Συνέντευξη με τηνκυρία Μαρία Γαβρίλη Νικολαΐδη (πόλεμος – κατοχή – απελευθέρωση – μεταπολεμικοί
Αμπελόκηποι). Συντακτική και Φωτογραφική ομάδα Εργαστηρίου Πληροφορικής 56
ου
Γυμνασίου Αθήνας -1-
Προφορικές Μαρτυρίες
(πόλεμος – κατοχή – απελευθέρωση
– μεταπολεμικοί Αμπελόκηποι)
Συνέντευξη με την
κυρία Μαρία Γαβρίλη Νικολαΐδη
56ο
Γυμνάσιο Αθήνας
Συντακτική και Φωτογραφική ομάδα Εργαστηρίου Πληροφορικής
Σχολικό έτος: 2015-2016
2.
Συνέντευξη με τηνκυρία Μαρία Γαβρίλη Νικολαΐδη (πόλεμος – κατοχή – απελευθέρωση – μεταπολεμικοί
Αμπελόκηποι). Συντακτική και Φωτογραφική ομάδα Εργαστηρίου Πληροφορικής 56
ου
Γυμνασίου Αθήνας -2-
Η συνέντευξη σε παραγράφους
Όπως μας είπε η κυρία Μαρία Γαβρίλη - Νικαολαΐδη:
Το βίντεο βρίσκεται στη σελίδα:
https://www.youtube.com/watch?v=lh9U5OjeRhA&feature
=youtu.be
Όταν έγινε η κήρυξη του πολέμου ήταν 4 ετών και γι’ αυτό δεν έχει έντονες
αναμνήσεις. Θυμάται ότι υπήρχε μια κινητικότητα και ανησυχία μέσα στο σπίτι. Ο
πατέρας της είχε έρθει από την Κωνσταντινούπολη και είχε κάνει αρκετά
επαγγέλματα για να ζήσει την οικογένειά του. Είχε παντρευτεί την Δάφνη, μια από
τις κόρες του γλύπτη Μπονάνου, και είχε καταφέρει να έχει 2-3 φορτηγά για
μεταφορές. Του τα πήραν, όμως, οι Γερμανοί και τα έκαναν οδοφράγματα, τα οποία
ανατινάχτηκαν. Αυτήν ήταν η πρώτη μεγάλη καταστροφή για την οικογένεια. Ήταν
κάτι πάρα πολύ έντονο για την εξαμελή οικογένεια (γονείς και τέσσερα παιδιά).
Περισσότερο «έζησε» ως παιδί την καταστροφή αυτή, τις συνέπειες της κήρυξης
του πολέμου, παρά τον ίδιο τον πόλεμο και τη Γερμανική κατοχή. Έβλεπε κάποιος
φορές, όταν έβγαινε έξω, κάποιον ντυμένο Γερμανό αλλά αυτό ήταν πολύ μακρινό.
Πρώτα ήταν η επαγγελματική καταστροφή της οικογένειας.
3.
Συνέντευξη με τηνκυρία Μαρία Γαβρίλη Νικολαΐδη (πόλεμος – κατοχή – απελευθέρωση – μεταπολεμικοί
Αμπελόκηποι). Συντακτική και Φωτογραφική ομάδα Εργαστηρίου Πληροφορικής 56
ου
Γυμνασίου Αθήνας -3-
Γεννήθηκε στην οδό Αργολίδος 30, στους Αμπελόκηπους Αθήνας σε μια
μονοκατοικία. Γεννήθηκε μέσα στο σπίτι με μαμή –όπως γεννιόντουσαν όλα τα παιδιά
την εποχή εκείνη. Στην περιοχή αυτή πέρασε τα παιδικά της χρόνια. Από το 1936
μέχρι και το 1953 έζησε εκεί. Από το 1953 μένει στην οδό Καραβαγγέλη στους
Αμπελόκηπους Αθήνας.
Όλη η Αργολίδος, μεταξύ Βελεστίνου και Λουίζης Ριανκούρ, ήταν γεμάτη με
μονοκατοικίες. Μόνο στη γωνία Λουίζης Ριανκούρ και Αργολίδος ήταν ένα
μαρμαρογλυφείο που έφτιαχνε μνήματα, νεροχύτες …. Το είχε ένας Ιταλός που είχε
χτίσει και το μοναδικό διώροφο στην Αργολίδος. Οι υπόλοιπες μονοκατοικίες ήταν
μονώροφες με κήπους που είχαν γιασεμιά, βερυκοκιά (για να έχουν φρούτα το
καλοκαίρι) κλπ.
Το σπίτι τους είχε ένα μεγάλο δωμάτιο που κοιμούνταν και τα τέσσερα κορίτσια της
οικογένειας. Το μπάνιο έγινε σταδιακά –δεν υπήρχε στην αρχή. Η ζέστη γινόταν με
μια ξυλόσομπα στον κεντρικό διάδρομο του σπιτιού. Στο σπίτι υπήρχε ακόμα το
σαλόνι και η τραπεζαρία, το υπνοδωμάτιο των γονιών. Η τραπεζαρία ήταν το βορεινό
δωμάτιο στο οποίο δεν πήγαιναν οι μικρές αδελφές, για να μην παίζουν και κάνουν
ακαταστασίες. Το είχαν κλειστό και το έλεγαν «το ψυγείο». Υπήρχε και η κουζίνα.
Αργότερα προστέθηκαν δύο – τρία δωμάτια στον κήπο (υπήρχε χώρος) για το
πλύσιμο ρούχων.
Το 1994 η περιοχή τους, και ειδικά ο δρόμος τους, είχε την κακή τύχη να βρεθεί
στην ενδιάμεση ζώνη μεταξύ Εγγλέζων που βρισκόντουσαν παρατεταγμένοι στην
Κηφισίας και κομμουνιστών που είχαν καταλάβει τα Τουρκοβούνια. Οι αντάρτες που
ήταν στα Τουρκοβούνια είχαν ανοίξει τρύπες στους τοίχους των σπιτιών για να
μετακινούνται χωρίς να τους βλέπουν οι Εγγλέζοι που έλεγχαν τους δρόμους. Είχαν
δε χρησιμοποιήσει όλους τους παλιούς νεροχύτες του μαρμαρογλυφείου για να τους
χρησιμοποιήσουν ως προφύλαξη για να ρίχνουν προς τους Εγγλέζους που ήταν στην
Κηφισίας. Θυμάται ότι όταν ήθελαν να πάνε στο απέναντι σπίτι, που είχε επίσης
παιδιά, για να παίξουν, τους έλεγε η μητέρα τους να τους πουν να σταματήσουν να
πυροβολούν ώστε να μπορέσουν να περάσουν, και σταματούσαν τους πυροβολισμούς
για να περάσουν.
Τους κάλυκες που έπεφταν τους χρησιμοποιούσαν για να παίζουν. Το πιο οδυνηρό
ήταν ότι κάποια μέρα πήγαν να ζητήσουν τον πατέρα της για να τον πάρουν. Η
μητέρα της χρειάστηκε να πει ψέματα ότι δεν ήταν εκεί. Ήταν τέτοιο το σοκ για
εκείνη που από τότε άρχισαν να ασπρίζουν τα μαλλιά της. Μετά και από αυτό
αποφάσισαν να μαζέψουν τα πράγματά τους και να μετακινηθούν, προσωρινά, στην
Αργολίδος κοντά στην Κηφισίας, σε ένα οικογενειακό σπίτι, του στρατηγού Ράλλη.
Έμεινε όλη η οικογένεια σε ένα δωμάτιο. Δίπλωσε τα υπάρχοντά της σε άσπρα
4.
Συνέντευξη με τηνκυρία Μαρία Γαβρίλη Νικολαΐδη (πόλεμος – κατοχή – απελευθέρωση – μεταπολεμικοί
Αμπελόκηποι). Συντακτική και Φωτογραφική ομάδα Εργαστηρίου Πληροφορικής 56
ου
Γυμνασίου Αθήνας -4-
σεντόνια και με άσπρα σημαιάκια μετακινήθηκαν. Στο σπίτι τους δεν μπορούσαν,
πλέον, να μείνουν, γιατί είχαν αρχίσει να τους παίρνουν τα υπάρχοντα. Για
παράδειγμα, τα παντζούρια για να τα χρησιμοποιήσουν για να ζεσταθούν… Υπήρχε
φόβος και δεν μπορούσαν να μείνουν άλλο εκεί.
Κάτι άλλο κακό την εποχή εκείνη ήταν η πείνα. Ο κήπος που είχε η κάθε οικογένεια
δεν μπορούσε να τους συντηρήσει. Τρόφιμα δεν έρχονταν από την επαρχία, με
αποτέλεσμα ο πληθυσμός της Αθήνας να πεινάει. Η μητέρα της πούλησε όλα της τα
κοσμήματα και ό,τι άλλο είχε για να παίρνει λάδι για τα παιδιά. Στις αρχές του 1941
άρχισε να λειτουργεί συσσίτιο πάνω στα Τουρκοβούνια. Η μεγάλη της αδελφή
πήγαινε αλλά της έδιναν, μέρα παρά μέρα, μισό ποτήρι λάδι για έξι άτομα. Αυτό δεν
έφτανε. Η έλλειψη φαγητού ήταν και η αιτία που στους Αμπελοκήπους πέθαναν πάρα
πολλά άτομα και ειδικότερα παιδιά της ηλικίας της από αδυνοπάθεια. Τόσο ή ίδια όσο
και η αδελφή της είχαν αδυνοπάθεια και έμειναν για ένα, περίπου, έτος, στο κρεβάτι.
Ήταν πολύ δύσκολο. Στο διάστημα αυτό δεν πήγαν και σχολείο.
Το σχολείο τους ήταν στην Αχαΐας 3 [Στο σχολείο μας]. Ένα κτήριο που είχε χτίσει
ο Γεώργιος Παπανδρέου. Ήταν πολύ ωραίο, μόνο Δημοτικό. Την ίδια την δέχθηκαν
σε μικρότερη ηλικία στο σχολείο. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν ούτε παιδικοί
σταθμοί ούτε νηπιαγωγεία. Η μητέρα της είχε παρακαλέσει τη δασκάλα να πάρει και
την ίδια στο σχολείο, μαζί με τις άλλες τρεις μεγαλύτερες αδελφές της, και αυτή
δέχθηκε. Το σχολείο το τελείωσε 16 ½ ετών (αντί για 18).
Το μεγάλο πρόβλημα της εποχής εκείνης ήταν το τι θα φάνε τα παιδιά και πώς θα
επιζήσουν.
Ο Άγιος Δημήτριος την εποχή εκείνη ήταν μια μονόχωρη εκκλησία. Όταν πήγαιναν
στην εκκλησία η μητέρα τους τούς έλεγε να μην πατούν πάνω στα πεζοδρόμια, γιατί
ήταν όλο υψωματάκια με θαμμένους νεκρούς αποκάτω. Γι’ αυτό έμπαιναν απευθείας
από την είσοδο στην εκκλησία. Ήταν μια φοβερή εικόνα.
Πολύς κόσμος πεινούσε και πέθαινε. Θυμάται μια φορά που η μητέρα της, επί δύο
μέρες, τους έδωσε από ένα ρεβίθι για να το πιπιλάνε στο στόμα τους, ώστε να
κοροϊδεύουν την πείνα τους. Δεν είχαν τίποτε άλλο να φάνε. Εκείνη την περίοδο ο
πατέρας τους αναγκάστηκε να φύγει, πήγε μέχρι την Παραμυθιά όπου τον έπιασαν οι
Γερμανοί … μεγάλες ιστορίες.
Ήταν πολύ δύσκολα, αλλά υπήρχε μεγάλη αγάπη στην γειτονιά. Όταν ήξεραν ότι
κάποιος έχει πρόβλημα, ήταν άρρωστος…. Θα ερχόταν η απέναντι γειτόνισσα να
φέρει κάτι που θα της είχε περισσέψει ή που θα είχε καταφέρει να το εξοικονομήσει
Ήταν μια αγάπη από όλους, χωρίς όρια. Ο ένας για τον άλλον. Ήταν πολύ δεμένοι.
5.
Συνέντευξη με τηνκυρία Μαρία Γαβρίλη Νικολαΐδη (πόλεμος – κατοχή – απελευθέρωση – μεταπολεμικοί
Αμπελόκηποι). Συντακτική και Φωτογραφική ομάδα Εργαστηρίου Πληροφορικής 56
ου
Γυμνασίου Αθήνας -5-
Τα απογεύματα, μετά το διάβασμα, πήγαιναν στο δρόμο για να παίξουν. Η μητέρα της
έβγαζε νόμους. Έλεγε: ¨Μην το κάνετε αυτό:¨ νόμος. Με τέσσερα παιδιά έπρεπε να
βγει «πέρα».
Τα παιδιά έπαιζαν στη Λουίζης Ριανκούρ. Εκεί υπήρχαν χτίσματα του Αδριάνειου
Υδραγωγείου. Εκεί έπαιζαν τα λακουβάκια, με πήλινους βόλους και όχι με γυάλινες
γκαζές. Τους πήλινους βόλους τους χρωμάτιζαν. Ο νικητής έπαιρνε τους βόλους του
άλλου. Έπαιζαν επίσης με πάνινες κούκλες τους έφτιαχνε η μητέρα τους από πανιά.
Χρησιμοποιούσε πχ τις παλιές κάλτσες. Ένα άλλο παιχνίδι που έπαιζαν ήταν το
γερμανικό. Η μπάλα με την οποία έπαιζαν μπορεί να ήταν από μαζεμένα κουρέλια,
λάστιχα αυτοκινήτων, σαμπρέλες.
Οι σόλες των παπουτσιών τους ήταν από λάστιχα αυτοκινήτων. Έτσι δεν
γλιστρούσανε. Οι τεχνίτες είχαν αναπτύξει τεχνικές για να χρησιμοποιούν τα υλικά
που υπάρχουν.
Μια έντονη στιγμή που θυμάται από τα παιδικά της χρόνια είναι, όταν έμεναν στο
σπίτι που είχαν μεταφερθεί για να προφυλαχθούνε, ανοίγοντας το παντζούρι του
δωματίου τους το πρωί είδαν ένα πολύ μεγάλο κομμάτι όλμο. Ο όλμος είχε πέσει
πάνω στο πεζούλι του παραθύρου, το είχε σπάσει και είχε μείνει εκεί. Παρά λίγο να
είχαν σκοτωθεί. Τον θόρυβο του όλμου τον είχαν ακούσει το βράδυ αλλά κανείς δεν
άνοιγε το παράθυρο για να δει τι γινόταν.
Οι εγγλέζοι είχαν καταλάβει και χρησιμοποιούσαν τα σπίτια του Ανδριτσάκη. Όταν
έφυγαν οι Εγγλέζοι πέταξαν αρκετά πράγματα στις γύρω αλάνες, ενώ άφησαν
ανοικτές και τις πόρτες των σπιτιών του Ανδριτσάκη. Όλα τα παιδιά της γειτονιάς
πήγαν και μάζευαν ό,τι έβρισκαν. Μολύβια από ξύλο, ατομικές μαρμελάδες …
πράγματα που τους έκαναν εντύπωση. Ήταν ένας άλλος κόσμος για τα παιδιά. Για 1,
2 μέρες, μέχρι που τα άδειασαν τα σπίτια, είχε γίνει η διασκέδασή τους.
Στο Δημοτικό που πήγαινε στην Αχαΐας, διευθύντρια ήταν η δεσποινίς Μαρία, μια
μεγάλη κυρία, ένα πάρα πολύ αγαπητό πρόσωπο. Βοηθούσε τα παιδιά, οι δάσκαλοι τα
υποστήριζαν, στο σχολείο έβρισκαν ένα καταφύγιο. Είχαν μια αληθινή κατανόηση για
τις δυσκολίες των μαθητών και των οικογενειών τους.
Γαλλικά τους έκανε η Σφαέλλου, μια πολύ καλή κυρία η οποία στην κατοχή δεν
έβρισκε δουλειά για να ζήσει. Τους έκανε μαθήματα Γαλλικών και αντί για μία ώρα
κάθονταν τρεις. Έδινε την ψυχή της.
Ήταν αλλιώτικος ο κόσμος τότε.
Στην περιοχή υπήρχε και ένα άλλο Δημοτικό στην Έσλιν, σε ένα διώροφο σπίτι με
κήπο. Το λειτουργούσε, κατά κάποιον τρόπο, μια καθαρίστρια. Μια παχιά γυναίκα
6.
Συνέντευξη με τηνκυρία Μαρία Γαβρίλη Νικολαΐδη (πόλεμος – κατοχή – απελευθέρωση – μεταπολεμικοί
Αμπελόκηποι). Συντακτική και Φωτογραφική ομάδα Εργαστηρίου Πληροφορικής 56
ου
Γυμνασίου Αθήνας -6-
που έμενε μέσα στο κτίριο, το φρόντιζε, φώναζε στους δασκάλους, φώναζε στους
μαθητές, τους έβαζε στην τάξη, έκλεινε τις πόρτες για να μην φύγουν. Ήταν η
καθαρίστρια που το διαφέντευε, όπως έλεγαν. Δεν πήγαιναν πολλά παιδιά και δεν το
θεωρούσαν καλό σχολείο.
Οι σειρήνες χτυπούσαν για να κρυφτούν σε υπόγεια καταφύγια. Δεν πρέπει να έγιναν
βομβαρδισμοί στους Αμπελόκηπους ή τουλάχιστον δεν είχε δει ούτε είχε ακούσει
κάτι σχετικό.
Το 1944 πυρπόλησαν τη βίλα του Θων. Πίσω από το Ιπποκράτειο υπήρχε ένας
συνοικισμός προσφύγων με πλίνθινα σπιτάκια που είχαν έρθει το 1922. Εκεί ζούσε
μια οικογένεια με έξι κορίτσια. Από εκεί η μητέρα της ζητούσε βοήθεια για το δικό
της σπίτι. Τους έδιναν την Μαρία, η οποία σπούδαζε νομικά και ήταν ενταγμένη στον
αριστερό χώρο. Ένα απόγευμα, Δεκέμβρη του 1944, τους είπε ότι την επόμενη μέρα
θα ξυπνήσουν με φλόγες αλλά δεν πρέπει να φοβηθούν. Στις πέντε το πρωί τους
ξύπνησε η μητέρα τους και είδαν τη βίλα Θων να καίγεται. Είχαν βάλει φωτά στο
Θων. Ήταν κάτι που θυμάται ακόμα και τώρα πολύ έντονα. Ήταν μια πύρινη φλόγα
που ανέβαινε μέχρι τον ουρανό –για την ηλικία της. Σαν παιδιά χάζευαν τη βίλα του
Θων, ήταν κάτι το ωραίο στη γειτονιά.
Τους Γερμανούς τους είχε δει περισσότερο στις ταινίες παρά στην πραγματικότητα.
Οι Αμπελόκηποι ήταν απόμερη γειτονιά, λίγο εξοχική. Δεν υπήρχαν γραφεία για να
τα χρησιμοποιήσουν οι Γερμανοί.
Τα τρόφιμα την εποχή εκείνη ήταν χύμα. Υπήρχε ένας μπακάλης στην οδό Οιτύλου.
Δεν αγόραζαν ποσότητες φαγητού. Συνήθως αγόραζαν το φαγητό της ημέρας.
Ψυγείο δεν υπήρχε. Εκείνη την εποχή υπήρχαν τα ξύλινα ψυγεία που έπαιρναν πάγο.
Υπήρχε παγοπώλης που γύριζε και έκοβε την κολόνα του πάγου, αλλά αυτό ήταν
προς το τέλος της κατοχής.
Δεν ξέρει αν οι άνθρωποι που είχαν το μαγαζάκι μπορούσαν να βρουν εύκολα τα
τρόφιμα που πουλούσαν.
Για τον πόλεμο άκουγε τις συζητήσεις των μεγάλων. Είχαν και ένα ραδιόφωνο που
το έβαζαν βράδυ, μιας και απαγορευόταν. Έκλειναν παράθυρα και το ραδιόφωνο το
σκέπαζαν με κουβέρτα για να μην ακούγεται πολύ. Ο πατέρας της με τους γείτονες
συζητούσαν τα θέματα αυτά, αλλά η ίδια, λόγω και της ηλικίας της, δεν συμμετείχε
σε τέτοιου είδους κουβέντες. Από την άλλη και οι γονείς δεν κουβέντιαζαν τέτοια
θέματα μπροστά στα παιδιά γιατί ήταν ένα θλιβερό γεγονός. Δεν συζητούσαν τους
πολέμους και τους σκοτωμούς. Είχαν και μεγάλη αγωνία για την επιβίωσή τους…
7.
Συνέντευξη με τηνκυρία Μαρία Γαβρίλη Νικολαΐδη (πόλεμος – κατοχή – απελευθέρωση – μεταπολεμικοί
Αμπελόκηποι). Συντακτική και Φωτογραφική ομάδα Εργαστηρίου Πληροφορικής 56
ου
Γυμνασίου Αθήνας -7-
Δεν ανακατεύονταν ο πατέρας της με τα πολιτικά. Ήταν και από την
Κωνσταντινούπολη και πρόσεχε πολύ. Ήταν, βέβαια, έλληνας υπήκοος, αλλά
…Επίσης, εργάζονταν από το πρωί ως το βράδυ για την επιβίωση της οικογένειας και
δεν είχε καιρό για πολιτικά.
Ο πατέρας της, το 1953, οργάνωσε και άνοιξε τον σταθμό Πελοποννήσου που ήταν
απέναντι από τον Άγιο Κωνσταντίνο. Ήταν γενικός γραμματέας των αυτοκινητιστών
Ελλάδος.
Ακούγονταν ότι υπήρχαν άτομα που βοηθούσαν τους Γερμανούς. Τους έλεγαν
δοσίλογους αλλά η ίδια δεν γνωρίζει κάτι παραπάνω. Πρέπει να είχαν ανταλλάγματα,
ίσως θέσεις, ίσως χρήματα, επαγγελματική αποκατάσταση…
Γνώριζε ότι υπήρχε αντίσταση αλλά δεν συμμετείχαν σε αυτήν.
Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης τα είχε ακούσει. Το 1959, όταν πήρε υποτροφία ο
άντρας της για τη Γερμανία, όπου πήγαν και σπούδασαν για δύο χρόνια, υπήρχε και
επίσκεψη στο Άουσβιτς. Η ίδια δεν πήγε. Πήγε μόνο ο άντρας της. Ήταν κάτι το
τρομακτικό. Υπήρχαν φίλοι τους, συμφοιτητές στο Πανεπιστήμιο, που δεν ήθελαν να
μάθουν Γερμανικά γιατί αντιπαθούσαν τους Γερμανούς.
Όταν απελευθερώθηκε η Αθήνα η μητέρα τους δεν τις «κατέβασε» κάτω στο κέντρο
της Αθήνας. Δεν πήγαν γιατί η μητέρα της φοβόταν πάρα πολύ τις συγκεντρώσεις.
Επιπλέον, δεν μπορούσε να κατεβάσει τέσσερα κορίτσια στις συγκεντρώσεις. Όπως
ακουγόταν στο ραδιόφωνο ήταν κάτι πολύ έντονο. Υπήρχε πλήθος κόσμου.
ΥΓ.
Όπως σε όλες σχεδόν τις συνεντεύξεις που πήραμε από κατοίκους της περιοχής
των Αμπελοκήπων Αθήνας, οι συνεντευξιαζόμενοι «μπερδεύουν» την κατοχή με τον
εμφύλιο. Η έντονη στιγμή που αναφέρεται στο κείμενο/ βίντεο δεν έγινε στην κατοχή
αλλά κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, αφού σε εκείνο το διάστημα είχαν μεταφερθεί
σε άλλο σπίτι για προστασία. Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση της βίλας Θων,
που από παραδρομή αναφέρεται μια φορά και ως βίλα Μαργαρίτα. Η «πυρπόληση»;
έγινε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου και όχι της κατοχής.
Τα σπίτια του Ανδριτσάκη ήταν διώροφα και όχι τετραώροφα (Διακρίνονται στο
αρχείο: http://www.slideshare.net/goa56tk/14-15platon-a4 στη σελίδα 33).
Ολόκληρη η συνέντευξη βρίσκεται στη σελίδα:
https://www.youtube.com/watch?v=lh9U5OjeRhA