[ 3 ]
ΤΟΠΡΏΤΟ ΚΛΆΜΑ
Είναι Σάββατο. Βρέχει.
Η μοιρολατρία με φωνή τσιριχτή
διαπερνά τους αρμούς το σπίτι παγώνει.
Οι ενδορφίνες αποχαιρετούν καλεσμένους
μαζεύουν πιάτα πετούν θραύσματα.
Σπάνε τα νερά.
Γεννιέται η Ποίηση.
Η Νιότη σιγεί.
4.
[ 4 ]
ΤΟΣΑΡΆΚΙ
Ο πολυπρόσωπος καθωσπρεπισμός μου
θέλοντας τη θλίψη θηλιασμένη και
λανθάνουσα τη θλάση και
το θάρρος θαλερό
έσβηνε ενθουσιωδώς κάθε προσπάθεια σμίλευσης
εκείνου του ποιήματος για το σαράκι που
επέμενε ενθουσιωδώς να σκαλίζει χαίνουσες σιωπές
σπρώχνοντας τα ροκανίδια
κάτω απ’ το χαλάκι της εξώπορτας.
5.
[ 5 ]
ΑΚΡΟΔΆΧΤΥΛΑ
Δενζητάει πολλά
καμιά λοξή ματιά στο παρελθόν
κανένα μπιχλιμπίδι
κανένα οικογενειακό κειμήλιο
κανένα περίσσευμα Νεότητας
περίσσευμα
κανένα
μέρος που να θυμίζει δυτική Μακεδονία
κι έρχεται.
Σαν την κάννη καίει και σκιρτά σαν τη σκανδάλη.
Πού πάω με τέτοια ακροδάχτυλα;
Το μελάνι στα νύχια μαρτυρά τις εκδορές;
Πολύ καλά λοιπόν.
Τουλάχιστον να μην αδικηθεί το ποίημα –
ας είναι και κάποιου το δικαίωμα στη ζωή αναφαίρετο.
6.
[ 6 ]
ΤΟΣΠΊΤΙ
Ας ανεγερθεί το σπίτι πρώτα.
Μ’ ασβεστωμένους τοίχους κατάλευκους
σαν το φόρεμα της Έμιλι Ντίκινσον.
Με κάγκελα ψηλά, μαύρο μαντέμι λαμπερό
σαν της προγιαγιάς μου το τσεμπέρι
εκεί, στις εκβολές του Αλιάκμονα.
Μ’ έναν κισσό αναρριχώμενο
σαν θλίψη αναρριχώμενη σε γέλιο βαθύ.
Παράθυρα να μην υπάρχουν.
Ίσως κάπου, κάτω χαμηλά, σε μια γωνιά
ξεχασμένη, μια μικρή πορτούλα σκύλου
ίσα που να χωρά κεφάλι ανθρώπου
ν’ αντικρίζει μια στιγμή το φως
και να μαζεύεται πάλι μέσα.
Ας ανεγερθεί το σπίτι πρώτα.
Θα βρεθεί ύστερα κι ο Ποιητής
να τ’ αγοράσει.