Γνωστός είναι καιο θρύλος για τις «αδερφάδες του μεγάλου
Αλεξάνδρου», που διασώζεται σε δύο εκδοχές, όπως τις έχει
καταγράψει ο Ν. Πολίτης και τις παραδίδει στις Παραδόσεις του.
Ο βασιλιάς Αλέξανδρος κ’ οι Νεράιδες
(Μακεδονία)
Ο βασιλιάς Αλέξανδρος είχε αγαπητικιά μια Νεράιδα. Την έβλεπε τη
νύχτα μόνο, κ’ εμιλούσαν μαζί. Γι’ αυτό τον συμπαθούσανκαι οι
άλλαις Νεράιδες και έγινε μέγας και τρανός. Αλλά κάποτε τοις
θύμωσε, και καταστράφηκε κι’ αυτός και το βασίλειό του.
Οι Νεράιδες όμως ακόμη τονθυμούνται και τον αγαπούν. Και όταν
σηκώνεται ανεμοστρόφιλας, οι Νεράιδες που είναι μέσα δεν κάνουν
κακό σε κανέναν, μάλιστα πέφτει ο ανεμοστρόφιλας, αν ειπή όποιος
βρεθή κοντά τρεις φοραίς· “Μέλι κι γάλα! Κάπ’ απ’ ιδώ πέρασι η
βασιλιάς η Αλέξανδρους· ζη κι βασιλεύγει!”.[1]
Η διάδοση του μύθου του Αλεξάνδρου, η παγκοσμιότητά του,
οφείλεται στις πολλαπλές μεταφράσεις που γνώρισε η έκδοση του
Ψευδοκαλλισθένη. Το πρώτο χειρόγραφο, που αποτελεί την εξέλιξη
του μυθικού υλικού γύρω από τον Αλέξανδρο και τη βάση για
το Mυθιστόρημα του Μεγάλου Αλεξάνδρου (1993), χρονολογείται
από τον 3o αιώνα μ.Χ., εποχή που υπήρχε αυξημένο ενδιαφέρον για
τη ζωή των αγίων, των σοφών και των θαυματοποιών. Η τεράστια
διάδοση του Μυθιστορήματος εξηγεί τις παραλλαγές του, που
καθορίζονται από τις εθνικές και τις θρησκευτικές παραδόσεις του
κάθε λαού, και τις «μεταμορφώσεις» του προσώπου του Αλεξάνδρου,
στο πρόσωπο του οποίου συνενώνονται τα χαρακτηριστικά πολλών
μυθικών προσώπων, παλαιότερων και νεότερων: «Κάθε εποχή
κατασκευάζει τον δικό της Αλέξανδρο». Ο Αλέξανδρος, διατηρώντας
τα κύρια χαρακτηριστικά του βασιλιά μπλεγμένα με φανταστικά,
παρουσιάζεται άλλοτε ως όργανο του θυμού του Θεού εναντίον των
Περσών (Δανιήλ, Ζ, 6· Η, 3-26· ΙΑ, 3-45)[7] ή ευσεβής χριστιανός
που υπηρετεί το κήρυγμα της εκκλησίας, άλλοτε ως φοβερός
μουσουλμάνος καιάλλοτε ως φράγκος ιππότης του κύκλου του
Καρλομάγνου που τροφοδοτείτην πολιτική προπαγάνδα. Πάντα
όμως είναι κατακτητής, ταξιδιώτης καιθαλασσοπόρος, ενώ οι
περιπέτειές του, πραγματικές και φανταστικές, θυμίζουν αυτές του
Οδυσσέα και του Ηρακλή. Τέλος, ο πρόωρος θάνατός του τον
2.
καθιστούσε και έναδιδακτικό παράδειγμα για το πού οδηγεί η
ακόρεστη επιθυμία και πόσο μάταιη είναι η ανθρώπινη φιλοδοξία.
Πολλά στοιχεία του μύθου και της ιστορίας διασώζονται σε θρύλους,
δημοτικά τραγούδια και στο λαϊκό θέατρο σκιών. Από τις πιο
γλαφυρές αφηγήσεις για τη γέννηση του Αλέξανδρου είναι αυτή που
κατέγραψε ο Γιώργης Μελίκης από γέροντες της Κεντρικής
Μακεδονίας και που περιλαμβάνεται στο διπλό άλμπουμ «Ζει ο
βασιλιάς Αλέξανδρος;». Σε αυτήν εμπλέκονται πολλά στοιχεία του
μύθου, ότι ο Αλέξανδρος είναι γιος του Δία με θνητό πατέρα τον
Φίλιππο, και μάλιστα του Άμμωνα Δία, το μαντείο του οποίου ο
Αλέξανδρος επισκέφθηκεστην Αίγυπτο, καθώς στην αφήγηση
εμπλέκεται ένας αιγύπτιος μάγος.
Στο παρακάτω απόσπασμα δίνεται η περιγραφή του θεού με τον
οποίο ενώθηκε η Ολυμπιάδα (Λυμπιάδα στην αφήγηση αλλά και
Μπέλλα Λυμπία) και που πολύ θυμίζει τον ταυρόκερω
θεό των Βακχών, τους συνοδούς του Διόνυσου Σάτυρους και τον
τραγοπόδαρο θεό Πάνα:
Ένας θιός σα τραΐ, τρανός μι κάτ’ γυρι’στάκέρατα, μι κάτ’ μάτια
κόκκιανα, μι κάτ’ ψ’λά πουδάρια, άλλου σκέδιου θιός. […] Τουν
αρώτ’σα άμα ήθιλιν θυμιάμα κι κιρί κι λάδ’ κι αυτός αγρίιψιν.
«Τι λάδια κι θυμιάματα μι λες Κυρά-Λυμπιάδα, κάνα καλό βαριλίσιου
δεν έχ’ς. Φέρι κάνα μπρούσ’κου νατου τ’νάξουμι».
Τι νάκαμνα κι γω πήγα στου κιλάρ’ άν’ξα του βαρέλ’ γιόμουσαπέντε
ια, έξ κανατούδις δε θυμούμι κι τουνκέρασα, κι τουνφίλιψα. Θιός ήταν
αυτός δεν ήταν κάνας παρακατχιανός.