Successfully reported this slideshow.
We use your LinkedIn profile and activity data to personalize ads and to show you more relevant ads. You can change your ad preferences anytime.
http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό
Α-Ι
Α
Αβαγγέλιστο (το) Το µωρό που δεν το έχουν «περάσει»από το ευαγγέλιο.
Αβάκα (η): Φιλενάδα,αγαπητικιά (Μάλλον προέρχετ...
Αγιοτικά (τα): Τα ανήκοντα στους ναούς.
Αγιούντα (η): Προσθήκη σε κάποια κατασκευή (Ital. Aggiunto).
Αγιούταλος (ο): Το πο...
Ακλεριάζω : Καταστρέφω – Ρηµάζω.
Άκολα (τα): Πολύ βαθιά , απάτητα.(Παξοί).
Ακόντο (το): Έναντι λογαριασµού (Ιταλ. Acconto)...
Αλιµάγκου : Επιτέλους – Εν κατακλείδει.
Αλίµεντο (το): ∆ιατροφή (Ιταλ Alimentazione).
Αλιµοκουρίζω : Ταρακουνάω.
Αλιµπαρτά...
Αµολάρω : Απελευθερώνω (Ital. Ammolare).
Αµολέρνω : Ελευθερώνω.
Αµόντε (πάµε) : Χαµένοι πάµε (Ital. A monte ).
Αµοράδος (ο...
Αναπιαίνω: Βάζω το ζυµάρι στη σκάφη και το σκεπάζω για να φουσκώσει.
Αναράιδα (η): Νεράιδα.
Αναριοµάδα (η): Αραιόφυτο µέρο...
Αντίκοµµα (το): Ξερό κλωνάρι δένδρου.
Αντίκος (ο): Παλαιοµοδίτης.(Ital. Antico).
Αντικούλουκο (το): Μικρό βλαστάρι.
Αντικο...
φορτίο.
Απίκουπα : Ανάποδα.
Απιλατζιόν: Έφεση (Ιtal. Appelazione).
Απιόµπο: Έτοιµος.;;;;
Απίπιλε : Καθολοκληρίαν.;;;;;;;;;...
Αποσίµπελο Ρεµπόµπο». ∆ηλαδή Παραλίγο να γίνει φασαρία-καυγάς.
Απόστα η ξαπόστα : Επίτηδες (Ital. Apposta).
Αποστάρικα : Σ...
Αρµουριχτό (το): Είδος πετονιάς.
Αρόδου : Ανοικτά στη θάλασσα ( Το πλοίο έδεσε αρόδου).
Αρόντα (η): Τρεχάλα.(Ital. Ridda =...
Ατρέτζο Σύνολο πραγµάτων απαραίτητων για ορισµένη χρήση. (Ital. Attrezzo =
Σύνολο Εργαλείων).
Ατρέχα (η): Τρεχάλα.
Ατσαλωσ...
Βαγγελίζω : Περνάω κάτω από το ευαγγέλιο της κυριακάτικης λειτουργίαςγια να
αποφύγω κάποιο κακό που φοβάµαι .
Βάγια (τα): ...
Βένα (η): Φέτα πετρώµατος.
Βένα (η): Φλέβα – κληρονοµικότητα (Ital. Vena).
Βενέτικο (το): Ράτσα κόκκινου µήλου.
Βενζίνα (η...
Βιντινέλα (η): Χονδρό ύφασµα (Ital. Vitina = Κορσές).
Βινώ : Συνουσιάζοµαι παράνοµα (Παξοί);;;;;;;
Βίρα (η): Βέρα . (Ital....
Βρακοντιές (οι): Είδος φυτού.(Παξοί).;;;;;;;;;;
Βράχλο (το): Η φτέρη.
Βρικάζω : Φωνάζω δυνατά.(Παξοί). ;;;;;;;;;;;;;;;
Βρυ...
Γδώνω : Τεντώνω – Ξεχειλώνω.
Γελές (ο): Γιλέκο (Ital. Gile).
Γενατσούρια (τα): Η ηµέρα της γέννησης.
Γένηµα (το): Καλαµπόκ...
Γκόγκλα (η): Κυµάτισµα .
Γκόγκλα (η): Στροφή.
Γκόγκλες (οι): Κυµατισµοί.
Γκόγκλες (οι): Στιφογυρίσµατα.
Γκοζάρω (η): Γριά ...
του γουρουνιού
Γούσα (η): ∆ιατοµή κορνίζας (Ital. Guiscio = Κέλυφος,Σκελετός, Σκαρί).
Γουτζί (το): Γουρουνόπουλο.
Γράβα (η...
∆αρτό νερό (το): Πολύ δυνατή βροχή.
∆αυλί Καιόµενο ξύλο- µεθυσµένος πάρα πολύ. ( «αυτός έγινε δαυλί).
∆αφνίλας (ο) Τόπος µ...
τσεκούρι.
∆ίρετα (τα): ∆ίκαιώµατα (Ital. Diritto ).
∆ίρετος (ο): Κατ’ ευθείαν.(Ital. Diretto – Diritto ).
∆ίριτο (το): ∆ικ...
Εκουτσούριανα : Πάγωσα .
Εκτενταρίζοµαι : Καθαρίζοµαι.
Ελεγάω : Ελεώ .
Ελόου µου : Εγώ προσωπικά( Από: Του Λόγου µου).
Ελώ...
Ετσούκλωσε : Γέµισε το στοµάχι (Παξοί).
Ετσούλωσε : Πείσµωσε.
Εφετιβαµέντε: βλ. Αφιτιβαµέντε.
Εφουτιβαµέντε : Πραγµατικά ....
Η

Ήβρεγµα (το): Θα το έχω έτοιµο (Θα τόχω ήβρεγµα ) (Παξοί).
Ήλιακας (ο): Κόκκινο χταπόδι που γίνεται λιαστό.
Ηλιοκαµπίδα...
Ίγκια – Ίγκια : Άκρη – Άκρη (Παξοί).
Ιµαντινιέρω : ∆ιατηρώ (Ital. Mantenere).
Ιµιτάρω : Μιµούµαι (Ital. Imitare).
Ιµπάντο ...
Ιντιέρος (ο): Ακέραιος (Ital. Intiero).
Ίντιµα (η): Στρωµατοθήκη (Ital. Intima=Εσωτερικό , Εσώρουχο).
Ιντιµάδος (ο): Κοινο...
Καβέντζο (το): Καλό ταξίδι ( Καλό Καβέντζο). (Ital. Cavezza = Χαλινάρι )
Προφανώς όταν τα ταξίδια γινόταν µε άλογα , η ευχ...
Καλιβούτσι : Κουβαλάω κάποιον στην πλάτη.
Καλικούνι (το): Κατσαρόλα µε στενό λαιµό και χονδρό σώµα.
Καλικούνι (το): Ξύλινο...
Κάναλος (ο): Χαράδρα , πέρασµα.
Κάνεβα (η): Κελάρι κρασιών (Ven. Caneva).
Κανενέ : Επιτέλους.
Κανιάρω : Σέρνω (µουσικός όρ...
Καντσονέτα (η): Τραγούδι. (Ιταλ. Canzonetta).
Κάονας (ο): Γλάρος (Παξοί).
Κάουζα (η): ∆ίκη (Ital. Causa).
Καούρικο (το): Κ...
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com
Upcoming SlideShare
Loading in …5
×

Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com

Κερκυραϊκό Λεξικό

  • Login to see the comments

  • Be the first to like this

Κερκυραϊκό Λεξικό- http://www.projethomere.com

  1. 1. http://www.projethomere.com
  2. 2. Κερκυραϊκό Λεξικό
  3. 3. Α-Ι Α Αβαγγέλιστο (το) Το µωρό που δεν το έχουν «περάσει»από το ευαγγέλιο. Αβάκα (η): Φιλενάδα,αγαπητικιά (Μάλλον προέρχεται από τη ιταλική λέξη Vacca πού σηµαίνει αγγελάδα αλλά και πόρνη . Αβάλη (η): Κόλπος ( Παξοί) Αβανιά (η): ∆υσφήµηση.(Παξοί). Αβαντάρω Υποστηρίζω.(Ital. Avantare). Αβαντζαδούρα (η): Το πλεόνασµα (Ital. Avanzo). Αβάντι : Πάµε (Ιταλ. Avanti). Αβαντιζαίτε (η): Μπροστά.(Παξοί). Αβαντσέρνω : Έχω να λαµβάνω.(Ital. Avanzare). Αβάλη (η): Κατηφοριά προς κολπίσκο της θάλασσας (Ital. Avvallatura). Αβαρία (η): Εξυπηρέτηση – ζηµιά (Παξοί). Αβάσκαµα (το): Μάτιασµα. Αβασταή (η): Αβάσταχτο. Αβεντόρος (ο): Τζαµπατζής (Ital. Avventore =πελάτης). Αβέρτα πάγκα : Συνέχεια. Αβέρτο (το): Ανοικτό (Ital. Aperto) Αβέρτο πετσάλι (το) Ελεύθερο – Ανοικτό.(Παξοί). Αβιζάρω : προειδοποιώ (Ital. Avvisare). Αβλογιά (η): Λευκάκανθος. (Παξοί). Αβογαδόρος (ο): Κατήγορος . (Ιταλ. Avvocato Fiscale ) Αβουκάτος (ο): ∆ικηγόρος (Ιταλ. Αvvocato). Αγαλάρει (δεν ): ∆εν ξεφεύγει. Αγάλια : Σιγά Αγάλικα (τα): Αµύγδαλα µε µαλακό τσόφλι.(Παξοί ). Αγαντζάδο (το) Ύφασµα πολυτελές µε χρυσά κεντήµατα (Ital. Organza). Αγαρλίζω : Ανακατεύω. Αγγανάδος (ο): Απατηµένος . Αγγανάρω : Απατώ. Αγαντζάρω :Γραπώνω, γαντζώνω, αρπάζω (Ital. Agganciare). Αγγελοκρούοµαι : Τροµάζω-Ταράζοµαι Αγγελόνι (το) Φυτό άγριο που φυτρώνει στους λόγγους , έχει κόκκινους µικρούς καρπούς που τρώγονται. Αγγιό (το): ∆οχείο (Αρχ. Αγγείο). Αγγούσα (η): Βαρυστοµαχιά. Αγγουρακιά (η): Φυτό µε ρίζα που µοιάζει µε µικρό αγγούρι.Λέγεται επίσης και Κουλουµπρίδα το φυτό µοίαζει µε το ραδίκι και γινεται σαλατα. Αγγουρέτο (το): Πολυάγγιστρο για το ψάρεµα των αφρόψαρων. ονοµάζεται και ξυλάγγουρο, γίνεται τουρσί. Αγερίνα (η): Πολύ ψιλή άµµος σοβατίσµατος. Αγερµός (ο): Ξεσηκωµός ( Αρχ. Εγείρω;;;;;). Αγιάθονας (ο): Φωτοστέφανο. Αγιασµός (ο): ∆υόσµος. Άγιατρο (το): Ανίατο . (Παξοί). Αγιοκωνσταντινάτο (το): Βυζαντινό νόµισµα µεγάλης αξίας.
  4. 4. Αγιοτικά (τα): Τα ανήκοντα στους ναούς. Αγιούντα (η): Προσθήκη σε κάποια κατασκευή (Ital. Aggiunto). Αγιούταλος (ο): Το πουλί Λούφα. Αγιούτο : Βοήθεια . Βοηθήστε µε (Ιταλ. Aiuto). Αγκινιάζω : Εγκαινιάζω .( Ανοίγω το καινούριο κρασί). Αγκίσερας (ο): Κισσός. Αγκλυστήρι(το): Το εργαλείο του κλύσµατος. Αγκούσα (η): Στεναχώρια .(Λευκίµµη – Παξοί ) Αγκρέµιθας (ο): Αγριοφυστικιά. Αγκωνή (η): Γωνία (Ital. Angolo). Αγκιουστάρω : ∆ικαιώνω – Αποδίδω δικαιοσύνη (Ital. Aggiustare). Αγκονάρι (το): Γωνία και ακρογωνιαίος λίθος. (Αγκών = γωνία και Ital (Angolare) Αγκωνή (η): Η γωνία του ψωµιού.(Παξοί). Αγνίλας (ο): ∆άσος µε λυγαριές (Άγνοι). Άγνος (ο) Λυγαριά. Αγούλιερας (ο): Φυτό – Ζιζάνιο. Αγρέµυθας (ο): Άγριο δένδρο του λόγγου Αγριάδα (η): Αγριολάχανο. Αγρικάω : Επαγρυπνώ. Αγριοκοµιντοριά (η): Το φυτό στρύχνος (βλ. Κοµιντόρο). Αγρίωµα (το): Χέρσο ,ακαλλιέργητο χωράφι. Αγροικά (φέρθηκε): Απρεπώς φέρθηκε (Σαν αγροίκος). Αγυριώτικο (το): Χορός περιοχής Αγύρου . Αγυρεψιά (η): Έµεινε ανύπανδρη από αγυρεψιά , δηλαδή δεν τη ηθελε κανείς. Αδειά (η): Ελεύθερος χρόνος. Αδερφοµοίρι (το): Το µερίδιο του αδερφού από την περιουσία του γονέα. Αδικευτής (o) Ο Άδικος. Αδικιά (η) Αδικία. Αδικογένι (το) Κακοµοίρης. Αδικοφάης (ο): Ο εκµεταλλευτής. Αδούλης (ο): Τεµπέλης. Αδουριά (η): Πρόσκαιρο – Αυτό που δεν αντέχει στο χρόνο (Ital. Duro). Αδραχτηλιόνοι(οι): Οι κολιτσίδες του χωραφιού. Αδράχτι (το): Εργαλείο για την δηµιουργία µάλλινης κλωστής. Αδράχτια Βρισιά. Άεζα : Χωρίς αµοιβή. Αετός (ο): Είδος σαλαχιού. Αετονύχι (το) Είδος άσπρου επιτραπέζιου σταφυλιού µε γαµψή ρόγα. Αζόερας (ο): ∆υόσµος. Άζουλα (η): Κόπιτσα (Παξοί). Αζώερας (ο): Μαργαρίτα Αθήρι (το): Το καλύτερο (αρχ. Αθήρ;;). Αθράκι (το): Το κάρβουνο (Αρχ. Άνθραξ). Ακανίσκευτος (o) Ο αρνούµενος να δωροδοκηθεί(βλ. Κανίσκι). Ακαπέλα Τραγούδι Χωρίς συνοδεία οργάνων. Ακισταδόρος (ο): Κατακτητής –Αυτός που αποκτά κάτι.(Ιταλ. Conguistatore). Ακιστάδος (ο): Αποκτηµένος (Βλ. Ακισταδόρος). Ακιστάρω : Αποκτώ. Ακίστο (το): Απόκτηµα. Άκλαιρος (ο): Πάµφτωχος - χωρίς κλήρο.
  5. 5. Ακλεριάζω : Καταστρέφω – Ρηµάζω. Άκολα (τα): Πολύ βαθιά , απάτητα.(Παξοί). Ακόντο (το): Έναντι λογαριασµού (Ιταλ. Acconto). Άκοπα (τα): Συνέχεια , χωρίς διακοπή. Ακορδάρω : Συµφωνώ, Συµµερίζοµαι, παίρνω το µέρος κάποιου. (Ιταλ. AccordareΣυµφωνια, Κουρδίζω µουσικό όργανο. Ακουζάρω : Κατηγορώ.(Ιταλ. Accusante ). Ακουζατόρος (ο): Κατήγορος (Ιταλ.Accusatore). Ακουϊστά : Επιπλέον πράγµατα. Άκουσµα (το): Φήµη – ∆ιαδόσεις. Ακουσµένη (η): Η γυναίκα που έχει εξωσυζυγική σχέση. Ακουστάδα (η): Αποκτηµένη (βλ. Ακισταδόρος κλπ ). Ακριβολιναριά (η): Πρίν από πολύ καιρό . «Τον καιρό τσι ακριβολιναριάς» . (Υποθέτουµε ότι αναφέρεται σε µια εποχη που ήταν ακριβό το λινάρι). Ακροτζερίζωµαι : Προαισθάνοµαι, αντιλαµβάνοµαι (Ital. Accorgersi). Ακρουφαλιά (η): Κουφάλα ή σχισµή δένδρου. Αλαγκρέτζα : Χαρούµενη –Φαιδρή (Ital. Allegrezza). Αλαγραµέντα Καλή ανάρρωση.;;;;;;;;; Αλάδα (η): Τούφα µαλλιών (Παξοί). Αλαλάργα – µακριά (Ital. Alla largare= ξανοίγοµαι στη θάλλασα Αλαλιάζω : Μένω άλαλος. Αλαµαρνέρα (η): Ρόµπα.;;;;;;;; Αλαµπαµπίνα ανδρικό χτένισµα ∆ήγµα Παλληκαρισµού έµοιαζαν µε µωρουδίστικο χτενισµα µε τα µαλλιά να αναδιπλώνουν στα άκρα (Ital. Alla banbina). Αλαµπρατσάντε Αγκαζέ.(Ital. Braccio) Στην γνωστή κερκυραϊκή παροιµία «από το τίποτα καλό και το αλαµπρατσάντε». Αλαπρέστα : Γρήγορα . (Ιταλ Presto ). Αλάρµα : Πένθιµο χτύπηµα καµπάνας. (Ιταλ Alarme=Τρόµος Συναγερµός). Αλαρουµάνα : Μακριά µαλλιά (Παξοί). Αλασκαβέντζα : Με το σακκάκι ριχτό στον ώµο (Ital. Alla scavenzza). Αλασκάγια : Ανάρριχτα.. Αλατρεύω : Καλλιεργώ. Αλαφάτσα Το µαντήλι δεµένο πάνω από το κεφάλι µε τις άκρες σηκωµένες πάνω στο κεφάλι σταυρωτά και γενικά ευπρεπισµος της κεφαλής (Ital. Faccia). Αλαφίλα : Συνεχώς (Ital. Alla Fila = Τακτικά). Αλαφοστιά (η): Η αρρώστια Ερυθρά. Αλεγατσιόνες (οι): Επεξηγήσεις (Ιταλ Allegazione). Αλεγράρω : Χαίροµαι ,Ευθυµώ ,Ξεδίνω. Αλεγρία (η) Χαρά. (Ital. Allegria). Αλέγρος (ο): Ευθυµος –Χαρούµενος.(Ital. Allegro).Επίσης όλα τα συναφή : πχ. Αλεγρέτζα, Αλεγρία,Αλεγρατσιό,Αλεγράρω,Αλεγραµεντε. Allegro). Αλέκιος (ο): Μονοκόµµατος πχ. “θέλω να µου βάλεις σόλες αλέκιες”. Αλέρτα (η): Στη θέση σου, σε επαγρύπνηση .(Ιταλέ. Allerta=Επιφυλακή). Αλεσιά (η): Μια Αλεσιά = Αλεσµα Ελιάς στο Ελαιοτριβείο µια φορά. Οσο χωράει η µηχανή. Αλέστος (ο) Πρόθυµος. (παξοί) ;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;; Αλευρίτας (ο): Είδος µανιταριού. Αλιά (κι’ αλίµονο) : Αλίµονο. Αλιάδα (η): Σκορδαλιά.
  6. 6. Αλιµάγκου : Επιτέλους – Εν κατακλείδει. Αλίµεντο (το): ∆ιατροφή (Ιταλ Alimentazione). Αλιµοκουρίζω : Ταρακουνάω. Αλιµπαρτάρω : Αναποδογυρίζω (Ιταλ. Ribaltare). Αλιµπουρδώνω Η Αλιµπουρδίζω η Αλικουρνίζω=Λερώνω – Πασαλείβω. Αλιποπορά (η): Ποικιλία σταφυλιών. Αλιποπορδιές (οι): Ράτσα µανιταριών. Αλιποτσάκαλης (ο): Ράτσα τσακαλιού που έλεγαν ότι είναι διασταυρωση αλεπούς και τσακαλιού. Αλιτζερίνος(ο): Αλγερίνος πειρατής ,συνώνυµο της σκληρότητας. (Ital. Algerino). Αλιτσερίνι (το) Σκούρο-Μαύρο-Σκοτεινό Αλιφιέρης (ο): Σηµαιοφόρος (Ιταλ Alfiere). Αλιφούτσιος (ο): Λούστρος-Στιλβωτής υποδηµάτων. Αλλότριος (ο): Αλλιώτικος. Αλµπακάς (ο): Επίσηµο ροκέτο από φίνο ύφασµα (βλ. Ροκέτο). Άλµπεδο (το): Ασπρόξυλο από τις Αλπεις, µαλακό και ευκολοδούλευτο. Αλντέντο (το): Μισοβρασµένα µακαρόνια (Ital. Al dente = στα δόντια). Αλόη (η): Βότανο (Ital. Aloe). Αλόϊσες(οι): Κακιές γυναίκες (Παξοί). Αλπετραριος (ο): ∆ιαιτητής (Ital. Arbitro). Αλπέτρες (ο): ∆ιαιτητής (Ital. Arbitro). Αλτάνα (η): Ξεχυτή (Ital. Altana =Σκέπαστρο σε ταράτσα σπιτιού). Αλτάρι (το): Αγία τράπεζα (Ital. Altare = Αγία τράπεζα , Βωµός). Αλτεράδος (ο Αδιάθετος .;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;; Άλτο (το): Ψηλό –Ψήλωµα (πιο άλτο=πιο ψηλό).(Ital. On alto). Αλτρα πάντα : Από τη µία µεριά στην άλλη Αλτσάτο (το): «Πανωσήκωµα» σπιτιού (Ital. Alzata). Αλτσετούρα (η): Πιέτα .;;;;;;;;;;;;;;;; Αλτσος (ο): Αλυσίδα (Παξοί ) (Μάλλον βγαίνει από το Άλυσος). Αλυπίτσα (η) Φυτό της ακροθαλασσιάς που το χρησιµοποιούν για να κατασκευάζουν σκούπες. Αλυποτανάω : Τραβάω το σχοινί (Αρχ. Τανύω). Αλυσίβα (η): Ζεστό νερό και στάχτη για το πλύσιµο των ρούχων. (Ιταλ. Lisciva). Αµάν µπάσα : Λεηλασία.;;;;;;;;;;;;; Αµάντζαλος : Κακοντυµένος και ακατάστατος. Αµαρτεµός (ο): Αµαρτία. Αµασκαλίδι (το) : Το βλαστάρι ανάµεσα στο φύλλο. Αµασκαλοβύζα (η): Γυναίκα µε µεγάλους µαστούς. Αµαχεµός (ο): Εχθρότητα. Αµε Πήγαινε Αµε δα - Αµι Βεβαιωτικά µόρια. Αµέντι και Αµέντε (το): Προσοχή – Πρόσεχε (Ital. A mente). Αµηδόνικα : Ναι , κατάφαση . Αµητί : Πώς αλλιώς. Αµινόνκα : Ασε µας ήσυχους – Παράτα µας. Αµίρασος (ο): Το ψάρι Σαλούβαρδος. Αµµούσα (η): Αµµώδες και πορώδες έδαφος. Αµολάδος (ο) Ελεύθερος-Χωρίς περιορισµούς.(Ιταλ. (a m)mollare – Λύνω το σχοινί Ελευθερώνω). Αµολαρησιά (η): Ασυδοσία (βλ. Αµολάρω).
  7. 7. Αµολάρω : Απελευθερώνω (Ital. Ammolare). Αµολέρνω : Ελευθερώνω. Αµόντε (πάµε) : Χαµένοι πάµε (Ital. A monte ). Αµοράδος (ο): Ερωτευµένος. (Ιταλ. Inamoranto). Αµορόζος (ο): Αγαπητικός-Εραστής. (Ιταλ. Amoroso). Αµούρες (οι): Βατόµουρα. Αµούχτι (το): Πλήθος πραγµάτων. Αµπαντάρω : Εκτιµώ, Λογαριάζω (Ital. Abbacare). Αµπαντονάδος (ο): Αλήτης , Εγκαταλελλειµένο Παιδί , Έκθετο. (Ital. Abbandonato). Αµπάσος (ο): Κατώτερος – χαµηλότερος (Ital. Basso). Αµπατάριστος(ο): Αδιάφορος για ότι συµβαίνει. Αµπάτης (ο): Ταγµένος Κάποιος που ήταν «ταγµένος» σε κάποιον Άγιο και Φορούσε µαύρο φέσι και µπέρτα για 7 χρόνια. (ital. Battessimo=βάπτιση). Αµπελοφάσουλα (τα): Φασολάκια βελόνες. Αµπελοφουρκάτα (η): Ξύλινη διχάλα για το φύτεµα του αµπελιού (Ital. Forca = ∆ιχάλα). Άµπιλος (ο): Ικανός (Ital. Abile). Αµπιτάντες (ο): Σοφίτα (Ital. Abitante =Ακάλυπτος χώρος που κλείστηκε και εγινε κατοικήσιµος). Άµπιτο (το): Ιερατικό ένδυµα (Ital. Abito= Ρούχο η διαµένω). Αµπιτύχη : Αν τυχόν. Αµπλα ουτουριτά Απόλυτη εξουσία.(Ιtal. Ampio Autorita). Αµπόδεµα (το): Μάγια- Μαγικά. Αµπονόρα : Νωρίς – Πολύ πρωί (Ital. A buon ora). Αµπορµπάω: Προφταίνω – Προλαβαίνω. Αµπορπίζω : Ξεπερνώ κάποιον. Αµπούζο (το): Κατάχρηση. (Ital. Ampuso). Άµπουλες (οι): Πολλά νερά (Παξοί). Αµπουρνέλα (η): Κορόµηλο. Αµπώνω Σπρώχνω. Αναγκεµένος (ο): Άρρωστος. Ανάγλυκα (τα): Αραιά . Ανάγλυκο Αραιό Αναγραίνω : Ξαίνω το µαλλί. Ανάγυρος (ο): Τέχνασµα – Επιδεξιότητα. Αναδίνω : Ξανάρχοµαι. Ανάερα (τα): Εναέρια. Ανάερα : Αµυδρά. Αναζωφάω : Ξαναζωντανεύω. Αναθιβάνω: Αµφιβάλλω. Ανάκαρο (το): ∆ιάθεση (Παξοί). Ανακούρκουδα: Βαθύ κάθισµα στα γόνατα (Γύρου). Στους Παξούς το λένε «ανάποδα» Ανακρακάτος (ο): Φωνακλάς. Ανακυκλίδα (η): Ξύλινο εργαλείο για την µεταφορά του νήµατος κατά το γνέσιµο. Ανάνταφλος (ο): Ανοικοκύρευτος. Ανάντελος (ο) ∆ύστροπος. Αναπαψώλια (τα): Μία κατασκευή από σχοινιά που δένονταν πάνω από το κρεβάτι για να κρατούν τα πόδια της γυναίκας ανασηκωµένα ώστε να µην κουράζεται κατά τη διάρκεια της ερωτικής πράξης.
  8. 8. Αναπιαίνω: Βάζω το ζυµάρι στη σκάφη και το σκεπάζω για να φουσκώσει. Αναράιδα (η): Νεράιδα. Αναριοµάδα (η): Αραιόφυτο µέρος. Αναρίτσια (η): Ανατριχίλα (Ital. Arricciare). Ανατσολόϊση (η): Ακαταστασία . Ανατσούµπαλος (ο): Ακατάστατος. Ανατσουτσουριάζω : Ανατριχιάζω. Ανάφαντος (ο): Απρόσεκτος (Παξοί). Αναφούφου : Στον αέρα , πάνω πάνω.(Παξοί). Αναχαράζει : Μηρυκάζει. Αναχαράζω: Μηρυκάζω. Αναψούρα (η): Έξαψη. Αναψούρες (οι): Ζέστες.- εξάψεις. Ανελέτα (τα): Γάντζοι που περνούν τα κορδόνια των παπουτσιών(Παξοί). Ανέλο (το): Κρίκος , Χαλκάς (Ital. Anello). Ανεµοδούρητος (ο): Μικρής διάρκειας. Ανεµοίραα (τα): Αµοίραστα (πχ. Χωράφια). Ανεµοκάικα Εξαφανίστηκα. Ανεµοπουλίζω : Ανεµίζω. Ανεµοπύρωµα (το) Κρυολόγηµα. Ανεµοστρίφουλας (ο): Τοπικός µικρός τυφώνας. Ανεµούρι (το): Αδράχτι Και µεταφ. (Πάει το στόµα του Ανεµούρι) Κάποιος που µιλάει ασταµάτητα. Ανεµοφόνητο (το): Άστατος-Ασταθής. Ανεσίσταγος (ο): Ανήσυχος-φασαριόζος. Ανεσύσταγος (ο): Ανοικοκύρευτος – Χωρίς σέστο (Ital. Sesto). Ανέσωστος (ο): Ατελείωτος (Παξοί). Άνζο : Συµβολαιογραφική πράξη(Ital. Atto Notarile). Άνθρακας (ο): Αρρώστια -Κακοήθης φλύκταινα – Και ως κατάρα «να σε φάει ο άθρακας» . Ανιφορά (η): Το αντίδωρο της εκκλησίας. Ανστάνζα ή Ινστάνζα (η): ∆ικαστική προσφυγή (Ital. Istantanea = Ενσταση ). Άντα (η): Επιβλητική περπατησιά (Ital. Anda =Θέτω σε κίνηση). Ανταµος (ο): Γίγαντας , µεγαλόσωµος. Αντάτος (ο): Ο έτοιµος να φύγει (Ital. Andare). Αντέντος (ο): Έτοιµος για καυγά. (Ital. A Dente=στο δόντι η Attento = Σε ετοιµότητα). Αντέτο (το): ¨Εθιµα των προγόνων (Ital. Antenato =Πρόγονος). Άντζα (η): Γάµπα (Ital. Anca ). Αντζαρδάρω : Ενθαρρύνω (Ital. Azzardare). Αντζάρδο (το): Τόλµη ,Θάρρος (Ital. Azzardo). Άντζι : Μάλιστα. Άντζι : Όπως και να ναι.(Ital. Anzi);;;;;;; Άντζουλα (η): Είδος µεταλλικού κουµπιού. Αντήρας (ο): Μέρος εκτεθειµένο στον αέρα. Αντιδαύλι (το) Ξύλο από νέο κλαρί για την φωτιά.(Παξοί). Αντίδι (το): Ήµερο λάχανο. Αντικάµαρα (η): Πεισµώνω και αποµακρύνοµαι από εσένα. Αντικάµαρα (η): Χώλ , προθάλαµος (Ital. Anticamera ). Αντικάριος (ο): Αρχαιολόγος (Ital. Anticario)
  9. 9. Αντίκοµµα (το): Ξερό κλωνάρι δένδρου. Αντίκος (ο): Παλαιοµοδίτης.(Ital. Antico). Αντικούλουκο (το): Μικρό βλαστάρι. Αντικούτικας (ο): Μετωπιαίο οστό. Αντιµάµαλο (το): Το κύµα που χτυπάει και ξαναγυρίζει.(Παξοί). Αντιρίδα (η): Λοξό στήριγµα για την αντιστήριξη πασσάλων. Αντιρίδι (το): Μικρός βλαστός που βγαίνει κάτω από το φύλλο. Αντιφώτι (το): Φεγγίτης. Αντος (ο): Σε ετοιµότητα (Ital. Attento= Προσέχω). Αντραίδα (η): Φυτό;;;;;; Αντρέτζο (το): Εργαλείο ,εξάρτηµα. (Ital. Annesso). Αντσιόν (η): Αγωγή εναντίον κάποιου (Ital. Azione). Ανωθιό (το): Άνωθεν (Αρχ. – παλιό κρητικό). Αξετίµωτος (ο): Ωραίος , Λεβέντης (Παξοί). Αουνίστρα (η): Το τζάκι . Η φωτιά του σπιτιού. Στα χωριά τα’Γύρου λέγεται ογνίστρα. Απαδείρω: Πληρώνω για τα σφάλµατά µου. Απαδέχτης (ο): Κεντρικό χαντάκι ποτιστικού χωραφιού. Απαθιά (η): Ησυχία , Απραξία , Απάθεια. Απάλα (η): Το πλατύ µέρος του κουπιού.(Παξοί). Απαλατήδι (το): Το υγρό που περισσεύει από το φτιάξιµο του σαπουνιού.;;;;; Απαλό (το): Το βρεγµατικό οστούν του νεογνού. Απαλοκάβουρας (ο): Είδος κάβουρα µε απαλό κέλυφος που τρώγεται ολόκληρος τηγανιτός. Απαλταρίζω : Παίρνω εργολαβία (Ital. Appaltare). Απανωγόµι (το): Το επιπλέον φορτίο του γαιδάρου (Αρχ. Γόµος). Απανωκόµι (το): Επιπλέον κέρδος. Απαράτης (ο): Η σανίδα που ασφάλιζε τη δίφυλλη πόρτα από µέσα. Απαρέντζα (η): Εικονiκά , φαινοµενικά (Ital. Apparenza). Απαρθενεύω : Ανήκω.(Παξοί). Απαρταµέντο (το): Οροφοδιαµέρισµα (Ital. Appartamento). Απάσβεστα (τα): Ο ασβεστοσοβάς. Απέκια : Ειδάλλως . Απελάντε(ο) Αυτός που κάνει έφεση στο δικαστήριο, ο εφεσιβάλλων (Ital. Appelare = Εφεσιβάλλω). Απελάρω : Κάνω έφεση .(Ital. Appelare). Απελησιά (η): Εκσφενδονίζω (Αρχ. Απελαύνω). Απένα : Μόλις , Μετα βίας (Ital. Appena) Απεράτης (ο): Αµπάρα. Απερίκουος (ο): Αυτός που δεν καταλαβαίνει. Απερτούρα (η): Ευκαιρία (Ital. Apertura=Άνοιγµα). Απετόνι (το): Ποντικός των δένδρων. Απήκουπα Ανάποδα. Απίδι (το): Αχλάδι. Απιδιά (η): Αχλαδιά. Απίθωµα (το): Εναπόθεση ενός φορτίου. Απιθώνω : Ακουµπάω κατι κάπου .(Αρχ. Αποθέτω). Απίθωσα : Ακούµπησα. Απίκου : Στην ώρα µου , Ακριβώς στο σηµείο που πρέπει Οι Ναυτικοί Χρησιµοποιούν τη λέξη όταν η Μπίγα του Γερανού είναι πάνω ακριβώς από το
  10. 10. φορτίο. Απίκουπα : Ανάποδα. Απιλατζιόν: Έφεση (Ιtal. Appelazione). Απιόµπο: Έτοιµος.;;;; Απίπιλε : Καθολοκληρίαν.;;;;;;;;;;;;; Απισόντενα Όταν το ζώο ∆εν µπορει να κρατηθεί στα πισινά του πόδια λόγω αρρώστιας η γήρατος. Απιστριά (η): Μέρος του εξοπλισµού του γαιδάρου. Απιταφτιάρικο (το): Πεισµατάρικο. Απλάδενα (η): Πιατέλα. Απλή (η): Παλιός χωριάτικος χορός. Απλιός (ο): Πλατύς (Αρχ. Άπλετος;;). Απλιτά : Ικανότητα , Ευχέρεια (Απλετα;;;;). Απλιχώρια (η): Ευρυχωρία. Απλόχερο (το): Μονάδα όγκου που χωράει σε µια παλάµη. Αποβολάρα (η): Είδος τσαπιού. Απόγραµµα (το): ∆ιεύθυνση σε γράµµα(Παξοί) . Στην υπόλοιπη Κέρκυρα Την έλεγαν Σύσταση. Αποδέλοιπα (τα): Τα υπόλοιπα. Αποδέλοιπο (το): Υπόλοιπο. Απόδιαβα : Μετά τις γιορτές. Αποδοχάρι (το): Μεγάλος κάδος για την πρόχειρη µετάγγιση του µούστου. Απόειδα : Απογοητεύτηκα-Βαρέθηκα να περιµένω. Αποζετάρω : Υποθηκεύω (Ital. Ipotecare). Απόθραψε : Τελείωσε η καύση του ξύλου (Αρχ. Αποθράυω). Αποθώσου : Κάθησε να ξεκουραστείς. Αποκαρωµένος (ο): Μισοκοιµισµένος.(Παξοί). Αποκατάρι (το): Το κεραµιδι που πάει από την κάτω µεριά. Αποκαταριά (η): Η κάτω πλευρά. Αποκαταριά (η): Το κατακάθι του ελληνικού καφέ . Αποκαταριά (η): Το κάτω µέρος ενός ανισόπεδου κτήµατος. Αποκατουθειό : Από κάτω. Αποκλείω : Κανω κάποιον ψυχικό ράκος. Αποκοντιασµένος (ο): Υποχόνδριος. Αποκόντο Παραλίγο. Αποκόντο (το): Ευνόητο (Ital. Conto = Λογαριασµός – πρόβλεψη κλπ.). Αποκοντριά (η): Υποχονδρία – Νωθρότητα. Αποκοπή (η): Εργασία µε το κοµµάτι. Απολιώρα : Πριν από λίγη ώρα. Απόντις : Από όταν – Αφού (Αρχ. Όντας ;;;). Αποξυλάνθι (το): Το άνθος της κουφοξυλιάς ( Θάµνος της ακτής-Αφροξυλάνθη). Αποπανάρι (το): Το πάνω τούβλο της σκεπής. Αποπανάρι : Το κεραµιδι που πάει από την πάνω µεριά. Αποπαναριά (η): Το επάνω µέρος. Αποπανουθιό (το): Από πάνω (Αρχ. Άνωθεν). Απόπερα : Απέναντι. Αποπέρνω Αποθαρρύνω. Αποσβολάρα (η) Τσαπί. Αποσεδείριες (οι): Οι ελιές που πέφτουν από την αρχή της σοδειάς.(Παξοί). Αποσίµπελο Πιθανόν-Παρά λίγο-Μπορεί. (Ιταλ. Possibile). «Στην πιάτσα έγινε
  11. 11. Αποσίµπελο Ρεµπόµπο». ∆ηλαδή Παραλίγο να γίνει φασαρία-καυγάς. Απόστα η ξαπόστα : Επίτηδες (Ital. Apposta). Αποστάρικα : Σκόπιµα. (βλ. Απόστο). Αποστήλα (η) Σηµείωση στο περιθώριο της σελίδας (Στήλη ). Απόστο (τον έβαλε): Του έκανε κριτική-τον έβαλε στο στόχαστρο (Ital. A Posto=στη θέση του). Αποτιλιά η Αποτίλας (ο): Λιθιά. Απόχηρος (ο): Χήρος. Απόχτιο (το): Απόκτηµα. Απραός (ο): ∆ιαρκώς σε κίνηση ( Αρχ. ;;; Παραλία Απραού στην Κασσιόπη). Απροβάδο (το): Εγκεκριµένο (Ital. Approvare). Απροµπάρω : Εγκρίνω (βλ. Απροβάδο). Απρόντα (η): Έτοιµη (Ital. Approntare). Απροπόζιτο (το): Έκφραση που προτάσσεται Στην αρχή της συζήτησης . (Ital. Proposito=Το θέµα της συζήτησης). Αραβούντουλα (η): Το τιµόνι της Βάρκας- η Λαγουδέρα.(Κέρκυρα-Πόλη). Αραγκιό η ραγκιό (το): Η τάξη , Το συστηµατικό (Ital. Rango=Τάξη). Αράδα (η): Αµέσως. Αράϊντα-Αράντα (η) Ο Περίβολος του σπιτιού. (Παξοί). Αράτα (η): Ρώγα σταφυλιού-στήθους (Αρχ. Ράξ;;) Αρβάλι (το): Σιδερένια λαβή του ξύλινου κουβά. Αργάζω : Οργώνω,Κατεργάζοµαι ,Επεξεργάζοµαι. Αργαστήρι (το): Καφενείο. Αργάτης ( ο): Ο κοχλίας της αλεστικής µηχανής. Αργατικός (ο): Εργάτης. Αργατινή (η): Εργάσιµη µέρα. Αργούντουλα (η) Η Λαγουδέρα (Το ξύλο που κουνά το τιµόνι της βάρκας.) (Παξοί). Αργυροµαστραπάς (ο): Ασηµένια κανάτα. Αρεβολίζω : Πάω και έρχοµαι γρήγορα. Αρέκια (τα): Τραγούδια προχειροφτιαγµένα-(Iταλ. Οrecchia= Με το αυτί , χωρίς µουσικές γνώσεις). Αρέντα (η) Γρήγορα. (Ital. Ridda=Είδος παλιού κυκλικού χωρού η σπασµωδική κίνηση γύρω από κάτι). Αρέντε Πλησίον – Κοντά.;;;;;;;;;;;;; Αρεσκειά (η): Προικοσύµφωνο. Αρεστάδος (ο): Κρατούµενος (Ιταλ. Arrestato (: Κρατούµενος. Αρέστο (το): Το κρατητήριο Ital. Arresto). Αρθούνι (το): Το ρουθούνι. Αριβάρω Έρχοµαι-καταφθάνω. (Ιταλ. Arrivare). Αρίδα (η): Τρυπάνι. Αρκεβίστας (ο): Αρχειοφύλακας (Ital. Archivista). Αρκίβιο (το): Αρχειοφυλάκειο (Ital. Archivio). Αρκούµπουζο (το): Είδος πυροβόλου όπλου.(Λευκίµµη-Παξοί).;;;;;;;;;;;;;;;;; Αρµακαδίνα (η): Κεντρικό δοκάρι σκεπής.(Ital. Arma Catena). Αρµακόλου : Έβαλε το σακκάκι του αρµακόλου – ∆ηλαδή στην πλάτη (Ital. Armacollo =Τελαµώνα-Χιαστί). Αρµάρι (το): Ντουλάπι (Ital. Armadio). Αρµαρόνι (το): Ντουλάπι (Παξοί). Βλ.Αρµάρι. Αρµενάλια (τα): Σοφίτες . (Παξοί). Αρµίδι(το): Πετονιά για ψάρεµα.
  12. 12. Αρµουριχτό (το): Είδος πετονιάς. Αρόδου : Ανοικτά στη θάλασσα ( Το πλοίο έδεσε αρόδου). Αρόντα (η): Τρεχάλα.(Ital. Ridda =Είδος παλιού κυκλικού χορού) Αρόντεψε : Τρέξε.(βλ. Αρόντα). Άρπαση (η): Αρδευτικό κανάλι. Άρπεζα (τα): Σιδερένια άγκιστρα για µεταλλικές κατασκευές η για την στερέωση τοίχων στις οικοδοµές.(Ital. Arpese). Άρτα πάντα : Η άλλη πλευρά µιας κατασκευής η κάτι διαµπερές. (Ital. Altra – Banda). Αρτερατσιό (το): Ελαφρύς πυρετός – δέκατα (Arteria;;;;;;;). Αρτερία (η): Αρτηρία (Ital. Arteria).-Προφανώς η λέξη έχει αρχαιοελληνική ρίζα. Αρτίζω : Βάζω λάδι στο ψωµί.(Παξοί). Αρτίζω : Ετοιµάζω το φαγητό (Άρτιο η άρτος). Αρτίκολο πρίµο (το): Πρώτη ενέργεια – Πρώτη δουλειά.(Ital. Articolo Primo Άρθρο Πρώτο). Αρτσιπέλαο (το): Πολύ µακριά. (Ital. Arcipelago= Αρχιπέλαγος). Αρτύθηκα: Έφαγα κάτι που δεν έπρεπε την Σαρακοστή). Ασέδιο (το): Πολιορκία (Ital. Asedio). Ασενιάρω : ∆ίνω, µεταβιβάζω. Ασένιο (το): Νόηµα (Ital. Segho). Ασκάρδη): Σκελίδα . Ασκέλα (η): Αγριολάχανο. Ασκέλα (η): Είδος λοστού που η άκρη του υποβοηθούταν από τη µασχάλη (Ital. Ascella=Μασχάλη). Ασκλιδι Σκίλα .;;;;;;;;;;;; Ασκοποθώνο Σηκώνοµαι και κάθοµαι συνέχεια. Ασκός (ο): Αυγό που έγινε χωρίς τσόφλι , µόνο µε την µεµβράνη. (Αρχ. Ασκός = Σάκκος). Ασκρουµένοµαι : Προσέχω να ακούσω(Παξοί). Ασκώνω: Σηκώνω. Ασµίλαγκας (ο): Το φυτό Σµίλαξ. Άσος Άξονας του κάρου. Ασουµέρω : Λαµβάνω , δέχοµαι. Ασούµπρα Αγκαζέ. Ασούσουµος (ο): Αγνώριστος (Παξοί). Άσπαγας (ο): Το φυτό δορύκυνον. Ασπάλαθρας (ο): Κύτισος (Αγκαθωτό φυτό). Ασπετά : Περιµένω (Ital. Aspetti). Ασπουκλο (το): Αγριοκρέµµυδο. Άστα : Σήκω (Αρχ. Ίσταµαι).-(Ital.Astante=Παρών ,Ενιστάµενος). Αστάκι ((το) Ο Καρπός του καλαµποκιού Άστε ντούε (µο): Μου επέβαλε (Μάλλον προήλθε από εκφραση της Αστράκα (η): Θάµνος της ακτής. Αστρακερή (η): Η τοποθεσία που έχει καλυφθεί από αστράκες. Ασύσταγος (ο): Ανοικοκύρευτος (βλ. Σέστο). Ατ ζάρδο (το): Τόλµηµα (Ital. Azzardo). Ατεντέντερε Ακούω , πείθοµαι , συµµορφώνοµαι.(Ital. Attendere= Ατίβα): Έτοιµη , Ικανή για κάθε τι. (Ital. Attivo=Ενεργητικός). Ατόρνο Πέριξ (Ital. Intorno). Ατούρα ( η): Πονοκέφαλος εγγύου.
  13. 13. Ατρέτζο Σύνολο πραγµάτων απαραίτητων για ορισµένη χρήση. (Ital. Attrezzo = Σύνολο Εργαλείων). Ατρέχα (η): Τρεχάλα. Ατσαλωσιά (η): Η σκλήρυνση του σιδήρου µε την θέρµανση και το απότοµο κρύωµα στο νερό η στο λάδι. Ατσάρδο (το ): Κίνδυνος (Ital. Azzardo). Ατσαρδόζος (ο): Ριψοκίνδυνος. (Ital. Azzardosso). Ατσήρω : Αποδέχοµαι (Ital. Accetare). Ατσιτέντε ( ο): Το τυχαίο συµβάν.(Ital Accidente). Ατσίτο (το): Οξύ (Ital. Acido). Άτσιτο (το): Οξύ που χρησιµοποιούσαν οι λευκοσιδηρουργοί για το καθάρισµα πριν τη συγκόλληση των µετάλλων (ital. Acito = Οξύ). Άτσου : Ας`τους (Μαντουκιώτικο). Αυγακότης ( ο): Αυγουλάς. Αυγινό (το): Η ακολουθία του όρθρου. Αυγουστέλι ): Ράτσα σύκου. Αυγοχόλι (το): Ψεύτικο αυγό για να γεννούν οι κότες. Αυγώνει : Η κότα ετοιµάζεται να γεννήσει. Αυριοσύνη (η): Η αυριανή ηµέρα , το µέλλον , το αύριο. Αυχαριστία (η): Αχαριστία. Αφαλοκοµός (ο): Η οµφαλοκοπή. Αφάνο (το): ∆ύσπνοια.(Ital. Affano). Αφέντης (ο): ο πατέρας Αφιδεύοµαι: Εµπιστεύοµαι. (Ital. Affidare). Αφισάδος (ο): Προσηλωµένος (βλ. Αφισάρω). Αφισάρω : Είµαι προσηλωµένος (Ital.Affisare). Αφιτιβαµέντε : Πραγµατικά (Ital. Effettivamente). Αφοδιά (η): Αυλή σπιτιού ( Ίσως επειδή αφόδευαν εξω ελλείψει τουαλέτας ). (Παξοί). Αφόρκος (ο): Επίορκος. Αφούντου : Χάθηκε (Ital. A fondo=Στο βάθος). Αφούφου : Ολική καταστροφή – Ανατίναξη – Ολοκαύτωµα. (Πήγε αφούφου – Πήγε ψηλά). Αχαµνός (ο): Χλωµός (Παξοί). Αχαρολόϊστη (η) Άχαρη. Άχλα (η): Καταχνιά. Αψήλου : Τυχερό παιχνίδι του δρόµου (κορώνα –γράµµατα). Αψήλου : Ψηλά. Αψιής Οξύθυµος. Αψώνω Φουντώνω, ζεσταίνοµαι.(Παξοί). Β Βαβιλάτο (το) Το χρώµα της χρυσόµυγας (Μαυροπράσινο). Βαβύλα (η) Χρυσόµυγα (Λέγεται και βάβυλας και µάλλον ονοµάστηκε έτσι aπό το Βαβυλωνία από το βουιτό του). Βαγαπόντες(ο): Απατεώνας (Ital. Vagabondo).
  14. 14. Βαγγελίζω : Περνάω κάτω από το ευαγγέλιο της κυριακάτικης λειτουργίαςγια να αποφύγω κάποιο κακό που φοβάµαι . Βάγια (τα): Τα Θεοφάνεια , Η Κυριακή των Βαίων. Βαγιάνα (η): Το ψάρι Σκαθάρι. Βαγιοφόρα (η): Πλέγµα από φύλλα φοινικιάς για την Κυριακή των Βαίων. Βάζο (το): Ο πήλινος σωλήνας των παλαιών αποχετεύσεων (Ital. Vaso). Βαιλέυω : Κουράρω.- Φροντίζω Βαιλεύω : Νταντεύω, κανακεύω. Βαίσω : Λυγίσω. (Σινιές). Βακέτα (η): Μερικώς κατεργασµένο δέρµα (Ital.Vacchetta=Αγγελαδίτσα- ∆έρµα). Βαλάγγι (το): Βελανίδι (Παξοί). Βαλάνεια (τα): Βελανίδια. Βαλανίδα (η): Αδένας του λαιµού. Βαλάρω Βρίσκοµαι σε αµηχανία. Βάλε αµέντι : Σκέψου.(Ital. Mente=Μυαλό) Βαλερόζος (ο): Άξιος . (Valoroso). Βαλούτο (το) Βαρύ , Άξίζει τα λεφτά του (Ital. Valutare =Εκτιµώ την αξία το βάρος κλπ). Βαµµένος (ο): Ο αποφασισµένος για να κάνει κάποιο κακό. Βαντάγιο (το): Κέρδος (Ital. Vantaggio). Βαντάκα (η): Πάνινο δέµα µε ρούχα , και µεταφ. Η χονδρή γυναίκα. Βαντιέρα (η): ∆ίσκος σερβιρίσµατος Βάραγγας (ο): Λάρυγγας. Βαραµέντε : Επιτέλους – εν΄κατακλείδει (Ital. Veramente) Βαρβαρίτσα (η): ∆ερµατικό εξόγκωµα η κρεατοελιά. Βαρδακούρι (το): Αµάνικο πουλόβερ. Βαρδακούρι (το): Γιλέκο. Βαρδάτσα (η): Ράτσα άσπρου κορόµηλου. Βαρδιόλα (η): Σκοπιά . Βαρζί (το): Κόκκινη βαφή χειλιών από ένα φυτό. Βαρκός (ο): Βάλτος, η µόνιµα υγρή γη . Βάρτου : Βάρα του. Βάσκα (η): Μπανιέρα , λεκάνη .(Ital. Vasca). Βάσκα (η): Στέρνα ,η µεγάλη λεκάνη. (Ital. Vasca). Βατεύω : Κάνω έρωτα – Γονιµοποιώ. Βατσέλα (η): Λεκάνη . Βατσέλι (το): Λεκανάκι. Βατσέλι (το): Νιπτήρας(Ital. Vascello=Πλοιάριο πολεµικό). Βατσίνα (η): Εµβόλιο (Ital. Vacina). Βατσουνιά (η): Βάτος. Βδέλι (το): Μεταλλικό περιστρεφόµενο στερέωµα παραθυρόφυλλου). Βεγγέρα (η): Γλέντι (Ital. Vegliare = Ξενύχτι). Βεδρές : Βελανίδα (η): Το ψάρι Ζαργάνα η βελόνα. Βελέντζες (οι) Υποκλίσεις? Βελέσι (το): Χονδρό ρούχο – Παλτό. Βελιόνι (το): Ξενύχτι (Ital. Veglia). Βέλιουρας (ο): Σκουλήκι που χρησιµεύει για δόλωµα. Βελονάς (ο): Θύκη για βελόνια ραψίµατος. Βελοτσιπέ (το): Το ποδήλατο (Ital. Velocipe).
  15. 15. Βένα (η): Φέτα πετρώµατος. Βένα (η): Φλέβα – κληρονοµικότητα (Ital. Vena). Βενέτικο (το): Ράτσα κόκκινου µήλου. Βενζίνα (η): Καϊκι µηχανοκίνητο. Βένταµα (το): Φτερούγισµα. Βεντάριο (το): Ευρετήριο (Ital. In Ventorio). Βεντέµα (η): Τρύγος (Ital. Vendemmia). Βεντερούγα (η): Αρρώστια που προκαλεί κύρτωση της πλάτης. Βεντερούγα (η): Η πίσω µεριά των πλευρών. Βεντερούγα (η) Καµπούρα- ραχίτιδα. Βέντουλο (το): Βεντάλια η χαρτόνι για το φυσηµα της φωτιάς(Ital. Ventaglio). Βεντρειά (η): Η πλαινή πλευρά των πλευρών. Βεντριά (η): Τα πλευρά του Ανθρώπου . Βεραµέντε : Αλήθεια (Ital. Veramente). Βερβελίδι (το): Αγριολάχανο. Βερβελίδια (τα): Βολβοί. Βερβερίτσα (η): Κρεατοελιά. Βεργέτα (η): Σκουλαρίκι κρίκος. (Μάλλον ονοµάστηκε έτσι επειδή φτιαχνόταν από µία µεταλλική βεργούλα.Βεργέτα φορούσαν οι άνδρες στο αριστερό αυτί σε διάφορα µέρη της Κέρκυρας (Μαντούκι , Βαλανειό κ.α.) Ήταν χρυσή και µάλλον έµεινε από τους πειρατές η τους τσιγγάνους Βερίνες (οι): Οι βόλτες που παίρνει το σχοινί. Βερµαλίζω : Φλυαρώ (Ital. Verbale – Verbalismo = Στα λόγια). Βέρντε (το): Πράσινο χρώµα (Ital. Verde). Βερντούρα (η): Σαλάτα λαχανικών (Ital. Verdura). Βέρσο (το): Συµπεριφορα (Ital. Verso = Κατεύθηνση ). Βερτζότο (το): Πλατύφυλλο Κραµπή (Ital. Verzotto). Βερτσελάδο (το): Χυµένο-∆ιάχυτο(Ital. Versamento). Βεσπασιανή (η) ∆ηµόσιο ουρητήριο (Ital. Vespasiano). Βέστα (η): Γυναικείο φόρεµα.Ital. Vestito). Βεστάγια (η): Γυναικεία ρόµπα (Ital. Vestaglia). Βεστιέρα (η): Ρόµπα . Βέτζες ,Ισβέτζες : Στη θέση του. (Ital. Vece). Βετούλης (ο) Έφηβος. Βήσαλο (το): Σπασµένο και αιχµηρό κοµµάτι. Βιατζάρω : Ταξιδεύω (βλ. Βιάτζο). Βιάτζο (το) : viaggio (Ιταλ. ταξίδι κυρίως για δουλείες «έκανε βιάτζα ολη µέρα » . Βιβάρι (το): Ιχθυοτροφείο (Ital. Vivaio). Βίβες (οι): Προπόσεις (Ital. Viva). Βίγλα (η): Επιµέλεια , φροντίδα , επιτήρηση, Παρατηρητήριο . (Ital. Vigilato). Βιδέλο (το): ∆έρµα για σόλες παπουτσιών (Ital. Vittello=Μοσχαρίσιο δέρµα). Βίδιο (το): Άλλη φορά. Βιζιγάντι (το) Κατάπλασµα. Βίζιτα (η): Επίσκεψη (Ital. Visita). Βίκα (η): Ταµιτζάνα. Βίκος (ο): Ζωοτροφή. Βιλάνος (ο): Άξεστος χωριάτης (Ital. Villano). Βιλάρι (το): Τόπι υφάσµατος. Βινιέτα (η): ∆ιακοσµητικό περίγραµµα – Σχέδιο (Ital. Vigneta).
  16. 16. Βιντινέλα (η): Χονδρό ύφασµα (Ital. Vitina = Κορσές). Βινώ : Συνουσιάζοµαι παράνοµα (Παξοί);;;;;;; Βίρα (η): Βέρα . (Ital. Vera ). Βιρβιρίκι (το): Θυλίτσα από κλωστή. Βιρτσίνος (ο): Χρεωµένος Βίτζο (ο): Αντιπλοίαρχος (Ital. Vice). Βίτος (ο): Αρσενικό περιστέρι . Βίτσα (η): Ξύλινη βέργα . Βιτσιτσιόλι (το): Μικρό πουλάκι. Βλησίδι (το): Κόσµηµα που προσφέρεται στη νύφη – Τάµα σε εικόνα (Παξοί) . Βόγα : Κάνε κουπί-Λάµνε µπροστά. Βογγύλι (το): Χονδρό κοµµάτι , λέγεται και για το νερό που τρέχει.;;;;;;; Βολά (η) : Φορά ( θα έρθουµε µία άλλη φορά ). Βόλε ντα βόλα ∆ιπλοραµµένα παπούτσια;;;; Βολεί (µου): Με βολεύει. Βολήµι (το): Το µέταλλο Μόλυβδος . Βολίµι (το): Μόλυβδος. Βολίµι (το): Το µέταλλο Μόλυβδος. Βόλτα ντί πάλο : Ναυτικός κόµπος. Βολτατέστα (η): Συνένωση κατασκευής γείσου υπό γωνία (Ital. Voltare-Testa). Βολτετσάρω Κάνω άσκοπες περιπλανήσεις (Volteggiare=Στριφογυρίζω). Βόλτο (το): Ο θόλος , οι καµάρες (Ital. Volta). Βόλτο (το): Τοξοειδής κατασκευή στις εισόδους των σπιτιών .(Ital. Volto= Εξωτερική όψη ). Βοντεσπίτσιο (το): Προεξοχή µε παράθυρο από τα κεραµύδια της σοφίτας.(Ital. Βοραντζένα (η): Φυτό – Βούγλωσσο;;;;;;;;;; Βόρδονας (ο) εξώγκοµα , ερεθισµός του δέρµατος. Βόρδονας (ο): Πρήξιµο από τσίµπηµα εντόµου. Βούκιθρο (το): Ηλιάνθεµο. Βούλτα (τα): Κόπρανα Γαϊδάρου. Βουλτοκάβαλα (τα): Κόπρανα Γαϊδάρων. Βούλωµα (το): Πώµα Βουντζουριχτός (ο): Τρεχάτος. Βούντουλα (η): Τράτα όπου τα δίχτυα τα µάζευαν µε τα χέρια. Βουρδούλιο (το) : Ρεζίλι.- φασαρία – θεατρινισµοί. Βουρλιάζω : Περνάω την κλωστή στην βελόνα . Βουρλίνια (τα): Νεύρα. Βουρλισιά (η): Τρέλα.(Ital. Burla = Περιπαιγµός). Βουρλισιά (η): Τρέλα (Ital. Burla =Αστειότης). Βουρλισµένος (ο): Τρελός (Ital. Burlare = Περιπαίζω – Αστειεύοµαι). Βουρλιταριό (το): Τρελοκοµείο. Βουτζί (το) Μεγάλο βαρέλι (Παξοί).;;;;;;;;;;; Βουτιτσέλι (το): Πουλί των λιµνών που βουτάει για να βρεί ψάρια. Βούτσι (το): Μικρό βαρέλι κρασιού. . Βραγιά (η): Αυλάκι για φύτεµα. Βραγιά (η): Φυτεµένο αυλάκι χωραφιού. Βρακί (το): Παντελόνι. Βρακοζώνι (το): Ζωστήρας. Βρακολινιά (η): Ζώνη παντελονιού από σχοινί (Βλ. Λινιά-Linea).
  17. 17. Βρακοντιές (οι): Είδος φυτού.(Παξοί).;;;;;;;;;; Βράχλο (το): Η φτέρη. Βρικάζω : Φωνάζω δυνατά.(Παξοί). ;;;;;;;;;;;;;;; Βρυνίλας (ο): Ακροποταµιά µε βρύα. Βρυσίδι (το): Κεφάλαιο. ;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;; Βύσαλο (το): Το βότσαλο Γ Γαδίνι (το): Φλυτζάνι του τσαγιού. Γαδίνι (το): Λεκανάκι. Γαδίνι (το): Νιπτήρας (Ital.Catino). Γάζα (η): Είδος σαλαχιού. Γαζέτα (η): Παλιό Ενετικό νόµισµα ίσο µε δύο ενετικά σόλδια. Γαιδουρόσπιγγος (ο): Πουλί λίγο µεγαλύτερο από το σπίγγο και λίγο κόκκινο χρώµα στην κοιλιά. Γαλάρα (η): Καθαρή .;;;;;;;;; Γαλάρι (το): Το γουρούνι. Γαλαρία (η): Ο εξώστης του θεάτρου (Ital. Galleria?????). Γαλατζίτες : Αγριολάχανα. Γαλδίδος (ο) Εφοδιασµένος έτοιµος για χρήση. (Ital. Guarnire);;; Γαλδιµέντο (το): Έτοιµο για χρήση. Γαλεότα (η): Πολεµικό πλοίο. Γαλετίνες (οι) : Μπισκότα (Ιταλ.galleta ). Γάλικο (το): Το πουλερικό Γάλος (Ital. Gallo =Αγριόγαλος). Γαλιόνι (το): Πλοίο εξοπλισµένο για την µεταφορά πολύτιµου φορτίου. Γαλιουρίζω ∆εν βλέπω καθαρά. ( « Παίζει» το µάτι µου ). Γαλιουρίζω : Η αίσθηση του τρεµουλιάσµατος στο µάτι . Γαλιφιά (η): Κολακεία (Ital. Gagliofferia). Γαλόνι (το): Μονάδα µέτρησης βάρους ίση µε 4 κιλά. Γανάσα (η): Σιαγόνα (Ital. Ganascia). Γανιές: Μαύροι λεκέδες , καρβουνιές Γαντζάος (ο): Καίκι µε δύο άλµπουρα. Γαντιέρα (η): ∆ίσκος σερβιρίσµατος (Ital. Guantiera). Γαρδέλι (το) : Ωδικό πουλί (η γνωστή καρδερίνα). Γαρδινιέρα (η): Κρεµαστή σιδερένια βάση για γλάστρες (Ital. Giardiniera). Γάρµπα (η): Ράτσα µουριάς. Γαρµπίνος (ο): Γαρµπής ,Ν-∆ Άνεµος (Ital. Garbino). Γάρµπο (το): Φλέρτ. (Ιταλ. Garbo - Χάρις , ευγένεια ). Γαρµπόζα (η): Η αγαπητικιά.- ερωµένη Γαρµπόζος (ο): Ερωτύλος. (Ital. Garboso). Γαρµπούνι (το): Η ασθένεια Άνθραξ. (Ital. Garbone =Κάρβουνο). Γαρούνας (ο): Φόβητρο για τα µικρά παιδιά. Γαστάλδος (ο): Αυτός που αναλαµβάνει υποθέσεις άλλων.;;;;;;;;;;;; Γαστρί (το): ∆οχείο για να πίνουν οι κότες (Γάστρα). Γάτος (ο): Γατόψαρο στρογγυλό λαίµαργο ψάρι µε µυτερή λόγχη στη ράχη. Γατσίνι (το): Γατάκι (Παξοί). Γατσούλι (το): Γατάκι (Γύρου).
  18. 18. Γδώνω : Τεντώνω – Ξεχειλώνω. Γελές (ο): Γιλέκο (Ital. Gile). Γενατσούρια (τα): Η ηµέρα της γέννησης. Γένηµα (το): Καλαµπόκι. Γεντέκι (το): Σχοινί για ρυµούλκηση πλοίων . Γεραµέντο (το): Επισκευή (Ital. Rammento). Γερανό (το): Σκούρο µπλέ . Γεροκουλουµίζω : Γηροκοµώ (βλ.Κουλουµίζω). Γέτο (το): Η εβραική κοινότητα (Ital. Getto =Πέταγµα –ρίξιµο-απόβλητο). Γιακέτα (η): Σακάκι. (Ital. Giacca). Γιαλοράκι (το): Ρακοπότηρο (Παξοί). Γιάξε : Κοίταξε (Παξοί). Γιαπούντζα (η): Μακρύ και βαρύ , καθηµερινό παλτό των αρχόντων. (πιθανόν να ονοµάστηκε έτσι έπειδή έµοιαζε µε το ανάλογο Γιαπωνέζικο παλτό). Γιαπράκια (τα): Γιουβαρλάκια (Παξοί). Γιάτο : Νάτο (Παξοί). Γιατσάδα (η): Παγωνιά – Κρυάδα (Ital. Ghiaccata = ποτό µε πάγο). Γιάτσο (το): Παγωµένο (Ital. Ghaccio). Γιόµα (το): Μεσηµεριανό φαγητό. Γιοµάρι (το): Φόρτωµα ξύλα. Γιοµίζω : Γεµίζω (Γιοµώζω στους Παξούς). Γιότσα (η): Έπιπλο σαλονιού.;;;;;;; Γίοτσολα (η): Κονσόλα σπιτιού. Γιουδιστόν : Απόφαση (Ital. Giudicato). Γιούλιο (το): Μενεξές .;;;; Γιους Πατρονάτους : ∆ικαίωµα επι εκκλησιαστικού κτήµατος παραχωρηθέντος από το Βενέτ. ∆ηµόσιο. Γιουστάρω : Τακτοποιώ (Ital. Aggiustare). Γιοφυλλί (το): Μώβ έντονο ανοιχτό. Γισταµέντο (το): Συµφωνία για τακτοποίηση λογαριασµού (Ital. Aggiustamento). Γκαιδός (ο): Ο πάσχων από στραβισµό. Γκανιότα (η): ∆οχείο χρηµάτων σε χαρτοπαιχτικές λέσχες. Γκαντζέλος(ο): ο Ερωτοτροπών ,ο αγαπητικός ,ο κορτάκιας. (Ital. Ganzo – GantzeloGantzelino). Γκενεράλ (ο) Επίτροπος – πληρεξούσιος. (βλ. Γκενεράλης). Γκενεράλης (ο): Στρατηγός – αρχηγός (Ital. Generale). Γκέσο (το): Κιµωλία (Ital. Gesso – Ven. Zesso). Γκέσο ντε πρεζα (το): Γύψος (Gesso di presa = Γύψος συγκράτησης). Γκέτο (το): Σιδερένια µισοστρογγυλη πόρτα φούρνου (Ven. Geto). Γκιορνάδα (η) : Το µεροκάµατο (Ιταλ. Giornata : ηµέρα ). Γκίοτσα (η): Ξύλινο έπιπλο σπιτιού ,κονσόλα (Ven. Giozza). Γκίουρµο (το): Ώριµο. Γκιούστος (ο): Ακριβοδίκαιος (Ital. Giusto). Γκιράντολα (η): Περιστρεφόµενο σιδερένιο στήριγµα παραθύρου (Ital. Girante , Ven. Zirandola=Στροφέας). Γκιώνης (ο): Μεγάλο πουλί αρπαχτικό. Γκιώνης (ο): Κουκουβάγια. Γκλάρος (ο): Ο λάρυγγας. Γκλόρια (η): Θρίαµβος –εξαιρετική στιγµή (Ital. Gloria = ∆οξαστικός ύµνος). Γκόγκλα (η): Η Ζώνη που πιάνεται στην κοιλιά του γαιδάρου.
  19. 19. Γκόγκλα (η): Κυµάτισµα . Γκόγκλα (η): Στροφή. Γκόγκλες (οι): Κυµατισµοί. Γκόγκλες (οι): Στιφογυρίσµατα. Γκοζάρω (η): Γριά προβατίνα. Γκόθρικας (ο) : Το πρώτο γάλα. Γκόν : Υπερβολική µέθη (Αγγλ. Gone – Go – «Έφυγε» ). . Γκότζα (η) Γέρικη προβατίνα. Γκουτζερές (ο): Γανωµατής Γκράντε µεστεριόζος (ο) Πολύ µυστηριώδης . (Ital. Grande musterioso). Γκρατσίολα (η): Χαριτωµένη , πνευµατώδης (Ital. Graziosa). Γκρουζιά (η): Άγριος θάµνος µε κίτρινα φύλλα και άσχηµη µυρωδιά. Γκρούζω : Μουγκρίζω. “Γκρούζει σαν το γαλάρι”. Γκώνω – Έγκωσα : Βαρυστοµάχιασα – Φρακάρησα. Γλάρουγκας(ο): Λαρύγγι. Γλέπεις : Βλέπεις. Γλητσίνα (η): Αναρριχητικό φυτό. Γλίµα (το): Κοµµάτι σαπουνιού. Γλίνα (η): Λάσπη.(Παξοί). Γλίτσα (η): Σκουλήκι για ψάρεµα. Γλούπος (ο): Το λαρύγγι- (Μεταφ. Αυτός που τρώει πολύ). Γλυκάδι (το): Ξύδι (Παξοί). Γλυκάδι (το): Οι αδένες του αρνιού στο λαιµό που αγοράζουµαι µαζί µε µε την συκοταριά. (Γύρου- Όρος). Γλυκολάχανο (το): Ήµερο λάχανο. Γοβέρνο (το): Κυβέρνηση .(Ital. Governo). Γογγύλη (το): Κοµµάτι κορµού δένδρου. (Αρχ. Γογγύλην). Γοδέµπελος (ο): Πρόσχαρος (Ital. Godibile). Γοδέρω Ευχαριστιέµαι – απολαµβάνω. (Ιταλ. Godere). Γοδιµέντο (το): Ευχαρίστηση (Ital. Godimento). Γοδιµεντόζος (ο): Γλετζές (Ital. Godimentoso). Γόµπα η Σγούµπα (η): Καµπούρα (Ital. Gobba). Γορδελάρω Ενώνω µε χονδρή κλωστή ή ράβω κορδέλα στην άκρη του υφάσµατος . Γουαντιέρα (η): ∆ίσκος ;; Σερβιρίσµατος;;;;;;;; Γουζιός (ο): Τσαλαπετεινός (Λευκίµµη – Παξοί). Γούζο (το): ∆ικό µου , προσωπικό (Ital. Uso). Γούζο µου : Για τον εαυτό µου. Γούζω (το): Πείσµα. Γουλάδα (η): ∆ρόµος λιθόστρωτος µε στρογγυλές πέτρες (γούλους). Γουλί (το): Μικρή στρογγυλή πέτρα Γουλίζω : Τρίβω το χταπόδι πάνω σε µια πέτρα.. Γουλοζιτά (η): Λαιµαργία (βλ. Γουλόζος). Γουλόζος (ο): Λαίµαργος (Ital. Goloso). Γουλοκόφινο (το): Κοφίνι ενισχυµένο για τη µεταφορά της πέτρας από τους οικοδόµους. Γούλος (ο): Πέτρα στρογγυλή. Γουλοφάης (ο): Ουλίτιδα . Γουργούρι (το): Περισυλλογή. Γουρουνοσακούλα (η) Καπνοσακούλα κατασκευασµένη από την ουροδόχο κύστη
  20. 20. του γουρουνιού Γούσα (η): ∆ιατοµή κορνίζας (Ital. Guiscio = Κέλυφος,Σκελετός, Σκαρί). Γουτζί (το): Γουρουνόπουλο. Γράβα (η): Σπηλιά. (Αγγλ. Cave-cavern. Ιταλ. : caverna ). Γραβαλίζω : Στρώνω το χώµα µε τσουγκράνα . Γράβαλος (ο): Τσουγκράνα. Γραέλα (η): Σιδερένια σχάρα (Ven. Graela). Γράζω Φωνάζω. Γραµπαούλι (το): Άγκυρα βάρκας. Γρανίτσα (η): Ψιλό χαλάζι (Ital. Grana Granita = Κόκκος). Γραντζέουλα (η): Καβουροµάνα;; Γραντζέουλα (η): Μουντζουριά. Γρεγολεβάντες (ο): Ανατολικός προς νότιος ανεµος. (Ital. Greco Levante). Προφανώς επειδή ο Ιταλός βλέπει αυτόν τον άνεµο να έρχεται από την Ελλάδα. Γρέµπα (η): Ξερολιθιά.(Ital. Greppo = Γκρεµός ). Γρέντα (η): Το κάτω µέρος της Ζυφταριάς. (Παξοί). Γρέπετο (το): Κατηφορικός λόγγος-αγρίωµα. Γρετζεούλης(ο): Σατανάς.(Βελζεβούλ;;;)(Γύρου). Γρέτζο (το) Άγρια επιφάνεια. (Ital. Greggio=Aκατέργαστο). Γρίλα (η): Το γουργουρητό της κοιλιάς από πείνα (Ital. Grillo=Χωρίς φαγητό). Γριλίτσα (η): Ηλίαση. Γριτσόρα (η): Αγριολάχανο. Γροβολιά (η): Αγριοδαµασκηνιά. Γρόγγος η ∆ρόγγος (ο): Το ψάρι Μουγκρί (Ital. Grongo). Γροπέτο (το): Φιαλίδιο ;;;;;;;;;; Γρόσα (η): Μία γρόσα ισοδυναµούσε µε 145 κοµµάτια όπως η Ντουζίνα ισοδυναµεί µε 12. Γρότα (η): Σπηλιά , τρύπα (Ital. Grotta). Γρουδιένω : Ζαρώνω από την πολύωρη παραµονή στο νερό. Γρούζω : Γουργουρίζω. Γρουµπανιά (η): Πέσιµο (Παξοί). Γρουµπούλι (το): Εξόγκωµα του δέρµατος. Γρουµπούλι (το): ∆ερµατικό εξόγκωµα (Ital. Groppo – Groppone =Κόµπος καµπούρα). Γρούνι (το): Γουρούνι. Γρουνοτσάρουχο (το): Παπούτσι από ακατέργαστο δέρµα χοίρου και γκέτα από γούνα για τη βαρυχειµωνιά Γρουτζιά (η) Αγριόφυτο µε κίτρινα λουλούδια , θεραπευτικό για την αιµορραγία. Γρούψα (η): ∆ίψα (Λευκίµµη-Παξοί). ∆ ∆άγα-∆άγα : Γρήγορα – Γρήγορα ∆άγο : Αργά, σιγά (Ital. Adagio). ∆αιµοναριά (η): ¨Ένα φυτό ;;;;;;;;;;(Υοσκύαµος). ∆άντσια (η): Φόρος (Ital. Dazio). ∆άρτης (ο): Εργαλείο για το κοπάνισµα του σιταριού. ∆άρτης (ο): Κουρασµένος (Παξοί).
  21. 21. ∆αρτό νερό (το): Πολύ δυνατή βροχή. ∆αυλί Καιόµενο ξύλο- µεθυσµένος πάρα πολύ. ( «αυτός έγινε δαυλί). ∆αφνίλας (ο) Τόπος µε δάφνες. ∆είλια (η): Τάση για λιποθυµία-αδυναµία. ∆εκαοχτούρα (η): Ένα είδος γκρίζου περιστεριού ∆εκουτζιόν : Αµέσως;;;;;;;;;;;;;; ∆εκρέτο (το): Απόφαση-ψήφισµα (Ital. Decreto). ∆εκρετσιόν (η): ∆ιάκριση (Ital. Discrezione). ∆ελεγάτος (ο): Εντεταλµένος.(Ital. Delegato). ∆ελέγκου : Γρήγορα , αµέσως (Ital. Di luogo). ∆ελίτο (το): Μεγαλόσωµο. ∆εµπιτόρος (ο): Οφειλέτης (Ital. Debitore). ∆ενόντσια (η): Ιατρική έκθεση;; (Ital. Denunzia = Γνωστοποίηση). ∆εντρόβαλος (ο): ∆εντρογαλιά(είδος φιδιού) ∆εποζιτάρω : Παρακαταθέτω (Ital. Depositare). ∆επόζιτο (το): Παρακαταθήκη (Ital. Deposito ). ∆επουτάτος (ο): Εξουσιοδοτηµένος (Ital. Deputato = Βουλευτής). ∆εροτόρος (ο): ∆ιευθυντής (Ital. Direttore). ∆εσγούτο (το): ∆υσαρέσκεια (Ital. Disgrato-Disgusto=δυσαρέσκεια – αηδία ). ∆εσµπόρσο (το): ∆απάνη (Ital.Disborso ). ∆εσπέτο (το): Πείσµα. (Ιταλ. Per Dispeto). ∆εσπουτάτος (ο): Ηγεµόνας (προφανώς προέρχεται από το ∆εσποτικός ∆εσποτάτο της Ηπείρου. ∆εστεµέλι (το): Ζώνη. ∆εστινάρω : Στέλνω , Κατευθύνω (Ital. Destinare). ∆έστρος (ο): Επιδέξιος (Ital. Destro). ∆εστρούτο (το): Λειωµένο χοιρινό λίπος (Ital. Strutto). ∆εσφιλάδο (το): Εξεφτελισµένο (Ital. Vile = ∆ειλός ,άνανδρος, εξεφτελισµένος). ∆ήλησε : Βγήκε αληθινό (Μου δήλησε το όνειρο).(Παξοί). ∆ήλισε : Πραγµατοποιήθηκε (το όνειρο). ∆ιαβατάρης (ο): Περαστικός. ∆ιάγκιλος (ο): ∆ιάολος. ∆ιάκαµπο (το): Στη µέση του κάµπου. ∆ιάκοιλος (ο): Κοιλιακό νόσηµα. ∆ιακόνι (το): Ζητιανιά. . ∆ιακονιάρης (ο): Ζητιάνος. ∆ιαλυµάτο (το): Χύµα (Τσιγάρα διαλυµάτο). ∆ιαµάσχαλα : Κάτω από την µασχάλη. ∆ιάνα (η): Λευκή (Παξοί). ∆ιάργυρος (ο): Ο υδράργυρος. (και ως κατάρα : «Στάχτη και διάργυρος» ∆ηλ. Ας διαλυθούν όλα. ∆ιάσκατζε : ∆εν βαριέσε. ∆ιάσκατζος (ο): ∆ιάβολος. ∆ιάσωνας (ο): Μολυσµένο σπυρί. ∆ιατσέντο (το): Υάκινθος (Ital. Giacinto). ∆ιγόνι (το): Το τελευταίο τέκνο της οικογένειας. ∆ίηµα : Πολύ σηµαντικό – Αφήνει εποχή. ∆ικιαρίζω η ∆εκιαράω : ∆ηλώνω (Ital. Dichiarare ). ∆ίκοπη (η): Γεωργικό εργαλείο που από την µια µεριά ήταν τσαπί και από την άλλη
  22. 22. τσεκούρι. ∆ίρετα (τα): ∆ίκαιώµατα (Ital. Diritto ). ∆ίρετος (ο): Κατ’ ευθείαν.(Ital. Diretto – Diritto ). ∆ίριτο (το): ∆ικαίωµα , ορθό ,ισιο (Ital. Diritto). ∆ιστρηγάρω Εξηγώ (Ital. Distrigare). ∆ιτζεδέρω : Αποφασίζω (Ital. Desidere). ∆ίτολο (το): Τίτλος (Ital. Titolo). ∆όγα (η): Βαρελοσανίδα (Ital. Doga). ∆ογάνες (οι): ∆ασµοί (Ital. Dogana). ∆όγες (οι): Κοµµάτια (µάλλον προέρχεται από τα σανίδια του βαρελιού). ∆ονατσιόν (η): ∆ωρεά (Ital. Donazione). ∆όνικα : Λοιπόν. ∆όνκα Ναι - Βεβαιωτικό µόριο. ∆όνκα Σκέψου. ;;;;; ∆οντούρα (η): Το δόντι τραπεζίτης. ∆όπιος (ο): Σταυρωτός, διπλός (Ital. Doppio). ∆οράκινο (το): Ροδάκινο (Ital. Duracino =Με τη σάρκα κολληµένη στο κουκούτσι) ∆οτερία (η): Ρητορεία (Ital. Oratoria). ∆οτόρος (ο): Γιατρός (Ital. Dottore).(βλ. και Τοτόρος). ∆ουκάτο η ∆ουκατόνι (το): Χρυσό νόµισµα υποδιαιρούµενο σε µαρτσέλους και σόλδια. ∆ουρατούρος (ο): Μακρόβιος , διαρκής (Ital. Duraturo). ∆ουράω : Αντέχω στο χρόνο (Ital. Durare). ∆ραγάτης (ο): Αγροφύλακας. ∆ράζει : Στάζει , Έχει διαρροή. ∆ραξιά (η): Σταγόνα (Παξοί;;;).(Ital. Goccia;;;; ∆ρόγκος (ο): Το ψάρι Μουγκρί. ∆ρόπακας (ο): Υδρωπικία. ∆ροτσίλας (ο): Τα σπυθουράκια που προκαλούνται από υπερβολική ζέστη ∆υάργυρος (ο): Υδράργυρος. ∆υναµάρι (το): Στήριγµα Ε Έβγαση Έξοδος. (Αρχ. Εκβαίνω). Εγγιστάρω : βλ. Αγγιστάρω. Έγιανε : Έγινε καλά. Έγκαψη (η): Φλόγωση (Αρχ. Εγκαίω). Εγκώµιο (το): Πείραγµα (Αρχ. Έν Κώµος). Εδαυτού: Ακριβώς Αυτού (Παξοί). Εδεδώ : Ακριβώς εδώ.(Παξοί). Εδεκεί: Ακριβώς Εκεί. (Παξοί) Εδούρησε (δεν) : ∆εν κράτησε πολύΕθαραπάικα : Ευχαριστήθηκα. Είδισµα : Τίποτα (Παξοί). Είµητα : Εκτός αν ( Αρχ. Ει µη ). Εκουϊστάδος (ο): Βλ. Ακιστάδος
  23. 23. Εκουτσούριανα : Πάγωσα . Εκτενταρίζοµαι : Καθαρίζοµαι. Ελεγάω : Ελεώ . Ελόου µου : Εγώ προσωπικά( Από: Του Λόγου µου). Ελώου µου, σου , του : Εγώ , η αφεντιά µου. Εµπασοεκβατήριον (το): Είσοδος σπιτιού. Εµπετσάρω : Παρενοχλώ (Ital. Impacciare). Εµπιστιάνα : Επί πιστώσει (Αρχ. Εν Πίστει ) βλ. Μπιστιού. Έµπλασε : Έπιασε. (Παξοί). Έµπο : Καταιγίδα (Ital. Temporale);;; Ενεξεκουτσιόν (η): Εκτέλεση. (Ital. Esecuzione). Ένιαξε : Μάζεψε , Μίκρυνε. Ενόδος (ο): Ετοιµοθάνατος (Αρχ. Εν Οδώ). Εντεπόζιτο (το): Παρακαταθήκη (βλ. ∆επόζιτο ). Έντεσα : Σκόνταψα –πιάστηκα από κάπου. Εντιµατσιόν (η): ∆ήλωση , Αίτηση, ;;;; (Ital. Entizione = Έκδοση ). Εντράδα (η): Εισόδηµα ( Ital. Entrada). Εξαγλίστρησα : Γλίστρησα. Εξαµιναδόρος (ο): Ελεγκτής (Ital. Esaminare = Ελέγχω ). Εξάτο (το): Έκτο . Εξεκουτσιόν (η): Εκτέλεση ( Ital. Esecuzione). Εξενού (είναι ) : Είναι στον κόσµο του. Εξεπόχτησα : Ξεθεώθηκα – Κουράστηκα πολύ. Εξεποχτίστηκε : Πέθανε (κυριολεχτικά;;;). Επάθιασα : (Με πάθιασες). Κοντεύω να πάθω ασφυξία από τη βρώµα. Έπλασε Ζούλιξε – Έλιωσε Από την πίεση (Γύρου ,Όρος , Μέση). Εργάνι (το): Ξύλινο εργαλείο του ελαιουργείου (Αρχ. Γέργανον;;;). Ερηµοκουνάρητο (το): Το αλητόπαιδο. Εριάστηκα : Ξεπάγιασα (Παξοί). Εριγγέρω : Παρίσταµαι (Ital. Fingere). Ερούτσωσε Πείσµωσε , θύµωσε , µούτρωσε (Ital. Ruzzo). (Του είπα κάτι και αυτός ερούτσωσε ) Ερσεβέρω : Αποδέχοµαι (Ital. Concedere). Έρτα (η): Τα πλαίσια γύρω από τις πόρτες και τα παράθυρα που εξέχουν (Ven. Erta). Ερωτιζάµενος (ο): Ερωτώµενος (Κρητικό). Εσάκιασε : Νερούλιασε-χωρίς δυνάµεις. Εσινιάρισα : Σηµάδεψα. Εσπανιάρισε Κλώτσησε -(χαλασµένο σπείρωµα Βίδας ). Εσπόρσο (το): Πληρωµή (Ital. Sborso). Έσσωπος (ο): Αρωµατικό φρύγανο (Αρχ. Ύσσωπος). Έστρα : Οίστρος , έµπνευση . Εστρυµποχνιάστηκα : Στεναχωρήθηκα Εσύ ο ίδιος : Εσύ. ( « Τι λες εσύ ο ίδιος;»). Εσφαγιουδιτσάλ : Εξώδικο ( Ital. Estragiudiziale). Έσωσα : Τελείωσα. Ετάρδησα : Με βρήκε η νύχτα στο δρόµο.(Ital. T;ardi). Ετζαµινάρω : Εξετάζω (Ital. Disaminare). Έτι : Μόλις. (Παξοί). Ετο Νάτο. Έτο : Νάτο.
  24. 24. Ετσούκλωσε : Γέµισε το στοµάχι (Παξοί). Ετσούλωσε : Πείσµωσε. Εφετιβαµέντε: βλ. Αφιτιβαµέντε. Εφουτιβαµέντε : Πραγµατικά .(Ital. Effittivamente). Έχιµο (το): Ιδιοκτησία . Ζαβό (το): Όχι ίσιο – στραβό. Ζαίδα (η): Παραφυάδα. Ζαίσω : Τσακίσω (Γύρου) Βλ. Βαίσω. Ζάλωµα (το): Φόρτωµα. Ζάµπα (η): Φρύνη- Είδος βάτραχου που ζει στα χωράφια. (Ital. Zamba = Κακοφτιαγµένο – κακογραφία). Ζαµποφάης (ο): Φίδι που τρώει τις ζάµπες (Φρύνους). Ζάντες (οι): Κορδέλες (Παξοί). Ζαρονεύρης (ο): Κράµπα. Ζαχουλιά (η): Αγριολάχανο. Ζβίγγος (ο): Λουκουµάς . Ζγούρος (ο): Ζβούρα. Ζέγκουνας (ο): Αγριολάχανο. Ζεµατούλι (το): Παπάρα από όσπρια και γάλα. Ζεµατούρα (η) Ζεστή φασολάδα. Ζεµατούρα (η): Σούπα , ζουµί µε βουτηγµένο ψωµί. Ζερβελιά (η): Βερυκοκιά (Παξοί). Ζερνίζει : Πάει λοξά. Ζήµα (το) Ο πολτός από την σύνθλιψη της ελιάς η του σταφυλιού. Ζιάζω : Ζυγίζω. Ζιφταριά (η): Ξύλινο πιεστήριο λαδιού και κρασιού. Ζίφω Στίβω. Ζιψιά (η): Πολύ βρεγµένο. (τα ρούχα του ζίφονται). Ζµούσο (το): Φαλτσογωνιά σε ξύλο η τοίχο (Ital. Smusso=άµβλυνση). Ζµπερλάδος (ο): Τρελός , ανισόρροπος (Ital. Sbilanciare). Ζµώνω : Ζηµώνω. Ζοντάδα (η): Έδαφος µε πολλά νερά. Ζορκάδι (το): Το γυµνό . Ζορκόκωλος (ο): µε γυµνά οπίσθια Ζορκολαίµα (η): Κότα µε γυµνό λαιµό. Ζορκολαίµης (ο): Γυµνόλαιµος κόκκορας. Ζόρκος (ο): Γυµνός. Ζουγκλός (ο): Παράλυτος , ηµιπληγικός (Αρχ. Ζάγκλον). Ζούλα (η): Προβατίνα (Παξοί). Ζούλο (το): Ώριµο φρούτο. Ζούπα (η): Πηγµένο γάλα µε ψωµί. Ζυφταριά (η) Πιεστήριο χειροκίνητο για τις ελιές.(Παξοί). Ζύφω : Στίβω – Πιέζω. Ζώση (η): Η πάνινη ζώνη από την παραδοσιακή κερκυραϊκή στολή Των ανδρών. Ζωφό (το): Στιφό (Παξοί). Ζώφους : Φέρνει αέρα κατά διαστήµατα. Ζωχιός (ο): Αγριολάχανο.
  25. 25. Η Ήβρεγµα (το): Θα το έχω έτοιµο (Θα τόχω ήβρεγµα ) (Παξοί). Ήλιακας (ο): Κόκκινο χταπόδι που γίνεται λιαστό. Ηλιοκαµπίδα (η): Φωτεινός χώρος. Ηλιόκριση (η): Πανσέληνος η το γέµισµα του φεγγαριού. Ήµα : Ήµουν. (παξοί). Ηµέρωµα (το): Ξεχερσωµένο χωράφι. Θ Θανασούλη : Παλιός χωριάτικος χορός. Θανατήτας (ο): Πολύ µεγάλη παγωνιά. Θανατίτας (ο): Θανατικό . Θαραπάηκα : Ευχαριστήθηκα. Θεατρίζοµαι : Ρεζιλεύοµαι. Θέατρο (Έγινα): Ρεζιλεύτηκα. Θελέσπια (η): Μεγάλη (Παξοί). Θέληµα (το): Εξυπηρέτηση. Θέρµη (η): Πυρετός. Θερµός (ο): Βραστό νερό. Θερµούτσα (η): Αναµµένα κάρβουνα . Θηκάρι (το): Γιλέκο Ανδρικό της παραδοσιακής κερκυραικής στολής. Θηλίκια (τα): Κορδόνια (Παξοί). Θηλύκι (το): Κουµπότρυπα (Θύλη). Θηλυκώνω : Κουµπώνω. Θίναλο (το): Αµµουδερό παραθαλάσσιο µέρος (Αρχ. Θίς). Θλιβερός (ο): ∆ύστυχος .(Παξοί). Θράσιο (το): Άπαχο ζώο. Θράσιο(το): Ολοκληρωτικό – Τελειωτικό. Θράσιος (ο): Εντελώς χαζός. Θράσιος (ο): Τελείως άχρηστος. Θράσιος (ο): Νηστικός;;;;;;;;;;;;;;;; Θράσιος (ο): Άνοστος , Σαθρός , Σάπιος. Θρονιάζοµαι : Σρογγυλοκάθοµαι .Κάθοµαι αναπαυτικά Θρονιάσου : Κάθισε (Προστ. και µε εκνευρισµό). Ι Ίγγερα : Άκρη – Άκρη (Παξοί). Ιγγλεζίνες (οι): Καµώµατα . (Παξοί).
  26. 26. Ίγκια – Ίγκια : Άκρη – Άκρη (Παξοί). Ιµαντινιέρω : ∆ιατηρώ (Ital. Mantenere). Ιµιτάρω : Μιµούµαι (Ital. Imitare). Ιµπάντο (το): Εγκατάλειψη (Ital.Abbandonare). Ιµπάρκο (το): Επιβίβαση (Ital. Inbarco). Ιµπατσάρω : Ρισκάρω (Ital. Impazzare = Τρελαίνοµαι). Ιµπενιάρω : ∆εσµέυοµαι , Εγγυώµαι.(Ital. Impeghare). Ιµπένιο (το): Εγγύηση (Ital. Impegho). Ιµπετσίλες (ο): Ανόητος (βλ. Ιµπετσιλιτά). Ιµπετσιλιτά (η): Τρέλα, Μωρία , Ανοησία. (Ital. Impeccabillita). Ιµπιάντο (το) Εξοπλισµός (Ital. Impianto = Εγκατάσταση πχ. Ηλεκτρική). Ιµπιτζάροµαι : Αναµειγνύοµαι. (Ital. Impiccione). Ιµποστόρος (ο): Απατεώνας.(Ital.Impostore). Ιµποστούρα (η): Κατηγορία – Συκοφαντία. (βλ. Ιµπουτατζιόν). Ιµπουτάρω : Κατηγορώ – Σπιλώνω. (βλ. Ιµπουτατζιόν). Ιµπουτατζιόν (η): Κατηγορία (Ital. Imputazione). Ιµπρέζα (η): ∆ιαφορά ;;;; Ιµπρέζα (το πήρα ): Αναλαµβάνω κάτι (Ital. Ripresa). Ιµφάτο (το): Καµώµατα- Παθήµατα. (Ital. In-fatto). Ιναµοράδος (ο): Ερωτευµένος. (Ital. Innamorato). Ιναπιλάµπελε (ο): Ανέκκλητος.(Inappellabile). Ινβεντάριο (το): Κτηµατολόγιο (Ital. Inventario). Ινβεντάριο (το): Απογραφή (Ital. Inventario). Ινβεστίρω : Επενδύω. (Ιtal. Investire). Ινβόζε : Επικαλούµαι (Ital. Invocare). Ινγραβιάδος (ο): Βεβαρηµένος (Ital. Gravato). Ινκαντάρω : Εκθέτω σε δηµοπρασία (Ital. Incanto). Ινκάντο (το): ∆ηµοπρασία (Ital. Incanto). Ινκασάδο (το): Σκάλισµα κορνίζας ξύλου η τοίχου (Ital. Incassato). Ινκόµοδα (τα): Ενοχλήσεις (Ital. Incomodo). Ινκόντρο (το): Συνάντηση Εµπορική (Ital. Incontro). Ινκουϊζίτος (ο): Κατηγορούµενος (Ital. Accusato). Ινκουµέσιον (η): Πληρεξουσιότητα;;;; Ινµπάντο (το): Εγκαταλελειµµένο (Ital. Inbanto). Ινµπότα Στο λεπτό ;;;; Ινορδίνος (ο): Σε ετοιµότητα (Ital. Ordino-are). Ινπένιο (το): Υποχρέωση.(Ital. Impegno). Ινπούµπλικο(το): Φανερά ,δηµόσια (Ital. Inpubblico). Ινπούντο : Ακριβώς( «ήρθες ινπούντο ).(Ιταλ. In punto ). Ινσεράδα (η): Το αδιάβροχο πανωφόρι του ψαρά. Ινσόµα : Επιτέλους. (Ιταλ: insomma : εν συντοµία). Ινσόµα : Συνολικά (Ital. Insumma). Ιντεµέλα (η): Μαξιλαροθήκη. Ιντερβενιέντε : Ιδιώτης που αναλάµβανε δικαστικές υποθέσεις µε Την επίβλεψη δικηγόρου επι ενετοκρατίας. Ιντερεσάδος (ο): Συµφεροντολόγος (Ital. Interessato). Ιντερέσο (το) : Η νιτερέσο - Μυστικό η ενδιαφέρουσα πληροφορία.(Ιταλ. Interessamento). Ιντερέσο (το): Ενδιαφέρον . (Ital. Interesse). Ιντζεκουτζιόν : Εκτέλεση (Ital. Esecuzione).
  27. 27. Ιντιέρος (ο): Ακέραιος (Ital. Intiero). Ίντιµα (η): Στρωµατοθήκη (Ital. Intima=Εσωτερικό , Εσώρουχο). Ιντιµάδος (ο): Κοινοποιηµένος (Ital. Intimare). Ιντιµάρω : Κοινοποιώ. Ιντιµατζιόν (η): Κοινοποίηση. Ιντονάδος (ο): Τονισµένος µουσικά (Ital. Intonato). Ιντόρνου : Πέριξ – Γύρω γύρω. (Ital. Intorno). Ιντράδα (η): Περιφραγµένη ιδιοκτησία (Ital.Intrada). Ιντρόιτο (το): Είσοδος σκεπαστή σπιτιού.(Ital. Introito). Ιντροµετέρω : Παρεµβάλω (Ital. Intromettere). Ιντσεράδα (η): Αδιάβροχο ρούχο (Ital. In cerata=Κερωµένο). Ιντσίρκα : Περίπου (Ital. Circa). Ινφεριάδα (η): Σιδεριά παραθύρου µπαλκονιού(Ital. Inferriata). Ινφερµάρω : Ακυρώνω ( Ital. Infirmare). Ινφλιντζάρω : Καταχωρίζω (Ital. Inflinzare). Ιποτεκάδο (το): Υποθηκευµένο (Ipotekato). Ιποτεκάρω : Υποθηκεύω (Ital. Ipotekare). Ισεστέρω : Επιµένω (Ital. Insistente). Ίσκνα (γίνηκε) : ∆ιαλύθηκε;;;;; Ίσκρα (η): Τσακµάκι µε πέτρα για το άναµµα της φωτιάς (Σλαυικ Iscra=Σπίθα). Ισοστάς : Αν ίσως (Παξοί).;;;;;;; Ισπονέρω : Ενδιαφέροµαι- Εντυπωσιάζοµαι;;;;; Ιστάντζια (η): Προσαγωγή –Αγωγή (Ιtal. Instantanea). Ιστρουµέντο (το): Ακυρώνω (Η προέρχεται από το Ιstrumento = Εργαλείο , πιθανόν από κάποιο εργαλείο γραφείου Ακύρωσης Η από το Ristare = Σταµατώ).Ιτάρω Βοηθώ (Ital. Dare – Gritare). Ίσωµα : Τέλος πάντων. Κ-Μ Κ Κoστέκια : Σπευδισµα Αλόγου. Κάβα (η): Αποθήκη κρασιών (Ital. Cava). Κάβα (η): Λατοµείο (Ital. Cava). Καβαλάρης (ο): Το µεσαίο δοκάρι δίχυτης σκεπής. Καβαλιεράτο (το): Σταυρός από φοίνικα για την ηµέρα των βαίων. Καβαλίκεµα (το): Η συνουσία και η επιβολή. Καβαλίνα (η) Κόπρανα αλόγου , Γαιδάρου(Ital. Cavallina=Φοραδίτσα). Καβαλίνες (οι): Κόπρανα Γαιδάρου. Καβαλκίνα(η):Αίθουσα χορού (Ital.Cavalchina=Αποκριάτικος χορός της Βενετίας ). Καβάλος (ο): Τα παιγνιόχαρτα Βαλές και Φάντες (Ital. Cavallo) Άλογο – Μάλλον επειδή οι κάρτες αυτές έχουν καβαλάρηδες. Καβαλουκάτα (η): Μεγαλόσωµη , γεροδεµένη γυναίκα Καβαλούρης (ο): Επιβαλλόµενος. Καβαλούτσι (το): Η µεταφορά ενός άλλου στην πλάτη. Καβαντζάρω : Προσπερνάω. Καβεντζάλε (η):Λωρίδα πανιού που έβαζαν στα µαξιλάρια για να µην λερώνονται. (Ital. Cavezzale=Λωρίδα γης ακαλλιέργητη στην άκρη χωραφιού).
  28. 28. Καβέντζο (το): Καλό ταξίδι ( Καλό Καβέντζο). (Ital. Cavezza = Χαλινάρι ) Προφανώς όταν τα ταξίδια γινόταν µε άλογα , η ευχή ήταν « Καλό Χαλινάρι». Καβέντζο (το): ∆αντελένια λωρίδα (Ital. Cavezza = δερµάτινη λωρίδα χαλινού). Καβίλια (η): Ξυλόκαρφο (Ital. Caviglia).όψιµη και Καβούκα (η): Το φέσι. Καβούκι (το): Καπέλο. Καγιούρι (το): Είδος χτενίσµατος των γυναικών του Όρους. Καγκελαρία (η): Γραφείο ∆ιοίκησης (Ital. Cancelleria ). Καγκελαρία (η): Κυβερνείο , ∆ιοικητήριο (Ital. Cancellaria). Καγκέλο (το): Γραφείο του Καντιτζιλιέρη. Καδίνα (η): Αλυσίδα . (Ιταλ.. (Catena). Καδίνα η Καδένα (η): Αλυσίδα (Ital. Catena ). Καδινάτσο (το): Σιδερένιος σύρτης πόρτας (Ital. Catenaccio , Ven. Caenazzo). Καδινάτσος (ο): Σύρτης πόρτας (Ital. Catenaccio). Καδινέλα (η): Είδος ραψίµατος αλλά και διακοσµητικό πηχάκι αλλυσιδωτό. Καδινέλες (οι): Κορδονάκια. Κάζα (η): Σπίτι (Ital. Casa). Καζάρµα (η): Στρατόπεδο (Ital. Caserma). Κάζεται (µου) Μου φαίνεται (Αρχ. Εικάζεται). Καζίνο (το): Πολιτική λέσχη Λοµβαρδιανών (Ζάκυνθος). Κάζο (το): Συµβάν , περιστατικό (Ital. Caso). Κάζο µπλάνκο (το): Μεγάλο γεγονός. ΄???/ Ακηδώς η Γκαηδός (ο): Αλλήθωρος ( Με καηδό αν κοιµηθής το πρωϊ θα Γαλιουρίζης .- ∆ηλ. θα « παίζει» το µάτι σου). Κάης (είναι) : Είναι σκοτάδι (Παξοί). Καθρέφτης (ο): Το πίσω κάθετο µέρος της βάρκας. Καιµένη (η): Πικραµένη. Κακακίδα (η) : Το αµύγδαλο που έπεσε πρόωρα και έχει µια ιδιαίτερη και ωραία γεύση. Κακαράντζες (οι): Ξερές ελιές. Κακοέχη (το): ∆ύσκολη κατάσταση. Κακοντραµάδος (ο): Κακοντυµένος (Ital. Tramare =Υφαίνω). Κακοπραγία (η): Κακή πράξη. Κακορίζικος (ο): Άτυχος. Κακοτρύγης (ο) : Ποικιλία άσπρου σταφυλιού που έχει πολύ σκληρό κοτσάνι και βγάζει ένα πολύ καλό κρασί. Κάκοψα (τα): Τα καρύδια που σπάνε δύσκολα. Κάκοψο (το): Σκληρό. Καλαβρέντζος (ο): Πυκνή πάχνη που πέφτει το καλοκαίρι στις µεσοδυτικές παραλίες της Κέρκυρας και κρατάει από µία ώρα εως δύο µέρες . Μάλλον την ονοµασία πήρε από την Καλαβρία από οπου έρχεται αυτός ο καιρός. Καλαθούνια (τα): Καλάθια (Παξοί). Καλαµίθρι (το): Χόρτο για ζωοτροφή. Καλαµίνας (ο): Καλαµιώνας. Καλαµοβράκι (το): Μπατζάκι (Παξοί). Καλάντισµα (το): Το ράντισµα του παπά τα Θεοφάνεια. Καλάρι (το): Λεπτό σχοινί. Καλάρω : Υποβιβάζω , Μειώνω , Ελαττώνω . Κάλε (το): Οδός (Ven. Cale). Καλή (η) : Γιαγιά
  29. 29. Καλιβούτσι : Κουβαλάω κάποιον στην πλάτη. Καλικούνι (το): Κατσαρόλα µε στενό λαιµό και χονδρό σώµα. Καλικούνι (το): Ξύλινο πώµα βαρελιού. Κάλιο : Καλύτερα. Καλλισκόπειον (το): Βεράντα µε θέα ( σε παλιά συµβόλαια µετά την Ένωση). Καλογρίτσα (η): Μικρό δηλητηριώδες ψάρι της λίµνης. Καλοµέλανο (το): Φάρµακο για φυµατικούς. Καλόµερη (η): Καλοµοίρα. Καλοπέζουλος (ο): Ο ακριβοδίκαιος, ο τίµιος , ο αφελής(Ital. Pesare). Καλοπέσουλο : Και µε το παραπάνω.(κυρίως στη Λευκίµµη). Καλοχαιρέτης (ο): Ευγενικός . Κάλοψα (τα) : Τα καρύδια που σπάνε εύκολα. Κάλτσα Μπράγα (η): Ανδρικό καλσόν αριστοκρατών. Καλυµάρα (η): Μτφ. Νύστα. Καµαλιµάγκου : Επιτέλους.- Εν Κατακλείδι. (βλ. Βαραµέντε και Αλιµάνγκου) Καµάρα (η): Αψίδα (Αρχ. Καµάρα). Κάµαρα (η): ∆ωµάτιο (Ital. Camera ,Ven. Camara). Κάµαρα ντα ριτσέβερε (η): Προθάλαµος , ευρύχωρο χολ (Ital. Camera di ricevere). Κάµαρα ντι τσιβίλ (η): Σαλόνι , αίθουσα υποδοχής (Ven.Camara da civil). Κάµαρα ντι τσίβιλε (η): Σαλόνι αρχοντικού σπιτιού (Ital. Camera di civile). Κάµαρη (η): ∆ηµόσιο. Καµατερό (το): Στρώµα µαρµάρου. Καµιζέτο (το): Πουκάµισο.(Ital. Camicia). Καµιζιόλα (η): Κοντό γυναικείο σακάκι κεντηµένο της παραδοσιακής στολής Καµικόντο : Κάπως έτσι. Καµινέτο (το): Σωληνάκι κάτω από την κάνη του εµπροσθογεµούς όπλου όπου ετοποθετήτο το καψούλι. Καµουλίκα (η): Κουκούλα. Καµούσι (το): Κατακάθι του κρασιού. (Παξοί). Καµούφο (το): Τελείωµα σε δαντελένιο ύφασµα. Καµπανέλα (η): Λουλούδι που µοιάζει µε καµπάνα. Καµπάνια (η): Εκστρατεία (Ital. Campagna ) πχ. Ένας κουρασµένος η γέρος λέει «δεν είµαι για καµπάνια». Καµπάτικο (το): Μεγάλο και ασύµµετρο. Καµπίαλα (η): Συναλλαγµατική (Ital. Cambiale). Καµπίελο (το): Ανοιχτός χώρος ανάµεσα σε σπίτια (Ven.Campielo). Κάµπιο (το): Συναλλαγή (Ital. Cambio). Καµπίονι (το) Πρότυπο ήθους (Ital. Cambione=υπέρµαχος , πρωταθλητής). Κάµπο (το): Πλατεία ανάµεσα σε σπίτια (Ital. Campo). Καµπούλα (η): Καταχνιά - Καπνιά. Καµπούλα (η): Καπνός , οµίχλη . Καµπρί (το): Είδος υφάσµατος ;;;;;;;;; Καναβάτσα (η): Πετσέτα.(Παξοί). Καναβέτα (η): Ξύλινο κιβώτιο-Κασέλα. Καναβέτα (η): Ξύλινο κιβώτιο ??? Καναβετοπούλα (η): Μικρό ξύλινο κιβώτιο. Καναλέτο (το): Οχετός , αυλάκι , υπόνοµος (Ital. Canaletto , Ven. Canaleto). Καναλέτο (το): Αποχετευτικός αγωγός.(Ital. Canale). Κάναλη (η): Υδρορροή σπιτιού.
  30. 30. Κάναλος (ο): Χαράδρα , πέρασµα. Κάνεβα (η): Κελάρι κρασιών (Ven. Caneva). Κανενέ : Επιτέλους. Κανιάρω : Σέρνω (µουσικός όρος που σηµαίνει : Σέρνω τη φωνή µου µέχρι την επόµενη νότα (Ital. Caghare = γαυγίζω). Κάνιασα ∆ίψασα. Κανιζέλα (η): Στενός διάδροµος στην πίσω µεριά των σπιτιών (Ven. Canicela). Κανίσκι (το): ∆ώρο (Αρχ. Κάνεον;;). Κανίστρα (η): Καλάθι (βλ. Κανίσκι;;;;;;). Κανκάγια (η): Ρυτιδωµένη γριά. Κανκιόφολα (η): Ηλιανθός;;;;;;;; Κανοκιάλε (το): Τηλεσκόπιο (Ital. Canocchiale). Κανούλι (το): Σωλήνας η µπαντζάκι παντελονιού(Ven. Canale). Κανσονέτα (η): Σύντοµο λαικό τραγούδι (Ital. Canzonetta). Κανταδόρος (ο): Ταµίας (Ital. Cantaro = Ζυγαριά –Ζυγιστής). Κανταδόρος (ο): Τραγουδιστής (Ital. Cantatore). Κανταρέλα η Κανταρέλι(το): ∆οχείο µεταφοράς υλικών χωρητικότητας ενός κανταριού – 1 Καντάρι =150Λίβρες(Ven.Cantaro). Κανταρέλι (το): Μικρό καζάνι. Κανταρέλι (το): Μικρό Καντάρι. Καντάρι (το): Μονάδα µέτρησης όγκου. Καντάρι (το): Είδος ζυγαριάς. Κανταριώλι (το): Μέτρο υπολογισµού των δηµητριακών. Κάνταρος (ο): Πήλινο σκεύος σε σχήµα λεκάνης. Κάνταρος (ο): Πήλινη λεκάνη για ζύµωµα (Ital. Cantaro Παλιό µέτρο βάρους από 5080 Κιλά και πήλινο δοχείο αντίστοιχης χωρητικότητας). Καντάρω : Μετράω , Υπολογίζω (βλ. Κανταδόρος). Καντάρω : Τραγουδώ (Βλ. Κανταδόρος). Καντάρω : Τραγουδώ (Ιταλ. Cantare). Καντηλέτο (το): Κερί φωτισµού(Ital. Candiletto). Καντί (το): Χορδή µουσικού οργάνου. Καντιλοσβύστης (ο) Είδος πεταλούδας που σβήνει το φως του καντηλιού. Καντινέλα (η): Σανίδα που συγκρατούσε τα παραθυρόφυλλα ανοικτά . (Ven. Cantinela=Σανίδα). Καντινέλα (η): Σιδερόβεργα που κρατούσε ανοικτά τα παραθυρόφυλλα . (Ital. Cantini = Χορδή µουσικού οργάνου). Καντινέτα (η): Μικρή µουσική κοµπανία. Κάντιο (το): Πεντακάθαρο. Καντιτζιλιέρης (ο) Γραµµατέας ∆ιοικητηρίου.(Ital. Cancelliere). Κάντο (το): Τραγούδι . (Ιταλ. Canto). Καντονιέρα (η): Συρταρίερα , Ντουλάπα υπνοδωµατίου(Ital. Cantoniera). Καντουλάπι (το): Ντουλάπι (Παξοί). Καντουνάλι (το): Γωνιακή ντουλάπα σπιτιού (Ven. Cantonal). Καντουναριά (η): Ανήθικη γυναίκα-του πεζοδροµίου-του καντουνιού. Καντούνι (το): Στενό δροµάκι (Ven. Cantone). Καντουνιέρα (η): Πόρνη (Ital. Cantoniera). Καντουνιέρης (ο): Αλήτης. Καντσιλιέρης (ο): Γραµµατέας. Καντσόνα (η): Ενορχηστρωµένο τραγούδι.
  31. 31. Καντσονέτα (η): Τραγούδι. (Ιταλ. Canzonetta). Κάονας (ο): Γλάρος (Παξοί). Κάουζα (η): ∆ίκη (Ital. Causa). Καούρικο (το): Καυτερό Καουτέλα (η): Έγγραφο για εξασφάλιση (Ital. Cautela). Καουτσιόν : Ασφάλεια – Εγγύηση.(Ital. Cauzionale). Καπαντριόλης (ο): Αυθάδης. Καπαράρω : Προκαταβάλω (Ital. Caparra). Καπάσα (η): Μεγάλο πήλινο πιθάρι (Ven. Capazza). Καπάσα (η): Κιούπι (Παξοί). Καπάσα Μεγάλο πήλινο πιθάρι (Ital. Capacita =Χωρητικότης). Καπατσάρω : ∆αµάζω επιβάλω (Ital. Capacitare). Καπατσάρω : Επιβάλλοµαι (Ital. Capicitare=Πείθω). Καπατσετάρω : Συγκρατήσω . (∆εν µπορώ να τον καπατσετάρω). Καπατσιτά (η): Επιτηδειότητα , επιβολή (Ital. Capacita =Πειθώ). Καπατσιτάρω : Επιβάλω την πειθαρχεία σε κάποιον. (Ιταλ. Capacitare Καταπείθω ). Καπατσόνα (η): Καταφερτζού. Καπάτσος (ο): Επιτήδειος (βλ. Καπατσιτά). Καπελάνοι (οι) Ποπ κόρν. Καπέλο (το): 1.Κυονόκρανο 2. Ανω άκρο καπνοδόχου.(Ital. Cappello). Καπελωµένος (ο): Εκνευρισµένος. Καπέτα (η): Χωρίστρα (Ital. Capo=Κεφάλι). Καπίστρι (το): Μέρος του εξοπλισµού του γαιδάρου. Καπιτάλι (το): Κεφάλαιο. Καπιταλιστής (ο): Κεφαλαιούχος (Ital. Capitalista). Καπιτάρισε : Έφτασε (Ital. Capitare). Καπιτάρω : Συµβαίνω , Τυχαίνω(Ital. Capitare). Καπιτέλο (το): Κυονόκρανο (Ital. Capitelo). Καπίτολο (το): Κεφάλαιο (Ital. Capitolo). Καπίτολο Προµπατόρι (τα):Ατράνταχτες αποδείξεις (Ital.CapitoloProvatori) Κάπο (Κρίµας στο Κάπο ) : Ειρωνικά για κάτι που νοµίζαµε σπουδαίο (Ital. Capo = Αρχή , Αρχηγός , Κεφάλι). Καπιτσίνια (τα): Γυναικεία παπούτσια περίτεχνα. Κάπο ντε φιόρι (το): Κουνουπίδι (Cavoifiore). Κάπο ντι όπερα (το): Αριστούργηµα (Ital. Capo di Opera = Κεφαλαιώδες δηµιούργηµα) Καπολαβόρο (το): Κοµψοτέχνηµα (Ital. Capo lavoro). Καπολαβόρο (το): Αριστούργηµα (Ital. Capolavoro). Καπονάρα (η): Κοτέτσι (Ven. Caponera , Ital. Capponaia). Καπορονιόζος (ο): Μικρό και «ευτελές» ψαράκι. Κάπος (ο): Αρχηγός , «κεφάλι».(Ital. Capo). Καποσάντες (ο): Είδος στρειδιού. Καποσίδερο(το): Η άκρη του παλαιού φρουρίου (Ιταλ. Capo di San Isidoro). Καπότο (το): Επανωφόρι , Χλαίνη (Ital. Cappotto). Καπουλοµαξίλαρα (τα): Μαξιλαράκια που έβαζαν οι γυναίκες στους γοφούς για να τονίζουν τις καµπύλες τους. Καπουράλος (ο): Το αφεντικό , Ο αυταρχικός . (Ital. Caporale =∆εκανέας, Προϊστάµενος εργατών , αυταρχικός). Καπουριέλι (το): Παραθυράκι πάνω από την πόρτα η το παράθυρο.

×