http://36dimotiko.blogspot.com




                                 Γιάννης
Κάλαντα από όλη την Ελλάδα.
Κάλαντα Χριστουγέννων Πόντου.
Ἦχος α´. Ῥυθμὸς ἑξάσημος (ἰωνικός τρίμακρος).
Χριστὸς γεννέθεν, χαρὰ στὸν κόσμον,
ἀκαλὴ ὥρα καλή ση μέρα,
ἀκαλὸν παιδίον ὀψὲς γεννέθεν,
ψὲς γεννέθεν, οὐράνεστάθεν.

Τὸν ἐγέννησεν ἡ Παναΐα,
τὸν ἀνέσταισεν Ἀειπαρθένος.
Ἐκαβάλλκεψεν χρυσόν πουλάριν,
ἐκατῆη στὸ σταυροδρόμιν.

Ἔρπαξαν ἀτὸν οἱ σκῦλ’ Ἑβραῖοι,
σκῦλ᾿ Ἑβραίοι καὶ μίλ’ Ἑβραῖοι.
Ἀς σ’ ἀρχόντικά κι ἀσ’ σὴν καρδίαν,
γαῖμαν ἔσταξεν, φλογὴν κι ἂσ’ ἐφάνθεν.

Ὅπου ἔσταξεν κι᾿ ἐμυροστάθεν,
ἐμυρισ᾿ ἀτὸν ὁ κόσμος ὅλος.
Νὰ μυρίσ’ ἀτὸν κι ἐσύ ἀφέντα,
ἐκατῆη στό σταυροδρόμιν.

Ἔμπα σὸν νουντὰν κι᾿ ἔλα σὴν πόρτα,
ἔξου στέκουν τά παλληκάρια.
Ἔβγαλ’ τον κισὲ καὶ δὸς παράδας
ἔξου στέκουν τά παλληκάρια.

Καί θυμίζουν Στὸν νοικοκύρην,
νοικοκύρην καὶ βασιλέαν.
Κάλαντα Χριστουγέννων Καππαδοκίας.
Ἦχος α´. Ῥυθμὸς τετράσημος.
Καλὴν ἐσπέραν ἄρχοντες κι ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστὸς γεννᾶται σήμερον ἐν Βηθλεὲμ τῇ πόλει.

Ἐν τῷ σπηλαίῳ τίκτεται, ἐν φάτνῃ τῶν ἀλόγων,
οἱ οὐρανοί ἀγάλλονται, χαίρει κι ἡ φύσις ὅλη.

Ἐκ τῆς Περσίας ἔρχονται τρεῖς Μάγοι μὲ τὰ δῶρα,
ἄστρον λαμπρὸν τοὺς ὁδηγεῖ, χωρίς νὰ λείψῃ ὥρα.

Γονατιστοὶ τὸν προσκυνοῦν καὶ δῶρα τοῦ χαρίζουν,
σμύρνα, χρυσὸν καὶ λίβανον, Θεὸν τὸν εὐφημίζουν.

Καὶ ἐπληρώθη τὸ ῥηθέν, Προφήτου Ἡσαΐου,
μετὰ τῶν ἄλλων προφητῶν καὶ τοῦ ῾Ιερεμίου.

Φωνὴ ἠκούσθη ἐν Ραμᾷ, Ραχὴλ τὰ τέκνα κλαίει,
παραμυθήν οὐκ ἤθελεν, ὅτι αὐτὰ οὐκ ἔχει.

Ἰδοὺ ὅπως σᾶς εἴπαμεν ὅλην τὴν ὐμνωδίαν,
τοῦ Ἰησοῦ μας τοῦ Χριστοῦ, Γέννησιν τὴν ἁγίαν.

Χρόνους πολλοὺς νὰ χαίρεσθε, πάντα εὐτυχισμένοι,
σωματικῶς καὶ ψυχικῶς νὰ εἶσθε πλουτισμένοι.




Κάλαντα Χριστουγέννων Σμύρνης.
Ἦχος πλ. β´. Ῥυθμὸς τετράσημος.
Καλὴν ἐσπέραν ἄρχοντες κι ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστὸς γεννᾶται σήμερον ἐν Βηθλεὲμ τῇ πόλει.
Ἐν τῷ σπηλαίῳ τίκτεται, ἐν φάτνῃ τῶν ἀλόγων.

Κερὰ ψηλή, κερὰ λιγνή, κερὰ καμαροφρύδα.
Κερά μ’ ὅταν στολίζεσαι νὰ πᾶς στὴν ἐκκλησία.
Ἔχεις καὶ κόρην ἔμορφη ποὺ δὲν ἔχει ἱστορία.

Μῆδε στὴν πόλη βρίσκεσαι, μῆδε στὴν Καισαρεία.
Ἔχεις καὶ γιὸν στὰ γράμματα, ὑγιὸν εἰς τὸ ψαλτήρι.
Νὰ τὸν ῾ξιώσει καὶ ὁ Θεός, νὰ βάλει πετραχῆλι.
Κάλαντα Χριστουγέννων Σάμου
Ἦχος α´. Ῥυθμὸς τετράσημος.
Σένα σοῦ πρέπει ἀφέντη μου καρέκλα καρυδένια
γιὰ ν᾿ ἀκουμπᾶ ἡ μέση σου ἡ μαργαριταρένια.

Βάλτε μας κρασὶ νὰ πιοῦμε καὶ τοῦ χρόνου νὰ σᾶς ποῦμε. (δίς)

Καὶ πάλι ξαναπρέπει σου στὰ πεύκια νὰ κοιμᾶσαι,
νὰ πίνεις, νὰ δροσίζεσαι καὶ πάλι ἀφέντης νἆσαι.

Βάλτε μας κρασὶ νὰ πιοῦμε καὶ τοῦ χρόνου νὰ σᾶς ποῦμε. (δίς)

Καὶ πάλι ξαναπρέπει σου καράβι ν᾿ ἁρματώσεις,
καὶ τὰ πανιὰ τοῦ καραβιοῦ νὰ τὰ μαλαματώσεις.

Βάλτε μας κρασὶ νὰ πιοῦμε καὶ τοῦ χρόνου νὰ σᾶς ποῦμε. (δίς)

Πολλά ῾παμε τ᾿ ἀφέντη μας, ἂς ποῦμε τσῆ κυρᾶς μας·
κυρὰ ψιλή, κυρὰ λιγνή, κυρὰ μαυροματοῦσα,
πὤχεις τὸν ἥλιο πρόσωπο καὶ τὸ φεγγάρι ἀστήθη
καὶ τοῦ κοράκου τὸ φτερὸ τὤχεις καμπανοφρῦδι.

Βάλτε μας κρασὶ νὰ πιοῦμε καὶ τοῦ χρόνου νὰ σᾶς ποῦμε. (δίς)

Ἂν ἔχεις κόρη ἔμορφη, βάλ᾿την νὰ μᾶς κεράσει,
νὰ τῆς ῾φχηθοῦμε ὅλοι μας, ν᾿ ἀσπρίσει, νὰ γεράσει.

Βάλτε μας κρασὶ νὰ πιοῦμε καὶ τοῦ χρόνου νὰ σᾶς ποῦμε. (δίς)

Κι ἂν ἔχεις γυιὸ στὰ γράμματα, βάλτονε στὸ ψαλτήρι,
νὰ τ᾿ ἀξιώσει ὁ Θεός, νὰ βάλει πετραχήλι.

Βάλτε μας κρασὶ νὰ πιοῦμε καὶ τοῦ χρόνου νὰ σᾶς ποῦμε. (δίς)
Κάλαντα Χριστουγέννων Δωδεκανήσου.
Ἦχος γ´. Ῥυθμὸς τρίσημος.
Aὕτη εἶναι ἡ ἡμέρα,
ὅπου ἦρθ’ ὁ Λυτρωτῆς,
ἀπὸ Μαριὰμ Μητέρα,
ἐκ Παρθένου γεννηθείς. (δίς)

Ἄναρχος ἀρχὴν λαμβάνει,
καὶ σαρκοῦται ὁ Θεός,
ὁ Ἀγέννητος γεννᾶται
εἰς τὴν φάτνην ταπεινός. (δίς)

Ὅσοι ἔχετε στὰ ξένα,
νὰ δεχθῆτε μὲ καλό,
καὶ τοῦ χρόνου μέ ὑγεία
τό Θεό παρακαλῶ. (δίς)

Κάλαντα Χριστουγέννων Θράκης
Χριστὸς γεννιέται, χαρὰ στὸν κόσμο,
χαρὰ στὸν κόσμο, στὰ παλληκάρια.

Σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες,
ἡ Παναγιά μας κοιλοπονοῦσε.

Κοιλοπονοῦσε, παρακαλοῦσε,
τοὺς ἀρχαγγέλους, τοὺς ἱεράρχες.

Σεῖς ἀρχαγγέλοι καὶ ἱεράρχες,
στὴ Σμύρνη πηγαίν᾿τε, μαμμὲς νὰ φέρ᾿τε.

Ἅγια Μαρίνα, ἅγια Κατερίνα,
στὴ Σμύρνη πᾶνε, μαμμὲς νὰ φέρουν.

Ὅσο νὰ πᾶνε κι ὅσο νὰ ἔρθουν,
ἡ Παναγιά μας ἠληυτηρώθη.

Στὴν κούνια τό ῾βαλαν καὶ τὸ κουνοῦσαν,
καὶ τὸ κουνοῦσαν, τὸ τραγουδοῦσαν.

Σὰν ἥλιος λάμπει, σὰ νιὸ φεγγάρι,
σὰ νιὸ φεγγάρι, τὸ παλληκάρι.

Φέγγει σὲ τοῦτον τὸ νοικοκύρη,μὲ τὰ καλά του,
μὲ τὰ παιδιά του, μὲ τὴν καλὴ τὴ νοικοκυρά του...
Κάλαντα Χριστουγέννων Μακεδονίας.
Ἦχος πλ. β´. Ῥυθμὸς τετράσημος.
Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα,
τώρα Χριστός γιννιέτι (δίς)

Γιννιέται κὶ βαφτίζιτι
στοὺς οὐρανούς ἀπάνου (δίς)

Ὅλοι οἱ Ἀγγέλοι χαίρουντι
κι ὅλοι δοξολογιοῦντι (δίς)

Καὶ τὰ δαιμόνια σκάζουνε,
καὶ σκάζουν καὶ πλαντάζουν (δίς)

Σὲ τοῦτ’ τὸ σπίτι ποὔρθαμε,
μὶ μάρμαρου στρουμένου (δίς)




Κάλαντα Χριστουγέννων Αἰγαίου
Κάτω στὰ Ἱεροσόλυμα, στηηης Βή- στῆς Βηθλεὲμ τὴν πόολη,
ἐκεῖ δεντρὶ δὲν ἤτανε, δεεεντρί- δεντρὶ ξεφανερώθη.
Κι ἀνάμεσα στοὺς κλώνους του, ἀααγγέ- ἀγγέλοι κι ἀρχαγγέελοι
κι ὁ Μιχαὴλ Ἀρχάγγελος ξεεεφτε- ξεφτερουγᾶ καὶ λέεει:

-Χριστέ, γιὰ δῶσ᾿ μου τὰ κλειδιὰ καιαιαι τὰ- καὶ τὰ χρυσὰ κλειδάκια,
ν᾿ ἀνοίξω τὸν παράδεισο, νααα μπῶ- νὰ μπῶ σὲ περιβόολι,
νὰ κόψω μῆλο δροσερό, νααα πιῶ- νὰ πιῶ νερὸ δροσᾶατο,
νὰ γείρω ν᾿ ἀποκοιμηθῶ σεεε νέ- σὲ νεραντζιὰ ῾πὸ κάτω.

Καὶ σᾶς καληνυχτίζουμε, πεεεσέ- πεσέτε κοιμηθῆητε,
ὀλίγον ὕπνον πάρετε κι ἐεευθύς- κι εὐθὺς ὡς σηκωθῆητε,
στὴν ἐκκλησία τρέξετε ὅοολοι- ὅλοι μὲ προθυμίιαν
καὶ τοῦ Χριστοῦ νὰ ἀκούσετε τηηη θεὶ- τὴ θεία λειτουργία.
Κάλαντα Χριστουγέννων Κρήτης
Ἦχος πλ. δ´. Ῥυθμὸς τετράσημος.
Καλὴν ἑσπέραν ἄρχοντες κι ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστοῦ τὴν θεία γέννηση νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας.

Χριστὸς γεννᾶται σήμερον ἐν Βηθλεὲμ τῇ πόλει,
οἱ οὐρανοὶ ἀγάλλονται, χαίρετ᾿ ἡ φύσις ὅλη.

Φέρε πανιέρι κάστανα, πανιέρι λεπτοκάρυα,
καὶ φέρε καὶ γλυκὸ κρασὶ νὰ πιοῦν τὰ παλληκάρια.

Κι ἂν εἶναι μὲ τὸ θέλημα ἄσπρη μου περιστέρα,
ἀνοίξατε τὴν πόρτα σας νὰ ποῦμε καλημέρα.




Κάλαντα Χριστουγέννων Κερκύρας
[Κάθε στίχος ἐπαναλμβάνεται ἀπὸ τὴν χορωδία]

Σήμερο οἱ μάγοι ἔρχονται στὴ χώρα τοῦ Ἡρῴδη.

Καὶ ὁ Ἡρῴδης ταραχθεὶς ἔγινε θηριώδης.

Κράζει τοὺς μάγους καὶ ρωτᾷ: -Μάγοι ποῦ θὲ νὰ πᾶτε;

Στῆς Βηθλεὲμ τὸ σπήλαιο, τὴν πόλη τὴν Ἁγία.

Π᾿ ἐκεῖ γεννάει τὸ Χριστὸ ἡ Δέσποινα Μαρία.
Κάλαντα Χριστουγέννων Πελοποννήσου.
Ἦχος α´. Ῥυθμὸς τετράσημος.
Χριστούγεννα πρωτούγεννα, πρώτη γιορτὴ τοῦ χρόνου,
γιὰ ἐβγᾶτε, δέστε, μάθετε, πὼς ὁ Χριστὸς γεννιέται,
γεννιέται κι’ ἀναθρέφεται στὸ μέλι καὶ στὸ γάλα,
τὸ μέλι τρῶν’ οἱ ἄρχοντες, τὸ γάλα οἱ ἀφεντάδες
καὶ τὸ μελισσοχόρταρο τὸ λούζουντ’ οἱ κυράδες.

Κυρὰ ψιλή, κυρὰ λιγνή, κυρὰ γαϊτανοφρύδα,
κυρὰ μ’ ὅταν στολίζεσαι νὰ πᾷς στὴν ἐκκλησιά σου,
βάζεις τὸν ἥλιο πρόσωπο καὶ τὸ φεγγάρι ἀγκάλι
καὶ τὸν καθάριο αὐγερινὸ τὸν βάζεις δαχτυλίδι.

Ἐμεῖς ἐδῶ δὲν ἤρθαμε νὰ φᾶμε καὶ νὰ πιοῦμε,
μόνο σᾶς ἀγαπούσαμε κι’ ἤρθαμε νὰ σᾶς δοῦμε·
ἐδῶ ποὺ τραγουδήσαμε πέτρα νὰ μὴ ραγίσει
κι ὁ νοικοκύρης τοῦ σπιτιοῦ πολλοὺς χρόνους νὰ ζήσῃ.

Δῶστε μας καὶ τὸν κόκορα, δῶστε μας καὶ τὴν κότα,
δῶστε μας καὶ πέντ’ ἕξ’ αὐγά, νὰ πᾶμε σ’ ἄλλη πόρτα.
Κάλαντα Χριστουγέννων Πανελλήνια
Καλὴν ἑσπέραν ἄρχοντες,
κι ἂν εἶναι ὁρισμός σας
Χριστοῦ τὴν θεία γέννησιν
νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας.

Χριστὸς γεννᾶται σήμερον
ἐν Βηθλεὲμ τῇ πόλει,
οἱ οὐρανοὶ ἀγάλλονται,
χαίρει ἡ φύσις ὅλη.

Ἐν τῷ σπηλαίῳ τίκτεται,
ἐν φάτνῃ τῶν ἀλόγων,
ὁ βασιλεὺς τῶν οὐρανῶν
καὶ ποιητὴς τῶν ὅλων.

Πλῆθος ἀγγέλων ψάλλουσι
τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις»
καὶ τοῦτον ἄξιόν ἐστι
ἡ τῶν ποιμένων πίστις.

Ἂν εἶστε ἀπὸ τοὺς πλούσιους,
φλωριὰ μὴν τὰ λυπᾶστε,
ἂν εἶστε ἀπὸ τοὺς δεύτερους,
ξηντάρες καὶ ζολότες
κι ἂν εἶστ᾿ ἀπὸ τοὺς πάμφτωχους
ἕνα ζευγάρι κότες.

Καὶ σᾶς καληνυχτίζομε,
πᾶτε νὰ κοιμηθῆτε,
ὀλίγον ὕπνο πάρετε,
πάλι νὰ σηκωθῆτε,

στὴν ἐκκλησιὰν νὰ τρέξετε
μὲ ἄκραν προθυμίαν
καὶ τοῦ Θεοῦ ν᾿ ἀκούσετε
τὴν Θείαν λειτουργίαν.

Κερὰ καμαροτράχηλη καὶ φεγγαρομαγούλα
καὶ κρουσταλίδα τοῦ γιαλοῦ καὶ πάν᾿ κι ἀπὸ τὰ δέντρα,
μὰ ποὺ τὸν ἔχεις τὸν ὑγιό, τὸ μοσχοκανακάρη;
Λούζεις τον καὶ χτενίζεις τον, καὶ στὸ σχολειὸ τὸν πέμπεις,
κι ὁ δάσκαλος τὸν ἔδειρε μ᾿ ἕνα χρυσὸ βεργάλι,
καὶ ἡ κυρὰ δασκάλισσα μὲ τὸ μαργαριτάρι.
Κι ἂν εἶναι μὲ τὸ θέλημα χρυσή μου περιστέρα,
ἀνοίξετε τὴν πόρτα σας, νὰ ποῦμε καλησπέρα.
Καὶ εἰς ἔτη πολλὰ!
Χαρά (ᾄσμα).
Ἦχος πλ. α´. Ῥυθμὸς ἑπτάσημος
Χαρὰ στὰ μάτια ποὺ δακρύζουν
γιά κάποιον ἄλλον πού πονᾶ,
γιατὶ τὰ μάτια αὐτὰ θὰ δοῦνε
τοῦ Παραδείσου τ᾿ ἀγαθά. (δίς)

Xαρὰ στὰ χέρια ὅπου ντύνουν
μικρὰ παιδιὰ καὶ ὀρφανὰ,
γιατὶ τὰ χέρια αὐτά θὰ γίνουν
φτερὰ γιὰ νὰ πετοῦν ψηλά. (δίς)

Χαρὰ στὸ στόμα ὅπου λέγει
λόγια παρήγορα γλυκά,
γιατὶ τὸ στόμα αὐτὸ θὰ ψάλλει
μὲ τοὺς ἀγγέλους Ὠσαννά! (δίς) Χαρὰ στὸ σπίτι, ποὺ ἀνοίγει
τὴν πόρτα στὸ περαστικό,
γιατὶ ἡ πόρτα αὐτή ἀνοίγει
στὴν Παναγιά καὶ στὸ Χριστό. (δίς)
Ταχιὰ-ταχιὰ ῾ν᾿ ἀρχιμηνιά
Ταχιὰ ταχιὰ ῾ν᾿ ἀρχιμηνιά,
ταχιὰ ῾ν᾿ ἀρχὴ τοῦ χρόνου
Πρῶτα ποὺ βγῆκε ὁ Χριστός,
στὴ γῆ νὰ περπατήσει.

Καὶ βγῆκε καὶ χαιρέτησε
ὅλους τοὺς ζευγολάτες.
Κι ὁ πρῶτος ποὺ χαιρέτησε
ἦταν (ὁ) Ἁγιοβασίλης.

-Καλῶς τὰ πᾶς Βασίλειε,
καλὸ ζευγάρι ἔχεις!
-Καλὸ τὸ λέν᾿ ἀφέντη μου,
καλὸ κι εὐλογημένο!

Ἀφοῦ τὸ βλόγησ᾿ ὁ Χριστὸς
μὲ τὸ δεξί του χέρι,
μὲ τὸ δεξιό, μὲ τὸ ζερβό,
μὲ τὸ μαλαματένιο!

-Νὰ σὲ ρωτήσω δέσποτα,
πόσα σακούλια σπέρνεις;
-Σπέρνω κριθάρι δώδεκα,
σταράκι δεκαπέντε,
ταγὴ καὶ ρόβη δεκαοχτὼ
κι ἀπὸ νωρὶς στὸ σταῦλο.




Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Μακεδονίας
Ἦρθε πάλι νέο ἔτος εἰς τὴν πρώτη του μηνός,
ἦρθα νὰ σᾶς χαιρετήσω, δοῦλος σας ὁ ταπεινός.

Ὁ Βασίλειος ὁ Μέγας, ἱεράρχης θαυμαστός,
εἰς τὴν οἰκογένειά σας νἄναι πάντα βοηθός.

Τὰ παιδιὰ εἰς τὸ σχολεῖο νὰ πηγαίνουνε συχνά,
νὰ μαθαίνουνε τὸ βίο, τῆς πατρίδας τὰ ἱερά.

Καὶ γιὰ τοὺς ξενιτεμένους ἔχω νὰ σᾶς πῶ πολλά,
σᾶς ἀφήνω «καληνύχτα», καὶ τοῦ χρόνου μὲ ὑγειά.
Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Δυτικῆς Μακεδονίας
Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται, Γενάρης ξημερώνει,
σὰ φέτος καὶ τοῦ χρόνου.

Ἐδῶ σὲ τούτην τὴν αὐλή, στὸ μαρμαροστρωμένο,
ἐδῶ ῾χουν χίλια πρόβατα καὶ δυὸ χιλιάδες γίδια.

Σὰν τὰ μυρμήγκια περπατοῦν, σὰν τὰ μελίσσια πᾶνε,
μὲ τὴ φλογέρα τὰ λαλοῦν, μὲ τ᾿ν ἀντρειὰ τὰ διώχνουν.

Χρόνια πολλά, καλὴ χρονιὰ στὸ σπίτι σας.




Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Ἰκαρίας
Ἀρχιμηνιὰ κι ἀρχιχρονιά, ψηλή μου δεντρολιβανιά·
κι ἀρχὴ καλός μας χρόνος, ἐκκλησιὰ μὲ τ᾿ ἅγιος θρόνος.
Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται ἀπὸ τὸν κάβο Πάπα,
βαστάει καὶ στὴν πλάτη του μία μαλλιαρὴ θυλάκα,
νὰ βάλει μέσα τὰ ψωμιά, τὶς τηγανίτες, τὰ λεφτά.
-Ἐσένα, ἀφέντη, πρέπει σου καρέκλα καρυδένια,
γιὰ ν᾿ ἀκουμπᾷς τὴ μέση σου τὴ μαργαριταρένια.
-Καὶ πάλι ξαναπρέπει σου, βάλε στραβὰ τὸ φέσι σου
καὶ δίπλα τὸ βρακί σου, γιὰ νὰ σκάσουν οἱ ἐχθροί σου.
-Πολλά ῾παμε τ᾿ ἀφέντη μας ἂς ποῦμε τῆς κυρᾶς μας.
-Κυρὰ ψηλὴ, κυρὰ λιγνή, κυρὰ ταπανοφρύδα
ποὺ ἔχεις τὸν ἥλιο πρόσωπο καὶ τὸ φεγγάρι στῆθος,
καὶ τοῦ κοράκου τὰ φτερὰ τἄχεις ταπανοφρύδια
ποὺ ὅταν λουστεῖς καὶ χτενιστεῖς καὶ πᾷς στὴν ἐκκλησιά σου
ἡ στράτα ρόδα γέμισε ἀπ᾿ τὴν περπατησιά σου.
-Πολλά ῾παμε καὶ τῆς κυρᾶς, ἂς ποῦμε καὶ τῆς κόρης.
-Ἔχεις καὶ κόρην ὄμορφη, ποὺ δὲν ἔχει ἱστορία,
οὔτε στὴν Πόλη βρίσκεται, οὔτε στὴ Βενετία.
-Ἔχεις καὶ κόρη ὄμορφη, βάλ᾿τηνε στὸ ζεμπίλι
καὶ κρέμασέ τηνε ψηλά, νὰ μὴ τὴ φᾶν᾿ οἱ ψύλλοι.
-Πολλά ῾παμε, πολλά ῾παμε, μὰ δὲ μᾶς ἐκεράσατε,
κι ἂν ἀκόμα θὲ νὰ ποῦμε, βάλτε μας κρασὶ νὰ πιοῦμε.
-Ἐφάγαμε τὸν πετεινὸ, νὰ φᾶμε καὶ τὴν κότα
καὶ δῶστε μας τὸ φλουράκι μας, νὰ πᾶμε σ᾿ ἄλλη πόρτα!
Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Κρήτης
Ταχειὰ ταχειά ν᾿ ἀρχιχρονιὰ κι ἀρχὴ τοῦ Γεναρίου,
αὔριο ξημερώνεται τ᾿ ἁγίου Βασιλείου.

Πρῶτα ποὺ βγῆκεν ὁ Χριστός,
-ἅγιος καὶ πνευματικός-
στὴ γῆ νὰ περπατήσει,
ἐβγῆκε καὶ χαιρέτησε ὅλους τοὺς ζευγολάτες.

Τὸν πρῶτο ποὺ χαιρέτησε ἦτον Ἅγιο Βασίλης
-Καλῶς τὰ κάνεις Βασιλειό, καλὸν ζευγάριν ἔχεις.
-Καλὸ τὸ λὲς ἀφέντη μου καλὸ καὶ εὐλογημένο,
ποὺ τὸ ῾βλογᾶ ἡ χάρη σου μὲ τὸ δεξιό σου χέρι,
μὲ τὸ δεξιὸ μὲ τὸ ζερβὸ μὲ τὸ μαλαματένιο.

-Γιὰ πές μου Ἅη Βασίλη μου πόσα μουζούρια σπέρνεις;
-Σπέρνω σταράκι δώδεκα, κριθάρι δέκα πέντε
ταὴ καὶ ρόβι δεκαοχτὼ κι ἀπὸ νωρὶς στὸ στάβλο.

Ἐθέρισα κι ἁλώνεψα κι ἔκαμα χίλια μόδια
και τὰ κορκοσκινίσματα χίλια καὶ πεντακόσια.

Ματ᾿ ἄλλα δὲν ἐμέτρησα γιατί Χριστὸς ἐπέρνα.
Καὶ κειὰ ποὺ στάθην᾿ ὁ Χριστὸς χρυσὸν δεντρὶν ἐβγῆκεν,
καὶ κειὰ ποὺ μεταπάτησε χρυσὸ κυπαρισσάκι
ποὖχε στὴν μέση τὸν σταυρὸ καὶ στὴν κορφὴ τὴν βρύση.

Στὰ μεσοκλωναράκια του πέρδικα κακαρίζει.
-Κακάριζε κακάριζε πέρδικα κορωνάτη,
μὰ ἐπὰ τὸν ἔχουν τὸν ὑγιό, τὸ μοσχοκανακάρη...
Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Κερκύρας
Ἀρχιμηνιὰ κι ἀρχιχρονιά, πρώτη τοῦ Γεναρίου.
Αὔριο ξημερώνεται τ᾿ Ἁγίου Βασιλείου.

Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται ἀπὸ τὴν Καισαρεία.
Βαστάει εἰκόνα καὶ χαρτί, χαρτὶ καὶ καλαμάρι.

Τὸ καλαμάρι ἔγραφε καὶ τὸ χαρτὶ μιλοῦσε!
- Βασίλη πόθεν ἔρχεσαι καὶ πόθε κατεβαίνεις;

- Ἀπὸ τὴ μάνα μ᾿ ἔρχομαι καὶ στὸ σχολειὸ πηγαίνω,
νὰ μάθω τ᾿ ἅγια γράμματα καὶ τ᾿ ἅγιο Εὐαγγέλιο!

Σ᾿ αὐτὴν τὴν πόρτα πού ῾ρθαμε, πέτρα νὰ μὴ ραγίσει,
κι ὁ νοικοκύρης τοῦ σπιτιοῦ,χρόνια πολλὰ νὰ ζήσει!

Νὰ ζήσει χρόνους ἑκατὸ καὶ νὰ τοὺς ἀπεράσει,
καὶ στῶν παιδιῶν του τὶς χαρὲς κουφέτα νὰ μοιράσει!

Κυρὰ χρυσή, κυρ᾿ ἀργυρή, κυρὰ μαλαματένια,
ποὺ σὲ χτενίζουν ἄγγελοι μὲ τὰ χρυσά τους χτένια,
ἄνοιξε τὸ πουγκάκι σου τὸ μαργαριταρένιο,
καὶ δῶσε μ᾿ ἕνα τάλληρο, ἂς εἶναι κι ἀσημένιο!

Καὶ τώρα καληνύχτα σας, καλὸ ξημέρωμά σας,
κι ὁ Ἅγιος Βασίλειος νἆναι βοήθειά σας.
Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Κεφαλλονιᾶς
Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται, Γενάρης ξημερώνει!
Ὁ μῆνας ποὺ μᾶς ἔρχεται, τὸ χρόνο φανερώνει.

Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα
Τρα λα λα λα λα λα λα λα

Τὴν ἄδεια σας γυρεύουμε στὸ σπίτι σας νὰ μποῦμε!
Τὸν Ἅγιο μὲ ὄργανα, καὶ μὲ φωνὲς νὰ ποῦμε.

Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα
Τρα λα λα λα λα λα λα λα

Ἐκοίταξα στὸν οὐρανὸ καὶ εἶδα δυὸ λαμπάδες!
καὶ μὲ τὸ καλωσόρισμα, καλές σας ἐορτάδες.

Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα
Τρα λα λα λα λα λα λα λα

Καὶ πάλι ξανακοίταξα καὶ εἶδα δυὸ στεφάνια!
Καὶ μὲ τὸ καληνύχτισμα, καλά σας Θεοφάνεια.

Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα
Τρα λα λα λα λα λα λα λα




Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Ζακύνθου
Ἀρχιμηνιὰ κι ἀρχιχρονιὰ κι ἀρχὴ καλός μας χρόνος!
Ὑγεία ἀγάπη καὶ χαρὰ νὰ φέρει ὁ νέος χρόνος! (δίς)

Νὰ ζήσει ὁ κύρης ὁ καλὸς νὰ ζήσει κι ἡ κυρά του!
Ὅλα του κόσμου τ᾿ ἀγαθὰ νὰ ἔχει ἡ φαμελιά του! (δίς)

Νὰ ζήσει τ᾿ ἀρχοντόπουλο ποὔχει καρδιὰ μεγάλη!
Σ᾿ ἐμᾶς καὶ τὴν παρέα μας ἕνα φλουρὶ νὰ βάλει... (δίς)
Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Πανελλήνια
Ἀρχιμηνιὰ κι ἀρχιχρονιὰ
ψιλή μου δεντρολιβανιὰ
κι ἀρχὴ καλός μας χρόνος,
ἐκκλησιὰ ἐκκλησιὰ μὲ τ᾿ ἅγιο θρόνος.

Ἀρχὴ ποὺ βγῆκεν ὁ Χριστός,
ἅγιος καὶ πνευματικὸς
στὴ γῆ νὰ περπατήσει
καὶ νὰ μᾶς καλοκαρδίσει.

Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται
κι ὅλους μᾶς καταδέχεται
(ἤ, ἄρχοντες τὸν κατέχετε)
ἀπὸ τὴν Καισαρεία,
σὺ ῾σ᾿ ἀρχόντισσα κυρία.

Βαστᾷ εἰκόνα καὶ χαρτί,
ζαχαροκάντιο ζυμωτή,
χαρτὶ καὶ καλαμάρι,
δὲς κι ἐμέ τὸ παλικάρι.

Τὸ καλαμάρι ἔγραφε,
τὴ μοῖρα μου τὴν ἔγραφε,
καὶ τὸ χαρτὶ ὡμίλει,
Ἅγιέ μου καλὲ Βασίλη.
Κάλαντα τῶν Φώτων (Πανελλήνια)
Σήμερα τὰ φῶτα κι ὁ φωτισμός,
ἡ χαρὰ μεγάλη κι ὁ ἁγιασμός.

Κάτω στὸν Ἰορδάνη τὸν ποταμό,
κάθετ᾿ ἡ κυρά μας ἡ Παναγιά.

Ὄργανo βαστάει, κερὶ κρατεῖ,
καὶ τὸν Ἅη-Γιάννη παρακαλεῖ.

Ἅη-Γιάννη ἀφέντη καὶ βαπτιστή,
βάπτισε κι ἐμένα Θεοῦ παιδί.

Ν᾿ ἀνεβῶ ἐπάνω στὸν οὐρανό,
νὰ μαζέψω ρόδα καὶ λίβανο.

Καλημέρα, καλημέρα,
Καλή σου μέρα ἀφέντη με τὴν κυρά.
Τὸ κοριτσάκι μὲ τὰ σπίρτα
          Χὰνς Κρίστιαν Ἄντερσεν


Ἦταν Δεκέμβριος, ἡ τελευταία ἡμέρα τοῦ χρόνου. Χιόνιζε
ἀσταμάτητα καὶ ἡ μεγάλη πόλη εἶχε σκεπαστεῖ μὲ ἕνα κατάλευκο
πέπλο, ἐνῶ τὸ σούρουπο ἔπεφτε μουντό. Στοὺς χιονισμένους
δρόμους, χαρούμενοι διαβάτες βάδιζαν βιαστικά, φορτωμένοι μὲ
φανταχτερὰ πακέτα καὶ δῶρα. Μὰ κανεὶς δὲν ἔδινε σημασία στὸ
κοριτσάκι μὲ τὰ σπίρτα! Ἄδικα ἡ μικρὴ ὀρφανὴ διαλαλοῦσε τὴ
φτωχικὴ πραμάτεια της καὶ σίμωνε δειλὰ τοὺς περαστικούς,
ζητώντας μὲ σβησμένη φωνὴ νὰ ἀγοράσουν ἕνα κουτὶ σπίρτα. Ἄδικα
ψιθύριζε ἀχνὰ πὼς δὲν ζητιάνευε, πῶς πουλοῦσε σπίρτα γιὰ νὰ ζήσει,
ἀφοῦ δὲν εἶχε κανένα στὸν κόσμο. Δὲν εἶχαν ὥρα γιὰ μία πλανόδια
πωλήτρια. Νύχτωνε καὶ ὅλοι βιάζονταν νὰ ἐπιστρέψουν στὰ ζεστά
τους σπίτια, στὴν οἰκογενειακὴ θαλπωρή, στὸ γιορτινὸ τραπέζι μὲ τὶς
χίλιες λιχουδιές, στὸ καταστόλιστο χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Οἱ διαβάτες, τυλιγμένοι στὰ ζεστὰ πανωφόρια τους, μὲ τὰ μάλλινα
καπέλα κατεβασμένα ὡς τὰ αὐτιὰ καὶ τὶς ἐσάρπες γύρω ἀπὸ τὸ λαιμό,
ἔτρεχαν κρατώντας πακέτα στὰ γαντοφορεμένα τους χέρια, ἐνῶ ἡ
ζεστὴ ἀνάσα τους ἄχνιζε στὸν παγωμένο ἀγέρα. Οἱ καρότσες
περνοῦσαν βιαστικὰ καὶ οἱ ρόδες τους ἄφηναν βαθιὲς αὐλακιὲς στὸ
χιονισμένο δρόμο. Τὰ ἄλογα ρουθούνιζαν καλπάζοντας ρυθμικὰ
πάνω στὸ λιθόστρωτο καὶ τὰ πέταλά τους τίναζαν λάσπη καὶ
μισολειωμένο χιόνι.

Ξαφνικά, μιὰ ἅμαξα πέρασε τόσο γρήγορα ποὺ ἡ μικρούλα μόλις ποὺ
πρόλαβε νὰ τραβηχτεῖ στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου. Καὶ ὅπως ἡ παιδούλα
γλιστροῦσε στὸ χιόνι, τὸ ἕνα της ξύλινο τσόκαρο τινάχτηκε πέρα
μακριά, ἐνῶ τὰ σπίρτα ξέφυγαν ἀπὸ τὴν ποδιά της καὶ σκορπίστηκαν
δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ στὸν ὑγρὸ δρόμο.

Τὸ κοριτσάκι γονάτισε στὸ χιόνι καὶ ἄρχισε νὰ μαζεύει ἕνα-ἕνα τὰ
μουσκεμένα σπίρτα. Αὐτὰ ἦταν ὅλο τὸ βιὸς καὶ ὅλος ὁ κόσμος της.
Γονεῖς, σπίτι, οἰκογένεια δὲν ἦταν παρὰ μία μακρινὴ ἀνάμνηση γιὰ τὴ
φτωχὴ ὀρφανή. Μόνη της περιουσία, τὰ νοτισμένα ἀπὸ τὸ χιόνι
ξυλάκια, τὰ μουσκεμένα σπίρτα.

Τρέμοντας ἀπὸ τὸ κρύο μέσα στὰ φθαρμένα ρουχαλάκια της, μὲ τὰ
ποδαράκια γυμνὰ μέσα στὸ χιόνι, ἡ μικρούλα μάζευε μὲ τὰ
ξυλιασμένα ἀπὸ τὸ κρύο χεράκια ἕνα-ἕνα τὰ σπίρτα καὶ τὰ ξανάχωνε
προσεκτικὰ στὸν κόρφο της. Τὸ χιόνι ἔπεφτε πυκνὸ πάνω στὰ ἁπαλὰ
μαλλάκια, βρέχοντας τὶς πυρόξανθες μποῦκλες ποὺ κολλοῦσαν στὸ
ὠχρὸ προσωπάκι της.

Καὶ ὅπως μάζευε βιαστικὰ τὰ σπίρτα, ἕνα ἀγόρι κουκουλωμένο ζεστά,
πέρασε σιμά, εἶδε τὸ ξύλινο τσόκαρο, ἔσκυψε, τὸ πῆρε καὶ ἔφυγε
γοργά, πρὶν ἡ μικρούλα προλάβει νὰ μιλήσει.

Ἀναστενάζοντας ἀπογοητευμένη, ἡ μικρούλα με τὰ σπίρτα
ἀνασηκώθηκε καὶ ξαναπῆρε τὴ στράτα, σέρνοντας βαριὰ τὰ βήματά
της. Ἔνιωθε πιὰ βασανιστικὰ τὸ κρύο, τὴν κούραση, τὴν πείνα, μὰ
δὲν εἶχε πουλήσει οὔτε ἕνα κουτὶ σπίρτα ἀπὸ τὸ πρωί. Πῶς νὰ γυρίσει
νηστική, χωρὶς οὔτε ἕνα ξεροκόμματο, πίσω στὴν παγωμένη τρώγλη;

Ἀλλὰ πάλι, ποιὸς θὰ ἀγόραζε σπίρτα τὴ νύχτα τῆς παραμονῆς τῆς
Πρωτοχρονιᾶς; Ὅλοι εἶχαν τὰ πάντα περισσά. Οἱ δρόμοι εἶχαν τώρα
ἐρημώσει. Ἀπὸ τὶς σφαλιστὲς ἐξώθυρες ἀκούγονταν κάλαντα,
τραγούδια καὶ γέλια καὶ πίσω ἀπὸ τὰ φωτισμένα παράθυρα φάνταζαν
πανέμορφα τὰ στολισμένα δέντρα.

Τὸ κοριτσάκι προχώρησε στὴ γωνιὰ τοῦ δρόμου καί, μαγεμένη λές,
κοντοστάθηκε κάτω ἀπὸ τὸν ἀναμμένο φανοστάτη. Ἀπὸ τὸ παράθυρο
κάποιου σπιτιοῦ ἔβλεπε ἕνα δωμάτιο μὲ χριστουγεννιάτικες
γιρλάντες καὶ στολίδια καὶ μία τρυφερὴ μανούλα νὰ ταΐζει μὲ στοργὴ
καὶ ἀπέραντη ἀγάπη τὴν κορούλα της.

Τὰ ματάκια της βούρκωσαν. Ἀποκαμωμένη καὶ μελαγχολικὴ
κούρνιασε στὸ πλατύσκαλο τῆς βαριᾶς πόρτας, ποὺ τὴ στόλιζαν
στεφάνια καὶ γιρλάντες ἀπὸ γκὶ καὶ οὔ. Τότε κοντοζύγωσε δειλὰ ἕνα
ἀδέσποτο σκυλάκι. Ἡ καρδιὰ τῆς μικρῆς σπάραξε. Δὲν εἶχε τίποτε νὰ
τὸ φιλέψει, οὔτε μία μπουκιὰ φαγητὸ νὰ μοιραστεῖ μαζί του. Μόνο
χάδια μποροῦσε νὰ τοῦ δώσει καὶ λόγια παρηγοριᾶς. Ἡ ὥρα
περνοῦσε καὶ τὸ κρύο γινόταν ὅλο καὶ πιὸ διαπεραστικό. Κανεὶς δὲν
θὰ ἀγόραζε πιὰ σπίρτα. Ἂν ἄναβε ἕνα, ἕνα μονάχα, γιὰ νὰ ζεστάνει
στὴ φλογίτσα του τὰ ξυλιασμένα δάχτυλά της;

Καθὼς ἄναψε τὸ σπίρτο, μὲ τὰ μάτια τῆς φαντασίας της ἡ μικρούλα
εἶδε μὲς στὴ λάμψη του, μιὰ εἰκόνα γεμάτη ὀμορφιά, ζεστασιὰ
τρυφερότητα καὶ εὐτυχία.

Καταμεσῆς τοῦ δρόμου, λέει, ἀνάμεσα στὰ ψηλὰ σπίτια μὲ τὶς
χιονισμένες στέγες καὶ τὶς καμινάδες ποὺ καπνίζουν, ἔστεκε ζεστὴ
καὶ πυρακτωμένη μία ἀναμμένη σόμπα ἀπὸ μαῦρο μαντέμι. Οἱ
φλόγες φάνταζαν κατακόκκινες καὶ πελώριες μέσα ἀπὸ τὴ μισάνοιχτη
πορτούλα καὶ μία τσαγιέρα μὲ εὐωδιαστὸ τσάι ἄχνιζε στὴ φωτιά, ἐνῶ
μία τρυφερὴ γατούλα μισοκοιμόταν γουργουρίζοντας πάνω στὸ
μαλακὸ χαλάκι. Ὕστερα ἡ φλόγα τοῦ σπίρτου τρεμόπαιξε κι ἔσβησε.
Ἡ μικρούλα δὲν δίστασε διόλου. Πῆρε ἕνα δεύτερο σπίρτο, τὸ ἔτριψε
μὲ δύναμη καὶ στὰ μαγεμένα μάτια της παρουσιάστηκε ἕνα πλούσια
στρωμένο γιορτινὸ τραπέζι. Πάνω στὸ φρεσκοσιδερωμένο κεντητὸ
λινὸ τραπεζομάντηλο, ἡ ροδοκόκκινη καλοψημένη γαλοπούλα
εὐωδίαζε στὴν πιατέλα, ἡ σούπα ἄχνιζε στὴ σουπιέρα καὶ τὰ ἀφρᾶτα
ψωμάκια μοσχομύριζαν γλυκάνισο καὶ μυρωδικά.

Στὸ φῶς τοῦ φανοστάτη τοῦ γκαζιοῦ οἱ κοῦπες μὲ τὰ γλυκίσματα
γίνονταν ἀκόμα πιὸ λαχταριστές, ἐνῶ κάπου ἀπὸ τὸ βάθος ἔφθανε
λιγωτικὴ ἡ εὐωδιὰ ἀπὸ τὰ τσουρέκια. Ὥσπου ἡ φλογίτσα ἔσβησε
ἤρεμα καὶ τὸ ξυλάκι στὸ παγωμένο χέρι τῆς μικρούλας ἀπέμεινε
μαῦρο, καρβουνιασμένο.

Χωρὶς χρονοτριβή, τὸ κοριτσάκι πῆρε ἕνα ἀκόμα σπίρτο καὶ τὸ ἄναψε
μὲ λαχτάρα. Καὶ ἡ μαγική του φλόγα φώτισε γιὰ λίγο ἄλλη μιὰ
ὀπτασία. Στὴν ἔρημη πλατεία τῆς πόλης ὑψώθηκε ξαφνικὰ ἕνα
τεράστιο καταπράσινο καὶ φουντωτὸ ἔλατο. Ἐπάνω στὰ κλωνιά του
ἄστραφταν δεκάδες πολύχρωμα κεράκια καὶ στὸ φῶς τους οἱ βελόνες
τοῦ δέντρου ἔλαμπαν. Γιρλάντες ἁπλώνονταν μὲ χάρη στὰ κλαριὰ καὶ
χρωματιστὲς μπαλίτσες ἰρίδιζαν στὸ μισόφωτο. Ἐδῶ κι ἐκεῖ μικρὰ
δωράκια, τυλιγμένα σὲ γυαλιστερὸ χριστουγεννιάτικο χαρτί,
περίμεναν νὰ ἁπλώσεις τὸ χέρι καὶ νὰ τὰ πάρεις... Μὰ σὰν ἔσβησε τὸ
σπίρτο, χάθηκε μονομιᾶς ὅλη τούτη ἡ ὀμορφιά.

Τὸ κοριτσάκι δὲν ἄντεξε. Πῆρε ὅλα τὰ σπίρτα ἀπὸ τὴν ποδιά της καὶ
ἕνα ἕνα ἄρχισε νὰ τὰ ἀνάβει. Τότε, τὰ ἀναμμένα ξυλάκια ξέφυγαν
ἀπὸ τὰ παγωμένα δάχτυλά της, τινάχτηκαν στὸ νυχτερινὸ ἀγέρα καὶ
ἄρχισαν νὰ διαγράφουν μικρὲς φωτεινὲς τροχιές, ποὺ σπίθιζαν σὰν
πυροτεχνήματα ἢ σὰν ἀναρίθμητα ἀστεράκια στὴν οὐρὰ ἑνὸς
τεράστιου κομήτη. Καὶ σὲ λίγο ὁ κομήτης ἦρθε καὶ καρφώθηκε στὸ
βελούδινο οὐρανό, πελώριος, ὁλόφωτος, ἐκτυφλωτικός...

Ὥσπου τὸ πελώριο ἀστέρι σιγὰ-σιγὰ μεταμορφώθηκε. Τὸ
ἐκτυφλωτικὸ φῶς τοῦ γέμισε σκιὲς ποὺ πῆραν σχῆμα καὶ μορφὴ καὶ
ξαφνικὰ ὁ κομήτης ἄλλαξε ὄψη καὶ ἔγινε μία γριούλα μὲ τρυφερὸ
πρόσωπο καὶ ζεστὸ χαμόγελο, μὲ γελαστὰ μάτια καὶ μία ὀρθάνοιχτη
στοργικὴ ἀγκαλιά. «Γιαγιά!» ψιθύρισε ἐκστατικὴ ἡ μικρούλα,
ἀναγνωρίζοντας τὴ σεβάσμια γυναίκα. «Πολυαγαπημένη μου, γλυκιὰ
γιαγιούλα! Ἐσὺ εἶσαι, ποὺ μοῦ ἕψηνες πίτες καὶ χίλιες ἄλλες
λιχουδιές, ποὺ μοῦ σιγοτραγουδοῦσες νανουρίσματα καὶ μὲ κοίμιζες
μὲ παραμύθια γιὰ νεράιδες καὶ ξωτικά, ποὺ μὲ σκέπαζες στοργικὰ κι
ἕγιανες τὸ λαβωμένο γόνατό μου! Μὴ μὲ ἀφήσεις μόνη ἄλλο πιά.
Πάρε με κοντά σου!».

Καὶ ἡ γιαγιά, σὰν ὅλες τὶς γιαγιάδες τοῦ κόσμου, ἄνοιξε τὴ ζεστὴ
ἀγκαλιά της κι ἔκλεισε μέσα σφιχτά τη μονάκριβη ἐγγόνα της. Καὶ
ὅπως τὴ γλυκοφιλοῦσε, τὴν πῆρε καὶ πέταξαν ψηλὰ στὰ οὐράνια,
πάνω στὰ σπίτια καὶ στὰ δέντρα. «Κοίτα!» εἶπε ἡ γιαγιά. «Κάθε
σπιτικὸ εἶναι καὶ μία οἰκογένεια καὶ τὸ κάθε παραθύρι φωτίζει ὄχι τὸ
φῶς μιᾶς λάμπας, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη ποὺ ἑνώνει τὴν οἰκογένεια. Μὲ τὴν
ἀγάπη μπορεῖς νὰ φωτίσεις καὶ νὰ ζεστάνεις τὸν κόσμο ὅλο! Μὴ
διώξεις ποτὲ τὴν καλωσύνη ἀπὸ τὴν καρδιά σου καὶ τότε θὰ βρίσκεις,
μὰ καὶ θὰ χαρίζεις πάντα τὴν ἀγάπη».

Σὰν ξημέρωσε ἡ Πρωτοχρονιά, οἱ περαστικοὶ εἶδαν ἀπορημένοι μία
γλυκιὰ φτωχοντυμένη παιδούλα νὰ κοιμᾶται γαλήνια στὸ
πλατύσκαλο ἑνὸς σπιτιοῦ ἐπάνω στὸ χιόνι, τριγυρισμένη ἀπὸ
ἀναρίθμητα καμένα σπίρτα. Καὶ σὰν ἄνοιξε ἡ ἐξώθυρα καὶ βγῆκαν οἱ
νοικοκυραῖοι τοῦ σπιτιοῦ, συγκινήθηκαν. Ἄνοιξαν ὀρθάνοιχτη τὴν
ἀγκαλιά τους καὶ πῆραν κοντὰ τοὺς τὸ κοριτσάκι μὲ τὰ σπίρτα καὶ
μαζὶ τὸ φτωχὸ ἀδέσποτο σκυλάκι. Καὶ στὸ σπιτικὸ αὐτὸ δὲν ἔπαψε
ποτὲ νὰ βασιλεύει ἡ ἀγάπη, ποὺ ζέσταινε καὶ φώτιζε ὅλους γύρω.
Το Φως των Χριστουγέννων
                    Άννα Ιακώβου –

Τούτη την παραμονή των Χριστουγέννων τη συλλογιότανε καιρό ο
Φάνης. Πρώτη φορά θα πέρναγε τις άγιες μέρες μόνος, δίχως τη
γιαγιά του τη Μηλιά. Βιαστική και σβέλτη, καθώς ήτανε σε όλα της,
έτσι βιαστικά έφυγε πριν απ' τη μεγάλη τη γιορτή για τις ουράνιες
πολιτείες κι άφησε πίσω, μονάχο του, το Φάνη να καρτεράει
μυρωδιές και ήχους, χρώματα και εικόνες γιορτινές.

- Καλύτερα να μην έρθουνε ποτέ τους τα Χριστούγεννα,
μουρμούραγε λυπημένος ο Φάνης και γύρευε να σταματήσει τις
ώρες, χαλώντας τους δείχτες εκείνου του μικρού του ρολογιού που
είχανε πάνω στο τραπέζι. Κάρφωνε τα μάτια του στον ουρανό
ελπίζοντας να δει τον ήλιο να τριγυρνά χαμένος μέσα στις γκρίζες
παχιές συννεφιές που κρύβουνε το δρόμο για τη δύση. Προσπαθούσε
να κάνει ατέλειωτες τις νύχτες μετρώντας αργά-αργά τ' άστρα.

Ό,τι όμως κι αν έκανε, το χρόνο να κρατήσει δεν μπόρεσε. Κύλησε
σαν το νερό, πέρασε σαν τον αγέρα, αφήνοντας να φανερωθεί
άξαφνα μπρος στα μάτια του παιδιού η αυγή μιας κρύας, μα γεμάτης
φως ημέρας, που ήτανε η παραμονή της γιορτής.

Μόλις ξύπνησε ο Φάνης στάθηκε για λίγο ακίνητος κρατώντας ακόμη
και την ανάσα του κάτω από τα σκεπάσματα για ν' αφουγκραστεί
τους ήχους του σπιτιού. Ύστερα έβγαλε δειλά τη μύτη του έξω απ' τη
βαριά κουβέρτα για να μυρίσει τον αέρα.

Απόλυτη ησυχία απλωνόταν παντού και η μόνη μυρουδιά που
αναγνώρισε ήτανε εκείνη του καμένου ξύλου από το τζάκι.

- Ας είναι, ψιθύρισε. Να δεις που θα περάσουν και τούτες οι δυο
μέρες της γιορτής γρήγορα και θα γίνουν όλα όπως και χθες.

Με μια αργή κίνηση παραμέρισε τα σκεπάσματα και σηκώθηκε
τεμπέλικα απ' το κρεβάτι, ενώ σκεφτόταν....

- Πού να προλάβει η μάνα από τις δουλειές που την πνίγουν για
γιορτές κι ετοιμασίες, για μελομακάρονα και Χριστοκούλουρα, για
Χριστόψωμα, δίπλες και τηγανίτες! Μη βλέπεις! Η γιαγιά ήτανε
αλλιώς. Δεν έτρεχε στα γίδια, στη στάνη, στο τυροκομείο. Εκείνη είχε
χρόνο για όλα τα άλλα.

Ντύθηκε δίχως βιάση, φόρεσε όπως-όπως τα παπούτσια του
στραβοπατώντας τα και με τα μεγάλα κορδόνια να πετιόνται και να
τινάζονται μπροστά σε κάθε του βήμα σαν φιδίσιες γλώσσες. Έριξε
μια καθαρή πετσέτα στον ώμο και βγήκε από το σπίτι για να πλυθεί
έξω στις δυο βρυσούλες, τις δίδυμες, καθώς τις έλεγε ο πατέρας του,
όπου το γάργαρο νερό τους ερχότανε από ψηλά, από τις κορυφές της
Χιόνας, κι έτρεχε ολημερίς ασταμάτητα.

Δεν πρόλαβε να ανοίξει την εξώπορτα και πήδησε μπρος στα πόδια
του ο σκύλος του ο Πιστός κουνώντας πέρα δώθε, την ουρά του.
Μεγάλη αγάπη είχε ο Φάνης σε τούτο το μαλλιαρό τσοπανόσκυλο
που του έφτανε σχεδόν ως τη μέση. Ήτανε η μόνη του παρέα, όταν
ερχότανε εδώ στη στάνη. Το χωριό, για ν' ανταμώσει με τ' άλλα
παιδιά, ήτανε δυο ώρες μακριά και δεν υπήρχε άλλη στάνη εκεί κοντά
για να έχει κάποια παρέα.

- Σιγά, σιγά παλιόφιλε, είπε γελώντας στον Πιστό και τον χάιδεψε
γερά στο κεφάλι. Σιγά, θα με ρίξεις κάτω!

Περπάτησαν οι δυο τους ως τις βρύσες. Στάθηκαν ο ένας δίπλα στον
άλλον, στην ίδια ευθεία, ακίνητοι, έχοντας απέναντι τους ο καθένας
κι από μια βρύση. Έμειναν έτσι μερικά λεπτά, για να πάρουν το
κουράγιο που τους έλειπε, πριν βάλουν το κεφάλι τους κάτω από το
παγωμένο νερό. Μια λοξή, γρήγορη, ματιά που έριξαν συναμετάξυ
τους ήτανε, θαρρείς, το σύνθημα. Σκύψανε και οι δυο ταυτόχρονα το
κεφάλι χαμηλά κι αμέσως το έσπρωξαν κάτω από το νερό. Χύθηκε
πάνω τους δροσιά διάφανη και κρυστάλλινη, ζωντανεύοντας τα
τρυφερά μάγουλα του Φάνη, μουσκεύοντας τα πυκνά μαλλιά και τα
μουστάκια του σκύλου. Ύστερα τίναξαν και οι δυο δυνατά το κεφάλι,
κάνοντας χιλιάδες σταγόνες να πεταχτούν δεξιά κι αριστερά.

- Πού είναι η πετσέτα σου σήμερα φιλαράκο; Φώναξε γελώντας ο
Φάνης στο σκύλο του τον Πιστό, ενώ έτριβε με δύναμη τα μαλλιά
του. Ξέχασες, μού φαίνεται, τι μέρα είναι. Έλα εδώ να σε στεγνώσω
εγώ, του είπε, κι άπλωσε το χέρι με την πετσέτα για να σκουπίσει τη
μούρη του.

- Γαβ-γάβ, διαμαρτυρήθηκε ο Πιστός κι έκαμε δυο-τρία βήματα πίσω
για να τον αποφύγει.

- Το ξέρω πως δεν σ' αρέσει να είσαι περιποιημένος, μα σήμερα είναι
παραμονή των Χριστουγέννων, του είπε ο Φάνης. Θα μου πεις
βέβαια, και με το δίκιο σου, συνέχισε μονολογώντας, πώς θέλεις να
το καταλάβω εγώ αυτό; Μήπως και άλλαξε τίποτε εδώ γύρω που να
το μαρτυράει;

- Γαβ.... γαβ-γαβ, γάβγισε δυνατά ο Πιστός, σαν να 'χε άλλη γνώμη.

- Μη μού διαμαρτύρεσαι καθόλου. Τα καλά τσοπανόσκυλα, αν θέλεις
να ξέρεις, έχουν μύτη και τα μυρίζονται όλα, είπε γελώντας το παιδί,
μα την απάντηση δεν πρόλαβε να την ακούσει γιατί παιχνιδιάρικα
σφυρίζοντας του έφερε ο αγέρας ώς τ' αφτιά του ψιθυριστά το
όνομα του.

- Φάνη... - Φάνη...

Ξαφνιασμένος στάθηκε στον τόπο για ν' ακούσει καλύτερα, κάνοντας
νόημα και στον Πιστό να μη γαβγίσει.

- Φάνη, Φάνη, πού είσαι; άκουσε ξανά, καθαρά όμως ετούτη τη φορά
τη φωνή της μάνας του που ερχότανε από το μονοπάτι.

- Ξύπνησα, φώναξε το παιδί κι ένιωσε λαχτάρα να την ανταμώσει κι
αφήνοντας το σκύλο να τον κοιτάζει, περπάτησε γρήγορα ως το
δρομάκι και την περίμενε εκεί.

Σε λίγο εκείνη φάνηκε πίσω από τα δέντρα της στροφής να έρχεται
χαμογελαστή με βήμα γρήγορο.

- Τι χάλια είναι αυτά; Πώς είσαι έτσι, του είπε η μάνα, όταν έφτασε
κοντά. Δέσε τα κορδόνια σου, χτένισε λιγάκι τα μαλλιά σου, τον
γλυκομάλωσε, βάζοντας ταυτόχρονα τα δάχτυλά της μέσα στ'
ανακατεμένα σγουρά μαλλιά για να τα φτιάξει. Αν ήσουνα τώρα στο
χωριό, από τα εφτά χαράματα θα ξεκινούσες να πεις τα κάλαντα κι
όχι που μου κοιμήθηκες κι ανέβηκε μιαν οργιά ο ήλιος.

- Δηλαδή...., είπε ο Φάνης σαστισμένος. Δηλαδή σε ποιον.... θα τα
πω;

- Τι σε ποιον θα τα πεις. Σε μένα, του είπε γελώντας η μάνα.

- Σ' εσένα; Μα εγώ τα έλεγα πάντα στη γιαγιά, γιατί εσύ....

- Εμπρός-εμπρός ξεκίνα κι άφηκα μισοαρμεγμένα τα γίδια στον
πατέρα σου, τού είπε, και τραβώντας τον από το χέρι φτάσανε οι δυο
τους μπροστά στην πόρτα του σπιτιού.

- Τώρα, μάνα, μεγάλωσα. Δεν είμαι πια για κάλαντα, είπε με ντροπή
το παιδί σκύβοντας το κεφάλι.

- Μεγάλωσες; Μωρέ τι μάς λες! Εδώ ο Γιωργής ο Φωτεινός τα λέει
ακόμη στο χωριό κι ας είναι είκοσι χρονών και μεγάλωσες εσύ εννιά
χρονών παιδί;

- Τότε, στάσου να φτιαχτώ λιγάκι, είπε τρελός από χαρά ο Φάνης και
γυρνώντας στο πλάι πέταξε την πετσέτα που κρατούσε πάνω στο
πεζούλι. Ύστερα έσκυψε να δέσει βιαστικά τα κορδόνια του, έσιαξε
και τα πουκάμισα του που ήτανε μισοβγαλμένα, χτένισε με τα
δάχτυλα και τα μαλλιά του και τέλος, χτυπώντας τα δυο του χέρια,
κάλεσε τον Πιστό να 'ρθει κοντά του.
- Πιστέ, έλα... έλα, του φώναξε γελώντας Θα τα πούμε και φέτος
παλιόφιλε.

- Στάσου εδώ, του είπε η μάνα, όταν είδε πως ήταν έτοιμος. Θα το
κάνουμε, όπως το έκανες και με τη γιαγιά. Θα μπω εγώ στο σπίτι κι
εσύ θα μου χτυπήσεις την πόρτα. Στάσου σου λέω, να το κάνουμε
όπως πρέπει...

Η μάνα χάθηκε, πριν αποσώσει καλά το λόγο της, μέσα στο σπίτι
κλείνοντας πίσω της την πόρτα.

Ο Φάνης έμεινε ολομόναχος εκεί, σαστισμένος, δίχως να μπορεί να
σαλέψει, δίχως να μπορεί ν' ανασάνει από εκείνον τον κόμπο που
ήρθε και στάθηκε στο λαιμό του. Τα μάτια του γεμίσανε πλημμύρα κι
άφαντη γίνηκε μπροστά του η πόρτα και το σπίτι ολάκερο χάθηκε
μέσα στα θολά τα δάκρυα. Η καρδιά του χτυπούσε στο στήθος του
δυνατά μ' ένα ρυθμό παράξενο που το παιδί δεν είχε ξανανιώσει.

- Ούτε μια πρόβα δεν κάναμε, γύρισε και είπε στον Πιστό ο Φάνης
σκουπίζοντας ταυτόχρονα τα μάτια με το μανίκι του. Εμπρός, τι
περιμένεις, τού ψιθύρισε σπρώχνοντάς του το κεφάλι, λες κι ο
Πιστός έπρεπε να χτυπήσει την πόρτα.

- Α! Κατάλαβα! Μουρμούρισε. Όλες τις ντροπές θα τις πάρω εγώ!
Σήκωσε δειλά ο Φάνης το χέρι και τύπησε το μικρό, σιδερένιο
μάνταλο τρεις φορές.

- Να τα πούμε;φώναξε με τρεμάμενη φωνή.

- Να τα πείτε, να τα πείτε, ακούστηκε από μέσα η φωνή της μάνας,
ενώ την ίδια στιγμή άνοιξε διάπλατα και η πόρτα.

Ο Φάνης πήρε κουράγιο από το χαμόγελο της μάνας του κι άρχισε να
λέει τραγουδιστά τα κάλαντα, υμνώντας του Χριστού τη γέννηση, της
μικρής φάτνης τη δόξα, των μάγων τ' άγια δώρα! Στο τέλος, εκεί που
αρχίζουν τα παινεματα του νοικοκύρη, ο Φάνης έλεγε ετούτα εδώ τα
λόγια που του είχε μάθει η γιαγιά του η Μηλιά και που ήτανε εκείνα
που ταίριαζαν στους τσοπάνηδες.

        «Εδώ σε τούτες τις αυλές, τις μαρμαροστρωμένες
        Εδώ 'χουν χίλια πρόβατα και τρεις χιλιάδες γίδια.
        Σαν κάνουν τον ανήφορο, γιομίζ' ο λόγγος όλος.
        Σαν πιάσουν τον κατήφορο, γιομίζ' ο κάμπος όλος.
        Σαν το μυρμήγκι περπατούν, σαν το μελίσσι βάζουν.
        Σαν τον αφρό της θάλασσας, αφρίζουν τα καρδάρια.
        Εμείς ολίγα τα πάμε κι ο Θεός να τ' αβγαταίνει.»

- Και του χρόνου, φώναξε στο τέλος λάμποντας από χαρά ο Φάνης.
- Και του χρόνου, Φάνη μου, του είπε συγκινημένη η μάνα κι άπλωσε
τη χούφτα της και πιάνοντας το μικρό του χεράκι, τού έβαλε μέσα
ένα χιλιοδιπλωμένο χαρτονόμισμα.

- Έλα κοντά να σε φιλήσω, τού είπε και τον τράβηξε κοντά της και
γέμισε φιλιά τα δροσερά του μάγουλα.

- Σιγά, σιγά, θα με φας, της είπε γελώντας ο Φάνης για να δώσει ένα
τέλος στης μάνας του τις τρυφεράδες. Δώσε και κανένα φιλάκι στον
Πιστό που μάς κοιτάζει αμίλητος τόση ώρα! Κοίτα τον πως ζηλεύει!

- Γαβ-γαβ, γάβγισε δυνατά το σκυλί στυλώνοντας τα δυο πισινά του
πόδια στο χώμα.

- Ο Πιστός καλά θα κάνει να μάς αδειάσει τη γωνιά, γιατί έχουμε του
κόσμου τις δουλειές, είπε η μάνα και του γύρισε απότομα την πλάτη
της μπαίνοντας στο σπίτι. Εξάλλου, η θέση του είναι με το κοπάδι κι
όχι να μπερδεύεται μέσα στα δικά μας τα πόδια, συμπλήρωσε.

Ο Φάνης κοίταξε τον Πιστό στα μάτια και του έκανε κρυφά νόημα να
καθίσει καταγής. Ο Πιστός δίχως δεύτερη κουβέντα στρώθηκε
φαρδύς-πλατύς μπροστά στην πόρτα, αναγκάζοντας το παιδί να
πηδήσει από πάνω του για να μπορέσει να μπει μέσα στο σπίτι.

Πήγε και κάθισε με τα γόνατα πάνω σε μια καρέκλα ακουμπώντας με
τους αγκώνες στο τραπέζι. Ανοιξε τη σφιγμένη παλάμη κι άφησε να
πέσει πάνω στο υφαντό τραπεζομάντιλο το διπλωμένο
χαρτονόμισμα.

- Ένα πενηντάρικο, είπε κι άνοιξαν τα μάτια του διάπλατα από την
έκπληξη και τη χαρά.

- Να το κρατήσεις μαζί με τα άλλα που έχεις, του είπε η μάνα που
εκείνη τη στιγμή έριχνε ξύλα στο τζάκι για να δυναμώσει τη φωτιά.
Να το κρατήσεις και σαν πας στην πόλη, να πάρεις ό,τι θέλεις.

- Πότε θα πάμε στην πόλη; ρώτησε με λαχτάρα το παιδί.

- Θα πάμε, μα όχι τώρα. Να περάσουν και οι γιορτές.

- Μα εγώ τώρα θέλω να πάμε, μουρμούρισε με παράπονο ο Φάνης.
Θέλω να δω την πόλη πώς είναι στολισμένη για τις γιορτές.

- Φάνη μου, αυτό που ζητάς δε γίνεται, του είπε γλυκά η μάνα
νιώθοντας τον πόθο του παιδιού.

- Τέτοιες μέρες που όλος ο κόσμος γυρίζει στις πλατείες και στα
μαγαζιά, που κάνουν τραπέζια με χίλια δυο γλυκά και φαγητά, που
αγοράζουν δώρα και φορούνε τα καλύτερα τους ρούχα, τέτοιες μέρες
εμείς φεύγουμε από το χωριό, φεύγουμε από τον κόσμο κι
ερχόμαστε στην άκρη της γης για να κάνουμε γιορτές.

- Δεν ερχόμαστε στην άκρη της γης, όπως είπες, για να κάνουμε
γιορτές, μα για να βοηθήσουμε λιγάκι τον πατέρα σου. Νομίζω ξέρεις
πόσες γίδες είναι στην ώρα τους για να γεννήσουν κι ετούτα τα γίδια
είναι όλη η περιουσία μας. Ξέρεις ακόμη πως ο κυρ-Στέφανος με το
φορτηγό τέτοιες γιορτινές μέρες δεν έρχεται να μάς πάρει το γάλα,
γιατί κλείνουνε τα τυροκομεία και αναγκαζόμαστε να το κάνουμε
μόνοι μας τυρί, ειδάλλως θα το χύναμε και είναι μεγάλη αμαρτία.
Ξέρεις πάλι πως....

- Εντάξει, ξέρω, είπε στεναχωρημένος ο Φάνης. Όμως κι εγώ θέλω να
δω την πολιτεία.

- Θα τη δεις κάποτε και την πολιτεία που τόσο τη ζηλεύεις και πού
ξέρεις, είπε η μάνα, μπορεί να συναντήσεις εκεί ανθρώπους που θα
ζηλεύουνε εσένα.

- Θα ζηλεύουν εμένα; Φώναξε έκπληκτος ο Φάνης. Και τι έχουν να
ζηλέψουν από μένα, το στάβλο ή τα ζώα, τη φτωχή μας πολυτέλεια ή
τα ανύπαρκτα στολίδια;

- Ακριβώς αυτά έχουν να ζηλέψουν, του είπε γελώντας με τις φωνές
που έβαλε.

- Καιρός είναι να μού πεις πως όλοι αυτοί θα ψάχνουν τέτοιες μέρες
μια στάνη για να κάνουνε Χριστούγεννα;

- Αν πράγματι ψάχνουνε να βρούνε το μικρό Χριστό, μια στάνη σαν
την δική μας θα πρέπει να ψάχνουνε, κι όχι,... μα το λόγο της δεν
πρόλαβε να τον τελειώσει, γιατί πετάχτηκε ο Φάνης και τη ρώτησε με
λαχτάρα...

- Πες μου, μάνα, έχεις κατεβεί εσύ στην πολιτεία τέτοιες γιορτινές
μέρες.

- Είχα κατέβει μια φορά με τον πατέρα σου, όταν ήμασταν
νιόπαντροι, στην πόλη. Μιλιούνια ο κόσμος στους δρόμους, στα
μαγαζί στα καφενεία, στις ταβέρνες Κρατούσα νερά το χέρι του
πατέρα σου, γιατί φοβόμουνα μη πα, χαθώ μέσα σ αυτό τον κόσμο.

-Είναι αλήθεια πως τέτοιες μέρες στολίζουν τα σπίτια, τους δρόμους,
τα μαγαζιά με χιλιάδες μικρά φωτάκια; Πως στολίζουν μεγάλα και
μικρά έλατα που τα πουλούν στους δρόμους με πολύχρωμα
αγγελάκια και πως τα τυλίγουνε γύρω-γύρω με φωτάκια που
αναβοσβήνουν ρυθμικά; ρώτησε ο Φάνης και σπίθισαν λάμψεις στα
μάτια του.
- Αλήθεια είναι, του απάντησε η μάνα, και γεμίζοντας το μεγάλο το
τσουκάλι με νερά το έβαλε πάνω στη φωτιά για να πάρει βράση. Μα
που τα ξέρεις εσύ όλα αυτά; τού είπε γελώντας.

- Μάς τα διάβασε σ' ένα παραμύθι η δασκάλα μας μια μέρα, πριν
κλείσουν τα σχολεία. Η δασκάλα μας γεννήθηκε στην πόλη και κάθε
χρόνο μάς είπε πως στολίζει Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Το γεμίζει
μικρά-μικρά φωτάκια και το βάζει να στέκει δίπλα στο ανοιχτό
παράθυρο. Αν είχαμε ρεύμα κι εμείς στη στάνη, να, εδώ θα το 'βαζα
το φωτισμένο έλατο, είπε ο Φάνης και με ένα πήδημα βρέθηκε δίπλα
στο μικρό παράθυρο και τράβηξε στο πλάι το λευκό κουρτινάκι. Και
με τα λεφτά που έχω μαζέψει θ' αγόραζα χιλιάδες φωτάκια και θα
στόλιζα ολόκληρο το σπίτι. Ως και τη στάνη θα στόλιζα.

- Ας μάς βάλουνε πρώτα το ρεύμα και μετά βλέπουμε, είπε
αφηρημένα η μάνα.

- Όχι, όχι, τι θα πει «μετά βλέπουμε»; Εγώ θα τη στολίσω όλη τη
στάνη, όταν έρθει το ρεύμα. Έτσι θα μπορέσει να μάς δει και η γιαγιά
από εκεί πάνω και να χαρεί. Τι λες, μάνα, δε θ' αρέσουν στη γιαγιά τα
φωτάκια;

- Σίγουρα θα της αρέσουν, είπε η μάνα του και χάθηκε στο δίπλα
δωμάτιο.

Όταν ξαναφάνηκε στην πόρτα, κρατούσε στα χέρια της ένα μεγάλο
ξύλινο δίσκο. Ήλθε και τον ακούμπησε πάνω στο τραπέζι λέγοντας...

- Και του χρόνου, και του χρόνου.

- Πότε ζύμωσες Χριστόψωμο; είπε με λαχτάρα ο Φάνης και
σβήνοντας με μιας τα λαμπιόνια των ονείρων του έτρεξε στο τραπέζι.

- Κοίταξε το τώρα καλά και πες μου τι τού λείπει, τον ρώτησε με
καμάρι η μάνα.

- Τι να του λείπει; ψιθύρισε μαγεμένος ο Φάνης. Εδώ πάνω είναι
κεντημένα όλα τα καλά της γης και τ' ουρανού. Και δέντρα έχει και
πουλιά, λουλούδια κι άστρα, ανθρώπους και ζώα, τον ήλιο και το
φεγγάρι. Όλα τα έχει πάνω του· τίποτε δεν του λείπει. Ίδιο, όπως το
κάνε και η γιαγιά, για να μη σου πω πως είναι και καλύτερο.

- Έχω όμως κάνει και κάτι ακόμη για σένα, είπε η μάνα κι αφήνοντας
το Χριστόψωμο στο τραπέζι έφερε από το διπλανό δωμάτιο ένα
ταψάκι σκεπασμένο με μια λευκή πετσέτα.

Το κράτησε μπροστά στο Φάνη κι εκείνος τράβηξε με μιας το
κάλυμμα. Τότε είδε στο ταψί δυο αφράτα ζυμαρένια προβατάκια, ένα
στρουμπουλό φασκιωμένο μωρό ίδιο με το μικρό Χριστό κι έναν
ολόλευκο Άγγελο με δυο μεγάλα φτερά.
- Πώς τα έφτιαξες όλα αυτά, είπε θαμπωμένο το παιδί.

- Όταν ψηθούν, θα τα βάλουμε πάνω στο τζάκι για στολίδια, είπε η
μάνα. Εμπρός όμως, πάμε τώρα έξω να με βοηθήσεις να τα ρίξουμε
στον φούρνο.

Βγήκανε οι δυο τους από το σπίτι. Πρώτος ο Φάνης πηδώντας πάνω
από τον Πιστό κι έπειτα η μάνα μουρμουρίζοντας...

- Βρε, μπελά που βρήκαμε μ' αυτό το σκυλί.

Εμείς το πήραμε για τσοπανόσκυλο κι αυτό, με τα χάδια που του
κάνεις, κατάντησε σκυλάκι του καναπέ.

Ο Πιστός, χωρίς να δώσει καμιά σημασία ατις γκρίνιες της, τούς
ακολούθησε κουνώντας χαρούμενος την ουρά του και πήγε και
στάθηκε δίπλα στο Φάνη που κρατούσε το Χριστόψωμο μέχρι η μάνα
του να καθαρίσει από τα ξύλα τον πυρωμένο φούρνο.

- Ξέρεις μάνα, είπε με σκυμμένο το κεφάλι ο Φάνης, όταν έμπαιναν
ξανά στο σπίτι. Φοβόμουνα πως φέτος θα είναι αλλιώτικα τα
Χριστούγεννα, χωρίς τη γιαγιά να κάνει όλες αυτές τις ετοιμασίες της
γιορτής.

- Μα και μόνο που δεν είναι εδώ η γιαγιά, τα Χριστούγεννα τούτη τη
χρονιά θα είναι αλλιώτικα. Όσο για τις ετοιμασίες, αυτές δεν ξέρουν
από αναβολές. Τι κι αν λείπει φέτος η γιαγιά σου η Μηλιά; Τι κι αν
λείψω κι εγώ σε λίγα χρόνια; Αυτά θα πει πως το σπίτι θα μείνει χωρίς
Χριστόψωμο και δίπλες; Είπε, κοιτάζοντας πονηρά το Φάνη, και
ξεστρώνοντας το τραπεζομάντηλο από το τραπέζι έφερε από το
ντουλάπι μια μικρή πάνινη σακούλα αλεύρι.

- θα κάνουμε και δίπλες; φώναξε με ενθουσιασμό το παιδί.

- Δίπλες τραγανές μελάτες με κανέλλα μυρωδάτες και καρύδι
πασπαλάτες, είπε εκείνη γελώντας. Ό,τι όμως κι αν κάνουμε, το
κάνουμε για το Χριστό κι όχι για μάς. Πώς θα τιμήσουμε αλλιώς την
αυριανή γιορτή; Κι ο Χριστός, να ξέρεις, καρτεράει απ' όλους μας να
κάνουμε κάτι γι' αυτή την Άγια μέρα που θα ξημερώσει.

- Τότε έχουμε ένα σωρό δουλειές, είπε ο Φάνης με ενθουσιασμό και
πρέπει να κάνουμε γρήγορα για να τα προλάβουμε όλα.

Έτσι κι έγινε. Δίχως να το καταλάβουν, ζυμώθηκαν και
χρυσοψήθηκαν οι δίπλες στο τηγάνι. Μελώθηκαν και πασπαλίστηκαν
με κανέλλα και ψιλοκοπανισμένο καρύδι. Άνοιξαν τα μπαούλα και
βγήκαν οι φλοκάτες οι γιορτινές, στρώθηκαν τα υφαντά πλουμιστά
στρωσίδια στο πάτωμα. Βγάλανε το Χριστόψωμο από το φούρνο και
μοσχοβόλησε το σπίτι. Κουβάλησαν δίπλα στο τζάκι το Χριστόξυλο,
ένα μεγάλο κούτσουρο που από το καλοκαίρι ακόμη το είχανε
ετοιμάσει γι' αυτή τη νύχτα. Θα το έριχναν αργά το βράδυ στο τζάκι
και θα σιγόκαιγε ως το πρωί για να ζεσταίνει, καθώς πίστευαν οι
τσομπάνηδες, τούτη την κρύα νύχτα την Παναγιά με το μωρό.
Πήγανε και στο κοτέτσι και πιάσανε μιαν αφράτη παρδαλή πουλάδα
και τη βάλανε στο τσουκάλι να σιγοβράσει για να γίνει μια νόστιμη
σούπα για την αυριανή γιορτή.

- Φάρμακο η κοτόσουπα μετά τη νηστεία, έλεγε πάντα η γιαγιά σου η
Μηλιά, είπε γελώντας η μάνα την ώρα που ξεπουπούλιαζαν την κότα.

- Και που να το ήξερε η καημένη η κυρά κοκό πως θα γίνει φάρμακο,
είπε ο Φάνης και βάλανε οι δυο τους τα γέλια.

Είπανε κι άλλα πολλά τις ώρες ετούτες που έκαναν τις ετοιμασίες. Μα
εκείνο που τους έκανε να γελάσουν με την ψυχή τους ήτανε εκείνες
οι αστείες ιστορίες που λέγανε στο χωριό τέτοιες μέρες για τους
καλικάντζαρους και τις ζαβολιές τους, για τα παθήματα και τις
σκανταλιές τους.

Έτσι πέρασε η ώρα με διηγήσεις και με γέλια κι έφτασε απόγευμα,
δίχως να το καταλάβουν.

- Τέσσερις η ώρα, είπε κάποια στιγμή η μάνα. Για να μη φανεί
καθόλου ο πατέρας σου κατά δω, φοβάμαι πως θα 'χει γεννητούρια.
Καλό θα ήτανε να πάω να τον βοηθήσω λιγάκι.

- Θα έρθω κι εγώ, μάνα, είπε πρόθυμα το παιδί.

- Ξέρεις Φάνη τι δεν προλάβαμε σήμερα να κάνουμε, τού είπε τότε
εκείνη. Δεν ασπρίσαμε λίγο το προσκυνητάρι του Άϊ-Γιώργη πάνω
στο βράχο της Αγνανταριάς και ξέρεις πόσο η γιαγιά σου φρόντιζε
εκείνο το προσκυνητάρι.

- Αλήθεια, ψιθύρισε σκεπτικός ο Φάνης. Το προσκυνητάρι το
ξεχάσαμε. Η γιαγιά το άσπριζε μέρες πριν από τη γιορτή.

- Αυτή ήτανε η πρώτη ετοιμασία της γιαγιάς για τα Χριστούγεννα,
είπε η μάνα. Το άσπρισμα του Αϊ-Γιώργη. Βλέπεις, εκκλησιά εδώ στην
ερημιά δεν έχουμε. Το χωριά είναι δυο ώρες δρόμος, με τα μουλάρια,
το μοναστήρι του Αϊ-Γιάννη άλλο τόσο από την άλλη μεριά του
βουνού κι έτσι μονάχα τούτο είχε για παρηγοριά.

- Κι εγώ το ξέχασα ολότελα, είπε παρμένο το παιδί από τις θύμησες
που είχε λησμονήσει και που άρχισαν να ζωντανεύουν σιγά-σιγά
μπρος στα μάτια του.

-Σηκωνόμασταν με τη γιαγιά, πριν ξημερώσει, συνέχισε να λέει. Μ'
έντυνε με του τζακιού το φως. Ύστερα έπαιρνε ένα μπουκάλι λάδι,
γέμιζε καρβουνάκια το θυμιατό, έπαιρνε σπίρτα και λιβάνι κι
αθόρυβα βγαίναμε από το σπίτι για να μη σας ξυπνήσουμε. Όταν
φτάναμε στο προσκυνητάρι του Αϊ-Γιώργη στο βράχο της
Αγνανταριάς, ήτανε η ώρα που χτυπούσαν στ' απέναντι χωριά οι
καμπάνες. Κι ο αγέρας έφερνε τον ήχο ως τ' αυτιά μας. Καμπάνες
χαρμόσυνες απ' το Μεγαλοχώρι. την Κερασιά, το Φωτεινό, τη Βίγλα,
την Κρυοπηγή. Κάναμε τον σταυρό μας άναβε η γιαγιά το καντηλάκι,
θύμιαζε την εικόνα, σιγόψελνε λιγάκι και ύστερα γυρίζαμε πάλι στο
σπίτι.

- Από μικρό κορίτσι πήγαινε η γιαγιά σου τη νύχτα των
Χριστουγέννων κι άναβε το καντήλι του Αϊ-Γιώργη, είπε η μάνα.

- Εσύ μάνα δεν ήλθες ποτέ μαζί μαζί της είπε το παιδί.

- Ετούτο ήτανε κάτι που το έκανε πάντα η γιαγιά σου. Αν
μπορούσαμε να πάμε σ' εκκλησιά για να λειτουργηθούμε, αυτό το
βράδυ όλοι μας θα πηγαίναμε. Το προσκυνητάρι όμως δεν είναι κι
εκκλησιά.

- Να πάω εγώ, μάνα, απόψε ν' ανάψω το καντήλι του Αϊ-Γιώργη; είπε
με λαχτάρα το παιδί.

- Πάρε τώρα τη λεκάνη με τον ασβέστη και τη βούρτσα και πήγαινε ν
ασπρίσεις το προσκυνητάρι. Άναψε, αν θέλεις, και το καντήλι. Εγώ
πρέπει να πάω στον πατέρα σου. Τον έχω αφήσει μόνο του σήμερα.

- Εντάξει, τώρα θα πάω να το ασπρίσω, να πάω όμως και το βράδυ,
την ώρα που χτυπούνε οι καμπάνες, ν' ανάψω το καντηλάκι; Ρώτησε
πάλι το παιδί.

- Άσπρισε το τώρα κι άμα ξυπνήσεις το βράδυ πας και για το καντήλι,
είπε βιαστικά η μάνα και ρίχνοντας στους ώμους το σάλι της χάθηκε
στους ίσκιους του μονοπατιού.

Ο Φάνης δεν μπήκε καθόλου στο σπίτι, παρά πήγε στη μικρή τους
αποθήκη, πήρε τη λεκάνη με τον ασβέστη και τη χοντρή τη βούρτσα
και παρέα με τον Πιστό κίνησε για την Αγνανταριά που ήτανε το
προσκυνητάρι του Αϊ-Γιώργη.

Ο δρόμος δεν ήτανε πολύς ως το προσκυνητάρι. Πετώντας ανέβηκε ο
Φάνης τον ανήφορο ως εκεί κι ας είχε στα χέρια του τόσο βάρο. Σαν
έφτασε, έκαμε το σταυρό του, έβγαλε από μέσα την εικόνα τοῦ Άϊ-
Γιώργη, τη φίλησε και ύστερα την ακούμπησε πάνω στα κλαδιά ενός
θάμνου. Πήρε τη βούρτσα, τη βούτηξε στον ασβέστη, κι άσπρισε όλο
το προσκυνητάρι, μέσα κι ἔξω. Άσπρισε ακόμη κι ἕνα βράχο που
έστεκε πλάι του. Ύστερα στάθηκε να το καμαρώσει και του φάνηκε
πως έλαμπε, χιονάτο περιστέρι, έτσι που λούφαζε μέσα στις
κουμαριές και το έλουζε το στερνά του ήλιου το φως.
Σαν γύρισε στο σπίτι ο Φάνης, έριξε μερικά ξύλα στο τζάκι, πήρε τα
ζυμαρένια προβατάκια στα χέρια του, ξάπλωσε μπροστά στη φωτιά
πάνω στη φλοκάτη και παίζοντας μονάχος περίμενε τη μάνα και τον
πατέρα του να γυρίσουν.

Η κούραση όμως μα κι εκείνη η γλυκιά ζεστή αγκάλη του τζακιού
νανούρισαν το Φάνη και το παιδί γλυκοκοιμήθηκε για ώρες.

Όταν ξύπνησε, ήτανε ξαπλωμένος στο κρεβάτι του. Φορούσε ακόμη
τα ρούχα της ημέρας. Καθώς φαίνεται, τα παπούτσια μόνο τού είχανε
βγάλει και τον ακούμπησαν στο κρεβάτι η μάνα του και ο πατέρας.

Ο Φάνης, σαν άνοιξε τα μάτια, έψαξε να δει πού βρίσκονταν του
ρολογιού οι δείχτες. Δεν μπόρεσε όμως από τόσο μακριά να δει· γι'
αυτό σηκώθηκε, πήρε στα χέρια του το ρολόι, πλησίασε στη φλόγα
του τζακιού που έκαιγε το Χριστόξυλο και διάβασε ψιθυριστά την
ώρα.

- Τέσσερις και τέταρτο, είπε. Πρέπει να βιαστώ. Ν' ανάψω το καντήλι
του Αϊ-Γιώργη. Σε λίγο θα σημάνουν και οι καμπάνες. Πατώντας στις
μύτες των ποδιών, πλησίασε έξω από το δωμάτιο των γονιών του και
κρυφοκοίταξε μέσα από τη μισάνοιχτη πόρτα. Μονάχα τις ανάσες
τους άκουσε να μπερδεύονται ρυθμικά μεταξύ τους.

Ο Φάνης γύρισε πάλι κοντά στο κρεβάτι του. Φόρεσε βιαστικά τις
γαλότσες και το παλτό του. Ύστερα πήρε το μπουκάλι με το λάδι που
φύλαγαν πάντα στο εικονοστάσι και το στρίμωξε μέσα στην τσέπη
του παλτού του, γέμισε, το θυμιατήρι καρβουνάκια από το τζάκι,
πήρε στην άλλη του τσέπη το λιβάνι και τα σπίρτα. Όταν
σιγουρεύτηκε για όλα, άνοιξε σιγά-σιγά την πόρτα.

Δεν πρόλαβε να πατήσει το πόδι του έξω από το σπίτι κι ένιωσε τον
Πιστό να τρίβεται στο παντελόνι του.

- Σσσσσσς. τσιμουδιά, είπε στον Πιστό, κολλώντας το δάχτυλό του
στη μύτη. Πάμε να φύγουμε ήσυχα. Κρίμα να τους ξυπνήσουμε. Σαν
κλέφτες, το 'σκασαν οι δυο τους και γρήγορα βρέθηκαν μακριά από
το σπίτι, πάνω στο ανηφορικό το μονοπάτι που πήγαινε στης
Αγνανταριάς το βράχο.

Η νύχτα ήτανε ξάστερη κι ένα ολόγιομο φεγγάρι φώτιζε τον τόπο
γύρω, λες και ήτανε μέρα. Ο αέρας κατέβαινε θυμωμένος από το
λόφο και, σαν τους αντάμωνε, πάγωνε τις μύτες και τα χνώτα τους.
Το δάσος σκοτεινό, γεμάτο ίσκιους και παράξενες βοές έσκυβε
χαμηλά, παλεύοντας ν' αγγίξει με τα κλαδιά του τα κεφάλια τους.

Ο Πιστός κάποια στιγμή γρύλισε δείχνοντας τα δόντια του και
στάθηκε για λίγο στον τόπο.
- Τι έγινε, φίλε, του είπε γελώντας ο Φάνης. Δεν πιστεύω να φοβάσαι
τους καλικάντζαρους και πιάνοντας τον από το λαιμό τον τράβηξε
μαζί του.

Κόντευαν όμως να φτάσουν στην κορυφή της Αγνανταριάς, όταν ο
Πιστός κάθισε κάτω στο χώμα ήσυχα και με τα μπροστινά του πόδια
αγκάλιασε τη μουσούδα του.

- Τι είναι, τι έπαθες πάλι φοβητσιάρη μου; Του είπε το παιδί κι
έσκυψε δίπλα του να το παρηγορήσει. Έλα, σήκω και φτάσαμε. Δυο
βήματα είναι ακόμη ως το προσκυνητάρι. Τί έπαθες; Κουράστηκες;

Το σκυλί όμως δεν κουνήθηκε καθόλου από τη θέση του.

- Καλά, όπως θέλεις, του είπε τότε ο Φάνης. Μείνε εσύ εδώ. Εγώ θ'
ανάψω το καντήλι κι έρχομαι.

Το παιδί προχώρησε για λίγο μόνο του και δεν άργησε να δει το
προσκυνητάρι.. Εκεί ὀμως που το αγνάντεψε από μακριά, του
φάνηκε πως κάποιος ήτανε εκεί. Παραξενεύτηκε, και σταμάτησε για
να δει καλύτερα. Οι σκιές του δάσους που κρύβονταν και
φανερώνονταν συνεχώς μπροστά του τον έκαναν για να πιστέψει
πως κάποιο καινούριο παιχνίδι τού παίξανε, γι' αυτό και προχώρησε
ξανά άφοβα. Η απόσταση όμως συνεχώς μίκραινε κι όλο και
ξεχώριζαν καλύτερα τα μάτια του το μικρό προσκυνητάρι·
ξεκαθάριζαν των δέντρων οι ίσκιοι που πέφτανε πάνω του, μα κι
εκείνη η φιγούρα που έστεκε ανάμεσα τους καθάρια πια
φανερώθηκε.

Ο Φάνης, αλαφροπατώντας, πλησίασε όσο πιο κοντά μπορούσε. Σε
λίγο σιγουρεύτηκε πως δε γελάστηκε και πως πράγματι κάποιος
ήτανε στο προσκυνητάρι του Αϊ-Γιώργη.

Αθόρυβα κρύφτηκε πίσω από ένα θάμνο και προσπαθούσε να
διακρίνει ποιος ήτανε αυτός που προσεκτικά τακτοποιούσε το
εικονοστάσι. Τον είδε να παίρνει το σβησμένο καντηλάκι στα χέρια
του κι ευθύς μια φλόγα να ξεπετιέται κι ένα γλυκό φως να χύνεται
τριγύρω. Άστραψε ο τόπος όλος κι ο Φάνης έμεινε βουβός να
κοιτάζει εκείνη τη σκιά που, σαν έπεσε πάνω της το φως του
καντηλιού, φανερώθηκε. Και είδε τότε, εκεί, μπροστά του, έναν
Άγγελο ολόλαμπρο, με δυο λευκά φτερά, που θρόιζαν γλυκά σε κάθε
του κίνηση, ν' αφήνει το αναμμένο καντήλι στη θέση του και ύστερα
αργά να κλείνει το διάφανο πορτάκι.

- Σκέφτηκα, πως δε θα ερχότανε κανείς ν' ανάψει απόψε το καντήλι,
τώρα που έφυγε η Θεια-Μηλιά, είπε ο Αγγελος, δίχως να γυρίσει την
πλάτη του.
Ο Φάνης άκουσε καθαρά την φωνή. Τόσο καθαρά σαν να ήτανε δίπλα
του, μα δεν κινήθηκε από τη θέση που ήταν κρυμμένος.

- Χαίρομαι όμως, που ήρθες εσύ, Φάνη, να το ανάψεις, είπε ο
Αγγελος και φανερώνοντας αργά το πρόσωπο του, χαμογέλασε.

Ο Φάνης, καταλαβαίνοντας πως άσκοπα κρυβόταν, έκαμε δυο μικρά
βήματα στο πλάι και βγήκε απ' την κρυψώνα του.

- Ποιος είσαι; τον ρώτησε ξέπνοα, σχεδόν ψιθυριστά με τρεμάμενη
φωνή.

- Οι άνθρωποι τη Νύχτα των Χριστουγέννων στολίζουνε τη γη με
χιλιάδες μικρά πολύχρωμα λαμπάκια, του απάντησε μιλώντας αργά
και καθαρά. Μα αυτό το φως, το δικό σας φως, δεν φτάνει εκεί ψηλά
στον ουρανό. Κανείς από μάς δεν το βλέπει. Κανείς μας δεν το
χαίρεται. Κι έτσι για τα δικά μας μάτια αστόλιστος φαίνεται ο κόσμος
μια τέτοια νύχτα.

- Αστόλιστος! Όπως και η στάνη μας, σκέφτηκε ο Φάνης, μα
φοβισμένα τούτες τις λέξεις δε φανέρωσε.

Ο Αγγελος τον κοίταξε γλυκά βυθίζοντας το βλέμμα του στα μάτια
του παιδιού.

- Και πώς πρέπει να στολίσουμε τον κόσμο, ρώτησε εκείνο ντροπαλά
έχοντας στο νου του τ' αστόλιστο δικό του σπίτι.

- Με το Άγιο φως των καντηλιών, του απάντησε ο Άγγελος γελώντας.
Αυτό το φως φτάνει σε μάς εκεί ψηλά. Διάφανο, λαμπερό στολίδι. Κι
απόψε που είναι Χριστούγεννα κανένα καντηλάκι σε κανένα
εικονοστάσι δε θα πρέπει να μένει σβηστό. Γι' αυτό κι εγώ, περνώ κι
ανάβω τα καντήλια σε όσα εξωκλήσια ή προσκυνητάρια μένουν αυτή
τη νύχτα σβηστά. Μα τώρα εδώ, δε θα ξανάρθω, αφού εσύ πια θα
ανάβεις του Αϊ-Γιωργιού το καντηλάκι. Θα το πω και στη θεια Μηλιά
να ησυχάσει, που είχε την έγνοια του!
ΑΝΝΑ ΙΑΚΩΒΟΥ

Η Άννα Ιακώβου γεννήθηκε στην Άρτα και έζησε εκεί τα
πρώτα χρόνια της ζωής της. Σπούδασε πιάνο κι ανώτερα
θεωρητικά στο Ελληνικό Ωδείο ΑΘηνών κι εργάστηκε για
χρόνια ως καθηγήτρια μουσικής. Το 2002 έλαβε έπαινο
από τον Κύκλο Παιδικού Βιβλίου για το βιβλίο της «Ο
Ατρόμητος Αβέρωφ». Την ίδια χρονιά βραβεύτηκε η
ποιητική της συλλογή «Με Φως Καλοκαιριού» από την
Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά, ενώ τον επόμενο
χρόνο, το 2003, στον ίδιο διαγωνισμό απέσπασε έπαινο για
την ποιητική της συλλογή «Καρτέρια». Άλλα βιβλία της
είναι «Ο Θησαυρός», «Ο Άϊ-Βασίλης και ο δάσκαλος»
από τις εκδόσεις «Άθως», «Η Ταγαρού», «Ο Κανέλλος»,
«Αλέξανδρος ο Μέγας», «Η Μαργαρίτα των χελιδονιών».
Χριστουγεννιάτικη ἱστορία
                  Τσὰρλς Ντίκενς


ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΜΑΡΛΕΪ

Παραμονὴ Χριστουγέννων. Σκυμμένος πάνω ἀπ᾿ τὸ γραφεῖο του, ὁ
Ἐμπενέζερ Σκροῦτζ δούλευε ἀσταμάτητα. Τὸ δωμάτιο ἦταν μᾶλλον
κρύο, γιατί τὰ λιγοστὰ κάρβουνα στὴ σόμπα δὲν ζέσταιναν ἀρκετά.
Ὄχι ὄχι ἔλειπαν τοῦ Σκροῦτζ τὰ χρήματα γιὰ ν᾿ ἀγοράσει περισσότερα
κάρβουνα. Ἀλλὰ ὁ Ἐμπενέζερ Σκροῦτζ ἦταν ἕνας φοβερὸς
τσιγκούνης! Στὸ διπλανὸ δωμάτιο, χωρὶς θερμάστρα, ἐργαζόταν ὁ
Μπὸμπ Κράτσιτ, ὁ κλητήρας του, ποὺ ἔτρεμε ὁλόκληρος ἀπὸ τὴν
παγωνιά. Ξαφνικὰ ἡ πόρτα ἄνοιξε κι ἕνας χαμογελαστὸς ἄντρας
μπῆκε στὸ γραφεῖο.

«Θεῖε, Καλὰ Χριστούγεννα!».

«Κακά, ψυχρὰ κι ἀνάποδα...» γκρίνιαξε ὁ Σκροῦτζ.

«Θεῖε μου, μὴ μουτρώνεις. Ἦρθα νὰ σὲ καλέσω γιὰ τὸ μεσημέρι»,
εἶπε ὁ Φρέντ, ὁ ἀνιψιός του.

Ἀλλὰ ὁ Σκροῦτζ ἀρνήθηκε τὴν πρόσκληση. Ποτέ του δὲν γιόρταζε τὰ
Χριστούγεννα. Τὰ θεωροῦσε χάσιμο χρόνου. Ὅμως ἡ ἀπάντηση τοῦ
Σκροῦτζ δὲ χάλασε τὸ κέφι τοῦ Φρέντ. Ἔφυγε χαμογελαστός, ἀφοῦ
προηγουμένως ἀντάλλαξε εὐχὲς μὲ τὸν Μπὸμπ Κράτσιτ.

Λίγα λεπτὰ ἀργότερα χτύπησαν τὴν πόρτα. Ὁ ὑπάλληλος ἔτρεξε ν᾿
ἀνοίξει. Παρουσιάστηκαν δυὸ κύριοι.

«Ἐδῶ εἶναι ἡ ἑταιρεία Σκροῦτζ καὶ Μάρλεϊ;» ρώτησε ὁ πρῶτος.

«Ὁ συνέταιρός μου, ὁ Μάρλεϊ, πέθανε σὰν ἀπόψε πρὶν ἀπὸ ἑφτὰ
χρόνια», τοῦ ἀπάντησε ψυχρὰ ὁ Σκροῦτζ.

«Τὰ συλλυπητήρια μου», εἶπε ὁ δεύτερος.

«Ἐμεῖς κάνουμε ἔρανο γιὰ τοὺς φτωχούς. Αὔριο, ποὺ ξημερώνει μέρα
χαρᾶς, ὑπάρχουν, δυστυχῶς, ἄνθρωποι ποὺ ὑποφέρουν ἀπὸ τὸ κρύο
καὶ τὴν πείνα. Μποροῦμε νὰ ἔχουμε τὴ συνδρομή σας;».
Ὁ γέρο-σπαγκοραμμένος δὲν εἶχε σκοπὸ νὰ ξοδέψει οὔτε μία πένα
γιὰ νὰ βοηθήσει τοὺς συνανθρώπους του καὶ ἀπάντησε ἀρνητικὰ
στοὺς δυὸ ἐπισκέπτες.

Ἐκεῖνοι ἔφυγαν ἀπογοητευμένοι, χωρὶς νὰ τὸν πιέσουν περισσότερο.

Νύχτωσε. Ἦρθε ἡ ὥρα νὰ κλείσει τὸ γραφεῖο. Ὁ Σκροῦτζ φόρεσε τὸ
παλτὸ καὶ τὸ καπέλο του καὶ πῆρε στὸ χέρι τὸ μπαστούνι του. Μὲ τὴ
σειρά του, ὁ Μπὸμπ Κράτσιτ ἑτοιμάστηκε κι αὐτὸς νὰ φύγει.

«Ὑποθέτω ὅτι δὲν θέλεις νὰ δουλέψεις αὔριο», τοῦ εἶπε ὁ Σκροῦτζ μὲ
δυσφορία. Ὁ Μπὸμπ κούνησε καταφατικὰ τὸ κεφάλι.

«Ἂ-ἂ-ἂν δὲ σᾶς πειράζει, κύ-κύ-κύριε Σκροῦτζ», τραύλιζε ὁ
καημένος ὁ Μπόμπ.

«Δὲ μοῦ ἀρέσει νὰ σὲ πληρώνω ὅταν δὲν ἐργάζεσαι», τὸν διέκοψε ὁ
Σκροῦτζ. «Πάντως, μεθαύριο θὰ πιάσεις ἀπὸ νωρὶς δουλειά!».

Ὁ Μπὸμπ τὸν εὐχαρίστησε κι ἔτρεξε ἔξω νὰ βρεῖ κάτι παιδάκια ποὺ
διασκέδαζαν κάνοντας τσουλήθρα στὸν παγωμένο δρόμο.

Ἀδιαφορώντας γιὰ τὴ γιορταστικὴ ἀτμόσφαιρα, ὁ Σκροῦτζ ἔφαγε,
ὅπως συνήθως, μόνος του σὲ μιὰ γειτονικὴ ταβέρνα.

Ἔπειτα, τράβηξε γιὰ τὸ σπίτι του. Τὸ κτίριο ὅπου ἔμενε βρισκόταν
στὴν ἄκρη ἑνὸς στενοῦ καὶ σκοτεινοῦ δρόμου. Τὸ παλιὸ καὶ
φθαρμένο διαμέρισμα ἀνῆκε κάποτε στὸ συνέταιρό του, τὸν Τζὰκ
Μάρλεϊ.

Ὁ Σκροῦτζ ἔβγαλε τὸ κλειδὶ γιὰ νὰ ξεκλειδώσει τὴν ἐξώπορτα. Τὸ
ρόπτρο, ἂν καὶ μεγάλο, δὲν εἶχε τίποτα τὸ ἰδιαίτερα ὄμορφο πάνω
του. Κι ὅμως, ἐκείνη τὴ βραδιὰ ἔμοιαζε λουσμένο σ᾿ ἕνα ἀπόκοσμο
φῶς. Ὁ Σκροῦτζ, πραξενεμένος, ἔσκυψε νὰ ἐξετάσει καλύτερα... καὶ
τότε ἀντίκρισε τὸ πρόσωπο τοῦ Μάρλεϊ νὰ τὸν κοιτάζει!.. Τὴν
ἑπόμενη στιγμὴ ὅμως ξανάγινε ἕνα κοινότατο ρόπτρο. Ταραγμένος ὁ
Σκροῦτζ μπῆκε στὸ διαμέρισμα, μαντάλωσε τὴν πόρτα πίσω του καὶ
προχώρησε στὴ σάλα.

Στὴ συνέχεια, ἔβγαλε τὸ παλτό του, φόρεσε τὶς παντόφλες του καὶ
κάθησε μπροστὰ στὸ τζάκι. Πάνω στὴ σχάρα τρεμόσβηναν λίγες
ἀδύναμες φλόγες. Ξαφνικά, ἀπ᾿ τὴ μεριὰ τῆς ἀποθήκης ἄκουσε νὰ
σέρνονται βαριὲς ἁλυσίδες. Μέσα ἀπὸ τὴν κλειστὴ πόρτα γλίστρησε
μία παράξενη σκιὰ καί, αἰωρούμενη, ἦρθε καὶ στάθηκε στὴ μέση του
δωματίου. Τούτη τὴ φορὰ δὲν ὑπῆρχε καμιὰ ἀμφιβολία. Ἦταν τὸ
φάντασμα τοῦ παλιοῦ συνεταίρου τοῦ Σκροῦτζ, ποὺ εἶχε πεθάνει
ἀκριβῶς πρὶν ἑφτὰ χρόνια. Ὁ γέρος δὲν μποροῦσε νὰ πιστέψει στὰ
μάτια του.
«Ποιὸς εἶσαι;» ψιθύρισε.

«Ποιὸς ἤμουν!» τὸν διόρθωσε τὸ φάντασμα. «Ἤμουν ὁ Τζὰκ Μάρλεϊ,
ὁ συνέταιρός σου. Δὲ μὲ θυμᾶσαι;».

Τὸ φάντασμα τοῦ Μάρλεϊ κάθησε στὴν ἀγαπημένη του πολυθρόνα. Ὁ
Σκροῦτζ, ποὺ κόντευε νὰ λιποθυμήσει ἀπὸ τὸ φόβο του, τὸν ρώτησε
ἱκετευτικά: «Τζάκ, πές μου, τί θέλεις;».

«Βλέπεις αὐτὲς τὶς ἁλυσίδες;» τὸν ρώτησε τὸ φάντασμα. «Κάθε
κρίκος τους ἀντιπροσωπεύει καὶ μία ἄσχημη κουβέντα τῆς ζωῆς μου.
Ὅσο γιὰ τὰ βαριὰ χρηματοκιβώτια ποὺ σέρνω; Εἶναι τὰ πλούτη ποὺ
συγκέντρωσα καὶ δὲν τὰ χρησιμοποίησα σωστά. Ὅλα αὐτὰ θέλω νὰ
τὰ σκεφτεῖς σοβαρὰ καὶ νὰ δεῖς καὶ τὴ δική σου ζωὴ ἀλλιῶς,
Σκροῦτζ!». Τὸ φάντασμα σώπασε γιὰ λίγο κι ὕστερα συνέχισε:

«Ἦρθα νὰ σὲ προειδοποιήσω. Ἔχεις ἀκόμη μιὰ εὐκαιρία νὰ γλιτώσεις
ἀπὸ τὴ δική μου μοίρα, θὰ ἔρθουν τρία πνεύματα. Τὸ πρῶτο θὰ σὲ
ἐπισκεφθεῖ ἀπόψε, στὴ μία μετὰ τὰ μεσάνυχτα. Τὸ δεύτερο αὔριο,
τὴν ἴδια ὥρα. Καὶ τὸ τρίτο μεθαύριο, μόλις χτυπήσει τὸ ρολόι δώδεκα.
Αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία σου ἐλπίδα!..».

Καὶ μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Μάρλεϊ ξαναέφυγε γιὰ νὰ συναντήσει τὰ ἄλλα
φαντάσματα ποὺ περιπλανιοῦνται ἀσταμάτητα στὶς ὁμίχλες τῆς
αἰωνιότητας. Ἐξαντλημένος ὁ Σκροῦτζ, ἔπεσε χωρὶς νὰ γδυθεῖ στὸ
κρεβάτι του κι ἀποκοιμήθηκε ἀμέσως.



ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ

Ἦταν ἀκόμη σκοτάδι ὅταν ξύπνησε ὁ Σκροῦτζ. Νόμισε πὼς τὸ ρολόι
εἶχε σταματήσει, θυμόταν ὅτι ἔπεσε νὰ κοιμηθεῖ μετὰ τὶς δυό. Τὸ
ρολόι χτύπησε μία ἀκριβῶς.

Ἀμέσως, μιὰ λάμψη δυνατὴ πλημμύρισε τὴν κρεβατοκάμαρα. Ὁ
Σκροῦτζ ἀνασηκώθηκε καὶ τότε εἶδε ἐμπρός του μιὰ περίεργη
ὀπτασία. Εἶχε τὸ ἀνάστημα, τὸ πρόσωπο, τὰ χέρια ἑνὸς μικροῦ
παιδιοῦ, ἀλλὰ τὰ μαλλιά της ἦταν ὁλόλευκα ὅπως ἑνὸς γέρου. Ἀπὸ
τὸν ὦμο, πάνω ἀπὸ τὸ λευκό, κοντὸ χιτώνιό της, κρεμόταν μιὰ
γιρλάντα λιόπρινο, σύμβολο τοῦ χειμῶνα.

«Μὴ φοβᾶσαι», τοῦ εἶπε ἡ ὀπτασία. «Εἶμαι τὸ Χριστουγεννιάτικο
Πνεῦμα τοῦ Παρελθόντος κι ἦρθα νὰ σὲ βοηθήσω».

Πῆρε τὸν Σκροῦτζ ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸν ὁδήγησε στὸ παράθυρο.
Ὁ Σκροῦτζ φοβήθηκε μήπως πέσει, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸν ἐνθάρρυνε
νὰ πετάξει μαζί του πάνω ἀπὸ στέγες καὶ ἀγρούς. Κι ἦταν πρωὶ ὅταν
ἔφτασαν σὲ μία μικρὴ ἐπαρχιακὴ πόλη.

«Μά, ἐδῶ πέρασα τὰ παιδικά μου χρόνια», μουρμούρισε
κατάπληκτος ὁ Σκροῦτζ.

«Ἔ, τότε, θὰ ξέρεις τὸ δρόμο γιὰ νὰ ἔρθεις ἐδῶ», τὸν ρώτησε τὸ
Πνεῦμα.

«θὰ μποροῦσα νὰ τὸν βρῶ μὲ κλειστὰ μάτια», ἀπάντησε ἐκεῖνος.

«Κι ὅμως, δείχνεις σὰν νὰ ἔχεις ξεχάσει ἀκόμη καὶ τὴν ὕπαρξη αὐτοῦ
τοῦ τόπου», παρατήρησε αὐστηρὰ τὸ Πνεῦμα.

Ὕστερα βάδισαν πάνω στὸ χιονισμένο δρόμο συναντώντας
φυσιογνωμίες γνωστές. Ἀγρότες μὲ τὶς ἅμαξες, παιδιὰ μὲ τ᾿ ἀλογάκια
τους. Ὁ Σκροῦτζ τοὺς θυμόταν ὅλους. Τοὺς φώναξε μάλιστα μὲ τὰ
ὀνόματά τους. Ἀλλὰ κανεὶς δὲν τοῦ ἀπάντησε!

«Εἶναι μόνο σκιές», τοῦ ἐξήγησε τὸ Πνεῦμα, «δὲν μᾶς βλέπουν».

Ὁ Σκροῦτζ χάρηκε πολὺ ποὺ ξαναεῖδε φίλους καὶ γνωστοὺς ἀπὸ τὰ
νιᾶτα του. Καὶ τούτη ἡ χαρὰ ἦταν πρωτόγνωρη γι᾿ αὐτόν. Σὲ λίγο, οἱ
δυὸ ταξιδιῶτες ἔφτασαν σ᾿ ἕνα χωριουδάκι. Μπῆκαν σ᾿ ἕνα μεγάλο
κτίριο χτισμένο ἀπὸ τοῦβλα. Στὸ ἐσωτερικὸ ἀντίκρισαν σειρὲς
θρανία. Ἦταν σχολεῖο μὲ οἰκότροφους μαθητές, ποὺ σπούδαζαν
μακριὰ ἀπὸ τὶς οἰκογένειές τους.

Σὲ κάποιο θρανίο, ἕνα μοναχικὸ ἀγόρι, καθόταν καὶ διάβαζε. Κατὰ
τρόπο μαγικό, οἱ ἥρωες τοῦ βιβλίου πρόβαλαν ἐμπρὸς στὸ παιδὶ - ὁ
Ἀλῆ Μπαμπᾶ μὲ τὴν ἀνατολίτικη φορεσιά του, ὁ Ροβινσῶν Κροῦσος
μὲ τὸν παπαγάλο του στὸν ὦμο, κι ἄλλοι πολλοί. Στὴν ἀρχὴ ὁ
Σκροῦτζ ἐνθουσιάστηκε βλέποντας τοὺς ἥρωες τῶν σχολικῶν του
χρόνων. Ἔπειτα, ὅμως, κατάλαβε. Τὸ μοναχικὸ ἀγόρι, μὲ μοναδικὴ
παρέα τὰ βιβλία, ἦταν ὁ ἐαυτός του. Κάθησε, τότε, σ᾿ ἕνα θρανίο καὶ
ἔκλαψε πικρά.

«Πᾶμε τώρα νὰ ἐπισκεφτοῦμε κάποια ἄλλα Χριστούγεννα», τοῦ
πρότεινε τὸ Πνεῦμα.

Καθὼς μιλοῦσε, παρατήρησε ὅτι τὸ παιδὶ μεγάλωσε κι ἔγινε ἔφηβος.
Ὁ Σκροῦτζ ἤξερε πολὺ καλὰ ὅτι ὁ νεαρὸς ἦταν πάλι μόνος. Οἱ ἄλλοι
μαθητὲς θὰ ἐπέστρεφαν στὰ σπίτια τους γιὰ τὶς διακοπές.

Ξαφνικά, ἡ πόρτα ἄνοιξε. Μιὰ νέα καὶ ὄμορφη κοπέλα μπῆκε
τρέχοντας στὴν αἴθουσα. Ἦρθε καὶ τὸν ἀγκάλιασε.
«Ἀδελφούλη μου», τοῦ φώναξε. «Ἦρθα νὰ σὲ πάρω. Θὰ πᾶμε στὸ
σπίτι νὰ γιορτάσουμε τὰ Χριστούγεννα!».

«Στὸ σπίτι, Φάντ;» ρώτησε ὁ νεαρὸς Σκροῦτζ.

«Ναί, ζήτησα ἀπὸ τὸν πατέρα νὰ σ᾿ ἀφήσει νὰ ξαναγυρίσεις γιὰ
πάντα στὸ σπίτι. Συμφώνησε. Δὲ θὰ ξαναπᾶς ἐσωτερικὸς στὸ
σχολεῖο!», τοῦ ξαναφώναξε χαρούμενη.

«Εἶναι πολὺ γλυκιὰ μὲ χρυσή, μὲ χρυσὴ καρδιά», σχολίασε τὸ
Πνεῦμα. «Νομίζω ὅτι πέθανε νέα, πάνω στὴ γέννα!».

«Ναί...» ἀπάντησε σκεφτικὸς ὁ Σκροῦτζ.

Βγῆκαν ἀπὸ τὸ σχολεῖο καὶ περιπλανήθηκαν στοὺς δρόμους. Οἱ
βιτρίνες τῶν καταστημάτων ἦταν στολισμένες γιὰ τὰ Χριστούγεννα.
Τὸ Πνεῦμα στάθηκε ἐμπρὸς σ᾿ ἕνα κατάστημα καὶ ρώτησε τὸν
Σκροῦτζ ἂν τὸ ἀναγνωρίζει. Ἐκεῖνος κούνησε τὸ κεφάλι καὶ εἶπε:
«Ἐδῶ πρωτοεργάστηκα σὰν μαθητευόμενος!».

Μπῆκαν μέσα. Ἕνας ἡλικιωμένος κύριος καθόταν στὸ γραφεῖο.

«Αὐτὸς εἶναι ὁ γερό-Φέζιβικ!.. Ὁ γερό-Φέζιβικ ἀναστημένος!..»
φώναξε μ᾿ ἐνθουσιασμὸ ὁ Σκροῦτζ.

Ἐκείνη τὴ στιγμή, ὁ νεαρὸς Σκροῦτζ κι ἕνας ἄλλος μαθητευόμενος
μπῆκαν στὴν αἴθουσα.

«Μαζέψτε τα ὅλα», τοὺς εἶπε ὁ Φέζιβικ, «νὰ ἑτοιμάσουμε τὴ
γιορτή!».

Οἱ μαθητευόμενοι δὲν περίμεναν νὰ τὸ ἀκούσουν δεύτερη φορά.
Πρὶν προλάβει ὁ γέρο-Σκροῦτζ ν᾿ ἀνοιγοκλείσει τὰ μάτια, ὅλα ἦταν
καθαρὰ καὶ τακτοποιημένα. Σὲ λίγο ἄρχισαν νὰ καταφθάνουν οἱ
καλεσμένοι. Ἡ γιορτὴ εἶχε ὀργανωθεῖ γιὰ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ
Φέζιβικ.

Σύντομα ἡ μουσικὴ καὶ ὁ χορὸς ἄναψαν τὸ κέφι γιὰ τὰ καλά.
Προσφέρθηκαν γλυκίσματα καὶ ποτά. Ἦταν πιὰ ἀργὰ ὅταν ξεκίνησαν
νὰ φύγουν οἱ καλεσμένοι. Ὁ κύριος καὶ ἡ κυρία Φέζιβικ ἕσφιξαν τὰ
χέρια ὅλων καὶ τοὺς εὐχήθηκαν «Καλὰ Χριστούγεννα!». Ἕσφιξαν τὰ
χέρια ἀκόμη καὶ τῶν νεαρῶν μαθητευομένων πρὶν πᾶνε στὰ κρεβάτια
τοὺς στὸ πίσω μέρος τοῦ καταστήματος. Ὁ γέρο-Σκροῦτζ ἔδειχνε
ξετρελαμένος καθὼς παρακολουθοῦσε αὐτὴ τὴ σκηνή. Ἔνιωθε τόση
χαρά, λὲς καὶ συμμετεῖχε πραγματικὰ στὴ γιορτή. Ἀργὰ τὴ νύχτα τὸ
Πνεῦμα καὶ ὁ Σκροῦτζ ἄκουσαν τοὺς μαθητευομένους νὰ
κουβεντιάζουν ξαπλωμένοι στὰ κρεβάτια τους. Παίνευαν τὸ γέρο-
Φέζιβικ καὶ τὸν εὐγνωμονοῦσαν γιὰ τὴν ὡραία γιορτὴ ποὺ τοὺς
ἑτοίμασε.

«Καὶ τοῦ κόστισε μόνο τρεῖς ἢ τέσσερις λίρες», σχολίασε κάπως
εἰρωνικὰ τὸ Πνεῦμα. «Ἔξοδο ποὺ ἄξιζε τὸν κόπο!». «Τὸ κόστος δὲν
ἦταν ὑλικό», διαμαρτυρήθηκε ὁ Σκροῦτζ. «Ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὰ
χρήματα, ἡ γιορτὴ θὰ εἶχε ἐπιτυχία γιατί ὁ Φέζιβικ ἦταν καλὸς
ἄνθρωπος καὶ πάντοτε ἀκτινοβολοῦσε χαρὰ κι εὐτυχία!».

Ξαφνικὰ ὁ Σκροῦτζ ἔκοψε τὴν κουβέντα του ἀπότομα.

«Τί σοῦ συμβαίνει;» τὸν ρώτησε τὸ Πνεῦμα. «Μήπως ἔγινε κάτι ποὺ
σὲ τάραξε;».

«Ὄχι, τίποτα... Νά, θὰ ἤθελα μόνο νὰ ἔχω πεῖ κάτι στὸν κλητήρα
μου».

Ἡ σκηνὴ ἄλλαξε. Τώρα ὁ Σκροῦτζ ἦταν πλέον ὥριμος ἄντρας. Καὶ μία
νέα γυναίκα ἐγκατέλειπε τὸ σπίτι. Ἔκλαιγε ἡ καημένη, βουβά. Γύρισε
καὶ τοῦ εἶπε:

«Κάποτε ἤμασταν φτωχοὶ ἀλλὰ εὐτυχισμένοι. Τώρα σὲ κυβερνᾶ τὸ
πάθος σου γιὰ τὸ χρῆμα!».

«Μά, μεταξύ μας, τίποτα δὲν ἄλλαξε», διαμαρτυρήθηκε ὁ Σκροῦτζ.

«Ἐγὼ ἔμεινα ἡ ἴδια. Ἐσὺ ὅμως ἄλλαξες. Δὲν μπορῶ νὰ σὲ παντρευτῶ.
Σοῦ εὔχομαι κάθε εὐτυχία στὴ σταδιοδρομία ποὺ διάλεξες».

Καὶ μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ἡ γυναίκα βγῆκε στὸ δρόμο, ἐνῶ ὁ ἄντρας δὲ
δοκίμασε νὰ τὴ σταματήσει.

«Πνεῦμα», φώναξε ὁ γέρο-Σκροῦτζ, «σταμάτα νὰ μὲ βασανίζεις,
θέλω νὰ γυρίσω στὸ σπίτι. Δὲν ἀντέχω τὶς δυσάρεστες ἀναμνήσεις».

Μέσα σε μία στιγμὴ πέρασαν χρόνια. Καὶ ξαναεῖδαν τὴ νέα γυναίκα.
Τώρα γελοῦσε τρισευτυχισμένη με τὴν κόρη της. Σὲ διαφορετικὲς
περιστάσεις θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι τὸ παιδὶ τοῦ Σκροῦτζ. Ὁ πατέρας
μπῆκε στὸ δωμάτιο. Ἡ μικρὴ ἔτρεξε καὶ τὸν φίλησε. Ἀγκαλιάστηκαν
καὶ οἱ τρεῖς ἐμπρὸς στὸ ἀναμμένο τζάκι.

«Δὲν τὸ ἀντέχω», μούγκρισε ὁ γερο-Σκροῦτζ μὲ φωνὴ σπασμένη. Καὶ
στράφηκε ἀπελπισμένος πρὸς τὸ Πνεῦμα, ποὺ μέσα στὴν
ὁλοφώτεινη ἀνταύγεια τοῦ ἔμοιαζε σὰν νὰ εἰρωνεύεται τὴν ἀπελπισία
του. Σὲ λίγο ἡ ὀπτασία τοῦ Πνεύματος ἄρχισε ν᾿ ἀπομακρύνεται καὶ
νὰ σβήνει σιγὰ-σιγά, μέχρι ποὺ ἐξαφανίστηκε τελείως. Ὁ Σκροῦτζ
ἔνιωσε ἀφάνταστα κουρασμένος. Τὰ μάτια τοῦ βάρυναν. Ξαναγύρισε
στὴν κρεβατοκάμαρά του. Μόλις ποὺ πρόλαβε νὰ ξαπλώσει στὸ
κρεβάτι κι ἔπεσε σὲ ὕπνο βαθύ.



ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ

Ὅταν ξύπνησε ὁ Σκροῦτζ, τὸ ρολόι χτυποῦσε μία. Μιὰ κατακόκκινη
λάμψη ἐρχόταν ἀπ᾿ τὴ σάλα. Σηκώθηκε, φόρεσε τὴ ρόμπα του καὶ
πῆγε νὰ δεῖ τί συμβαίνει. Ἡ σάλα εἶχε μεταμορφωθεῖ! Ἀπὸ τὸ πάτωμα
ὡς τὸ ταβάνι ἦταν στολισμένη μὲ κισσό, λιόπρινο καὶ ἰξό. Στὸ τζάκι
ἔκαιγε μία ζωηρὴ φωτιὰ καὶ στὴ γωνιὰ ὑψωνόταν ἕνας τεράστιος
σωρὸς ἀπὸ φαγητὰ-γαλοποῦλες, χῆνες, πατάτες, μῆλα, καρύδια - ἐνῶ
πάνω στὴν κορυφὴ καθόταν χαμογελαστὸς ἕνας γίγαντας μ᾿ ἕνα
δαυλὸ ἀναμμένο στὸ ἀριστερό του χέρι.

«Εἶμαι τὸ Χριστουγεννιάτικο Πνεῦμα τοῦ Παρόντος», τοῦ φώναξε
φιλικά. «Ἔλα!». Ὁ Σκροῦτζ παρατήρησε τὸ Πνεῦμα. Ἦταν ντυμένο μ᾿
ἕνα μακρὺ λευκὸ χιτώνα. Καὶ πάνω στὰ μακριὰ μαῦρα του μαλλιὰ
φοροῦσε ἕνα στεφάνι ἀπὸ λιόπρινο.

«Πήγαινε μὲ ὅπου θέλεις», ξερόβηξε ὁ Σκροῦτζ. «Πῆρα ἤδη μερικὰ
μαθήματα ἀπ᾿ τὸ συνάδελφό σου. Εἶμαι ἕτοιμος νὰ παρακολουθήσω
καὶ τὰ δικά σου».

«Τότε πιάσου ἀπὸ τὸν ποδόγυρο τοῦ χιτῶνα μου», ἀπάντησε ὁ
γίγαντας.

Ἡ χαρούμενη σάλα, ἡ διακόσμηση, τὰ φαγητά, ὅλα ἐξαφανίστηκαν.

Βρέθηκαν ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ ὑπαλλήλου του, τοῦ Μπὸμπ Κράτσιτ
καὶ κοίταξαν ἀπὸ τὸ παράθυρο. Ἡ κυρία Κράτσιτ καὶ οἱ τρεῖς κόρες
της φοροῦσαν παλιὰ φθαρμένα φορέματα, στολισμένα ὅμως μὲ
κορδέλες γιὰ τὴ γιορτή, καὶ κάθονταν στὸ τραπέζι. Ξαφνικά, μπῆκαν
τρέχοντας δυὸ ἀγοράκια.

«Μυρίσαμε γαλοπούλα ψητή! Τί καλά! Μοσχοβολᾶ ἀπὸ τὸ δρόμο!»
φώναξαν μὲ ἐνθουσιασμό. Πίσω τοὺς ἐρχόταν ὁ πατέρας τους. Στοὺς
ὤμους του κουβαλοῦσε τὸ μικρότερο γιό του, τὸν Τίμ. Τὸν ἀπέθεσε
προσεκτικὰ στὸ πάτωμα. Τὸ παιδὶ ἦταν ἄρρωστο καὶ βάδιζε μὲ
δεκανίκι.

Κάθησαν ὅλοι στὸ γιορτινὸ τραπέζι. Ἡ μικρὴ γαλοπούλα μοιράστηκε
πολὺ προσεκτικὰ ὥστε νὰ φτάσει γιὰ ὅλους. Πάντως ἡ σκηνὴ ἦταν
χαρούμενη. Οἱ δυὸ γονεῖς πρόσεχαν ἰδιαίτερα τὸν ἀνάπηρο Τίμ. Ἕνα
χαμόγελο φώτισε τὸ χλωμό του προσωπάκι.
«Πνεῦμα», ρώτησε μὲ ξαφνικὸ ἐνδιαφέρον ὁ Σκροῦτζ, «ὁ μικρὸς Τὶμ
θά... ζήσει ἀκόμη γιὰ πολύ;».

«Χμμ... τὸν περιβάλλουν σκιές. Ἂν τὸ μέλλον δὲν τὶς μεταβάλει, τὸ
παιδάκι θὰ πεθάνει! Ἀλλὰ ἐσένα τί σὲ νοιάζει; Ἕνα στόμα λιγότερο σὲ
τοῦτο τὸν πυκνοκατοικημένο κόσμο. Ἔτσι δὲν εἶναι;».

Ὁ Σκροῦτζ τότε θυμήθηκε ὅτι ὁ ἴδιος εἶχε ἐπαναλάβει πολλὲς φορὲς
αὐτὴ τὴ φράση. Καὶ κατέβασε τὸ κεφάλι ντροπιασμένος.

Ξαφνικά, χωρὶς τὸ Πνεῦμα νὰ προσθέσει ἄλλη λέξη, βρέθηκαν στὸ
σπίτι τοῦ ἀνιψιοῦ του. «Ὁ θεῖος Σκροῦτζ μᾶς θεωρεῖ τρελοὺς ποὺ
γιορτάζουμε τὰ Χριστούγεννα. Κι ἔτσι, ἀρνήθηκε νὰ φάει μαζί μας
σήμερα», εἶπε ὁ Φρέντ.

«Τί ἀπαίσιος ἄνθρωπος», ἀναστέναξε ἡ γυναίκα του ὑποτιμητικὰ καὶ
οἱ καλεσμένοι κούνησαν τὰ κεφάλια γιατί συμφώνησαν μαζί της.
Ἀλλὰ ὁ Φρὲντ πρόσθεσε πικραμένος: «Ἐγώ, πάντως, λυπᾶμαι
εἰλικρινὰ ποὺ ὁ θεῖος ἔχασε μία εὐκαιρία νὰ χαρεῖ. Καὶ τώρα, παρ᾿ ὅλο
ποὺ δὲ βρίσκεται μαζί μας, θὰ ἤθελα νὰ τοῦ ἐκφράσω τὶς καλύτερες
εὐχές μου». Κι ἀμέσως σήκωσε τὸ ποτήρι καὶ ἤπιε στὴν ὑγειὰ τοῦ
θείου του.

Γρήγορα ὅμως ἡ χαρούμενη ὁμήγυρη ξέχασε τὸν Σκροῦτζ. Ἔπαιξαν
μουσική, χόρεψαν, διασκέδασαν μὲ παντομίμα. Ὁ Σκροῦτζ, ποὺ τόσο
τοῦ ἄρεσε αὐτὸ τὸ παιχνίδι, συμμετεῖχε ὅλο χαρά, ξεχνώντας ὅτι
κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ τὸν δεῖ ἢ νὰ τὸν ἀκούσει. Τὸ Πνεῦμα τὸν
παρακολουθοῦσε κι ἔμοιαζε νὰ τὸ γλεντάει μαζί του. Ἀλλὰ σύντομα
ἦρθε ἡ ὥρα νὰ φύγουν. «Ἔχουμε νὰ ἐπισκεφτοῦμε πολλὰ μέρη
ἀκόμη ὥσπου νὰ περάσει ἡ νύχτα», εἶπε τὸ Πνεῦμα.

Καὶ ὁδήγησε τὸν Σκροῦτζ ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι. Περπάτησαν μέσα στὸ
κρύο καὶ στὸ χιονόνερο, σὲ βρωμερὰ στενὰ καὶ δρομάκια περίεργα, κι
ἀκόμη κάτω ἀπὸ τὶς σκοτεινὲς γέφυρες τῆς πόλης. Ἐκεῖ ὁ Σκροῦτζ
εἶδε δυστυχισμένους ἀνθρώπους πού, κολλημένοι σφιχτὰ ὁ ἕνας
πάνω στὸν ἄλλον, προσπαθοῦσαν νὰ ζεσταθοῦν. Ἀνάμεσα τοὺς
τριγύριζαν παιδάκια ποὺ ζητιάνευαν φαγητὸ ἀπ᾿ τοὺς περαστικούς.
Κάπου μακριά, ἕνα ρολόι σήμανε μεσάνυχτα.

Ὁ Σκροῦτζ, τρομοκρατημένος ἀπ᾿ τὴν τόση ἀθλιότητα, ἀναζήτησε τὸ
γιγάντιο Πνεῦμα. Ἀλλὰ ἐκεῖνο εἶχε ἐξαφανιστεῖ.



ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ

Σὲ λίγο, ἕνα ἄλλο φάντασμα, τυλιγμένο στὴν ὁμίχλη, προχώρησε
ἀργὰ πρὸς τὸν Σκροῦτζ. Παρατήρησε ὅτι τὸ Πνεῦμα αὐτὸ φοροῦσε
μία τεράστια μαύρη κάπα καὶ μία κουκούλα ποὺ τοῦ ἔκρυβε ἐντελῶς
τὸ πρόσωπο. Ὁ Σκροῦτζ παραλίγο νὰ λιποθυμήσει ἀπὸ τὸν τρόμο
του.

«θὰ πρέπει νὰ εἶσαι τὸ Χριστουγεννιάτικο Πνεῦμα τοῦ Μέλλοντος»,
ψιθύρισε. «Τί μοῦ ἐπιφυλάσσει τὸ μέλλον; Ἴσως ν᾿ ἀλλάξω... Εἶμαι
ἕτοιμος νὰ σὲ ἀκολουθήσω».

Παρὰ τὰ γενναῖα του λόγια, ὁ Σκροῦτζ φοβόταν τόσο πολὺ αὐτὸ τὸ
φάντασμα, ὥστε τὰ πόδια του ἄρχισαν νὰ τρέμουν. Δὲν μποροῦσε νὰ
κάνει βῆμα. Τὸ Πνεῦμα παρέμεινε ἀκίνητο περιμένοντας ὑπομονετικὰ
τὸν Σκροῦτζ μέχρι νὰ συνέλθει. Ἔπειτα κινήθηκε ἀθόρυβα. Καὶ ὁ
Σκροῦτζ τὸ ἀκολούθησε σὰν νὰ τὸν τύλιξε ἡ κάπα τοῦ Πνεύματος,
ποὺ τὸν παρέσυρε στὸ ἄγνωστο.

Κοσμοσυρροὴ καὶ ὀχλαγωγία στὸ χρηματιστήριο. Τὸ Πνεῦμα μὲ τὸν
Σκροῦτζ ἀνάμεσα στοὺς χρηματιστὲς καὶ στοὺς ἐμπόρους. «Πότε
πέθανε;» ρώτησε κάποιος ἀπὸ τὸ πλῆθος. «Χθὲς βράδυ, νομίζω»,
ἀπάντησε ἕνας ἄλλος. «Δὲν πιστεύω νὰ πάτησε κανεὶς στὴν κηδεία
του», σχολίασε ἕνας τρίτος. «Ἐπιτέλους ξεκουμπίστηκε... Τὸν
σιχαίνονταν ὅλοι!».

Ὁ Σκροῦτζ ἔνιωσε οἶκτο γι᾿ αὐτὸν ποὺ μιλοῦσαν. Ἀναρωτήθηκε γιὰ
ποιὸ λόγο νὰ τὸν ἔφερε τὸ Πνεῦμα σὲ τοῦτο τὸ μέρος. Ἔπειτα
ἀναγνώρισε κάποιον ἄλλο χρηματιστὴ στὴ συνηθισμένη του θέση.
Μάταια ὅμως ἔψαξε νὰ βρεῖ καὶ τὸν ἑαυτό του.

«Ἴσως», σκέφτηκε, «ὁ Σκροῦτζ τοῦ μέλλοντος θὰ παρατήσει τὶς
συναλλαγὲς καὶ θὰ στραφεῖ πρὸς ἄλλες δραστηριότητες...».

Γύρισε νὰ ρωτήσει τὸ Πνεῦμα. Ἀλλὰ ἐκεῖνο ἐξακολουθοῦσε νὰ
σωπαίνει. Σήκωσε μόνο τὸ χέρι καὶ ἔδειξε μὲ τὸ μακρύ του δάχτυλο
πρὸς κάποια κατεύθυνση. Ἦταν καιρὸς νὰ συνεχίσουν τὸ ταξίδι τους.
Ὁ γέροντας ἔνιωσε νὰ διαπερνᾶ τὴ ραχοκοκαλιά του κρύος ἱδρώτας.

Ἔφτασαν σὲ μία κακόφημη γειτονιὰ τῆς πόλης. Ὁ Σκροῦτζ δὲν εἶχε
ξαναπατήσει τὸ πόδι του ἐκεῖ. Στὴν ἄκρη ἑνὸς βρώμικου στενοῦ
βρισκόταν ἕνα ἄθλιο καταγώγιο-φωλιὰ λωποδυτῶν! Μέσα, τρεῖς
κλέφτες, ἕνας ἄντρας καὶ δυὸ γυναῖκες, μὲ τρύπια ροῦχα,
μοιράζονταν τὴ λεία τους. Οἱ πεταμένες πάνω στὸ πάτωμα κουρτίνες
ἦταν ἴδιες μ᾿ ἐκεῖνες τῆς κρεβατοκάμαρας τοῦ Σκροῦτζ.

«Καλὰ ποὺ κάναμε καὶ τὰ ἁρπάξαμε», κακάρισε ἡ μία γυναίκα. «Ἔτσι
κι ἀλλιῶς, κανεὶς δὲν πρόκειται νὰ ἐνδιαφερθεῖ γιὰ τὰ πράγματά
του», πρόσθεσε ὁ ἄντρας.

«Ἂ τὸ γέρο-τσιγκούνη», ἔβρισε ἡ ἄλλη γυναίκα. «Ἂν ἦταν ἐντάξει
ἄνθρωπος, κάποιος θὰ βρισκόταν δίπλα του τὴν ὥρα ποὺ πέθαινε». Ὁ
Σκροῦτζ παρακολουθοῦσε ἀηδιασμένος τὴν κουβέντα τους.
«Πνεῦμα», φώναξε. «Πᾶμε νὰ φύγουμε, σὲ παρακαλῶ, ἀπὸ αὐτὸ τὸ
ἀπαίσιο μέρος». Ἀλλὰ ἡ σιωπὴ τοῦ Πνεύματος τοῦ πάγωσε τὸ αἷμα.

«Πνεῦμα», κλαψούρισε ὁ Σκροῦτζ, «βοήθησέ με νὰ ξεχάσω τούτη τὴ
θλιβερὴ σκηνή. Πήγαινέ με σ᾿ ἕνα μέρος ὅπου οἱ ἄνθρωποι μιλοῦν
εὐγενικὰ γιὰ τοὺς νεκρούς...».

Τὸ Πνεῦμα τὸν ὁδήγησε τότε σὲ δρόμους γνωστούς, πίσω στὸ σπίτι
τοῦ Μπὸμπ Κράτσιτ. Ἡ γυναίκα καὶ τὰ παιδιά του ἦσαν ὅλοι
μαζεμένοι γύρω ἀπὸ τὴ φωτιά. Ὅμως τὸ φτωχικὸ δωμάτιο ἦταν
παράξενα σιωπηλό.

«Δὲ θὰ ἀργήσει ὁ πατέρας σας», εἶπε ἡ κυρία Κράτσιτ. «Ἔχει
καθυστερήσει μόνο λίγα λεπτά», εἶπε κάποιο ἀπὸ τὰ παιδιά. «Τοῦτες
τὶς μέρες βαδίζει πιὸ ἀργά».

«Ἄχ!» ἀναστέναξε ἕνα ἄλλο. «Ὅταν κουβαλοῦσε τὸν Τὶμ στοὺς
ὤμους ἐρχόταν τρεχάτος γιὰ τὸ σπίτι».

Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὁ Μπὸμπ Κράτσιτ μπῆκε στὸ σπίτι. Εἶχε τὰ μάτια
κατακόκκινα σὰν νὰ εἶχε κλάψει. Χαιρέτησε ὅμως τρυφερὰ ἕνα-ἕνα
τὰ παιδιά του. Ἔπειτα εἶπε: «Ποτὲ δὲν πρόκειται νὰ ξεχάσουμε τὸ
μικρούλη μας τὸν Τίμ, ἔτσι; Ἡ ἀνάμνηση τοῦ τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς
εὐγενείας του θὰ μᾶς κρατήσει γιὰ πάντα ἑνωμένους!».

«Ναί! Ναί!» φώναξαν τὰ παιδιά. «Ἔ, τότε, μὲ κάνετε νὰ νιώθω
εὐτυχισμένος», ἀπάντησε ὁ Μπὸμπ «πολὺ εὐτυχισμένος!».

Ἀγκαλιάστηκαν ὅλοι. Καὶ δάκρυα γέμισαν τὰ μάτια τοῦ Σκροῦτζ.

«Πνεῦμα», εἶπε ὁ Σκροῦτζ, «σὲ λίγο θὰ χωρίσουμε. Δὲ θὰ μοῦ
ἐξηγήσεις τὸ νόημα ὅλων αὐτῶν; θὰ ἤθελα νὰ δῶ καὶ τὴ δική μου
πορεία στὸ μέλλον».

Ξαναβγῆκαν στὸ δρόμο καὶ προχωρώντας, βρέθηκαν ἔξω ἀπὸ τὸ
γραφεῖο τοῦ Σκροῦτζ. Τὸ Πνεῦμα δὲν εἶχε πρόθεση νὰ σταματήσει.
Τὸ μακρύ του δάχτυλο ἔδειχνε ἐμπρός.

«Σὲ παρακαλῶ, ἄφησε μὲ μία στιγμὴ νὰ δῶ πῶς θὰ εἶμαι στὸ
μέλλον», ἱκέτευσε ὁ Σκροῦτζ. Τὸ Πνεῦμα κοντοστάθηκε σιωπηλό. Ὁ
Σκροῦτζ κοίταξε ἀπὸ τὸ παράθυρο. Ἀναγνώρισε τὸ γραφεῖο του, ἀλλὰ
ἡ ἐπίπλωση δὲν ἦταν πλέον ἡ δική του καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ καθόταν
στὴν πολυθρόνα δὲν ἦταν ὁ Σκροῦτζ! Τὸ Πνεῦμα, ἀμίλητο πάντα,
προχώρησε. Ὁ Σκροῦτζ ἀκολούθησε τὰ βήματά του. Μετὰ ἀπὸ λίγο
ἔφτασαν σὲ μία καγκελόπορτα. Ὁ Σκροῦτζ γούρλωσε τὰ μάτια. Ἦταν
τὸ νεκροταφεῖο. Τὸ Πνεῦμα πῆγε καὶ στάθηκε ἐμπρὸς ἀπὸ ἕναν τάφο.
Ὁ Σκροῦτζ πλησίασε τρέμοντας. Πάνω στὴν ταφόπλακα διάβασε
χαραγμένο τὸ ὄνομά του: «ΕΜΠΕΝΕΖΕΡ ΣΚΡΟΥΤΖ».

«Μά, τότε, στὸ χρηματιστήριο θὰ πρέπει νὰ μιλοῦσαν γιὰ μένα»,
κλαψούρισε, «καὶ οἱ κλέφτες λήστεψαν, μόλις πέθανα, τὸ δικό μου
σπίτι!».

«Πνεῦμα, βοήθεια, βοήθεια!» φώναξε. «Δὲν θέλω νὰ τελειώσει ἔτσι ἡ
ζωή μου. Μπορῶ... θέλω νὰ τὴν ἀλλάξω. Τὰ μαθήματα τῶν τριῶν
πνευμάτων δὲν θὰ πᾶνε χαμένα. Μπορεῖς νὰ ἀλλάξεις τὸ μέλλον
μου;».

Πάνω στὴν ἀγωνία τοῦ ὁ Σκροῦτζ ἀγκάλιασε τὸ Πνεῦμα ἀπὸ τὴ μέση.
Ἀλλὰ ἡ κάπα ἦταν ἄδεια -τὸ Πνεῦμα ἔγινε ἀτμός- καὶ ὁ Σκροῦτζ
ἀγκάλιαζε στὴν πραγματικότητα τὸ κάγκελο τοῦ κρεβατιοῦ του! Ναί,
τοῦ δικοῦ του κρεβατιοῦ! Βρισκόταν πάλι στὴν κρεβατοκάμαρά του.
Ἀνακουφισμένος ἀπὸ τὴν ἀγωνία, κλαίγοντας καὶ γελώντας, ἔτρεξε
νὰ ἀγγίξει τὶς κουρτίνες. Ἦταν ἐκεῖ, στὴ συνηθισμένη τοὺς θέση.
Βάλθηκε νὰ χοροπηδᾶ σ᾿ ὅλο τὸ σπίτι γεμάτος εὐτυχία. Ὅλα ἦταν στὴ
θέση τους! Τίποτα δὲν εἶχε ἀλλάξει! Καὶ τὴ μεγάλη του χαρὰ
διέκοψαν μόνο οἱ καμπάνες τῶν ἐκκλησιῶν, ποὺ χτυποῦσαν
χαρούμενες σ᾿ ὅλη τὴν πόλη.



ΤΟ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ ΤΕΛΟΣ

Ὁ Σκροῦτζ ἔτρεξε κι ἄνοιξε τὸ παράθυρο. Ὁ ἥλιος ἔλαμπε. Τὸ κρύο
ἦταν τσουχτερό, ἀλλὰ τὸ πρωινὸ εὐχάριστο. «Τί ἡμέρα εἶναι
σήμερα;», ρώτησε ἕνα ἀγόρι ποὺ περνοῦσε ἀπέξω. «Σήμερα ἔχουμε
Χριστούγεννα!».

«Ἂ τότε, δὲν τὰ ἔχασα», φώναξε ὁ Σκροῦτζ. «Τὰ πνεύματα ἔκαναν τὴ
δουλειὰ τοὺς μέσα σε μία μόνο νύχτα!».

«Ἀγόρι μου», ξαναεῖπε στὸ παιδί. «Τρέξε, σὲ παρακαλῶ, στὸ χασάπη
καὶ πές του νὰ μοῦ φέρει τὴ μεγαλύτερη γαλοπούλα του. Θὰ σοῦ
χαρίσω ἕνα σελίνι, ἴσως καὶ τρία, ἂν ἐπιστρέψεις μέσα σὲ πέντε
λεπτά».

Τὸ παιδὶ δὲ δίστασε στιγμή. Ἔτρεξε γρήγορα καὶ ξαναγύρισε
λαχανιασμένο, παρέα μὲ τὸν κρεοπώλη, ποὺ κουβαλοῦσε μία
τεράστια γαλοπούλα.

«Θὰ τὴ στείλω στὸν Μπὸμπ Κράτσιτ», κρυφογέλασε ὁ Σκροῦτζ,
«χωρὶς νὰ μάθει ποιὸς τοῦ τὴ δώρισε».
Τὸ πουλὶ ἦταν τόσο βαρύ, ὥστε ὁ Σκροῦτζ ἀναγκάστηκε νὰ καλέσει
ἕνα ἁμάξι γιὰ νὰ τὸ μεταφέρει ὡς τὸ σπίτι τοῦ κλητῆρα του. Ὁ
Σκροῦτζ, χαμογελώντας, πλήρωσε τὸ ἀγοράκι, τὸ χασάπη καὶ τὸν
ἁμαξᾶ. Ἔνιωθε ὑπέροχα.

Ὁ Σκροῦτζ ἔκανε τὸ μπάνιο του, φόρεσε ἕνα καθαρὸ κοστούμι καὶ
βγῆκε περίπατο. Βάδιζε μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα στὴ ράχη,
παρατηρώντας τοὺς περαστικούς. Ὅλοι ἦταν χαρούμενοι. Μερικοὶ
τοῦ εὐχήθηκαν «Καλὰ Χριστούγεννα!». Ὁ Σκροῦτζ ὁμολόγησε ὅτι
ποτὲ δὲν εἶχε ἀκούσει πιὸ εὐχάριστα λόγια. Στὸ δρόμο συνάντησε
ἕναν ἀπὸ τοὺς δυὸ κυρίους ποὺ τὴν προηγουμένη τὸν εἶχαν
ἐπισκεφθεῖ γιὰ νὰ τοῦ ζητήσουν τὴ βοήθειά του γιὰ τοὺς φτωχούς.

«Καλέ μου κύριε», τοῦ φώναξε «πῶς εἶστε;».

Κι ὅταν ὁ ἄνθρωπος πλησίασε, ὁ Σκροῦτζ τοῦ ψιθύρισε κάτι στὸ αὐτί.
Ἐκεῖνος τὸν κοίταξε κατάπληκτος. «Μιλᾶτε σοβαρά, κύριε Σκροῦτζ;»
φώναξε. «Μὰ εἶστε πολὺ γενναιόδωρος!». «Μὴ μὲ εὐχαριστεῖτε»,
τοῦ ἀπάντησε ὁ Σκροῦτζ. «Κάντε μόνο τὸν κόπο νὰ περάσετε μία ἀπὸ
αὐτὲς τὶς μέρες, ὅσο τὸ δυνατὸν πιὸ σύντομα, ἀπὸ τὸ γραφεῖο μου.
Θὰ εἶναι δική μου εὐχαρίστηση!».

Στὸ τέλος, ὁ Σκροῦτζ κατέληξε ἐμπρὸς στὸ σπίτι τοῦ ἀνιψιοῦ του.
Δίστασε γιὰ λίγο στὸ κεφαλόσκαλο. Ἀλλὰ μετὰ πῆρε τὴν ἀπόφαση
καὶ χτύπησε τὸ κουδούνι. Ἡ ὑπηρέτρια τοῦ ἄνοιξε τὴν πόρτα.

«Τὸ ἀφεντικό σου εἶναι μέσα;» τὴ ρώτησε.

«Μάλιστα, κύριε. Περᾶστε. Κάθεται ἤδη μὲ τὴ σύζυγό του καὶ τοὺς
καλεσμένους στὸ τραπέζι, θὰ σᾶς δείξω...».

«Δὲ χρειάζεται, καλή μου», τῆς ἀπάντησε ὁ Σκροῦτζ. «Γνωρίζω πολὺ
καλὰ αὐτὸ τὸ σπιτάκι». Ἄνοιξε σιγανὰ τὴν πόρτα τῆς τραπεζαρίας καὶ
ἔχωσε τὸ κεφάλι μέσα.

«Φρέντ», ρώτησε, «μπορῶ νὰ περάσω;».

«Ποιὸς εἶναι;» ρώτησε ἔκπληκτος ὁ ἀνιψιὸς τοῦ Σκροῦτζ γυρνώντας
τὸ κεφάλι του.

«Ὁ θεῖος σου ὁ Σκροῦτζ», τοῦ ἀπάντησε. «Ἦρθα γιὰ τὸ
χριστουγεννιάτικο τραπέζι ποὺ μὲ κάλεσες!».

Ὁ Φρὲντ καὶ ἡ γυναίκα του χάρηκαν πολὺ ποὺ τελικὰ ὁ Σκροῦτζ
ἀποφάσισε νὰ τοὺς κάνει τὴν τιμή. Καὶ ἡ γιορτὴ ἐξελίχτηκε
θαυμάσια. Τὸ γεῦμα ἦταν νοστιμότατο. Ἀκολούθησαν μουσικὴ καὶ
χορός. Ἔπαιξαν διάφορα διασκεδαστικὰ παιχνίδια καὶ φυσικὰ
παντομίμα. Ἀλλὰ τὸ καλύτερο ἀπ᾿ ὅλα ἦταν ἐκείνη ἡ ξέφρενη χαρὰ
ποὺ ἔνιωθε μέσα του ὁ Σκροῦτζ.

Τὴν ἑπομένη, ὁ Σκροῦτζ πῆγε πολὺ νωρὶς στὸ γραφεῖο. Ἤθελε νὰ
κάνει ἔκπληξη στὸν κλητήρα του, ποὺ ἤξερε ὅτι θὰ ἀργοῦσε νὰ φανεῖ
στὴ δουλειά. Καὶ πράγματι, ὁ Μπὸμπ Κράτσιτ ἦρθε λίγο πρὶν τὶς δέκα.
Κάθησε ἀθόρυβα στὴ θέση του, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ Σκροῦτζ δὲ θὰ
ἔπαιρνε εἴδηση τὴν καθυστέρησή του.

«Ἄαα!» γκρίνιαξε τότε ὁ Σκροῦτζ προσπαθώντας νὰ μιμηθεῖ τὸ
γνωστὸ κακότροπο ὕφος του. «Τί σημαίνει πάλι αὐτό;».

«Συ-συ-συγγνώμη, κύριε», τραύλισε ὁ Μπὸμπ Κράτσιτ, «δὲν
πρόκειται νὰ ξαναργήσω».

«Καὶ πῶς μπορεῖς νὰ δίνεις τέτοιες ὑποσχέσεις;» τοῦ εἶπε
μουτρωμένος ὁ Σκροῦτζ. Ὁ Μπὸμπ ἄρχισε νὰ τρέμει. Φοβήθηκε τὴν
ἀπόλυση.

«Πάντως, γιὰ τούτη τὴ φορά...» συνέχισε ὁ Σκροῦτζ «νομίζω ὅτι
πρέπει νὰ σοῦ αὐξήσω τὸ μισθό σου!».

Κατάπληκτος ὁ Μπὸμπ σκέφτηκε νὰ τρέξει γιὰ βοήθεια. Νόμισε ὅτι ὁ
ἐργοδότης του τρελάθηκε!

«Καλὰ Χριστούγεννα, ἀγόρι μου», τοῦ εἶπε τότε ἤρεμος καὶ
χαμογελαστὸς ὁ Σκροῦτζ, μὲ τρόπο τόσο εἰλικρινῆ, ὥστε τελικὰ τὸν
ἔπεισε ὅτι τὰ εἶχε τετρακόσια. «Καὶ ὄχι μόνο θὰ σοῦ κάνω αὔξηση,
ἀλλὰ θὰ βοηθήσω καὶ τὴν οἰκογένειά σου. Πήγαινε, ὅμως, πρῶτα σὲ
παρακαλῶ, νὰ ἀγοράσεις κι ἄλλα κάρβουνα, θὰ ζεσταθοῦμε καλὰ κι
ἔπειτα καθισμένοι δίπλα στὴ φωτιὰ θὰ συζητήσουμε ὅλες τὶς
λεπτομέρειες.

Ὁ Σκροῦτζ κράτησε τὸ λόγο του. Καὶ σύντομα ὁ μικρὸς Τὶμ ξεπέρασε
τὴν ἀρρώστια, ἀπέκτησε δυνάμεις κι ἔγινε ἕνα γελαστὸ καὶ ὄμορφο
ἀγόρι, ποὺ ὁ Σκροῦτζ τὸ φρόντισε σὰν νὰ ἦταν δικό του παιδί. Ὁ
πρώην τσιγκούνης ἔγινε πολὺ γενναιόδωρος κι ἦταν πάντα εὐγενικός
με ὅλους. Μερικοὶ βέβαια τὸν κορόιδεψαν γιὰ τὴ μεταβολὴ τοῦ
χαρακτήρα του. Ἀλλὰ ὁ Σκροῦτζ δὲν ἐνοχλήθηκε γιατί, ὅπως εἶπε
πολὺ σοφά: «Καλύτερα νὰ σὲ περιγελοῦν παρὰ νὰ σὲ
περιφρονοῦν!».

Ὁ Σκροῦτζ δὲν ξαναεῖδε τὰ πνεύματα. Ἀλλὰ ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα,
ὅπως λένε, δὲν ὑπῆρχε ἄνθρωπος ποὺ νὰ γιορτάζει καλύτερα τὰ
Χριστούγεννα ἀπὸ τὸν Ἐμπενέζερ Σκροῦτζ.
Ο 'Εντι το ελάφι με την μπλε μύτη
Ο 'Eντι το ελαφάκι καθόταν όλη μέρα σπίτι του. Δεν μπορούσε ούτε
να παίξει ούτε να δουλέψει. Ήταν αποθαρρυμένος και ενοχλημένος.
Αυτό το θλιμμένο νεαρό ελαφάκι ήταν άνεργο !!! Είχε πολλές
συνεντεύξεις για δουλειά αλλά όλες πάντα κατέληγαν με άσχημο
τρόπο. Θα πήγαινε αλλά θα έλεγαν «Συγνώμη αλλά δεν
προσλαμβάνουμε ελαφάκια σήμερα». Ο 'Eντι έκλαιγε και έλεγε «Μα
ποιος είναι ο σκοπός; Η ζωή μου είναι γεμάτη από ελαφίσιες
προσβολές». Η μαμά του έλεγε «Δεν έχεις καμία δικαιολογία να
κοιμάσαι όλη μέρα σαν τεμπέλικο ελάφι!! Αυτό δεν είναι θέμα
διακρίσεων αλλά θέμα αποφασιστικότητας. Κράτα λοιπόν τώρα ψηλά
το κεφάλι και τα κέρατά σου, θα βρεις δουλειά, απλά προσπάθησε,
προσπάθησε, προσπάθησε!!»

Και τότε έβγαλε την εφημερίδα από το συρτάρι και αφού έριξε μια
ματιά άρχισε να φωνάζει με ενθουσιασμό διαβάζοντας την παρακάτω
αγγελία «Ζητείται ελάφι από τον 'Aγιο Βασίλη». Και αμέσως
τηλεφώνησε! Μόλις έκλεισε το τηλέφωνο αναφώνησε «Ο 'Aγιος
Βασίλης ψάχνει 10 ελάφια επειγόντως!! Μου είπαν να πας αύριο στις
8 και να ξεκινήσεις υπάρχει πολύ δουλειά που πρέπει να γίνει και γι
αυτό μην αργήσεις!!».

Ο 'Eντι λοιπόν χτένισε τη γούνα του πολύ καλά και γυάλισε ακόμη και
τις οπλές του. Κατά τις 7 άρχισε να μαζεύεται πλήθος ελαφιών στο
σπίτι του Αϊ Βασίλη, στην οδό Βορείου Πόλου. Ο 'Eντι δεν μπορούσε
να πιστέψει στα μάτια του. Ήταν περιτριγυρισμένος από μικρούς
τύπους. Είσαι τάρανδος; Τον ρωτούσαν όλοι «'Oχι, είμαι ελάφι!»
απαντούσε περήφανα.

«Είσαι ελάφι ; και τι μπορείς να κάνεις;» ρώτησαν αμέσως. «θα κάνω
ότι με θέλει ο Αϊ Βασίλης, ήρθα να δουλέψω για τον Αϊ Βασίλη, η
μαμά μου μου διάβασε αυτήν την αγγελία και μου είπε ότι εμείς τα
ελάφια είμαστε άκρως απαραίτητα!». «Μα το πρόβλημά σου είναι το
μέγεθός σου, η αγγελία ήταν για μας τους μικρούληδες, μην ντραπείς
που ήρθες γιατί τα ξωτικά και τα ελάφια ακούγονται το ίδιο! Αλλά και
παρόλο που δεν είσαι ξωτικό θα πρέπει να πας και να μιλήσεις ο ίδιος
στον Αϊ Βασίλη. Θα σε οδηγήσω εγώ σε αυτόν αμέσως, είμαι ένα από
τα ξωτικά του, λέγε με Ρέι» είπε το μικρό ανθρωπάκι και προχώρησε
μπροστά δείχνοντας στον 'Eντι τον δρόμο για τον Αϊ Βασίλη.

Και μετά που ο Ρέι ενημέρωσε τον Αϊ Βασίλη για τον 'Eντι, ο Αϊ
Βασίλης κρυφογέλασε και είπε «χο, χο, χο. Πες στην μαμά σου ότι
πρέπει να φοράει τα γυαλιά της όταν διαβάζει». Μετά τον ανέλαβε
ένας τάρανδος και του είπε «μέχρι τότε θα σκεφτώ κάτι. Θα σε έχω
στην λίστα με τους τάρανδους, και ίσως μάθεις να υπηρετείς ως
αναπληρωματικός τάρανδος. Τώρα αν προσπαθήσεις, σου υπόσχομαι
ότι θα μάθεις και να πετάς».

Μα έπεσε τόσες φορές! Κι όμως πολύ σύντομα έμαθε να πετά αρκετά
καλά. Αλλά τα ελάφια, βλέπεις, είναι βαρύτερα, με κέρατα σαν κλαδιά
δέντρου και έτσι ήταν κάπως αργός σε σύγκριση με την ταχύτητα
που αναπτύσσουν οι τάρανδοι. Ναι, ο 'Eντι ήταν λίγο αργός, οι βαριές
οπλές του γλιστρούσαν στο χιόνι και μέσα από την σκεπή περνούσε
μια οπλή. Ο τάρανδος δεν έδειχνε να νοιάζεται και είπε «Μπράβο, τα
πας πολύ καλά, κρατήσου». Αλλά ο 'Eντι σύντομα άρχισε να φοβάται.
Δεν μπορείς να μετατρέψεις το ξωτικό σε ελάφι.

Ο Πράνσερ και ο 'Eντι ήταν πολύ χαρούμενοι και έπαιζαν κάθε μέρα.
'Eκαναν εξάσκηση σε απογειώσεις πολύ συχνά, σπινιάρανε και
διπλώνανε και τινάζονταν και όσο και αν πετούσαν δεν τους ήταν
αρκετό. Πέταξαν όμως και πάρα πολύ και ο 'Eντι πάγωσε, τα αυτιά
και το πρόσωπό του, η μύτη του και όλα επανήλθαν εκτός από την
μύτη, που παρέμεινε μπλε παγωμένη. Και έγινε θέαμα για όλους αυτή
η μπλε μύτη. Ήταν όμως και λαμπερή και αποτελούσε ένα όμορφο
αξιόλογο φωτάκι. 'Oποτε ο 'Eντι ανοιγόκλεινε τα μάτια του, η μύτη
του φώτιζε τον ουρανό. 'Oλοι οι τάρανδοι ήρθαν να το δουν και
χαίρονταν.

'Oταν το είδε και ο Αϊ Βασίλης, προβληματίστηκε με την λάμψη της
μύτης του 'Eντι. Είπε στον Αϊ Βασίλη : «Θυμώσατε;» «όχι, χάρηκα»
είπε ο Αϊ Βασίλης «Από δω και στο εξής θα είσαι το ελάφι αμέσου
ανάγκης! Συγνώμη, αλλά πρέπει να ομολογήσω ότι μερικές φορές
χάνουμε την διεύθυνση κάποιου ή ανακαλύπτω μετά την προσγείωση
ότι πολλά παιδιά δεν είναι στην πόλη. Και αν έχουν μετακομίσει,
ξέρεις κολλάμε και βρισκόμαστε σε άμεση ανάγκη. Γιατί για όποιον
μετακομίσει ή είναι σε διακοπές σημαίνει ότι πρέπει να βρεις την νέα
του τοποθεσία και να του παραδόσεις το δώρο του. Για όλα αυτά θα
σε ενημερώνουμε εμείς έτσι ώστε να μην μένει κανείς
παραπονεμένος. Πάντα χρειαζόμασταν κάποιον που να μπορεί να
κάνει αυτές τις μεταφορές και τώρα έχουμε εσένα!! Διότι όσο
τρέχουμε στο χιόνι και το δικό σου έλκηθρο θα είναι μαζί μας, όμως
μόλις εγώ χτυπήσω το μαστίγιό μου δεν μπορώ να σταματήσω παρά
μόνο στον επόμενο προορισμό. Οπότε εκεί θα γυρνάς εσύ. Θα
καλύπτεις αυτά που χάνουμε, και η υπέροχη λαμπερή μπλε μύτη σου
θα σε οδηγεί με ασφάλεια στο χιόνι. Και όσοι στον κόσμο θα βλέπουν
αυτό το φως θα ξέρουν ότι είναι ο 'Eντι με την μπλε μύτη».

Και έτσι ο 'Eντι τράβηξε και αυτός έλκηθρο με την βοήθεια του
ξωτικού και φίλου του Ρέι και την μπλε μύτη του να αναβοσβήνει
στον αέρα. Η μαμά του 'Eντι γέμισε χαρά και περηφάνια, γιατί και
δούλευε ο γιος της αλλά και για την δουλειά που έκανε. 'Eτσι κοιτάει
κάθε χριστουγεννιάτικη νύχτα έξω να δει κάθε φως που αναβοσβήνει
και να το χαιρετήσει. Και σκέφτεται πόσο τυχερή ήταν που βρήκε και
διάβασε επίτηδες λάθος την αγγελία. 'Eτσι λοιπόν, να πάτε για ύπνο
ήσυχα, όπου και να βρίσκεστε ακόμη και μακριά από το σπίτι , γιατί ο
'Eντι με την μπλε μύτη θα σας βρει και θα σας δώσει το δώρο σας!!
Εὐγένιος Τριβιζᾶς - Ἕνα δέντρο, μιὰ φορά
     Διήγημα, δημοσιεύθηκε στὴν ἐφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, Ἰούλιος 2007
         (μετὰ τὶς μεγάλες πυρκαϊὲς σὲ Πάρθνηθα καὶ Ὑμηττό)




            Τὸ δέντρο
            Σ᾿ ἕνα ἄχαρο πεζοδρόμιο μιᾶς πολύβουης πολιτείας ἦταν
            κάποτε ἕνα ἄσχημο παραμελημένο δέντρο. Κανεὶς δὲν τὸ
            πρόσεχε. Κανεὶς δὲν τὸ φρόντιζε. Κανεὶς δὲν τοῦ ἔδινε
            τὴν παραμικρὴ σημασία. Τὰ φύλλα του εἶχαν μαραζώσει,
            εἶχαν πέσει ἀπὸ καιρὸ κι εἶχε ἀπομείνει γυμνό,
            σκονισμένο καὶ καχεκτικό.

            Ποτὲ δὲν εἶχε γνωρίσει τοῦ δάσους τὴ δροσιά. Δὲν εἶχαν
κελαηδήσει ποτὲ στὰ φύλλα του πουλιά, μὲ δυσκολία νὰ τὸ ἄγγιζε
ποῦ καὶ ποῦ κάποια πονετικὴ ἡλιαχτίδα ποὺ γλιστροῦσε στὰ κρυφὰ
ἀνάμεσα στὶς μουντὲς καὶ ἄχαρες πολυκατοικίες ποὺ τὸ
περιστοίχιζαν.

Οἱ περαστικοὶ διάβαιναν δίπλα του μὲ ἀδιαφορία, βλοσυροὶ καὶ
βιαστικοί, χωρὶς νὰ τοῦ δίνουν καθόλου σημασία, μερικοὶ μάλιστα
πετοῦσαν ἀποτσίγαρα, φλούδια ἀπὸ κάστανα καὶ λερωμένα
χαρτομάντηλα κι ἄλλοι φτύνανε στὸ χωμάτινο τετραγωνάκι γύρω
ἀπὸ τὴ ρίζα του.

Καὶ σὰ νὰ μὴν ἔφταναν ὅλα αὐτά, κατάλαβε ἀπὸ κάτι μηχανικοὺς μὲ
σκοῦρες καμπαρντίνες καὶ κρεμαστὰ μουστάκια, ποὺ ἔσκυβαν καὶ
μουρμούριζαν κι ὅλο μετροῦσαν σκυθρωποί, ὅτι θὰ πλάταιναν τὸ
δρόμο πλάι του. Κι ἂν συνέβαινε αὐτό, τί τύχη τὸ περίμενε; Θὰ τὸ
πελέκιζαν, θὰ τὸ ξερίζωναν; Θὰ τὸ πετοῦσαν μήπως στὰ σκουπίδια;

Ἐκεῖνο τὸ χριστουγεννιάτικο δειλινὸ τὸ δέντρο αἰσθανόταν πιὸ
παραμελημένο, πιὸ παραπονεμένο ἀπὸ ποτέ. Στὰ ὁλόφωτα παράθυρα
γύρω του διέκρινε ἀνάμεσα ἀπὸ τὶς κουρτίνες χριστουγεννιάτικα
ἔλατα, ποὺ χαρωπὰ παιδιὰ τὰ στόλιζαν μὲ κόκκινα κεριά,
καμπανοῦλες, ἀγγελούδια, ἀσημένια πέταλα καὶ γιορτινὲς γιρλάντες
καὶ ζήλευε. Ζήλευε πολύ. Πόσο θὰ ἤθελε νὰ εἶναι ἔτσι κι αὐτό.
Χριστουγεννιάτικο ἔλατο στὴ θαλπωρὴ ἑνὸς σπιτιοῦ. Νὰ τὸ
φροντίζουν, νὰ τὸ στολίζουν, νὰ τὸ καμαρώνουν...

Τὸ παιδί
Ἦταν κι ἕνα παιδί. Τὶς μέρες ἔκανε δουλειὲς τοῦ ποδαριοῦ. Τὰ βράδια
κοιμόταν στὸ πάτωμα ἑνὸς κρύου πλυσταριοῦ στὴν αὐλὴ ἑνὸς
ἐγκαταλελειμμένου κτιρίου μὲ ἑτοιμόρροπα μπαλκόνια. Κανεὶς δὲν τὸ
πρόσεχε. Κανεὶς δὲν τὸ φρόντιζε. Κανεὶς δὲν τοῦ ἔδινε τὴν
παραμικρὴ σημασία. Τὰ μάγουλά του εἶχαν χλωμιάσει, τὰ χέρια του
εἶχαν ροζιάσει, τὰ μάτια του εἶχαν γεμίσει θλίψη.

Ποτὲ δὲν εἶχε γνωρίσει τὴ ζεστασιὰ μιᾶς ἀγκαλιᾶς, τὴ θαλπωρὴ ἑνὸς
ἀληθινοῦ σπιτιοῦ.

Ἐκεῖνο τὸ κρύο χριστουγεννιάτικο βράδυ τὸ ἀγόρι αἰσθανόταν πιὸ
παραμελημένο, πιὸ παραπονεμένο ἀπὸ ποτέ, γιατί εἶχε μάθει ὅτι μετὰ
τὶς γιορτὲς θὰ κατεδάφιζαν τὸ μιζεροκτίριο μὲ τὸ πλυσταριὸ καὶ δὲν
θά ῾χε ποῦ νὰ μείνει.

Τυλιγμένο στὸ τριμμένο του παλτό, κοιτοῦσε ἀπ᾿ τὰ φωτισμένα
παράθυρα τὰ λαμπερὰ σαλόνια μὲ τὰ γκὶ καὶ τὰ μπαλόνια, τὶς
φρουτιέρες μὲ τὰ ρόδια καὶ τὰ χρυσωμένα κουκουνάρια, ἔβλεπε
γελαστὰ ἀγόρια καὶ κορίτσια νὰ κρεμοῦν στὰ χριστουγεννιάτικα
δέντρα πλουμίδια ἀστραφτερὰ καὶ ζήλευε. Ζήλευε πολύ, πόσο θά
῾θελε νὰ στόλιζε κι αὐτὸ ἕνα ἔλατο σὲ κάποιου τζακιοῦ τὸ
ἀντιφέγγισμα, μὲ τὰ δῶρα ὑποσχέσεις μαγικὲς ὁλόγυρά του...

Πῶς τό ῾φερε ἡ τύχη ἔτσι κι ἐκεῖνο τὸ χριστουγεννιάτικο βράδυ καὶ
συναντήθηκαν κάποια στιγμὴ τὸ δέντρο ἐκεῖνο κι ἐκεῖνο τὸ παιδί...

H συνάντηση
Ἐκεῖνο τὸ δειλινὸ τὸ παιδὶ γυρνοῦσε ἄσκοπα στοὺς δρόμους τῆς
πολύβουης πολιτείας. Κάθε τόσο σταματοῦσε σὲ κάποια βιτρίνα.
Κόλλαγε τὴ μύτη του στὸ τζάμι καὶ κοιτοῦσε μὲ μάτια ἐκστατικὰ ὅλα
ἐκεῖνα τὰ λαχταριστά, σὲ μιὰ βιτρίνα λόφοι ἀπὸ μελομακάρονα,
κουραμπιέδες καὶ πολύχρωμα τρενάκια φορτωμένα μὲ σοκολατάκια,
σὲ μιὰ ἄλλη ζαχαρένιοι Ἁγιο-Βασίληδες μὲ μύτες ἀπὸ κερασάκια καὶ
μία παραμυθένια πριγκίπισσα ἀπὸ πορσελάνη νὰ κοιτάζει ἀπὸ τὸ
ἁψιδωτὸ παράθυρο ἑνὸς φιλντισένιου κάστρου καὶ λίγο παρακάτω,
σὲ μιὰ ἄλλη βιτρίνα, μιὰ ὀνειρεμένη τρόικα μὲ ἕναν πρόσχαρο ἁμαξά,
μολυβένια στρατιωτάκια μὲ κόκκινες στολὲς καβάλα σὲ ἄλογα
πιτσιλωτὰ νὰ καλπάζουν στοιχισμένα στὴ σειρὰ καὶ στὸ βάθος ἕνα
ὀπάλινο παλάτι σὲ μία χιονισμένη στέπα.

Ἔτσι ὅπως περπατοῦσε μὲ τὰ μάτια στραμμένα στὶς καταστόλιστες
βιτρίνες, ἔπεσε ἄθελά του πάνω σ᾿ ἕναν περαστικὸ μὲ καμηλὸ παλτὸ
καὶ γκρενὰ κασκὸλ ποὺ γύριζε στὸ σπίτι του φορτωμένος μὲ
σακοῦλες καὶ πακέτα ποὺ φύγανε ἀπὸ τὰ χέρια του, σκόρπισαν στὸ
δρόμο ἐδῶ καὶ κεῖ. Τὸ παιδὶ ἔχασε τὴν ἰσορροπία του, γλίστρησε, τὸ
κεφάλι του χτύπησε μὲ φόρα στὸ πεζοδρόμιο, ἔνιωσε μία σκοτοδίνη.
Ὁ περαστικός τοῦ ῾βαλε ὀργισμένος τὶς φωνές, τὸ κατσάδιασε γιὰ τὰ
καλά.
Τὸ ἀλητάκι σηκώθηκε, τό ῾βαλε στὰ πόδια, κατηφόρισε
παραπατώντας ἕνα σοκάκι μὲ μία ὑπαίθρια ἀγορά, ἔστριψε ἕνα δυὸ
στενὰ καὶ βρέθηκε στὸ δρόμο μὲ τὸ παραμελημένο δέντρο.
Σταμάτησε λαχανιασμένο νὰ πάρει ἀνάσα, ἀπὸ τὰ φωτισμένα
παράθυρα, τὰ χνωτισμένα, ἀχνοφαίνονταν τὰ γιορτινὰ σαλόνια μὲ τὰ
ἔλατα τὰ στολισμένα.

                       - Ὄμορφα δὲν εἶναι; Ἀκούει τότε μιὰ φωνή.

                       Ἦταν τὸ δέντρο τοῦ δρόμου.

                   - Πολύ. Ἀποκρίθηκε τὸ παιδί, χωρὶς νὰ
                   παραξενευτεῖ καθόλου ποὺ ἕνα δέντρο μιλοῦσε,
                   τοῦ ἄρεσε νὰ τοῦ μιλάει κάποιος χωρὶς νὰ τὸ
σπρώχνει, χωρὶς νὰ τὸ κατσαδιάζει, χωρὶς νὰ τὸ ἀποπαίρνει.

- Στόλισέ με! - ψιθύρισε τὸ δέντρο - Στόλισέ με καὶ ἐμένα ἔτσι!

- Μακάρι νὰ μποροῦσα! Πικρογέλασε τὸ παιδί.

- Προσπάθησε, σὲ παρακαλῶ. Ἴσως αὐτά, ξέρεις, νά ῾ναι τὰ στερνά
μου Χριστούγεννα, νὰ μὴν δῶ ἄλλα.

- Γιατί τὸ λὲς αὐτό;

- Ἄκουσα ὅτι θὰ πλατύνουν τὸ δρόμο, πελέκι ἢ ξεριζωμὸς μὲ
περιμένει, ἕνα ἀπὸ τὰ δυό... Δὲν εἶμαι σίγουρο ἀκόμα.

Τὸ παιδὶ σκέφτηκε ὅτι θὰ κατεδάφιζαν τὸ ἑτοιμόρροπο κτίριο μὲ τὸ
ξεχαρβαλωμένο πλυσταριό, τὸ καταφύγιό του. Σὲ λίγο δὲν θά ῾χε
οὔτε ῾κεῖνο ποῦ νὰ μείνει. Σὲ κάποιο χαρτόκουτο ἴσως;

- Στόλισέ με! Παρακάλεσε ἄλλη μιὰ φορὰ τὸ δέντρο. Τὸ παιδὶ κοίταξε
ὁλόγυρά του.

- Μὲ τί; Ἀπόρησε.

- Ὅ,τι νά ῾ναι... κάτι θὰ βρεῖς ἐσύ!! Δὲν μπορεῖ.

- Καλά... Ἀφοῦ τὸ θέλεις τόσο πολύ, κάτι θὰ βρῶ νὰ σὲ στολίσω...

Συμφώνησε τὸ παιδὶ κι ἄρχισε νὰ ψάχνει.

Τὰ στολίδια
Ἐκείνη τὴ στιγμή, λὲς καὶ κάτι ψυχανεμίστηκε ὁ οὐρανός, ἔπιασε νὰ
χιονίζει, τὸ χιόνι ἔπεφτε πυκνό... Χάδι ἁπαλὸ σκέπαζε ἀνάλαφρα μὲ
πάλλευκες νιφάδες στὰ ὁλόγυμνα κλωνιὰ τοῦ παραμελημένου
δέντρου.

Πῆρε τότε τὸ μάτι τοῦ παιδιοῦ κάτι νὰ ἀστράφτει λίγο παραπέρα. Μιὰ
παρέα πλουσιόπαιδα, ποὺ εἶχαν περάσει ἀπὸ τὸ δρόμο λίγο νωρίτερα,
εἶχαν πετάξει χρωματιστὰ χρυσόχαρτα ἀπὸ τὶς καραμέλες ποὺ
ἔτρωγαν μὲ λαιμαργία τὴ μία μετὰ τὴν ἄλλη. Τὸ ἀγόρι μάζεψε ἕνα ἕνα
τὰ πεταμένα χρυσόχαρτα, τὰ μάλαξε μὲ τὰ δάχτυλά του καὶ ἔπλασε
ἀστραφτερὲς πράσινες μπλὲ καὶ βυσσινόχρωμες μπαλίτσες, μετὰ
ξήλωσε τὰ κουμπιὰ τοῦ φθαρμένου παλτοῦ καὶ μὲ τὶς κλωστὲς
κρέμασε τὶς φανταχτερὲς μπαλίτσες στὰ χιονοσκέπαστα κλωνιὰ τοῦ
δέντρου.

- Εὐχαριστῶ! Εἶπε τὸ δέντρο, ἀνατριχιάζοντας ἀπ᾿ τὴ χαρά του.

- Μὲ τί ἄλλο ἄραγε νὰ τὸ στολίσω; Μονολόγησε τὸ παιδί.

Λὲς κι εἶχε ἀκούσει τὰ λόγια του, μιὰ νοικοκυρὰ τρεῖς δρόμους
παρακάτω ἄδειασε μὲ φόρα ἀπ᾿ τὸ παράθυρο μιᾶς κουζίνας μία
λεκάνη μὲ σαπουνάδα σὲ μία πλακόστρωτη αὐλή. Ὁ ἄνεμος πῆρε ἕνα
πανάλαφρο σύννεφο ἀπὸ σαπουνόφουσκες καὶ τὶς ταξίδεψε
παιχνιδίζοντας μαζί τους, τὸ ἀγόρι τὶς εἶδε νὰ πλησιάζουν
στραφταλίζοντας στὸ φεγγαρόφωτο, τὶς κοίταξε μὲ τέτοια λαχτάρα
ποὺ ἐκεῖνες, λὲς καὶ κατάλαβαν τὴν ἐπιθυμία του, ἄφησαν τὸν ἄνεμο
νὰ τὶς φέρει ἕνα - δυὸ γύρους καὶ νὰ τὶς κρεμάσει στὰ κλωνιὰ τοῦ
δέντρου.

- Ὅσο πάω κι ὀμορφαίνω! Καμάρωσε τὸ δέντρο.

- Σίγουρα ὀμορφαίνεις! Συμφώνησε τὸ ἀγόρι σφίγγοντας γύρω του
τὸ παλτὸ γιατὶ ἔκανε πολύ, πάρα πολὺ κρύο...

- Κοίτα! Ἔρχονται!

Ἕνα φωτεινὸ σύννεφο πλησίαζε τρεμοπαίζοντας στὸ σκοτάδι.

- Ἐλᾶτε! Τὶς κάλεσε μὲ τὸ βλέμμα τὸ παιδί.

Καὶ οἱ πυγολαμπίδες, λάμψεις ἀλλόκοσμες, τρεμοσβήνοντας
ὀνειρικά, κάθισαν νεραϊδένιες γιρλάντες στὰ κλωνιὰ τοῦ δέντρου.

Τὸ κρύο γινόταν ὅσο πήγαινε πιὸ τσουχτερό. Τὸ χιόνι ἔπεφτε ὁλοένα
πιὸ πυκνό. Τὸ ἀγόρι σήκωσε τὰ μάτια του στὸν οὐρανὸ καὶ τότε τὸ
εἶδε! Εἶδε τὸ πεφταστέρι κι ἐκεῖνο, λὲς καὶ συνάντησε τὸ βλέμμα του,
διέγραψε στὸ σκοτάδι μία φαντασμαγορικὴ χρυσαφένια τροχιὰ καὶ
ἀκούμπησε ἀπαλὰ στὴν κορφὴ τοῦ δέντρου.
Καὶ ἦταν τώρα πράγματι ὄμορφο τὸ δέντρο λουσμένο στὸ
φεγγαρόφωτο μὲ τὰ χρυσαφένια μπαλάκια νὰ στραφταλίζουν, τὶς
σαπουνόφουσκες νὰ σιγοτρέμουν, τὶς πυγολαμπίδες νὰ
ἀναβοσβήνουν κέντημα δαντελένιο στὰ χιονισμένα τοῦ κλωνιὰ καὶ τὸ
πεφταστέρι ν᾿ ἀνασαίνει χρυσαφένιο φῶς στὴν κορφή του.

- M᾿ ἔκανες τόσο, μὰ τόσο ὄμορφο - εἶπε τὸ δέντρο στὸ παιδὶ - Σ᾿
εὐχαριστῶ πολύ. Σ᾿ εὐχαριστῶ ἀληθινά... Πόσο θά ῾θελα νὰ
μποροῦσα νὰ σοῦ χάριζα κι ἐγὼ ἕνα δῶρο...

- Μπορεῖς! Ἀποκρίθηκε τὸ παιδὶ χουχουλίζοντας τὰ χέρια - Ἄσε με, σὲ
παρακαλῶ, νὰ καθίσω στὴ ρίζα σου γιὰ λίγο. Νιώθω τόσο, μὰ τόσο
κουρασμένο, πονάω... καὶ δὲν ἔχω ποῦ νὰ πάω...

- Ἀμέ! Ἔλα, κάθισε. Κάθισε στὴ ρίζα μου ὅσο θέλεις. Εἶπε τὸ δέντρο.

- Καὶ νὰ δεῖς... Θὰ κάνω ἐγὼ μία εὐχὴ γιὰ σένα.

Τὸ παιδὶ σήκωσε τὸ γιακᾶ, τυλίχτηκε στὸ παλιό του πανωφόρι,
κάθισε στὸ χιονοσκέπαστο πεζοδρόμιο, ἀγκάλιασε τὸ κορμὶ τοῦ
δέντρου καὶ σφίχτηκε ὅσο μποροῦσε πιὸ κοντά του.

Τὸ ταξίδι
Τὸ χιόνι ἔπεφτε γύρω του. Πάνω του πυκνό. Ὅλο του τὸ σῶμα
ἔτρεμε, τὰ χέρια του εἶχαν μουδιάσει, τὰ δόντια του χτυποῦσαν.
Ἔκλεισε τὰ μάτια γιὰ νὰ τὰ προστατέψει ἀπὸ τὶς ριπὲς τοῦ χιονιοῦ,
ὅταν ξαφνικὰ - τί παράξενο - ἄκουσε ἐκεῖνον τὸν ἦχο... Τὸν ἦχο τὸν
χαρμόσυνο! Κουδουνάκια τρόικας! Ἕνα μαστίγιο ἀκούστηκε νὰ
κροταλίζει, ἄλογα νὰ καλπάζουν ρυθμικά.

Ἄνοιξε τὰ μάτια. Ἀπίστευτο! Στὰ μελανιασμένα χείλη του ἄνθισε ἕνα
χαμόγελο. Ἀπὸ βάθος τοῦ δρόμου, θαμπὰ στὴν ἀρχή, ἀλλὰ ὅλο καὶ
πιὸ ξεκάθαρα, τὴν εἶδε. Εἶδε τὴν παραμυθένια τρόικα μὲ τὰ ἀσημένια
κουδουνάκια νὰ πλησιάζει φορτωμένη δῶρα διαλεχτά. Τὴν ὁδηγοῦσε
ἕνας ροδομάγουλος ἁμαξᾶς μὲ γούνινο σκοῦφο, κόκκινη μύτη καὶ
πυκνὴ κυματιστὴ γενειάδα. Πίσω ἀπὸ τὴν τρόικα κάλπαζαν
στρατιῶτες μὲ πορφυρὲς στολές, καβάλα σὲ περήφανα ἄλογα
στολισμένα μὲ χρυσαφένιες φοῦντες...

Παραξενεύτηκε τὸ παιδί. Πῶς βρέθηκε ἐδῶ αὐτὴ ἡ τρόικα
φορτωμένη τόσα δῶρα; Καὶ οἱ καβαλάρηδες; Κάπου τοὺς ἤξερε.
Κάπου τοὺς εἶχε ξαναδεῖ!

Ἡ τρόικα σταμάτησε μπροστά του, τὰ ἄλογα χρεμέτισαν, ὁ ἁμαξὰς
χαμογέλασε, ἀπὸ τὸ παράθυρο τῆς ἅμαξας πρόβαλε τὸ πρόσωπο τῆς
πριγκιποπούλας.
- Τί ὄμορφο δέντρο! - Χαμογέλασε - Ποιὸς νὰ τὸ στόλισε ἄραγε;

- Ἐγώ! Ἀποκρίθηκε τὸ παιδί.

- Ἀλήθεια;

- Ναί.

- Ἔλα μαζί μου τότε. Ἔλα νὰ στολίσεις ἔτσι ὄμορφα καὶ τὸ ἔλατο τοῦ
βασιλιᾶ, νὰ ζήσεις στὸ παλάτι μας παντοτινά.

- Δὲν πάω πουθενὰ χωρὶς τὸ δέντρο μου! Ἀπάντησε τὸ ἀγόρι.

Ἡ πριγκιποπούλα ἔδωσε τότε ἐντολὴ καὶ οἱ στρατιῶτες τοῦ βασιλιὰ
ἔσκαψαν βαθιά, πήρανε τὸ δέντρο μαζὶ μὲ τὶς ρίζες του καὶ τὸ
φύτεψαν σὲ μία πορσελάνινη γλάστρα, μετὰ τὸ φόρτωσαν στὴν
τρόικα.

Γελώντας πρόσχαρα, ὁ ἁμαξᾶς ἅπλωσε τὸ χέρι του, βοήθησε τὸ παιδὶ
νὰ ἀνέβει στὴν ἅμαξα νὰ κάτσει πλάι του, τὰ ἄλογα στράφηκαν, τὸν
κοίταξαν μὲ τὰ μεγάλα τους μάτια καὶ ρουθούνισαν ἀνυπόμονα.

Ὅλα τὰ κτίρια, ὅλα τὰ φανάρια, ὅλες οἱ βιτρίνες, τὰ πάντα, εἶχαν
τώρα ἐξαφανιστεῖ. Μπροστά τους ἀνοιγόταν μία ἀπέραντη στέπα κι
ἐκεῖ στὸ βάθος μέσα ἀπὸ τὰ διάφανα πέπλα τοῦ χιονιοῦ
ἀχνοφαίνονταν μαγευτικοὶ οἱ μεγαλόπρεποι τροῦλοι κι οἱ ἁψιδωτὲς
πύλες τοῦ ὀπάλινου παλατιοῦ!

Ὁ ροδομάγουλος ἁμαξᾶς τράβηξε τὰ γκέμια. Κροτάλισε τὸ μαστίγιο,
τὰ ἄλογα χύθηκαν χλιμιντρίζοντας μπροστά, καλπάζοντας ὅλο καὶ πιὸ
γοργά... λὲς κι εἴχανε φτερά... Σὲ λίγο ἡ τρόικα κι ἡ ἀκολουθία της
εἶχαν χαθεῖ στὸ βάθος τῆς χιονισμένης στέπας.

Τὸ χιόνι ποὺ συνέχισε ὁλοένα πιὸ πυκνὸ τὸ σιωπηλὸ χορό του ἔσβησε
σχεδὸν ἀμέσως τὰ ἴχνη ἀπὸ τὶς ρόδες καὶ τὰ πέταλα τῶν ἀλόγων..

Λένε οἱ παλιοί...

Λένε οἱ παλιοὶ ὅτι τὸ πεζοδρόμιο ἐκεῖνο ἦταν κάποτε κάπως πιὸ
φαρδύ, ὅτι φύτρωνε κάποτε κάποιο δέντρο ἐκεῖ.

Διηγοῦνται ἐπίσης οἱ παλιοὶ ὅτι ἕνα χριστουγεννιάτικο πρωὶ βρῆκαν
στὴ ρίζα τοῦ δέντρου ξεπαγιασμένο ἕνα παιδὶ σκεπασμένο ἀπὸ τὸ
χιόνι, τυλιγμένο σ᾿ ἕνα τριμμένο παλτὸ χωρὶς κουμπιά, μὲ ἕνα
γαλήνιο χαμόγελο, ἕνα χαμόγελο εὐτυχίας ζωγραφισμένο στὸ
πρόσωπό του.
Λένε ἀκόμα ὅτι ἀπὸ τότε κάθε παραμονὴ Χριστουγέννων, γύρω στὰ
μεσάνυχτα, κάτι παράξενο συμβαίνει, κάτι ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ
τὸ ἐξηγήσει. Ἕνα σμάρι πυγολαμπίδες τριγυρνοῦν ἐπίμονα
τρεμοσβήνοντας σὲ ἐκεῖνο τὸ σημεῖο, λὲς καὶ κάτι ἀναζητοῦν, λὲς καὶ
γυρεύουνε νὰ θυμηθοῦνε κάτι, ὅτι ἕνας ἄνεμος ἀναπάντεχος φέρνει,
ποιὸς ξέρει ἀπὸ ποῦ, ἀνάλαφρες σαπουνόφουσκες καὶ χρυσόχαρτα
ἀστραφτερά, ἐνῷ τὴν ἴδια στιγμὴ ἕνα ὑπέροχο πεφταστέρι διαγράφει
στὸν οὐρανὸ μία φαντασμαγορικὴ τροχιὰ καὶ πέφτει στὸ σημεῖο
ἀκριβῶς ἐκεῖνο.

Ἔτσι λένε...

Ποιὸς ξέρει;
Το αγγελάκι της φουντωτής γιρλάντας
-Έρχονται τα Χριστούγεννα! φώναξε χαρούμενα ένα χειμωνιάτικο
πρωινό ο μικρός άγγελος.
Η Χριστουγεννιάτικη φουντωτή γιρλάντα με τους εφτά αγγέλους που
κρέμονταν από πάνω της, τινάχτηκε ολόκληρη.

-Μας ξύπνησες! διαμαρτυρήθηκαν οι άγγελοι με μια φωνή.
Τι σε έπιασε και φωνάζεις ξαφνικά;
-Έρχονται! Έρχονται τα Χριστούγεννα! φώναξε και πάλι ο μικρός
άγγελος.

Οι άλλοι άγγελοι χασμουρήθηκαν.
Ίσιωσαν τα χάρτινα φτερά τους που ήταν σκεπασμένα με λείο και
μαλακό ύφασμα και ρώτησαν το μικρό τους αδερφό.
-Και εσύ που το ξέρεις; Μέσα σε αυτό το κουτί που είμαστε
κλεισμένοι, δεν έχουμε ούτε ημερολόγια, ούτε ρολόγια. Πως
μπορούμε να ξέρουμε τι εποχή είναι, αν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα
ή το Πάσχα; Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να περιμένουμε
τη στιγμή που κάποιος θα ανοίξει το καπάκι από το κουτί και θα μας
τοποθετήσει με τα άλλα στολίδια πάνω στο δέντρο.
-Κι όμως εγώ ξέρω πως έρχονται τα Χριστούγεννα! Τα μυρίζω!

Οι άγγελοι της φουντωτής γιρλάντας έξυσαν συγχρονισμένοι σαν
χορευτές μπαλέτου, το φτιαγμένο από γουνίτσα φωτοστέφανο στο
κεφάλι τους.
-Τα μυρίζεις; απόρησαν! Α, εσύ είσαι τελείως χαζούλης!
-Μα ναι! επέμενε ο μικρός άγγελος. Τα μυρίζω στον αέρα που έχει
γίνει υγρός και βαρύς. Στη μυρωδιά από τα ξύλα που καίγονται στο
τζάκι. Στα γλυκά με κανέλα και μέλι που φτιάχνουν στην κουζίνα του
σπιτιού. Έρχονται Χριστούγεννα σας λέω!
-Εμείς το μόνο που μυρίζουμε εδώ μέσα είναι κλεισούρα και σκόνη.
Κοιμήσου μικρέ. Έχουμε καιρό ακόμα μέχρι τα Χριστούγεννα του
είπαν οι άγγελοι και ξάπλωσαν πάνω στο βαμβάκι που είχαν για
στρώμα για να μη τσαλακωθούν και σκιστούν.

Όμως ο μικρός άγγελος, ο τελευταίος στη φουντωτή γιρλάντα με
τους αγγέλους, δεν μπορούσε να κοιμηθεί από την χαρά και την
προσμονή. Έφταναν τα Χριστούγεννα και επιτέλους θα βρισκότανε
και πάλι πάνω στο στολισμένο δέντρο. Εκεί μπορούσε να βλέπει όλο
το σπίτι, στολισμένο με γκι και κορδέλες.

Να λιγουρεύεται το γιορτινό τραπέζι με τα γλυκά και τα φαγητά που
μοσχοβολούσαν. Να λικνίζεται στο ρυθμό των όμορφων τραγουδιών
που ηχούσαν παντού και να χαίρεται με τα γέλια, τα παιχνίδια και τις
κλεφτές ανυπόμονες ματιές των παιδιών στα κουτιά με τα δώρα κάτω
από τα κλαδιά του έλατου.
Και να που πραγματικά είχε δίκιο.
Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν με γοργούς ρυθμούς και κάποια μαγική
στιγμή, το καπάκι του κουτιού που κρατούσε κλειστή την φουντωτή
Χριστουγεννιάτικη γιρλάντα με τους εφτά αγγέλους άνοιξε.

Το φως ξεχύθηκε λαμπρό και ζεστό μέσα στο κουτί και ξύπνησε τα
αγγελάκια που χαρούμενα φώναξαν όλα μαζί πια:
-Ήρθαν τα Χριστούγεννα! Ήρθαν τα Χριστούγεννα!
Μαζί με αυτό, άνοιξαν και άλλα κουτιά.

Το μεγάλο κουτί με τις γυάλινες μπάλες που τσούλησαν γρήγορα στο
χαλί.
Το κουτί με τους βελούδινους φιόγκους που τεντώθηκαν
νυσταγμένοι.
Το κουτί με τις καμπάνες που με μιας άρχισαν να χτυπάνε.
Τον ξύλινο καρυοθραύστη που ακόνισε την μασέλα του.
Τα Άγιο-Bασιλάκια που κρατούσαν κιθάρες και βιολιά στα χέρια τους.

Και στη γλώσσα των παιχνιδιών που κανείς δεν γνωρίζει και δεν
ακούει, άρχισαν όλα τα στολίδια να πανηγυρίζουν, να γελάνε και να
τραγουδάνε χαρούμενα που μετά από μεγάλη αναμονή οι γιορτές
έφτασαν και το φως της μέρας ανέδειξε τα όμορφα χρώματα τους.
Μα πιο πολύ χαρούμενος ήταν ο μικρός άγγελος της φουντωτής
γιρλάντας. Γιατί αυτός ήξερε πιο μπροστά από τα άλλα στολίδια πως
τα Χριστούγεννα είχαν φτάσει.

Το μύριζε και το ένιωθε μέσα στην καρδιά του και δεν έβλεπε την
ώρα να σταθεί πάνω στο δέντρο και πάλι.
Και η στιγμή αυτή είχε φτάσει.
Τα λεπτά χέρια μιας όμορφης γυναίκας με μακριά μπουκλωτά μαλλιά
μπήκαν μέσα στο κουτί και έπιασαν την γιρλάντα με τους αγγέλους.
Η καρδιά του μικρού αγγέλου πήγε να σπάσει.

-Τώρα θα πετάξω ψηλά στο έλατο, σκέφτηκε. Θα δω το στολισμένο
σπίτι, τα παιδάκια που τρέχουν γύρω από τα σκορπισμένα στο σαλόνι
στολίδια και δώρα, τα χαμόγελα στα πρόσωπα όλων να ζεσταίνουν το
κρύο που ένιωθα τόσο καιρό μέσα στο κουτί.
Μα καθώς σκεφτόταν όλα αυτάχρατς!

Το χάρτινο φτερό του πιάστηκε στο καπάκι από το κουτί που δεν είχε
καλά ανοίξει και κόπηκε στη μέση.
-Αχ τι κρίμα! Έσκισα το φτερό του τελευταίου στη σειρά αγγέλου.
Δεν πειράζει.
Τώρα η γιρλάντα θα έχει μόνο έξι αγγέλους, είπε η γυναίκα με τα
μπουκλωτά μαλλιά και παίρνοντας στα χέρια της ένα ψαλίδι έκοψε το
σκοινί που συγκρατούσε τον άγγελο στην φουντωτή γιρλάντα και
τον έβαλε και πάλι μέσα στο κουτί.
Όλα τότε ησύχασαν.
Τα στολίδια έπαψαν να γελάνε και να φωνάζουνε στη γλώσσα των
παιχνιδιών.
Το φως που έλουζε τα κουτιά χλόμιασε και το κρύο σκέπασε τον
μικρό άγγελο με το σκισμένο φτερό, που έμεινε ξαπλωμένος στον
πάτο του κουτιού.

-Δεν θα γνωρίσω τα φετινά Χριστούγεννα.
Δεν θα μυρίσω τα φρεσκοψημένα γλυκά στο φούρνο.
Δε θα τραγουδήσω μαζί με τα παιδιά, που θα στέκονται στην πόρτα
χτυπώντας τριγωνάκια τα κάλαντα για τον Χριστούλη, είπε πολύ
λυπημένος ο μικρός άγγελος και χάρτινα δάκρυα άρχισαν να
πέφτουν από τα ζωγραφισμένα μάτια του.
Μα πριν προλάβει να κρυώσει η καρδούλα του, άλλο ένα χέρι μπήκε
μέσα στο κουτί.
Ήταν μικρό και στρουμπουλό και άρχισε να ψαχουλεύει το κουτί
ανακατεύοντας το μπαμπάκι του πάτου τόσο, που ο άγγελος έκανε
τούμπες.

Ύστερα, έπιασε τον μικρό άγγελο που έστεκε, χωρίς την γιρλάντα,
μόνος με το σκισμένο φτερό του. Κι όταν το χέρι τον σήκωσε, ο
άγγελος, έστω και με ένα φτερό, πέταξε ψηλά κι αντίκρισε ένα μικρό
παιδάκι, που ίσα ίσα στεκόταν στα ποδαράκια του και περπατούσε
άτσαλα.

Το μικρό παιδάκι με τον άγγελο στο τεντωμένο του χέρι έφτασε
στραβοπατώντας τη γυναίκα με τα μπουκλωτά μαλλιά και της έδωσε
τον άγγελο.
-Θέλεις να τον βάλουμε κι αυτόν στο δέντρο; ρώτησε η γυναίκα.
Το παιδάκι γέλασε τότε τόσο τρανταχτά και γλυκά, που ο μικρός
άγγελος έπαψε πια να κρυώνει και μια μαγική θαλπωρή τον τύλιξε.
Η γυναίκα πήρε τον μικρό άγγελο από το χεράκι του παιδιού, του
τίναξε από πάνω του τα ανακατεμένα μπαμπάκια και με προσοχή
κόλλησε το μισό φτερό που του έλειπε.
Ύστερα, ανεβαίνοντας σε μια μεγάλη σκάλα τον έβαλε πιο ψηλά από
τα άλλα στολίδια, πιο ψηλά ακόμα και από την γιρλάντα των έξι
αγγέλων.
Στην κορυφή του δέντρου!

Και καθώς το μικρό παιδάκι είδε τον άγγελο τόσο λαμπερό και
όμορφο άρχισε να χτυπάει παλαμάκια και για μια στιγμή φάνηκε σε
όλους πως ο μικρός άγγελος ζωντάνεψε κι έγινε ένας αληθινός
άγγελος που είχε κατέβει από τον ουρανό για να αναγγείλει τη
γέννηση του Χριστού.

Κι εκεί απάνω ο μικρός άγγελος έζησε τα πιο όμορφα Χριστούγεννα
που είχε ζήσει ποτέ του.
Με μυρωδιές, με τραγούδια, με γέλια και παιχνίδια, μα και με κάτι
ακόμα που έκανε τις γιορτινές μέρες πιο πλούσιες και πιο ζεστές.
Με αγάπη!
Ο Μικρούλης Αϊ-Βασίλης ...
Πολύ πολύ μακριά στο βορρά, εκεί όπου τα πρώτα χιόνια πέφτουν,
όταν εμείς εδώ έχουμε ακόμη καλοκαίρι, βρίσκεται καλά κρυμμένο το
χωριό των Αϊ-Βασίληδων. Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε εκεί ένας
μικρούλης Αϊ-Βασίλης που δεν έβλεπε την ώρα να έρθουν τα
Χριστούγεννα.

Ήταν πάντα ο πρώτος που έπαιρνε το χριστουγεννιάτικο δέντρο του
από το μεγάλο δάσος. Και ήταν πάντα ο πρώτος που γυάλιζε το
έλκηθρό του, λούστραρε τις μπότες του και αέριζε το παλτό του.

Όταν οι άλλοι Αϊ-Βασίληδες δεν είχαν αποφασίσει ακόμη τι δώρα θα
πήγαιναν στα παιδιά, ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης είχε ήδη ετοιμάσει και
τυλίξει τα δώρα.

Περισσότερο του άρεσε να δωρίζει πράγματα που είχε φτιάξει με τα
ίδια του τα χέρια. Ήξερε να φτιάχνει όλα τα παιχνίδια: πολύχρωμα
αυτοκινητάκια και σκυλάκια με βούλες, ξύλινα αλογάκια,
κουκλόσπιτα&

Κι έψηνε υπέροχα γλυκά. Ήξερε να φτιάχνει κουλουράκια με κανέλα
σε σχήμα αστεριών, μελόπιτες, χρωματιστά μπαστουνάκια& Και τα
μελομακάρονά του ήταν τα καλύτερα του κόσμου. Όταν τελείωνε το
τύλιγμα των δώρων και το ψήσιμο των γλυκών, περίμενε με
περισσότερη λαχτάρα το ταξίδι στα παιδιά από οποιονδήποτε άλλο
Αϊ-Βασίλη. Και κάθε χρόνο τα ίδια&

«Όχι, δεν μπορείς να έρθεις μαζί μας» είπε ο αρχηγός Αϊ-Βασίλης,
που αποφάσιζε για τα πάντα στο χωριό των Αϊ-Βασίληδων. «Είσαι
πολύ μικρός». «Τα παιδιά θα σκάσουν στα γέλια» φώναξε ένας
αγενέστατος νεαρός Αϊ-Βασίλης. «Ιδιαίτερα όταν τον δούνε» είπε,
γελώντας ένας άλλος. «Πάνω στο μικροσκοπικό του έλκηθρο»
φώναξε ένας τρίτος. Ήταν πολύ άσχημο αυτό που έκαναν, και λίγο
έλειψε ο αρχηγός να τους αφήσει κι αυτούς στο σπίτι.

Όμως φέτος είχαν να δώσουν τόσο πολλά δώρα, που δεν μπορούσε
να αφήσει πίσω κανέναν από τους νεαρούς Αϊ-Βασίληδες. Γι' αυτό
τους κοίταξε μονάχα πολύ αυστηρά και είπε: «Να φέρεστε
καλύτερα!». Και στο μικρούλη Αϊ-Βασίλη είπε:«Του χρόνου ίσως».
Αλλά ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης δεν μπορούσε να το πιστέψει τόσο
εύκολα πια.

Όταν έφυγαν οι υπόλοιποι Αϊ-Βασίληδες, ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης δεν
ήθελε ούτε να βλέπει ούτε να ακούει τίποτα. Έκλεισε τα παντζούρια
κι έκατσε ολομόναχος στο δωμάτιό του. Δεν τον πείραζε που ήταν
μικρότερος από τους άλλους. Αλλά τον στεναχωρούσε πολύ που δεν
μπορούσε να πάει μαζί τους στο ταξίδι τους για τα παιδιά.
Μόνο όταν έπεσε η νύχτα, και τα πάντα είχαν πια ησυχάσει και
ερημώσει, βγήκε από το σπίτι. Αφού δεν μπορούσε να ταξιδέψει,
ήθελε τουλάχιστο να ξεμουδιάσει λιγάκι. Τα αστέρια έλαμπαν, ο
μικρούλης Αϊ-Βασίλης όμως δε σήκωνε το βλέμμα να τα κοιτάξει.
Κάπου εκεί ψηλά βρίσκονταν τώρα οι άλλοι με τα έλκηθρά τους που
τα έσερναν τάρανδοι& Και τότε ξαφνικά ακούστηκαν φωνές από το
μεγάλο δάσος. Στο μεγάλο δάσος ζούσαν τα ζώα. Τι να συζητούσαν
άραγε τόσο αργά το βράδυ;

Τι καλά που ήταν τόσο μικρός! Έτσι μπορούσε να πλησιάσει στα
κλεφτά χωρίς να τον δουν τα ζώα. Ήταν όλα τους εκεί: ο σκίουρος
και ο λαγός,

η αρκούδα, το ζαρκάδι, τα ποντίκια& κι ήταν όλα τους πολύ
κακόκεφα. «Είναι τρομερό» μούγκρισε η αρκούδα. «Οι Αϊ-Βασίληδες
επισκέπτονται τους ανθρώπους, αλλά όχι τα ζώα». «Αν και δε θα
χρειαζόταν να πάνε και πολύ μακριά» παραπονέθηκε ο λαγός. «Έτσι
γινόταν πάντα» είπε η γριά κουκουβάγια. «Φοβάμαι ότι αυτό δε θα
αλλάξει ποτέ».

Κι όμως άλλαξε! Γιατί, αμέσως μόλις το άκουσε ο μικρούλης Αϊ-
Βασίλης, έφυγε από εκεί πολύ πολύ αθόρυβα, πατώντας στα νύχια
των ποδιών του, κι έτρεξε στο σπίτι. Έριξε μια γρήγορη ματιά στον
καθρέφτη, στοίβαξε τα δώρα στο έλκηθρο, και αμέσως ξαναπήρε το
δρόμο της επιστροφής. Μόνο που δεν του είχαν μείνει καθόλου
τάρανδοι, αφού όλοι είχαν φύγει. Αλλά και μόνος του μπορούσε να
σύρει το έλκηθρο μέχρι το μεγάλο δάσος.

Εκείνο το βράδυ τα ζώα έστησαν τέτοια γιορτή, που όμοιά της δεν
είχε ξαναδεί το μεγάλο δάσος. Ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης έδωσε σε όλα
τα ζώα από ένα δώρο, περισσότερο από όλα, όμως, χάρηκε η
κατσούφα αρκούδα ποτέ στη ζωή της δεν είχε πάρει δώρο. Και πιο
περήφανη από όλα ήταν η κουκουβάγια πήρε ένα ολοκαίνουριο
πουλόβερ και ήταν σίγουρα το πιο κομψό πουλί του δάσους.

Αμέσως μόλις επέστρεψαν οι υπόλοιποι Αϊ-Βασίληδες, ο μικρούλης
Αϊ-Βασίλης παρουσιάστηκε μπροστά στον αρχηγό και του διηγήθηκε
τι είχε γίνει στο μεγάλο δάσος. Ο αρχηγός έμεινε έκπληκτος και τον
ανακήρυξε Αϊ-Βασίλη των ζώων.

«Μπράβο!» φώναξαν οι άλλοι Αϊ-Βασίληδες και τον ζητωκραύγασαν.
Τρεις φορές μάλιστα! Από τότε ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης είναι το ίδιο
σημαντικός με τους μεγάλους

Πηγή: Ο Μικρούλης Άη Βασίλης, Anu Stohner Henrike Wilson, Μετάφραση: Βούλα
Αυγουστίνου (ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ)
Το φίδι των Χριστουγέννων
Με όλη την οικογένεια των φιδιών να παρακολουθεί τηλεόραση, ο
Σάμυ ρώτησε την μαμά του «Μαμά τι είναι αυτό που βλέπω;» και η
μητέρα του απάντησε «Δεν θα μάθεις ποτέ μικρέ μου, αυτό δεν είναι
για φίδια, είναι χιόνι. Το φιδίσιο αίμα μας χρειάζεται τον καλοκαιρινό
ήλιο, στο χιόνι εμείς θα παγώσουμε και θα πεθάνουμε.

Γι αυτό και τους χειμερινούς μήνες κοιμόμαστε ή κρυβόμαστε. 'Oσο
υπάρχει χιόνι όλα τα φίδια είναι κρυμμένα». Ο μικρούλης Σάμυ όμως
ονειρευόταν τις παγωμένες νιφάδες και το μυαλουδάκι του
αμφέβαλλε «για όνομα του θεού, απλά θα το σκάσω κρυφά και
κανένας δεν θα το μάθει, και θα διασκεδάσω με το χιόνι».

Πέταξε το παλιό του δέρμα και το χρησιμοποίησε ως καμουφλάζ για
να δείξει ότι κοιμάται, το σκέπασε με το πάπλωμά του και περίμενε
να καθαρίσει το πεδίο για να φύγει από την φωλιά. Και έτσι κι έγινε.
Ήταν εκεί και το χιόνι και τον περίμενε, τόσο απαλό και γυαλιστερά
λευκό, κυλίστηκε μέσα και πάνω το. Αυτό το μικρό φιδάκι τελικά
λάτρευε το χιόνι. 'Eπαιζε φτιάχνοντας σχεδιάκια και καθώς χτύπησαν
οι βραδινές καμπάνες είχε ήδη φύγει ο ήλιος και το σκοτάδι ήταν
βαθύ. Τότε μόνο ανακάλυψε ο μικρός Σάμυ ότι είχε χάσει το δεύτερο
στρώμα του δέρματός του.

'Aρχισε να κρυώνει πολύ και σύντομα η αναπνοή το άρχισε να
πέφτει. Είχε παγώσει και η γλώσσα του και η μύτη του σκεπάζονταν
από πάγο. Δεν μπορούσε να κινηθεί όπως πριν και άρχισε να
γλιστράει. «Πρέπει να κάνω κάτι σύντομα, πριν γίνω παγοκολώνα»
σκέφτηκε. Και τότε ξαφνικά από τον ουρανό ήρθε ένα μικρό
έλκηθρο. «Η απάντηση στις προσευχές μου» σκέφτηκε ο μικρούλης
«ίσως και να επιβιώσω αν καταφέρω να τυλιχτώ εκεί». Είδε μερικά
τριχωτά πλασματάκια εκεί κοντά αλλά το κρύο τον έκαναν και
ξεπέρασε τον φόβο του.

'Eφτασε το έλκηθρο και οι ελπίδες του λιγόστευαν καθώς
σκαρφάλωνε με πόνο επάνω του. αλλά αυτό δεν τον βοήθησε,
αντιθέτως ένιωσε περισσότερο κρύο. Ξαφνικά είδε ένα πλαστικό
ραβδί που μπορούσε να τον προστατεύσει από τον καιρό και είχε
τριγύρω του δέρμα. Τυλίχτηκε γύρω από αυτό και έλπιζε να
επιβιώσει.

Είδε έναν μεγάλο χονδρό άντρα με λευκά γένια και μια χαζούλικη
γκριμάτσα να ανεβαίνει στο έλκηθρο και συνειδητοποίησε ξαφνικά
ότι αυτά τα τριχωτά πλάσματα έσερναν το έλκηθρό του. Κοίταξε πιο
προσεκτικά τριγύρω του και είδε μια κόκκινη στολή και τις οπλές των
ταράνδων. Δεν το πίστευε είχε εμπρός του τον Αϊ Βασίλη!!
Και έτσι καθώς ο μικρούλης καημενούλης Σάμυ προσπαθούσε να
κρυφτεί, ο 'Aγιος Βασίλης ξεκινούσε φωνάζοντας «Πάνω και ψηλά,
πάνω και ψηλά». Ο Σάμυ νόμιζε ότι ο ουρανός γινόταν ολοένα και πιο
κρύος και έσκυψε το κεφάλι του κάτω από το χερούλι. 'Eλπιζε ότι ο
'Aγιος δεν θα τον καταλάβαινε και μόνο η ουρά του φαινότανε λίγο.

Κάθε φορά προσγειώνονταν σε μια σκεπή και σύντομα ήτανε και
πάλι πάνω στον ουρανό, και τότε άκουσε «πήγαινε Πράνσερ,
κουνήσου Ντάνσερ μην χαμηλώνεις, για να κρατήσω την προσοχή
σας σε αυτό το ταξίδι μου φαίνεται ότι θα πρέπει να χρησιμοποιήσω
το μαστίγιό μου» και άρπαξε το μαστίγιο τόσο συνηθισμένα μιας και
το χε κάνει τόσες φορές όμως του φάνηκε χαλαρό και κάπως
γλοιώδες.

Ήταν επειδή στο χέρι του είχε τον Σάμυ. Και αυτό το μαστίγιο δεν
έκανε ούτε κρακ απλά σίγησε στον αέρα. Και καθώς ο 'Aγιος χάζεψε
με μεγάλη έκπληξη, τα φοβισμένα φιδίσια ματάκια τον κοίταξαν
πίσω. Ο Αϊ Βασίλης αναφώνησε «για το όνομα του θεού, το μαστίγιό
μου μετατράπηκε σε ένα φίδι!!!» και ο καημενούλης ο Σάμυ βρήκε
μόνο αυτές τις λέξεις να πει «κρύωνα τόσο και θα πάγωνα αν δεν
ερχόμουν εδώ....είναι χειμώνας και τα φίδια δεν πρέπει να
κυκλοφορούν όμως εγώ αγαπώ το χιόνι και έπρεπε να παίξω μαζί
του, με προειδοποίησε η μαμά μου αλλά εγώ δεν την άκουσα και θα
ήμουν σίγουρα νεκρό αν δεν ήσουνα εσύ..».

Ο Αϊ Βασίλης απάντησε «κοίτα τι θα κάνουμε, θα με βοηθήσεις πριν
να φύγε τελείως η νύχτα και θα κάνεις το μαστίγιο για να τους κάνεις
να πηγαίνουν πιο γρήγορα». Κρίμα που δεν το δε αυτό ο κόσμος,
ήταν πραγματικά αστείο!! Οι τάρανδοι γέλαγαν και τραγουδούσαν «ο
'Aγιος Βασίλης έρχεται στην πόλη..» και η νύχτα έμοιαζε να περνάει
πετώντας, μοιράζοντας τα δώρα κατά μήκος του ουρανού.

Ο 'Aγιος έλεγξε προσεκτικά την λίστα με δώρα και μόλις βεβαιώθηκε
ότι δεν λείπει κανένα από κανένα παιδί , ξαφνικά βγήκε και ο
πρωινός ήλιος. Και 'Aγιος φώναξε «αυτό είναι παιδιά, τελειώσαμε!
Μέχρι τώρα η γυναίκα μου και τα ξωτικά θα ξέρουν ότι σώσαμε τον
Σάμυ από το χιόνι».

Στο σπίτι του Αϊ Βασίλη λέγανε την ιστορία και ο Σάμυ άστραφτε από
χαρά αλλά παρόλα αυτά δεν ξεχνούσε πόσο φοβήθηκε το κρύο και
την νύχτα. Η γυναίκα του Αϊ Βασίλη άνοιξε το κουτί με τα πλεκτά της
και έφτιαξε του Σάμυ δύο κάλτσες σαν σωλήνες, η κόκκινη ήταν για
να την φοράει και η πράσινη για ανταλλακτική. «Τώρα πρέπει να μας
πεις αν θες να μείνεις ή αν θες να φύγεις και να πας σπίτι σου.

Πάω στοίχημα ότι η μαμά σου θα έχει ανησυχήσει πάρα πολύ.
Πάντως αν θες οι φίλοι μου θα σε πάνε μέχρι εκεί» είπε ο Αϊ Βασίλης.
«Θέλω να πάω σπίτι μου, μου λείπει η μαμά μου πάρα πολύ, θα τους
ειδοποιήσω για το τι βρίσκετε εδώ πάνω και θα βεβαιωθώ ότι όλοι θα
παραμείνουν κάτω όλο τον χειμώνα. Δεν ήθελα να το σκάσω, θα θελα
να πάω πίσω σπίτι. 'Oμως επειδή η μαμά θα είναι και θυμωμένη θα
ήθελα να της γράφατε ένα μικρό γράμμα» είπε ο Σάμυ.

Ο Αϊ Βασίλης γέλασε και είπε «αυτό το μήνυμα θα πάει και μέσω
Ιντερνετ «ετοίμασε ένα πάρτι καλωσορίσματος για τον γιο σου, όλος
ο κόσμος είναι περήφανος για αυτό που έκανε» Και όταν ο Σάμυ πήγε
σπίτι όλοι ήταν τόσο χαρούμενοι και τον αγκάλιασαν και τον φίλησαν
και ο Αϊ Βασίλης είπε.. «είναι και κάτι που πρέπει να ξέρεις.

Κάθε 25η Δεκεμβρίου θα θυμόμαστε όλοι την ειδική μας βόλτα και σε
κάθε χριστουγεννιάτικο ταξίδι μας θα σε σκεφτόμαστε σαν το
χριστουγεννιάτικο φίδι μας!! Είσαι ο Σάμυ Ήρωας» Τώρα ο Σάμυ το
φιδάκι είναι πίσω στο σπίτι του φορώντας το πράσινο καλτσάκι, είναι
ζεστός χαρούμενος και ευτυχισμένος και η μαμά του είναι σίγουρη
ότι θα μείνει μέσα όταν χιονίζει.
Ένα ξεχωριστό Χριστουγεννιάτικο Δέντρο
Ήταν Παραμονή Χριστουγέννων και ο Τίνκερ, το σκιουράκι,
φορώντας τα πιο ζεστά του ρούχα, χουζούρευε στο σπιτάκι του, μέσα
στη μεγάλη βελανιδιά. Κοιτούσε μια από τις εικόνες του βιβλίου του.
"Αχ !" αναστέναξε κλείνοντας το βιβλίο.

Εκείνη τη στιγμή περνούσε απέξω χοροπηδώντας η κυρία
Κουνελίτσα, και άκουσε τον Τίνκερ ν' αναστενάζει. Η κυρία
Κουνελίτσα συμπαθούσε τον Τίνκερ και ήξερε ότι συνήθως ήταν
πολύ χαρούμενος. Της φάνηκε λοιπόν παράξενο, που τον άκουσε ν'
αναστενάζει.
"Τι σου συμβαίνει, Τίνκερ;" τον ρώτησε με γλυκιά φωνή.

Ο Τίνκερ έβγαλε το κεφαλάκι του στην κουφάλα του δέντρου. "Ε, να,
είδα το ωραιότερο χριστουγεννιάτικο δέντρο στο βιβλίο μου. Ήταν
στολισμένο με γυαλιστερές μπάλες και όμορφα φωτάκια, που
λαμπύριζαν σαν αστέρια".

Ο Τίνκερ έδειξε την εικόνα στην κυρία Κουνελίτσα. "Πραγματικά,
είναι πολύ όμορφο", είπε αυτή. "Μακάρι να είχα κι εγώ ένα τόσο
όμορφο δέντρο, αντί γι' αυτή τη βαρετή, καφετιά βελανιδιά", είπε ο
Τίνκερ. "Μη στενοχωριέσαι, Τίνκερ", είπε η κυρία Κουνελίτσα.
"Σύντομα θα ξανάρθει η άνοιξη και το δέντρο σου θα γεμίσει
όμορφα, καταπράσινα φύλλα".

"Ναι, έχεις δίκια", αποκρίθηκε ο Τίνκερ. "Ωστόσο, πολύ θα ήθελα να
ήταν πιο όμορφη η βελανιδιά μου, για τα Χριστούγεννα".
"Πήγαινε να πλαγιάσεις τώρα", είπε καλοσυνάτα η κυρία Κουνελίτσα.
¨Αύριο ξημερώνουν Χριστούγεννα".

Η κυρία Κουνελίτσα τον αποχαιρέτησε κι έφυγε. Όμως, δεν ήθελε να
είναι ο φίλος της στενοχωρημένος τις μέρες των Χριστουγέννων.
Μήπως μπορούσε, άραγε, κάπως να το βοηθήσει;

Στον δρόμο για το σπίτι της συνάντησε κι άλλα ζωάκια: τον Λαγό
Χέρμπερτ, το Ποντικούλη Φρέντι και την Νταίζη, τη Σκιουρίνα. Τους
είπε για το δέντρο που είχε δει ο Τίνκερ στο βιβλίο του, και πόσο
στενοχωριόταν το σκιουράκι, που το δικό του δέντρο ήταν ολόγυμνο.
"Πολύ το συμπαθώ αυτό το σκιουράκι", είπε η κυρία Κουνελίτσα.

"Θα ήταν υπέροχο να κάναμε γι' αυτόν κάτι το ξεχωριστό, φέτος τα
Χριστούγεννα".
"Ναι, αλλά τι;" ρώτησαν ο Φρέντι και ο Χέρμπερτ με μια φωνή.
"Έχω μια ιδέα", είπε η Κουνελίτσα. "Ακολουθήστε με".

Το άλλο πρωί, ξημερώνοντας Χριστούγεννα, Ο Τίνκερ ξύπνησε από
θορύβους και φωνές. Έσκυψε από το δέντρο του να δει ποιος έκανε
όλη αυτή τη φασαρία - κι αντίκρισε τους φίλους του, που είχαν
μαζευτεί γύρω από τον κορμό του δέντρου.

"Καλά Χριστούγεννα, Τίνκερ", φώναξαν όλοι μαζί. Ο Τίνκερ κοίταξε
γύρω και δεν πίστευε στα μάτια του. Όσο εκείνος κοιμόταν, οι φίλοι
του δούλευαν σκληρά για να του κάνουν έκπληξη.

Είχαν μαζέψει κουκουνάρια, μούρα, καρύδια, γκι και
πουρναρόφυλλα. Κάποιες αράχνες, μάλιστα, είχαν υφάνει
περίτεχνους ιστούς. Όταν τα ζωάκια συγκέντρωσαν όλα όσα
χρειάζονταν, άρχισαν να στολίζουν το δέντρο.

Τώρα, τα δώρα τους κρέμονταν από τα κλαριά και η γέρικη βελανιδιά
δεν ήταν πια γυμνή και βαρετή. Κι όταν άρχισε, σε λίγο, να χιονίζει,
το δέντρο λαμποκοπούσε από τις ρίζες μέχρι την κορφή. "Είναι
πανέμορφο", είπε ο Τίνκερ. "Πολύ πιο όμορφο από το δέντρο του
βιβλίου. Σας ευχαριστώ όλους, πάρα πολύ. Κανείς άλλος δεν μου είχε
κάνει ποτέ ωραιότερο χριστουγεννιάτικο δώρο".
Ο Γκρινιάρης Καλικάντζαρος
Ένας γκρινιάρης καλικάντζαρος Ο Φρέντι περνούσε την ώρα
γκρινιάζοντας στο φίλο του το Λιουκ.
Ο Λιουκ ήθελε να γίνει καλικάντζαρος γιατρός και σκέφτηκε πως,
ακούγοντας υπομονετικά το Φρέντι να κλαψουρίζει για το παραμικρό
χτυπηματάκι, μπορούσε να εξασκηθεί γιατρεύοντάς τον. Έτσι θα
μάθαινε το επάγγελμά του.

Μια μέρα, ο Φρέντι ήρθε να τον βρει κλαψουρίζοντας, όμως χωρίς
κανένα φανερό τραύμα, ούτε καν κακή όψη. Αντίθετα, ο Λιουκ τον
είδε πολύ καλά, χαρούμενο, παρά την γκρίνια του, που, τώρα,
έμοιαζε ψεύτικη.

Πώς είσαι; ρώτησε ο Λιουκ. Έχεις υπέροχη όψη σήμερα.
- Βρίσκεις;& είπε ο Φρέντι. Ωστόσο, δε νιώθω πολύ καλά.
- Πονάει η κοιλιά σου; ρώτησε ο Λιουκ.
- Όχι και τόσο, είπε ο Φρέντι.
- Ναι ή όχι, πονάει η κοιλιά σου; είπε κοφτά ο Λιουκ.
- Όχι! Δε νομίζω.
- Λοιπόν! Τι τρέχει; ρώτησε ενοχλημένος ο Λιουκ.
- Δεν ξέρω, είπε ο Φρέντι. Δεν είμαι καλά.
- Ο Λιουκ δεν ήξερε τι να πει. Κοίταξε το φίλο του, που χαμήλωσε το
βλέμμα και δεν είπε τίποτα.
Νομίζω πως ασχολιόμαστε υπερβολικά μαζί σου, φιλαράκο μου, είπε
ο Λιουκ. Άλλωστε κι εσύ ασχολείσαι πολύ με τον εαυτό σου.
Προσπάθησε να σκεφτείς λίγο και τους άλλους και θα νιώσεις
καλύτερα, σε διαβεβαιώ.
- Μα κανείς δε με χρειάζεται, είπε ο Φρέντι.
- Ο Φρέντι είχε δίκιο. Επειδή βογκούσε όλη μέρα και παραπονιόταν
συνεχώς, όλοι τον απέφευγαν και κανείς δε θα σκεφτόταν ποτέ να
του ζητήσει κάποια εξυπηρέτηση. Τον ρωτούσαν απλώς αν ήταν καλά
και ο Φρέντι δε απαντούσε ποτέ ναι.
- Δεν υπάρχει λύση για σένα, Φρέντι, είπε ο Λιουκ κάπως σκληρά.
Είσαι χαμένη περίπτωση. Θα είσαι όλη σου τη ζωή ένας γκρινιάρης
καλικάντζαρος. Στα καλικαντζαροχωριά, πάντα υπάρχουν ένας δυο
τέτοιοι. Ε λοιπόν, εδώ, αυτός θα είσαι εσύ. Δεν πειράζει, έτσι είναι.
- Νομίζεις; ρώτησε ο Φρέντι αναστατωμένος.

Και γύρισε στο σπίτι του, ευχαριστημένος που ήταν επιτέλους κι
αυτός ξεχωριστός. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν ο γκρινιάρης
του χωριού.
Φρέντι ο αρχηγός των ξωτικών
Κάποτε, τα μικρά ξωτικά του Αϊ Βασίλη λαχτάρισαν και αυτά λίγη
αναγνώριση για αυτά. Δούλευαν όλο το χρόνο σκληρά
προετοιμάζοντας τα δώρα και τα πακέτα, ενώ οι τάρανδοι έρχονταν
μόνο για μια μέρα. Και μόνο για αυτήν την απλή νυχτερινή βόλτα, τα
ονόματά τους τραγουδιόντουσαν από όλα τα παιδιά σε όλο τον
κόσμο για πολύ καιρό.

Τώρα είναι αυτό δίκαιο; Εσείς μπορείτε να σκεφτείτε έστω και ένα
μόνο όνομα ξωτικού; Αυτοί, οι μικροί τύποι, που φτιάχνουν και
ετοιμάζουν τα δώρα που ο 'Aγιος Βασίλης πηγαίνει σε αγόρια και
κορίτσια. Γι αυτόν τον λόγο σκέφτηκαν ότι δεν θα ήταν λάθος να
γράψουν ένα τραγουδάκι και για τα ξωτικά, και έτσι και έκαναν!!
'Eγραψαν το τραγούδι των Μεγάλων Ξωτικών. «Ζήτω τα μεγάλα
ξωτικά, ο Μπιλ και ο Χάρυ, ο Τσάρλυ, ο Ρότζερ, ο Γουίλι, η Μαίρη, η
Ρόζι, ο Τεντ και ο Φρέντ, ο Τζο και ο Χιούι, η Ρούθ και ο Μπο».

Και αυτό ήταν το τραγούδι στροφή παρά στροφή, και κάθε νέα
τροφή το κανε και χειρότερο. 'Oταν ο γέρο Αϊ Βασίλης άκουσε το
τραγούδι τους διαπίστωσε ότι διαρκεί σαράντα ολόκληρα λεπτά!!
Ξεκίνησε λέγοντας «Χο, χο, χο!!» σε δέκα στίχους φώναξε «χόα!! Να
ένα πράγμα που είμαι σίγουρος μικρά μου ξωτικά, αυτό το τραγούδι
είναι μια λίστα από ονόματα που δεν θα πιάσει ποτέ και κανείς δεν θα
το θυμάται!!

Αυτό που πρέπει να κάνετε είναι να επιδείξετε έναν από σας ως ήρωα
και όταν όλα τα ξωτικά θα ζητωκραυγάζουν θα είναι για όλα τα
ξωτικά στην γη του Αϊ Βασίλη!! Πρέπει όμως να κάνετε καλή επιλογή
και να εκλέξετε για ήρωά σας τον πιο διάσημο μετά όμως που θα
ψηφίσετε». Μετά από πάρα πολύ κόπο και ψάξιμο τα ξωτικά έβγαλαν
τους υποψήφιους και ψήφισαν. Επιτέλους βρέθηκε ο ήρωάς τους.
Λεγόταν Φρέντι και τον Ονόμασαν Φιλικό Φρέντι.

Και ο νέος ήρωας κέρδιζε όλα τα προνόμια, ήταν και ο πρώτος και
έπαιρνε όλο άριστα στο σχολείο. Και να μερικά ταλέντα του...έκανε
ουρά στον χορό από μόνος του, έπαιζε πολύ καλά το βιολί, μπορούσε
να λύσει και το δυσκολότερο πρόβλημα. 'Eξυπνο και όμορφο μαζί!!
Και ψηλό, στις μύτες των ποδιών του έβλεπε άνετα πάνω από το
γόνατο του ψηλότερου τάρανδου.

Ανάμεσα στα ζήτω των ξωτικών ο Αϊ Βασίλης μίλησε και έδωσε το
χέρι του στον Φρέντι. «Φιλικέ Φρέντι, νομίζω ότι ίσως πετάξεις μαζί
μου και διαβάσεις τους χάρτες». Του Φρέντ του πήρε ένα λεπτό να το
καταλάβει..
Αυτός θα ήταν το πρώτο ξωτικό που θα πετούσε!! Και η μικρή καρδιά
του πήγε να σπάσει από συγκίνηση. Αναφώνησε «θα είμαι με τον Αϊ
Βασίλη!!» Από τότε και στο εξής, κάθε βραδιά Χριστουγέννων, ο
Φρέντι βρίσκετε εκεί δεξιά του Αϊ Βασίλη, χωρίς αυτόν ο 'Aγιος
Βασίλης δεν θα ήξερε πως να έφτανε στον προορισμό του.

Με αυτούς τους χάρτες, ο Φρέντ είναι σίγουρος ότι είναι ένας εξπέρ
της Γεωγραφίας. Τώρα όλα τα ξωτικά είναι περήφανα και τραγουδάνε
το τραγούδι τους που λέγετε «Πάνω στις καμινάδες» και πάει κάπως
έτσι : «Πάνω στις καμινάδες πάει ο δικός μας Φρέντ, ντυμένος στο
κόκκινο κουστούμι του, βοηθά τον Αϊ Βασίλη να μοιράσει τα δώρα
που έφτιαξαν τα άλλα ξωτικά για τα μικρά παιδιά.

Πήγαινε Φρέντ, πήγαινε και μπράβο, είμαστε πολύ περήφανοι για
σένα!!» Με αυτόν τον τρόπο λοιπόν άρχισε να αναγνωρίζετε και η
δουλειά των μικρών ξωτικών και όλοι ήταν χαρούμενοι και
ευτυχισμένοι, ζώντας αυτοί καλά και εμείς καλύτερα, και αν ποτέ
δείτε τον Αϊ Βασίλη, να ξέρετε ότι αυτό το μικρό ανθρωπάκι δίπλα
του, είναι ο Φρέντ!!!
κάλαντα&χριστ ιστορίες

κάλαντα&χριστ ιστορίες

  • 1.
  • 2.
    Κάλαντα από όλητην Ελλάδα. Κάλαντα Χριστουγέννων Πόντου. Ἦχος α´. Ῥυθμὸς ἑξάσημος (ἰωνικός τρίμακρος). Χριστὸς γεννέθεν, χαρὰ στὸν κόσμον, ἀκαλὴ ὥρα καλή ση μέρα, ἀκαλὸν παιδίον ὀψὲς γεννέθεν, ψὲς γεννέθεν, οὐράνεστάθεν. Τὸν ἐγέννησεν ἡ Παναΐα, τὸν ἀνέσταισεν Ἀειπαρθένος. Ἐκαβάλλκεψεν χρυσόν πουλάριν, ἐκατῆη στὸ σταυροδρόμιν. Ἔρπαξαν ἀτὸν οἱ σκῦλ’ Ἑβραῖοι, σκῦλ᾿ Ἑβραίοι καὶ μίλ’ Ἑβραῖοι. Ἀς σ’ ἀρχόντικά κι ἀσ’ σὴν καρδίαν, γαῖμαν ἔσταξεν, φλογὴν κι ἂσ’ ἐφάνθεν. Ὅπου ἔσταξεν κι᾿ ἐμυροστάθεν, ἐμυρισ᾿ ἀτὸν ὁ κόσμος ὅλος. Νὰ μυρίσ’ ἀτὸν κι ἐσύ ἀφέντα, ἐκατῆη στό σταυροδρόμιν. Ἔμπα σὸν νουντὰν κι᾿ ἔλα σὴν πόρτα, ἔξου στέκουν τά παλληκάρια. Ἔβγαλ’ τον κισὲ καὶ δὸς παράδας ἔξου στέκουν τά παλληκάρια. Καί θυμίζουν Στὸν νοικοκύρην, νοικοκύρην καὶ βασιλέαν.
  • 3.
    Κάλαντα Χριστουγέννων Καππαδοκίας. Ἦχοςα´. Ῥυθμὸς τετράσημος. Καλὴν ἐσπέραν ἄρχοντες κι ἂν εἶναι ὁρισμός σας, Χριστὸς γεννᾶται σήμερον ἐν Βηθλεὲμ τῇ πόλει. Ἐν τῷ σπηλαίῳ τίκτεται, ἐν φάτνῃ τῶν ἀλόγων, οἱ οὐρανοί ἀγάλλονται, χαίρει κι ἡ φύσις ὅλη. Ἐκ τῆς Περσίας ἔρχονται τρεῖς Μάγοι μὲ τὰ δῶρα, ἄστρον λαμπρὸν τοὺς ὁδηγεῖ, χωρίς νὰ λείψῃ ὥρα. Γονατιστοὶ τὸν προσκυνοῦν καὶ δῶρα τοῦ χαρίζουν, σμύρνα, χρυσὸν καὶ λίβανον, Θεὸν τὸν εὐφημίζουν. Καὶ ἐπληρώθη τὸ ῥηθέν, Προφήτου Ἡσαΐου, μετὰ τῶν ἄλλων προφητῶν καὶ τοῦ ῾Ιερεμίου. Φωνὴ ἠκούσθη ἐν Ραμᾷ, Ραχὴλ τὰ τέκνα κλαίει, παραμυθήν οὐκ ἤθελεν, ὅτι αὐτὰ οὐκ ἔχει. Ἰδοὺ ὅπως σᾶς εἴπαμεν ὅλην τὴν ὐμνωδίαν, τοῦ Ἰησοῦ μας τοῦ Χριστοῦ, Γέννησιν τὴν ἁγίαν. Χρόνους πολλοὺς νὰ χαίρεσθε, πάντα εὐτυχισμένοι, σωματικῶς καὶ ψυχικῶς νὰ εἶσθε πλουτισμένοι. Κάλαντα Χριστουγέννων Σμύρνης. Ἦχος πλ. β´. Ῥυθμὸς τετράσημος. Καλὴν ἐσπέραν ἄρχοντες κι ἂν εἶναι ὁρισμός σας, Χριστὸς γεννᾶται σήμερον ἐν Βηθλεὲμ τῇ πόλει. Ἐν τῷ σπηλαίῳ τίκτεται, ἐν φάτνῃ τῶν ἀλόγων. Κερὰ ψηλή, κερὰ λιγνή, κερὰ καμαροφρύδα. Κερά μ’ ὅταν στολίζεσαι νὰ πᾶς στὴν ἐκκλησία. Ἔχεις καὶ κόρην ἔμορφη ποὺ δὲν ἔχει ἱστορία. Μῆδε στὴν πόλη βρίσκεσαι, μῆδε στὴν Καισαρεία. Ἔχεις καὶ γιὸν στὰ γράμματα, ὑγιὸν εἰς τὸ ψαλτήρι. Νὰ τὸν ῾ξιώσει καὶ ὁ Θεός, νὰ βάλει πετραχῆλι.
  • 4.
    Κάλαντα Χριστουγέννων Σάμου Ἦχοςα´. Ῥυθμὸς τετράσημος. Σένα σοῦ πρέπει ἀφέντη μου καρέκλα καρυδένια γιὰ ν᾿ ἀκουμπᾶ ἡ μέση σου ἡ μαργαριταρένια. Βάλτε μας κρασὶ νὰ πιοῦμε καὶ τοῦ χρόνου νὰ σᾶς ποῦμε. (δίς) Καὶ πάλι ξαναπρέπει σου στὰ πεύκια νὰ κοιμᾶσαι, νὰ πίνεις, νὰ δροσίζεσαι καὶ πάλι ἀφέντης νἆσαι. Βάλτε μας κρασὶ νὰ πιοῦμε καὶ τοῦ χρόνου νὰ σᾶς ποῦμε. (δίς) Καὶ πάλι ξαναπρέπει σου καράβι ν᾿ ἁρματώσεις, καὶ τὰ πανιὰ τοῦ καραβιοῦ νὰ τὰ μαλαματώσεις. Βάλτε μας κρασὶ νὰ πιοῦμε καὶ τοῦ χρόνου νὰ σᾶς ποῦμε. (δίς) Πολλά ῾παμε τ᾿ ἀφέντη μας, ἂς ποῦμε τσῆ κυρᾶς μας· κυρὰ ψιλή, κυρὰ λιγνή, κυρὰ μαυροματοῦσα, πὤχεις τὸν ἥλιο πρόσωπο καὶ τὸ φεγγάρι ἀστήθη καὶ τοῦ κοράκου τὸ φτερὸ τὤχεις καμπανοφρῦδι. Βάλτε μας κρασὶ νὰ πιοῦμε καὶ τοῦ χρόνου νὰ σᾶς ποῦμε. (δίς) Ἂν ἔχεις κόρη ἔμορφη, βάλ᾿την νὰ μᾶς κεράσει, νὰ τῆς ῾φχηθοῦμε ὅλοι μας, ν᾿ ἀσπρίσει, νὰ γεράσει. Βάλτε μας κρασὶ νὰ πιοῦμε καὶ τοῦ χρόνου νὰ σᾶς ποῦμε. (δίς) Κι ἂν ἔχεις γυιὸ στὰ γράμματα, βάλτονε στὸ ψαλτήρι, νὰ τ᾿ ἀξιώσει ὁ Θεός, νὰ βάλει πετραχήλι. Βάλτε μας κρασὶ νὰ πιοῦμε καὶ τοῦ χρόνου νὰ σᾶς ποῦμε. (δίς)
  • 5.
    Κάλαντα Χριστουγέννων Δωδεκανήσου. Ἦχοςγ´. Ῥυθμὸς τρίσημος. Aὕτη εἶναι ἡ ἡμέρα, ὅπου ἦρθ’ ὁ Λυτρωτῆς, ἀπὸ Μαριὰμ Μητέρα, ἐκ Παρθένου γεννηθείς. (δίς) Ἄναρχος ἀρχὴν λαμβάνει, καὶ σαρκοῦται ὁ Θεός, ὁ Ἀγέννητος γεννᾶται εἰς τὴν φάτνην ταπεινός. (δίς) Ὅσοι ἔχετε στὰ ξένα, νὰ δεχθῆτε μὲ καλό, καὶ τοῦ χρόνου μέ ὑγεία τό Θεό παρακαλῶ. (δίς) Κάλαντα Χριστουγέννων Θράκης Χριστὸς γεννιέται, χαρὰ στὸν κόσμο, χαρὰ στὸν κόσμο, στὰ παλληκάρια. Σαράντα μέρες, σαράντα νύχτες, ἡ Παναγιά μας κοιλοπονοῦσε. Κοιλοπονοῦσε, παρακαλοῦσε, τοὺς ἀρχαγγέλους, τοὺς ἱεράρχες. Σεῖς ἀρχαγγέλοι καὶ ἱεράρχες, στὴ Σμύρνη πηγαίν᾿τε, μαμμὲς νὰ φέρ᾿τε. Ἅγια Μαρίνα, ἅγια Κατερίνα, στὴ Σμύρνη πᾶνε, μαμμὲς νὰ φέρουν. Ὅσο νὰ πᾶνε κι ὅσο νὰ ἔρθουν, ἡ Παναγιά μας ἠληυτηρώθη. Στὴν κούνια τό ῾βαλαν καὶ τὸ κουνοῦσαν, καὶ τὸ κουνοῦσαν, τὸ τραγουδοῦσαν. Σὰν ἥλιος λάμπει, σὰ νιὸ φεγγάρι, σὰ νιὸ φεγγάρι, τὸ παλληκάρι. Φέγγει σὲ τοῦτον τὸ νοικοκύρη,μὲ τὰ καλά του, μὲ τὰ παιδιά του, μὲ τὴν καλὴ τὴ νοικοκυρά του...
  • 6.
    Κάλαντα Χριστουγέννων Μακεδονίας. Ἦχοςπλ. β´. Ῥυθμὸς τετράσημος. Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα, τώρα Χριστός γιννιέτι (δίς) Γιννιέται κὶ βαφτίζιτι στοὺς οὐρανούς ἀπάνου (δίς) Ὅλοι οἱ Ἀγγέλοι χαίρουντι κι ὅλοι δοξολογιοῦντι (δίς) Καὶ τὰ δαιμόνια σκάζουνε, καὶ σκάζουν καὶ πλαντάζουν (δίς) Σὲ τοῦτ’ τὸ σπίτι ποὔρθαμε, μὶ μάρμαρου στρουμένου (δίς) Κάλαντα Χριστουγέννων Αἰγαίου Κάτω στὰ Ἱεροσόλυμα, στηηης Βή- στῆς Βηθλεὲμ τὴν πόολη, ἐκεῖ δεντρὶ δὲν ἤτανε, δεεεντρί- δεντρὶ ξεφανερώθη. Κι ἀνάμεσα στοὺς κλώνους του, ἀααγγέ- ἀγγέλοι κι ἀρχαγγέελοι κι ὁ Μιχαὴλ Ἀρχάγγελος ξεεεφτε- ξεφτερουγᾶ καὶ λέεει: -Χριστέ, γιὰ δῶσ᾿ μου τὰ κλειδιὰ καιαιαι τὰ- καὶ τὰ χρυσὰ κλειδάκια, ν᾿ ἀνοίξω τὸν παράδεισο, νααα μπῶ- νὰ μπῶ σὲ περιβόολι, νὰ κόψω μῆλο δροσερό, νααα πιῶ- νὰ πιῶ νερὸ δροσᾶατο, νὰ γείρω ν᾿ ἀποκοιμηθῶ σεεε νέ- σὲ νεραντζιὰ ῾πὸ κάτω. Καὶ σᾶς καληνυχτίζουμε, πεεεσέ- πεσέτε κοιμηθῆητε, ὀλίγον ὕπνον πάρετε κι ἐεευθύς- κι εὐθὺς ὡς σηκωθῆητε, στὴν ἐκκλησία τρέξετε ὅοολοι- ὅλοι μὲ προθυμίιαν καὶ τοῦ Χριστοῦ νὰ ἀκούσετε τηηη θεὶ- τὴ θεία λειτουργία.
  • 7.
    Κάλαντα Χριστουγέννων Κρήτης Ἦχοςπλ. δ´. Ῥυθμὸς τετράσημος. Καλὴν ἑσπέραν ἄρχοντες κι ἂν εἶναι ὁρισμός σας, Χριστοῦ τὴν θεία γέννηση νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας. Χριστὸς γεννᾶται σήμερον ἐν Βηθλεὲμ τῇ πόλει, οἱ οὐρανοὶ ἀγάλλονται, χαίρετ᾿ ἡ φύσις ὅλη. Φέρε πανιέρι κάστανα, πανιέρι λεπτοκάρυα, καὶ φέρε καὶ γλυκὸ κρασὶ νὰ πιοῦν τὰ παλληκάρια. Κι ἂν εἶναι μὲ τὸ θέλημα ἄσπρη μου περιστέρα, ἀνοίξατε τὴν πόρτα σας νὰ ποῦμε καλημέρα. Κάλαντα Χριστουγέννων Κερκύρας [Κάθε στίχος ἐπαναλμβάνεται ἀπὸ τὴν χορωδία] Σήμερο οἱ μάγοι ἔρχονται στὴ χώρα τοῦ Ἡρῴδη. Καὶ ὁ Ἡρῴδης ταραχθεὶς ἔγινε θηριώδης. Κράζει τοὺς μάγους καὶ ρωτᾷ: -Μάγοι ποῦ θὲ νὰ πᾶτε; Στῆς Βηθλεὲμ τὸ σπήλαιο, τὴν πόλη τὴν Ἁγία. Π᾿ ἐκεῖ γεννάει τὸ Χριστὸ ἡ Δέσποινα Μαρία.
  • 8.
    Κάλαντα Χριστουγέννων Πελοποννήσου. Ἦχοςα´. Ῥυθμὸς τετράσημος. Χριστούγεννα πρωτούγεννα, πρώτη γιορτὴ τοῦ χρόνου, γιὰ ἐβγᾶτε, δέστε, μάθετε, πὼς ὁ Χριστὸς γεννιέται, γεννιέται κι’ ἀναθρέφεται στὸ μέλι καὶ στὸ γάλα, τὸ μέλι τρῶν’ οἱ ἄρχοντες, τὸ γάλα οἱ ἀφεντάδες καὶ τὸ μελισσοχόρταρο τὸ λούζουντ’ οἱ κυράδες. Κυρὰ ψιλή, κυρὰ λιγνή, κυρὰ γαϊτανοφρύδα, κυρὰ μ’ ὅταν στολίζεσαι νὰ πᾷς στὴν ἐκκλησιά σου, βάζεις τὸν ἥλιο πρόσωπο καὶ τὸ φεγγάρι ἀγκάλι καὶ τὸν καθάριο αὐγερινὸ τὸν βάζεις δαχτυλίδι. Ἐμεῖς ἐδῶ δὲν ἤρθαμε νὰ φᾶμε καὶ νὰ πιοῦμε, μόνο σᾶς ἀγαπούσαμε κι’ ἤρθαμε νὰ σᾶς δοῦμε· ἐδῶ ποὺ τραγουδήσαμε πέτρα νὰ μὴ ραγίσει κι ὁ νοικοκύρης τοῦ σπιτιοῦ πολλοὺς χρόνους νὰ ζήσῃ. Δῶστε μας καὶ τὸν κόκορα, δῶστε μας καὶ τὴν κότα, δῶστε μας καὶ πέντ’ ἕξ’ αὐγά, νὰ πᾶμε σ’ ἄλλη πόρτα.
  • 9.
    Κάλαντα Χριστουγέννων Πανελλήνια Καλὴνἑσπέραν ἄρχοντες, κι ἂν εἶναι ὁρισμός σας Χριστοῦ τὴν θεία γέννησιν νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας. Χριστὸς γεννᾶται σήμερον ἐν Βηθλεὲμ τῇ πόλει, οἱ οὐρανοὶ ἀγάλλονται, χαίρει ἡ φύσις ὅλη. Ἐν τῷ σπηλαίῳ τίκτεται, ἐν φάτνῃ τῶν ἀλόγων, ὁ βασιλεὺς τῶν οὐρανῶν καὶ ποιητὴς τῶν ὅλων. Πλῆθος ἀγγέλων ψάλλουσι τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις» καὶ τοῦτον ἄξιόν ἐστι ἡ τῶν ποιμένων πίστις. Ἂν εἶστε ἀπὸ τοὺς πλούσιους, φλωριὰ μὴν τὰ λυπᾶστε, ἂν εἶστε ἀπὸ τοὺς δεύτερους, ξηντάρες καὶ ζολότες κι ἂν εἶστ᾿ ἀπὸ τοὺς πάμφτωχους ἕνα ζευγάρι κότες. Καὶ σᾶς καληνυχτίζομε, πᾶτε νὰ κοιμηθῆτε, ὀλίγον ὕπνο πάρετε, πάλι νὰ σηκωθῆτε, στὴν ἐκκλησιὰν νὰ τρέξετε μὲ ἄκραν προθυμίαν καὶ τοῦ Θεοῦ ν᾿ ἀκούσετε τὴν Θείαν λειτουργίαν. Κερὰ καμαροτράχηλη καὶ φεγγαρομαγούλα καὶ κρουσταλίδα τοῦ γιαλοῦ καὶ πάν᾿ κι ἀπὸ τὰ δέντρα, μὰ ποὺ τὸν ἔχεις τὸν ὑγιό, τὸ μοσχοκανακάρη; Λούζεις τον καὶ χτενίζεις τον, καὶ στὸ σχολειὸ τὸν πέμπεις, κι ὁ δάσκαλος τὸν ἔδειρε μ᾿ ἕνα χρυσὸ βεργάλι, καὶ ἡ κυρὰ δασκάλισσα μὲ τὸ μαργαριτάρι. Κι ἂν εἶναι μὲ τὸ θέλημα χρυσή μου περιστέρα, ἀνοίξετε τὴν πόρτα σας, νὰ ποῦμε καλησπέρα. Καὶ εἰς ἔτη πολλὰ!
  • 10.
    Χαρά (ᾄσμα). Ἦχος πλ.α´. Ῥυθμὸς ἑπτάσημος Χαρὰ στὰ μάτια ποὺ δακρύζουν γιά κάποιον ἄλλον πού πονᾶ, γιατὶ τὰ μάτια αὐτὰ θὰ δοῦνε τοῦ Παραδείσου τ᾿ ἀγαθά. (δίς) Xαρὰ στὰ χέρια ὅπου ντύνουν μικρὰ παιδιὰ καὶ ὀρφανὰ, γιατὶ τὰ χέρια αὐτά θὰ γίνουν φτερὰ γιὰ νὰ πετοῦν ψηλά. (δίς) Χαρὰ στὸ στόμα ὅπου λέγει λόγια παρήγορα γλυκά, γιατὶ τὸ στόμα αὐτὸ θὰ ψάλλει μὲ τοὺς ἀγγέλους Ὠσαννά! (δίς) Χαρὰ στὸ σπίτι, ποὺ ἀνοίγει τὴν πόρτα στὸ περαστικό, γιατὶ ἡ πόρτα αὐτή ἀνοίγει στὴν Παναγιά καὶ στὸ Χριστό. (δίς)
  • 11.
    Ταχιὰ-ταχιὰ ῾ν᾿ ἀρχιμηνιά Ταχιὰταχιὰ ῾ν᾿ ἀρχιμηνιά, ταχιὰ ῾ν᾿ ἀρχὴ τοῦ χρόνου Πρῶτα ποὺ βγῆκε ὁ Χριστός, στὴ γῆ νὰ περπατήσει. Καὶ βγῆκε καὶ χαιρέτησε ὅλους τοὺς ζευγολάτες. Κι ὁ πρῶτος ποὺ χαιρέτησε ἦταν (ὁ) Ἁγιοβασίλης. -Καλῶς τὰ πᾶς Βασίλειε, καλὸ ζευγάρι ἔχεις! -Καλὸ τὸ λέν᾿ ἀφέντη μου, καλὸ κι εὐλογημένο! Ἀφοῦ τὸ βλόγησ᾿ ὁ Χριστὸς μὲ τὸ δεξί του χέρι, μὲ τὸ δεξιό, μὲ τὸ ζερβό, μὲ τὸ μαλαματένιο! -Νὰ σὲ ρωτήσω δέσποτα, πόσα σακούλια σπέρνεις; -Σπέρνω κριθάρι δώδεκα, σταράκι δεκαπέντε, ταγὴ καὶ ρόβη δεκαοχτὼ κι ἀπὸ νωρὶς στὸ σταῦλο. Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Μακεδονίας Ἦρθε πάλι νέο ἔτος εἰς τὴν πρώτη του μηνός, ἦρθα νὰ σᾶς χαιρετήσω, δοῦλος σας ὁ ταπεινός. Ὁ Βασίλειος ὁ Μέγας, ἱεράρχης θαυμαστός, εἰς τὴν οἰκογένειά σας νἄναι πάντα βοηθός. Τὰ παιδιὰ εἰς τὸ σχολεῖο νὰ πηγαίνουνε συχνά, νὰ μαθαίνουνε τὸ βίο, τῆς πατρίδας τὰ ἱερά. Καὶ γιὰ τοὺς ξενιτεμένους ἔχω νὰ σᾶς πῶ πολλά, σᾶς ἀφήνω «καληνύχτα», καὶ τοῦ χρόνου μὲ ὑγειά.
  • 12.
    Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς ΔυτικῆςΜακεδονίας Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται, Γενάρης ξημερώνει, σὰ φέτος καὶ τοῦ χρόνου. Ἐδῶ σὲ τούτην τὴν αὐλή, στὸ μαρμαροστρωμένο, ἐδῶ ῾χουν χίλια πρόβατα καὶ δυὸ χιλιάδες γίδια. Σὰν τὰ μυρμήγκια περπατοῦν, σὰν τὰ μελίσσια πᾶνε, μὲ τὴ φλογέρα τὰ λαλοῦν, μὲ τ᾿ν ἀντρειὰ τὰ διώχνουν. Χρόνια πολλά, καλὴ χρονιὰ στὸ σπίτι σας. Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Ἰκαρίας Ἀρχιμηνιὰ κι ἀρχιχρονιά, ψηλή μου δεντρολιβανιά· κι ἀρχὴ καλός μας χρόνος, ἐκκλησιὰ μὲ τ᾿ ἅγιος θρόνος. Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται ἀπὸ τὸν κάβο Πάπα, βαστάει καὶ στὴν πλάτη του μία μαλλιαρὴ θυλάκα, νὰ βάλει μέσα τὰ ψωμιά, τὶς τηγανίτες, τὰ λεφτά. -Ἐσένα, ἀφέντη, πρέπει σου καρέκλα καρυδένια, γιὰ ν᾿ ἀκουμπᾷς τὴ μέση σου τὴ μαργαριταρένια. -Καὶ πάλι ξαναπρέπει σου, βάλε στραβὰ τὸ φέσι σου καὶ δίπλα τὸ βρακί σου, γιὰ νὰ σκάσουν οἱ ἐχθροί σου. -Πολλά ῾παμε τ᾿ ἀφέντη μας ἂς ποῦμε τῆς κυρᾶς μας. -Κυρὰ ψηλὴ, κυρὰ λιγνή, κυρὰ ταπανοφρύδα ποὺ ἔχεις τὸν ἥλιο πρόσωπο καὶ τὸ φεγγάρι στῆθος, καὶ τοῦ κοράκου τὰ φτερὰ τἄχεις ταπανοφρύδια ποὺ ὅταν λουστεῖς καὶ χτενιστεῖς καὶ πᾷς στὴν ἐκκλησιά σου ἡ στράτα ρόδα γέμισε ἀπ᾿ τὴν περπατησιά σου. -Πολλά ῾παμε καὶ τῆς κυρᾶς, ἂς ποῦμε καὶ τῆς κόρης. -Ἔχεις καὶ κόρην ὄμορφη, ποὺ δὲν ἔχει ἱστορία, οὔτε στὴν Πόλη βρίσκεται, οὔτε στὴ Βενετία. -Ἔχεις καὶ κόρη ὄμορφη, βάλ᾿τηνε στὸ ζεμπίλι καὶ κρέμασέ τηνε ψηλά, νὰ μὴ τὴ φᾶν᾿ οἱ ψύλλοι. -Πολλά ῾παμε, πολλά ῾παμε, μὰ δὲ μᾶς ἐκεράσατε, κι ἂν ἀκόμα θὲ νὰ ποῦμε, βάλτε μας κρασὶ νὰ πιοῦμε. -Ἐφάγαμε τὸν πετεινὸ, νὰ φᾶμε καὶ τὴν κότα καὶ δῶστε μας τὸ φλουράκι μας, νὰ πᾶμε σ᾿ ἄλλη πόρτα!
  • 13.
    Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Κρήτης Ταχειὰταχειά ν᾿ ἀρχιχρονιὰ κι ἀρχὴ τοῦ Γεναρίου, αὔριο ξημερώνεται τ᾿ ἁγίου Βασιλείου. Πρῶτα ποὺ βγῆκεν ὁ Χριστός, -ἅγιος καὶ πνευματικός- στὴ γῆ νὰ περπατήσει, ἐβγῆκε καὶ χαιρέτησε ὅλους τοὺς ζευγολάτες. Τὸν πρῶτο ποὺ χαιρέτησε ἦτον Ἅγιο Βασίλης -Καλῶς τὰ κάνεις Βασιλειό, καλὸν ζευγάριν ἔχεις. -Καλὸ τὸ λὲς ἀφέντη μου καλὸ καὶ εὐλογημένο, ποὺ τὸ ῾βλογᾶ ἡ χάρη σου μὲ τὸ δεξιό σου χέρι, μὲ τὸ δεξιὸ μὲ τὸ ζερβὸ μὲ τὸ μαλαματένιο. -Γιὰ πές μου Ἅη Βασίλη μου πόσα μουζούρια σπέρνεις; -Σπέρνω σταράκι δώδεκα, κριθάρι δέκα πέντε ταὴ καὶ ρόβι δεκαοχτὼ κι ἀπὸ νωρὶς στὸ στάβλο. Ἐθέρισα κι ἁλώνεψα κι ἔκαμα χίλια μόδια και τὰ κορκοσκινίσματα χίλια καὶ πεντακόσια. Ματ᾿ ἄλλα δὲν ἐμέτρησα γιατί Χριστὸς ἐπέρνα. Καὶ κειὰ ποὺ στάθην᾿ ὁ Χριστὸς χρυσὸν δεντρὶν ἐβγῆκεν, καὶ κειὰ ποὺ μεταπάτησε χρυσὸ κυπαρισσάκι ποὖχε στὴν μέση τὸν σταυρὸ καὶ στὴν κορφὴ τὴν βρύση. Στὰ μεσοκλωναράκια του πέρδικα κακαρίζει. -Κακάριζε κακάριζε πέρδικα κορωνάτη, μὰ ἐπὰ τὸν ἔχουν τὸν ὑγιό, τὸ μοσχοκανακάρη...
  • 14.
    Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Κερκύρας Ἀρχιμηνιὰκι ἀρχιχρονιά, πρώτη τοῦ Γεναρίου. Αὔριο ξημερώνεται τ᾿ Ἁγίου Βασιλείου. Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται ἀπὸ τὴν Καισαρεία. Βαστάει εἰκόνα καὶ χαρτί, χαρτὶ καὶ καλαμάρι. Τὸ καλαμάρι ἔγραφε καὶ τὸ χαρτὶ μιλοῦσε! - Βασίλη πόθεν ἔρχεσαι καὶ πόθε κατεβαίνεις; - Ἀπὸ τὴ μάνα μ᾿ ἔρχομαι καὶ στὸ σχολειὸ πηγαίνω, νὰ μάθω τ᾿ ἅγια γράμματα καὶ τ᾿ ἅγιο Εὐαγγέλιο! Σ᾿ αὐτὴν τὴν πόρτα πού ῾ρθαμε, πέτρα νὰ μὴ ραγίσει, κι ὁ νοικοκύρης τοῦ σπιτιοῦ,χρόνια πολλὰ νὰ ζήσει! Νὰ ζήσει χρόνους ἑκατὸ καὶ νὰ τοὺς ἀπεράσει, καὶ στῶν παιδιῶν του τὶς χαρὲς κουφέτα νὰ μοιράσει! Κυρὰ χρυσή, κυρ᾿ ἀργυρή, κυρὰ μαλαματένια, ποὺ σὲ χτενίζουν ἄγγελοι μὲ τὰ χρυσά τους χτένια, ἄνοιξε τὸ πουγκάκι σου τὸ μαργαριταρένιο, καὶ δῶσε μ᾿ ἕνα τάλληρο, ἂς εἶναι κι ἀσημένιο! Καὶ τώρα καληνύχτα σας, καλὸ ξημέρωμά σας, κι ὁ Ἅγιος Βασίλειος νἆναι βοήθειά σας.
  • 15.
    Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Κεφαλλονιᾶς ἍγιοςΒασίλης ἔρχεται, Γενάρης ξημερώνει! Ὁ μῆνας ποὺ μᾶς ἔρχεται, τὸ χρόνο φανερώνει. Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα Τρα λα λα λα λα λα λα λα Τὴν ἄδεια σας γυρεύουμε στὸ σπίτι σας νὰ μποῦμε! Τὸν Ἅγιο μὲ ὄργανα, καὶ μὲ φωνὲς νὰ ποῦμε. Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα Τρα λα λα λα λα λα λα λα Ἐκοίταξα στὸν οὐρανὸ καὶ εἶδα δυὸ λαμπάδες! καὶ μὲ τὸ καλωσόρισμα, καλές σας ἐορτάδες. Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα Τρα λα λα λα λα λα λα λα Καὶ πάλι ξανακοίταξα καὶ εἶδα δυὸ στεφάνια! Καὶ μὲ τὸ καληνύχτισμα, καλά σας Θεοφάνεια. Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα Τρα λα λα λα λα λα λα λα Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Ζακύνθου Ἀρχιμηνιὰ κι ἀρχιχρονιὰ κι ἀρχὴ καλός μας χρόνος! Ὑγεία ἀγάπη καὶ χαρὰ νὰ φέρει ὁ νέος χρόνος! (δίς) Νὰ ζήσει ὁ κύρης ὁ καλὸς νὰ ζήσει κι ἡ κυρά του! Ὅλα του κόσμου τ᾿ ἀγαθὰ νὰ ἔχει ἡ φαμελιά του! (δίς) Νὰ ζήσει τ᾿ ἀρχοντόπουλο ποὔχει καρδιὰ μεγάλη! Σ᾿ ἐμᾶς καὶ τὴν παρέα μας ἕνα φλουρὶ νὰ βάλει... (δίς)
  • 16.
    Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Πανελλήνια Ἀρχιμηνιὰκι ἀρχιχρονιὰ ψιλή μου δεντρολιβανιὰ κι ἀρχὴ καλός μας χρόνος, ἐκκλησιὰ ἐκκλησιὰ μὲ τ᾿ ἅγιο θρόνος. Ἀρχὴ ποὺ βγῆκεν ὁ Χριστός, ἅγιος καὶ πνευματικὸς στὴ γῆ νὰ περπατήσει καὶ νὰ μᾶς καλοκαρδίσει. Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται κι ὅλους μᾶς καταδέχεται (ἤ, ἄρχοντες τὸν κατέχετε) ἀπὸ τὴν Καισαρεία, σὺ ῾σ᾿ ἀρχόντισσα κυρία. Βαστᾷ εἰκόνα καὶ χαρτί, ζαχαροκάντιο ζυμωτή, χαρτὶ καὶ καλαμάρι, δὲς κι ἐμέ τὸ παλικάρι. Τὸ καλαμάρι ἔγραφε, τὴ μοῖρα μου τὴν ἔγραφε, καὶ τὸ χαρτὶ ὡμίλει, Ἅγιέ μου καλὲ Βασίλη.
  • 17.
    Κάλαντα τῶν Φώτων(Πανελλήνια) Σήμερα τὰ φῶτα κι ὁ φωτισμός, ἡ χαρὰ μεγάλη κι ὁ ἁγιασμός. Κάτω στὸν Ἰορδάνη τὸν ποταμό, κάθετ᾿ ἡ κυρά μας ἡ Παναγιά. Ὄργανo βαστάει, κερὶ κρατεῖ, καὶ τὸν Ἅη-Γιάννη παρακαλεῖ. Ἅη-Γιάννη ἀφέντη καὶ βαπτιστή, βάπτισε κι ἐμένα Θεοῦ παιδί. Ν᾿ ἀνεβῶ ἐπάνω στὸν οὐρανό, νὰ μαζέψω ρόδα καὶ λίβανο. Καλημέρα, καλημέρα, Καλή σου μέρα ἀφέντη με τὴν κυρά.
  • 18.
    Τὸ κοριτσάκι μὲτὰ σπίρτα Χὰνς Κρίστιαν Ἄντερσεν Ἦταν Δεκέμβριος, ἡ τελευταία ἡμέρα τοῦ χρόνου. Χιόνιζε ἀσταμάτητα καὶ ἡ μεγάλη πόλη εἶχε σκεπαστεῖ μὲ ἕνα κατάλευκο πέπλο, ἐνῶ τὸ σούρουπο ἔπεφτε μουντό. Στοὺς χιονισμένους δρόμους, χαρούμενοι διαβάτες βάδιζαν βιαστικά, φορτωμένοι μὲ φανταχτερὰ πακέτα καὶ δῶρα. Μὰ κανεὶς δὲν ἔδινε σημασία στὸ κοριτσάκι μὲ τὰ σπίρτα! Ἄδικα ἡ μικρὴ ὀρφανὴ διαλαλοῦσε τὴ φτωχικὴ πραμάτεια της καὶ σίμωνε δειλὰ τοὺς περαστικούς, ζητώντας μὲ σβησμένη φωνὴ νὰ ἀγοράσουν ἕνα κουτὶ σπίρτα. Ἄδικα ψιθύριζε ἀχνὰ πὼς δὲν ζητιάνευε, πῶς πουλοῦσε σπίρτα γιὰ νὰ ζήσει, ἀφοῦ δὲν εἶχε κανένα στὸν κόσμο. Δὲν εἶχαν ὥρα γιὰ μία πλανόδια πωλήτρια. Νύχτωνε καὶ ὅλοι βιάζονταν νὰ ἐπιστρέψουν στὰ ζεστά τους σπίτια, στὴν οἰκογενειακὴ θαλπωρή, στὸ γιορτινὸ τραπέζι μὲ τὶς χίλιες λιχουδιές, στὸ καταστόλιστο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Οἱ διαβάτες, τυλιγμένοι στὰ ζεστὰ πανωφόρια τους, μὲ τὰ μάλλινα καπέλα κατεβασμένα ὡς τὰ αὐτιὰ καὶ τὶς ἐσάρπες γύρω ἀπὸ τὸ λαιμό, ἔτρεχαν κρατώντας πακέτα στὰ γαντοφορεμένα τους χέρια, ἐνῶ ἡ ζεστὴ ἀνάσα τους ἄχνιζε στὸν παγωμένο ἀγέρα. Οἱ καρότσες περνοῦσαν βιαστικὰ καὶ οἱ ρόδες τους ἄφηναν βαθιὲς αὐλακιὲς στὸ χιονισμένο δρόμο. Τὰ ἄλογα ρουθούνιζαν καλπάζοντας ρυθμικὰ πάνω στὸ λιθόστρωτο καὶ τὰ πέταλά τους τίναζαν λάσπη καὶ μισολειωμένο χιόνι. Ξαφνικά, μιὰ ἅμαξα πέρασε τόσο γρήγορα ποὺ ἡ μικρούλα μόλις ποὺ πρόλαβε νὰ τραβηχτεῖ στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου. Καὶ ὅπως ἡ παιδούλα γλιστροῦσε στὸ χιόνι, τὸ ἕνα της ξύλινο τσόκαρο τινάχτηκε πέρα μακριά, ἐνῶ τὰ σπίρτα ξέφυγαν ἀπὸ τὴν ποδιά της καὶ σκορπίστηκαν δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ στὸν ὑγρὸ δρόμο. Τὸ κοριτσάκι γονάτισε στὸ χιόνι καὶ ἄρχισε νὰ μαζεύει ἕνα-ἕνα τὰ μουσκεμένα σπίρτα. Αὐτὰ ἦταν ὅλο τὸ βιὸς καὶ ὅλος ὁ κόσμος της. Γονεῖς, σπίτι, οἰκογένεια δὲν ἦταν παρὰ μία μακρινὴ ἀνάμνηση γιὰ τὴ φτωχὴ ὀρφανή. Μόνη της περιουσία, τὰ νοτισμένα ἀπὸ τὸ χιόνι ξυλάκια, τὰ μουσκεμένα σπίρτα. Τρέμοντας ἀπὸ τὸ κρύο μέσα στὰ φθαρμένα ρουχαλάκια της, μὲ τὰ ποδαράκια γυμνὰ μέσα στὸ χιόνι, ἡ μικρούλα μάζευε μὲ τὰ ξυλιασμένα ἀπὸ τὸ κρύο χεράκια ἕνα-ἕνα τὰ σπίρτα καὶ τὰ ξανάχωνε προσεκτικὰ στὸν κόρφο της. Τὸ χιόνι ἔπεφτε πυκνὸ πάνω στὰ ἁπαλὰ
  • 19.
    μαλλάκια, βρέχοντας τὶςπυρόξανθες μποῦκλες ποὺ κολλοῦσαν στὸ ὠχρὸ προσωπάκι της. Καὶ ὅπως μάζευε βιαστικὰ τὰ σπίρτα, ἕνα ἀγόρι κουκουλωμένο ζεστά, πέρασε σιμά, εἶδε τὸ ξύλινο τσόκαρο, ἔσκυψε, τὸ πῆρε καὶ ἔφυγε γοργά, πρὶν ἡ μικρούλα προλάβει νὰ μιλήσει. Ἀναστενάζοντας ἀπογοητευμένη, ἡ μικρούλα με τὰ σπίρτα ἀνασηκώθηκε καὶ ξαναπῆρε τὴ στράτα, σέρνοντας βαριὰ τὰ βήματά της. Ἔνιωθε πιὰ βασανιστικὰ τὸ κρύο, τὴν κούραση, τὴν πείνα, μὰ δὲν εἶχε πουλήσει οὔτε ἕνα κουτὶ σπίρτα ἀπὸ τὸ πρωί. Πῶς νὰ γυρίσει νηστική, χωρὶς οὔτε ἕνα ξεροκόμματο, πίσω στὴν παγωμένη τρώγλη; Ἀλλὰ πάλι, ποιὸς θὰ ἀγόραζε σπίρτα τὴ νύχτα τῆς παραμονῆς τῆς Πρωτοχρονιᾶς; Ὅλοι εἶχαν τὰ πάντα περισσά. Οἱ δρόμοι εἶχαν τώρα ἐρημώσει. Ἀπὸ τὶς σφαλιστὲς ἐξώθυρες ἀκούγονταν κάλαντα, τραγούδια καὶ γέλια καὶ πίσω ἀπὸ τὰ φωτισμένα παράθυρα φάνταζαν πανέμορφα τὰ στολισμένα δέντρα. Τὸ κοριτσάκι προχώρησε στὴ γωνιὰ τοῦ δρόμου καί, μαγεμένη λές, κοντοστάθηκε κάτω ἀπὸ τὸν ἀναμμένο φανοστάτη. Ἀπὸ τὸ παράθυρο κάποιου σπιτιοῦ ἔβλεπε ἕνα δωμάτιο μὲ χριστουγεννιάτικες γιρλάντες καὶ στολίδια καὶ μία τρυφερὴ μανούλα νὰ ταΐζει μὲ στοργὴ καὶ ἀπέραντη ἀγάπη τὴν κορούλα της. Τὰ ματάκια της βούρκωσαν. Ἀποκαμωμένη καὶ μελαγχολικὴ κούρνιασε στὸ πλατύσκαλο τῆς βαριᾶς πόρτας, ποὺ τὴ στόλιζαν στεφάνια καὶ γιρλάντες ἀπὸ γκὶ καὶ οὔ. Τότε κοντοζύγωσε δειλὰ ἕνα ἀδέσποτο σκυλάκι. Ἡ καρδιὰ τῆς μικρῆς σπάραξε. Δὲν εἶχε τίποτε νὰ τὸ φιλέψει, οὔτε μία μπουκιὰ φαγητὸ νὰ μοιραστεῖ μαζί του. Μόνο χάδια μποροῦσε νὰ τοῦ δώσει καὶ λόγια παρηγοριᾶς. Ἡ ὥρα περνοῦσε καὶ τὸ κρύο γινόταν ὅλο καὶ πιὸ διαπεραστικό. Κανεὶς δὲν θὰ ἀγόραζε πιὰ σπίρτα. Ἂν ἄναβε ἕνα, ἕνα μονάχα, γιὰ νὰ ζεστάνει στὴ φλογίτσα του τὰ ξυλιασμένα δάχτυλά της; Καθὼς ἄναψε τὸ σπίρτο, μὲ τὰ μάτια τῆς φαντασίας της ἡ μικρούλα εἶδε μὲς στὴ λάμψη του, μιὰ εἰκόνα γεμάτη ὀμορφιά, ζεστασιὰ τρυφερότητα καὶ εὐτυχία. Καταμεσῆς τοῦ δρόμου, λέει, ἀνάμεσα στὰ ψηλὰ σπίτια μὲ τὶς χιονισμένες στέγες καὶ τὶς καμινάδες ποὺ καπνίζουν, ἔστεκε ζεστὴ καὶ πυρακτωμένη μία ἀναμμένη σόμπα ἀπὸ μαῦρο μαντέμι. Οἱ φλόγες φάνταζαν κατακόκκινες καὶ πελώριες μέσα ἀπὸ τὴ μισάνοιχτη πορτούλα καὶ μία τσαγιέρα μὲ εὐωδιαστὸ τσάι ἄχνιζε στὴ φωτιά, ἐνῶ μία τρυφερὴ γατούλα μισοκοιμόταν γουργουρίζοντας πάνω στὸ μαλακὸ χαλάκι. Ὕστερα ἡ φλόγα τοῦ σπίρτου τρεμόπαιξε κι ἔσβησε. Ἡ μικρούλα δὲν δίστασε διόλου. Πῆρε ἕνα δεύτερο σπίρτο, τὸ ἔτριψε μὲ δύναμη καὶ στὰ μαγεμένα μάτια της παρουσιάστηκε ἕνα πλούσια
  • 20.
    στρωμένο γιορτινὸ τραπέζι.Πάνω στὸ φρεσκοσιδερωμένο κεντητὸ λινὸ τραπεζομάντηλο, ἡ ροδοκόκκινη καλοψημένη γαλοπούλα εὐωδίαζε στὴν πιατέλα, ἡ σούπα ἄχνιζε στὴ σουπιέρα καὶ τὰ ἀφρᾶτα ψωμάκια μοσχομύριζαν γλυκάνισο καὶ μυρωδικά. Στὸ φῶς τοῦ φανοστάτη τοῦ γκαζιοῦ οἱ κοῦπες μὲ τὰ γλυκίσματα γίνονταν ἀκόμα πιὸ λαχταριστές, ἐνῶ κάπου ἀπὸ τὸ βάθος ἔφθανε λιγωτικὴ ἡ εὐωδιὰ ἀπὸ τὰ τσουρέκια. Ὥσπου ἡ φλογίτσα ἔσβησε ἤρεμα καὶ τὸ ξυλάκι στὸ παγωμένο χέρι τῆς μικρούλας ἀπέμεινε μαῦρο, καρβουνιασμένο. Χωρὶς χρονοτριβή, τὸ κοριτσάκι πῆρε ἕνα ἀκόμα σπίρτο καὶ τὸ ἄναψε μὲ λαχτάρα. Καὶ ἡ μαγική του φλόγα φώτισε γιὰ λίγο ἄλλη μιὰ ὀπτασία. Στὴν ἔρημη πλατεία τῆς πόλης ὑψώθηκε ξαφνικὰ ἕνα τεράστιο καταπράσινο καὶ φουντωτὸ ἔλατο. Ἐπάνω στὰ κλωνιά του ἄστραφταν δεκάδες πολύχρωμα κεράκια καὶ στὸ φῶς τους οἱ βελόνες τοῦ δέντρου ἔλαμπαν. Γιρλάντες ἁπλώνονταν μὲ χάρη στὰ κλαριὰ καὶ χρωματιστὲς μπαλίτσες ἰρίδιζαν στὸ μισόφωτο. Ἐδῶ κι ἐκεῖ μικρὰ δωράκια, τυλιγμένα σὲ γυαλιστερὸ χριστουγεννιάτικο χαρτί, περίμεναν νὰ ἁπλώσεις τὸ χέρι καὶ νὰ τὰ πάρεις... Μὰ σὰν ἔσβησε τὸ σπίρτο, χάθηκε μονομιᾶς ὅλη τούτη ἡ ὀμορφιά. Τὸ κοριτσάκι δὲν ἄντεξε. Πῆρε ὅλα τὰ σπίρτα ἀπὸ τὴν ποδιά της καὶ ἕνα ἕνα ἄρχισε νὰ τὰ ἀνάβει. Τότε, τὰ ἀναμμένα ξυλάκια ξέφυγαν ἀπὸ τὰ παγωμένα δάχτυλά της, τινάχτηκαν στὸ νυχτερινὸ ἀγέρα καὶ ἄρχισαν νὰ διαγράφουν μικρὲς φωτεινὲς τροχιές, ποὺ σπίθιζαν σὰν πυροτεχνήματα ἢ σὰν ἀναρίθμητα ἀστεράκια στὴν οὐρὰ ἑνὸς τεράστιου κομήτη. Καὶ σὲ λίγο ὁ κομήτης ἦρθε καὶ καρφώθηκε στὸ βελούδινο οὐρανό, πελώριος, ὁλόφωτος, ἐκτυφλωτικός... Ὥσπου τὸ πελώριο ἀστέρι σιγὰ-σιγὰ μεταμορφώθηκε. Τὸ ἐκτυφλωτικὸ φῶς τοῦ γέμισε σκιὲς ποὺ πῆραν σχῆμα καὶ μορφὴ καὶ ξαφνικὰ ὁ κομήτης ἄλλαξε ὄψη καὶ ἔγινε μία γριούλα μὲ τρυφερὸ πρόσωπο καὶ ζεστὸ χαμόγελο, μὲ γελαστὰ μάτια καὶ μία ὀρθάνοιχτη στοργικὴ ἀγκαλιά. «Γιαγιά!» ψιθύρισε ἐκστατικὴ ἡ μικρούλα, ἀναγνωρίζοντας τὴ σεβάσμια γυναίκα. «Πολυαγαπημένη μου, γλυκιὰ γιαγιούλα! Ἐσὺ εἶσαι, ποὺ μοῦ ἕψηνες πίτες καὶ χίλιες ἄλλες λιχουδιές, ποὺ μοῦ σιγοτραγουδοῦσες νανουρίσματα καὶ μὲ κοίμιζες μὲ παραμύθια γιὰ νεράιδες καὶ ξωτικά, ποὺ μὲ σκέπαζες στοργικὰ κι ἕγιανες τὸ λαβωμένο γόνατό μου! Μὴ μὲ ἀφήσεις μόνη ἄλλο πιά. Πάρε με κοντά σου!». Καὶ ἡ γιαγιά, σὰν ὅλες τὶς γιαγιάδες τοῦ κόσμου, ἄνοιξε τὴ ζεστὴ ἀγκαλιά της κι ἔκλεισε μέσα σφιχτά τη μονάκριβη ἐγγόνα της. Καὶ ὅπως τὴ γλυκοφιλοῦσε, τὴν πῆρε καὶ πέταξαν ψηλὰ στὰ οὐράνια, πάνω στὰ σπίτια καὶ στὰ δέντρα. «Κοίτα!» εἶπε ἡ γιαγιά. «Κάθε σπιτικὸ εἶναι καὶ μία οἰκογένεια καὶ τὸ κάθε παραθύρι φωτίζει ὄχι τὸ φῶς μιᾶς λάμπας, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη ποὺ ἑνώνει τὴν οἰκογένεια. Μὲ τὴν
  • 21.
    ἀγάπη μπορεῖς νὰφωτίσεις καὶ νὰ ζεστάνεις τὸν κόσμο ὅλο! Μὴ διώξεις ποτὲ τὴν καλωσύνη ἀπὸ τὴν καρδιά σου καὶ τότε θὰ βρίσκεις, μὰ καὶ θὰ χαρίζεις πάντα τὴν ἀγάπη». Σὰν ξημέρωσε ἡ Πρωτοχρονιά, οἱ περαστικοὶ εἶδαν ἀπορημένοι μία γλυκιὰ φτωχοντυμένη παιδούλα νὰ κοιμᾶται γαλήνια στὸ πλατύσκαλο ἑνὸς σπιτιοῦ ἐπάνω στὸ χιόνι, τριγυρισμένη ἀπὸ ἀναρίθμητα καμένα σπίρτα. Καὶ σὰν ἄνοιξε ἡ ἐξώθυρα καὶ βγῆκαν οἱ νοικοκυραῖοι τοῦ σπιτιοῦ, συγκινήθηκαν. Ἄνοιξαν ὀρθάνοιχτη τὴν ἀγκαλιά τους καὶ πῆραν κοντὰ τοὺς τὸ κοριτσάκι μὲ τὰ σπίρτα καὶ μαζὶ τὸ φτωχὸ ἀδέσποτο σκυλάκι. Καὶ στὸ σπιτικὸ αὐτὸ δὲν ἔπαψε ποτὲ νὰ βασιλεύει ἡ ἀγάπη, ποὺ ζέσταινε καὶ φώτιζε ὅλους γύρω.
  • 22.
    Το Φως τωνΧριστουγέννων Άννα Ιακώβου – Τούτη την παραμονή των Χριστουγέννων τη συλλογιότανε καιρό ο Φάνης. Πρώτη φορά θα πέρναγε τις άγιες μέρες μόνος, δίχως τη γιαγιά του τη Μηλιά. Βιαστική και σβέλτη, καθώς ήτανε σε όλα της, έτσι βιαστικά έφυγε πριν απ' τη μεγάλη τη γιορτή για τις ουράνιες πολιτείες κι άφησε πίσω, μονάχο του, το Φάνη να καρτεράει μυρωδιές και ήχους, χρώματα και εικόνες γιορτινές. - Καλύτερα να μην έρθουνε ποτέ τους τα Χριστούγεννα, μουρμούραγε λυπημένος ο Φάνης και γύρευε να σταματήσει τις ώρες, χαλώντας τους δείχτες εκείνου του μικρού του ρολογιού που είχανε πάνω στο τραπέζι. Κάρφωνε τα μάτια του στον ουρανό ελπίζοντας να δει τον ήλιο να τριγυρνά χαμένος μέσα στις γκρίζες παχιές συννεφιές που κρύβουνε το δρόμο για τη δύση. Προσπαθούσε να κάνει ατέλειωτες τις νύχτες μετρώντας αργά-αργά τ' άστρα. Ό,τι όμως κι αν έκανε, το χρόνο να κρατήσει δεν μπόρεσε. Κύλησε σαν το νερό, πέρασε σαν τον αγέρα, αφήνοντας να φανερωθεί άξαφνα μπρος στα μάτια του παιδιού η αυγή μιας κρύας, μα γεμάτης φως ημέρας, που ήτανε η παραμονή της γιορτής. Μόλις ξύπνησε ο Φάνης στάθηκε για λίγο ακίνητος κρατώντας ακόμη και την ανάσα του κάτω από τα σκεπάσματα για ν' αφουγκραστεί τους ήχους του σπιτιού. Ύστερα έβγαλε δειλά τη μύτη του έξω απ' τη βαριά κουβέρτα για να μυρίσει τον αέρα. Απόλυτη ησυχία απλωνόταν παντού και η μόνη μυρουδιά που αναγνώρισε ήτανε εκείνη του καμένου ξύλου από το τζάκι. - Ας είναι, ψιθύρισε. Να δεις που θα περάσουν και τούτες οι δυο μέρες της γιορτής γρήγορα και θα γίνουν όλα όπως και χθες. Με μια αργή κίνηση παραμέρισε τα σκεπάσματα και σηκώθηκε τεμπέλικα απ' το κρεβάτι, ενώ σκεφτόταν.... - Πού να προλάβει η μάνα από τις δουλειές που την πνίγουν για γιορτές κι ετοιμασίες, για μελομακάρονα και Χριστοκούλουρα, για Χριστόψωμα, δίπλες και τηγανίτες! Μη βλέπεις! Η γιαγιά ήτανε αλλιώς. Δεν έτρεχε στα γίδια, στη στάνη, στο τυροκομείο. Εκείνη είχε χρόνο για όλα τα άλλα. Ντύθηκε δίχως βιάση, φόρεσε όπως-όπως τα παπούτσια του στραβοπατώντας τα και με τα μεγάλα κορδόνια να πετιόνται και να
  • 23.
    τινάζονται μπροστά σεκάθε του βήμα σαν φιδίσιες γλώσσες. Έριξε μια καθαρή πετσέτα στον ώμο και βγήκε από το σπίτι για να πλυθεί έξω στις δυο βρυσούλες, τις δίδυμες, καθώς τις έλεγε ο πατέρας του, όπου το γάργαρο νερό τους ερχότανε από ψηλά, από τις κορυφές της Χιόνας, κι έτρεχε ολημερίς ασταμάτητα. Δεν πρόλαβε να ανοίξει την εξώπορτα και πήδησε μπρος στα πόδια του ο σκύλος του ο Πιστός κουνώντας πέρα δώθε, την ουρά του. Μεγάλη αγάπη είχε ο Φάνης σε τούτο το μαλλιαρό τσοπανόσκυλο που του έφτανε σχεδόν ως τη μέση. Ήτανε η μόνη του παρέα, όταν ερχότανε εδώ στη στάνη. Το χωριό, για ν' ανταμώσει με τ' άλλα παιδιά, ήτανε δυο ώρες μακριά και δεν υπήρχε άλλη στάνη εκεί κοντά για να έχει κάποια παρέα. - Σιγά, σιγά παλιόφιλε, είπε γελώντας στον Πιστό και τον χάιδεψε γερά στο κεφάλι. Σιγά, θα με ρίξεις κάτω! Περπάτησαν οι δυο τους ως τις βρύσες. Στάθηκαν ο ένας δίπλα στον άλλον, στην ίδια ευθεία, ακίνητοι, έχοντας απέναντι τους ο καθένας κι από μια βρύση. Έμειναν έτσι μερικά λεπτά, για να πάρουν το κουράγιο που τους έλειπε, πριν βάλουν το κεφάλι τους κάτω από το παγωμένο νερό. Μια λοξή, γρήγορη, ματιά που έριξαν συναμετάξυ τους ήτανε, θαρρείς, το σύνθημα. Σκύψανε και οι δυο ταυτόχρονα το κεφάλι χαμηλά κι αμέσως το έσπρωξαν κάτω από το νερό. Χύθηκε πάνω τους δροσιά διάφανη και κρυστάλλινη, ζωντανεύοντας τα τρυφερά μάγουλα του Φάνη, μουσκεύοντας τα πυκνά μαλλιά και τα μουστάκια του σκύλου. Ύστερα τίναξαν και οι δυο δυνατά το κεφάλι, κάνοντας χιλιάδες σταγόνες να πεταχτούν δεξιά κι αριστερά. - Πού είναι η πετσέτα σου σήμερα φιλαράκο; Φώναξε γελώντας ο Φάνης στο σκύλο του τον Πιστό, ενώ έτριβε με δύναμη τα μαλλιά του. Ξέχασες, μού φαίνεται, τι μέρα είναι. Έλα εδώ να σε στεγνώσω εγώ, του είπε, κι άπλωσε το χέρι με την πετσέτα για να σκουπίσει τη μούρη του. - Γαβ-γάβ, διαμαρτυρήθηκε ο Πιστός κι έκαμε δυο-τρία βήματα πίσω για να τον αποφύγει. - Το ξέρω πως δεν σ' αρέσει να είσαι περιποιημένος, μα σήμερα είναι παραμονή των Χριστουγέννων, του είπε ο Φάνης. Θα μου πεις βέβαια, και με το δίκιο σου, συνέχισε μονολογώντας, πώς θέλεις να το καταλάβω εγώ αυτό; Μήπως και άλλαξε τίποτε εδώ γύρω που να το μαρτυράει; - Γαβ.... γαβ-γαβ, γάβγισε δυνατά ο Πιστός, σαν να 'χε άλλη γνώμη. - Μη μού διαμαρτύρεσαι καθόλου. Τα καλά τσοπανόσκυλα, αν θέλεις να ξέρεις, έχουν μύτη και τα μυρίζονται όλα, είπε γελώντας το παιδί, μα την απάντηση δεν πρόλαβε να την ακούσει γιατί παιχνιδιάρικα
  • 24.
    σφυρίζοντας του έφερεο αγέρας ώς τ' αφτιά του ψιθυριστά το όνομα του. - Φάνη... - Φάνη... Ξαφνιασμένος στάθηκε στον τόπο για ν' ακούσει καλύτερα, κάνοντας νόημα και στον Πιστό να μη γαβγίσει. - Φάνη, Φάνη, πού είσαι; άκουσε ξανά, καθαρά όμως ετούτη τη φορά τη φωνή της μάνας του που ερχότανε από το μονοπάτι. - Ξύπνησα, φώναξε το παιδί κι ένιωσε λαχτάρα να την ανταμώσει κι αφήνοντας το σκύλο να τον κοιτάζει, περπάτησε γρήγορα ως το δρομάκι και την περίμενε εκεί. Σε λίγο εκείνη φάνηκε πίσω από τα δέντρα της στροφής να έρχεται χαμογελαστή με βήμα γρήγορο. - Τι χάλια είναι αυτά; Πώς είσαι έτσι, του είπε η μάνα, όταν έφτασε κοντά. Δέσε τα κορδόνια σου, χτένισε λιγάκι τα μαλλιά σου, τον γλυκομάλωσε, βάζοντας ταυτόχρονα τα δάχτυλά της μέσα στ' ανακατεμένα σγουρά μαλλιά για να τα φτιάξει. Αν ήσουνα τώρα στο χωριό, από τα εφτά χαράματα θα ξεκινούσες να πεις τα κάλαντα κι όχι που μου κοιμήθηκες κι ανέβηκε μιαν οργιά ο ήλιος. - Δηλαδή...., είπε ο Φάνης σαστισμένος. Δηλαδή σε ποιον.... θα τα πω; - Τι σε ποιον θα τα πεις. Σε μένα, του είπε γελώντας η μάνα. - Σ' εσένα; Μα εγώ τα έλεγα πάντα στη γιαγιά, γιατί εσύ.... - Εμπρός-εμπρός ξεκίνα κι άφηκα μισοαρμεγμένα τα γίδια στον πατέρα σου, τού είπε, και τραβώντας τον από το χέρι φτάσανε οι δυο τους μπροστά στην πόρτα του σπιτιού. - Τώρα, μάνα, μεγάλωσα. Δεν είμαι πια για κάλαντα, είπε με ντροπή το παιδί σκύβοντας το κεφάλι. - Μεγάλωσες; Μωρέ τι μάς λες! Εδώ ο Γιωργής ο Φωτεινός τα λέει ακόμη στο χωριό κι ας είναι είκοσι χρονών και μεγάλωσες εσύ εννιά χρονών παιδί; - Τότε, στάσου να φτιαχτώ λιγάκι, είπε τρελός από χαρά ο Φάνης και γυρνώντας στο πλάι πέταξε την πετσέτα που κρατούσε πάνω στο πεζούλι. Ύστερα έσκυψε να δέσει βιαστικά τα κορδόνια του, έσιαξε και τα πουκάμισα του που ήτανε μισοβγαλμένα, χτένισε με τα δάχτυλα και τα μαλλιά του και τέλος, χτυπώντας τα δυο του χέρια, κάλεσε τον Πιστό να 'ρθει κοντά του.
  • 25.
    - Πιστέ, έλα...έλα, του φώναξε γελώντας Θα τα πούμε και φέτος παλιόφιλε. - Στάσου εδώ, του είπε η μάνα, όταν είδε πως ήταν έτοιμος. Θα το κάνουμε, όπως το έκανες και με τη γιαγιά. Θα μπω εγώ στο σπίτι κι εσύ θα μου χτυπήσεις την πόρτα. Στάσου σου λέω, να το κάνουμε όπως πρέπει... Η μάνα χάθηκε, πριν αποσώσει καλά το λόγο της, μέσα στο σπίτι κλείνοντας πίσω της την πόρτα. Ο Φάνης έμεινε ολομόναχος εκεί, σαστισμένος, δίχως να μπορεί να σαλέψει, δίχως να μπορεί ν' ανασάνει από εκείνον τον κόμπο που ήρθε και στάθηκε στο λαιμό του. Τα μάτια του γεμίσανε πλημμύρα κι άφαντη γίνηκε μπροστά του η πόρτα και το σπίτι ολάκερο χάθηκε μέσα στα θολά τα δάκρυα. Η καρδιά του χτυπούσε στο στήθος του δυνατά μ' ένα ρυθμό παράξενο που το παιδί δεν είχε ξανανιώσει. - Ούτε μια πρόβα δεν κάναμε, γύρισε και είπε στον Πιστό ο Φάνης σκουπίζοντας ταυτόχρονα τα μάτια με το μανίκι του. Εμπρός, τι περιμένεις, τού ψιθύρισε σπρώχνοντάς του το κεφάλι, λες κι ο Πιστός έπρεπε να χτυπήσει την πόρτα. - Α! Κατάλαβα! Μουρμούρισε. Όλες τις ντροπές θα τις πάρω εγώ! Σήκωσε δειλά ο Φάνης το χέρι και τύπησε το μικρό, σιδερένιο μάνταλο τρεις φορές. - Να τα πούμε;φώναξε με τρεμάμενη φωνή. - Να τα πείτε, να τα πείτε, ακούστηκε από μέσα η φωνή της μάνας, ενώ την ίδια στιγμή άνοιξε διάπλατα και η πόρτα. Ο Φάνης πήρε κουράγιο από το χαμόγελο της μάνας του κι άρχισε να λέει τραγουδιστά τα κάλαντα, υμνώντας του Χριστού τη γέννηση, της μικρής φάτνης τη δόξα, των μάγων τ' άγια δώρα! Στο τέλος, εκεί που αρχίζουν τα παινεματα του νοικοκύρη, ο Φάνης έλεγε ετούτα εδώ τα λόγια που του είχε μάθει η γιαγιά του η Μηλιά και που ήτανε εκείνα που ταίριαζαν στους τσοπάνηδες. «Εδώ σε τούτες τις αυλές, τις μαρμαροστρωμένες Εδώ 'χουν χίλια πρόβατα και τρεις χιλιάδες γίδια. Σαν κάνουν τον ανήφορο, γιομίζ' ο λόγγος όλος. Σαν πιάσουν τον κατήφορο, γιομίζ' ο κάμπος όλος. Σαν το μυρμήγκι περπατούν, σαν το μελίσσι βάζουν. Σαν τον αφρό της θάλασσας, αφρίζουν τα καρδάρια. Εμείς ολίγα τα πάμε κι ο Θεός να τ' αβγαταίνει.» - Και του χρόνου, φώναξε στο τέλος λάμποντας από χαρά ο Φάνης.
  • 26.
    - Και τουχρόνου, Φάνη μου, του είπε συγκινημένη η μάνα κι άπλωσε τη χούφτα της και πιάνοντας το μικρό του χεράκι, τού έβαλε μέσα ένα χιλιοδιπλωμένο χαρτονόμισμα. - Έλα κοντά να σε φιλήσω, τού είπε και τον τράβηξε κοντά της και γέμισε φιλιά τα δροσερά του μάγουλα. - Σιγά, σιγά, θα με φας, της είπε γελώντας ο Φάνης για να δώσει ένα τέλος στης μάνας του τις τρυφεράδες. Δώσε και κανένα φιλάκι στον Πιστό που μάς κοιτάζει αμίλητος τόση ώρα! Κοίτα τον πως ζηλεύει! - Γαβ-γαβ, γάβγισε δυνατά το σκυλί στυλώνοντας τα δυο πισινά του πόδια στο χώμα. - Ο Πιστός καλά θα κάνει να μάς αδειάσει τη γωνιά, γιατί έχουμε του κόσμου τις δουλειές, είπε η μάνα και του γύρισε απότομα την πλάτη της μπαίνοντας στο σπίτι. Εξάλλου, η θέση του είναι με το κοπάδι κι όχι να μπερδεύεται μέσα στα δικά μας τα πόδια, συμπλήρωσε. Ο Φάνης κοίταξε τον Πιστό στα μάτια και του έκανε κρυφά νόημα να καθίσει καταγής. Ο Πιστός δίχως δεύτερη κουβέντα στρώθηκε φαρδύς-πλατύς μπροστά στην πόρτα, αναγκάζοντας το παιδί να πηδήσει από πάνω του για να μπορέσει να μπει μέσα στο σπίτι. Πήγε και κάθισε με τα γόνατα πάνω σε μια καρέκλα ακουμπώντας με τους αγκώνες στο τραπέζι. Ανοιξε τη σφιγμένη παλάμη κι άφησε να πέσει πάνω στο υφαντό τραπεζομάντιλο το διπλωμένο χαρτονόμισμα. - Ένα πενηντάρικο, είπε κι άνοιξαν τα μάτια του διάπλατα από την έκπληξη και τη χαρά. - Να το κρατήσεις μαζί με τα άλλα που έχεις, του είπε η μάνα που εκείνη τη στιγμή έριχνε ξύλα στο τζάκι για να δυναμώσει τη φωτιά. Να το κρατήσεις και σαν πας στην πόλη, να πάρεις ό,τι θέλεις. - Πότε θα πάμε στην πόλη; ρώτησε με λαχτάρα το παιδί. - Θα πάμε, μα όχι τώρα. Να περάσουν και οι γιορτές. - Μα εγώ τώρα θέλω να πάμε, μουρμούρισε με παράπονο ο Φάνης. Θέλω να δω την πόλη πώς είναι στολισμένη για τις γιορτές. - Φάνη μου, αυτό που ζητάς δε γίνεται, του είπε γλυκά η μάνα νιώθοντας τον πόθο του παιδιού. - Τέτοιες μέρες που όλος ο κόσμος γυρίζει στις πλατείες και στα μαγαζιά, που κάνουν τραπέζια με χίλια δυο γλυκά και φαγητά, που αγοράζουν δώρα και φορούνε τα καλύτερα τους ρούχα, τέτοιες μέρες
  • 27.
    εμείς φεύγουμε απότο χωριό, φεύγουμε από τον κόσμο κι ερχόμαστε στην άκρη της γης για να κάνουμε γιορτές. - Δεν ερχόμαστε στην άκρη της γης, όπως είπες, για να κάνουμε γιορτές, μα για να βοηθήσουμε λιγάκι τον πατέρα σου. Νομίζω ξέρεις πόσες γίδες είναι στην ώρα τους για να γεννήσουν κι ετούτα τα γίδια είναι όλη η περιουσία μας. Ξέρεις ακόμη πως ο κυρ-Στέφανος με το φορτηγό τέτοιες γιορτινές μέρες δεν έρχεται να μάς πάρει το γάλα, γιατί κλείνουνε τα τυροκομεία και αναγκαζόμαστε να το κάνουμε μόνοι μας τυρί, ειδάλλως θα το χύναμε και είναι μεγάλη αμαρτία. Ξέρεις πάλι πως.... - Εντάξει, ξέρω, είπε στεναχωρημένος ο Φάνης. Όμως κι εγώ θέλω να δω την πολιτεία. - Θα τη δεις κάποτε και την πολιτεία που τόσο τη ζηλεύεις και πού ξέρεις, είπε η μάνα, μπορεί να συναντήσεις εκεί ανθρώπους που θα ζηλεύουνε εσένα. - Θα ζηλεύουν εμένα; Φώναξε έκπληκτος ο Φάνης. Και τι έχουν να ζηλέψουν από μένα, το στάβλο ή τα ζώα, τη φτωχή μας πολυτέλεια ή τα ανύπαρκτα στολίδια; - Ακριβώς αυτά έχουν να ζηλέψουν, του είπε γελώντας με τις φωνές που έβαλε. - Καιρός είναι να μού πεις πως όλοι αυτοί θα ψάχνουν τέτοιες μέρες μια στάνη για να κάνουνε Χριστούγεννα; - Αν πράγματι ψάχνουνε να βρούνε το μικρό Χριστό, μια στάνη σαν την δική μας θα πρέπει να ψάχνουνε, κι όχι,... μα το λόγο της δεν πρόλαβε να τον τελειώσει, γιατί πετάχτηκε ο Φάνης και τη ρώτησε με λαχτάρα... - Πες μου, μάνα, έχεις κατεβεί εσύ στην πολιτεία τέτοιες γιορτινές μέρες. - Είχα κατέβει μια φορά με τον πατέρα σου, όταν ήμασταν νιόπαντροι, στην πόλη. Μιλιούνια ο κόσμος στους δρόμους, στα μαγαζί στα καφενεία, στις ταβέρνες Κρατούσα νερά το χέρι του πατέρα σου, γιατί φοβόμουνα μη πα, χαθώ μέσα σ αυτό τον κόσμο. -Είναι αλήθεια πως τέτοιες μέρες στολίζουν τα σπίτια, τους δρόμους, τα μαγαζιά με χιλιάδες μικρά φωτάκια; Πως στολίζουν μεγάλα και μικρά έλατα που τα πουλούν στους δρόμους με πολύχρωμα αγγελάκια και πως τα τυλίγουνε γύρω-γύρω με φωτάκια που αναβοσβήνουν ρυθμικά; ρώτησε ο Φάνης και σπίθισαν λάμψεις στα μάτια του.
  • 28.
    - Αλήθεια είναι,του απάντησε η μάνα, και γεμίζοντας το μεγάλο το τσουκάλι με νερά το έβαλε πάνω στη φωτιά για να πάρει βράση. Μα που τα ξέρεις εσύ όλα αυτά; τού είπε γελώντας. - Μάς τα διάβασε σ' ένα παραμύθι η δασκάλα μας μια μέρα, πριν κλείσουν τα σχολεία. Η δασκάλα μας γεννήθηκε στην πόλη και κάθε χρόνο μάς είπε πως στολίζει Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Το γεμίζει μικρά-μικρά φωτάκια και το βάζει να στέκει δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο. Αν είχαμε ρεύμα κι εμείς στη στάνη, να, εδώ θα το 'βαζα το φωτισμένο έλατο, είπε ο Φάνης και με ένα πήδημα βρέθηκε δίπλα στο μικρό παράθυρο και τράβηξε στο πλάι το λευκό κουρτινάκι. Και με τα λεφτά που έχω μαζέψει θ' αγόραζα χιλιάδες φωτάκια και θα στόλιζα ολόκληρο το σπίτι. Ως και τη στάνη θα στόλιζα. - Ας μάς βάλουνε πρώτα το ρεύμα και μετά βλέπουμε, είπε αφηρημένα η μάνα. - Όχι, όχι, τι θα πει «μετά βλέπουμε»; Εγώ θα τη στολίσω όλη τη στάνη, όταν έρθει το ρεύμα. Έτσι θα μπορέσει να μάς δει και η γιαγιά από εκεί πάνω και να χαρεί. Τι λες, μάνα, δε θ' αρέσουν στη γιαγιά τα φωτάκια; - Σίγουρα θα της αρέσουν, είπε η μάνα του και χάθηκε στο δίπλα δωμάτιο. Όταν ξαναφάνηκε στην πόρτα, κρατούσε στα χέρια της ένα μεγάλο ξύλινο δίσκο. Ήλθε και τον ακούμπησε πάνω στο τραπέζι λέγοντας... - Και του χρόνου, και του χρόνου. - Πότε ζύμωσες Χριστόψωμο; είπε με λαχτάρα ο Φάνης και σβήνοντας με μιας τα λαμπιόνια των ονείρων του έτρεξε στο τραπέζι. - Κοίταξε το τώρα καλά και πες μου τι τού λείπει, τον ρώτησε με καμάρι η μάνα. - Τι να του λείπει; ψιθύρισε μαγεμένος ο Φάνης. Εδώ πάνω είναι κεντημένα όλα τα καλά της γης και τ' ουρανού. Και δέντρα έχει και πουλιά, λουλούδια κι άστρα, ανθρώπους και ζώα, τον ήλιο και το φεγγάρι. Όλα τα έχει πάνω του· τίποτε δεν του λείπει. Ίδιο, όπως το κάνε και η γιαγιά, για να μη σου πω πως είναι και καλύτερο. - Έχω όμως κάνει και κάτι ακόμη για σένα, είπε η μάνα κι αφήνοντας το Χριστόψωμο στο τραπέζι έφερε από το διπλανό δωμάτιο ένα ταψάκι σκεπασμένο με μια λευκή πετσέτα. Το κράτησε μπροστά στο Φάνη κι εκείνος τράβηξε με μιας το κάλυμμα. Τότε είδε στο ταψί δυο αφράτα ζυμαρένια προβατάκια, ένα στρουμπουλό φασκιωμένο μωρό ίδιο με το μικρό Χριστό κι έναν ολόλευκο Άγγελο με δυο μεγάλα φτερά.
  • 29.
    - Πώς ταέφτιαξες όλα αυτά, είπε θαμπωμένο το παιδί. - Όταν ψηθούν, θα τα βάλουμε πάνω στο τζάκι για στολίδια, είπε η μάνα. Εμπρός όμως, πάμε τώρα έξω να με βοηθήσεις να τα ρίξουμε στον φούρνο. Βγήκανε οι δυο τους από το σπίτι. Πρώτος ο Φάνης πηδώντας πάνω από τον Πιστό κι έπειτα η μάνα μουρμουρίζοντας... - Βρε, μπελά που βρήκαμε μ' αυτό το σκυλί. Εμείς το πήραμε για τσοπανόσκυλο κι αυτό, με τα χάδια που του κάνεις, κατάντησε σκυλάκι του καναπέ. Ο Πιστός, χωρίς να δώσει καμιά σημασία ατις γκρίνιες της, τούς ακολούθησε κουνώντας χαρούμενος την ουρά του και πήγε και στάθηκε δίπλα στο Φάνη που κρατούσε το Χριστόψωμο μέχρι η μάνα του να καθαρίσει από τα ξύλα τον πυρωμένο φούρνο. - Ξέρεις μάνα, είπε με σκυμμένο το κεφάλι ο Φάνης, όταν έμπαιναν ξανά στο σπίτι. Φοβόμουνα πως φέτος θα είναι αλλιώτικα τα Χριστούγεννα, χωρίς τη γιαγιά να κάνει όλες αυτές τις ετοιμασίες της γιορτής. - Μα και μόνο που δεν είναι εδώ η γιαγιά, τα Χριστούγεννα τούτη τη χρονιά θα είναι αλλιώτικα. Όσο για τις ετοιμασίες, αυτές δεν ξέρουν από αναβολές. Τι κι αν λείπει φέτος η γιαγιά σου η Μηλιά; Τι κι αν λείψω κι εγώ σε λίγα χρόνια; Αυτά θα πει πως το σπίτι θα μείνει χωρίς Χριστόψωμο και δίπλες; Είπε, κοιτάζοντας πονηρά το Φάνη, και ξεστρώνοντας το τραπεζομάντηλο από το τραπέζι έφερε από το ντουλάπι μια μικρή πάνινη σακούλα αλεύρι. - θα κάνουμε και δίπλες; φώναξε με ενθουσιασμό το παιδί. - Δίπλες τραγανές μελάτες με κανέλλα μυρωδάτες και καρύδι πασπαλάτες, είπε εκείνη γελώντας. Ό,τι όμως κι αν κάνουμε, το κάνουμε για το Χριστό κι όχι για μάς. Πώς θα τιμήσουμε αλλιώς την αυριανή γιορτή; Κι ο Χριστός, να ξέρεις, καρτεράει απ' όλους μας να κάνουμε κάτι γι' αυτή την Άγια μέρα που θα ξημερώσει. - Τότε έχουμε ένα σωρό δουλειές, είπε ο Φάνης με ενθουσιασμό και πρέπει να κάνουμε γρήγορα για να τα προλάβουμε όλα. Έτσι κι έγινε. Δίχως να το καταλάβουν, ζυμώθηκαν και χρυσοψήθηκαν οι δίπλες στο τηγάνι. Μελώθηκαν και πασπαλίστηκαν με κανέλλα και ψιλοκοπανισμένο καρύδι. Άνοιξαν τα μπαούλα και βγήκαν οι φλοκάτες οι γιορτινές, στρώθηκαν τα υφαντά πλουμιστά στρωσίδια στο πάτωμα. Βγάλανε το Χριστόψωμο από το φούρνο και μοσχοβόλησε το σπίτι. Κουβάλησαν δίπλα στο τζάκι το Χριστόξυλο, ένα μεγάλο κούτσουρο που από το καλοκαίρι ακόμη το είχανε
  • 30.
    ετοιμάσει γι' αυτήτη νύχτα. Θα το έριχναν αργά το βράδυ στο τζάκι και θα σιγόκαιγε ως το πρωί για να ζεσταίνει, καθώς πίστευαν οι τσομπάνηδες, τούτη την κρύα νύχτα την Παναγιά με το μωρό. Πήγανε και στο κοτέτσι και πιάσανε μιαν αφράτη παρδαλή πουλάδα και τη βάλανε στο τσουκάλι να σιγοβράσει για να γίνει μια νόστιμη σούπα για την αυριανή γιορτή. - Φάρμακο η κοτόσουπα μετά τη νηστεία, έλεγε πάντα η γιαγιά σου η Μηλιά, είπε γελώντας η μάνα την ώρα που ξεπουπούλιαζαν την κότα. - Και που να το ήξερε η καημένη η κυρά κοκό πως θα γίνει φάρμακο, είπε ο Φάνης και βάλανε οι δυο τους τα γέλια. Είπανε κι άλλα πολλά τις ώρες ετούτες που έκαναν τις ετοιμασίες. Μα εκείνο που τους έκανε να γελάσουν με την ψυχή τους ήτανε εκείνες οι αστείες ιστορίες που λέγανε στο χωριό τέτοιες μέρες για τους καλικάντζαρους και τις ζαβολιές τους, για τα παθήματα και τις σκανταλιές τους. Έτσι πέρασε η ώρα με διηγήσεις και με γέλια κι έφτασε απόγευμα, δίχως να το καταλάβουν. - Τέσσερις η ώρα, είπε κάποια στιγμή η μάνα. Για να μη φανεί καθόλου ο πατέρας σου κατά δω, φοβάμαι πως θα 'χει γεννητούρια. Καλό θα ήτανε να πάω να τον βοηθήσω λιγάκι. - Θα έρθω κι εγώ, μάνα, είπε πρόθυμα το παιδί. - Ξέρεις Φάνη τι δεν προλάβαμε σήμερα να κάνουμε, τού είπε τότε εκείνη. Δεν ασπρίσαμε λίγο το προσκυνητάρι του Άϊ-Γιώργη πάνω στο βράχο της Αγνανταριάς και ξέρεις πόσο η γιαγιά σου φρόντιζε εκείνο το προσκυνητάρι. - Αλήθεια, ψιθύρισε σκεπτικός ο Φάνης. Το προσκυνητάρι το ξεχάσαμε. Η γιαγιά το άσπριζε μέρες πριν από τη γιορτή. - Αυτή ήτανε η πρώτη ετοιμασία της γιαγιάς για τα Χριστούγεννα, είπε η μάνα. Το άσπρισμα του Αϊ-Γιώργη. Βλέπεις, εκκλησιά εδώ στην ερημιά δεν έχουμε. Το χωριά είναι δυο ώρες δρόμος, με τα μουλάρια, το μοναστήρι του Αϊ-Γιάννη άλλο τόσο από την άλλη μεριά του βουνού κι έτσι μονάχα τούτο είχε για παρηγοριά. - Κι εγώ το ξέχασα ολότελα, είπε παρμένο το παιδί από τις θύμησες που είχε λησμονήσει και που άρχισαν να ζωντανεύουν σιγά-σιγά μπρος στα μάτια του. -Σηκωνόμασταν με τη γιαγιά, πριν ξημερώσει, συνέχισε να λέει. Μ' έντυνε με του τζακιού το φως. Ύστερα έπαιρνε ένα μπουκάλι λάδι, γέμιζε καρβουνάκια το θυμιατό, έπαιρνε σπίρτα και λιβάνι κι αθόρυβα βγαίναμε από το σπίτι για να μη σας ξυπνήσουμε. Όταν
  • 31.
    φτάναμε στο προσκυνητάριτου Αϊ-Γιώργη στο βράχο της Αγνανταριάς, ήτανε η ώρα που χτυπούσαν στ' απέναντι χωριά οι καμπάνες. Κι ο αγέρας έφερνε τον ήχο ως τ' αυτιά μας. Καμπάνες χαρμόσυνες απ' το Μεγαλοχώρι. την Κερασιά, το Φωτεινό, τη Βίγλα, την Κρυοπηγή. Κάναμε τον σταυρό μας άναβε η γιαγιά το καντηλάκι, θύμιαζε την εικόνα, σιγόψελνε λιγάκι και ύστερα γυρίζαμε πάλι στο σπίτι. - Από μικρό κορίτσι πήγαινε η γιαγιά σου τη νύχτα των Χριστουγέννων κι άναβε το καντήλι του Αϊ-Γιώργη, είπε η μάνα. - Εσύ μάνα δεν ήλθες ποτέ μαζί μαζί της είπε το παιδί. - Ετούτο ήτανε κάτι που το έκανε πάντα η γιαγιά σου. Αν μπορούσαμε να πάμε σ' εκκλησιά για να λειτουργηθούμε, αυτό το βράδυ όλοι μας θα πηγαίναμε. Το προσκυνητάρι όμως δεν είναι κι εκκλησιά. - Να πάω εγώ, μάνα, απόψε ν' ανάψω το καντήλι του Αϊ-Γιώργη; είπε με λαχτάρα το παιδί. - Πάρε τώρα τη λεκάνη με τον ασβέστη και τη βούρτσα και πήγαινε ν ασπρίσεις το προσκυνητάρι. Άναψε, αν θέλεις, και το καντήλι. Εγώ πρέπει να πάω στον πατέρα σου. Τον έχω αφήσει μόνο του σήμερα. - Εντάξει, τώρα θα πάω να το ασπρίσω, να πάω όμως και το βράδυ, την ώρα που χτυπούνε οι καμπάνες, ν' ανάψω το καντηλάκι; Ρώτησε πάλι το παιδί. - Άσπρισε το τώρα κι άμα ξυπνήσεις το βράδυ πας και για το καντήλι, είπε βιαστικά η μάνα και ρίχνοντας στους ώμους το σάλι της χάθηκε στους ίσκιους του μονοπατιού. Ο Φάνης δεν μπήκε καθόλου στο σπίτι, παρά πήγε στη μικρή τους αποθήκη, πήρε τη λεκάνη με τον ασβέστη και τη χοντρή τη βούρτσα και παρέα με τον Πιστό κίνησε για την Αγνανταριά που ήτανε το προσκυνητάρι του Αϊ-Γιώργη. Ο δρόμος δεν ήτανε πολύς ως το προσκυνητάρι. Πετώντας ανέβηκε ο Φάνης τον ανήφορο ως εκεί κι ας είχε στα χέρια του τόσο βάρο. Σαν έφτασε, έκαμε το σταυρό του, έβγαλε από μέσα την εικόνα τοῦ Άϊ- Γιώργη, τη φίλησε και ύστερα την ακούμπησε πάνω στα κλαδιά ενός θάμνου. Πήρε τη βούρτσα, τη βούτηξε στον ασβέστη, κι άσπρισε όλο το προσκυνητάρι, μέσα κι ἔξω. Άσπρισε ακόμη κι ἕνα βράχο που έστεκε πλάι του. Ύστερα στάθηκε να το καμαρώσει και του φάνηκε πως έλαμπε, χιονάτο περιστέρι, έτσι που λούφαζε μέσα στις κουμαριές και το έλουζε το στερνά του ήλιου το φως.
  • 32.
    Σαν γύρισε στοσπίτι ο Φάνης, έριξε μερικά ξύλα στο τζάκι, πήρε τα ζυμαρένια προβατάκια στα χέρια του, ξάπλωσε μπροστά στη φωτιά πάνω στη φλοκάτη και παίζοντας μονάχος περίμενε τη μάνα και τον πατέρα του να γυρίσουν. Η κούραση όμως μα κι εκείνη η γλυκιά ζεστή αγκάλη του τζακιού νανούρισαν το Φάνη και το παιδί γλυκοκοιμήθηκε για ώρες. Όταν ξύπνησε, ήτανε ξαπλωμένος στο κρεβάτι του. Φορούσε ακόμη τα ρούχα της ημέρας. Καθώς φαίνεται, τα παπούτσια μόνο τού είχανε βγάλει και τον ακούμπησαν στο κρεβάτι η μάνα του και ο πατέρας. Ο Φάνης, σαν άνοιξε τα μάτια, έψαξε να δει πού βρίσκονταν του ρολογιού οι δείχτες. Δεν μπόρεσε όμως από τόσο μακριά να δει· γι' αυτό σηκώθηκε, πήρε στα χέρια του το ρολόι, πλησίασε στη φλόγα του τζακιού που έκαιγε το Χριστόξυλο και διάβασε ψιθυριστά την ώρα. - Τέσσερις και τέταρτο, είπε. Πρέπει να βιαστώ. Ν' ανάψω το καντήλι του Αϊ-Γιώργη. Σε λίγο θα σημάνουν και οι καμπάνες. Πατώντας στις μύτες των ποδιών, πλησίασε έξω από το δωμάτιο των γονιών του και κρυφοκοίταξε μέσα από τη μισάνοιχτη πόρτα. Μονάχα τις ανάσες τους άκουσε να μπερδεύονται ρυθμικά μεταξύ τους. Ο Φάνης γύρισε πάλι κοντά στο κρεβάτι του. Φόρεσε βιαστικά τις γαλότσες και το παλτό του. Ύστερα πήρε το μπουκάλι με το λάδι που φύλαγαν πάντα στο εικονοστάσι και το στρίμωξε μέσα στην τσέπη του παλτού του, γέμισε, το θυμιατήρι καρβουνάκια από το τζάκι, πήρε στην άλλη του τσέπη το λιβάνι και τα σπίρτα. Όταν σιγουρεύτηκε για όλα, άνοιξε σιγά-σιγά την πόρτα. Δεν πρόλαβε να πατήσει το πόδι του έξω από το σπίτι κι ένιωσε τον Πιστό να τρίβεται στο παντελόνι του. - Σσσσσσς. τσιμουδιά, είπε στον Πιστό, κολλώντας το δάχτυλό του στη μύτη. Πάμε να φύγουμε ήσυχα. Κρίμα να τους ξυπνήσουμε. Σαν κλέφτες, το 'σκασαν οι δυο τους και γρήγορα βρέθηκαν μακριά από το σπίτι, πάνω στο ανηφορικό το μονοπάτι που πήγαινε στης Αγνανταριάς το βράχο. Η νύχτα ήτανε ξάστερη κι ένα ολόγιομο φεγγάρι φώτιζε τον τόπο γύρω, λες και ήτανε μέρα. Ο αέρας κατέβαινε θυμωμένος από το λόφο και, σαν τους αντάμωνε, πάγωνε τις μύτες και τα χνώτα τους. Το δάσος σκοτεινό, γεμάτο ίσκιους και παράξενες βοές έσκυβε χαμηλά, παλεύοντας ν' αγγίξει με τα κλαδιά του τα κεφάλια τους. Ο Πιστός κάποια στιγμή γρύλισε δείχνοντας τα δόντια του και στάθηκε για λίγο στον τόπο.
  • 33.
    - Τι έγινε,φίλε, του είπε γελώντας ο Φάνης. Δεν πιστεύω να φοβάσαι τους καλικάντζαρους και πιάνοντας τον από το λαιμό τον τράβηξε μαζί του. Κόντευαν όμως να φτάσουν στην κορυφή της Αγνανταριάς, όταν ο Πιστός κάθισε κάτω στο χώμα ήσυχα και με τα μπροστινά του πόδια αγκάλιασε τη μουσούδα του. - Τι είναι, τι έπαθες πάλι φοβητσιάρη μου; Του είπε το παιδί κι έσκυψε δίπλα του να το παρηγορήσει. Έλα, σήκω και φτάσαμε. Δυο βήματα είναι ακόμη ως το προσκυνητάρι. Τί έπαθες; Κουράστηκες; Το σκυλί όμως δεν κουνήθηκε καθόλου από τη θέση του. - Καλά, όπως θέλεις, του είπε τότε ο Φάνης. Μείνε εσύ εδώ. Εγώ θ' ανάψω το καντήλι κι έρχομαι. Το παιδί προχώρησε για λίγο μόνο του και δεν άργησε να δει το προσκυνητάρι.. Εκεί ὀμως που το αγνάντεψε από μακριά, του φάνηκε πως κάποιος ήτανε εκεί. Παραξενεύτηκε, και σταμάτησε για να δει καλύτερα. Οι σκιές του δάσους που κρύβονταν και φανερώνονταν συνεχώς μπροστά του τον έκαναν για να πιστέψει πως κάποιο καινούριο παιχνίδι τού παίξανε, γι' αυτό και προχώρησε ξανά άφοβα. Η απόσταση όμως συνεχώς μίκραινε κι όλο και ξεχώριζαν καλύτερα τα μάτια του το μικρό προσκυνητάρι· ξεκαθάριζαν των δέντρων οι ίσκιοι που πέφτανε πάνω του, μα κι εκείνη η φιγούρα που έστεκε ανάμεσα τους καθάρια πια φανερώθηκε. Ο Φάνης, αλαφροπατώντας, πλησίασε όσο πιο κοντά μπορούσε. Σε λίγο σιγουρεύτηκε πως δε γελάστηκε και πως πράγματι κάποιος ήτανε στο προσκυνητάρι του Αϊ-Γιώργη. Αθόρυβα κρύφτηκε πίσω από ένα θάμνο και προσπαθούσε να διακρίνει ποιος ήτανε αυτός που προσεκτικά τακτοποιούσε το εικονοστάσι. Τον είδε να παίρνει το σβησμένο καντηλάκι στα χέρια του κι ευθύς μια φλόγα να ξεπετιέται κι ένα γλυκό φως να χύνεται τριγύρω. Άστραψε ο τόπος όλος κι ο Φάνης έμεινε βουβός να κοιτάζει εκείνη τη σκιά που, σαν έπεσε πάνω της το φως του καντηλιού, φανερώθηκε. Και είδε τότε, εκεί, μπροστά του, έναν Άγγελο ολόλαμπρο, με δυο λευκά φτερά, που θρόιζαν γλυκά σε κάθε του κίνηση, ν' αφήνει το αναμμένο καντήλι στη θέση του και ύστερα αργά να κλείνει το διάφανο πορτάκι. - Σκέφτηκα, πως δε θα ερχότανε κανείς ν' ανάψει απόψε το καντήλι, τώρα που έφυγε η Θεια-Μηλιά, είπε ο Αγγελος, δίχως να γυρίσει την πλάτη του.
  • 34.
    Ο Φάνης άκουσεκαθαρά την φωνή. Τόσο καθαρά σαν να ήτανε δίπλα του, μα δεν κινήθηκε από τη θέση που ήταν κρυμμένος. - Χαίρομαι όμως, που ήρθες εσύ, Φάνη, να το ανάψεις, είπε ο Αγγελος και φανερώνοντας αργά το πρόσωπο του, χαμογέλασε. Ο Φάνης, καταλαβαίνοντας πως άσκοπα κρυβόταν, έκαμε δυο μικρά βήματα στο πλάι και βγήκε απ' την κρυψώνα του. - Ποιος είσαι; τον ρώτησε ξέπνοα, σχεδόν ψιθυριστά με τρεμάμενη φωνή. - Οι άνθρωποι τη Νύχτα των Χριστουγέννων στολίζουνε τη γη με χιλιάδες μικρά πολύχρωμα λαμπάκια, του απάντησε μιλώντας αργά και καθαρά. Μα αυτό το φως, το δικό σας φως, δεν φτάνει εκεί ψηλά στον ουρανό. Κανείς από μάς δεν το βλέπει. Κανείς μας δεν το χαίρεται. Κι έτσι για τα δικά μας μάτια αστόλιστος φαίνεται ο κόσμος μια τέτοια νύχτα. - Αστόλιστος! Όπως και η στάνη μας, σκέφτηκε ο Φάνης, μα φοβισμένα τούτες τις λέξεις δε φανέρωσε. Ο Αγγελος τον κοίταξε γλυκά βυθίζοντας το βλέμμα του στα μάτια του παιδιού. - Και πώς πρέπει να στολίσουμε τον κόσμο, ρώτησε εκείνο ντροπαλά έχοντας στο νου του τ' αστόλιστο δικό του σπίτι. - Με το Άγιο φως των καντηλιών, του απάντησε ο Άγγελος γελώντας. Αυτό το φως φτάνει σε μάς εκεί ψηλά. Διάφανο, λαμπερό στολίδι. Κι απόψε που είναι Χριστούγεννα κανένα καντηλάκι σε κανένα εικονοστάσι δε θα πρέπει να μένει σβηστό. Γι' αυτό κι εγώ, περνώ κι ανάβω τα καντήλια σε όσα εξωκλήσια ή προσκυνητάρια μένουν αυτή τη νύχτα σβηστά. Μα τώρα εδώ, δε θα ξανάρθω, αφού εσύ πια θα ανάβεις του Αϊ-Γιωργιού το καντηλάκι. Θα το πω και στη θεια Μηλιά να ησυχάσει, που είχε την έγνοια του!
  • 35.
    ΑΝΝΑ ΙΑΚΩΒΟΥ Η ΆνναΙακώβου γεννήθηκε στην Άρτα και έζησε εκεί τα πρώτα χρόνια της ζωής της. Σπούδασε πιάνο κι ανώτερα θεωρητικά στο Ελληνικό Ωδείο ΑΘηνών κι εργάστηκε για χρόνια ως καθηγήτρια μουσικής. Το 2002 έλαβε έπαινο από τον Κύκλο Παιδικού Βιβλίου για το βιβλίο της «Ο Ατρόμητος Αβέρωφ». Την ίδια χρονιά βραβεύτηκε η ποιητική της συλλογή «Με Φως Καλοκαιριού» από την Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά, ενώ τον επόμενο χρόνο, το 2003, στον ίδιο διαγωνισμό απέσπασε έπαινο για την ποιητική της συλλογή «Καρτέρια». Άλλα βιβλία της είναι «Ο Θησαυρός», «Ο Άϊ-Βασίλης και ο δάσκαλος» από τις εκδόσεις «Άθως», «Η Ταγαρού», «Ο Κανέλλος», «Αλέξανδρος ο Μέγας», «Η Μαργαρίτα των χελιδονιών».
  • 36.
    Χριστουγεννιάτικη ἱστορία Τσὰρλς Ντίκενς ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΜΑΡΛΕΪ Παραμονὴ Χριστουγέννων. Σκυμμένος πάνω ἀπ᾿ τὸ γραφεῖο του, ὁ Ἐμπενέζερ Σκροῦτζ δούλευε ἀσταμάτητα. Τὸ δωμάτιο ἦταν μᾶλλον κρύο, γιατί τὰ λιγοστὰ κάρβουνα στὴ σόμπα δὲν ζέσταιναν ἀρκετά. Ὄχι ὄχι ἔλειπαν τοῦ Σκροῦτζ τὰ χρήματα γιὰ ν᾿ ἀγοράσει περισσότερα κάρβουνα. Ἀλλὰ ὁ Ἐμπενέζερ Σκροῦτζ ἦταν ἕνας φοβερὸς τσιγκούνης! Στὸ διπλανὸ δωμάτιο, χωρὶς θερμάστρα, ἐργαζόταν ὁ Μπὸμπ Κράτσιτ, ὁ κλητήρας του, ποὺ ἔτρεμε ὁλόκληρος ἀπὸ τὴν παγωνιά. Ξαφνικὰ ἡ πόρτα ἄνοιξε κι ἕνας χαμογελαστὸς ἄντρας μπῆκε στὸ γραφεῖο. «Θεῖε, Καλὰ Χριστούγεννα!». «Κακά, ψυχρὰ κι ἀνάποδα...» γκρίνιαξε ὁ Σκροῦτζ. «Θεῖε μου, μὴ μουτρώνεις. Ἦρθα νὰ σὲ καλέσω γιὰ τὸ μεσημέρι», εἶπε ὁ Φρέντ, ὁ ἀνιψιός του. Ἀλλὰ ὁ Σκροῦτζ ἀρνήθηκε τὴν πρόσκληση. Ποτέ του δὲν γιόρταζε τὰ Χριστούγεννα. Τὰ θεωροῦσε χάσιμο χρόνου. Ὅμως ἡ ἀπάντηση τοῦ Σκροῦτζ δὲ χάλασε τὸ κέφι τοῦ Φρέντ. Ἔφυγε χαμογελαστός, ἀφοῦ προηγουμένως ἀντάλλαξε εὐχὲς μὲ τὸν Μπὸμπ Κράτσιτ. Λίγα λεπτὰ ἀργότερα χτύπησαν τὴν πόρτα. Ὁ ὑπάλληλος ἔτρεξε ν᾿ ἀνοίξει. Παρουσιάστηκαν δυὸ κύριοι. «Ἐδῶ εἶναι ἡ ἑταιρεία Σκροῦτζ καὶ Μάρλεϊ;» ρώτησε ὁ πρῶτος. «Ὁ συνέταιρός μου, ὁ Μάρλεϊ, πέθανε σὰν ἀπόψε πρὶν ἀπὸ ἑφτὰ χρόνια», τοῦ ἀπάντησε ψυχρὰ ὁ Σκροῦτζ. «Τὰ συλλυπητήρια μου», εἶπε ὁ δεύτερος. «Ἐμεῖς κάνουμε ἔρανο γιὰ τοὺς φτωχούς. Αὔριο, ποὺ ξημερώνει μέρα χαρᾶς, ὑπάρχουν, δυστυχῶς, ἄνθρωποι ποὺ ὑποφέρουν ἀπὸ τὸ κρύο καὶ τὴν πείνα. Μποροῦμε νὰ ἔχουμε τὴ συνδρομή σας;».
  • 37.
    Ὁ γέρο-σπαγκοραμμένος δὲνεἶχε σκοπὸ νὰ ξοδέψει οὔτε μία πένα γιὰ νὰ βοηθήσει τοὺς συνανθρώπους του καὶ ἀπάντησε ἀρνητικὰ στοὺς δυὸ ἐπισκέπτες. Ἐκεῖνοι ἔφυγαν ἀπογοητευμένοι, χωρὶς νὰ τὸν πιέσουν περισσότερο. Νύχτωσε. Ἦρθε ἡ ὥρα νὰ κλείσει τὸ γραφεῖο. Ὁ Σκροῦτζ φόρεσε τὸ παλτὸ καὶ τὸ καπέλο του καὶ πῆρε στὸ χέρι τὸ μπαστούνι του. Μὲ τὴ σειρά του, ὁ Μπὸμπ Κράτσιτ ἑτοιμάστηκε κι αὐτὸς νὰ φύγει. «Ὑποθέτω ὅτι δὲν θέλεις νὰ δουλέψεις αὔριο», τοῦ εἶπε ὁ Σκροῦτζ μὲ δυσφορία. Ὁ Μπὸμπ κούνησε καταφατικὰ τὸ κεφάλι. «Ἂ-ἂ-ἂν δὲ σᾶς πειράζει, κύ-κύ-κύριε Σκροῦτζ», τραύλιζε ὁ καημένος ὁ Μπόμπ. «Δὲ μοῦ ἀρέσει νὰ σὲ πληρώνω ὅταν δὲν ἐργάζεσαι», τὸν διέκοψε ὁ Σκροῦτζ. «Πάντως, μεθαύριο θὰ πιάσεις ἀπὸ νωρὶς δουλειά!». Ὁ Μπὸμπ τὸν εὐχαρίστησε κι ἔτρεξε ἔξω νὰ βρεῖ κάτι παιδάκια ποὺ διασκέδαζαν κάνοντας τσουλήθρα στὸν παγωμένο δρόμο. Ἀδιαφορώντας γιὰ τὴ γιορταστικὴ ἀτμόσφαιρα, ὁ Σκροῦτζ ἔφαγε, ὅπως συνήθως, μόνος του σὲ μιὰ γειτονικὴ ταβέρνα. Ἔπειτα, τράβηξε γιὰ τὸ σπίτι του. Τὸ κτίριο ὅπου ἔμενε βρισκόταν στὴν ἄκρη ἑνὸς στενοῦ καὶ σκοτεινοῦ δρόμου. Τὸ παλιὸ καὶ φθαρμένο διαμέρισμα ἀνῆκε κάποτε στὸ συνέταιρό του, τὸν Τζὰκ Μάρλεϊ. Ὁ Σκροῦτζ ἔβγαλε τὸ κλειδὶ γιὰ νὰ ξεκλειδώσει τὴν ἐξώπορτα. Τὸ ρόπτρο, ἂν καὶ μεγάλο, δὲν εἶχε τίποτα τὸ ἰδιαίτερα ὄμορφο πάνω του. Κι ὅμως, ἐκείνη τὴ βραδιὰ ἔμοιαζε λουσμένο σ᾿ ἕνα ἀπόκοσμο φῶς. Ὁ Σκροῦτζ, πραξενεμένος, ἔσκυψε νὰ ἐξετάσει καλύτερα... καὶ τότε ἀντίκρισε τὸ πρόσωπο τοῦ Μάρλεϊ νὰ τὸν κοιτάζει!.. Τὴν ἑπόμενη στιγμὴ ὅμως ξανάγινε ἕνα κοινότατο ρόπτρο. Ταραγμένος ὁ Σκροῦτζ μπῆκε στὸ διαμέρισμα, μαντάλωσε τὴν πόρτα πίσω του καὶ προχώρησε στὴ σάλα. Στὴ συνέχεια, ἔβγαλε τὸ παλτό του, φόρεσε τὶς παντόφλες του καὶ κάθησε μπροστὰ στὸ τζάκι. Πάνω στὴ σχάρα τρεμόσβηναν λίγες ἀδύναμες φλόγες. Ξαφνικά, ἀπ᾿ τὴ μεριὰ τῆς ἀποθήκης ἄκουσε νὰ σέρνονται βαριὲς ἁλυσίδες. Μέσα ἀπὸ τὴν κλειστὴ πόρτα γλίστρησε μία παράξενη σκιὰ καί, αἰωρούμενη, ἦρθε καὶ στάθηκε στὴ μέση του δωματίου. Τούτη τὴ φορὰ δὲν ὑπῆρχε καμιὰ ἀμφιβολία. Ἦταν τὸ φάντασμα τοῦ παλιοῦ συνεταίρου τοῦ Σκροῦτζ, ποὺ εἶχε πεθάνει ἀκριβῶς πρὶν ἑφτὰ χρόνια. Ὁ γέρος δὲν μποροῦσε νὰ πιστέψει στὰ μάτια του.
  • 38.
    «Ποιὸς εἶσαι;» ψιθύρισε. «Ποιὸςἤμουν!» τὸν διόρθωσε τὸ φάντασμα. «Ἤμουν ὁ Τζὰκ Μάρλεϊ, ὁ συνέταιρός σου. Δὲ μὲ θυμᾶσαι;». Τὸ φάντασμα τοῦ Μάρλεϊ κάθησε στὴν ἀγαπημένη του πολυθρόνα. Ὁ Σκροῦτζ, ποὺ κόντευε νὰ λιποθυμήσει ἀπὸ τὸ φόβο του, τὸν ρώτησε ἱκετευτικά: «Τζάκ, πές μου, τί θέλεις;». «Βλέπεις αὐτὲς τὶς ἁλυσίδες;» τὸν ρώτησε τὸ φάντασμα. «Κάθε κρίκος τους ἀντιπροσωπεύει καὶ μία ἄσχημη κουβέντα τῆς ζωῆς μου. Ὅσο γιὰ τὰ βαριὰ χρηματοκιβώτια ποὺ σέρνω; Εἶναι τὰ πλούτη ποὺ συγκέντρωσα καὶ δὲν τὰ χρησιμοποίησα σωστά. Ὅλα αὐτὰ θέλω νὰ τὰ σκεφτεῖς σοβαρὰ καὶ νὰ δεῖς καὶ τὴ δική σου ζωὴ ἀλλιῶς, Σκροῦτζ!». Τὸ φάντασμα σώπασε γιὰ λίγο κι ὕστερα συνέχισε: «Ἦρθα νὰ σὲ προειδοποιήσω. Ἔχεις ἀκόμη μιὰ εὐκαιρία νὰ γλιτώσεις ἀπὸ τὴ δική μου μοίρα, θὰ ἔρθουν τρία πνεύματα. Τὸ πρῶτο θὰ σὲ ἐπισκεφθεῖ ἀπόψε, στὴ μία μετὰ τὰ μεσάνυχτα. Τὸ δεύτερο αὔριο, τὴν ἴδια ὥρα. Καὶ τὸ τρίτο μεθαύριο, μόλις χτυπήσει τὸ ρολόι δώδεκα. Αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία σου ἐλπίδα!..». Καὶ μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Μάρλεϊ ξαναέφυγε γιὰ νὰ συναντήσει τὰ ἄλλα φαντάσματα ποὺ περιπλανιοῦνται ἀσταμάτητα στὶς ὁμίχλες τῆς αἰωνιότητας. Ἐξαντλημένος ὁ Σκροῦτζ, ἔπεσε χωρὶς νὰ γδυθεῖ στὸ κρεβάτι του κι ἀποκοιμήθηκε ἀμέσως. ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ Ἦταν ἀκόμη σκοτάδι ὅταν ξύπνησε ὁ Σκροῦτζ. Νόμισε πὼς τὸ ρολόι εἶχε σταματήσει, θυμόταν ὅτι ἔπεσε νὰ κοιμηθεῖ μετὰ τὶς δυό. Τὸ ρολόι χτύπησε μία ἀκριβῶς. Ἀμέσως, μιὰ λάμψη δυνατὴ πλημμύρισε τὴν κρεβατοκάμαρα. Ὁ Σκροῦτζ ἀνασηκώθηκε καὶ τότε εἶδε ἐμπρός του μιὰ περίεργη ὀπτασία. Εἶχε τὸ ἀνάστημα, τὸ πρόσωπο, τὰ χέρια ἑνὸς μικροῦ παιδιοῦ, ἀλλὰ τὰ μαλλιά της ἦταν ὁλόλευκα ὅπως ἑνὸς γέρου. Ἀπὸ τὸν ὦμο, πάνω ἀπὸ τὸ λευκό, κοντὸ χιτώνιό της, κρεμόταν μιὰ γιρλάντα λιόπρινο, σύμβολο τοῦ χειμῶνα. «Μὴ φοβᾶσαι», τοῦ εἶπε ἡ ὀπτασία. «Εἶμαι τὸ Χριστουγεννιάτικο Πνεῦμα τοῦ Παρελθόντος κι ἦρθα νὰ σὲ βοηθήσω». Πῆρε τὸν Σκροῦτζ ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸν ὁδήγησε στὸ παράθυρο.
  • 39.
    Ὁ Σκροῦτζ φοβήθηκεμήπως πέσει, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸν ἐνθάρρυνε νὰ πετάξει μαζί του πάνω ἀπὸ στέγες καὶ ἀγρούς. Κι ἦταν πρωὶ ὅταν ἔφτασαν σὲ μία μικρὴ ἐπαρχιακὴ πόλη. «Μά, ἐδῶ πέρασα τὰ παιδικά μου χρόνια», μουρμούρισε κατάπληκτος ὁ Σκροῦτζ. «Ἔ, τότε, θὰ ξέρεις τὸ δρόμο γιὰ νὰ ἔρθεις ἐδῶ», τὸν ρώτησε τὸ Πνεῦμα. «θὰ μποροῦσα νὰ τὸν βρῶ μὲ κλειστὰ μάτια», ἀπάντησε ἐκεῖνος. «Κι ὅμως, δείχνεις σὰν νὰ ἔχεις ξεχάσει ἀκόμη καὶ τὴν ὕπαρξη αὐτοῦ τοῦ τόπου», παρατήρησε αὐστηρὰ τὸ Πνεῦμα. Ὕστερα βάδισαν πάνω στὸ χιονισμένο δρόμο συναντώντας φυσιογνωμίες γνωστές. Ἀγρότες μὲ τὶς ἅμαξες, παιδιὰ μὲ τ᾿ ἀλογάκια τους. Ὁ Σκροῦτζ τοὺς θυμόταν ὅλους. Τοὺς φώναξε μάλιστα μὲ τὰ ὀνόματά τους. Ἀλλὰ κανεὶς δὲν τοῦ ἀπάντησε! «Εἶναι μόνο σκιές», τοῦ ἐξήγησε τὸ Πνεῦμα, «δὲν μᾶς βλέπουν». Ὁ Σκροῦτζ χάρηκε πολὺ ποὺ ξαναεῖδε φίλους καὶ γνωστοὺς ἀπὸ τὰ νιᾶτα του. Καὶ τούτη ἡ χαρὰ ἦταν πρωτόγνωρη γι᾿ αὐτόν. Σὲ λίγο, οἱ δυὸ ταξιδιῶτες ἔφτασαν σ᾿ ἕνα χωριουδάκι. Μπῆκαν σ᾿ ἕνα μεγάλο κτίριο χτισμένο ἀπὸ τοῦβλα. Στὸ ἐσωτερικὸ ἀντίκρισαν σειρὲς θρανία. Ἦταν σχολεῖο μὲ οἰκότροφους μαθητές, ποὺ σπούδαζαν μακριὰ ἀπὸ τὶς οἰκογένειές τους. Σὲ κάποιο θρανίο, ἕνα μοναχικὸ ἀγόρι, καθόταν καὶ διάβαζε. Κατὰ τρόπο μαγικό, οἱ ἥρωες τοῦ βιβλίου πρόβαλαν ἐμπρὸς στὸ παιδὶ - ὁ Ἀλῆ Μπαμπᾶ μὲ τὴν ἀνατολίτικη φορεσιά του, ὁ Ροβινσῶν Κροῦσος μὲ τὸν παπαγάλο του στὸν ὦμο, κι ἄλλοι πολλοί. Στὴν ἀρχὴ ὁ Σκροῦτζ ἐνθουσιάστηκε βλέποντας τοὺς ἥρωες τῶν σχολικῶν του χρόνων. Ἔπειτα, ὅμως, κατάλαβε. Τὸ μοναχικὸ ἀγόρι, μὲ μοναδικὴ παρέα τὰ βιβλία, ἦταν ὁ ἐαυτός του. Κάθησε, τότε, σ᾿ ἕνα θρανίο καὶ ἔκλαψε πικρά. «Πᾶμε τώρα νὰ ἐπισκεφτοῦμε κάποια ἄλλα Χριστούγεννα», τοῦ πρότεινε τὸ Πνεῦμα. Καθὼς μιλοῦσε, παρατήρησε ὅτι τὸ παιδὶ μεγάλωσε κι ἔγινε ἔφηβος. Ὁ Σκροῦτζ ἤξερε πολὺ καλὰ ὅτι ὁ νεαρὸς ἦταν πάλι μόνος. Οἱ ἄλλοι μαθητὲς θὰ ἐπέστρεφαν στὰ σπίτια τους γιὰ τὶς διακοπές. Ξαφνικά, ἡ πόρτα ἄνοιξε. Μιὰ νέα καὶ ὄμορφη κοπέλα μπῆκε τρέχοντας στὴν αἴθουσα. Ἦρθε καὶ τὸν ἀγκάλιασε.
  • 40.
    «Ἀδελφούλη μου», τοῦφώναξε. «Ἦρθα νὰ σὲ πάρω. Θὰ πᾶμε στὸ σπίτι νὰ γιορτάσουμε τὰ Χριστούγεννα!». «Στὸ σπίτι, Φάντ;» ρώτησε ὁ νεαρὸς Σκροῦτζ. «Ναί, ζήτησα ἀπὸ τὸν πατέρα νὰ σ᾿ ἀφήσει νὰ ξαναγυρίσεις γιὰ πάντα στὸ σπίτι. Συμφώνησε. Δὲ θὰ ξαναπᾶς ἐσωτερικὸς στὸ σχολεῖο!», τοῦ ξαναφώναξε χαρούμενη. «Εἶναι πολὺ γλυκιὰ μὲ χρυσή, μὲ χρυσὴ καρδιά», σχολίασε τὸ Πνεῦμα. «Νομίζω ὅτι πέθανε νέα, πάνω στὴ γέννα!». «Ναί...» ἀπάντησε σκεφτικὸς ὁ Σκροῦτζ. Βγῆκαν ἀπὸ τὸ σχολεῖο καὶ περιπλανήθηκαν στοὺς δρόμους. Οἱ βιτρίνες τῶν καταστημάτων ἦταν στολισμένες γιὰ τὰ Χριστούγεννα. Τὸ Πνεῦμα στάθηκε ἐμπρὸς σ᾿ ἕνα κατάστημα καὶ ρώτησε τὸν Σκροῦτζ ἂν τὸ ἀναγνωρίζει. Ἐκεῖνος κούνησε τὸ κεφάλι καὶ εἶπε: «Ἐδῶ πρωτοεργάστηκα σὰν μαθητευόμενος!». Μπῆκαν μέσα. Ἕνας ἡλικιωμένος κύριος καθόταν στὸ γραφεῖο. «Αὐτὸς εἶναι ὁ γερό-Φέζιβικ!.. Ὁ γερό-Φέζιβικ ἀναστημένος!..» φώναξε μ᾿ ἐνθουσιασμὸ ὁ Σκροῦτζ. Ἐκείνη τὴ στιγμή, ὁ νεαρὸς Σκροῦτζ κι ἕνας ἄλλος μαθητευόμενος μπῆκαν στὴν αἴθουσα. «Μαζέψτε τα ὅλα», τοὺς εἶπε ὁ Φέζιβικ, «νὰ ἑτοιμάσουμε τὴ γιορτή!». Οἱ μαθητευόμενοι δὲν περίμεναν νὰ τὸ ἀκούσουν δεύτερη φορά. Πρὶν προλάβει ὁ γέρο-Σκροῦτζ ν᾿ ἀνοιγοκλείσει τὰ μάτια, ὅλα ἦταν καθαρὰ καὶ τακτοποιημένα. Σὲ λίγο ἄρχισαν νὰ καταφθάνουν οἱ καλεσμένοι. Ἡ γιορτὴ εἶχε ὀργανωθεῖ γιὰ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Φέζιβικ. Σύντομα ἡ μουσικὴ καὶ ὁ χορὸς ἄναψαν τὸ κέφι γιὰ τὰ καλά. Προσφέρθηκαν γλυκίσματα καὶ ποτά. Ἦταν πιὰ ἀργὰ ὅταν ξεκίνησαν νὰ φύγουν οἱ καλεσμένοι. Ὁ κύριος καὶ ἡ κυρία Φέζιβικ ἕσφιξαν τὰ χέρια ὅλων καὶ τοὺς εὐχήθηκαν «Καλὰ Χριστούγεννα!». Ἕσφιξαν τὰ χέρια ἀκόμη καὶ τῶν νεαρῶν μαθητευομένων πρὶν πᾶνε στὰ κρεβάτια τοὺς στὸ πίσω μέρος τοῦ καταστήματος. Ὁ γέρο-Σκροῦτζ ἔδειχνε ξετρελαμένος καθὼς παρακολουθοῦσε αὐτὴ τὴ σκηνή. Ἔνιωθε τόση χαρά, λὲς καὶ συμμετεῖχε πραγματικὰ στὴ γιορτή. Ἀργὰ τὴ νύχτα τὸ Πνεῦμα καὶ ὁ Σκροῦτζ ἄκουσαν τοὺς μαθητευομένους νὰ κουβεντιάζουν ξαπλωμένοι στὰ κρεβάτια τους. Παίνευαν τὸ γέρο-
  • 41.
    Φέζιβικ καὶ τὸνεὐγνωμονοῦσαν γιὰ τὴν ὡραία γιορτὴ ποὺ τοὺς ἑτοίμασε. «Καὶ τοῦ κόστισε μόνο τρεῖς ἢ τέσσερις λίρες», σχολίασε κάπως εἰρωνικὰ τὸ Πνεῦμα. «Ἔξοδο ποὺ ἄξιζε τὸν κόπο!». «Τὸ κόστος δὲν ἦταν ὑλικό», διαμαρτυρήθηκε ὁ Σκροῦτζ. «Ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὰ χρήματα, ἡ γιορτὴ θὰ εἶχε ἐπιτυχία γιατί ὁ Φέζιβικ ἦταν καλὸς ἄνθρωπος καὶ πάντοτε ἀκτινοβολοῦσε χαρὰ κι εὐτυχία!». Ξαφνικὰ ὁ Σκροῦτζ ἔκοψε τὴν κουβέντα του ἀπότομα. «Τί σοῦ συμβαίνει;» τὸν ρώτησε τὸ Πνεῦμα. «Μήπως ἔγινε κάτι ποὺ σὲ τάραξε;». «Ὄχι, τίποτα... Νά, θὰ ἤθελα μόνο νὰ ἔχω πεῖ κάτι στὸν κλητήρα μου». Ἡ σκηνὴ ἄλλαξε. Τώρα ὁ Σκροῦτζ ἦταν πλέον ὥριμος ἄντρας. Καὶ μία νέα γυναίκα ἐγκατέλειπε τὸ σπίτι. Ἔκλαιγε ἡ καημένη, βουβά. Γύρισε καὶ τοῦ εἶπε: «Κάποτε ἤμασταν φτωχοὶ ἀλλὰ εὐτυχισμένοι. Τώρα σὲ κυβερνᾶ τὸ πάθος σου γιὰ τὸ χρῆμα!». «Μά, μεταξύ μας, τίποτα δὲν ἄλλαξε», διαμαρτυρήθηκε ὁ Σκροῦτζ. «Ἐγὼ ἔμεινα ἡ ἴδια. Ἐσὺ ὅμως ἄλλαξες. Δὲν μπορῶ νὰ σὲ παντρευτῶ. Σοῦ εὔχομαι κάθε εὐτυχία στὴ σταδιοδρομία ποὺ διάλεξες». Καὶ μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ἡ γυναίκα βγῆκε στὸ δρόμο, ἐνῶ ὁ ἄντρας δὲ δοκίμασε νὰ τὴ σταματήσει. «Πνεῦμα», φώναξε ὁ γέρο-Σκροῦτζ, «σταμάτα νὰ μὲ βασανίζεις, θέλω νὰ γυρίσω στὸ σπίτι. Δὲν ἀντέχω τὶς δυσάρεστες ἀναμνήσεις». Μέσα σε μία στιγμὴ πέρασαν χρόνια. Καὶ ξαναεῖδαν τὴ νέα γυναίκα. Τώρα γελοῦσε τρισευτυχισμένη με τὴν κόρη της. Σὲ διαφορετικὲς περιστάσεις θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι τὸ παιδὶ τοῦ Σκροῦτζ. Ὁ πατέρας μπῆκε στὸ δωμάτιο. Ἡ μικρὴ ἔτρεξε καὶ τὸν φίλησε. Ἀγκαλιάστηκαν καὶ οἱ τρεῖς ἐμπρὸς στὸ ἀναμμένο τζάκι. «Δὲν τὸ ἀντέχω», μούγκρισε ὁ γερο-Σκροῦτζ μὲ φωνὴ σπασμένη. Καὶ στράφηκε ἀπελπισμένος πρὸς τὸ Πνεῦμα, ποὺ μέσα στὴν ὁλοφώτεινη ἀνταύγεια τοῦ ἔμοιαζε σὰν νὰ εἰρωνεύεται τὴν ἀπελπισία του. Σὲ λίγο ἡ ὀπτασία τοῦ Πνεύματος ἄρχισε ν᾿ ἀπομακρύνεται καὶ νὰ σβήνει σιγὰ-σιγά, μέχρι ποὺ ἐξαφανίστηκε τελείως. Ὁ Σκροῦτζ ἔνιωσε ἀφάνταστα κουρασμένος. Τὰ μάτια τοῦ βάρυναν. Ξαναγύρισε
  • 42.
    στὴν κρεβατοκάμαρά του.Μόλις ποὺ πρόλαβε νὰ ξαπλώσει στὸ κρεβάτι κι ἔπεσε σὲ ὕπνο βαθύ. ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ Ὅταν ξύπνησε ὁ Σκροῦτζ, τὸ ρολόι χτυποῦσε μία. Μιὰ κατακόκκινη λάμψη ἐρχόταν ἀπ᾿ τὴ σάλα. Σηκώθηκε, φόρεσε τὴ ρόμπα του καὶ πῆγε νὰ δεῖ τί συμβαίνει. Ἡ σάλα εἶχε μεταμορφωθεῖ! Ἀπὸ τὸ πάτωμα ὡς τὸ ταβάνι ἦταν στολισμένη μὲ κισσό, λιόπρινο καὶ ἰξό. Στὸ τζάκι ἔκαιγε μία ζωηρὴ φωτιὰ καὶ στὴ γωνιὰ ὑψωνόταν ἕνας τεράστιος σωρὸς ἀπὸ φαγητὰ-γαλοποῦλες, χῆνες, πατάτες, μῆλα, καρύδια - ἐνῶ πάνω στὴν κορυφὴ καθόταν χαμογελαστὸς ἕνας γίγαντας μ᾿ ἕνα δαυλὸ ἀναμμένο στὸ ἀριστερό του χέρι. «Εἶμαι τὸ Χριστουγεννιάτικο Πνεῦμα τοῦ Παρόντος», τοῦ φώναξε φιλικά. «Ἔλα!». Ὁ Σκροῦτζ παρατήρησε τὸ Πνεῦμα. Ἦταν ντυμένο μ᾿ ἕνα μακρὺ λευκὸ χιτώνα. Καὶ πάνω στὰ μακριὰ μαῦρα του μαλλιὰ φοροῦσε ἕνα στεφάνι ἀπὸ λιόπρινο. «Πήγαινε μὲ ὅπου θέλεις», ξερόβηξε ὁ Σκροῦτζ. «Πῆρα ἤδη μερικὰ μαθήματα ἀπ᾿ τὸ συνάδελφό σου. Εἶμαι ἕτοιμος νὰ παρακολουθήσω καὶ τὰ δικά σου». «Τότε πιάσου ἀπὸ τὸν ποδόγυρο τοῦ χιτῶνα μου», ἀπάντησε ὁ γίγαντας. Ἡ χαρούμενη σάλα, ἡ διακόσμηση, τὰ φαγητά, ὅλα ἐξαφανίστηκαν. Βρέθηκαν ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ ὑπαλλήλου του, τοῦ Μπὸμπ Κράτσιτ καὶ κοίταξαν ἀπὸ τὸ παράθυρο. Ἡ κυρία Κράτσιτ καὶ οἱ τρεῖς κόρες της φοροῦσαν παλιὰ φθαρμένα φορέματα, στολισμένα ὅμως μὲ κορδέλες γιὰ τὴ γιορτή, καὶ κάθονταν στὸ τραπέζι. Ξαφνικά, μπῆκαν τρέχοντας δυὸ ἀγοράκια. «Μυρίσαμε γαλοπούλα ψητή! Τί καλά! Μοσχοβολᾶ ἀπὸ τὸ δρόμο!» φώναξαν μὲ ἐνθουσιασμό. Πίσω τοὺς ἐρχόταν ὁ πατέρας τους. Στοὺς ὤμους του κουβαλοῦσε τὸ μικρότερο γιό του, τὸν Τίμ. Τὸν ἀπέθεσε προσεκτικὰ στὸ πάτωμα. Τὸ παιδὶ ἦταν ἄρρωστο καὶ βάδιζε μὲ δεκανίκι. Κάθησαν ὅλοι στὸ γιορτινὸ τραπέζι. Ἡ μικρὴ γαλοπούλα μοιράστηκε πολὺ προσεκτικὰ ὥστε νὰ φτάσει γιὰ ὅλους. Πάντως ἡ σκηνὴ ἦταν χαρούμενη. Οἱ δυὸ γονεῖς πρόσεχαν ἰδιαίτερα τὸν ἀνάπηρο Τίμ. Ἕνα χαμόγελο φώτισε τὸ χλωμό του προσωπάκι.
  • 43.
    «Πνεῦμα», ρώτησε μὲξαφνικὸ ἐνδιαφέρον ὁ Σκροῦτζ, «ὁ μικρὸς Τὶμ θά... ζήσει ἀκόμη γιὰ πολύ;». «Χμμ... τὸν περιβάλλουν σκιές. Ἂν τὸ μέλλον δὲν τὶς μεταβάλει, τὸ παιδάκι θὰ πεθάνει! Ἀλλὰ ἐσένα τί σὲ νοιάζει; Ἕνα στόμα λιγότερο σὲ τοῦτο τὸν πυκνοκατοικημένο κόσμο. Ἔτσι δὲν εἶναι;». Ὁ Σκροῦτζ τότε θυμήθηκε ὅτι ὁ ἴδιος εἶχε ἐπαναλάβει πολλὲς φορὲς αὐτὴ τὴ φράση. Καὶ κατέβασε τὸ κεφάλι ντροπιασμένος. Ξαφνικά, χωρὶς τὸ Πνεῦμα νὰ προσθέσει ἄλλη λέξη, βρέθηκαν στὸ σπίτι τοῦ ἀνιψιοῦ του. «Ὁ θεῖος Σκροῦτζ μᾶς θεωρεῖ τρελοὺς ποὺ γιορτάζουμε τὰ Χριστούγεννα. Κι ἔτσι, ἀρνήθηκε νὰ φάει μαζί μας σήμερα», εἶπε ὁ Φρέντ. «Τί ἀπαίσιος ἄνθρωπος», ἀναστέναξε ἡ γυναίκα του ὑποτιμητικὰ καὶ οἱ καλεσμένοι κούνησαν τὰ κεφάλια γιατί συμφώνησαν μαζί της. Ἀλλὰ ὁ Φρὲντ πρόσθεσε πικραμένος: «Ἐγώ, πάντως, λυπᾶμαι εἰλικρινὰ ποὺ ὁ θεῖος ἔχασε μία εὐκαιρία νὰ χαρεῖ. Καὶ τώρα, παρ᾿ ὅλο ποὺ δὲ βρίσκεται μαζί μας, θὰ ἤθελα νὰ τοῦ ἐκφράσω τὶς καλύτερες εὐχές μου». Κι ἀμέσως σήκωσε τὸ ποτήρι καὶ ἤπιε στὴν ὑγειὰ τοῦ θείου του. Γρήγορα ὅμως ἡ χαρούμενη ὁμήγυρη ξέχασε τὸν Σκροῦτζ. Ἔπαιξαν μουσική, χόρεψαν, διασκέδασαν μὲ παντομίμα. Ὁ Σκροῦτζ, ποὺ τόσο τοῦ ἄρεσε αὐτὸ τὸ παιχνίδι, συμμετεῖχε ὅλο χαρά, ξεχνώντας ὅτι κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ τὸν δεῖ ἢ νὰ τὸν ἀκούσει. Τὸ Πνεῦμα τὸν παρακολουθοῦσε κι ἔμοιαζε νὰ τὸ γλεντάει μαζί του. Ἀλλὰ σύντομα ἦρθε ἡ ὥρα νὰ φύγουν. «Ἔχουμε νὰ ἐπισκεφτοῦμε πολλὰ μέρη ἀκόμη ὥσπου νὰ περάσει ἡ νύχτα», εἶπε τὸ Πνεῦμα. Καὶ ὁδήγησε τὸν Σκροῦτζ ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι. Περπάτησαν μέσα στὸ κρύο καὶ στὸ χιονόνερο, σὲ βρωμερὰ στενὰ καὶ δρομάκια περίεργα, κι ἀκόμη κάτω ἀπὸ τὶς σκοτεινὲς γέφυρες τῆς πόλης. Ἐκεῖ ὁ Σκροῦτζ εἶδε δυστυχισμένους ἀνθρώπους πού, κολλημένοι σφιχτὰ ὁ ἕνας πάνω στὸν ἄλλον, προσπαθοῦσαν νὰ ζεσταθοῦν. Ἀνάμεσα τοὺς τριγύριζαν παιδάκια ποὺ ζητιάνευαν φαγητὸ ἀπ᾿ τοὺς περαστικούς. Κάπου μακριά, ἕνα ρολόι σήμανε μεσάνυχτα. Ὁ Σκροῦτζ, τρομοκρατημένος ἀπ᾿ τὴν τόση ἀθλιότητα, ἀναζήτησε τὸ γιγάντιο Πνεῦμα. Ἀλλὰ ἐκεῖνο εἶχε ἐξαφανιστεῖ. ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ Σὲ λίγο, ἕνα ἄλλο φάντασμα, τυλιγμένο στὴν ὁμίχλη, προχώρησε ἀργὰ πρὸς τὸν Σκροῦτζ. Παρατήρησε ὅτι τὸ Πνεῦμα αὐτὸ φοροῦσε
  • 44.
    μία τεράστια μαύρηκάπα καὶ μία κουκούλα ποὺ τοῦ ἔκρυβε ἐντελῶς τὸ πρόσωπο. Ὁ Σκροῦτζ παραλίγο νὰ λιποθυμήσει ἀπὸ τὸν τρόμο του. «θὰ πρέπει νὰ εἶσαι τὸ Χριστουγεννιάτικο Πνεῦμα τοῦ Μέλλοντος», ψιθύρισε. «Τί μοῦ ἐπιφυλάσσει τὸ μέλλον; Ἴσως ν᾿ ἀλλάξω... Εἶμαι ἕτοιμος νὰ σὲ ἀκολουθήσω». Παρὰ τὰ γενναῖα του λόγια, ὁ Σκροῦτζ φοβόταν τόσο πολὺ αὐτὸ τὸ φάντασμα, ὥστε τὰ πόδια του ἄρχισαν νὰ τρέμουν. Δὲν μποροῦσε νὰ κάνει βῆμα. Τὸ Πνεῦμα παρέμεινε ἀκίνητο περιμένοντας ὑπομονετικὰ τὸν Σκροῦτζ μέχρι νὰ συνέλθει. Ἔπειτα κινήθηκε ἀθόρυβα. Καὶ ὁ Σκροῦτζ τὸ ἀκολούθησε σὰν νὰ τὸν τύλιξε ἡ κάπα τοῦ Πνεύματος, ποὺ τὸν παρέσυρε στὸ ἄγνωστο. Κοσμοσυρροὴ καὶ ὀχλαγωγία στὸ χρηματιστήριο. Τὸ Πνεῦμα μὲ τὸν Σκροῦτζ ἀνάμεσα στοὺς χρηματιστὲς καὶ στοὺς ἐμπόρους. «Πότε πέθανε;» ρώτησε κάποιος ἀπὸ τὸ πλῆθος. «Χθὲς βράδυ, νομίζω», ἀπάντησε ἕνας ἄλλος. «Δὲν πιστεύω νὰ πάτησε κανεὶς στὴν κηδεία του», σχολίασε ἕνας τρίτος. «Ἐπιτέλους ξεκουμπίστηκε... Τὸν σιχαίνονταν ὅλοι!». Ὁ Σκροῦτζ ἔνιωσε οἶκτο γι᾿ αὐτὸν ποὺ μιλοῦσαν. Ἀναρωτήθηκε γιὰ ποιὸ λόγο νὰ τὸν ἔφερε τὸ Πνεῦμα σὲ τοῦτο τὸ μέρος. Ἔπειτα ἀναγνώρισε κάποιον ἄλλο χρηματιστὴ στὴ συνηθισμένη του θέση. Μάταια ὅμως ἔψαξε νὰ βρεῖ καὶ τὸν ἑαυτό του. «Ἴσως», σκέφτηκε, «ὁ Σκροῦτζ τοῦ μέλλοντος θὰ παρατήσει τὶς συναλλαγὲς καὶ θὰ στραφεῖ πρὸς ἄλλες δραστηριότητες...». Γύρισε νὰ ρωτήσει τὸ Πνεῦμα. Ἀλλὰ ἐκεῖνο ἐξακολουθοῦσε νὰ σωπαίνει. Σήκωσε μόνο τὸ χέρι καὶ ἔδειξε μὲ τὸ μακρύ του δάχτυλο πρὸς κάποια κατεύθυνση. Ἦταν καιρὸς νὰ συνεχίσουν τὸ ταξίδι τους. Ὁ γέροντας ἔνιωσε νὰ διαπερνᾶ τὴ ραχοκοκαλιά του κρύος ἱδρώτας. Ἔφτασαν σὲ μία κακόφημη γειτονιὰ τῆς πόλης. Ὁ Σκροῦτζ δὲν εἶχε ξαναπατήσει τὸ πόδι του ἐκεῖ. Στὴν ἄκρη ἑνὸς βρώμικου στενοῦ βρισκόταν ἕνα ἄθλιο καταγώγιο-φωλιὰ λωποδυτῶν! Μέσα, τρεῖς κλέφτες, ἕνας ἄντρας καὶ δυὸ γυναῖκες, μὲ τρύπια ροῦχα, μοιράζονταν τὴ λεία τους. Οἱ πεταμένες πάνω στὸ πάτωμα κουρτίνες ἦταν ἴδιες μ᾿ ἐκεῖνες τῆς κρεβατοκάμαρας τοῦ Σκροῦτζ. «Καλὰ ποὺ κάναμε καὶ τὰ ἁρπάξαμε», κακάρισε ἡ μία γυναίκα. «Ἔτσι κι ἀλλιῶς, κανεὶς δὲν πρόκειται νὰ ἐνδιαφερθεῖ γιὰ τὰ πράγματά του», πρόσθεσε ὁ ἄντρας. «Ἂ τὸ γέρο-τσιγκούνη», ἔβρισε ἡ ἄλλη γυναίκα. «Ἂν ἦταν ἐντάξει ἄνθρωπος, κάποιος θὰ βρισκόταν δίπλα του τὴν ὥρα ποὺ πέθαινε». Ὁ
  • 45.
    Σκροῦτζ παρακολουθοῦσε ἀηδιασμένοςτὴν κουβέντα τους. «Πνεῦμα», φώναξε. «Πᾶμε νὰ φύγουμε, σὲ παρακαλῶ, ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἀπαίσιο μέρος». Ἀλλὰ ἡ σιωπὴ τοῦ Πνεύματος τοῦ πάγωσε τὸ αἷμα. «Πνεῦμα», κλαψούρισε ὁ Σκροῦτζ, «βοήθησέ με νὰ ξεχάσω τούτη τὴ θλιβερὴ σκηνή. Πήγαινέ με σ᾿ ἕνα μέρος ὅπου οἱ ἄνθρωποι μιλοῦν εὐγενικὰ γιὰ τοὺς νεκρούς...». Τὸ Πνεῦμα τὸν ὁδήγησε τότε σὲ δρόμους γνωστούς, πίσω στὸ σπίτι τοῦ Μπὸμπ Κράτσιτ. Ἡ γυναίκα καὶ τὰ παιδιά του ἦσαν ὅλοι μαζεμένοι γύρω ἀπὸ τὴ φωτιά. Ὅμως τὸ φτωχικὸ δωμάτιο ἦταν παράξενα σιωπηλό. «Δὲ θὰ ἀργήσει ὁ πατέρας σας», εἶπε ἡ κυρία Κράτσιτ. «Ἔχει καθυστερήσει μόνο λίγα λεπτά», εἶπε κάποιο ἀπὸ τὰ παιδιά. «Τοῦτες τὶς μέρες βαδίζει πιὸ ἀργά». «Ἄχ!» ἀναστέναξε ἕνα ἄλλο. «Ὅταν κουβαλοῦσε τὸν Τὶμ στοὺς ὤμους ἐρχόταν τρεχάτος γιὰ τὸ σπίτι». Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὁ Μπὸμπ Κράτσιτ μπῆκε στὸ σπίτι. Εἶχε τὰ μάτια κατακόκκινα σὰν νὰ εἶχε κλάψει. Χαιρέτησε ὅμως τρυφερὰ ἕνα-ἕνα τὰ παιδιά του. Ἔπειτα εἶπε: «Ποτὲ δὲν πρόκειται νὰ ξεχάσουμε τὸ μικρούλη μας τὸν Τίμ, ἔτσι; Ἡ ἀνάμνηση τοῦ τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς εὐγενείας του θὰ μᾶς κρατήσει γιὰ πάντα ἑνωμένους!». «Ναί! Ναί!» φώναξαν τὰ παιδιά. «Ἔ, τότε, μὲ κάνετε νὰ νιώθω εὐτυχισμένος», ἀπάντησε ὁ Μπὸμπ «πολὺ εὐτυχισμένος!». Ἀγκαλιάστηκαν ὅλοι. Καὶ δάκρυα γέμισαν τὰ μάτια τοῦ Σκροῦτζ. «Πνεῦμα», εἶπε ὁ Σκροῦτζ, «σὲ λίγο θὰ χωρίσουμε. Δὲ θὰ μοῦ ἐξηγήσεις τὸ νόημα ὅλων αὐτῶν; θὰ ἤθελα νὰ δῶ καὶ τὴ δική μου πορεία στὸ μέλλον». Ξαναβγῆκαν στὸ δρόμο καὶ προχωρώντας, βρέθηκαν ἔξω ἀπὸ τὸ γραφεῖο τοῦ Σκροῦτζ. Τὸ Πνεῦμα δὲν εἶχε πρόθεση νὰ σταματήσει. Τὸ μακρύ του δάχτυλο ἔδειχνε ἐμπρός. «Σὲ παρακαλῶ, ἄφησε μὲ μία στιγμὴ νὰ δῶ πῶς θὰ εἶμαι στὸ μέλλον», ἱκέτευσε ὁ Σκροῦτζ. Τὸ Πνεῦμα κοντοστάθηκε σιωπηλό. Ὁ Σκροῦτζ κοίταξε ἀπὸ τὸ παράθυρο. Ἀναγνώρισε τὸ γραφεῖο του, ἀλλὰ ἡ ἐπίπλωση δὲν ἦταν πλέον ἡ δική του καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ καθόταν στὴν πολυθρόνα δὲν ἦταν ὁ Σκροῦτζ! Τὸ Πνεῦμα, ἀμίλητο πάντα, προχώρησε. Ὁ Σκροῦτζ ἀκολούθησε τὰ βήματά του. Μετὰ ἀπὸ λίγο ἔφτασαν σὲ μία καγκελόπορτα. Ὁ Σκροῦτζ γούρλωσε τὰ μάτια. Ἦταν τὸ νεκροταφεῖο. Τὸ Πνεῦμα πῆγε καὶ στάθηκε ἐμπρὸς ἀπὸ ἕναν τάφο.
  • 46.
    Ὁ Σκροῦτζ πλησίασετρέμοντας. Πάνω στὴν ταφόπλακα διάβασε χαραγμένο τὸ ὄνομά του: «ΕΜΠΕΝΕΖΕΡ ΣΚΡΟΥΤΖ». «Μά, τότε, στὸ χρηματιστήριο θὰ πρέπει νὰ μιλοῦσαν γιὰ μένα», κλαψούρισε, «καὶ οἱ κλέφτες λήστεψαν, μόλις πέθανα, τὸ δικό μου σπίτι!». «Πνεῦμα, βοήθεια, βοήθεια!» φώναξε. «Δὲν θέλω νὰ τελειώσει ἔτσι ἡ ζωή μου. Μπορῶ... θέλω νὰ τὴν ἀλλάξω. Τὰ μαθήματα τῶν τριῶν πνευμάτων δὲν θὰ πᾶνε χαμένα. Μπορεῖς νὰ ἀλλάξεις τὸ μέλλον μου;». Πάνω στὴν ἀγωνία τοῦ ὁ Σκροῦτζ ἀγκάλιασε τὸ Πνεῦμα ἀπὸ τὴ μέση. Ἀλλὰ ἡ κάπα ἦταν ἄδεια -τὸ Πνεῦμα ἔγινε ἀτμός- καὶ ὁ Σκροῦτζ ἀγκάλιαζε στὴν πραγματικότητα τὸ κάγκελο τοῦ κρεβατιοῦ του! Ναί, τοῦ δικοῦ του κρεβατιοῦ! Βρισκόταν πάλι στὴν κρεβατοκάμαρά του. Ἀνακουφισμένος ἀπὸ τὴν ἀγωνία, κλαίγοντας καὶ γελώντας, ἔτρεξε νὰ ἀγγίξει τὶς κουρτίνες. Ἦταν ἐκεῖ, στὴ συνηθισμένη τοὺς θέση. Βάλθηκε νὰ χοροπηδᾶ σ᾿ ὅλο τὸ σπίτι γεμάτος εὐτυχία. Ὅλα ἦταν στὴ θέση τους! Τίποτα δὲν εἶχε ἀλλάξει! Καὶ τὴ μεγάλη του χαρὰ διέκοψαν μόνο οἱ καμπάνες τῶν ἐκκλησιῶν, ποὺ χτυποῦσαν χαρούμενες σ᾿ ὅλη τὴν πόλη. ΤΟ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ ΤΕΛΟΣ Ὁ Σκροῦτζ ἔτρεξε κι ἄνοιξε τὸ παράθυρο. Ὁ ἥλιος ἔλαμπε. Τὸ κρύο ἦταν τσουχτερό, ἀλλὰ τὸ πρωινὸ εὐχάριστο. «Τί ἡμέρα εἶναι σήμερα;», ρώτησε ἕνα ἀγόρι ποὺ περνοῦσε ἀπέξω. «Σήμερα ἔχουμε Χριστούγεννα!». «Ἂ τότε, δὲν τὰ ἔχασα», φώναξε ὁ Σκροῦτζ. «Τὰ πνεύματα ἔκαναν τὴ δουλειὰ τοὺς μέσα σε μία μόνο νύχτα!». «Ἀγόρι μου», ξαναεῖπε στὸ παιδί. «Τρέξε, σὲ παρακαλῶ, στὸ χασάπη καὶ πές του νὰ μοῦ φέρει τὴ μεγαλύτερη γαλοπούλα του. Θὰ σοῦ χαρίσω ἕνα σελίνι, ἴσως καὶ τρία, ἂν ἐπιστρέψεις μέσα σὲ πέντε λεπτά». Τὸ παιδὶ δὲ δίστασε στιγμή. Ἔτρεξε γρήγορα καὶ ξαναγύρισε λαχανιασμένο, παρέα μὲ τὸν κρεοπώλη, ποὺ κουβαλοῦσε μία τεράστια γαλοπούλα. «Θὰ τὴ στείλω στὸν Μπὸμπ Κράτσιτ», κρυφογέλασε ὁ Σκροῦτζ, «χωρὶς νὰ μάθει ποιὸς τοῦ τὴ δώρισε».
  • 47.
    Τὸ πουλὶ ἦταντόσο βαρύ, ὥστε ὁ Σκροῦτζ ἀναγκάστηκε νὰ καλέσει ἕνα ἁμάξι γιὰ νὰ τὸ μεταφέρει ὡς τὸ σπίτι τοῦ κλητῆρα του. Ὁ Σκροῦτζ, χαμογελώντας, πλήρωσε τὸ ἀγοράκι, τὸ χασάπη καὶ τὸν ἁμαξᾶ. Ἔνιωθε ὑπέροχα. Ὁ Σκροῦτζ ἔκανε τὸ μπάνιο του, φόρεσε ἕνα καθαρὸ κοστούμι καὶ βγῆκε περίπατο. Βάδιζε μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα στὴ ράχη, παρατηρώντας τοὺς περαστικούς. Ὅλοι ἦταν χαρούμενοι. Μερικοὶ τοῦ εὐχήθηκαν «Καλὰ Χριστούγεννα!». Ὁ Σκροῦτζ ὁμολόγησε ὅτι ποτὲ δὲν εἶχε ἀκούσει πιὸ εὐχάριστα λόγια. Στὸ δρόμο συνάντησε ἕναν ἀπὸ τοὺς δυὸ κυρίους ποὺ τὴν προηγουμένη τὸν εἶχαν ἐπισκεφθεῖ γιὰ νὰ τοῦ ζητήσουν τὴ βοήθειά του γιὰ τοὺς φτωχούς. «Καλέ μου κύριε», τοῦ φώναξε «πῶς εἶστε;». Κι ὅταν ὁ ἄνθρωπος πλησίασε, ὁ Σκροῦτζ τοῦ ψιθύρισε κάτι στὸ αὐτί. Ἐκεῖνος τὸν κοίταξε κατάπληκτος. «Μιλᾶτε σοβαρά, κύριε Σκροῦτζ;» φώναξε. «Μὰ εἶστε πολὺ γενναιόδωρος!». «Μὴ μὲ εὐχαριστεῖτε», τοῦ ἀπάντησε ὁ Σκροῦτζ. «Κάντε μόνο τὸν κόπο νὰ περάσετε μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς μέρες, ὅσο τὸ δυνατὸν πιὸ σύντομα, ἀπὸ τὸ γραφεῖο μου. Θὰ εἶναι δική μου εὐχαρίστηση!». Στὸ τέλος, ὁ Σκροῦτζ κατέληξε ἐμπρὸς στὸ σπίτι τοῦ ἀνιψιοῦ του. Δίστασε γιὰ λίγο στὸ κεφαλόσκαλο. Ἀλλὰ μετὰ πῆρε τὴν ἀπόφαση καὶ χτύπησε τὸ κουδούνι. Ἡ ὑπηρέτρια τοῦ ἄνοιξε τὴν πόρτα. «Τὸ ἀφεντικό σου εἶναι μέσα;» τὴ ρώτησε. «Μάλιστα, κύριε. Περᾶστε. Κάθεται ἤδη μὲ τὴ σύζυγό του καὶ τοὺς καλεσμένους στὸ τραπέζι, θὰ σᾶς δείξω...». «Δὲ χρειάζεται, καλή μου», τῆς ἀπάντησε ὁ Σκροῦτζ. «Γνωρίζω πολὺ καλὰ αὐτὸ τὸ σπιτάκι». Ἄνοιξε σιγανὰ τὴν πόρτα τῆς τραπεζαρίας καὶ ἔχωσε τὸ κεφάλι μέσα. «Φρέντ», ρώτησε, «μπορῶ νὰ περάσω;». «Ποιὸς εἶναι;» ρώτησε ἔκπληκτος ὁ ἀνιψιὸς τοῦ Σκροῦτζ γυρνώντας τὸ κεφάλι του. «Ὁ θεῖος σου ὁ Σκροῦτζ», τοῦ ἀπάντησε. «Ἦρθα γιὰ τὸ χριστουγεννιάτικο τραπέζι ποὺ μὲ κάλεσες!». Ὁ Φρὲντ καὶ ἡ γυναίκα του χάρηκαν πολὺ ποὺ τελικὰ ὁ Σκροῦτζ ἀποφάσισε νὰ τοὺς κάνει τὴν τιμή. Καὶ ἡ γιορτὴ ἐξελίχτηκε θαυμάσια. Τὸ γεῦμα ἦταν νοστιμότατο. Ἀκολούθησαν μουσικὴ καὶ χορός. Ἔπαιξαν διάφορα διασκεδαστικὰ παιχνίδια καὶ φυσικὰ
  • 48.
    παντομίμα. Ἀλλὰ τὸκαλύτερο ἀπ᾿ ὅλα ἦταν ἐκείνη ἡ ξέφρενη χαρὰ ποὺ ἔνιωθε μέσα του ὁ Σκροῦτζ. Τὴν ἑπομένη, ὁ Σκροῦτζ πῆγε πολὺ νωρὶς στὸ γραφεῖο. Ἤθελε νὰ κάνει ἔκπληξη στὸν κλητήρα του, ποὺ ἤξερε ὅτι θὰ ἀργοῦσε νὰ φανεῖ στὴ δουλειά. Καὶ πράγματι, ὁ Μπὸμπ Κράτσιτ ἦρθε λίγο πρὶν τὶς δέκα. Κάθησε ἀθόρυβα στὴ θέση του, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ Σκροῦτζ δὲ θὰ ἔπαιρνε εἴδηση τὴν καθυστέρησή του. «Ἄαα!» γκρίνιαξε τότε ὁ Σκροῦτζ προσπαθώντας νὰ μιμηθεῖ τὸ γνωστὸ κακότροπο ὕφος του. «Τί σημαίνει πάλι αὐτό;». «Συ-συ-συγγνώμη, κύριε», τραύλισε ὁ Μπὸμπ Κράτσιτ, «δὲν πρόκειται νὰ ξαναργήσω». «Καὶ πῶς μπορεῖς νὰ δίνεις τέτοιες ὑποσχέσεις;» τοῦ εἶπε μουτρωμένος ὁ Σκροῦτζ. Ὁ Μπὸμπ ἄρχισε νὰ τρέμει. Φοβήθηκε τὴν ἀπόλυση. «Πάντως, γιὰ τούτη τὴ φορά...» συνέχισε ὁ Σκροῦτζ «νομίζω ὅτι πρέπει νὰ σοῦ αὐξήσω τὸ μισθό σου!». Κατάπληκτος ὁ Μπὸμπ σκέφτηκε νὰ τρέξει γιὰ βοήθεια. Νόμισε ὅτι ὁ ἐργοδότης του τρελάθηκε! «Καλὰ Χριστούγεννα, ἀγόρι μου», τοῦ εἶπε τότε ἤρεμος καὶ χαμογελαστὸς ὁ Σκροῦτζ, μὲ τρόπο τόσο εἰλικρινῆ, ὥστε τελικὰ τὸν ἔπεισε ὅτι τὰ εἶχε τετρακόσια. «Καὶ ὄχι μόνο θὰ σοῦ κάνω αὔξηση, ἀλλὰ θὰ βοηθήσω καὶ τὴν οἰκογένειά σου. Πήγαινε, ὅμως, πρῶτα σὲ παρακαλῶ, νὰ ἀγοράσεις κι ἄλλα κάρβουνα, θὰ ζεσταθοῦμε καλὰ κι ἔπειτα καθισμένοι δίπλα στὴ φωτιὰ θὰ συζητήσουμε ὅλες τὶς λεπτομέρειες. Ὁ Σκροῦτζ κράτησε τὸ λόγο του. Καὶ σύντομα ὁ μικρὸς Τὶμ ξεπέρασε τὴν ἀρρώστια, ἀπέκτησε δυνάμεις κι ἔγινε ἕνα γελαστὸ καὶ ὄμορφο ἀγόρι, ποὺ ὁ Σκροῦτζ τὸ φρόντισε σὰν νὰ ἦταν δικό του παιδί. Ὁ πρώην τσιγκούνης ἔγινε πολὺ γενναιόδωρος κι ἦταν πάντα εὐγενικός με ὅλους. Μερικοὶ βέβαια τὸν κορόιδεψαν γιὰ τὴ μεταβολὴ τοῦ χαρακτήρα του. Ἀλλὰ ὁ Σκροῦτζ δὲν ἐνοχλήθηκε γιατί, ὅπως εἶπε πολὺ σοφά: «Καλύτερα νὰ σὲ περιγελοῦν παρὰ νὰ σὲ περιφρονοῦν!». Ὁ Σκροῦτζ δὲν ξαναεῖδε τὰ πνεύματα. Ἀλλὰ ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα, ὅπως λένε, δὲν ὑπῆρχε ἄνθρωπος ποὺ νὰ γιορτάζει καλύτερα τὰ Χριστούγεννα ἀπὸ τὸν Ἐμπενέζερ Σκροῦτζ.
  • 49.
    Ο 'Εντι τοελάφι με την μπλε μύτη Ο 'Eντι το ελαφάκι καθόταν όλη μέρα σπίτι του. Δεν μπορούσε ούτε να παίξει ούτε να δουλέψει. Ήταν αποθαρρυμένος και ενοχλημένος. Αυτό το θλιμμένο νεαρό ελαφάκι ήταν άνεργο !!! Είχε πολλές συνεντεύξεις για δουλειά αλλά όλες πάντα κατέληγαν με άσχημο τρόπο. Θα πήγαινε αλλά θα έλεγαν «Συγνώμη αλλά δεν προσλαμβάνουμε ελαφάκια σήμερα». Ο 'Eντι έκλαιγε και έλεγε «Μα ποιος είναι ο σκοπός; Η ζωή μου είναι γεμάτη από ελαφίσιες προσβολές». Η μαμά του έλεγε «Δεν έχεις καμία δικαιολογία να κοιμάσαι όλη μέρα σαν τεμπέλικο ελάφι!! Αυτό δεν είναι θέμα διακρίσεων αλλά θέμα αποφασιστικότητας. Κράτα λοιπόν τώρα ψηλά το κεφάλι και τα κέρατά σου, θα βρεις δουλειά, απλά προσπάθησε, προσπάθησε, προσπάθησε!!» Και τότε έβγαλε την εφημερίδα από το συρτάρι και αφού έριξε μια ματιά άρχισε να φωνάζει με ενθουσιασμό διαβάζοντας την παρακάτω αγγελία «Ζητείται ελάφι από τον 'Aγιο Βασίλη». Και αμέσως τηλεφώνησε! Μόλις έκλεισε το τηλέφωνο αναφώνησε «Ο 'Aγιος Βασίλης ψάχνει 10 ελάφια επειγόντως!! Μου είπαν να πας αύριο στις 8 και να ξεκινήσεις υπάρχει πολύ δουλειά που πρέπει να γίνει και γι αυτό μην αργήσεις!!». Ο 'Eντι λοιπόν χτένισε τη γούνα του πολύ καλά και γυάλισε ακόμη και τις οπλές του. Κατά τις 7 άρχισε να μαζεύεται πλήθος ελαφιών στο σπίτι του Αϊ Βασίλη, στην οδό Βορείου Πόλου. Ο 'Eντι δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Ήταν περιτριγυρισμένος από μικρούς τύπους. Είσαι τάρανδος; Τον ρωτούσαν όλοι «'Oχι, είμαι ελάφι!» απαντούσε περήφανα. «Είσαι ελάφι ; και τι μπορείς να κάνεις;» ρώτησαν αμέσως. «θα κάνω ότι με θέλει ο Αϊ Βασίλης, ήρθα να δουλέψω για τον Αϊ Βασίλη, η μαμά μου μου διάβασε αυτήν την αγγελία και μου είπε ότι εμείς τα ελάφια είμαστε άκρως απαραίτητα!». «Μα το πρόβλημά σου είναι το μέγεθός σου, η αγγελία ήταν για μας τους μικρούληδες, μην ντραπείς που ήρθες γιατί τα ξωτικά και τα ελάφια ακούγονται το ίδιο! Αλλά και παρόλο που δεν είσαι ξωτικό θα πρέπει να πας και να μιλήσεις ο ίδιος στον Αϊ Βασίλη. Θα σε οδηγήσω εγώ σε αυτόν αμέσως, είμαι ένα από τα ξωτικά του, λέγε με Ρέι» είπε το μικρό ανθρωπάκι και προχώρησε μπροστά δείχνοντας στον 'Eντι τον δρόμο για τον Αϊ Βασίλη. Και μετά που ο Ρέι ενημέρωσε τον Αϊ Βασίλη για τον 'Eντι, ο Αϊ Βασίλης κρυφογέλασε και είπε «χο, χο, χο. Πες στην μαμά σου ότι πρέπει να φοράει τα γυαλιά της όταν διαβάζει». Μετά τον ανέλαβε ένας τάρανδος και του είπε «μέχρι τότε θα σκεφτώ κάτι. Θα σε έχω στην λίστα με τους τάρανδους, και ίσως μάθεις να υπηρετείς ως
  • 50.
    αναπληρωματικός τάρανδος. Τώρααν προσπαθήσεις, σου υπόσχομαι ότι θα μάθεις και να πετάς». Μα έπεσε τόσες φορές! Κι όμως πολύ σύντομα έμαθε να πετά αρκετά καλά. Αλλά τα ελάφια, βλέπεις, είναι βαρύτερα, με κέρατα σαν κλαδιά δέντρου και έτσι ήταν κάπως αργός σε σύγκριση με την ταχύτητα που αναπτύσσουν οι τάρανδοι. Ναι, ο 'Eντι ήταν λίγο αργός, οι βαριές οπλές του γλιστρούσαν στο χιόνι και μέσα από την σκεπή περνούσε μια οπλή. Ο τάρανδος δεν έδειχνε να νοιάζεται και είπε «Μπράβο, τα πας πολύ καλά, κρατήσου». Αλλά ο 'Eντι σύντομα άρχισε να φοβάται. Δεν μπορείς να μετατρέψεις το ξωτικό σε ελάφι. Ο Πράνσερ και ο 'Eντι ήταν πολύ χαρούμενοι και έπαιζαν κάθε μέρα. 'Eκαναν εξάσκηση σε απογειώσεις πολύ συχνά, σπινιάρανε και διπλώνανε και τινάζονταν και όσο και αν πετούσαν δεν τους ήταν αρκετό. Πέταξαν όμως και πάρα πολύ και ο 'Eντι πάγωσε, τα αυτιά και το πρόσωπό του, η μύτη του και όλα επανήλθαν εκτός από την μύτη, που παρέμεινε μπλε παγωμένη. Και έγινε θέαμα για όλους αυτή η μπλε μύτη. Ήταν όμως και λαμπερή και αποτελούσε ένα όμορφο αξιόλογο φωτάκι. 'Oποτε ο 'Eντι ανοιγόκλεινε τα μάτια του, η μύτη του φώτιζε τον ουρανό. 'Oλοι οι τάρανδοι ήρθαν να το δουν και χαίρονταν. 'Oταν το είδε και ο Αϊ Βασίλης, προβληματίστηκε με την λάμψη της μύτης του 'Eντι. Είπε στον Αϊ Βασίλη : «Θυμώσατε;» «όχι, χάρηκα» είπε ο Αϊ Βασίλης «Από δω και στο εξής θα είσαι το ελάφι αμέσου ανάγκης! Συγνώμη, αλλά πρέπει να ομολογήσω ότι μερικές φορές χάνουμε την διεύθυνση κάποιου ή ανακαλύπτω μετά την προσγείωση ότι πολλά παιδιά δεν είναι στην πόλη. Και αν έχουν μετακομίσει, ξέρεις κολλάμε και βρισκόμαστε σε άμεση ανάγκη. Γιατί για όποιον μετακομίσει ή είναι σε διακοπές σημαίνει ότι πρέπει να βρεις την νέα του τοποθεσία και να του παραδόσεις το δώρο του. Για όλα αυτά θα σε ενημερώνουμε εμείς έτσι ώστε να μην μένει κανείς παραπονεμένος. Πάντα χρειαζόμασταν κάποιον που να μπορεί να κάνει αυτές τις μεταφορές και τώρα έχουμε εσένα!! Διότι όσο τρέχουμε στο χιόνι και το δικό σου έλκηθρο θα είναι μαζί μας, όμως μόλις εγώ χτυπήσω το μαστίγιό μου δεν μπορώ να σταματήσω παρά μόνο στον επόμενο προορισμό. Οπότε εκεί θα γυρνάς εσύ. Θα καλύπτεις αυτά που χάνουμε, και η υπέροχη λαμπερή μπλε μύτη σου θα σε οδηγεί με ασφάλεια στο χιόνι. Και όσοι στον κόσμο θα βλέπουν αυτό το φως θα ξέρουν ότι είναι ο 'Eντι με την μπλε μύτη». Και έτσι ο 'Eντι τράβηξε και αυτός έλκηθρο με την βοήθεια του ξωτικού και φίλου του Ρέι και την μπλε μύτη του να αναβοσβήνει στον αέρα. Η μαμά του 'Eντι γέμισε χαρά και περηφάνια, γιατί και δούλευε ο γιος της αλλά και για την δουλειά που έκανε. 'Eτσι κοιτάει κάθε χριστουγεννιάτικη νύχτα έξω να δει κάθε φως που αναβοσβήνει και να το χαιρετήσει. Και σκέφτεται πόσο τυχερή ήταν που βρήκε και
  • 51.
    διάβασε επίτηδες λάθοςτην αγγελία. 'Eτσι λοιπόν, να πάτε για ύπνο ήσυχα, όπου και να βρίσκεστε ακόμη και μακριά από το σπίτι , γιατί ο 'Eντι με την μπλε μύτη θα σας βρει και θα σας δώσει το δώρο σας!!
  • 52.
    Εὐγένιος Τριβιζᾶς -Ἕνα δέντρο, μιὰ φορά Διήγημα, δημοσιεύθηκε στὴν ἐφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, Ἰούλιος 2007 (μετὰ τὶς μεγάλες πυρκαϊὲς σὲ Πάρθνηθα καὶ Ὑμηττό) Τὸ δέντρο Σ᾿ ἕνα ἄχαρο πεζοδρόμιο μιᾶς πολύβουης πολιτείας ἦταν κάποτε ἕνα ἄσχημο παραμελημένο δέντρο. Κανεὶς δὲν τὸ πρόσεχε. Κανεὶς δὲν τὸ φρόντιζε. Κανεὶς δὲν τοῦ ἔδινε τὴν παραμικρὴ σημασία. Τὰ φύλλα του εἶχαν μαραζώσει, εἶχαν πέσει ἀπὸ καιρὸ κι εἶχε ἀπομείνει γυμνό, σκονισμένο καὶ καχεκτικό. Ποτὲ δὲν εἶχε γνωρίσει τοῦ δάσους τὴ δροσιά. Δὲν εἶχαν κελαηδήσει ποτὲ στὰ φύλλα του πουλιά, μὲ δυσκολία νὰ τὸ ἄγγιζε ποῦ καὶ ποῦ κάποια πονετικὴ ἡλιαχτίδα ποὺ γλιστροῦσε στὰ κρυφὰ ἀνάμεσα στὶς μουντὲς καὶ ἄχαρες πολυκατοικίες ποὺ τὸ περιστοίχιζαν. Οἱ περαστικοὶ διάβαιναν δίπλα του μὲ ἀδιαφορία, βλοσυροὶ καὶ βιαστικοί, χωρὶς νὰ τοῦ δίνουν καθόλου σημασία, μερικοὶ μάλιστα πετοῦσαν ἀποτσίγαρα, φλούδια ἀπὸ κάστανα καὶ λερωμένα χαρτομάντηλα κι ἄλλοι φτύνανε στὸ χωμάτινο τετραγωνάκι γύρω ἀπὸ τὴ ρίζα του. Καὶ σὰ νὰ μὴν ἔφταναν ὅλα αὐτά, κατάλαβε ἀπὸ κάτι μηχανικοὺς μὲ σκοῦρες καμπαρντίνες καὶ κρεμαστὰ μουστάκια, ποὺ ἔσκυβαν καὶ μουρμούριζαν κι ὅλο μετροῦσαν σκυθρωποί, ὅτι θὰ πλάταιναν τὸ δρόμο πλάι του. Κι ἂν συνέβαινε αὐτό, τί τύχη τὸ περίμενε; Θὰ τὸ πελέκιζαν, θὰ τὸ ξερίζωναν; Θὰ τὸ πετοῦσαν μήπως στὰ σκουπίδια; Ἐκεῖνο τὸ χριστουγεννιάτικο δειλινὸ τὸ δέντρο αἰσθανόταν πιὸ παραμελημένο, πιὸ παραπονεμένο ἀπὸ ποτέ. Στὰ ὁλόφωτα παράθυρα γύρω του διέκρινε ἀνάμεσα ἀπὸ τὶς κουρτίνες χριστουγεννιάτικα ἔλατα, ποὺ χαρωπὰ παιδιὰ τὰ στόλιζαν μὲ κόκκινα κεριά, καμπανοῦλες, ἀγγελούδια, ἀσημένια πέταλα καὶ γιορτινὲς γιρλάντες καὶ ζήλευε. Ζήλευε πολύ. Πόσο θὰ ἤθελε νὰ εἶναι ἔτσι κι αὐτό. Χριστουγεννιάτικο ἔλατο στὴ θαλπωρὴ ἑνὸς σπιτιοῦ. Νὰ τὸ φροντίζουν, νὰ τὸ στολίζουν, νὰ τὸ καμαρώνουν... Τὸ παιδί Ἦταν κι ἕνα παιδί. Τὶς μέρες ἔκανε δουλειὲς τοῦ ποδαριοῦ. Τὰ βράδια κοιμόταν στὸ πάτωμα ἑνὸς κρύου πλυσταριοῦ στὴν αὐλὴ ἑνὸς
  • 53.
    ἐγκαταλελειμμένου κτιρίου μὲἑτοιμόρροπα μπαλκόνια. Κανεὶς δὲν τὸ πρόσεχε. Κανεὶς δὲν τὸ φρόντιζε. Κανεὶς δὲν τοῦ ἔδινε τὴν παραμικρὴ σημασία. Τὰ μάγουλά του εἶχαν χλωμιάσει, τὰ χέρια του εἶχαν ροζιάσει, τὰ μάτια του εἶχαν γεμίσει θλίψη. Ποτὲ δὲν εἶχε γνωρίσει τὴ ζεστασιὰ μιᾶς ἀγκαλιᾶς, τὴ θαλπωρὴ ἑνὸς ἀληθινοῦ σπιτιοῦ. Ἐκεῖνο τὸ κρύο χριστουγεννιάτικο βράδυ τὸ ἀγόρι αἰσθανόταν πιὸ παραμελημένο, πιὸ παραπονεμένο ἀπὸ ποτέ, γιατί εἶχε μάθει ὅτι μετὰ τὶς γιορτὲς θὰ κατεδάφιζαν τὸ μιζεροκτίριο μὲ τὸ πλυσταριὸ καὶ δὲν θά ῾χε ποῦ νὰ μείνει. Τυλιγμένο στὸ τριμμένο του παλτό, κοιτοῦσε ἀπ᾿ τὰ φωτισμένα παράθυρα τὰ λαμπερὰ σαλόνια μὲ τὰ γκὶ καὶ τὰ μπαλόνια, τὶς φρουτιέρες μὲ τὰ ρόδια καὶ τὰ χρυσωμένα κουκουνάρια, ἔβλεπε γελαστὰ ἀγόρια καὶ κορίτσια νὰ κρεμοῦν στὰ χριστουγεννιάτικα δέντρα πλουμίδια ἀστραφτερὰ καὶ ζήλευε. Ζήλευε πολύ, πόσο θά ῾θελε νὰ στόλιζε κι αὐτὸ ἕνα ἔλατο σὲ κάποιου τζακιοῦ τὸ ἀντιφέγγισμα, μὲ τὰ δῶρα ὑποσχέσεις μαγικὲς ὁλόγυρά του... Πῶς τό ῾φερε ἡ τύχη ἔτσι κι ἐκεῖνο τὸ χριστουγεννιάτικο βράδυ καὶ συναντήθηκαν κάποια στιγμὴ τὸ δέντρο ἐκεῖνο κι ἐκεῖνο τὸ παιδί... H συνάντηση Ἐκεῖνο τὸ δειλινὸ τὸ παιδὶ γυρνοῦσε ἄσκοπα στοὺς δρόμους τῆς πολύβουης πολιτείας. Κάθε τόσο σταματοῦσε σὲ κάποια βιτρίνα. Κόλλαγε τὴ μύτη του στὸ τζάμι καὶ κοιτοῦσε μὲ μάτια ἐκστατικὰ ὅλα ἐκεῖνα τὰ λαχταριστά, σὲ μιὰ βιτρίνα λόφοι ἀπὸ μελομακάρονα, κουραμπιέδες καὶ πολύχρωμα τρενάκια φορτωμένα μὲ σοκολατάκια, σὲ μιὰ ἄλλη ζαχαρένιοι Ἁγιο-Βασίληδες μὲ μύτες ἀπὸ κερασάκια καὶ μία παραμυθένια πριγκίπισσα ἀπὸ πορσελάνη νὰ κοιτάζει ἀπὸ τὸ ἁψιδωτὸ παράθυρο ἑνὸς φιλντισένιου κάστρου καὶ λίγο παρακάτω, σὲ μιὰ ἄλλη βιτρίνα, μιὰ ὀνειρεμένη τρόικα μὲ ἕναν πρόσχαρο ἁμαξά, μολυβένια στρατιωτάκια μὲ κόκκινες στολὲς καβάλα σὲ ἄλογα πιτσιλωτὰ νὰ καλπάζουν στοιχισμένα στὴ σειρὰ καὶ στὸ βάθος ἕνα ὀπάλινο παλάτι σὲ μία χιονισμένη στέπα. Ἔτσι ὅπως περπατοῦσε μὲ τὰ μάτια στραμμένα στὶς καταστόλιστες βιτρίνες, ἔπεσε ἄθελά του πάνω σ᾿ ἕναν περαστικὸ μὲ καμηλὸ παλτὸ καὶ γκρενὰ κασκὸλ ποὺ γύριζε στὸ σπίτι του φορτωμένος μὲ σακοῦλες καὶ πακέτα ποὺ φύγανε ἀπὸ τὰ χέρια του, σκόρπισαν στὸ δρόμο ἐδῶ καὶ κεῖ. Τὸ παιδὶ ἔχασε τὴν ἰσορροπία του, γλίστρησε, τὸ κεφάλι του χτύπησε μὲ φόρα στὸ πεζοδρόμιο, ἔνιωσε μία σκοτοδίνη. Ὁ περαστικός τοῦ ῾βαλε ὀργισμένος τὶς φωνές, τὸ κατσάδιασε γιὰ τὰ καλά.
  • 54.
    Τὸ ἀλητάκι σηκώθηκε,τό ῾βαλε στὰ πόδια, κατηφόρισε παραπατώντας ἕνα σοκάκι μὲ μία ὑπαίθρια ἀγορά, ἔστριψε ἕνα δυὸ στενὰ καὶ βρέθηκε στὸ δρόμο μὲ τὸ παραμελημένο δέντρο. Σταμάτησε λαχανιασμένο νὰ πάρει ἀνάσα, ἀπὸ τὰ φωτισμένα παράθυρα, τὰ χνωτισμένα, ἀχνοφαίνονταν τὰ γιορτινὰ σαλόνια μὲ τὰ ἔλατα τὰ στολισμένα. - Ὄμορφα δὲν εἶναι; Ἀκούει τότε μιὰ φωνή. Ἦταν τὸ δέντρο τοῦ δρόμου. - Πολύ. Ἀποκρίθηκε τὸ παιδί, χωρὶς νὰ παραξενευτεῖ καθόλου ποὺ ἕνα δέντρο μιλοῦσε, τοῦ ἄρεσε νὰ τοῦ μιλάει κάποιος χωρὶς νὰ τὸ σπρώχνει, χωρὶς νὰ τὸ κατσαδιάζει, χωρὶς νὰ τὸ ἀποπαίρνει. - Στόλισέ με! - ψιθύρισε τὸ δέντρο - Στόλισέ με καὶ ἐμένα ἔτσι! - Μακάρι νὰ μποροῦσα! Πικρογέλασε τὸ παιδί. - Προσπάθησε, σὲ παρακαλῶ. Ἴσως αὐτά, ξέρεις, νά ῾ναι τὰ στερνά μου Χριστούγεννα, νὰ μὴν δῶ ἄλλα. - Γιατί τὸ λὲς αὐτό; - Ἄκουσα ὅτι θὰ πλατύνουν τὸ δρόμο, πελέκι ἢ ξεριζωμὸς μὲ περιμένει, ἕνα ἀπὸ τὰ δυό... Δὲν εἶμαι σίγουρο ἀκόμα. Τὸ παιδὶ σκέφτηκε ὅτι θὰ κατεδάφιζαν τὸ ἑτοιμόρροπο κτίριο μὲ τὸ ξεχαρβαλωμένο πλυσταριό, τὸ καταφύγιό του. Σὲ λίγο δὲν θά ῾χε οὔτε ῾κεῖνο ποῦ νὰ μείνει. Σὲ κάποιο χαρτόκουτο ἴσως; - Στόλισέ με! Παρακάλεσε ἄλλη μιὰ φορὰ τὸ δέντρο. Τὸ παιδὶ κοίταξε ὁλόγυρά του. - Μὲ τί; Ἀπόρησε. - Ὅ,τι νά ῾ναι... κάτι θὰ βρεῖς ἐσύ!! Δὲν μπορεῖ. - Καλά... Ἀφοῦ τὸ θέλεις τόσο πολύ, κάτι θὰ βρῶ νὰ σὲ στολίσω... Συμφώνησε τὸ παιδὶ κι ἄρχισε νὰ ψάχνει. Τὰ στολίδια Ἐκείνη τὴ στιγμή, λὲς καὶ κάτι ψυχανεμίστηκε ὁ οὐρανός, ἔπιασε νὰ χιονίζει, τὸ χιόνι ἔπεφτε πυκνό... Χάδι ἁπαλὸ σκέπαζε ἀνάλαφρα μὲ
  • 55.
    πάλλευκες νιφάδες στὰὁλόγυμνα κλωνιὰ τοῦ παραμελημένου δέντρου. Πῆρε τότε τὸ μάτι τοῦ παιδιοῦ κάτι νὰ ἀστράφτει λίγο παραπέρα. Μιὰ παρέα πλουσιόπαιδα, ποὺ εἶχαν περάσει ἀπὸ τὸ δρόμο λίγο νωρίτερα, εἶχαν πετάξει χρωματιστὰ χρυσόχαρτα ἀπὸ τὶς καραμέλες ποὺ ἔτρωγαν μὲ λαιμαργία τὴ μία μετὰ τὴν ἄλλη. Τὸ ἀγόρι μάζεψε ἕνα ἕνα τὰ πεταμένα χρυσόχαρτα, τὰ μάλαξε μὲ τὰ δάχτυλά του καὶ ἔπλασε ἀστραφτερὲς πράσινες μπλὲ καὶ βυσσινόχρωμες μπαλίτσες, μετὰ ξήλωσε τὰ κουμπιὰ τοῦ φθαρμένου παλτοῦ καὶ μὲ τὶς κλωστὲς κρέμασε τὶς φανταχτερὲς μπαλίτσες στὰ χιονοσκέπαστα κλωνιὰ τοῦ δέντρου. - Εὐχαριστῶ! Εἶπε τὸ δέντρο, ἀνατριχιάζοντας ἀπ᾿ τὴ χαρά του. - Μὲ τί ἄλλο ἄραγε νὰ τὸ στολίσω; Μονολόγησε τὸ παιδί. Λὲς κι εἶχε ἀκούσει τὰ λόγια του, μιὰ νοικοκυρὰ τρεῖς δρόμους παρακάτω ἄδειασε μὲ φόρα ἀπ᾿ τὸ παράθυρο μιᾶς κουζίνας μία λεκάνη μὲ σαπουνάδα σὲ μία πλακόστρωτη αὐλή. Ὁ ἄνεμος πῆρε ἕνα πανάλαφρο σύννεφο ἀπὸ σαπουνόφουσκες καὶ τὶς ταξίδεψε παιχνιδίζοντας μαζί τους, τὸ ἀγόρι τὶς εἶδε νὰ πλησιάζουν στραφταλίζοντας στὸ φεγγαρόφωτο, τὶς κοίταξε μὲ τέτοια λαχτάρα ποὺ ἐκεῖνες, λὲς καὶ κατάλαβαν τὴν ἐπιθυμία του, ἄφησαν τὸν ἄνεμο νὰ τὶς φέρει ἕνα - δυὸ γύρους καὶ νὰ τὶς κρεμάσει στὰ κλωνιὰ τοῦ δέντρου. - Ὅσο πάω κι ὀμορφαίνω! Καμάρωσε τὸ δέντρο. - Σίγουρα ὀμορφαίνεις! Συμφώνησε τὸ ἀγόρι σφίγγοντας γύρω του τὸ παλτὸ γιατὶ ἔκανε πολύ, πάρα πολὺ κρύο... - Κοίτα! Ἔρχονται! Ἕνα φωτεινὸ σύννεφο πλησίαζε τρεμοπαίζοντας στὸ σκοτάδι. - Ἐλᾶτε! Τὶς κάλεσε μὲ τὸ βλέμμα τὸ παιδί. Καὶ οἱ πυγολαμπίδες, λάμψεις ἀλλόκοσμες, τρεμοσβήνοντας ὀνειρικά, κάθισαν νεραϊδένιες γιρλάντες στὰ κλωνιὰ τοῦ δέντρου. Τὸ κρύο γινόταν ὅσο πήγαινε πιὸ τσουχτερό. Τὸ χιόνι ἔπεφτε ὁλοένα πιὸ πυκνό. Τὸ ἀγόρι σήκωσε τὰ μάτια του στὸν οὐρανὸ καὶ τότε τὸ εἶδε! Εἶδε τὸ πεφταστέρι κι ἐκεῖνο, λὲς καὶ συνάντησε τὸ βλέμμα του, διέγραψε στὸ σκοτάδι μία φαντασμαγορικὴ χρυσαφένια τροχιὰ καὶ ἀκούμπησε ἀπαλὰ στὴν κορφὴ τοῦ δέντρου.
  • 56.
    Καὶ ἦταν τώραπράγματι ὄμορφο τὸ δέντρο λουσμένο στὸ φεγγαρόφωτο μὲ τὰ χρυσαφένια μπαλάκια νὰ στραφταλίζουν, τὶς σαπουνόφουσκες νὰ σιγοτρέμουν, τὶς πυγολαμπίδες νὰ ἀναβοσβήνουν κέντημα δαντελένιο στὰ χιονισμένα τοῦ κλωνιὰ καὶ τὸ πεφταστέρι ν᾿ ἀνασαίνει χρυσαφένιο φῶς στὴν κορφή του. - M᾿ ἔκανες τόσο, μὰ τόσο ὄμορφο - εἶπε τὸ δέντρο στὸ παιδὶ - Σ᾿ εὐχαριστῶ πολύ. Σ᾿ εὐχαριστῶ ἀληθινά... Πόσο θά ῾θελα νὰ μποροῦσα νὰ σοῦ χάριζα κι ἐγὼ ἕνα δῶρο... - Μπορεῖς! Ἀποκρίθηκε τὸ παιδὶ χουχουλίζοντας τὰ χέρια - Ἄσε με, σὲ παρακαλῶ, νὰ καθίσω στὴ ρίζα σου γιὰ λίγο. Νιώθω τόσο, μὰ τόσο κουρασμένο, πονάω... καὶ δὲν ἔχω ποῦ νὰ πάω... - Ἀμέ! Ἔλα, κάθισε. Κάθισε στὴ ρίζα μου ὅσο θέλεις. Εἶπε τὸ δέντρο. - Καὶ νὰ δεῖς... Θὰ κάνω ἐγὼ μία εὐχὴ γιὰ σένα. Τὸ παιδὶ σήκωσε τὸ γιακᾶ, τυλίχτηκε στὸ παλιό του πανωφόρι, κάθισε στὸ χιονοσκέπαστο πεζοδρόμιο, ἀγκάλιασε τὸ κορμὶ τοῦ δέντρου καὶ σφίχτηκε ὅσο μποροῦσε πιὸ κοντά του. Τὸ ταξίδι Τὸ χιόνι ἔπεφτε γύρω του. Πάνω του πυκνό. Ὅλο του τὸ σῶμα ἔτρεμε, τὰ χέρια του εἶχαν μουδιάσει, τὰ δόντια του χτυποῦσαν. Ἔκλεισε τὰ μάτια γιὰ νὰ τὰ προστατέψει ἀπὸ τὶς ριπὲς τοῦ χιονιοῦ, ὅταν ξαφνικὰ - τί παράξενο - ἄκουσε ἐκεῖνον τὸν ἦχο... Τὸν ἦχο τὸν χαρμόσυνο! Κουδουνάκια τρόικας! Ἕνα μαστίγιο ἀκούστηκε νὰ κροταλίζει, ἄλογα νὰ καλπάζουν ρυθμικά. Ἄνοιξε τὰ μάτια. Ἀπίστευτο! Στὰ μελανιασμένα χείλη του ἄνθισε ἕνα χαμόγελο. Ἀπὸ βάθος τοῦ δρόμου, θαμπὰ στὴν ἀρχή, ἀλλὰ ὅλο καὶ πιὸ ξεκάθαρα, τὴν εἶδε. Εἶδε τὴν παραμυθένια τρόικα μὲ τὰ ἀσημένια κουδουνάκια νὰ πλησιάζει φορτωμένη δῶρα διαλεχτά. Τὴν ὁδηγοῦσε ἕνας ροδομάγουλος ἁμαξᾶς μὲ γούνινο σκοῦφο, κόκκινη μύτη καὶ πυκνὴ κυματιστὴ γενειάδα. Πίσω ἀπὸ τὴν τρόικα κάλπαζαν στρατιῶτες μὲ πορφυρὲς στολές, καβάλα σὲ περήφανα ἄλογα στολισμένα μὲ χρυσαφένιες φοῦντες... Παραξενεύτηκε τὸ παιδί. Πῶς βρέθηκε ἐδῶ αὐτὴ ἡ τρόικα φορτωμένη τόσα δῶρα; Καὶ οἱ καβαλάρηδες; Κάπου τοὺς ἤξερε. Κάπου τοὺς εἶχε ξαναδεῖ! Ἡ τρόικα σταμάτησε μπροστά του, τὰ ἄλογα χρεμέτισαν, ὁ ἁμαξὰς χαμογέλασε, ἀπὸ τὸ παράθυρο τῆς ἅμαξας πρόβαλε τὸ πρόσωπο τῆς πριγκιποπούλας.
  • 57.
    - Τί ὄμορφοδέντρο! - Χαμογέλασε - Ποιὸς νὰ τὸ στόλισε ἄραγε; - Ἐγώ! Ἀποκρίθηκε τὸ παιδί. - Ἀλήθεια; - Ναί. - Ἔλα μαζί μου τότε. Ἔλα νὰ στολίσεις ἔτσι ὄμορφα καὶ τὸ ἔλατο τοῦ βασιλιᾶ, νὰ ζήσεις στὸ παλάτι μας παντοτινά. - Δὲν πάω πουθενὰ χωρὶς τὸ δέντρο μου! Ἀπάντησε τὸ ἀγόρι. Ἡ πριγκιποπούλα ἔδωσε τότε ἐντολὴ καὶ οἱ στρατιῶτες τοῦ βασιλιὰ ἔσκαψαν βαθιά, πήρανε τὸ δέντρο μαζὶ μὲ τὶς ρίζες του καὶ τὸ φύτεψαν σὲ μία πορσελάνινη γλάστρα, μετὰ τὸ φόρτωσαν στὴν τρόικα. Γελώντας πρόσχαρα, ὁ ἁμαξᾶς ἅπλωσε τὸ χέρι του, βοήθησε τὸ παιδὶ νὰ ἀνέβει στὴν ἅμαξα νὰ κάτσει πλάι του, τὰ ἄλογα στράφηκαν, τὸν κοίταξαν μὲ τὰ μεγάλα τους μάτια καὶ ρουθούνισαν ἀνυπόμονα. Ὅλα τὰ κτίρια, ὅλα τὰ φανάρια, ὅλες οἱ βιτρίνες, τὰ πάντα, εἶχαν τώρα ἐξαφανιστεῖ. Μπροστά τους ἀνοιγόταν μία ἀπέραντη στέπα κι ἐκεῖ στὸ βάθος μέσα ἀπὸ τὰ διάφανα πέπλα τοῦ χιονιοῦ ἀχνοφαίνονταν μαγευτικοὶ οἱ μεγαλόπρεποι τροῦλοι κι οἱ ἁψιδωτὲς πύλες τοῦ ὀπάλινου παλατιοῦ! Ὁ ροδομάγουλος ἁμαξᾶς τράβηξε τὰ γκέμια. Κροτάλισε τὸ μαστίγιο, τὰ ἄλογα χύθηκαν χλιμιντρίζοντας μπροστά, καλπάζοντας ὅλο καὶ πιὸ γοργά... λὲς κι εἴχανε φτερά... Σὲ λίγο ἡ τρόικα κι ἡ ἀκολουθία της εἶχαν χαθεῖ στὸ βάθος τῆς χιονισμένης στέπας. Τὸ χιόνι ποὺ συνέχισε ὁλοένα πιὸ πυκνὸ τὸ σιωπηλὸ χορό του ἔσβησε σχεδὸν ἀμέσως τὰ ἴχνη ἀπὸ τὶς ρόδες καὶ τὰ πέταλα τῶν ἀλόγων.. Λένε οἱ παλιοί... Λένε οἱ παλιοὶ ὅτι τὸ πεζοδρόμιο ἐκεῖνο ἦταν κάποτε κάπως πιὸ φαρδύ, ὅτι φύτρωνε κάποτε κάποιο δέντρο ἐκεῖ. Διηγοῦνται ἐπίσης οἱ παλιοὶ ὅτι ἕνα χριστουγεννιάτικο πρωὶ βρῆκαν στὴ ρίζα τοῦ δέντρου ξεπαγιασμένο ἕνα παιδὶ σκεπασμένο ἀπὸ τὸ χιόνι, τυλιγμένο σ᾿ ἕνα τριμμένο παλτὸ χωρὶς κουμπιά, μὲ ἕνα γαλήνιο χαμόγελο, ἕνα χαμόγελο εὐτυχίας ζωγραφισμένο στὸ πρόσωπό του.
  • 58.
    Λένε ἀκόμα ὅτιἀπὸ τότε κάθε παραμονὴ Χριστουγέννων, γύρω στὰ μεσάνυχτα, κάτι παράξενο συμβαίνει, κάτι ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἐξηγήσει. Ἕνα σμάρι πυγολαμπίδες τριγυρνοῦν ἐπίμονα τρεμοσβήνοντας σὲ ἐκεῖνο τὸ σημεῖο, λὲς καὶ κάτι ἀναζητοῦν, λὲς καὶ γυρεύουνε νὰ θυμηθοῦνε κάτι, ὅτι ἕνας ἄνεμος ἀναπάντεχος φέρνει, ποιὸς ξέρει ἀπὸ ποῦ, ἀνάλαφρες σαπουνόφουσκες καὶ χρυσόχαρτα ἀστραφτερά, ἐνῷ τὴν ἴδια στιγμὴ ἕνα ὑπέροχο πεφταστέρι διαγράφει στὸν οὐρανὸ μία φαντασμαγορικὴ τροχιὰ καὶ πέφτει στὸ σημεῖο ἀκριβῶς ἐκεῖνο. Ἔτσι λένε... Ποιὸς ξέρει;
  • 59.
    Το αγγελάκι τηςφουντωτής γιρλάντας -Έρχονται τα Χριστούγεννα! φώναξε χαρούμενα ένα χειμωνιάτικο πρωινό ο μικρός άγγελος. Η Χριστουγεννιάτικη φουντωτή γιρλάντα με τους εφτά αγγέλους που κρέμονταν από πάνω της, τινάχτηκε ολόκληρη. -Μας ξύπνησες! διαμαρτυρήθηκαν οι άγγελοι με μια φωνή. Τι σε έπιασε και φωνάζεις ξαφνικά; -Έρχονται! Έρχονται τα Χριστούγεννα! φώναξε και πάλι ο μικρός άγγελος. Οι άλλοι άγγελοι χασμουρήθηκαν. Ίσιωσαν τα χάρτινα φτερά τους που ήταν σκεπασμένα με λείο και μαλακό ύφασμα και ρώτησαν το μικρό τους αδερφό. -Και εσύ που το ξέρεις; Μέσα σε αυτό το κουτί που είμαστε κλεισμένοι, δεν έχουμε ούτε ημερολόγια, ούτε ρολόγια. Πως μπορούμε να ξέρουμε τι εποχή είναι, αν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα ή το Πάσχα; Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να περιμένουμε τη στιγμή που κάποιος θα ανοίξει το καπάκι από το κουτί και θα μας τοποθετήσει με τα άλλα στολίδια πάνω στο δέντρο. -Κι όμως εγώ ξέρω πως έρχονται τα Χριστούγεννα! Τα μυρίζω! Οι άγγελοι της φουντωτής γιρλάντας έξυσαν συγχρονισμένοι σαν χορευτές μπαλέτου, το φτιαγμένο από γουνίτσα φωτοστέφανο στο κεφάλι τους. -Τα μυρίζεις; απόρησαν! Α, εσύ είσαι τελείως χαζούλης! -Μα ναι! επέμενε ο μικρός άγγελος. Τα μυρίζω στον αέρα που έχει γίνει υγρός και βαρύς. Στη μυρωδιά από τα ξύλα που καίγονται στο τζάκι. Στα γλυκά με κανέλα και μέλι που φτιάχνουν στην κουζίνα του σπιτιού. Έρχονται Χριστούγεννα σας λέω! -Εμείς το μόνο που μυρίζουμε εδώ μέσα είναι κλεισούρα και σκόνη. Κοιμήσου μικρέ. Έχουμε καιρό ακόμα μέχρι τα Χριστούγεννα του είπαν οι άγγελοι και ξάπλωσαν πάνω στο βαμβάκι που είχαν για στρώμα για να μη τσαλακωθούν και σκιστούν. Όμως ο μικρός άγγελος, ο τελευταίος στη φουντωτή γιρλάντα με τους αγγέλους, δεν μπορούσε να κοιμηθεί από την χαρά και την προσμονή. Έφταναν τα Χριστούγεννα και επιτέλους θα βρισκότανε και πάλι πάνω στο στολισμένο δέντρο. Εκεί μπορούσε να βλέπει όλο το σπίτι, στολισμένο με γκι και κορδέλες. Να λιγουρεύεται το γιορτινό τραπέζι με τα γλυκά και τα φαγητά που μοσχοβολούσαν. Να λικνίζεται στο ρυθμό των όμορφων τραγουδιών που ηχούσαν παντού και να χαίρεται με τα γέλια, τα παιχνίδια και τις κλεφτές ανυπόμονες ματιές των παιδιών στα κουτιά με τα δώρα κάτω από τα κλαδιά του έλατου.
  • 60.
    Και να πουπραγματικά είχε δίκιο. Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν με γοργούς ρυθμούς και κάποια μαγική στιγμή, το καπάκι του κουτιού που κρατούσε κλειστή την φουντωτή Χριστουγεννιάτικη γιρλάντα με τους εφτά αγγέλους άνοιξε. Το φως ξεχύθηκε λαμπρό και ζεστό μέσα στο κουτί και ξύπνησε τα αγγελάκια που χαρούμενα φώναξαν όλα μαζί πια: -Ήρθαν τα Χριστούγεννα! Ήρθαν τα Χριστούγεννα! Μαζί με αυτό, άνοιξαν και άλλα κουτιά. Το μεγάλο κουτί με τις γυάλινες μπάλες που τσούλησαν γρήγορα στο χαλί. Το κουτί με τους βελούδινους φιόγκους που τεντώθηκαν νυσταγμένοι. Το κουτί με τις καμπάνες που με μιας άρχισαν να χτυπάνε. Τον ξύλινο καρυοθραύστη που ακόνισε την μασέλα του. Τα Άγιο-Bασιλάκια που κρατούσαν κιθάρες και βιολιά στα χέρια τους. Και στη γλώσσα των παιχνιδιών που κανείς δεν γνωρίζει και δεν ακούει, άρχισαν όλα τα στολίδια να πανηγυρίζουν, να γελάνε και να τραγουδάνε χαρούμενα που μετά από μεγάλη αναμονή οι γιορτές έφτασαν και το φως της μέρας ανέδειξε τα όμορφα χρώματα τους. Μα πιο πολύ χαρούμενος ήταν ο μικρός άγγελος της φουντωτής γιρλάντας. Γιατί αυτός ήξερε πιο μπροστά από τα άλλα στολίδια πως τα Χριστούγεννα είχαν φτάσει. Το μύριζε και το ένιωθε μέσα στην καρδιά του και δεν έβλεπε την ώρα να σταθεί πάνω στο δέντρο και πάλι. Και η στιγμή αυτή είχε φτάσει. Τα λεπτά χέρια μιας όμορφης γυναίκας με μακριά μπουκλωτά μαλλιά μπήκαν μέσα στο κουτί και έπιασαν την γιρλάντα με τους αγγέλους. Η καρδιά του μικρού αγγέλου πήγε να σπάσει. -Τώρα θα πετάξω ψηλά στο έλατο, σκέφτηκε. Θα δω το στολισμένο σπίτι, τα παιδάκια που τρέχουν γύρω από τα σκορπισμένα στο σαλόνι στολίδια και δώρα, τα χαμόγελα στα πρόσωπα όλων να ζεσταίνουν το κρύο που ένιωθα τόσο καιρό μέσα στο κουτί. Μα καθώς σκεφτόταν όλα αυτάχρατς! Το χάρτινο φτερό του πιάστηκε στο καπάκι από το κουτί που δεν είχε καλά ανοίξει και κόπηκε στη μέση. -Αχ τι κρίμα! Έσκισα το φτερό του τελευταίου στη σειρά αγγέλου. Δεν πειράζει. Τώρα η γιρλάντα θα έχει μόνο έξι αγγέλους, είπε η γυναίκα με τα μπουκλωτά μαλλιά και παίρνοντας στα χέρια της ένα ψαλίδι έκοψε το σκοινί που συγκρατούσε τον άγγελο στην φουντωτή γιρλάντα και τον έβαλε και πάλι μέσα στο κουτί. Όλα τότε ησύχασαν.
  • 61.
    Τα στολίδια έπαψαννα γελάνε και να φωνάζουνε στη γλώσσα των παιχνιδιών. Το φως που έλουζε τα κουτιά χλόμιασε και το κρύο σκέπασε τον μικρό άγγελο με το σκισμένο φτερό, που έμεινε ξαπλωμένος στον πάτο του κουτιού. -Δεν θα γνωρίσω τα φετινά Χριστούγεννα. Δεν θα μυρίσω τα φρεσκοψημένα γλυκά στο φούρνο. Δε θα τραγουδήσω μαζί με τα παιδιά, που θα στέκονται στην πόρτα χτυπώντας τριγωνάκια τα κάλαντα για τον Χριστούλη, είπε πολύ λυπημένος ο μικρός άγγελος και χάρτινα δάκρυα άρχισαν να πέφτουν από τα ζωγραφισμένα μάτια του. Μα πριν προλάβει να κρυώσει η καρδούλα του, άλλο ένα χέρι μπήκε μέσα στο κουτί. Ήταν μικρό και στρουμπουλό και άρχισε να ψαχουλεύει το κουτί ανακατεύοντας το μπαμπάκι του πάτου τόσο, που ο άγγελος έκανε τούμπες. Ύστερα, έπιασε τον μικρό άγγελο που έστεκε, χωρίς την γιρλάντα, μόνος με το σκισμένο φτερό του. Κι όταν το χέρι τον σήκωσε, ο άγγελος, έστω και με ένα φτερό, πέταξε ψηλά κι αντίκρισε ένα μικρό παιδάκι, που ίσα ίσα στεκόταν στα ποδαράκια του και περπατούσε άτσαλα. Το μικρό παιδάκι με τον άγγελο στο τεντωμένο του χέρι έφτασε στραβοπατώντας τη γυναίκα με τα μπουκλωτά μαλλιά και της έδωσε τον άγγελο. -Θέλεις να τον βάλουμε κι αυτόν στο δέντρο; ρώτησε η γυναίκα. Το παιδάκι γέλασε τότε τόσο τρανταχτά και γλυκά, που ο μικρός άγγελος έπαψε πια να κρυώνει και μια μαγική θαλπωρή τον τύλιξε. Η γυναίκα πήρε τον μικρό άγγελο από το χεράκι του παιδιού, του τίναξε από πάνω του τα ανακατεμένα μπαμπάκια και με προσοχή κόλλησε το μισό φτερό που του έλειπε. Ύστερα, ανεβαίνοντας σε μια μεγάλη σκάλα τον έβαλε πιο ψηλά από τα άλλα στολίδια, πιο ψηλά ακόμα και από την γιρλάντα των έξι αγγέλων. Στην κορυφή του δέντρου! Και καθώς το μικρό παιδάκι είδε τον άγγελο τόσο λαμπερό και όμορφο άρχισε να χτυπάει παλαμάκια και για μια στιγμή φάνηκε σε όλους πως ο μικρός άγγελος ζωντάνεψε κι έγινε ένας αληθινός άγγελος που είχε κατέβει από τον ουρανό για να αναγγείλει τη γέννηση του Χριστού. Κι εκεί απάνω ο μικρός άγγελος έζησε τα πιο όμορφα Χριστούγεννα που είχε ζήσει ποτέ του. Με μυρωδιές, με τραγούδια, με γέλια και παιχνίδια, μα και με κάτι
  • 62.
    ακόμα που έκανετις γιορτινές μέρες πιο πλούσιες και πιο ζεστές. Με αγάπη!
  • 63.
    Ο Μικρούλης Αϊ-Βασίλης... Πολύ πολύ μακριά στο βορρά, εκεί όπου τα πρώτα χιόνια πέφτουν, όταν εμείς εδώ έχουμε ακόμη καλοκαίρι, βρίσκεται καλά κρυμμένο το χωριό των Αϊ-Βασίληδων. Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε εκεί ένας μικρούλης Αϊ-Βασίλης που δεν έβλεπε την ώρα να έρθουν τα Χριστούγεννα. Ήταν πάντα ο πρώτος που έπαιρνε το χριστουγεννιάτικο δέντρο του από το μεγάλο δάσος. Και ήταν πάντα ο πρώτος που γυάλιζε το έλκηθρό του, λούστραρε τις μπότες του και αέριζε το παλτό του. Όταν οι άλλοι Αϊ-Βασίληδες δεν είχαν αποφασίσει ακόμη τι δώρα θα πήγαιναν στα παιδιά, ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης είχε ήδη ετοιμάσει και τυλίξει τα δώρα. Περισσότερο του άρεσε να δωρίζει πράγματα που είχε φτιάξει με τα ίδια του τα χέρια. Ήξερε να φτιάχνει όλα τα παιχνίδια: πολύχρωμα αυτοκινητάκια και σκυλάκια με βούλες, ξύλινα αλογάκια, κουκλόσπιτα& Κι έψηνε υπέροχα γλυκά. Ήξερε να φτιάχνει κουλουράκια με κανέλα σε σχήμα αστεριών, μελόπιτες, χρωματιστά μπαστουνάκια& Και τα μελομακάρονά του ήταν τα καλύτερα του κόσμου. Όταν τελείωνε το τύλιγμα των δώρων και το ψήσιμο των γλυκών, περίμενε με περισσότερη λαχτάρα το ταξίδι στα παιδιά από οποιονδήποτε άλλο Αϊ-Βασίλη. Και κάθε χρόνο τα ίδια& «Όχι, δεν μπορείς να έρθεις μαζί μας» είπε ο αρχηγός Αϊ-Βασίλης, που αποφάσιζε για τα πάντα στο χωριό των Αϊ-Βασίληδων. «Είσαι πολύ μικρός». «Τα παιδιά θα σκάσουν στα γέλια» φώναξε ένας αγενέστατος νεαρός Αϊ-Βασίλης. «Ιδιαίτερα όταν τον δούνε» είπε, γελώντας ένας άλλος. «Πάνω στο μικροσκοπικό του έλκηθρο» φώναξε ένας τρίτος. Ήταν πολύ άσχημο αυτό που έκαναν, και λίγο έλειψε ο αρχηγός να τους αφήσει κι αυτούς στο σπίτι. Όμως φέτος είχαν να δώσουν τόσο πολλά δώρα, που δεν μπορούσε να αφήσει πίσω κανέναν από τους νεαρούς Αϊ-Βασίληδες. Γι' αυτό τους κοίταξε μονάχα πολύ αυστηρά και είπε: «Να φέρεστε καλύτερα!». Και στο μικρούλη Αϊ-Βασίλη είπε:«Του χρόνου ίσως». Αλλά ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης δεν μπορούσε να το πιστέψει τόσο εύκολα πια. Όταν έφυγαν οι υπόλοιποι Αϊ-Βασίληδες, ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης δεν ήθελε ούτε να βλέπει ούτε να ακούει τίποτα. Έκλεισε τα παντζούρια κι έκατσε ολομόναχος στο δωμάτιό του. Δεν τον πείραζε που ήταν μικρότερος από τους άλλους. Αλλά τον στεναχωρούσε πολύ που δεν μπορούσε να πάει μαζί τους στο ταξίδι τους για τα παιδιά.
  • 64.
    Μόνο όταν έπεσεη νύχτα, και τα πάντα είχαν πια ησυχάσει και ερημώσει, βγήκε από το σπίτι. Αφού δεν μπορούσε να ταξιδέψει, ήθελε τουλάχιστο να ξεμουδιάσει λιγάκι. Τα αστέρια έλαμπαν, ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης όμως δε σήκωνε το βλέμμα να τα κοιτάξει. Κάπου εκεί ψηλά βρίσκονταν τώρα οι άλλοι με τα έλκηθρά τους που τα έσερναν τάρανδοι& Και τότε ξαφνικά ακούστηκαν φωνές από το μεγάλο δάσος. Στο μεγάλο δάσος ζούσαν τα ζώα. Τι να συζητούσαν άραγε τόσο αργά το βράδυ; Τι καλά που ήταν τόσο μικρός! Έτσι μπορούσε να πλησιάσει στα κλεφτά χωρίς να τον δουν τα ζώα. Ήταν όλα τους εκεί: ο σκίουρος και ο λαγός, η αρκούδα, το ζαρκάδι, τα ποντίκια& κι ήταν όλα τους πολύ κακόκεφα. «Είναι τρομερό» μούγκρισε η αρκούδα. «Οι Αϊ-Βασίληδες επισκέπτονται τους ανθρώπους, αλλά όχι τα ζώα». «Αν και δε θα χρειαζόταν να πάνε και πολύ μακριά» παραπονέθηκε ο λαγός. «Έτσι γινόταν πάντα» είπε η γριά κουκουβάγια. «Φοβάμαι ότι αυτό δε θα αλλάξει ποτέ». Κι όμως άλλαξε! Γιατί, αμέσως μόλις το άκουσε ο μικρούλης Αϊ- Βασίλης, έφυγε από εκεί πολύ πολύ αθόρυβα, πατώντας στα νύχια των ποδιών του, κι έτρεξε στο σπίτι. Έριξε μια γρήγορη ματιά στον καθρέφτη, στοίβαξε τα δώρα στο έλκηθρο, και αμέσως ξαναπήρε το δρόμο της επιστροφής. Μόνο που δεν του είχαν μείνει καθόλου τάρανδοι, αφού όλοι είχαν φύγει. Αλλά και μόνος του μπορούσε να σύρει το έλκηθρο μέχρι το μεγάλο δάσος. Εκείνο το βράδυ τα ζώα έστησαν τέτοια γιορτή, που όμοιά της δεν είχε ξαναδεί το μεγάλο δάσος. Ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης έδωσε σε όλα τα ζώα από ένα δώρο, περισσότερο από όλα, όμως, χάρηκε η κατσούφα αρκούδα ποτέ στη ζωή της δεν είχε πάρει δώρο. Και πιο περήφανη από όλα ήταν η κουκουβάγια πήρε ένα ολοκαίνουριο πουλόβερ και ήταν σίγουρα το πιο κομψό πουλί του δάσους. Αμέσως μόλις επέστρεψαν οι υπόλοιποι Αϊ-Βασίληδες, ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης παρουσιάστηκε μπροστά στον αρχηγό και του διηγήθηκε τι είχε γίνει στο μεγάλο δάσος. Ο αρχηγός έμεινε έκπληκτος και τον ανακήρυξε Αϊ-Βασίλη των ζώων. «Μπράβο!» φώναξαν οι άλλοι Αϊ-Βασίληδες και τον ζητωκραύγασαν. Τρεις φορές μάλιστα! Από τότε ο μικρούλης Αϊ-Βασίλης είναι το ίδιο σημαντικός με τους μεγάλους Πηγή: Ο Μικρούλης Άη Βασίλης, Anu Stohner Henrike Wilson, Μετάφραση: Βούλα Αυγουστίνου (ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ)
  • 65.
    Το φίδι τωνΧριστουγέννων Με όλη την οικογένεια των φιδιών να παρακολουθεί τηλεόραση, ο Σάμυ ρώτησε την μαμά του «Μαμά τι είναι αυτό που βλέπω;» και η μητέρα του απάντησε «Δεν θα μάθεις ποτέ μικρέ μου, αυτό δεν είναι για φίδια, είναι χιόνι. Το φιδίσιο αίμα μας χρειάζεται τον καλοκαιρινό ήλιο, στο χιόνι εμείς θα παγώσουμε και θα πεθάνουμε. Γι αυτό και τους χειμερινούς μήνες κοιμόμαστε ή κρυβόμαστε. 'Oσο υπάρχει χιόνι όλα τα φίδια είναι κρυμμένα». Ο μικρούλης Σάμυ όμως ονειρευόταν τις παγωμένες νιφάδες και το μυαλουδάκι του αμφέβαλλε «για όνομα του θεού, απλά θα το σκάσω κρυφά και κανένας δεν θα το μάθει, και θα διασκεδάσω με το χιόνι». Πέταξε το παλιό του δέρμα και το χρησιμοποίησε ως καμουφλάζ για να δείξει ότι κοιμάται, το σκέπασε με το πάπλωμά του και περίμενε να καθαρίσει το πεδίο για να φύγει από την φωλιά. Και έτσι κι έγινε. Ήταν εκεί και το χιόνι και τον περίμενε, τόσο απαλό και γυαλιστερά λευκό, κυλίστηκε μέσα και πάνω το. Αυτό το μικρό φιδάκι τελικά λάτρευε το χιόνι. 'Eπαιζε φτιάχνοντας σχεδιάκια και καθώς χτύπησαν οι βραδινές καμπάνες είχε ήδη φύγει ο ήλιος και το σκοτάδι ήταν βαθύ. Τότε μόνο ανακάλυψε ο μικρός Σάμυ ότι είχε χάσει το δεύτερο στρώμα του δέρματός του. 'Aρχισε να κρυώνει πολύ και σύντομα η αναπνοή το άρχισε να πέφτει. Είχε παγώσει και η γλώσσα του και η μύτη του σκεπάζονταν από πάγο. Δεν μπορούσε να κινηθεί όπως πριν και άρχισε να γλιστράει. «Πρέπει να κάνω κάτι σύντομα, πριν γίνω παγοκολώνα» σκέφτηκε. Και τότε ξαφνικά από τον ουρανό ήρθε ένα μικρό έλκηθρο. «Η απάντηση στις προσευχές μου» σκέφτηκε ο μικρούλης «ίσως και να επιβιώσω αν καταφέρω να τυλιχτώ εκεί». Είδε μερικά τριχωτά πλασματάκια εκεί κοντά αλλά το κρύο τον έκαναν και ξεπέρασε τον φόβο του. 'Eφτασε το έλκηθρο και οι ελπίδες του λιγόστευαν καθώς σκαρφάλωνε με πόνο επάνω του. αλλά αυτό δεν τον βοήθησε, αντιθέτως ένιωσε περισσότερο κρύο. Ξαφνικά είδε ένα πλαστικό ραβδί που μπορούσε να τον προστατεύσει από τον καιρό και είχε τριγύρω του δέρμα. Τυλίχτηκε γύρω από αυτό και έλπιζε να επιβιώσει. Είδε έναν μεγάλο χονδρό άντρα με λευκά γένια και μια χαζούλικη γκριμάτσα να ανεβαίνει στο έλκηθρο και συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι αυτά τα τριχωτά πλάσματα έσερναν το έλκηθρό του. Κοίταξε πιο προσεκτικά τριγύρω του και είδε μια κόκκινη στολή και τις οπλές των ταράνδων. Δεν το πίστευε είχε εμπρός του τον Αϊ Βασίλη!!
  • 66.
    Και έτσι καθώςο μικρούλης καημενούλης Σάμυ προσπαθούσε να κρυφτεί, ο 'Aγιος Βασίλης ξεκινούσε φωνάζοντας «Πάνω και ψηλά, πάνω και ψηλά». Ο Σάμυ νόμιζε ότι ο ουρανός γινόταν ολοένα και πιο κρύος και έσκυψε το κεφάλι του κάτω από το χερούλι. 'Eλπιζε ότι ο 'Aγιος δεν θα τον καταλάβαινε και μόνο η ουρά του φαινότανε λίγο. Κάθε φορά προσγειώνονταν σε μια σκεπή και σύντομα ήτανε και πάλι πάνω στον ουρανό, και τότε άκουσε «πήγαινε Πράνσερ, κουνήσου Ντάνσερ μην χαμηλώνεις, για να κρατήσω την προσοχή σας σε αυτό το ταξίδι μου φαίνεται ότι θα πρέπει να χρησιμοποιήσω το μαστίγιό μου» και άρπαξε το μαστίγιο τόσο συνηθισμένα μιας και το χε κάνει τόσες φορές όμως του φάνηκε χαλαρό και κάπως γλοιώδες. Ήταν επειδή στο χέρι του είχε τον Σάμυ. Και αυτό το μαστίγιο δεν έκανε ούτε κρακ απλά σίγησε στον αέρα. Και καθώς ο 'Aγιος χάζεψε με μεγάλη έκπληξη, τα φοβισμένα φιδίσια ματάκια τον κοίταξαν πίσω. Ο Αϊ Βασίλης αναφώνησε «για το όνομα του θεού, το μαστίγιό μου μετατράπηκε σε ένα φίδι!!!» και ο καημενούλης ο Σάμυ βρήκε μόνο αυτές τις λέξεις να πει «κρύωνα τόσο και θα πάγωνα αν δεν ερχόμουν εδώ....είναι χειμώνας και τα φίδια δεν πρέπει να κυκλοφορούν όμως εγώ αγαπώ το χιόνι και έπρεπε να παίξω μαζί του, με προειδοποίησε η μαμά μου αλλά εγώ δεν την άκουσα και θα ήμουν σίγουρα νεκρό αν δεν ήσουνα εσύ..». Ο Αϊ Βασίλης απάντησε «κοίτα τι θα κάνουμε, θα με βοηθήσεις πριν να φύγε τελείως η νύχτα και θα κάνεις το μαστίγιο για να τους κάνεις να πηγαίνουν πιο γρήγορα». Κρίμα που δεν το δε αυτό ο κόσμος, ήταν πραγματικά αστείο!! Οι τάρανδοι γέλαγαν και τραγουδούσαν «ο 'Aγιος Βασίλης έρχεται στην πόλη..» και η νύχτα έμοιαζε να περνάει πετώντας, μοιράζοντας τα δώρα κατά μήκος του ουρανού. Ο 'Aγιος έλεγξε προσεκτικά την λίστα με δώρα και μόλις βεβαιώθηκε ότι δεν λείπει κανένα από κανένα παιδί , ξαφνικά βγήκε και ο πρωινός ήλιος. Και 'Aγιος φώναξε «αυτό είναι παιδιά, τελειώσαμε! Μέχρι τώρα η γυναίκα μου και τα ξωτικά θα ξέρουν ότι σώσαμε τον Σάμυ από το χιόνι». Στο σπίτι του Αϊ Βασίλη λέγανε την ιστορία και ο Σάμυ άστραφτε από χαρά αλλά παρόλα αυτά δεν ξεχνούσε πόσο φοβήθηκε το κρύο και την νύχτα. Η γυναίκα του Αϊ Βασίλη άνοιξε το κουτί με τα πλεκτά της και έφτιαξε του Σάμυ δύο κάλτσες σαν σωλήνες, η κόκκινη ήταν για να την φοράει και η πράσινη για ανταλλακτική. «Τώρα πρέπει να μας πεις αν θες να μείνεις ή αν θες να φύγεις και να πας σπίτι σου. Πάω στοίχημα ότι η μαμά σου θα έχει ανησυχήσει πάρα πολύ. Πάντως αν θες οι φίλοι μου θα σε πάνε μέχρι εκεί» είπε ο Αϊ Βασίλης. «Θέλω να πάω σπίτι μου, μου λείπει η μαμά μου πάρα πολύ, θα τους
  • 67.
    ειδοποιήσω για τοτι βρίσκετε εδώ πάνω και θα βεβαιωθώ ότι όλοι θα παραμείνουν κάτω όλο τον χειμώνα. Δεν ήθελα να το σκάσω, θα θελα να πάω πίσω σπίτι. 'Oμως επειδή η μαμά θα είναι και θυμωμένη θα ήθελα να της γράφατε ένα μικρό γράμμα» είπε ο Σάμυ. Ο Αϊ Βασίλης γέλασε και είπε «αυτό το μήνυμα θα πάει και μέσω Ιντερνετ «ετοίμασε ένα πάρτι καλωσορίσματος για τον γιο σου, όλος ο κόσμος είναι περήφανος για αυτό που έκανε» Και όταν ο Σάμυ πήγε σπίτι όλοι ήταν τόσο χαρούμενοι και τον αγκάλιασαν και τον φίλησαν και ο Αϊ Βασίλης είπε.. «είναι και κάτι που πρέπει να ξέρεις. Κάθε 25η Δεκεμβρίου θα θυμόμαστε όλοι την ειδική μας βόλτα και σε κάθε χριστουγεννιάτικο ταξίδι μας θα σε σκεφτόμαστε σαν το χριστουγεννιάτικο φίδι μας!! Είσαι ο Σάμυ Ήρωας» Τώρα ο Σάμυ το φιδάκι είναι πίσω στο σπίτι του φορώντας το πράσινο καλτσάκι, είναι ζεστός χαρούμενος και ευτυχισμένος και η μαμά του είναι σίγουρη ότι θα μείνει μέσα όταν χιονίζει.
  • 68.
    Ένα ξεχωριστό ΧριστουγεννιάτικοΔέντρο Ήταν Παραμονή Χριστουγέννων και ο Τίνκερ, το σκιουράκι, φορώντας τα πιο ζεστά του ρούχα, χουζούρευε στο σπιτάκι του, μέσα στη μεγάλη βελανιδιά. Κοιτούσε μια από τις εικόνες του βιβλίου του. "Αχ !" αναστέναξε κλείνοντας το βιβλίο. Εκείνη τη στιγμή περνούσε απέξω χοροπηδώντας η κυρία Κουνελίτσα, και άκουσε τον Τίνκερ ν' αναστενάζει. Η κυρία Κουνελίτσα συμπαθούσε τον Τίνκερ και ήξερε ότι συνήθως ήταν πολύ χαρούμενος. Της φάνηκε λοιπόν παράξενο, που τον άκουσε ν' αναστενάζει. "Τι σου συμβαίνει, Τίνκερ;" τον ρώτησε με γλυκιά φωνή. Ο Τίνκερ έβγαλε το κεφαλάκι του στην κουφάλα του δέντρου. "Ε, να, είδα το ωραιότερο χριστουγεννιάτικο δέντρο στο βιβλίο μου. Ήταν στολισμένο με γυαλιστερές μπάλες και όμορφα φωτάκια, που λαμπύριζαν σαν αστέρια". Ο Τίνκερ έδειξε την εικόνα στην κυρία Κουνελίτσα. "Πραγματικά, είναι πολύ όμορφο", είπε αυτή. "Μακάρι να είχα κι εγώ ένα τόσο όμορφο δέντρο, αντί γι' αυτή τη βαρετή, καφετιά βελανιδιά", είπε ο Τίνκερ. "Μη στενοχωριέσαι, Τίνκερ", είπε η κυρία Κουνελίτσα. "Σύντομα θα ξανάρθει η άνοιξη και το δέντρο σου θα γεμίσει όμορφα, καταπράσινα φύλλα". "Ναι, έχεις δίκια", αποκρίθηκε ο Τίνκερ. "Ωστόσο, πολύ θα ήθελα να ήταν πιο όμορφη η βελανιδιά μου, για τα Χριστούγεννα". "Πήγαινε να πλαγιάσεις τώρα", είπε καλοσυνάτα η κυρία Κουνελίτσα. ¨Αύριο ξημερώνουν Χριστούγεννα". Η κυρία Κουνελίτσα τον αποχαιρέτησε κι έφυγε. Όμως, δεν ήθελε να είναι ο φίλος της στενοχωρημένος τις μέρες των Χριστουγέννων. Μήπως μπορούσε, άραγε, κάπως να το βοηθήσει; Στον δρόμο για το σπίτι της συνάντησε κι άλλα ζωάκια: τον Λαγό Χέρμπερτ, το Ποντικούλη Φρέντι και την Νταίζη, τη Σκιουρίνα. Τους είπε για το δέντρο που είχε δει ο Τίνκερ στο βιβλίο του, και πόσο στενοχωριόταν το σκιουράκι, που το δικό του δέντρο ήταν ολόγυμνο. "Πολύ το συμπαθώ αυτό το σκιουράκι", είπε η κυρία Κουνελίτσα. "Θα ήταν υπέροχο να κάναμε γι' αυτόν κάτι το ξεχωριστό, φέτος τα Χριστούγεννα". "Ναι, αλλά τι;" ρώτησαν ο Φρέντι και ο Χέρμπερτ με μια φωνή. "Έχω μια ιδέα", είπε η Κουνελίτσα. "Ακολουθήστε με". Το άλλο πρωί, ξημερώνοντας Χριστούγεννα, Ο Τίνκερ ξύπνησε από
  • 69.
    θορύβους και φωνές.Έσκυψε από το δέντρο του να δει ποιος έκανε όλη αυτή τη φασαρία - κι αντίκρισε τους φίλους του, που είχαν μαζευτεί γύρω από τον κορμό του δέντρου. "Καλά Χριστούγεννα, Τίνκερ", φώναξαν όλοι μαζί. Ο Τίνκερ κοίταξε γύρω και δεν πίστευε στα μάτια του. Όσο εκείνος κοιμόταν, οι φίλοι του δούλευαν σκληρά για να του κάνουν έκπληξη. Είχαν μαζέψει κουκουνάρια, μούρα, καρύδια, γκι και πουρναρόφυλλα. Κάποιες αράχνες, μάλιστα, είχαν υφάνει περίτεχνους ιστούς. Όταν τα ζωάκια συγκέντρωσαν όλα όσα χρειάζονταν, άρχισαν να στολίζουν το δέντρο. Τώρα, τα δώρα τους κρέμονταν από τα κλαριά και η γέρικη βελανιδιά δεν ήταν πια γυμνή και βαρετή. Κι όταν άρχισε, σε λίγο, να χιονίζει, το δέντρο λαμποκοπούσε από τις ρίζες μέχρι την κορφή. "Είναι πανέμορφο", είπε ο Τίνκερ. "Πολύ πιο όμορφο από το δέντρο του βιβλίου. Σας ευχαριστώ όλους, πάρα πολύ. Κανείς άλλος δεν μου είχε κάνει ποτέ ωραιότερο χριστουγεννιάτικο δώρο".
  • 70.
    Ο Γκρινιάρης Καλικάντζαρος Έναςγκρινιάρης καλικάντζαρος Ο Φρέντι περνούσε την ώρα γκρινιάζοντας στο φίλο του το Λιουκ. Ο Λιουκ ήθελε να γίνει καλικάντζαρος γιατρός και σκέφτηκε πως, ακούγοντας υπομονετικά το Φρέντι να κλαψουρίζει για το παραμικρό χτυπηματάκι, μπορούσε να εξασκηθεί γιατρεύοντάς τον. Έτσι θα μάθαινε το επάγγελμά του. Μια μέρα, ο Φρέντι ήρθε να τον βρει κλαψουρίζοντας, όμως χωρίς κανένα φανερό τραύμα, ούτε καν κακή όψη. Αντίθετα, ο Λιουκ τον είδε πολύ καλά, χαρούμενο, παρά την γκρίνια του, που, τώρα, έμοιαζε ψεύτικη. Πώς είσαι; ρώτησε ο Λιουκ. Έχεις υπέροχη όψη σήμερα. - Βρίσκεις;& είπε ο Φρέντι. Ωστόσο, δε νιώθω πολύ καλά. - Πονάει η κοιλιά σου; ρώτησε ο Λιουκ. - Όχι και τόσο, είπε ο Φρέντι. - Ναι ή όχι, πονάει η κοιλιά σου; είπε κοφτά ο Λιουκ. - Όχι! Δε νομίζω. - Λοιπόν! Τι τρέχει; ρώτησε ενοχλημένος ο Λιουκ. - Δεν ξέρω, είπε ο Φρέντι. Δεν είμαι καλά. - Ο Λιουκ δεν ήξερε τι να πει. Κοίταξε το φίλο του, που χαμήλωσε το βλέμμα και δεν είπε τίποτα. Νομίζω πως ασχολιόμαστε υπερβολικά μαζί σου, φιλαράκο μου, είπε ο Λιουκ. Άλλωστε κι εσύ ασχολείσαι πολύ με τον εαυτό σου. Προσπάθησε να σκεφτείς λίγο και τους άλλους και θα νιώσεις καλύτερα, σε διαβεβαιώ. - Μα κανείς δε με χρειάζεται, είπε ο Φρέντι. - Ο Φρέντι είχε δίκιο. Επειδή βογκούσε όλη μέρα και παραπονιόταν συνεχώς, όλοι τον απέφευγαν και κανείς δε θα σκεφτόταν ποτέ να του ζητήσει κάποια εξυπηρέτηση. Τον ρωτούσαν απλώς αν ήταν καλά και ο Φρέντι δε απαντούσε ποτέ ναι. - Δεν υπάρχει λύση για σένα, Φρέντι, είπε ο Λιουκ κάπως σκληρά. Είσαι χαμένη περίπτωση. Θα είσαι όλη σου τη ζωή ένας γκρινιάρης καλικάντζαρος. Στα καλικαντζαροχωριά, πάντα υπάρχουν ένας δυο τέτοιοι. Ε λοιπόν, εδώ, αυτός θα είσαι εσύ. Δεν πειράζει, έτσι είναι. - Νομίζεις; ρώτησε ο Φρέντι αναστατωμένος. Και γύρισε στο σπίτι του, ευχαριστημένος που ήταν επιτέλους κι αυτός ξεχωριστός. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν ο γκρινιάρης του χωριού.
  • 71.
    Φρέντι ο αρχηγόςτων ξωτικών Κάποτε, τα μικρά ξωτικά του Αϊ Βασίλη λαχτάρισαν και αυτά λίγη αναγνώριση για αυτά. Δούλευαν όλο το χρόνο σκληρά προετοιμάζοντας τα δώρα και τα πακέτα, ενώ οι τάρανδοι έρχονταν μόνο για μια μέρα. Και μόνο για αυτήν την απλή νυχτερινή βόλτα, τα ονόματά τους τραγουδιόντουσαν από όλα τα παιδιά σε όλο τον κόσμο για πολύ καιρό. Τώρα είναι αυτό δίκαιο; Εσείς μπορείτε να σκεφτείτε έστω και ένα μόνο όνομα ξωτικού; Αυτοί, οι μικροί τύποι, που φτιάχνουν και ετοιμάζουν τα δώρα που ο 'Aγιος Βασίλης πηγαίνει σε αγόρια και κορίτσια. Γι αυτόν τον λόγο σκέφτηκαν ότι δεν θα ήταν λάθος να γράψουν ένα τραγουδάκι και για τα ξωτικά, και έτσι και έκαναν!! 'Eγραψαν το τραγούδι των Μεγάλων Ξωτικών. «Ζήτω τα μεγάλα ξωτικά, ο Μπιλ και ο Χάρυ, ο Τσάρλυ, ο Ρότζερ, ο Γουίλι, η Μαίρη, η Ρόζι, ο Τεντ και ο Φρέντ, ο Τζο και ο Χιούι, η Ρούθ και ο Μπο». Και αυτό ήταν το τραγούδι στροφή παρά στροφή, και κάθε νέα τροφή το κανε και χειρότερο. 'Oταν ο γέρο Αϊ Βασίλης άκουσε το τραγούδι τους διαπίστωσε ότι διαρκεί σαράντα ολόκληρα λεπτά!! Ξεκίνησε λέγοντας «Χο, χο, χο!!» σε δέκα στίχους φώναξε «χόα!! Να ένα πράγμα που είμαι σίγουρος μικρά μου ξωτικά, αυτό το τραγούδι είναι μια λίστα από ονόματα που δεν θα πιάσει ποτέ και κανείς δεν θα το θυμάται!! Αυτό που πρέπει να κάνετε είναι να επιδείξετε έναν από σας ως ήρωα και όταν όλα τα ξωτικά θα ζητωκραυγάζουν θα είναι για όλα τα ξωτικά στην γη του Αϊ Βασίλη!! Πρέπει όμως να κάνετε καλή επιλογή και να εκλέξετε για ήρωά σας τον πιο διάσημο μετά όμως που θα ψηφίσετε». Μετά από πάρα πολύ κόπο και ψάξιμο τα ξωτικά έβγαλαν τους υποψήφιους και ψήφισαν. Επιτέλους βρέθηκε ο ήρωάς τους. Λεγόταν Φρέντι και τον Ονόμασαν Φιλικό Φρέντι. Και ο νέος ήρωας κέρδιζε όλα τα προνόμια, ήταν και ο πρώτος και έπαιρνε όλο άριστα στο σχολείο. Και να μερικά ταλέντα του...έκανε ουρά στον χορό από μόνος του, έπαιζε πολύ καλά το βιολί, μπορούσε να λύσει και το δυσκολότερο πρόβλημα. 'Eξυπνο και όμορφο μαζί!! Και ψηλό, στις μύτες των ποδιών του έβλεπε άνετα πάνω από το γόνατο του ψηλότερου τάρανδου. Ανάμεσα στα ζήτω των ξωτικών ο Αϊ Βασίλης μίλησε και έδωσε το χέρι του στον Φρέντι. «Φιλικέ Φρέντι, νομίζω ότι ίσως πετάξεις μαζί μου και διαβάσεις τους χάρτες». Του Φρέντ του πήρε ένα λεπτό να το καταλάβει..
  • 72.
    Αυτός θα ήταντο πρώτο ξωτικό που θα πετούσε!! Και η μικρή καρδιά του πήγε να σπάσει από συγκίνηση. Αναφώνησε «θα είμαι με τον Αϊ Βασίλη!!» Από τότε και στο εξής, κάθε βραδιά Χριστουγέννων, ο Φρέντι βρίσκετε εκεί δεξιά του Αϊ Βασίλη, χωρίς αυτόν ο 'Aγιος Βασίλης δεν θα ήξερε πως να έφτανε στον προορισμό του. Με αυτούς τους χάρτες, ο Φρέντ είναι σίγουρος ότι είναι ένας εξπέρ της Γεωγραφίας. Τώρα όλα τα ξωτικά είναι περήφανα και τραγουδάνε το τραγούδι τους που λέγετε «Πάνω στις καμινάδες» και πάει κάπως έτσι : «Πάνω στις καμινάδες πάει ο δικός μας Φρέντ, ντυμένος στο κόκκινο κουστούμι του, βοηθά τον Αϊ Βασίλη να μοιράσει τα δώρα που έφτιαξαν τα άλλα ξωτικά για τα μικρά παιδιά. Πήγαινε Φρέντ, πήγαινε και μπράβο, είμαστε πολύ περήφανοι για σένα!!» Με αυτόν τον τρόπο λοιπόν άρχισε να αναγνωρίζετε και η δουλειά των μικρών ξωτικών και όλοι ήταν χαρούμενοι και ευτυχισμένοι, ζώντας αυτοί καλά και εμείς καλύτερα, και αν ποτέ δείτε τον Αϊ Βασίλη, να ξέρετε ότι αυτό το μικρό ανθρωπάκι δίπλα του, είναι ο Φρέντ!!!