κά- ποιον που δεν είναι βιολογικός πατέρας των παιδιών. Ο πατριός μιμείται τον σκύλο («... έπεφτε στα τέσσερα κι άρχιζε να την κυνηγάει, γαβγίζοντας σα σκύλος ...») και μετά από λίγο ξαναγίνεται άνθρωπος και χορεύει με τα παιδιά (« Με αυτό τον τρόπο γινότανε μπροστά μας η επανανθρωποποίησή του... απόκανε ο ίδιος,...»). Το κοινωνικό στερεότυπο θα υπαγόρευε έναν απρόσωπο και ψυχρό πατριό με ελά- χιστο ενδιαφέρον για τα παιδιά της συζύγου του και συχνά αυταρχικό, αυστηρό ή και βίαιο. Εδώ δεν έχουμε απλή ανατροπή του στερεοτύπου, αλλά μία μοναδική εξαίρεση. ΘΕΜΑ 2α Στο κείμενο κυριαρχεί ο Παρατατικός χρόνος που δηλώνει διάρκεια στο πα- ρελθόν. Η επιλογή του συγκεκριμένου χρόνου εξυπηρετεί συγκεκριμένες ανάγκες που σχετίζονται τόσο με το νόημα του κειμένου όσο και με τη μορφή του. Έτσι ρή- ματα όπως έπαιρνε (σ’ ένα ζεμπίλι), κατέβαινε (στον κάμπο), καθότανε, άρχιζε (ο τρύγος), Άλλαζε (σάπιους παζούς...), (με το τέλειωμα της εποχής) γύριζεπου συνο- δεύονται από χρονικούς προσδιορισμούς όπως κάθε καλοκαίρι, κατά τα μέσα Αυ- γούστου δηλώνουν εργασίες που ο άντρας της Μαρίτσας έκανε κατ’ επανάληψη κάθε τέτοια εποχή. Κατά τον ίδιο τρόπο ρήματα όπως σάρωνε, ασβέστωνε, έλιω- νε . Σηκωνότανε, ζύμωνε, σκέπαζε, έλουζε, έδινε (μια βρεγμένη φέτα), έστελνε αναφέρονται στη μητέρα και τις καθιερωμένες εργασίες του σπιτιού που τις επα- ναλάμβανε κάθε φορά που περίμενε την επιστροφή του άνδρα της. Επίσης, τα ρήματα διασκέδαζε, αμολιόταν, γέλαγε τρανταχτά, έπεφτε στα τέσσερα, άρχιζε (να την κυνηγάει), γινότανε (η επανανθρωποποίησή του), μπαίναμε (στο χορό), απόκανε, σηκωνότανε, έφτιαχνε (τη λουρίδα του), έλεγε που συνδέονται με τα παιδιά και τα παιχνίδια που έκαναν με τον πατριό τους κάθε φορά που επέστρεφε από τον κάμπο δηλώνουν επίσης τον συστηματικό χαρακτήρα όλων αυτών των πράξεων που περιγράφονται. Ακόμη και η σχέση του πατριού με τους συντοπίτες του περιγράφεται με ανάλογα στη διάρκεια ρήματα: απαντάγαμε, ήθελαν, στα- ματάγαμε, αγάπαγαν, επέμεναν. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται ζωντάνια, πα- ραστατικότητα και θεατρικότητα στο ύφος, δηλώνονται μία φορά ενέργειες που
  • 53.
    ’ 53 γίνονται επαναληπτικάκαι αποδίδεται εύστοχα και η ένταση των συναισθημάτων που βιώνουν τα πρόσωπα που συμμετέχουν σε αυτό που περιγράφουν τα ρήματα. Εναλλακτικά Τα δύο πρόσωπα που εναλλάσσονται είναι το γ΄ ενικό και το α΄ πληθυντικό. Το γ΄ ενικό αναφέρεται στον πατριό και την σχέση του τόσο με τη γυναίκα του (πλά- γιαζε) όσο και με τα παιδιά (αγόραζε, κουβαλούσε, αργούσε, κεραύνωνε). Ο αφηγη- τής παρουσιάζει με τρόπο αντικειμενικό και αποστασιοποιημένο αυτή την σχέση. Ωστόσο αυτή η αποστασιοποίηση δεν παραμένει σταθερή, καθώς με το α΄ πλη- θυντικό (ξέραμε, μάνα μας, αρρωσταίναμε, καθόμασταν, περιμέναμε, εμείς, ρίχναμε, είχαμε ξεχάσει, βρισκόμασταν) ο αφηγητής γίνεται υποκειμενικός και μοιράζεται συναισθήματα, σκέψεις, αναμνήσεις φορτίζοντας το κείμενο συναισθηματικά. Με τη χρήση των δύο προσώπων ο αφηγητής εξασφαλίζει αξιοπιστία κι εγκυρότητα με τη μαρτυρία του για τη συμπεριφορά του πατριού, ταυτόχρονα όμως δεν απο- φεύγει να εμπλακεί και συναισθηματικά προσδίδοντας αμεσότητα και παραστατι- κότητα στο ύφος. ΘΕΜΑ 2β Ο αφηγητής χρησιμοποιεί το ασύνδετο σχήμα για να περιγράψει το πλήθος των εργασιών στις οποίες η μητέρα επιδίδεται προκειμένου να εκτονώσει την ανη- συχία της, καθώς πλησιάζει η ώρα της επιστροφής του άνδρα της: Σάρωνε την αυλή, ασβέστωνε, έλιωνε και ξανάλιωνε και την τελευταία μέρα σηκωνότανε πρωί, ζύμωνε, σκέπαζε (το ψωμί), μας έλουζε, μας έδινε (μια βρεγμένη φέτα) και μας έστελνε (να τον υποδεχτούμε). Το ασύνδετο σχήμα ενισχύει τη δραστικότητα του λόγου, εφόσον το γοργό πέρασμα από τον έναν όρο στον άλλο του προσδίδει ένταση και ζωντάνια κι εξασφαλίζει νοηματική πύκνωση: Η μητέρα δεν σταματά- ει να ασχολείται με το σπίτι για μια ολόκληρη εβδομάδα μέχρι να ηρεμήσει. Το ασύνδετο σχήμα μάλιστα είναι διπλό για να αποδοθεί με ακρίβεια και παραστατι- κότητα η συναισθηματική ένταση της μητέρας, αλλά και να τονιστούν χαρακτη- ριστικά της όπως η εργατικότητα και η αγάπη της τόσο για τον άντρα της όσο και για τα παιδιά της. Επιπλέον, με το συγκεκριμένο σχήμα η Μαρίτσα προβάλλεται ως μια αφοσιωμένη σύζυγος που ακολουθεί τα παραδοσιακά ήθη και φροντίζει να δίνει καλή εικόνα και στη μικρή κοινωνία του χωριού.
  • 54.
    ’ 54 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α ΘΕΜΑ 3 Ο πατριός περιγράφεται σαν ένας τίμιος άνδρας που δε διστάζει να παντρευτεί μία γυναίκα χήρα αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να μεγαλώσει και τα παιδιά της. Σεβόμενος μάλιστα τα ήθη της εποχής ζητάει τη Μαρίτσα σε γάμο μετά τον πρώτο χρόνο του πένθους της και χωρίς καμία απαίτηση («Κι όταν έκλεισε ο πρώ- τος χρόνος, ... γύρεψε να κουβεντιάσουν. ... παντρευτώ τη Μαρίτσα.»). Αξιοπρε- πής κι εργατικός θυσιάζει τους καλοκαιρινούς μήνες για να δουλέψει ως βαρελάς («Κάθε καλοκαίρι, κατά τα μέσα Αυγούστου,... γύριζε πάλι στο χωριό.») κι αυτό είναι επίσης ένα από τα στοιχεία του χαρακτήρα του που συγκινούν τη γυναίκα του. Η ανυπομονησία με την οποία η τελευταία περιμένει την επιστροφή του είναι εν- δεικτική της αγάπης που κατάφερε να της εμπνεύσει αυτός ο άνθρωπος. Όμως εκείνος ο παράγοντας που παίζει ρόλο καταλυτικό στη μεταξύ τους σχέση είναι η συμπεριφορά και οι τρόποι του απέναντι στα παιδιά της. Τα αντιμετωπίζει με τέτοια τρυφερότητα και στοργή που κι εκείνα ακόμη περιμένουν με αγωνία την επιστροφή του ανταποδίδοντας αυτή την αγάπη. Αξιοσημείωτο είναι ότι τα τρία μεγάλα παιδιά γνωρίζουν ότι δεν είναι ο βιολογικός τους πατέρας, εκτιμούν όμως όλα όσα τους προσφέρει («Εκτός από την Όλγα, ... στο γιατρό.»), γι΄ αυτό και ο αφη- γητής τον αποκαλεί «πατέρα». Μαζί τους ο πατριός παίζει και γίνεται παιδί («Η αμηχανία μας τον διασκέδαζε αρκετά, ... σηκωνότανε λαχανιασμένος,...»). Τέλος, ο πατριός είναι εξαιρετικά αγαπητός και στο υπόλοιπο χωριό που τον υποδέχεται με ενθουσιασμό, όταν επιστρέφει.
  • 55.
    ’ 55 Κ ΟΙ Υ Κ Λ Ν ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α ΛΥΚΕΙΟΥ 11711 ΚΕΙΜΕΝΟ Μαργαρίτα Λυμπεράκη (1919-2001) Τα ψάθινα καπέλα [απόσπασμα] Το ακόλουθο απόσπασμα προέρχεται από το μυθιστόρημα της Μαργαρίτας Λυ- μπεράκη Τα ψάθινα καπέλα, που κυκλοφόρησε το 1946, με θέμα την εφηβική κα- θημερινότητα τριών αδελφών, της Κατερίνας, της Ινφάντας και της Μαρίας, κατά τη διάρκεια τριών καλοκαιριών. […] Το σπίτι μας απείχε μισή ώρα πάνω κάτω απ’ την Κηφισιά. Ήταν στο κάτω μέρος που είναι τα περιβόλια, στη μέση ενός κάμπου, κάπως μόνο του, αφού για να πας στο πιο κοντινό σπίτι, στου Παρήγορη του γιατρού, ήθελες δέκα λεπτά γε- μάτα. «Να σου βγαίνει η πίστη με το ψώνιο», έλεγε «η γριά μας υπηρέτρια η Ροδιά. Το‘χε χτίσει ο παππούς όπως το ’θελε· δωμάτια μεγάλα, τετράγωνα, ψηλοτάβανα, δυο ταράτσες όπου λιάζαμε τα καλαμπόκια κι ό,τι άλλο, σε ξεχωριστή οικοδομή το σπιτάκι του περβολάρη και παρακάτω ο στάβλος και τα κοτέτσια. Ιδιαίτερα είχε προσέξει τον κήπο - κι όχι μονάχα γιατί ήτανε γεωπόνος, αλλά γιατί τ’ αγαπούσε τα δέντρα. Τα φύτευε με τα χέρια του, τα μεγάλωνε σαν παιδιά, θυμότανε τις αρ- ρώστιες τους, τους χιονιάδες που τα χτύπησαν, τους κακούς αέρηδες που λύγισαν τους κορμούς τους· και τα μπόλια τους θυμόταν, και τον καιρό που πρωτοκάρ- πισαν. «Τα δέντρα», έλεγε, «είναι ολάκερη η δημιουργία. Το ρίζωμα τους στη γη δείχνει πως όλα τα πλάσματα είναι δεμένα μεταξύ τους και με το Θεό». Και την άνοιξη ξαπλωνόταν κάτω απ’τη μηλιά του -η μηλίτσα του παππού, λέγαμε εμείς τα
  • 56.
    ’ 56 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α παιδιά- κι άκουγε τη βουή απ’ τις μέλισσες που τρύπωναν στα λουλούδια της για να πάρουν τη χρυσή σκόνη. Μου φαίνεται πως ο καημένος ο παππούς το χτήμα το ’χε για παρηγοριά. Γιατί είχε χάσει τη γιαγιά όταν η μητέρα κι η θεία Τερέζα ήτανε πέντε και εφτά χρόνων. Δεν την είχε πάρει ο Χάρος. Ζωντανός την είχε πάρει, ένας μουσικός που πέρα- σε από την Αθήνα κι έδωσε δυο κοντσέρτα. Στο πρώτο η γιαγιά τον ερωτεύτηκε -γνωριστήκανε στο μεταξύ- κι ύστερα από το δεύτερο δεν άντεξε, έφυγε μαζί του. Ξένοι, βλέπεις, και ταιριάξανε. Γιατί κι η γιαγιά δεν ήταν από δω. Ήταν από την Πολωνία κι είχε μάτια πράσινα. Απόρησα πολύ όταν η Ροδιά μου τα πρωτοφανέρωσε όλα τούτα. Ήταν, θυμά- μαι, βράδυ χειμωνιάτικο και καθόμαστε στην κουζίνα και βράζαμε γλυκοπατάτες. Γιαγιά να κάνει τέτοιο πράγμα - δε μου χωρούσε στο κεφάλι. Το ’πα στη Ροδιά. «Μα, κουτό», μου αποκρίθηκε, «τότε δεν ήτανε γιαγιά, αφού η μάνα σου κι η θεία Τερέζα ήτανε τόσες δα». Αλήθεια, τότε δεν ήτανε γιαγιά... «Δε μάθαμε ποτέ πού πήγε», είπε συνέχεια η Ροδιά. «Ποιος ξέρει τι να γίνεται, αν ζει... Ο παππούς ούτε να την ξανακούσει από τότε...» Πραγματικά, κανείς δεν ανέφερε τ’όνομά της. Ούτε η μητέρα ούτε η θεία Τερέ- ζα. Μόνο εμείς καμιά φορά τη σκεφτόμαστε -είχαμε ανακαλύψει και μια φωτογρα- φία της σε μια παλιά κονσόλα, Θεέ μου, τι όμορφη που ήταν... - και για να την ξεχω- ρίσουμε από την άλλη, τη μητέρα του πατέρα, που ήταν μια δέσποινα με άσπρα μαλλιά και πικραμένο χαμόγελο, ποιος ξέρει από τι ανεκπλήρωτους πόθους, τις λέγαμε γιαγιά κι η Πολωνέζα γιαγιά. «Εγώ, τι να σας πω, τη θαυμάζω», τους είπα ένα απόγευμα που κουβεντιάζαμε γι’αυτήν ξαπλωμένες στα στάχυα. «Μπα;» έκανε αφηρημένα η Ινφάντα. «Γιατί;» ρώτησε η Μαρία μ’ενδιαφέρον. «Να, ήτανε γενναία. Να φύγει έτσι, μακριά απ’τον παππού...» «Γενναίος είναι όποιος μένει», μ’ έκοψε η Μαρία κι η Ινφάντα δεν είπε τίποτα πάνω σ’αυτό. Μου φαίνεται πως η Μαρία είχε τότε δίκιο και πως εγώ μίλησα έτσι γιατί ήμου- να μικρή. Αργότερα σκέφτηκα πως, για την Πολωνέζα γιαγιά, μακριά ήταν εδώ κι όχι εκεί. Είχε βρέξει πολύ όλο το χειμώνα. Το δάσος μούσκευε και δεν πρόφταινε να
  • 57.
    ’ 57 στεγνώσει, ταπεσμένα φύλλα σάπιζαν, γίνονταν χώμα, και τούτο πάλι φύλλα και- νούρια. Κι είχαν φυσήξει αέρηδες δυνατοί τα βράδια. Τόσο που να σαλεύουν οι κουρτίνες της τραπεζαρίας χωρίς να τις αγγίζει κανείς. «Ποιος είναι;» ρωτούσε ο παππούς. «Κανείς», απαντούσαμε. «Μα κάποιος χτύπησε». «Όχι», λέγαμε, «παράκουσες, παππού» κι αναστενάζαμε. […] Τα ψάθινα καπέλα, Αθήνα: Καστανιώτης, 2002 ΘΕΜΑΤΑ ΘΕΜΑ 1 ΘΕΜΑ 1α Σε κάθε μία από τις ακόλουθες διαπιστώσεις να δώσετε τον χαρακτηρισμό «Σω- στό» ή «Λάθος», ανάλογα με το αν αποδίδουν σωστά το νόημα του κειμένου. Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας με αναφορές στο κείμενο. α) Η ιδιαίτερη μέριμνα του παππού για τον κήπο δε συνδέεται αποκλειστικά με το γεγονός ότι ήταν γεωπόνος. β) Η γιαγιά τον κοριτσιών είχε ερωτευτεί έναν Αθηναίο μουσικό. γ) Η φυγή της γυναίκας του, δε φαίνεται να έχει επηρεάσει τον παππού των κορι- τσιών. δ) Σύμφωνα με την Κατερίνα, η επιλογή της γιαγιάς να φύγει δηλώνει γενναιότητα, επειδή απομακρυνόταν από τον τόπο της. ε) Η Κατερίνα μαθαίνει για τη φυγή της γιαγιάς της από τη θεία της. 10 μονάδες
  • 58.
    ’ 58 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α ΘΕΜΑ 1β Να παρουσιάσετε ένα βασικό στοιχείο που διακρίνει τον χαρακτήρα του παππού των κοριτσιών, σύμφωνα με τις πληροφορίες του κειμένου. (40-50 λέξεις) 20 μονάδες ΘΕΜΑ 2 ΘΕΜΑ 2α Να εντοπίσετε τρία σημεία στα οποία γίνεται χρήση αποσιωπητικών και να εξηγή- σετε τη λειτουργία τους ως προς το νόημα του κειμένου. 20 μονάδες Εναλλακτικά ΘΕΜΑ 2α Στο ακόλουθο χωρίο να εξηγήσετε πώς η χρήση του Παρατατικού επηρεάζει το νόημα, καθώς και το ύφος του κειμένου. «Και την άνοιξη ξαπλωνόταν κάτω απ’τη μηλιά του -η μηλίτσα του παππού, λέγα- με εμείς τα παιδιά- κι άκουγε τη βουή απ’τις μέλισσες που τρύπωναν στα λουλού- δια της για να πάρουν τη χρυσή σκόνη.» 20 μονάδες ΘΕΜΑ 2β (Τράπεζα Θεμάτων 2020) Ποιο θέμα αναδεικνύει η κουβέντα μεταξύ των τριών κοριτσιών του κειμένου και πώς ανταποκρίνεστε σε αυτό; 10 μονάδες
  • 59.
    ’ 59 Εναλλακτικά ΘΕΜΑ 2β Ναεντοπίσετε μία παρομοίωση και μία μεταφορά, και να εξηγήσετε πώς υπηρε- τούν το νόημα του κειμένου. 10 μονάδες ΘΕΜΑ 3 (Τράπεζα Θεμάτων 2020) Γράψτε στο ημερολόγιό σας, σε ένα κείμενο 150 περίπου λέξεων, τις σκέψεις σας για την Πολωνέζα γιαγιά των τριών κοριτσιών, χρησιμοποιώντας και στοιχεία του κειμένου ως υποστηρικτικό υλικό. 40 μονάδες ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΘΕΜΑ 1α α) Σωστό: «κι όχι μονάχα γιατί ήτανε γεωπόνος, αλλά γιατί τ’αγαπούσε τα δέντρα.» β) Λάθος: «ένας μουσικός που πέρασε από την Αθήνα… Ξένοι, βλέπεις, και ται- ριάξανε.» γ) Λάθος: «Μου φαίνεται πως ο καημένος ο παππούς το χτήμα το ’χε για παρηγο- ριά. Γιατί είχε χάσει τη γιαγιά…» δ) Λάθος: «Να, ήτανε γενναία. Να φύγει έτσι, μακριά απ’τον παππού...» ε) Λάθος: «Απόρησα πολύ όταν η Ροδιά μου τα πρωτοφανέρωσε όλα τούτα.» (Η Ροδιά ήταν η υπηρέτρια της οικογένειας.) ΘΕΜΑ 1β Ένα βασικό γνώρισμα του παππού ήταν ο γεμάτος αγάπη ψυχισμός του, ο οποίος διαφαίνεται από τη μέριμνα που είχε δείξει για τη δημιουργία του κήπου, όπου με
  • 60.
    ’ 60 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α μεγάλη φροντίδα και πραγματικό ενδιαφέρον φύτευε και φρόντιζε τα δέντρα. Το γεγονός, μάλιστα, ότι θυμόταν κάθε δυσκολία που είχαν περάσει, φανερώνει το πόσο νοιαζόταν γι’αυτά. ΘΕΜΑ 2α «Ποιος ξέρει τι να γίνεται, αν ζει... Ο παππούς ούτε να την ξανακούσει από τότε...» Όταν η Ροδιά σχολιάζει πως κανείς δε γνωρίζει τίποτε για την τύχη της γιαγιάς των κοριτσιών, αφήνει ανολοκλήρωτη της φράση της: «αν ζει…», καθώς δε θέλει να αναφέρει ανοιχτά το δυσάρεστο ενδεχόμενο του θανάτου της, έστω κι αν αυτό εννοείται εύκολα απ’όσα έχουν προηγηθεί. Με τον τρόπο αυτό γίνεται εμφανής η διακριτικότητα της ηλικιωμένης υπηρέτριας, η οποία κατανοεί πως είναι προτιμό- τερο να αποφευχθεί μια τέτοια αναφορά μπροστά σ’ ένα κορίτσι νεαρής ηλικίας, έστω κι αν το ίδιο δεν έχει συναντήσει ποτέ τη γιαγιά του. Ανολοκλήρωτη αφήνει η Ροδιά και τη φράση της σχετικά με την απροθυμία του παππού να ξανακούσει από τότε για τη γυναίκα του. Σε αυτή την περίπτωση τα αποσιωπητικά αξιοποιούνται για να υπονοηθεί η συναισθηματική ένταση κι η πίκρα του παππού. Τα όσα, επομένως, θα μπορούσε να προσθέσει η Ροδιά θα αποτελούσαν περιττές απόπειρες να εξηγηθεί ο εύλογος θυμός και η στεναχώρια του παππού. Θεέ μου, τι όμορφη που ήταν... Όταν η νεαρή αφηγήτρια αναφέρεται στη γιαγιά της -όπως την είχαν δει σε μια παλιά φωτογραφία- αφήνει ανολοκλήρωτο το σχόλιό της: «Θεέ μου, τι όμορφη που ήταν…», προκειμένου να μην περιορίσει τη φαντασία των αναγνωστών μέσα από κάποια σχετική περιγραφή. Με τα αποσιωπητικά, άλλωστε, δίνεται μεγαλύτε- ρη έμφαση στην ομορφιά της γιαγιάς της, εφόσον δημιουργείται η εντύπωση πως δεν υπάρχουν επαρκή ή κατάλληλα λόγια για να την αποδώσουν. Εναλλακτικά ΘΕΜΑ 2α Με τη χρήση του Παρατατικού η αφηγήτρια επιχειρεί να αποδώσει μια συνή-
  • 61.
    ’ 61 θεια τουπαππού της, η οποία επαναλαμβανόταν κάθε χρόνο (θαμιστική αφήγη- ση). Ο Παρατατικός, επομένως, αξιοποιείται προκειμένου να δοθεί στους αναγνώ- στες μια εικόνα των σταθερών συνηθειών του παππού. Παράλληλα, το γεγονός ότι η αφηγήτρια επιλέγει τη συγκεκριμένη συνήθειά του, υποδηλώνει πως αποτελεί μια χαρακτηριστική ανάμνηση που έχει διατηρήσει από τα εφηβικά της χρόνια. Σε ό,τι αφορά, άρα, το νόημα του κειμένου ο Παρατατικός επιτρέπει να παρουσια- στεί και να αποκτήσει το χαρακτήρα πάγια επαναλαμβανόμενης κατάστασης μια ενέργεια του βασικού ήρωα. Ενώ, σε ό,τι αφορά το ύφος του κειμένου, ο χρόνος αυτός ενισχύει τη νοσταλγική διάθεση που διέπει το συγκεκριμένο χωρίο, εφό- σον αποτελεί παρελθοντικό χρόνο μέσω του οποίου δηλώνεται πως η ενέργεια αυτή συνέβαινε στο παρελθόν, αλλά δεν συνεχίζεται στο παρόν. Η τρυφερότητα των λόγων της αφηγήτριας, άλλωστε, («η μηλίτσα του παππού, λέγαμε εμείς τα παιδιά»), καθιστά εμφανές το συγκινησιακό φορτίο του αποσπάσματος, εφόσον επρόκειτο για μια όμορφη ανάμνηση ενός πολύ αγαπημένου της προσώπου. ΘΕΜΑ 2β Μέσα από τη συζήτηση των κοριτσιών για την απόφαση της γιαγιάς τους να εγκαταλείψει τον παππού τους προκειμένου να ακολουθήσει τον άντρα που ερω- τεύτηκε, αναδεικνύεται το θέμα της δυσκολίας μιας τέτοιας απόφασης. Η αφη- γήτρια του κειμένου, η Κατερίνα, θεωρεί πως η απόφαση αυτή φανερώνει γεν- ναιότητα, εφόσον η γιαγιά έφυγε μακριά από τον άντρα της και πήγε πιθανώς σε μια άλλη χώρα. Η αδερφή της, η Μαρία, ωστόσο, επισημαίνει πως γενναιότητα επιδεικνύει μόνο εκείνος που μένει, υπονοώντας το πόσο δυσκολότερο είναι για μια γυναίκα να παραμείνει σ’ ένα γάμο, έστω κι αν έχει ερωτευτεί κάποιον άλλον άντρα. Για τη γιαγιά των κοριτσιών, μάλιστα, η δυσκολία θα ήταν πολλαπλή, καθώς όχι μόνο θα έπρεπε να παραμείνει πλάι σ’έναν άντρα που δεν αγαπούσε πια, αλλά και σε μια χώρα ξένη για εκείνη. Κατά τη γνώμη μου, η επιλογή της γιαγιάς τους να εγκαταλείψει τα ανήλικα παιδιά της και τον σύζυγό της, επειδή ερωτεύτηκε έναν άλλον άντρα, φανερώνει έντονο εγωκεντρισμό, καθώς μοιάζει να μη λαμβάνει υπόψη της τον ψυχικό τραυ- ματισμό των παιδιών της. Είναι, ωστόσο, δύσκολο να κριθεί το αν η επιλογή της ήταν ορθή ή όχι, εφόσον είναι πιθανό, αν παρέμενε, να «ξεσπούσε» σ’ εκείνα τη θλίψη και την απογοήτευσή της, με αποτέλεσμα να τα έβλαπτε εξίσου σε ψυχολο- γικό επίπεδο, έστω κι αν δεν τα είχε εγκαταλείψει.
  • 62.
    ’ 62 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α Εναλλακτικά ΘΕΜΑ 2β «τα μεγάλωνε σαν παιδιά» Με την παρομοίωση αυτή τονίζεται η πραγματική αγάπη που αισθανόταν ο παππούς για τα δέντρα του, εφόσον τα φρόντιζε και ενδιαφερόταν γι’αυτά, όπως ένας γονιός για τα παιδιά του. Ο παππούς παρακολουθεί το μεγάλωμά τους, θυ- μάται τις αρρώστιες τους, τους χιονιάδες που τα χτύπησαν, τους αέρηδες που τα λύγισαν, με την έγνοια και την ανησυχία που κάθε γονιός εντυπώνει στη μνήμη του κάθε δυσκολία που βίωσαν τα παιδιά του. «Το ρίζωμα τους στη γη δείχνει πως όλα τα πλάσματα είναι δεμένα μεταξύ τους και με το Θεό.» Η μεταφορά που αξιοποιεί ο παππούς στα λόγια του υποδηλώνει την πεποί- θησή του πως όλα τα δημιουργήματα του φυσικού περιβάλλοντος βρίσκονται σε στενή σχέση μεταξύ τους. Με αφορμή τη διαπίστωση πως τα δέντρα απλώνουν τις ρίζες τους στη γη για να τραφούν και να μεγαλώσουν, ο παππούς προχωρά σε μια ευρύτερη παρατήρηση πως όλα τα πλάσματα είναι «δεμένα» μεταξύ τους και με το Θεό, φανερώνοντας μια ίσως διαισθητική κατανόηση του πόσο, πράγματι, αλληλένδετα και αλληλοεπηρεαζόμενα είναι όλα τα έμβια όντα. ΘΕΜΑ3 12 Φλεβάρη 2021 Μόλις άκουσα για πρώτη φορά το πώς η γιαγιά της Κατερίνας, της Μαρίας και της Ινφάντας εγκατέλειψε τον παππού τους, γιατί ερωτεύτηκε κάποιον ξένο μου- σικό, ένιωσα μια απροσδιόριστη ενόχληση… μια πικρία μέσα μου. Η πρώτη μου σκέψη, άλλωστε, ήταν πώς γίνεται μια μητέρα να εγκαταλείπει τα παιδιά της, ιδίως όταν εκείνα είναι τόσο μικρά (πέντε και εφτά ετών), για χάρη ενός τυχαίου έρωτα. Πώς είναι δυνατόν να προδίδει τον ισχυρότερο δεσμό αγάπης, για χάρη μιας σχέ- σης που μπορεί να μη διαρκούσε περισσότερο από λίγους μήνες ή μερικά χρόνια;
  • 63.
    ’ 63 Μου φαινότανπραγματικά αδιανόητο ότι θα μπορούσε μια μητέρα να κάνει κάτι τέτοιο. Μετά, όμως, άρχισα να σκέφτομαι πως πέρα από μητέρα ήταν και μια πολύ όμορφη και νέα γυναίκα, η οποία είχε ακόμη ζωντανή την επιθυμία να ερωτευτεί, να αγαπήσει και να ζήσει. Ήταν, συνάμα, μια γυναίκα που είχε βρεθεί να ζει σε μια ξένη χώρα, ανάμεσα σε ανθρώπους που ίσως δεν την καταλάβαιναν και δεν την ένιωθαν πλήρως. Άρχισα, έτσι, να αναλογίζομαι πως ίσως για εκείνη η απόφασή της αυτή -όσο κι αν την πλήγωσε- να αποτελούσε τη μοναδική ευκαιρία να ξε- φύγει από το ξένο αυτό περιβάλλον και να βρεθεί ξανά κοντά σε ανθρώπους του δικού της κόσμου. Ίσως, λοιπόν, να είχα βιαστεί να την επικρίνω!
  • 64.
    Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
  • 65.
    ’ 65 Κ ΟΙ Υ Κ Λ Ν ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α ΛΥΚΕΙΟΥ 11712 ΚΕΊΜΕΝΟ ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ (1883- 1957) Αναφορά στον Γκρέκο [απόσπασμα] Η «Αναφορά στον Γκρέκο» άρχισε να γράφεται το φθινόπωρο του 1956 και ήταν το τελευταίο έργο του Έλληνα συγγραφέα. Οι ώρες που περνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο – καθόμα- σταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταί- νει, σαν να‘ταν ο αγέρας ανάμεσά μας γάλα και βύζαινα. Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε. Αγα- πούσα που τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τα‘βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα εσώρουχά μας, τα σεντόνια μας, όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία. Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μου δηγόταν για τον πα- τέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου, δε μ’ έφταναν τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουνα, κάθιζα στα γόνατά της, της χάιδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα: – Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μη στεναχωριέσαι, σεργιανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.
  • 66.
    ’ 66 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σα να μου έλεγε: «Αλήθεια λες;» και χαμογελούσε. Και το καναρίνι, μέσα από το κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό και κε- λαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να ‘χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γης να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους. Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου· δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει από το μνήμα της -από το σπλάχνο μου- η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και το κελάδημα του καναρινιού. Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει· χαμογελούσε μόνο, και τα βαθου- λά μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να ‘χαν τα χέρια της μιαν καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινήν ανάγκη. Μπορεί και να ‘ναι η νεράιδα, συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά, η νεράιδα που λεν τα παραμύθια, και κινούσε το παιδικό μυαλό μου η φαντασία να δουλεύει: μια νύχτα ο πατέρας μου, περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χο- ρεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντηλο, κι από τότε την έφερε στο σπίτι και ψάχνει να βρει το κεφαλομάντηλο, να το ρίξει στα μαλλιά της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει. Την κοίταζα να πηγαινοέρχεται, ν’ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξε- σκεπάζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω από το κρεβάτι, κι έτρεμα μην τύχει και βρει το μαγικό κεφαλομάντηλο της και γίνει άφαντη. Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια και λάβωσε βαθιά τη νιογέννητη ψυχή μου κι ακόμα και σήμερα αποκρατάει μέσα μου πιο ανομολόγητη η τρομάρα ετούτη: παρακολουθώ κάθε αγαπημένο πρό- σωπο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρω πως ζητάει το κεφαλομάντηλό της να φύγει. Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο, Αθήνα: εκδ. Ελ. Καζαντζάκη 1964
  • 67.
    ’ 67 ΘΕΜΑΤΑ ΘΕΜΑ 1 ΘΕΜΑ1α Σε κάθε μία από τις ακόλουθες διαπιστώσεις να δώσετε τον χαρακτηρισμό «Σω- στό» ή «Λάθος», ανάλογα με το αν αποδίδουν σωστά το νόημα του κειμένου. Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας με αναφορές στο κείμενο. 1. Ο ήρωας εξιστορούσε στη μητέρα του τους βίους των αγίων όπως τους είχε διαβάσει, προκαλώντας της μεγάλη συγκίνηση. 2. Το γεγονός ότι η μητέρα του ήρωα δεν γελούσε ποτέ οδηγεί τον ήρωα σε αρνη- τικά συμπεράσματα για τον χαρακτήρα της. 3. Σύμφωνα με τη διήγηση του πατέρα είχε γνωρίσει τη σύζυγό του και μητέρα του ήρωα κοντά σ’ένα ποτάμι. 4. Ο ήρωας παρερμήνευε κατά την παιδική του ηλικία της κινήσεις της μητέρας του, θεωρώντας πως εκείνη αναζητά τρόπο να φύγει από κοντά του. 5. Στην ενήλικη ζωή του ο ήρωας συνεχίζει να βιώνει την ανησυχία μιας πιθανής εγκατάλειψης. 10 μονάδες ΘΕΜΑ 1α Να παρουσιάσετε με συνοπτικό τρόπο (40-50 λέξεις) βασικά στοιχεία του χαρα- κτήρα της μητέρας του ήρωα. 20 μονάδες ΘΕΜΑ 2 ΘΕΜΑ 2α «Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου· δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει από το μνήμα της -από το σπλάχνο μου- η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και το κελάδημα του καναρινιού.»
  • 68.
    ’ 68 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α Στο συγκεκριμένο χωρίο να αιτιολογήσετε τη χρήση του ασύνδετου σχήματος, την επιλογή της υποτακτικής έγκλισης, καθώς και την αξιοποίηση της διπλής παύλας. 20 μονάδες Εναλλακτικά: ΘΕΜΑ 2α «Μπορεί και να‘ναι η νεράιδα, συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά, η νε- ράιδα που λεν τα παραμύθια, και κινούσε το παιδικό μυαλό μου η φαντασία να δουλεύει: μια νύχτα ο πατέρας μου, περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χο- ρεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντηλο, κι από τότε την έφερε στο σπίτι και ψάχνει να βρει το κεφαλομάντηλο, να το ρίξει στα μαλλιά της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει.» Στο συγκεκριμένο χωρίο να εξηγήσετε πώς η επιλογή των γραμματικών χρό- νων επηρεάζει το νόημα του κειμένου. 20 μονάδες ΘΕΜΑ 2α (Τράπεζα Θεμάτων 2020) Να παρουσιάσετε το ύφος της τελευταίας παραγράφου δίνοντας έμφαση στο συ- ναίσθημα του αφηγητή. (10 μονάδες) ΘΕΜΑ 3 Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις) (Τράπεζα Θεμάτων 2020) Πώς συνδέει το παιδί –αφηγητής τη μητέρα του με τη νεράιδα και κατ’ επέκταση με τη ζωή του; Πώς σας φαίνεται αυτή η σύνδεση; (40 μονάδες)
  • 69.
    ’ 69 ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΘΕΜΑ1α 1. Λάθος: «εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει, και ξό- μπλιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου, δε μ’έφταναν τα μαρτύριά τους, έβα- ζα κι από δικού μου» 2. Λάθος: «χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη.» 3. Λάθος: «, και κινούσε το παιδικό μυαλό μου η φαντασία να δουλεύει: μια νύχτα ο πατέρας μου, περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι» 4. Σωστό: «Την κοίταζα να πηγαινοέρχεται, ν’ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξεσκεπάζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω από το κρεβάτι, κι έτρεμα μην τύχει και βρει το μαγικό κεφαλομάντηλο της και γίνει άφαντη.» 5. Σωστό: «και σήμερα αποκρατάει μέσα μου πιο ανομολόγητη η τρομάρα ετού- τη: παρακολουθώ κάθε αγαπημένο πρόσωπο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρω πως ζητάει το κεφαλομάντηλό της να φύγει.» ΘΕΜΑ 1β Η μητέρα του ήρωα ήταν ευαίσθητη κι έτρεφε ιδιαίτερη συμπόνια για τους συ- νανθρώπους της («έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα»). Υπήρξε μετρημένη στη συμπεριφορά της («χαμογελούσε μόνο») κι έθετε ως βασική προτεραιότητα τη φροντίδα της οικογένειάς της. Κάθε της δραστηριότητα γινόταν με αγάπη και κα- λοπροαίρετη διάθεση («κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινήν ανάγκη»), γε- γονός που πυροδοτεί στη φαντασία του ήρωα τη σκέψη πως ήταν μια «νεράιδα». ΘΕΜΑ 2α Με τη χρήση του ασύνδετου σχήματος ο αφηγητής αναφέρεται εκ νέου, με συνοπτικό τρόπο αυτή τη φορά, στα στοιχεία εκείνα της παιδικής του ηλικίας που έχουν εντυπωθεί όλα μαζί αξεδιάλυτα στη μνήμη του. Η αφήγηση αποκτά, έτσι, πιο γοργό ρυθμό και αποδίδει με δραστικότητα την ιδιαίτερη συναισθηματική σύνδεση του ήρωα με το παρελθόν του. Η αναφορά του αφηγητή στο γεγονός πως κάθε φορά που μυρίζει γαζία ή ακούει καναρίνι, επανέρχεται η μνήμη της μητέρας του, γίνεται με χρήση της υπο- τακτικής έγκλισης προκειμένου να δηλωθεί η υποκειμενική διάσταση της κατα-
  • 70.
    ’ 70 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α γραφής αυτής. Σε αντίθεση, άλλωστε, με την οριστική έγκλιση που δηλώνει κάτι το βέβαιο και πραγματικό, η υποτακτική έγκλιση εμπεριέχει το στοιχείο του επιθυ- μητού και του επιδιωκόμενου, υποδηλώνοντας πως πρόκειται για μια κατάσταση που ικανοποιεί μια βαθύτερη επιθυμία του ήρωα. Με τη χρήση της διπλής παύλας (-από το σπλάχνο μου-) ο αφηγητής παρέχει μια ουσιαστικής σημασίας διευκρίνιση, αποκαλύπτοντας πως, στη δική του σκέ- ψη τουλάχιστον, η μητέρα του είναι ενταφιασμένη μέσα στην ίδια του την ψυχή. Τονίζει με αυτό τον τρόπο ο αφηγητής τη διαρκή επαφή που έχει με τη μνήμη της μητέρας του, καθώς προσδιορίζει πως το «μνήμα» της δε βρίσκεται σε κάποιον απροσδιόριστο εξωτερικό χώρο, αλλά μέσα του. Εναλλακτικά: ΘΕΜΑ 2α Παρά το γεγονός ότι η αφήγηση αναφέρεται σε γεγονότα του παρελθόντος, ο αφηγητής δεν αξιοποιεί μόνο παρελθοντικούς χρόνους (συλλογιζόμουν, κινούσε), αλλά και παροντικούς (να‘ναι, να δουλεύει, ψάχνει) προκειμένου να αποδώσει τα γεγονότα αυτά με τη ζωντάνια που έχει μια πράξη που συμβαίνει αυτή τη στιγμή. Ο αφηγητής, κατ’αυτό τον τρόπο, θέλει να τονίσει πως αν και πρόκειται για γεγο- νότα που έχουν πια παρέλθει, ο ίδιος τα βιώνει και τα αισθάνεται ακόμη μέσα του να τον επηρεάζουν. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, χρησιμοποιεί και την υποτακτική έγκλιση του αορίστου (να βρει, να το ρίξει, να γίνει πάλι, να φύγει), η οποία έχει μελλοντική σημασία, ώστε να δηλώσει πως ο φόβος που ένιωθε τότε πως η μη- τέρα του ενδέχεται να χαθεί ξαφνικά από τη ζωή του, συνεχίζει να τον ακολουθεί ακόμη και τώρα. ΘΕΜΑ 2β Το ύφος της τελευταίας παραγράφου είναι έντονα εξομολογητικό, καθώς ο αφηγητής με τη χρήση πρώτου προσώπου προχωρά στην καταγραφή ιδιαίτερα προσωπικών σκέψεων και συναισθημάτων. Ο φόβος μήπως τον εγκαταλείψει η μητέρα του αποδίδεται με εναργή και δραστικό τρόπο, χάρη στην αξιοποίηση ασύνδετου σχήματος, ώστε να αποδοθεί με την αναγκαία ένταση η πραγματι- κή διάσταση που είχε στη σκέψη του η ανησυχία αυτή, αλλά και να αιτιολογηθεί το γιατί τον επηρεάζει ακόμη και σήμερα. Προσέχουμε, επίσης, πως ο αφηγητής
  • 71.
    ’ 71 προσδίδει λυρικότηταστις σχετικές αναφορές (λάβωσε βαθιά τη νιογέννητη ψυχή μου), θέλοντας να μεταφέρει στον αναγνώστη τον βαθύ αντίκτυπο που είχαν στην ψυχή του η συνεχής αγωνία κι ο φόβος μήπως η μητέρα του εντοπίσει το «το μα- γικό κεφαλομάντηλο της» και εξαφανιστεί από τη ζωή του. ΘΕΜΑ 3 Η μεγάλη αγάπη και ο πρόδηλος θαυμασμός που έτρεφε το παιδί-αφηγητής για τη μητέρα του, όπως τονίζονται τα συναισθήματα αυτά με τη χρήση παρομοι- ώσεων («σαν πνέμα αγαθό», «σαν να‘χαν τα χέρια της μιαν καλοπροαίρετη μαγική δύναμη»), οδηγούν την παιδική φαντασία του στη σκέψη πως ίσως εκείνη δεν εί- ναι ένας απλός άνθρωπος, αλλά μια «νεράιδα». Η εξιδανικευτική αυτή θέαση της μητέρας του, ωστόσο, δεν διατηρείται στο επίπεδο του θαυμασμού, αλλά γεννά μέσα του έναν έντονο και διαρκή φόβο πως εκείνη θα επιδιώξει την επιστροφή της στον μαγικό κόσμο από τον οποίο προήλθε («έτρεμα μην τύχει και βρει το μαγικό κεφαλομάντηλο της»). Κατ’ αυτό τον τρόπο, αν και ο θαυμασμός για τη μητέρα του ήταν απόλυτα θεμιτός, δημιουργήθηκε μέσα του ένα σημαντικό ψυ- χικό τραύμα, όπως το αποδίδει ο ίδιος με τη χρήση μεταφορικού λόγου («λάβωσε βαθιά τη νιογέννητη ψυχή μου»), το οποίο συνέχισε να τον επηρεάζει ακόμη και στην ενήλικη ζωή του. Ο ήρωας, ακόμη και «σήμερα», ακόμη, δηλαδή, και τη στιγ- μή που καταγράφει τα γεγονότα αυτά νιώθει το φόβο και την αγωνία πως κάθε αγαπημένο πρόσωπο στη ζωή του, ενδέχεται να τον εγκαταλείψει. Πρόκειται για μια δικαιολογημένη σύνδεση λόγω της αγάπης του παιδιού για τη μητέρα του, η οποία, παρά τον παραμυθιακό χαρακτήρα της, εκφράζει έναν πολύ λογικό φόβο, αυτόν της απώλειας και του θανάτου. Το μικρό παιδί, όπως και αργότερα ο ενήλι- κας, φοβάται μήπως χάσει τα πιο αγαπημένα του πρόσωπα.
  • 72.
    Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
  • 73.
    ’ 73 Κ ΟΙ Υ Κ Λ Ν ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α ΛΥΚΕΙΟΥ 11713 ΚΕΊΜΕΝΟ Γρηγόριος Ξενόπουλος (1867-1951) Στέλλα Βιολάντη [απόσπασμα] Ο Χρηστάκης Ζαμάνος στέλνει ένα γράμμα στη Στέλλα, κόρη του πλούσιου μεγαλέ- μπορου Παναγή Βιολάντη, στο οποίο της δηλώνει τον έρωτά του· με τον ίδιο τρόπο τού απαντά θετικά και εκείνη. Όταν ο πατέρας της μαθαίνει ότι ο νέος ανακοινώνει το περιεχόμενο του γράμματος, θεωρεί προσβολή τη σύνδεση του ονόματος της κό- ρης του με το όνομα ενός απλού υπαλλήλου. Πλημμυρισμένος από οργή, αφού της έκανε αυστηρότατες παρατηρήσεις, την έδειρε και την έριξε στη σοφίτα του αρχο- ντικούτουόπουκαιτηνεγκατέλειψεμέχριεκείνηνααλλάξειγνώμη.Στοαπόσπασμα που ακολουθεί, η μητέρα της Στέλλας αναλαμβάνει μεσολαβητική προσπάθεια, πι- στεύοντας ότι έχει βρει τη λύση. Ήταν παραμονές της Παναγίας. Μεθαύριο το σπίτι είχε διπλογιόρτι —Μαρία έλεγαν τη Βιολάνταινα— και τι καλά αν μπορούσε να γίνει καμιά οικονομία, να έλθει η συμφιλίωση, να κατεβεί και η Στέλλα, να καθίσει στο τραπέζι, να φανεί στον κόσμο... - Ήλθα να σου πω δυο λόγια, της είπε η Βιολάνταινα χαρούμενη. Η Στέλλα, καθώς κρατούσε το μέτωπο με τα δύο χέρια, εσήκωσε τα μάτια κι εκοίταξε τη μητέρα της έκπληκτη. Δεν ήταν συνηθισμένη σε τέτοιο ύφος. - Ακούς; - Τι είναι; Ψιθύρισε η Στέλλα.
  • 74.
    ’ 74 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α Με λίγα λόγια η Βιολάνταινα διατύπωσε την πρότασή της: Να πέσει στα πόδια του πατέρα της και να του γυρέψει συχώρεση· να του πει πως μετανόησε για το κί- νημά της· να του υποσχεθεί πως στο εξής δε θα έκανε τίποτα χωρίς το θέλημά του· να τον βεβαιώσει πως έπαυσε πια να συλλογίζεται το Χρηστάκη, κι εκείνος ήταν πρόθυμος να τη συχωρέσει, και μέρα που ξημέρωνε μεθαύριο, να τη δεχθεί στην αγκαλιά του, και γρήγορα να φροντίσει να την παντρέψει, όπως της πρέπει, μ’ ένα καλό και άξιο... αμή τι; Η Στέλλα την άκουσε χωρίς να την διακόψει, με το ίδιο ύφος που έπαιρνε και όταν την εκτυπούσαν. Έπειτα κατέβασε τα χέρια από το κεφάλι, κοίταξε τη μητέρα της κατάματα, και με όλη την ηρεμία, με όλη τη γαλήνη της σταθερότητας, επρό- φερε: - Όχι! Η Βιολάνταινα εσκίρτησε τρομαγμένη· έπλεξε τα χέρια, και με φωνή υπόκωφη, σε τόνο μομφής υπέρτατης, το ξαναείπε: - Όχι! - Όχι! Είπε η Στέλλα· και τη φορά αυτή ένα κύμα ετάραξε την πρώτη γαλήνη, και η άρνηση εβγήκε από τα χείλη της με πείσμα μαζί και περιφρόνηση. - Μα, παιδί μου, συλλογίζεσαι τι λες; Συλλογίζεσαι τι κάνεις; Ερώτησε η Βιολά- νταινα· κι εγύρισε πίσω της, κι εκλείδωσε από φόβο τη θύρα. - Όχι! Είπε η Στέλλα και εκ τρίτου· και τώρα ήταν ολόκληρη τρικυμία αγανακτή- σεως, και μαζί με τη φωνή, εσηκώθη και αυτή ορθή, υψηλή, αγέρωχη. Κι εμίλησε: - Όχι, χίλιες φορές όχι! Ό,τι έκαμα ήταν κακό, το ξέρω· μα το έκαμα τώρα. Του έγραψα «είμαι δική σου», και θα είμαι για πάντα. Ναι, να πέσω στα πόδια του πα- τέρα μου, και να του φιλήσω τα χέρια, και να του γυρέψω συχώρεση γι’ αυτό που έκαμα, έτσι χωρίς να θέλω, σε μια στιγμή τρέλας, αδυναμίας... Μα να με συχωρέσει κι εκείνος και να μου δώσει το Χρηστάκη... Α, μη σου κακοφαίνεται και σώπα! Κα- λός, κακός, αυτός είναι τώρα για μένα. Ακούστηκα μαζί του, και αυτό μου φθάνει. Έπειτα, τι σας μέλει εσάς; Εγώ θα είμαι ευτυχισμένη, εμένα μ’ αρέσει. Πως είναι φτωχός; Πφ! Βλέπω τι ευτυχία που έχετε οι πλούσιοι στα σπίτια σας... Επιτέλους αλλιώτικα δε γίνεται· άλλον εγώ δεν παίρνω! - Μα ορίζεις εσύ τον εαυτό σου; Επρόλαβε να ρωτήσει η Βιολάνταινα. - Τον ορίζω! - Όχι· ο πατέρας σου σε ορίζει· ο πατέρας σου ορίζει και μένα και το Νταντή, και
  • 75.
    ’ 75 τη Νιόνιακαι όλους. - Δεν ξέρω για σας, μα εμένα δε με ορίζει. Εγώ, εγώ ορίζω τον εαυτό μου· να, κοίταξε, τον ορίζω!... τον ορίζω!... Κι έκαμψε το δάχτυλό της, και το εδάγκασε στον κόμπο με λύσσα, καθώς μιλού- σε. Και ο πόνος έδωσε στη φωνή της κάτι το απείρως τραγικό· και η Βιολάνταινα, και αυτή ακόμη, αισθάνθη ότι ήταν μεγάλη η στιγμή εκείνη. - Τι θέλεις να πεις μ’ αυτό; Ρώτησε με τρόμο. - Να, ότι τον εαυτό μου τον κάνω ό,τι θέλω... Μπορώ να κόψω τώρα το χέρι μου και να το πετάξω από το παράθυρο; Ε, ορίζω τον εαυτό μου. Ο πατέρας μου τίποτα δεν μπορεί να κάμει· πως θα με δείρει; Πως θα με κλείσει; Πως θα με σκοτώσει; Τι με τούτο; Πάλι εγώ κάνω ό,τι θέλω —τον εαυτό μου— και σα δε θέλω εγώ, άλλον άνθρωπο δεν παίρνω. Όχι· ποτέ δε θα με δώσει σε όποιον θέλει εκείνος. Σας το λέω για να το ξέρετε μια για πάντα, γιατί δεν θα το ξαναπώ: Ή το Χρηστάκη ή κανέναν. Εγώ είμαι η Στέλλα του Βιολάντη! Κι εκτύπησε το στήθος της το πλατύ με δύναμη, κι από τα μάτια της τα αδάκρυ- τα ετοξεύθη άγρια αστραπή. Ω, ήταν ωραία τη στιγμή εκείνη! Το πάθος της εχρω- μάτισε, της εζωογόνησε το κατάλευκο πρόσωπο· τα πέταλα του κρίνου επήραν ένα ρόδινο χρώμα αδύνατο· ίχνος κακοπάθειας δεν εφαίνετο πλέον, και για μια στιγμή, η κόρη έλαμψε με την πρώτη της ομορφιά την υπερήφανη, με την πρώτη υγεία και ζωή. Η Βιολάνταινα αναγκάσθηκε να χαμηλώσει το κεφάλι. Έβλεπε έξαφνα εμπρός της μια δύναμη νέα, που δεν την ήξερε, που δεν την εφαντάζετο ως τώρα. Αλή- θεια, αυτή ήταν η Στέλλα του Βιολάντη, η κόρη του πατέρα της. - Εκατάλαβα, εψιθύρισε με λύπη· μα δε συλλογίζεσαι, δυστυχισμένη, τι θα πά- θεις, αν ακούσει τέτοιο πράμα ο πατέρας σου; - Δεν τον φοβάμαι! Εφώναξε η Στέλλα· και τι θα μου κάμει; Θα με σκοτώσει... είναι άλλο; Ε, δε με μέλει, σου είπα. Εγώ δε γυρεύω να ζήσω, παρά να ζήσω ευτυχι- σμένη. Αν δεν μπορώ, καλύτερα να με σκοτώσει... Καλύτερα να πεθάνω... Στάσου να σου πω· αν δεν έγραφα εκείνο το γράμμα, δε θα μ’ έγνοιαζε· μα τώρα που το έγραψα, θα κάμω ό,τι μπορώ για να σώσω την υπόληψή μου. Θα μου τη σώσει ο γάμος; Θα μου τη σώσει ο θάνατος; Μου είναι αδιάφορο. Είδες αν άνοιξα το στόμα μου να παραπονεθώ ποτέ για τα βασανιστήρια που μου κάνετε τόσον καιρό;... - Καλέ τίνος τα λες αυτά τα παραμύθια; Είπε η Βιολάνταινα με μορφασμό ανυπο- μονησίας. Και τι πως έγραψες ένα γράμμα, που στο κάτω κάτω το πήραμε πίσω;... Εγώ να σου πω τι είναι: είναι... που αγαπάς το Χρηστάκη.
  • 76.
    ’ 76 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α Η Στέλλα κλονίσθηκε από παλμό δυνατό. Στην αρχή τής ήλθε να το αρνηθεί, να το κρύψει. Όχι, δεν ήταν αυτός ο λόγος... Αλλά έπειτα συλλογίσθηκε ότι μια που άρχισε, έπρεπε να τα πει όλα· και σα να το ήξερε πως ήταν η τελευταία φορά που θα μιλούσε, άντλησε διαμιάς όσο θάρρος υπήρχε στα βάθη της παρθενικής της ψυχής, και είπε: -Ναι, τον αγαπώ. Αν δεν τον αγαπούσα, δε θα του έδινα ακρόαση· αν δεν τον αγαπούσα, δε θα μ’ έγνοιαζε για το γράμμα, —ούτε η πρώτη είμαι ούτε η ύστε- ρη— δε θα επίμενα ολωσδιόλου, και θα έπαιρνα όποιον ήθελε ο πατέρας μου. Μα τον αγαπώ, και θα κάμω ό,τι μπορέσω για να τον πάρω. - Βγάλ’ το αυτό από το νου σου, γιατί ο πατέρας σου δεν τ’ ακούει! Είπε η Βιο- λάνταινα. - Ποιος το ξέρει!... Μπορεί στο τέλος να με λυπηθεί και να δει το σωστό. Έχουμε τόσα παραδείγματα! - Α!τέτοιεςελπίδεςέχεις;Ω,κακομοίρα,κακομοίρα!Δεντονξέρειςτονπατέρασου! - Μπορεί· μα εμένα δε με χωράει άλλο ετούτο το σπίτι. Διαμιάς η Στέλλα έγινε μελαγχολική. Εκάθισε πάλι στο διβανάκι, και με φωνή περίλυπη, σα να μιλούσε μονάχη της, εξακολούθησε: - Όχι! Δε με χωράει το σπίτι... Σε κάθε χτύπημα που μου δίνουν, ακούω μέσα μου σα μια φωνή να μου λέει: «Φύγε!... Φύγε!...» Η Βιολάνταινα όρμησε έξω φρενών, με τα χέρια σηκωμένα, με τα μάτια άγρια. - Τι είπες; Εφώναξε· να φύγεις; Ω, συφορά μου και μαυρίλα μου!... να φύγεις; - Δεν είπα τέτοιο πράμα! Είπε η Στέλλα με περιφρόνηση. Σεις μου το λέτε με τον τρόπο σας. - Όχι, το είπες! Αντείπε η Βιολάνταινα· είπες πως θα φύγεις! Και για κοίταξε καλά, γιατί εγώ δεν... Ο θυμός έπνιξε τη φωνή της. Κι έβλεπε τριγύρω της, σαν να εζητούσε ν’ αρπά- ξει τίποτα για να κτυπήσει τη Στέλλα. Ο τρόπος αυτός ανέβασε στην επιφάνεια όλο το πείσμα της κόρης. Όχι, δεν το είπε! Της έβαζαν στο στόμα λόγο που δεν είπε. Το εσυλλογίσθη, πέρασε κι αυτό από τον νου της, αλλά όχι, δεν το είχε αποφασίσει. Και ίσως δε θα το έκανε ποτέ, όσο σκληρά και αν την τυραννούσαν, γιατί ήταν η Στέλλα του Βιολάντη, και είχε την περηφάνια της, και θα προτιμούσε να πεθάνει, παρά ν’ ακουσθεί πως ξεπόρ- τισε. Αλλ’ αφού ήταν έτσι, αφού ήθελαν με το στανιό να την πείσουν πως το είπε, καλά λοιπόν, να ιδούν!
  • 77.
    ’ 77 - Ναι,το είπα! Εφώναξε δυνατότερα από τη μητέρα της. Το είπα και θα το κάμω! Μιλούσε με όλο το απεγνωσμένο θάρρος ανθρώπου που αυτοκτονεί. Η Βιολά- νταινα τα έχασε· ο θυμός της εκόπη, τα γόνατά της ελύθηκαν, κι έπεσε σε μια κα- ρέκλα, όγκος αδρανής. Αλλά ήταν μια στιγμή μόνο αδυναμίας. Αμέσως εσηκώθη, και κεραυνοβολούσα τη Στέλλα με το βλέμμα, εξεστόμισε σε μια βάναυση φράση όλη την εντύπωση που της έκανε το ξαφνικό ξύπνημα της δυνατής εκείνης ψυχής, που την εδοκίμαζε η βία και το μαρτύριο: - Εκατάλαβα· εσύ, παιδί μου, έχεις το διάολο μέσα σου! Γρηγ. Ξενόπουλος ΘΕΜΑΤΑ ΘΕΜΑ 1 ΘΕΜΑ 1α Σε κάθε μία από τις ακόλουθες διαπιστώσεις να δώσετε τον χαρακτηρισμό «Σω- στό» ή «Λάθος», ανάλογα με το αν αποδίδουν σωστά το νόημα του κειμένου. Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας με αναφορές στο κείμενο. α) Η Βιολάνταινα ζητάει από την κόρη της Στέλλα να ζητήσει συγχώρεση από τον πατέρα της αποκηρύσσοντας την αγάπη της για τον Χρηστάκη. β) Η Στέλλα είναι πρόθυμη να υποχωρήσει στον πατέρα της, αρκεί να της επιτρέ- ψει να παντρευτεί τον αγαπημένο της. γ) Η Στέλλα δηλώνει στη μητέρα της ότι προτιμάει να πεθάνει παρά να ζήσει με την υπόληψή της αμαυρωμένη. δ) Η μητέρα της Στέλλας εξοργίζεται τόσο με την προκλητική επιμονή της κόρης της που σχεδόν χάνει τον έλεγχο. ε) Η Στέλλα παραδέχεται ότι από καιρό σκεφτόταν να εγκαταλείψει το σπίτι του Βιολάντη. 10 μονάδες
  • 78.
    ’ 78 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α ΘΕΜΑ 1β Η Στέλλα Βιολάντη επαναστατεί ενάντια στην εξουσία του πατέρα της και ανα- κοινώνει την απόφασή της να ορίζει η ίδια τη ζωή της. Ποια στερεότυπα της επο- χής ανατρέπει με την στάση της; Πώς θα τη χαρακτηρίζατε λαμβάνοντας υπόψη τη συμπεριφορά της; (60-70 λέξεις). 20 μονάδες Εναλλακτικά Η Βιολάνταινα με την στάση της απέναντι στην κόρη της αναπαράγει τα στερεότυ- πα της εποχής σχετικά με τη θέση της γυναίκας. Επιλέγοντας συγκεκριμένα σημεία του κειμένου χαρακτηρίστε τη μητέρα από τη συμπεριφορά της απέναντι στην κόρη της. (60-70 λέξεις) 20 μονάδες ΘΕΜΑ 2 ΘΕΜΑ 2α - «Όχι, χίλιες φορές όχι! Ό,τι έκαμα ήταν κακό, το ξέρω· μα το έκαμα τώρα ... Επιτέλους αλλιώτικα δε γίνεται· άλλον εγώ δεν παίρνω!» Στο απόσπασμα αυτό πα- ρατηρείται εναλλαγή των ρηματικών προσώπων. Εξηγήστε αυτή την επιλογή του συγγραφέα. Σε τι εξυπηρετεί και πώς επηρεάζει το ύφος του κειμένου; 20 μονάδες Εναλλακτικά - «Δεν τον φοβάμαι! Εφώναξε η Στέλλα· και τι θα μου κάμει; Θα με σκοτώσει... είναι άλλο; ... Είδες αν άνοιξα το στόμα μου να παραπονεθώ ποτέ για τα βασανι- στήρια που μου κάνετε τόσον καιρό;...» Στο συγκεκριμένο απόσπασμα η Στέλλα διατυπώνει μια σειρά από ερωτήματα. Πώς υπηρετούν το νόημα του κειμένου και πώς επηρεάζουν το ύφος του; 20 μονάδες
  • 79.
    ’ 79 ΘΕΜΑ 2β Στοαπόσπασμα που παρατίθεται, ο Ξενόπουλος αποτυπώνει τον χαρακτήρα της Στέλλας τόσο με λεκτικές όσο και με εξωλεκτικές εκφράσεις. Επισήμανε τα ση- μεία αυτά και τον ρόλο τους στην ανάδειξη της προσωπικότητάς της. 10 μονάδες ΘΕΜΑ 3 Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις) Ο Παναγής Βιολάντης, πατέρας της Στέλλας, συναντά κάποια από τις ημέρες του εγκλεισμού της κόρης του έναν γνωστό του, ο οποίος τον ερωτά για το τι συμβαί- νει με την κόρη του, “διότι κυκλοφορούν διάφορες φήμες”. Διατύπωσε την, κατά τη γνώμη σου, απάντηση του Βιολάντη, λαμβάνοντας υπόψη σου τον χαρακτήρα του, όπως παρουσιάζεται στο κείμενο. 40 μονάδες ΠΡΟΤΕΙΝΌΜΕΝΕΣ ΑΠΑΝΤΉΣΕΙΣ ΘΕΜΑ 1α α) Σωστό: «Με λίγα λόγια η Βιολάνταινα διατύπωσε την πρότασή της: Να πέσει στα πόδια του πατέρα ... να τον βεβαιώσει πως έπαυσε πια να συλλογίζεται το Χρηστάκη» β) Σωστό: «Ναι, να πέσω στα πόδια του πατέρα μου, και να του φιλήσω τα χέρια... Μα να με συχωρέσει κι εκείνος και να μου δώσει το Χρηστάκη...» γ) Σωστό: «Στάσου να σου πω· ... θα κάμω ό,τι μπορώ για να σώσω την υπόληψή μου. Θα μου τη σώσει ο γάμος; Θα μου τη σώσει ο θάνατος; Μου είναι αδιάφορο.» δ) Σωστό: «Ο θυμός έπνιξε τη φωνή της. Κι έβλεπε τριγύρω της, σαν να εζητούσε ν’ αρπάξει τίποτα για να κτυπήσει τη Στέλλα.» ε) Λάθος: «Το εσυλλογίσθη, πέρασε κι αυτό από τον νου της, αλλά όχι, δεν το είχε αποφασίσει ... αφού ήθελαν με το στανιό να την πείσουν πως το είπε, καλά λοι- πόν, να ιδούν!»
  • 80.
    ’ 80 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α ΘΕΜΑ 1β Σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία όπως αυτή στην οποία ζει η Στέλλα τα στε- ρεότυπα υπαγορεύουν στις κόρες να είναι υπάκουες και να εφαρμόζουν το θέλη- μα του πατέρα, ακόμη κι όταν αυτό αφορά την ίδια τη ζωή τους. Η Στέλλα με τον ανεξάρτητο κι ευθύ χαρακτήρα της αντιστέκεται με αποφασιστικότητα και διαδη- λώνει το δικαίωμά της να ορίζει η ίδια τη ζωή της προασπίζοντας την αξιοπρέπειά της. Εναλλακτικά ΗΒιολάνταιναπαραμένονταςπιστήσταστερεότυπατηςεποχήςγιατηθέσητης γυναίκας γίνεται επιθετική έως απειλητική απέναντι στην κόρη της προκειμένου να την πείσει να υποκύψει στη θέληση του πατέρα της. Αν και πιο ήπια στην αρχή («-Ήλθα να σου πω δυο λόγια, της είπε η Βιολάνταινα χαρούμενη.»), εκπλήσσεται από το πείσμα της κόρης της («Η Βιολάνταινα αναγκάσθηκε ... που δεν την εφαντά- ζετο ως τώρα.»). Όταν όμως συνειδητοποιεί ότι η Στέλλα είναι αποφασισμένη για όλα, αφήνει τον θυμό της να εκραγεί («Η Βιολάνταινα όρμησε έξω φρενών, με τα χέρια σηκωμένα, με τα μάτια άγρια.») και δε διστάζει να γίνει κι επιθετική («Ο θυ- μός έπνιξε τη φωνή της. Κι έβλεπε τριγύρω της, σαν να εζητούσε ν’ αρπάξει τίποτα για να κτυπήσει τη Στέλλα.») ΘΕΜΑ 1α Υπερασπιζόμενη το δικαίωμά της να ορίζει τη ζωή της η Στέλλα επιμένει με αποφασιστικότητα στην άρνησή της να υποχωρήσει στη θέληση του πατέρα της και να αποκηρύξει την αγάπη της για τον Χρηστάκη. Επαναλαμβάνει με έμφαση την προσωπική της θέση («Ό,τι έκαμα ήταν κακό, το ξέρω· μα το έκαμα τώρα. Του έγραψα «είμαι δική σου», και θα είμαι για πάντα.», «Εγώ θα είμαι ευτυχισμένη, εμέ- να μ’ αρέσει.», «... άλλον εγώ δεν παίρνω!»). Επιπλέον, το α΄ ενικό χρησιμοποιεί- ται από την Στέλλα για να δηλώσει και πώς σκέφτεται να χειριστεί το ζήτημα του πατέρα της μεταφέροντας κι όλη τη συναισθηματική έντασή της («να πέσω στα πόδια του πατέρα μου, ... σε μια στιγμή τρέλας, αδυναμίας...»). Το γ’ ενικό που πα- ραπέμπει σε ένα πιο αντικειμενικό κι αποστασιοποιημένο ύφος, αναφέρεται στον πατέρα και την συμπεριφορά του απέναντι στην Στέλλα («Μα να με συχωρέσει κι εκείνος και να μου δώσει το Χρηστάκη...»), αλλά και στον ίδιο τον Χρηστάκη και την σχέση του με την Στέλλα («Καλός, κακός, αυτός είναι τώρα για μένα.» και «Πως είναι φτωχός;»). Χρησιμοποιείται εξάλλου και το β΄ ενικό (αφού υπάρχει διά-
  • 81.
    ’ 81 λογος) μετο οποίο η Στέλλα απευθύνεται στη μητέρα της («Α, μη σου κακοφαίνε- ται και σώπα!») με τρόπο άμεσο απαντώντας σε όσα της έχει πει κι εκτονώνοντας τη συναισθηματική της φόρτιση. Τέλος, υπάρχει και το β΄πληθυντικό πρόσωπο, με το οποίο η Στέλλα ειρωνεύεται τόσο τους γονείς της όσο και γενικότερα τους πλούσιους που δεν ξέρουν τι θα πει ευτυχία και ταυτόχρονα κάνει πιο έντονη την αντίθεση ανάμεσα σε αυτούς και την ίδια («- Έπειτα, τι σας μέλει εσάς;», «Βλέπω τι ευτυχία που έχετε ...»). Η εναλλαγή όλων αυτών των προσώπων εξασφαλίζει αμε- σότητα και ζωντάνια στο κείμενο, αλλά ταυτόχρονα φανερώνει και την κλιμάκωση των συναισθημάτων της Στέλλας, ενώ διατηρεί αμείωτο και το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Εναλλακτικά Στο απόσπασμα η Στέλλα δείχνει αποφασισμένη να αντισταθεί μέχρι τέλους στον πατέρα της προκειμένου να κερδίσει μια ζωή ευτυχισμένη και να αποκατα- στήσει την αξιοπρέπειά της. Τα ερωτήματα που διατυπώνει σχετίζονται με το δί- λημμα: ζωή ή θάνατος («και τι θα μου κάμει; Θα με σκοτώσει... είναι άλλο;») και μεταφέρουν την αγωνία της Στέλλας για την τελική έκβαση: Αν δεν μπορεί να απο- φασίζει η ίδια για τη ζωή της και την υπόληψή της, προτιμά τον θάνατο («Θα μου τη σώσει ο γάμος; Θα μου τη σώσει ο θάνατος;»). Τα διαδοχικά ερωτήματα δικαιο- λογούνται από τη συναισθηματική φόρτιση που χαρακτηρίζει την ηρωίδα και την έντονη ψυχολογική πίεση που της ασκείται όσο διάστημα βρίσκεται έγκλειστη και τιμωρημένη («Είδες αν άνοιξα το στόμα μου ... μου κάνετε τόσον καιρό;...»). Μέσα από αυτά η Στέλλα επιβεβαιώνει την αποφασιστικότητά της παρά την σκληρότητα του διλήμματος να προχωρήσει στις επιλογές της και την πρόθεσή της να ανατρέ- ψει τις στερεοτυπικές αντιλήψεις που εκφράζουν οι γονείς της. Έτσι τα ερωτήματα αποδίδουν με ιδιαίτερη παραστατικότητα και ένταση την ψυχολογική κατάσταση της Στέλλας και ταυτόχρονα βοηθούν τον αναγνώστη να κατανοήσει πώς κατα- λήγει στην αμετάκλητη απόφασή της. Το ύφος αποκτά ζωντάνια και αμεσότητα κερδίζοντας το ενδιαφέρον του αναγνώστη που αγωνιά για την εξέλιξη. ΘΕΜΑ 2β Η Στέλλα επαναστατεί ενάντια στις στερεοτυπικές αντιλήψεις των γονέων της που απαιτούν την παραίτησή της από κάθε προσωπική επιλογή σχετική με τη ζωή της. Αποφασιστική και τολμηρή η πρωταγωνίστρια δηλώνει με ειλικρίνεια κι ευθύ-
  • 82.
    ’ 82 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α τητα τους λόγους που την οδηγούν σε αυτή την απόφαση. Στην αρχή μάλιστα είναι διαλλακτική και αντιπροτείνει στη μητέρα της τη δική της λύση («Ναι, να πέσω στα πόδια ... κι εκείνος και να μου δώσει το Χρηστάκη....»). Όταν όμως έρχεται αντιμέ- τωπη με την αδιαλλαξία και τον θυμό της μητέρας της, αγανακτεί και η ίδια και με τρόπο δυναμικό υψώνει το ανάστημά της για να διεκδικήσει τόσο την αξιοπρέ- πεια όσο και την ευτυχία της. Στα λόγια της μητέρα της αντιπαρατάσσει απανωτές αρνήσεις («-Όχι!-Όχι! Είπε η Στέλλα·... -Όχι! Είπε η Στέλλα και εκ τρίτου·...) και της απαντά με ανυποχώρητη σιγουριά ότι η ίδια ορίζει τον εαυτό της («Εγώ, εγώ ορίζω τον εαυτό μου· να, κοίταξε, τον ορίζω!... τον ορίζω!...») και η υπερηφάνια της δεν της επιτρέπει να κάνει συμβιβασμούς («Όχι· ποτέ δε θα με δώσει σε όποιον θέλει εκείνος. Σας το λέω για να το ξέρετε μια για πάντα, γιατί δεν θα το ξαναπώ: Ή το Χρηστάκη ή κανέναν. Εγώ είμαι η Στέλλα του Βιολάντη!»). Ωστόσο είναι αρκετά και τα εξωλεκτικά στοιχεία που αποκαλύπτουν τον χαρακτήρα της Στέλλας και συ- μπληρώνουν την εικόνα που προκύπτει από τους λόγους της: «Η Στέλλα, καθώς κρατούσε το μέτωπο με τα δύο χέρια, εσήκωσε τα μάτια κι εκοίταξε τη μητέρα της έκπληκτη.» « Έπειτα κατέβασε τα χέρια από το κεφάλι, κοίταξε τη μητέρα της κατάματα ... » «Κι έκαμψε το δάχτυλό της, και το εδάγκασε στον κόμπο με λύσσα, καθώς μι- λούσε» «Κι εκτύπησε το στήθος της το πλατύ με δύναμη, κι από τα μάτια της τα αδά- κρυτα ετοξεύθη άγρια αστραπή.» ΘΕΜΑ 3 Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις) Δεν ξέρω, φίλε μου, σε τι ακριβώς αναφέρεσαι, αλλά δεν μου προκαλεί και ιδι- αίτερη έκπληξη το γεγονός ότι ο κόσμος ασχολείται με την οικογένειά μου. Μπο- ρώ να κατανοήσω γιατί αυτό συμβαίνει. Είναι σε όλους γνωστό ότι το σπίτι μου μόνο πρόοδο έχει να επιδείξει σε όλους τους τομείς. Ανήκουμε στην αριστοκρατία του νησιού μας και είναι λογικό η κοινωνική μας θέση και η οικονομική μας ευημε- ρία να προκαλούν τον φθόνο μερικών καλοθελητών. Τι το παράδοξο, λοιπόν, στις δήθεν φήμες που κυκλοφορούν; Τι ισχυρίζονται; Ότι η κόρη μου παίρνει μόνη της αποφάσεις χωρίς την έγκριση του πατέρα της; Ότι έπεσε στα δίχτυα ενός τυχοδιώ- κτη που την έπεισε να αψηφήσει γονείς και ήθη; Τίποτα από όλα αυτά δεν ισχύει,
  • 83.
    ’ 83 αγαπητέ μου.Κακοήθειες ζηλόφθονων ανταγωνιστών. Ήταν ποτέ δυνατόν η κόρη του μεγαλέμπορου Παναγή Βιολάντη να φανεί κατώτερη του πατέρα της και να κάνει του κεφαλιού της στο όνομα μιας ανύπαρκτης αγάπης; Όχι, αγαπητέ μου. Βρέθηκε ένας ανάξιος λόγου υπαλληλάκος που τόλμησε να σηκώσει το βλέμμα του πάνω της και να πιστέψει ότι τη μάγεψε με τα φουσκωμένα λόγια του. Ανόητοι χαριεντισμοί! Η κόρη μου ποτέ δεν του έδωσε τέτοιο δικαίωμα ούτε θα καταδεχό- ταν να φέρει σε τέτοια θέση τον πατέρα της. Από την πρώτη στιγμή απέκρουσε τις γελοίες προτάσεις του κρατώντας την υπόληψή της άθικτη. Αλλά αυτός ο ανόητος πίστεψε ότι θα μπορούσε να διεκδικήσει κάτι παραπάνω. Κι αν δεν την βλέπετε συ- χνά να βγαίνει έξω, είναι ακριβώς γιατί αποφάσισε να ξεκαθαρίσει έτσι στον αφελή νεαρό ότι ποτέ δεν είχε τέτοιου είδους πρόθεση απέναντί του. Είναι άλλωστε κόρη του Παναγή Βιολάντη κι αυτό τα λέει όλα!
  • 84.
    ’ 84 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
  • 85.
    ’ 85 Κ ΟΙ Υ Κ Λ Ν ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α ΛΥΚΕΙΟΥ 11714 ΚΕΊΜΕΝΟ ΝΙΚΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ (1947-2011) Η Ανατροπή [απόσπασμα] Βρισκόμαστε στο έτος 1884, στην τουρκοκρατούμενη ακόμη Μακεδονία. Ο Ευ- άγγελος, πλούσιος έμπορος και προεστός στη Σιάτιστα, οργανώνει στο αρχοντικό του συγκεντρώσεις, όπου συναντιούνται και άλλοι προεστοί, έμποροι, ιερείς και λό- γιοι, για να συζητήσουν για τα εθνικά ζητήματα που αφορούν τον αλύτρωτο ελληνι- σμό των Βαλκανίων. Τις συνάξεις αυτές ο Ευάγγελος επιτρέπει να τις παρακολουθεί και η αγαπημένη του κόρη Ελένη. Η Ελένη, ευαίσθητη και φιλοπερίεργη, διαφέρει από τις άλλες κοπέλες της ηλικίας της, μιας και ο δικός της στόχος δεν είναι αποκλει- στικά ο γάμος, αλλά η ελεύθερη επιλογή τρόπου σκέψης και ζωής. Ασφυκτιά μέσα στο κλειστό περιβάλλον του σπιτιού και του χωριού της κι ονειρεύεται μια άλλη ζωή, πιο ελεύθερη. Η συγκέντρωση των προεστών στο αρχοντικό του Ευάγγελου και η παρέμβαση της Ελένης […] Πήραν το λόγο κι άλλοι. Η κουβέντα πια πήγαινε κι ερχότανε, αλλά κατέλη- γε στο ίδιο πάντα σταυροδρόμι: ελευθερία και παιδεία κρατιόταν χέρι χέρι. Από τις δύο, η Ελένη κρεμάστηκε αυθόρμητα στην πρώτη. Κάθε φορά που καταδίκαζαν ή χρέωναν στην Πύλη1 νοήματα για στέρηση, περιορισμούς και αδικία, η Ελένη 1. Πύλη: η οθωμανική κυβέρνηση
  • 86.
    ’ 86 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α ένιωθε όλα να την αγγίζουνε, να αφορούν τη ζωή της έτσι όπως τη ζούσε. Μα πιο πολύ απ’ όλα την έπιασε ο λόγος του γιατρού που μίλησε τελευταίος: «Μπαίνουμε στην εποχή των μεγάλων ανατροπών. Κανείς δεν ξέρει ακόμα πού θα οδηγηθού- με…». «Ανατροπή του Πατριάρχη ή του Σουλτάνου;» τον διέκοψε κάποιος κι εκεί- νος αποκρίθηκε: «Πραγμάτων και ιδεών πιο πολύ σημαντικών απ’ το πρόσωπο το σημερινό ή το αυριανό του Πατριάρχη ή του Σουλτάνου. Μπορεί εμείς να μην τα ζήσουμε όπως και μπορεί πιο γρήγορα να τρέξουν και να συναντηθούμε. Χρειάζε- ται εγρήγορση, προετοιμασία, μεγάλες αποφάσεις. Θα χρειαστεί να αγωνιστούμε, να κινδυνεύσουμε ή και να θυσιάσουμε πράματα, για να φτιάξουμε καλύτερα τη ζωή μας. Ό,τι αφήσουμε στην τύχη θα μας πάρει από κάτω». Αυτή η τελευταία φράση έμεινε στην Ελένη να της τριβελίζει το μυαλό, να μην την αφήνει να παρα- κολουθήσει τη συνέχεια εκείνης της κουβέντας. Με δυσκολία έστρεφε την προ- σοχή της σ’ αυτά που συνέχιζαν να λένε. Έπιανε μόνο κομμάτια από φράσεις, είχε χάσει τον ειρμό, έτσι κι αλλιώς όλα κλώθαν, πλέκαν κι υφαίναν την ανάγκη για μια διαφορετική απελευθέρωση και το μυαλό της γύρναγε συνέχεια στα τελευταία λό- για του γιατρού. Ήρθε κάποια στιγμή που ο δεσπότης ρώτησε ποιος άλλος είχε να μιλήσει και έκανε με τα μάτια του μια γύρα. Και η Ελένη που νόμισε πως η ερώτηση πήγαινε σ’ όλους, που ένιωθε μια άλλη υπερηφάνεια από τις γνωστές να την πιέζει να μιλήσει, να πει κι η ίδια τι σκεφτόταν, πίστεψε πως είχε δικαίωμα και εκείνη ν’ αποκριθεί στην τελευταία έκκλησή του. Και τότε αβίαστα βγήκε από μέσα της, υψώνοντας αυθόρμητα σιγά σιγά τους τόνους της φωνής της, σχεδόν παιδιάστικη η απορία: «Δέσποτα, να ρωτήσω κι εγώ κάτι; Όλους τους τυραννά μια ο Τούρκος και μια ο Βούλγαρος και όλοι θέλουν να ξεσηκωθούνε. Το σκέφτονται και το ξανασκέφτο- νται, ψάχνουν να βρούνε δρόμους και τρόπους για την ελευθερία και την προκοπή τους». Και στρέφοντας το πρόσωπό της στην ομήγυρη συνέχισε: «Λέω, μήπως αξί- ζουμε μια σκέψη κι εμείς, που σας τιμάμε, σας φροντίζουμε, σας αγαπάμε;» Πήρε κουράγιο απ’ την απόλυτη σιωπή που απλώθηκε, νόμισε πως κάποια μάτια τη ρω- τούσαν, κατάπιε και προχώρησε: «Μια φορά λέω, Δέσποτα, πως ανασαίνουμε και η ανάσα μας δεν πάει μέχρι κάτω, όσα φλουριά κι αν έχουν τα σεντούκια μας, όσο κι αν λένε πως μας αγαπάνε οι δικοί μας. Πως μεγαλώνουμε, παντρευόμαστε και τελειώνουμε, χωρίς ποτέ κανείς να μας ρωτήσει, αν θέλουμε κάτι άλλο από αυτό που οι άλλοι για μας ορίζουν. Κάτι άλλο απ’ αυτό που ζούμε, απ’ αυτό που μας λένε να ελπίζουμε, να ονειρευόμαστε, να επιθυμούμε. Κάτι άλλο που να μας δίνει ένα κουκούτσι παραπάνω σημασία και ελευθερία. Κάτι άλλο που…». Τα ’βγαλε όλα μεμιάς, χωρίς να τα ελέγχει, σαν να ’κανε εμετό, που μήτε η ίδια
  • 87.
    ’ 87 τον περίμενεή καν είχε μαντέψει. Το ίδιο απότομα σταμάτησε, σαν να της κόψανε τη γλώσσα. Μετέωρο απόμεινε το «κάτι άλλο…». Κάτι άλλο που ήταν πολύ πιο λίγο απ’ αυτό που ονειρεύονταν να πάρουν απ’ τον Τούρκο, μα που ίσως να σήμαινε για τους ίδιους μια μεγαλύτερη ακόμη ανατροπή. Γι’ αυτό και δεν μπορούσαν – δε θέλανε – ούτε να το διανοηθούν, μήτε να το φαντασθούνε. Μόνο όταν απόσωσε τη φράση της κατάλαβε, ότι όσο μιλούσε τα λόγια της φεύγαν, σιγά σιγά παίρνανε δύ- ναμη και γίνονταν από ψίθυρος φωνή. Σταθερή, ευδιάκριτη, σχεδόν με αποδέκτες τους παρόντες. Με ένα βαθύ παράπονο ετών δέκα εννέα. Τα λόγια της Ελένης χάλασαν τους ειρμούς, τις σκέψεις όλων. Πέσαν σαν βράχος που θρυμμάτισε ό,τι είχε βρει μπροστά του. Κανένας δεν της αποκρίθηκε, απόμει- ναν άναυδοι να κοιτιόνται αμήχανα. Να μην μπορούν να συνεχίσουν όσα σκέφτο- νταν και λέγαν. Να μην μπορούν να καταλάβουν τι είχε πει η Ελένη για να της απα- ντήσουν. Να μην μπορούν να ζυγιάσουν, να εκτιμήσουν, και να συμπεριφερθούν απέναντι σ’ αυτό που είχε συμβεί. Ότι αυθόρμητα πήρε το λόγο και μπήκε βίαια στη συζήτησή τους. Κι ας είχε απευθυνθεί με την ερώτησή του σε όλους ο δεσπό- της. Στους όλους δε μετρούσε η Ελένη. Όπως δε μετρούσε καμιά Ελένη. Μαρία ή Βασιλική, Γεωργία ή Χρυσάνθη ή όποιο άλλο όνομα γυναίκας μπορούσε να υπάρ- χει. Οι πιο ευφυείς, οι πιο ευαίσθητοι υποψιάσθηκαν, αισθάνθηκαν να επικρέμεται κάτι σαν απειλή ή έστω σαν ευθύνη. Μέσα σ’ εκείνη τη σιωπή άρχισαν πρόσωπα το ένα μετά το άλλο να συνοφρυώ- νονται, κάποιοι να την κοιτάνε βλοσυρά και επιτιμητικά, και αργά να σέρνουν στη συνέχεια τη ματιά τους στον Ευάγγελο, λες και ζητούσαν εξηγήσεις για το ανα- πάντεχο εκείνο της αυθάδειας. Για την απρέπεια, που κανείς δεν περίμενε από τη θυγατέρα του Ελένη. Σχεδόν απαιτούσαν με το ύφος τους να αναλάβει την ευθύνη για ό,τι είχε συμβεί και να επαναφέρει τη συνοχή της σύναξης που έτσι ανάγωγα είχε διαλύσει η Ελένη. Έκπληκτος ο Ευάγγελος, σε δεινή θέση, νιώθοντας εκτεθειμένος απέναντι στους καλεσμένους του μπόρεσε να της πει μονάχα: «Τι είπες, Ελένη;» Και η φωνή του είχε περισσότερο το νόημα: πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό, Ελένη; Έπεσε μια σιωπή, ν’ ακούγεται μονάχα μια σπίθα στο μαγκάλι. «Τίποτα, πατέρα, μονάχα είπα κι εγώ πώς νιώθω», αποκρίθηκε ψελλίζοντας με τους κόμπους όλους του πικραμύ- γδαλου, που κράταγε μες στο λαιμό της. Τα ’χασαν πάλι για δεύτερη φορά με το ατόπημα, που δεν πίστευαν στα αφτιά τους. «Τέτοια αυθάδεια», ακούστηκε να λέει κάποιος. Η Ελένη δεν άντεχε άλλο το βάρος των ματιών που την κοίταζαν, σχεδόν τη διαπόμπευαν, το βλέμμα των ματιών όλων αυτών που θαύμαζε και σεβόταν.
  • 88.
    ’ 88 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α Κάθονταν γύρω γύρω με την πλάτη στις μεσάντρες και της θυμίζαν τρούλο εκκλη- σιάς που έδειχνε έτσι σε πέταλο τους άγιους βλοσυρούς, έτοιμους να συμβάλλου- νε στην Ώρα της Μεγάλης Κρίσεως και να την τιμωρήσουν. Κοκκίνισε, κατέβασε το κεφάλι, ένιωσε να αναβλύζουνε καυτά τα δάκρυα απ’ την ντροπή της κι έκανε απότομη στροφή, τρέχοντας για να χαθεί κάτω απ’ την σκάλα. Όμως δεν είχε γλιτωμό. Στο κεφαλόσκαλο ακούστηκε οργισμένη η φωνή του Ευάγγελου σαν καταδίκη: «Γύρνα αμέσως πίσω». Η Ελένη κοκάλωσε, έκανε πέτρα την καρδιά της, έσφιξε τα δόντια της όσο γινόταν για να πειθαρχήσει, ν’ ανέβει ένα ένα τα σκαλιά με γόνατα που τρέμαν, να επιστρέψει ξανά στο φως μπροστά στο μέγα δικαστήριο. Με κατεβασμένο κεφάλι πήγε και στάθηκε δυο βήματα δί- πλα στη σκάλα. Και τότε ακούστηκε η απόφαση του καδή απ’ του πατέρα της το στόμα: «Ζήτα αμέσως συγγνώμη από τους φιλοξενουμένους μας, κάθισε κάτω και μην ξαναμιλήσεις». Τα δάκρυά της τρέχανε πια ποτάμι. Να στέκεται όρθια, κοτζάμ κοπέλα παντρειάς, να ταπεινώνεται μπροστά στα μάτια όλης της Μακεδονίας, σ’ ανθρώπους που θα γύρναγαν στα μέρη τους και μέσα σ’ όλα τ’ άλλα θα διηγιόταν τον εξευτελισμό της. Με το κεφάλι πεσμένο μπροστά στο στήθος της, τα χέρια σταυρωμένα, να σπαρταράει μέσα της από λυγμούς που μάταια προσπαθούσε να ελέγξει, τα δάκρυα να καίνε, το στόμα της παραμορφωμένο. Όλα τ’ άντεχε, όμως δεν άντεχε αδικαιολόγητα συγγνώμη να ζητήσει. Τότε ήταν που πετάχτηκε ο φίλος του πατέρα της ο Θωμάς, κάτι του είπε στο αυτί, δεν μπόρεσε να ξεχωρίσει. Τον είδε ακόμα που γύρισε κι έκανε νόημα στους άλλους και ξανά στον πατέρα της, τον έπιασε από το χέρι, του μίλαγε χαμηλόφωνα, μπορεί και πιο πολύ από εκείνον αναστατωμένος. Ο Ευάγγελος, σαν να ηρέμησε, σαν να ξέχασε ποια ήταν η προηγούμενη εντολή του και με το ίδιο κατηγορηματι- κό και επιτιμητικό ύφος της είπε: «Κάθισε κάτω εκεί που βρίσκεσαι και μην ξαναμι- λήσεις». Λύγισαν τα γόνατά της, σχεδόν σωριάστηκε και βούλιαξε αποκαμωμένη από την ένταση, την ντροπή, το κλάμα. Τελευταία φράση που πήρε τ’ αυτί της ήταν: «Μα φιλενάδες δεν έχει να τη συντροφεύουν;» και την πήρε το παράπονο και για τις φιλενάδες της και για την ίδια. […] Νίκος Θέμελης, Η Ανατροπή, Αθήνα: Κέδρος 2000
  • 89.
    ’ 89 ΘΕΜΑΤΑ ΘΕΜΑ 1 ΘΕΜΑ1α Σε κάθε μία από τις ακόλουθες διαπιστώσεις να δώσετε τον χαρακτηρισμό «Σωστό» ή «Λάθος», ανάλογα με το αν αποδίδουν σωστά το νόημα του κειμένου. Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας με αναφορές στο κείμενο. α) Η Ελένη θεωρεί ότι έχει το δικαίωμα να μιλήσει σε μία συνάντηση στην οποία συμμετέχουν αποκλειστικά άνδρες. β) Ο γιατρός μιλάει αποκλειστικά για ανατροπή του πολιτικού καθεστώτος στην Ελλάδα με την οργάνωση κινήματος. γ) Η προτροπή του γιατρού για αγώνα απελευθερωτικό γεννάει στην Ελένη την ιδέα μιας άλλης απελευθέρωσης. δ) Η τολμηρή κίνηση της Ελένης να πάρει τον λόγο μεταφράζεται από τους προε- στούς ως αυθάδεια και αποδοκιμάζεται. ε) Η Ελένη δε μετανιώνει για την τόλμη της και αψηφά τον πατέρα της που απαιτεί να ζητήσει συγγνώμη. 10 μονάδες ΘΕΜΑ 1β Η Ελένη ανατρέπει με τη συμπεριφορά της τα κοινωνικά στερεότυπα της επο- χής που υπαγόρευαν στη γυναίκα απόλυτη υπακοή και σκυμμένο κεφάλι. Αφού εντοπίσετε χαρακτηριστικά σημεία του κειμένου, τεκμηριώστε την παραπάνω θέση (60-70 λέξεις). 20 μονάδες Εναλλακτικά Τι υποδηλώνει η απότομη αντίδραση του πατέρα απέναντι στην Ελένη για τον χαρακτήρα του και τις αντιλήψεις του (60-70 λέξεις); 20 μονάδες
  • 90.
    ’ 90 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α ΘΕΜΑ 2 ΘΕΜΑ 2α «Τα ’βγαλε όλα μεμιάς, χωρίς να τα ελέγχει, σαν να ’κανε εμετό, που μήτε η ίδια τον περίμενε ή καν είχε μαντέψει ... Με ένα βαθύ παράπονο ετών δέκα εννέα.» Στο συγκεκριμένο απόσπασμα εναλλάσσονται το γ΄ ενικό με το γ΄ πληθυντικό πρόσω- πο. Πώς υπηρετούν το ύφος και το νόημα του κειμένου; 20 μονάδες Εναλλακτικά « Κι ας είχε απευθυνθεί με την ερώτησή του σε όλους ο δεσπότης. Στους όλους δε μετρούσε η Ελένη. Όπως δε μετρούσε καμιά Ελένη. Μαρία ή Βασιλική, Γεωργία ή Χρυσάνθη ή όποιο άλλο όνομα γυναίκας μπορούσε να υπάρχει.» Στο απόσπα- σμα χρησιμοποιούνται γυναικεία ονόματα. Πώς εξυπηρετεί η χρήση τους το νόη- μα του κειμένου; 20 μονάδες ΘΕΜΑ 2β Να εντοπίσεις και να ερμηνεύσεις λέξεις ή εκφράσεις που αποτυπώνουν την αντίδραση των προεστών στην παρέμβαση της Ελένης. 10 μονάδες ΘΕΜΑ 3 Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις) Η παρέμβαση του Θωμά, στο τέλος της αφήγησης, αλλάζει την έκβαση του αποσπάσματος. Να παρουσιάσεις τον υποθετικό διάλογο που έγινε ανάμεσα στον Θωμά και τον Ευάγγελο, ώστε να φανεί η διαφορετική οπτική των δύο προσώπων. (150-200 λέξεις) 40 μονάδες
  • 91.
    ’ 91 ΠΡΟΤΕΙΝΌΜΕΝΕΣ ΑΠΑΝΤΉΣΕΙΣ ΘΕΜΑ1α α) Σωστό: « Ήρθε κάποια στιγμή που ο δεσπότης ρώτησε ... Και η Ελένη που νόμι- σε πως η ερώτηση πήγαινε σ’ όλους, ... πίστεψε πως είχε δικαίωμα και εκείνη ν’ αποκριθεί στην τελευταία έκκλησή του.» β) Λάθος: «Πραγμάτων και ιδεών πιο πολύ σημαντικών απ’ το πρόσωπο το σημε- ρινό ή το αυριανό του Πατριάρχη ή του Σουλτάνου.» γ) Σωστό: «... έτσι κι αλλιώς όλα κλώθαν, πλέκαν κι υφαίναν την ανάγκη για μια διαφορετική απελευθέρωση ... λόγια του γιατρού.» δ) Σωστό: «Μέσα σ’ εκείνη τη σιωπή άρχισαν ... λες και ζητούσαν εξηγήσεις για το αναπάντεχο εκείνο της αυθάδειας. Για την απρέπεια, που κανείς δεν περίμενε από τη θυγατέρα του Ελένη.» ε) Σωστό: « Όλα τ’ άντεχε, όμως δεν άντεχε αδικαιολόγητα συγγνώμη να ζητήσει.» ΘΕΜΑ 1β Ως η μόνη γυναίκα σε μία συνάντηση ανδρών η Ελένη επεξεργάζεται στο μυαλό της «την ανάγκη για μια διαφορετική απελευθέρωση», αυτή που αναφέρεται στα γυναικεία δικαιώματα. Παίρνοντας με τόλμη τον λόγο υπερασπίζεται τις γυναίκες («Λέω, μήπως αξίζουμε μια σκέψη κι εμείς, ... σας αγαπάμε;» και «Κάτι ... παραπάνω σημασία και ελευθερία») για να έρθει αντιμέτωπη με την απόρριψη των άλλων («Για την απρέπεια, ... Ελένη.») που θεωρούν ότι η γυναίκα είναι υποδεέστερο πλάσμα («Στους όλους δε μετρούσε η Ελένη. ... μπορούσε να υπάρχει.») Η Ελένη δικαιούται μόνο να σιωπά και να ακούει («Κάθισε κάτω εκεί που βρίσκεσαι και μην ξαναμιλή- σεις»). Εναλλακτικά Ο πατέρας της Ελένης αποτελεί ένα τυπικό δείγμα αυστηρού πατέρα με από- λυτη εξουσία στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας και πιστού στα κοινωνικά στερε- ότυπα της εποχής για τη θέση της γυναίκας. Εξοργίζεται με την τόλμη της κόρης του που τον εκθέτει στα μάτια των υπολοίπων («... κάποιοι να την κοιτάνε βλοσυρά και επιτιμητικά, και αργά να σέρνουν στη συνέχεια τη ματιά τους στον Ευάγγελο,
  • 92.
    ’ 92 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α λες και ζητούσαν εξηγήσεις για το αναπάντεχο εκείνο της αυθάδειας.» και «Σχεδόν απαιτούσαν με το ύφος τους να αναλάβει την ευθύνη ... η Ελένη.) Είναι έτοιμος να την τιμωρήσει για να αποκαταστήσει την τάξη, αλλά τελευταία στιγμή υποχωρεί με την παρέμβαση τρίτου. ΘΕΜΑ 2α Το γ΄ πρόσωπο χρησιμοποιείται στο απόσπασμα από τον αφηγητή για την Ελέ- νη και για τον λόγο που αρθρώνει. Περιγράφεται παραστατικά από την πλευρά του αφηγητή η αυθόρμητη και τολμηρή για τα δεδομένα της εποχής αντίδραση του κοριτσιού σε ένα περιβάλλον ανδροκρατούμενο που κατέπνιγε κάθε ελεύθε- ρη γυναικεία φωνή. Η Ελένη σχεδόν δεν ελέγχει τι λέει (« σαν να ’κανε εμετό, που μήτε η ίδια τον περίμενε ή καν είχε μαντέψει. Το ίδιο απότομα σταμάτησε ...»). Η λεκτική της επανάσταση συμπυκνώνεται σε εκείνο το «κάτι άλλο» ( « Κάτι άλλο που ήταν πολύ πιο λίγο ... μια μεγαλύτερη ακόμη ανατροπή.») που χαρακτηρί- ζεται ανατροπή μεγαλύτερη από την ανατροπή του Τούρκου. Το γ΄ πληθυντικό που αναφέρεται σε αυτούς που την αποδοκιμάζουν για το θάρρος της γνώμης της (ονειρεύονταν, δεν μπορούσαν, δε θέλανε, ούτε να το διανοηθούν, μήτε να το φαντα- σθούνε) συμβάλλει στην παραστατική προβολή της αντίθεσης των δύο πλευρών. Στο τέλος του αποσπάσματος το γ΄ πληθυντικό συσχετίζεται με τα λόγια της Ελέ- νης που προσωποποιούνται και σχεδόν αποκτούν ζωή: « όσο μιλούσε τα λόγια της φεύγαν, σιγά σιγά παίρνανε δύναμη και γίνονταν από ψίθυρος φωνή.» Έτσι, η εναλλαγή των προσώπων αισθητοποιεί την αντίθεση Ελένης και προεστών, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζει με παραστατικότητα και ζωντάνια τις αντιδράσεις της κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Εναλλακτικά Η Ελένη τολμά να διατυπώσει τη γνώμη της θεωρώντας ότι έχει το δικαίωμα να συμμετέχει στη συζήτηση με τον ίδιο τρόπο που συμμετέχουν και οι υπόλοιποι. Ωστόσο, τα κοινωνικά στερεότυπα της εποχής δεν προβλέπουν μια τέτοια ελευθε- ρία και αυτό δηλώνεται με σαφήνεια στο συγκεκριμένο σημείο. Μέσα στους όλους που μπορούν να έχουν άποψη και να τη διατυπώνουν η Ελένη δεν έχει καμία θέση όπως δεν έχει και καμία άλλη γυναίκα. Η αναφορά σε γυναικεία ονόματα αποσκο- πεί στο να τονίσει ακριβώς αυτή την υποτίμηση, καθώς δεν σχετίζονται με συγκε- κριμένα πρόσωπα, αλλά η χρήση τους γίνεται με τρόπο τυχαίο και αδιάφορο ώστε
  • 93.
    ’ 93 να φανείότι το όποιο όνομα δεν έχει απολύτως καμία σημασία, όπως δεν έχει και το πρόσωπο που το φέρει. Συνεπώς, η χρήση αυτών των ονομάτων σε πληθυντικό αριθμό που εκφράζει παραστατικά τα κοινωνικά ήθη της εποχής, τονίζει ακόμη πε- ρισσότερο την ανατρεπτική συμπεριφορά της Ελένης που καταφέρνει να κερδίσει τελικά τη συμπάθεια του αναγνώστη. ΘΕΜΑ 2β Για τους προεστούς η τόλμη της Ελένης αποτελεί ανατροπή μεγαλύτερη από αυτή που σχεδιάζουν εναντίον των Τούρκων, γιατί για τα ήθη της εποχής συνιστά κάτι αδιανόητο («Γι’ αυτό και δεν μπορούσαν – δε θέλανε– ούτενατοδιανοηθούν, μήτε να το φαντασθούνε.»). Η αντίδρασή τους παρουσιάζει κλιμάκωση. Αρχικά αντιδρούν με αμηχανία και σιωπή, καθώς η παρέμβαση της Ελένης αποσυντονίζει τη συζήτησή τους και γίνεται με τρόπο απότομο («Κανένας δεν της αποκρίθηκε, απόμειναν άναυδοι να κοιτιόνται αμήχανα.»). Αρκετοί μάλιστα θεωρούν ότι πρό- κειται για ένα είδος απειλής («Οι πιο ευφυείς, ... αισθάνθηκαν ... κάτι σαν απειλή ή έστω σαν ευθύνη.») Στη συνέχεια θυμώνουν, την κοιτάζουν επιτιμητικά κι επιρ- ρίπτουν ευθύνες στον πατέρα της («Μέσα σ’ εκείνη τη σιωπή άρχισαν πρόσωπα το ένα μετά το άλλο να συνοφρυώνονται, κάποιοι να την κοιτάνε βλοσυρά και επιτιμητικά, και αργά να σέρνουν στη συνέχεια τη ματιά τους στον Ευάγγελο... για το αναπάντεχο εκείνο της αυθάδειας. Για την απρέπεια, ... Σχεδόν απαιτούσαν με το ύφος τους να αναλάβει την ευθύνη για ό,τι είχε συμβεί ...»). Για τους προε- στούς η παρέμβαση της Ελένης είναι αναίδεια και θρασύτητα. Η ίδια αισθάνεται ότι «...σχεδόν τη διαπόμπευαν» κι ότι ετοιμάζονται να της επιβάλλουν τιμωρία θυμίζοντας «άγιους βλοσυρούς, έτοιμους να συμβάλλουνε στην Ώρα της Μεγά- λης Κρίσεως και να την τιμωρήσουν.» Γίνεται ξεκάθαρο ότι ο λόγος της εξέθεσε τόσο την ίδια όσο και τον πατέρα της σε μια κρίσιμη στιγμή που υπήρχαν - κατά την κρίση των προεστών - πιο σοβαρά ζητήματα να αντιμετωπιστούν. Στο τέλος το νεαρό κορίτσι απαξιώνεται με ένα υποτιμητικό σχόλιο («Μα φιλενάδες δεν έχει να τη συντροφεύουν;») ΘΕΜΑ 3 Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις) Θωμάς: - Μα τι πράγματα είναι αυτά, Ευάγγελε; Υπάρχει λόγος να φέρνεις το παιδί σε τόσο δύσκολη θέση μπροστά σε όλους και να γίνεσαι αδι- καιολόγητα κακός; Στο κάτω κάτω δεν έκανε και κανένα έγκλημα.
  • 94.
    ’ 94 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α Ευάγγελος:- Μα ήταν συμπεριφορά αυτή, Θωμά μου; Να προσβάλλει τους άρ- χοντες με την αναίδειά της και τις περίεργες ιδέες της; Και πρώτα από όλα ποιος της έδωσε τον λόγο; Πώς μπόρεσε να πιστέψει ότι μπορεί να παρεμβαίνει, επειδή είναι παρούσα στη συζήτηση; Από ευγένεια της το επιτρέπω, όχι για άλλο λόγο. Η γυναίκα, ακόμη κι αν είναι κόρη μου, οφείλει να ακούει και να σιωπά. Όχι να διεκδικεί κι από πάνω. Εδώ έχουμε την εθνική ελευθερία να σκεφτούμε! Θωμάς: - Ε, μα για ελευθερία μίλησε κι αυτή. Έκρινε πως ήταν ώρα να μιλήσει και για άλλου είδους ελευθερία κοντά σε αυτήν του τόπου. Βιάστηκε ίσως, μα μην την αποπαίρνεις. Το νεαρό της ηλικίας της και ο ενθουσι- ασμός την παρέσυραν. Έπειτα κόρη σου είναι, περίμενες κάτι λιγότε- ρο; Ας είμαστε επιεικείς όπως ταιριάζει σε ανθρώπους έμπειρους και συνετούς. Κάποτε κι εμείς στην ίδια θέση ήμασταν και την ίδια τόλμη είχαμε. Δε μας βγήκε σε κακό. Ευάγγελος: - Μπορεί και να ΄χεις δίκιο. Καλύτερα όμως να προσέχει τις κουβέντες της, γιατί οι αγώνες δεν κερδίζονται έτσι εύκολα και μόνο με τα λόγια. Όμως άλλη στιγμή θα της μιλήσω για τους τρόπους της, αν θέλει ξανά να ακούσει τις συζητήσεις μας.
  • 95.
    ’ 95 Κ ΟΙ Υ Κ Λ Ν ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α ΛΥΚΕΙΟΥ 11715 ΚΕΊΜΕΝΟ ΛΙΝΑ ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ (1958-) Μαμά γερνάω Το «Μαμά γερνάω» γράφτηκε από τη Λίνα Νικολακοπούλου το 1988. Σε μουσική Σταμάτη Κραουνάκη κυκλοφόρησε στον ομώνυμο δίσκο τραγουδιών που ερμήνευ- σε η Τάνια Τσανακλίδου. Τα ρούχα που δεν έμαθα να πλένω τα βάζω στη σακούλα και σ’ τα φέρνω. Ρωτάς για την καριέρα μου τη νύχτα και τη μέρα μου κι εγώ να σου μιλάω καταφέρνω. 5 Και σκέφτομαι που πίνω κόκα κόλα για να `ναι πάντα ίδια αλλάζουν όλα. Κι ανοίγω το ψυγείο σου, το «έλα» και το «αντίο» σου ζητούσα στη ζωή μου πάνω απ’ όλα. 10
  • 96.
    ’ 96 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α Μαμά, πεινάω μαμά, φοβάμαι μαμά, γερνάω, μαμά. Και τρέμω να `μαι αυτό που χρόνια ανησυχείς: ωραία, νέα κι ατυχής. 15 Τα χρόνια που μεγάλωνες για μένα να ξέρεις πως σου τα `χω φυλαγμένα. Και τέλειωσα με άριστα αλλά δεν έχω ευχάριστα, όλα στον κόσμο είναι γραμμένα. 20 Τριάντα καλοκαίρια και χειμώνες τις άγριες σού φέρνω ανεμώνες. Και κοίτα, ένα μυστήριο του κόσμου το κριτήριο πως μοιάζουμε μου λέει σαν δυο σταγόνες.
  • 97.
    ’ 97 ΘΕΜΑΤΑ ΘΕΜΑ 1 ΘΕΜΑ1α Αφού διαβάσετε προσεκτικά τους παραπάνω στίχους, αντιστοιχίστε τα στοιχεία της Στήλης Α με τα στοιχεία της Στήλης Β: Α Β 1. Και τρέμω να `μαι αυτό που χρόνια ανησυχείς: ωραία, νέα κι ατυχής. α.Το ποιητικό υποκείμενο εξομολογείται τους φόβους του ως ενήλικα στη μητέ- ρα του. 2.το «έλα» και το «αντίο» σου ζητούσα στη ζωή μου πάνω απ’ όλα. β.Το ποιητικό υποκείμενο είναι τριάντα ετών. 3.Μαμά, πεινάω μαμά, φοβάμαι μαμά, γερνάω, μαμά. γ. Το ποιητικό υποκείμενο αισθάνεται ευγνωμοσύνη για την αφοσίωση της μητέρας του. 4.Τα χρόνια που μεγάλωνες για μένα να ξέρεις πως σου τα `χω φυλαγμένα. δ. Το ποιητικό υποκείμενο ήθελε να αι- σθάνεται ότι η μητέρα του ήταν πάντα δίπλα του. 5.Τριάντα καλοκαίρια και χειμώνες τις άγριες σού φέρνω ανεμώνες. ε.Τοποιητικόυποκείμενοφοβάταιότιδεν έχει πετύχει στη ζωή του όσα θα ήθελε. μονάδες 10 ΘΕΜΑ 1β Περιγράψτε τη συναισθηματική κατάσταση του ποιητικού υποκειμένου με ανα- φορές σε συγκεκριμένους στίχους (60-70 λέξεις). μονάδες 20 Εναλλακτικά Ποιος φαίνεται να είναι ο ρόλος της μητέρας σύμφωνα με όσα περιγράφει το ποι- ητικό υποκείμενο; Απαντήστε με 70-80 λέξεις. μονάδες 20
  • 98.
    ’ 98 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α ΘΕΜΑ 2 ΘΕΜΑ 2α «Μαμά, πεινάω μαμά, φοβάμαι μαμά, γερνάω, μαμά. Και τρέμω να `μαι αυτό που χρόνια ανησυχείς: ωραία, νέα κι ατυχής.» Στη συγκεκριμένη στροφή επαναλαμβάνεται τέσσερις φορές η ίδια προσφώνηση και ρήματα που περιγράφουν συγκεκριμένα συναισθήματα ή καταστάσεις. Σχολι- άστε τα κι εξηγήστε πώς υπηρετούν το νόημα και το ύφος της στροφής. μονάδες 20 Εναλλακτικά Στις δύο τελευταίες στροφές εναλλάσσονται το α΄ με το β’ ενικό πρόσωπο για να αντικατασταθούν στον τελευταίο στίχο από το α΄ πληθυντικό. Πώς εξυπηρετεί το νόημα του κειμένου αυτή η εναλλαγή; μονάδες 20 ΘΕΜΑ 2β Χαρακτηριστικό του ποιήματος αποτελεί μια συνεχώς παρούσα αντίθεση, ανά- μεσα στο παλιό και το καινούργιο. Ανάφερε σημεία με τα οποία αναδεικνύεται αυτή η αντίθεση και την εντύπωση που δημιουργεί. μονάδες 10 ΘΕΜΑ 3 Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις) Αν το ποιητικό υποκείμενο έγραφε σε ημερολόγιο τις σκέψεις του τι, κατά τη γνώ- μη σου, θα σημείωνε σε αυτό; μονάδες 40
  • 99.
    ’ 99 ΠΡΟΤΕΙΝΌΜΕΝΕΣ ΑΠΑΝΤΉΣΕΙΣ ΘΕΜΑ1α 1ε, 2δ, 3α, 4γ, 5β ΘΕΜΑ 1β Το ποιητικό υποκείμενο τρέφει δυνατή αγάπη για τη μητέρα του στην οποία καταφεύγει κάθε φορά που χρειάζεται βοήθεια, σημαντική ή ασήμαντη (Στ.1-2 και 9-10). Ωστόσο, αυτό δεν το εμποδίζει να βιώνει φόβο και ανασφάλεια για το τι έχει πετύχει στη ζωή του μέχρι τώρα (στ.11-15) και να αγωνιά για το μέλλον που δεν προμηνύεται ευχάριστο παρά την ύπαρξη καλών προϋποθέσεων (στ. 18-20). Η πρωταγωνίστρια αναρωτιέται αν θα καταφέρει να ισορροπήσει το βήμα της, καθώς τα πάντα αλλάζουν (στ.6-7), ελπίζει όμως στην στήριξη της μητέρας της. Εναλλακτικά Η μητέρα φαίνεται να αποτελεί το ασφαλές καταφύγιο της γυναίκας - αφηγή- τριας. Η παρουσία της είναι διαρκής στη ζωή της τόσο στις σημαντικές όσο και στις λιγότερο σημαντικές στιγμές. Το ενδιαφέρον της για την πρόοδο του παιδιού της αλλά και για τη ζωή του είναι πάντα ζωντανό (στ. 3-4). Η μητέρα γίνεται ο απο- δέκτης των παιδικών αναγκών, των φόβων και των ενήλικων ανασφαλειών του παιδιού της (στ.11-13), γίνεται όμως και ο αποδέκτης της ευγνωμοσύνης του για κάθε λεπτό της ζωής της που αφιέρωσε σε αυτό (στ.16-17). Και στο τέλος είναι το μόνο πράγμα που παραμένει σταθερό στη ζωή του παιδιού της (στ.21-22), γιατί είναι ίδια με αυτό (στ.23-25). ΘΕΜΑ 2α Στην στροφή επαναλαμβάνεται η προσφώνηση «μαμά» στην αρχή των τριών στίχων και στο τέλος του τρίτου. Η επανάληψη ενισχύει τη μουσικότητα των στί- χων, αλλά παράλληλα τονίζει το πρόσωπο που αποτελεί τον αποδέκτη της συ- ναισθηματικά φορτισμένης εξομολόγησης του ποιητικού υποκειμένου. Τα ρήματα που συνοδεύουν την προσφώνηση σε α΄ πρόσωπο εκφράζουν χαρακτηριστικά συναισθήματα ή καταστάσεις που αντιστοιχούν σε διαφορετικές ηλικίες: πεινάω,
  • 100.
    ’ 100 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α φοβάμαι, γερνάω, τρέμω. Η μητέρα βρίσκεται εκεί για να ανακουφίσει αυτούς τους φόβους ή τις ανάγκες του παιδιού της ή ακόμη για να διαψεύσει τις δικές της ανη- συχίες: να `μαι αυτό που χρόνια ανησυχείς: ωραία, νέα κι ατυχής. Το εξομολογητικό ύφος αποκτά παραστατικότητα και ζωντάνια που ενισχύεται και από το β΄ πρόσω- πο (ανησυχείς). Εναλλακτικά Το α΄ενικό πρόσωπο υπηρετεί την εξομολογητική διάθεση του ποιητικού υπο- κειμένου και χρησιμοποιείται για να περιγράψει την στάση του ποιητικού υποκει- μένου απέναντι στη μητέρα του και την προσωπική του ψυχολογική κατάσταση. Έτσι αναγνωρίζει την προσφορά της μητέρας όλα αυτά τα χρόνια και δηλώνει την ευγνωμοσύνη του γι΄ αυτό («Τα χρόνια που μεγάλωνες για μένα / να ξέρεις πως σου τα ΄χω φυλαγμένα»). Υπόσχεται ότι θα ανταποδώσει για αυτά τα χρόνια, αλλά αμέσως μετά αναγνωρίζει την αδυναμία του, καθώς «όλα στον κόσμο είναι γραμ- μένα» και στην περίπτωσή του τα πράγματα δεν εξελίσσονται θετικά παρά τις κα- λές προϋποθέσεις («Και τέλειωσα με άριστα / αλλά δεν έχω ευχάριστα»). Οι στίχοι 21 και 22 εκφράζουν παραστατικά την αγάπη του υποκειμένου για τη μητέρα για τριάντα ολόκληρα χρόνια, όσο είναι και η ηλικία του. Το β΄ ενικό συμπληρώνει το σκηνικό με την παρουσία του ως αποδέκτης της εξομολόγησης (μεγάλωνες, να ξέρεις, σου τα ΄χω, σου φέρνω, κοίτα) δημιουργώντας την αίσθηση του διαλόγου. Στους τελευταίους στίχους τα δύο πρόσωπα αντικαθίστανται από το α΄ πληθυντι- κό για να γίνουν ένα («μοιάζουμε σαν δυο σταγόνες»). ΘΕΜΑ 2β Μια σειρά αντιθετικών ζευγών αξιοποιούνται προκειμένου να δηλώσουν τη συναι- σθηματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η κεντρική ηρωίδα και να ερμηνεύ- σουν την απαισιόδοξη διάθεσή της: Ρωτάς για την καριέρα μου / τη νύχτα και τη μέρα μου για να `ναι πάντα ίδια αλλάζουν όλα το «έλα» και το «αντίο» σου / ζητούσα στη ζωή μου πάνω απ’ όλα ωραία, νέα κι ατυχής Και τέλειωσα με άριστα / αλλά δεν έχω ευχάριστα Τριάντα καλοκαίρια και χειμώνες
  • 101.
    ’ 101 Το ποιητικόυποκείμενο συνειδητοποιεί ότι ο κόσμος αποτελεί τη σύνθεση αντίθετων πραγμάτων κι εκεί οφείλει την ισορροπία του, η χαρά συνυπάρχει με τη θλίψη, η νύχτα με τη μέρα, το καλοκαίρι με τον χειμώνα κι ερχόμαστε αντιμέτωποι και με τα δύο. Τίποτα δεν παραμένει πάντα ίδιο, τίποτα δεν συμφωνεί πάντα με τις προσδοκίες μας, γι΄ αυτό και είναι προτιμότερο να αποδεχόμαστε αυτή την πραγ- ματικότητα και να την αντιμετωπίζουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. ΘΕΜΑ 3 Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις) Θεσσαλονίκη, 1/1/2021 Αγαπημένο μου ημερολόγιο, μέρες τώρα βασανίζομαι από τις ίδιες σκέψεις για τη ζωή μου, το μέλλον μου, τα όνειρα που δεν έκανα πραγματικότητα, τις ελπίδες που δεν μπόρεσα να εκ- πληρώσω, αγαπημένα πρόσωπα που δεν κατάφερα να ευχαριστήσω. Τη μητέρα μου, σε αυτήν οφείλω μια εξήγηση. Για όσα μου προσέφερε, για κάθε στιγμή της ζωής της που αφιέρωσε σε μένα, για κάθε της ερώτηση πώς είμαι και τι κάνω, για κάθε καλωσόρισμα και κάθε αποχαιρετισμό της. Στα τριάντα μου χρόνια συνειδη- τοποιώ ότι η ζωή δε μου έδωσε όλα όσα ήθελα κι ας πίστευα ότι θα το κατόρθωνα μέσα από τις πρωτιές μου. Στα τριάντα μου χρόνια φοβάμαι, γίνομαι πάλι παιδί που δεν ξέρει πού βαδίζει, που δεν είναι σίγουρο τι θέλει από τη ζωή ή τι μπορεί να κερδίσει από αυτή. Στα τριάντα μου χρόνια δεν ξέρω ακόμη να πλένω τα ρούχα μου και γίνομαι αυτό που η μητέρα μου φοβάται: νέα, ωραία αλλά μάλλον άτυχη. Ο φόβος της γίνεται τώρα δικός μου φόβος, γιατί το βλέπω ότι τίποτα δεν έρχεται όπως το περιμένουμε κι η ζωή είναι γεμάτη ανατροπές. Για κάθε πράγμα υπάρχει και το αντίθετό του και πρέπει να μάθω να αντιμετωπίζω και τα δυο. Το οφείλω στη μητέρα μου που είναι εκεί για μένα, γιατί είμαστε ένα! Θα τα καταφέρω για εκείνη, για εμένα.
  • 102.
    Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α
  • 103.
    ’ 103 Κ ΟΙ Υ Κ Λ Ν ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α ΛΥΚΕΙΟΥ 11728 ΚΕΊΜΕΝΟ Ανδρέας Φραγκιάς (1921-2002) Η Καγκελόπορτα (απόσπασμα) Ο ήρωας, ο Αντώνης, έλαβε σθεναρά μέρος στην πάλη κατά του κατακτητή, αλλά στο μετακατοχικό κλίμα δεν μπορούσε να βρει προσωπικές και επαγγελματικές λύ- σεις, ταλαιπωρώντας και τη γυναίκα του, τη Βαγγελία. […] Αυτές τις μέρες ο Αντώνης έχει γυρίσει όλα τα γνωστά τους σπίτια αναζητώ- ντας την Βαγγελία. Τώρα θυμήθηκε πως είχε κάποτε μια θεία στον Χολαργό. Ίσως να ξέρει τίποτα. - Φαίνεσαι στενοχωρημένος σήμερα, του είπε ο σωφέρ. Δεν είναι ευχάριστο βέβαια να πετάς τόσο εμπόρευμα. Φτάσανε στον Χολαργό. Ο Αντώνης κάτι θυμόταν μα έχουν περάσει πάρα πολ- λά χρόνια κι’ ο τόπος έχει αλλάξει. Άφησε το φορτοταξί να τον περιμένει και πήρε έναν ήσυχο δρόμο που βγάζει στο δάσος με τα πεύκα. Αυτό είναι, το μικρό σπίτι, θυμήθηκε τα κάγκελα και την περικοκλάδα. Το κλείνουν ολόκληρο, δε μπορείς να δεις στην αυλή. Στάθηκε στη σιδερένια πόρτα με τα κάγκελα και χτύπησε δυνατά. Σε λίγο βγήκε η θεία της. Την γνώρισε αμέσως. - Είμαι ο Αντώνης, της είπε. Έμαθα πως είναι δώ η Βαγγελία. Δε θα μπω μέσα. Σε παρακαλώ μόνο πες της να βγει μόνο να την δω… Η θεία δεν ξεκλείδωσε την πόρτα.
  • 104.
    ’ 104 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α - Να την ρωτήσω αν θέλει, του είπε και γύρισε πίσω. Ώστε είναι εδώ! Πιάστηκε από τα κάγκελα και περίμενε. Σε λίγο παρουσιάστηκε η Βαγγελία. Του χαμογέλασε και τον χαιρέτησε. - Πλησίασε λίγο να σου μιλήσω, την παρακάλεσε. Η Βαγγελία ήρθε πιο κοντά. - Έχεις δίκαιο που έφυγες, της είπε. Δε θύμωσα διόλου… - Θέλω να κρατήσω το παιδί μου. Την άλλη φορά προτίμησες τις κονσέρβες σου. Τώρα έχω κι’ εγώ κάποιο δικαίωμα. - Βαγγελία, μήπως θυμάσαι ένα κορίτσι με καστανές κοτσίδες που καθόταν σ’ ένα σπίτι με κόκκινα τούβλα και γαζίες κοντά στις γραμμές του τραίνου; Κάποιο βράδυ, μια περίπολος τραυμάτισε έναν άγνωστο. Άνοιξε μια πόρτα και το κορίτσι τον έσωσε… Μήπως θυμάσαι; - Ναι, το θυμάμαι, είπε με κόπο η Βαγγελία. - Ύστερα όμως αυτός, Βαγγελία, άρχισε να κουράζεται και να φοβάται. Μήπως δε δείχνει πανικό το κυνήγι της ευκαιρίας; Κι’ όσες φορές σε ζάλιζα με φλυαρίες είταν γιατί ήθελα να κοροϊδεύω τον εαυτό μου, έπαιζα τον ταχυδακτυλουργό για να θαρρώ πως πλησιάζω σε κάποια διέξοδο. Καλά έκανες και πήρες το παιδί μας. Εγώ μόνο μια ζούγκλα ψευτιάς θα μπορούσα να του διδάξω. Ύστερα φοβόμουν μη βρεθώ φυλακή κι’ έρθεις να με δεις πίσω από τα κάγκελα. Κι’ όμως να τώρα εί- ναι σα να ήρθες επισκεπτήριο. Εγώ που αλωνίζω τώρα τους δρόμους με τη τσάντα μου είμαι ένας φυλακισμένος πίσω από τούτη την πόρτα. Α. Φραγκιάς, Η Καγκελόπορτα. Αθήνα: εκδόσεις Κέδρος, 2002, σελ. 435-437.
  • 105.
    ’ 105 ΘΕΜΑΤΑ ΘΕΜΑ 1 ΘΕΜΑ1α Σε κάθε μία από τις ακόλουθες διαπιστώσεις να δώσετε τον χαρακτηρισμό «Σωστό» ή «Λάθος», ανάλογα με το αν αποδίδουν σωστά το νόημα του κειμένου. Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας με αναφορές στο κείμενο. α) Ο πρωταγωνιστής του αποσπάσματος αναζητά τη σύζυγό του, Βαγγελία, που τον έχει εγκαταλείψει. β) Η Βαγγελία έχει καταφύγει στη θεία της, που ζει σε ένα μικρό καγκελόφραχτο σπίτι. γ) Ο Αντώνης βρίσκει δικαιολογημένη τη φυγή της γυναίκας του. δ) Η Βαγγελία επικαλείται ως βασικό λόγο για τη φυγή της την οικονομική ανέχεια. ε) Ο Αντώνης θεωρεί ότι οι επιλογές του είναι καλύτερες από τις επιλογές της γυ- ναίκας του. 10 μονάδες ΘΕΜΑ 1β Η Βαγγελία εγκαταλείπει τον σύζυγό της, Αντώνη, ανατρέποντας τα κοινωνικά στερεότυπα της εποχής που ήθελαν τη γυναίκα υπάκουη και πλήρως υποταγμένη στις αποφάσεις του άντρα. Σκιαγραφήστε με στοιχεία του κειμένου τον χαρακτή- ρα και τη συμπεριφορά της (70-80 λέξεις). 20 μονάδες Εναλλακτικά Κεντρικός χαρακτήρας του κειμένου είναι ο Αντώνης. Στον διάλογο με τη γυ- ναίκα του, Βαγγελία εξηγεί τους λόγους που προσδιορίζουν τις επιλογές του και τη συμπεριφορά του. Με τη βοήθεια του κειμένου καταγράψτε αυτούς τους λόγους. (90-100 λέξεις) 20 μονάδες
  • 106.
    ’ 106 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α ΘΕΜΑ 2 ΘΕΜΑ 2α - «Ύστερα όμως αυτός, Βαγγελία, άρχισε να κουράζεται και να φοβάται. ... Εγώ που αλωνίζω τώρα τους δρόμους με τη τσάντα μου είμαι ένας φυλακισμένος πίσω από τούτη την πόρτα.» Στο απόσπασμα αυτό παρατηρείται εναλλαγή ρηματικών προσώπων. Πώς επηρεάζει αυτή η γλωσσική επιλογή το ύφος και το νόημα του κειμένου; 20 μονάδες Εναλλακτικά - «Βαγγελία, μήπως θυμάσαι ένα κορίτσι … Μήπως θυμάσαι;» Στο απόσπασμα ο πρωταγωνιστής απευθύνει κάποια ερωτήματα στη γυναίκα του. Γιατί - κατά τη γνώμη σας - το κάνει αυτό; Επηρεάζεται το ύφος του κειμένου; 20 μονάδες ΘΕΜΑ 2β Τι νομίζεις ότι συμβολίζουν οι εικόνες με την καγκελόπορτα και τα κάγκελα στο απόσπασμα; Ποιος ο λειτουργικός τους ρόλος ως προς το νόημα και το ύφος του κειμένου; 10 μονάδες ΘΕΜΑ 3 Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις) Ποια συναισθήματα και ποιες σκέψεις σου γεννά η ανάγνωση του αποσπάσμα- τος; Να απαντήσεις σε 150-200 λέξεις, με κατάλληλους κειμενικούς συσχετισμούς. 40 μονάδες
  • 107.
    ’ 107 ΠΡΟΤΕΙΝΌΜΕΝΕΣ ΑΠΑΝΤΉΣΕΙΣ ΘΕΜΑ1α α) Σωστό: « Αυτές τις μέρες ο Αντώνης έχει γυρίσει όλα τα γνωστά τους σπίτια αναζητώντας την Βαγγελία.» β) Σωστό: «Αυτό είναι, το μικρό σπίτι, θυμήθηκε τα κάγκελα και την περικοκλάδα.» γ) Σωστό: «-Έχεις δίκαιο που έφυγες, της είπε. Δε θύμωσα διόλου…» δ) Λάθος: «-Θέλω να κρατήσω το παιδί μου. Την άλλη φορά προτίμησες τις κον- σέρβες σου. Τώρα έχω κι’ εγώ κάποιο δικαίωμα.» ε) Λάθος: «Καλά έκανες και πήρες το παιδί μας. Εγώ μόνο μια ζούγκλα ψευτιάς θα μπορούσα να του διδάξω» ΘΕΜΑ 1β Η Βαγγελία αναδεικνύεται σε μία τολμηρή και δυναμική γυναίκα που αποφασί- ζει να αντισταθεί στα σχέδια του άντρα της και να κάνει την επανάστασή της εγκα- ταλείποντας τη συζυγική εστία και υψώνοντας τη φωνή της. Από ό,τι προκύπτει από το κείμενο η καρτερικότητα της Βαγγελίας μετατρέπεται σε αγανάκτηση για τις προτεραιότητες του άντρα της και τελικά σε φυγή για να μεταφέρει το μήνυμά της («-Θέλω να κρατήσω το παιδί μου. Την άλλη φορά προτίμησες τις κονσέρβες σου. Τώρα έχω κι’ εγώ κάποιο δικαίωμα.») Είναι μία γυναίκα που αποφασίζει να γίνει μητέρα αφήνοντας τον άντρα της μόνο του στο παράλογο κυνήγι της ευ- καιρίας, αλλά αφήνοντας πίσω και το παρελθόν («-Βαγγελία, μήπως θυμάσαι ένα κορίτσι ...- Ναι, το θυμάμαι, είπε με κόπο η Βαγγελία.») Εναλλακτικά Ο Αντώνης απολογείται στη Βαγγελία για τις επιλογές του και προσπαθεί να εξηγήσει τους λόγους που τον ώθησαν σε αυτές. Αυτό το επιχειρεί με μία σύγκριση ανάμεσα στο παρελθόν («-Βαγγελία, μήπως θυμάσαι ένα κορίτσι με καστανές κο- τσίδες … Μήπως θυμάσαι;») και το παρόν. Με την αναδρομή στο παρελθόν υπεν- θυμίζει στη γυναίκα του πώς γνωρίστηκαν. Επιστρέφοντας στο παρόν της εξηγεί ότι προσπαθώντας να αφήσει πίσω του αυτό το κουραστικό κι επικίνδυνο παρελ- θόν («-Ύστερα όμως αυτός, Βαγγελία, άρχισε να κουράζεται και να φοβάται.» και
  • 108.
    ’ 108 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α «Ύστερα φοβόμουν μη βρεθώ φυλακή ... πίσω από τα κάγκελα.) και να προσαρμο- στεί στα νέα δεδομένα κυνηγώντας το κέρδος έχασε τον δρόμο του (« έπαιζα τον ταχυδακτυλουργό για να θαρρώ πως πλησιάζω σε κάποια διέξοδο.»). Ο Αντώνης παραδέχεται ότι η νέα επιλογή του υπαγορεύθηκε από τον πανικό του να ξεφύγει από τα παλιά και να γίνει κάτι άλλο, αλλά εξαιτίας της τελικά βρέθηκε σε μιαν άλλη φυλακή στερούμενος τη γυναίκα του και το παιδί του. ΘΕΜΑ 1β Στο απόσπασμα αυτό που δίνει την αίσθηση μονολόγου ο Αντώνης αναφέρεται αρχικά στον εαυτό του χρησιμοποιώντας γ΄ πρόσωπο, καθώς συνεχίζει την ανα- δρομική αφήγηση σα να μιλάει για κάποιον άλλο. Η αποστασιοποίηση εδώ είναι σκόπιμη, γιατί πράγματι ο Αντώνης του παρελθόντος δεν έχει καμία σχέση με τον Αντώνη του παρόντος. Έπειτα όμως επανέρχεται στο α΄ πρόσωπο προκειμένου να απολογηθεί για τη συμπεριφορά του και τα συναισθήματα που βιώνει μετά τη φυγή της γυναίκας του (σε ζάλιζα, ήθελα να κοροϊδεύω, έπαιζα, να θαρρώ, πλησιάζω, εγώ θα μπορούσα να διδάξω,φοβόμουν, μη βρεθώ, εγώ αλωνίζω,είμαι). Απολογείται για τον τρόπο που προσπάθησε να απαλλαγεί από το παρελθόν των αγώνων και του φόβου, απολογείται που την εξανάγκασε σε φυγή, καθώς δε θα ήταν πρότυπο πατέρα, απολογείται για το ότι τελικά δεν κατάφερε να αποφύγει τη φυλακή, αφού έτσι νιώθει τώρα πίσω από τα κάγκελα της πόρτας. Το β΄ενικό (σε ζάλιζα, καλά έκα- νες, πήρες το παιδί, έρθεις να με δεις, σα να ήρθες) με το οποίο ο Αντώνης απευθύ- νεται στη Βαγγελία υπενθυμίζει ότι έχουμε διάλογο και υπάρχει αποδέκτης της απολογίας του ήρωα. Με αυτό ο Αντώνης δικαιολογεί τη φυγή της Βαγγελίας και συνδέει τον φόβο της φυλακής με την αίσθηση που βιώνει τώρα. Το ύφος αποκτά ζωντάνια, παραστατικότητα, γίνεται οικείο, ενώ αποδίδεται με ευστοχία η συναι- σθηματική κατάσταση του ήρωα. Εναλλακτικά Με τα ερωτήματα ο Αντώνης προσπαθεί να επηρεάσει συναισθηματικά τη γυναί- κα του υπενθυμίζοντάς της το παρελθόν της γνωριμίας τους και μάλιστα με λεπτο- μέρειες που φορτίζουν έντονα το κλίμα («ένα κορίτσι με καστανές κοτσίδες που καθόταν σ’ ένα σπίτι με κόκκινα τούβλα και γαζίες κοντά στις γραμμές του τραί- νου»). Ο Αντώνης υπενθυμίζει στη Βαγγελία ότι κάποτε υπήρξε ένα απλό κορίτσι που έσωσε έναν τραυματισμένο άγνωστο. Αυτό ήταν αρκετό για να δεθούν και να είναι μαζί. Αλλά ο κόσμος άλλαξε και μαζί του και οι άνθρωποι. Τα ερωτήματα
  • 109.
    ’ 109 λειτουργούν ωςαναμνήσεις που παρακινούν τη Βαγγελία να θυμηθεί ποιον έχει απέναντί της, ακόμη κι αν αυτός έχει αλλάξει και καθιστούν το ύφος ζωντανό και παραστατικό/δραματικό. ΘΕΜΑ 2β Ο Αντώνης αναζητά τη γυναίκα του στο σπίτι της θείας της («Αυτό είναι, το μικρό σπίτι, θυμήθηκε τα κάγκελα και την περικοκλάδα.») Το σπίτι διαθέτει μία σιδερένια καγκελόπορτα («Στάθηκε στη σιδερένια πόρτα με τα κάγκελα...») που θα παραμείνει κλειδωμένη όση ώρα ο Αντώνης συζητά με τη γυναίκα του (« Πιά- στηκε από τα κάγκελα και περίμενε»). Εκτός από το κυριολεκτικό τους νόημα τα κάγκελα φαίνεται πως αποκτούν και συμβολικό περιεχόμενο, καθώς συνδέονται με τα κάγκελα της φυλακής. Ο Αντώνης προσπαθώντας να εξηγήσει τα κίνητρα που τον οδήγησαν στην αλλαγή της ζωής του επικαλείται τον φόβο του μήπως κα- ταλήξει στη φυλακή εξαιτίας της δράσης του στο παρελθόν («Ύστερα φοβόμουν μη βρεθώ φυλακή κι’ έρθεις να με δεις πίσω από τα κάγκελα.»). Εκείνα τα κάγκελα τα απέφυγε, τώρα όμως αναγκάζεται να βρίσκεται πίσω από άλλα κάγκελα («Κι’ όμως να τώρα είναι σα να ήρθες επισκεπτήριο.») που τον κρατούν μακριά από την οικογένειά του και μολονότι είναι τυπικά ελεύθερος, ουσιαστικά αισθάνεται το αντίθετο («Εγώ που αλωνίζω τώρα τους δρόμους με τη τσάντα μου είμαι ένας φυλακισμένος πίσω από τούτη την πόρτα.»). Μόνο που τώρα η φυλακή είναι η νέα του ζωή. Η χρήση συμβόλων καθιστά το ύφος παραστατικό και δραματικό. ΘΕΜΑ 3 Ερμηνεία και παραγωγή λόγου (150 - 200 λέξεις) Το απόσπασμα εστιάζει στο αδιέξοδο με το οποίο έρχεται αντιμέτωπος ο ήρω- ας εξαιτίας των επιλογών του. Η απόφαση του Αντώνη να εγκαταλείψει την προη- γούμενη ζωή του και το όραμά του για έναν καλύτερο κόσμο («Κάποιο βράδυ, μια περίπολος τραυμάτισε έναν άγνωστο. Άνοιξε μια πόρτα και το κορίτσι τον έσω- σε...») προκαλεί δυσαρέσκεια, αν λάβουμε υπόψη από ποιες επιλογές αντικατα- στάθηκε αυτό το όραμα. Στον νέο κόσμο και στη νέα του ζωή ο Αντώνης δεν αφή- νει περιθώρια για ρομαντισμούς και ανιδιοτελείς αγώνες, ο στόχος είναι το κέρδος κι αυτή η μεταστροφή του είναι κάτι που εξοργίζει. Αναρωτιόμαστε πώς μπόρεσε να θυσιάσει ουσιαστικά πράγματα όπως η οικογένεια ή οι αξίες στον βωμό του κέρδους, εξωθώντας την ίδια τη γυναίκα του στη φυγή. Η δική της στάση μας βρί-
  • 110.
    ’ 110 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α σκει σύμφωνους, γιατί είναι αξιοπρεπής και έντιμη. Η δική του είναι κατακριτέα, αν και η παραδοχή εκ μέρους του της ενοχής του, αποτελεί ένα ελαφρυντικό στην κρίση του από τον αναγνώστη («έπαιζα τον ταχυδακτυλουργό για να θαρρώ πως πλησιάζω σε κάποια διέξοδο»). Αναγνωρίζει το λάθος του και την αδυναμία του να αποτελέσει πρότυπο για το παιδί του («Καλά έκανες και πήρες το παιδί μας. Εγώ μόνο μια ζούγκλα ψευτιάς θα μπορούσα να του διδάξω.»). Η ειλικρινής απολογία του και η συνειδητοποίηση ότι η νέα του ζωή είναι τώρα τελικά η φυλακή του προ- καλεί σε ένα βαθμό τη συμπάθειά μας, γιατί έστω και τώρα αντιλαμβάνεται ότι άλλες είναι οι προτεραιότητες στη ζωή.
  • 111.
    ’ 111 Κ ΟΙ Υ Κ Λ Ν ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Α ΛΥΚΕΙΟΥ 11729 ΚΕΙΜΕΝΟ Νίκος Καζαντζάκης (1883-1957) Ταξιδεύοντας. Ιταλία-Αίγυπτος-Σινά-Ιερουσαλήμ-Κύπρος- Ο Μοριάς (απόσπασμα) Στο συγκεκριμένο απόσπασμα, ο Καζαντζάκης βρίσκεται στην Πελοπόννησο, στη φτωχική Γλαρέντζα. Εκεί, γίνεται ένα πανηγύρι στο οποίο ο συγγραφέας συναντά έναν οργανοπαίχτη, τον σαντουρτζή. Κι ήρθε τότε – σαν όλα να γίνουνται στον κόσμο τούτο με κάποιον ειρμό – πρό- βαλε ένας λιγνός, συμπαθητικός μουζικάντης και στάθηκε μπροστά από το τραπέ- ζι μας. Τα μάτια του ήταν γαλάζια πράσινα, τα δάχτυλά του λιγνά και μακρύτατα. Κάθισε, έβγαλε σιγά σιγά από ένα κόκκινο ταγάρι το σαντούρι του, το ακούμπησε στα γόνατά του, το χάδεψε λίγο με την παλάμη του, κι άρχισε να τραγουδάει και να παίζει. Αμανέδες, ανατολίτικο πάθος, λαχτάρες προαιώνιες, μονότονες, ίδιες που έρχουνται και ξανάρχουνται, κλαψιάρες και ανίκητες, και πιπιλίζουν το μυαλό του ανθρώπου. Τα θεμέλια της ψυχής κλονίζουνται, λιγούρα παθιακή σε κυριεύει, η καρδιά σου γίνεται ένα σαπημένο φρούτο. Οι πανηγυριώτες γύρα έπεσαν σε από- τομη αποχαύνωση, τα σουβλερά αρπακτικά μάτια τους θόλωσαν, κάτω από τον αεικίνητο, παμπόνηρο Ρωμιό ξεπρόβαλε ο χαύνος1 Ανατολίτης. Τέλειωσε ο σαντουρτζής, σφούγγιξε τον ιδρώτα του, η ματιά του που είχε φύ- 1 χαύνος= χαλαρός, άτονος, νωθρός
  • 112.
    ’ 112 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α γει ξανάρθε και μας κοίταξε γύρα. Έβγαλε από την τσέπη του ένα τασάκι, μάζεψε μερικά πενηνταράκια και σταύρωσε τα χέρια να ξεκουραστεί. Μου άρεσε· έπιασα μαζί του κουβέντα. - Πώς έμαθες σαντούρι; τον ρωτώ. - Εγώ ήμουν είκοσι χρονών. Σ’ένα πανηγύρι άκουσα σαντούρι. Η αναπνοή μου πιάστηκε. Τρεις μέρες έκαμα να φάω. »- Τι έχεις; με ρωτά ο πατέρας μου. »- Εγώ θέλω να μάθω σαντούρι. »- Μωρέ δεν ντρέπεσαι; »- Εγώ θέλω να μάθω σαντούρι! »Είχα οικονομήσει μερικά χρήματα για να παντρευτώ, σαν έρθει η ώρα.Τα έδω- κα κι αγόρασα ένα σαντούρι. Να, τούτο το σαντούρι που βλέπεις. Έφυγα μαζί του για την Πάτρα, και βρήκα το μακαρίτη τον Κωστάκη, το δάσκαλο του σαντουριού. Έπεσα στα πόδια του. »- Τι θες μωρέ; μου κάνει. »- Εγώ θέλω να μάθω σαντούρι. »- Ε, και γιατί πέφτεις στα πόδια μου; »- Γιατί δεν έχω λεφτά να σε πληρώσω. »- Μωρέ κάτσε, και δε θέλω εγώ πληρωμή. »Έκατσα μαζί του ένα χρόνο κι έμαθα. Και τώρα γυρίζω εδώ και εκεί, στα πα- νηγύρια, στους γάμους, και βγάνω το ψωμί μου. Ας είναι καλά οι άνθρωποι. Όταν παίζω, μου μιλούνε μα δεν ακούω. Κάποτε πάλι ακούω, μα δεν μπορώ ν’αποκριθώ. Θέλω, μα δεν μπορώ. - Μα γιατί; - Ε, σεβντάς!2 - Στο σπίτι σου παίζεις; - Πού να παίξω, κύριέ μου! Στο σπίτι είναι σκουτούρες, γυναίκα, παιδιά, τι να φάμε… Έγνοιες! Και το σαντούρι θέλει καλή καρδιά.Άμα μου πει εμένα έναν περίσ- σιο λόγο η γυναίκα μου, τι καρδιά θέλεις να ’χω να παίξω σαντούρι; Άμα τα παιδιά πεινούνε,μετικαρδιάναπαίξω;Τοσαντούριθέλεινα συλλογάσαιμονάχα σαντούρι! Ποτέ δεν άκουσα να διατυπώνεται πιο τέλεια και πιο απλά η ουσία και το συ- νέπαρμα της τέχνης. Μονάχα τη στιγμή που θα μπορέσεις να λυτρωθείς από τον 2. σεβντάς= διακαής πόθος, ανικανοποίητο ερωτικό πάθος, μελαγχολία
  • 113.
    ’ 113 αργαλειό τηςανάγκης νιώθεις τι θα πει αγνή, αφιλόκερδη κραυγή του ανθρώπου, τραγούδι! Ο κουρελιάρης αυτός σαντουρτζής είχε φτάσει, ακολουθώντας την καρδιά του, στην κορυφή της αισθητικής. Κατέβηκα στη θάλασσα, στο αιώνιο στοιχείο της Ελλάδας, κολύμπησα, ξάπλωσα στις πέτρες, άκουγα μακριά το βουητό του ανθρώπινου κοπαδιού και κοίταζα πέρα κατά τη Ζάκυνθο, πιο πέρα ακόμα, κατά τη μυστική πατρίδα μας, την Ιθάκη. Κι άξαφνα από την αιώνια θάλασσα τινάχτηκε πάλι, καβαλικεύοντας τα κύματα, το καράβι του Οδυσσέα. Κι ο καπετάνιος κάθεται, καθώς το συνηθάει, καβάλα στο δοιάκι3 , με το μυτερό σκουφί κατεβασμένο ως τα φρύδια. Στραφταλίζουν4 τα μι- κρά του παμπόνηρα μάτια, τα φρύδια του είναι συμμαζεμένα - σα να ζυγιάζει με το μάτι ένα νησί που ορέχτηκε να κουρσέψει ή ένα σύννεφο που πρόβαλε ξαφ- νικά στον ουρανό καργαρισμένο5 ανέμους· ή τη δύναμή του και τη δύναμη των αθανάτων, προτού ν’αποφασίσει αν συφέρει να φανεί γενναίος ή πανούργος. Νίκος Καζαντζάκης, κεφ. ΣΤ΄. Ο Μοριάς, V. Η Μεσαιωνική Γλαρέντζα. Αθήνα: εκδ. Ελ. Καζαντζάκη, 19696, σελ. 226-9. ΘΕΜΑΤΑ ΘΕΜΑ 1 ΘΕΜΑ 1α Σε κάθε μία από τις ακόλουθες διαπιστώσεις να δώσετε τον χαρακτηρισμό «Σω- στό» ή «Λάθος», ανάλογα με το αν αποδίδουν σωστά το νόημα του κειμένου. Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας με αναφορές στο κείμενο. α) Ο σαντουρτζής του κειμένου θέλησε να ασχοληθεί με το σαντούρι προκειμένου να βγάζει χρήματα. β) Η επήρεια της μουσικής του σαντουριού είναι τέτοια, ώστε φέρνει στην επι- φάνεια μια διαφορετική πτυχή του χαρακτήρα των προσώπων που βρίσκονται στο πανηγύρι. γ) Ο σαντουρτζής έχει μεγαλώσει στην Πάτρα. 3. δοιάκι= μοχλός που μετακινεί το πηδάλιο του πλοίου, λαγουδέρα 4. Στραφταλίζουν= αστράφτουν, λάμπουν, λαμποκοπούν 5. καργαρισμένο= γεμισμένο, φορτωμένο υπερβολικά
  • 114.
    ’ 114 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α δ) Ο σαντουρτζής κατορθώνει να δώσει έναν επιτυχημένο ορισμό της τέχνης, σύμφωνα με τον αφηγητή, χάρη στην πολύχρονη μελέτη της μουσικής. ε) Αν και η μουσική του σαντουριού επηρεάζει όσους την ακούν, δεν ασκεί πια επίδραση στον σαντουρτζή του κειμένου. 10 μονάδες ΘΕΜΑ 1α Να παρουσιάσετε με δικά σας λόγια τον χαρακτήρα του «σαντουρτζή», αξιοποιώ- ντας στοιχεία της αφήγησης. (50-60 λέξεις) 20 μονάδες ΘΕΜΑ 2 ΘΕΜΑ 2α Στο ακόλουθο χωρίο να εξηγήσετε πώς συνδέονται με το νόημα του κειμένου και πώς επηρεάζουν το ύφος του τα ρηματικά πρόσωπα που αξιοποιεί ο αφηγητής: «Ποτέ δεν άκουσα να διατυπώνεται πιο τέλεια και πιο απλά η ουσία και το συνέ- παρμα της τέχνης. Μονάχα τη στιγμή που θα μπορέσεις να λυτρωθείς από τον αργαλειό της ανάγκης νιώθεις τι θα πει αγνή, αφιλόκερδη κραυγή του ανθρώπου, τραγούδι! Ο κουρελιάρης αυτός σαντουρτζής είχε φτάσει, ακολουθώντας την καρδιά του, στην κορυφή της αισθητικής.» 20 μονάδες ΘΕΜΑ 2β Στο κείμενο διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν πολλές αναφορές σε ήχους, μουσική, τραγούδια. Ποιες ακουστικές εικόνες «βλέπετε» να σχηματίζονται στο απόσπα- σμα; Πώς ανταποκρίνεστε εσείς στο περιεχόμενο και το ύφος του κειμένου; 10 μονάδες
  • 115.
    ’ 115 ΘΕΜΑ 3 Ερμηνείακαι παραγωγή λόγου Να παρουσιάσετε το κύριο, κατά τη γνώμη σας, θέμα του αποσπάσματος. Να εκ- φράσετε τα συναισθήματα και τις σκέψεις που σας δημιουργεί (150-200 λέξεις). 40 μονάδες ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΘΕΜΑ 1α α) Λάθος: «Εγώ ήμουν είκοσι χρονών. Σ’ ένα πανηγύρι άκουσα σαντούρι. Η ανα- πνοή μου πιάστηκε. Τρεις μέρες έκαμα να φάω.» β) Σωστό: «Οι πανηγυριώτες γύρα έπεσαν σε απότομη αποχαύνωση, τα σουβλε- ρά αρπακτικά μάτια τους θόλωσαν, κάτω από τον αεικίνητο, παμπόνηρο Ρωμιό ξεπρόβαλε ο χαύνος Ανατολίτης.» γ) Λάθος: «Να, τούτο το σαντούρι που βλέπεις. Έφυγα μαζί του για την Πάτρα, και βρήκα το μακαρίτη τον Κωστάκη, το δάσκαλο του σαντουριού.» δ) Λάθος: «Ο κουρελιάρης αυτός σαντουρτζής είχε φτάσει, ακολουθώντας την καρδιά του, στην κορυφή της αισθητικής.» ε) Λάθος: «Όταν παίζω, μου μιλούνε μα δεν ακούω. Κάποτε πάλι ακούω, μα δεν μπορώ ν’αποκριθώ. Θέλω, μα δεν μπορώ.» ΘΕΜΑ 1β Ο «σαντουρτζής» ήρωας του κειμένου αποδεικνύει με τη στάση του πως είναι απο- φασιστικό άτομο, με ειλικρινή αγάπη για την τέχνη του. Η επιλογή του να μάθει την τέχνη του σαντουριού, παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του (Μωρέ δεν ντρέπεσαι;) και παρά το γεγονός πως δεν είχε τα απαραίτητα χρήματα, φανερώνει το σθένος του χαρακτήρα του. Ενώ, η συνέχιση της ενασχόλησής του με αυτό, έστω κι αν κερδίζει ελάχιστα, επιβεβαιώνει το πόσο αφοσιωμένος είναι στην τέχνη του.
  • 116.
    ’ 116 Ε Κ ΔΟ Σ Ε Ι Σ Χ Α Τ Ζ Η Θ Ω Μ Α ΘΕΜΑ 2α Με τη χρήση του α΄ ενικού προσώπου τονίζεται ο υποκειμενικός χαρακτήρας της διαπίστωσης του αφηγητή. Παράλληλα όμως το κείμενο αποκτά πιο προσωπικό χαρακτήρα, εφόσον ενισχύεται η εξομολογητική διάθεση του ύφους του. Με τη χρήση του β΄ ενικού προσώπου ο αφηγητής δημιουργεί σκοπίμως την αί- σθηση πως απευθύνεται στον αποδέκτη του κειμένου του, ώστε να ενθαρρύνει τον αναγνώστη να αναλογιστεί σχετικά με τον προβληματισμό που του θέτει. Το κείμενο γίνεται, έτσι, περισσότερο ενδιαφέρον και, συνάμα, επισημαίνεται η γενι- κότερη αλήθεια της άποψης που εκφράζει ο αφηγητής, εφόσον δεν αφορά μόνο εκείνον ή τον ήρωα της ιστορίας. Με τη χρήση του γ΄ ενικού προσώπου ο αφηγητής λειτουργεί ως αποστασιοποι- ημένος παρατηρητής που εκφράζει μια αντικειμενική διαπίστωση σχετικά με την πορεία που ακολούθησε ο ήρωας προκειμένου να φτάσει στη βαθύτερη δυνατή κατανόηση της τέχνης. ΘΕΜΑ 2β Ο αφηγητής προκειμένου να αισθητοποιήσει την ιδιαίτερη γοητεία της μουσι- κής του σαντουριού και των αμανέδων, διαμορφώνει ποικίλες ηχητικές εικόνες. Η εκτενέστερη εικόνα εντοπίζεται στην πρώτη παράγραφο του κειμένου και μέσω αυτής δίνεται έμφαση στα πάθη που εκφράζει ο αμανές (λαχτάρες προαιώνιες, κλαψιάρες και ανίκητες), στον επαναλαμβανόμενο ρυθμό του (μονότονες, ίδιες που έρχουνται και ξανάρχουνται), καθώς και στο σημαντικό αντίκτυπο που έχει στα συναισθήματα όσων τον ακούν (λιγούρα παθιακή σε κυριεύει). Ο αντίκτυπος αυτός, μάλιστα, αισθητοποιείται και με την παρουσίαση της αντίδρασης των πα- νηγυριωτών (έπεσαν σε απότομη αποχαύνωση, τα σουβλερά αρπακτικά μάτια τους θόλωσαν). Μια πιο σύντομη αντίστοιχη εικόνα σχετίζεται με τον ίδιο τον ήρωα και τη δική του αντίδραση στον ήχο του σαντουριού (Σ’ένα πανηγύρι άκου- σα σαντούρι. Η αναπνοή μου πιάστηκε.). Ο τρόπος με τον οποίο ο αφηγητής αποδίδει την αισθαντική διάσταση του τραγουδιού, τον καημό και τις λαχτάρες που εκφράζονται μέσω αυτού, όπως και τη δύναμή του να επηρεάζει δραστικά τη διάθεση των ανθρώπων, είναι εξαιρετι- κά λυρικός, καθώς χρησιμοποιεί πλήθος επιθέτων που αναδεικνύουν και συνάμα υποβάλλουν τις ανάλογες διαθέσεις στον αναγνώστη. Προσωπικά συμφωνώ με τις σκέψεις που εκφράζει ο αφηγητής, καθώς θεωρώ ότι πράγματι η μουσική και
  • 117.
    ’ 117 το τραγούδιέχουν τη δυνατότητα να συγκινούν και να επηρεάζουν τους ανθρώ- πους. Βρίσκω, μάλιστα, πολύ αποτελεσματικό το λυρικό ύφος που επιλέγει για να αποδώσει το συναισθηματικό κλίμα που δημιουργεί η μουσική. ΘΕΜΑ 3 Κύριο, κατά τη γνώμη μου, θέμα του αποσπάσματος αποτελεί η δυνατότητα της μουσικής να παρασύρει συναισθηματικά τους ανθρώπους και να εκφράζει τις βαθύτερες αγωνίες τους. Το θέμα αυτό αναδεικνύεται με εναργή τρόπο, τόσο μέσα από την επίδραση που άσκησε το τραγούδι του κεντρικού ήρωα σε όσους παρευρίσκονταν στο πανηγύρι, όπου εκείνος τραγουδούσε, όσο και μέσα από τη δική του προσωπική ιστορία. Με τη χρήση μεταφορικού λόγου ο αφηγητής, που αισθάνθηκε κι ο ίδιος τη βαθιά επίδραση των αμανέδων, παρουσιάζει τη συγκλο- νιστική δύναμη της μουσικής (Τα θεμέλια της ψυχής κλονίζουνται… η καρδιά σου γίνεται ένα σαπημένο φρούτο) και αναγνωρίζει την αδυναμία των ανθρώπων να αντισταθούν σε ό,τι συνιστά την ξεχωριστή μαγεία της. Η παραδοχή αυτή, άλλω- στε, εκφράζεται εξίσου παραστατικά και μέσω της προσωπικής εμπειρίας του κε- ντρικού ήρωα, ο οποίος αφού βίωσε τον ιδιαίτερο αντίκτυπο που είχε σ’ αυτόν η μουσική του σαντουριού (Η αναπνοή μου πιάστηκε.), αφοσιώθηκε ύστερα στο όργανο αυτό, υπηρετώντας με αρκετές θυσίες την τέχνη του. Ο ήρωας δηλώνει, μάλιστα, την σχεδόν εκστατική κατάσταση στην οποία περιέρχεται όταν παίζει σαντούρι (μου μιλούνε μα δεν ακούω), ενισχύοντας ακόμη περισσότερη την κε- ντρική αυτή θεματική της δύναμης που έχει η μουσική. Η αναφορά του αφηγητή στον εκπληκτικό αντίκτυπο της μουσικής στους αν- θρώπους και η έμφαση την οποία δίνει στην καταγραφή των συναισθημάτων που εκφράζονται μέσω αυτής, με παραπέμπει σε όσα αντίστοιχα έχω αισθανθεί κι εγώ ακούγοντας συγκεκριμένα τραγούδια. Θεωρώ πως έχει αποδώσει με πολύ ξεχω- ριστό τρόπο ένα θέμα που μας αγγίζει και μας αφορά όλους, εφόσον η μουσική αποτελεί -σχεδόν απαραίτητο- μέρος της καθημερινότητας όλων μας.