Successfully reported this slideshow.
We use your LinkedIn profile and activity data to personalize ads and to show you more relevant ads. You can change your ad preferences anytime.

φεδερικο γκαρθια λορκα

297 views

Published on

  • Be the first to comment

  • Be the first to like this

φεδερικο γκαρθια λορκα

  1. 1. ΦΕΔΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ (Λίγα για τη ζωή και το έργο του) Θα πρέπει κανείς να παραμερίσει την πυκνή ομίχλη του θανάτου που καλύπτει την θρυλική πια μορφή του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα για να ξαναβρεί εκείνα τα μάτια που έκρυβαν όλη τη φλόγα της ζωής και τόσον έρωτα για τον κόσμο, εκείνο το δέρμα το μελαχροινό ενός παιδιού της Ανδαλουσίας, εκείνα τα χείλη που πάντα χαμογελούσαν, εκείνα τα χέρια που σχεδίαζαν, που έπαιζαν κιθάρα ή χαιδεύαν τα πλήκτρα ενός πιάνου. Μια ύπαρξη που ξεχείλιζε από χαρά, που κρατούσε από τον άγγελο, tenia el angel, για να μεταχειριστώ την ισπανική λαική έκφραση, που είχε μια φυσική χάρη, μια γοητεία κι ένα αστείο πρόσωπο γεμάτο κηλίδες σκιάς, θυμίζοντας προσωπογραφίες παιδιών του μεγάλου ζωγράφου Μουρίλλο, ένα χρώμα παλιού χρυσαφιού, μπρούτζινο "σαν μήλο νυχτερινό", μια ύπαρξη όπως είπαν, "μαγική και μελαχροινή" που έφερνε την ευτυχία. Ο Φ. Γ. Λόρκα γεννήθηκε στις 5 Ιουνίου του 1899 στο μικρό χωριό της Ανδαλουσίας Φουέντε Βακέρος, κοντά στη Γρανάδα και πέθανε το καλοκαίρι του 1936 στις αρχές του εμφυλίου πολέμου της Ισπανίας, δολοφονημένος από τους φασίστες του Φράνκο στα περίχωρα της Γρανάδας. Ο θανατός του είναι μπορούμε να πούμε συμβολικός, γιατί οι εγκληματίες που γνώρισε αργότερα όλη η Ευρώπη με την επικράτηση του ναζισμού, εγκαινιάζουν το έργο της καταπίεσης και του τρόμου με την δολοφονία ενός ποιητή που ακριβώς ενσάρκωνε το πνεύμα της ελευθερίας και που η ποίησή του ήταν μια συνεχής και φανατική άρνηση κάθε είδους τυραννίας. Ο Λόρκα τόσο ένιωθε συνδεδεμένος με τον τόπο της γεννησής του, ώστε σε κάτι σημειώσεις του αναφέρει τα εξής χαρακτηριστικά! " Άν μια μέρα χάρη στο Θεό δοξαστώ, η μισή μου δόξα θα οφείλεται στη Γρανάδα, που με έκανε να γίνω το πλάσμα που είμαι: αμετάκλητα ποιητής από την γεννησή μου". Και σε μια συνέντευξή του εξομολογείτε : "αγαπώ περισσότερο απ' όλα την απλότητα γιατί κατάγομαι από ένα χωριό που ονομάζεται Φουέντε Βακέρος". Ο Λόρκα σπούδασε φιλολογία και νομικά στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδας. Σε ηλικία 17 ετών το καταπληκτικό του ταλέντο αποκαλύπτεται. Γράφει τα πρώτα ποιήματά του και διευθύνει έναν ερασιτεχνικό θίασο. Ωστόσο αγαπά με πάθος και τη μουσική. Έτσι γνωρίζεται με το μουσουργό Μανουέλ ντε Φάλια που γίνεται και δάσκαλός του και πρώτος τον φέρνει σε επαφή με το ισπανικό λαίκό τραγούδι. Στα 1918 δημοσιεύει το πρώτο βιβλίο του "Εντυπώσεις και Τοπία" όπου διαφαίνεται η επίδραση των δασκάλων του, Ουναμούνο, Ματσάδο, Μπέκερ, Ρούμπεν Ντάριο και του Χουάν Ραμόν Χιμένεθ. Ένα χρόνο αργότερα εγκαθίσταται στη Μαδρίτη, στη Residencia de Estudiantes, τον Οίκο του φοιτητή, που ήταν τότε ένα σπουδαίο πνευματικό κέντρο. Εκεί γνωρίζεται με τον κατόπιν φημισμένο ζωγράφο Σαλβαντόρ Νταλί, με τον σκηνοθέτη Μπουνιουέλ και τους ποιητές Πέντρο Σαλίνας, Νταμάζο Αλόνσο, Λουίς Θερνούδα, Μορένο Βίλλα και Ραφαέλ Αλμπέρτι. Συχνά όλος αυτός ο όμιλος επισκεπτόταν τον Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, τον μεγάλο Ισπανό ποιητή που τιμήθηκε πολύ αργότερα με το βραβείο Νόμπελ και που στάθηκε αληθινά ο μεγάλος δάσκαλος της γενιάς εκείνης. Ο διάσημος ισπανός κριτικός Γκιλλιέρμο ντε Τόρε περιγράφει με πολλή χάρη αυτά τα΄ήσυχα καλοκαιριάτικα βράδια της Μαδρίτης κάτω από έναν ουρανό όπου τα χρώματα του ηλιογέρματος έπαιρναν τις αποχρώσεις του οπαλιού και τα νερά κελάρυζαν μέσα στ' αυλάκια που ενώνανε τις μεγάλες ευωδιαστές ακακίες, αυτά τα βράδια όπου κάτω από τις
  2. 2. ομπρέλλες του κήπου μπροστά σ' ένα πολυάριθμο ακροατήριο φοιτητών και φίλων δίνονταν πνευματικές γιορτές αλησμόνητες. H επιτυχία του Λόρκα στην Residentia de estudiantes υπήρξε άμεση και η φήμη του άρχισε να μεγαλώνει. Έτσι το 1920 δημοσιεύει την ποιητική συλλογή Libro de poemas, το 1921 το poema del Cante hondo και το 1922 τα Canciones. To 1927 εκθέτει ζωγραφικά έργα του και σχέδια στη Μαδρίτη και γνωρίζει την πρώτη επιτυχία του στο θέατρο με το έργο του Μαριάννα Πινέντα που το ερμήνευε η Μαργαρίτα Ξίργου, η μεγάλη Καταλάνα ηθοποιός που έμελλε να γίνει αργότερα η καλύτερη ερμηνεύτρια των γυναικείων ρόλων στα έργα του. Το 1928 δημοσιεύει το Romancero gitano ( Τσιγγάνικες ρομάντσες) που τον έκανε διάσημο σ' όλο τον κόσμο. Το 1929 φεύγει για τη Νέα Υόρκη όπου εγκαθίσταται σπουδαστής στο Πανεπιστήμιο της Κολούμπια. Η διαμονή του στη Ν. Υόρκη υπήρξε μια φοβερή δοκιμασία και απογοήτευση. Αυτός ο αυθόρμητος ανδαλουσιάνος είναι αδύνατο να ανεχθεί τον αμερικάνικο πολιτισμό, την δυναστεία του χρήματος και της μηχανής. Από την εξορία τούτη και την αγωνία του θανάτου εμπνέεται την ποιητική συλλογή του Poeta en Nueva York " Ο ποιητής στην Νέα Υόρκη". Το 1930 επισκέπτεται την κούβα όπου ξαναβρίσκεται σ' ένα αγαπημένο του περιβάλλον και ασχολείται με τη συγγραφή δύο θεατρικών έργων του "Κοινού" και του " Σαν περάσουν πέντε χρόνια". Τον ίδιο χρόνο ξαναγυρνά στην Ισπανία. Το 1931 ανακηρύσσεται η Δημοκρατία στην Ισπανία και ο φίλος του Υπουργός της Παιδείας στη νέα κυβέρνηση, Φερνάντο Ντε Λος Ρίος, του αναθέτει την διεύθυνση ενός φοιτητικού θιάσου, της Barraca, που έχει σκοπό να κάνει γνωστά στους απλούς ανθρώπους τα αριστουργήματα του Ισπανικού θεάτρου. Λίγο αργότερα το 1933 ταξιδεύει στη Ν. Αμερική (Αργεντινή, Ουρουγουάη, Βραζιλία). Δίνει διαλέξεις στο Μπουένος Αίρες και μιλάει στο Πεν Κλαμπ μαζί με τον Πάμπλο Νερούδα για τον μεγάλο ποιητή Ρουμέν Ντάριο. Την ίδια χρονιά εγκαινιάζεται με το "Ματωμένο γάμο" μια περίοδο θριαμβευτική που θα συνεχισθεί μέχρι το θανατό του. Τα χρόνια που ακολουθούν είναι τα παραγωγικότερα του Λόρκα. Θα παρουσιάσει μια σειρά θεατρικά ποιητικά έργα όπως τη "Γέρμα", τη "Θαυμαστή μπαλωματού", τη "Δόνα Ροζίτα", το "Σαν περάσουν πέντε χρόνια", τη " Συλλογή ποιημάτων του Ταμαρίτ", το περίφημο "Μοιρολόι για τον Ιγνάτιο Σάντσεθ Μεχίας, εμπνευσμένο από τον θάνατο στην αρένα του ποιητή και ταυρομάχου φίλου του, καθώς και διάφορα άλλα μικρότερά έργα του, ποιήματα, μονόπρακτα και λοιπά, και τέλος " Το σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα", που θεωρείται και το πιο δραματικό έργο του. Στις 16 Ιουλίου φεύγει από τη Μαδρίτη για τη Γρανάδα. Φτάνει την επαύριο, ημέρα που εκδηλώνεται η ανταρσία του Φράνκο. Καθώς απειλείται καταφεύγει στο σπίτι του φίλου του ποιητή Λουίς Ροσάλες. Συλλαμβάνεται στις 17 Αυγούστου και εκτελείται στις 19 από τους φασίστες στο Βιθνάρ, στα περίχωρα της Γρανάδα. Τον Αύγουστο του 1936 συλλαμβάνεται από τους φαλαγγίτες στη Γρανάδα στο σπίτι του φίλου του Λουίς Ροσάλες όπου κρύβονταν και στις 20 του ίδιου μήνα εκτελείται στο Βιθνάρ, στα περίχωρα της Γρανάδας. Ο ποιητής Πάμπλο Νερούντα αναφέρει το εξής συνταρακτικό θέαμα που αντίκρυσε ο Λόρκα και του το αφηγήθηκε με τρεμάμενη φωνή λίγο πριν δολοφονηθεί και εκ που εκ των
  3. 3. υστέρων αποδείχτηκε προμήνυμα εφιαλτικό. " Ήταν μια αυγή στην Εστρεμαδούρα. Ο ποιητής, επειδή δεν μπορούσε να κοιμηθεί σηκώθηκε και κάθισε να δει τον ήλιο που ανάτειλλε. Υπήρχαν μπροστά στα μάτια του δύο παλιά κατεστραμμένα αγάλματα στήν πρόσοψη ενός παλιού, εγκαταλελειμένου πύργου. Ήταν απορροφημένος από το τοπίο, όταν ένα αρνάκι πέρασε από κοντά του, χαμένο φαίνεται απ' το κοπάδι του, και ξάφνου, μέσα απ' τα ερείπια του πύργου, φάνηκαν έξι έως επτά κατάμαυρα γουρούνια που ώρμησαν πάνω στο αρνάκι, το ξέσχισαν και άρχισαν σιγά σιγά να το καταβροχθίσουν. Ένας ανείπωτος φόβος τον έκανε να μείνει ακίνητος και αποσβολωμένος να παρακολουθεί ως το τέλος το φριχτό δείπνο των μαύρων χοίρων μέσα στα ερείπια του μαρμάρου, στη μοναξιά της ημέρας που άρχιζε". Και καταλήγει ο Πάμπλο Νερούντα με τούτα τα λόγια:" Η ζωή επιφύλαξε στον ποιητή το ολέθριο όραμα του δικού του θανάτου". Το σώμα του Λόρκα δεν βρέθηκε ποτέ όπως ο ίδιος ο ποιητής προφητικά το είχε προβλέψει. Το κατάλαβα πως με είχαν δολοφονήσει. Ερεύνησαν τα καφενεία τα νεκροταφεία και τις εκκλησιές. Έψαξαν στα βαρέλια και στα ντουλάπιά. Εσύλησαν τρεις σκελετούς για να τραβήξουν τα χρυσά τους δόντια. Μα δεν με βρήκαν. Ποτέ δεν με βρήκαν. Όχι, ποτέ δεν με βρήκαν. Ύστερα από τα πολύ σύντομα αυτά βιογραφικά, επιβάλλεται νομίζω να ρίξουμε μια ματιά στους κυριότερους σταθμούς της ποιητικής του διαδρομής. Ο Φ. Γ. Λόρκα έχοντας δεχτεί το μάθημα του Ρούμπεν Ντάριο που εισάγει στην Ισπανία τον Μπωντλαίρ και τον Βερλαίν και το μεγάλο παράδειγμα του Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, παρουσιάζει στο πρώτο του βιβλίο Libro de poemas, μια ποίηση κρυστάλλινη, γεμάτη κρυστάλλινη, γεμάτη αποχρώσεις και συγκινήσεις φιλτραρισμένες, ένα είδος ημερολογίου της ψυχής όπου εκμεταλεύεται την αγάπη του για τη γνώση, τις αναζητήσεις, το όνειρο και όπου ο ανθρωπισμός και ο χριστιανισμός συνυπάρχουν. Το ίδιο κλίμα περίπου επικρατεί και στις επόμενες συλλογές Primeras canciones και Canciones Η "Σουίτα των καθρεπτών" αποτελεί κατά κάποιο τρόπο μια μετάβαση από το " Βιβλίο ποιημάτων" στα "Τραγούδια" και είναι παραλλαγές πάνω σε ορισμένες κλασσικές εκδοχές για το αίνιγμα του κόσμου και την έννοια του χρόνου. Σ' ένα άλλο όμως βιβλίο του, το Poema del Cande hondo, όπου αναφέρονται οι κυριότερες μορφές αυτού του ποιητικού είδους (seguilla, saeta, solea, petenera), αντιτάσσει στις λεπτές αυτές και μουσικές συγκινήσεις μια τραγική απελπισία και μια βαθιά οδύνη που έρχεται από τα ερέβη των καιρών. Εδώ ο Λόρκα δεν τραγουδά. Πράγμα περίεργο. Το βιβλίο που ονομάζεται "Βαθύ τραγούδι", είναι εκείνο ακριβώς, όπου βασιλεύει η σιωπή. Έτσι σε κάποιους στίχους του κανένα δάκρυ δεν έρχεται να θολώσει τη θαυμάσια γαλήνη του αποχαιρετισμού που απευθύνει στον κόσμο ο ποιητής.
  4. 4. Τα ποιήματα "Αποχαιρετισμός" και "Αρραβώνες" που ανήκουν στα Canciones αποτελούν ένα δείγμα αυτής της τεχνικής όπου η λέξη απομένει απλή και ολόγυμνη και αφήνει στην σιωπή που την περιτυλίγει να υποβάλλει μιαν ολόκληρη σιωπή που την περιτυλίγει να υποβάλλει μιαν ολόκληρη έκταση που δεν φαίνεται και είναι ωστόσο απέραντη σαν την νύχτα, ένα βαθύ πόνο που δεν μπορεί να ειπωθεί με λόγια. Από το 1924 εως το 1930 δύο δυνάμεις διαφιλονικούν την κυριαρχία τους στην ποιητική δημιουργία του Λόρκα.. Η "Μούσα" και το "ντουέντε". Ψυχρή, φίλη της κλασσικής αρχιτεκτονικής και της καλλιτεχνικής σαφήνειας, η Μούσα αποτείνεται στη διάνοια. Το "ντουέντε", λέξη ισπανική, δυσκολομετάφραστη, είναι κάτι σαν το αρχαίο τραγικό ελληνικό δαιμόνιο, η κρυφή ψυχή των πραγμάτων, οι αστραφτερές στιγμές της ζωής, η διονυσιακή μέθη που "ξυπνάει τα βαθειά κύτταρα του έρωτα", που εχθρεύεται και που αφανίζει τις σοφές κατασκευές για να προβάλλει την τρομερή του αλήθεια, την απειλή του θανάτου, ενός θανάτου όμως που κοιταγμένος με την ερωτική ματιά της Ανδαλουσίας μοιάζει με μοίρα αλαφροίσκιωτη. Στην αρχική φάση αυτής της εσωτερικής πάλης κυριαρχεί η μούσα. Η φιλία του αφ' ενός με τον ζωγράφο Σαλβαντόρ Νταλί που είναι οπαδός των διανοητικών κατασκευών και αγαπά την σαφήνεια των μεθόδων του κυβισμού και αφ' ετέρου με τον Χόρχε Γκιλλιέν που του δείχνει την τέχνη με την οποία μπορεί να μετουσιωθεί η ζωή και να αποκτήσει την διαύγεια ενός κρυστάλλου κατά το δίδαγμα του Πωλ Βαλερύ, επηρεάζουν το Λόρκα σημαντικά. Η "Ωδή στον Σαλβαντόρ Νταλί" είναι αποτέλεσμα αυτής της επίδρασης, που καθώς αναπτύσσεται μέσα σ' έναν γεωμετρικό διάκοσμο παραμένει μια δημιουργία διανοητική, μια νεκρά φύση, μια τέχνη ποιητική, ψυχρή και άσηπτη. Στην επόμενη φάση κυριαρχεί το "ντουέντε". Η συλλογή Poeta en Nueva York ( Ο ποιητής στην Νέα Υόρκη) είναι το βιβλίο του ντουέντε. Εδώ θριαμβεύουν το άμορφο και το τρομερό. Είναι η εισαγωγή στο θάνατο. Το σογά ενορχηστρωμένο τραγούδι θρυμματίζεται. Η αποκάλυψη της τρομερής αλήθειας, η οργή και η οδύνη του ποιητή μεταφράζονται σε κραυγές φρίκης και σε μανιασμένες διαμαρτυρίες, η ασυναρτησία του κόσμου μεταφράζεται σε φραστική ασυναρτησία. Ο ποιητής καταγέλλει την παραφροσύνη της ζωής, το σκάνδαλο της ύπαρξης, την φενάκη του χρόνου. Αποσπά από τη ζωή το τραγικό μυστικό της και σαν βιγλάτορας καλεί σε συναγερμό τους ανθρώπους, τους αποκαλύπτει τη μοίρα τους. Η ζωή δεν είναι όνειρο. Σηκωθείται. Σηκωθείται. Σηκωθείται. Ανάμεσα στην ψυχρή λάμψη της "Ωδής στο Σαλβαντόρ Νταλί" και στα φλογερά σκοτάδια του "Ποιητή στη Νέα Υόρκη", ισορροπώντας τη διανοητική παγερότητα της Μούσας με την παράφορη ορμή του ντουέντε, βρίσκεται το Romancero gitano. Aλλά ας δούμε έστω και για μια στιγμή, τι είναι αυτό το περίφημο Romancero gitano ( Τσιγγάνικα τραγούδια, Τσιγγάνικες ρομάντσες ή παραλογές, για να θυμηθούμε το δημοτικό μας τραγούδι) που ξεσήκωσε ένα τέτοιο κύμα αγαλλίασης και θαυμασμού σ' όλη την Ισπανία και αργότερα σ' όλο τον κόσμο ώστε και αγράμματοι χωρικοί να ξέρουν ολόκληρες στροφές του απ' έξω. Το Romancero gitano είναι με δύο λόγια το μοναδικό παράδειγμα μιας ποιητικής γλώσσας πολύ απλής και καθάριας που θέτει στην διάθεση όλων, ακόμα και των πιο ταπεινών ανθρώπων του λαού, την πιο σοφή και ιδιόμορφη ποίηση, το μοναδικό παράδειγμα ενός ποιητή που κατορθώνει να συνταιριάζει τα πιο αντίθετα, όπου το λαικό δεν αποκλείει το πολύτιμο και που, ενώ μας προσφέρει εκπληκτικά καινούργια ποιήματα, κάποτε σχεδόν υπερρεαλιστικα, ξυπνάει μέσα μας μιά τέτοια μουσική που μας φαίνεται σα να την έχουμε
  5. 5. ξανακούσει, σαν να την ξέραμε από χρόνια. Ονόμασε ο ποιητής τις ρομάντσες αυτές τσιγγάνικες, γιατί όπως μας λέει ό ίδιος "τραγουδώ την Ανδαλουσία και ο τσιγγάνος είναι η πιο αγνή και η πιο αυθεντική εκφρασή της". " Ο θρήνος για τον Ιγνάτιο Σάντσεθ Μεχίας" αποτελεί" όπως σημειώνει ένας μελετητής του Λόρκα, ένα είδος μουσικής συμφωνίας σε τέσσερις κινήσεις. Στην πρώτη κίνηση " Η πάλη κι ο θάνατος" το ρολόι σημαίνει την αιώνια ώρα όπου ο ταυρομάχος δέχεται την μοιραία πληγή. Στη δεύτερη κίνηση "Το χυμένο αίμα" ο ποιητής ακολουθώντας τον Ιγνάτιο στην καθοδό του προς τον άδη, εγκωμιάζει την αρχοντιά του, την ομορφιά του και το θάρρος του. Στην τρίτη κίνηση "Κορμί που απόμεινε", η ασάλευτη πέτρα επιβάλλει τη σιωπή. Το λείψανο σιγά - σιγά αποσυντίθενται. Στην τέταρτη κίνηση "Ψυχή που απουσιάζει" αποχαιρετάει εκείνον που καταχωνιάζει η λησμονιά "σαν όλους τους νεκρούς που λησμονιούνται". Αλλά για τον ποιητή η μορφή του Ιγνάντιο θα μείνει για πάντα φωτεινή και αναλλοίωτη, τέτοια όπως την υμνεί στον θρήνο του. Με το τελευταίο βιβλίο του El divan del Tamarit ( Η συλλογή ποιημάτων του Ταμαρίτ), ο Λόρκα φθάνει στο αποκορύφωμα της ανθρώπινης και ποιητικής εμπειρίας του, επιστρέφοντας στις αρχαίες μαυριτανικές ρίζες της ισπανικής ποίησης, στον αραβικό λυρικό λόγο. Γι' αυτό και τα ποιήματα του El divan del Tamarit έχουν τίτλους αραβικούς όπως π.χ. κασίντα και γκασέλα, ποιητικά είδη ελεγειακά των μαυριτανών κατακτητών. Εδώ, η μούσα και το ντουέντε μεταμορφώνονται και συγχέονται. Οι πιο απλές λέξεις, οι πιο μονότονες επαναλήψεις, μια γλώσσα καθημερινή, αρκούν να μας μεταδώσουν τον πιο βαθύ εσωτερικό κραδασμό μιας ψυχής που κέρδισε την απόλυτη απογύμνωση. Εδώ πραγματοποιείται το θαύμα αυτής της ποίησης που κάνει "ν' ανοίξει κανείς τις φλέβες του". Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα μιας επιστολής του Λόρκα στον κολομβιανό ποιητή Χόρχε Θαλαμέα, όπου γράφει τα εξής:" Κάνω τώρα μια ποίηση για ν' ανοίξει κανείς τις φλέβες του, μια ποίηση που έχει κιόλας δραπετεύσει από την πραγματικότητα, με μια συγκίνηση όπου αντικατοπτρίζεται όλη μου η αγάπη για τα πράγματα και η χαρά μου μπροστά στα πράγματα. Έρωτας του θανάτου και φάρσα του θανάτου". Εδώ αποκαθίσταται, όπως γράφει ένας γάλλος κριτικός, "η τελευταία πραγματικότητα της υπαρξης που έγινε ολόκληρη ζωντανός λόγος". Μου δόθηκε η ευκαιρία και άλλοτε ν' ασχοληθώ με το Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα τόσο αναλυτικά ώστε να βρίσκομαι στη δύσκολη θέση να μη μπορώ παρά ελάχιστα να προσθέσω στη δύσκολη θέση να μη μπορώ παρά ελάχιστα να προσθέσω σήμερα και πιο πολύ να επαναλάβω όσα είπα τότε. "Η συλλογή ποιημάτων του Ταμαρίτ" αποτελείται από 12 gacelas και 9 casidas. Όπως παρατηρεί ο Andre Belamich οι cacelas αφήνουν να μαντεύει κανείς τα βάσανα και τις σπάνιες χαρές ενός απελπισμένου έρωτα. Οι cacidas μας επαναφέρουν τα αινίγματα της ζωής και του θανάτου: το παγκόσμιο κλάμα, η άμεση απειλή, οι φαντασμαγορίες του ονείρου, το χέρι που βοηθάει τον ετοιμοθάνατο, το μυστικό ρόδο, το συμβολικό κορίτσι........Σημείωνα λοιπόν σε μιαν ομιλία για την ποίηση του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, ότι σε μιαν εποχή όπου οι περισσότεροι ποιητές γράφουν χωρίς να είναι προικισμένοι με το χάρισμα να τραγουδούν και η ιλιγγιώδης τεχνική ενός κολοσσιαίου βιομηχανικού πολιτισμού απλώνει την αδυσώπητη σκιά της ακόμα και πάνω στην τέχνη, με συνέπεια την επικράτηση ενός στείρου εγκεφαλισμού, νιώθουμε μιάν υπέρτατη αγαλλίαση, όπως είπε ο Μπωντλαίρ, " η λύρα εκφράζει πραγματικά αυτή τη
  6. 6. σχεδόν υπερφυσική κατάσταση, όπου η ψυχή τραγουδά, όπου αναγκάζεται να τραγουδήσει όπως το δέντρο, το πουλί και η θάλασσα". Ο Φ. Γ. Λόρκα είναι ακριβώς μια ζωντανή επίκληση της λύρας, ένας ποιητής που γράφει όπως το πουλί τραγουδά, όπως ο άνθρωπος ανασαίνει, ένας τροβαδούρος, ένας αοιδός, που, αφού άντλησε από τους θησαυρούς του Cande hondo, του πλημμυρισμένου από το ακόρεστο πάθος και τις εκθαμβωτικές λάμψεις της Ανδαλουσίας, άνοιξε τις ίδιες τις φλέβες του για να ποτίσει με το φλογερό αίμα του όλο το υφάδι του νεώτερου ποιητικού λόγου. Είναι ακόμα ο Φ. Γ. Λόρκα "μια φυσική αστραπή", "μια ενέργεια, μια αέναη κίνηση", όπως τον χαρακτήρισε ο Πάμπλο Νερούντα, ένας ορμητικός χυμός που ξεχειλίχει μέσα από τα αδιαπέραστα φυλλώματα ενός παρθένου δάσους , άλλοτε θαυμάζοντας το χαρούμενο κελάρυσμα μιας πηγής, και άλλοτε θυμίζοντας το χαρούμενο κελάρυσμα μιας πηγής, και άλλοτε τον ψίθυρο μιας εφιαλτικής αγωνίας, μια φύση γεννημένη να εκφράσει τις πιο ζωηρές αντιθέσεις, τη φωτιά και την έξαρση της ζωής, αλλά και το μυστήριο και το ρίγος του θανάτου, έτοιμη να συντρίψει το ανθρώπινο σώμα όταν αυτό δεν είναι παρά ένα σκεπτόμενο σχήμα και να εγκαθιδρύσει μια θρησκεία της γης, τη "βασιλεία του σταχυού". Σπάνια μπορούμε να συναντήσουμε έναν άλλο ποιητή που να βρίσκεται τόσο ριζωμένος στη γενέθλια γη ( Θυμούμαι τώρα επίσης τις δικές μας σχετικά ανάλογες περιπτώσεις του Σολωμού και του Σικελιανού). Και σπάνια ένα ποιητικό έργο μπόρεσε να αποτελέσει όσο του Λόρκα, το ιδεώδες κάτοπτρο όπου ένα ολόκληρο έθνος αναγνωρίζει τον εαυτό του. Σε κάθε στίχο του δημιουργού του Romancero gitano είναι εύκολο ν' ανακαλύψει κανείς τη χειμαρώδη, εκρηκτική και καφτερή σα λάβα ηφαιστείου, παρουσία της Ισπανίας, της "βαθειάς Ισπανίας". Το τσιγγάνικο αίμα, ο θάνατος που παραμονεύει σε κάθε γωνιά, ο έρωτας σε κάθε παραθύρι, " η κιθάρα που κάνει τα ονείρατα να κλαίνε" και " όμοια με ρογαλίδα υφαίνει ένα μεγάλο άστρο", οι μεθυστικές μυρωδιές του γιασεμιού και του νάρδου, η σελήνη που κατεβαίνει απ' τον ουρανό να σαγηνέψει το παιδί, ο λάγνος πράσινος άνεμος που κυνηγάει την Παινεμένη, ο ουρανός που λάμπει πάνω από τις όχθεςς του Γκουαδαλκιβίρ, τόσες συσσωρευμένες εικόνες εικόνες αυτής της παρουσίας, όπου σμίγουν το καθημερινό με το μυθικό, το φυσικό με το υπερφυσικό, το σύγχρονο με το αρχαίο και μας οδηγούν ως την μαγεία του ονείρου και της φρεναπάτης. Η ποίηση του Λόρκα, είναι καταπληκτικά διαφορετική από εκείνη πολλών σύγχρονων ευρωπαίων ποιητών, που βρίθει απο διανοήματα και ασφυκτιά από φιλοσοφία, είναι μια ποίηση άμεση και ενστικτώδης - όχι διανοητική κατασκευή ή ποιητική ερμηνεία μιας οποιασδήποτε ιδέας - και η φιλοσοφία της, φιλοσοφία ενός ποιητή που ζει με όλο του το σώμα, που ακολουθεί, "το δρόμο του αίματος" όπως εκφράζεται με το στόμα ενός ηρωά του στο "Ματωμένο Γαμο", για να καταλήξει να βρεθεί αντιμέτωπος με το οντολογικό μυστήριο. " Μόνο το μυστήριο μας κάνει να ζήσουμε. Μόνο το μυστήριο", λέει κάπου. Έτσι μια διαδικασία απόλυτης εσωτερίκευσης κυριαρχεί σ' όλο το έργο του ποιητή και μια επιμονή για διείσδυση στις βαθύτερες ζώνες του εγώ και για ανίχνευση στοιχείων τελλουρικών που κατάγονται από τους πρώτους χρόνους της δημιουργίας. Ο Λόρκα μολονότι συνεπαρμένος από την γοητεία του απίθανου και του φανταστικού, δεν τρέφει καμιάν αυταπάτη για την ασημαντότητα της ατομικής ζωής και μένει άγρυπνος διαρκώς για να σημάνει συναγερμό και ν' αποκαλύψει στον άνθρωπο το τραγικό του πεπρωμένο. Απ' αυτόν τον μόνιμο εφιάλτη, τον πανικό, θα έλεγα του θανάτου, που έγινε αλλόφρονη οπτασία, μαύρη αυλαία, παραπέτασμα που τον καταδιώκει για να τον σκεπάσει, βρύα και
  7. 7. χόρτα που εισβάλλουν απειλητικά σαν σπαθιά να τρυπήσουν το νεκρό κεφάλι, απ' αυτό το "βαθύ πηγάδι όπου όλοι θα πέσουμε μέσα" τίποτε δεν θα μπορέσει να τον αποσπάσει. Αν στον Ράινερ Μαρία Ρίλκε ο θάνατος γίνεται οικείος και αποτελεί την αναπότρεπτη φάση μιας κυκλικής διαδρομής όπου συναντώνται το πέταγμα και η πτώση, αν στον Μότσαρτ κατακραυγάζεται από το διηνεκές εκείνο φως, lux perpetua, που ακούμε ν' αναβλύζει από κάποια μουσικά μέρη του Requiem και του Ave verum ενσταλάζοντας στην ψυχή μας μιαν υπέρτατη γαλήνη και μακαριότητα, στον Λόρκα δεν αποβάλλει ποτέ την αποτρόπαιη όψη του και την εντελώς μηδενιστική σημασία του. Ο Ιγνάτιο Σάνσεθ Μεχίας, ο θαυμαστός για την ομορφιά και την δυναμή του ταυρομάχος κι αυτός ακόμα καταχωνιάζεται από το χιόνι της λησμονιάς και της απουσίας. Αλλά και σε μιάν άλλη ευκαιρία όταν ο Λόρκα στο Μπουένος Αύρες ζει μερικές από τις πιο θριαμβευτικές στιγμές του, εξομολογείται με αυτά τα λόγια σ' έναν δημοσιογράφο. "Ο θάνατος. Α! Εισχωρεί σ' όλα τα πράγματα. Η ησυχία, η σιωπή, η γαλήνη, είναι η μαθητεία του, ο θάνατος είναι παντού. Είναι ο κυρίαρχος.....Δεν μπορώ να μείνω στο κρεββάτι με τα παπούτσια μου........μόλις κοιτάζω τα πόδια μου η αίσθηση του θανάτου με πνίγει. Τα πόδια στηριγμένα έτσι στις φτέρνες μου θυμίζουν εκείνα των νεκρών που είδα όταν ήμουνα παιδί". Μπροστά στο αδιέξοδο του θανάτου και την καταλυτική μανία του χρόνου που αποτελεί άλλωστε και το θέμα του έξοδου και τόσου ιδιόρρυθμου θεατρικού έργου του " Σαν σήμερα πέντε χρόνια", δύο τρόποι διαφυγής του απομένουν. Η να συμφιλιωθεί με τον θάνατο και να απαρνηθεί τον εαυτό του με μιαν εκούσια, γεμάτη εμπιστοσύνη εγκατάλειψη μέσα στον απεριόριστο χώρο της αιωνιότητας σύμφωνα με το δίδαγμα του Χριστιανισμού, ή να εξεγερθεί και να αγκαλιάσει με το πάθος την γήινη πραγματικότητα, τον αισθητό κόσμο, το παρόν, συμπυκνώνοντας είς το έπακρον την ολότητα του χρόνου σε μιαν έντονα βιωμένη στιγμή. Ακολουθεί τον δεύτερο τρόπο. Είναι ο δρόμος της γήινης σωτηρίας, ο δρόμος που οδηγεί στη λατρεία της γης. "Τη γη θεέ μου, τη γη αναζητώ" θα γράψει σε ένα ποιημά του. Σ' αυτήν με θρησκευτική έξαρση και στους αρχαίους θεούς της γονιμότητας θα καταφύγει μια ηρωίδα που πάσχει από στειρότητα, η Γέρμα, στο ομώνυμο θεατρικό του έργο. Η οντολογική αυτή εξαρσή του, συνοδεύεται κι από μια προσχώρηση στο ανθρώπινο και μιαν εξέργεση κοινωνικού περιεχομένου που την ενισχύει σημαντικά η διαμονή του στη Νέα Υόρκη. Κάτω από την πρόσοψη μιας απατηλής πολυτέλειας και φαντασμαγορίας που καλύπτει αυτήν την απέραντη πολιτεία, η αμείλικτη και η διεισδυτική ματιά του αναγνωρίζει αμέσως το δράμα όχι μόνο της αμερικάνικης αλλά κάθε σύγχρονης κοινωνίας, την κατάπτωση ενός πολιτισμού όπου κυριαρχεί το χρήμα και η μηχανή και σπεύδει να τον καταγγείλει σε μια συρροή εικόνων συνταρακτικών που θυμίζουν αποκάλυψη.

×