Successfully reported this slideshow.
We use your LinkedIn profile and activity data to personalize ads and to show you more relevant ads. You can change your ad preferences anytime.

Παραμύθια με αφορμή το πρόγραμμα "Ποντιακός Ελληνισμός"

122 views

Published on

Στο πλαίσιο της υλοποίησης του προγράμματος "Ποντιακός Ελληνισμός", οι μαθητές της Γ' τάξης έγραψαν τα δικά τους παραμύθια, αξιοποιώντας στοιχεία και λεξιλόγιο από τον πολιτισμό και τη γεωγραφία του Πόντου.

Published in: Education
  • Be the first to comment

  • Be the first to like this

Παραμύθια με αφορμή το πρόγραμμα "Ποντιακός Ελληνισμός"

  1. 1. 1η συμμετοχή: Ο άνδρας που έζησε έναν αιώνα πριν Βρισκόμαστε στο 1915. Τότε ήταν που ζούσε ένας άντρας που του άρεσε πολύ να παίζει με τον κεμεντζέ του όμορφα τραγούδια. Είχε γεννηθεί στην Τραπεζούντα και το όνομά του ήταν Γιάννης Κασαπακίδης. Ήταν μουσικός, γι’αυτό έπαιζε ποντιακή λύρα πολύ ωραία! Ήταν ψηλός και πάρα πολύ όμορφος. Είχε μακριά, ξανθά μαλλιά και ήταν 32 χρονών. Το όνειρό του ήταν να τραγουδήσει σε διαγωνισμό τραγουδιού. Τη γυναίκα του την έλεγαν Ιωάννα Σμαρτίδη. Ήταν όμορφη, είχε μαύρα, μακριά μαλλιά και της άρεσαν τα ζώα. Επίσης, τρελαινόταν να μαγειρεύει! Το όνειρό της ήταν να πάει σε διαγωνισμό μαγειρικής. Ο Γιάννης και η Ιωάννα ζούσαν ευτυχισμένοι μαζί και την ευτυχία τους ήρθε να συμπληρώσει ένα πολύ ευχάριστο γεγονός: η Ιωάννα ήταν έγκυος. Πίστευαν ότι τίποτε δεν μπορούσε να καταστρέψει την ευτυχία και τη χαρά που αισθάνονταν… Όμως μια μέρα ήρθαν οι Νεότουρκοι και ένας άγριος και μεγάλος διωγμός ξεκίνησε. Ο Γιάννης ήταν πολύ γενναίος, δεν τον ένοιαζε να πολεμάει και πολεμούσε πολύ σκληρά. Σε εκείνη την άσχημη εποχή γεννήθηκε το κοριτσάκι τους, η Παρθένα. Της άρεσε πολύ να παίζει ποντιακή λύρα μαζί με τον πατέρα της που της την μάθαινε από όταν ήδη πολύ μικρή. Το όνειρό της, όπως μάλλον θα μαντεύετε, ήταν να παίξει ποντιακή λύρα μαζί με τον πατέρα της σε διαγωνισμό τραγουδιού. Οι Νεότουρκοι όμως είχαν άλλα σχέδια… Συνέχιζαν να κυνηγούν τους Πόντιους που ζούσαν σε όλες τις πόλεις του Πόντου. Ώσπου την ημέρα των γενεθλίων της μικρής Παρθένας συνέβη κάτι το τραγικό. Ο αρχηγός των Νεότουρκών, ο Γιουσούφ, ήρθε κοντά στο κορίτσι και το έπιασε από τον λαιμό. Η Παρθένα φοβήθηκε πολύ και άρχισε να ουρλιάζει, ζητώντας τη βοήθεια του μπαμπά της που όρμησε και σκότωσε τον Γιουσούφ. Οι Νεότουρκοι έπεσαν σε θρήνο πολύ μεγάλο. Δεν ήταν εύκολο να επιλέξουν νέο αρχηγό, επειδή όλοι ήθελαν να πάρουν τη θέση του Γιουσούφ! Μάλωναν μεταξύ τους και τελικά αποφάσισαν να κάνουν νέο αρχηγό τους όποιον κατάφερνε να σκοτώσει περισσότερους Πόντιους… Ο Χακάν, που ήταν πιο δυνατός και πιο άγριος από τον Γιουσούφ, κατάφερε να σκοτώσει την πρώτη ώρα 5 Πόντιους και τη δεύτερη ώρα 10 Πόντιους. Την τρίτη ώρα τραυματίστηκε σοβαρά και έχασε τελικά τη ζωή του… Οι Τούρκοι θρηνούσαν και αποφάσισαν να φτιάξουν ένα άγαλμα για τον Χακάν και για τον Γιουσούφ.
  2. 2. Ο Γιάννης, όπως και όλος ο λαός των Ποντίων, είχε θυμώσει με τους Τούρκους που ήθελαν να τους εξοντώσουν. Σκεφτόταν πόσο άδικη ήταν η γενοκτονία που προσπαθούσαν να καταφέρουν! Και πιο άδικο αυτό που ακολούθησε… Μια μέρα ο Χικμέτ, ένας πολύ άγριος Νεότουρκος, όρμησε στο σπίτι του Γιάννη και της Ιωάννας, μπήκε στο δωμάτιο της Παρθένας, την άρπαξε από τον λαιμό και την έπνιξε! Σε μεγάλο θρήνο έπεσε ο Γιάννης και η Ιωάννα. Έκλαιγαν σπαρακτικά πάνω από το σώμα της κόρης τους. Τα δάκρυά τους κυλούσαν και έπεφταν στο λαιμό της. Και τότε συνέβη κάτι καταπληκτικό! Η Παρθένα συνήλθε, σαν να ξύπνησε από βαθύ ύπνο. Οργισμένος ο Γιάννης, αποφάσισε να κυνηγήσει τον Χικμέτ, να παλέψει με τους άλλους Πόντιους για την ελευθερία τους. Πάλεψε σκληρά και εξόντωσε 2.000 Νεότουρκους. Εκείνοι βέβαια εξολόθρευσαν πολλούς περισσότερους Πόντιους. Όμως είχε προσπαθήσει για τον λαό του και αυτό τον έκανε να αισθάνεται περήφανος. Ο διωγμός τελείωσε… Είχε κρατήσει 20 ολόκληρα χρόνια. Οι Νεότουρκοι είχαν νικήσει. Ωστόσο, ήθελαν μέχρι την τελευταία στιγμή να εκδικηθούν τον Γιάννη, τον οποίο ζήλευαν για το θάρρος και την τόλμη του. Έτσι, ένας από τους αρχηγούς τους, ο Μπορά, άρπαξε την Παρθένα, που πια είχε γίνει μια πολύ όμορφη κοπέλα, και την έριξε στη Μαύρη Θάλασσα να πνιγεί… Ο Γιάννης κόντεψε να τρελαθεί από τη στεναχώρια του. Ταξίδεψε μέχρι την Κερασούντα, παίζοντας με την λύρα του και θρηνώντας για τη χαμένη του αγαπημένη κόρη. Από τον πόνο που ένιωθε, έγραψε ένα τραγούδι για αυτήν. Του έδωσε τον τίτλο «Θυμήσου με!». Οι στίχοι του ήταν πολύ ρομαντικοί και πολύ συγκινητικοί: «Θυμήσου με, μωράκι μου γλυκό, θα είμαι πάντοτε μαζί σου, να με σκέφτεσαι και θα σε σκέφτομαι και εγώ. Έλα μαζί μου, θα είσαι ασφαλής!» Από τη στεναχώρια του ήθελε να βάλει τέλος στη ζωή του. Η Ιωάννα του είχε πεθάνει στη μεγάλη γενοκτονία και τώρα είχε χάσει και την πολύτιμη κόρη του. Ήθελε να πεθάνει! Γύρισε στην Τραπεζούντα, πήρε μια βάρκα και βγήκε στ’ανοιχτά… Είχε πάρει την απόφαση να συναντήσει την Παρθένα του, εκεί στον βυθό της Μαύρης Θάλασσας. (709 λέξεις)
  3. 3. 2η συμμετοχή: Η πιο αγαπημένη οικογένεια Μια φορά και έναν καιρό, κάπου στην Τραπεζούντα, ζούσε ο Πέτρος Κουτελίδης. Ήταν ωραίος, δυνατός και είχε μια μεγάλη…αδυναμία: τις γυναίκες. Ήθελε να έχει μια πανέμορφη γυναίκα. Μια μέρα, καθώς προχωρούσε στην πόλη, συνάντησε ένα σκυλάκι που είχε τραυματιστεί για τα καλά. Αμέσως αποφάσισε να πάρει το τραυματισμένο ζώο στο σπίτι του. Το λουρί του έγραφε «Πάντι». Και τότε… την είδε! Ήταν σίγουρα η πιο ωραία γυναίκα σε ολόκληρο τον κόσμο! Η γυναίκα φώναζε: «Πάντι! Πάντι! Έλα εδώ, κορίτσι μου! Επιτέλους, σε βρήκα!». Δικό της ήταν λοιπόν το σκυλάκι… Ποια ήταν; Δεν την ήξερε. Δεν την είχε ξαναδεί. -Ποια είσαι; Πώς σε λένε; τη ρώτησε ο Πέτρος. -Μαρία, του είπε εκείνη. -Πού μένεις; -Ζω στο μοναστήρι της Τραπεζούντας. Βρήκα εκεί καταφύγιο από τότε που πέθανε ο μόνος άνθρωπος που μου είχε μείνει στη ζωή, ο θείος μου. -Και πώς βρέθηκες εδώ στην πόλη; -Είχα χάσει το σκυλί μου και έφυγα από το μοναστήρι, για να το αναζητήσω. Όμως, τώρα, το βρήκα! Θα πρέπει να γυρίσω πίσω, αλλά δεν έχω χρήματα… -Κανένα πρόβλημα, της είπε ο Πέτρος σχεδόν χωρίς να το καλοσκεφτεί. Θα ζήσεις εδώ μαζί μου μέχρι να βρούμε τα χρήματα. Θα πιάσω δουλειά και θα βρω τα χρήματα που χρειάζονται για να σε γυρίσω πίσω. Πράγματι. Πέρασαν οι μέρες και ο Πέτρος με τις δουλειές που έκανε, κατάφερε να μαζέψει όσα χρήματα χρειάζονταν. -Ξέρω ότι πρέπει να φύγεις. Όμως, δεν μπορώ, σε αγάπησα πολύ! Μπορώ να έρθω μαζί σου; τη ρώτησε συγκινημένος. Έτσι, ξεκίνησαν μαζί τον δρόμο για το μοναστήρι της Τραπεζούντας. Δεν ήταν εύκολη διαδρομή, γιατί παντού παραμόνευαν Νεότουρκοι… Θα έπρεπε να προσέχουν πολύ, για να μην τους πιάσουν. Όταν λοιπόν εμφανίστηκαν μπροστά τους, άρχισαν να τρέχουν για να γλιτώσουν, τρομαγμένοι… Τους κυνήγησαν για ώρες και αναγκάστηκαν να κρυφτούν σε μια σπηλιά. Εκεί άκουσαν κλάματα μωρού! Ξαφνιασμένοι διαπίστωσαν ότι κάποιος είχε αφήσει ένα μωρό μέσα στη σπηλιά, μάλλον για να το γλιτώσει από τη μανία των Νεότουρκων.
  4. 4. Έμειναν καθισμένοι δίπλα του μέσα στη σπηλιά για ώρες. Όταν κατάλαβαν ότι ο κίνδυνος είχε φύγει, αποφάσισαν να πάρουν το μωρό μαζί τους και να συνεχίσουν τον δρόμο τους. Αυτή τη φορά όμως δεν ήταν τόσο τυχεροί… Μια ομάδα Νεότουρκων τους έπιασε. Τους έδεσαν και πήραν το μωρό… Τους απείλησαν πως αν δε δεχθούν να γίνουν Τούρκοι, θα τους κρεμούσαν το ίδιο κιόλας βράδυ. Ο Πέτρος και η Μαρία ήταν αποφασισμένοι να μη θυσιαστούν, αλλά να αγωνιστούν για την ελευθερία τους. Έτσι, το βράδυ βρήκαν ευκαιρία να το σκάσουν. Έψαχναν παντού για το μωρό και για καλή τους τύχη αναγνώρισαν το κλάμα του. Ερχόταν από ένα δωμάτιο ενός μικρού σπιτιού στην άκρη του δρόμου. Από το παράθυρο το είδαν στην αγκαλιά μιας Τουρκάλας νταντάς. Την παρακάλεσαν να τους δώσει το μωρό και εκείνη δέχθηκε. Το έσκασαν από ένα άνοιγμα του τοίχου που τους έδειξε η νταντά. Έτρεξαν προς το λιμάνι. Μπήκαν σε ένα πλοίο μαζί με πολλούς άλλους πρόσφυγες και η τύχη τούς οδήγησε στην Κερασούντα. Εκεί έκαναν τον γάμο τους και έζησαν τα τελευταία χρόνια της ζωής τους με το μωρό που είχαν βρει σε εκείνη τη σπηλιά, σαν δικό τους, ένα μωρό που μεγάλωσε με τα χρόνια και έγινε ολόκληρος άντρας. Ο Πέτρος και η Μαρία όμως δεν το άντεχαν που είχαν χάσει την πατρίδα τους. Ποτέ δεν ξέχασαν τι είχαν και τι έχασαν. Μια μέρα, ενώ κοιτούσαν μαζί το ηλιοβασίλεμα, πήραν τη μεγάλη απόφαση. Έπεσαν και πνίγηκαν, αγκαλιασμένοι, στα νερά της Μαύρης Θάλασσας. Και έγιναν τα πιο φωτεινά αστέρια που ακόμα ζουν και φωτίζουν τον ουρανό του Πόντου. (580 λέξεις)
  5. 5. 3η συμμετοχή: Οι περιπέτειες του Γιώργου Καραμίδη Μια φορά και έναν καιρό ζούσε ο Γιώργος Καραμίδης, ένα καλό παλικάρι με ένα πράσινο γιλέκ, που του το είχε δώσει δώρο για τα γενέθλιά του ο παππούς του. Το αγαπούσε πολύ και δεν το αποχωριζόταν ποτέ. Το φορούσε πάντα. Ο Γιώργος έμενε στην Κερασούντα, σε ένα μικρό φτωχικό σπίτι δίπλα στη θάλασσα, μαζί με τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Ήταν ένας πολύ καλός ναύτης και πήγαινε με τη βάρκα από το ένα μέρος στο άλλο. Μια μέρα σε ένα από τα ταξίδια του στην Τραπεζούντα, συνάντησε μια οικογένεια από τεράστια χταπόδια, που προσπαθούσαν να του βουλιάξουν τη βάρκα. Μετά από πολλή ώρα κατάφερε να νικήσει τη μαμά με το παιδί που ήθελαν να παρασύρουν τη βάρκα του στον βυθό. Είχε ακούσει από άλλους ναυτικούς και ψαράδες για αυτά τα «τέρατα» της θάλασσας που βούλιαζαν όλων των ειδών τα πλοία. Μέσα στις σκέψεις του ξεχάστηκε και ο μπαμπάς-χταπόδι βρήκε την ευκαιρία και με το μεγάλο του πλοκάμι παραλίγο να του βουλιάξει τη βάρκα. Την κατάλληλη στιγμή συνήλθε και πήρε λίγες από τις μεγάλες πέτρες που είχε στη βάρκα του για έκτακτη ανάγκη και άρχισε να τις πετάει προς το χταπόδι. Το χταπόδι όμως δε νικήθηκε. Συνέχισε να του χτυπάει τη βάρκα μέχρι που… τη βούλιαξε! Ο Γιώργος κολύμπησε μέχρι την Τραπεζούντα και εκεί αγόρασε ξύλα και ξεκίνησε να φτιάχνει μια καινούρια βάρκα. Την τελείωσε τη στιγμή που άρχιζε να νυχτώνει. Σταμάτησε και κοιμήθηκε κάτω από ένα πεύκο. Όμως, ο ύπνος δεν τον έπαιρνε. Σκεφτόταν συνέχεια την οικογένειά του και το σπίτι του. Όταν ξημέρωσε, αγόρασε λίγα μήλα από την αγορά και λίγο νερό και συνέχισε το ταξίδι του προς τα Σούρμενα. Στο ταξίδι του, κάπου στη μέση της διαδρομής, είδε στο νερό κάτι που έμοιαζε με πτερύγιο, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει ακριβώς τι ήταν. Όταν κοίταξε λίγο καλύτερα, κατάλαβε ότι ήταν κάτι μεγάλο, ένα κοπάδι από καρχαρίες που έρχονταν καταπάνω του! Ο Γιώργος χτύπησε γρήγορα τα κουπιά του και προσπάθησε να τους ξεφύγει, όμως δεν τα κατάφερε, γιατί τον κυνηγούσαν με τα στόματα ανοιχτά, για να καταπιούν αυτόν και… τη βάρκα του! Τελικά, βρήκε ένα σίδερο μέσα στη βάρκα και άρχισε να χτυπάει όποιον καρχαρία τον πλησίαζε από το κοπάδι. Όταν επιτέλους τους σκότωσε όλους τους καρχαρίες – με τον τελευταίο δυσκολεύτηκε πολύ, αλλά στο τέλος τα κατάφερε – συνέχισε το ταξίδι του προς τη Σινώπη. Όταν έφτασε, είδε έναν γέροντα και τον ρώτησε, αν υπήρχε εκεί κοντά κάποια καλύβα, όπου θα μπορούσε να μείνει για ένα βράδυ. Ο γέροντας του
  6. 6. είπε ότι θα μπορούσε να τον φιλοξενήσει σε μια δική του καλύβα για εκείνη τη νύχτα. Ο Γιώργος προσπαθούσε να κοιμηθεί, όμως δεν μπορούσε… Το επόμενο πρωί έδωσε τα κλειδιά της καλύβας στον γέροντα και πήγε στην αγορά να αγοράσει μια φραντζόλα ψωμί και λίγο νερό. Ύστερα πήρε τη βάρκα του και συνέχισε το ταξίδι του προς το σπίτι του. Στη μέση του ταξιδιού, ωστόσο, δεν ένιωθε πολύ καλά. Τον πόναγε το κεφάλι του αφάνταστα και ξαφνικά έπεσε λιπόθυμος από τη βάρκα του. Κάποια στιγμή ξύπνησε. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τι είχε συμβεί. Κοίταξε γύρω του. Βρισκόταν σε ένα έρημο νησί. Πείναγε πολύ και δεν έβρισκε φαγητό. Κοιτάζοντας προς τα πάνω, είδε πως οι φοίνικες ήταν γεμάτοι με καρύδες. Σκαρφάλωσε σε έναν από αυτούς, πήρε μια καρύδα και την έφαγε με λαιμαργία. Ένιωθε απελπισία. Είχε χάσει τη βάρκα του και δεν μπορούσε να γυρίσει στην πατρίδα του κολυμπώντας. Ξαφνικά το γιλέκ του άρχισε να φωτίζει με μια περίεργη λάμψη και εμφανίστηκε μπροστά στα έκπληκτα μάτια του μια καινούρια βάρκα. Ο Γιώργος ανέβηκε γρήγορα στη βάρκα και συνέχισε το ταξίδι του για τον γυρισμό. Όταν επιτέλους έφτασε, άνοιξε την πόρτα και ένιωσε τεράστια χαρά και συγκίνηση που είδε όλη του την οικογένεια να είναι εκεί. Τους αγκάλιασε όλους σφιχτά και έμεινε κοντά τους για πάντα. Έζησε αυτός καλά και εμείς καλύτερα και δεν ξέχασε ποτέ την περιπέτεια που έζησε στα νερά της Μαύρης Θάλασσας. (645 λέξεις)
  7. 7. 4η συμμετοχή: Ο Μιχαήλ και η πατρίδα του Υπήρχε κάποτε μια περιοχή, που λεγόταν Πόντος. Εκεί ζούσε ειρηνικά ένας λαός. Εκεί έπαιζαν χαρούμενα και ανέμελα κάποια παιδιά. Μια μέρα ένα αγόρι, που το έλεγαν Μιχαήλ Μαυρίδη, έχασε την μπάλα του, ενώ έπαιζε ποδόσφαιρο. Την κυνηγούσε, για να την πιάσει, αλλά εκείνη όλο και κατρακυλούσε, ώσπου πέρασε τα σύνορα των Τούρκων. Η μπάλα σταμάτησε έξω από το αρχηγείο του Τούρκου Πασά. Πλησιάζοντας για να την πιάσει, ο Μιχαήλ άκουσε τον Πασά να λέει στους αξιωματούχους του ότι την επόμενη μέρα θα ξεκινούσε ο εκτουρκισμός των Ποντίων. Από τον φόβο του, ο Μιχαήλ ξέχασε την μπάλα του και έτρεξε γρήγορα προς την πατρίδα του. Μόλις έφτασε στην πόλη του, ανέβηκε στο πιο μεγάλο μοναστήρι και άρχισε να χτυπά δυνατά την καμπάνα φωνάζοντας: «Αύριο οι Τούρκοι θα ξεκινήσουν πόλεμο!». Τρομαγμένοι όλοι οι Πόντιοι της πόλης μπήκαν στα σπίτια τους και άνοιξαν τις βαλίτσες τους: έβαλαν μέσα τα γιλέκ, τα καμίς, τις ζίπκες, τα σαλβάρ, τις ζουπούνες και τα ταπελίκια τους. Ήθελαν να φύγουν, να γλιτώσουν. Κάποιοι, οι περισσότεροι, είχαν πιστέψει τα λόγια του Μιχαήλ. Κάποιοι άλλοι Πόντιοι δεν τον πίστεψαν. Ο Μιχαήλ τους πρότεινε να ταξιδέψουν προς τη Ρωσία. Ο ίδιος θα έμενε πίσω να αγωνιστεί με τους υπόλοιπους Πόντιους. Οι Τούρκοι, βγαίνοντας από το αρχηγείο τους, είδαν την μπάλα του Μιχαήλ και κατάλαβαν πως κάποιος είχε ακούσει τα μυστικά τους σχέδια. Ο Πασάς πήρε την μπάλα στα χέρια του και είδε ότι έγραφε πάνω ένα όνομα: «Μιχαήλ Μαυρίδης». Θύμωσε πάρα πολύ και διέταξε τον στρατό του να αναζητήσει τον Μιχαήλ και να ξεκινήσει τον εκτουρκισμό των Ποντίων. Την επόμενη μέρα, ο Μιχαήλ ξύπνησε και έντρομος είδε το χωριό του να καίγεται. Προσπάθησε να ξεφύγει από τη φωτιά. Μαζί του έτρεχαν όλοι οι κάτοικοι της πόλης που είχε τυλιχτεί στις φλόγες. Πήγε προς την Τραπεζούντα, αλλά οι Τούρκοι ανακάλυψαν τα «ίχνη» του και τον ακολούθησαν. Στην Τραπεζούντα, ο Μιχαήλ, γεμάτος φόβο και αγωνία, ενημέρωσε τους Πόντιους της πόλης ότι οι Νεότουρκοι πλησίαζαν. Όλοι μαζί κατέστρωσαν ένα σχέδιο: να κάνουν τάχα ότι είχαν πεθάνει. Όταν όμως οι Τούρκοι μπήκαν στην πόλη, κατάλαβαν τι είχε συμβεί και συνέλαβαν όλους τους Πόντιους της πόλης. Αν πιστεύετε ότι κατάφεραν να γλιτώσουν από τα χέρια των Νεότουρκων, γράψτε εσείς ένα ευχάριστο τέλος για αυτήν την ιστορία… (370 λέξεις)
  8. 8. 5η συμμετοχή: Το μεγάλο ταξίδι της Χρύσας Μια φορά και έναν καιρό, ζούσε μια γυναίκα, η Χρύσα, με τον άντρα της, τον Πέτρο. Το όνομά τους ήταν Αμανατίδη και είχαν τρία παιδιά: τον Νικόλα, την Ελίζα και την Ιωάννα. Ο Νικόλας ήταν ο μεγαλύτερος, η Ελίζα ήταν η μεσαία και η Ιωάννα η μικρότερη. Ζούσαν σε ένα φτωχικό σπιτάκι στα Σούρμενα. Μία μέρα, η μητέρα έπρεπε να πάει στο δάσος να μαζέψει ξύλα. Όμως, ύστερα από λίγη ώρα, κατάλαβε πως είχε χαθεί, ενώ είχε αρχίσει να κρυώνει κιόλας. Φορούσε μόνο ένα καμίς, μία ζουπούνα και ένα σαλβάρ… «Αχ, κρυώνω τόσο πολύ!», μονολογούσε. Δεν ήξερε πώς να γυρίσει στο σπίτι και η οικογένειά της σίγουρα θα ανησυχούσε πολύ. Εκείνη τη στιγμή, είδε μια καλύβα. Δεν αντιστάθηκε και χτύπησε την πόρτα. Άνοιξε μια γυναίκα, που όπως έμαθε μετά, την έλεγαν Αλίκη. -Μπορώ να περάσω τη νύχτα μου εδώ; Δεν έχω φαγητό και έχω χαθεί, είπε όλο αγωνία η Χρύσα. -Πέρασε μέσα!, είπε η γυναίκα. Η Χρύσα ανακουφίστηκε από την απάντηση και μπήκε μέσα στην καλύβα. Μετά από λίγη ώρα, ένας άντρας χτύπησε την πόρτα. Η Αλίκη φοβισμένη είπε στη Χρύσα: «Κρύψου γρήγορα! Ήρθε ο άντρας μου ο γίγαντας!». Η Χρύσα σοκαρίστηκε και πήγε να κρυφτεί μέσα στο μπάνιο. Ύστερα από λίγο άκουσε πως ο γίγαντας ήθελε να κάνει ένα μπάνιο. Γρήγορα γρήγορα κρύφτηκε μέσα στα ντουλάπια του μπάνιου, που ήταν αρκετά ευρύχωρα. Μόλις ο γίγαντας μπήκε στην μπανιέρα, βρήκε η Χρύσα την ευκαιρία να βγει έξω. -Σε παρακαλώ, μπορείς να μου δώσεις ένα παλτό και λίγο φαγητό για τον δρόμο; ρώτησε η Χρύσα την Αλίκη. Εκείνη δέχτηκε με χαρά και της πρότεινε να φύγει από την πίσω πόρτα της καλύβας. Η Χρύσα φόρεσε το παλτό, έβαλε το φαγητό σε ένα σακουλάκι κι έφυγε βιαστικά. Αφού περπάτησε αρκετά μέσα στο δάσος, βρέθηκε σε ένα ξέφωτο. Βρήκε λίγα ξύλα και αποφάσισε να ανάψει φωτιά και να περάσει εκεί τη νύχτα. Το πρωί, μόλις ξύπνησε, σκέφτηκε πως έπρεπε να βρει τον δρόμο για το σπίτι της. Τα παιδιά της θα είχαν τρελαθεί από την αγωνία και τη στενοχώρια. Διάλεξε όμως λάθος κατεύθυνση, ενώ όσο προχωρούσε σκοτείνιαζε όλο και περισσότερο. Κρύωνε και φοβόταν. Ξαφνικά άκουσε έναν θόρυβο. Γύρισε και ταράχτηκε. Έβλεπε τα παιδιά της, την Ελίζα και την Ιωάννα ή είχε παραισθήσεις; Κι όμως κάποιος ήταν εκεί!
  9. 9. Μια στιγμή της πήρε για να καταλάβει πως ο θόρυβος που ακουγόταν ήταν τα βήματα του γίγαντα που είχε βγει να περπατήσει και να πάρει λίγο καθαρό αέρα. Τρομαγμένη η Χρύσα άρχισε να τρέχει πριν τη δει και αποφάσισε να κρυφτεί πίσω από έναν θάμνο. Όταν αισθάνθηκε πως ο κίνδυνος είχε περάσει, βγήκε από την κρυψώνα της και άρχισε πάλι να περπατάει προς το… άγνωστο. Δεν έβρισκε πουθενά καταφύγιο. Τη στιγμή εκείνη είδε ένα γιγάντιο κάστρο, κατευθύνθηκε προς τα εκεί, χτύπησε την πόρτα, αλλά δεν της άνοιξε κανείς, προσπάθησε να μπει μέσα, σπρώχνοντας την πόρτα με όση δύναμη είχε, όμως δεν τα κατάφερε. Τελικά, ψάχνοντας βρήκε ένα κλειδί κάτω από το χαλί. Ξεκλείδωσε την πόρτα και αυτό που αντίκρισε την ξάφνιασε και ταυτόχρονα την τρόμαξε πάρα πολύ. Στο βάθος του διαδρόμου ήταν ένας γίγαντας, ολόιδιος με τον γίγαντα της καλύβας. Δίπλα του στεκόταν μια γυναίκα που του έλεγε: «Έλα, ετοιμάσου να πάμε για επίσκεψη στον αδερφό σου τον Μανόλη». Η Χρύσα κατάλαβε πως αυτός ήταν ο δίδυμος αδερφός του γίγαντα που είχε δει και από τον οποίο είχε καταφέρει να γλιτώσει. Στα μάτια της και αυτός φαινόταν το ίδιο κακός και άγριος. Όταν ο γίγαντας και η γυναίκα του έφυγαν από το κάστρο, η Χρύσα ήταν τόσο κουρασμένη που αποφάσισε να κοιμηθεί στο κρεβάτι του γίγαντα. Όταν ξύπνησε, ένιωθε πια ξεκούραστη. Πήρε και πάλι τον δρόμο της επιστροφής και ύστερα από λίγο είδε μπροστά της μια πινακίδα που έλεγε «Σούρμενα». Κατάλαβε όλο χαρά και ενθουσιασμό πως επιτέλους είχε φτάσει στο σπίτι της. Και ναι! Αυτός εκεί μπροστά της ήταν ο γιος της ο Νικόλας. Αυτήν τη φορά δεν είχε παραισθήσεις! Αμέσως μετά είδε τις κόρες της και τον άντρα της. Χαρούμενοι και συγκινημένοι αγκαλιάστηκαν. Έφαγαν, ήπιαν, τραγούδησαν και η Χρύσα τους διηγήθηκε τις περιπέτειές της. Την επόμενη μέρα, άκουσε χτυπήματα στην πόρτα. Όταν άνοιξε, είδε μπροστά της έκπληκτη, εκεί πάνω στο χαλί της εισόδου, ένα σακί. Το άνοιξε και τι να δει! Χρυσά νομίσματα! Φώναξε τον άντρα της που γεμάτος απορία τη ρώτησε: -Ποιος να μας τα άφησε; Η Χρύσα κοίταξε καλύτερα το σακί. Είδε τότε ένα σημείωμα που έλεγε «Από τη γυναίκα του γίγαντα Μανόλη». Με τα χρήματα σκέφτηκε να αγοράσει φαγητό και ρούχα για τα παιδιά της και για τον άντρα της. Πήγε στην αγορά και αγόρασε ό,τι χρειαζόταν. Λίγο καιρό αργότερα αγόρασαν και ένα μεγαλύτερο σπίτι και έζησαν από τότε πλουσιότεροι και πολύ ευτυχισμένοι. (771 λέξεις)
  10. 10. 6η συμμετοχή: Η χαμένη Ατλαντίδα Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στην Τραπεζούντα ένας πολύ καλός ναυτικός, ο Μάνθος Τριγωνίδης. Είχε μια μεγάλη οικογένεια με πέντε παιδιά, τον Κώστα, τον Νίκο, τη Λέιλα, τη Βιολέτα και τη Μαρία, που ήταν η μεγαλύτερη. Τη γυναίκα του την έλεγαν Τρυγόνα. Κάθε μέρα, όταν ξυπνούσε, φορούσε το καινούριο του γιλέκ, το καμίς και τη ζίπκα του και πήγαινε στη θάλασσα, σε ένα πολύ αγαπημένο του μέρος, τη χαμένη Ατλαντίδα, την πατρίδα του πατέρα του, που είχε βουλιάξει και χαθεί στα πολύ βαθιά νερά της Μαύρης Θάλασσας. Πήγαινε κάθε μέρα, τη θαύμαζε συγκινημένος, επειδή ήταν πολύ όμορφη και πολύ μυστηριώδης. Λίγο καιρό μετά, σε μια από τις συνηθισμένες επισκέψεις του, είδε έντρομος μια μεγάλη ομάδα Τούρκων που είχαν πάει στο αγαπημένο του μέρος, είχαν βουτήξει στα βαθιά νερά του Εύξεινου Πόντου και προσπαθούσαν με εκσκαφείς να αρπάξουν κομμάτια της χαμένης Ατλαντίδας. Ανήσυχος και τρομαγμένος επέστρεψε στο σπίτι του να πει τα τραγικά νέα στην οικογένειά του και στους άλλους κατοίκους της πόλης του. Διαπίστωσε όμως πως όλοι είχαν φύγει. Έμεινε έκπληκτος και αναρωτήθηκε πού είχαν πάει όλοι τώρα που είχαν ένα τόσο σημαντικό πρόβλημα. Σκέφτηκε να πάει στο δημαρχείο και να ενημερώσει τον δήμαρχο. Όταν όμως έφτασε εκεί, είδε ξαφνιασμένος ότι στη θέση του κτιρίου υπήρχε ένας τεράστιος κεμεντζές που πάνω του έγραφε ένα μήνυμα, το οποίο δεν φαινόταν καθαρά και ο Μάνθος δεν μπορούσε να το διαβάσει. Κατόπιν, θυμήθηκε το όνειρο που είχε δει την προηγούμενη νύχτα και που αρχικά δεν του είχε δώσει καμία σημασία: ένα σύννεφο που του μιλούσε με ανθρώπινη φωνή και του έλεγε «Μάνθο, να προσέχεις τη λύρα του δημαρχείου, να προσέχεις…». Προβληματισμένος, γύρισε στο σπίτι του και προσπάθησε να ξεκουραστεί λίγο. Τον πήρε ο ύπνος και το ίδιο σύννεφο τον επισκέφτηκε και πάλι στο όνειρό του: «Κοίτα πάνω στη λύρα το μήνυμα που γράφει!», του έλεγε. «Μα δεν καταλαβαίνω τι γράφει», αποκρινόταν εκείνος. Τότε το σύννεφο, πρόθυμο να τον βοηθήσει, τον συμβούλεψε να προσπαθήσει να διαβάσει τα γράμματα με έναν μεγεθυντικό φακό, βουτηγμένο στα νερά της Μαύρης Θάλασσας. Το σύννεφο χάθηκε και ο Μάνθος ξύπνησε ξαφνιασμένος. Έτρεξε γρήγορα στο ντουλάπι, πήρε τον μεγεθυντικό του φακό και κατευθύνθηκε προς τη θάλασσα. Βούτηξε τον φακό στο νερό και κατόπιν κατευθύνθηκε προς το δημαρχείο. Έβαλε τον μεγεθυντικό φακό στα γράμματα του μηνύματος που ήταν χαραγμένο πάνω στον κεμεντζέ και διάβασε: «Αυτή η λύρα είναι μαγική!».
  11. 11. Βάζοντας όλη τη δύναμή του, προσπάθησε να σηκώσει την λύρα από τη βάση της. Ήθελε να πάει στην κλεμμένη χαμένη Ατλαντίδα και να την βάλει σαν έκθεμα στο Ποντιακό Αρχαιολογικό Μουσείο για να τη θαυμάζουν όλοι οι κάτοικοι του Πόντου. Αναζητούσε τα κλεμμένα κομμάτια της χαμένης Ατλαντίδας και του φαινόταν σαν η λύρα να του δείχνει τον δρόμο που θα έπρεπε να ακολουθήσει. Πράγματι ύστερα από κάμποσες ώρες αντίκρισε μπροστά του γνώριμα μέρη από την αγαπημένη του Ατλαντίδα. Τη στιγμή εκείνη άκουσε μέσα στο κεφάλι του μια φωνή που του έλεγε ψιθυριστά: «Σήκωσε τη λύρα ψηλά!». Έτσι κι έκανε. Στο σήκωμα της λύρας ψηλά στον αέρα, μια πολύ φωτεινή λάμψη βγήκε από τη θάλασσα και ένα πελώριο κύμα τον σκέπασε ολόκληρο. Μουσκεμένος, όπως ήταν, αποφάσισε να γυρίσει πίσω στο σπίτι του. Κρύωνε και ήθελε να αλλάξει ρούχα. Έτσι κι έγινε. Ήθελε να ξαναγυρίσει πάλι πίσω στο αγαπημένο του μέρος, κοντά στη χαμένη Ατλαντίδα, αλλά η φωνή στο κεφάλι του τον «επισκέφτηκε» και πάλι: «Πήγαινε στο Μουσείο», του είπε με δυνατή φωνή αυτήν τη φορά. Ο Μάνθος κατευθύνθηκε προς το μουσείο. Μπροστά στα έκπληκτα μάτια του βρισκόταν μεγαλόπρεπη ολόκληρη η χαμένη Ατλαντίδα, το ομορφότερο και πιο επιβλητικό μέρος όλου του κόσμου. Χρειάστηκε λίγα λεπτά, για να καταλάβει πως η φωτεινή λάμψη της προηγούμενης μέρας είχε μεταφέρει την Ατλαντίδα στο μουσείο. Όλοι όσοι ήταν εκεί τη θαύμαζαν και την κοιτούσαν με ανοιχτό στόμα. Εκεί ήταν και η οικογένεια του Μάνθου. Όλοι μιλούσαν για θαύμα. Όμως ο Μάνθος ήξερε την αλήθεια. Από τότε έγινε γνωστός σε ολόκληρο τον Πόντο μα και σε ολόκληρο τον κόσμο! (651 λέξεις)
  12. 12. Μια ζωή, μια ιστορία, ένας πολιτισμός… «Μια φορά κι έναν καιρό σε έναν κόσμο μακρινό, στην Τουρκία, κοντά στα Σούρμενα, κατοικούσαν οι Τούρκοι. Φορούσαν ωραία ρούχα, όπως σαλβάρ, ζουπούνες και ταπελίκια. Στην αρχή, οι κάτοικοι του Πόντου ζούσαν αρμονικά με τους Τούρκους…» Έτσι ξεκινούσε η ιστορία που διάβαζαν τα δύο παιδιά, η Ελένη και ο Νίκος. -Μα για μια στιγμή, Ελένη! Δεν είναι αυτή η ιστορία!, είπε ο Νίκος. -Έχεις δίκιο, Νίκο. Όλα ανάποδα τα λέει… Όλα λάθος!, φώναξε η Ελένη. -Ελένη, κάτι πρέπει να κάνουμε γι’αυτό. Αλλά τι; αναρωτήθηκε εκείνος και τότε η Ελένη κοιτάζοντας ένα περίεργο μηχάνημα που σαν από θαύμα εμφανίστηκε μπροστά τους, είπε: -Νίκο, κοίτα εκεί! Μοιάζει με χρονομηχανή! Τι λες να μπούμε; Έτσι, η Ελένη και ο Νίκος μπήκαν μέσα στη μηχανή του χρόνου και βρέθηκαν στον Πόντο, την πατρίδα των Πόντιων. Μόλις ξεκινούσε για τα δύο παιδιά ένα όμορφο ταξίδι γνώσης… Πριν από πολλά χρόνια, λοιπόν, οι Έλληνες πήγαν στην Κωνσταντινούπολη και κατάκτησαν πολλές ακόμα περιοχές εκεί κοντά (τη Σινώπη, την Κερασούντα, τη Σαμψούντα και τα Σούρμενα, μια πόλη που τώρα πια ονομάζεται Ελληνικό). Αυτές τις πόλεις τις ονόμασαν Πόντο και βρίσκονταν πολύ κοντά στην Τουρκία. Ζούσαν ευτυχισμένα και αρμονικά, μαζί με τους Τούρκους, χόρευαν, γλεντούσαν και έκαναν πολλές γιορτές. Δε φορούσαν συνηθισμένα ρούχα σαν τα δικά μας, αλλά κυκλοφορούσαν φορώντας ζίπκες, καμίς, σαλβάρ και ζουπούνες. Ώσπου κάποια μέρα ήρθαν οι Μουσουλμάνοι και κατέστρεψαν τον Πόντο. Έπαιρναν τους Πόντιους και τους έκαναν Μουσουλμάνους. Όποιος αντιδρούσε, τον σκότωναν. Οι Πόντιοι στεναχωρημένοι έβλεπαν τους δικούς τους ανθρώπους να πεθαίνουν ένας-ένας… Αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους, για να σωθούν. Χιλιάδες Πόντιοι ξεσπιτώθηκαν, πολλοί πέθαναν, πολλοί ήταν αυτοί που έμειναν πίσω… Στις καινούριες τους πατρίδες, όπου ζήτησαν καταφύγιο, συχνά νοσταλγούσαν τον Πόντο που έχασαν και έπαιρναν τον κεμεντζέ, τραγουδώντας λυπητερά τραγούδια για τη χαμένη τους πατρίδα. Με το λιγοστό φαγητό που είχαν και με όση δύναμη τους είχε μείνει, έκαναν κάθε βράδυ μια ευχή, σαν έβλεπαν ένα πεφταστέρι στον ουρανό. Να γυρίσουν κάποτε στη δική τους πατρίδα…
  13. 13. Λίγο πριν μπουν στη χρονομηχανή τους, ο Νίκος και η Ελένη επισκέφτηκαν το καρναβάλι που οι Πόντιοι το γιόρταζαν κάθε χρόνο την περίοδο της Αποκριάς. Γινόταν σε πολλές πόλεις, όπως στη Σινώπη, την Κερασούντα, τη Σαμψούντα και τα Σούρμενα, αλλά και αλλού σε περιοχές γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα. Στο καρναβάλι έπαιρναν μέρος πολλοί Πόντιοι. Φορούσαν άσπρα καμίς, κόκκινα γιλέκ, μαύρες ζίπκες και έπαιζαν κεμεντζέ. Οι γυναίκες φορούσαν μία ζιπούνα και ένα ταπελίκι ή ένα σαλβάρ με ένα καμίς. Υπέροχα τα πέρασαν! Κουρασμένοι πια, η Ελένη και ο Νίκος μπήκαν στη χρονομηχανή τους και επέστρεψαν στο σπίτι. Μόλις έφτασαν, άνοιξαν και πάλι εκείνο το βιβλίο της ιστορίας. Όλα ήταν τώρα γραμμένα σωστά, κανονικά. Το βράδυ τα παιδιά πήγαν για ύπνο και σίγουρα θα είδαν ωραία όνειρα. (450 λέξεις)

×